61987C0236

Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Lenz της 15ης Ιουνίου 1988. - ANNA BERGEMANN ΚΑΤΑ BUNDESANSTALT FUER ARBEIT. - ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ LANDESSOZIALGERICHT ΤΗΣ ΡΗΝΑΝΙΑΣ ΚΑΙ ΒΟΡΕΙΑΣ ΒΕΣΤΦΑΛΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ. - ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ - ΕΠΙΔΟΜΑΤΑ ΑΝΕΡΓΙΑΣ. - ΥΠΟΘΕΣΗ 236/87.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1988 σελίδα 05125


Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα


++++

Κύριε πρόεδρε,

Κύριοι δικαστές,

Α - Τα πραγματικά περιστατικά

1. Η υπόθεση, επί της οποίας λαμβάνω σήμερα θέση, αφορά την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του έκτου κεφαλαίου του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (εφεξής: "κανονισμός 1408/71") (1).

2. Ιστορική βάση της προσφυγής, στο πλαίσιο της οποίας υποβλήθηκε η αίτηση του Landessozialgericht της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, αποτελούν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: η Anna Bergemann, προσφεύγουσα της κύριας δίκης (εφεξής: "η προσφεύγουσα"), ολλανδή υπήκοος, είχε ως εργασία την περιποίηση ζώων στο Venlo (Κάτω Χώρες). Η σχέση εργασίας της έληξε στις 30 Ιουνίου 1984. Προηγουμένως, στις 5 Ιουνίου 1984, παντρεύτηκε και στις 6 Ιουνίου 1984 μετακόμισε στο σπίτι του συζύγου της στο Kerken της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Επειδή έκτοτε βρισκόταν σε άδεια, δεν υπεχρεούτο, μέχρι τη λήξη της σχέσης εργασίας της, να παρέχει πλέον εργασίακαι ως εκ τούτου ούτε και να μεταβαίνει στο κράτος της απασχολήσεώς της για την εκπλήρωση των εκ της συμβάσεως εργασίας υποχρεώσεών της.

3. Λόγω της γεννήσεως του παιδιού της στις 6 Αυγούστου 1984, δεν τέθηκε αμέσως μετά τη μετοίκησή της στη διάθεση των γερμανικών υπηρεσιών απασχολήσεως. Δεν δήλωσε ότι είναι άνεργη παρά μόνο στις 18 Σεπτεμβρίου 1984, αφού έληξε η κατά το νόμο άδεια μητρότητας. Στο μεταξύ από τις 15 Ιουλίου 1984 μέχρι τις 17 Σεπτεμβρίου 1984 εισέπραττε επίδομα μητρότητας από το ολλανδικό ταμείο ασθενείας.

4. Σύμφωνα με όσα εκθέτει το παραπέμπον δικαστήριο, τα οποία επομένως δεσμεύουν και το Δικαστήριο, η προσφεύγουσα δεν δικαιούται κατ' εφαρμογή του γερμανικού δικαίου ούτε επίδομα ανεργίας ούτε ενίσχυση λόγω ανεργίας, επειδή δεν έχει συμπληρώσει τον απαιτούμενο χρόνο εντός του πεδίου εφαρμογής του γερμανικού νόμου περί προωθήσεως της εργασίας (Arbeitsfoerderungsgesetz). Επειδή όμως έχει συμπληρώσει περιόδους ασφαλίσεως στις Κάτω Χώρες, ανακύπτει το ερώτημα αν διά της εφαρμογής των κοινοτικών συντονιστικών διατάξεων μπορεί να γίνει εντούτοις δεκτό ότι έχει δικαίωμα παροχών. Το παραπέμπον δικαστήριο, για να μπορέσει να αποφανθεί επ' αυτού, υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:

"Αποκτάται η ιδιότητα του μεθοριακού εργαζόμενου, κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο β), και του άρθρου 71, στοιχείο α), του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, και κατά τη διάρκεια της άδειας που δικαιούται κατά τη σύμβαση εργασίας ο εργαζόμενος ακόμη και όταν μετά την άδεια δεν παρέχεται πλέον μέχρι τη λήξη της σχέσης εργασίας πράγματι εργασία, δηλαδή ο εργαζόμενος δεν μεταβαίνει ποτέ πλέον από τον τόπο κατοικίαςτου που βρίσκεται σε ένα κράτος μέλος στον τόπο εργασίας του σε ένα άλλο κράτος μέλος;

Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως: το άρθρο 71, στοιχείο β), δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 εφαρμόζεται μόνο στις κατηγορίες προσώπων που απαριθμούνται στην απόφαση 94 της Διοικητικής Επιτροπής της ΕΟΚ για την Κοινωνική Ασφάλιση των Διακινουμένων Εργαζομένων;" (2)

5. Περισσότερες λεπτομέρειες ως προς τα πραγματικά περιστατικά και τους ισχυρισμούς των διαδίκων περιέχονται στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση.

Β - Η γνώμη μου επί της υποθέσεως

6. Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αν η προσφεύγουσα έχει έναντι των γερμανικών υπηρεσιών απασχολήσεως δικαίωμα παροχών λόγω ανεργίας, πρέπει να ληφθεί ως σημείο εκκινήσεως ο μηχανισμός των ρυθμίσεων που προβλέπει ο κανονισμός 1408/71. Το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο α), που περιέχει γενική ρύθμιση για τον καθορισμό των εφαρμοστέων διατάξεων, ορίζει ότι εφαρμόζονται οι διατάξεις του κράτους της απασχολήσεως. Στο έκτο κεφάλαιο του κανονισμού 1408/71 ο γενικός κανόνας γίνεται πιο συγκεκριμένος όσον αφορά την ανεργία. 'Ετσι, "αρμόδιο κράτος" είναι καταρχήν το κράτος της τελευταίας απασχολήσεως (3). Στην ερμηνεία αυτή προβαίνει το Δικαστήριο λόγω της διατυπώσεως του άρθρου 67, παράγραφος 3, σύμφωνα με το οποίο αξίωση για παροχές κατ' εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 μπορεί να προβληθεί μόνο, αν ο άνεργος έχει πραγματοποιήσει "για τελευταία φορά" περιόδους ασφαλίσεως ή απασχολήσεως "κατά τις διατάξεις της νομοθεσίας δυνάμει της οποίας ζητούνται οι παροχές".

7. Εφόσον στο έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας δεν έχουν συμπληρωθεί αμέσως πριν από την υποβολή της αιτήσεως περιόδοι ασφαλίσεως και απασχολήσεως, δεν απορρέει από το γενικό κανόνα κανένα δικαίωμα για την προσφεύγουσα. Είναι όμως δυνατές εξαιρέσεις από το γενικό κανόνα για τους "μεθοριακούς εργαζομένους" ή τους "μισθωτούς πλην των μεθοριακών εργαζομένων" (4). Για το λόγο αυτόν πρέπει να εξεταστεί αν η προσφεύγουσα εμπίπτει σε μία από τις εξαιρέσεις ή μήπως "πήρε μαζί της" για ορισμένο χρονικό διάστημα τις αξιώσεις της έναντι των ολλανδικών υπηρεσιών απασχολήσεως σύμφωνα με το άρθρο 69 του κανονισμού 1408/71.

8. Θα εξετάσω καταρχάς το δεύτερο ερώτημα, δηλαδή αν η προσφεύγουσα μπορεί να θεμελιώσει αξίωση στο άρθρο 69 του κανονισμού 1408/71. Η προσφεύγουσα στήριξε καταρχάς στην κύρια δίκη τα επιχειρήματά της στη διάταξη αυτή (5). Υπέρ της εφαρμογής συνηγορεί η οικονομία των άρθρων 69 και 70 του κανονισμού 1408/71, δηλαδή το ότι ο άνεργος κατέβαλε εισφορές σε άλλο κράτος μέλος από εκείνο στο οποίο αναζητεί εργασία. Τα δικαιώματα που απέκτησε για ενίσχυση λόγω ανεργίας κατά το σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως ενός κράτους μέλους δεν πρέπει να εμποδίζουν την αποτελεσματική αναζήτηση εργασίας στο έδαφος ενός άλλου κράτους μέλους. Υπό τις περιστάσεις αυτές ο άνεργος διατηρεί για περιορισμένο διάστημα τα δικαιώματά του έναντι του αρμόδιου φορέα, ακόμη και όταν η νομοθεσία του κράτους μέλους προβλέπει απώλεια των δικαιωμάτων σε περίπτωση εγκαταλείψεως της επικράτειας του κράτους μέλους.

9. Οι παροχές καταβάλλονται κατά το άρθρο 70, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, απο το φορέα του κράτους όπου αναζητείται εργασία με σκοπό και μόνο να διευκολυνθεί από διοικητική άποψη ο αναζητών εργασία. Εν πάση περιπτώσει οι παροχές αυτές καταβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 70, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, από τον "αρμόδιο φορέα", οπότε ο φορέας που τελικά επιβαρύνεται με τις καταβολές είναι εκείνος έναντι του οποίου είχαν δημιουργηθεί κανονικά προηγουμένως δικαιώματα προσδοκίας λόγω καταβολής εισφορών.

10. Η υπόθεση της κύριας δίκης έχει κοινά σημεία με τις περιπτώσεις που ρυθμίζουν τα άρθρα 69 και 70 του κανονισμού 1408/71, καθόσον η προσφεύγουσα κατέβαλε τις εισφορές της στα ολλανδικά ταμεία, μετά δε τη μετακόμισή της στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία κινδυνεύει να απολέσει εξ ολοκλήρου τα δικαιώματά της, παρά το ότι αναζητεί εργασία και στο νέο τόπο κατοικίας της.

11. Εντούτοις η προσφεύγουσα δεν πληροί τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 69 του κανονισμού 1408/71. 'Επρεπε, πριν εγκαταλείψει τις Κάτω Χώρες, να δηλώσει ότι είναι άνεργη και μάλιστα επί τέσσερις τουλάχιστον εβδομάδες. 'Οσο διάστημα η προσφεύγουσα ζούσε στις Κάτω Χώρες, δεν υπήρξε ποτέ άνεργη. Η κατάστασή της χαρακτηρίζεται αντίθετα από την ιδιαιτερότητα ότι η σχέση εργασίας της εξακολούθησε να υφίσταται επί τέσσερις σχεδόν εβδομάδες μετά τη μετακόμισή της και ότι για το διάστημα αυτό εισέπραττε και μισθό. Για το λόγο αυτόν δεν βρισκόταν στην αντιπροσωπευτική κατάσταση που προβλέπει το άρθρο 69, κατά την οποία ένας μισθωτός καθίσταται άνεργος, δεν βρίσκει αμέσως νέαεργασία στο κράτος της τελευταίας απασχολήσεως και, για να αυξήσει τις πιθανότητες απασχολήσεώς του, τίθεται στη διάθεση της αγοράς εργασίας ενός άλλου ή άλλων κρατών μελών.

12. Ούτε η αναφορά της Επιτροπής στην πρόταση για συμπλήρωση του κανονισμού 1408/71 (6) με ένα άρθρο 69α αλλάζει τίποτε σ' αυτή τη θεώρηση. Το άρθρο αυτό ούτε ισχύει ούτε έχει σχέση. Ρυθμίζει μια περίπτωση που δεν προέβλεπε μέχρι τότε ο κανονισμός, την περίπτωση κατά την οποία ένας μισθωτός καθίσταται άνεργος και κατόπιν μεταφέρει την κατοικία του σε κράτος μέλος προς το οποίο έχει στενότερους προσωπικούς δεσμούς, προκειμένου να τεθεί εκεί στη διάθεση των υπηρεσιών απασχολήσεως χωρίς να χάσει τα δικαιώματά του. Η προβλεπόμενη αυτή συμπλήρωση αποτελεί τη λογική διεύρυνση της αρχής της διασφαλίσεως των νομίμως κεκτημένων δικαιωμάτων σε περίπτωση μεταβολής κατοικίας που επιτρέπεται ή είναι επιθυμητή από το κοινοτικό δίκαιο. Αυτό καθίσταται σαφές και από το γεγονός ότι ο αρμόδιος φορέας του κράτους απασχολήσεως υποχρεούται να συμμετέχει στα έξοδα που προκύπτουν σχετικά (7).

13. Και στις δύο περιπτώσεις, τόσο του άρθρου 69 όσο και του προτεινόμενου άρθρου 69α του κανονισμού 1408/71, η προσφεύγουσα έπρεπε να έχει καταστεί άνεργη στις Κάτω Χώρες. Για το λόγο αυτόν η πρόταση της Επιτροπής δεν αναγνωρίζει αξίωση παροχής δυνάμει του κανονισμού 1408/71, όχι μόνο επειδή η περίπτωση της προσφεύγουσα ρυθμίζεται de lege ferenda, αλλά επειδή και de lege lata δεν υπάρχει νομική βάση.

14. 'Οπως ορθώς εκθέτει το παραπέμπον δικαστήριο, έχει σημασία για την αξίωση παροχής της προσφεύγουσας αν η περίπτωσή της εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 71 του κανονισμού1408/71. Για το λόγο αυτόν πρέπει πρώτα να διευκρινιστεί αν είναι "μεθοριακή εργαζομένη" κατά την έννοια του κανονισμού.

15. Η έννοια "μεθοριακός εργαζόμενος" ορίζεται νομικά στο άρθρο 1, στοιχείο β), του κανονισμού 1408/71. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, μεθοριακός εργαζόμενος είναι: "κάθε εργαζόμενος, μισθωτός ή μη, ο οποίος ασκεί την επαγγελματική του δραστηριότητα στο έδαφος ενός κράτους μέλους και κατοικεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, όπου επιστρέφει, καταρχήν, κάθε ημέρα ή τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα πάντως ο μεθοριακός εργαζόμενος, που αποσπάται από την επιχείρηση στην οποία κανονικά υπάγεται ή που παρέχει υπηρεσίες στο έδαφος του ίδιου κράτους μέλους ή άλλου κράτους μέλους, διατηρεί την ιδιότητα του μεθοριακού εργαζομένου επί χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες, ακόμη και αν, κατά τη διάρκεια του χρονικού αυτού διαστήματος, δεν δύναται να επιστρέφει κάθε ημέρα ή τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα στον τόπο της κατοικίας του".

16. Συστατικό λοιπόν στοιχείο της έννοιας του μεθοριακού εργαζομένου είναι η τακτική επιστροφή από τον τόπο της απασχολήσεως στον τόπο της κατοικίας. Ακριβώς αυτή τη διακίνηση μέσω των συνόρων που οφείλεται στη σχέση εργασίας διέκοψε η προσφεύγουσα μετά τη μετακόμισή της. Πάντως η διατήρηση της ιδιότητας του μεθοριακού εργαζομένου, η οποία προβλέπεται στη δεύτερη περίοδο του ορισμού όταν δεν υπάρχει το στοιχείο της τακτικής επιστροφής, εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι η επιστροφή παρεμποδίζεται εξαιτίας της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων από τη σύμβαση εργασίας. Η κατάσταση της προσφεύγουσας κατά το κρίσιμο διάστημα δεν ανταποκρίνεται ούτε και σε αυτό το χαρακτηριστικό. Αντίθετα η συμβατική της υποχρέωση προς παροχή εργασίας είχεανασταλεί, επειδή βρισκόταν σε άδεια. Εφόσον λοιπόν η προσφεύγουσα δεν ανταποκρίνεται στα χαρακτηριστικά μιας μεθοριακής εργαζομένης, δεν μπορεί να στηριχτεί στο άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο α), δεύτερη περίπτωση, για να ζητήσει την παροχή ενισχύσεως λόγω ανεργίας.

17. Το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο β), του κανονισμού 1408/71 ρυθμίζει πάντως την περίπτωση των "μισθωτών, πλην των μεθοριακών εργαζομένων". Προϋπόθεση για την εφαρμογή της διάταξης είναι ο άνεργος να κατοικούσε, κατά τη διάρκεια της απασχολήσεώς του, στο έδαφος άλλου κράτους μέλους από το αρμόδιο κράτος.

18. Καταρχάς είναι αμφίβολο αν αρκούν οι τέσσερις σχεδόν εβδομάδες μετά τη μετακόμιση, κατά τις οποίες εξακολουθούσε να υφίσταται η σχέση εργασίας, μπορούν να χαρακτηριστούν ως "απασχόληση" κατά την έννοια της διατάξεως. Η αμφιβολία προκύπτει από το ότι, πρώτον, είναι σχετικά σύντομο το διάστημα και, δεύτερον, η προσφεύγουσα είχε απαλλαγεί από την υποχρέωση παροχής εργασίας λόγω της αδείας της.

19. Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το άρθρο 71 δεν ορίζει επί πόσο χρονικό διάστημα πρέπει να υφίσταται το χαρακτηριστικό για την εφαρμογή της ρυθμίσεως στοιχείο της διακρίσεως μεταξύ κράτους απασχολήσεως και κράτους κατοικίας. Ακόμη και σχετικά σύντομα διαστήματα συνεπάγονται τη διατήρηση ή την κτήση του δικαιώματος. Για παράδειγμα, για την "εξαγωγή" του δικαιώματος κατά το άρθρο 69 του κανονισμού 1408/71 αρκεί διάστημα τεσσάρων εβδομάδων,το οποίο μπορεί να συντομευθεί ακόμη περισσότερο, κατόπιν αδείας των αρχών. Για το λόγο αυτό το κριτήριο είναι αν η σχέση εργασίας έχει νομικό και πραγματικό περιεχόμενο.

20. Δεν αμφισβητείται ότι η λύση της συμβάσεως εργασίας επήλθε μόλις στις 30 Ιουνίου 1984. Μέχρι τότε η προσφεύγουσα εισέπραττε και το μισθό της. Το γεγονός ότι η προσφεύγουσα δεν ήταν πράγματι υποχρεωμένη να παρέχει εργασία για τέσσερις σχεδόν εβδομάδες λόγω αδείας δεν επηρεάζει την ισχύ της σχέσης εργασίας. Αυτό είναι προφανές, αν ληφθεί υπόψη ότι η σχέση εργασίας εξακολουθεί να υφίσταται μετά από την άδεια. Και στην περίπτωση όμως της προσφεύγουσας δεν θα υπήρχαν αμφιβολίες για τη συνέχιση της σχέσεως εργασίας, αν είχε λάβει την άδειά της νωρίτερα και είχε συνεχίσει να εργάζεται τις τελευταίες εβδομάδες πριν από τη λύση της συμβάσεως. Δεν μπορεί όμως να ισχύσει κάτι διαφορετικό για την προκειμένη περίπτωση.

21. Οι διατυπωθείσες από το Bundesanstalt fuer Arbeit αμφιβολίες (8) για το αν η προσφεύγουσα θα είχε μετακομίσει στο σπίτι του συζύγου της, σε περίπτωση που έπρεπε να εξακολουθεί να εργάζεται, είναι καθαρά υποθετικές και δεν μπορούν να μεταβάλουν την εκτίμηση των πραγματικών περιστάσεων.

22. Για να μπορεί η προσφεύγουσα να επικαλεστεί το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο β), δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 1408/71, θα έπρεπε να "κατοικεί" στο έδαφος κράτους άλλου από το αρμόδιο ή να "επιστρέφει στο έδαφος αυτό", αυτό όμως το τελευταίο αποκλείεται για πραγματικούς λόγους.

23. Το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να διατυπώσει την άποψή του ως προς τον όρο "κατοικία" κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως. Στην υπόθεση Di Paolo (9) το Δικαστήριο δέχτηκεκαταρχάς τα εξής: "δικαιολογείται η μετακύλιση των δαπανών για τις παροχές λόγω ανεργίας από το κράτος μέλος της τελευταίας απασχολήσεως στο κράτος μέλος της κατοικίας για ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων που διατηρούν στενούς δεσμούς με τη χώρα στην οποία ... έχουν τη συνήθη διαμονή τους ...". Η μετακύλιση όμως αυτή δεν θα εδικαιολογείτο πλέον, αν η υπερβολικά ευρεία ερμηνεία του όρου κατοικία είχε ως συνέπεια να επωφελούνται από την εξαίρεση του άρθρου 71 του κανονισμού 1408/71 όλοι οι διακινούμενοι εργαζόμενοι που απασχολούνται σε ένα κράτος μέλος, ενώ η οικογένειά τους εξακολουθεί να διαμένει συνήθως σε άλλο κράτος μέλος. Η ανωτέρω διάταξη πρέπει επομένως να ερμηνεύεται στενά (10). Δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη μόνον οι οικογενειακές σχέσεις του εργαζομένου, αλλά και οι λόγοι που τον οδήγησαν να μεταναστεύσει και το είδος της δραστηριότητάς του (11).

24. Στην αναφερθείσα υπόθεση επρόκειτο για ερμηνεία της έννοιας της επιστροφής στο κράτος της κατοικίας. 'Ετσι είναι αυτονόητη η ανάγκη ακριβούς περιγραφής των χαρακτηριστικών του "τόπου κατοικίας", αφού ο εργαζόμενος που επιστρέφει διέμεινε, προσωρινά τουλάχιστον, σε άλλο κράτος μέλος. Για να μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται "τόπος κατοικίας" και σε περίπτωση σωματικής απουσίας πρέπει να συντρέχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

25. Η υπό κρίση περίπτωση είναι διαφορετική. Η προσφεύγουσα δεν επέστρεψε στη χώρα κατοικίας της, αλλά απέκτησε νέα κατοικία, και μάλιστα έστησε κοινό νοικοκυριό με το σύζυγό της. Και σ' αυτή όμως την περίπτωση πρέπει να τεθούν αυστηρές προϋποθέσεις ως προς το κριτήριο "κατοικία", ιδίως αν πρόκειται γιασχετικά σύντομο διάστημα διαμονής σε άλλο κράτος μέλος, επειδή πρόκειται για εξαίρεση, που πρέπει καταρχήν να ερμηνεύεται στενά, και για να προληφθούν ενδεχόμενες καταχρήσεις.

26. Η προσφεύγουσα συνέβαλε με τη μετακόμισή της στη δημιουργία οικογενειακής στέγης. Μετά τις 6 Ιουνίου 1984 κατοικία και συνήθης διαμονή βρίσκονται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Η αιτία της αλλαγής κατοικίας πρέπει να ληφθεί υπόψη για να κριθεί κατά πόσον το νέο κοινό νοικοκυριό ανταποκρίνεται στα κριτήρια που πρέπει να συντρέχουν για να υπάρχει "κατοικία". Το θέμα εδώ είναι να αποκλειστούν από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο β), δεύτερη περίπτωση, οι περιπτώσεις τυχαίας, αυθαίρετης ή και ενδεχομένως οφειλόμενης σε οικονομικούς λόγους αλλαγής κατοικίας περί το τέλος της εργασιακής σχέσης. Αντίθετα, πρέπει να υφίσταται στενός προσωπικός δεσμός με τον τόπο κατοικίας, όπως απαιτεί έμμεσα το άρθρο 71.

27. Ο γάμος και η οικογένεια προστατεύονται ευρέως τόσο σε διεθνές επίπεδο όσο και στις νομοθεσίες των κρατών μελών. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, στην οποία έχουν προσχωρήσει εν τω μεταξύ όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, επιβάλλει με το άρθρο 8 σεβασμό της οικογενειακής ζωής. Το άρθρο 12 της Συμβάσεως διακηρύττει την ελευθερία συνάψεως γάμου και δημιουργίας οικογένειας. Ο σεβασμός της οικογενειακής ζωής περιλαμβάνει ιδίως την ενότητα της οικογένειας και τη συμβίωση (12). Στην προστασία του άρθρου 8 της Συμβάσεως εμπίπτει ενδεχομένως ακόμη και η οικογένεια της οποίας έχειπρογραμματιστεί η δημιουργία, αλλά λείπουν ακόμη τα συστατικά στοιχεία (13). Το άρθρο 8 της Συμβάσεως αυτής αποτελεί κατά κύριο λόγο ρήτρα διασφαλίσεως, πρέπει όμως να λαμβάνεται υπόψη ότι κάθε πραγματικό μειονέκτημα που απορρέει από την άσκηση των διασφαλιζόμενων δικαιωμάτων δεν συνιστά συγχρόνως παράβαση της διατάξεως αυτής. Το άρθρο 12 διασφαλίζει με παρόμοιο τρόπο το δικαίωμα συνάψεως γάμου και δημιουργίας οικογένειας, πράγμα που δεν αποκλείει το ενδεχόμενο αρνητικών συνεπειών, οι οποίες επομένως δεν θα ήταν παράνομες (14).

28. Και ο Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης, που έχει επικυρωθεί από όλα τα κράτη μέλη πλην του Βελγίου, του Λουξεμβούργου και της Πορτογαλίας, περιέχει διατάξεις περί προστασίας της οικογένειας. Το τμήμα Ι του Χάρτη εγγυάται την κοινωνική, νομική και οικονομική προστασία της οικογένειας. Στο δεύτερο τμήμα συμφώνησαν τα κράτη μέλη για συγκεκριμενοποίηση της προστασίας, ώστε θεωρείται ότι για την προστασία της οικογένειας ενδείκνυνται μεταξύ άλλων οι οικογενειακές και κοινωνικές παροχές, η φορολογική νομοθεσία και οι ενισχύσεις στα νέα νοικοκυριά. Βέβαια ο Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης δεσμεύει τα κράτη μέλη - σύμφωνα με το τμήμα του ΙΙΙ - μόνο σε διεθνές επίπεδο και επομένως δεν θεμελιώνει άμεσα δικαιώματα προστασίας των ιδιωτών (15). Με την υπογραφή και επικύρωση του Χάρτη πάντως εκφράζεται κοινή πολιτική βούληση και αναγνωρίζονται ορισμένες κοινές αξίες, που μπορεί να έχουν σημασία κατά την ερμηνεία του άμεσα εφαρμοζόμενου δικαίου (16).

29. Το Διεθνές Σύμφωνο περί Αστικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων, στο οποίο έχουν προσχωρήσει όλα τα κράτη μέλη της ΕΟΚ πλην της Ελλάδας και της Ιρλανδίας, διακηρύσσει, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 17 ότι απαγορεύονται οι αυθαίρετες και παράνομες παρεμβάσεις στην οικογένεια. Τέτοια παρέμβαση συνιστά, για παράδειγμα, ο περιορισμός του δικαιώματος των συζύγων να συμβιώνουν (17). Κατά το άρθρο 23 η οικογένεια τίθεται υπό την ιδιαίτερη προστασία του κράτους και της κοινωνίας. 'Οσον αφορά τη συγκεκριμένη έκταση της προστασίας, αυτή ποικίλλει ανάλογα με τις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτικές και πολιτιστικές συνθήκες και παραδόσεις (18).

30. Τα συμβαλλόμενα κράτη, τέλος, του Διεθνούς Συμφώνου περί Οικονομικών, Κοινωνικών και Μορφωτικών Δικαιωμάτων - το οποίο έχουν επικυρώσει όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας πλην της Ιρλανδίας - αναγνωρίζουν με το άρθρο 10 ότι η οικογένεια "πρέπει να τυγχάνει της μεγαλύτερης δυνατής προστασίας και συμπαραστάσεως". Η διάταξη αποτελεί μέρος ενός προγράμματος, το οποίο θα ολοκληρώσουν τα συμβαλλόμενα κράτη. 'Οπως και με τον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη, εκφράζεται και εδώ η πρόθεση λήψεως θετικών μέτρων υπέρ της οικογένειας. Οι διατάξεις όμως αυτές δεν είναι τόσο συγκεκριμένες, ώστε να απορρέει η υποχρέωση των κρατικών αρχών να θεσπίσουν μέτρα με ορισμένο περιεχόμενο.

31. Και οι έννομες τάξεις των κρατών μελών προβλέπουν ειδική προστασία του γάμου και της οικογένειας, έστω και αν διαφέρει το επίπεδο της νομοθετικής προστασίας ή το συγκεκριμένο περιεχόμενο των διατάξων. Η ιδιαίτερη αυτή θέση του γάμου και τηςοικογένειας αναγνωρίζεται από το συνταγματικό δίκαιο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, της Ισπανίας, της Ιρλανδίας, της Ιταλίας και της Πορτογαλίας. Στις Κάτω Χώρες εφαρμόζονται άμεσα οι διατάξεις της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα δικαιώματα του ανθρώπου. Στη Γαλλία, το προοίμιο του Συντάγματος του 1946, στο οποίο παραπέμπει το ισχύον Σύνταγμα, εγγυάται τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την ανάπτυξη του ατόμου και της οικογένειας. Στην έννομη τάξη της Μεγάλης Βρετανίας ο γάμος και η οικογένεια αναγνωρίζονται σε απλά νομοθετικά κείμενα και στη νομολογία ως θεμελιώδεις αξίες.

32. Στο Βέλγιο δεν υπάρχει προστασία του γάμου και της οικογένειας σε συνταγματικό επίπεδο, αλλά μια διάταξη του εργατικού δικαίου (19) κηρύσσει άκυρες τις ρήτρες λύσεως των συμβάσεων εργασίας λόγω γάμου και μητρότητας. Ούτε και στη Δανία η οικογένεια προστατεύεται συνταγματικά. Τέτοια προστασία προβλέπεται αντίθετα στο εργατικό και το κοινωνικό δίκαιο. Το γεγονός ότι ένας σύζυγος παύει να εργάζεται για να ακολουθήσει το σύντροφό του στον τόπο της εργασίας του δεν σημαίνει ότι δεν έχει αξίωση για επίδομα ανεργίας.

33. Στις έννομες τάξεις των περισσοτέρων κρατών μελών η χορήγηση επιδόματος ανεργίας εξαρτάται από το αν η ανεργία προήλθε ακούσια ή οφείλεται ενδεχομένως σε σπουδαίο λόγο. Κατά το γερμανικό δίκαιο, η πρόθεση του ενός συζύγου να ακολουθήσει τον άλλο στον τόπο κατοικίας και εργασίας του μπορεί να αποτελείσπουδαίο λόγο λύσεως της σχέσεως εργασίας, οπότε η καταγγελία εκ μέρους του εργαζομένου δεν κωλύει τη χορήγηση επιδόματος ανεργίας. Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο και στις έννομες τάξεις της Γαλλίας, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, έστω και αν στην Πορτογαλία ο εφαρμοστής του δικαίου έχει περιθώρια σταθμίσεως των κρίσιμων περιστατικών. Υπό τις δεδομένες προϋποθέσεις είναι καταρχήν δυνατή η ύπαξη αξιώσεως για επίδομα ανεργίας κατά την έννομη τάξη των Κάτω Χωρών. Σε τελική ανάλυση, όμως, παίζει ρόλο η στάθμιση του συνόλου των περιστάσεων. Δεν μπορεί να δοθεί σαφής απάντηση στο ερώτημα αν η αλλαγή κατοικίας υπό τις περιστάσεις της προκειμένης υποθέσεως συνιστά κατά το βρετανικό δίκαιο "just cause" (σπουδαίο λόγο). Το ίδιο συμβαίνει και κατά το ιρλανδικό δίκαιο. Ούτε η νομολογία ούτε η νομοθεσία έχουν αναγνωρίσει μέχρι σήμερα την αλλαγή κατοικίας για οικογενειακούς λόγους ως "σπουδαίο λόγο" για τη λύση της εργασιακής σχέσης. Κατά τις κρατούσες σήμερα απόψεις, είναι πιθανό ότι ένας εργαζόμενος δεν θα μπορούσε σε μια παρόμοια περίπτωση να αξιώσει επίδομα ανεργίας.

34. Η θεώρηση της υποθέσεως κατά το βελγικό δίκαιο αποβαίνει σαφέστερα σε βάρος του καταγγέλοντος εργαζομένου. Η νομολογία είναι πολύ αυστηρή στο θέμα της ασφαλίσεως των ανέργων, ώστε οι οικογενειακοί λόγοι να λαμβάνονται γενικά υπόψη μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Είναι διαδεδομένη στη νομολογία η άποψη ότι η λύση της σχέσεως εργασίας που οφείλεται σε σύναψη γάμου και μετακόμιση δεν είναι "ακούσια" κατά την έννοια του νόμου και συνεπώς δεν υφίσταται δικαίωμα για επίδομα ανεργίας.

35. Από την ανασκόπηση των διατάξεων δεν προκύπτει κάποια γενική αρχή δικαίου, σύμφωνα με την οποία ένας σύζυγος δικαιούται πάντοτε επίδομα ανεργίας, όταν η ανεργία του οφείλεται σε αλλαγή κατοικίας για οικογενειακούς λόγους. Πρέπει όμως να αναγνωριστεί ότι υφίσταται ευρέως η κοινή εκτίμηση ότι ένας εργαζόμενος που παύει να εργάζεται για να δημιουργήσει ή να διατηρήσει κοινό νοικοκυριό με το σύζυγό του δεν πρέπει να αποκλείεται από τη χορήγηση παροχών λόγω ανεργίας.

36. Η συμβίωση της οικογένειας αποτελεί αξία αναγνωριζόμενη άμεσα από την κοινοτική έννομη τάξη, πράγμα που εκφράζεται με το εδραζόμενο σε πράξεις κοινοτικού δικαίου δικαίωμα ελεύσεως των μελών της οικογένειας του μισθωτού (20) και του ελεύθερου επαγγελματία (21) προκειμένου να εγκατασταθούν εκ των υστέρων με το μισθωτό ή τον ελεύθερο επαγγελματία αντίστοιχα.

37. Ενόψει των προεκτεθεισών νομικών σκέψεων πρέπει η δημιουργία οικογενειακής στέγης σε άλλο κράτος μέλος από το κράτος της μέχρι τώρα κατοικίας να θεωρηθεί επίσης ως "κατοικία" κατά την έννοια του άρθρου 71 του κανονισμού 1408/71 (22). Αποφασιστική σημασία για αυτό έχει η πραγματική εγκατάσταση, έτσι ώστε και σχετικά μικρό διάστημα δεν αναιρεί τη συνδρομή της προϋποθέσεως αυτής.

38. Εφόσον συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις του πραγματικού του άρθρου 71, στοιχείο β), δεύτερη περίπτωση, η προσφεύγουσα είχε δικαίωμα επιλογής (23) μεταξύ των υπηρεσιών απασχολήσεως στηδιάθεση των οποίων μπορούσε να τεθεί, δηλαδή μεταξύ των υπηρεσιών του κράτους απασχολήσεως και των υπηρεσιών του κράτους κατοικίας. Με την επιλογή κατέστησαν αρμόδιες οι συγκεκριμένες υπηρεσίες απασχολήσεως, τις παροχές των οποίων μπορούσε πλέον να απαιτήσει η προσφεύγουσα.

39. Η ανωτέρω ερμηνεία ανταποκρίνεται και στο σκοπό του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο β), δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 1408/71. Σύμφωνα με το σκοπό αυτό, πρέπει να παρέχονται στο διακινούμενο εργαζόμενο οι ευνοϊκότερες δυνατές συνθήκες για την εξεύρεση εργασίας (24). Εφόσον ο τόπος κατοικίας της προσφεύγουσας βρίσκεται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η αναζήτηση εργασίας στις Κάτω Χώρες δεν θα είχε νόημα.

40. Είναι αβάσιμοι οι φόβοι του Bundesanstalt fuer Arbeit ότι, αν δοθεί η ερμηνεία ότι η προσφεύγουσα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 71 του κανονισμού 1408/71, θα περιληφθούν έτσι όλοι οι διακινούμενοι εργαζόμενοι που θα παίρνουν άδεια περί το τέλος της σχέσης εργασίας τους, θα επιστρέφουν κατά το διάστημα αυτό στην πατρίδα τους και κατόπιν θα ζητούν παροχές από τις υπηρεσίες απασχολήσεως της πατρίδας τους (25). Για την εν λόγω κατηγορία εργαζομένων αυτό θα συνιστούσε περίπτωση επαναπατρισμού κατά την έννοια του κανονισμού. Για την περίπτωση όμως αυτή - όπως έχει διασαφηνίσει ήδη η νομολογία (26) - καθοριστικοί είναιοι στενοί δεσμοί με την πατρίδα ακριβώς κατά το προ της επιστροφής διάστημα και κατά τη διάρκεια της περιόδου απουσίας.

41. Πρέπει τέλος να διευκρινιστεί αν η προσφεύγουσα μπορεί να εξαιρεθεί από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 71 του κανονισμού 1408/71 λόγω της αποφάσεως της διοικητικής επιτροπής, αν δηλαδή η απόφαση απαριθμεί περιοριστικά τα πρόσωπα που εμπίπτουν στο άρθρο 71. Το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί επί της νομικής φύσεως των αποφάσεων της διοικητικής επιτροπής κατά το άρθρο 80 του κανονισμού 1408/71. Στην υπόθεση Di Paolo 26 το Δικαστήριο έκρινε ότι ναι μεν η απόφαση περιέχει ορισμένες διευκρινίσεις, δεν μπορεί όμως να θεωρηθεί ούτε ότι απαριθμεί περιοριστικά τους εργαζομένους που μπορούν να επικαλεστούν την εφαρμογή της σχετικής διατάξεως ούτε ότι αποκλείει άλλες ομάδες εργαζομένων που έχουν ομοίως στενούς δεσμούς με τη χώρα της συνήθους διαμονής τους (27). Στην υπόθεση Romano (28) το Δικαστήριο αποφάνθηκε γενικότερα επί της νομικής φύσης των αποφάσεων της διοικητικής επιτροπής. Τόσο από το άρθρο 155 της Συνθήκης ΕΟΚ όσο και από το σύστημα έννομης προστασίας που διαμόρφωσε η Συνθήκη, ιδίως με τα άρθρα 173 και 177, προκύπτει ότι ένα όργανο όπως η διοικητική επιτροπή δεν μπορεί να εξουσιοδοτηθεί από το Συμβούλιο να εκδίδει πράξεις κανονιστικού χαρακτήρα. Μια απόφαση της διοικητικής επιτροπής, μολονότι μπορεί να βοηθήσει τους φορείς κοινωνικής ασφαλίσεως που είναι επιφορτισμένοι με την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου σ' αυτό τον τομέα, δεν μπορεί να τουςυποχρεώσει να ακολουθήσουν ορισμένες μεθόδους ή να υιοθετήσουν ορισμένη ερμηνεία, όταν προβαίνουν στην εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων.

42. Η ίδια η πρακτική της διοικητικής επιτροπής αποτελεί σαφή ένδειξη ότι οι αποφάσεις της δεν περιέχουν περιοριστικές απαριθμήσεις. Η επίμαχη απόφαση 94 αντικαταστάθηκε εξ ολοκλήρου από την απόφαση 131 (29), το πεδίο εφαρμογής της οποίας επεκτάθηκε σε μεγαλύτερο κύκλο προσώπων.

43. Η απόφαση αποβλέπει στο να διευκολύνει την εφαρμογή του άρθρου 71 του κανονισμού 1408/71. Για το σκοπό αυτό αντιμετωπίζονται περιπτωσιολογικά ορισμένες κατηγορίες προσώπων. Πρόκειται για αντιπροσωπευτικές κατηγορίες προσώπων για τις οποίες ισχύουν οι ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο β), δεύτερη περίπτωση. Αν θέλουν να επικαλεστούν τη διάταξη αυτή εργαζόμενοι άλλων κατηγοριών, τότε η κατάστασή τους πρέπει να κρίνεται καταρχάς βάσει των αντιπροσωπευτικών περιπτώσεων που πραγματεύονται οι αποφάσεις. Αν όμως η συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να ενταχθεί στο πλαίσιο των συνήθων περιπτώσεων, αυτό δεν σημαίνει ότι αποκλείεται η επίκληση του άρθρου 71 του κανονισμού 1408/71. Για τους προεκτεθέντες επομένως λόγους η προσφεύγουσα μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 71 του κανονισμού 1408/71.

Γ - Πρόταση

Για το λόγο αυτόν προτείνω να δοθεί στα υποβληθέντα από το εθνικό δικαστήριο ερωτήματα η ακόλουθη απάντηση:

44. Για το διάστημα της άδειας που προβλέπεται από τη σύμβαση εργασίας δεν αποκτάται η ιδιότητα του μεθοριακού εργαζομένου κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο β), και του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο α), του κανονισμού 1408/71.

45. Ο εργαζόμενος όμως μπορεί να είναι "μισθωτός, πλην του μεθοριακού εργαζομένου", κατά την έννοια του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο β), όταν εγκαθιστά τη συζυγική του κατοικία σε άλλο κράτος μέλος από το κράτος απασχολήσεως.

46. Οι κατηγορίες που απαριθμούνται στην απόφαση 131 της διοικητικής επιτροπής, που αντικατέστησε την απόφαση 94, δεν συνιστούν περιοριστική απαρίθμηση των προσώπων που εμπίπτουν στο άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο β).

(*) Μετάφραση από τα γερμανικά.

(1) ΕΕ ειδ.έκδ. 05/01, σ. 73, όπως ισχύει μετά την έκδοση του κανονισμού 2001/83, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230 της 23.8.1983, σ. 6), όπως τροποποιήθηκε για τελευταία φορά με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3811/86 (ΕΕ L 355, σ. 5).

(2) Abl. 1974, C 126, σ. 22.

(3) Για το σύστημα αυτό βλέπε, την απόφαση της 28ης Απριλίου 1988 στην υπόθεση 192/87, M.-J. Vanhaeren κατά Rijksdienst voor Arbeidsvoorziening, Συλλογή 1988, σ. 2411, σκέψεις 10 έως 12.

(4) 'Αρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο α), δεύτερη περίπτωση, και στοιχείο β), δεύτερη περίπτωση.

(5) Διάταξη περί παραπομπής, σ. 5.

(6) Abl. C 126, της 9.7.1980, σ. 22.

(7) Βλέπε τη νέα παράγραφο 2 που πρέπει να προστεθεί στο άρθρο 70 σύμφωνα με την πρόταση της Επιτροπής.

(8) Υπόμνημα του Bundesanstalt fuer Arbeit, σ. 1 και 2.

(9) Απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Φεβρουαρίου 1977 στην υπόθεση 76/76, Di Paolo κατά Office national de l' emploi, Slg. 1977, σ. 315.

(10) Προαναφερθείσα υπόθεση 76/76, σκέψεις 11 έως 13.

(11) Προαναφερθείσα υπόθεση 76/76, σκέψεις 17 έως 20.

(12) Opsahl: "la convention et le droit au respect de la vie familiale specialement en ce qui concerne l' unite de la famille et la protection des parents et tuteurs familiaux dans l' education des enfants", Vie privee et droits de l' homme, Actes du troisieme colloque international sur la Convention Europeenne des droits de l' Homme (Βρυξέλλες, 30 Σεπτεμβρίου - 3 Οκτωβρίου 1970), 1973, σ. 243, 259 και επ.

(13) Απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της 28ης Μαΐου 1985 στην υπόθεση Abdulaziz και λοιποί, δημοσιεύσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, σειρά Α, τόμος 94, σ. 32, αριθ. 62 Frowein/Peukert, EMRK-Kommentar, 1985, άρθρο 9, αριθ. 17 Guradze: Die Europaeische Menschenrechtskonvention, Kommentar, 1968, άρθρο 8, αριθ. 8 Moser: Die europaeische Menschenrechts- konvention und das buergerliche Recht, 1972, σ. 174.

(14) Jacobs,: The European Convention on Human Rights, 1975, σ. 164 Partsch: Die Rechte und Freiheiten der europaeischen Menschenrechtskonvention, 1966, σ. 217.

(15) Wengler: Die Unanwendbarkeit der europaeischen Sozialcharta im Staat, 1969, σ. 10 και επ. Επί του σημείου αυτού υπάρχει διχογνωμία στη γερμανική θεωρία, βλέπε Hohnerlein: "Federal Republic of Germany", Jaspers/Betten, 25 years European Social Charter, 1988, σ. 105, 111-113.

(16) Hohnerlein, ό.π., σ. 113-114 Bundesverwaltungsgericht, απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1982, BVerwGE 66, σ. 268, 274.

(17) Sieghart: The International Law of Human Rights, 1983, σ. 315 και επ.

(18) Sieghart, σημ. 17, σ. 204.

(19) 'Αρθρο 36 του νόμου της 3ης Ιουλίου 1978 περί της συμβάσεως εργασίας.

(20) Κανονισμός 1612/68, τίτλος ΙΙΙ.

(21) Οδηγία 73/148/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1973, ΕΕ ειδ. έκδ. 06/01, σ. 144.

(22) Ο εκπρόσωπος της Επιτροπής υποστήριξε ήδη την άποψη αυτή κατά την προφορική διαδικασία, βλέπε σ. 7 και 8 των πρακτικών της επ' ακροατηρίου συζητήσεως.

(23) Απόφαση της 27ης Μαΐου 1982 στην υπόθεση 227/81, Francis Aubin κατά ASSEDIC, Συλλογή 1982, σ. 1991, σκέψη 19, και απόφαση της 12ης Ιουνίου 1986 στην υπόθεση 1/85, Miethe κατά Bundesanstalt fuer Arbeit, Συλλογή 1986, σ. 1837, σκέψη 9.

(24) Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1976 στην υπόθεση 39/76, Mouthaan, Slg. 1976, σ. 1901, σκέψεις 12 έως 15, και υπόθεση 227/81, ό.π., σκέψη 12, καθώς και υπόθεση 1/85, ό.π., σκέψη 16.

(25) Σελίδα 2 του υπομνήματος του Bundesanstalt fuer Arbeit.

(26) Υπόθεση 76/76, Slg. 1977, σ. 315.

(27) Προαναφερθείσα υπόθεση 76/76, σκέψεις 14 και 15.

(28) Απόφαση της 14ης Μαΐου 1981 στην υπόθεση 98/80, G. Romano κατά Institut national d' assurance maladie, Συλλογή 1981, σ. 1241.

(29) ΕΕ 1986, C 141, σ. 10.