Στην υπό9εση 10/83,
Metalgoi SpA, επιχείρηση σιδήρου και χάλυβα με έδρα την Brescia, εκπροσωπούμενη από τους Gino Alberto Bergmann, δικηγόρο Μιλάνου, Fabrizio Massoni, δικηγόρο Βρυξελλών, και Gerolamo Pellicano, δικηγόρο Μιλάνου, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο André Elvinger, 15, Côte d'Eicli,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Sergio Fabro, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Oreste Montako, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
κα9ής,
που έχει κυρίως ως αντικείμενο προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής, της 24ης Νοεμβρίου 1982, περί επιβολής προστίμου 101850 ECU στην προσφεύγουσα λόγω υπερβάσεως της ποσοστώσεως της παραγωγής της ομάδας προϊόντων ελάσεως IV για το δεύτερο τρίμηνο του 1981,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
συγκείμενο από τους Κ. Bahlmann, πρόεδρο τμήματος, Ρ. Pescatore και Ο. Due, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Ρ. VerLoren van Themaat
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας, οι προτάσεις, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά
Κρίνοντας ότι, στη διάρκεια του 3ου τριμήνου του έτους 1980, η ευρωπαϊκή βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα βρισκόταν σε κατάσταση έκδηλης κρίσεως κατά την έννοια του άρθρου 58 της συνθήκης ΕΚΑΧ και ότι τα έμμεσα μέσα δράσεως που διαθέτει αποδείχθηκαν ατελέσφορα ή ανεπαρκή για την αντιμετώπιση της, η Επιτροπή, για να αποκαταστήσει την ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζητήσεως, θεώρησε ότι όφειλε να επέμβει, κατά τρόπο άμεσο και δεσμευτικό στην παραγωγή. Για το λόγο αυτό, θέσπισε με την απόφαση 2794/80, της 31ης Οκτωβρίου 1980 (ΕΕ ειδ. έκδ., 13/010, σ. 50), για τις επιχειρήσεις της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα της Κοινότητας, σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής χάλυβα εφαρμόσιμο έως τις 30 Ιουνίου 1981.
Το άρθρο 2 της αποφάσεως 2794/80 προβλέπει ότι η Επιτροπή καθορίζει τριμηνιαίες ποσοστώσεις παραγωγής για τον ακατέργαστο χάλυβα καθώς και για τέσσερις ομάδες ελασματοποιηθέντων προϊόντων, μία από τις οποίες είναι η ομάδα IV που αφορά τα ελαφρά είδη καθορισμένης μορφής (χονδρόσυρμα σε κουλούρες, χαλύβδινες ράβδοι οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής (ronds à béton) και άλλους εμπορικούς χάλυβες).
Οι τριμηνιαίες ποσοστώσεις παραγωγής για κάθε επιχείρηση καθορίζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2794/80 με βάση τις τρίμηνες παραγωγές αναφοράς της επιχειρήσεως και εφαρμόζοντας επ' αυτών των παραγωγών αναφοράς ποσοστά μειώσεως.
Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, η Επιτροπή κοινοποιεί σε κάθε επιχείρηση τις παραγωγές της αναφοράς και τις ποσοστώσεις παραγωγής της που προκύπτουν από την εφαρμογή των ποσοστών μειώσεως.
Κατά τους όρους του άρθρου 7, παράγραφος 1, οι επιχειρήσεις υποχρεούνται, υπό την επιφύλαξη μιας ανοχής υπερβάσεως και ορισμένων δυνατοτήτων μεταφοράς ή ανταλλαγών, να σέβονται τις ποσοστώσεις παραγωγής που τους γνωστοποιούνται από την Επιτροπή. Όσον αφορά την παράδοση προϊόντων που υπάγονται στο σύστημα ποσοστώσεων, οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να υπερβούν, για τις παραδόσεις μέσα στην κοινή αγορά, τη σχέση που καθορίζεται στο άρ9ρο 7, παράγραφος 2.
Στις επιχειρήσεις που υπερβαίνουν την ποσόστωση παραγωγής τους ή το μέρος αυτής της ποσοστώσεως που μπορεί να παραδοθεί μέσα στην κοινή αγορά, επιβάλλεται, κατά το άρθρο 9 της αποφάσεως 2794/80, πρόστιμο ανερχόμενο κατά γενικό κανόνα σε 75 ECU ανά τόνο υπερβάσεως συνήθων χαλύβων και σε 150 ECU ανά τόνο υπερβάσεως ειδικών χαλύβων. Το πρόστιμο μπορεί να φθάσει μέχρι το διπλάσιο των ποσών αυτών, ανά τόνο, στην περίπτωση που η παραγωγή μιας επιχειρήσεως υπερβαίνει την ποσόστωση κατά 10 % και περισσότερο ή εάν η επιχείρηση έχει ήδη υπερβεί κατά τη διάρκεια ενός από τα προηγούμενα τρίμηνα την ή τις ποσοστώσεις της. Το ποσό του προστίμου αυξάνεται κατά 1 % για κάθε αρχόμενο μήνα καθυστερήσεως πληρωμής από την ημερομηνία που καθορίζεται στην απόφαση επιβολής της κυρώσεως.
Με έγγραφο της 6ης Απριλίου 1981, η Επιτροπή γνωστοποίησε στην εταιρεία Metalgoi, επιχείρηση σιδήρου και χάλυβα με έδρα την Brescia, τις παραγωγές της αναφοράς και την ποσόστωση παραγωγής της που αφορά τα προϊόντα της ομάδας IV για το δεύτερο τρίμηνο του 1981. Στη συνέχεια, η ποσόστωση παραγωγής προσαρμόσθηκε ελαφρώς. Η εταιρεία Metalgoi ενημερώθηκε σχετικά με έγγραφο της Επιτροπής της 9ης Ιουνίου 1981.
Βάσει του άρθρου 36 της συνθήκης ΕΚΑΧ, η Επιτροπή προσήψε στην εταιρεία Metalgoi, με έγγραφο της 1ης Φεβρουαρίου 1982, ότι υπερέβη κατά 1428 τόνους την ποσόστωση παραγωγής που της είχε χορηγηθεί για το δεύτερο τρίμηνο του 1981 όσον αφορά τα προϊόντα της ομάδας IV.
Με επιστολή της 22ας Φεβρουαρίου 1982, η εταιρεία Metalgoi επικαλέστηκε προς υπεράσπιση της κυρίως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
|
α) |
Με τηλετύπημα της 17ης Ιουλίου 1981, στο οποίο δεν δόθηκε απάντηση, είχε ζητηθεί από την Επιτροπή προσαρμογή της ποσοστώσεως της δυνάμει του άρθρου 14 της αποφάσεως 1831/81 της 24ης Ιουνίου 1981, περί καθορισμού συστήματος ελέγχου και νέου συστήματος ποσοστώσεως της παραγωγής για ορισμένα προϊόντα της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα (ΕΕ L 180, σ. 1). |
|
6) |
Στο ίδιο τηλετύπημα είχε αυτή η ίδια επισημάνει στην Επιτροπή την επίδικη υπέρβαση και την είχε δικαιολογήσει επικαλούμενη οικονομικούς λόγους. |
|
γ) |
Η ποσότητα που παρήχθη καθ'υπέρβαση της ποσοστώσεως προοριζόταν καθ' ολοκληρία για παραδόσεις προς τρίτες χώρες και δεν Θα επέφερε, επομένως, διατάραξη της κοινής αγοράς. |
Μετά από ακρόαση που πραγματοποιήθηκε στις 28 Μαΐου 1982, η υπέρβαση που είχε προσάψει η Επιτροπή στην προσφεύγουσα κατήλθε από τους 1428 στους 1328 τόνους, διότι διαπιστώθηκε διαφορά μεταξύ της πραγματικής παραγωγής και της παραγωγής που είχε δηλώσει η επιχείρηση.
Αφού η εταιρεία Metalgoi διατύπωσε εκ νέου τις απόψεις της στις 13 Ιουλίου 1982, η Επιτροπή διαπίστωσε με την απόφαση C(82) 1631/6, της 24ης Νοεμβρίου 1982 (ανακοίνωση στην ΕΕ C 324, σ. 2, σημείο 2), ότι η Metalgoi είχε υπερβεί κατά 1358 τόνους την ποσόστωση παραγωγής για τα προϊόντα της ομάδας IV που της είχε χορηγηθεί για το δεύτερο τρίμηνο του 1981 και της επέβαλε, για το λόγο αυτό, πρόστιμο 101850 ECU, δηλαδή 136533999 λιρετών. Κατά τους όρους της αποφάσεως, το πρόστιμο αυτό έπρεπε να καταβληθεί εντός προθεσμίας δύο μηνών από την κοινοποίηση της αποφάσεως' σε περίπτωση καθυστερήσεως της πληρωμής το πρόστιμο θα αυξανόταν κατά 1 ο/ο για κάθε αρχόμενο μήνα.
II — Έγγραφη διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
Στις 18 Ιανουαρίου 1983, η εταιρεία Metalgoi άσκησε, δυνάμει του άρθρου 33 της συνθήκης ΕΚΑΧ, προσφυγή κατά της αποφάσεως της Επιτροπής της 24ης Νοεμβρίου 1982.
Με αυτή ζητεί από το Δικαστήριο:
|
— |
ως κύριον αίτημα, και αφού προηγουμένως προβεί στις αναγκαίες διαπιστώσεις και αναστείλει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής της 24ης Νοεμβρίου 1982· |
|
— |
επικουρικώς, να μειώσει το πρόστιμο που της επεβλήθη με αυτή την απόφαση· |
|
— |
όλως επικουρικώς, να χορηγήσει μακρά παράταση των προθεσμιών καταβολής του προστίμου, προσαρμόζοντας όλες τις σχετικές αποφάσεις· |
|
— |
να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα. |
Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 15 Μαρτίου 1983, η εταιρεία Metalgoi υπέβαλε βάσει του άρθρου 39, δεύτερη παράγραφος, της συνθήκης ΕΚΑΧ και του άρθρου 38, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας αίτηση αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως που προσβάλλεται στην κυρία δίκη.
Κατ' εφαρμογή του άρθρου 23, πρώτη παράγραφος, του οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΚΑΧ και των άρθρων 85 και 86 του κανονισμού διαδικασίας, ο πρόεδρος του Δικαστηρίου εξέδωσε στις 20 Απριλίου 1983 την ακόλουθη διάταξη:
|
1. |
Αναστέλλει την εκτέλεση του άρθρου 2 της αποφάσεως της Επιτροπής C(82) 1631/6 της 24ης Νοεμβρίου 1982 υπό τον όρο ότι η προσφεύγουσα θα συστήσει προηγουμένως τραπεζική εγγύηση, την οποία θα αποδεχτεί η Επιτροπή, για την καταβολή του προστίμου που επεβλήθη με την προσβαλλόμενη απόφαση και για τους τόκους υπερημερίας υπολογιζόμενους με βάση το προεξοφλητικό επιτόκιο της Τράπεζας της Ιταλίας, προσαυξημένο κατά 1 ο/ο. |
|
2. |
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα. |
Η έγγραφη διαδικασία όσον αφορά την κύρια διαφορά εξελίχθηκε κανονικά.
Στα υπομνήματα της, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
|
α) |
να απορρίψει την προσφυγή, |
|
6) |
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα. |
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Πάντως, κάλεσε τις διαδίκους να απαντήσουν γραπτώς η καθεμιά σε μια ερώτηση· κάλεσε την προσφεύγουσα να περιορίσει τις προφορικές παρατηρήσεις της κατά τη συνεδρίαση στα επιχειρήματα που αφορούν τη νομιμότητα της αποφάσεως της 24ης Νοεμβρίου 1982 περί επιβολής του προστίμου, δεδομένου ότι οι αποφάσεις της 6ης Απριλίου και της 9ης Ιουνίου 1981 περί καθορισμού της ποσοστώσεως δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας διαφοράς.
Με διάταξη της 5ης Οκτωβρίου 1983, το Δικαστήριο αποφάσισε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού διαδικασίας, να αναθέσει την υπόθεση στο δεύτερο τμήμα.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων κατά την έγγραφη διαδικασία
Η προσφεύγονσα επιχείρηση θεωρεί ότι η απόφαση της Επιτροπής της 24ης Νοεμβρίου 1982 πρέπει να ακυρωθεί, ότι τουλάχιστον πρέπει να μειωθεί το πρόστιμο και ότι οι προθεσμίες πληρωμής πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να παραταθούν.
|
α) |
Η προσβαλλόμενη απόφαση συμπεριλαμβάνει εσφαλμένως, στην παραγωγή που κρίνεται υπερβάλλουσα σε σχέση με την ποσόστωση παραγωγής, προϊόντα που δεν υπάγονται στην ομάδα IV που αναφέρεται στο άρ9ρο 2 της αποφάσεως 2794/80 τα προϊόντα αυτά δεν έπρεπε να συμπεριληφθούν στην ποσόστωση που χορηγήθηκε στην προσφεύγουσα. Πρόκειται, ειδικότερα, για ορισμένο τύπο ειδών καθορισμένης μορφής (σίδηροι σχήματος «Τ» ή «Γ» και ράβδοι διατομής από χάλυβα) που προορίζονται για μεταποίηση σε στύλους περιφράξεως με πλαστική επένδυση. Τα προϊόντα αυτά κατατάσσονται στη δασμολογική κλάση 73.40.980 ενώ τα προϊόντα ελάσεως υπάγονται στην κλάση 73.11.190. Λόγω των διαστάσεων τους, της ποιότητας τους, της μεταποιήσεως τους, της διανομής τους και του ειδικού χαρακτήρα τους δεν ανήκουν ούτε στην κατηγορία II που προβλέπεται από την απόφαση 1831/81, η οποία αντικατέστησε την απόφαση 279/80. Εξάλλου, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι τα εν λόγω προϊόντα — παρόλο που η Metalgoi τα μεταποιεί σε στύλους περιφράξεως με πλαστική επένδυση και υπάρχουν προς το σκοπό αυτό δελτία παραδόσεως — δεν αποτελούν ούτε αντικείμενο εκχωρήσεως ούτε αντικείμενο εκδόσεως τιμολογίου· παραμένουν στην κυριότητα της Metalgoi και αποθεματοποιούνται στις αποθήκες της, για να πωληθούν στη συνέχεια ως τελικά προϊόντα δεν υπόκεινται στον έλεγχο της ΕΚΑΧ. Η παραγωγή αυτών των ειδών καθορισμένης μορφής φθάνει σε τέτοιο επίπεδο που εξουδετερώνει και απορροφά τις πλεονάζουσες παραδόσεις της προσφεύγουσας, μέσα στην αγορά της ΕΚΑΧ. |
|
6) |
Η προσφεύγουσα εταιρεία υπέβαλε αίτηση στην Επιτροπή με τηλετύπημα της 17ης Ιουλίου 1981 για την προσαρμογή της ποσοστώσεως παραγωγής της. Η αίτηση αυτή έπρεπε να γίνει δεκτή κατ' εφαρμογή του άρθρου 14 της αποφάσεως 2794/80, σύμφωνα με το οποίο εξαιρετικές δυσχέρειες που δημιουργούνται για μια επιχείρηση από τους περιορισμούς παραγωγής ή παραδόσεων που επιβάλλονται από το σύστημα ποσοστώσεων, εξετάζονται από την Επιτροπή το ταχύτερο δυνατό υπό το φως των αντικειμενικών σκοπών της αποφάσεως 2794/80. Η Επιτροπή δεν έδωσε καμία συνέχεια στην αίτηση της προσφεύγουσας για το δεύτερο τρίμηνο του 198 Γ όμως, το άρθρο 14 της αποφάσεως 2794/80 έπρεπε να εφαρμοστεί εν προκειμένω, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα αντιμετώπιζε ιδιαίτερα σοβαρές δυσχέρειες λόγω του μετρίου της μεγέθους ως επιχείρηση καθ' ολοκληρία αυτοχρηματοδοτούμενη, που παράγει ένα μόνο τύπο προϊόντων και που χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερα άκαμπτη διαχείριση' μείωση παραγωγής, που θα επιβαλόταν μονομερώς, θα επέφερε το κλείσιμο και την εκκαθάριση της επιχειρήσεως. Εξάλλου, η προσφεύγουσα εταιρεία, που εξάγει μεγάλο μέρος των προϊόντων της σε τρίτες χώρες, έτυχε δυσμενούς μεταχειρίσεως, όσον αφορά τον υπολογισμό της περιόδου αναφοράς της, σε σχέση με τις επιχειρήσεις που πραγματοποιούν τις παραδόσεις τους στο εσωτερικό της κοινής αγοράς. |
|
γ) |
Λόγω του ότι τα περισσότερα προϊόντα της προσφεύγουσας εξάγονται προς τις τρίτες χώρες, η παραγωγή που η Επιτροπή θεώρησε ως υπερβάλλουσα προοριζόταν καθ' ολοκληρία για εξαγωγή ώστε να μην επηρεάζει την κοινή αγορά. |
Η Επιτροπή θεωρεί ότι καμία από τις αιτιάσεις που διατυπώνει η προσφεύγουσα δεν είναι βάσιμη.
|
α) |
Στη διάρκεια του δεύτερου τριμήνου του έτους 1981 ίσχυε η απόφαση 2794/80 το άρθρο 2 αυτής της αποφάσεως προέβλεπε τέσσερις ομάδες προϊόντων ελάσεως, από τις οποίες η ομάδα IV περιλάμβανε τα ελαφρά είδη καθορισμένης μορφής μεταξύ των οποίων είναι οι εμπορικοί χάλυβες· τα προϊόνται για τα οποία πρόκειται εμπίπτουν σε αυτή την τελευταία κατηγορία. Υπό το σύστημα της αποφάσεως 1831/81 που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου 1981 και που δεν ήταν, επομένως, εφαρμόσιμο στις ποσοστώσεις για το δεύτερο τρίμηνο του 1981, οι εμπορικοί χάλυβες ανήκαν στην κατηγορία VI. Τα εν λόγω προϊόντα είναι αναμφισβήτητα εμπορικοί χάλυβες που προορίζονται από την προσφεύγουσα εταιρεία για ειδικές χρήσεις μετά από νέες μεταποιήσεις. Το προϊόν βάσεως παραμένει εντούτοις εμπορικός χάλυβας, για την κατασκευή του οποίου έχουν χορηγηθεί στην προσφεύγουσα ποσοστώσεις παραγωγής. Το γεγονός ότι μετά από σειρά μεταποιήσεων παράγεται τελικά προϊόν, το οποίο ενδεχομένως δεν υπάγεται στον τομέα της ΕΚΑΧ, δεν μεταβάλλει την παρούσα κατάσταση, εφόσον το τελικό προϊόν έχει παραχθεί με βάση προϊόν ΕΚΑΧ. Η ίδια τπροσφεύγουσα, εξάλλου, παραδέχεται ότι χρησιμοποιεί μέρος μόνο των χαλύβων της για την παραγωγή στόλων περιφράξεως. |
|
6) |
Η Επιτροπή δεν παρέλαβε ποτέ το τηλετύπημα της 17ης Ιουλίου 1981. Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να διαπιστωθεί ότι περιείχε^ αίτηση για την προσαρμογή των ποσοστώσεων δυνάμει του άρθρου 14 της αποφάσεως 1831/81 που δεν ήταν εφαρμόσιμη το δεύτερο τρίμηνο του 1981 και η οποία, εξάλλου, αφορούσε την ποσόστωση παραγωγής για το τρίτο τρίμηνο του 1981, ενώ η υπέρβαση επίμαχης ποσοστώσεως αφορά το δεύτερο τρίμηνο. |
|
γ) |
Τα επιχειρήματα που η προσφεύγουσα αντλεί από μια δύσκολη οικονομική κατάσταση δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη: δεν στηρίζονται σε καμία απόδειξη και, εν πάση περιπτώσει, η παρέμβαση της Επιτροπής προκειμένου να ρυθμίσει την αγορά επιδιώκει, ακριβώς, να μην επιδεινωθεί η κατάσταση των επιχειρήσεων. |
|
δ) |
Το γεγονός της πωλήσεως του εμπορεύματος στις τρίτες χώρες προκύπτει από την ελευθερία εκλογής του επιχειρηματία σε θέματα εμπορίας. Εξάλλου, οι εξαγωγικές επιχειρήσεις δεν απαλλάσσονται, για το λόγο αυτό από το σύστημα των ποσοστώσεων. |
|
ε) |
Όσον αφορά το ύψος του προστίμου, η προσφεύγουσα δεν προβάλλει κανένα ειδικό λόγο μειώσεως του. Δεδομένου ότι οι λόγοι ακυρώσεως που προβάλλονται προς στήριξη της προσφυγής ακυρώσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν είναι βάσιμοι, τίποτε δεν δικαιολογεί μείωση του προστίμου. |
|
στ) |
Η Επιτροπή πάντοτε χορηγεί παράταση των προθεσμιών πληρωμής στις επιχειρήσεις που αποδεικνύουν ότι βρίσκονται σε δύσκολη οικονομική κατάσταση· η προσφεύγουσα επιχείρηση ποτέ δεν υπέβαλε σχετική αίτηση. |
IV — Προφορική διαδικασία
Η προσφεύγουσα εταιρεία Metalgoi, εκπροσωπούμενη από το δικηγόρο Massoni, και η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον Fabro, ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους και απάντησαν στα ερωτήματα που τους έθεσε το Δικαστήριο στη συνεδρίαση της 17ης Νοεμβρίου 1983.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του στη συνεδρίαση της 15ης Δεκεμβρίου 1983.
Σκεπτικό
|
1 |
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Ιανουαρίου 1983, η εταιρεία Metalgoi SpA άσκησε, δυνάμει του άρ9ρου 33, δεύτερη παράγραφος, της συν9ήκης ΕΚΑΧ, προσφυγή, με την οποία ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως C (82) 1631/6, της Επιτροπής, της 24ης Νοεμβρίου 1982 (ΕΕ C 324, σ. 2, σημείο 2), περί επιβολής προστίμου στην προσφεύγουσα λόγω υπερβάσεως της ποσοστώσεως της παραγωγής για την ομάδα προϊόντων IV για το δεύτερο τρίμηνο του 1981, η οποία εξεδόθη δυνάμει της γενικής αποφάσεως 2794/80 της Επιτροπής, της 31ης Οκτωβρίου 1980, περί κα9ορισμού ενός συστήματος ποσοστώσεων παραγωγής χάλυβα για τις επιχειρήσεις της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα (ΕΕ ειδ. έκδ., 13/010, σ. 50). Επικουρικώς, η προσφεύγουσα ζητεί τη μείωση του προστίμου. |
|
2 |
Από τη δικογραφία προκύπτει ότι, βάσει των δηλώσεων της προσφεύγουσας, η Επιτροπή καθόρισε, με απόφαση της 6ης Απριλίου 1981, τις παραγωγές αναφοράς και την ποσόστωση παραγωγής της προσφεύγουσας για την ομάδα IV που αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στους «εμπορικούς χάλυβες» η ποσόστωση αυξή9ηκε ελαφρώς με τροποποιητική απόφαση της 9ης Ιουνίου 1981. Οι αποφάσεις αυτές δεν αμφισβητούνται από την προσφεύγουσα. |
|
3 |
Δεδομένου ότι διαπίστωσε υπέρβαση της ποσοστώσεως παραγωγής που καθορίστηκε με αυτόν τον τρόπο, η Επιτροπή επέβαλε στην προσφεύγουσα, με την απόφαση που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς και μετά από ανταλλαγή αντι9έτων απόψεων με την προσφεύγουσα, πρόστιμο 101850 ECU, δηλαδή 136533999 λιρετών. |
|
4 |
Σημειώνεται ότι, με διάταξη της 20ής Απριλίου 1983, ο πρόεδρος του Δικαστηρίου διέταξε, υπό ορισμένους όρους, την αναστολή εκτελέσεως της επίδικης αποφάσεως. |
|
5 |
Προς στήριξη της προσφυγής της, η προσφεύγουσα προβάλλει διάφορους λόγους ακυρώσεως που στηρίζονται στο γεγονός ότι, αφενός, η Επιτροπή δεν εφήρμοσε ως προς αυτήν τη ρήτρα επιείκειας του άρ9ρου 14 της αποφάσεως 2794/80, αρνούμενη με τον τρόπο αυτό να λάβει υπόψη της τις δυσχέρειες διαχειρίσεως τις οποίες υποχρεώθηκε να αντιμετωπίσει ως επιχείρηση μετρίου μεγέ9ους που ασχολείται με ένα μόνο προϊόν, της οποίας η αποδοτικότητα προϋποθέτει μέγεθος παραγωγής προσεγγίζον κατά πολύ τη μέγιστη δυνατή παραγωγική ικανότητα, αφετέρου δε, το πλεόνασμα διατέθηκε ουσιαστικά για την κατασκευή στόλων περιφράξεως με πλαστική επένδυση, οι οποίοι δεν υπάγονται σε καμία από^ τις κατηγορίες που προβλέπονται στην απόφαση 2794/80 και, επιπλέον, το πλεόνασμα αυτό εξήχθη καθ' ολοκληρία εκτός της Κοινότητας. Επικουρικώς, ισχυρίζεται ότι η εκτέλεση της κυρώσεως θα επιφέρει το κλείσιμο και την εκκαθάριση της επιχειρήσεως και ζητεί μείωση του προστίμου. |
|
6 |
Τα επιχειρήματα αυτά προκαλούν διάφορες προκαταρκτικές παρατηρήσεις. |
|
7 |
Πρώτον, παρατηρείται ότι ο λόγος ακυρώσεως που αναφέρεται στη μη εφαρμογή του άρθρου 14 της αποφάσεως 2794/80 δεν στρέφεται κατά του καθορισμού του προστίμου, αλλά κατά της αποφάσεως περί καθορισμού της ποσοστώσεως παραγωγής. Δεδομένου ότι η τελευταία αυτή απόφαση κατέστη οριστική, αυτός ο λόγος ακυρώσεως είναι απαράδεκτος. Είναι, επομένως, περιττό να εξεταστούν οι προβαλλόμενοι από την Επιτροπή, προς υπεράσπιση της, σχετικοί προς το θέμα αυτό ισχυρισμοί. |
|
8 |
Δεύτερον, πρέπει να επισημανθεί ο εν μέρει αντιφατικός χαρακτήρας των κυρίων λόγων ακυρώσεως που προέβαλε η προσφεύγουσα, η οποία ισχυρίζεται ότι η επιπλέον παραγωγή διατέθηκε σχεδόν στο σύνολο της για τη μεταποίηση σε στύλους περιφράξεως με πλαστική επένδυση που πωλήθηκαν, κατά την ομολογία της, εν μέρει εντός της κοινής αγοράς και εν μέρει εκτός αυτής. Ταυτόχρονα η προσφεύγουσα αναφέρει ότι η επιπλέον παραγωγή της «προοριζόταν καθ' ολοκληρία για εξαγωγή». Η σύγκριση αυτών των δύο δηλώσεων δείχνει ότι δεν είναι δυνατό να αφορούν ταυτόχρονα τις ίδιες ποσότητες χάλυβα. |
|
9 |
Στο βαθμό που αυτοί οι δύο λόγοι ακυρώσεως έχουν κάποιο έρεισμα, προκαλούν τις ακόλουθες παρατηρήσεις. |
|
10 |
Το επιχείρημα που στηρίζεται στο ότι η επιπλέον παραγωγή δεν υπόκειται στο σύστημα ποσοστώσεων καθόσον χρησιμοποιήθηκε στην κατασκευή στύλων περιφράξεως με πλαστική επένδυση που, ως τελικά προϊόντα, δεν υπάγονται στις κατηγορίες που καθορίζονται από την απόφαση 2794/80, δεν λαμβάνει υπόψη το σύστημα αυτής της αποφάσεως, καθόσον καθορίζει τη 6άση των ποσοστώσεων παραγοίγής σε συνάρτηση όχι με μη τελικά προϊόντα που έχουν ως βάση το χάλυβα, αλλά με τα ενδιάμεσα προϊόντα που περιγράφονται εκτενέστερα στο άρθρο 2 και το παράρτημα Ι. |
|
11 |
Περαιτέρω, δεν αμφισβητείται ότι η προσφεύγουσα δήλωσε παραγωγή εμπορικών χαλύβων της κατηγορίας IV και ότι η ποσόστωση της καθορίστηκε βάσει αυτών των δηλώσεων, για το ίδιο προϊόν. Το γεγονός ότι μια επιχείρηση προβαίνει σε μεταγενέστερη κατεργασία προϊόντος υποκείμενου σε ποσόστωση πριν το παραδώσει σε τρίτους δεν έχει ως αποτέλεσμα να διαφύγει αυτό το προϊόν τους περιορισμούς παραγωγής που προβλέπονται από την απόφαση 2794/80. Αυτός ο λόγος ακυρώσεως πρέπει επομένως να απορριφθεί. |
|
12 |
Όσον αφορά το λόγο ακυρώσεως που στηρίζεται στο γεγονός ότι η προσφεύγουσα εξήγαγε την παραγωγή της εκτός της Κοινότητας, αρκεί η υπόμνηση, όπως είχε ήδη την ευκαιρία να τονίσει το Δικαστήριο, ότι οι περιορισμοί παραγωγής που προβλέπονται από την απόφαση 2794/80 δεν αφορούν μόνο τις ποσότητες που παραδίδονται στην κοινή αγορά, αλλά ταυτόχρονα και τις ποσότητες που προορίζονται για εξαγωγή, προκειμένου, αφενός, να διασφαλιστεί η τήρηση των διεθνών δεσμεύσεων που έχει αναλάβει η Κοινότητα και, αφετέρου, να αποφευχθεί η επαναδιοχέτευση των εξαχθεισών ποσοτήτων στην κοινή αγορά (βλ. την πλέον πρόσφατη απόφαση της 11. 5. 1983, Klöckner, υποθ. 244/81, Συλλογή σ. 1451, σκέψη 44 του σκεπτικού). Και αυτός ο λόγος επίσης πρέπει επομένως να απορριφθεί. |
|
13 |
Επικουρικώς, η προσφεύγουσα προβάλλει λόγο ακυρώσεως, που στηρίζεται στο γεγονός ότι η καταβολή του προστίμου είναι δυνατό να θέσει σε κίνδυνο την ύπαρξη της επιχειρήσεως, η οποία δεν διαθέτει ούτε τα αποθεματικά ούτε το μέγεθος για να αντιμετωπίσει το επιβληθέν πρόστιμο. Για το λόγο αυτό ζητεί τη μείωση του. Ως απάντηση σ' αυτό το λόγο ακυρώσεως πρέπει να λεχθεί, όπως κατ' επανάληψη έχει κρίνει το Δικαστήριο, τελευταία δε και με την απόφαση του της 14ης Δεκεμβρίου 1983 (Klöckner, 263/82, Συλλογή 1983, σ. 4143) ότι μια επιχείρηση δεν είναι δυνατό να επικαλείται τις οικονομικές δυσχέρειες τις οποίες αντιμετωπίζει για να απαλλαγεί από τους περιορισμούς που επιβάλλονται λόγω της καταστάσεως κρίσεως και να υπερβαίνει κατά βούληση την ποσόστωση παραγωγής που της έχει χορηγηθεί. Τέτοιος τρόπος ενέργειας έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία αυξημένων δυσχερειών για όλες τις άλλες επιχειρήσεις και, εν πάση περιπτώσει, συμβάλλει στην κατάρρευση του όλου συστήματος των ποσοστώσεων. Η προσφεύγουσα οφείλει, επομένως, να υποστεί τις συνέπειες της παραβάσεως εκ μέρους της ρυθμίσεως που έχει επιβληθεί χάριν του γενικού συμφέροντος τις οποίες μπορούσε ασφαλώς να προβλέψει. Επομένως, και ο επικουρικός λόγος ακυρώσεως πρέπει επίσης να απορριφθεί. |
Επί των δικαστικών εξόδων
|
14 |
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. |
|
Για τους λόγους αυτούς ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα) αποφασίζει: |
|
|
|
Bahlmann Pescatore Due Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο την 1η Μαρτίου 1984. Κατ' εντολή του γραμματέα Η. Α. Rühi Κύριος υπάλληλος διοικήσεως Ο πρόεδρος του δεύτερου τμήματος Κ. Bahlmann |