Στην υπόθεση 113/83,

Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το νομικό της σύμβουλο Giuliano Marenco, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Oreste Montako, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,

προσφεύγουσα,

κατά

Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον Arnaldo Squillante, προϊστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών, επικουρούμενο από τον Ignazio Francesco Caramazza, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων την Ιταλική Πρεσβεία στο Λουξεμβούργο,

καθής,

που έχει ως αντικείμενο προσφυγή που ασκήθηκε βάσει του άρθρου 169, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ και με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, απαιτώντας δύο άδειες μεταφοράς στο πλαίσιο της κοινοτικής ποσόστωσης όταν συνδυασμός συζευγμένων οχημάτων, που αποτελείται από μέρη εγγεγραμμένα σε δύο διαφορετικά κράτη μέλη, πραγματοποιεί διεθνείς οδικές μεταφορές, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3164/76 του Συμβουλίου, περί κοινοτικής ποσοστώσεως για τις οδικές εμπορευματικές μεταφορές που εκτελούνται μεταξύ κρατών μελών,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, G.Bosco και Κ. Κακούρη, προέδρους τμήματος, Α. O'Keeffe, U. Everling, Y. Galmot και R. Joliét, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: C. Ο. Lenz

γραμματέας: D. Louterman, υπάλληλος διοικήσεως

εκδίδει την ακόλουθη

ΑΠΟΦΑΣΗ

Περιστατικά

Τα πραγματικά περιστατικά της υκοθέ-σεως, η εξέλιξη της διαδικασίας και τα αιτήματα, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων συνοψίζονται ως εξής:

Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία

1.

Επειδή διαπίστωσε ότι οι ιταλικές αρχές απαιτούν δύο άδειες μεταφοράς οσάκις συνδυασμός συζευγμένων οχημάτων, αποτελούμενος από μέρη εγγεγραμμένα σε δύο διαφορετικά κράτη μέλη, πραγματοποιεί διεθνή οδική μεταφορά με τόπο αναχωρήσεως ή προορισμού ή διελεύσεως την Ιταλία και θεωρώντας ότι η απαίτηση αυτή δεν συμβιβαζόταν με τις σχετικές κοινοτικές διατάξεις, η Επιτροπή κάλεσε την ιταλική κυβέρνηση, με έγγραφο της 4ης Νοεμβρίου 1981, να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της.

2.

Με το εν λόγω έγγραφο η Επιτροπή εξηγούσε ότι, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3164/76 του Συμβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου 1976 (ΕΕ ειδ. έκδ. 07/002, σ. 6) οι κοινοτικές άδειες επιτρέπουν στους κατόχους τους να εκτελούν οδικές εμπορευματικές μεταφορές υπό τους όρους που αναφέρονται σ' αυτό και ότι το ίδιο άρθρο 2 διευκρινίζει, στην παράγραφο 3, ότι οι κοινοτικές άδειες εκδίδονται στο όνομα ενός μεταφορέα, ότι δεν μπορούν να μεταβιβάζονται από αυτόν σε τρίτους, ότι κάθε άδεια μπορεί να χρησιμοποιείται για ένα μόνο όχημα κάθε φορά, ότι πρέπει να ευρίσκεται επί του οχήματος και ότι ως «όχημα» νοείται κάθε μεμονωμένο όχημα ή συνδυασμός συζευγμένων οχημάτων. Εφόσον λοιπόν ο κανονισμός δεν έκανε καμιά διάκριση σχετικά με το κράτος εγγραφής του οχήματος ή των μερών συνδυασμού συζευγμένων οχημάτων, iļ Επιτροπή ήταν της γνώμης ότι ο κανονισμός 3164/76 του Συμβουλίου δεν παρέχει κανένα έρεισμα για να απαιτούνται δύο άδειες μεταφοράς όταν συνδυασμός συζευγμένων οχημάτων, που αποτελείται από μέρη εγγεγραμμένα σε δύο διαφορετικά κράτη μέλη, εκτελεί διεθνή οδική μεταφορά.

Με το ίδιο έγγραφο, η Επιτροπή υποστήριξε επίσης ότι η πρακτική αυτή δεν συμβιβάζεται με την οδηγία 65/269/ΕΟΚ της 13ης Μαίου 1965, περί ενοποιήσεως ορισμένων κανόνων σχετικά με τις άδειες για τις οδικές εμπορευματικές μεταφορές μεταξύ των κρατών μελών (ΕΕ ειδ. έκδ. 07/001, σ. 35), πέρα από τις κοινοτικές άδειες.

3.

Με την απάντηση της, με ημερομηνία 27 Ιανουαρίου 1982, η ιταλική κυβέρνηση απέκρουσε την άποψη της Επιτροπής. Εξήγησε ότι η εθνική διάταξη, την οποία αμφισβητεί η Επιτροπή, συνιστά παρέκκλιση από τον πολύ αυστηρότερο κανόνα που ισχύει στην εθνική ιταλική κυκλοφορία, σύμφωνα με τον οποίο ένα έλκον όχημα δεν μπορεί να συνδεθεί με ρυμουλκούμενο ή ημιρυμουλκούμενο που ανήκει σε επιχείρηση άλλη από εκείνη στο όνομα της οποίας είναι εγγεγραμμένο το πρώτο, η δε επίμαχη διάταξη θεσπίστηκε για τη διευκόλυνση της διεθνούς κυκλοφορίας. Η ιταλική κυβέρνηση υποστήριξε, τέλος, ότι ο κανονισμός 3164/76 και η οδηγία 65/269, που προβλέπουν τη χρήση μιας μόνης άδειας μεταφοράς, ακόμη και για τις μεταφορές που εκτελούνται από συνδυασμό συζευγμένων οχημάτων, στηρίζονται προφανώς στην υπόθεση ότι τα συστατικά μέρη του εν λόγω συνδυασμού ανήκουν όλα στην επιχείρηση κάτοχο της άδειας.

4.

Η Επιτροπή έκρινε ότι οι παρατηρήσεις αυτές δεν ήσαν ικανές να μεταβάλουν την άποψη τους για τους εξής λόγους:

το γεγονός ότι οι ιταλικές διατάξεις θεσπίστηκαν για τη διευκόλυνση της διεθνούς κυκλοφορίας και ότι συνιστούσαν, επομένως, παρέκκλιση αυστηρότερου κανόνα που ίσχυε στην εθνική κυκλοφορία δεν ήταν ικανό να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των κοινοτικών διατάξεων

η άποψη, κατά την οποία ο κανονισμός 3164/76 στηρίζεται στην υπόθεση ότι τα συστατικά μ'έρη συνδυασμού συζευγμένων οχημάτων ανήκουν όλα στην επιχείρηση που είναι κάτοχος της άδειας, έπρεπε να απορριφθεί, διότι, ναι μεν η άδεια εκδίδεται στο όνομα ενός μεταφορέα και είναι αμεταβίβαστη, ουδόλως όμως προβλέπει η κοινοτική ρύθμιση ότι το όχημα ή όλα τα μέρη του οχήματος πρέπει να ανήκουν στο μεταφορέα που είναι ο κάτοχος της άδειας'

ο αμφισβητούμενος ιταλικός κανόνας δεν ορίζει ότι τα μέρη συνδυασμού συζευγμένου οχήματος πρέπει να ανήκουν στο μεταφορέα που είναι κάτοχος της άδειας μεταφοράς, αλλά ότι η άδεια ισχύει μόνο αν τα δύο μέρη είναι εγγεγραμμένα στο ίδιο κράτος μέλος, ενώ ο κανονισμός 3164/76 δεν ορίζει ότι η άδεια ισχύει μόνο για μεταφορές με όχημα εγγεγραμμένο στο κράτος διαμονής του μεταφορέα, ούτε ότι τα μέρη συνδυασμού συζευγμένων οχημάτων πρέπει να είναι εγγεγραμμένα στο ίδιο κράτος.

Βάσει των σκέψεων αυτών, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η απαίτηση της ιταλικής κυβέρνησης, όπως περι-γράφηκε, δεν συμβιβάζεται με το δικαίωμα του κατόχου κοινοτικής άδειας να εκτελεί εμπορευματικές μεταφορές, στο μέτρο που του επιβάλλει πρόσθετες προϋποθέσεις που δεν προβλέπονται και ότι η απαίτηση δύο αδειών αντιβαίνει, επί πλέον, στους σκοπούς του κοινοτικού κανονισμού, εφόσον μειώνει την αξία των κοινοτικών αδειών.

5.

Στις 27 Οκτωβρίου 1982, η Επιτροπή εξέδωσε, ως εκ τούτου, αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία, αφήνοντας εκκρεμές το ζήτημα της συμφωνίας της ιταλικής πρακτικής προς την οδηγία 65/269, περιόριζε την παράβαση που καταλόγιζε στην Ιταλική Δημοκρατία το ασυμβίβαστο της εθνικής πρακτικής με τον κανονισμό 3164/76/ΕΟΚ και ιδίως το άρθρο του 2, παράγραφοι 1 και 3, και κάλεσε την ιταλική κυβέρνηση να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για να συμμορφωθεί με τη γνώμη αυτή εντός προθεσμίας δύο μηνών.

6.

Επειδή η Ιταλική Δημοκρατία δεν θέσπισε μέτρα προς την κατεύθυνση αυτή εντός της προθεσμίας που της είχε ταχθεί, η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή, που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Ιουνίου 1983.

Η έγγραφη διαδικασία εξελίχθηκε κανονικά.

Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Κάλεσε, ωστόσο, την ιταλική κυβέρνηση να του παράσχει πληροφορίες σχετικές με διατάξεις της εθνικής ρύθμισης και την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων να απαντήσει σε ερώτηση αφορώσα τη στάση που λαμβάνει στην υπό κρίση υπόθεση.

II — Αιτήματα των διαδίκων

1.

Η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή δημοσιεύοντας σχετική απόφαση, για το λόγο ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον κανονισμό 3164/76/ΕΟΚ.

2.

Η

Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

ζητεί από το Δικαστήριο:

να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, απαιτώντας δύο άδειες στο πλαίσιο της κοινοτικής ποσόστωσης όταν συνδυασμός συζευγμένου οχήματος, αποτελούμενος από μέρη εγγεγραμμένα σε δύο διαφορετικά κράτη μέλη, πραγματοποιεί διεθνείς οδικές μεταφορές με τόπο αναχωρήσεως, προορισμού ή διελεύσεως την Ιταλία, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον κανονισμό 3164/76/ΕΟΚ, και ιδίως το άρθρο του 2, παράγραφοι 1 και 3

να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.

III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων

1.

Η Επιτροπή, με το δικόγραφο της προσφυγής της, αναπτύσσει τα εξής επιχειρήματα και ισχυρισμούς:

A —

Εκθέτει, κατ' αρχάς, τα 6ασικά χαρακτηριστικά του συστήματος που θεσπίστηκε με τον κανονισμό 3164/76 και του συστήματος στο οποίο εντάσσονται οι διατάξεις αυτές.

α)

Τονίζει ότι η Συνθήκη διαχωρίζει την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών μεταφοράς από την ελεύθερη κυκλοφορία των λοιπών υπηρεσιών, ορίζοντας ότι διέπεται από τις διατάξεις του τίτλου που αναφέρεται στις μεταφορές (άρθρο 61, παράγραφος 1) και ότι το άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχείο α, προβλέπει, ακριβώς, τη θέσπιση «κοινών κανόνων εφαρμοστέων στις διεθνείς μεταφορές που εκτελούνται από ή προς την επικράτεια ενός κράτους μέλους...».

6)

Παρατηρεί ότι το Συμβούλιο, δεδομένου ότι δεν ακολούθησε στο σύνολό τους τις προτάσεις της που απέβλεπαν στη σταδιακή κατάργηση των υφισταμένων διμερών ποσοστώσεων και στη δημιουργία κοινοτικής ποσόστωσης οδικών μεταφορών κατά τη μεταβατική περίοδο, περιορίστηκε να αποφασίσει τη δημιουργία κονοτικής ποσόστωσης παράλληλα προς τις συμφωνημένες διμερείς ποσοστώσεις μεταξύ κρατών μελών, σύστημα το οποίο, αφού εισήχθη με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1018/68 του Συμβουλίου της 19ης Ιουλίου 1968 (GU L 175 της 23. 7. 1968, σ. 13), διέπεται επί του παρόντος από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3164/76 της 16ης Δεκεμβρίου 1976 (ΕΕ ειδ. έκδ. 07/002, σ. 6), που τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3515/82 της 21ης Δεκεμβρίου 1982 (ΕΕ L 369 της 29. 12. 1982, σ. 2).

Προσθέτει ότι με οδηγία του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 1962 (ΕΕ ειδ. έκδ. 07/001, σ.28), που τροποποιήθηκε τελευταία στις 19 Ιανουαρίου 1982 (ΕΕ L 27 της 4. 2. 1982, σ. 22), ελευθερώθηκαν οι μεταφορές που πραγματοποιούνται για ίδιο λογαριασμό, καθώς και ορισμένες μεταφορές για λογαριασμό τρίτου και ότι, επί πλέον, ορισμένες οδικές συνδέσεις είναι ελεύθερες με απόφαση των ενδιαφερομένων κρατών μελών (παραδείγματος χάρη, μεταξύ Βελγίου και Κάτω Χωρών).

γ)

Τονίζει ότι, ως εκ τούτου, και σήμερα ακόμη, η παροχή υπηρεσιών εμπορευματικών μεταφορών δεν είναι ελεύθερη μεταξύ κρατών μελών ότι γίνεται κατόπιν αδείας που εκδίδει το κάθε κράτος μέλος στο πλαίσιο διμερών ποσοστώσεων (μεταφορές μεταξύ των δύο οικείων κρατών μελών) ή στο πλαίσιο της κοινοτικής ποσόστωσης (διμερείς ή πολυμερείς μεταφορές, μεταξύ κρατών μελών) και ότι, άπαξ εξαντληθούν οι ποσοστώσεις αυτές, πρέπει να επιλεγεί άλλος τρόπος μεταφοράς, σιδηροδρομικής ή ποτάμιας, ή να εξασφαλιστεί η οδική μεταφορά για ίδιο λογαριασμό, η οποία αποτελεί μεταφορά που έχει ελευθερωθεί.

δ)

Εκθέτει ότι η εφαρμογή της κοινοτικής ποσόστωσης γίνεται με κανονισμούς του Συμβουλίου, με τους όποιους ορίζεται κατ' έτος το ύψος της, που αυξάνεται μεν προοδευτικά, αντιπροσωπεύει όμως μόλις το 5 ο/ο περίπου του συνόλου της επιτρεπόμενης διεθνούς κυκλοφορίας (διμερείς ποσοστώσεις και κοινοτικές ποσοστώσεις), και ότι το κάθε κράτος μέλος είναι αρμόδιο για την έκδοση των κοινοτικών αδειών, εντός των ορίων του αριθμού των αδειών που του έχουν κατανεμηθεί για το τρέχον έτος, με τις δικές του διαδικασίες το καθένα (άρθρο 2, παράγραφος 6, του κανονισμού ΕΟΚ 3164/76).

ε)

Τέλος, η Επιτροπή επισημαίνει ότι ναι μεν τα κοινοτικά όργανα δεν παρεμβαίνουν στον καθορισμό και την εφαρμογή των διμερών ποσοστώσεων, η προαναφερθείσα όμως οδηγία του Συμβουλίου της 13ης Μαΐου 1965 ενοποίησε ορισμένους κανόνες σχετικούς με τις άδειες που χορηγούνται στο πλαίσιό τους, ενώ με απόφαση του Συμβουλίου της 20ής Δεκεμβρίου 1979 θεσπίστηκαν ορισμένοι κανόνες για τον καθορισμό τους (ΕΕ ειδ. έκδ. 07/002, σ. 120).

Β —

Η Επιτροπή προχωρεί στη συνέχεια στην ανάλυση της πρακτικής της ιταλικής διοικήσεως που συνίσταται στην απαίτηση δύο αδειών αντί μιας και μόνο, προκειμένου περί οχήματος που αποτελείται από δύο μέρη (παραδείγματος χάρη έλκον μέρος και ρυμουλκούμενο) εγγεγραμμένα σε δύο διαφορετικά κράτη μέλη.

Εκθέτει ότι η απαίτηση αυτή (που δεν εφαρμόζεται στις άδειες που εκδίδουν οι ιταλικές αρχές, διότι ένας ακόμη αυστηρότερος κανόνας απαγορεύει στην Ιταλία τη σύνδεση έλκοντος μέρους με ρυμουλκούμενο που ανήκει σε επιχείρηση άλλη από εκείνη στο όνομα της οποίας είναι εγγεγραμμένο το πρώτο) αφορά τις άδειες που εκδίδονται από τα άλλα κράτη μέλη και που, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 3164/76, που ορίζει ότι η άδεια πρέπει να ευρίσκεται επί του οχήματος και να επιδεικνύεται σε κάθε ζήτηση υπαλλήλου επιφορτισμένου με τον έλεγχο, υπόκεινται σε έλεγχο από τις ιταλικές αρχές όταν τα οχήματα εισέρχονται στο ιταλικό έδαφος.

Για να καταδείξει την οικονομική επίπτωση της απαίτησης αυτής, η Επιτροπή αναφέρεται σε μερικά παραδείγματα που δείχνουν το συμφέρον, το οποίο έγκειται στη δυνατότητα σύζευξης οχημάτων με ρυμουλκούμενα και ημιρυμουλκούμενα εγγεγραμμένα σε διάφορα κράτη μέλη, όπως συμβαίνει στην περίπτωση επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες σε πλείονα κράτη μέλη, στην περίπτωση κοινοπραξίας ρυμουλκουμενων, τα οποία έχουν αγοράσει διάφοροι μεταφορείς διαφόρων κρατών μελών, ή στην περίπτωση μεταφορών ορισμένου δρομολογίου που χαρακτηρίζεται από γεωγραφικές ιδιορρυθμίες (μεταφορές μεταξύ Ιρλανδίας και Ηνωμένου Βασιλείου αφενός και Ιταλίας αφετέρου), η αποδοτικότητα των οποίων εξαρτάται από τη δυνατότητα αλλαγής ελκόντων οχημάτων για να αποφεύγεται η ακινητοποίηση τους (παραδείγματος χαρη, κατά τη διάσχιση της Μάγχης).

Γ —

Για να αποδείξει ότι η πρακτική της ιταλικής διοικήσεως είναι ασυμβίβαστη με τις διατάξεις του κανονισμού 3164/76, η παράβαση των οποίων αποτελεί το μοναδικό, όπως δηλώνει, αντικείμενο της παρούσας δίκης λόγω παραλείψεως, η Επιτροπή αναπτύσσει τους ακόλουθους ισχυρισμούς και επιχειρήματα.

α)

Τονίζει ότι το δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του κανονισμού 3164/76 ορίζει ότι «κάθε άδεια δύναται να χρησιμοποιείται για ένα μόνον όχημα κάθε φορά», το δε τρίτο εδάφιο διευκρινίζει ότι «ως “όχημα” νοείται κάθε μεμονωμένο όχημα ή συνδυασμός συζευγμένων οχημάτων», χωρίς να διακρίνει αν τα μέρη του ίδιου οχήματος είναι εγγεγραμμένα σε ένα και μόνο κράτος μέλος ή σε δύο διαφορετικά κράτη μέλη.

'Ετσι λοιπόν, κατά την Επιτροπή, η ιταλική απαίτηση έχει ως αποτέλεσμα να μειώνει την αξία της κάθε άδειας, εφόσον περιορίζει τις δυνατότητες που παρέχονται σε κάθε κάτοχο άδειας για κάθε συγκεκριμένο όχημα, αλλά και να μειώνει τη συνολική αξία της κοινοτικής ποσόστωσης.

6)

Η Επιτροπή αναφέρεται επίσης στα επιχειρήματα της ιταλικής κυβέρνησης, κατά την οποία το αμφισβητούμενο μέτρο συνιστά παρέκκλιση από τον αυστηρότερο κανόνα που ισχύει στην εθνική κυκλοφορία, ο δε κανονισμός 3164/76 προϋποθέτει σιωπηρά ότι και τα δύο μέρη του συνδυασμού ανήκουν στην επιχείρηση που είναι κάτοχος της άδειας, όπως προκύπτει από το άρ9ρο 2, παράγραφος 3, κατά το οποίο «οι κοινοτικές άδειες εκδίδονται στο όνομα ενός μεταφορέα» και «δεν δύνανται να μεταβιβάζονται από αυτόν σε τρίτους».

Παρατηρεί κατ' αρχάς ότι ανεξαρτήτως του ζητήματος αν το μέτρο που εφαρμόζεται στους εγκατεστημένους στην Ιταλία μεταφορείς είναι επιτρεπτό, ή αν η εφαρμογή του στους μεταφορείς άλλων κρατών μελών είναι επιτρεπτή ενόψει του κοινοτικού δικαίου, η μη τήρηση των κοινοτικών διατάξεων δεν μπορεί να δικαιολογείται για το λόγο ότι το αμφισβητούμενο εθνικό μέτρο συνιστά παρέκκλιση αυστηρότερου κανόνα που ισχύει στην εθνική κυκλοφορία.

Κατά του δευτέρου επιχειρήματος της ιταλικής κυβέρνησης, η Επιτροπή παρατηρεί, αφεν,ός, ότι δεν υπάρχει σχέση μεταξύ της υποθέσεως, στην οποία φέρεται στηριζόμενος ο κανονισμός και κατά την οποία τα συζευγμένα μέρη πρέπει να ανήκουν στην επιχείρηση κάτοχο της άδειας, και του ιταλικού μέτρου που απαιτεί δύο άδειες όταν τα δύο μέρη είναι εγγεγραμμένα σε δύο διαφορετικά κράτη μέλη.

Αφετέρου, η Επιτροπή παρατηρεί ότι το γεγονός ότι η άδεια εκδίδεται στο όνομα ενός μεταφορέα και ότι δεν μπορεί να μεταβιβάζεται σε τρίτους δεν συνεπάγεται ότι όλα τα μέρη του οχήματος πρέπει να ανήκουν στο μεταφορέα κάτοχο της άδειας αντιθέτως, επιτρέπει στο μεταφορέα κάτοχο της αδείας να χρησιμοποιεί για κάθε μεταφορά είτε πλείονα μέρη που ανήκουν στην κυριότητά του, είτε μέρη που έχει εκμισθώσει ή παραχωρήσει προς χρήση άλλος μεταφορέας.

Κατά την Επιτροπή, ο κανόνας της έκδοσης της άδειας στο όνομα ενός μεταφορέα έχει ως σκοπό να αποσαφηνίσει πώς μπορεί ένα κράτος μέλος να διαθέσει το μερίδιο του της ποσόστωσης, δηλαδή να εκδίδει άδειες απευθείας σε καθορισμένους μεταφορείς που δεν μπορούν να μεταβιβάζουν τις άδειες σε τρίτους, έτσι, ώστε ο κανόνας αυτός απλώς επιβεβαιώνει τη σκέψη ότι το εμπόριο των αδειών απαγορεύεται.

2.

Η ιταλική κυβέρνηοη, με το υπόμνημα αντικρούσεως της, αναπτύσσει τα ακόλουθα επιχειρήματα και ισχυρισμούς.

A —

Αναφερόμενη στο άρθρο 2, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 3164/76, το οποίο ορίζει ως όχημα «κάθε μεμονωμένο όχημα ή συνδυασμό συζευγμένων οχημάτων», επισημαίνει ότι το δεύτερο εδάφιο του ίδιου κειμένου καταδεικνύει ότι το οικείο όχημα, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του, εξαντλεί προσωρινώς τη δυνατότητα που του παρέχεται ορίζοντας ότι «κάθε άδεια δύναται να χρησιμοποιείται για ένα μόνο όχημα κάθε φορά» και ότι «πρέπει να ευρίσκεται επί του οχήματος ...».

Εξάλλου, η ιταλική κυβέρνηση φρονεί ότι, σύμφωνα με το αρθρο 4 των γ«ενικών διατάξεων» του παραρτήματος II που αναφέρεται στο άρθρο 4 του κανονισμού 3164/76, κάθε όχημα έχει «συνήθη έδρα» και, μολονότι πρόκειται για πράγμα σύνθετο, έχει καθορισμένη ταυτότητα που δεν μπορεί να τροποποιείται κατά τη διάρκεια «ταξιδιού».

Υποστηρίζει ότι οι σκέψεις αυτές συνεπάγονται ότι η άδεια που χορηγείται σε κάθε εθνικό μεταφορέα εξαρτάται, για περισσότερους από ένα λόγους, όχι μόνο από την ταυτότητα και την εθνικότητα των χρησιμοποιουμένων οχημάτων, αλλά επίσης, όπως είναι προφανές, από το δικαίωμα, δυνάμει του οποίου ο μεταφορέας τα χρησιμοποιεί, που συνήθως είναι η κυριότητα (σύμφωνα με τη σύσταση της Επιτροπής 69/191/ΕΟΚ της 9. 6. 1969, στοιχείο 6, GU L 165 της 5. 7. 1969, σ. 7) με τη συνακόλουθη ταυτότητα εθνικότητας μεταξύ μεταφορέα και οχήματος.

Τέλος, κατά την ιταλική κυβέρνηση, το σύστημα της ποσόστωσης που καθορίζεται κατ' αναλογία για κάθε χώρα, σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού 3164/76, και τις διαδοχικές τροποποιήσεις του, ορίζει όχι μόνον ότι οι μεταφορείς που δικαιούνται αδείας είναι εθνικοί μεταφορείς (προαναφερθείσα σύσταση, στοιχείο γ), αλλά και ότι το κράτος εγγραφής συμπίπτει με το κράτος του μεταφορέα, οπότε αποκλείεται, εν πάση περιπτώσει, η δυνατότητα μία άδεια να αφορά όχημα απαρτιζόμενο από στοιχεία εγγεγραμμένα σε διαφορετικά κράτη μέλη.

Η ιταλική κυβέρνηση φρονεί ότι υπ' αυτή την έννοια το άρθρο 1 της προαναφερθείσας οδηγίας του Συμβουλίου, της 13ης Μαΐου 1965, στην οποία αναφέρεται χάριν της ερμηνείας, δεδομένου ότι δεν έχει εφαρμογή στην υπό κρίση περίπτωση, ορίζει ότι:

«Τα κράτη μέλη θα λάβουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι από την 1η Ιανουαρίου 1966 οι άδειες που απαιτούνται για τις διεθνείς οδικές εμπορευματικές μεταφορές, από ή προς την επικράτεια κράτους μέλους ή για τις μεταφορές υπό διαμετακόμιση μέσω ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών, θα εκδίδονται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγγεγραμμένο το όχημα που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί για τις μεταφορές αυτές.»

B —

Εξάλλου, η ιταλική κυβέρνηση φρονεί ότι τα παραδείγματα που παρέθεσε η Επιτροπή στο δικόγραφο της προσφυγής της για να υπογραμμίσει την οικονομική ση-μα,σία της διαφοράς δεν είναι ικανά να την πείσουν να υιοθετήσει την άποψη της Επιτροπής.

Παρατηρεί ότι, όσον αφορά την περίπτωση πολυεθνικών επιχειρήσεων και κοινοπραξιών ρυμουλκούμενων, που πρέπει να διαθέτουν τη δυνατότητα να πραγματοποιούν συζεύξεις μερών οχημάτων υπό μία και μόνη άδεια αδιαφόρως προς τη χώρα εγγραφής των μερών, η άποψη αυτή καταλήγει να παρέχει στις πολυεθνικές των μεταφορών ή σε consortia επιχειρήσεων διαφόρων εθνικοτήτων τη δυνατότητα, κατανέμοντας καταλλήλως τις «συζεύξεις», να μεταβάλλουν την ισορροπία των εθνικών ποσοστώσεων, που καθορίστηκε σε κοινοτικό επίπεδο, και, επομένως, την οικονομική ωφέλεια που προκύπτει από κάθε ταξίδι.

Ως προς το τρίτο παράδειγμα που παρέθεσε η Επιτροπή, που αναφέρεται σε διάσχιση θάλασσας κατά τη διάρκεια δρομολογίου με αντικατάσταση του έλκοντος μέρους, η ιταλική κυβέρνηση φρονεί ότι η αλλαγή ταυτότητας του οχήματος κατά τη διάρκεια «ταξιδιού» αντιβαίνει στο προαναφερθέν άρθρο 4 του παραρτήματος II του κανονισμού 3164/76.

Η ιταλική κυβέρνηση συνάγει επομένως ότι η άποψη της Επιτροπής βρίσκεται σε διάσταση με το θετικό δίκαιο όντας αντίθετη με την αρχή της ορθολογικότητας, εφόσον, αν γινόταν δεκτή, θα επιτρεπόταν σε κάθε κράτος μέλος να επιλέγει κατά βούληση για ποιο από τα μέρη των συζευγμένων οχημάτων (το έλκον ή το ρυμουλκούμενο) 9α απαιτεί την άδεια, πράγμα που θα οδηγούσε σε αποτελέσματα ανόμοια, ασυμβίβαστα προς το κοινοτικό πνεύμα.

Τέλος, κατά την ιταλική κυβέρνηση, η θέση της Επιτροπής έχει αξία μόνο υπό το πρίσμα ενδεχόμενης τροποποίησης της ισχύουσας κοινοτικής νομοθεσίας και όχι ως θετικό δίκαιο, πράγμα που προκύπτει από το γεγονός ότι η Επιτροπή υπέβαλε στο Συμβούλιο πρόταση που αποβλέπει στην τροποποίηση του επίδικου κανονισμού, ώστε οι άδειες να απαιτούνται μόνο για το έλκον όχημα (έγγραφο του Συμβουλίου 12532/80, GU C 350 της 31. 12. 1980, σ. 18).

3.

Η Επιτροπή, με την απάντηση της, παρατηρεί ότι σύμφωνα με την άποψη της ιταλικής κυβέρνησης:

όταν κράτος μέλος εκδίδει τις άδειες τις οποίες διαθέτει στο πλαίσιο της κοινοτικής ποσόστωσης, το πράττει κατ' ανάγκη μόνο προς όφελος των εθνικών μεταφορέων

το κράτος εγγραφής πρέπει να συμπίπτει με το κράτος του μεταφορέα, δηλαδή ο αδειούχος μεταφορέας μπορεί να χρησιμοποιεί την άδειά του μόνο για οχήματα εγγεγραμμένα στο κράτος του οποίου είναι υπήκοος και το οποίο, σύμφωνα με τα προηγηθέντα, συμπίπτει με το κράτος που εξέδωσε την άδεια'

κατά συνέπεια, η άδεια δεν μπορεί να χορηγείται για όχημα που απαρτίζεται από μέρη εγγεγραμμένα σε διαφορετικά κράτη μέλη.

'Εναντι της συλλογιστικής αυτής, η Επιτροπή αντιπαραθέτει τα ακόλουθα επιχειρήματα.

A —

Παρατηρεί ότι κριτήριο για την αρμοδιότητα κάθε κράτους μέλους για τη χορήγηση άδειας δεν αποτελεί η ιθαγένεια του μεταφορέα αλλά η εγκατάσταση του στο έδαφος του συγκεκριμένου κράτους μέλους.

Παραθέτει σχετικώς το κείμενο του άρθρου 2, παράγραφος 6, του κανονισμού 3164/76, το οποίο ορίζει ότι: «Η έκδοση των κοινοτικών αδειών εξασφαλίζεται από τις αρμόδιες αρχές των Κρατών μελών για τους μεταφορείς που είναι εγκατεστημένοι στην επικράτειά τους εντός των ορίων του αριθμού των αδειών που παραχωρούνται σε κάθε Κράτος μέλος και σύμφωνα με τις διαδικασίες που ακολουθούνται σε κάθε Κράτος μέλος».

Επισημαίνει ότι, προς υποστήριξη της αντίθετης άποψης, η ιταλική κυβέρνηση επικαλείται την προαναφερθείσα σύσταση της 9ης Ιουνίου 1969, με την τρίτη παράγραφο, στοιχείο γ, της οποίας τα κράτη μέλη καλούνται

«να επιτρέπουν, αν δεν παρέχουν άδεια στους δικούς τους μεταφορείς να χρησιμοποιούν μισθωμένα οχήματα, στον κάτοχο κοινοτικής άδειας άλλου κράτους μέλους, όπου η χρησιμοποίηση αυτή επιτρέπεται, να πραγματοποιεί στο έδαφός τους μεταφορές δυνάμει της κοινοτικής του άδειας, με οχήματα, που έχει μισθώσει».

Η Επιτροπή παρατηρεί ότι η σύσταση αυτή δεν άπτεται του κριτηρίου της αρμοδιότητας εκδόσεως αδειών, το οποίο ορίζεται στον κανονισμό 3164/76, δεδομένου ότι επιδιώκει απλώς να εμποδίσει κατά γενικό τρόπο (ανεξάρτητα από τη χρήση κοινοτικής άδειας) την εφαρμογή των εθνικών διατάξεων που εμποδίζουν τους μεταφορείς οι οποίοι διαθέτουν κοινοτική άδεια να χρησιμοποιούν οχήματα που έχουν μισθώσει.

B —

Η Επιτροπή παρατηρεί περαιτέρω ότι η βασική σκέψη, την οποία υποστηρίζει η ιταλική κυβέρνηση είναι ότι, κατά τον κανονισμό 3164/76, η χορήγηση άδειας εξαρτάται από την ταυτότητα των οχημάτων και από τη σκέψη της κοινής εθνικότητας που συνδέει τα χρησιμοποιούμενα οχήματα και το μεταφορέα δικαιούχο κοινοτικής άδειας, την οποία μπορεί να χρησιμοποιεί μόνο για οχήματα εγγεγραμμένα στο κράτος του οποίου φέρει την ιθαγένεια.

α)

Παρατηρεί ότι τα επιχειρήματα που ανέπτυξε η ιταλική κυβέρνηση αναφέρονται όλα στην ταυτότητα και όχι στην εθνικότητα του οχήματος. Για το λόγο αυτό, κατά την Επιτροπή, με τα επιχειρήματα αυτά επιχειρείται να θεμελιωθεί όχι τόσο η υποχρέωση χρήσεως της άδειας για το ίδιο όχημα κατά τη διάρκεια του έτους, όσο η υποχρέωση χρήσεως της άδειας κατά τη διάρκεια ενός και του αυτού ταξιδιού μόνο για ένα προσδιορισμένο όχημα. Υποστηρίζει δε ότι, και αν ακόμη τα επιχειρήματα αυτά ήσαν βάσιμα, θα αποδείκνυαν, το πολύ, ότι, κατά τη διάρκεια ενός και μόνου ταξιδιού, η άδεια πρέπει να χρησιμοποιείται από ένα συγκεκριμένο όχημα, χωρίς να μπορούν να θεμελιώσουν την άποψη ότι το όχημα πρέπει να διαθέτει ορισμένη εθνικότητα.

δ)

Η Επιτροπή προχωρεί, στη συνέχεια, στην ανάλυση των διατάξεων, τις οποίες επικαλείται η ιταλική κυβέρνηση.

I.

Τονίζει ότι το άρθρο 2, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 3164/76, που ορίζει το όχημα ως «κάθε μεμονωμένο όχημα ή συνδυασμό συζευγμένων οχημάτων», όχι μόνο δεν επιτρέπει να υποστηριχτεί ότι η χορήγηση άδειας εξαρτάται από την ταυτότητα και την εθνικότητα των χρησιμοποιουμένων οχημάτων, αλλά και επιβεβαιώνει την ευελιξία, την οποία ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε να προσδώσει στη χρήση της κοινοτικής άδειας, και αποκλείε χωρίς περιθώρια παρερμηνείας τη δυνατότητα να απαιτηθούν δύο άδειες για το ίδιο όχημα.

II.

Ως προς το κείμενο του ίδιου άρθρου στην παράγραφο του 3, δεύτερο εδάφιο, κατά το οποίο «κάθε άδεια δύναται να χρησιμοποιείται για ένα μόνον όχημα κάθε φορά. Πρέπει να ευρίσκεται επί του οχήματος και να επιδεικνύεται σε κάθε ζήτηση εκ μέρους υπαλλήλου επιφορτισμένου με τον έλεγχο», η Επιτροπή δηλώνει ότι συμφωνεί με τον ισχυρισμό της ιταλικής κυβέρνησης ότι τα δικαιώματα που πηγάζουν από την άδεια εξαντλούνται κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, υπό την έννοια ότι η άδεια μπορεί να χρησιμοποιηθεί για ένα μόνο όχημα κάθε φορά και όχι για περισσότερα, ότι αυτό όμως δεν εμποδίζει την αντικατάσταση του οχήματος κατά τη διάρκεια ταξιδιού, προκειμένου να ληφθούν υπόψη, παραδείγματος χάρη, οι μεταβολές που μεσολάβησαν στο φορτίο ή μηχανική βλάβη.

III.

Όσον αφορά το σημείο 4 των γενικών διατάξεων του παραρτήματος II του κανονισμού 3164/76, από όπου η ιταλική κυβέρνηση αντλεί το συμπέρασμα ότι κάθε όχημα πρέπει να έχει συνήθη έδρα και ακριβή ταυτότητα που δεν μπορεί να μεταβάλλεται κατά τη διάρκεια ταξιδιού, η Επιτροπή παρατηρεί ότι, ως προς την έδρα, η ύπαρξη της συνιστά υπόθεση όχι όμως και υποχρέωση. Υποστηρίζει ότι, και αν ακόμη επρόκειτο για υποχρέωση, δεν θα μπορούσε απ' αυτό να συναχθεί ότι το όχημα πρέπει να έχει συγκεκριμένη ταυτότητα, διότι η περιγραφή του ταξιδιού που περιέχεται στο εν λόγω κείμενο αποτελεί απλώς περιγραφή συνήθους ταξιδιού, όπως προκύπτει από τη χρήση του όρου «κανονικά» και από τη σημείωση που βρίσκεται στο κάτω μέρος του υποδείγματος φύλλου ελέγχου που παρατίθεται υπό το στοιχείο ε του παραρτήματος ΙΙ, η οποία έχει ως εξής:

«Αν το ταξίδι δεν άρχισε ή δεν τελείωσε στη συνήθη έδρα του οχήματος...»

Κατά την Επιτροπή, η δυνατότητα μία άδεια να καλύπτει ένα άλλο όχημα κατά τη διάρκεια του ίδιου ταξιδιού επιβεβαιώνεται από την εξέταση του εν λόγω υποδείγματος φύλλου ελέγχου, από την οποία προκύπτει ότι:

όχι μόνο δεν απαιτείται να προσδιορίζεται το όχημα με τον αριθμό εγγραφής του

αλλά και περιέχει μια στήλη 2, στην οποία πρέπει να συμπληρώνεται ο τύπος οχήματος «για κάθε διαδρομή» (6λ. επεξηγηματικές σημειώσεις, στο στοιχείο γ του παραρτήματος II), πράγμα που δεν θα είχε νόημα αν δεν επιτρεπόταν η χρησιμοποίηση διαφορετικών οχημάτων κατά τη διάρκεια του ίδιου ταξιδιού.

Η Επιτροπή συνάγει, επομένως, ότι, σύμφωνα με τον κανονισμό 3164/76, η χρήση της άδειας είναι ελεύθερη, ότι δεν εξαρτάται από την ταυτότητα του οχήματος και ότι δεν απαιτείται το όχημα να είναι το ίδιο καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού. Τονίζει ότι κανένα από τα επιχειρήματα που αντλεί η καθής από το κείμενο αυτό δεν αναφέρεται στο ζήτημα της εθνικότητας του οχήματος, που είναι το μόνο στοιχείο που θα έπρεπε να εξεταστεί για να κριθεί η νομιμότητα της απαίτησης διπλής άδειας σε περίπτωση σύζευξης μερών μεταφορικού μέσου διαφορετικών εθνικοτήτων.

γ)

Σχετικά με την αναφορά της ιταλικής κυβέρνησης στην προαναφερθείσα σύσταση της Επιτροπής της 9ης Ιουνίου 1969 (τρίτη παράγραφος, στοιχείο 6) που αποσκοπούσε να αποδείξει τη σχέση μεταξύ άδειας και κυριότητας του οχήματος, ως δικαιώματος που επιτρέπει τη χρήση του, η Επιτροπή παρατηρεί ότι η κυριότητα δεν θεωρείται στην εν λόγω διάταξη ως υποχρεωτικό στοιχείο, με τη νομική έvvota, αλλά ως στοιχείο σύνηθες, με τη στατιστική έννοια, κατά τρόπον ώστε δεν μπορεί να συναχθεί ότι η άδεια καλύπτει αποκλειστικά το όχημα ή μέρος του οχήματος, που είναι εγγεγραμμένο στο κράτος του μεταφορέα που είναι ο κάτοχός της.

δ)

Όσον αφορά το άρθρο 1 της οδηγίας του Συμβουλίου της 13ης Μαΐου 1965, την οποία επίσης ανέφερε η ιταλική κυβέρνηση, η Επιτροπή παρατηρεί ότι η διάταξη αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο των διμερών ποσοστώσεων και ότι είναι σύστοιχη με τη διάταξη του άρθρου 2, παράγραφος 6, του κανονισμού 3164/76, που ισχύει στο πλαίσιο της κοινοτικής ποσόστωσης.

Εξηγεί ότι οι διατάξεις αυτές έχουν ως σκοπό να αποσαφηνίσουν το κριτήριο της αρμοδιότητας κάθε κράτους μέλους για την έκδοση των αδειών, το κριτήριο αυτό όμως δεν είναι το ίδιο στις δύο περιπτώσεις, δώτι στο μεν πλαίσιο του κανονισμού αρμόδιο κράτος είναι εκείνο, όπου είναι εγκατεστημένος ο μεταφορέας, ενώ στο πλαίσιο της οδηγίας είναι το κράτος, όπου είναι εγγεγραμμένο το όχημα. Με δεδομένο λοιπόν το διαφορετικό πεδίο εφαρμογής, αλλά και τη διαφορετική επιλογή του κοινοτικού νομοθέτη, οι διατάξεις της οδηγίας δεν μπορούν, κατά την Επιτροπή, να μεταφερθούν στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως.

Η Επιτροπή διευκρινίζει ωστόσο ότι το πρόβλημα που τίθεται από τη διαφορά των εν λόγω διατάξεων είναι το ζήτημα σε ποιο από τα δύο συζευγμένα μέρη πρέπει να γίνεται αναφορά, δηλαδή στο έλκον μέρος ή στο ρυμουλκούμενο, όταν αυτά είναι εγγεγραμμένα σε διαφορετικά κράτη μέλη, για να προσδιοριστεί το κράτος που είναι αρμόδιο να εκδώσει την άδεια. Προσθέτει ότι υπέβαλε στο Συμβούλιο την προαναφερθείσα πρόταση (GU C 350 της 31. 12. 1980, σ. 19) για να επιτευχθεί ενιαία λύση και όχι για να τροποποιηθεί ο — ανύπαρκτος άλλωστε — κανόνας που επιβάλλει δύο άδειες σε περίπτωση συζευγμένων μερών που είναι εγγεγραμμένα σε διαφορετικά κράτη μέλη. Τέλος, η Επιτροπή δηλώνει ότι η πρότασή της αποσκοπεί στην τροποποίηση και του κανονισμού, για να επιλυθούν τα πρακτικά προβλήματα που τίθενται συγκεκριμένα στις διοικήσεις των κρατών μελών.

Γ —

Σχετικά με τις αντιρρήσεις που εξέφρασε η ιταλική κυβέρνηση για τα παραδείγματα που παραθέτει για να καταδείξει τις επιπτώσεις του ιταλικού μέτρου στο επίπεδο της πρακτικής, η Επιτροπή παρατηρεί ότι η αντίρρηση, κατά την οποία η άποψη της παρέχει στις πολυεθνικές επιχειρήσεις και στις κοινοπραξίες ρυμουλκούμενων τη δυνατότητα να μεταβάλλουν την ισορροπία των μεριδίων της ποσόστωσης, τα οποία κατανέμει το Συμβούλιο, προϋποθέτει ότι το πρόβλημα είναι λυμένο, ότι δηλαδή θεωρείται δεδομένο ότι τα μερίδια αυτά καθορίζονται λαμβανομένου υπόψη ότι οι άδειες καλύπτουν αποκλειστικά οχήματα, τα δύο μέρη των οποίων είναι εγγεγραμμένα στο κράτος που εκδίδει την άδεια.

Σ' αυτό η Επιτροπή προσθέτει ότι τα μερίδια δεν καθορίζονται σε συνάρτηση με τα οχήματα αλλά σε συνάρτηση με τους μεταφορείς που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφος του κάθε κράτους.

Όσο για το τρίτο της παράδειγμα για τη μεταφορά, η διαδρομή της οποίας καθιστά αναγκαία τη διάσχιση θάλασσας, το οποίο, κατά την ιταλική κυβέρνηση αντιβαίνει στο άρθρο 4 του παραρτήματος II του κανονισμού 3164/76, η Επιτροπή παρατηρεί ότι η καθής εκκινεί από τη σκέψη ότι καθ' όλη τη διάρκεια της μεταφοράς χρησιμοποιείται η ίδια άδεια, πράγμα που δεν ισχύει, διότι, στο αναφερθέν παράδειγμα, το καθένα από τα δύο έλκοντα μέρη που χρησιμοποιήθηκαν διαδοχικά υπόκειται σε χορήγηση ξεχωριστής άδειας και συνεπάγεται τη σύνταξη ξεχωριστού πρακτικού για το ταξίδι που πραγματοποίησε.

Σχετικά με την παρατήρηση της ιταλικής κυβέρνησης, η οποία φρονεί ότι η ερμηνεία της Επιτροπής δεν είναι λογική, διότι επιτρέπει σε κάθε κράτος μέλος να επιλέγει κατά βούληση ποιο από τα δύο μέρη του οχήματος θα πρέπει να προσδιορίζεται στην αίτηση χορηγήσεως αδείας, παρατηρεί ότι το πρόβλημα αυτό δεν τίθεται ως προς τον κανονισμό περί της κοινοτικής ποσοστώσεως, διότι στο πλαίσιο αυτού του κανονισμού το κράτος μέλος χορηγεί τις άδειες στους μεταφορείς που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφός του, απεναντίας όμως τίθεται στο πλαίσιο της προαναφερθείσας οδηγίας που αφορά τις διμερείς ποσοστώσεις.

Σχετικώς επαναλαμβάνει ότι εδώ υπάρχει πράγματι ένα περιθώριο αβεβαιότητας που οδηγεί σε διαφοροποιημένες πρακτικές, των οποίων η Επιτροπή πρότεινε την εναρμόνιση· το γεγονός αυτό όμως δεν επιτρέπει να γίνει δεκτή, κατ' αντίθεση προς τις κείμενες διατάξεις, η ερμηνεία που προτείνει η ιταλική κυβέρνηση.

Δ —

Τέλος, η Επιτροπή τονίζει ότι, αν υποτεθεί ότι εξακολουθεί να υφίσταται αβεβαιότητα ως προς την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 3164/76 την οποία προτείνει, πρέπει η αβεβαιότητα αυτή να αρθεί κατά τρόπο που να ευνοεί την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, η οποία αποτελεί ένα από τα θεμέλια της κοινής αγοράς.

Υπενθυμίζει ότι οι περιορισμοί της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών έπρεπε, σύμφωνα με το άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΟΚ, να καταργηθούν κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου· όπως όμως ορίζει το άρθρο 61, παράγραφος 1, στον τομέα των μεταφορών, η ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών διέπεται από τις διατάξεις του τίτλου που αναφέρεται στις μεταφορές.

Παρατηρεί όμως ότι το άρθρο 75, παράγραφος 2, προέβλεψε ακριβώς ότι οι διατάξεις που αναφέρονται στα στοιχεία α και β της προηγουμένης παραγράφου (που αναφέρονται στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών) θα θεσπίζονταν κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου και ότι σκοπός του κανονισμού (ΕΟΚ) 3164/76 ήταν να μειωθούν οι περιορισμοί της ελεύθερης παροχής των εν λόγω υπηρεσιών.

Κατά την Επιτροπή, δεδομένου ότι η μεταβατική περίοδος έχει λήξει από μακρού χρόνου, πρέπει να αρ9εΙ κάθε ενδεχόμενη ερμηνευτική αμφιβολία, έτσι ώστε να αναγνωριστεί στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών η ευρύτερη δυνατή έκταση που επιτρέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις και, επομένως, να αποδοθεί στις επίδικες άδειες το ευρύτερο δυνατό περιεχόμενο.

4.

Η ιναΑική κνδέρνηοη, με την ανταπάντηση της, υποστηρίζει ότι το ζήτημα ουσίας, που είναι άλλωστε και το μοναδικό, που πρέπει να επιλυθεί προκειμένου να κριθεί η επίδικη διαφορά, έγκειται στο να θεμελιωθεί αν αυτό που υποστηρίζει η Επιτροπή είναι ακριβές, ότι δηλαδή η άδεια οδικής μεταφοράς για λογαριασμό τρίτου, την οποία εκδίδει κράτος μέλος στο πλαίσιο της κοινοτικής ποσόστωσης, προσδίδει στον κάτοχό της μεταφορέα μια ενεργή νομική κατάσταση, που με κανένα τρόπο δεν εξαρτάται από τη φύση, την ταυτότητα και την εθνικότητα του οχήματος, ή αν, αντιθέτως, ισχύει αυτό που ισχυρίζεται η ιταλική κυβέρνηση ως προς την ταυτότητα και την εθνικότητα του οχήματος, λόγω της αδιάσπαστης σύνδεσης μεταξύ των τριών στοιχείων: άδεια — όχημα — ταξίδι.

Η ιταλική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι τα επιχειρήματα της Επιτροπής, κατά τα οποία η ίδια άδεια μπορεί να καλύπτει, κατά τη διάρκεια του ίδιου ταξιδιού, όχι μόνο τις αλλαγές στη σύνθεση του οχήματος, αλλά και την ολοσχερή αλλαγή οχήματος, και δεν υφίσταται πρόβλημα ταυτότητας του οχήματος, έτσι ώστε να μην υφίσταται ούτε και πρόβλημα εθνικότητας του, είναι αστήρικτα.

Κατά την ιταλική κυβέρνηση, από τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 3164/76 και του σημείου 4 [των γενικών διατάξεων] του παραρτήματος II του ίδιου κανονισμού προκύπτει ότι η άδεια πρέπει να ευρίσκεται επί του οχήματος κατά τη διάρκεια «ταξιδιού».

Κατά την ιταλική κυβέρνηση, όμως, ως «ταξίδι» δεν μπορεί να νοείται τίποτε άλλο παρά η μετακίνηση ενός υποκειμένου (ή ενός αντικειμένου) απο ένα σημείο αφετηρίας σε ένα σημείο αφίξεως. Λν ελλείπει η ταυτότητα αναχωρούντος υποκειμένου (ή αντικειμένου) και αφικνουμένου υποκειμένου (ή αντικειμένου), το ταξίδι που μπορεί να αναφέρεται σ' αυτό επίσης ελλείπει. Υποστηρίζει έτσι ότι αν μια σειρά διαδοχικών διαδρομών διανύονται υπό την ίδια άδεια με χρησιμοποίηση διαφορετικών οχημάτων, δεν πρόκειται για ταξίδι ενός οχήματος, αλλά το πολύ για ταξίδι της άδειας, την οποία ακολουθούν στις διάφορες διαδρομές διαφορετικά οχήματα, πράγμα που αντιβαίνει όχι μόνο στο πνεύμα αλλά και στο γράμμα του κανονισμού, που ορίζει ότι το όχημα και όχι η άδεια πραγματοποιεί το ταξίδι και ότι ή άδεια συνοδεύει το όχημα και όχι το αντίστροφο.

Η ιταλική κυβέρνηση τονίζει, λοιπόν, ότι το «όχημα», έστω και αν αποτελεί σύνθετο πράγμα «ex inter se distantibus» (εκ μερών διακριτών), έχει, επομένως, μια αναλλοίωτη ταυτότητα και ότι επί πλέον υπάρχει ένας υποχρεωτικά μοναδικός σύνδεσμος με μια χώρα, εφόσον προβλέπεται ότι έχει «συνήθη έδρα». Φρονεί ότι η τελευταία αποτελεί έννοια η οποία, όταν αναφέρεται σε αυτοκίνητο όχημα, δεν μπορεί παρά να σημαίνει τόπο κείμενο στο έδαφος του κράτους εγγραφής δεν μπορεί να αντιλεχθεί, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, ότι η ύπαρξη συνήθους έδρας απαιτείται «κανονικά» [ήτοι κατά κανόνα] και μόνο (πράγμα που έχει ως συνέπεια να χωρούν εξαιρέσεις), διότι ο προσδιορισμός «κανονικά» που υπάρχει στο σημείο 4 του προαναφερθέντος παραρτήματος II αναφέρεται στην έννοια του «ταξιδιού» τίποτε, αντιθέτως, δεν επιτρέπει την υπόθεση ότι η έννοια της «συνήθους έδρας» επιδέχεται εξαιρέσεις.

Η ιταλική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η άποψη της ενισχύεται από την άποψη που εξέφρασε σε άλλη περίσταση η Επιτροπή, όταν υπέβαλε στο Συμβούλιο την προαναφερθείσα πρόταση κανονισμού που αποσκοπούσε στην τροποποίηση του κανονισμού 3164/76, η οποία ορίζει στο άρθρο 1 τα εξής:

«Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3164/76 τροποποιείται ως εξής:

1.

Στο άρθρο 2, παράγραφος 3, προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:

“Σε περίπτωση χρησιμοποιήσεως συνδυασμού συζευγμένων οχημάτων, η κοινοτική άδεια εκδίδεται για το έλκον όχημα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την έλξη ημιρυμουλκουμένου ή ρυμουλκουμενου μη εγγεγραμμένων στο όνομα του κατόχου της κοινοτικής άδειας ή εγγεγραμμένων σε άλλο κράτος μέλος. Η άδεια αυτή καλύπτει το συνδυασμό των συζευγμένων οχημάτων.”»

Η ιταλική κυβέρνηση συνάγει επομένως ότι, σύμφωνα με την πρόταση της ίδιας της Επιτροπής και αντιθέτως προς ό,τι υποστήριξε στο δικόγραφο της προσφυγής και της απαντήσεώς της, πρόβλημα προσδιορισμού του οχήματος, επί του οποίου ευρίσκεται η άδεια, τίθεται και στο επίπεδο της κοινοτικής ποσόστωσης και στην ισχύουσα νομοθεσία, η δε προαναφερθείσα πρόταση για την έκδοση κανονισμού τροποποιητικού του κανονισμού 3164/76 συνιστά καθοριστικό ερμηνευτικό στοιχείο που στηρίζει την άποψη της σχετικά με την ερμηνεία της νέας προτεινόμενης ρύθμισης και, κατά συνέπεια, και της ισχύουσας ρύθμισης.

IV — Προφορική διαδικασία

Κατά τη συνεδρίαση της 10ης Ιουλίου 1984, η ιταλική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Ι. F. Caramazza, avvocato dello Stato, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον G. Marenco, ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους και απάντησαν στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου.

Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 4ης Οκτωβρίου 1984.

Σκεπτικό

1

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Ιουνίου 1983, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον κανονισμό 3164/76 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1976, περί κοινοτικής ποσοστώσεως για τις οδικές εμπορευματικές μεταφορές που εκτελούνται μεταξύ κρατών μελών (ΕΕ ειδ. έκδ. 07/002, σ. 6).

2

Ο κανονισμός 3164/76 ορίζει ότι η κοινοτική ποσόστωση των αδειών, που καθορίζεται κατ' έτος από το Συμβούλιο, κατανέμεται μεταξύ των κρατών μελών. Κάθε κράτος μέλος εκδίδει από το μερίδιό του άδειες για τους μεταφορείς που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφός του. Ο εν λόγω κανονισμός ορίζει, στο άρθρο 2, παράγραφος 1, ότι οι κοινοτικές άδειες επιτρέπουν στους κατόχους τους να εκτελούν οδικές εμπορευματικές μεταφορές για λογαριασμό τρίτου σε όλες τις οδικές συνδέσεις μεταξύ των κρατών μελών, εξαιρουμένων των εσωτερικών μεταφορών στο έδαφος κράτους μέλους, και να εκτελούν διαδρομές χωρίς φορτίο σε όλο το έδαφος της Κοινότητας.

3

Στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι οι κοινοτικές άδειες εκδίδονται «στο όνομα ενός μεταφορέα», ότι δεν μπορούν να μεταβιβάζονται από αυτόν σε τρίτους, ότι κάθε άδεια μπορεί να χρησιμοποιείται από ένα μόνο όχημα κάθε φορά, ότι πρέπει να ευρίσκεται επί του οχήματος και να επιδεικνύεται σε κάθε ζήτηση εκ μέρους υπαλλήλου επιφορτισμένου με τον έλεγχο και ότι «ως “όχημα” νοείται κάθε μεμονωμένο όχημα ή συνδυασμός συζευγμένων οχημάτων».

4

Το άρθρο 5 του ίδιου κανονισμού προβλέπει αμοιβαία αρωγή των κρατών μελών για την εφαρμογή του και τον έλεγχό της.

5

Κατά την άσκηση των εν λόγω εξουσιών εφαρμογής και ελέγχου, που έχουν ανατεθεί σε κάθε κράτος μέλος, οι ιταλικές αρχές, όταν τα δύο μέρη συζευγμένου οχήματος που εκτελεί διεθνή οδική μεταφορά, με τόπο αναχωρήσεως, προορισμού ή διελεύσεως την Ιταλία, είναι εγγεγραμμένα το καθένα σε διαφορετικό κράτος μέλος, απαιτούν δύο άδειες, μία για το έλκον μέρος και μία για το ελκόμενο.

6

Η Επιτροπή φρονεί ότι η απαίτηση αυτή δεν συμβιβάζεται με τις διατάξεις του κανονισμού 3164/76. Υποστηρίζει ότι το άρθρο 2 του εν λόγω κανονισμού επιτρέπει στους κατόχους κοινοτικής άδειας να εκτελούν μεταφορές υπό ορισμένες προϋποθέσεις, χωρίς καμία διάταξη του κανονισμού να κάνει διάκριση ως προς το κράτος εγγραφής ενός μεμονωμένου οχήματος ή των μερών που αποτελούν συνδυασμό συζευμένων οχημάτων.

7

Η ιταλική κυβέρνηση υποστηρίζει διαφορετική ερμηνεία, κατά την οποία ο κανονισμός 3264/76, προβλέποντας μία μόνη άδεια μεταφοράς, ακόμα και για τις μεταφορές που εκτελούνται από συνδυασμό συζευγμένων οχημάτων, αφορά μόνο τις περιπτώσεις όπου τα δύο συστατικά μέρη του συνδυασμού αυτού ανήκουν στην ίδια επιχείρηση, κάτοχο της άδειας, και, επομένως, είναι εγγεγραμμένα σε ένα και το αυτό κράτος μέλος, και δεν αφορά κατά συνέπεια, τις περιπτώσεις όπου κάθε τμήμα του συζευγμένου οχήματος είναι εγγεγραμμένο σε διαφορετικό κράτος μέλος. Υποστηρίζει ότι ο κανονισμός 3164/76 αναγνωρίζει σιωπηρώς ότι κάθε άδεια μεταφοράς είναι συνδεδεμένη με το κράτος εγγραφής των οχημάτων που χρησιμοποιούνται δυνάμει της άδειας αυτής. Υποστηρίζει κατ' ουσία ότι ναι μεν ο κανονισμός δεν αναφέρεται ρητά στην εγγραφή, συνδέει ωστόσο την άδεια αφενός με την ταυτότητα του οχήματος και αφετέρου με τον κύριό του, από όπου συνάγει ότι συνδέει την άδεια με το κράτος εγγραφής.

8

Η ιταλική κυβέρνηση δέχεται ότι ο κανονισμός επίσης δεν αναφέρεται ρητά ούτε στην ταυτότητα του οχήματος ούτε στον κύριο του. Υποστηρίζει, ωστόσο, ότι η σημασία των δύο αυτών στοιχείων συνάγεται ιδίως από την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων του επίδικου κανονισμού και των παραρτημάτων του.

9

Έτσι, η ταυτότητα του οχήματος, ως προϋπόθεση χορηγήσεως της άδειας, απορρέει από το άρθρο 2, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο του κανονισμού 3164/76, που ορίζει ότι «κάθε άδεια δύναται να χρησιμοποιείται για ένα μόνον όχημα κάθε φορά» και «πρέπει να ευρίσκεται επί του οχήματος». Η ίδια αυτή προϋπόθεση απορρέει επίσης από το άρθρο 4 των «γενικών διατάξεων» του παραρτήματος II, που αναφέρεται στο άρθρο 4 του προαναφερθέντος κανονισμού, το οποίο, επιβάλλοντας τη συμπλήρωση φύλλου εκθέσεως για κάθε ταξίδι κάθε οχήματος από την αναχώρηση του από «τη συνήθη έδρα του μέχρι την επιστροφή του», το πράττει ακριβώς αναφερόμενο σ' αυτή τη «συνήθη έδρα».

10

Ως προς τη σημασία του κυρίου του οχήματος, η ιταλική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι άδειες εκδίδονται από κάθε κράτος μέλος για τους υπηκόους του, έστω και αν το γράμμα του άρθρου 2, παράγραφος 6, του επίδικου κανονισμού δεν αναφέρει παρά τους μεταφορείς «που είναι εγκατεστημένοι στην επικράτειά του» και, κατά συνέπεια, αφορούν τα οχήματα των οποίων είναι κύριοι που «όπως είναι φυσικό» είναι εγγεγραμμένα στο κράτος μέλος αυτό. Υποστηρίζει επίσης ότι η σύσταση 69/191 της Επιτροπής, της 9ης Ιουνίου 1969, στοιχείο β (GU L 165, σ. 7), που προβλέπει ότι ο κάτοχος της άδειας μπορεί να τη χρησιμοποιεί είτε για οχήματα των οποίων είναι κύριος είτε για μισθωμένα οχήματα, αποδεικνύει τη σημασία της κυριότητας και, κατά συνέπεια, του κράτους εγγραφής του οχήματος. Επικαλείται επιχείρημα το οποίο αντλεί από την οδηγία 65/269, της 13ης Μαΐου 1965, του Συμβουλίου, περί ενοποιήσεως ορισμένων κανόνων σχετικά με τις άδειες για τις οδικές εμπορευματικές μεταφορές μεταξύ των κρατών μελών (ΕΕ ειδ. έκδ. 07/001, σ. 35), το άρθρο 1 της οποίας ορίζει ότι οι άδειες εκδίδονται από το κράτος μέλος στο οποίο είναι εγγεγραμμένο το όχημα. Προσθέτει ότι η οδηγία 82/50 του Συμβουλίου της 19ης Ιανουαρίου 1982, περί τροποποιήσεως της πρώτης οδηγίας του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 1962, περί θεσπίσεως κοινών κανόνων για ορισμένες οδικές μεταφορές εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών (ΕΕ L 27, σ. 22), αφορά περιπτώσεις αντικαταστάσεως «οχήματος το οποίο ετέθη εκτός χρήσεως σε Κράτος μέλος άλλο από εκείνο στο οποίο είναι καταγεγραμμένο».

11

Τέλος, η ιταλική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Επιτροπή, με την από 15 Δεκεμβρίου 1980 πρόταση της περί τροποποιήσεως του κανονισμού 3164/76 (GU C 350, σ. 18), που προβλέπει ότι στο μέλλον η άδεια θα εκδίδεται για το έλκον όχημα, προέβλεπε επίσης ότι θα μπορεί να χρησιμοποιείται «για την έλξη ρυμουλκούμένου ή ημιρυμουλκουμένου ... που είναι εγγεγραμμένο σε άλλο κράτος μέλος», πράγμα που δεν θα ήταν αναγκαίο αν ο κανόνας αυτός προέκυπτε ήδη από τον κανονισμό 3164/76.

12

Η Επιτροπή αποκρούει όλα αυτά τα επιχειρήματα. Τονίζει ότι, υπό το σύστημα που έχει θεσπίσει ο κανονισμός 3164/76, η χορήγηση άδειας δεν συνδέεται ούτε με την ταυτότητα του κυρίου του οχήματος, ούτε με την ιθαγένεια του κατόχου της. Ειδικότερα παρατηρεί ότι ούτε το άρθρο 2, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού ούτε το άρθρο 4 των «γενικών διατάξεων» του παραρτήματος II (που καταργήθηκε με τον κανονισμό 3024/77, της 21ης Δεκεμβρίου 1977, ΕΕ ειδ. έκδ. 07/002, σ. 52) ορίζουν προϋποθέσεις εκδόσεως των αδειών, αλλά μόνο χρήσεως τους η «συνήθης έδρα», άλλωστε, δεν είναι ο τόπος εγγραφής του οχήματος.

13

Παρατηρεί ακόμη ότι, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 6, του κανονισμού 3164/76, κάθε κράτος μέλος εκδίδει τις άδειες όχι στους υπηκόους του, αλλά στους μεταφορείς που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφός του. Κατά την Επιτροπή, η σύσταση 69/191 της 9ης Ιουνίου 1969, πέραν του ότι δεν αφορά τη χορήγηση αλλά τη χρήση των αδειών, αναφέρει ακριβώς ότι μπορούν να χρησιμοποιούνται και για μισθωμένα οχήματα. Τονίζει ότι η οδηγία 65/269, της 13ης Μαΐου 1965, δεν αφορά την κοινοτική ποσόστωση, αλλά τις διμερείς ποσοστώσεις μεταξύ κρατών μελών και ότι η οδηγία 82/50 του Συμβουλίου, της 19ης Ιανουαρίου 1982, επιβεβαιώνει την άποψή της.

14

Τέλος, η Επιτροπή εκθέτει ότι η πρόταση της της 15ης Δεκεμβρίου 1980 αποσκοπούσε στην επίλυση του προβλήματος που προέκυπτε από το γεγονός ότι, στην περίπτωση των συζευγμένων οχημάτων, ορισμένα κράτη μέλη απαιτούσαν άδεια εκδοθείσα στο όνομα της επιχείρησης που διαθέτει το έλκον μέρος, ενώ άλλα απαιτούσαν άδεια στο όνομα της επιχείρησης που διέθετε το ρυμουλκούμενο, και ότι, με την ευκαιρία της επιλύσεως του προβλήματος αυτού, προστέθηκε συμπληρωματική φράση που αφορά το πρόβλημα της επίδικης διαφοράς και σκοπός της οποίας ήταν να αποσαφηνίσει και όχι να τροποποιήσει τον κανονισμό 3164/76.

15

Η άποψη.της Επιτροπής πρέπει να γίνει δεκτή. Πράγματι, κανένα από τα επιχειρήματα της ιταλικής κυβέρνησης δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Όπως ορθώς δέχτηκε η Επιτροπή, στο σύστημα που έχει θεσπιστεί με τον κανονισμό 3164/76, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του, κάθε άδεια εκδίδεται στο όνομα ενός μεταφορέα και όχι υπέρ ορισμένου οχήματος, έτσι ώστε ο κάτοχος της άδειας να μπορεί να εκτελέσει τη μεταφορά έχοντας επιλογή ως προς το όχημα που θα χρησιμοποιήσει, χωρίς να ορίζεται προϋπόθεση σχετική με τον κύριο ή το κράτος εγγραφής.

16

Πρέπει περαιτέρω να τονιστεί ότι, ναι μεν το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του κανονισμού 3164/76 ορίζει ότι «κάθε άδεια δύναται να χρησιμοποιείται για ένα μόνον όχημα κάθε φορά», το τρίτο εδάφιο όμως της ίδιας παραγράφου ορίζει ρητά, χωρίς καμία εξαίρεση ή διάκριση 6άσει της εγγραφής, ότι «ως “όχημα” νοείται κάθε μεμονωμένο όχημα ή συνδυασμός συζευγμένων οχημάτων», πράγμα που αποκλείει την απαίτηση δύο αδειών για τα συζευγμένα οχήματα. Επομένως, το επιχείρημα, το οποίο στηρίζει η ιταλική κυβέρνηση στην υποβολή εκ μέρους της Επιτροπής της από 15 Δεκεμβρίου 1980 προτάσεως κανονισμού, δεν είναι ικανό να κλονίσει την ερμηνεία αυτή.

17

Είναι ακριβές ότι ο κανονισμός αφήνει αναπάντητο το ερώτημα με ποιο από τα δύο συζευγμένα μέρη πρέπει να συνδέεται η μοναδική άδεια. Το κενό όμως αυτό δεν μπορεί να δικαιολογήσει την εκ μέρους κράτους μέλους απαίτηση δύο αδειών για ένα συνδυασμό συζευγμένων οχημάτων.

18

Πρέπει επομένως να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, απαιτώντας δύο άδειες μεταφοράς στο πλαίσιο της κοινοτικής ποσόστωσης όταν συνδυασμός συζευγμένων οχημάτων, που αποτελείται από μέρη εγγεγραμμένα σε δύο διαφορετικά κράτη μέλη, εκτελεί διεθνείς οδικές μεταφορές, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον κανονισμό 3164/76 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1976.

Επί των δικαστικών εξόδων

19

Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή η καθής ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.

 

Για τους λόγους αυτούς

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

αποφασίζει:

 

1)

Η Ιταλική Δημοκρατία, απαιτώντας δύο άδειες μεταφοράς στο πλαίσιο της κοινοτικής ποσόστωσης όταν συνδυασμός συζευγμένων οχημάτων, που αποτελείται από μέρη εγγεγραμμένα σε δύο διαφορετικά κράτη μέλη, εκτελεί διεθνείς οδικές μεταφορές, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον κανονισμό 3164/76 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1976.

 

2)

Καταδικάζει την καθής στα δικαστικά έξοδα.

 

Mackenzie Stuart

Bosco

Κακούρης

O'Keeffe

Everling

Galmot

Joliet

Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 13 Δεκεμβρίου 1984.

Κατ' εντολή

του γραμματέα

D. Louterman

Υπάλληλος διοικήσεως

Ο πρόεδρος

A, J. Mackenzie Stuart