ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 9ης Ιουλίου 1985 ( *1 )
Κνριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαοτές,
|
1. |
Τα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Ομοσπονδιακό Διοικητικό Δικαστήριο ( Bundesverwaltungsgericht ) αναφέρονται στη διαφορά μεταξύ της γερμανικής εταιρίας Denkavit, επιχειρήσεως παρασκευής ζωοτροφών, και της υπηρεσίας του τομέα διατροφής του κρατιδίου της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Η εταιρία Denkavit έχει πράγματι την πρόθεση να διαθέσει στο εμπόριο πλήρεις τροφές μόσχων που δεν ανταποκρίνονται σε ορισμένες κανονιστικές διατάξεις όσον αφορά την ελάχιστη περιεκτικότητα τους σε σίδηρο και τη μέγιστη περιεκτικότητα σε νάτριο, που αποτελούν προϋπόθεση της διαθέσεως τους στο εμπόριο στη γερμανική επικράτεια ( άρθρο 14, παράγραφος 1, του νόμου περί ζωοτροφών της 2ας Ιουλίου 1975, BGBl. Ι, σ. 1745). Οι απαιτήσεις αυτές προκύπτουν από το άρθρο 7, παράγραφος 2, της κανονιστικής αποφάσεως περί ζωοτροφών της 16ης Ιουνίου 1976 ( BGBl. Ι, σ. 1497), όπως τροποποιήθηκε στις 19 Ιουλίου 1979 (BGBl. Ι, σ. 1122) και όπως διατυπώθηκε, ως άρθρο 8, παράγραφος 3, της ίδιας κανονιστικής αποφάσεως, στις 8 Απριλίου 1981 (BGBl. Ι, σ. 352). Τις διατάξεις αυτές προσέβαλε και η Επιτροπή ενώπιον του Δικαστηρίου στην υπόθεση 28/84, επί της οποίας ανέπτυξα τις προτάσεις μου. Ενώπιον του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου γερμανικού δικαστηρίου εθίγη το ζήτημα κατά πόσο συμβιβάζεται η ρύθμιση αυτή με τις οδηγίες 70/524, της 23ης Νοεμβρίου 1970, περί προσθέτων υλών στη διατροφή των ζώων (στο εξής: οδηγία « περί προσθέτων υλών », ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 60 ), 74/63 της 17ης Δεκεμβρίου 1973, περί καθορισμού των ανωτάτων ορίων περιεκτικότητας για τις ανεπιθύμητες ουσίες και προϊόντα στις ζωοτροφές (στο εξής: οδηγία «περί ανεπιθύμητων ουσιών», ΕΕ ειδ. έκδ. 03/010, σ. 136) και 79/373 της 2ας Απριλίου 1979, περί εμπορίας των συνθέτων ζωοτροφών (στο εξής: οδηγία « περί συνθέτων ζωοτροφών », ΕΕ ειδ. έκδ. 03/025, σ. 33 ). Το ανώτατο γερμανικό διοικητικό δικαστήριο, που επελήφθη σε τελευταίο βαθμό, προτίθεται να αποφανθεί επί του ιδίου προβλήματος υποβάλλοντας προς ερμηνεία στο Δικαστήριο τα τέσσερα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
Με αυτά τα τέσσερα ερωτήματα, το Bundesverwaltungsgericht ζητεί κατ' ουσία από το Δικαστήριο να προβεί στην ερμηνεία της έννοιας πρόσθετη ύλη και να προσδιορίσει την έκταση των αρμοδιοτήτων που απομένουν στα κράτη μέλη στο πλαίσιο των τριών ανωτέρω οδηγιών. |
|
2. |
Η ταυτότητα αντικειμένου μεταξύ προδικαστικής διαδικασίας και διαδικασίας διαπιστώσεως παραβάσεως είναι συνήθης. Πράγματι, αν και το Δικαστήριο θεωρεί ανέκαθεν ότι δεν απόκειται σ' αυτό, στα πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του επί προδικαστικής διαδικασίας που καθορίζονται στο άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, να αποφανθεί ως προς τη συμφωνία κανόνων του εσωτερικού δικαίου προς το κοινοτικό δίκαιο, εμπίπτει εντούτοις στην αρμοδιότητα του, όταν προβαίνει στην ερμηνεία κοινοτικών κανόνων η εφαρμογή των οποίων αμφισβητείται ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, να παράσχει στο εν λόγω δικαστήριο πρόσφορη απάντηση, βάσει της οποίας αυτό θα είναι σε θέση να επιλύσει τη διαφορά της οποίας επελήφθη ( βλ. π.χ. απόφαση στην υπόθεση 111/76, Van den Hazel, Rec. 1977, σ. 901, σκέψη 4). Μετά τη διαπίστωση αυτή, πρέπει να παρατηρηθεί ότι στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Bundesverwaltungsgericht διατυπώνονται θαυμάσια τα προβλήματα που δημιουργεί η γερμανική ρύθμιση από την άποψη των τριών κοινοτικών οδηγιών, προβλήματα στα οποία προσπάθησα να δώσω απάντηση με τις προτάσεις μου στην υπόθεση 28/84. Εξάλλου, στις παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου επαναλαμβάνονται κατ' ουσία τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας διαπιστώσεως παραβάσεως. Κατά συνέπεια, χωρίς να επαναλάβω τα επιχειρήματα που ήδη ανέπτυξαν η Επιτροπή και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά τη διάρκεια της τελευταίας αυτής διαδικασίας, θα περιοριστώ στην έκθεση των επιχειρημάτων της επιχειρήσεως Denkavit, του κρατιδίου της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας και της ιταλικής κυβερνήσεως. |
|
3. |
Η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη προβάλλει επιχειρηματολογία αποτελούμενη από τέσσερα σημεία.
|
|
4. |
Το κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας υποστηρίζει ότι η γερμανική ρύθμιση αφορά το σίδηρο και το νάτριο ως « συστατικά στοιχεία », πράγμα που συνεπάγεται τη μη εφαρμογή των δύο ειδικών οδηγιών. Διότι, αντίθετα προς τις πρόσθετες ύλες που επιτρέπονται από την οδηγία 70/524, τα συστατικά στοιχεία είναι παρόντα σε φυσική κατάσταση στις ζωοτροφές και δεν προστίθενται ηθελημένα σε αυτές. Έστω και αν υποτεθεί ότι ο σίδηρος στον οποίο αναφέρεται η γερμανική ρύθμιση εξομοιώνεται με πρόσθετη ύλη, η οδηγία δεν ισχύει εντούτοις όσον αφορά τον καθορισμό ελάχιστης περιεκτικότητας, δεδομένου ότι το άρθρο 13 επιτρέπει στο κράτος μέλος, σε περίπτωση απειλής για την υγεία, να επιβάλει την τήρηση ελάχιστης περιεκτικότητας όταν αυτή δεν προβλέπεται στο παράρτημα. Όσον αφορά το νάτριο, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ανεπιθύμητη ουσία, εφόσον, αντίθετα προς τις ουσίες που απαγορεύονται από την οδηγία 74/63, δεν είναι εκ φύσεως επιβλαβής αλλά αντίθετα επιθυμητή όταν ο βαθμός συγκεντρώσεως της δεν είναι υπερβολικός. Τέλος, το άρθρο 3, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 79/373 αποτελεί τη νομική βάση της γερμανικής ρυθμίσεως. |
|
5. |
Η ιταλική κυβέρνηση προέβαλε στις παρατηρήσεις της κατ' ουσία την ίδια επιχειρηματολογία με το κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις που διατύπωσε ο εκπρόσωπος της Ιταλικής Δημοκρατίας κατά την προφορική διαδικασία, το άρθρο 8 της οδηγίας 79/373 πρέπει να ερμηνευθεί σε συνδυασμό με το άρθρο 15 : η εναρμόνιση των εθνικών κανόνων που ισχύουν όσον αφορά τα συστατικά των ζωοτροφών δεν έχει περατωθεί, θα έχει δε περατωθεί μόνον όταν μία κοινοτική ρύθμιση θα υποκατασταθεί στους αποκλίνοντες κανόνες που υπάρχουν ακόμη στα διάφορα κράτη μέλη. Κατά συνέπεια, η προσφυγή στο άρθρο 36 εξακολουθεί να είναι δυνατή. |
|
6. |
Από την εξέταση της δικογραφίας της κύριας υπόθεσης καθώς και από το σύνολο των παρατηρήσεων που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν προκύπτει κανένα νέο στοιχείο ικανό να μεταβάλει την ερμηνεία των εν λόγω τριών οδηγιών που ανέπτυξα στις προτάσεις μου επί της υποθέσεως 28/84. Πρέπει εντούτοις να σημειωθεί ότι τα όρια της εναρμονίσεως όσον αφορά τα συστατικά των ζωοτροφών, όπως αυτά προκύπτουν όχι μόνο από τα άρθρα 8 και 15, αλλά και από το σύνολο των διατάξεων της οδηγίας 79/373 της οποίας κύριο αντικείμενο είναι η συσκευασία των συνθέτων ζωοτροφών και όχι η σύσταση τους, δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τη διατήρηση, μετά την έναρξη της ισχύος της οδηγίας 79/373, ρυθμίσεως με την οποία τελικά επιβάλλεται είτε ένας τύπος ζωοτροφών που ανταποκρίνεται σε ορισμένα αναλυτικά κριτήρια, ενώ η οδηγία δεν προβλέπει παρά μόνο δικαίωμα συστάσεως, είτε η χρήση πλούσιων σε σίδηρο συστατικών, αντίθετα προς τις διατάξεις του ανωτέρω άρθρου 8. |
|
7. |
Κατά συνέπεια, στα ερωτήματα που υπέβαλε το Bundesverwaltungsgericht θα μπορούσαν να δοθούν οι ακόλουθες απαντήσεις:
|
( *1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.