ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
της 26ης Σεπτεμβρίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι όικαστές,
1. Η εξέλιξη της διαδικασίας στην κύρια δίκη
Όπως συνάγεται από την αρχή της παραπεμπτικής Διάταξης του College van Beroep voor het Bedrijfsleven, στις 16 και 17 Ιουνίου 1982 o επιφορτισμένος με την είσπραξη δασμών τελωνειακός υπάλληλος του Bergh γνωστοποίησε στην προσφεύγουσα στην κύρια δίκη ότι όφειλε τέσσερις δασμούς αντιντάμπινγκ λόγω εισαγωγής λαμαρινών από χάλυβα επιψευδαρ-γυρωμένων διά γαλβανισμού (διάκριση 73.13 Β IV C του κοινού δασμολογίου ) καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Κατόπιν απορρίψεως από τον επιθεωρητή εισαγωγικών δασμών και ειδικών φόρων καταναλώσεως του Lobith των ενστάσεων που άσκησε κατά της ειδοποιήσεως καταβολής των εν λόγω δασμών η προσφεύγουσα προσέφυγε στο Tariefcommissie. Το Tariefcommissie διαβίβασε τις σχετικές προσφυγές στο College van Beroep voor het Bedrijfsleven, αρμόδιο εν προκειμένω, το οποίο αποφάσισε στις 18 Σεπτεμβρίου 1984 να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
|
« α ) |
Ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 2779/87 του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1978, έχει εφαρμογή επί προϊόντων όπως τα περιγραφόμενα στην παρούσα απόφαση και τα οποία εμπίπτουν στη Συνθήκη ΕΚΑΧ; |
|
β) |
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων συνάγει από το κοινοτικό δίκαιο ότι έχει αρμοδιότητα να καθορίσει εξαναγκαστικούς κατά νόμο τους συντελεστές μετατροπής των νομισμάτων των κρατών μελών σε ECU, υπό τη μορφή ανακοινώσεως δημοσιευόμενης στην Επίσημη Εφημερίοα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, |
|
γ ) |
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, ένα σύστημα, κατά το οποίο οι εν λόγω συντελεστές μετατροπής καθορίζονται μόνο μία ή περισσότερες φορές το έτος, συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο στο παρόν στάδιο εξελίξεως του; » |
2. Το έρεισμα των αμφισβητουμένων δασμών
Από την παραπεμπτική Διάταξη συνάγεται ότι οι προσβαλλόμενοι στην κύρια δίκη δασμοί επιβλήθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 1 της σύστασης 1006/78/ΕΚΑΧ της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (PB 1978, L 131, σ. 8) και με την τιμή βάσεως που εφαρμόζεται δυνάμει αυτής της διατάξεως με το σχετικό συντελεστή μετατροπής, δηλαδή 1 ECU = 2,7136 ολλανδικά φιορίνια, που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίοα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων L 372, της 29ης Δεκεμβρίου 1981, σ. 1.
Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, κατέστη εντούτοις φανερό ότι συνεπεία παραλείψεως στα στοιχεία που παρέσχε εν προκειμένω η Επιτροπή στο Υπουργείο Οικονομικών παραβλέφθηκε ότι στην περίπτωση αυτή δεν είχε εφαρμογή η προαναφερθείσα σύσταση, αλλά η σύσταση 3140/78/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 29ης Δεκεμβρίου 1978 ( PB 1978, L 372, σ. 1 ).
Η Επιτροπή, λαμβάνοντας επίσης υπόψη την απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στις 21 Μαρτίου 1985 στην υπόθεση 172/84 (Celestri κατά Ιταλικού Υπουργείου Οικονομικών, Συλλογή 1985, σ. 966), παρόμοια ως προς το σημείο αυτό με την υπόθεση που μας απασχολεί σχετικώς, δήλωσε, μεταξύ άλλων, κατά τη διάρκεια της συνεδριάσεως:
« Οι εισαγωγές, οι οποίες προκάλεσαν την παρούσα διαφορά, διενεργήθηκαν στις 16 και 17 Ιουνίου 1982. Κατά τις ημερομηνίες αυτές, η σύσταση 3140/78/ΕΚΑΧ, της 29ης Δεκεμβρίου 1978, σύσταση που παραπέμπει στις τιμές που δημοσιεύθηκαν στις 30 Δεκεμβρίου 1978 ( PB L 372, σ. 2), εφαρμοζόταν στην εισαγωγή ορισμένων προϊόντων σιδήρου και χάλυβα προελεύσεως Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε σαφώς το σημείο αυτό στη σκέψη 13 της απόφασης Celestri. Παρόλο που στην απόφαση του College van Beroep δεν περιέχονται όλα τα ουσιώδη στοιχεία, φαίνεται εύλογο να γίνει δεκτό ότι αυτό σημαίνει ότι κανένας δασμός αντιντάμπινγκ δεν οφείλεται εν προκειμένω. Οι τιμές που δημοσιεύτηκαν στις 30 Δεκεμβρίου 1978 είναι αισθητώς κατώτερες από τις τιμές που δημοσιεύθηκαν στις 29 Δεκεμβρίου 1981. Στην περίπτωση που αυτή η υπόθεση θα αποδεικνυόταν ακριβής, η παρούσα δίκη δεν θα είχε πλέον αντικείμενο. »
Η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, χωρίς να αμφισβητήσει τη δυνατότητα εφαρμογής της προαναφερθείσας σύστασης, ζητεί την εφαρμογή συντελεστή μετατροπής 2,60565 ολλανδικά φιορίνια ανά ECU (σύμφωνα με την κανονική τιμή συναλλάγματος που ίσχυε την ημέρα της εισαγωγής και δημοσιεύθηκε από την Επιτροπή ). Πάντως, σύμφωνα με τις γραπτές παρατηρήσεις της Επιτροπής, οι πράγματι εφαρμοσταίες τιμές βάσεως, που δημοσιεύτηκαν στις 30 Δεκεμβρίου 1978 ( PB 1978, L 372, σ. 1 ), μετατρεπόμενες σε φιορίνια, βρίσκονταν σε ακόμη κατώτερο επίπεδο από αυτό που ζητεί η προσφεύγουσα, δηλαδή 30 ο/ο περίπου κάτω από την τιμή βάσεως της 29ης Δεκεμβρίου 1981.
Απαντώντας σε ερωτήσεις που της έθεσα κατά τη συνεδρίαση, η Επιτροπή διευκρίνισε επιπλέον ακόμη ότι μετά την αποκάλυψη της παραλείψεως πληροφόρησε σχετικά το Υπουργείο Οικονομικών, χωρίς όμως αυτό, καθόσον γνωρίζει, να καταλήξει σε εξώδικο διακανονισμό της παρούσας διαφοράς. Αυτό είναι φυσικά λυπηρό.
Δεδομένου ότι ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του παραπέμποντος δικαστηρίου να εφαρμόσει στη συγκεκριμένη περίπτωση την αφηρημένη ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου που πρέπει να δώσει το Δικαστήριο, δεν είναι δυστυχώς δυνατό για το Δικαστήριο, υπό τις παρούσες συνθήκες, να αποφύγει την απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα. Τα ερωτήματα αυτά, που έχουν χαρακτήρα πολύ πιο γενικό από το ερώτημα που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο στην υπόθεση Celestri, πρέπει φυσικά να ερμηνευτούν με τέτοιο τρόπο ώστε οι απαντήσεις του Δικαστηρίου να επιτρέψουν στον παραπέμποντα δικαστή να επιλύσει τη διαφορά βάσει της σύστασης 3140/78/ΕΚΑΧ της Επιτροπής που εφαρμόζεται εν προκειμένω. Η δυνατότητα εφαρμογής αυτής της σύστασης κατά την υπό κρίση περίοδο επιβεβαιώθηκε με την απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση Celestri. Δεδομένου ότι η απόφαση αυτή δεν έχει ακόμη δημοσιευτεί στη Συλλογή, θα ήταν ενδεχομένως χρήσιμο να αποσταλεί το κείμενο της στον παραπέμποντα δικαστή συγχρόνως με την απόφαση που θα εκδώσει το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση.
3. Απάντηση στα ερωτήματα
3.1. Το πρώτο ερώτημα
Με το πρώτο του ερώτημα, ο παραπέμπων δικαστής ζητεί από το Δικαστήριο να κρίνει αν ο γενικός κανονισμός αντιντάμπινγκ (ΕΟΚ) 2779/78 του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1978, εφαρμόζεται επίσης στα προϊόντα που εμπίπτουν στη Συνθήκη ΕΚΑΧ.
Παρόλο που η Επιτροπή, απαντώντας σε ερώτηση μου είπε ότι δεσμεύεται εν προκειμένω από τον κώδικα αντιντάμπινγκ του GATT, θεωρεί, όπως μου φαίνεται ορθώς, ότι στο πρώτο ερώτημα προσήκει αρνητική απάντηση.
Προς στήριξη της άποψης της, η Επιτροπή αναφέρει ότι κατά το άρθρο 232, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, οι διατάξεις αυτής της Συνθήκης δεν τροποποιούν τις διατάξεις της Συνθήκης περί ιδρύσεως της ΕΚΑΧ, ιδίως όσον αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των κρατών μελών, τις εξουσίες των οργάνων αυτής της Κοινότητας και τις διατάξεις της περί της λειτουργίας της κοινής αγοράς άνθρακα και χάλυβα.
Η Συνθήκη ΕΚΑΧ, ως lex specialis, παρεκκλίνει από τις διατάξεις ΕΟΚ. Αυτό εξάλλου διατύπωσε σαφώς ο κοινοτικός νομοθέτης στην έβδομη αιτιολογική σκέψη της σύστασης 77/329/ΕΚΑΧ, της 15ης Απριλίου 1977, και στην εικοστή έβδομη αιτιολογική σκέψη της σύστασης 3018/79/ΕΚΑΧ, της 21ης Δεκεμβρίου 1979' σύμφωνα με αυτές τις αιτιολογικές σκέψεις, οι κανόνες αντιντάμπινγκ της ΕΟΚ δεν εφαρμόζονται στα προϊόντα άνθρακα και χάλυβα, τα οποία διέπονται από ιδιαίτερους κανόνες.
3.2. Το δεύτερο και το τρίτο ερώτημα
3.2.1. Η σχέση μεταξύ τον δεύτερον και τον τρίτον ερωτήματος
Ο καλύτερος τρόπος για να δοθεί απάντηση στο δεύτερο και στο τρίτο ερώτημα του παρα-πέμποντος δικαστή είναι, κατά τη γνώμη μου, να ληφθεί υπόψη κατά την απάντηση η αλληλεξάρτηση των ερωτημάτων αυτών. Κατά πρώτον, μπορεί να συναχθεί από τη διατύπωση τους ότι και τα δύο ερωτήματα συνδέονται στενώς ϋπό την έννοια ότι το δεύτερο ερώτημα σαφώς αφορά, ιδίως, ένα σύστημα όπως αυτό που αναφέρεται στο τρίτο ερώτημα, δηλαδή ένα σύστημα κατά το οποίο οι συντελεστές μετατροπής καθορίζονται μία μόνο φορά ή ορισμένες φορές κατ' έτος. Κατά δεύτερον, μόνο απαντώντας στα ερωτήματα αυτά βάσει της αλληλεξαρτήσεως τους μπορεί να ληφθεί πιο εύκολα υπόψη η σύσταση που εφαρμόζεται εν προκειμένω, καθώς και η προαναφερθείσα απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση Celestri.
3.2.2. Το δεύτερο ερώτημα
Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, η σύσταση 3140/78/ΕΚΑΧ που εφαρμόζεται εν προκειμένω αναφέρεται ρητώς στις αιτιολογικές σκέψεις των άρθρων 74 και 86 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, καθώς και στη σύσταση 77/329/ΕΚΑΧ (PB 1977, L 144, σ. 6) που συμπίπτει ως προς τα ουσιώδη μέρη της με τον κανονισμό αντιντάμπινγκ που ίσχυε κατά τον υπό κρίση χρόνο για την ΕΟΚ. Η γενική αυτή σύσταση πάλι στηρίζεται επίσης στα άρθρα 74 και 86 της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Καθόσον ενδιαφέρει τη συγκεκριμένη περίπτωση, το άρθρο 74 της Συνθήκης ΕΚΑΧ διευκρινίζει:
« Η ανωτάτη αρχή ( επομένως, σήμερα, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ) έχει την εξουσία να λαμβάνει όλα τα σύμφωνα προς την παρούσα συνθήκη μέτρα... και να απευθύνει στις κυβερνήσεις όλες τις σύμφωνες προς τις διατάξεις του άρθρου 71, δεύτερη παράγραφος, συστάσεις:
|
1. |
Αν εις βάρος χωρών μη μελών της Κοινότητας ή επιχειρήσεων εγκατεστημένων στις χώρες αυτές διαπιστώνονται μέθοδοι ντάμπινγκ ή άλλες πρακτικές αποδοκιμαζόμενες από το χάρτη της Αβάνας ». |
Δεδομένου ότι ήταν ήδη βέβαιο κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για τη Συνθήκη ΕΚΑΧ ότι ο χάρτης της Αβάνας δεν θα κυρωνόταν, είναι πράγματι κάπως ατυχές το ότι η Συνθήκη ΕΚΑΧ αναφέρεται εντούτοις σ' αυτόν. Πάντως, κατά την ημερομηνία αυτή το συγκεκριμένο μέρος του χάρτη της Αβάνας έχει ήδη περιληφθεί στο GATT. Ιδιαιτέρως, το άρθρο 34 του χάρτη της Αβάνας ( σχετικά με το ντάμπινγκ) περιελήφθη στο άρθρο VI του GATT ( 1 ). Κατά τη γνώμη μου, δεν είναι δυνατή η ύπαρξη καμίας αμφιβολίας, και αυτό επιβεβαιώνεται επίσης από τη νομική πρακτική, ως προς το γεγονός ότι το άρθρο 74 της Συνθήκης ΕΚΑΧ θεωρείται ότι παραπέμπει, μεταξύ άλλων, στο άρθρο VI του GATT και στους κώδικες αντιντάμπινγκ του GATT που στηρίζονται σ' αυτό το άρθρο και δεσμεύουν επίσης την ΕΚΑΧ ( εν προκειμένω η δεσμευτική συμφωνία που υπογράφηκε στις 30 Ιουνίου 1967 για την εφαρμογή του άρθρου VI του GATT ). Η Επιτροπή επιβεβαίωσε κατά τη συνεδρίαση, απαντώντας σε ερώτημα μου, ότι και αυτή θεωρεί τους κώδικες αντιντάμπινγκ του GATT ως δεσμευτικούς για την ΕΚΑΧ. Εντούτοις, θεωρώ ότι, για να δοθεί απάντηση στο δεύτερο ερώτημα, το Δικαστήριο μπορεί να περιοριστεί να παραπέμψει στα άρθρα 74 και 86 της Συνθήκης ΕΚΑΧ και στη γενική σύσταση 77/329/ΕΚΑΧ που στηρίζεται σ' αυτά τα άρθρα.
Προτείνω επομένως στο Δικαστήριο να απα- ντήσει στο δεύτερο ερώτημα του παραπέμπο-ντος δικαστή ως εξής:
« Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων συνάγει την αρμοδιότητα της να διατυπώνει συστάσεις, όπως η σύσταση 3140/78/ΕΚΑΧ (PB 1978, L 372, σ. 1) σχετικά με τους δασμούς αντιντάμπινγκ που θεσπίζονται για ορισμένα προϊόντα της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα η οποία εφαρμόζεται εν προκειμένω, από τα άρθρα 74 και 86 της Συνθήκης ΕΚΑΧ και από τη γενική σύσταση 77/329/ΕΚΑΧ ( PB 1977, L 114, σ. 7) που στηρίζεται σ' αυτά τα άρθρα. »
3.2.3. Το τρίτο ερώτημα
Αντίθετα με αυτά που υποθέτει ο παραπέμπων δικαστής βάσει της προαναφερθείσας παρανοήσεως ως προς το εφαρμοστέο δίκαιο, η σύσταση που εφαρμόζεται εν προκειμένω προϋποθέτει ότι « το ύψος των δασμών αντιντάμπινγκ... ισούται εφεξής προς τη διαφορά μεταξύ της συμβατικής πραγματικής τιμής (τιμή βάσεως πλέον προσθέτων) που καθορίζεται ελεύθερο συνόρων εκτελωνισμένο και της πραγματικής τιμής (τιμή βάσεως πλέον προσθέτων) όπως δημοσιεύτηκε από την Επιτροπή στις 30 Δεκεμβρίου 1978 για το εν λόγω προϊόν ». Οι πραγματικές αυτές τιμές για τα προϊόντα που εμπίπτουν στη διάκριση 73.13 Β IV C του κοινού δασμολογίου περιέχονται στην Επίσημη Εφημερίδα 1978, L 372, σσ. 17 και 18, οι δε σχετικοί συντελεστές μετατροπής στη σελίδα 2 της ίδιας Επίσημης Εφημερίδας. Η παραπεμπτική Διάταξη δεν επιτρέπει να καθοριστεί με βεβαιότητα για ποιο προϊόν πρόκειται ακριβώς εδώ. Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα του παραπέμποντος δικαστή πρέπει εντούτοις να γίνει δεκτό ότι εν προκειμένω η τιμή αυτή εκφράζεται σε ECU ανά τόνο με αναφορά σε σταθερό συντελεστή μετατροπής 1 ECU = 2,7238 φιορίνια. Νομίζω ότι το Δικαστήριο, όπως έκανε με τη σκέψη 15 της απόφασης Celestri, θα μπορούσε ενδεχομένως εν προκειμένω να λάβει ως βάση το ότι το τρίτο ερώτημα υποβλήθηκε μόνο για την περίπτωση που η ανακοίνωση της 29ης Δεκεμβρίου 1981, στην οποία στηρίζονται οι επίδικοι δασμοί, έχει εφαρμογή εν προκειμένω. Δεδομένου ότι η ανακοίνωση αυτή δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω και ότι επιπλέον η ανακοίνωση της 30ής Δεκεμβρίου 1978 που πράγματι εφαρμόζεται ωφελεί προφανώς κατ' ανάλογο τρόπο την προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, όπως συνέβαινε για την Celestri, όπως συνάγεται από τη σκέψη 7 της απόφασης Celestri, θεωρώ ότι ούτε στο τρίτο ερώτημα του παραπέμποντος δικαστή, θεωρούμενο κατά κυριολεξία, χρειάζεται να δοθεί απάντηση εδώ. Καταρχήν, πάντως, το πρόβλημα που υπέβαλε ο παραπέμπων δικαστής με το τρίτο του ερώτημα προβάλλει επίσης, και μάλιστα κατά πλέον έντονο τρόπο, όταν οι τιμές μετατροπής καθορίζονται για μία τόσο μακρά περίοδο.
Στην περίπτωση που το Δικαστήριο θα ήθελε γι' αυτό το λόγο να απαντήσει πράγματι στο ερώτημα που διατυπώθηκε εκ νέου σύμφωνα με τη σύσταση που εφαρμόζεται εν προκειμένω, εφιστώ την προσοχή στο ότι η κατά τρόπο σαφή καταφατική απάντηση που προτείνει η Επιτροπή στο τρίτο ερώτημα δεν μου φαίνεται πειστική για την περίπτωση κατά την οποία θα αντέβαινε προς το άρθρο 19, παράγραφος 3, της γενικής σύστασης 77/329/ΕΚΑΧ ο δασμός αντιντάμπινγκ που επιβάλλεται βάσει πραγματικής αξίας του ECU, η οποία κατά το χρόνο της εισαγωγής ( και επομένως της επιβολής του δασμού ) ήταν ήδη από πολύ χρόνο κατώτερη από την αξία που είχε καθορισθεί στις 30 Δεκεμβρίου 1978. Η διάταξη αυτή προβλέπει πράγματι ότι « ο οριστικός ή προσωρινός δασμός αντιντάμπινγκ δεν πρέπει να υπερβαίνει το περιθώριο ντάμπινγκ που διαπιστώνεται και ότι θα πρέπει να είναι κατώτερος από το περιθώριο αυτό, όταν για την εξάλειψη της ζημίας αρκεί η επιβολή χαμηλότερου δασμού ». Όταν η ζημία αυτή εξαλείφεται ή μειώνεται συνεπεία τροποποιήσεως των συντελεστών μετατροπής ή άλλων περιστάσεων, ο δασμός αντιντάμπινγκ πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να προσαρμόζεται και αυτός αναλόγως το ταχύτερο δυνατό. Η Επιτροπή αναγνώρισε τέλος, και αυτή επίσης, κατά τη συνεδρίαση, απαντώντας σε ερωτήσεις μου, ότι η περιοδική προσαρμογή των τιμών είναι απαραίτητη και αναπόφευκτη, ενόψει των εξελίξεων που σημειώνονται στον τομέα αυτό. Αυτό επομένως θα πρέπει να ισχύει για τους συντελεστές μετατροπής που εφαρμόζονται εν προκειμένω. Εξάλλου, συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής ότι η ασφάλεια δικαίου και ο κίνδυνος τεχνητής εκτροπής του εμπορίου μπορούν να δικαιολογούν το γεγονός ότι οι δασμοί αντιντάμπινγκ δεν υπολογίζονται σύμφωνα με τις καθημερινές τιμές του ECU, αλλά προσαρμόζονται μόνο περιοδικώς ανάλογα με τις συγκεκριμένες μεταβολές που επέρχονται στα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της ζημίας. Πάντως, δεδομένου ότι είναι σχεδόν βέβαιο ότι το τρίτο ερώτημα έχει αποκλειστικά ακαδημαϊκή σημασία, προτείνω τελικά στο Δικαστήριο να εξετάσει μόνο πολύ γενικώς την προβληματική που περιέχεται στο ερώτημα αυτό και να απαντήσει ως εξής:
« Το ζήτημα αν συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο η εφαρμογή σε εισαγωγές που διενεργήθηκαν το 1982 συντελεστών μετατροπής της 30ής Δεκεμβρίου 1978 που εφαρμόζονται σύμφωνα με τη σύσταση 3140/78/ΕΚΑΧ δεν μπορεί να εξεταστεί παρά αν η εφαρμογή αυτή συνεπάγεται πρακτικά την εφαρμογή δασμών αντιντάμπινγκ που μπορούν να έρθουν σε σύγκρουση με τη σύσταση 77/329/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 15ης Απριλίου 1977 ( PB 1977, L 114, σ. 6 ), και ιδίως με το άρθρο 19, παράγραφος 3, αυτής της σύστασης. Η παρατεταμένη διατήρηση υποχρεωτικών κατά νόμο συντελεστών μετατροπής σε μέτρα αντιντάμπινγκ που εφαρμόζονται σε προϊόντα που εμπίπτουν στην ΕΚΑΧ δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ασυμβίβαστη, αυτή καθαυτή, με το κοινοτικό δίκαιο, ανεξάρτητα από τα αποτελέσματα των εν λόγω μέτρων από άποψη δικαίου αντιντάμπινγκ. »
4. Συμπέρασμα
Συνοψίζοντας και για τους προαναφερθέντες λόγους προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν ως εξής:
|
«α) |
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2779/78 του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1978, δεν εφαρμόζεται σε προϊόντα, όπως αυτά για τα οποϊα πρόκειται στην παρούσα υπόθεση και εμπίπτουν στη Συνθήκη ΕΚΑΧ. |
|
β ) |
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων συνάγει την αρμοδιότητα της να διατυπώνει συστάσεις, όπως η σύσταση 3140/78/ΕΚΑΧ ( PB 1978, L 372, σ. 1 ) σχετικά με τους δασμούς αντιντάμπινγκ που θεσπίζονται για ορισμένα προϊόντα της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα η οποία εφαρμόζεται εν προκειμένω, από τα άρθρα 74 και 86 της Συνθήκης ΕΚΑΧ και από τη γενική σύσταση 77/329/ΕΚΑΧ ( PB 1977, L 114, σ. 7 ) που στηρίζεται σ' αυτά τα άρθρα. |
|
γ) |
Το ζήτημα αν συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο η εφαρμογή σε εισαγωγές που διενεργήθηκαν το 1982 συντελεστών μετατροπής της 30ής Δεκεμβρίου 1978 που εφαρμόζονται σύμφωνα με τη σύσταση 3140/78/ΕΚΑΧ δεν μπορεί να εξεταστεί παρά αν η εφαρμογή αυτή συνεπάγεται πρακτικά την εφαρμογή δασμών αντιντάμπινγκ που μπορούν να έρθουν σε σύγκρουση με τη σύσταση 77/329/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 15ης Απριλίου 1977 (PB 1977, L 114, σ. 6), και ιδίως με το άρθρο 19, παράγραφος 3, αυτής της σύστασης. Η παρατεταμένη διατήρηση υποχρεωτικών κατά νόμο συντελεστών μετατροπής σε μέτρα αντιντάμπινγκ που εφαρμόζονται σε προϊόντα που εμπίπτουν στην ΕΚΑΧ δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ασυμβίβαστη, αυτή καθαυτή, με το κοινοτικό δίκαιο, ανεξάρτητα από τα αποτελέσματα των εν λόγω μέτρων από άποψη δικαίου αντιντάμπινγκ. » |
( *1 ) Μετάφραση από τα ολλανδικά.
( 1 ) Πρβλ. για περισσότερες λεπτομέρειες ως προς αυτό το ζήτημα: Quadri-Monaco-Trabucchi, Commentario CECA II, σσ. 1075 έως 1978. Όσον αφορά το εν ισχύι σύστημα ΕΚΑΧ κατά την υπό κρίση περίοδο, παραπέμπω, μεταξύ άλλων, στο: Beseler, Die Abwehr von Dumping und Subventionen durch die Europäischen Gemeinschaften, 1980, σσ. 20 και επ. και σσ. 26 και επ.