ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ

στην υπόθεση 330/85 ( *1 )

Ι — Έκθεση των πραγματικών περιστατικών

1.

Το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β ), του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων ορίζει τα εξής:

« 1.

Χορηγείται επίδομα αποδημίας ίσο με το 16% του συνολικού ποσού του βασικού μισθού καθώς και του επιδόματος στέγης και του επιδόματος συντηρούμενου τέκνου που καταβάλλονται στον υπάλληλο:

α)

...

β)

στον υπάλληλο ο οποίος, παρόλο που είναι ή υπήρξε υπήκοος του κράτους στο έδαφος του οποίου ευρίσκεται ο τόπος όπου υπηρετεί, είχε τη μόνιμη διαμονή του κατά συνήθη τρόπο επί δέκα έτη λήγοντα κατά την ανάληψη των καθηκόντων του εκτός του ευρωπαϊκού εδάφους του κράτους αυτού για άλλους λόγους εκτός από την άσκηση καθηκόντων στην υπηρεσία κράτους ή σε διεθνή οργανισμό. »

2.

Ο προσφεύγων, λουξεμβουργιανός υπήκοος, είναι υπάλληλος της Επιτροπής (βαθμού LÁ 7 ) από τις 16 Απριλίου 1984. Υπό την ιδιότητα αυτή, υπηρετεί στο Λουξεμβούργο. Η διαφορά αναφέρεται κατ' ουσία στο αν ο προσφεύγων είχε, μεταξύ 15ης Απριλίου 1974 και 15ης Απριλίου 1984, την κατοικία του κατά συνήθη τρόπο εκτός του εδάφους του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου.

3.

Ο προσφεύγων γεννήθηκε το 1953 στο Λουξεμβούργο, όπου και είχε την κατοικία του μέχρι τις 15 Οκτωβρίου 1973. Από τις 15 Οκτωβρίου 1973 μέχρι την 1η Οκτωβρίου 1977 διέμενε στο Στρασβούργο για να πραγματοποιήσει τις σπουδές του. Από τις 4 Οκτωβρίου 1977 μέχρι την 1η Μαΐου 1984, ο προσφεύγων ήταν εγγεγραμμένος χωρίς διακοπή στα μητρώα πληθυσμού ( Melderegister ) του Germersheim (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ).

4.

Κατά την περίοδο Οκτωβρίου 1977 — Μαρτίου 1981, ο προσφεύγων φοιτούσε στο πανεπιστήμιο του Mainz για την εκμάθηση γλωσσών. Στο έντυπο της υποψηφιότητας του που συνέταξε στις 30 Μαρτίου 1983, ο προσφεύγων ανέφερε ότι μεταξύ Σεπτεμβρίου 1978 και Απριλίου 1983 εργάστηκε ως μεταφραστής αποκαλούμενος « free-lance » στην ΒΒΚ Gesellschaft für moderne Sprachen mbH στο Germersheim, ότι ήταν εκπαιδευόμενος στην υπηρεσία ορολογίας της Επιτροπής στο Λουξεμβούργο μεταξύ Σεπτεμβρίου 1981 και Φεβρουαρίου 1982 και ότι ήταν επίσης μεταφραστής « free-lance » στην Επιτροπή στο Λουξεμβούργο μεταξύ Μαρτίου 1982 και Απριλίου 1983. Στο ίδιο έντυπο υποψηφιότητας, ο προσφεύγων ανέφερε ότι η μόνιμη διαμονή του (ständiger Aufenthaltsort) βρίσκεται στο Λουξεμβούργο καθώς και η διεύθυνση αλληλογραφίας ( Anschrift für die Korrespondenz ). Σε απόσπασμα του ποινικού μητρώου του προσφεύγοντος που είναι συνημμένο στον ατομικό του φάκελο και φέρει ημερομηνία της 31ης Μαρτίου 1983 αναγράφεται η ένδειξη « κάτοικος Λουξεμβούργου ».

5.

Ο προσφεύγων διαπίστωσε από το εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών για το Σεπτέμβριο του 1984 ότι δεν του είχε χορηγηθεί το επίδομα αποδημίας. Μετά από αίτηση σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 1, του κανονισμού περί χορηγήσεως του επιδόματος αυτού και μετά από αρνητική απάντηση εκ μέρους της διοικήσεως, ο προσφεύγων υπέβαλε ένσταση δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού, επί της οποίας έλαβε στις 9 Αυγούστου 1985 απορριπτική απόφαση με ημερομηνία της 7ης Αυγούστου 1985.

Κατά της απορριπτικής αυτής αποφάσεως ο προσφεύγων άσκησε την παρούσα προσφυγή, που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 8 Νοεμβρίου 1985.

II — Έγγραφη διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

Η έγγραφη διαδικασία εκτυλίχθηκε κανονικά. Το Δικαστήριο ( δεύτερο τμήμα ), κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.

Ο προοφεύγων ζητεί από το Δικαστήριο:

1)

να κρίνει την παρούσα προσφυγή παραδεκτή,

2)

να την κρίνει δικαιολογημένη επί της ουσίας και κατά συνέπεια να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής της 7ης Αυγούστου 1985,

3)

να κρίνει ότι ο προσφεύγων συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις όσον αφορά τη χορήγηση του επιδόματος αποδημίας στους υπαλλήλους που είναι υπήκοοι του κράτους όπου υπηρετούν,

4)

να επιφυλαχθεί όσον αφορά τους τόκους υπερημερίας, και

5)

εν πάση περιπτώσει να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:

να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη,

να αποφασίσει κατά το δίκαιο όσον αφορά τα δικαστικά έξοδα.

III - Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων

1.

Ο προοφεΰ}>ων προβάλλει ως μόνο λόγο ακυρώσεως την παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β ), του παραρτήματος VII του κανονισμού.

Καταρχάς, εξηγεί όσα ανέφερε στο έντυπο της υποψηφιότητάς του σχετικά με τη μόνιμη διαμονή του υπό την έννοια ότι ήταν ανά πάσα στιγμή δυνατό να ληφθεί επαφή μαζί του στο Λουξεμβούργο, στην κατοικία της μητέρας του. Πάντως, κατά το χρόνο υποβολής της υποψηφιότητας του διέμενε στο Germersheim, όπου κατέβαλε το ενοίκιο για το διαμέρισμά του μέχρι τον Απρίλιο του 1984 και όπου ήταν ασφαλισμένος κατά ασθενείας σε γερμανικό ταμείο ασφαλίσεως φοιτητών.

Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι από την αρχή των σπουδών του σπάνια επέστρεψε στο Λουξεμβούργο. Η διαμονή του στη Γερμανία από τον Οκτώβριο του 1977 τον είχε πλήρως ενσωματώσει στο γερμανικό περιβάλλον. Ήταν συνεπώς αναγκαίο να αλλάξει διαμονή για να είναι παρών στον τόπο διορισμού του.

Όσον αφορά την εκπαιδευτική του περίοδο στο Λουξεμβούργο, ο προσφεύγων φρονεί ότι οι έξι αυτοί μήνες δεν είναι ικανοί να διακόψουν, κατά την έννοια της σχετικής διατάξεως του κανονισμού, τη διαμονή του στη Γερμανία. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο Στρασβούργο και της επαγγελματικής του ζωής στο Germersheim, δεν είχε δεσμούς με το Λουξεμβούργο. Το πιστοποιητικό διαμονής ( Aufenthaltsbescheinigung ) που εξέδωσε η δημοτική διοίκηση του Germersheim αναφέρει σαφώς ότι η διαμονή του προσφεύγοντος στην πόλη αυτή ήταν αδιάκοπη. Το πιστοποιητικό αυτό συνιστά επαρκή απόδειξη του γεγονότος ότι η διαμονή του ήταν κατά συνήθη τρόπο εκτός Λουξεμβούργου. Απεναντίας, το λουξεμβουργιανό ποινικό μητρώο δεν έχει αποδεικτική ισχύ όσον αφορά τη μόνιμη διαμονή του προσφεύγοντος.

2.

Η Επιτροπή υποστηρίζει καταρχάς ότι οι όροι « είχε τη μόνιμη διαμονή του κατά συνήθη τρόπο » της εν λόγω διατάξεως του κανονισμού αφορούν πραγματική κατάσταση, δηλαδή τη φυσική απουσία του υπαλλήλου από το έδαφος του κράτους όπου υπηρετεί. Για τη μη χορήγηση του επιδόματος αποδημίας, αρκεί ο υπάλληλος να διέμενε στο έδαφος του οικείου κράτους κατά συνήθη τρόπο, έστω και εν μέρει, κατά την περίοδο αναφοράς. Επομένως, η απουσία για πανεπιστημιακές σπουδές από τη χώρα του τόπου στον οποίο υπηρετεί ο υπάλληλος δεν έχει καταρχήν ως αποτέλεσμα να διακόψει τη συνήθη διαμονή. Κατά συνέπεια, οι σπουδές του προσφεύγοντος στο Στρασβούργο και στο Mainz δεν διέκοψαν τη διαμονή του στο Λουξεμβούργο.

Εφόσον ο προσφεύγων διέμεινε στο Λουξεμβούργο ως εκπαιδευόμενος μεταξύ Σεπτεμβρίου 1981 και Φεβρουαρίου 1982, ορθά υπέδειξε, κατά την άποψη της Επιτροπής, στο έντυπο της υποψηφιότητας το « Λουξεμβούργο » ως τόπο της μόνιμης διαμονής του. Στο ποινικό μητρώο αναφέρεται επίσης το « Λουξεμβούργο » ως τόπος της μόνιμης διαμονής του προσφεύγοντος.

Απεναντίας, το πιστοποιητικό διαμονής που εξέδωσε η πόλη του Germersheim δεν συνιστά επαρκή απόδειξη του ότι ο προσφεύγων διέμενε πράγματι στην πόλη αυτή. Το πιστοποιητικό αυτό συντάχτηκε βάσει δηλώσεως του προσφεύγοντος, χωρίς να υπάρξει επαλήθευση των πραγματικών περιστατικών από τη δημοτική διοίκηση. Είναι χαρακτηριστικό ότι σύμφωνα με το εν λόγω πιστοποιητικό, ο προσφεύγων διέμενε στο Germersheim μέχρι την 1η Μαΐου 1984, ενώ ανέλαβε τα καθήκοντα του στο Λουξεμβούργο ήδη στις 16 Απριλίου 1984.

Κ. Bahlmann

εισηγητής δικαστής


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ( δεύτερο τμήμα )

της 13ης Νοεμβρίου 1986 ( *1 )

Στην υπόθεση 330/85,

Claude Richter, υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενος από τον Victor Biel, δικηγόρο Λουξεμβούργου και αντίκλητό του, 18 A, rue des Glacis,

προσφεύγων,

κατά

Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο Δημήτριο Γκουλούση, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής υπηρεσίας της, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,

καθής,

που έχει ως αντικείμενο τη χορήγηση του επιδόματος αποδημίας κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β ), του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)

συγκείμενο από τους Τ. F. O'Higgins, πρόεδρο τμήματος, Ο. Due και Κ. Bahlmann, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: G. F. Mancini

γραμματέας: Ρ. Heim

λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 25ης Ιουνίου 1986,

αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 8ης Οκτωβρίου 1986,

εκδίδει την ακόλουθη

ΑΠΟΦΑΣΗ

1

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 8 Νοεμβρίου 1985, ο Claude Richter, λουξεμβουργιανός υπήκοος, υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων από τις 16 Απριλίου 1984 τοποθετημένος στο Λουξεμβούργο, άσκησε προσφυγή με την οποία ζητεί κατ' ουσία τη χορήγηση του επιδόματος αποδημίας κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β), του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

2

Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, το επίδομα αποδημίας χορηγείται

« στον υπάλληλο ο οποίος, παρόλο που είναι ή υπήρξε υπήκοος του κράτους στο έδαφος του οποίου ευρίσκεται ο τόπος όπου υπηρετεί, είχε τη μόνιμη διαμονή του, κατά συνήθη τρόπο, επί δέκα έτη λήγοντα κατά την ανάληψη των καθηκόντων του, εκτός του ευρωπαϊκού εδάφους του κράτους αυτού για άλλους λόγους εκτός από την άσκηση καθηκόντων στην υπηρεσία κράτους ή σε διεθνή οργανισμό. »

3

Ο Richter γεννήθηκε το 1953 στο Λουξεμβούργο, όπου και είχε την κατοικία του μέχρι τις 15 Οκτωβρίου 1973. Από τις 15 Οκτωβρίου 1973 μέχρι την 1η Οκτωβρίου 1977 είχε την κατοικία του στο Στρασβούργο, όπου πραγματοποίησε τις σπουδές του. Από τις 4 Οκτωβρίου 1977 μέχρι την 1η Μαΐου 1984, ήταν εγγεγραμμένος χωρίς διακοπή στα μητρώα πληθυσμού του Germersheim στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Κατά την περίοδο Οκτωβρίου 1977 — Μαρτίου 1981, ο Richter φοίτησε στο πανεπιστήμιο του Mainz όπου σπούδασε γλώσσες. Μεταξύ Σεπτεμβρίου 1978 και Απριλίου 1983, εργάστηκε ως μεταφραστής « free-lance » στο Germersheim και μεταξύ Σεπτεμβρίου 1981 — Φεβρουαρίου 1982 ήταν επίσης εκπαιδευόμενος στην υπηρεσία ορολογίας της Επιτροπής στο Λουξεμβούργο, μεταξύ δε Μαρτίου 1982 και Απριλίου 1983 εργάστηκε ως μεταφραστής « free-lance » στην Επιτροπή στο Λουξεμβούργο. Στο έντυπο της υποψηφιότητας του για μία θέση στην Επιτροπή στο Λουξεμβούργο, ο προσφεύγων ανέφερε ότι η διαρκής διαμονή του βρίσκεται στο Λουξεμβούργο καθώς και η διεύθυνση για την αλληλογραφία του. Σε απόσπασμα του ποινικού του μητρώου που είναι συνημμένο στον ατομικό του φάκελο και φέρει ημερομηνία της 31ης Μαρτίου 1983 υπάρχει η ένδειξη « κάτοικος Λουξεμβούργου ».

4

Για λεπτομερέστερη έκθεση των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως και της επιχειρηματολογίας των διαδίκων το Δικαστήριο παραπέμπει στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση.

5

Ο προσφεύγων προβάλλει ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β ), του παραρτήματος VII του κανονισμού μη χορηγώντας του το επίδομα αποδημίας.

6

Ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Το Δικαστήριο έκρινε πράγματι επανειλημμένα ότι το επίδομα αποδημίας έχει ως αντικείμενο να αντισταθμίσει τις ιδιαίτερες επιβαρύνσεις και μειονεκτήματα που απορρέουν από την ανάληψη καθηκόντων στις Κοινότητες για τους υπαλλήλους που είναι για το λόγο αυτό υποχρεωμένοι να μεταβάλουν κατοικία από τη χώρα διαμονής τους στη χώρα διορισμού τους ( βλέπε απόφαση της 2ας Μαΐου 1985, De Angelis κατά Επιτροπής, 246/83, Συλλογή 1985, σ. 1253). Αφετέρου, η έννοια της αποδημίας εξαρτάται επίσης από την ιδιαίτερη κατάσταση του υπαλλήλου, ιδίως από την άποψη αν, παρά το ότι είναι υπήκοος του κράτους μέλους του τόπου διορισμού του, διέκοψε πράγματι τους κοινωνικούς και επαγγελματικούς δεσμούς του με το κράτος αυτό με την πλήρη και μακροχρόνια μετατόπιση της συνήθους διαμονής του εκτός του ευρωπαϊκού εδάφους του εν λόγω κράτους. Διότι η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β), του παραρτήματος VII του κανονισμού αφορά μόνο τα πρόσωπα που, έχοντας μετατοπίσει το διαρκές κέντρο των συμφερόντων τους εκτός του κράτους διορισμού τους, μπορούν να θεωρηθούν ως μη έχοντα πλέον διαρκείς δεσμούς με το κράτος αυτό.

7

Εν προκειμένω προκύπτει όμως από τις ίδιες τις δηλώσεις του προσφεύγοντος ότι δεν διέκοψε τους διαρκείς δεσμούς του με το Λουξεμβούργο. Πράγματι, στο έντυπο της υποψηφιότητας του υπέδειξε το Λουξεμβούργο τόσο ως τόπο διαρκούς διαμονής του όσο και για τη διεύθυνση της αλληλογραφίας του. Επιπλέον, εργάστηκε επί είκοσι μήνες, από το Σεπτέμβριο του 1981 μέχρι τον Απρίλιο του 1983, στην Επιτροπή στο Λουξεμβούργο, καταρχάς ως εκπαιδευόμενος και κατόπιν ως μεταφραστής « freelance ».

8

Υπό τις συνθήκες αυτές, το γεγονός ότι ο προσφεύγων φοίτησε στο Στρασβούργο από τον Οκτώβριο του 1973 μέχρι τον Οκτώβριο του 1977 και είχε τη διαμονή του στη Γερμανία από τον Οκτώβριο του 1977 μέχρι το Μάιο του 1984 δεν αρκεί για να αποδείξει ότι κατοικούσε κατά συνήθη τρόπο εκτός Λουξεμβούργου κατά την περίοδο των δέκα ετών που προηγήθηκαν της αναλήψεως των καθηκόντων του στην Επιτροπή. Πράγματι, δεν διέκοψε ποτέ κατά την περίοδο αυτή τους κοινωνικούς και επαγγελματικούς του δεσμούς με το Λουξεμβούργο ούτε μετέθεσε το διαρκές κέντρο των συμφερόντων του εκτός του κράτους αυτού.

9

Η προσφυγή είναι συνεπώς απορριπτέα.

Επί των δικαστικών εξόδων

10

Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα.

11

Σύμφωνα πάντως με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας, προκειμένου περί προσφυγών των υπαλλήλων των Κοινοτήτων, τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν.

 

Για τους λόγους αυτούς

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)

αποφασίζει:

 

1)

Απορρίπτει την προσφυγή.

 

2)

Κάθε διάδικος φέρει τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε.

 

Ο' Higgins

Due

Bahlmann

Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 13 Νοεμβρίου 1986.

Ο γραμματέας

Ρ. Heim

Ο πρόεδρος του δεύτερου τμήματος

Τ. F. O'Higgins


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.