61986J0272

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ 22ΑΣ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1988. - ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ ΚΑΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ. - ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΣΤΟ ΕΜΠΟΡΙΟ ΕΛΑΙΟΛΑΔΟΥ. - ΥΠΟΘΕΣΗ 272/86.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1988 σελίδα 04875


Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό

Λέξεις κλειδιά


++++

1. Προσφυγή λόγω παραβάσεως - Απόδειξη της παραβάσεως - Η Επιτροπή φέρει το βάρος της αποδείξεως - Προσκόμιση στοιχείων από τα οποία προκύπτει η παράβαση - Αμφισβήτηση εκ μέρους του ενδιαφερομένου κράτους μέλους

(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 169)

2. Κράτη μέλη - Υποχρεώσεις - Αποστολή μέριμνας που έχει ανατεθεί στην Επιτροπή - Καθήκον των κρατών μελών - Συνεργασία στις έρευνες και τις ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίες όσον αφορά την παράβαση κράτους

(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 5, 155, 164 και 169)

Περίληψη


1. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αναγνωρίσεως παραβάσεως δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης, στην Επιτροπή εναπόκειται να αποδείξει την ύπαρξη της προβαλλόμενης παράβασης, το δε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν μπορεί να αρκεσθεί, εφόσον η Επιτροπή προσεκόμισε αρκετά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η παράβαση, στην άρνηση της υπάρξεώς της. Σ' αυτό εναπόκειται να αμφισβητήσει κατ' ουσία και λεπτομερώς τα προσκομισθέντα στοιχεία και τις εξ αυτών συνέπειες. Ελλείψει αμφισβητήσεως, τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκε η Επιτροπή πρέπει να θεωρηθούν ως αποδειχθέντα.

2. Τα κράτη μέλη υποχρεούνται, δυνάμει του άρθρου 5 της Συνθήκης, να διευκολύνουν την Επιτροπή στην εκτέλεση της αποστολής της, η οποία συνίσταται ιδίως, σύμφωνα με το άρθρο 155, στη μέριμνα για την εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης καθώς και των διατάξεων που θεσπίζονται δυνάμει αυτής από τα όργανα. Επομένως, συνιστά παράβαση των υποχρεώσεων κράτους μέλους το γεγονός της αρνήσεώς του να συνεργαστεί με την Επιτροπή στο πλαίσιο των ερευνών της προκειμένου να αποδειχθούν οι παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου που απορρέουν από ρυθμίσεις και πρακτικές που ακολουθούνται στο εν λόγω κράτος. Η άρνηση συνεργασίας καθίσταται ακόμη πιο σοβαρή καθότι συνεχίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Εμποδίζει το Δικαστήριο στην εκπλήρωση της αποστολής που του έχει ανατεθεί με το άρθρο 164 της Συνθήκης και συνιστά, εξ αυτού του λόγου, σοβαρό εμπόδιο στην απονομή της δικαιοσύνης.

Διάδικοι


Στην υπόθεση 272/86,

Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Ξενοφώντα Γιαταγάνα, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,

προσφεύγουσα,

κατά

Ελληνική Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον Νίκο Φραγκάκη, νομικό σύμβουλο στη μόνιμη αντιπροσωπεία της στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, και τον Αστέρη Πλιάκο, υπάλληλο του Υπουργείου Εμπορίου, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την ελληνική πρεσβεία, 117, Val Sainte-Croix, Λουξεμβούργο,

καθής,

που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, απαγορεύοντας τις εισαγωγές ελαιολάδου από άλλα κράτη μέλη και τρίτες χώρες, καθώς και τις εξαγωγές του ίδιου προϊόντος, πλην του παρθένου ελαιολάδου ποιότητας έξτρα και φίνο σε συσκευασίες πέντε λίτρων κατ' ανώτατο όριο, και μη κοινοποιώντας στην Επιτροπή τις ζητηθείες σχετικά πληροφορίες, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 30, 34 και 5 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθώς και τον κανονισμό 136/66/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1966, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των λιπαρών ουσιών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/002, σ. 33) και ιδίως το άρθρο 3,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, G. Bosco, J. C. Moitinho de Almeida και G. C. Rodriguez Iglesias, προέδρους τμήματος, T. Koopmans, U. Everling, Y. Galmot, K. N. Κακούρη, και F. A. Schockweiler, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: J. L. da Cruz Vilaca

γραμματέας: D. Louterman, υπάλληλος διοικήσεως

λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 23ης Φεβρουαρίου 1988,

αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 28ης Απριλίου 1988,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

Σκεπτικό της απόφασης


1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 10 Νοεμβρίου 1986, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, απαγορεύοντας τις εισαγωγές ελαιολάδου από άλλα κράτη μέλη και τρίτες χώρες, καθώς και τις εξαγωγές του ίδιου προϊόντος, πλην του παρθένου ελαιολάδου ποιότητας έξτρα και φίνο σε συσκευασίες πέντε λίτρων κατ' ανώτατο όριο, και μη κοινοποιώντας στην Επιτροπή τις ζητηθείσες σχετικά πληροφορίες, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 30, 34 και 5 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθώς και τον κανονισμό 136/66 του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1986, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των λιπαρών ουσιών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/002, σ. 33) και ιδίως το άρθρο 3.

2 'Εχοντας λάβει καταγγελίες από διάφορους επιχειρηματίες, κατά τις οποίες οι εισαγωγές ελαιολάδου στην Ελλάδα συναντούσαν δυσκολίες, η Επιτροπή απηύθυνε, στις 13 Αυγούστου 1984, τηλετύπημα προς τις ελληνικές αρχές διαπιστώνοντας ότι, από της προσχωρήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας, καμία ποσότητα ελαιολάδου δεν είχε εισαχθεί στην Ελλάδα, τόσο από τρίτες χώρες όσο και από άλλα κράτη μέλη. Αναφερόμενη στην καταγγελία ενός ιταλού επιχειρηματία, ο οποίος προσπάθησε δύο φορές να εισαγάγει στην Ελλάδα ελαιόλαδο χωρίς άδεια των αρμόδιων αρχών, η Επιτροπή ζήτησε να πληροφορηθεί αν οι εισαγωγές ελαιολάδου κοινοτικής προελεύσεως στην Ελλάδα μπορούσαν ελεύθερα να πραγματοποιηθούν, σύμφωνα προς τις διατάξεις της κοινοτικής ρυθμίσεως, και, ειδικότερα, ποιες ήταν οι διοικητικές διατυπώσεις από τις οποίες εξαρτώνταν οι εισαγωγές αυτές. Κατόπιν δύο υπομνήσεων της Επιτροπής, η Ελληνική Δημοκρατία απάντησε στις 4 Απριλίου 1985 ότι η εισαγωγή ελαιολάδου από χώρες της Κοινότητας ήταν ελεύθερη.

3 'Οσον αφορά τις εξαγωγές, η Επιτροπή έστειλε την 1η Φεβρουαρίου 1985 στον έλληνα Υπουργό Γεωργίας τηλετύπημα, στο οποίο περιέχονταν πληροφορίες ότι η ελληνική κυβέρνηση είχε λάβει μέτρα τα οποία απαγόρευαν ή τουλάχιστον εξαρτούσαν την εξαγωγή του χύμα παρθένου ελαιολάδου ποιότητας έξτρα και φίνο προς άλλα κράτη μέλη και τρίτες χώρες από ορισμένες προϋποθέσεις . Με έγγραφο της 14ης Φεβρουαρίου 1985, ο έλληνας Υπουργός Γεωργίας πληροφόρησε την Επιτροπή ότι η παρατεταμένη ξηρασία του προηγηθέντος έτους είχε προκαλέσει την έλλειψη ελαιολάδου ποιότητας έξτρα και φίνο στην ελληνική αγορά με άμεσες επιπτώσεις στις τιμές. Υπό τις συνθήκες αυτές, η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε να σταματήσει προσωρινά την έγκριση των εξαγωγών των δύο αυτών ποιοτήτων ελαιολάδου. Ο υπουργός ζήτησε από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής να αναζητήσουν και εξεύρουν λύση στο έκτακτο αυτό πρόβλημα, σε συνεννόηση με τις υπηρεσίες του ελληνικού Υπουργείου Γεωργίας.

4 Στις 24 Απριλίου 1985, η Επιτροπή απέστειλε στην ελληνική κυβέρνηση έγγραφο οχλήσεως, καλώντας την να υποβάλει τις παρατηρήσεις της επί των πορισμάτων κατά τα οποία παρόμοια εμπόδια στην εισαγωγή και την εξαγωγή, καθώς και η παράλειψη παροχής των ζητηθεισών πληροφοριών, συνιστούσαν παράβαση των άρθρων 30, 34 και 5 της Συνθήκης ΕΟΚ καθώς και του κανονισμού 136/66/ΕΟΚ. Δεδομένου ότι δεν έλαβε καμία απάντηση, η Επιτροπή διατύπωσε στις 21 Οκτωβρίου 1985 αιτιολογημένη γνώμη, επαναλαμβάνοντας κατ' ουσίαν την επιχειρηματολογία που περιείχε το έγγραφο οχλήσεώς της.

5 Με έγγραφο της 6ης Μαρτίου 1986, η ελληνική κυβέρνηση απάντησε ότι η εξαιρετική μείωση της παραγωγής ελαιολάδου ποιότητας έξτρα και φίνο κατά την περίοδο 1984/85 είχε προκαλέσει υπερβολική αύξηση των τιμών. Προκειμένου να εξομαλυνθεί η αγορά και να προστατευτεί το εισόδημα των καταναλωτών, η ελληνική κυβέρνηση αναγκάστηκε να λάβει μέτρα προσωρινού χαρακτήρα, ώστε να μην εγκριθεί η εξαγωγή ελαιολάδου των προαναφερθεισών και μόνο κατηγοριών. Οι εισαγωγές ελαιολάδου ήταν ελεύθερες.

6 Στις 10 Απριλίου 1986, η Επιτροπή απηύθυνε στην ελληνική κυβέρνηση συμπληρωματικό έγγραφο οχλήσεως, προσάπτοντας στην Ελληνική Δημοκρατία ότι, όχι μόνο εξακολουθούσε να απαγορεύει την εξαγωγή ελαιολάδου ποιότητας έξτρα και φίνο, αλλ' ότι επιπλέον είχε επεκτείνει την απαγόρευση σε όλα τα είδη βρώσιμου ελαιολάδου καθώς και στο προοριζόμενο για τη βιομηχανία λάδι. Επιτρεπόταν μόνο η εξαγωγή έξτρα και φίνου ελαιόλαδου συσκευασμένου σε δοχεία πέντε λίτρων κατ' ανώτατο όριο.

7 Δεδομένου ότι στο έγγραφο αυτό δεν δόθηκε απάντηση, η Επιτροπή απέστειλε συμπληρωματική αιτιολογημένη γνώμη στις 26 Ιουνίου 1986. Με έγγραφο της 18ης Ιουλίου 1986, οι ελληνικές αρχές επισήμαναν στην Επιτροπή ότι, κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων μηνών, ιδιώτες επιχειρηματίες καθώς και συνεταιρισμοί είχαν εξαγάγει 55 000 τόνους χύμα βρώσιμου ελαιολάδου. Εν συνεχεία, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή.

8 Απαντώντας σε ερώτηση του Δικαστηρίου, η ελληνική κυβέρνηση είπε ότι είχε λάβει μέτρα ελέγχου όσον αφορά την εξαγωγή των κατηγοριών έξτρα και φίνο κατά την περίοδο από 10 Ιανουαρίου έως 10 Μαΐου 1985. Η περίοδος αυτή παρατάθηκε μέχρι τις 10 Ιουνίου 1985.

9 Βάσει του άρθρου 21 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του, το Δικαστήριο κάλεσε εξάλλου την ελληνική κυβέρνηση, με έγγραφα της 23ης Οκτωβρίου 1987, 14ης και 27ης Ιανουαρίου 1988, να επεξηγήσει τις διοικητικές διατυπώσεις και να προσκομίσει τις διατάξεις που αφορούσαν την εισαγωγή και την εξαγωγή ελαιολάδου από το 1984.

10 Με το από 26 Νοεμβρίου 1987 έγγραφό της, η ελληνική κυβέρνηση αρνήθηκε, υπό την επιφύλαξη των προαναφερθέντων προσωρινών μέτρων σχετικά με την εξαγωγή, την ύπαρξη οποιασδήποτε περιοριστικής διάταξης σχετικά με την εισαγωγή και εξαγωγή ελαιολάδου. Με το από 24 Ιανουαρίου 1988 έγγραφό της, η ελληνική κυβέρνηση δέχτηκε την ύπαρξη μιας διοικητικής τραπεζικής πρακτικής. Η προβλεπόμενη διαδικασία επιβάλλει την υποβολή αιτήσεως στην Τράπεζα της Ελλάδας, ή στα κατά τόπους υποκαταστήματά της, και αποβλέπει στην υλοποίηση της δυνατότητας των ενδιαφερομένων για εισαγωγές ή εξαγωγές καθώς και στην αποφυγή παράνομης εκροής συναλλάγματος. Με το από 3 Φεβρουαρίου 1988 τηλετύπημά της, η κυβέρνηση παρέσχε μερικές πληροφορίες σχετικά με την εν λόγω διαδικασία. Κατ' αυτήν, η εξέταση των αιτήσεων συνιστά "συναλλαγματική θεώρησή" τους και περιλαμβάνει τη διαπίστωση "ότι η τιμή μονάδας του εμπορεύματος δεν υπολείπεται σημαντικά από γνωστές τρέχουσες τιμές".

11 Πάντως, η ελληνική κυβέρνηση δεν προσκόμισε κανένα κείμενο εφαρμοζόμενης διάταξης. Ακόμη και κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, οι εκπρόσωποί της δεν μπόρεσαν να το καταθέσουν.

12 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.

Επί της υπάρξεως περιορισμών στις εξαγωγές και στις εισαγωγές ελαιολάδου

13 Η Ελληνική Δημοκρατία αναγνωρίζει ότι απαγόρευσε τις εξαγωγές ελαιολάδου ποιότητας έξτρα και φίνο κατά την περίοδο από 10 Ιανουαρίου έως 10 Ιουνίου 1985. Ισχυρίζεται σχετικά ότι οι περιορισμοί ήταν δικαιολογημένοι λόγω ελλείψεως ελαιολάδου των εν λόγω ποιοτήτων.

14 'Οσον αφορά την μετά τις 10 Ιουνίου 1985 περίοδο, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, όχι μόνο η Ελληνική Δημοκρατία συνέχισε να απαγορεύει την εξαγωγή ελαιολάδου ποιότητας έξτρα και φίνου, αλλ' ότι επεξέτεινε την απαγόρευση σε όλα τα είδη βρώσιμου ελαιολάδου καθώς και στο μειονεκτικό λάδι. Δυνατή ήταν μόνον η εξαγωγή του βρώσιμου ελαιολάδου, συσκευασμένου σε δοχεία πέντε λίτρων κατ' ανώτατο όριο, και ελαίου από λέπυρα ελαιών υπό οποιαδήποτε μορφή.

15 Η Επιτροπή προσάπτει επίσης στην ελληνική κυβέρνηση ότι απαγόρευσε την εισαγωγή ελαιολάδου. Μεταξύ του 1981 και του 1986, η Ελληνική Δημοκρατία πραγματοποίησε μόνο μία εισαγωγή ύψους 2 005 τόνων ελαιολάδου ραφινέ από την Ιταλία, το οποίο εξάλλου επανεξήχθη αμέσως. Επομένως, η Επιτροπή θεωρεί ότι η ελληνική αγορά ελαιολάδου παρέμεινε κλειστή για μεγάλο χρονικό διάστημα.

16 Αντιθέτως, η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι, εκτός των περιορισμών των εξαγωγών μεταξύ Ιανουαρίου και Ιουνίου 1985, οι εξαγωγές και οι εισαγωγές ελαιολάδου στην Ελληνική Δημοκρατία ήταν ελεύθερες. Υποστηρίζει σχετικά ότι κατά την αναφερθείσα περίοδο εξήχθησαν σημαντικές ποσότητες. 'Οσον αφορά τις εισαγωγές, η Ελληνική Δημοκρατία διαπιστώνει έλλειψη ενδιαφέροντος εκ μέρους των επιχειρηματιών λόγω της δυνατότητας καλύψεως της ζητήσεως από την εγχώρια παραγωγή.

17 Πρέπει να υπομνηστεί ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με τις αποφάσεις της 25ης Μαΐου 1982 (Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, 96/81 και 97/81, Συλλογή 1982, σ. 1791 και 1819), στα πλαίσια της διαδικασίας αναγνωρίσεως παραβάσεως δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης, στην Επιτροπή εναπόκειται να αποδείξει την ύπαρξη της προβαλλόμενης παράβασης. Πρέπει επομένως να εξεταστεί αν η Επιτροπή απέδειξε την ύπαρξη των περιορισμών εξαγωγής και εισαγωγής ελαιολάδου που εφάρμοσε η ελληνική κυβέρνηση κατά παραβίαση της Συνθήκης.

18 Σχετικά, η ελληνική κυβέρνηση, απαντώντας στις κατ' επανάληψη τεθείσες ερωτήσεις του Δικαστηρίου, δέχτηκε ότι εφαρμόζεται μία διοικητική τραπεζική πρακτική ώστε να ελέγχεται η χρησιμοποίηση του συναλλάγματος. Η Επιτροπή δήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής, ότι δεν προσβάλλει αυτή καθαυτή την εν λόγω διοικητική διαδικασία. Αντιθέτως, ισχυρίζεται ότι η εφαρμογή της διαδικασίας αυτής οδηγεί σε πραγματικούς περιορισμούς του εμπορίου.

19 Παρόμοιοι περιορισμοί όσον αφορά την εξαγωγή ελαιολάδου αναγνωρίστηκαν από την ελληνική κυβέρνηση για την περίοδο από 10 Ιανουαρίου έως 10 Ιουνίου 1985. 'Οσον αφορά τη μεταγενέστερη περίοδο, η Επιτροπή επικαλέστηκε καταγγελίες διαφόρων κοινοτικών επιχειρηματιών καθώς και της ιταλικής κυβερνήσεως, οι οποίες αναφέρονται στην ύπαρξη άκαρπων κατ' επανάληψη προσπαθειών εξαγωγής και εισαγωγής χύμα ελαιολάδου. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, οι εκπρόσωποι της ελληνικής κυβερνήσεως δεν μπόρεσαν να ανασκευάσουν, κατά τρόπο συγκεκριμένο, τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στις εν λόγω καταγγελίες. Εξάλλου, τα αριθμητικά στοιχεία που προσκόμισε η Επιτροπή δείχνουν ότι, πλην του παρθένου ελαιολάδου ποιότητας έξτρα και φίνο σε συσκευασίες 5 λίτρων κατ' ανώτατο όριο, η εξαγωγή ελαιολάδου πραγματοποιήθηκε μόνο κατ' εξαίρεση.

20 'Οσον αφορά την εισαγωγή, δεν αμφισβητήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι, εξαιρέσει μικρής ποσότητας που επανεξήχθη αμέσως, καμία ποσότητα ελαιολάδου δεν εισήχθη στην Ελλάδα από το 1981, αυτό δε παρά την έλλειψη που διήρκεσε, κατά την ελληνική κυβέρνηση, κατά τα έτη 1984 και 1985 στην αγορά της λόγω πενιχρής συγκομιδής. Δεν είναι πειστική η δοθείσα από την ελληνική κυβέρνηση εξήγηση ότι οι τιμές του ελαιολάδου στα άλλα κράτη μέλη και ιδίως στην Ιταλία ήταν υψηλότερες απ' ό,τι στην Ελλάδα, ώστε το προερχόμενο από τα κράτη αυτά ελαιόλαδο να μη μπορεί να πωληθεί στην ελληνική αγορά. Πράγματι, οι σχετικές αιτήσεις των διαφόρων επιχειρηματιών που προσκομίστηκαν από την Επιτροπή αποδεικνύουν την ύπαρξη ενδιαφέροντος για την εισαγωγή ελαιολάδου στην Ελλάδα. Η ελληνική κυβέρνηση δεν μπόρεσε να αποδείξει γιατί οι αιτήσεις αυτές δεν έγιναν δεκτές εντός εύλογης προθεσμίας.

21 Επιβάλλεται επομένως η διαπίστωση ότι η Επιτροπή παρέσχε αρκετά στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι η ελληνική κυβέρνηση προέβη σε περιορισμούς εξαγωγής και εισαγωγής ελαιολάδου. Δεδομένου ότι οι διοικητικές διαδικασίες εφαρμόστηκαν αδιακρίτως στις σχέσεις της Ελληνικής Δημοκρατίας με τα κράτη μέλη και τις τρίτες χώρες, τεκμαίρεται η ύπαρξη περιορισμών όσον αφορά τις τελευταίες. Υπό τις συνθήκες αυτές, στην Ελληνική Δημοκρατία εναπέκειτο να αμφισβητήσει κατ' ουσία και λεπτομερώς τα προσκομισθέντα στοιχεία και τις εξ αυτών συνέπειες. Δεδομένου ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν υπέβαλε στο Δικαστήριο κανένα σχετικό στοιχείο, τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκε η Επιτροπή πρέπει να θεωρηθούν ως αποδειχθέντα.

Επί της παραβάσεως των άρθρων 30 και 34 της Συνθήκης

22 Δυνάμει των άρθρων 30 και 34 της Συνθήκης, οι ποσοτικοί περιορισμοί επί των εισαγωγών και των εξαγωγών, καθώς και όλα τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, απαγορεύονται μεταξύ των κρατών μελών. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 136/66/ΕΟΚ απαγορεύει τους ίδιους αυτούς περιορισμούς στο εμπόριο με τις τρίτες χώρες. Εν προκειμένω, οι προαναφερόμενοι περιορισμοί, τους οποίους επέβαλε η Ελληνική Δημοκρατία, συνιστούν παράβαση των διατάξεων αυτών.

23 Εξάλλου, πρέπει να υπομνηστεί, όπως κατ' επανάληψη ήδη έχει κρίνει το Δικαστήριο (βλέπε την απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Φεβρουαρίου 1984 στην υπόθεση 237/83, Jongeneel Kaas, Συλλογή 1984, σ. 483), ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται, εφόσον υφίσταται κανονισμός περί κοινής οργανώσεως αγοράς σε συγκεκριμένο τομέα, να μη λαμβάνουν κανένα μέτρο που παρεκκλίνει από τη ρύθμιση αυτή ή που μπορεί να τη βλάψει. Ο κανονισμός 136/66/ΕΟΚ, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των λιπαρών ουσιών, δεν προβλέπει τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να παρεμβαίνουν μονομερώς. Επομένως, η Ελληνική Δημοκρατία, περιορίζοντας την εξαγωγή και την εισαγωγή ελαιολάδου, αγνόησε τους μηχανισμούς και τις αρχές που διέπουν την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα των λιπαρών ουσιών.

24 Αν η Ελληνική Δημοκρατία φρονούσε ότι οικονομικές δυσχέρειες στον τομέα του ελαιολάδου απαιτούσαν την εφαρμογή μέτρων διασφαλίσεως, όφειλε να κάνει χρήση των διαδικασιών που προβλέπει ο κανονισμός 136/66/ΕΟΚ, ιδίως δε το άρθρο του 13. Το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν απάντησε σε έγγραφο του έλληνα Υπουργού Γεωργίας που ζητούσε επίλυση των προβλημάτων αυτών δεν απαλλάσσει την Ελληνική Δημοκρατία από την υποχρέωση τηρήσεως του κοινοτικού δικαίου το οποίο έχει εν προκειμένω εφαρμογή.

25 Επομένως, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, απαγορεύοντας τις εισαγωγές ελαιολάδου από άλλα κράτη μέλη και τρίτες χώρες, καθώς και τις εξαγωγές του ίδιου προϊόντος, πλην του παρθένου ελαιολάδου ποιότητας έξτρα και φίνο σε συσκευασίες 5 λίτρων κατ' ανώτατο όριο, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 30 και 34 της Συνθήκης ΕΟΚ και τον κανονισμό 136/66/ΕΟΚ.

Επί της παραβάσεως του άρθρου 5 της Συνθήκης

26 Περαιτέρω, η Επιτροπή θεωρεί ότι η ελληνική κυβέρνηση, παραλείποντας να προσκομίσει στην Επιτροπή τις ζητηθείσες πληροφορίες και καθυστερώντας υπερβολικά τη διαβίβασή τους, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5 της Συνθήκης.

27 Η Ελληνική Δημοκρατία παρατηρεί ότι οι ενδεχόμενες καθυστερήσεις κατά την κοινοποίηση των πληροφοριών και στοιχείων δεν οφείλονται στην έλλειψη πνεύματος συνεργασίας με την Επιτροπή, αλλά στην κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ περισσοτέρων της μιας κρατικών υπηρεσιών.

28 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η Επιτροπή ερώτησε κατ' επανάληψη την Ελληνική Δημοκρατία ποιες ήταν οι διοικητικές διατυπώσεις από τις οποίες εξαρτώνταν οι εισαγωγές ελαιολάδου. Η ερώτηση αυτή έμεινε αναπάντητη.

29 Μόνο κατόπιν των επανειλημμένων ερωτήσεων του Δικαστηρίου, που τέθηκαν βάσει του άρθρου 21 του πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου, σχετικά με το ποιες ήταν οι διοικητικές διατυπώσεις και τα κείμενα των εθνικών διατάξεων που αφορούσαν την εισαγωγή και την εξαγωγή ελαιολάδου από το 1984, δέχθηκε τελικά η Ελληνική Δημοκρατία την ύπαρξη διοικητικής τραπεζικής πρακτικής στον εν λόγω τομέα. Πάντως, η Ελληνική Δημοκρατία δεν προσκόμισε έγγραφα, ούτε καν αμιγώς εσωτερικού χαρακτήρα, στα οποία φέρεται βασιζόμενη η εν λόγω πρακτική.

30 Πρέπει να υπομνηστεί ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται, δυνάμει του άρθρου 5 της Συνθήκης ΕΟΚ, να διευκολύνουν την Επιτροπή στην εκτέλεση της αποστολής της, η οποία συνίσταται ιδίως, σύμφωνα με το άρθρο 155 της Συνθήκης ΕΟΚ, στη μέριμνα για την εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης καθώς και των διατάξεων που θεσπίζονται δυνάμει αυτής από τα όργανα. Προς το σκοπό αυτό η Επιτροπή έθεσε την ερώτησή της.

31 Η άρνηση της ελληνικής κυβερνήσεως να συνεργαστεί με την Επιτροπή εμπόδισε το εν λόγω θεσμικό όργανο να λάβει γνώση μιας διοικητικής πρακτικής και να επαληθεύσει αν αυτή είχε ως αποτέλεσμα να εμποδίζεται το εμπόριο ελαιολάδου. Αυτή η έλλειψη συνεργασίας καθίσταται ακόμη πιο σοβαρή καθότι συνεχίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να εκπληρώσει την αποστολή που του έχει ανατεθεί με το άρθρο 164 της Συνθήκης, δηλαδή να εξασφαλίζει την τήρηση του δικαίου κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή της Συνθήκης, όταν μία κυβέρνηση δεν απαντά στις ερωτήσεις του. Επομένως, η συμπεριφορά της ελληνικής κυβερνήσεως συνιστά εν προκειμένω σοβαρό εμπόδιο στην απονομή της δικαιοσύνης.

32 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη κοινοποιώντας στην Επιτροπή τις ζητηθείσες πληροφορίες, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5 της Συνθήκης.

33 Απ' όλες τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι πρέπει να αναγνωριστεί ότι:

- η Ελληνική Δημοκρατία, απαγορεύοντας τις εισαγωγές ελαιολάδου από άλλα κράτη μέλη και τρίτες χώρες, καθώς και τις εξαγωγές του ίδιου προϊόντος, πλην του παρθένου ελαιολάδου ποιότητας έξτρα και φίνο σε συσκευασίες 5 λίτρων κατ' ανώτατο όριο, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 30 και 34 της Συνθήκης καθώς και από τον κανονισμό 136/66/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1966, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των λιπαρών ουσιών και ιδίως το άρθρο 3

- η Ελληνική Δημοκρατία, μη κοινοποιώντας στην Επιτροπή τις ζητηθείσες σχετικά πληροφορίες, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5 της Συνθήκης.

Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα


Επί των δικαστικών εξόδων

34 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Επειδή η Ελληνική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.

Διατακτικό


Για τους λόγους αυτούς

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

αποφασίζει:

1) Η Ελληνική Δημοκρατία, απαγορεύοντας τις εισαγωγές ελαιολάδου που προέρχεται από άλλα κράτη μέλη και τρίτες χώρες, καθώς και τις εξαγωγές του ίδιου προϊόντος, πλην του παρθένου ελαιολάδου ποιότητας έξτρα και φίνο σε συσκευασίες 5 λίτρων κατ' ανώτατο όριο, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 30 και 34 της Συνθήκης καθώς και τον κανονισμό 136/66/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1966, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των λιπαρών ουσιών και ιδίως το άρθρο 3.

2) Η Ελληνική Δημοκρατία, μη κοινοποιώντας στην Επιτροπή τις ζητηθείσες σχετικά πληροφορίες, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5 της Συνθήκης.

3) Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.