ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
G. FEDERICO MANCINI
της 6ης Ιουνίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
|
1. |
Ο Calvin Ε. Williams, υπάλληλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και προσφεύγων στην παρούσα δίκη, δεν έχει ανάγκη παρουσιάσεως. Το όνομά του μας έγινε γνωστό σταδιακά και ενόσω φέρονταν ενώπιον του Δικαστηρίου οι υποθέσεις των οποίων ήταν πρωταγωνιστής. Από τις αποφάσεις που τον αφορούν, η πρώτη ανέρχεται στις 6 Οκτωβρίου 1982 (υπόθεση 9/81, Williams κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή 1982, σ. 3301 )· επ' ευκαιρία της αποφάσεως αυτής είχατε αποφανθεί ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο όφειλε « να προβεί σε διόρθωση της κατατάξεως κατά κλιμάκιο ( του Williams ), λαμβάνοντας υπόψη, σύμφωνα με την απόφαση του Φεβρουαρίου 1980, την επαγγελματική ( του ) πείρα... και ενδεχομένως τους τίτλους του, προκειμένου να εξαλείψει (από 12 Μαΐου 1980, ημερομηνία υποβολής της διοικητικής ένστασης του ) τη διαφορά κατατάξεως που υφίσταται με τους υπαλλήλους που δεν προέρχονται από τις Κοινότητες, στους οποίους εφηρμόσθησαν τα κριτήρια κατατάξεως της “εν λόγω” αποφάσεως ». Ο Williams, λοιπόν, κέρδισε τη μάχη που διεξήγαγε εν ονόματι της αρχής που κατοχυρώνει την ίση μεταχείριση' και κανείς δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι σε διάστημα λιγότερο από τρία έτη θα συζητούσαμε επί υποθέσεως, το αντικείμενο της οποίας συνίσταται στον ακριβή καθορισμό της κατάταξης που δικαιούνταν ο προσφεύγων δυνάμει της εν λόγω απόφασης. Ας δούμε λοιπόν τι συνέβη κατά τη διάρκεια των τριών αυτών ετών. Κατά την εκτέλεση της απόφασης του Δικαστηρίου, το ηττηθέν θεσμικό όργανο αντιλήφθηκε ότι δεν κατανοούσε την ακριβή σημασία της· έτσι, την 24η Νοεμβρίου 1982 σας υπέβαλε αίτηση ερμηνείας της. Πάντως, οι αμφιβολίες του αφορούσαν στην ουσία τις λεπτομέρειες εφαρμογής, σύμφωνα με τις οποίες έπρεπε να χωρήσει η διόρθωση που επιβάλατε· όπως όμως ήταν εύκολο να προβλεφθεί, θεωρήσατε την αίτηση απαράδεκτη ( Διάταξη της 29.9.1983 ). Ευρισκόμενο με τον τρόπο αυτόν ενώπιον των διοικητικών ευθυνών του, το Ελεγκτικό Συνέδριο συμμορφώθηκε προς τις επιταγές σας, με απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 1983. Η κατάταξη του Williams — ο οποίος στις 12 Μαΐου 1980 (ημερομηνία υποβολής της διοικητικής ένστασης του ), κατείχε το βαθμό Α6, δεύτερο κλιμάκιο — τροποποιήθηκε ως εξής: Α6, τρίτο κλιμάκιο, με κατά κλιμάκιο αρχαιότητα από 12 Μαΐου 1980 και Α6, τέταρτο κλιμάκιο, από 12 Μαΐου 1982. Ο Williams όμως, δεν αντιλαμβανόταν έτσι τη δικαιοσύνη που του απένειμε η υπηρεσία του. Κατά συνέπεια, κατά της ανωτέρω πράξεως υπέβαλε διοικητική ένσταση, η οποία απορρίφθηκε στις 16 Μαρτίου 1984. Υπό τις περιστάσεις αυτές, ο υπάλληλος έκρινε ότι δεν του απέμενε άλλη λύση από του να πάρει για μια ακόμα φορά το δρόμο του Kirchberg. |
|
2. |
Με προσφυγή που κατέθεσε στις 18 Μαΐου 1984, ο Williams ζητούσε από το Δικαστήριο: α ) να ακυρώσει την απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 1983 περί ανακατατάξεώς του, καθώς και εκείνη της 16ης Μαρτίου 1984 περί απορρίψεως της διοικητικής ένστασης του, και β ) να αναγνωρίσει ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο οφείλει να εφαρμόσει όλα τα κριτήρια της απόφασης της 21ης Φεβρουαρίου 1980 και ιδιαίτερα το άρθρο 4. Ο προσφεύγων επικαλείται προς στήριξη του αιτήματός του ένα « μοναδικό » λόγο: ότι δηλαδή το Ελεγκτικό Συνέδριο δεν είχε « προβεί κατά θεμιτό τρόπο στην εκτέλεση της απόφασης της 6ης Οκτωβρίου 1982». Ευθύς εξαρχής διευκρινίζω ότι το βρίσκω γενικό, ενώ τα επιχειρήματα με τα οποία η υπεράσπιση του Williams επιδίωξε να τον στηρίξει μου φαίνονται εξίσου ασαφή. Στην πραγματικότητα, οι σελίδες της προσφυγής απηχούν την πεποίθηση ότι η απόφαση σας τον νομιμοποιεί να ζητήσει αληθή αποκατάσταση της σταδιοδρομίας του. Πράγματι, ζητεί από το Ελεγκτικό Συνέδριο « να εξαφανίσει τη διάκριση μεταξύ των έκτακτων υπαλλήλων που προσλήφθηκαν από την επιτροπή ελέγχου ( όπως συνέβη στην περίπτωση του) και εκείνων που μονιμοποιήθηκαν πρόσφατα ». Επ' αυτού, παρατηρώ ότι, σκεπτόμενος με τον τρόπο αυτό, ο Williams λησμονεί ότι άσκησε προσφυγή ακυρώσεως της απόφασης που έλαβε η υπηρεσία του και ότι, κατά την ενάσκηση της συναφούς αρμοδιότητας του, το Δικαστήριο δεν μπορεί να παρεμβληθεί στη σφαίρα των εξουσιών που έχουν απονεμηθεί στην ΑΔΑ ή να την υποκαταστήσει. Πρέπει λοιπόν η προσφυγή να επαναφερθεί στο φυσικό της πλαίσιο: υπό την έννοια αυτή νοείται ότι ως αντικείμενό της έχει να αναγνωριστεί ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982 και κατά συνέπεια να ακυρωθεί η πράξη περί ανακατατάξεως του υπαλλήλου. Υπό το πρίσμα αυτό, ο προβαλλόμενος από τον προσφεύγοντα λόγος τελικά συγκεκριμενοποιείται: το θεσμικό όργανο — όπως μπορούμε να το εννοήσουμε — δεν εφήρμοσε το άρθρο 4 της γενικής απόφασης της 21ης Φεβρουαρίου 1980. Όφειλε δηλαδή το Ελεγκτικό Συνέδριο να λάβει υπόψη του την εν λόγω διάταξη; Κι αν ναι, αληθεύει ότι δεν εφαρμόστηκε ορθά στην προκειμένη περίπτωση; Ας το εξετάσουμε. Όσον αφορά την αναγνώριση κλιμακίων στους νεοπροσληφθέντες υπαλλήλους, η προαναφερθείσα γενική απόφαση προέβλεπε δύο διαφορετικές καταστάσεις: εκείνη των υποψηφίων που προέρχονταν εκτός των Κοινοτήτων και εκείνη για όσους κατά το χρόνο διορισμού τους ήταν ήδη έκτακτοι υπάλληλοι. Ως προς τους πρώτους, το άρθρο 3 ορίζει, σύμφωνα με διατύπωση που απηχεί κατά μεγάλο μέρος το άρθρο 32 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, ότι « προκειμένου να λάβει υπόψη την επαγγελματική πείρα του υποψηφίου εκείνου που υπερβαίνει τη λαμβανόμενη υπόψη για τους σκοπούς του καθορισμού του εισαγωγικού βαθμού, η ΑΔΑ αναγνωρίζει χρόνο υπηρεσίας». Για τους βαθμούς Α7 μέχρι Α5, ο αναγνωριζόμενος αυτός χρόνος προϋπηρεσίας μπορεί να φθάσει κατ' ανώτατο όριο τους 48 μήνες, ισούται δηλαδή με το χρόνο δύο κλιμακίων. Αντίθετα, το άρθρο 4 ορίζει ότι « στον έκτακτο υπάλληλο που διορίζεται ως δόκιμος υπάλληλος σε θέση της αυτής σταδιοδρομίας με κατάταξη στον αυτό βαθμό, αναγνωρίζεται από την ημερομηνία διορισμού του ως δοκίμου υπαλλήλου ή (κτηθείσα) κατά κλιμάκιο αρχαιότητα από την πρόσληψη του ως έκτακτου υπαλλήλου ». Εις εκτέλεση της αποφάσεως σας, το Ελεγκτικό Συνέδριο αποφάσισε ότι « επειδή πρόκειται για... διάκριση μεταξύ ενός μετατασσόμενου υπαλλήλου και ενός νέου », η διόρθωση υπέρ του Williams έπρεπε, σύμφωνα με το άρθρο 3 της απόφασης και το άρθρο 32 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, « να οδηγήσει στην αναγνώριση κατ' ανώτατο όριο 48 μηνών χρόνου προϋπηρεσίας ». Αντίθετα, ο προσφεύγων θεωρεί ότι η κατά κλιμάκιο αρχαιότητα του πρέπει να υπολογιστεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 από την ημέρα προσλήψεως του ως έκτακτου υπαλλήλου της Επιτροπής Ελέγχου. Συνέπεια αυτού, προσθέτει, είναι ότι στις 12 Μαΐου 1980 η ορθή κατάταξη του είναι στο βαθμό Α6, πέμπτο κλιμάκιο και ότι η διάκριση, θύμα της οποίας υπήρξε, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως καταργηθείσα πλήρως παρά μόνο σε περίπτωση που αναγνωριζόταν το εν λόγω γεγονός. |
|
3. |
Εκκινώντας από την άποψη ότι η κατάταξη του προσφεύγοντος δεν αμφισβητούνταν πλέον, με την απόφαση σας της 6ης Οκτωβρίου 1982 αναγνωρίσατε ότι εν πάση περιπτώσει έπρεπε να εξεταστεί αν οι τίτλοι και η επαγγελματική πείρα του Williams δικαιολογούσαν την απαίτηση του να του χορηγηθεί ανώτερο κλιμάκιο « στο βαθμό του » ( Α6 ), ενόψει των περιστάσεων που καθορίζονται με τη γενική απόφαση. Με άλλους λόγους επρόκειτο για ενδεχόμενη αλλ' αποκλειονική και μόνο διόρθωση « του παρόντος κλιμακίου » του Williams. Αυτό άλλωστε διατάξατε στο Ελεγκτικό Συνέδριο προκειμένου να εξαφανιστεί « η διάκριση... που υφίσταται μεταξύ των υπαλλήλων που δεν προέρχονται από τις Κοινότητες ». Σε σχέση με τα άρθρα 3 και 4 της προαναφερθείσας απόφασης, η υπηρεσιακή κατάσταση του Williams παρουσιάζει την ιδιομορφία ότι, κατά το χρόνο αναλήψεως των καθηκόντων του στο Ελεγκτικό Συνέδριο, δεν ήταν υπάλληλος προερχόμενος εκτός των Κοινοτήτων, ούτε έκτακτος υπάλληλος, αλλ' ήδη από καιρού μόνιμος υπάλληλος με βαθμό Α7, τρίτο κλιμάκιο. Πράγματι, έχοντας προσληφθεί την 1η Οκτωβρίου 1974 από την Επιτροπή Ελέγχου ως έκτακτος υπάλληλος με το βαθμό Α7/2, ο Williams διορίστηκε μετά από 2 έτη δόκιμος υπάλληλος με το βαθμό Α7/3, και το 1978, αφού εν τω μεταξύ μονιμοποιήθηκε, μετατάχθηκε στο όργανο που υπηρετεί σήμερα. Ως γνωστό, κατά την πρώτη από τις εν λόγω ημερομηνίες έλαβε το δεύτερο κλιμάκιο λόγω της επαγγελματικής του πείρας, ενώ κατά το χρόνο διορισμού του ως δόκιμου υπαλλήλου, του αναγνωρίστηκε και τρίτο κλιμάκιο λόγω του χρόνου προϋπηρεσίας του ως έκτακτου υπαλλήλου. Επομένως, αν αληθεύει ότι α) προβαίνοντας στη διόρθωση του κλιμακίου σύμφωνα με τις επιταγές της απόφασης σας, το Ελεγκτικό Συνέδριο δεν ήταν σε θέση να επανεξετάσει τις κατατάξεις που προαναφέρθηκαν (επειδή κατέστησαν οριστικές), ενώ όφειλε να λάβει υπόψη της τις ειδικές περιστάσεις υπό τις οποίες έλαβαν χώρα και β) κατά το χρόνο προσλήψεως του από το Ελεγκτικό Συνέδριο ως υπαλλήλου, ο Williams είχε ήδη λάβει ένα κλιμάκιο λόγω της προϋπηρεσίας του ως έκτακτου υπαλλήλου, αν όλα αυτά αληθεύουν — επαναλαμβάνω — στο θεσμικό όργανο δεν απέμενε τίποτε άλλο παρά να επανεξετάσει, βάσει των κριτηρίων που θεσπίστηκαν με την απόφαση του 1980, την επαγγελματική πείρα και τους τίτλους του προσφεύγοντος. Αυτό ακριβώς και έπραξε, χορηγώντας του συμπληρωματικό κλιμάκιο, ίσο με τον ανώτατο χρόνο προϋπηρεσίας που προβλέπει για παρόμοιες περιπτώσεις το άρθρο 3 της προαναφερθείσας απόφασης. Αντίθετα, δεν ήταν δυνατό να εφαρμοστούν στην περίπτωση του οι διατάξεις του άρθρου 4, το οποίο εν πάση περιπτώσει δεν διέπει την υπηρεσιακή κατάσταση εκείνου που αναλαμβάνει υπηρεσία στο Ελεγκτικό Συνέδριο ήδη ως μόνιμος υπάλληλος· αν δε είχε συμβεί αυτό, θα αναγνωριζόταν κατ' ανάγκη υπέρ του προσφεύγοντος για δεύτερη φορά oro πλαίοιο της ίδιας σταδιοδρομίας, ο χρόνος προϋπηρεσίας του ως έκτακτου υπαλλήλου. Ασφαλώς αυτό δεν ήταν το αποτέλεσμα προς το οποίο προσέβλεπε η απόφαση του 1982. Άρα, η απόφαση ανακατατάξεως, που έλαβε το Ελεγκτικό Συνέδριο στις 10 Νοεμβρίου 1983, συνάδει προς όσα αποφασίσατε. |
|
4. |
Βάσει των προηγουμένων σκέψεων, προτείνω το Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή που άσκησε ο Calvin E. Williams, στις 18 Μαΐου 1984. Όσον αφορά τα δικαστικά έξοδα, προτείνω, κατ' εφαρμογή του άρθρου 70 του κανονισμού διαδικασίας, κάθε διάδικος να φέρει τα δικά του. |
( *1 ) Μετάφραση από τα ιταλικά.