Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Van Gerven της 29ης Νοεμβρίου 1988. - FIRMA VOLKER HUBER ΚΑΤΑ HAUPTZOLLAMT FRANKFURT AM MAIN. - ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ FINANZGERICHT ΤΗΣ ΕΣΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ. - ΚΟΙΝΟ ΔΑΣΜΟΛΟΓΙΟ - ΔΑΣΜΟΛΟΓΙΚΗ ΚΛΑΣΗ 99. 02 - ΠΡΩΤΟΤΥΠΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΛΙΘΟΓΡΑΦΙΑΣ. - ΥΠΟΘΕΣΗ 291/87.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1988 σελίδα 06449
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Το Hessisches Finanzgericht υπέβαλε στο Δικαστήριο ορισμένα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία της δασμολογικής κλάσεως 99.02 του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΟΚ) 950/68 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1968, περί του κοινού δασμολογίου. Τα ερωτήματα αναφέρονται ειδικότερα στην ερμηνεία της έννοιας "πρωτότυπες εικόνες λιθογραφίας".
Η σημείωση 2 του κεφαλαίου 99 "αντικείμενα τέχνης, συλλογών και αρχαιοτήτων" περιγράφει ως εξής την κλάση 99.02:
"Θεωρούνται ως 'πρωτότυπες εικόνες χαρακτικής χαλκογραφίας και λιθογραφίας' σύμφωνα με την έννοια της κλάσης 99.02, τα δοκίμια που έχουν τυπωθεί απευθείας, μαύρα ή χρωματιστά, από μία ή περισσότερες πλάκες που έχουν γίνει εξ ολοκλήρου με το χέρι από τον καλλιτέχνη, οποιαδήποτε και αν ειναι η τεχνική ή η ύλη που έχει χρησιμοποιηθεί, με εξαίρεση κάθε μηχανική ή φωτομηχανική μέθοδο."
Το πλαίσιο της διαφοράς
2. Η επιχείρηση Volker Huber προσεκόμισε στο Hauptzollamt Frankfurt am Main 10 000 λιθογραφίες από δύο πλάκες που έχουν γίνει με το χέρι από τον ιταλό καλλιτέχνη Bruno Bruni. Οι λιθογραφίες παρουσίαζαν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:
- οι λιθογραφίες τυπώθηκαν με μηχανική πρέσα,
- τυπώθηκαν με διαδικασία εκτυπώσεως κατ' αντίθετη φορά που επιτρέπει την "πολλαπλή εκτύπωση",
- τυπώθηκαν σε μεγάλες ποσότητες (δηλαδή σε 8 400 και 4 500 αντίτυπα αντιστοίχως,
- δεν έφεραν υπογραφή,
- δεν ήταν αριθμημένες.
Οι λιθογραφίες αυτές χαρακτηρίστηκαν από την Volker Huber ως "πρωτότυπες εικόνες λιθογραφίας", κατά την έννοια της δασμολογικής κλάσεως 99.02. Τα εμπορεύματα που υπάγονται στην κλάση αυτή απαλλάσσονται των δασμών.
Το Hauptzollamt Frankfurt am Main κατέταξε τα εμπορεύματα στη δασμολογική κλάση 49.11 (εικόνες, εικόνες χαρακτικής, φωτογραφίες και άλλα έντυπα), για την οποία επιβάλλεται δασμός.
Η Volker Huber προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον του Hessisches Finanzgericht. Αφού, καταρχάς, διέταξε τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης σχετικά με τον τρόπο πραγματοποιήσεως των εν λόγω λιθογραφιών, το Finanzgericht υπέβαλε στο Δικαστήριο τρία ερωτήματα που μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:
1) Πρόκειται για "πρωτότυπες εικόνες λιθογραφίας" όταν η εκτύπωση γίνεται με μηχανικό μέσο;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, πρόκειται για "πρωτότυπες εικόνες λιθογραφίας" όταν χρησιμοποιείται μία διαδικασία εκτυπώσεως κατ' αντίθετη φορά για να επιτευχθεί πολλαπλή εκτύπωση;
3) 'Εχει σημασία ο αριθμός αντιτύπων για την ερμηνεία της έννοιας "πρωτότυπες εικόνες λιθογραφίας";
Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις η Volker Huber και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Η απάντηση είναι περίπλοκη
3. Η απάντηση στα ερωτήματα που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο δεν είναι προφανής.
Πρακτικές δυσχέρειες καθιστούν δύσκολη την κατ' αυστηρή ερμηνεία διευκρίνιση των σχετικών κειμένων. Υπάρχουν επίσης διαφορές των κειμένων στις διάφορες γλώσσες. Θα επανέλθω στο ζήτημα αυτό στο σημείο 4.
Φαίνεται, επιπλέον, ότι ούτε οι δύο κύριες διεθνείς συμβάσεις σε ζητήματα πνευματικής ιδιοκτησίας (1), ούτε η νομοθεσία των κρατών μελών περιέχουν ενιαίο καθορισμό της εννοίας των "πρωτότυπων εικόνων λιθογραφίας". Από την τεκμηρίωση που διαθέτει το Δικαστήριο, προκύπτει ότι στην επιστήμη οι γνώμες διχάζονται ως προς το περιεχόμενο της εννοίας αυτής.
Τέλος, δεν έχει ζητηθεί από το Δικαστήριο μέχρι τώρα ν' αποφανθεί ειδικά επί του ζητήματος αυτού. Βέβαια, στην απόφαση που εξέδωσε στις 27 Οκτωβρίου 1977 (επί της υποθέσεως 23/77, Westfaelischer Kunstverein, Rec. 1977, σ. 1985) το Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα αν οι μεταξωτυπίες τέχνης μπορούν να θεωρηθούν ως πρωτότυπες εικόνες λιθογραφίας κατά την έννοια της κλάσεως 99.02 του κοινού δασμολογίου. Δεν εξέτασε όμως τότε το ζήτημα αν οι μεταξωτυπίες αυτές ήταν πρωτότυπα αντικείμενα τέχνης. Αποφάσισε πράγματι ότι, ελλείψει ρητής αναφοράς στο κεφάλαιο 99 περί αντικειμένων τέχνης, τα αντικείμενα αυτά εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κεφαλαίου 49 περί εντύπων.
Υπάρχει πάντως στην υπόθεση αυτή ένα βασικό σημείο που κανείς δεν αμφισβητεί: οι λιθογραφίες τυπώθηκαν από πρωτότυπο σχέδιο που έγινε με το χέρι από έναν ιταλό καλλιτέχνη. Δεν πρόκειται επομένως για αντίγραφο έργου που είχε δημιουργηθεί στο παρελθόν, οπότε ενδεχομένως η λιθογραφία θα μπορούσε να θεωρηθεί ως "προϊόν γραφικών τεχνών" κατά την έννοια του κεφαλαίου 49 του κοινού δασμολογίου. Στην προκειμένη περίπτωση, οι διάδικοι αναγνωρίζουν ότι η λιθογραφική πλάκα, ή ακριβέστερα το χαρτί αντιγραφής που χρησιμοποιείται για να γίνει η πλάκα αυτή, είναι πρωτότυπο, δηλαδή έργο τέχνης που δημιουργήθηκε ειδικά για να τυπωθούν λιθογραφίες. Το μόνο εριζόμενο ζήτημα είναι το αν η μέθοδος που χρησιμοποιείται για την κατασκευή των λιθογραφιών από το έργο αυτό επιτρέπει να θεωρούνται και οι λιθογραφίες αυτές ως "πρωτότυπες" και αν ναι, μέχρι ποιου αριθμού αντιτύπων.
Πρώτο ερώτημα: μπορεί να γίνει δεκτή η εκτύπωση με μηχανικό μέσο;
4. Το πρώτο ερώτημα που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο αφορά στην ουσία το αν εξακολουθεί να πρόκειται για "πρωτότυπες εικόνες λιθογραφίας", κατά την έννοια της δασμολογικής κλάσεως 99.02 του κοινού δασμολογίου, όταν η εκτύπωσή τους γίνεται με μηχανικό μέσο, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση.
Η Επιτροπή παρατηρεί ορθά ότι από τη γραμματική ερμηνεία του κειμένου της σημειώσεως 2 του κεφαλαίου 99 στις περισσότερες γλώσσες προκύπτει ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό θα πρέπει να είναι αρνητική. Το γερμανικό και το αγγλικό κείμενο δεν αφήνουν καμία αμφιβολία σχετικά. Το ολλανδικό μάλιστα κείμενο είναι σαφέστατο: " ... ongeacht het materiaal waarop het afdrukken is geschied en ongeacht de gevolgde techniek, met uitzondering van de mechanische en van de fotomechanische reproduktietechniek". Λόγω της επαναλήψεως της λέξεως "techniek", στο κείμενο δεν μπορεί να δοθεί ερμηνεία άλλη από το ότι οι λιθογραφίες που τυπώνονται μηχανικά δεν είναι πρωτότυπες.
Νομίζω, όμως, ότι οι περιστάσεις δεν επιτρέπουν να βασιστεί κανείς αποκλειστικά στην αυστηρή ερμηνεία του κειμένου της εν λόγω διατάξεως στις περισσότερες γλώσσες. Ως προς αυτό, θεωρώ σημαντικές τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
- η γραμματική ερμηνεία θα εστερείτο νοήματος, διότι η εκτύπωση προϋποθέτει πάντοτε στην πράξη τη χρησιμοποίηση κάποιας τεχνικής μεθόδο
- η Volker Huber υπογραμμίζει ότι δεν υπάρχει καμία φωτομηχανική τεχνική εκτυπώσεως. Αντίθετα, υπάρχουν φωτομηχανικές τεχνικές για τη δημιουργία των πλακών
- το κείμενο της σημειώσεως 2 του κεφαλαίου 99 προέρχεται από το κείμενο της ονοματολογίας των Βρυξελλών του 1949, κείμενο που επίσης συντάχθηκε βάσει του ορισμού που έδωσε το 1937 το γαλλικό Comite national de la gravure (Duennebier: Bruchmanns Handbuch der modernen Druckgraphik, Μόναχο, 1973, σ. 114). 'Ομως, το τελευταίο αυτό κείμενο αναφέρει ρητά ότι όχι οι λιθογραφίες αλλά οι πλάκες πρέπει να γίνουν εξ ολοκλήρου με το χέρι, για να μπορούν οι λιθογραφίες να θεωρούνται πρωτότυπες. Από αυτή την ιστορική ανασκόπηση προκύπτει επιπλέον ότι χρησιμοποιήθηκε ως πρότυπο για το κείμενο της σημειώσεως 2 του κεφαλαίου 99 ένα γαλλικό κείμενο, ενώ ακριβώς στο γαλλικό κείμενο της σημειώσεως αυτής μπορεί να δοθεί η ερμηνεία ότι η απαγόρευση χρησιμοποιήσεως μηχανικών και φωτομηχανικών τεχνικών μεθόδων αναφέρεται στη δημιουργία των ίδιων των πλακών και όχι στην εκτύπωση των λιθογραφιών από τις πλάκες αυτές.
Για τους λόγους αυτούς, νομίζω ότι η σημείωση 2 του κεφαλαίου 99 έχει την έννοια ότι η απαγόρευση χρησιμοποιήσεως μηχανικών τεχνικών μεθόδων αφορά την κατασκευή των πλακών και όχι την εκτύπωση των λιθογραφιών. Κάθε άλλη ερμηνεία θα περιόριζε σημαντικά το πεδίο εφαρμογής της εννοίας των "πρωτοτύπων εικόνων λιθογραφίας" και δεν θα συμφωνούσε με τις καθιερωμένες τεχνικές μεθόδους. Πιστεύω επομένως ότι λιθογραφίες που εκτυπώνονται μηχανικά δεν μπορούν ν' αποκλειστούν, λόγω αυτού του τρόπου εκτυπώσεως, από το πεδίο εφαρμογής της δασμολογικής κλάσεως 99.02 του κοινού δασμολογίου.
Δεύτερο ερώτημα: μπορεί να γίνει δεκτή μια τεχνική εκτυπώσεως κατ' αντίθετη φορά που καθιστά δυνατή την "πολλαπλή εκτύπωση";
5. Εφόσον δόθηκε καταφατική απάντηση στο πρώτο ερώτημα, πρέπει ακόμη να εξετασθεί το δεύτερο ερώτημα που αφορά το αν η τεχνική μηχανικής εκτυπώσεως που χρησιμοποιήθηκε στην προκειμένη περίπτωση καθιστά πράγματι δυνατή τη δημιουργία "πρωτότυπων εικόνων λιθογραφίας" κατά την έννοια της δασμολογικής κλάσεως 99.02 του κοινού δασμολογίου.
Κατά τη διατύπωση της σημειώσεως 2 του κεφαλαίου 99 του κοινού δασμολογίου, η λιθογραφία πρέπει να έχει τυπωθεί απ' ευθείας από πλάκα που έχει γίνει εξ ολοκλήρου με το χέρι. Εντούτοις, σε αντίθεση προς τη γραμματική ερμηνεία του κειμένου αυτού γίνεται γενικά δεκτό ότι ο καλλιτέχνης δεν υποχρεούται να εκτελέσει το σχέδιό του απευθείας επάνω στην πλάκα. Οι επεξηγηματικές σημειώσεις της ονοματολογίας του συμβουλίου τελωνειακής συνεργασίας επιτρέπουν πράγματι τη χρησιμοποίηση χαρτιού αντιγραφής. Το σχέδιο μεταφέρεται τότε, με μία χημική διαδικασία, από το χαρτί στη λιθογραφική πλάκα. Επομένως, δεν χρησιμοποιείται πλέον, κατ' ακριβολογία, σ' αυτή την τεχνική κατασκευής, "πλάκα που έχει γίνει εξ ολοκλήρου με το χέρι".
Στην περίπτωση της τεχνικής που χρησιμοποιήθηκε στην προκειμένη περίπτωση, η διάσταση μεταξύ της εργασίας που έκανε ο καλλιτέχνης με το χέρι και των πλακών από τις οποίες τυπώθηκαν οι λιθογραφίες είναι ακόμη μεγαλύτερη. Βέβαια, οι πρώτες λιθογραφίες τυπώνονται με τον ίδιο τρόπο, όπως όταν χρησιμοποιείται χαρτί αντιγραφής - δηλαδή με μεταφορά του σχεδίου που έχει γίνει πάνω σ' αυτό το χαρτί στη λιθογραφική πλάκα -, αλλά μόλις η πρώτη πλάκα εμφανίσει σημάδια φθοράς, δημιουργείται αυτόματα νέο χαρτί αντιγραφής, το οποίο με τη σειρά του χρησιμοποιείται για την κατασκευή νέας πλάκας.
Και η Volker Huber και η Επιτροπή δέχονται την τεχνική αυτή για την κατασκευή πρωτοτύπων λιθογραφιών. Προτείνω να υιοθετήσει το Δικαστήριο την άποψη αυτή.
Εφόσον γίνεται γενικά δεκτή η μέθοδος χρησιμοποιήσεως χαρτιού αντιγραφής, δεν υπάρχει λόγος να μην επιτραπεί και η τεχνική που χρησιμοποιήθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφήνοντας στον καλλιτέχνη τη φροντίδα ν' αποφασίσει αν πράγματι επιθυμεί να χρησιμοποιήσει την τεχνική αυτή ή όχι. Φαίνεται πράγματι αποδεδειγμένο ότι, από πλευράς ποιότητας, δεν υπάρχει καμία διαφορά μεταξύ των λιθογραφιών που έγιναν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Ούτε ως προς το περιεχόμενο υπάρχει διαφορά: και στις δύο περιπτώσεις το πρωτότυπο σχέδιο γίνεται από τον καλλιτέχνη με το χέρι. Το ερώτημα αυτό έχει εξάλλου κάποια ομοιότητα με αυτό που τέθηκε στο Δικαστήριο στην υπόθεση 155/84, Onnasch κατά Hauptzollamt Berlin-Packhof (απόφαση της 15ης Μαΐου 1985, Συλλογή 1985, σ. 1449). Στην υπόθεση αυτή το ερώτημα ήταν αν ένα έργο τέχνης, που συνίσταται σε μία σύζευξη σύγχρονων υλικών μπορεί να θεωρηθεί ως "πρωτότυπο έργο αγαλματοποιίας και γλυπτικής". Απομακρυνόμενος από την κλασική ερμηνεία της έννοιας "γλυπτική" και ακολουθώντας στο σημείο αυτό τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Lenz, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η έννοια αυτή πρέπει να ερμηνευθεί ως περιλαμβάνουσα όλα τα τρισδιάστατα έργα τέχνης, ανεξάρτητα από την εφαρμοζόμενη τεχνική και τα χρησιμοποιούμενα υλικά.
Τρίτο ερώτημα: έχει σημασία ο αριθμός αντιτύπων;
6. Τέλος, το τρίτο ερώτημα αφορά το αν έχει σημασία για την κατάταξη στην κλάση 99.02 του κοινού δασμολογίου ο αριθμός των λιθογραφιών που τυπώνονται από το ίδιο πρωτότυπο σχέδιο.
Ο περιορισμός του αριθμού αντιτύπων αποτελεί, όπως αναφέρει η Επιτροπή, χωρίς αμφιβολία σημαντικό οικονομικό κριτήριο. Ορισμένοι όμως εμπειρογνώμονες, που αναφέρθηκαν από την Volker Huber στην επ' ακροατηρίου συζήτηση και των οποίων η αυθεντία δεν μπορεί να αμφσιβητηθεί, αντιτάσσονται στην εφαρμογή του κριτηρίου αυτού για να κριθεί αν μια λιθογραφία είναι πρωτότυπη.
7. Δεν νομίζω ότι είναι ευκταίο να υιοθετήσει το Δικαστήριο μία ερμηνεία της εννοίας "πρωτότυπες εικόνες λιθογραφίας" βασιζόμενη σε ποσοτικό κριτήριο (δηλαδή στον αριθμό αντιτύπων), για το οποίο μόνο μια βαθιά ανάλυση - που θα εξερχόταν από το πλαίσιο της υποθέσεως που σήμερα μας απασχολεί - θα μπορούσε να καταδείξει αν είναι σύμφωνο προς τις ισχύουσες τεχνικές μεθόδους και αντιλήψεις. Νομίζω ότι εναπόκειται στον κοινοτικό νομοθέτη να εκφράσει τη βούλησή του επί του ζητήματος αυτού.
Για λόγους ασφαλείας δικαίου, αυτό το ποσοτικό κριτήριο πρέπει τελικά να καθορισθεί κατά συγκεκριμένο τρόπο, από το νόμο, έτσι ώστε να καταστεί σαφής η σημασία του αριθμού αντιτύπων και να διευκρινιστούν ενδεχόμενες λεπτομέρειες εφαρμογής. 'Ενας τέτοιος ορισμός ανήκει βέβαια και αυτός στην αποκλειστική αρμοδιότητα του κοινοτικού νομοθέτη (βλέπε την απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στις 15 Ιουλίου 1970 επί της υποθέσεως 41/69, ΑCF Chemiefarma NV κατά Επιτροπής, Rec. 1970, σ. 661 στην απόφαση αυτή, το Δικαστήριο αρνήθηκε να καθορίσει το ίδιο μία από τη φύση της σαφή προθεσμία παραγραφής).
Από την εξέταση της παρούσας υποθέσεως προέκυψε ότι το κείμενο της σημειώσεως 2 του κεφαλαίου 99 στις διάφορες γλώσσες είναι διφορούμενο και μάλιστα, αν ληφθεί κατά γράμμα, δεν είναι προσαρμοσμένο στις τεχνικές μεθόδους που χρησιμοποιούνται στην πράξη, πράγμα που είχε ως συνέπεια εφαρμογές που, εκ πρώτης όψεως, φαίνονται "contra legem". Αυτές οι διαπιστώσεις δικαιολογούν ήδη από μόνες τους την επέμβαση του νομοθέτη.
8. Καταλήγοντας, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στα ερωτήματα που του υπέβαλε το Hessisches Finanzgericht:
1) Οι λιθογραφίες που εκτυπώνονται με μηχανική μέθοδο μπορούν να καταταγούν στη δασμολογική κλάση 99.02 του κοινού δασμολογίου.
2) Οι λιθογραφίες που τυπώθηκαν με μία μέθοδο πολλαπλής εκτυπώσεως που προϋποθέτει την κατασκευή περισσοτέρων της μιας πλακών από πρωτότυπο χαρτί αντιγραφής μπορούν να καταταγούν στην κλάση 99.02 του κοινού δασμολογίου.
3) Υπό την ισχύουσα νομοθεσία, ο αριθμός αντιτύπων δεν επηρεάζει την κατάταξη των λιθογραφιών στην κλάση 99.02 του κοινού δασμολογίου."
(*) Μετάφραση από τα ολλανδικά.
(1) Σύμβαση της Βέρνης για την προστασία των λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών έργων, της 9ης Σεπτεμβρίου 1886 (όπως τροποποιήθηκε) και Παγκόσμια Σύμβαση περί πνευματικής ιδιοκτησίας, της 6ης Σεπτεμβρίου 1952 (όπως τροποποιήθηκε).