ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΤΡΙΤΟ ΤΜΗΜΑ) ΤΗΣ 5ΗΣ ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1988. - GERARD DE SZY-TARISSE ΚΑΙ YVETTE FEYAERTS ΚΑΤΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ. - ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ - ΠΡΩΗΝ ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ AEC - ΚΑΤΑΤΑΞΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΛΗΨΗ ΤΟΥΣ ΩΣ ΕΚΤΑΚΤΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ - ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΤΟΚΩΝ ΥΠΕΡΗΜΕΡΙΑΣ. - ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΣΘΕΙΣΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ 314/86 ΚΑΙ 315/86.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1988 σελίδα 06013
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
++++
1. Υπάλληλοι - Πρόσληψη - Διορισμός σε βαθμό και κατάταξη σε κλιμάκιο - Λαμβάνεται υπόψη η επαγγελματική πείρα - Κανόνες που όρισε η Επιτροπή - Διορισμός στον ανώτερο βαθμό της σταδιοδρομίας - Διακριτική εξουσία της διοικήσεως
(Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 31 και 32, εδάφιο 2)
2. Υπάλληλοι - Αποδοχές - Ανακατάταξη που διενεργήθηκε εις εκτέλεση αποφάσεως του Δικαστηρίου - Καταβολή καθυστερουμένων αποδοχών - Δικαίωμα τόκων υπερημερίας - Δεν υφίσταται, ελλείψει βεβαίας ή προσδιορίσιμης οφειλής
1. Σε περίπτωση κατατάξεως σε βαθμό και σε κλιμάκιο κατά το διορισμό, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή απολαύει ευρείας διακριτικής εξουσίας στο πλαίσιο που ορίζουν τα άρθρα 31 και 32, εδάφιο 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ή εσωτερικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εφαρμογή των άρθρων αυτών, κατά την εκτίμηση της προηγούμενης επαγγελματικής πείρας προσώπου που διορίστηκε ως υπάλληλος τόσο όσον αφορά τη φύση και το χρόνο της πείρας αυτής, όσο και ως προς τη λίγο-πολύ στενή σχέση που μπορεί να εμφανίζει με τις απαιτήσεις της προς πλήρωση θέσεως.
Ναι μεν το άρθρο 3 της αποφάσεως της Επιτροπής 61/ΙΧ/81, περί κριτηρίων εφαρμοστέων κατά το διορισμό σε βαθμό και κατά την κατάταξη σε κλιμάκιο επί διορισμών, επιτρέπει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, το διορισμό νεοπροσληφθέντος υπαλλήλου σε βαθμό ανώτερο των βασικών σταδιοδρομιών και των ενδιαμέσων σταδιοδρομιών, η διάταξη όμως αυτή πρέπει να νοηθεί ως εξαίρεση από τους γενικούς κανόνες κατατάξεως που εξαρτώνται εν πάση περιπτώσει από τη διακριτική εξουσία της διοικήσεως.
2. Υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας υπάρχει ενδεχομένως μόνο εφόσον η κύρια οφειλή είναι βεβαία ως προς το ποσό ή τουλάχιστον προσδιορίσιμη βάσει δεδομένων αντικειμενικών στοιχείων. 'Οταν εις εκτέλεση αποφάσεως του Δικαστηρίου, η διοίκηση προβαίνει σε ανακατάταξη του νεοπροσληφθέντος υπαλλήλου, δεν υφίσταται καμία βεβαιότητα όσον αφορά το ποσό της οφειλής πριν από την απόφαση ανακατατάξεως, έτσι ώστε η καταβολή των καθυστερουμένων αποδοχών η οποία έπεται της νέας κατατάξεως δεν πρέπει να συνοδεύεται με τόκους υπερημερίας.
'Αλλο είναι το ζήτημα αν μπορεί να γίνει λόγος για υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας στην περίπτωση όπου καθυστερεί αδικαιολόγητα ο ίδιος ο καθορισμός του ύψους της απαιτήσεως των αποδοχών.
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 314 και 315/86,
Gerard de Szy-Tarisse, κάτοικος avenue Slegers 156, Β-1200 Βρυξέλλες (υπόθεση 314/86),
και
Yvette Feyaerts, κάτοικος rue de la Fontaine 6, B-1320 Genval (υπόθεση 315/86),
υπάλληλοι της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενοι από τον Marcel Slusny, δικηγόρο Βρυξελλών, avenue Brugmann 272, Β-1180 Βρυξέλλες, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Ernest Arendt, Centre Louvigny, 4, avenue Marie-Therese,
προσφεύγοντες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Hendrik van Lier, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον Robert Andersen, δικηγόρο Βρυξελλών, avenue Montjoie 214, Β-1180 Βρυξέλλες, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής, κτίριο Jean Monnet, υψίπεδο του Kirchberg, Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχουν ως κοινό αντικείμενο την επανόρθωση της διοικητικής και οικονομικής καταστάσεως των προσφευγόντων, λαμβανομένης υπόψη ως αφετηρίας της ημερομηνίας προσλήψεώς τους ως εκτάκτων υπαλλήλων, καθώς και αίτημα αποζημιώσεως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
συγκείμενο από τους J. C. Moitinho de Almeida, πρόεδρο τμήματος, U. Everling και Y. Galmot, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 20ής Απριλίου 1988,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 31ης Μαΐου 1988,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 16 Δεκεμβρίου 1986 ο Gerard de Szy-Tarisse (υπόθεση 314/86) και η Yvette Feyaerts (υπόθεση 315/86), υπάλληλοι της Επιτροπής, άσκησαν προσφυγή με την οποία ζητούν την ακύρωση της αποφάσεως της 3ης Φεβρουαρίου 1986, με την οποία η Επιτροπή προέβη σε ανακατάταξη των προσφευγόντων, καθώς και την καταδίκη της Επιτροπής στην καταβολή αποζημιώσεως λόγω της ζημίας που υπέστησαν οι προσφεύγοντες από την εν λόγω απόφαση.
2 Οι προσφεύγοντες υπήρξαν υπάλληλοι επί ειδική συμβάσει του Ευρωπαϊκού Συνδέσμου Συνεργασίας (στο εξής: ΕΣΣ), διεθνή σύνδεσμο με σκοπό τη διευκόλυνση της οικονομικής συνεργασίας που ανέλαβαν οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες με τις υπό ανάπτυξη χώρες. Ο ΕΣΣ είχε τρεις κατηγορίες προσωπικού: τους υπαλλήλους της έδρας, το υπερπόντιο προσωπικό και το προσωπικό που προσελήφθη από τον ΕΣΣ με ειδική σύμβαση, η οποία προέβλεπε τη διάθεσή τους στη γενική διεύθυνση VΙΙΙ (Ανάπτυξη) της Επιτροπής.
3 Με τον κανονισμό 3245/81 του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 1981, περί ιδρύσεως ενός Ευρωπαϊκού Οργανισμού Συνεργασίας (ΕΕ L 328, σ. 1), το έργο του ΕΣΣ ανατέθηκε στον εν λόγω οργανισμό. Για να δοθεί λύση στα προβλήματα σχετικά με την υπηρεσιακή κατάσταση των υπαλλήλων της έδρας του ΕΣΣ, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό 3332/82, της 3ης Δεκεμβρίου 1982, για τη θέσπιση ειδικών και μεταβατικών μέτρων σχετικά με την πρόσληψη 56 υπαλλήλων της έδρας του Ευρωπαϊκού Συνδέσμου Συνεργασίας ως μονίμων υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 352, σ. 5). Ο κανονισμός αυτός προβλέπει ότι ο υπάλληλος που υπηρετούσε στην έδρα του ΕΣΣ κατά την 1η Ιανουαρίου 1982 μπορεί να διοριστεί δόκιμος υπάλληλος της Επιτροπής και ότι, κατά παρέκκλιση των άρθρων 31 και 32 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, θα καταταγεί στο βαθμό και στο κλιμάκιο που καθορίζονται σύμφωνα με τον πίνακα ισοτιμίας που έχει επισυναφθεί ως παράρτημα του κανονισμού αυτού.
4 Αντιθέτως, για τη μονιμοποίηση των 32 υπαλλήλων που συνδέονταν με ειδικές συμβάσεις με τον ΕΣΣ (στο εξής: υπάλληλοι ΕΣ), η Επιτροπή εφήρμοσε τις διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. 'Ετσι, τον Ιούνιο του 1981, οι προσφεύγοντες έλαβαν έγγραφο απολύσεως από τον ΕΣΣ και, συνακολούθως, η Επιτροπή τους πρότεινε τη σύναψη συμβάσεως εκτάκτου υπαλλήλου, την οποία και αποδέχθηκαν. Μετά τη δημοσίευση, τον Ιούλιο του 1981, ανακοινώσεως περί υπάρξεως 32 μονίμων κενών θέσεων τις οποίες χορήγησε η Επιτροπή επί του προϋπολογισμού, η Επιτροπή προέβη στη διοργάνωση εσωτερικών διαγωνισμών στους οποίους, όπως και η πλειονότητα των πρώην υπαλλήλων ΕΣ, μετέσχαν οι προσφεύγοντες με επιτυχία. Μετά τη λήξη των συμβάσεών τουςως εκτάκτων υπαλλήλων, οι προσφεύγοντες διορίστηκαν δόκιμοι υπάλληλοι. Η εφαρμογή αυτή του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως επί των προσφευγόντων είχε το εξής αποτέλεσμα:
-ο de Szy-Tarisse που εισήλθε στην υπηρεσία του ΕΣΣ στις 18 Φεβρουαρίου 1975 και είχε κατά το χρόνο της απολύσεώς του το βαθμό 15, κλιμάκιο 7, ο οποίος αντιστοιχούσε στο βαθμό Α 5, κλιμάκιο 7, διορίστηκε με απόφαση της 30ής Ιουνίου 1982 στο βαθμό Α 5, κλιμάκιο 3
- η Feyaerts που εισήλθε στην υπηρεσία του ΕΣΣ την 1η Απριλίου 1972 και είχε κατά το χρόνο της απολύσεώς της το βαθμό 33, κλιμάκιο 6, που αντιστοιχούσε στο βαθμό C 3, κλιμάκιο 6, διορίστηκε με απόφαση της 8ης Ιουλίου 1982 στο βαθμό C 4, κλιμάκιο 3.
5 Στις 27 Απριλίου και στις 11 Ιουλίου 1983, πολλοί πρώην υπάλληλοι ΕΣ, μεταξύ των οποίων και οι προσφεύγοντες, προσέφυγαν ενώπιον του Δικαστηρίου ζητώντας κυρίως να αναγνωριστεί ότι προσελήφθησαν στην Επιτροπή από το χρόνο συνάψεως της συμβάσεως εργασίας τους με τον ΕΣΣ καθώς και να ακυρωθούν οι αποφάσεις με τις οποίες διορίστηκαν ως δόκιμοι υπάλληλοι κατά το μέρος που αφορούσαν την κατάταξή τους σε βαθμό και κλιμάκιο. Με απόφαση της 11ης Ιουλίου 1985 (Hattet και λοιποί κατά Επιτροπής, 66 έως 68 και 136 έως 140/83, Συλλογή 1985, σ. 2459), το Δικαστήριο ακύρωσε τις εν λόγω αποφάσεις "καθόσον αφορά τον καθορισμό του βαθμού και του κλιμακίου των προσφευγόντων", ενώ οι προσφυγές απερρίφθησαν κατά τα λοιπά και οι υποθέσεις αναπέμφθησαν στην Επιτροπή για έκδοση νέων αποφάσεων.
6 Με απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 1986, η οποία ελήφθη εις εκτέλεση της προαναφερθείσας απόφασης, η Επιτροπή προέβη σε νέα κατάταξη των προσφευγόντων αναδρομικώς από την ημερομηνία του διορισμού τους ως δοκίμων υπαλλήλων:
-ο de Szy-Tarisse διορίστηκε, αναδρομικά από την 1η Ιουλίου 1982, στο βαθμό Α 5, κλιμάκιο 7, με τη διεκρίνιση ότι η αρχαιότητά του στο κλιμάκιο ανέτρεχε στην 1η Φεβρουαρίου 1981
- η Feyaerts διορίστηκε, αναδρομικά από την 1η Ιουλίου 1982, στο βαθμό C 3, κλιμάκιο 7, με τη διευκρίνιση ότι η αρχαιότητά της στο κλιμάκιο ανέτρεχε στην 1η Απριλίου 1982.
Η Επιτροπή κατέβαλε στους προσφεύγοντες, συγχρόνως με τις αποδοχές τους του μηνός Απριλίου 1986, τους συμπληρωματικούς μισθούς που προέκυπταν από την απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 1986.
7 Ο de Szy-Tarisse και η Feyaerts υπέβαλαν, αντίστοιχα, στις 12 και στις 6 Μαΐου 1986, διοικητικές ενστάσεις κατ' εφαρμογή του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, οι οποίες στρέφονταν κατά των μέτρων που τους αφορούσαν και οι οποίες είχαν ληφθεί εις εκτέλεση της αποφάσεως της 11ης Ιουλίου 1985. Οι διοικητικές αυτές ενστάσεις απορρίφθηκαν από την Επιτροπή στις 19 Σεπτεμβρίου 1986.
8 Οι προσφεύγοντες ζητούν με τις προσφυγές τους να υποχρεωθεί η Επιτροπή να προβεί στην επανόρθωση της διοικητικής και οικονομικής τους καταστάσεως, λαμβάνοντας υπόψη τις ενδείξεις που περιέχονται στην απόφαση της 11ης Ιουλίου 1985. Κατά την άποψη των προσφευγόντων, η νέα κατάταξή τους πρέπει να λάβει υπόψη ως αφετηρία την ημερομηνία προσλήψεώς τους ως εκτάκτων υπαλλήλων και όχι την ημερομηνία διορισμού τους ως δοκίμων υπαλλήλων και πρέπει να διενεργηθεί σε ανώτερους βαθμούς και ανώτερα κλιμάκια από εκείνα που κατείχαν κατά το χρόνο της απολύσεώς τους από τον ΕΣΣ. Επίσης, ζητούν την αποκατάσταση της υλικής ζημίας την οποία υπέστησαν από το γεγονός της μερικής μη εκτελέσεως της προαναφερθείσας απόφασης, ζημίας την οποίαν εκτιμούν προσωρινά στο ποσό του 1 000 000 βελγικών φράγκων (ΒFR) ως κυρία απαίτηση, επί της οποίας διεκδικούν τόκους υπερημερίας, και ζητούν επίσης να υποχρεωθεί η Επιτροπή να τους καταβάλει τόκους υπερημερίας επί των ποσών που τους έχουν ήδη καταβληθεί κατά μερική εφαρμογή της εν λόγω αποφάσεως. Εξάλλου, οι προσφεύγοντες ζητούν για την ηθική βλάβη που προκύπτει από τη μερική μη εκτέλεση της ίδιας απόφασης το ποσό των 100 000 ΒFR, προσηυξημένου επίσης κατά τους τόκους υπερημερίας.
9 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικά τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία, οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
Επί του παραδεκτού
10 Η Επιτροπή προβάλλει ένσταση μερικού απαραδέκτου για το λόγο ότι το αίτημα των προσφευγόντων με το οποίο ζητείται η αποκατάσταση των ζημιών που προκύπτουν από τη δήθεν καθυστέρηση της διοικητικής τους σταδιοδρομίας δεν διατυπώθηκε ποτέ στις προηγούμενες προσφυγές τους (υποθέσεις 68 και 138/83), οι οποίες έδωσαν λαβή στην έκδοση της αποφάσεως της 11ης Ιουλίου 1985.
11 Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι δεν ήταν αναγκαία η διατύπωση τέτοιου αιτήματος διότι με τις εν λόγω προσφυγές τους δεν είχαν ζητήσει ούτε την καταβολή ποσών, πράγμα που δεν εμπόδισε την Επιτροπή να τους καταβάλει τους συμπληρωματικούς μισθούς που προέκυπταν από τη νέα κατάταξη την οποία διενήργησε εις εκτέλεση της προαναφερθείσας απόφασης.
12 Πρέπει να τονιστεί ότι τα ποσά που ζητούν οι προσφεύγοντες για την υλική ζημία που υπέστησαν είναι ίσα προς τους συμπληρωματικούς μισθούς προσηυξημένους κατά τόκους υπερημερίας, που αντιστοιχούν στην κατάταξη την οποία θεωρούν ότι δικαιούνται λόγω της παρανομίας της προσβαλλόμενης απόφασης. Συνεπώς, το αίτημα αυτό συνδέεται αρρήκτως με το αίτημα της ακυρώσεως της αποφάσεως αυτής, το παραδεκτό της οποίας δεν αμφισβητείται από την Επιτροπή.
13 Ενόψει των προηγουμένων σκέψεων, η ένσταση απαραδέκτου πρέπει να απορριφθεί.
Επί της ουσίας
'Οσον αφορά το ακυρωτικό αίτημα
14 Οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται πρώτον ότι, λαμβανομένων υπόψη των ενδείξεων του Δικαστηρίου που περιλαμβάνονται στην απόφαση της 11ης Ιουλίου 1985, έπρεπε να ανακαταταγούν αναδρομικώς από την ημερομηνία της προσλήψεώς τους ως εκτάκτων υπαλλήλων. Υπέρ του επιχειρήματος αυτού επικαλούνται την αρχή της ίσης μεταχείρισης, η οποία εμποδίζει να υποστούν οι πρώην υπάλληλοι ΕΣ τις επιβλαβείς συνέπειες της εφαρμογής, στην περίπτωσή τους, διαδικασίας διαφορετικής από εκείνη που χρησιμοποιήθηκε για την ένταξη των πρώην υπαλλήλων της έδρας του ΕΣΣ.
15 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προαναφερθείσα απόφαση δέχθηκε ότι ελλείψει κανονισμού του Συμβουλίου που να θεσπίζει μέτρα όμοια με εκείνα που ελήφθησαν για τους υπαλλήλους της έδρας του ΕΣΣ, έπρεπε να εφαρμόσει τις διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων για την πρόσληψη των υπαλλήλων ΕΣ. Εξάλλου, η εν λόγω απόφαση ουδόλως έκρινε ότι οι υπάλληλοι ΕΣ έπρεπε να διοριστούν κατευθείαν δόκιμοι υπάλληλοι της Επιτροπής.
16 Πρέπει να υπενθυμιστεί, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση της 11ης Ιουλίου 1985, ότι η πρόσληψη και ο διορισμός των υπαλλήλων ΕΣ στον ΕΣΣ από την Επιτροπή συνιστούν πρόσληψη εκτός των θεσμικών οργάνων. Η εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως δεν συνιστά οποιαδήποτε πλημμέλεια.
17 Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι οι σκέψεις τις οποίες ανέπτυξε το Δικαστήριο στην προαναφερθείσα απόφασή του, επί του θέματος της διαφορετικής μεταχειρίσεως η οποία επιφυλάχθηκε για τους υπαλλήλους ΕΣ σε σχέση με τους υπαλλήλους της έδρας του ΕΣΣ, δεν αφορούν παρά μόνο τον καθορισμό του βαθμού και του κλιμακίου των προσφευγόντων με τις αποφάσεις που τους διόρισαν δοκίμους υπαλλήλους και όχι την ημερομηνία ενεργείας των εν λόγω αποφάσεων.
18 Οι προσφεύγοντες δεν μπορούν, επομένως, να επικαλεστούν λυσιτελώς την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1985 για να ζητήσουν την αναδρομή της ανακατατάξεώς τους στην ημερομηνία προσλήψεώς τους ως εκτάκτων υπαλλήλων.
19 Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν επίσης ότι, αφενός μεν, κατ' εφαρμογή των άρθρων 5, 31 και 32 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και, αφετέρου, κατ' εφαρμογή της εσωτερικής αποφάσεως 61/ΙΧ/81 της Επιτροπής, έπρεπε να καταταγούν σε ανώτερους βαθμούς και κλιμάκια από εκείνα που κατείχαν κατά το χρόνο της απολύσεώς τους από τον ΕΣΣ. Ο de Szy-Tarisse ισχυρίζεται ότι κατείχε κατά το χρόνο της απολύσεώς του από τον ΕΣΣ επαγγελματική πείρα 19 ετών, η οποία έπρεπε να κριθεί ίση ή σημαντικότερη από την επαγγελματική πείρα άλλων πρώην υπαλλήλων ΕΣ οι οποίοι διορίστηκαν στο βαθμό Α 4. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή έπρεπε να του χορηγήσει το βαθμό Α 4. Η Feyaerts ισχυρίζεται ότι, λαμβανομένης υπόψη της διάρκειας της υπηρεσίας της, της ηλικίας της και των ικανοτήτων της, η Επιτροπή έπρεπε να της χορηγήσει το βαθμό C 2.
20 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι εφήρμοσε ορθώς τα κριτήρια που καθορίζουν τα άρθρα 5, 31 και 32 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και η απόφαση 61/ΙΧ/81 όταν εξέδωσε την απόφασή της για τη νέα κατάταξη των προσφευγόντων. Επιπλέον, στους προσφεύγοντες προσμετρήθηκε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 της εν λόγω αποφάσεως, αρχαιότητα κλιμακίου για να ληφθεί υπόψη η περίοδος που συμπλήρωσαν ως έκτακτοι υπάλληλοι.
21 Η καθής παρατηρεί ότι ο de Szy-Tarisse κατείχε, κατά το διορισμό του ως δοκίμου υπαλλήλου, επαγγελματική πείρα 15 ετών, από τα οποία 8 έτη στον ΕΣΣ. Κατά την προφορική διαδικασία τόνισε επίσης, χωρίς να αντικρουσθεί, ότι η επαγγελματική πείρα που επικαλείται ο προσφεύγων περιλαμβάνει περίοδο δραστηριότητας η οποία πρέπει να θεωρηθεί ότι αναφέρεται στη κατηγορία Β, η οποία όμως δεν ελήφθη υπόψη για το επίπεδο των καθηκόντων που ανήκουν στην κατηγορία Α.
22 'Οσον αφορά τη Feyaerts, η καθής υποστηρίζει ότι δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί σ' αυτήν το άρθρο 3 της αποφάσεως 61/ΙΧ/81, το οποίο προβλέπει, στο δεύτερο εδάφιό του, ότι ο ανώτερος βαθμός C 3 C 2 είχε επιφυλαχθεί για τις προαγωγές εντός της σταδιοδρομίας και ότι δεν μπορεί να αποφασισθεί κανένας διορισμός στο βαθμό αυτό.
23 Σχετικά με το θέμα αυτό πρέπει να υπενθυμιστεί καταρχάς, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση της 11ης Ιουλίου 1985, ότι "πρέπει να ακυρωθούν ... οι αποφάσεις διορισμού των προσφευγόντων ως δοκίμων υπαλλήλων, καθόσον κατατάσσουν τους προσφεύγοντες σε βαθμούς και κλιμάκια λιγότερο ευνοϊκά από εκείνα που κατείχαν όταν υπηρετούσαν στον ΕΣΣ". Εν προκειμένω, είναι δεδομένο ότι η κατάταξη σε βαθμό και κλιμάκιο που διενήργησε η Επιτροπή εις εκτέλεση της προαναφερθείσας απόφασης δεν είναι κατώτερη από την κατάταξη των προσφευγόντων στην έδρα του ΕΣΣ.
24 Απομένει πάντως να ερευνηθεί αν, όπως υποστηρίζουν οι προσφεύγοντες, είτε οι διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως είτε οι διατάξεις της αποφάσεως 61/ΙΧ/81 τους δίνουν το δικαίωμα να καταταγούν σε βαθμό και κλιμάκιο ανώτερο από εκείνο που είχαν στην έδρα του ΕΣΣ.
25 'Οσον αφορά τη Feyaerts, πρέπει να διαπιστωθεί ότι ναι μεν ο βαθμός C 3 της χορηγήθηκε κατ' εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης που δέχθηκε το Δικαστήριο στην απόφαση της 11ης Ιουλίου 1985, αντιθέτως όμως, το άρθρο 3, εδάφιο 2, της προαναφερθείσας απόφασης εμποδίζει το διορισμό της στο βαθμό C 2, δεδομένου ότι ο βαθμός αυτός επιφυλάσσεται για τις προαγωγές εντός της σταδιοδρομίας.
26 'Οσον αφορά τον de Szy-Tarisse, πρέπει να τονιστεί ότι, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή απολαύει ευρείας διακριτικής εξουσίας, στα πλαίσια που έχουν ορίσει τα άρθρα 31 και 32, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ή οι εσωτερικές διατάξεις που εκδόθηκαν κατ' εφαρμογή των άρθρων αυτών, κατά την εκτίμηση της προηγούμενης επαγγελματικής πείρας προσώπου που διορίζεται ως μόνιμος υπάλληλος τόσον όσον αφορά τη φύση και τη διάρκεια της πείρας αυτής, όσο και ως προς τον λίγο-πολύ στενό δεσμό που μπορεί να έχει με τις απαιτήσεις της προς πλήρωση θέσεως.
27 Πρέπει να υπομνηστεί σχετικά ότι σύμφωνα με το γράμμα του άρθρου 1 της αποφάσεως 61/ΙΧ/81, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή διορίζει καταρχήν κάθε υποψήφιο που εξέλεξε ως δόκιμο υπάλληλο στο βασικό βαθμό της βασικής σταδιοδρομίας της κατηγορίας του ή του κλάδου του. Είναι αληθές ότι, κατά το άρθρο 3, η εν λόγω αρχή μπορεί, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 1, να διορίσει κατ' εξαίρεση και λαμβανομένων υπόψη των αναγκών διορισμού, τον επιλεγέντα υποψήφιο σε ανώτερο βαθμό των βασικών σταδιοδρομιών και των ενδιαμέσων σταδιοδρομιών εφόσον ανταποκρίνεται σε ορισμένες προϋποθέσεις σχετικά με το χρόνο της επαγγελματικής του πείρας. Εντούτοις, όπως τόνισε το Δικαστήριο ιδίως στην απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 1987 (Powell κατά Επιτροπής, 219/84, Συλλογή 1987, σ. 339), η διάταξη αυτή πρέπει να νοηθεί ως εξαίρεση από τους γενικούς κανόνες κατατάξεως η οποία απόκειται, εν πάση περιπτώσει, στη διακριτική εξουσία της διοικήσεως.
28 Στην προκειμένη περίπτωση ο προσφεύγων δεν απέδειξε ότι η Επιτροπή, κατά την κρίση της ότι δεν συντρέχει λόγος εφαρμογής της εξαιρέσεως αυτής, υπερέβη την εξουσία εκτιμήσεώς της. Πράγματι, η Επιτροπή έλαβε υπόψη της, πριν αποφασίσει για την κατάταξη των προσφευγόντων, τόσο το χρόνο όσο και τη φύση της επαγγελματικής πείρας όλων των ενδιαφερομένων πρώην υπαλλήλων ΕΣ και την λίγο-πολύ στενή σχέση που μπορεί να έχει με τις απαιτήσεις της προς πλήρωση θέσεως.
29 Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι οι προσφεύγοντες δεν ζητούν βασίμως κατάταξη σε ανώτερους βαθμούς και κλιμάκια από εκείνα που κατείχαν κατά το χρόνο της απολύσεώς τους από τον ΕΣΣ.
30 Επομένως, τα ακυρωτικά αιτήματα πρέπει να απορριφθούν.
'Οσον αφορά τα αιτήματα περί αποζημιώσεως
31 Η απόρριψη των ακυρωτικών αιτημάτων συνεπάγεται κατά συνέπεια την απόρριψη των αιτημάτων αποζημιώσεως τα οποία στηρίζονται στη δήθεν παρανομία των προσβαλλομένων αποφάσεων.
32 Απομένει, πάντως, να ερευνηθεί το αίτημα περί τόκων υπερημερίας επί των συμπληρωματικών μισθών που καταβλήθηκαν κατόπιν της νέας κατατάξεως που διενεργήθηκε εις εκτέλεση της αποφάσεως της 11ης Ιουλίου 1985.
33 Σχετικά πρέπει να υπομνησθεί ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο ιδίως με την απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 1986 (Delhez και λοιποί κατά Επιτροπής, υπόθεση 264/83, Συλλογή 1986, σ. 2749), η υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας υπάρχει ενδεχομένως μόνον εφόσον η κύρια οφειλή είναι βεβαία ως προς το ποσό ή τουλάχιστον προσδιορίσιμη βάσει δεδομένων αντικειμενικών στοιχείων. Στην προκειμένη περίπτωση βεβαία οφειλή προσδιορίστηκε μόνο με την απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 1986, βάσει της οποίας διενεργήθηκε νέα κατάταξη των προσφευγόντων.
34 Από την προηγούμενη σκέψη προκύπτει ότι και το αίτημα αυτό πρέπει επίσης να απορριφθεί.
35 Οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται επικουρικά ότι εν πάση περιπτώσει η Επιτροπή εκτέλεσε την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1985 με αδικαιολόγητη καθυστέρηση και ότι για το λόγο αυτό οφείλονται τόκοι υπερημερίας επί των συμπληρωματικών μισθών που αναφέρονται στην περίοδο που περιλαμβάνεται μεταξύ της ημερομηνίας εκδόσεως της αναφερθείσας απόφασης και της 6ης Φεβρουαρίου 1986.
36 Σχετικά πρέπει να παρατηρηθεί ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 1986, ανακύπτει το ζήτημα αν μπορεί να γίνει λόγος για υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίαςστην περίπτωση όπου καθυστερεί αδικαιολόγητα ο ίδιος ο καθορισμός του ύψους της απαιτήσεως των αποδοχών. Εν προκειμένω όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι, λαμβανομένων υπόψη των δυσχερειών που εμφανίστηκαν από την πολύπλοκη κατάσταση που απέρρευσε από την ένταξη των πρώην υπαλλήλων ΕΣ, η Επιτροπή, προκειμένου να συμμορφωθεί στην απόφαση της 11ης Ιουλίου 1985, επέδειξε έλλειψη επιμελείας θεσπίζοντας, στις 6 Φεβρουαρίου 1986, την απόφαση περί νέας κατατάξεως των προσφευγόντων.
37 Στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχει άρα λόγος καταβολής τόκων υπερημερίας ούτε επανορθώσεως της δήθεν ζημίας που γεννήθηκε από την καθυστέρηση της Επιτροπής να ρυθμίσει την κατάσταση των προσφευγόντων. Κατά συνέπεια, οι προσφυγές τους πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους.
Επί των δικαστικών εξόδων
38 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας, προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων των Κοινοτήτων, τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει τις προσφυγές.
2) Κάθε διάδικος φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα.