Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Lenz της 13ης Μαΐου 1987. - MARCEL GRUMBACH ΚΑΤΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ. - ΑΡΝΗΣΗ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΕΠΙΔΟΜΑΤΟΣ ΔΙΑΦΟΡΑΣ ΑΠΟΔΟΧΩΝ. - ΥΠΟΘΕΣΗ 54/86.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1987 σελίδα 02705
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1 . Η προφορική διαδικασία που διεξήχθη στις 19 Μαΐου αφορούσε αποκλειστικώς το ερώτημα κατά πόσο είναι παραδεκτή η προσφυγή που άσκησε ο Grumbach κατά της Επιτροπής λόγω μη εκδόσεως εκ μέρους της αποφάσεως σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Μόνο ως προς το θέμα αυτό καλούμαι τώρα να λάβω θέση .
Α - Πραγματικά περιστατικά
2 . Στο στάδιο αυτό, αρκεί να υπενθυμιστεί σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά ότι στον προσφεύγοντα, ο οποίος ήταν τότε υπάλληλος με βαθμό Α 4, ανατέθηκε να παρακολουθήσει από τις 2 Φεβρουαρίου 1981 έως τις 31 Μαΐου 1983, στην Αντιπροσωπεία της Επιτροπής στη Γενεύη, τα θέματα που πραγματεύεται η Γενική Διεύθυνση VΙΙΙ ( στην οποία ανήκε ο προσφεύγων ). Βάσει μιας αποφάσεως ( υπόθεση 191/81 ( 1 )) που εκδόθηκε στις 9 Δεκεμβρίου 1982 σε δίκη την οποία είχε κινήσει ένας προκάτοχος της εν λόγω θέσεως, προφανώς δημιουργήθηκε στον Grumbach η πεποίθηση ότι του είχαν ανατεθεί καθήκοντα υπαλλήλου με βαθμό Α 3 .
3 . Εντούτοις, η προσπάθεια την οποία κατέβαλε στη συνέχεια για να καταταχθεί στο βαθμό Α 3 απέβη άκαρπη . Σχετική αίτησή του δεν έγινε δεκτή με απόφαση της 14ης Ιουνίου 1983 και η κατά της εν λόγω αποφάσεως υποβληθείσα ένσταση απορρίφθηκε με απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 1984 . Η απόφαση αυτή αμφισβητεί ρητώς την άποψη ότι ο προσφεύγων άσκησε καθήκοντα υπαλλήλου Α 3 . Τα σχετικά επιχειρήματα του προσφεύγοντος απορρίφθηκαν ένα προς ένα . Η απόφαση του αρμόδιου μέλους της Επιτροπής της 16ης Ιανουαρίου 1984 πραγματευόταν τον ισχυρισμό του προσφεύγοντος σχετικά με τη θέση του προκατόχου του, τη δική του θέση στο πλαίσιο της Αντιπροσωπείας της Επιτροπής στη Γενεύη, τα καθήκοντα που του είχαν ανατεθεί και το διπλωματικό βαθμό που έφερε και κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή δεν συμμεριζόταν την άποψη του προσφεύγοντος ότι τα καθήκοντά του αντιστοιχούν "αναμφίβολα με αυτά του βαθμού Α 3 ". Επιπλέον, στην απόφαση αυτή αναφερόταν ότι ο Grumbach δεν έχει κανένα δικαίωμα για αντίστοιχη κατάταξη σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου - ακόμη και αν είχε ασκήσει καθήκοντα υψηλότερου επιπέδου . Ο προσφεύγων δεν αμφισβήτησε την απόφαση αυτή .
4 . 'Ενα χρόνο αργότερα, στις 28 Φεβρουαρίου 1985, ο προσφεύγων υπέβαλε αίτηση να αναγνωρισθεί με απόφαση ότι στο χρονικό διάστημα μεταξύ 2 Φεβρουαρίου 1981 και 31 Μαΐου 1983 άσκησε καθήκοντα, προσωρινά, υπαλλήλου με βαθμό Α 3 και να του χορηγηθεί το επίδομα διαφοράς αποδοχών που προβλέπει για παρόμοιες περιπτώσεις το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Και αυτή η ενέργεια απέβη άκαρπη . 'Ενσταση της 14ης Ιουνίου 1985 απορρίφθηκε με απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 1985, στην οποία ρητώς αναφερόταν ότι το αντικείμενο της ένστασης και οι παρατηρήσεις του προσφεύγοντος είναι κατ' ουσία οι ίδιες με αυτές της πρώτης ένστασης και επομένως η πρώτη απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 1984 δεν μπορούσε παρά να επιβεβαιωθεί . Ο αρμόδιος Επίτροπος επισήμανε ρητώς σχετικώς ότι υπό αυτές τις συνθήκες μια προσφυγή διέτρεχε τον κίνδυνο να κριθεί ως απαράδεκτη .
Εντούτοις, στις 25 Φεβρουαρίου 1986 ασκήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου η προσφυγή με την εξέταση της οποίας ασχολούμαστε σήμερα .
Β - Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
5 . 'Οσον αφορά την εξέταση του παραδεκτού της προσφυγής, προφανώς δεν ανακύπτει κανένα πρόβλημα από την άποψη της τήρησης των προθεσμιών αν ληφθούν απλώς υπόψη οι ημερομηνίες της αίτησης, της απόρριψής της, της υποβολής ενστάσεως και της ρητής απόρριψής της ( η οποία επήλθε μεν μετά την πάροδο τεσσάρων μηνών, αλλά πάντως εντός της προθεσμίας ασκήσεως της προσφυγής που πρέπει να υπολογισθεί από την ημερομηνία της σιωπηρής απόρριψης - βλέπε άρθρο 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ). Δεν χρειάζεται βέβαια τώρα να αναφέρω λεπτομέρειες επ' αυτού .
6 . Για την εξέταση του παραδεκτού της προσφυγής έχει όμως σημασία ότι πρόκειται για την άρνηση λήψεως ευνοϊκής αποφάσεως, δηλαδή για ένα είδος αιτήσεως εκδόσεως διαταγής προς ενέργεια . Σημασία έχει επίσης ότι στην αναφερθείσα προηγούμενη διαδικασία ( η οποία απέβλεπε σε μεταβολή της κατάταξης ), έγινε δεκτό, σε απόφαση επί ενστάσεως που δεν προσβλήθηκε, ότι ο προσφεύγων δεν άσκησε στη Γενεύη καθήκοντα υπαλλήλου με βαθμό Α 3 . Η απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 1984 στηρίζεται σαφέστατα σ' αυτή τη διαπίστωση και όχι στη συμπληρωματική σκέψη ότι και τα ανώτερα καθήκοντα δεν δικαιολογούν αξίωση για προαγωγή .
7 . Από αυτό πράγματι συνάγονται συμπεράσματα σχετικά με το παραδεκτό, όπως λεπτομερώς θα δείξω αμέσως πιο κάτω .
8 . 1 . 'Οσον αφορά καταρχάς το δεύτερο από τα αναφερθέντα σημεία, δεν είμαι βέβαιος ότι είναι δυνατό να προχωρήσουμε τόσο πολύ και να κάνουμε λόγο για οριστική διαπίστωση σύμφωνα με την οποία ο προσφεύγων δεν άσκησε καθήκοντα υπαλλήλου με βαθμό Α 3, με αποτέλεσμα η άποψη αυτή να μην μπορεί πλέον να αμφισβητηθεί στο πλαίσιο άλλης διαδικασίας κατά την οποία θα μπορούσε να έχει κάποια σημασία για το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Πράγματι, μπορεί να λεχθεί ότι για την οριστικότητα αποφασιστική σημασία έχει ο επιδιωκόμενος στόχος, η προβαλλόμενη αξίωση όμως, ως προς το σημείο αυτό, οι δύο διαδικασίες προφανώς δεν είναι ταυτόσημες ( δεδομένου ότι στην πρώτη επρόκειτο για την αλλαγή της κατάταξης και στη δεύτερη αμφισβητείται μόνο η εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως - προσωρινή ανάθεση καθηκόντων ανώτερης υπηρεσιακής θέσεως αντί χορηγήσεως επιδόματος διαφοράς αποδοχών ).
9 . Εντούτοις, μπορεί να γίνει η σκέψη ότι - ακριβώς επειδή στην πρώτη απόφαση επί της ενστάσεως περιέχονται ρητές διαπιστώσεις για το επίπεδο των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προσφεύγοντα, οι οποίες έχουν επίσης σημασία και για το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως - και σ' αυτή την απόφαση πρέπει επίσης να γίνει δεκτό ότι περιέχεται σιωπηρή απόφαση, σύμφωνα με την οποία δεν υπάρχει επίσης περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 7, παράγραφος 2 . Αυτό θα σήμαινε ότι έπρεπε
αμέσως τότε να είχε κινηθεί η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία κατά της αποφάσεως αυτής με σκοπό την εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος 2 . Δεδομένου ότι η στάση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχή όσον αφορά τις προϋποθέσεις του άρθρου 7, παράγραφος 2, ήταν σαφής από τις 2 Ιανουαρίου 1984, δεν ήταν, αντιθέτως, δυνατό να τεθεί εκ νέου το ζήτημα αυτό με μεταγενέστερη υποβολή αιτήσεως και να αχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το Φεβρουάριο του 1986 αφού επαναληφθεί για δεύτερη φορά η προκαταρκτική διαδικασία .
10 . 2 . Αν δεν θέλουμε να ακολουθήσουμε δίχως άλλο αυτή την άποψη, τότε, σύμφωνα με τα νομολογηθέντα σε υπόθεση με παρόμοια πραγματικά περιστατικά, είμαστε υποχρεωμένοι να καταλήξουμε σε διαφορετικό συμπέρασμα που οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα .
11 . Αναφέρομαι στην απόφαση στην υπόθεση 59/70 ( 2 ) που εκδόθηκε στο πλαίσιο διαδικασίας που κινήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 35 της Συνθήκης ΕΚΑΧ ( επομένως αφορά επίσης αίτηση εκδόσεως διαταγής προς ενέργεια ). Ως προς τα πραγματικά περιστατικά αρκεί να αναφέρω τα εξής : Η γαλλική κυβέρνηση χορήγησε στη γαλλική βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα φθηνές πιστώσεις και ενημέρωσε σχετικά την Ανωτάτη Αρχή περί το τέλος του 1966 . Η Ανωτάτη Αρχή έκρινε ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος εφαρμογής του άρθρου 4, στοιχείο γ ) ( απαγόρευση των επιδοτήσεων ), ή διατυπώσεως συστάσεως σύμφωνα με το άρθρο 67 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, και ανακοίνωσε την άποψή της αυτή το Δεκέμβριο του 1968 στη γαλλική κυβέρνηση καθώς και στις κυβερνήσεις των άλλων κρατών μελών . Η ολλανδική κυβέρνηση νόμισε ότι δεν μπορούσε να συμμεριστεί την άποψη της Ανωτάτης Αρχής . Για το λόγο αυτό, τον Ιούνιο του 1970 ζήτησε από την Ανωτάτη Αρχή να λάβει απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 88 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, με την οποία να διαπιστώνει ότι η Γαλλική Δημοκρατία παρέβη τη Συνθήκη . Μετά τη σιωπηρή απόρριψη της αίτησης αυτής ( η οποία θεωρείται ότι επέρχεται μετά πάροδο δύο μηνών ), η ολλανδική κυβέρνηση άσκησε προσφυγή τον Οκτώβριο του 1970 ενώπιον του Δικαστηρίου . Η προσφυγή αυτή, όπως γνωρίζετε, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη . Στο σκεπτικό της απόφασης γινόταν μεν δεκτό ότι η Συνθήκη δεν προέβλεπε καμία προθεσμία για να αχθεί το θέμα ενώπιον της Ανωτάτης Αρχής σύμφωνα με το άρθρο 35 της Συνθήκης ΕΚΑΧ . 'Ομως, από το σύστημα που διαφαίνεται από τα άρθρα 33 και 35 της Συνθήκης ΕΚΑΧ και από την αρχή της ασφάλειας του δικαίου καθώς και της συνέχειας της κοινοτικής δράσεως, συνάγεται η ανάγκη να μην καθυστερείται απεριορίστως η υποβολή του θέματος ενώπιον της Ανωτάτης Αρχής, αλλά - ιδίως σε περίπτωση που η απόφαση της Επιτροπής να μην ενεργήσει έχει καταστεί έκδηλη - να τηρείται εύλογη προθεσμία . Επειδή δεν τηρήθηκε η απαίτηση αυτή, αλλ' αντιθέτως η ολλανδική κυβέρνηση έφερε το θέμα ενώπιον της Ανωτάτης Αρχής μόλις 18 μήνες αφότου είχε καταστεί σαφής η άποψη της Ανωτάτης Αρχής, η προσφυγή κρίθηκε εκπρόθεσμη .
12 . 'Εχω την εντύπωση ότι δικαιολογείται απολύτως, οι αρχές αυτές να επεκταθούν επίσης και στην περίπτωση προσφυγής κατά παραλείψεως σύμφωνα με το δημοσιοϋπαλληλικό δίκαιο,κατά το οποίο, χάριν της χρηστής διοικήσεως, δεν επιτρέπεται να εκκρεμούν για μεγάλο χρονικό διάστημα τα δημιουργούμενα προβλήματα .
13 . Σχετικά πρέπει να ληφθεί υπόψη στην προκειμένη περίπτωση ότι η αφορμή εξαιτίας της οποίας ο προσφεύγων ανακινεί το τεθέν απ' αυτόν ζήτημα υφίστατο από την έκδοση της απόφασης στην υπόθεση 191/81, δηλαδή από τις 9 Δεκεμβρίου 1982 . Αυτό βέβαια συνέβη εντός εύλογης προθεσμίας, όσον αφορά την υποβολή της αίτησης κατατάξεως του προσφεύγοντος . 'Οταν η αίτηση αυτή δεν ευδοκίμησε και ανέκυψε για τον προσφεύγοντα το ερώτημα μήπως, τουλάχιστον, είχε αξίωση δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, ασφαλώς ήταν δυνατό να ενεργήσει αμέσως μόλις κατέστη εμφανές ότι σύμφωνα με τη σαφή άποψη της Επιτροπής δεν συνέτρεχαν οι σχετικές προϋποθέσεις ( άσκηση καθηκόντων υπαλλήλου με βαθμό Α 3 ). Σε καμιά περίπτωση δεν μπορούσε ο προσφεύγων να εγκαταλείψει την υπόθεση ακόμη ένα χρόνο . Αν, λοιπόν, δεν θεωρηθεί ότι έπρεπε ήδη να είχε ασκηθεί προσφυγή κατά της αποφάσεως της 16ης Ιανουαρίου 1984 που εκδόθηκε επί της πρώτης ενστάσεως, τότε θα έπρεπε τουλάχιστον να αχθεί το θέμα ενώπιον της Επιτροπής με αίτηση εφαρμογής του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, εντός εύλογης προθεσμίας, μετά τις 16 Ιανουαρίου 1984 . Κατά την άποψή μου, η αίτηση που υποβλήθηκε μόλις το Φεβρουάριο του 1985 και που - μετά από νέα διαδικασία - κατέληξε στην ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία μόλις το έτος 1986, δηλαδή περισσότερα από τρία έτη μετά το
γενεσιουργό λόγο και περισσότερα από τεσσεράμισι έτη μετά τη φερόμενη γένεση της αξίωσης επιδόματος διαφοράς αποδοχών, δεν ανταποκρίνεται στην εν λόγω αξίωση .
14 . Επομένως, θεωρώ ότι μπορεί τουλάχιστον να λεχθεί οτι η διαδικασία κινήθηκε με υπερβολική καθυστέρηση και ότι για το λόγο αυτό, η προσφυγή πρέπει να θεωρηθεί απαράδεκτη, όπως σαφώς ήδη παρατήρησε η Επιτροπή στην απόφασή της της 4ης Δεκεμβρίου 1985 .
Γ - Πρόταση
15 . Συνεπώς, προτείνω να κριθεί η προσφυγή απαράδεκτη επιπροσθέτως, προτείνω ακόμη - όσον αφορά τα δικαστικά έξοδα - το Δικαστήριο να αποφανθεί σχετικά σύμφωνα με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας .