ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ

PIETER VERLOREN VAN THEMAAT

της 12ης Δεκεμβρίου 1985 ( *1 )

Κύριε πρόεδρε,

Κύριοι δικαστές,

1. Εισαγωγή

Οι υπό κρίση υποθέσεις, οι οποίες έχουν συνενωθεί, αφορούν 174 προσφυγές μελών του προσωπικού της United Kingdom Atomic Energy Authority ( στο εξής: « UKAEA » ή « φιλοξενούσα οργάνωση » ), που έχουν τη βρετανική ιθαγένεια και έχουν τεθεί στη διάθεση της κοινής επιχειρήσεως « Joint European Torus ( JET), Joint Undertaking ». Όλες οι υποθέσεις αφορούν ιδίως την απόρριψη της αίτησης που είχαν υποβάλει οι ενδιαφερόμενοι για το διορισμό τους ως εκτάκτων υπαλλήλων της Κοινότητας για τη διάρκεια του προγράμματος JET.

1.1. Αντικείμενο της κοινής επιχειρήσεως JET

Βάσει του άρθρου 7 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, το Συμβούλιο, με την απόφαση 76/345/Ευρατόμ, της 25ης Μαρτίου 1976 ( PB 1976, L 90, σ. 12 ), θέσπισε ένα σχέδιο έρευνας και εκπαιδεύσεως για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενεργείας στον τομέα της πυρηνικής συντήξεως και της φυσικής του πλάσματος για περίοδο 5 ετών από 1ης Ιανουαρίου 1976. Το σχέδιο αυτό αποβλέπει στο να « επιτευχθεί το στάδιο της εφαρμογής της ελεγχομένης θερμοπυρηνικής συντήξεως » προκειμένου να εξασφαλιστεί μακροπρόθεσμα ο εφοδιασμός της Κοινότητας σε ενέργεια.

Εκτιμώντας ότι είναι αναγκαίο να αποκτήσει η Κοινότητα μια μεγάλη εγκατάσταση Torus τύπου Tokamak, αποκαλούμενη JET (Joint European Torus), το Συμβούλιο τροποποίησε το ανωτέρω αναφερόμενο πρόγραμμα με την απόφαση 78/470, της 30ής Μαΐου 1978 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 12/001, σ. 233). Με την απόφαση 78/471 της ίδιας ημέρας, η εκτέλεση του σχεδίου αυτού ανατίθεται σε μια κοινή επιχείρηση, την « Joint European Torus ( JET ), Joint Undertaking» (στο εξής: «JET»), που ιδρύθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του δεύτερου τίτλου του κεφαλαίου V της Συνθήκης ΕΚΑΕ και με το καταστατικό που επισυνάφτηκε στην προαναφερόμενη απόφαση (ΕΕ ειδ. έκδ. 12/001, σ. 235).

Δυνάμει του πρώτου άρθρου του καταστατικού, η JET έχει έδρα την United Kingdom Atomic Energy Authority στο Culham ( Oxfordshire ).

H JET έχει ως μέλη:

την ΕΚΑΕ·

τη φιλοξενούσα οργάνωση ( UKAEA )·

τις αντίστοιχες με την τελευταία επιχειρήσεις στα άλλα κράτη μέλη της ΕΚΑΕ·

το National Swedish Board for Energy Source Development.

1.2. Σύνθεση και τρόποι προσΑήψεως της ομάδας του σχεδίου JET (άρθρο 8 τον καταστατικού)

Δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 3, του καταστατικού, τα μέλη της κοινής επιχειρήσεως θέτουν στη διάθεση της προσωπικό ειδικευμένο στον επιστημονικό, τεχνικό και διοικητικό τομέα καθόλη τη διάρκεια πραγματοποιήσεως του σχεδίου JET.

Δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 1, το προσωπικό που αποτελεί την ομάδα του σχεδίου περιλαμβάνει δύο σαφώς διακεκριμένες κατηγορίες:

α) Το προσωπικό που προέρχεται από τη φιλοξενούσα οργάνωση

Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 4, του καταστατικού, « το προσωπικό που διατίθεται από τη φιλοξενούσα οργάνωση θα συνεχίσει να απασχολείται από την οργάνωση αυτή υπό τους όρους απασχολήσεως που προβλέπονται από αυτή και θα διατίθεται από αυτή στην κοινή επιχείρηση ».

β) Το προσωπικό που προέρχεται από τα μέλη της κοινής επιχειρήσεως και το Αοιπό προσωπικό

Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 5, « εκτός αντιθέτου αποφάσεως, ορισμένες ειδικές περιπτώσεις, σύμφωνα με τις διαδικασίες διορισμού και διαχειρίσεως του προσωπικού που καθορίζονται από το συμβούλιο της JET, το προσωπικό που διατίθεται από τα μέλη της κοινής επιχειρήσεως, εκτός από τη φιλοξενούσα οργάνωση, καθώς και κάθε άλλο προσωπικό, προσλαμβάνεται από την Επιτροπή σε προσωρινές θέσεις, σύμφωνα με το καθεστώς που εφαρμόζεται στους λοιπούς υπαλλήλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και διατίθεται από την Επιτροπή στην κοινή επιχείρηση ».

1.3. Γένεση και εξέλιξη της όιαφοράς

Οι προσφεύγοντες είναι βρετανικής ιθαγένειας και τέθηκαν στη διάθεση της κοινής επιχείρησης από την UKAEA · εν προκειμένω, διεκδικούν την ιδιότητα του έκτακτου υπαλλήλου της ΕΚΑΕ.

Το σχέδιο JET του οποίου η προβλεπόμενη διάρκεια είναι δώδεκα έτη ( 1978-1990 ) διακρίνεται σε δύο φάσεις: στην αρχική φάση κατασκευής ( 1978-1983 ) και τη λειτουργική φάση η οποία άρχισε το Μάιο του 1983.

Από τα επισυναπτόμενα στις προσφυγές τους έγγραφα προκύπτει ότι οι προσφεύγοντες αποτελούν στην πραγματικότητα τρεις ομάδες:

αυτοί οι οποίοι προσελήφθησαν από την UKAEA με σκοπό την ένταξη τους στο σχέδιο (λειτουργική φάση), δηλαδή το 1983·

αυτοί οι οποίοι προσελήφθησαν από την UKAEA με σκοπό την ένταξη τους στο σχέδιο (φάση κατασκευής), δηλαδή μεταξύ 1978 και 1983, και οι οποίοι εντάχθηκαν εκ νέου στο σχέδιο (λειτουργική φάση ) το 1983 ·

αυτοί οι οποίοι απασχολούνταν προηγουμένως από την UKAEA.

Με επιστολές που απέστειλαν μεταξύ Ιουλίου και Σεπτεμβρίου 1983 και εκ νέου μεταξύ Σεπτεμβρίου και Νοεμβρίου 1983, όλοι οι προσφεύγοντες ζήτησαν από το διευθυντή της κοινής επιχειρήσεως και από την Επιτροπή, βάσει του άρθρου 148, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚΑΕ:

να προσληφθούν ως έκτακτοι υπάλληλοι των Κοινοτήτων, με απόσπαση στην ομάδα του σχεδίου JET·

να αποζημιωθούν για τη χρηματική και κάθε άλλη ζημία που υπέστησαν ή θα υποστούν λόγω του ότι δεν προσλήφθηκαν ως έκτακτοι υπάλληλοι των Κοινοτήτων.

Με εγκύκλιο της 1ης Νοεμβρίου 1983, ο διευθυντής της κοινής επιχειρήσεως JET γνωστοποίησε στους προσφεύγοντες ότι δεν ήταν σε θέση να δεχτεί την αίτηση τους λόγω του ότι « το προσωπικό της UKAEA θα συνεχίσει να απασχολείται από αυτή » σύμφωνα με το άρθρο 8 του καταστατικού.

Λαμβάνοντας υπόψη τη γενική διατύπωση της εγκυκλίου αυτής και το γεγονός ότι, δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 11, των συμπληρωματικών διατάξεων του καταστατικού της κοινής επιχειρήσεως ως προς την ένταξη και τη διοίκηση του προσωπικού της επιχείρησης, η εξουσία προσλήψεως του προσωπικού μέχρι του βαθμού Α 4 μεταβιβάστηκε από την Επιτροπή στο διευθυντή της κοινής επιχειρήσεως, οι προσφεύγοντες θεωρούν ότι η εγκύκλιος αυτή συνιστά στην πραγματικότητα κοινοποίηση της απόφασης που έλαβε η Επιτροπή ως προς αυτούς.

Πάντως, αν η εγκύκλιος της 1ης Νοεμβρίου 1983 δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ως κοινοποίηση, οι ενάγοντες προβάλλουν ότι η Επιτροπή παρέλειψε να απαντήσει στην αίτηση τους.

1.4. Αιτήματα των οιαοίκων

Οι ΐΐροαφείψοννες^χοι^Ν από το Δικαστήριο:

1)

δυνάμει των άρθρων 146, παράγραφος 2, και 147, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΕ, ασκώντας έλεγχο νομιμότητας να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής, που κοινοποιήθηκε σε καθένα από τους προσφεύγοντες με έγγραφο του διευθυντή της JET, της 1ης Νοεμβρίου 1983 ( 1 ), καθόσον το έγγραφο αυτό συνιστά κοινοποίηση της αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκαν οι αιτήσεις των προσφευγόντων που υποβλήθηκαν με σχετικό έγγραφο τους·

2)

περαιτέρω ή επικουρικά, δυνάμει του άρθρου 148, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚΑΕ, να αναγνωρίσει ότι η Επιτροπή, μη προσφέροντας στους προσφεύγοντες θέση έκτακτου υπαλλήλου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σύμφωνα με τη σχετική αίτηση τους, παρέβη τη Συνθήκη ΕΚΑΕ·

3)

εν πάση περιπτώσει, δυνάμει των άρθρων 151 και 188, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚΑΕ και/ή των άρθρων 178 και 215, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ:

α)

να αναγνωρίσει ότι η Ευρατόμ και/ή Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα υποχρεούνται να αποζημιώσουν τους προσφεύγοντες για τη ζημία που υπέστησαν λόγω των παράνομων διαδικασιών πρόσληψης που αποφασίστηκαν και εφαρμόστηκαν από το Συμβούλιο και την Επιτροπή, αντίστοιχα·

β)

να διατάξει τους διαδίκους να προσπαθήσουν να έλθουν σε συμφωνία ως προς το ποσό της αποζημίωσης που πρέπει να καταβληθεί και, σε περίπτωση μη επιτεύξεως συμφωνίας, να καθορίσει το ποσό της αποζημίωσης αυτής και του αντίστοιχου τόκου· και/ή

γ)

να διατάξει οποιοδήποτε άλλο μέτρο είναι αναγκαίο για να εξασφαλιστεί η πλήρης και πραγματική αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν οι προσφεύγοντες, ιδίως δε, αν χρειαστεί, να διατάξει να προσληφθούν οι προσφεύγοντες από την Επιτροπή ως έκτακτοι υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

4)

δυνάμει του άρθρου 69 του κανονισμού διαδικασίας, να καταδικάσει τα καθών η προσφυγή ή εν πάση περιπτώσει το ένα απ' αυτά στα δικαστικά έξοδα.

5)

δυνάμει του Οργανισμού του Δικαστηρίου και/ή του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου, να διατάξει κάθε άλλο αναγκαίο μέτρο, καθώς και να επιδικάσει κάθε άλλη αποζημίωση που θα εθεωρείτο αναγκαία, δίκαιη ή εύλογη.

Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο, στην περίπτωση κατά την οποία η ένσταση απαραδέκτου δεν θα γινόταν δεκτή:

1)

να απορρίψει τις προσφυγές·

2)

να καταδικάσει τους προσφεύγοντες στα δικαστικά έξοδα.

Το ΣνμβούΑιο ζητεί από το Δικαστήριο:

1)

να απορρίψει τις προσφυγές ως απαράδεκτες, καθόσον στρέφονται κατά του Συμβουλίου και αποβλέπουν στην επιδίκαση αποζημιώσεως·

2)

στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο αποφασίσει να εξετάσει κατ' ουσία τις υποθέσεις, να απορρίψει τις προσφυγές ως αβάσιμες·

3)

να καταδικάσει τους προσφεύγοντες στα δικαστικά έξοδα.

2. Επί του παραδεκτού

Η Επιτροπή προέβαλε διάφορα επιχειρήματα προς στήριξη της ένστασης απαραδέκτου που προέβαλε. Το Συμβούλιο υιοθέτησε τα επιχειρήματα αυτά, καθόσον πρόκειται για την απόφαση του και τη στοιχειοθέτηση ευθύνης του. Η Επιτροπή διερωτάται πρωτίστως αν το Δικαστήριο είναι πράγματι αρμόδιο, δεδομένου ότι, κατά την άποψη της, η από 1ης Νοεμβρίου 1983 εγκύκλιος του διευθυντή της κοινής επιχειρήσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πράξη της Κοινότητας σύμφωνα με το άρθρο 146 της Συνθήκης ΕΚΑΕ. Αντίθετα, πρόκειται για πράξη της κοινής επιχειρήσεως που εμπίπτει στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 49 της Συνθήκης ΕΚΑΕ. Πάντως, στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο θα έκρινε ότι πρόκειται για πράξη κατά την έννοια του άρθρου 146, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσφυγή ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Θεωρεί ότι η επίδικη απόφαση της 1ης Νοεμβρίου 1983, συνιστά απλώς επιβεβαίωση της πρόσληψης των προσφευγόντων που αποφάσισε ο διευθυντής της κοινής επιχειρήσεως μεταξύ 1978 και 1983. Για τον ίδιο λόγο, ούτε οι ισχυρισμοί που απορρέουν από την ένσταση ελλείψεως νομιμότητας σχετικά με την απόφαση 78/471 του Συμβουλίου και ως προς την αποζημίωση είναι παραδεκτοί.

Κατά την άποψη μου, όμως, οι προσφυγές είναι πράγματι παραδεκτές.

Όσον αφορά την αρμοδιότητα, περιορίζομαι να παραπέμψω στην πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία αυτοί που διεκδικούν την ιδιότητα μέλους του προσωπικού της Κοινότητας, κατά την έννοια του άρθρου 152 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, νομιμοποιούνται, και αυτοί, να προσφύγουν ενώπιον του Δικαστηρίου (τελευταίως, οι συνεκδικασθείσες υποθέσεις 87 και 130/77, 22/83, 9 και 10/84, Salerno και άλλοι, απόφαση της 11ης Ιουλίου 1985, Συλλογή σ. 2523 ).

Εν συνεχεία, η επίδικη εγκύκλιος της 1ης Νοεμβρίου 1983 πρέπει να θεωρηθεί ως πράξη της Επιτροπής. Οι προσφεύγοντες υπέβαλαν την αίτηση τους προσλήψεως ως εκτάκτων υπαλλήλων της Επιτροπής στο διευθυντή και στην Επιτροπή. Μόνο ο διευθυντής τους απάντησε με την προαναφερόμενη εγκύκλιο. Είχε το δικαίωμα αυτό ως εξουσιοδοτημένο πρόσωπο από την Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφοι 10 και 11, των συμπληρωματικών διατάξεων του καταστατικού. Με τις διατάξεις αυτές εξουσιοδοτείται να προσλαμβάνει προσωπικό μέχρι το βαθμό Α 4. Επομένως, η εγκύκλιος πρέπει να θεωρηθεί στην πραγματικότητα ότι προέρχεται από την Επιτροπή.

Το επιχείρημα ως προς το εκπρόθεσμο της προσφυγής δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Η επίδικη απόφαση της 1ης Νοεμβρίου 1983 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επιβεβαίωση της προηγούμενης αποφάσεως προσλήψεως. Πράγματι, δυνάμει του άρθρου 8 του καταστατικού, οι ενδιαφερόμενοι δεν προσλήφθηκαν από το διευθυντή, αλλά από τη φιλοξενούσα οργάνωση. Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για επιβεβαίωση προηγούμενης πράξεως κατά την έννοια του άρθρου 146, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚΑΕ, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή. Η ένσταση απαραδέκτου ως προς τους άλλους ισχυρισμούς πρέπει να απορριφθεί για τον ίδιο λόγο. Σχετικά, πρέπει να προστεθεί ότι η αγωγή αποζημιώσεως συνιστά αυτοτελές μέσο παροχής έννομης προστασίας υποκείμενο σε πενταετή παραγραφή ( άρθρα 44 του Οργανισμού της ΕΚΑΕ και 43 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ ).

Όσον αφορά την ένσταση ελλείψεως νομιμότητας που προβλήθηκε, σχετικά με την προσφυγή κατά της αποφάσεως 78/471 του Συμβουλίου, παρατηρώ ακόμη ότι το γεγονός ότι η προσφυγή στρέφεται εν προκειμένω κατά γενικής αποφάσεως και όχι κατά κανονισμού, όπως αναφέρεται στο άρθρο 156 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, δεν καθιστά απαράδεκτη την προσφυγή αυτή. Το Δικαστήριο ερμήνευσε το τελευταίο αυτό άρθρο ευρέως προκειμένου να διασφαλίσει τον έλεγχο της νομιμότητας χάριν των ιδιωτών, υπό την έννοια ότι η προσφυγή αυτή μπορεί επίσης να ασκηθεί κατά πράξεων των οποίων τα αποτελέσματα είναι ανάλογα με τα αποτελέσματα πράξεων που έχουν τη μορφή κανονισμού (υπόθεση 92/78, Simmenthal, Jurispr. 1979, σ. 800). Αυτό επιβεβαιώθηκε επίσης κατά την προφορική διαδικασία από τον εκπρόσωπο του Συμβουλίου.

3. Επί της ουσίας

3.1. Εισαγωγή

Οι προσφεύγοντες προέβαλαν δύο λόγους προς στήριξη του αιτήματος τους να ακυρωθεί η επίδικη απόφαση.

Πρώτον, θεωρούν ότι η επίδικη απόφαση συνιστά παράβαση των διατάξεων του καταστατικού. Κατά το άρθρο 8, όλα τα μέλη του προσωπικού που αποτελούν την ομάδα του σχεδίου προσλαμβάνονται από την Επιτροπή ως έκτακτοι υπάλληλοι, εκτός εκείνων που απασχολούνταν ήδη από τη φιλοξενούσα οργάνωση κατά τη στιγμή της επιλογής τους για να καταλάβουν θέση στην ομάδα του σχεδίου. Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, το προσωπικό που δεν υπηρετεί ήδη στη φιλοξενούσα οργάνωση κατά τη στιγμή της επιλογής του περιλαμβάνεται στην κατηγορία «άλλο προσωπικό ». Για την ομάδα αυτή, το άρθρο 8, παράγραφος 5, ορίζει ρητά ότι προσλαμβάνεται από την Επιτροπή σε προσωρινές θέσεις.

Ως δεύτερο λόγο, οι προσφεύγοντες προβάλλουν ότι οι διατάξεις του άρθρου 8, παράγραφοι 4 και 5, σύμφωνα με τις οποίες τα πρόσωπα που απασχολούνται ήδη από τη φιλοξενούσα οργάνωση κατά τη στιγμή της επιλογής τους και που όλα είναι βρετανικής ιθαγένειας δεν προσλαμβάνονται σε προσωρινές θέσεις, αλλά εξακολουθούν να απασχολούνται από την οργάνωση αυτή, συνιστούν παράβαση της γενικής αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων. Ο λόγος αυτός επεκτάθηκε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, δεδομένου ότι οι καθών θεωρούν ότι οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν εφαρμόζονται μόνο σ' αυτή την κατηγορία, αλλά επεκτείνονται επίσης σε όλους τους υποψηφίους βρετανικής ιθαγενείας οι οποίοι δεν απασχολούνταν ακόμη από τη φιλοξενούσα οργάνωση κατά τη στιγμή της επιλογής τους.

3.2. Η άποψη των προσφευγόντων ως προς την παράβαση τον καταστατικού

Καταρχάς, θα επαναλάβω τα επιχειρήματα των διαδίκων εν συνεχεία, θα διατυπώσω το πρώτο συμπέρασμα επί του λόγου αυτού.

3.3. Τα επιχειρήματα των προσφευγόντων

Τα επιχειρήματα των προσφευγόντων, όσον αφορά αυτό το λόγο, βασίζονται κυρίως στη γραμματική ερμηνεία του καταστατικού.

Κατ' αυτούς, από το καταστατικό προκύπτει, όπως έχω ήδη αναφέρει, ότι εκείνοι οι οποίοι κατά το χρόνο της επιλογής τους δεν απασχολούνταν ακόμη από το μέλος της κοινής επιχειρήσεως ή, εν προκειμένω από τη φιλοξενούσα οργάνωση, πρέπει να υπαχθούν στην κατηγορία « άλλο προσωπικό » ( άρθρο 8, παράγραφος 1 ). Από αυτό έπεται ότι πρέπει να προσληφθούν σε προσωρινές θέσεις ( άρθρο 8, παράγραφος 5 ).

Πρώτον, οι προσφεύγοντες προβάλλουν το διμερή χαρακτήρα της ομάδας του προσωπικού, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 8, παράγραφος 1 : αφενός, το προσωπικό που προέρχεται από τα μέλη της κοινής επιχειρήσεως, αφετέρου, το λοιπό προσωπικό. Από τις διατάξειςπου έπονται προκύπτει ότι η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει τα πρόσωπα που απασχολούνται ήδη από το μέλος της κοινής επιχειρήσεως. Έτσι, το άρθρο 8, παράγραφος 4, ορίζει ότι το προσωπικό που διατίθεται από τη φιλοξενούσα οργάνωση θα συνεχίοει να απασχολείται από την οργάνωση αυτή. Το άρθρο 8, παράγραφος 8, επιβάλλει στα μέλη, τα οποία έχουν διαθέσει προσωπικό για το σχέδιο, να επαναπροσλάβουν τα μέλη αυτά του προσωπικού, μόλις συμπληρωθεί η εργασία τους στο πλαίσιο του σχεδίου.

3.4. Άμυνα της Επιτροπής

Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη εν προκειμένω από ( το Συμβούλιο, υπεραμύνθηκε της πρακτικής όπως αυτή εκφράζεται με την επίδικη πράξη της 1ης Νοεμβρίου 1983, δηλαδή ότι όλο το προσωπικό που αποτελεί την ομάδα του σχεδίου προέρχεται στην πραγματικότητα από τα μέλη της κοινής επιχειρήσεως. Όπως προέκυψε από τις απαντήσεις στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου, η κατηγορία « άλλο προσωπικό » δεν έχει επομένως καμία σημασία στην πολιτική προσλήψεως.

Η Επιτροπή υπογραμμίζει, πρώτον, τη σημαντική θέση των μελών της κοινής επιχειρήσεως στο πλαίσιο του σχεδίου JET. Παρατηρεί σχετικά ότι η πραγματοποίηση του σχεδίου JET συνιστά σταθμό στην προώθηση του κοινοτικού προγράμματος « σύντηξη ». Αυτό εκφράζεται με τη δεύτερη και τρίτη αιτιολογική σκέψη και με το περιεχόμενο της αποφάσεως 78/471 του Συμβουλίου. Το σχέδιο JET πρέπει να είναι καρπός « κοινής προσπάθειας » που να επιτρέπει αλληλεπίδραση και συνεργασία μεταξύ του σχεδίου και των εργαστηρίων που συνδέονται με το πρόγραμμα «συντήξεως». Αυτή η « κοινή προσπάθεια », αυτή η « αλληλεπίδραση » και αυτή η « συνεργασία » εκφράζονται στη σύνθεση της κοινής επιχειρήσεως, της οποίας τα μέλη απαριθμούνται στο άρθρο 1, παράγραφος 3, του καταστατικού, και με την υποχρέωση των μελών αυτών να θέσουν στη διάθεση της κοινής επιχειρήσεως ειδικευμένο προσωπικό σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 3, του καταστατικού και να επαναπροσλάβουν το εν λόγω προσωπικό μόλις περατωθεί η εργασία τους στο πλαίσιο του σχεδίου, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 8, του καταστατικού. Η κοινή επιχείρηση JET έχει ενιαία δομή σε σχέση με τις άλλες υφιστάμενες από πολύ καιρό κοινές επιχειρήσεις. Οι τελευταίες αυτές είναι όλες εθνικές επιχειρήσεις, οι οποίες, λόγω της σημασίας τους στο κοινοτικό επίπεδο, μετατράπηκαν εν συνεχεία σε κοινές επιχειρήσεις. 'Ολα τα μέλη του προσωπικού τους έχουν την ίδια ιθαγένεια.

Αντίθετα, επειδή το σχέδιο JET έχει κοινοτικό χαρακτήρα, αποφασίστηκε ότι ο χαρακτήρας αυτός έπρεπε να αποτυπωθεί στη σύνθεση του προσωπικού. Ιδίως αποφασίστηκε ότι η JET δεν θα διέθετε ίδιο προσωπικό, αλλά ότι το προσωπικό αυτό θα ετίθετο στη διάθεση του, αφενός, από τη φιλοξενούσα οργάνωση, αφετέρου, από την Επιτροπή· το προσωπικό των άλλων μελών της κοινής επιχειρήσεως, εκτός της φιλοξενούσας οργανώσεως, θα συμπληρωνόταν με προσλήψεις.

Τα καθών όργανα θεωρούν ότι το σύστημα επαναπροσλήψεως από το ενδιαφερόμενο μέλος μετά την περάτωση της εργασίας στο πλαίσιο του σχεδίου, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 8, έχει ύψιστη σημασία. Ένα τέτοιο σύστημα κρίθηκε αναγκαίο λόγω της προσωρινής φύσεως του σχεδίου, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 1 της απόφασης 78/471 του Συμβουλίου, έχει διάρκεια δώδεκα ετών. Για να αποφευχθεί η εμφάνιση κοινωνικών προβλημάτων στο τέλος του σχεδίου, η επαναπρόσληψη κρίθηκε εξαρχής ως ουσιαστική. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι ατομικές υποψηφιότητες, οι οποίες δεν υποβλήθηκαν μέσω των μελών της κοινής επιχειρήσεως, δεν έγιναν γενικά δεκτές. Σε ορισμένο αριθμό περιπτώσεων στις οποίες έγιναν δεκτές ατομικές υποψηφιότητες, κατέστη ακόμη δυνατό να βρεθεί λύση εν συνεχεία, όσον αφορά την επαναπρόσληψη από μέλος της κοινής επιχειρήσεως στο τέλος του σχεδίου.

3.5. Εκτίμηαη του ισχυρισμού

Ο τρόπος με τον οποίο οι προσφεύγοντες ερμηνεύουν τις οικείες διατάξεις φαίνεται εκ πρώτης όψεως ελκυστικός και λογικά ορθός. Πράγματι, φαίνεται ότι οι διατάξεις αυτές έχουν ως αφετηρία, αφενός, το προσωπικό το οποίο απασχολείται ήδη από το μέλος, αφετέρου, το « λοιπό προσωπικό », για το οποίο δεν υφίσταται η σχέση αυτή. Οι προσφεύγοντες, οι οποίοι δεν απασχολούνταν ακόμη από τη φιλοξενούσα οργάνωση κατά τη στιγμή που υπέβαλαν την υποψηφιότητα τους, περιλαμβάνονται επομένως στην κατηγορία « λοιπό προσωπικό » και, κατόπιν επιλογής από την Επιτροπή, θα μπορούσαν να προσληφθούν ως έκτακτοι υπάλληλοι.

Όμως, ούτε η ερμηνεία της Επιτροπής, που την υποστηρίζει επί του σημείου αυτού το Συμβούλιο και που βασίζεται στις συμπληρωματικές διατάξεις, είναι αντίθετη προς το καταστατικό. Πράγματι, μετά από την επιλογή τους από το διευθυντή της κοινής επιχειρήσεως, προσφέρθηκε στους εν λόγω προσφεύγοντες σύμβαση εργασίας από τη φιλοξενούσα οργάνωση. Ως εκ τούτου, εντάχθηκαν στο προσωπικό των μελών. Εν συνεχεία, η κατάσταση τους ρυθμιζόταν από το άρθρο 8 σχετικά με το προσωπικό που προέρχεται από τα μέλη. Το επιχείρημα των προσφευγόντων ότι η εργασιακή σχέση ήταν μόνο κατ' όνομα δεν μπορεί, κατά την άποψη μου, να γίνει δεκτό, δεδομένου ότι το σύστημα επαναπροσλήψεως, το οποίο συνδέεται με την εργασιακή σχέση, έχει αναμφισβήτητα ουσιαστική σημασία.

Για την επίλυση της διαφοράς αυτής πρέπει να βρίσκεται συνεχώς προ οφθαλμών το ότι η επίδικη πρακτική εξελίσσεται κατά μία προκαταρκτική φάση της εφαρμογής του σχεδίου. Το καταστατικό δεν αναφέρει τίποτε για την προκαταρκτική αυτή φάση. Η φάση αυτή διέπεται από τις συμπληρωματικές διατάξεις όπως αυτές προβλέπονται από το άρθρο 8, παράγραφος 9, το οποίο ορίζει ότι το συμβούλιο της JET καθορίζει τις λεπτομερείς διαδικασίες διορισμού και διοικήσεως του προσωπικού. Η διάταξη αυτή επιβεβαιώνει την καίρια θέση των μελών και την ακολουθηθείσα πρακτική κατά το διορισμό του προσωπικού. Σύμφωνα με τις συμπληρωματικές διατάξεις, οι ανακοινώσεις κενής θέσεως γνωστοποιούνται πρώτον στα μέλη που τις διανέμουν εντός της οργανώσεως τους (άρθρο 5, παράγραφος 2, των συμπληρωματικών διατάξεων). Μετά την οριστική επιλογή από το διευθυντή του σχεδίου, το ενδιαφερόμενο μέλος πληροφορείται σχετικά (άρθρο 5, παράγραφος 10, των συμπληρωματικών διατάξεων ).

Οι συμπληρωματικές διατάξεις δεν ορίζουν τίποτε, όσον αφορά την κατηγορία «λοιπό προσωπικό ». Μόνο οι « ειδικές περιπτώσεις » που αναφέρονται στο άρθρο 8, παράγραφος 5, του καταστατικού είναι αντικείμενο λεπτομερούς ρυθμίσεως, η οποία πάντως δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω.

Λαμβάνοντας υπόψη τις συμπληρωματικές διατάξεις και την πρακτική που βασίζεται σ' αυτές, θεωρώ ότι ορθώς οι ενδιαφερόμενοι δεν έχουν περιληφθεί στην κατηγορία « λοιπό προσωπικό ». Επί του σημείου αυτού παρατηρώ ότι η κανονιστική ρύθμιση, όπως προκύπτει από τις συμπληρωματικές διατάξεις, αφορά την πολιτική προσωπικού για την οποία το Δικαστήριο δεν μπορεί καθαυτό να αποφανθεί. Επομένως, ο προβαλλόμενος ισχυρισμός, όσον αφορά την παράβαση του καταστατικού, πρέπει κατά την άποψη μου να απορριφθεί για τους λόγους που αναφέρθηκαν.

4. Παραβίαση της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων

4.1. Εισαγωγή

Για την εκτίμηση του ισχυρισμού αυτού, θα εκκινήσω από την ιδέα ότι οι εφαρμοζόμενοι κανόνες προσλήψεως είναι σύμφωνοι με το καταστατικό, όπως αναφέρθηκε παραπάνω. Καταρχάς, θα επαναλάβω εκ νέου τα επιχειρήματα των διαδίκων και εν συνεχεία θα διατυπώσω τα συμπεράσματα μου επί του ισχυρισμού αυτού.

4.2. Τα επιχειρήματα των προσφευγόντων όσον αφορά την παραβίαση της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων

Οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι όλοι οι βρετανοί υποψήφιοι πρέπει να απασχοληθούν από τη φιλοξενούσα οργάνωση, μέχρις ότου καταστεί δυνατό να τεθούν στη διάθεση του σχεδίου JET. Ενόψει του άρθρου 8, παράγραφοι 4 και 5, του καταστατικού, συνάγεται ότι μόνο οι βρετανοί υποψήφιοι αποκλείονται από την πρόσληψη ως έκτακτοι υπάλληλοι της Επιτροπής.

Από τα έγγραφα του τμήματος προσωπικού της κοινής επιχειρήσεως, με τα οποία επιβεβαιώνεται η λήψη των υποψηφιοτήτων ή γνωστοποιείται η απόφαση επιλογής στους ενδιαφερομένους, προκύπτει ότι η διάκριση που γίνεται μεταξύ των υποψηφίων βασίζεται στην εθνικότητα τους. Είναι πασίγνωστο ότι η φιλοξενούσα οργάνωση απασχολεί μόνο εργαζομένους που έχουν τη βρετανική ιθαγένεια. Τα κατατεθέντα έγγραφα αναφέρουν σχετικά ότι « ... οι βρετανοί υποψήφιοι που έχουν επιλεγεί για τις θέσεις στο πλαίσιο της JET είναι ή γίνονται μέλη του προσωπικού της UKAEA... » και ότι « ο μεταγενέστερος διορισμός τους στη JET ρυθμίζεται από τους όρους και τις προϋποθέσεις της σύμβασης τους με την UKAEA» (παραρτήματα 11 και 12 της προσφυγής ).

Οι προσφεύγοντες θεωρούν ότι το γεγονός και μόνο ότι απασχολούνταν από την UKAEA κατά τη στιγμή της επιλογής δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των διαφόρων μελών της ομάδας του σχεδίου. Η διαφορετική αυτή μεταχείριση είναι αντίθετη προς τον κοινοτικό χαρακτήρα του σχεδίου, που προβλέπεται με το άρθρο 8 του καταστατικού της κοινής επιχειρήσεως.

4.3. Τα επιχειρήματα των καθών

Η Επιτροπή επαναλαμβάνει τα επιχειρήματα που έχει ήδη προβάλει στο πλαίσιο του προηγούμενου ισχυρισμού. Υπογραμμίζει το ρόλο των μελών στο πλαίσιο του σχεδίου JET, τον προσωρινό του χαρακτήρα και τη συνακόλουθη αναγκαιότητα της κανονιστικής ρύθμισης ως προς την επαναπρόσληψη του ενδιαφερόμενου προσωπικού στο τέλος των εργασιών.

Το Συμβούλιο επιβεβαιώνει τη διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των δύο ομάδων προσωπικού ( UKAEA και Ευρατόμ ). Αυτό όμως δεν είναι παράνομο, δεδομένου ότι απορρέει από τη διαφορά καθεστώτος που εφαρμόζεται στις ομάδες αυτές. Οι δύο ομάδες βρίσκονται επομένως σε διαφορετικές καταστάσεις και, συνεπώς, δεν μπορούν να αξιώνουν όμοια μεταχείριση.

Το Συμβούλιο υποστήριξε σαφώς ότι η κανονιστική ρύθμιση απέβλεπε στην εξασφάλιση ισορροπίας μεταξύ των εθνικοτήτων του προσωπικού που εντάσσεται στο σχέδιο. Δεδομένου ότι το προσωπικό της UKAEA έχει πάντοτε τη βρετανική ιθαγένεια, η κοινοτική « ποσόστωση » πρέπει να περιλαμβάνει όλες τις εθνικότητες της Κοινότητας εκτός της βρετανικής.

Το Συμβούλιο υπογραμμίζει ότι λόγω της ιδιαίτερης τους θέσεως στην κοινή προσπάθεια που κατέβαλαν όλα τα μέλη της κοινής επιχειρήσεως, η Ευρατόμ και η UKAEA εμφανίζονται ως εργοδότες του προσωπικού που διορίστηκε στην κοινή επιχείρηση, η Ευρατόμ ως εμπνευστής της επιχείρησης και η UKAEA ως φιλοξενούσα οργάνωση. Εξάλλου, διευκρινίζει ότι η κοινή επιχείρηση JET είναι μια από τις οκτώ κοινές επιχειρήσεις που υπάρχουν προς το παρόν, αλλά ότι είναι η μόνη που διαθέτει προσωπικό αποσπασμένο σ' αυτή από δύο εξωτερικούς εργοδότες, δηλαδή την UKAEA και την Ευρατόμ, αφού οι άλλες επιχειρήσεις διαθέτουν δικό τους προσωπικό με το ίδιο καθεστώς υπηρεσιακής σχέσεως. Το άρθρο 8 του καταστατικού, το οποίο επιβεβαιώνει τη διάκριση αυτή, περιορίζεται στο να ρυθμίσει τον τρόπο με τον οποίο η κοινή επιχείρηση θα αποκτήσει προσωπικό, αλλά δεν περιέχει καμιά από τις διακρίσεις που ανέφεραν οι προσφεύγοντες, όσον αφορά την εθνικότητα των υποψηφίων ή το ότι βρίσκονταν στην υπηρεσία της UKAEA πριν από την επιλογή τους.

4.4. Εκνίμηοη του ιαχυριομού

Για την εκτίμηση του ισχυρισμού αυτού πρέπει πρωτίστως να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι το σχέδιο JET καταρτίστηκε ως κοινοτικό σχέδιο, όπως προκύπτει από την τρίτη αιτιολογική σκέψη της απόφασης 78/471 του Συμβουλίου και από το άρθρο 8, παράγραφος 2, του καταστατικού. Επί του σημείου αυτού διαφέρει από τις άλλες κοινές επιχειρήσεις που αναφέρθηκαν παραπάνω.

Το άρθρο 8, παράγραφος 2, ορίζει τα εξής:

« Η σύνθεση της ομάδας του σχεδίου πρέπει να επιτυγχάνει λογική ισορροπία μεταξύ της ανάγκης, αφενός, για την εγγύηση του κοινοτικού χαρακτήρα του σχεδίου, ιδιαίτερα όσον αφορά τις θέσεις για τις οποίες απαιτείται ειδίκευση ορισμένου επιπέδου (φυσικοί, μηχανικοί, διοικητικά στελέχη ισοδυνάμου επιπέδου) και, αφετέρου, της ανάγκης για την παροχή στο διευθυντή του σχεδίου όσο το δυνατόν ευρύτερων εξουσιών στο θέμα επιλογής του προσωπικού προς το συμφέρον αποτελεσματικής διαχειρίσεως. Κατά την εφαρμογή της αρχής αυτής πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη τα συμφέροντα των μη κοινοτικών μελών της κοινής επιχειρήσεως. »

Είναι σαφές ότι το προσωπικό τυγχάνει διαφορετικής μεταχειρίσεως αναλόγως του αν προέρχεται ή όχι από τη φιλοξενούσα οργάνωση. Εν συνεχεία, κατά τη διαδικασία προέκυψε ότι μπορεί να θεωρηθεί ως πασίγνωστο ότι η UKAEA προσλαμβάνει μόνο εργαζομένους βρετανικής ιθαγένειας. Αυτή η ταυτότητα ιθαγένειας μεταξύ του μέλους και του προσωπικού του φαίνεται καταρχήν να υπάρχει και στα άλλα μέλη. Αυτό προκύπτει επίσης από την άποψη του Συμβουλίου ότι η κανονιστική ρύθμιση απέβλεψε ακριβώς στο να εξασφαλίζεται ισορροπία μεταξύ των εθνικοτήτων ως προς τη σύνθεση του προσωπικού.

Το επιχείρημα του Συμβουλίου, ότι η διαφορετική μεταχείριση των δύο κατηγοριών δεν είναι παράνομη λόγω της διαφοράς των καταστατικών που έχουν εφαρμογή στις δύο ομάδες δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Τελικά, το Συμβούλιο είναι εκείνο που δημιούργησε τη διαφορετική αυτή μεταχείριση με την απόφασή του και με το επισυναπτόμενο σ' αυτή καταστατικό. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, πανομοιότυπες καταστάσεις πρέπει να αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο και διαφορετικές καταστάσεις κατά διαφορετικό τρόπο. Πάντως, για να γίνει δεκτή διαφορετική μεταχείριση, πρέπει η διαφορά να βασίζεται σε αντικειμενικές περιστάσεις. Εν προκειμένω, το επιχείρημα που προβάλλει το Συμβούλιο ως προς τη διαφορά των καθεστώτων υπηρεσιακής καταστάσεως δεν είναι επαρκές.

Κατά τη γνώμη μου, από τίποτε δεν προκύπτει ότι η άνιση μεταχείριση μπορεί να δικαιολογηθεί από το γεγονός ότι ορισμένα μέλη του προσωπικού προέρχονται από τη φιλοξενούσα οργάνωση. Δεν φαίνεται να προκύπτει ούτε από το καταστατικό ούτε από τις συμπληρωματικές διατάξεις ότι για την επιλογή των υποψηφίων το προερχόμενο από την UKAEA προσωπικό δικαιούται να προτιμηθεί για διορισμό στην JET, είτε κατά την έναρξη του σχεδίου είτε κατόπιν. Μόνο μετά την επιλογή από το διευθυντή του σχεδίου γίνεται φανερή η διαφορά μεταξύ των υποψηφίων αναλόγως της προελεύσεως τους, όπως αυτό προκύπτει και από τα προαναφερόμενα έγγραφα που έχουν προσκομίσει οι προσφεύγοντες. Από την κανονιστική ρύθμιση προκαλείται η εντύπωση ότι κατ' αρχήν ελήφθη ως βάση το « παλαιό » πρότυπο για τις υφιστάμενες κοινές επιχειρήσεις, δηλαδή το ίδιο καθεστώς υπηρεσιακής σχέσεως για το προσωπικό της βρετανικής εθνικής οργανώσεως η οποία μετατράπηκε σε κοινή επιχείρηση και, αφετέρου, το προσωπικό που κατανέμεται σύμφωνα με κοινοτικά κριτήρια. Λαμβάνοντας υπόψη τον κοινοτικό χαρακτήρα που προσδόθηκε ευθύς εξαρχής στο σχέδιο, ένα τέτοιο σύστημα είναι απαράδεκτο.

Υπενθυμίζω ακόμη ότι κατά την προφορική διαδικασία το Συμβούλιο επιβεβαίωσε ρητώς, απαντώντας σε ερωτήσεις του Δικαστηρίου, την άποψη που είχε εκθέσει προηγουμένως, ότι η κανονιστική ρύθμιση αποβλέπει στην εξασφάλιση ισορροπίας ως προς την ιθαγένεια των μελών του προσωπικού που αποτελεί την ομάδα του σχεδίου. Όμως, δεν αντιλαμβάνομαι γιατί η ισορροπία αυτή δεν μπορεί να επιτευχθεί στην ομάδα των προσωρινών υπαλλήλων της Επιτροπής. Εν συνεχεία, τα καθών όργανα επιβεβαίωσαν ότι η επίδικη άνιση μεταχείριση δεν εξηγείται από οικονομικούς λόγους.

Συμπεραίνοντας, θεωρώ ότι είναι σαφές ότι υπάρχει άνιση μεταχείριση στηριζόμενη στην εθνικότητα. Κατά την άποψη μου, δεν προβλήθηκε κανένας αντικειμενικός λόγος ικανός να δικαιολογήσει μια τέτοια θεμελιώδη άνιση μεταχείριση. Αντίθετα, εφόσον το βρετανικό προσωπικό και το προσωπικό των άλλων εθνικοτήτων εκτελούν την ίδια εργασία στο πλαίσιο του σχεδίου, πρέπει και οι όροι εργασίας να είναι ίδιοι.

Ο κοινοτικός χαρακτήρας του σχεδίου, τον οποίο έχω τονίσει, έχει ως αποτέλεσμα ότι έχουν εφαρμογή οι θεμελιώδεις νομικές αρχές που περιλαμβάνονται στο κοινοτικό δίκαιο.

Από αυτό συνάγω ότι η επίδικη κανονιστική ρύθμιση που περιλαμβάνει το άρθρο 8, παράγραφοι 4 και 5, του καταστατικού παραβιάζει την γενική αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων που στηρίζονται στην ιθαγένεια. Θεωρώ επομένως ότι η επίδικη απόφαση η οποία βασίζεται σ' αυτή την αρχή πρέπει να ακυρωθεί. Διερωτήθηκα ακόμη αν το συμπέρασμα αυτό θα έπρεπε να περιοριστεί στο προσωπικό το οποίο έχει επιλεγεί από το διευθυντή της κοινής επιχειρήσεως ή στο προσωπικό βρετανικής ιθαγένειας που έχει προσληφθεί συγχρόνως με το προσωπικό άλλης ιθαγένειας, το οποίο προσλήφθηκε από την Επιτροπή. Όμως, ένας τέτοιος περιορισμός μου φαίνεται αδύνατος, δεδομένου ότι τα μέλη του προσωπικού που προσλήφθηκαν από την Επιτροπή απασχολούνταν ήδη συχνά από μέλη της JET. Πράγματι, όπως και στην περίπτωση του προσωπικού που διέθεσε η φιλοξενούσα οργάνωση, πρόκειται για προσωπικό που διατέθηκε από τα μέλη, για το οποίο εφαρμόζεται το άρθρο 8, παράγραφος 5, του καταστατικού. Σχετικά, μπορεί να πρόκειται τόσο για « νέο » όσο και για « παλαιό » προσωπικό. Η αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων πρέπει επομένως να εφαρμόζεται στους όρους εργασίας που διέπουν τις δύο κατηγορίες προσωπικού.

5. Το αίτημα αποζημιώσεως

Λαμβάνοντας υπόψη την άποψη που εξέθεσα παραπάνω πρέπει ακόμη να εξεταστεί μόνο το αίτημα των προσφευγόντων ως προς την αποζημίωση, δεδομένου ότι τα άλλα αιτήματα κατέστησαν στην πραγματικότητα χωρίς αντικείμενο.

Οι προσφεύγοντες ζήτησαν από το Δικαστήριο να καταδικάσει την Κοινότητα να αποκαταστήσει τη ζημία που υπέστησαν λόγω της παράνομης διαδικασίας προσλήψεων, που θέσπισε το Συμβούλιο και η Επιτροπή. Όμως, κατά την ανάπτυξη του αιτήματος τους, ζήτησαν από το Δικαστήριο να διατάξει τους διαδίκους να προσπαθήσουν να καταλήξουν σε συμφωνία ως προς το ποσό της αποζημιώσεως. Θεωρούν, ιδίως, ότι δεν είναι δυνατό να εκτιμηθεί προς το παρόν το ποσό αυτό, εξυπακουομένου ότι πρέπει να καλύπτει τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών τους ως μελών του προσωπικού της UKAEA και των αποδοχών τους ως έκτακτων υπαλλήλων της Επιτροπής. Πράγματι, δεν είναι δυνατό προς το παρόν να προσδιοριστεί ο βαθμός στον οποίο πρέπει να καταταγούν.

Αφού προέβαλαν την ένσταση απαραδέκτου, την οποία ήδη δεν δέχτηκα, τα καθών όργανα δεν πρόσθεσαν πλέον τίποτε, όσον αφορά το αίτημα αποζημιώσεως.

Κατά την άποψη μου, συντρέχουν οι προϋποθέσεις βάσει των οποίων το Δικαστήριο επιδικάζει αποζημίωση. Εν προκειμένω, η παραβίαση της θεμελιώδους αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας συνιστά « κατάφωρη παραβίαση υπέρτερου κανόνα δικαίου που προστατεύει τους ιδιώτες » όπως αναφέρεται στη νομολογία του Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση 238/78 ( Ireks-Arkady, Jurispr. 1979, σ. 2955, 2972 ).

Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι στο παρόν στάδιο της διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν μπορεί να κάνει δεκτό το αίτημα των προσφευγόντων παρά μόνο αν διατάξει τους διαδίκους να καταλήξουν σε συμφωνία ως προς το ύψος της αποζημίωσης.

6. Γενικό συμπέρασμα

Ως συμπέρασμα στις παρούσες υποθέσεις προτείνω στο Δικαστήριο:

1)

να ακυρώσει την επίδικη απόφαση της 1ης Νοεμβρίου 1983, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση των προσφευγόντων με την οποία ζητούν να διοριστούν ως έκτακτοι υπάλληλοι της Επιτροπής, για το λόγο ότι συνιστά παραβίαση της θεμελιώδους αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας και να κρίνει ότι δεν έχουν εφαρμογή οι σχετικές διατάξεις του καταστατικού που επισυνάπτεται στην απόφαση 78/471 του Συμβουλίου·

2)

να κάνει δεκτό το αίτημα αποζημιώσεως που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που λαμβάνουν οι προσφεύγοντες ως μέλη του προσωπικού της UKAEA και των αποδοχών που δικαιούνται ως έκτακτοι υπάλληλοι της Κοινότητας·

3)

να διατάξει τους διαδίκους να προσπαθήσουν να καταλήξουν σε συμφωνία ως προς το ποσό της αποζημίωσης που πρέπει να καταβληθεί και να υποβάλουν σχετική έκθεση στο Δικαστήριο εντός προθεσμίας έξι μηνών·

4)

να διατάξει ότι, ελλείψει συμφωνίας εντός της προαναφερόμενης προθεσμίας επί του ποσού της αποζημίωσης που πρέπει να καταβληθεί, οι διάδικοι οφείλουν να γνωστοποιήσουν στο Δικαστήριο το ακριβές ποσό της ζημίας που, κατά την άποψη τους, πρέπει να αποκατασταθεί·

5)

να καταδικάσει την Επιτροπή και το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα·

6)

να απορρίψει τα λοιπά αιτήματα των προσφευγόντων.


( *1 ) Μετάφραση από τα ολλανδικά.

( 1 ) Η χρονολογία της βλαπτικής πράξης δεν αναφέρεται στο αιτητικό των προσφυγών που ασκήθηκαν στο πλαίσιο των υποθέσεων 158 και 203/84 και 13/85.