ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ

JOSÉ LUÍS DA CRUZ VILAÇA

της 5ης Φεβρουαρίου 1987 ( *1 )

Κύριε πρόεδρε,

Κύριοι δικαστές,

Α — Πραγματικά περιστατικά

1.

Η Πολιτική Ομάδα των Φιλελευθέρων και Συνεργαζομένων — που σήμερα αποκαλείται Φιλελεύθερη Ομάδα Δημοκρατικού Ανανεωτικού Συνασπισμού — του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου προσέλαβε την προσφεύγουσα, Christiane Dufay, την 1η Ιουλίου 1973, ως έκτακτη υπάλληλο στο βαθμό Β 3, κλιμάκιο 1, για τη διάρκεια απουσίας άλλης μόνιμης υπαλλήλου και για να εκπληρώσει ορισμένα καθήκοντα στο γραφείο της εν λόγω ομάδας στο Παρίσι. Στις 31 Ιανουαρίου 1975, η σύμβαση της τροποποιήθηκε σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

2.

Στις 15 Ιουλίου 1980 η προσφεύγουσα έλαβε επιστολή του γενικού γραμματέα της ομάδας, αναγγελτική της καταγγελίας της συμβάσεως από την 1η Αυγούστου λόγω προβλημάτων σχετικών με την αναδιάρθρωση της γραμματείας στο Παρίσι.

3.

Η προσφεύγουσα, ωστόσο, συνέχισε να κατέχει τη θέση της εκτελώντας νέα καθήκοντα. Αυτή η κατάσταση φαίνεται ότι προέκυψε κυρίως λόγω των διαμαρτυριών της Επιτροπής Προσωπικού κατά της εν λόγω απολύσεως, οι οποίες επέτρεψαν τελικά να επιτευχθεί λύση σύμφωνα με την οποία η προσφεύγουσα θα παρέμενε στην υπηρεσία της Φιλελεύθερης Ομάδας Δημοκρατικού Συνασπισμού, πλην όμως με νέα κατάταξη στο βαθμό C 2, κλιμάκιο 5. Εντούτοις επί ορισμένους μήνες, αναμένοντας τη διευκρίνιση της καταστάσεως, η προσφεύγουσα συνέχισε να λαμβάνει το μισθό που αντιστοιχεί στο βαθμό Β 3, κλιμάκιο 4.

4.

Η νέα υπηρεσιακή κατάσταση της προσφεύγουσας τακτοποιήθηκε με την υπογραφή προσθέματος στην αρχική σύμβαση, με ημερομηνία 7 Απριλίου 1981 και δυνάμει του οποίου η ανακατάταξη ίσχυε από την 1η Νοεμβρίου 1980. Κατά συνέπεια, και παρά τις προσπάθειές της να αποφύγει αυτή την υποχρέωση επικαλούμενη το άρθρο 85 του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων (στο εξής ΚΕΛΠ), η προσφεύγουσα επέστρεψε μέχρι του Ιουνίου 1984 το ποσό που αντιστοιχούσε στη διαφορά μισθού μεταξύ των βαθμών Β 3, κλιμάκιο 4, και C 2, κλιμάκιο 5.

5.

Τέλος, με έγγραφο της 15ης Οκτωβρίου 1984, στο οποίο επικαλέστηκε την τροποποίηση της πολιτικής διαμορφώσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η πρόεδρος της Φιλελεύθερης Ομάδας Δημοκρατικού Συνασπισμού κατήγγειλε τη σύμβαση της προσφεύγουσας με ισχύ από την 1η Δεκεμβρίου 1984, δίδοντάς της, βάσει του άρθρου 47, παράγραφος 2, του ΚΕΛΠ προειδοποίηση τριών μηνών.

6.

Στις 11 Απριλίου 1985, η ενδιαφερόμενη υπέβαλε κατά της εν λόγω αποφάσεως διοικητική ένσταση απευθυνόμενη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο· σ' αυτή την ένσταση δεν δόθηκε καμία απάντηση.

Β — Το αντικείμενο της προσφυγής

7.

Με την προσφυγή που ασκήθηκε στις 18 Αυγούστου 1985 ζητείται:

η καταβολή, για συμπληρωματική περίοδο προειδοποιήσεως, αποδοχών επτά μηνών, υπολογιζόμενων βάσει του τελευταίου μισθού σύμφωνα με το άρθρο 47 του εφαρμοζόμενου στο λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων καθεστώτος

η επανένταξη στην κατηγορία Β από την 1η Νοεμβρίου 1980 σύμφωνα με την κανονική εξέλιξη της σταδιοδρομίας με όλες τις παρεπόμενες έννομες συνέπειες, κυρίως όσον αφορά τη σύνταξη τόσο προ όσο και μετά την απόλυση

αποκατάσταση της ζημίας που προήλθε από την απώλεια μισθού, την οποία η προσφεύγουσα αποτιμά σε 200000 FF για την προ της απολύσεως περίοδο (μεταξύ 1981 και 1984 ) και σε ποσό τουλάχιστο ίσο για την μετά τη « βάναυση απόλυση » της περίοδο, δεδομένου ότι το τελικό ποσό θα έπρεπε, κατά την άποψη της, να υπολογιστεί από πραγματογνώμονα.

Γ — Η ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής

8.

Στο υπόμνημα αντικρούσεως του, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προέβαλε το απαράδεκτο των αιτημάτων της προσφεύγουσας. Αρχίζω, επομένως, από την ανάλυση αυτού του προβλήματος.

α) Το πρώνο αίτημα

9.

Κατά το Κοινοβούλιο, αιτουμένη, για συμπλήρωμα της προθεσμίας προειδοποιήσεως, αποδοχές επτά μηνών, η προσφεύγουσα αμφισβητεί τη σύμφωνη με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης απόλυση της, κατά την οποία, κατά την άποψη της, έπρεπε να τηρηθεί προθεσμία προειδοποιήσεως δέκα μηνών που αφορά το άρθρο 47, παράγραφος 2, στοιχείο α ), του ΚΕΛΠ.

10.

Δεδομένου ότι η απόλυση συνιστά τη βλαπτική πράξη, η προσφεύγουσα όφειλε να υποβάλει διοικητική ένσταση εντός της τρίμηνης προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

11.

Και το έγγραφο που της κοινοποίησε την απόφαση απολύσεως φέρει ημερομηνία 15 Οκτωβρίου 1984. Παρόλο ότι η προσφεύγουσα δεν αναφέρει πότε το έλαβε, είναι βέβαιο ότι η καταγγελία της συμβάσεως παρήγαγε τα αποτελέσματά της από την 1η Δεκεμβρίου 1984 και ότι, επομένως, αναγκαστικώς έλαβε γνώση της απολύσεως της προ αυτής της ημερομηνίας.

12.

Δεδομένου ότι η διοικητική ένσταση υποβλήθηκε στις 11 Απριλίου 1985, αυτή κατατέθηκε μετά την εκπνοή της προθεσμίας και η προσφυγή πρέπει, επομένως, πάντοτε κατά την άποψη του Κοινοβουλίου, να θεωρηθεί ως απαράδεκτη βάσει του άρθρου 91, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

13.

Η προσφεύγουσα υποστηρίζει στην απάντηση της ότι δεν μπορεί να γίνει επίκληση εναντίον της της προθεσμίας του άρθρου 90, παράγραφος 2, διότι οι υπηρετούντες στη Γαλλία μισθωτοί για οποιονδήποτε άλλο εργοδότη διαθέτουν, βάσει της εθνικής νομοθεσίας, πολύ μεγαλύτερες προθεσμίες για να υποβάλουν τις διοικητικές τους ενστάσεις. Η εφαρμογή στην προσφεύγουσα των προβλεπόμενων από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης προθεσμιών θα ήταν αντίθετη προς τις διατάξεις του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

14.

Είναι απολύτως προφανές ότι το Κοινοβούλιο έχει δίκιο.

15.

Πρώτον, το γαλλικό δίκαιο δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον η περίπτωση της προσφεύγουσας διέπεται αποκλειστικά από το ΚΕΛΠ και από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως, που δεν εμφανίζουν κανένα κενό επ' αυτού του σημείου.

16.

Δεύτερον, δεν υφίσταται καμία απόδειξη ούτε καν ένδειξη παραβιάσεως των δικαιωμάτων υπερασπίσεως που περιλαμβάνονται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Οι απαιτήσεις του άρθρου 6, ιδίως, κατά το οποίο κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα η υπόθεσή του να κριθεί δικαίως και δημοσίως από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, δεν αμφισβητούνται καθόλου από το άρθρο 90 του ΚΕΛΠ και τηρούνται πλήρως από την παρούσα διαδικασία. Δεν βλέπει, άλλωστε, κανείς κατά τι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο παραβίασε την Ευρωπαϊκή Σύμβαση εφαρμόζοντας το ΚΕΛΠ.

17.

Εξάλλου η εν λόγω σύμβαση δεν αποτελεί αυτή καθαυτή τμήμα του κοινοτικού δικαίου, στο μέτρο που παρέχει μάλλον « ενδείξεις οι οποίες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη » στο πλαίσιο της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων εντός της Κοινότητας ( 1 ).

18.

Το πρώτο αίτημα πρέπει, επομένως, να θεωρηθεί ως απαράδεκτο διότι η διοικητική ένσταση την οποία αφορά το άρθρο 91, παράγραφος 2, υποβλήθηκε μετά την εκπνοή της προβλεπόμενης προθεσμίας.

β ) Το δεύνερο αίτημα

19.

Η προσφεύγουσα αμφισβητεί την « ανακατάταξη » της οποίας αποτέλεσε αντικείμενο κατόπιν του προσθέματος της 7ης Απριλίου 1981.

20.

Η εν λόγω « ανακατάταξη » δεν υπήρξε ωστότο το αποτέλεσμα μονομερούς πράξεως του θεσμικού οργάνου η προσφεύγουσα το απεδέχθη υπογράφουσα το πρόσθεμα της σύμβασης της.

21.

Εν πάση περιπτώσει, δεδομένου ότι η διοικητική ένσταση της προσφεύγουσας δεν υποβλήθηκε παρά έπειτα από πολλά έτη, στις 11 Απριλίου 1985, είναι σαφώς μεταγενέστερη της εκπνοής της εφαρμοστέας προθεσμίας και η προσφυγή είναι, επομένως, απαράδεκτη δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 91, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

22.

Το επιχείρημα περί μη εφαρμογής της προθεσμίας του άρθρου 90 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, λόγω παραβιάσεως της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ή του εσωτερικού γαλλικού δικαίου, δεν είναι περισσότερο βάσιμο εδώ από ό,τι στο προηγουμένως εξετασθέν αίτημα.

γ) Το τρίτο αίτημα

23.

Το αίτημα αποκαταστάσεως της ζημίας που προξενήθηκε από απώλεια μισθού πριν και μετά από την απόλυση στηρίζεται στον υποτιθέμενο παράνομο χαρακτήρα ορισμένων πράξεων του θεσμικού οργάνου εις βάρος των συμφερόντων της προσφεύγουσας.

24.

Επ' αυτού του σημείου, η νομολογία του Δικαστηρίου είναι σαφής: όταν η αγωγή αποζημιώσεως στηρίζεται επί του υποτιθέμενου παράνομου χαρακτήρα αποφάσεων των θεσμικών οργάνων δεν « μπορεί ... να γίνει διάκριση της από την προσφυγή ακυρώσεως » · δεδομένου ότι η νομική βάση των προσφυγών καθορίζεται έτσι από το άρθρο 179 της Συνθήκης ΕΟΚ, οι προσφυγές, επομένως, υπάγονται στις προθεσμίες των άρθρων 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης ( 2 ).

25.

Το απαράδεκτο της προσφυγής ακυρώσεως, λόγω εκπροθέσμου της διοικητικής ένστασης, συνεπάγεται, επομένως, το απαράδεκτο της αγωγής αποζημιώσεως ( 3 ).

26.

Στην υπό κρίση υπόθεση, το συμπέρασμα αυτό επιβάλλεται σαφώς όσον αφορά το αίτημα το σχετικό με την προ της απολύσεως περίοδο.

27.

Δεν είναι, ωστόσο, πρόδηλο αν η προσφεύγουσα έστρεψε την προσφυγή ακυρώσεως της επίσης κατά της πράξεως περί καταγγελίας της συμβάσεως' φαίνεται ότι αμφισβητεί μόνο την προθεσμία καταγγελίας τριών μηνών και το « βάναυσο » χαρακτήρα της απολύσεως « αιτιολογούμενης με όχι σοβαρούς και πραγματικούς λόγους » · με την αγωγή αποζημιώσεως προφανώς επιδιώκει να αποκαταστήσει « τις βάναυσες συνθήκες της απολύσεως » και να αντισταθμίσει το γεγονός ότι το ΚΕΛΠ δεν προβλέπει καμία αποζημίωση σε περίπτωση απολύσεως έκτακτου υπαλλήλου από μία των πολιτικών ομάδων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

28.

Ακόμα και αν αυτό συμβαίνει, και σ' αυτή την περίπτωση επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι το αίτημα είναι απαράδεκτο: η προσφεύγουσα είχε τη δυνατότητα να ζητήσει την ακύρωση της καταγγελίας της συμβάσεως μέσα στις προβλεπόμενες από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης προθεσμίες και δεν μπορεί να αποκτήσει ισοδύναμα πλεονεκτήματα βάσει αγωγής αποζημιώσεως που στηρίζεται στον παράνομο χαρακτήρα αυτής της πράξεως, για την επίκληση του οποίου άφησε απλώς να παρέλθουν οι εν λόγω προθεσμίες ( 4 ).

29.

Είναι πρόδηλο, όπως είδαμε σχετικά και με το πρώτο αίτημα, ότι οι εν λόγω προθεσμίες έχουν εφαρμογή στην προσφεύγουσα όπως σε κάθε άλλο υπάλληλο των Κοινοτήτων.

30.

Η αγωγή αποζημιώσεως πρέπει, επομένως, να κριθεί απαράδεκτη.

Γ — Επί της ουσίας

31.

Έχοντας υπόψη τα προηγούμενα, θα προβώ σε σύντομη ανάλυση και εντελώς επικουρικά στην εξέταση του βασιμου των αιτημάτων της προσφεύγουσας.

α) Το πρώτο αίτημα

32.

Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι ως δικαιούχος συμβάσεως αορίστου χρόνου έπρεπε να τύχει του ευεργετήματος της μεγίστης προθεσμίας καταγγελίας των δέκα μηνών που προβλέπει το άρθρο 47, παράγραφος 2, στοιχείο α ), του ΚΕΛΠ.

33.

Το επιχείρημα δεν αντέχει στην προσεκτική ανάγνωση αυτής της διατάξεως. Πράγματι, η εκεί προβλεπόμενη προθεσμία των δέκα μηνών εφαρμόζεται μόνο στους υπαλλήλους που αφορά το άρθρο 2, στοιχείο δ ), του ΚΕΛΠ, δηλαδή με άλλα λόγια στους υπαλλήλους που προσλαμβάνονται για να καΟέξουν μόνινη θέση, που αμείβεται από τις πιστώσεις έρευνας και επενδύσεων.

34.

Αυτή δεν ήταν η υπηρεσιακή κατάσταση της προσφεύγουσας, που η σύμβαση της την τοποθετούσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 2, στοιχείο γ), του ΚΕΛΠ υπηρεσιακή κατάσταση: εκείνη δηλαδή του «υπαλλήλου ο οποίος προσλαμβάνεται για να υπηρετήσει παρά προσώπω το οποίο εκτελεί καθήκοντα τα οποία προβλέπονται από τις συνθήκες περί ιδρύσεως των Κοινοτήτων, ή παρ' εκλεγμένω προέδρω οργάνων των Κοινοτήτων, ή πολιτική ομάδα της κοινοβουλευτικής συνελεύσεως, και ο οποίος δεν περιλαμβάνεται στους υπαλλήλους των Κοινοτήτων ».

35.

Δεν οφείλει προφανώς το Κοινοβούλιο να αποδείξει ότι δεν συνέβαινε αυτό· εξάλλου, όπως το υπενθυμίζει το καθού όργανο, από το άρθρο 87 του δημοσιονομικού κανονισμού της 21ης Δεκεμβρίου 1977 που εφαρμόζεται επί του γενικού προϋπολογισμού των Κοινοτήτων ( 5 ) προκύπτει ότι μόνο η Επιτροπή διαθέτει κονδύλια του προϋπολογισμού σχετικά με τις δραστηριότητες ερευνών και επενδύσεων.

36.

Όπως προανέφερα, το εθνικό γαλλικό δίκαιο δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, η οποία διέπεται αποκλειστικά από το κοινοτικό δίκαιο ( κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων και ΚΕΛΠ ).

37.

'Ετσι, η μέγιστη προθεσμία καταγγελίας επί της οποίας η προσφεύγουσα είχε δικαίωμα είναι η τρίμηνη που προβλέπει γι' αυτό το σκοπό το άρθρο 47, παράγραφος 2, στοιχείο α ), του ΚΕΛΠ.

38.

Το πρώτο αίτημα είναι, επομένως, προδήλως αβάσιμο.

β ) Το δεύτερο αίτημα

39.

Η προσφεύγουσα ζητεί την επανένταξη της στο βαθμό Β 3 με αναδρομικό αποτέλεσμα μέχρι της ημερομηνίας του « υποβιβασμού » στο βαθμό C 2, κλιμάκιο 5, δεδομένου ότι συνέχισε, κατά την άποψή της, να ασκεί καθήκοντα υπαλλήλου κατηγορίας Β.

40.

Όπως αναφέρει το Κοινοβούλιο, είναι προφανές ότι αυτό το αίτημα προϋποθέτει την απόδειξη ότι η κατάταξη στην κατηγορία C 2 ήταν παράνομη ή ακυρώσιμη για άλλο λόγο, περίσταση την οποία δεν προέβαλε η προσφεύγουσα.

41.

Γεγονός είναι ότι μετά μία πρώτη καταγγελία της συμβάσεως από την 1η Αυγούστου 1980, για υπηρεσιακούς λόγους και προς το συμφέρον της υπηρεσίας, η προσφεύγουσα μπόρεσε να συνεχίσει να ασκεί καθήκοντα στη γραμματεία του Παρισιού — εμφανώς κατόπιν διαφόρων πιέσεων — στο πλαίσιο νέας υπηρεσιακής συμβατικής κατάστασης την οποία αποδέχθηκε υπογράφουσα το πρόσθεμα της 7ης Απριλίου 1981.

42.

Δεν υφίσταται, επομένως, καμία ένδειξη παρανομίας στην ανακατάταξη της προσφεύγουσας σε άλλη επαγγελματική κατηγορία και το δεύτερο αίτημα είναι, συνεπώς, και αυτό αβάσιμο.

γ) Το τρίτο αίτημα

43.

Το σχετικό με το προηγούμενο αίτημα συμπέρασμα αποκλείει την αναγνώριση οποιασδήποτε βάσης στο αίτημα αποζημιώσεως για το ποσό των μισθών που η προσφεύγουσα υποτίθεται ότι απώλεσε μεταξύ 1ης Νοεμβρίου 1980 και της λήξεως της συμβάσεώς της, διότι δεν υφίσταται καμία παρανομία ικανή να στηρίξει παρόμοιο αίτημα.

44.

Ως προς την αποζημίωση για « βάναυση απόλυση » και « απόλυση αιτιολογημένη με όχι σοβαρούς και πραγματικούς λόγους », θα περιοριστώ στο να υπενθυμίσω ότι, όπως το Δικαστήριο έκρινε ( 6 ), « κατά το άρθρο 47 του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων, η υπαλληλική σχέση έκτακτου υπαλλήλου λύεται... όταν υφίσταται σύμβαση αορίστου χρόνου, κατά τη λήξη της περιόδου καταγγελίας που καθορίζεται από τη σύμβαση » και ότι « η μονομερής καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, προβλεπόμενη ρητά από την αναφερθείσα διάταξη, βρίσκει την αιτιολογία της στη σύμβαση εργασίας και δεν έχει ανάγκη, συνεπώς, να αιτιολογείται ».

45.

Όπως προκύπτει, άλλωστε, σαφώς από το άρθρο 47, παράγραφος 2, του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων — αναφέρομαι εκ νέου στο Δικαστήριο ( 7 ) — « η λύση των συμβάσεων αορίστου χρόνου, αν τηρηθεί η προθεσμία καταγγελίας που προβλέπεται στη σύμβαση και αν η προθεσμία αυτή είναι σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, ανήκει στη διακριτική εξουσία της αρμόδιας αρχής ».

46.

Στην προκειμένη περίπτωση, η καταγγελία της συμβάσεως δικαιολογήθηκε, εξάλλου, ρητώς με την τροποποίηση της διαμορφώσεως του Κοινοβουλίου κατόπιν των τελευταίων εκλογών στην προσφεύγουσα χορηγήθηκε, εξάλλου, « επίδομα αναμονής απασχολήσεως » κατά την έννοια των διατάξεων που θέσπισε το διευρυμένο προεδρείο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις 4 Ιουλίου 1984.

47.

Επομένως, το αίτημα χορηγήσεως αποζημιώσεως δεν είναι βάσιμο.

E — Συμπέρασμα

48.

Επ' αυτής της βάσεως έχω την τιμή να προτείνω στο Δικαστήριο:

να κηρύξει την προσφυγή απαράδεκτη ·

επικουρικώς, να την απορρίψει ως αβάσιμη.

49.

Ως προς τα δικαστικά έξοδα, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρων 69, παράγραφος 2, και 70 του κανονισμού διαδικασίας, κάθε διάδικος πρέπει καταρχήν να φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα.


( *1 ) Μετάφραση από τα πορτογαλικά.

( 1 ) Βλέπε την απόφαση της 14ης Μαΐου 1974 στην υπόθεση 4/73, Nold κατά Επιτροπής, Rec. 1974, σ. 491, ιδίως σ. 508.

( 2 ) Απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1974 στις συνεκδικα- σθείσες υποθέσεις 15 έως 33/73 και επόμενες, Kortner-Schots κατά Συμβουλίου, Επιτροπής και Κοινοβουλίου, Rec. 1974, σ. 177, ιδίως σσ. 188 και 189.

( 3 ) Απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1967 στην υπόθεση 4/67, Collignon κατά Επιτροπής, Rec. 1967, σ. 470, ιδίως σ. 480' απόφαση της 24ης Ιουνίου 1971 στην υπόθεση 53/70, Vinck κατά Επιτροπής, Rec. 1971, σ. 601, ιδίως σ. 609.

( 4 ) Βλέπε την απόφαση Vinck. που προαναφέρθηκε, α. 601, στην περίληψη.

( 5 ) EEL 356 της 31.12.1977.

( 6 ) Απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 1977 στην υπόθεση 25/68, Schertzer κατά Κοινοβουλίου, Rec. 1977, σ. 1729, ιδίως σ. 1743.

( 7 ) Απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1981 στην υπόθεση 25/80, De Briey κατά Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ. 637, ιδίως σ. 645.