ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
G. FEDERICO MANCINI
της 24ης Οκτωβρίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
|
1. |
Το Hessisches Finanzgericht υπέβαλε, στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Stinnes AG, με έδρα το Mühlheim-Ruhr, και του Κεντρικού Τελωνείου του Kassel, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 8 του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της « εκ των υστέρων » εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από το φορολογούμενο, για εμπορεύματα που διασαφηνίστηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 254 ). Σύμφωνα με την παράγραφο 1 της διάταξης αυτής, «δεν χωρεί εκ των υστέρων είσπραξη εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών των οποίων το ποσό, για κάθε συγκεκριμένη πράξη εισπράξεως, είναι κατώτερο των δέκα ευρωπαϊκών λογιστικών μονάδων ». Το ερώτημα του παραπέμποντος δικαστηρίου αφορά ειδικότερα τη σημασία της έκφρασης « για κάθε συγκεκριμένη πράξη εισπράξεως », καθώς και τις λεπτομέρειες υπολογισμού των προς είσπραξη ποσών. |
|
2. |
Η εταιρία Stinnes εισήγαγε το 1981 από την Τσεχοσλοβακία στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας 502 παρτίδες ξύλινων παλετών. Λόγω εσφαλμένου υπολογισμού των εξόδων μεταφοράς, το Κεντρικό Τελωνείο του Kassel υπέβαλε εισαγωγικούς δασμούς χαμηλότερου ύψους από τους νόμιμα οφειλόμενους. Όταν αντελήφθη το λάθος αυτό (που άλλωστε δεν αμφισβητεί η εισα-γωγός εταιρία), η διοίκηση εξέδωσε τέσσερις αποφάσεις για την εκ των υστέρων είσπραξη με τις οποίες συγκέντρωσε ανά τρίμηνο τις 502 εισαγωγές που είχαν πραγματοποιηθεί κατά το 1981, υπολογίζοντας συνολικά το οφειλόμενο ακόμη ποσό σε 5285,80 γερμανικά μάρκα. Κατά των τεσσάρων αυτών αποφάσεων η εταιρία Stinnes άσκησε προσφυγή ενώπιον του Hessisches Finanzgericht, ζητώντας την ακύρωση τους. Με την προσφυγή της, η εταιρία ισχυρίζεται ότι συντρέχει παράβαση του άρθρου 8 του κανονισμού 1697/79, υποστηρίζει ότι το άρθρο αυτό δεν επιτρέπει στη διοίκηση να συγκεντρώνει και να αθροίζει όλα τα ποσά, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων για τα οποία η διαφορά μεταξύ του καταβληθέντος και του οφειλόμενου δασμού είναι κατώτερη από δέκα ευρωπαϊκές λογιστικές μονάδες. Η έκφραση «για κάθε συγκεκριμένη πράξη εισπράξεως», που περιέχει η διάταξη αυτή, πρέπει στην πραγματικότητα να νοηθεί ότι αναφέρεται στην αρχική πράξη εισαγωγής ( ή εξαγωγής). Αν το τελωνείο είχε εφαρμόσει ορθά το άρθρο 8, μόνο πέντε από τις 502 πράξεις θα ήταν δυνατό να οδηγήσουν σε εκ των υστέρων είσπραξη, δεδομένου ότι μόνο για τις πράξεις αυτές η διαφορά μεταξύ καταβληθέντων και οφειλόμενων δασμών υπερέβαινε το οριζόμενο από τη διάταξη κατώτατο όριο. Το τελωνείο υποστήριξε ενώπιον του Finanzgericht ότι, σύμφωνα με τον κανονισμό 1697/79, « η πράξη εισπράξεως » δεν αφορά κάθε συγκεκριμένη εισαγωγή ( ή εξαγωγή ), αλλά την πράξη με την οποία το τελωνείο προβαίνει στην είσπραξη, έστω και αν, όπως συμβαίνει στην πραγματικότητα, η πράξη αυτή αφορά περισσότερες εισαγωγές ή εξαγωγές. Εξάλλου, η συγκέντρωση και άθροιση όλων των οφειλόμενων ποσών ανταποκρίνεται στο στόχο του κανονισμού για απλοποίηση της εργασίας της διοίκησης και για είσπραξη των δασμών στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό. Κρίνοντας ότι η επίλυση της διαφοράς εξαρτάται από την ερμηνεία κοινοτικού κανόνα, το έβδομο τμήμα του Hessisches Finanzgericht, με Διάταξη της 10ης Αυγούστου 1984, ανέβαλε την έκδοση της οριστικής του αποφάσεως και υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα: « έχει η έκφραση “ συγκεκριμένη πράξη εισπράξεως” του άρθρου 8 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 την έννοια ότι με αυτή νοείται η εκ των υστέρων είσπραξη για κάθε συγκεκριμένη εισαγωγή ή εξαγωγή, ή ως συγκεκριμένη πράξη νοείται η ενιαία απόφαση για την εκ των υστέρων είσπραξη, έστω και αν η απόφαση αυτή αφορά, με σκοπό την εκ των υστέρων ενιαία είσπραξη των δασμών, διάφορες πράξεις εισαγωγής ή εξαγωγής που πραγματοποίησε ο υπόχρεος προς καταβολή δασμών; » |
|
3. |
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και η εταιρία Stinnes κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις κατά τη διάρκεια της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας. Η Επιτροπή συνηγορεί υπέρ της θέσης των τελωνειακών αρχών. Καταρχάς, συγκρίνει τη διατύπωση του άρθρου 8 σε έξι κοινοτικές γλώσσες και τονίζει ότι, ενώ η γερμανική και ολλανδική απόδοση αποδέχονται αμφότερες τις προτεινόμενες από τους διαδίκους ερμηνείες, η γαλλική, αγγλική, ιταλική και δανική απόδοση δεν μπορούν να ερμηνευθούν παρά μόνο υπό την έννοια που του αποδίδει το τελωνείο του Kassel. Το αποδεικνύει η χρήση του όρου « azione » [ « action », « opkraev-ning» ( πράξη )] που αναφέρεται σαφώς στη διοικητική απόφαση που εκδίδεται μετά το πέρας της διαδικασίας εισπράξεως. Επιπλέον, η ερμηνεία αυτή συνάδει προς τους σκοπούς του συστήματος μέρος του οποίου αποτελεί το άρθρο 8. Πράγματι, όπως προκύπτει από την πρώτη αιτιολογική σκέψη, ο κανονισμός 1697/79 δεν θεσπίστηκε για να αποφεύγουν οι ενδιαφερόμενοι να καταβάλλουν τους οφειλόμενους δασμούς, αλλά για να προστατευτούν τα οικονομικά και δημοσιονομικά συμφέροντα της Κοινότητας που θα θίγονταν από την ανεπαρκή είσπραξη των δασμών. Στην κατ' αυτό τον τρόπο αιτιολογημένη ρύθμιση η οικεία διάταξη προστέθηκε με σκοπό την απλοποίηση της εργασίας της διοίκησης. Από αυτό έπεται ότι η εν λόγω διάταξη επιτρέπει όχι μόνο τη συγκέντρωση όλων των πράξεων εισαγωγής αλλ' επίσης και τη συνάθροιση των οφειλόμενων ποσών, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που είναι κατώτερα από δέκα ευρωπαϊκές λογιστικές μονάδες. Πράγματι, συγκεντρώνοντας περισσότερες πράξεις σε μια συνολική απόφαση, η διοίκηση πραγματώνει το θεμελιώδη στόχο του κανονισμού, δηλαδή την είσπραξη όλων των δασμών, χωρίς να σπαταλάται από τη διοίκηση περιττή ενέργεια. Την άποψη αυτή, συνεχίζει η Επιτροπή, ενισχύει και η ερμηνεία που δίνει η Επιτροπή Τελωνειακών Ατελειών που αποδίδει στο άρθρο 20 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1430/79 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουλίου 1979, περί της επιστροφής ως αχρεωστήτως εισπραχθέντων ή της διαγραφής χρέους εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 11/015, σ. 162). Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, « η επιστροφή ως αχρεωστήτως εισπραχθέντων ή η διαγραφή χρέους εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών... επιτρέπεται μόνο εφόσον το ( σχετικό ) ποσό υπερβαίνει τις δέκα ευρωπαϊκές λογιστικές μονάδες ». Κατά τη συνεδρίαση της λοιπόν της 27ης Μαΐου 1984, η Επιτροπή Τελωνειακών Ατελειών αποφάνθηκε ότι η διάταξη αυτή δεν απαγορεύει την αίτηση για επιστροφή ή διαγραφή στην οποία συγκεντρώνονται περισσότερες πράξεις εισαγωγής, το συνολικό ποσό των οποίων προκύπτει από το σύνολο των ποσών που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως, υπό τον όρο ότι αυτό υπερβαίνει τις δέκα ευρωπαϊκές λογιστικές μονάδες. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι το άρθρο 8 του κανονισμού 1697/79 αποτελεί κανόνα με πανομοιότυπο περιεχόμενο, ο ίδιος τρόπος υπολογισμού πρέπει να ισχύσει και για την περίπτωση της εκ των υστέρων εισπράξεως. Η εταιρία Stinnes επαναλαμβάνει εξάλλου και διευκρινίζει την άποψη που υποστήριξε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Κατ' αυτήν, η έκφραση « συγκεκριμένη πράξη εισπράξεως » δεν μπορεί παρά να αναφέρεται σε ειδική πράξη εισαγωγής ή εξαγωγής και επομένως είναι αδιανόητο να συγκεντρώνει περισσότερες πράξεις και να επιτρέπει τη συνάθροιση όλων των υπολοίπων μεταξύ οφειλόμενων και καταβληθέντων δασμών. Δεν πρόκειται μόνο για την επιθετική μετοχή « συγκεκριμένη » που συνηγορεί υπέρ της άποψης αυτής. Σημασία έχει και το γεγονός ότι το άρθρο 8 δεν παρέχει στη διοίκηση καμιά διακριτική εξουσία όσον αφορά το χρόνο κατά τον οποίο οφείλει να χωρήσει στην είσπραξη ή όσον αφορά το ύψος του προς είσπραξη ποσού' αντίθετα, η πρακτική που συνίσταται στη συγκέντρωση των πράξεων σε μία μόνο απόφαση παρέχει τελικά στο Δημόσιο τη δυνατότητα επιλογής του χρόνου κατά τον οποίο ζητείται η πληρωμή καθώς και την εξουσία αθροίσεως μεγαλύτερου ή μικρότερου αριθμού ποσών. Επιπλέον, το επιχείρημα που συνάγεται από την ερμηνεία της Επιτροπής Τελωνειακών Ατελειών είναι απαράδεκτο. Η μέθοδος την οποία νομιμοποιεί — άθροιση όλων των αχρεω-στήτως καταβληθέντων ποσών, έστω και αν είναι κατώτερα από δέκα λογιστικές μονάδες — μπορεί να θεωρηθεί ως επιεικής στην περίπτωση αιτήσεως για επιστροφή ή διαγραφή, επειδή αποβαίνει πάντοτε υπέρ του φορολογουμένου · αντίθετα, αυτό δεν συμβαίνει στην περίπτωση της εκ των υστέρων εισπράξεως, επειδή με τον τρόπο αυτό τιμωρείται ο φορολογούμενος. Πράγματι, σε αντίθεση με όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, ο σκοπός του άρθρου 8 συνίσταται ακριβώς στην προστασία των συμφερόντων των επιχειρηματιών, τα οποία θα θίγονταν αν οι τελωνειακές αρχές εισέπρατταν και τα κατώτερα των δέκα ευρωπαϊκών λογιστικών μονάδων ποσά. |
|
4. |
Το προδικαστικό ερώτημα είναι απλό. Πρόκειται καταρχάς για τη διευκρίνιση της σημασίας της έκφρασης « συγκεκριμένη πράξη εισπράξεως », που περιλαμβάνει το άρθρο 8 του κανονισμού 1697/79. Σύμφωνα πάντοτε με τη διάταξη αυτή, πρέπει στη συνέχεια να εκτιμηθεί η ορθότητα της πρακτικής που συνίσταται α ) στη συγκέντρωση σε μια συνολική πράξη εισπράξεως που αφορά ορισμένο χρονικό διάστημα περισσότερων πράξεων εισαγωγής ή εξαγωγής που διενεργήθηκαν από το ίδιο υποκείμενο και β) στην απαίτηση της καταβολής του ποσού που προκύπτει από την άθροιση όλων των ποσών που αντιπροσωπεύουν τη διαφορά μεταξύ των καταβληθέντων και των οφειλόμενων για κάθε πράξη δασμών. Ας εξετάσουμε καταρχάς τι είναι η πράξη εισπράξεως ενόψει του κανόνα — άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 — που θέτει τις σχετικές προϋποθέσεις: « όταν οι αρμόδιες αρχές διαπιστώνουν ότι το σύνολο ή μέρος του ποσού των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που οφείλεται νομίμως για εμπόρευμα που διασαφηνίστηκε σε τελωνειακό καθεστώς που συνεπάγεται την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών δεν κατέστη απαιτητό σε βάρος του φορολογουμένου, προβαίνουν στην είσπραξη των δασμών που δεν καταβλήθηκαν... Η διαδικασία αυτή δεν δύναται να αναληφθεί μετά την εκπνοή προθεσμίας τριών ετών, που υπολογίζεται από την ημερομηνία βεβαιώσεως του αρχικού ποσού που δεν κατέστη απαιτητό ή, εφόσον δεν έλαβε χώρα βεβαίωση χρέους, από την ημερομηνία γενέσεως της σχετικής με το εμπόρευμα τελωνειακής οφειλής » ( η υπογράμμιση δική μας). Κατ' εμέ, η διατύπωση είναι σαφής. Οι αρχές « προβαίνουν », « αναλαμβάνουν » την είσπραξη: πρόκειται λοιπόν για φαινόμενο που εξελίσσεται χρονικά. Συνεπώς, δεν μπορεί παρά να συνίσταται στη διοικητική εκείνη διαδικασία που καταλήγει στην οριστική βεβαίωση της οφειλής ή με άλλους λόγους στην απόφαση που προσδιορίζει το οφειλόμενο από τον επιχειρηματία ποσό. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η ταύτιση της « πράξης » με την απόφαση, πράγμα που κάνει η Επιτροπή, είναι αναμφίβολα εσφαλμένη: άλλο πράγμα είναι η διαδικασία για την έκδοση μιας πράξης και άλλο η τελική πράξη. Μέχρι το σημείο αυτό δεν υφίστανται δυσχέρειες. Συμβαίνει όμως στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 8 ο νομοθέτης να προσθέτει στην έκφραση « πράξη εισπράξεως » τον επιθετικό προσδιορισμό « συγκεκριμένη ». Ποια είναι όμως η νομική αξία της λέξης αυτής; Πρέπει μήπως να συναγάγουμε ότι η διάταξη απαιτεί να κινούνται τόσες διαδικασίες όσες είναι και οι πράξεις για τις οποίες είναι αναγκαία η είσπραξη; Νομίζω ότι στο ερώτημα αυτό η απάντηση πρέπει να είναι αρνητική. Η πρακτική που συνίσταται στη συγκέντρωση σε μια ενιαία πράξη περισσότερων ενεργειών που έχει πραγματοποιήσει το ίδιο πρόσωπο κατά τη διάρκεια του ίδιου χρονικού διαστήματος ακολουθείται από τις διοικήσεις όλων των κρατών μελών και η ratio της συνάδει προς μια γενική αρχή: την ανάγκη περιορισμού των διαδικασιών και απλοποιήσεως της διοικητικής δράσης. Είναι επομένως αδιανόητο ο νομοθέτης να είχε την πρόθεση να την απαγορεύσει. Εξάλλου, δεν αληθεύει, όπως βεβαιώνει η εταιρία Stinnes, ότι ο κανονισμός 1697/79 δεν επιτρέπει στη διοίκηση να επιλέξει το χρόνο κατά τον οποίο πρόκειται να προβεί στην πράξη εισπράξεως. Στις σχετικές διατάξεις δεν υφίσταται ούτε ίχνος τέτοιας απαγόρευσης. Αντίθετα μάλιστα, η προθεσμία των τριών ετών που προβλέπεται για τη δυνατότητα κινήσεως της διαδικασίας αυτής είναι ενδεικτική της βούλησης περί του αντιθέτου. Πάντως, το θεμιτό της συγκέντρωσης περισσότερων ενεργειών σε ενιαία πράξη δεν συνεπάγεται ότι κατά την άθροιση των υπολοίπων της αφαίρεσης των καταβληθέντων από τους οφειλόμενους δασμούς είναι θεμιτό να λαμβάνονται υπόψη και τα υπόλοιπα που δεν υπερβαίνουν τις δέκα ευρωπαϊκές λογιστικές μονάδες. Υπενθυμίζω ότι η δυνατότητα συνυπολογισμού και των ποσών αυτών προκύπτει για την Επιτροπή από τους στόχους του κανονισμού: προστασία των συμφερόντων της Κοινότητας με τη μεγιστοποίηση της είσπραξης των δασμών και την ελαχιστοποίηση της ανάλωσης διοικητικής ενέργειας. Σε συνάρτηση ακριβώς με την επιταγή αυτή, η Επιτροπή επικαλείται την εφαρμογή του τρόπου υπολογισμού που καθόρισε η Επιτροπή Τελωνειακών Ατελειών ερμηνεύοντας την παρόμοια προς τη διάταξη του άρθρου 8 διάταξη του άρθρου 20 του κανονισμού 1430/79. Η άποψη όμως αυτή δεν μας πείθει. Ο τεκμαιρόμενος γενικός στόχος του κανονισμού είναι ορθός' αντίθετα, δεν είναι ορθές ot συνέπειες που συνάγονται ως προς το συγκεκριμένο άρθρο 8. Ποιος είναι λοιπόν στην πραγματικότητα ο στόχος του κανόνα αυτού; Αφού αποκλείσαμε ήδη ότι ο στόχος αυτός ταυτίζεται με εκείνον που επικαλείται η εταιρία Stinnes (είναι αδιανότητο μια ρύθμιση που έχει εξ ολοκλήρου ως προορισμό την αποφυγή της απώλειας τελωνειακών εσόδων να αποσκοπεί, έστω και σε κάποιο ιδιαίτερο σημείο, να ευνοήσει τους οφειλέτες), νομίζω ότι εκείνες που προσδιορίζουν το στόχο αυτό είναι οι αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού. Πράγματι, η τέταρτη αιτιολογική σκέψη έχει ως εξής: «δεν κρίνεται σκόπιμο να κινείται η διαδικασία εισπράξεως ποσών που δεν υπερβαίνουν τις δέκα ευρωπαϊκές λογιστικές μονάδες » ( η υπογράμμιση δική μας ). Με άλλους λόγους, ο νομοθέτης έκρινε ασύμφορο να επιβαρύνεται η διοίκηση με σημαντικά έξοδα για να εισπράξει τόσο μικρά ποσά · ενεργώντας όμως με τον τρόπο αυτό, δημιούργησε στους επιχειρηματίες την εμπιστοσύνη ότι τα εν λόγω ποσά — ανεξάρτητα από το αν προέρχονται από εσφαλμένους υπολογισμούς ή από οποιαδήποτε άλλη αιτία — δεν εισπράττονται. Επομένως, το άρθρο 8 δεν μπορεί να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει την είσπραξή τους. Προσθέτω ότι η ερμηνεία αυτή θα αποστερούσε το εν λόγω άρθρο από οιαδήποτε πρακτική αποτελεσματικότητα: πράγματι, είναι προφανές ότι το άθροισμα όλων των υπολοίπων μεταξύ καταβληθέντων και οφειλόμενων δασμών σπανιότατα είναι μικρότερο από δέκα ευρωπαϊκές λογιστικές μονάδες. Όσον αφορά την απόφαση της Επιτροπής Τελωνειακών Ατελειών, περιορίζομαι να παρατηρήσω ότι στην προκειμένη περίπτωση η απόφαση αυτή δεν χρησιμοποιήθηκε ευθέως αλλά κατ' αναλογία. Είναι γνωστό εν πάση περιπτώσει ότι οι αποφάσεις του οργάνου αυτού δεν δεσμεύουν την εξουσία περί ερμηνείας που διαθέτει δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης το Δικαστήριο ( πρβλ. σε σχέση με τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Ονοματολογίας του Κοινού Δασμολογίου, η οποία έχει καθήκοντα ανάλογα προς εκείνα της Επιτροπής Τελωνειακών Ατελειών, τις αποφάσεις της 15ης Φεβρουαρίου 1977 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 69 και 70/76, Dittmeyer κατά Hauptzollamt Hamburg-Waltershof, Race. 1977, σ. 231, και της 11ης Ιουλίου 1980 στην υπόθεση 798/79, Hauptzollamt Köln-Rheinau κατά Chem-Tec., Race. 1980, σ. 2639 ). |
|
5. |
Για όλους τους προεκτεθέντες λόγους, προτείνω να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε με Διάταξη της 10ης Αυγούστου 1984 το Hessisches Finanzgericht στο πλαίσιο της υπόθεσης που εκκρεμεί ενώπιόν του μεταξύ της εταιρίας Stinnes AG και του Κεντρικού Τελωνείου του Kassel: Η έκφραση « για κάθε συγκεκριμένη πράξη εισπράξεως » του άρθρου 8 του κανονισμού 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, έχει την έννοια ότι αφορά τη διαδικασία μετά το πέρας της οποίας οι τελωνειακές αρχές βεβαιώνουν οριστικά τα οφειλόμενα κατά νόμο ποσά. Η διοικητική πράξη με την οποία περατούται η διαδικασία αυτή μπορεί να συγκεντρώνει περισσότερες πράξεις εισαγωγής ή εξαγωγής που έχουν πραγματοποιηθεί από το ίδιο πρόσωπο κατά τη διάρκεια συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος και να απαιτεί την καταβολή του ποσού που προκύπτει από την άθροιση των υπολοίπων της αφαίρεσης των καταβληθέντων δασμών από τους νομίμως οφειλόμενους δασμούς. Πάντως, από τον υπολογισμό αυτό αποκλείονται τα υπόλοιπα που αφορούν επιμέρους πράξεις και δεν υπερβαίνουν τις δέκα ευρωπαϊκές λογιστικές μονάδες. |
( *1 ) Μετάφραση από τα ιταλικά.