Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Van Gerven της 18/04/1989. - PATRICIA BELARDINELLI ΚΑΙ ΛΟΙΠΟΙ ΚΑΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ. - ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ - ΑΚΥΡΩΣΗ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ ΠΕΡΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΥ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ N. 80/86. - ΥΠΟΘΕΣΗ 225/87.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1989 σελίδα 02353
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Στην παρούσα υπόθεση δεκατρείς υπάλληλοι του Δικαστηρίου προσβάλλουν την απόφαση της εξεταστικής επιτροπής του εσωτερικού διαγωνισμού CJ 80/86 με την οποία αποκλείστηκαν από τις γραπτές εξετάσεις λόγω του ότι δεν πληρούσαν τις σχετικές με τους τίτλους, τα διπλώματα και την επαγγελματική πείρα προϋποθέσεις της προκηρύξεως του διαγωνισμού. Κατά την προκήρυξη αυτή οι υποψήφιοι έπρεπε να διαθέτουν δίπλωμα μέσης εκπαιδεύσεως ή ισοδύναμη επαγγελματική πείρα (τίτλος ΙΙ, πρώτη περίπτωση, της προκηρύξεως του διαγωνισμού). Εξάλλου, οι υποψήφιοι έπρεπε να διαθέτουν επαγγελματική πείρα την οποία απέκτησαν εν όλω ή εν μέρει ως μόνιμοι ή έκτακτοι υπάλληλοι οργάνου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εξυπακουομένου ότι αυτοί που αποδείκνυαν επαγγελματική πείρα ισοδυναμούσα με δίπλωμα μέσης εκπαιδεύσεως, δεν μπορούσαν να επικαλεστούν την ίδια περίοδο για την απαιτούμενη από αυτή την πρόσθετη προϋπόθεση επαγγελματική πρακτική άσκηση, (τίτλος ΙΙ, δεύτερη περίπτωση, της προκηρύξεως του διαγωνισμού). Θα χρησιμοποιήσω χάριν ευκολίας τον όρο "συμπληρωματικη επαγγελματική πείρα", όταν αναφέρομαι σ' αυτή την τελευταία προϋπόθεση συμμετοχής στο διαγωνισμό.
Κατά την άποψη της εξεταστικής επιτροπής - που ως προς το σημείο αυτό δεν αμφισβητείται στην παρούσα υπόθεση - κανείς από τους προσφεύγοντες δεν διέθετε δίπλωμα μέσης εκπαιδεύσεως. Επομένως η εξεταστική επιτροπή εκτίμησε κατά πόσον διέθεταν επαρκή επαγγελματική πείρα. Ως προς έντεκα προσφεύγοντες, η εξεταστική επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν πληρούσαν την προϋπόθεση επαγγελματικής πείρας ισοδύναμης προς δίπλωμα μέσης εκπαιδεύσεως. Ως προς δύο από τους προσφεύγοντες, η εξεταστική επιτροπή έκρινε ότι αποδείκνυαν τέτοια επαγγελματική πείρα, αλλά δεν πληρούσαν την προϋπόθεση συμπληρωματικής επαγγελματικής πείρας.
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, στην οποία σας παραπέμπω, αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται εδώ παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη λογική θεμελίωση.
2. Οι προσφεύγοντες στηρίζουν την κοινή προσφυγή τους σε τέσσερις λόγους ακυρώσεως: 1) παράβαση του άρθρου 25 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, διότι οι αποφάσεις της εξεταστικής επιτροπής του επίμαχου διαγωνισμού στερούνται αιτιολογίας? 2) παράβαση της προκηρύξεως του διαγωνισμού και του άρθρου 5 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, διότι η εξεταστική επιτροπή κατά τον καθορισμό των κριτηρίων εκτιμήσεως της επαγγελματικής πείρας που είναι ισοδύναμη με δίπλωμα μέσης εκπαιδεύσεως υπέπεσε σε νομική και πραγματική πλάνη? 3) παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων μεταξύ υπαλλήλων λόγω αυτών των κριτηρίων εκτιμήσεως? 4) παραβίαση των γενικών αρχών του δικαίου, διότι η εξεταστική επιτροπή δεν έλαβε υπόψη της ότι έχει ήδη προηγουμένως γίνει δεκτή η συμμετοχή ορισμένων προσφευγόντων σε παρόμοιους διαγωνισμούς.
Θα εξετάσω διαδοχικώς αυτούς τους λόγους ακυρώσεως, συνεξετάζοντας πάντως το δεύτερο και τον τρίτο λόγο που αναφέρονται αμφότεροι στα κριτήρια που δέχθηκε η εξεταστική επιτροπή για την εκτίμηση της επαγγελματικής πείρας των υποψηφίων. Το ζήτημα της ενδεχομένης ελλείψεως αιτιολογίας των αποφάσεων της εξεταστικής επιτροπής περί αποκλεισμού ορισμένων υποψηφίων των οποίων η συμμετοχή σε παρόμοιους διαγωνισμούς είχε προηγουμένως γίνει δεκτή, δεν θα θιγεί κατά την εξέταση του πρώτου λόγου, αλλά θα εξεταστεί στο πλαίσιο του τελευταίου λόγου.
Πρώτος λόγος ακυρώσεως: έλλειψη αιτιολογίας
Τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά
3. Το τμήμα προσωπικού υπέβαλε στην εξεταστική επιτροπή για εξέταση 104 υποψηφιότητες. Η εξεταστική επιτροπή εξέτασε καταρχάς κατά πόσον οι υποψήφιοι πληρούσαν τις προϋποθέσεις για να γίνουν δεκτοί. Επειτα από την εξέταση αυτή, η εξεταστική επιτροπή έκρινε ότι έπρεπε να απορρίψει 32 υποψηφιότητες.
Σε μία πρώτη φάση οι υποψήφιοι, που η εξεταστική επιτροπή έκρινε ότι δεν μπορούσαν να γίνουν δεκτοί, έλαβαν ατομικώς ένα έγγραφο, στο οποίο αναφερόταν ποια προϋπόθεση συμμετοχής στο διαγωνισμό δεν πληρούσαν. Ενόψει του εγγράφου αυτού, οκτώ από τους δεκατρείς προσφεύγοντες υπέβαλαν ατομικώς στην εξεταστική επιτροπή, απευθείας ή μέσω του τμήματος προσωπικού, αίτηση ζητώντας της να επανεξετάσει την απόφασή της. Με τις περισσότερες από τις αιτήσεις αυτές οι υποψήφιοι ζητούσαν να μάθουν τα κριτήρια στα οποία στηρίχθηκε η εξεταστική επιτροπή για την εκτίμηση της προϋποθέσεως υπάρξεως ισοδύναμης προς δίπλωμα μέσης εκπαιδεύσεως επαγγελματικής πείρας. Καμία αίτηση δεν αφορούσε την προϋπόθεση υπάρξεως συμπληρωματικής επαγγελματικής πείρας. Δύο αιτήσεις (αυτές της Μuller και του Μallaby) αφορούσαν συγκεκριμένα το αν οι απορριπτικές αποφάσεις της εξεταστικής επιτροπής συμβιβάζονταν με τις αντίθετες αποφάσεις των εξεταστικών επιτροπών προηγουμένων διαγωνισμών Β. Τέλος, η Cano αναφέρθηκε στο πρόβλημα του χαρακτηρισμού του διπλώματος ΗΑVΟ που έλαβε στις Κάτω Χώρες. Ενόψει των αιτήσεων αυτών, η εξεταστική επιτροπή εξέδωσε ανακοίνωση που περιελάμβανε τρία μέρη. Στο πρώτο μέρος αναφερόταν ο τρόπος με τον οποίο η εξεταστική επιτροπή ερμήνευσε την προϋπόθεση του διπλώματος μέσης εκπαιδεύσεως. Στο δεύτερο μέρος αναφέρονταν οι σκέψεις βάσει των οποίων η εξεταστική επιτροπή έκρινε αν ένας υποψήφιος διέθετε επαγγελματική πείρα ισοδύναμη με δίπλωμα μέσης εκπαιδεύσεως. Το μέρος αυτό, περιείχε τον πίνακα των κριτηρίων που χρησιμοποίησε η επιτροπή για να καθορίσει, ανάλογα με το επίπεδο σπουδών και τον τύπο επαγγελματικής πείρας των υποψηφίων, τη διάρκεια της επαγγελματικής πείρας που απαιτείται για να θεωρηθεί η πείρα αυτή ισοδύναμη προς δίπλωμα μέσης εκπαιδεύσεως. Τέλος, στο τρίτο μέρος αναφέρονταν οι λόγοι για τους οποίους η εξεταστική επιτροπή έκρινε ότι δεν μπορούσε να λάβει υπόψη της το γεγονός ότι ορισμένοι υποψήφιοι είχαν γίνει προηγουμένως δεκτοί σε άλλους διαγωνισμούς Β.
Η ανακοίνωση στάλθηκε σε όλους τους υποψηφίους τους οποίους ενδιέφερε η εκτίμηση της επαγγελματικής τους πείρας, ακόμη δε και στους υποψηφίους που δεν ζήτησαν εξηγήσεις. Στο διαβιβαστικό σημείωμα διευκρινιζόταν ότι η εξεταστική επιτροπή θεωρούσε ότι η ανακοίνωση αποτελεί πλήρη απάντηση στις αιτήσεις που της υποβλήθηκαν και ότι δεν είχε την πρόθεση να απαντήσει ατομικώς στις αιτήσεις αυτές.
Μετά την αποστολή της ανακοινώσεως αυτής δύο από τους προσφεύγοντες απευθύνηκαν εκ νέου στην εξεταστική επιτροπή για να της γνωστοποιήσουν ορισμένα γεγονότα σχετικά με τις σπουδές και την επαγγελματική τους πείρα και ικανά, κατά την άποψή τους, να μεταβάλουν την εκτίμηση της εξεταστικής επιτροπής. Ετσι η Cano ζήτησε από την εξεταστική επιτροπή να επανεξετάσει την απόφασή της, με την οποία έκρινε ότι το ολλανδικό δίπλωμα ΗΑVΟ δεν είναι δίπλωμα μέσης εκπαιδεύσεως. Η Couve, εξάλλου διευκρίνισε τη φύση των εργασιών που πραγματοποιούσε πριν προσληφθεί ως υπάλληλος του Δικαστηρίου. Επειτα από επανεξέταση των φακέλων τους, η εξεταστική επιτροπή έκρινε ότι τα γεγονότα που της γνωστοποιήθηκαν δεν περιείχαν στοιχεία ικανά να δικαιολογήσουν τροποποίηση της απορριπτικής αποφάσεώς της. Οι δύο ενδιαφερόμενες προσφεύγουσες ενημερώθηκαν ατομικώς.
Το κανονιστικό πλαίσιο και η νομολογία του Δικαστηρίου.
4. Κατά το άρθρο 25, δεύτερο εδάφιο του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως:
"Κάθε ατομική απόφαση που λαμβάνεται κατ' εφαρμογή του παρόντος κανονισμού πρέπει ((αμελητί)) να κοινοποιείται εγγράφως στον ενδιαφερόμενο. Κάθε απόφαση σε βάρος υπαλλήλου πρέπει να είναι αιτιολογημένη".
Σε πολλές αποφάσεις το Δικαστήριο διευκρίνισε το σκοπό και την έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογίας που υπέχει η εξεταστική επιτροπή:
" η υποχρέωση αιτιολογίας μιας βλαπτικής αποφάσεως έχει ως σκοπό, αφενός, να παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να ασκεί τον έλεγχό του ως προς τη νομιμότητα της απόφασης και, αφετέρου, να παρέχει στον ενδιαφερόμενο τις αναγκαίες ενδείξεις ώστε να γνωρίζει αν η απόφαση είναι ή όχι βάσιμη. Επομένως, η απόφαση της εξεταστικής επιτροπής να αποκλείσει τον υποψήφιο από το επόμενο στάδιο ενός διαγωνισμού δεν μπορεί να είναι επαρκώς αιτιολογημένη παρά μόνον αν παρέχει στον ενδιαφερόμενο τους λόγους για τους οποίους αυτός δεν πληροί τα κριτήρια που εφαρμόστηκαν για την επιλογή." (απόφαση της 8ης Μαρτίου 1988, Sergio και λοιποί κατά Επιτροπής 64, 71 έως 73 και 78/86, Συλλογή 1988, σ. 1399, σκέψη 48? βλέπε επίσης απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 1981, Μichel κατά Κοινοβουλίου, 195/80, Συλλογή 1981, σ. 2861 και απόφαση της 9ης Ιουνίου 1983, Verzyck κατά Επιτροπής, 225/82, Συλλογή 1983, σ. 1991).
Εξάλλου σε πολλές αποφάσεις το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η εξεταστική επιτροπή διαγωνισμού ευρείας συμμετοχής μπορεί να εκπληρώνει σε δύο στάδια την υποχρέωση αιτιολογίας που υπέχει:
"για να αντιμετωπιστούν οι πρακτικές δυσχέρειες που παρεμβάλλονται σ' ένα διαγωνισμό με πολυπληθή συμμετοχή, η εξεταστική επιτροπή ενός τέτοιου διαγωνισμού μπορεί, σε πρώτη φάση, να μην ανακοινώσει στους υποψηφίους παρά μόνο τα κριτήρια και το αποτέλεσμα της επιλογής, με την υποχρέωση να παράσχει μεταγενεστέρως τις ατομικές εξηγήσεις σ' αυτούς τους υποψηφίους που θα το ζητήσουν ρητά".
(απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 1989, Βasch και λοιποί κατά Επιτροπής, 100, 196 και 153/87, Συλλογή 1989, σ. 447, σκέψη 10? βλέπε επίσης τις αποφάσεις στις προαναφερθείσες υποθέσεις Μichel, Verzyck και Sergio, καθώς και την απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1987, Βeiten κατά Επιτροπής, 206/85, Συλλογή 1987, σ. 5301).
Τέλος στην προαναφερθείσα απόφαση Βasch, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι απορριπτικές αποφάσεις της εξεταστικής επιτροπής δεν είχαν επαρκή αιτιολογία, διότι οι προσφεύγοντες έλαβαν μόνο:
"τα στερεότυπα έγγραφα που δεν περιλαμβάνουν καμμιά ειδική πληροφορία για τους λόγους της απορρίψεως της αιτήσεως συμμετοχής τους." (σκέψη 11)
Εκτίμηση
5. Ενόψει του αριθμού των υποψηφίων, επρόκειτο χωρίς αμφιβολία για διαγωνισμό ευρείας συμμετοχής. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η εξεταστική επιτροπή μπορούσε, νομίζω, να περιοριστεί στο να γνωστοποιήσει στους υποψηφίους που αποκλείστηκαν μόνο την προϋπόθεση συμμετοχής στο διαγωνισμό που δεν πληρούσαν, απευθύνοντας ατομικές εξηγήσεις μόνο στους υποψηφίους που θα το ζητούσαν ρητώς. Πράγματι, οκτώ από τους δεκατρείς προσφεύγοντες ζήτησαν εξηγήσεις από την εξεταστική επιτροπή, αλλά με εξαίρεση του προβλήματος που αφορά τη συμμετοχή της Μuller και του Μallaby σε προηγούμενους διαγωνισμούς Β ( επί του οποίου θα επανέλθω αργότερα) καθώς και εκείνου που αφορά το δίπλωμα που έλαβε η Cano (το οποίο δεν ενδιαφέρει την παρούσα υπόθεση) δεν επρόκειτο για αιτήσεις που ζητούσαν "ατομικές" εξηγήσεις, δηλαδή αιτήσεις με τις οποίες ζητείτο να γίνει γνωστός ο τρόπος με τον οποίο η εξεταστική επιτροπή εκτίμησε το ένα ή το άλλο ιδιαίτερο στοιχείο της σταδιοδρομίας των ενδιαφερομένων. Με τις αιτήσεις αυτές εζητείτο αντίθετα να γίνουν γενικώς γνωστά τα κριτήρια στα οποία στηρίχθηκε η εξεταστική επιτροπή για να εκτιμήσει την επαγγελματική πείρα των υποψηφίων.
Η εξεταστική επιτροπή έδωσε τις εξηγήσεις που της ζητήθηκαν. Εξηγήσεις δόθηκαν μάλιστα σε όλους τους υποψηφίους τους οποίους ενδιέφερε η εκτίμηση της επαγγελματικής τους πείρας, ακόμη δε και στους υποψηφίους που δεν ζήτησαν εξηγήσεις, πράγμα που εξέφραζε το ενδιαφέρον της εξεταστικής επιτροπής να εξασφαλίσει πλήρη ισότητα μεταχειρίσεως μεταξύ των υποψηφίων. Οι εξηγήσεις δόθηκαν όμως με μία ανακοίνωση, και επομένως ούτε αυτές ήταν "ατομικές". Αντίθετα, στο διαβιβαστικό σημείωμα της ανακοινώσεως αναφερόταν ότι η εξεταστική επιτροπή δεν είχε την πρόθεση να απαντήσει ατομικώς στις αιτήσεις που της υποβλήθηκαν.
Η τελευταία αυτή φράση - η οποία, νομίζω αφορούσε μόνο τα ήδη υποβληθέντα στην εξεταστική επιτροπή ερωτήματα - δεν ήταν καθόλου επιτυχής, διότι μπορούσε να δώσει την εντύπωση ότι η εξεταστική επιτροπή αρνούνταν να απαντήσει σε μεταγενέστερες ατομικές ερωτήσεις. Στην πραγματικότητα, εξάλλου, η επιτροπή επανεξέτασε το φάκελο των αποκλεισθέντων υποψηφίων, οι οποίοι έπειτα από την αποστολή της ανακοινώσεως τής γνωστοποίησαν πρόσθετα στοιχεία, και τους έστειλε ατομική απάντηση. Υπό το πρίσμα αυτό θα αναμενόταν μάλλον να πληροφορήσει η εξεταστική επιτροπή τους ενδιαφερομένους ότι είναι στη διάθεσή τους για να τους δώσει τις εξηγήσεις που θα καθιστούσε ενδεχομένως αναγκαίες η ανακοίνωση.
6. Το γεγονός εξάλλου ότι δόθηκε απάντηση με ανακοίνωση στις υποβληθείσες στην εξεταστική επιτροπή αιτήσεις αρκεί για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι υπήρξε παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογίας; Δεν νομίζω. Πράγματι, η υποχρέωση αιτιολογίας που υπέχει η εξεταστική επιτροπή πρέπει να εκτιμάται υπό το πρίσμα του σκοπού της που - το υπενθυμίζω - είναι (βλέπε σημείο 4):
"να παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να ασκεί τον έλεγχό του ως προς τη νομιμότητα της απόφασης και να παρέχει στον ενδιαφερόμενο τις αναγκαίες ενδείξεις ώστε να γνωρίζει αν η απόφαση είναι ή όχι βάσιμη".
Επομένως, αυτό που έχει σημασία δεν είναι η μορφή αλλά το περιεχόμενο της αιτιολογίας. Ως προς αυτό, νομίζω ότι η ανακοίνωση της εξεταστικής επιτροπής αποτελεί κατάλληλη απάντηση στα ερωτήματα που της υποβλήθηκαν και με τα οποία εζητείτο, γενικώς, να γίνουν γνωστά τα κριτήρια εκτιμήσεως της ισοδύναμης επαγγελματικής πείρας των υποψηφίων. Το γεγονός ότι γνωστοποιήθηκαν εξαφανίζει, νομίζω, στις περισσότερες περιπτώσεις κάθε ανάγκη πρόσθετων εξηγήσεων. Οι υποψήφιοι πληροφορήθηκαν έτσι ότι η εξεταστική επιτροπή υπολόγισε ως επαγγελματική πείρα που μπορεί να αποτελέσει πείρα ισοδύναμη με δίπλωμα μέσης εκπαιδεύσεως, αυτή "που αποκτήθηκε σε θέση εργασίας η οποία, κανονικά, απαιτεί επίπεδο σπουδών που πλησιάζει το απολυτήριο" (βλέπε σημείο 7). Για παράδειγμα, αναφερόταν ότι όσον αφορά τα καθήκοντα γραμματείας, απαιτούνταν τουλάχιστον εργασία σε "γραμματεία διευθύνσεως" . Ομως, δεδομένου ότι η πρότυπη θέση του "γραμματέα διευθύνσεως" προβλέπεται, δυνάμει του παραρτήματος Ι του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως για τις θέσεις γραμματείας C 1, από την ανάγνωση της ανακοινώσεως προκύπτει με βεβαιότητα ότι μόνον η εντός των κοινοτικών οργάνων πείρα που αποκτήθηκε τουλάχιστον σε θέση C 1 ελήφθη υπόψη και ότι η εκτός των κοινοτικών οργάνων πείρα δεν υπολογιζόταν παρά μόνον αν είχε αποκτηθεί σε θέση που συνεπάγεται ευθύνες και καθήκοντα αντίστοιχα προς αυτά που συνδέονται με τη θέση C 1. Εξάλλου, ο πίνακας που υπήρχε στην ανακοίνωση καθιστούσε δυνατό στους ενδιαφερομένους να πληροφορηθούν, ανάλογα με τις σπουδές τους και το είδος της εργασίας τους, τον αριθμό των ετών που καθόρισε η εξεταστική επιτροπή για να θεωρηθεί η επαγγελματική αυτή πείρα ισοδύναμη με δίπλωμα μέσης εκπαιδεύσεως. Επομένως, αρκούσε για τους περισσοτέρους υποψηφίους να εφαρμόσουν τα κριτήρια αυτά στην προσωπική τους κατάσταση, όσον αφορά το δίπλωμα και τη σταδιοδρομία τους, για να γνωρίσουν πόσα έτη επαγγελματικής πείρας τους λείπουν κατά την άποψη της εξεταστικής επιτροπής.
Μόνο στην περίπτωση που έπρεπε να εκτιμήσει αν τα καθήκοντα που ασκήθηκαν εκτός των κοινοτικών οργάνων αντιστοιχούσαν σε καθήκοντα θέσεως C 1 η εξεταστική επιτροπή αναγκάστηκε να προβεί σε υποκειμενική εκτίμηση μη στηριζόμενη σε συγκεκριμένο κριτήριο βαθμού (C 1). Αυτές οι υποκειμενικές εκτιμήσεις απαιτούν, νομίζω, ατομικές εξηγήσεις, αν το ζητήσουν οι ενδιαφερόμενοι. Ομως, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, μόνο η Couve αντέδρασε στην ανακοίνωση, όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο η εξεταστική επιτροπή εκτίμησε την επαγγελματική πείρα που απέκτησε εκτός των κοινοτικών οργάνων. Στην συγκεκριμένη αυτή περίπτωση η εξεταστική επιτροπή προέβη σε επανεξέταση του φακέλου της ενδιαφερομένης υπό το φως των πληροφοριών που είχε προσκομίσει σχετικά με τη φύση των καθηκόντων της εκτός των κοινοτικών οργάνων (βλέπε σημείο 3). Της γνωστοποίησε δε ατομικώς ότι δεν βρήκε στοιχεία ικανά να δικαιολογήσουν τροποποίηση της απορριπτικής αποφάσεώς της.
Κατά συνέπεια, δεν θεωρώ βάσιμο το λόγο ακυρώσεως που στηρίζεται στην έλλειψη αιτιολογίας.
Δεύτερος και τρίτος λόγος ακυρώσεως: κριτήρια εκτιμήσεως της επαγγελματικής πείρας.
Τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά
7. Επρόκειτο για διαγωνισμό κατηγορίας Β. Το Δικαστήριο, υπό την ιδιότητά του ως ΑΔΑ και επομένως αρμόδιο για την έκδοση της προκηρύξεως του διαγωνισμού, έπρεπε να φροντίσει για την τήρηση του άρθρου 5, παράγραφος 1, εδάφιο 3, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως που απαιτεί ένα ελάχιστο όριο προσόντων γι' αυτή την κατηγορία υπαλλήλων, ορίζοντας τα σχετικά καθήκοντα ως "καθήκοντα εφαρμογής και πλαισιώσεως που απαιτούν γνώσεις επιπέδου πλήρους κύκλου μέσης εκπαιδεύσεως ή επαγγελματική πείρα ισοδυνάμου επιπέδου".
Η προκήρυξη προέβλεπε μία διπλή προϋπόθεση ως προς τους απαιτούμενους τίτλους, τα διπλώματα και την επαγγελματική πείρα: αφενός, οι υποψήφιοι έπρεπε να έχουν δίπλωμα μέσης εκπαιδεύσεως ή ισοδύναμη επαγγελματική πείρα? αφετέρου, οι υποψήφιοι έπρεπε να έχουν αποκτήσει συμπληρωματική επαγγελματική πείρα εν όλω ή εν μέρει υπό την ιδιότητα του μονίμου ή εκτάκτου υπαλλήλου οργάνου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων:
- είτε γραμματείας ή ως βοηθοί γραφείου για διάστημα τουλάχιστον 4 ετών.
- είτε στον τομέα της διοικητικής και οικονομικής διαχειρίσεως, με πλήρη απασχόληση για διάστημα τουλάχιστον 2 ετών?
- είτε στον τομέα τεκμηριώσεως, για διάστημα τουλάχιστον 2 ετών.
Ενόψει αυτής της προκηρύξεως του διαγωνισμού, η εξεταστική επιτροπή ανάγκαστηκε να διευκρινίσει τις δύο ακόλουθες έννοιες:
- την έννοια του "διπλώματος μέσης εκπαιδεύσεως", διότι δεν υπάρχει τέτοιο δίπλωμα, με την ονομασία αυτή, στα κράτη μέλη
- την έννοια της "ισοδύναμης με το δίπλωμα μέσης εκπαιδεύσεως, επαγγελματικής πείρας".
Ο τρόπος με τον οποίο η εξεταστική επιτροπή διευκρίνισε την πρώτη έννοια, δεν βάλλεται από τους προσφεύγοντες και επομένως δεν χρειάζεται να εξετασθεί εδώ. Οσον αφορά τη δεύτερη έννοια, η εξεταστική επιτροπή όρισε συγκεκριμένα κριτήρια ως προς τον τύπο και τη διάρκεια της απαιτούμενης επαγγελματικής πείρας.
Οσον αφορά τον τύπο και τη διάρκεια της απαιτουμένης επαγγελματικής πείρας που μπορεί να οδηγήσει σε επαγγελματική πείρα ισοδύναμη με δίπλωμα μέσης εκπαιδεύσεως, η εξεταστική επιτροπή έκρινε ότι:
"μόνον η επαγγελματική πείρα που αποκτήθηκε σε θέση εργασίας η οποία, κανονικά, απαιτεί επίπεδο σπουδών που πλησιάζει το απολυτήριο μπορεί να συμβάλει στην απόκτηση της εν λόγω πείρας. Ετσι δεν θεωρήθηκε επαρκής η εργασία γραμματέως-στενοδακτυλογράφου, έστω και διγλώσσου. Αντίθετα, όταν η εργασία γραμματέως περιελάμβανε είτε ευθύνες για την εργασία άλλων προσώπων, είτε σημαντικά καθήκοντα οργανώσεως και /ή συντονισμού, η εξεταστική επιτροπή την έλαβε υπόψη της (για λόγους απλουστεύσεως, θα γίνεται λόγος για εργασία σε γραμματεία διευθύνσεως)".
Οσον αφορά τη διάρκεια της επαγγελματικής πείρας που κρίθηκε αναγκαία για να θεωρηθεί η πείρα αυτή ισοδύναμη με δίπλωμα μέσης εκπαιδεύσεως, η εξεταστική επιτροπή έκρινε ότι:
"Η διάρκεια της επαγγελματικής πείρας που οδηγεί σε αποτέλεσμα ανάλογο προς αυτό της μέσης εκπαιδεύσεως πρέπει να είναι τόσο μεγαλύτερο, όσο περισσότερο απέχει από το απολυτήριο το επίπεδο σπουδών του υποψηφίου. Πρέπει εν πάση περιπτώσει να υπερβαίνει αισθητά τη διάρκεια των σχολικών ετών που καλείται να υποκασταστήσει".
Στην επ' ακροατηρίου συζήτηση, οι εκπρόσωποι του Δικαστηρίου επεσήμαναν ότι τα κριτήρια που θα καθόριζε η εξεταστική επιτροπή για την εκτίμηση της "ισοδύναμης" επαγγελματικής πείρας έπρεπε να μπορούν να εφαρμόζονται τόσο στην επαγγελματική πείρα που απέκτησαν οι υποψήφιοι πριν από την πρόσληψή τους σε θέση εργασίας ενός από τα όργανα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων όσο και στην επαγγελματική πείρα που απέκτησαν ως μόνιμοι ή έκτακτοι υπάλληλοι ενός από τα όργανα αυτά. Ως προς την εκτίμηση αυτής της τελευταίας πείρας, οι εκπρόσωποι του Δικαστηρίου επιβεβαίωσαν ότι η εξεταστική επιτροπή έκρινε συγκεκριμένα ότι μόνον η εργασία στο βαθμό C 1 ή σε ανώτερο βαθμό μπορούσε να καταλήξει σε απόκτηση επαγγελματικής πείρας ισοδύναμης με το δίπλωμα μέσης εκπαιδεύσεως. Τέλος οι εκπρόσωποι του Δικαστηρίου δήλωσαν ότι η εξεταστική επιτροπή δεν είχε κάνει καμία διάκριση ανάλογα με τις υπηρεσίες στις οποίες εργάζονταν οι υποψήφιοι.
Εφαρμοστέες διατάξεις και νομολογία του Δικαστηρίου.
8. Κατά το άρθρο 5, εδάφιο 1, του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως:
"Αφού λάβει γνώση των φακέλων αυτών, (1 )η εξεταστική επιτροπή συντάσσει τον κατάλογο των υποψηφίων που πληρούν τους όρους που καθορίζονται από την προκήρυξη διαγωνισμού".
Στην απόφασή του της 18ης Φεβρουαρίου 1987 (Ruske κατά Επιτροπής, 67/81, Συλλογή 1987, σ. 661) το Δικαστήριο διευκρίνησε ότι:
"καίτοι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως για να καθορίζει τις προϋποθέσεις ενός διαγωνισμού, η εξεταστική επιτροπή δεσμεύεται από το κείμενο της προκηρύξεως του διαγωνισμού, όπως εδημοσιεύθη. Πράγματι, σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως, ο κύριος ρόλος της προκηρύξεως του διαγωνισμού συνίσταται ακριβώς στο να πληροφορεί τους ενδιαφερομένους κατά τον πληρέστερο δυνατό τρόπο περί της φύσεως των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την κατάληψη της θέσεως περί της οποίας πρόκειται, ώστε να τους παρέχει τη δυνατότητα να κρίνουν κατά πόσο πρέπει να υποβάλλουν αίτηση συμμετοχής" (σκέψη 9) (βλέπε επίσης την απόφαση της 28ης Ιουνίου 1979, Αnselme κατά Επιτροπής, 255/78, Rec. 1979, σ. 2323 και απόφαση της 19ης Μαΐου 1983, Μαυρίδης κατά Κοινοβουλίου, 289/81, Συλλογή 1983, σ. 1731) (2)
Εντούτοις, με μία παλαιότερη απόφαση της 14ης Ιουνίου 1972 (Μarcato κατά Επιτροπής, 44/71, Rec. 1972, σ. 427) το Δικαστήριο είχε αναγνωρίσει την ορθότητα της πρακτικής που ακολουθήθηκε στην προκειμένη περίπτωση και η οποία συνίστατο στο
"να επαναλαμβάνεται στην προκήρυξη του διαγωνισμού μία γενική διατύπωση όπως αυτή του άρθρου 5, παράγραφος 1, εδάφιο 3, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και να αφήνεται στην εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού η ευθύνη να εκτιμήσει, σε κάθε περίπτωση, αν τα διπλώματα που προσκομίζει ή η επαγγελματική πείρα που υποστηρίζει ότι έχει κάθε υποψήφιος αντιστοιχούν στο επίπεδο που απαιτείται από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως, και κατά συνέπεια, από την προκήρυξη του διαγωνισμού". (σκέψη 14).
Εκτίμηση
9. Πριν εξετάσω τα κριτήρια που υιοθέτησε η εξεταστική επιτροπή θέλω να κάνω μία γενική παρατήρηση. Μια από τις δυσκολίες της παρούσας υποθέσεως οφείλεται στην πρακτική που συνίσταται στη χρησιμοποίηση γενικών διατυπώσεων στις προκηρύξεις διαγωνισμών - στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για τη διατύπωση του άρθρου 5, παράγραφος 1, εδάφιο 3, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως - για τον καθορισμό αντικειμενικών προϋποθέσεων συμμετοχής στο διαγωνισμό. Νομίζω ότι η πρακτική αυτή είναι ατυχής. Εχει ως αποτέλεσμα να υποχρεώνει την εξεταστική επιτροπή να διευκρινίζει αυτές τις γενικές έννοιες της προκηρύξεως του διαγωνισμού και να καθορίζει αντικειμενικούς κανόνες στους οποίους θα στηριχθεί η εκτίμησή της για τους ατομικούς φακέλους. Κατά τον τρόπο αυτό η εξεταστική επιτροπή περιέρχεται στη δύσκολη θέση εκείνου που θεσπίζει και συγχρόνως εφαρμόζει τους κανόνες. Εξάλλου η πρακτική αυτή αποκαλύπτει συχνά σε ορισμένους υποψηφίους την ύπαρξη προϋποθέσεων συμμετοχής στο διαγωνισμό που δεν είχαν συνειδητοποιήσει με την απλή ανάγνωση της προκηρύξεως του διαγωνισμού. Εχει επίσης ως αποτέλεσμα να μη μπορεί να διατυπώσει γνώμη η Επιτροπή Ισης Εκπροσωπήσεως για τους κανόνες εφαρμογής της προκηρύξεως του διαγωνισμού. Τέλος, δεδομένου ότι οι εργασίες της εξεταστικής επιτροπής είναι μυστικές, τα κριτήρια που θεσπίζει η εξεταστική επιτροπή δεν αποκτούν δημοσιότητα, παρά ανάλογα με το μεταβαλλόμενο βαθμό ακρίβειας που χαρακτηρίζει την αιτιολογία των αποφάσεων περί αποκλεισμού. Υπό τις συνθήκες αυτές δεν μπορεί να διαμορφωθεί "νομολογία", με τη δυσάρεστη συνέπεια ότι διαδοχικές εξεταστικές επιτροπές δίνουν διαφορετικό περιεχόμενο σε έννοιες αντικειμενικές, αλλά γενικές και πανομοιότυπα διατυπωμένες.
Η πρακτική που μόλις ανέφερα αναγνωρίστηκε ρητώς από το Δικαστήριο στην απόφαση που εξέδωσε επί της προαναφερθείσας υποθέσεως Μarcato. Διερωτώμαι, εντούτοις, σε ποιο μέτρο η απόφαση αυτή συμβιβάζεται με την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής και της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού, όπως τη δέχθηκε η πιο πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα η απόφαση επί της υποθέσεως Ruske. Βέβαια, τα προβλήματα που ανέκυπταν στις υποθέσεις Μarcato και Ruske ήταν διαφορετικά. Στην πρώτη υπόθεση το Δικαστήριο αναγνώρισε την ορθότητα της χρήσεως μιας γενικής διατυπώσεως που μπορεί να εφαρμόζεται κατά περίπτωση, πράγμα όμως που σημαίνει ότι η εξεταστική επιτροπή, αν θέλει να αποφύγει την αυθαιρεσία, καθορίζει, πριν προβεί σε ατομικές εκτιμήσεις, ορισμένα κριτήρια που διευκρινίζουν τη γενική διατύπωση. Στην δεύτερη υπόθεση το Δικαστήριο έκρινε ως μη ορθό το ότι ελήφθη υπόψη μια προϋπόθεση συμμετοχής που δεν προβλεπόταν στην προκήρυξη του διαγωνισμού. Εντούτοις θεωρώ περισσότερο σύμφωνο προς την πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου να περιοριστούμε στην αρχή ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή καθορίζει επακριβώς τις αντικειμενικές προϋποθέσεις συμμετοχής στο διαγωνισμό και δεν μπορεί να χρησιμοποιεί γενικές διατυπώσεις παρά μόνον όσον αφορά τις προϋποθέσεις τις οποίες προφανώς μπορεί να διευκρινίσει καλύτερα η εξεταστική επιτροπή.
10. Στη προκειμένη περίπτωση δεν βάλλεται η προκήρυξη του διαγωνισμού, ούτε αμφισβητείται το γεγονός ότι η εξεταστική επιτροπή θέσπισε κανόνες για να διευκρινίσει τη γενική έννοια της επαγγελματικής πείρας που χρησιμοποιήθηκε στην προκήρυξη του διαγωνισμού. Υπό τις συνθήκες αυτές δεν απομένει παρά να εξακριβωθεί αν η εξεταστική επιτροπή, εφαρμόζοντας την προϋπόθεση ισοδύναμης επαγγελματικής πείρας, παρέβη τους όρους της προκηρύξεως του διαγωνισμού ή επέβαλε πρόσθετες προϋποθέσεις, πέρα από ό,τι απαιτείται για να καταστεί σαφής η προϋπόθεση συμμετοχής που προβλέπει η προκήρυξη του διαγωνισμού.
Ας υπενθυμιστεί ότι οι υποψήφιοι που δεν διέθεταν δίπλωμα μέσης εκπαιδεύσεως έπρεπε να έχουν αποκτήσει "ισοδύναμη" επαγγελματική πείρα. Εξάλλου, βάσει του τίτλου ΙΙ, δεύτερη περίπτωση, της προκηρύξεως του διαγωνισμού, οι υποψήφιοι έπρεπε να έχουν αποκτήσει συμπληρωματική επαγγελματική πείρα. Η επαγγελματική πείρα που αποκτήθηκε σε οποιαδήποτε θέση γραμματείας ή βοηθού γραφείου έπρεπε να ληφθεί υπόψη για την εκτίμηση αυτής της τελευταίας προϋποθέσεως συμμετοχής.
Ενόψει των διαφορετικών όρων που χρησιμοποιεί η προκήρυξη του διαγωνισμού για το χαρακτηρισμό της απαιτουμένης επαγγελματικής πείρας αναλόγως του αν πρόκειται για την πρώτη ή τη δεύτερη περίπτωση του τίτλου ΙΙ (επαγγελματική πείρα ισοδύναμη με δίπλωμα μέσης εκπαιδεύσεως, αφενός, και απλή επαγγελματική πείρα γραμματείας ή βοηθού γραφείου, αφετέρου), νομίζω ότι ευλόγως η εξεταστική επιτροπή απαίτησε ένα είδος επαγγελματικής πείρας υψηλοτέρου επιπέδου για την εφαρμογή της προϋποθέσεως που αφορά την ισοδύναμη επαγγελματική πείρα από ό,τι για αυτή που αφορά τη συμπληρωματική πείρα. Θεωρώ ότι η στάση αυτή είναι εξάλλου σύμφωνη προς το πνεύμα της προκηρύξεως του διαγωνισμού: η προϋπόθεση που αφορά την επαγγελματική πείρα έχει ως σκοπό να αντισταθμίσει την έλλειψη φοιτήσεως σε σχολείο, ενώ αυτή που αφορά τη συμπληρωματική επαγγελματική πείρα έχει ως αντικείμενο να επιλεγούν υποψήφιοι που έχουν εξοικειωθεί κάπως με τα κοινοτικά όργανα και με την εργασία της γραμματείας ή της διοικητικής και οικονομικής διαχειρίσεως ή της τεκμηριώσεως. Υπό τις συνθήκες αυτές η επιλογή ενός είδους "ισοδύναμης" επαγγελματικής πείρας που αποκτήθηκε σε θέση του βαθμού C 1 ή ανώτερης κατηγορίας (για την επαγγελματική πείρα που αποκτήθηκε εντός των οργάνων) ή που προϋποθέτει καθήκοντα και ευθύνες που αντιστοιχούν προς αυτές που συνδέονται με θέση C 1 (για την επαγγελματική πείρα που αποκτήθηκε εκτός των οργάνων) δεν είναι, νομίζω, αντίθετη προς τους όρους της προκηρύξεως του διαγωνισμού. Δεν προσθέτει δε μία συμπληρωματική προϋπόθεση στην προκήρυξη αυτή, αλλά διευκρινίζει τη γενική έννοια τις ισοδύναμης επαγγελματικής πείρας που, αυτή καθεαυτή, δεν προσφέρεται για συγκεκριμένη εφαρμογή. Τέλος, δεν είναι αυθαίρετη στο μέτρο που αναφέρεται σε συγκεκριμένο βαθμό μιας κατηγορίας υπαλλήλων, ανεξαρτήτως της θέσεως στην οποία υπηρετούν.
Εχοντας καθορίσει το είδος της επαγγελματικής πείρας που πρέπει να ληφθεί υπόψη για την εκτίμηση της προϋποθέσεως που προβλέπεται στην πρώτη περίπτωση του τίτλου ΙΙ της προκηρύξεως του διαγωνισμού, η εξεταστική επιτροπή δεν είχε πλέον παρά να καθορίσει τη διάρκεια που πρέπει να έχει αυτή η επαγγελματική πείρα για να μπορεί να θεωρηθεί ως ισοδύναμη με δίπλωμα μέσης εκπαιδεύσεως. Ως προς αυτό, η εξεταστική επιτροπή έκρινε ότι η διάρκεια αυτή έπρεπε να υπερβαίνει αισθητά τη διάρκεια των ετών σχολικής φοιτήσεως που έπρεπε να αντικαταστήσει η επαγγελματική πείρα. Εξάλλου, βάσει των ιδίων σκέψεων, οι οποίες δικαιολόγησαν τη διάκριση που έγινε στην προκήρυξη του διαγωνισμού μεταξύ επαγγελματικής πείρας γραμματείας και βοηθού γραφείου, αφενός, και επαγγελματικής πείρας διαχειρίσεως ή τεκμηριώσεως, αφετέρου, η εξεταστική επιτροπή έκρινε ότι με αυτές τις τελευταίες δραστηριότητες μπορούσε να αποκτηθεί ταχύτερα η απαιτούμενη επαγγελματική πείρα.
Είμαι πιο διστακτικός, όσον αφορά αυτά τα τελευταία κριτήρια. Βέβαια η εξεταστική επιτροπή ήταν αναγκασμένη να καθορίσει τη διάρκεια της ισοδύναμης επαγγελματικής πείρας. Μπορούσε όμως, χωρίς να βρει έρεισμα στην προκήρυξη του διαγωνισμού, να εκφέρει αξιολογική κρίση ως προς τη χρησιμότητα της επαγγελματικής πείρας, αναγνωρίζοντας σ' ένα έτος πείρας μικρότερη αξία από αυτήν ενός έτους εκπαιδεύσεως; Μπορούσε να διαφοροποιήσει τη διάρκεια αυτή ανάλογα με το είδος της επαγγελματικής πείρας, έστω και παίρνοντας ως πρότυπο ό,τι προβλεπόταν στην προκήρυξη του διαγωνισμού για τη συμπληρωματική επαγγελματική πείρα που όμως, όπως είδαμε, εξυπηρετούσε άλλο σκοπό; Προσωπικά νομίζω ότι κανονικά μία εξεταστική επιτροπή δεν θα έπρεπε να περιέρχεται σε μία κατάσταση που να την υποχρεώνει να εκφέρει τέτοιες αιτιολογικές κρίσεις (βλέπε σημείο 9). Εντούτοις, προ της σιγής της προκηρύξεως του διαγωνισμού, η εξεταστική επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να καθορίσει αυτή η ίδια τη διάρκεια της εν λόγω επαγγελματικής πείρας πράγμα που καθιστούσε αναγκαίο να αξιολογήσει πρακτικά μια περίοδο επαγγελματικής πείρας σε σύγκριση με μια περίοδο εκπαιδεύσεως (αποδίδοντάς της ίση, ανώτερη ή κατώτερη αξία). Επομένως νομίζω ότι, ενεργώντας κατά τον τρόπο αυτό, η εξεταστική επιτροπή διευκρίνισε απλώς την προκήρυξη του διαγωνισμού, η οποία, λόγω της γενικότητάς της, τής έδινε απόλυτη ελευθερία στον τομέα αυτό.
Επομένως δεν θεωρώ βάσιμους ούτε τους λόγους ακυρώσεως που στηρίζονται στον πλημμελή, κατά τους ισχυρισμούς των προσφευγουσών, χαρακτήρα των κριτηρίων που θέσπισε η εξεταστική επιτροπή για την εκτίμηση της "ισοδύναμης" επαγγελματικής πείρας.
Τέταρτος λόγος ακυρώσεως: η συμμετοχή σε προηγούμενους διαγωνισμούς
Τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά
11. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι τέσσερις από τους δεκατρείς προσφεύγοντες είχαν προηγουμένως (3 )γίνει δεκτοί για να συμμετάσχουν σε διαγωνισμούς Β που οργάνωσε ένα όργανο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, και ειδικότερα το Δικαστήριο:
- η Βelardinelli είχε γίνει δεκτή για να συμμετάσχει στο διαγωνισμό αριθ. CJ 64/84 για την πρόσληψη ενός αναπληρωτή βοηθού διοικήσεως στην υπηρεσία πληροφοριών?
- η Couve είχε γίνει δεκτή για να συμμετάσχει στους τρεις ακόλουθους διαγωνισμούς:
- στο διαγωνισμό αριθ. CJ 2/76 για την πρόσληψη ενός αναπληρωτή βοηθού διοικήσεως στη μεταφραστική υπηρεσία?
- στο διαγωνισμό αριθ. CJ 34/80 για την κατάρτιση εφεδρικού πίνακα για μελλοντικές προσλήψεις αναπληρωτών βοηθών διοικήσεως?
- στο διαγωνισμό αριθ. CJ 88/81 για την κατάρτιση εφεδρικού πίνακα για μελλοντικές προσλήψεις γαλλόφωνων αναπληρωτών βοηθών διοικήσεως?
- η Μeyer είχε γίνει δεκτή για να συμμετάσχει στο διαγωνισμό αριθ. CJ 90/85 για την πρόσληψη ενός βοηθού διοικήσεως στο γραφείο ενός μέλους του Δικαστηρίου?
- η Μuller είχε γίνει δεκτή για να συμμετάσχει στους δύο ακόλουθους διαγωνισμούς:
- στο διαγωνισμό αριθ. CJ 34/80 για την κατάρτιση εφεδρικού πίνακα για μελλοντικές προσλήψεις αναπληρωτών βοηθών διοικήσεως?
- στο διαγωνισμό αριθ. CJ 133/81 για την πρόσληψη ενός αναπληρωτή βοηθού στη διεύθυνση της βιβλιοθήκης.
Η περίπτωση του Μallaby είναι ιδιάζουσα. Οταν έλαβε το έγγραφο της διευθύνσεως προσωπικού που του ανακοίνωνε ότι δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις συμμετοχής, ο Μallaby απευθύνθηκε στην εξεταστική επιτροπή και την πληροφόρησε ότι, βάσει της επαγγελματικής του πείρας, μπορούσε να γίνει δεκτός για να συμμετάσχει σε εξωτερικό διαγωνισμό Β της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Οταν το Δικαστήριο κάλεσε τους προσφεύγοντες να αναφέρουν συγκεκριμένα σε ποιους διαγωνισμούς είχαν γίνει δεκτοί, ο Μallaby δεν προσκόμισε στοιχεία από τα οποία να μπορεί να προσδιοριστεί ο σχετικός διαγωνισμός και να εξακριβωθεί αν έγινε πράγματι δεκτός να συμμετάσχει σ' αυτόν. Υπό τις συνθήκες αυτές δεν νομίζω ότι η περίπτωση του Μallaby πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την εξέταση του παρόντος λόγου ακυρώσεως.
Οι προκηρύξεις των προαναφερθέντων διαγωνισμών προέβλεπαν όλες, με σχεδόν όμοια διατύπωση βασιζόμενες στο άρθρο 5, παράγραφος 1, εδάφιο 3, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, την προϋπόθεση διπλώματος πλήρους κύκλου μέσης εκπαιδεύσεως ή επαγγελματικής πείρας ισοδυνάμου επιπέδου (4).
12. Η προκήρυξη του διαγωνισμού αριθ. CJ 80/86 δεν επέβαλε στους υποψηφίους ούτε να χρησιμοποιήσουν ομοιόμορφο έντυπο υποψηφιότητας ούτε να επισυνάψουν τα απαραίτητα στοιχεία για τις εργασίες της εξεταστικής επιτροπής. Μόλις έλαβε τις αιτήσεις υποψηφιότητας, η εξεταστική επιτροπή έστειλε στους υποψηφίους (5 )ένα ερωτηματολόγιο με το οποίο τους καλούσε να αναφέρουν χρήσιμα στοιχεία για τις σπουδές και την επαγγελματική τους πείρα. Το ερωτηματολόγιο αυτό δεν καλούσε ρητώς τους υποψηφίους να αναφέρουν τους παρόμοιους διαγωνισμούς στους οποίους είχαν γίνει προηγουμένως δεκτοί.
Εκτός από τη Μuller, όσον αφορά το διαγωνισμό αριθ. CJ 133/81, κανένας από τους προσφεύγοντες δεν ανέφερε, ούτε στην αίτηση υποψηφιότητάς του, ούτε στο ερωτηματολόγιο για το οποίο έγινε λόγος προηγουμένως, ότι είχε επιτραπεί η συμμετοχή του σε έναν ή περισσοτέρους προηγουμένους διαγωνισμούς Β.
Εκτός από τη Μuller όσον αφορά τους διαγωνισμούς αριθ. CJ 34/80 και 133/81, κανένας από τους προσφεύγοντες, αφού πληροφορήθηκε την απόφαση της εξεταστικής επιτροπής περί αποκλεισμού του από τις εξετάσεις του διαγωνισμού CJ 80/86, δεν γνωστοποίησε στην εξεταστική επιτροπή ότι είχε γίνει δεκτός σε έναν ή περισσοτέρους διαγωνισμούς Β. Στην επ' ακροατηρίου συζήτηση οι εκπρόσωποι του Δικαστηρίου υποστήριξαν ότι η Μuller δεν ενημέρωσε την εξεταστική επιτροπή ότι είχε γίνει δεκτή για να συμμετάσχει στο διαγωνισμό αριθ. CJ 34/80.
Ο ισχυρισμός αυτός διαψεύδεται από την επιστολή που απηύθυνε η Μuller στην εξεταστική επιτροπή στις 16 Μαΐου 1987 και που έχει προσαρτηθεί ως παράρτημα 1 στην απάντηση των προσφευγόντων.
Στην ανακοίνωσή της της 21ης Μαΐου 1987, η εξεταστική επιτροπή εξέφρασε την ακόλουθη άποψη ως προς τη λήψη υπόψη προηγουμένης συμμετοχής σε διαγωνισμούς Β:
"Πρέπει καταρχάς να παρατηρηθεί ότι οι προϋποθέσεις συμμετοχής που τάσσει η ΑΔΑ στις προκηρύξεις διαγωνισμών δεν είναι αναγκαία όμοιες. Κατόπιν, δεδομένου ότι η ΑΔΑ δεν καθόρισε κανένα κριτήριο για να την κατευθύνει, η εξεταστική επιτροπή πρέπει να ανεύρει η ίδια τα κριτήρια που θεωρεί κατάλληλα. Δεν αποκλείεται άλλες εξεταστικές επιτροπές, υπό διαφορετικές περιστάσεις, να εφαρμόσουν πιο ?ελαστικά' κριτήρια. Εντούτοις, η εξεταστική επιτροπή δεν έλαβε γνώση τέτοιων κριτηρίων. Λόγω του ?γενικού' χαρακτήρα του παρόντος διαγωνισμού και του μεγάλου αριθμού των υποψηφίων που έγιναν δεκτοί βάσει των προαναφερθέντων κριτηρίων (72 επί συνόλου 95), η εξεταστική επιτροπή θεώρησε ότι δεν έπρεπε να υποχωρήσει περισσότερο απ' όσο θεώρησε εύλογο.
Τέλος η εξεταστική επιτροπή δεν μπορούσε παρά να τηρήσει τους όρους της προκηρύξεως του διαγωνισμού που όρισε η ΑΔΑ, για να μην θίξει τα νόμιμα συμφέροντα τόσο των υποψηφίων που έγιναν σαφώς δεκτοί, όσο και των προσώπων που δεν υπέβαλαν υποψηφιότητα στο διαγωνισμό αυτό".
Η νομολογία του Δικαστηρίου
13. Στην απόφασή του της 5ης Απριλίου 1979 (Κobor κατά Επιτροπής, 112/78, Rec. 1979, σ. 1573) το Δικαστήριο δέχτηκε ότι:
"δεν επιτρέπεται οι αντικειμενικές προϋποθέσεις συμμετοχής στις εξετάσεις, που έχουν διατυπωθεί όμοια, να ερμηνεύονται διαφορετικά σε κάθε διαγωνισμό, αναλόγως του αριθμού των υποψηφίων". (σκέψη 11)
"εν πάση περιπτώσει ένας υποψήφιος δεν μπορεί να κριθεί λιγότερο ευνοϊκά από ό,τι κρίθηκε επ' ευκαιρία προηγουμένου διαγωνισμού, εκτός αν η αιτιολογία της αποφάσεως δικαιολογεί σαφώς αυτή τη διαφορετική κρίση? (σκέψη 12)"
Στην απόφασή του της 21ης Μαρτίου 1985 (De Santis κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, 108/84, Συλλογή 1985, σ. 947) το Δικαστήριο διευκρίνισε το περιεχόμενο της αποφάσεως Κobor:
"(η αρχή ότι η απόφαση πρέπει να δικαιολογεί σαφώς τη διαφορετική κρίση) ισχύει ακριβώς για όρους όπως η ύπαρξη επαγγελματικής πείρας που αποκτήθηκε μετά την λήψη του πτυχίου την πλήρωση των οποίων η εξεταστική επιτροπή δεν μπορεί να ελέγξει παρά μόνο προβαίνοντας σε μια εν μέρει υποκειμενική εκτίμηση. Σε τέτοια περίπτωση η εξεταστική επιτροπή είναι ελεύθερη να αποκλίνει από την εκτίμηση προηγούμενων εξεταστικών επιτροπών, αλλά, τότε, έχει την υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόφασή της." (σκέψη 19).
Τέλος η εξεταστική επιτροπή δεν μπορεί να εκπληρώσει έγκυρα την υποχρέωση αιτιολογίας της παρά μόνον αν γνωρίζει ότι οι υποψήφιοι έγιναν δεκτοί σε προηγούμενους διαγωνισμούς. Το Δικαστήριο, στην απόφασή του της 25ης Απριλίου 1978 (Αllgayer κατά Κοινοβουλίου, 74/77, Rec. 1978, σ. 986), διευκρίνισε σχετικά:
"ότι στην περίπτωση διαγωνισμού βάσει τίτλων είναι, από την ίδια τη φύση του διαγωνισμού, υποχρεωτικό οι τίτλοι να επισυνάπτονται στην αίτηση υποψηφιότητας, χωρίς να υποχρεούται η εξεταστική επιτροπή να τους ζητήσει από τους υποψηφίους." (σκέψη 9)
Εκτίμηση
14. Νομίζω ότι η εξεταστική επιτροπή δεν μπορούσε να αγνοεί ούτε την πιθανότητα ορισμένοι υποψήφιοι να έχουν γίνει δεκτοί για να συμμετάσχουν σε προηγούμενους διαγωνισμούς που προέβλεπαν τις ίδιες προϋποθέσεις συμμετοχής, ούτε τη σημασία που αποδίδει η νομολογία του Δικαστηρίου στις αποφάσεις της εξεταστικής επιτροπής των διαγωνισμών αυτών, με τις οποίες επιτράπηκε η συμμετοχή σ' αυτούς. Το ότι ήταν γνωστό ότι ορισμένοι υποψήφιοι είχαν γίνει προηγουμένως δεκτοί σε τέτοιους διαγωνισμούς αποτελεί εξάλλου σημαντικό σημείο αναφοράς για κάθε εξεταστική επιτροπή, ικανό να την κατευθύνει κατά τη διευκρίνιση των προϋποθέσεων συμμετοχής που αναφέρονται με γενικούς όρους στην προκήρυξη του διαγωνισμού.
Εξάλλου, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι ένας υπάλληλος που έγινε προηγουμένως δεκτός σε διαγωνισμούς με προϋποθέσεις συμμετοχής όμοιες με τις προϋποθέσεις του διαγωνισμού για τον οποίο υπέβαλε υποψηφιότητα, έχει τη δικαιολογημένη ελπίδα να γίνει και πάλι δεκτός. Μία άνιση μεταχείριση εκ μέρους διαδοχικών εξεταστικών επιτροπών θα του δημιουργήσει αναπόφευκτα ένα αίσθημα αδικίας. Για να δικαιωθεί αυτή η δικαιολογημένη προσδοκία και να αποφευχθεί αυτό το αίσθημα αδικίας, μόνη πλήρως ικανοποιητική λύση θα ήταν να αποφευχθεί η διαφορετική σε κάθε διαγωνισμό ερμηνεία των όμοια διατυπωμένων αντικειμενικών προϋποθέσεων συμμετοχής στις εξετάσεις από τις εξεταστικές επιτροπές (βλέπε την απόφαση Κobor). Εντούτοις, όταν η εξεταστική επιτροπή αντιμετωπίζει τη δυσκολία που συνίσταται στο ότι ορισμένες προϋποθέσεις έχουν διατυπωθεί πολύ γενικά στην προκήρυξη του διαγωνισμού, οφείλει να διευκρινίσει τις προϋποθέσεις αυτές και, κατά τον τρόπο αυτό, μπορεί να υποχρεωθεί να καθορίσει διαφορετικά κριτήρια από αυτά που χρησιμοποίησαν εξεταστικές επιτροπές των προηγουμένων διαγωνισμών. Στην περίπτωση αυτή η εξεταστική επιτροπή πρέπει να είναι ιδιαιτέρως προσεκτική ως προς την υποχρέωση αιτιολογίας. Πράγματι, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο στις αποφάσεις του Κobor και De Santis, ένας υποψήφιος δεν μπορεί να κριθεί λιγότερο ευνοϊκά σε σχέση με προηγούμενο διαγωνισμό, εκτός αν η εκτίμηση αυτή αιτιολογηθεί ειδικά.
15. Η εξεταστική επιτροπή δεν όφειλε βέβαια να προβεί η ίδια σε έρευνες για να διαπιστώσει σε ποιους διαγωνισμούς είχαν προηγουμένως γίνει δεκτοί οι υποψήφιοι (βλέπε απόφαση Αllgayer). Εντούτοις, έπρεπε να λάβει υπόψη της ότι η προκήρυξη του διαγωνισμού δεν είχε διευκρινίσει ποια στοιχεία έπρεπε οι υποψήφιοι να επισυνάψουν στην αίτηση υποψηφιότητάς τους. Υπό τις συνθήκες αυτές, η ίδια η αποστολή της εξεταστικής επιτροπής, καθώς και το καθήκον αρωγής της έναντι των ενδιαφερομένων (6), της επέβαλλαν να συγκεντρώσει από τους υποψήφιους τα στοιχεία που της ήταν απαραίτητα για την ορθή εκπλήρωση των καθηκόντων της. Πράγματι αυτό έκανε η εξεταστική επιτροπή, αποστέλλοντας στους υποψηφίους ερωτηματολόγιο σχετικά με τις σπουδές και την επαγγελματική τους πείρα. Εντούτοις, η εξεταστική επιτροπή δεν κάλεσε τους υποψηφίους να αναφέρουν και το αν έγιναν δεκτοί σε όμοιους προηγούμενους διαγωνισμούς και ποια έκβαση είχε η συμμετοχή τους, ενώ θα ήταν αρκετό να προβλεφθεί στο ερωτηματολόγιο ξεχωριστή στήλη γι' αυτού του είδους τα στοιχεία.
Η εξεταστική επιτροπή, παραλείποντας να συμπληρώσει τα στοιχεία της επ' αυτού του σημαντικού σημείου, περιήλθε σε μία κατάσταση που δεν της επέτρεψε να ανταποκριθεί, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, παρά μόνο με γενικές παρατηρήσεις όπως αυτές της ανακοινώσεώς της της 21ης Μαΐου 1987, στην υποχρέωση της να αιτιολογήσει την εκτίμηση μιάς προϋποθέσεως συμμετοχής η οποία, μολονότι σχεδόν όμοια διατυπωμένη σε προκηρύξεις προηγουμένων διαγωνισμών, είχε εφαρμοσθεί διαφορετικά από τις εξεταστικές επιτροπές των διαγωνισμών αυτών.
Υπό τις συνθήκες αυτές νομίζω ότι οι αποφάσεις της εξεταστικής επιτροπής περί αποκλεισμού των Βellardinelli, Couve, Meyer και Μuller από τις εξετάσεις του διαγωνισμού αριθ. CJ 80/86 πάσχουν τυπικό ελάττωμα λόγω ελλείψεως επαρκούς αιτιολογίας. Για το λόγο αυτό νομίζω ότι πρέπει να ακυρωθούν οι αποφάσεις αυτές.
16. Συμπεραίνοντας, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να ακυρώσει τις αποφάσεις της εξεταστικής επιτροπής περί αποκλεισμού των Βelardinelli, Couve, Meyer και Μuller από τις εξετάσεις του διαγωνισμού αριθ. CJ 80/86?
2) να απορρίψει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
3) να καταδικάσει το Δικαστήριο στα δικαστικά του έξοδα, καθώς και στα έξοδα των Βelardinelli, Couve, Meyer και Μuller.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
(1) Δηλαδή των φακέλων υποψηφιότητας.
(2) Στην απόφαση του της 5ης Απριλίου 1979 (Οrlandi κατά Επιτροπής, 117/78, Rec. 1979, σ. 1613) το Δικαστήριο είχε ήδη εφαρμόσει τις αρχές που διευκρίνισε στην απόφαση Ruske:
"η προκήρυξη του διαγωνισμού καθορίζει την προϋπόθεση που αφορά τους τίτλους ή τα διπλώματα χρησιμοποιώντας τον όρο "σπουδές επιπέδου μέσης εκπαιδεύσεως" και προσθέτοντας ότι η "εξεταστική επιτροπή θα λάβει σχετικώς υπόψη της τις διαφορετικές δομές της εκπαιδεύσεως στα κράτη μέλη" (σκέψη 20).
"η Επιτροπή μπορεί να διατυπώνει τις προϋποθέσεις ενός διαγωνισμού με όρους πιο συγκεκριμένους από αυτούς που χρησιμοποιήθηκαν στην προκειμένη περίπτωση και να απαιτεί, ιδίως, δίπλωμα που να επιτρέπει την πρόσβαση στο Πανεπιστήμιο, η απαίτηση όμως αυτή πρέπει να προκύπτει από τους ίδιους τους όρους της προκηρύξεως του διαγωνισμού, ενόψει του γεγονότος ότι στα διάφορα κράτη μέλη υπάρχουν πολλά είδη μέσης εκπαιδεύσεως, μερικά από τα οποία δεν προετοιμάζουν για πανεπιστημιακές σπουδές και δεν εξασφαλίζουν αυτομάτως την πρόσβαση σε τέτοιου είδους εκπαίδευση" (σκέψη 21).
(3) Στην παρούσα απαρίθμηση δεν ελήφθησαν υπόψη οι αποφάσεις για τη συμμετοχή σε διαγωνισμούς Β που ελήφθησαν μετά την απόφαση της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού αριθ. CJ 80/86 περί αποκλεισμού από αυτόν. Πράγματι, τέτοιες μεταγενέστερες αποφάσεις δεν μπορούν να επηρεάσουν αναδρομικά την κρίση εξεταστικής επιτροπής προηγούμενου διαγωνισμού.
(4) Η προκήρυξη του διαγωνισμού αριθ. CJ 90/85, στον οποίο είχε προηγουμένως γίνει δεκτή η Μeyer, προέβλεπε εξάλλου την προϋπόθεση "επαγγελματικής πείρας τουλάχιστον δύο ετών στον τομέα της εφαρμογής ορισμένων κανόνων διοικητικής ή οικονομικής διαχειρίσεως ή τεκμηριώσεως", δηλαδή μια προϋπόθεση παρόμοια με αυτή που προβλέπεται ως προς τη συμπληρωματική επαγγελματική πείρα στην προκήρυξη του διαγωνισμού αριθ. CJ 80/86.
(5) Στην επ' ακροατηρίου συζήτηση ο εκπρόσωπος των προσφευγόντων υποστήριξε ότι το σχετικό ερωτηματολόγιο δεν απεστάλη σε όλους τους υποψηφίους. Εντούτοις δεν απέδειξε τον ισχυρισμό αυτό, ο οποίος αντικρούσθηκε από του εκπροσώπους του Δικαστηρίου. Παρέλειψε μάλιστα να αναφέρει ποιοι υποψήφιοι δεν έλαβαν ερωτηματολόγιο. Υπό τις συνθήκες αυτές δεν νομίζω ότι μπορεί να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως η άποψη των προσφευγόντων, όσον αφορά την - κατά τους ισχυρισμούς τους - επιλεκτική κυκλοφορία του ερωτηματολογίου.
(6) Βλέπε απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 1987 (Μaurissen κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, 417/85, Συλλογή 1987, σ. 551).