61986O0301

ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ 8ΗΣ ΙΟΥΛΙΟΥ 1987. - SOCIETE R. FRIMODT PEDERSEN A/S ΚΑΤΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ. - ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟ. - ΥΠΟΘΕΣΗ 301/86.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1987 σελίδα 03123


Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό

Λέξεις κλειδιά


++++

Προσφυγή ακυρώσεως - Φυσικά ή νομικά πρόσωπα - Πράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικά - Κανονισμός περί επιβολής δασμών αντιντάμπινγκ - Αποκλειστικός εισαγωγέας

( Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 173, παράγραφος 2 κανονισμός 2176/84 του Συμβουλίου, άρθρο 2, παράγραφος 8 κανονισμός 3019/86 της Επιτροπής )

Περίληψη


Ο εισάγων κατ' αποκλειστικότητα σε κράτος μέλος προϊόντα επί των οποίων έχουν επιβληθεί δασμοί αντιντάμπινγκ και ο οποίος δεν συνδέεται με τον εξαγωγέα, οι δε τιμές στις οποίες μεταπωλεί δεν έχουν ληφθεί υπόψη κατά τον υπολογισμό του περιθωρίου ντάμπινγκ, δεν εμπίπτει στην κατηγορία των επιχειρηματιών που έχουν το δικαίωμα να βάλλουν ευθέως ενώπιον του Δικαστηρίου, ασκώντας προσφυγή ακυρώσεως, κατά του κανονισμού περί επιβολής των εν λόγω δασμών, ακόμη και αν έχει συμμετάσχει στις διαδοχικές φάσεις της έρευνας που προηγήθηκε της θεσπίσεως του κανονισμού .

Διάδικοι


Στην υπόθεση 301/86,

R . Frimodt Pedersen A/S, με έδρα το Daugard ( Δανία ), εκπροσωπούμενη από το δικηγόρο Παρισιού Jean-Pierre Spitzer, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Aloyse May, 31, Grand-Rue,

προσφεύγουσα,

κατά

Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τη νομική σύμβουλό της Marie-Jose Jonczy, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,

καθής,

που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 3019/86 της Επιτροπής, της 30ής Σεπτεμβρίου 1986, για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές των τυποποιημένων πολυφασικών ηλεκτρικών κινητήρων ισχύος μεγαλύτερης από 0,75 kW αλλά όχι μεγαλύτερης από 75 kW, καταγωγής Βουλγαρίας, Ουγγαρίας, Πολωνίας, Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Ρουμανίας, Τσεχοσλοβακίας και Σοβιετικής 'Ενωσης,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, Y . Galmot, Κ . Κακούρη, T . F . O' Higgins και F . Schockweiler, προέδρους τμήματος, G . Bosco, T . Koopmans, O . Due, U . Everling, K . Bahlmann, R . Joliet, J . C . Moitinho de Almeida και G . C . RodrIguez Iglesias, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας : G . F . Mancini

γραμματέας : P . Heim

αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα,

εκδίδει την ακόλουθη

Διάταξη

Σκεπτικό της απόφασης


1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου την 1η Δεκεμβρίου 1986, η εταιρία R . Frimodt Pedersen A/S άσκησε, βάσει του άρθρου 173, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση του κανονισμού 3019/86 της Επιτροπής, της 30ής Σεπτεμβρίου 1986, για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές των τυποποιημένων πολυφασικών ηλεκτρικών κινητήρων ισχύος μεγαλύτερης από 0,75 kW αλλά όχι μεγαλύτερης από 75 kW, καταγωγής Βουλγαρίας, Ουγγαρίας, Πολωνίας, Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Ρουμανίας, Τσεχοσλοβακίας και Σοβιετικής 'Ενωσης ( ΕΕ L 280, σ . 68 ). Προς στήριξη της προσφυγής της, η προσφεύγουσα επικαλείται παράβαση του κανονισμού ( ΕΟΚ ) αριθ . 2176/84 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1984, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας ( ΕΕ L 201, σ . 1 ), καθώς και την παραβίαση ορισμένων γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου .

2 Το Νοέμβριο του 1985 η Επιτροπή επανέλαβε την έρευνα αντιντάμπινγκ που κατέληξε στην επιβολή του επίδικου προσωρινού δασμού, κατόπιν αιτήσεως επανεξετάσεως των υποχρεώσεων ως προς τις τιμές, που έγιναν αποδεκτές από το Συμβούλιο και την Επιτροπή το 1982 και το 1984 αντιστοίχως, και οι οποίες αφορούσαν τις εισαγωγές ηλεκτρικών κινητήρων προερχόμενων από τις προαναφερθείσες χώρες ( ΕΕ 1985, C 305, σ . 2 ).

3 Στην έβδομη αιτιολογική σκέψη του προσβαλλόμενου κανονισμού η Επιτροπή παρέθεσε πίνακα εισαγωγέων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η προσφεύγουσα, των οποίων τα επιχειρήματα, που διατυπώθηκαν γραπτώς και προφορικώς, έλαβε υπόψη η Επιτροπή .

4 'Οπως προκύπτει από τη δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη του εν λόγω κανονισμού, η Επιτροπή εξέτασε την ύπαρξη ντάμπινγκ σε συνάρτηση προς τις πραγματικά καταβληθείσες ή καταβλητέες τιμές εξαγωγής στο πλαίσιο των επίδικων συναλλαγών, χωρίς, σε καμιά περίπτωση, να προβεί στην προβλεπόμενη από το άρθρο 2, παράγραφος 8, στοιχείο β ), του κανονισμού 2176/84 κατασκευή των τιμών εξαγωγής, βάσει των εφαρμοζόμενων από τους εισαγωγείς τιμών μεταπωλήσεως των εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας .

5 Ωστόσο, με το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β ), του προσβαλλόμενου κανονισμού, η Επιτροπή κατονόμασε έξι εισαγωγείς για τους οποίους η έρευνά της απέδειξε ότι υπήρχε σύνδεσμος ή συμψηφιστικός διακανονισμός με έναν εξαγωγέα κατά την έννοια του προαναφερθέντος άρθρου 2, παράγραφος 8, στοιχείο β ). Η προσφεύγουσα δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των εν λόγω εταιριών .

6 Επιπλέον, το άρθρο 2, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού εξαρτά τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία των ηλεκτρικών κινητήρων του προαναφερθέντος τύπου από την κατάθεση ισόποσης προς τον προσωρινό δασμό εγγύησης .

7 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η προσφεύγουσα είναι δανική εταιρία που, μεταξύ άλλων, εισάγει κατ' αποκλειστικότητα στη Δανία ηλεκτρικούς κινητήρες προελεύσεως Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, που εξάγονται απο την εταιρία ΑΗΒ Elektrotechnik, χωρίς ωστόσο να συνδέεται, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 8, στοιχείο β ), του κανονισμού 2176/84, προς την τελευταία αυτή εταιρία ή προς έναν από τους άλλους οικείους εξαγωγείς .

8 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 22 Ιανουαρίου 1987, η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου κατά το άρθρο 91, πρώτη παράγραφος, του κανονισμού διαδικασίας . Προς στήριξη της ενστάσεώς της, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο επίδικος κανονισμός δεν αφορά άμεσα και ατομικά την προσφεύγουσα, αλλά μάλλον συνιστά πράξη γενικής ισχύος . Η δυνατότητα καθορισμού του αριθμού, ή ακόμη και της ταυτότητας των επιχειρηματιών επί των οποίων εφαρμόζεται ο κανονισμός αυτός, δεν αναιρεί το εν λόγω γεγονός .

9 Η Επιτροπή προσθέτει σχετικώς ότι το γεγονός και μόνο ότι η έρευνα αντιντάμπινγκ αφορούσε την προσφεύγουσα ή ότι αυτή κατονομάζεται στην προσβαλλόμενη πράξη δεν ασκεί καμιά επίδραση επί του χαρακτηρισμού της εν λόγω πράξεως . Πράγματι, η θέση της προσφεύγουσας δεν ελήφθη ειδικώς υπόψη, δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση η ύπαρξη ντάμπινγκ αποδείχτηκε σε συνάρτηση προς την τιμή εξαγωγής και όχι σε συνάρτηση προς την εφαρμοζόμενη από την προσφεύγουσα τιμή μεταπωλήσεως . Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι υπό τις συνθήκες αυτές είναι απαράδεκτη η προσφυγή κατά κανονισμού με τον οποίο επιβάλλεται δασμός αντιντάμπινγκ . Η Επιτροπή τονίζει ότι η προσφεύγουσα είχε τη δυνατότητα να προσβάλει ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων τις ατομικές πράξεις που τις απηύθυναν οι εθνικές αρχές κατ' εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού .

10 Αντιθέτως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη πράξη συνιστά στην πραγματικότητα απόφαση που, μολονότι έχει εκδοθεί ως κανονισμός, την αφορά άμεσα και ατομικά . Η προσφεύγουσα επισημαίνει σχετικώς ότι την αφορούσαν οι προπαρασκευαστικές έρευνες που διενήργησε η Επιτροπή κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αντιντάμπινγκ, διότι είχε συμμετάσχει σ' όλα τα στάδια της εν λόγω διαδικασίας . Επιπλέον, η προσφεύγουσα τονίζει ότι η Επιτροπή, προκειμένου να καθορίσει το δασμό αντιντάμπινγκ, έλαβε υπόψη της το περιθώριο των εισαγωγέων, περιλαμβανομένου και του περιθωρίου της προσφεύγουσας .

11 Εξάλλου, η προσφεύγουσα παρατηρεί ότι, ως αποκλειστικός εισαγωγέας ηλεκτρικών κινητήρων προελεύσεως Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, είναι η μοναδική επιχείρηση του είδους αυτού στο κράτος μέλος όπου ανήκει . Επιπλέον, η προσφεύγουσα κατονομάζεται στις αιτιολογικές σκέψεις του ανωτέρω κανονισμού, με αποτέλεσμα να υφίσταται διαφορετική μεταχείριση από τους μη κατανομαζόμενους εισαγωγείς . Πέραν αυτού, από το άρθρο 7 του κανονισμού 2176/84 προκύπτει ότι οι εισαγωγείς και οι εξαγωγείς αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο ως "πράγματι ενδιαφερόμενα μέρη που μπορεί να τους αφορά το αποτέλεσμα της διαδικασίας ". Τέλος, προκειμένου περί προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ, δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι μπορεί να ασκήσει ευδοκίμως προσφυγή ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων .

12 Το ζήτημα παραδεκτού που έχει θέσει η Επιτροπή πρέπει να επιλυθεί βάσει του άρθρου 173, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης, το οποίο εξαρτά το παραδεκτό της προσφυγής ακυρώσεως που ασκεί ιδιώτης από την προϋπόθεση ότι η προσβαλλόμενη πράξη, μολονότι έχει εκδοθεί ως κανονισμός, συνιστά στην πραγματικότητα απόφαση που το αφορά άμεσα και ατομικά .

13 Ωστόσο, η προσφυγή που ασκεί ιδιώτης δεν είναι παραδεκτή, καθόσον βάλλει κατά κανονισμού γενικής ισχύος κατά την έννοια του άρθρου 189, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης, δεδομένου ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το κριτήριο της διακρίσεως μεταξύ κανονισμού και αποφάσεως πρέπει να αναζητείται στη γενική ή μη ισχύ της υπό κρίση πράξεως .

14 Σχετικώς, πρέπει να γίνει καταρχάς δεκτό ότι οι κανονισμοί με τους οποίους επιβάλλεται δασμός αντιντάμπινγκ έχουν πράγματι κανονιστικό χαρακτήρα , λόγω της φύσεως και της εκτάσεως ισχύος τους, καθόσον εφαρμόζονται επί του συνόλου των οικείων επιχειρηματιών ( βλέπε την απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1984 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 239 και 275/82, Allied Corporation I, Συλλογή σ . 1005 ).

15 Ωστόσο, το Δικαστήριο έχει δεχτεί ότι δεν αποκλείεται ορισμένες διατάξεις των εν λόγω κανονισμών να αφορούν άμεσα και ατομικά εκείνους από τους παραγωγούς και τους εξαγωγείς του επίμαχου προϊόντος στους οποίους καταλογίζεται η πρακτική ντάμπινγκ, με τη χρησιμοποίηση στοιχείων της εμπορικής δραστηριότητάς τους . Αυτό συμβαίνει γενικώς με τις παραγωγικές και εξαγωγικές επιχειρήσεις, που μπορούν να αποδείξουν ότι από τις πράξεις της Επιτροπής ή του Συμβουλίου προκύπτει η ταυτότητά τους ή ότι τις αφορούν οι προπαρασκευαστικές έρευνες ( βλέπε την προαναφερθείσα απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1984, Allied Corporation I, και την απόφαση της 23ης Μαΐου 1985, Allied Corporation II, 53/83, Συλλογή σ . 1621, ιδίως σ . 1640 ).

16 Το ίδιο ισχύει για τους εισαγωγείς τους οποίους αφορούν άμεσα οι διαπιστώσεις ως προς την ύπαρξη πρακτικής ντάμπινγκ λόγω του γεγονότος ότι οι τιμές εξαγωγής έχουν καθοριστεί σε συνάρτηση προς τις δικές τους τιμές μεταπωλήσεως και όχι σε συνάρτηση προς τις τιμές εξαγωγής που εφαρμόζουν οι οικείοι παραγωγοί ή εξαγωγείς ( βλέπε την απόφαση της 29ης Μαρτίου 1979, ΙSΟ, 118/77, Συλλογή σ . 1277, και την προαναφερθείσα απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1984, Allied Corporation I ). 'Οπως προκύπτει από το άρθρο 2, παράγραφος 8, στοιχείο β ), του κανονισμού 2176/84, η κατασκευή των τιμών εξαγωγής μπορεί να γίνει κυρίως στην περίπτωση κατά την οποία υπάρχει σύνδεσμος μεταξύ του εξαγωγέα και του εισαγωγέα .

17 Η προσφεύγουσα δεν ανήκει σε καμία από τις δύο προαναφερθείσες κατηγορίες επιχειρηματιών, υπέρ των οποίων το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει το δικαίωμα ασκήσεως ευθείας προσφυγής κατά κανονισμών με τους οποίους επιβάλλεται δασμός αντιντάμπινγκ . Πράγματι, η ίδια η προσφεύγουσα αναγνωρίζει με την προσφυγή της ότι δεν συνδέεται με τον εξαγωγέα του επίμαχου προϊόντος . Εξάλλου, από τον προσβαλλόμενο κανονισμό προκύπτει ότι η ύπαρξη ντάμπινγκ δεν έχει αποδειχτεί σε συνάρτηση προς τις τιμές μεταπωλήσεως της προσφεύγουσας, αλλά σε συνάρτηση προς τις πράγματι καταβληθείσες ή καταβλητέες τιμές εξαγωγής .

18 Το προβαλλόμενο από την προσφεύγουσα γεγονός ότι είναι αποκλειστικός εισαγωγέας, στο κράτος μέλος όπου ανήκει, ηλεκτρικών κινητήρων προελεύσεως Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετική εκτίμηση . Πράγματι, ο προσβαλλόμενος κανονισμός δεν αφορά την προσφεύγουσα λόγω ορισμένων ιδιοτήτων που προσιδιάζουν σ' αυτή ή μιας πραγματικής καταστάσεως που τη χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο, αλλά λόγω και μόνο της αντικειμενικής ιδιότητάς της ως εισαγωγέα των εν λόγω προϊόντων, και κατά τον ίδιο τρόπο όπως και κάθε άλλον εμπορευόμενο που θα μπορούσε να βρεθεί, τώρα ή μελλοντικά, στην ίδια κατάσταση ( βλέπε την απόφαση της 14ης Ιουλίου 1983 στην υπόθεση 231/82, Spijker, Συλλογή σ . 2559 ).

19 Το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι η συμμετοχή της στις διαδοχικές φάσεις της έρευνας που πραγματοποίησε η Επιτροπή πρέπει να συνεπάγεται το παραδεκτό της προσφυγής της δεν μπορεί επίσης να γίνει δεκτό, εφόσον η διάκριση μεταξύ κανονισμού και αποφάσεως μπορεί να στηριχτεί μόνο στη φύση της ίδιας της πράξης και στα έννομα αποτελέσματα που αυτή παράγει, και όχι στον τρόπο της εκδόσεώς της ( βλέπε την απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982, Alusuisse, 307/81, Συλλογή σ . 3463 ).

20 Εξάλλου η λύση αυτή συνάδει προς το σύστημα των μέσων παροχής εννόμου προστασίας που θεσπίζει το κοινοτικό δίκαιο, δεδομένου ότι οι εισαγωγείς μπορούν, σύμφωνα με τις διατάξεις του εθνικού δικαίου, να προσβάλλουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων τις ατομικές πράξεις που εκδίδουν οι εθνικές αρχές για την εφαρμογή του κοινοτικού κανονισμού .

21 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη πράξη συνιστά έναντι της προσφεύγουσας κανονισμό γενικής ισχύος και όχι απόφαση κατά την έννοια του άρθρου 173, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης .

22 Κατά συνέπεια, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, με έκδοση Διατάξεως και χωρίς συζήτηση επί της ουσίας, συμφώνως προς το άρθρο 91, παράγραφοι 3 και 4, του κανονισμού διαδικασίας .

Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα


Επί των δικαστικών εξόδων

23 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα . Επειδή η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα .

Διατακτικό


Για τους λόγους αυτούς

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

διατάσσει :

1 ) Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη .

2 ) Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα .

Λουξεμβούργο, 8 Ιουλίου 1987 .