ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΈΔΡΟΥ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ

της 16ης Ιανουαρίου 1987 ( *1 )

Στην υπόθεση 304/86 R,

Enital Spa, εταιρία ιταλικού δικαίου με έδρα το Μιλάνο, εκπροσωπούμενη από τον Dino Ranieri, δικηγόρο στο Como, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο E. Arendt, 34 Β, rue Philippe-Il,

αιτούσα,

κατά

Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενου από τον E. Stein, μέλος της νομικής του υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον J. Käser, διευθυντή της νομικής υπηρεσίας της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, 100, boulevard Konrad Adenauer,

και

Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον E. de March, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γ. Κρεμλή, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,

καθών,

που έχει ως αντικείμενο αίτημα για την αναστολή εκτελέσεως:

του κανονισμού (ΕΟΚ) 3018/86 του Συμβουλίου, της 30ής Σεπτεμβρίου 1986, για την κατάργηση του κανονισμού περί αποδοχής των υποχρεώσεων που ανέλαβαν οι εισαγωγείς της Βουλγαρίας, Πολωνίας, Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Ρουμανίας και Τσεχοσλοβακίας στα πλαίσια της διαδικασίας αντιντάμπινγκ όσον αφορά τις εισαγωγές των τυποποιημένων πολυφασικών ηλεκτρικών κινητήρων ισχύος μεγαλύτερης από 0,75 KW έως και 75 KW, καταγωγής των χωρών αυτών (EE L 280, o. 66),

και

του κανονισμού (ΕΟΚ) 3019/86 της Επιτροπής, της 30ής Σεπτεμβρίου 1986, για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές των τυποποιημένων πολυφασικών ηλεκτρικών κινητήρων ισχύος μεγαλύτερης από 0,75 KW αλλά όχι μεγαλύτερης από 75 KW, καταγωγής Βουλγαρίας, Ουγγαρίας, Πολωνίας, Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Ρουμανίας, Τσεχοσλοβακίας και Σοβιετικής Ένωσης ( ΕΕ L 280, σ. 68 ),

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ

εκδίδει την ακόλουθη

Διάταξη

1

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 3 Δεκεμβρίου 1986, η εταιρία Enital άσκησε, δυνάμει του άρθρου 173, εδάφιο 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση· των παραπάνω κανονισμών 3018/86 του Συμβουλίου και 3019/86 της Επιτροπής ( ΕΕ L 280, σσ. 66 και 68 αντίστοιχα ).

2

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Δεκεμβρίου 1986, η προσφεύγουσα εταιρία υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 185 της Συνθήκης ΕΟΚ και των άρθρων 36 του οργανισμού του Δικαστηρίου και 83 του κανονισμού διαδικασίας, αίτηση αναστολής εκτελέσεως των προαναφερθέντων κανονισμών 3018/86 του Συμβουλίου και 3019/86 της Επιτροπής, κατά το μέρος που την αφορούν, μέχρις ότου το Δικαστήριο αποφανθεί επί της κυρίας προσφυγής.

3

Τα καθών υπέβαλαν εγγράφως τις παρατηρήσεις τους στις 9 Ιανουαρίου 1987. Επειδή οι γραπτές παρατηρήσεις των διαδίκων περιέχουν όλες τις αναγκαίες πληροφορίες προκειμένου να αποφανθεί το Δικαστήριο επί της αιτήσεως για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, δεν κρίθηκε αναγκαίο να κληθούν οι διάδικοι να αναπτύξουν προφορικά τις παρατηρήσεις τους.

4

Πριν εξεταστεί το βάσιμο της υπό κρίση αιτήσεως για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, κρίνεται σκόπιμο να εκτεθούν συνοπτικά τα σημαντικότερα στάδια της διαδικασίας αντιντάμπινγκ, όσον αφορά την αιτούσα εταιρία, που προηγήθηκαν της θεσπίσεως των προαναφερθέντων κανονισμών 3018/86 του Συμβουλίου και 3019/86 της Επιτροπής.

5

Τον Οκτώβριο του 1985η Επιτροπή επελήφθη αιτήσεως που υπέβαλε συγκεκριμένα ο όμιλος των βιομηχανιών υλικού ηλεκτρικού εξοπλισμού και της ένωσης βιομηχανικού ηλεκτρονικού υλικού (εφεξής Gimelec), κατά την έννοια του άρθρου 14 του κανονισμού 20176/84 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1984, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της ΕΟΚ ( ΕΕ L 201 του 1984, σ. 1 ), με αντικείμενο την επανεξέταση των αποφάσεων περί αποδοχής των υποχρεώσεων ως προς τις τιμές που ανέλαβαν οι εξαγωγείς στο πλαίσιο της προηγούμενης διαδικασίας σχετικά με τις εισαγωγές τυποποιημένων πολυφασικών ηλεκτρικών κινητήρων με ισχύ μεγαλύτερη από 0,75 μέχρι και 75 KW που κατάγονται από τη Βουλγαρία, την Ουγγαρία, την Πολωνία, τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, τη Ρουμανία, την Τσεχοσλοβακία και τη Σοβιετική Ένωση.

6

Πρέπει περαιτέρω να διευκρινιστεί ότι η εταιρία Enital εισάγει στην Κοινότητα τυποποιημένους πολυφασικούς ηλεκτρικούς κινητήρες με ισχύ μεγαλύτερη από 0,75 μέχρι και 75 KW, που κατάγονται από τη Σοβιετική Ένωση, ενώ η Energomachexport, σοβιετική εταιρία εξαγωγής των εν λόγω προϊόντων, είναι ένας από τους μετόχους της πρώτης.

7

Στο πλαίσιο της προηγούμενης διαδικασίας, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό 2075/82, της 28ης Ιουλίου 1982 (ΕΕ L 220 του 1982, σ. 36), με τον οποίο αφενός απεδέχθη τις σχετικές με τις τιμές δεσμεύσεις των εξαγωγέων από τη Βουλγαρία, Πολωνία, Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, Ρουμανία και Τσεχοσλοβακία, αφετέρου δε περάτωσε τη διαδικασία σχετικά με τις προερχόμενες από τις εν λόγω χώρες εισαγωγές και επέβαλε οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ επί των εισαγωγών των εν λόγω προϊόντων καταγωγής Σοβιετικής Ενώσεως.

8

Με την απόφαση 84/189, της 2ας Απριλίου 1984 (ΕΕ L 95 του 1984, σ. 28), η Επιτροπή απεδέχθη, ύστερα από αίτηση περί επανεξετάσεως του εν λόγω οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ που υπέβαλε η εταιρία Energomachexport, την υποχρέωση που ανέλαβε η τελευταία να τηρήσει κατώτατες τιμές για τις εξαγωγές της. Κατόπιν αυτού, το Συμβούλιο θέσπισε τον κανονισμό 1275/84, της 7ης Μαΐου 1984 ( ΕΕ L 123 του 1984, σ. 22 ), για την κατάργηση των προαναφερθέντων οριστικών δασμών αντιντάμπινγκ και την περάτωση της διαδικασίας αντιντάμπινγκ όσον αφορά τις ανωτέρω εισαγωγές.

9

Εκτιμώντας ότι η αίτηση του Gimelec περιείχε αποδεικτικά στοιχεία επαρκή για να δικαιολογήσουν την ανάγκη επανεξετάσεως λόγω μεταβολής των περιστάσεων, με ανακοίνωση της 26ης Νοεμβρίου 1985 η Επιτροπή γνωστοποίησε την έναρξη εκ νέου διαδικασίας αντιντάμπινγκ σχετικά με τις εισαγωγές τυποποιημένων πολυφασικών ηλεκτρικών κινητήρων ισχύος μεγαλύτερης από 0,75 μέχρι και 75 KW, υπαγομένων στη διάκριση ex 85.01 BI b) του κοινού δασμολογίου, αντιστοιχούντων στον κώδικα Nimexe ex 85.01-33, ex 85.01-34 και ex 85.01-36 και καταγόμενων από τη Βουλγαρία, Ουγγαρία, Πολωνία, Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, Ρουμανία, Τσεχοσλοβακία και Σοβιετική Ένωση ( ΕΕ C 305 του 1985, σ. 2 ).

10

Επειδή η διαδικασία επανεξετάσεως απέδειξε ότι, παρά την ανάληψη δεσμεύσεων ως τις προαναφερθείσες τιμές, η πρακτική ντάμπινγκ συνεχίστηκε σε σημαντικό βαθμό προκαλώντας κατ' ακολουθία σημαντική ζημία στην κοινοτική βιομηχανία, η Επιτροπή κατήργησε με τον κανονισμό 3019/86, της 30ής Σεπτεμβρίου 1986, την προαναφερθείσα απόφαση 84/189 για την αποδοχή της δέσμευσης ως προς τις τιμές που είχε αναλάβει ο σοβιετικός εξαγωγέας και επέβαλε προσωρινό δασμό αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές προϊόντων καταγωγής Βουλγαρίας, Ουγγαρίας, Πολωνίας, Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Ρουμανίας και Τσεχοσλοβακίας. Την ίδια ημέρα, το Συμβούλιο θέσπισε τον κανονισμό 3018/86, με τον οποίο καταργήθηκε ο προαναφερθείς κανονισμός 2075/82 σχετικά με την αποδοχή των δεσμεύσεων που ανέλαβαν οι εξαγωγείς από τη Βουλγαρία, Πολωνία, Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, Ρουμανία και Τσεχοσλοβακία.

11

Κατά το άρθρο 185 της Συνθήκης ΕΟΚ, οι ασκούμενες ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγές δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα. Πάντως, το Δικαστήριο μπορεί, αν κρίνει ότι επιβάλλεται από τις περιστάσεις, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως των προσβαλλόμενων πράξεων.

12

Το άρθρο 83, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας ορίζει ότι, για να διαταχθεί η λήψη προσωρινού μέτρου όπως το αιτούμενο, η αίτηση αναστολής εκτελέσεως πρέπει να προσδιορίζει τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται, καθώς και τα περιστατικά από τα οποία συνάγεται το επείγον της υποθέσεως.

13

Όπως προκύπτει από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το επείγον της κατά το άρθρο 83, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας αιτήσεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την υφιστάμενη ανάγκη για την έκδοση αποφάσεως κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ώστε ο αιτούμενος το προσωρινό μέτρο διάδικος να μην υφίσταται σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία.

14

Η αιτούσα περιορίζεται σχετικώς στην επίκληση δύο επιχειρημάτων. Κατ' αρχάς, ισχυρίζεται ότι η απόφαση των κοινοτικών θεσμικών οργάνων να ορίσουν ως ημερομηνία ενάρξεως ισχύος των προσβαλλόμενων μέτρων την ημέρα δημοσιεύσεως τους προσδίδει κατ' ουσία στα εν λόγω μέτρα αναδρομική ισχύ, γεγονός που της προκαλεί σοβαρή ζημία, εφόσον είχε ήδη προγραμματίσει την εμπορική πολιτική της με βάση τις δεσμεύσεις ως προς τις τιμές που είχαν γίνει αποδεκτές στο πλαίσιο της προηγούμενης διαδικασίας. Στη συνέχεια, ισχυρίζεται ότι η επίκληση του κοινού δασμολογίου για τον προσδιορισμό των προϊόντων που πλήττονται από προσωρινό δασμό αντιντάμπινγκ, τον οποίο επέβαλε ο προαναφερθείς κανονισμός 3019/86 της Επιτροπής, είχε ως αποτέλεσμα την εφαρμογή του μέτρου αυτού όχι μόνο στους τελικούς κινητήρες αλλά και στα εξαρτήματα κινητήρων, γεγονός που προκαλεί σοβαρή και αθέμιτη ζημία σε όσους εισάγουν, όπως η αιτούσα, τα εν λόγω προϊόντα.

15

Πρέπει να γίνει δεκτό, όπως ορθά διευκρίνισε η Επιτροπή, ότι το δεύτερο επιχείρημα της αιτούσας στερείται, όπως φαίνεται εκ πρώτης όψεως, οιασδήποτε σημασίας. Πράγματι, όπως προκύπτει από την απλή ανάγνωση του κοινού δασμολογίου (ΕΕ L 330 του 1985, σ. 335 ) και του κώδικα Nimexe ( ΕΕ L 353 του 1985, σ. 475 ), η δασμολογική κλάση 85.01 του κοινού δασμολογίου, η οποία φέρει την ονομασία «ηλεκτρογεννήτριες: ηλεκτροκινητήρες· μετατροπείς στρεφόμενοι ή στατοί· μετασχηματιστές· πηνία αντίδρασης και αυτεπαγωγής » υποδιαιρείται σε τρεις διακρίσεις:

85.01 Α ( εμπορεύματα που προορίζονται για πολιτικά αεροσκάφη ),

85.01 Β ( άλλες μηχανές και συσκευές ) και

85.01 Γ ( μέρη και ξεχωριστά τεμάχια — εξαρτήματα ),

ενώ η εκ μέρους του κανονισμού 3019/86 της Επιτροπής επίκληση της δασμολογικής διακρίσεως 85.01 Β 1 β ) δεν αφορά τα μέρη και εξαρτήματα, όπως αυτά ορίζονται στη διάκριση 85.01 Γ. Από τη μελέτη των αντίστοιχων δασμολογικών κλάσεων 85.01-33, 85.01-34 και 85.01-36 του κώδικα Nimexe επιρρωνύεται η εν λόγω διαπίστωση, εφόσον οι οικείες δασμολογικές κλάσεις περιγράφουν τους τυποποιημένους πολυφασικούς κινητήρες ισχύος από 0,75 μέχρι 75 KW, ενώ τα μέρη και εξαρτήματα κινητήρων περιγράφονται αντίθετα στους κώδικες 85.01-89 και 85.01-90, στους οποίους δεν παραπέμπει ο παραπάνω κανονισμός 3019/86.

16

Όσον αφορά το πρώτο επιχείρημα που προέβαλε η αιτούσα, πρέπει να υπομνηστεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 191 της Συνθήκης ΕΟΚ, « οι κανονισμοί... αρχίζουν να ισχύουν από την ημέρα που ορίζουν ή άλλως την 20ή ημέρα από της δημοσιεύσεως τους ». Κατά συνέπεια, η Συνθήκη ΕΟΚ επαφίεται στο θεσμικό όργανο που εκδίδει τον κανονισμό να ορίσει μ' αυτόν την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του. Γεγονός είναι, βέβαια, ότι το Δικαστήριο εξήγγειλε με την απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1967 ( στην υπόθεση 17/67, Neumann, Race. σ. 592 ) ότι ο συντάκτης του κανονισμού « δεν έχει τη δυνατότητα να επιλέξει αδικαιολόγητα την άμεση έναρξη ισχύος χωρίς να θίξει με τον τρόπο αυτό το θεμιτό μέλημα περί ασφαλείας του δικαίου », πλην όμως διευκρίνισε ότι ο συντάκτης μπορεί να το πράξει εφόσον συντρέχουν εν προκειμένω σοβαροί λόγοι συνιστάμενοι στο ότι οιαδήποτε προθεσμία μεταξύ δημοσιεύσεως και ενάρξεως ισχύος ενδέχεται να προκαλέσει ζημία στην Κοινότητα. Στην προκειμένη περίπτωση πρέπει να αναγνωριστεί, όπως ισχυρίστηκε η Επιτροπή, ότι εκ πρώτης όψεως παρόμοιοι λόγοι συντρέχουν προφανώς. Πράγματι, η άμεση επιβολή προσωρινών δασμών αντιντάμπινγκ φαίνεται να απορρέει από την προσωρινή και συντηρητική φύση των εν λόγω δασμών που επιβάλλονται σύμφωνα με τους ίδιους τους όρους του άρθρου 11 του προαναφερθέντος κανονισμού 2176/84 του Συμβουλίου, προκειμένου να αποφευχθεί η πρόκληση ζημίας στην Κοινότητα κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αντιντάμπινγκ, ενώ δεν είναι ικανή να προκαλέσει σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία στην αιτούσα.

17

Πρέπει περαιτέρω να διευκρινιστεί ότι η αίτηση αναστολής εκτελέσεως είναι απορριπτέα, εν πάση περιπτώσει, στο βαθμό που στρέφεται κατά του Συμβουλίου, δεδομένου ότι ο κανονισμός 3018/86, τον οποίο εξέδωσε το εν λόγω όργανο και την αναστολή εφαρμογής του οποίου ζητεί η αιτούσα, δεν αφορά τις εισαγωγές από τη Σοβιετική Ένωση. Πράγματι, η απόφαση 84/189 της Επιτροπής, η οποία αφορούσε την αποδοχή της δεσμεύσεως ως προς τις τιμές που ανέλαβε ο σοβιετικός εξαγωγέας, καταργήθηκε με το άρθρο 1 του προαναφερθέντος κανονισμού 3019/86 της Επιτροπής.

18

Από τα παραπάνω στοιχεία προκύπτει ότι η αιτούσα δεν προέβαλε κανένα αποφασιστικό επιχείρημα που θα επέτρεπε να συναχθεί ότι η απόρριψη του αιτούμενου προσωρινού μέτρου της προκαλεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία.

 

Για τους λόγους αυτούς

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ,

κρίνοντας επί των προσωρινών μέτρων,

διατάσσει:

 

1)

Απορρίπτει την αίτηση.

 

2)

Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.

 

Λουξεμβούργο, 16 Ιανουαρίου 1987.

Ο γραμματέας

Ρ. Heim

Ο πρόεδρος

Α. J. Mackenzie Stuart


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.