ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΠΕΜΠΤΟ ΤΜΗΜΑ) ΤΗΣ 5ΗΣ ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1988. - TOKYO ELECTRIC CO. LTD. (TEC) ΚΑΙ ΛΟΙΠΟΙ ΚΑΤΑ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ. - ΔΑΣΜΟΙ ΑΝΤΙΝΤΑΜΠΙΝΓΚ ΣΕ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ ΓΡΑΦΟΜΗΧΑΝΕΣ. - ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΣΘΕΙΣΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ 260/85 ΚΑΙ 106/86.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1988 σελίδα 05855
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
++++
1. Κοινή εμπορική πολιτική - 'Αμυνα κατά της πρακτικής ντάμπινγκ - Περιθώριο ντάμπινγκ - Καθορισμός της κανονικής αξίας - Κατασκευασμένη αξία - Λήψη υπόψη ενός λογικού περιθωρίου κέρδους
((Κανονισμός 2176/84 του Συμβουλίου, άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β), σημείο ii) ))
2. Κοινή εμπορική πολιτική - 'Αμυνα κατά της πρακτικής ντάμπινγκ - Περιθώριο ντάμπινγκ - Καθορισμός της κανονικής αξίας - Κατασκευασμένη αξία - Κόστος παραγωγής - 'Εξοδα πωλήσεως, διοικητικές δαπάνες και λοιπά γενικά έξοδα
((Κανονισμός 2176/84 του Συμβουλίου, άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β), σημείο ii) ))
3. Κοινή εμπορική πολιτική - 'Αμυνα κατά της πρακτικής ντάμπινγκ - Περιθώριο ντάμπινγκ - Καθορισμός της κανονικής αξίας, της τιμής εξαγωγής και σύγκριση - Διαφορετικοί κανόνες
(Κανονισμός 2176/84 του Συμβουλίου, άρθρο 2)
4. Κοινή εμπορική πολιτική - 'Αμυνα κατά της πρακτικής ντάμπινγκ - Περιθώριο ντάμπινγκ - Εσφαλμένος υπολογισμός - Αμφισβήτηση του δασμού αντιντάμπινγκ - Δεν υπάρχει λόγος καθορισμού του συντελεστή του δασμού στο επίπεδο της ζημίας, κατώτερο του πραγματικού περιθωρίου ντάμπινγκ
(Κανονισμός 2176/84 του Συμβουλίου, άρθρο 13)
5. Κοινή εμπορική πολιτική - 'Αμυνα κατά της πρακτικής ντάμπινγκ - Ζημία - Υπολογισμός με σύγκριση μεταξύ των τιμών εξαγωγής και των τιμών των κοινοτικών προϊόντων υπολογιζομένων χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η μείωση που έχουν υποστεί λόγω του ντάμπινγκ - Νόμιμος - Προϋπόθεση
(Κανονισμός 2176/84 του Συμβουλίου, άρθρο 4)
1. 'Οταν τα κοινοτικά όργανα, στο πλαίσιο της διαδικασίας επιβολής δασμών αντιντάμπινγκ, υποχρεώνονται, προκειμένου να καθορίσουν την κανονική αξία, να προσφύγουν στην κατασκευασμένη αξία, έχουν το δικαίωμα να θεωρήσουν ως λογικό περιθώριο κέρδους το περιθώριο κέρδους που επιτυγχάνουν, στην εσωτερική αγορά της χώρας παραγωγής, για τα ομοειδή προϊόντα οι ανταγωνιστές του παραγωγού που εφαρμόζει τιμές ντάμπινγκ, χωρίς να μπορεί να αντιταχθεί στα κοινοτικά όργανα το ότι πρόκειται για στοιχεία τα οποία αγνοεί ο ενδιαφερόμενος παραγωγός και των οποίων την ακρίβεια δεν μπορεί να ελέγξει λόγω της εμπιστευτικής μεταχειρίσεως της οποίας τυγχάνουν τα στοιχεία που καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο και συλλέγονται στο πλαίσιο της έρευνας.
Πράγματι, όταν δεν είναι δυνατή η προσφυγή στις πραγματικές τιμές, η αναφορά σε στοιχεία άγνωστα στον ενδιαφερόμενο παραγωγό είναι συχνά αναγκαία στο πλαίσιο του συστήματος του κανονισμού 2176/84, η δε αδυναμία προβλέψεως που συνεπάγεται η αναφορά αυτή πρέπει να γίνει αποδεκτή.
2. 'Οταν, στο πλαίσιο της διαδικασίας επιβολής δασμών αντιντάμπινγκ, τα κοινοτικά όργανα, προκειμένου να καθορίσουν την κανονική αξία, αναγκάζονται να προσφύγουν στην κατασκευασμένη αξία, έχουν το δικαίωμα, για να καθορίσουν το εύλογο ποσό των εξόδων πωλήσεως, διοικητικών δαπανών και λοιπών γενικών εξόδων που περιλαμβάνεται στο κόστος παραγωγής, να αναφερθούν, στο πλαίσιο της διακριτικής εξουσίας που διαθέτουν και ελλείψει αποδείξεως περί του εσφαλμένου της μεθόδου αυτής, στις δαπάνες που πραγματοποιεί εταιρία συνδεδεμένη με τον ενδιαφερόμενο παραγωγό, η οποία πωλεί άλλα προϊόντα από αυτά που αποτελούν το αντικείμενο του ντάμπινγκ, εφόσον ο εν λόγω παραγωγός διαθέτει τα προϊόντα του στην εσωτερική αγορά μέσω της εν λόγω εταιρίας, την οποία ελέγχει οικονομικώς και στην οποία αναθέτει καθήκοντα τα οποία συνήθως ανήκουν στα εσωτερικά τμήματα πωλήσεων.
Η κατανομή των δραστηριοτήτων παραγωγής και πωλήσεως εντός ενός ομίλου απαρτιζόμενου από νομικώς διακρινόμενες εταιρίες δεν αναιρεί καθόλου το γεγονός ότι πρόκειται για μια ενιαία οικονομική οντότητα που ασκεί κατ' αυτόν τον τρόπο ένα σύνολο δραστηριοτήτων, οι οποίες, σε άλλες περιπτώσεις, ασκούνται από μια οντότητα ενιαία και από νομικής απόψεως. Εξάλλου, η μέθοδος αυτή είναι η μόνη που καθιστά δυνατό, με τη λήψη υπόψη της πρώτης πωλήσεως προς ανεξάρτητο αγοραστή, τον καθορισμό της κανονικής αξίας στο στάδιο "έξοδος από το εργοστάσιο" στις περιπτώσεις που η παραγωγή και η πώληση είναι οργανωμένες κατ' αυτόν τον τρόπο.
Το γεγονός ότι ο αποκλειστικός διανομέας δεν πωλεί τα προϊόντα που αποτελούν το αντικείμενο του ντάμπινγκ δεν έχει σημασία, δεδομένου ότι η κανονική αξία των προϊόντων αυτών κατασκευάζεται ως εάν τα προϊόντα αυτά κυκλοφορούσαν στην εσωτερική αγορά.
3. Στο πλαίσιο της διαδικασίας επιβολής δασμών αντιντάμπινγκ, υπάρχουν, όσον αφορά τον καθορισμό του περιθωρίου ντάμπινγκ, τρία χωριστά συστήματα κανόνων που πρέπει να τηρούνται αντιστοίχως για τον καθορισμό της κανονικής αξίας, για τον υπολογισμό της τιμής εξαγωγής και για την πραγματοποίηση της συγκρίσεως μεταξύ των δύο.
4. Ο παραγωγός στον οποίο επιβάλλονται δασμοί αντιντάμπινγκ δεν μπορεί να τους αμφισβητήσει με την αιτιολογία ότι για την επιβολή τους ελήφθη υπόψη υπερβολικό κέρδος, εφόσον ο συντελεστής των δασμών καθορίστηκε στο επίπεδο της ζημίας, το οποίο είναι κατώτερο τόσο από το εσφαλμένως υπολογισθέν περιθώριο ντάμπινγκ όσο και από το πραγματικό περιθώριο ντάμπινγκ.
5. Στο πλαίσιο της διαδικασίας επιβολής δασμών αντιντάμπινγκ, τα κοινοτικά όργανα έχουν το δικαίωμα να υπολογίζουν τη ζημία που υπέστη η κοινοτική βιομηχανία με σύγκριση μεταξύ, αφενός, των τιμών των εισαγομένων προϊόντων και, αφετέρου, των τιμών των ομοειδών κοινοτικών προϊόντων όχι στο πραγματικό τους επίπεδο αλλά στο επίπεδο που θα είχαν αν δεν είχε υπάρξει ντάμπινγκ, εφόσον, κατά το χρόνο πραγματοποιήσεως της συγκρίσεως, οι τιμές των κοινοτικών προϊόντων έχουν ήδη υποστεί, επί μακρά χρονική περίοδο, πίεση προς τα κάτω, με αποτέλεσμα τη μείωσή τους λόγω ακριβώς του ντάμπινγκ.
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 260/85 και 106/86,
Tokyo Electric Company Ltd (TEC), με έδρα το Τόκυο, Ιαπωνία,
TEC Belgium SA, με έδρα τις Βρυξέλλες, Βέλγιο,
TEC Elektronik GmbH, με έδρα το Ratingen, Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας,
TEC Europe Company Ltd, με έδρα το Λονδίνο, Ηνωμένο Βασίλειο,
TEC France SA, με έδρα το Gentilly, Γαλλία,
εκπροσωπούμενες από τους J.-F. Bellis και I. Van Bael, δικηγόρους Βρυξελλών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο το δικηγορικό γραφείο Elvinger & Hoss, 15, Cote d' Eich,
και
Tokyo Electric Company Ltd (TEC), με έδρα το Τόκυο, Ιαπωνία, εκπροσωπούμενη από τους J.-F. Bellis και I. Van Bael, δικηγόρους Βρυξελλών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο το δικηγορικό γραφείο Elvinger & Hoss, 15, Cote d' Eich,
προσφεύγουσες,
υποστηριζόμενες από την
UTAX GmbH Organisations systeme, με έδρα το Αμβούργο, Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τον P. Czirnich, δικηγόρο Μονάχου, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο το δικηγορικό γραφείο Elvinger & Hoss, 15, Cote d' Eich,
παρεμβαίνουσα,
κατά
Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενου από τον H. J. Lambers, διευθυντή στη νομική υπηρεσία, και τον E. H. Stein, νομικό σύμβουλο, επικουρούμενους από τον F. Jacobs, QC, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον J. Kaeser, διευθυντή της νομικής υπηρεσίας της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, 100, boulevard Konrad-Adenauer,
καθού,
υποστηριζόμενου από την
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το νομικό της σύμβουλο J. Temple Lang, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γ. Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
και από την
Committee of European Typewriter Manufacturers (Cetma), εκπροσωπούμενη από τον D. Ehle, δικηγόρο Κολωνίας, με αντικλήτους στο Λουξεμβούργο τους δικηγόρους E. Arendt και G. Harles, 4, avenue Marie-Therese,
παρεμβαίνουσες,
που έχουν ως αντικείμενο:
- την ακύρωση των άρθρων 1 και 2 του κανονισμού 1698/85 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουνίου 1985, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ηλεκτρονικών γραφομηχανών καταγωγής Ιαπωνίας (ΕΕ L 163, σ. 1), καθόσον τα άρθρα αυτά αφορούν την Tokyo Electric Company Ltd (υπόθεση 260/85) και
- την ακύρωση του άρθρου 1 του κανονισμού 113/86 του Συμβουλίου, της 20ής Ιανουαρίου 1986, για την τροποποίηση του κανονισμού 1698/85 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουνίου 1985, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ηλεκτρονικών γραφομηχανών καταγωγής Ιαπωνίας (ΕΕ L 17, σ. 1), καθόσον το άρθρο αυτό αφορά την Tokyo Electric Company Ltd (υπόθεση 106/86),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
συγκείμενο από τους G. Bosco, πρόεδρο τμήματος, J. C. Moitinho de Almeida, U. Everling, Y. Galmot και R. Joliet, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Sir Gordon Slynn
γραμματέας: B. Pastor, υπάλληλος διοικήσεως
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 22ας Σεπτεμβρίου 1987,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 8ης Μαρτίου 1988,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 20 Αυγούστου 1985 (υπόθεση 260/85), η Tokyo Electric Company Ltd, με έδρα το Τόκυο της Ιαπωνίας, και οι ευρωπαϊκές θυγατρικές της εταιρίες TEC Belgium SA, TEC Elektronik GmbH, TEC Europe Company Ltd και TEC France SA άσκησαν, δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με αίτημα την ακύρωση του κανονισμού 1698/85 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουνίου 1985, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ηλεκτρονικών γραφομηχανών καταγωγής Ιαπωνίας (ΕΕ L 163, σ. 1), καθόσον ο κανονισμός αυτός αφορά τις προσφεύγουσες.
2 Η εταιρία Tokyo Electric Company Ltd (TEC) παράγει και πωλεί, μεταξύ άλλων, ηλεκτρονικές γραφομηχανές (στο εξής: ΗΓ). Τα προϊόντα αυτά παράγονται αποκλειστικά προς εξαγωγή και διατίθενται στα κράτη μέλη της Κοινότητας είτε μέσω θυγατρικών εταιριών αποκλειστικής κυριότητας της ΤΕC, είτε μέσω ανεξαρτήτων διανομέων. Σημαντικό τμήμα των εξαγωγών της Tokyo Electric προς την Κοινότητα συνίσταται επίσης σε "πωλήσεις ΟΕΜ" (original equipment manufacturer), δηλαδή πωλήσεις προς ευρωπαίους κατασκευαστές, όπως η UΤΑΧ GmbH στη Γερμανία, οι οποίοι διαθέτουν στη συνέχεια τις ΗΓ με το δικό τους σήμα. Το 1984, κατά της Tokyo Electric, καθώς και άλλων ιαπώνων παραγωγών, υποβλήθηκε στην Επιτροπή καταγγελία από μια ένωση ευρωπαίων κατασκευαστών, την Committee of European Typewriter Manufacturers (στο εξής: Cetma), με την κατηγορία ότι πωλούσε τα προϊόντα της εντός της Κοινότητας σε τιμές ντάμπινγκ.
3 Η διαδικασία αντιντάμπινγκ που κίνησε η Επιτροπή βάσει του κανονισμού 2176/84 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1984, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΕ L 201, σ. 1), είχε ως αποτέλεσμα, αρχικά, να επιβληθεί στην Tokyo Electric Company Ltd (TEC) προσωρινός δασμός αντιντάμπινγκ 6,9%. Στη συνέχεια, το Συμβούλιο, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, επέβαλε οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ 21% με τον κανονισμό 1698/85, κατά του οποίου η Tokyo Electric και οι θυγατρικές της εταιρίες άσκησαν προσφυγή.
4 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στις 22 Αυγούστου 1985, οι προσφεύγουσες υπέβαλαν αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων, ζητώντας την αναστολή της εφαρμογής, ως προς αυτές, του κανονισμού 1698/85 μέχρις ότου το Δικαστήριο αποφανθεί επί της προσφυγής. Ο πρόεδρος του Δικαστηρίου, με Διάταξη της 18ης Οκτωβρίου 1985, απέρριψε την αίτηση αυτή και επιφυλάχθηκε να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
5 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 5 Μαΐου 1986 (υπόθεση 106/86), η Tokyo Electric Company Ltd (TEC) άσκησε, δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με αίτημα την ακύρωση του κανονισμού 113/86 του Συμβουλίου, της 20ής Ιανουαρίου 1986, για την τροποποίηση του κανονισμού 1698/85 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουνίου 1985, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ηλεκτρονικών γραφομηχανών καταγωγής Ιαπωνίας (ΕΕ L 17, σ. 2), καθόσον ο κανονισμός αυτός εφαρμόζεται στην προσφεύγουσα.
6 Με Διάταξη της 11ης Μαρτίου 1987, αποφασίστηκε η συνεκδίκαση των υποθέσεων 260/85 και 106/86 προς διευκόλυνση της διαδικασίας και έκδοση κοινής αποφάσεως.
7 Στην Επιτροπή και τη Cetma επετράπη να παρέμβουν στις δύο υποθέσεις προς υποστήριξη των αιτημάτων του καθού. Στην UΤΑΧ GmbH επετράπη να παρέμβει προς υποστήριξη των αιτημάτων των προσφευγουσών.
8 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι λόγοι ακυρώσεως και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
9 Υπογραμμίζεται, προκαταρκτικώς, ότι, όπως διευκρίνισε η Tokyo Electric Company Ltd (TEC), με την προσφυγή που κατέθεσε στις 5 Μαΐου 1986 δεν προβάλλεται κανένας νέος λόγος ακυρώσεως, αλλά επιδιώκεται απλώς να εξασφαλιστεί ότι ο έλεγχος εκ μέρους του Δικαστηρίου θα καλύψει τόσο τον κανονισμό 1698/85, με τον οποίο επιβλήθηκε ο οριστικός δασμός, όσο και τον κανονισμό 113/86, ο οποίος τροποποίησε το συντελεστή του δασμού, ο οποίος είχε καθοριστεί με τον κανονισμό 1698/85, προκειμένου να διορθωθεί σφάλμα που συνίστατο στο ότι ορισμένες ΗΓ κατασκευασμένες στη Σιγκαπούρη κακώς είχαν θεωρηθεί ως κοινοτικά προϊόντα κατά τον υπολογισμό της ζημίας που υπέστη η κοινοτική βιομηχανία.
10 Προς στήριξη των προσφυγών τους, οι προσφεύγουσες (στο εξής αναφερόμενες συλλήβδην ως ΤΕC) προβάλλουν τους ακόλουθους τέσσερις λόγους ακυρώσεως:
- χρησιμοποίηση υπερβολικά υψηλού περιθωρίου κέρδους για την κατασκευή της κανονικής αξίας
- συνυπολογισμός των εξόδων πωλήσεως στην κατασκευασμένη κανονική αξία
- εσφαλμένος υπολογισμός των εξόδων της TEC France
- εσφαλμένος υπολογισμός της ζημίας που υπέστη η κοινοτική βιομηχανία.
'Οσον αφορά το λόγο ακυρώσεως που συνίσταται στη χρησιμοποίηση υπερβολικά υψηλού περιθωρίου κέρδους για την κατασκευή της κανονικής αξίας
11 Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β), σημείο ii), του προαναφερθέντος κανονισμού 2176/84, όταν καμία πώληση προϊόντος ομοειδούς του επιμάχου προϊόντος δεν έχει πραγματοποιηθεί κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις στην εσωτερική αγορά της χώρας εξαγωγής ή καταγωγής ή όταν τέτοιες πωλήσεις δεν επιτρέπουν δίκαιη σύγκριση, ως κανονική αξία νοείται "η κατασκευασμένη αξία, που προσδιορίζεται προσθέτοντας το κόστος παραγωγής και ένα λογικό περιθώριο κέρδους". Το άρθρο αυτό προβλέπει επίσης ότι "κατά γενικό κανόνα και υπό τον όρο ότι πραγματοποιείται κανονικό κέρδος κατά τις πωλήσεις προϊόντων της ιδίας γενικής κατηγορίας στην εσωτερική αγορά της χώρας καταγωγής, η προσαύξηση για το κέρδος δεν θα πρέπει να είναι μεγαλύτερη από το κανονικό κέρδος. Σε άλλες περιπτώσεις, αυτή η προσαύξηση καθορίζεται επί οποιασδήποτε λογικής βάσεως χρησιμοποιώντας τις διαθέσιμες πληροφορίες".
12 Η ΤΕC υποστηρίζει ότι κατά τον υπολογισμό του "λογικού περιθωρίου κέρδους", το οποίο επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή της κανονικής αξίας των ΗΓ, τα κοινοτικά όργανα δεν εφάρμοσαν ορθώς τον κανονισμό 2176/84.
Προς στήριξη αυτού του λόγου ακυρώσεως, η ΤΕC υποστηρίζει:
- ότι το περιθώριο κέρδους που έλαβαν υπόψη τους τα κοινοτικά όργανα είναι υπερβολικά υψηλό ώστε να αποτελεί "λογικό περιθώριο κέρδους" ή "κανονικό κέρδος"
- ότι το εφαρμοσθέν περιθώριο κέρδους δεν αντιστοιχεί στο "((πραγματοποιούμενο κανονικώς)) κέρδος κατά τις πωλήσεις προϊόντων της ιδίας γενικής κατηγορίας στην εσωτερική αγορά της χώρας καταγωγής" υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο β), σημείο ii), του κανονισμού 2176/84, δεδομένου ότι, κατά την άποψη της ΤΕC, η κατηγορία αυτή αποτελεί την κατηγορία του συνόλου των προϊόντων εξοπλισμού γραφείου στην Ιαπωνία
- ότι η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε για τον καθορισμό του περιθωρίου αυτού συνιστά παραβίαση της αρχής της ασφάλειας του δικαίου
- ότι η εφαρμογή του περιθωρίου αυτού συνιστά δυσμενή διάκριση, καθότι σε άλλη εταιρία ευρισκόμενη στην ίδια κατάσταση επιφυλάχθηκε διαφορετική μεταχείριση
- ότι το περιθώριο αυτό υπολογίστηκε βάσει στοιχείων των οποίων δεν μπορεί νομίμως να γίνει επίκληση, καθότι δεν ανακοινώθηκαν στους ενδιαφερομένους.
13 'Οσον αφορά το πρώτο επιχείρημα, προσήκει η παρατήρηση ότι το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β), σημείο ii), του κανονισμού 2176/84 δεν εμποδίζει να γίνει δεκτό ότι τα κοινοτικά όργανα μπορούσαν, λόγω της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτουν, να θεωρήσουν το περιθώριο κέρδους που έλαβαν υπόψη ως λογικό περιθώριο. Πράγματι, η ΤΕC δεν απέδειξε ότι το εν λόγω περιθώριο κέρδους δεν επιτεύχθηκε επί συνήθων εμπορικών πράξεων.
14 'Οσον αφορά το δεύτερο επιχείρημα, αν ως ομοειδές προϊόν, υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφοι 2 και 12, του κανονισμού 2176/84, νοείται ένα προϊόν που έχει τα ίδια χαρακτηριστικά, ως "προϊόντα της ίδιας κατηγορίας", υπό την έννοια της προαναφερθείσας παραγράφου 3, θα πρέπει τότε να νοηθούν τα προϊόντα της κατηγορίας των ΗΓ, δεδομένου ότι μόνον αυτά εμφανίζουν μεταξύ τους ομοιογένεια επιτρέπουσα τη συναγωγή αξιοπίστων ενδείξεων, ενώ ο τομέας της "μηχανοργανώσεως γραφείου" περιλαμβάνει εξαιρετικά μεγάλο φάσμα προϊόντων, το καθένα από τα οποία μπορεί να αντιπροσωπεύει διαφορετικό κέρδος, λόγω των ιδιαιτέρων χρήσεών του και της ειδικής του πελατείας. Επομένως, τα κοινοτικά όργανα δεν ενήργησαν εσφαλμένως με το να υπολογίσουν το κανονικό κέρδος βάσει των στοιχείων που αφορούσαν άλλα μοντέλα ΗΓ που πωλούσαν άλλοι ιάπωνες παραγωγοί.
15 Κατά του τρίτου επιχειρήματος της ΤΕC, ότι η μέθοδος που ακολούθησαν τα κοινοτικά όργανα οδηγεί σε απρόβλεπτα αποτελέσματα λόγω της αδυναμίας του ενδιαφερομένου παραγωγού να γνωρίζει τα περιθώρια κέρδους των ανταγωνιστών του, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η αναφορά σε στοιχεία τα οποία δεν γνωρίζει ο ενδιαφερόμενος παραγωγός αποδεικνύεται συχνά αναγκαία στο πλαίσιο του συστήματος του κανονισμού 2176/84, όταν δεν καθίσταται δυνατή, όπως στην υπό κρίση περίπτωση, η προσφυγή στις πραγματικές τιμές, καθώς και ότι, στις συναλλαγές αυτές, η αδυναμία προβλέψεως πρέπει, μέχρις ορισμένου βαθμού, να γίνει αποδεκτή.
16 Πρέπει ακόμα να υπογραμμιστεί ότι, αν η κανονική αξία δεν μπορούσε να κατασκευαστεί, για τους παραγωγούς που δεν πραγματοποιούν πωλήσεις στην εσωτερική αγορά, παρά μόνο βάσει ενός υποθετικού κέρδους, θα υπήρχε ο κίνδυνος δυσμενούς διακρίσεως εις βάρος των άλλων κατασκευαστών, στην περίπτωση των οποίων το κέρδος που πραγματοποιούν επί των μοντέλων που πωλούν εντός της Ιαπωνίας χρησιμοποιείται για την κατασκευή της κανονικής αξίας των άλλων μοντέλων. Ως εκ τούτου, μια λύση όπως αυτή που υιοθέτησαν τα κοινοτικά όργανα, η οποία επιτρέπει τη διατήρηση, εντός των ορίων του δυνατού, της ασφάλειας του δικαίου χωρίς να επηρεάζει την ίση μεταχείριση, πρέπει να θεωρηθεί σύμφωνη με την οικονομία του κανονισμού 2176/84.
17 Κατά το τέταρτο επιχείρημα της ΤΕC, το περιθώριο κέρδους που εφαρμόστηκε στην περίπτωσή της δημιουργεί δυσμενή διάκριση, καθόσον αποδεικνύεται πολύ υψηλότερο από το περιθώριο που καθορίστηκε με την απόφαση 86/34 της 12ης Φεβρουαρίου 1986 (ΕΕ L 40, σ. 29) για την εταιρία Nakajima, η οποία - κατά την άποψη της ΤΕC - βρίσκεται σε κατάσταση εντελώς όμοια με τη δική της.
18 Παρατηρείται σχετικά ότι, εφόσον η εξαίρεση της Nakajima από την ομάδα των εταιριών στις οποίες επιβλήθηκε οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ απορρέει από την προαναφερθείσα απόφαση 86/34, η διάκριση υπέρ της Nakajima, ακόμα και αν αποδεικνυόταν, δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακύρωση του κανονισμού περί επιβολής οριστικου δασμού αντιντάμπινγκ στην ΤΕC, δεδομένου ότι ο κανονισμός αυτός θεσπίστηκε βάσει κανονικώς γενομένων διαπιστώσεων κατά τη διάρκεια της έρευνας αντιντάμπινγκ και σύμφωνα με τους κανόνες του κανονισμού 2176/84.
19 Τέλος, η ΤΕC υποστηρίζει ότι τα κοινοτικά όργανα δεν μορούσαν να υπολογίσουν το περιθώριο κέρδους βάσει, μεταξύ άλλων, πληροφοριών τις οποίες δεν ανακοίνωσαν στην προσφεύγουσα.
20 Το επιχείρημα της ΤΕC είναι αβάσιμο, καθότι τα στοιχεία τα οποία παραπονείται ότι δεν της παρασχέθηκαν αποτελούν εμπιστευτικές πληροφορίες, οι οποίες δεν μπορούσαν να της ανακοινωθούν χωρίς να παραβιαστεί η υποχρέωση τηρήσεως του επιχειρηματικού απορρήτου.
21 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι ο λόγος ακυρώσεως που προβάλλει η ΤΕC και ο οποίος συνίσταται στη χρησιμοποίηση υπερβολικά υψηλού περιθωρίου κέρδους πρέπει να απορριφθεί.
'Οσον αφορά το λόγο ακυρώσεως που συνίσταται στον συνυπολογισμό των εξόδων πωλήσεως στην κατασκευασμένη κανονική αξία
22 Η ΤΕC υποστηρίζει ότι τα κοινοτικά όργανα, με το να περιλάβουν στο κόστος παραγωγής των προϊόντων της ένα ποσό το οποίο αντιπροσώπευε έξοδα πωλήσεως σε στάδιο εμπορίας μεταγενέστερο από το στάδιο "έξοδος από το εργοστάσιο" και αφορούσε πωλήσεις άλλων προϊόντων εκτός των επιμάχων, προέβησαν σε εσφαλμένη εφαρμογή του κανονισμού 2176/84.
23 Κατά την ΤΕC, η μέθοδος που χρησιμοποίησαν τα κοινοτικά όργανα είναι, καταρχάς, εσφαλμένη καθότι σκοπός της κατασκευασμένης αξίας δεν είναι, στην πραγματικότητα, να καθοριστεί η κανονική αξία ως εάν είχαν πραγματοποιηθεί πωλήσεις στην εσωτερική αγορά.
24 Υπενθυμίζεται σχετικά ότι, σύμφωνα με την οικονομία του κανονισμού 2176/84, η κατασκευή της κανονικής αξίας αποβλέπει στον υπολογισμό της τιμής πωλήσεως ενός προϊόντος όπως η τιμή αυτή θα είχε διαμορφωθεί αν το εν λόγω προϊόν επωλείτο εντός της χώρας καταγωγής ή εξαγωγής του. Κατά συνέπεια, εκείνα που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη είναι τα έξοδα που αφορούν τις πωλήσεις στην εσωτερική αγορά.
25 Η ΤΕC υποστηρίζει ακόμα ότι τα κοινοτικά όργανα περιέλαβαν στο κόστος παραγωγής της, κατά παράβαση του άρθρου 2, παράγραφοι 9, 10 και 11, του κανονισμού 2176/84, ένα ποσό για τα έξοδα πωλήσεως, τις διοικητικές δαπάνες και τα λοιπά γενικά έξοδα (στο εξής: έξοδα ΠΔΓ) της ΤΕC Electronics, θυγατρικής εταιρίας η οποία διανέμει στην Ιαπωνία άλλα προϊόντα εκτός ΗΓ.
26 Παρατηρείται σχετικά ότι, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, η ΤΕC διαθέτει τα προϊόντα της στην εσωτερική αγορά μέσω μιας εταιρίας διανομής, την οποία ελέγχει οικονομικώς και στην οποία έχει αναθέσει καθήκοντα τα οποία κανονικά προσιδιάζουν στα ενταγμένα στην εσωτερική οργάνωση του παραγωγού τμήματα πωλήσεων.
27 Ακόμα και αν η ΤΕC δεν πωλεί ΗΓ εντός της Ιαπωνίας, ο δε συνδεδεμένος αποκλειστικός διανομέας της στην Ιαπωνία ασχολείται μόνο με την πώληση άλλων προϊόντων, η κανονική αξία των ΗΓ της πρέπει να κατασκευαστεί, στο πλαίσιο της έρευνας αντιντάμπινγκ, ως εάν οι ΗΓ επωλούντο στην εσωτερική αγορά.
28 Η κατανομή των δραστηριοτήτων παραγωγής και πωλήσεως εντός ενός ομίλου απαρτιζομένου από νομικώς διακρινόμενες εταιρίες δεν αναιρεί καθόλου το γεγονός ότι πρόκειται για μια ενιαία οικονομική οντότητα που ασκεί κατ' αυτόν τον τρόπο ένα σύνολο δραστηριοτήτων, οι οποίες, σε άλλες περιπτώσεις ασκούνται από μια οντότητα που είναι ενιαία και από νομικής απόψεως.
29 Διάκριση θα υπήρχε αν ορισμένα έξοδα τα οποία αναγκαστικά περιέχονται στην τιμή πωλήσεως ενός προϊόντος, όταν η πώληση αυτή πραγματοποιείται από τμήμα πωλήσεων ενσωματωμένο στην οργάνωση του παραγωγού, δεν περιλαμβάνονταν στην τιμή όταν το προϊόν αυτό διανέμεται από εταιρία νομικώς διακρινόμενη, καίτοι οικονομικκώς ελεγχόμενη από τον παραγωγό.
30 Οι ανωτέρω σκέψεις οδηγούν στην απόρριψη και του επιχειρήματος της ΤΕC ότι η μέθοδος που χρησιμοποίησαν τα κοινοτικά όργανα αντιβαίνει στο άρθρο 2, παράγραφος 9, του κανονισμού 2176/84, το οποίο προβλέπει ότι η σύγκριση μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής πρέπει να πραγματοποιείται "κανονικά ... στο ίδιο στάδιο του εμπορίου, που κατά προτίμηση είναι το στάδιο "έξοδος από το εργοστάσιο". Στην πραγματικότητα, ενόψει μιας οργανώσεως παραγωγής και πωλήσεως όπως αυτή που έχει υιοθετήσει η Tokyo Electric Company Ltd για τα προϊόντα που πωλεί στην ιαπωνική αγορά, ακριβώς η πρώτη πώληση προς ανεξάρτητο αγοραστή πρέπει να ληφθεί υπόψη προκειμένου να υπολογιστεί σωστά η κανονική αξία στο στάδιο "έξοδος από το εργοστάσιο".
31 'Οσον αφορά το επιχείρημα ότι τα έξοδα ΠΔΓ πρέπει να αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο τόσο όταν κατασκευάζεται η κανονική αξία όσο και όταν κατασκευάζεται η τιμή εξαγωγής, αρκεί η υπενθύμιση ότι το επιχείρημα αυτό ρητώς έχει απορριφθεί από το Δικαστήριο με τις αποφάσεις της 7ης Μαΐου 1987 (240, 255, 256, 258 και 260/84, "δασμός αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ενσφαίρων τριβέων (ρουλεμάν)", Συλλογή 1987, σσ. 1809, 1861, 1899, 1923 και 1975), στις οποίες αναφέρεται ότι υπάρχουν τρία χωριστά συστήματα κανόνων που πρέπει να τηρούνται αντιστοίχως για τον καθορισμό της κανονικής αξίας, για τον υπολογισμό της τιμής εξαγωγής και για την πραγματοποίηση της συγκρίσεως μεταξύ των δύο.
32 Η ΤΕC υποστηρίζει ακόμα ότι τα έξοδα ΠΔΓ της ΤΕC Electronics δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τον υπολογισμό της κατασκευασμένης αξίας των ΗΓ που παράγει η ΤΕC, διότι τα έξοδα αυτά αφορούσαν άλλα προϊόντα και όχι ΗΓ.
33 Το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β), σημείο ii), κατά το οποίο στην κατασκευασμένη κανονική αξία πρέπει να περιλαμβάνεται και ένα "εύλογο ποσό" για τα έξοδα ΠΔΓ, παρέχει στα κοινοτικά όργανα διακριτική εξουσία ως προς τον υπολογισμό του ποσού αυτού. Η ερμηνεία σύμφωνα με την οποία τα έξοδα ΠΔΓ δεν μπορούν να καθοριστούν με αναφορά στις δαπάνες συνδεδεμένης εταιρίας η οποία πωλεί άλλα προϊόντα εκτός ΗΓ στερεί τα εν λόγω όργανα από κάθε ένδειξη σχετικά με το ύψος των δαπανών αυτών. Η ΤΕC δεν απέδειξε ότι υπάρχουν λόγοι για τους οποίους θα πρέπει να θεωρηθεί ότι τα έξοδα ΠΔΓ που αφορούν την πώληση άλλων ηλεκτρονικών προϊόντων δεν μπορούν να παράσχουν έγκυρες ενδείξεις για τον υπολογισμό των εξόδων ΠΔΓ που συνεπάγεται η πώληση ΗΓ.
34 Δεν μπορεί, επίσης, να γίνει δεκτό το επιχείρημα ότι, δεδομένου ότι, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 11, όλοι οι υπολογισμοί βασίζονται στα διαθέσιμα λογιστικά στοιχεία, κανονικά κατανεμημένα, εν ανάγκη, κατ' αναλογία προς τον κύκλο εργασιών κάθε υπό εξέταση προϊόντος και αγοράς, τα έξοδα ΠΔΓ, όσον αφορά τις ΗΓ που δεν διατίθενται στην εσωτερική αγορά, είναι ανύπαρκτα. Το επιχείρημα αυτό στερεί κάθε σημασίας το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β), σημείο ii), το οποίο έχει εφαρμογή ακριβώς στην περίπτωση που δεν πραγματοποιούνται πωλήσεις σε επαρκείς ποσότητες στην εσωτερική αγορά.
35 Επομένως, ο λόγος ακυρώσεως που συνίσταται στο συνυπολογισμό των εξόδων ΠΔΓ κατά την κατασκευή της κανονικής αξίας πρέπει να απορριφθεί.
'Οσον αφορά το λόγο ακυρώσεως που συνίσταται στον εσφαλμένο υπολογισμό των εξόδων της TEC France
36 Η ΤΕC υποστηρίζει ότι οι τιμές εξαγωγής της υπολογίστηκαν κατά τρόπο εσφαλμένο. Συγκεκριμένα, τα έξοδα ΠΔΓ της θυγατρικής της εταιρίας TEC France κακώς προσαυξήθηκαν κατά τους μισθούς υπαλλήλων που δεν πωλούσαν ΗΓ και, στη συνέχεια, κακώς καταλογίστηκαν στις θυγατρικές της εταιρίες στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και στο Ηνωμένο Βασίλειο.
37 'Οσον αφορά τον ισχυρισμό της ΤΕC ότι τα κοινοτικά όργανα κατελόγισαν κακώς στη γερμανική και τη βρετανική θυγατρική εταιρία τα εσφαλμένως υπολογισθέντα έξοδα της TEC France, υπογραμμίζεται ότι η ίδια η ΤΕC είχε προτείνει στα κοινοτικά όργανα να θεωρήσουν ότι τα έξοδα ΠΔΓ της TEC France είναι αντιπροσωπευτικά των εξόδων των άλλων ευρωπαϊκών θυγατρικών της εταιριών, τα οποία δεν είχαν ελεγχθεί. Δεν μπορεί, επομένως, να προσαφθεί στα κοινοτικά όργανα ότι δέχτηκαν την πρόταση της ΤΕC, έστω και αν αποδείχθηκε στη συνέχεια ότι τα έξοδα ΠΔΓ της TEC France ήταν υψηλότερα από όσο νόμιζε η προσφεύγουσα.
38 Η ΤΕC υποστηρίζει, πάντως, ότι τα κοινοτικά όργανα περιέλαβαν στα έξοδα της TEC France και τους μισθούς υπαλλήλων οι οποίοι δεν είχαν ποτέ ασχοληθεί με την πώληση ΗΓ και ότι το λάθος αυτό διόγκωσε αθεμίτως το ύψος των εξόδων ΠΔΓ που καταλογίστηκε στις ευρωπαϊκές θυγατρικές της εταιρίες.
39 Υπογραμμίζεται σχετικά ότι, ακόμα και αν οι αριθμοί που αναφέρει η ΤΕC - κατά την οποία τα έξοδα ΠΔΓ της TEC France που αφορούσαν τις πωλήσεις ΗΓ ανέρχονταν όχι στο 27,7% αλλά στο 16,97% του σχετικού με τις ΗΓ κύκλου εργασιών και, επομένως, ήταν κατά 10,73% κατώτερα από το ποσοστό που είχε λάβει υπόψη της η Επιτροπή - ήταν ακριβείς, αυτό δεν θα μπορούσε να επηρεάσει τον καθορισμό του οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ.
40 Πράγματι, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι τα κοινοτικά όργανα είχαν υπολογίσει, όσον αφορά την ΤΕC, περιθώριο ντάμπινγκ 48,1% και ύψος ζημίας 21%, εκφραζόμενα σε ποσοστό της τιμής caf, και ότι έκριναν ότι ο συντελεστής του δασμού αντιντάμπινγκ έπρεπε να οριστεί βάσει του κατώτερου από τα δύο αυτά ποσοστά, δεδομένου ότι αυτό επαρκούσε για την εξάλειψη της προκληθείσας ζημίας.
41 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η τιμή εξαγωγής υπολογίστηκε κατόπιν αφαιρέσεως από την τιμή πωλήσεως των ΗΓ εντός της Γαλλίας ενός κέρδους 5% και συνολικών εξόδων ΠΔΓ 27,7%, με αποτέλεσμα η τιμή αυτή να αντιστοιχεί στο 67,3% της τιμής πωλήσεως που εφάρμοζε η TEC France. Ακόμα και σε περίπτωση που η τιμή εξαγωγής αυξανόταν κατά ποσό ίσο προς το 10,73% της τιμής πωλήσεως, λόγω καθορισμού ποσοστού 16,97% όσον αφορά τα έξοδα ΠΔΓ, όπως ζητεί η ΤΕC, το περιθώριο ντάμπινγκ θα παρέμενε υψηλότερο του 21%. Επομένως, δεν θα εδικαιολογείτο τροποποίηση του δασμού αντιντάμπινγκ που επιβλήθηκε με τον κανονισμό 1698/85.
42 Συνεπώς, αυτός ο λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
'Οσον αφορά το λόγο ακυρώσεως που συνίσταται στον εσφαλμένο υπολογισμό της ζημίας που υπέστη η κοινοτική βιομηχανία
43 Η ΤΕC υποστηρίζει, πρώτον, ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να επιβληθούν δασμοί αντιντάμπινγκ στις ΗΓ που εμπίπτουν στον κώδικα Nimexe 84.51-14, ως προς τις οποίες το τμήμα της αγοράς που κατέχουν οι ιάπωνες παραγωγοί συρρικνώθηκε κατά την περίοδο που αποτέλεσε αντικείμενο της έρευνας και οι οποίες, εξάλλου, εισάγονταν στην Κοινότητα από τις ίδιες τις κοινοτικές επιχειρήσεις.
44 Το πρώτο από τα ανωτέρω επιχειρήματα βασίζεται στην άποψη ότι η ζημία που υπέστη η κοινοτική βιομηχανία έπρεπε να υπολογιστεί χωριστά, αφενός, για τις ΗΓ που εμπίπτουν στον κώδικα Nimexe 84.51-14 - τις οποίες η ΤΕC αποκαλεί "φορητές" - και, αφετέρου, για τις ΗΓ που εμπίπτουν σε άλλους κώδικες Nimexe - τις οποίες η ΤΕC αποκαλεί "επαγγελματικές". Το επιχείρημα αυτό προϋποθέτει την ύπαρξη δύο χωριστών αγορών.
45 Από το φάκελο της υποθέσεως προκύπτει ότι, και αν ακόμα είχε πράγματι υπάρξει διάκριση μεταξύ "φορητών" ΗΓ και "επαγγελματικών" ΗΓ, η διάκριση αυτή είχε ήδη παύσει να υφίσταται κατά την ημερομηνία διεξαγωγής της έρευνας αντιντάμπινγκ, λόγω της τάσεως να κατασκευάζονται ΗΓ ικανές να ανταποκρίνονται όλες σε μεγάλο βαθμό στις ίδιες ανάγκες. Επομένως, τα κοινοτικά όργανα δεν ενήργησαν κατά τρόπο εσφαλμένο με το να μη δεχτούν την ύπαρξη χωριστών αγορών, την οποία, άλλωστε, ουδέποτε είχαν δεχτεί.
46 Το δεύτερο επιχείρημα της ΤΕC βασίζεται στην άποψη ότι οι ευρωπαίοι παραγωγοί, που είχαν εισαγάγει ορισμένα μοντέλα ΗΓ από την Ιαπωνία και τα είχαν πωλήσει με το δικό τους σήμα, δεν έπρεπε να περιληφθούν μεταξύ των εταιριών που υπέστησαν ζημία λόγω των ιαπωνικών εισαγωγών.
47 Ως προς το θέμα αυτό, από τους ισχυρισμούς των κοινοτικών οργάνων - τους οποίους δεν αμφισβήτησε κατά τρόπο εμπεριστατωμένο η ΤΕC - προκύπτει ότι οι κοινοτικοί παραγωγοί εισήγαγαν λίγα, και μόνον ευτελή, μοντέλα προκειμένου να καλύψουν τα κενά που υπήρχαν τότε στο φάσμα των προϊόντων τους και ότι ο συνολικός όγκος αυτών των εισαγωγών υπήρξε πάντοτε σχετικά μικρός. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να θεωρηθεί ότι οι εισαγωγές που πραγματοποιήθηκαν από κοινοτικούς εισαγωγείς δεν συνέβαλαν στη ζημία που υπέστη η κοινοτική βιομηχανία και ότι, επομένως, δεν υπάρχει λόγος να εξαιρεθούν οι εν λόγω παραγωγοί κατά την εξέταση της ζημίας αυτής.
48 Η ΤΕC υποστηρίζει, στη συνέχεια, ότι ο υπολογισμός της ζημίας είναι εσφαλμένος, καθότι το επίπεδο των υποτιμολογήσεων δεν καθορίστηκε, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο β), του κανονισμού 2176/84, με σύγκριση μεταξύ των τιμών των εισαγωγών και των τιμών των ομοειδών προϊόντων στην Κοινότητα, αλλά με σύγκριση μεταξύ, αφενός, των τιμών εισαγωγής και, αφετέρου, των τιμών-στόχων, δηλαδή ποσών υπολογισθέντων κατά τρόπο τεχνητό και υποθετικό.
49 Το βάσιμο του λόγου αυτού πρέπει να εκτιμηθεί λαμβανομένου υπόψη ότι τα κοινοτικά όργανα δεν μπόρεσαν να προβούν στον υπολογισμό της ζημίας παρά μόνο μετά την υποβολή, στις 15 Φεβρουαρίου 1984, της καταγγελίας εκ μέρους των κοινοτικών εισαγωγέων, ενώ από τη δικογραφία προκύπτει ότι οι επιπτώσεις των ιαπωνικών εισαγωγών, οι οποίες αποτέλεσαν αργότερα αντικείμενο της διαδικασίας αντιντάμπινγκ, είχαν από καιρό αρχίσει να γίνονται αισθητές στην κοινοτική βιομηχανία. Επομένως, οι τιμές των κοινοτικών προϊόντων το 1984 δεν αποτελούσαν πλέον τιμές δυνάμενες να χρησιμοποιηθούν για τον υπολογισμό της ζημίας υπό την έννοια του προαναφερθέντος άρθρου 4, καθότι είχαν ήδη από αρκετού χρόνου υποστεί μείωση προκειμένου να αντιμετωπιστεί η όλο και αυξανόμενη πίεση από τις ιαπωνικές εισαγωγές.
50 Υπό το φως των ανωτέρω παρατηρήσεων, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η κατασκευή μιας τιμής στο εσωτερικό της Κοινότητας, όπως η τιμή αυτή θα ήταν αν δεν είχε υποστεί, επί μακρά χρονική περίοδο, πίεση προς τα κάτω λόγω των ιαπωνικών εισαγωγών, αποτελεί τη μόνη λύση η οποία δεν καθιστά άνευ νοήματος τη σύγκριση που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο β), του κανονισμού 2176/84.
51 Η ΤΕC θεωρεί, ωστόσο, ότι οι υποτιμολογήσεις των ιαπωνικών προϊόντων σε σχέση προς κοινοτικά προϊόντα υπολογίστηκαν κατά τρόπο εσφαλμένο από την Επιτροπή, καθότι ορισμένα από τα μοντέλα της συγκρίθηκαν είτε με μοντέλα τα οποία δεν κατασκευάζονταν στην Κοινότητα κατά την περίοδο που καλύπτει η έρευνα είτε με ευρωπαϊκά μοντέλα ακριβότερα από εκείνα τα οποία κρίθηκαν αργότερα συγκρίσιμα με τα μοντέλα της ΤΕC.
52 Τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν να γίνουν δεκτά. Πράγματι, τα σφάλματα που αναφέρει η ΤΕC εξαλείφθηκαν κατά την πραγματοποίηση της συγκρίσεως για τον καθορισμό του οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ, συγκρίσεως η οποία δεν επικρίθηκε από την προσφεύγουσα.
53 Υπό τις συνθήκες αυτές, και ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος.
54 Ενόψει των ανωτέρω διαπιστώσεων, οι προσφυγές πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους ως αβάσιμες.
Επί των δικαστικών εξόδων
55 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή οι προσφεύγουσες ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν, εις ολόκληρον στην υπόθεση 260/85, τόσο στα δικά τους δικαστικά έξοδα όσο και στα έξοδα του καθού και των παρεμβάντων που υπέβαλαν σχετικό αίτημα, περιλαμβανομένων και των εξόδων της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων. Η εταιρία UΤΑΧ, η οποία παρενέβη υπέρ των προσφευγουσών, πρέπει να φέρει τα δικά της δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει τις προσφυγές.
2)Καταδικάζει τις προσφεύγουσες, εις ολόκληρον στην υπόθεση 260/85, στα δικαστικά έξοδα του καθού και των παρεμβάντων που υπέβαλαν σχετικό αίτημα, περιλαμβανομένων των εξόδων της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων. Η UΤΑΧ φέρει τα δικά της δικαστικά έξοδα.