ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ

G. FEDERICO MANCINI

ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 22 ΜΑΡΤΊΟΥ 1984 ( 1 )

Κύριε πρόεδρε,

Κύριοι δικαοτές,

1. 

Καλείστε να ερμηνεύσετε τον κανονισμό 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους διακινούμενους εργαζομένους (ΕΕ, ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73), στο πλαίσιο διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως επί ερωτήματος που αναφέρεται στις παροχές ασθένειας και μητρότητας των ανέργων.

Η Antje Guyot, γερμανικής ιθαγένειας, παραιτήθηκε στις 30 Ιουνίου 1977 από τη θέση που είχε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και την 1η Αυγούστου ενεγράφη ως αιτούσα εργασία σε γερμανικό γραφείο ευρέσεως εργασίας. Ένα μήνα αργότερα, εγκαταστάθηκε στη Γαλλία για να συμβιώσει με το σύζυγό της που είναι γάλλος υπήκοος και, εξακολουθώντας να είναι άνεργη, ενεγράφη στις 5 Σεπτεμβρίου του ίδου έτους στην Agence nationale pour l'emploi.

Επί τρεις μήνες, δηλαδή μέχρι την 1η Δεκεμβρίου 1977, η Guyot ελάμβανε τις παροχές ανεργίας από τον αρμόδιο γερμανικό φορέα' αλλά, από την ημερομηνία αυτή, οι παροχές αυτές της καταβλήθηκαν από την Association pour l'emploi dans les industries et le commerce (ASSEDIC) βάσει ρυθμίσεως η οποία, μη εφαρμόζοντας το κριτήριο του κράτους της τελευταίας απασχόλησης, είναι ευνοϊκότερη απ' ό,τι η κοινοτική ρύθμιση (βλέπε εγκύκλιο 73-8 της 19. 3. 1973 της Union nationale interprofessionnelle pour l'emploi dans l'industrie et le commerce — UNEDIC).

Στις 21 Μαρτίου 1980, η Caisse primaire d'assurance maladie αρνήθηκε να καταβάλει στη Guyot τα ιατρικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε από τον Ιανουάριο μέχρι τον Μάρτιο του 1978, καθώς και την ημερήσια αποζημίωση λόγω ασθένειας και μητρότητας. Η Guyot άσκησε προσφυγή κατά της απόφασης αυτής ενώπιον της Commission de première instance de sécurité sociale της Rouen η οποία, με απόφαση της 28ης Απριλίου 1981, υποχρέωσε την Caisse να καταβάλει τις προαναφερθείσες παροχές.

Η Caisse άσκησε έφεση. Με απόφαση της 30ής Ιουνίου 1983, το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ασκήθηκε η έφεση (Cour d'appel της Rouen) ανέβαλε τη δίκη και, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Στις προϋποθέσεις που επιβάλλονται για τη λήψη των παροχών του άρθρου 71 του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 14ης Ιουνίου 1971, περιλαμβάνεται, όταν συντρέχει η περίπτωση που προβλέπεται από την παράγραφο 1, εδάφιο β, ii του εν λόγω άρθρου, η προϋπόθεση που αφορά την κατοικία στο αρμόδιο κράτος πριν από το τέλος της περιόδου της τελευταίας απασχολήσεως σε κράτος μέλος διαφορετικό από το αρμόδιο;»

2. 

Όπως ανέφερα, η διαφορά στην κύρια δίκη έχει ως αντικείμενο το δικαίωμα διακινούμενης άνεργης εργαζομένης προς παροχές ασθένειας και μητρότητας που καταβάλλονται από τον αρμόδιο ασφαλιστικό φορέα του κράτους μέλους στο οποίο κατοικεί. Το άρθρο 25 του κανονισμού 1408 εξαρτά τη συνδρομή τους από την πλήρωση των προϋποθέσεων που τίθενται για την πληρωμή των επιδομάτων ανεργίας. Τα επιδόματα αυτά ρυθμίζονται από το κεφάλαιο 6 του ίδιου κανονισμού, στο οποίο περιλαμβάνεται το άρθρο 71 που σας ζητάει να ερμηνεύσετε το παραπέμπον δικαστήριο. Ας εξετάσουμε λοιπόν τις αρχές της ρύθμισης αυτής.

Ο γενικός κανόνας που θέτει είναι ότι οι παροχές καταβάλλονται από το κράτος της τελευταίας απασχολήσεως. Πράγματι, ο εργαζόμενος μπορεί να συνυπολογίσει τις περιόδους ασφαλίσεως και απασχολήσεως που συμπλήρωσε στο έδαφος και υπό τη νομοθεσία άλλων κρατών μελών, υποβάλλοντας αίτηση μόνο στον αρμόδιο φορέα του κράτους απασχολήσεως (άρθρο 67, παράγραφος 3). Όταν ο άνεργος αναχωρεί από το κράτος στο οποίο έχει εργαστεί τελευταία και μεταβαίνει σε άλλο κράτος προς αναζήτηση νέας απασχολήσεως, το κράτος της τελευταίας απασχολήσεως υποχρεούται να του καταβάλλει τα επιδόματα επί τρεις μήνες (άρθρο 69).

Ο λόγος του περιορισμού αυτού εξηγείται στις αιτιολογικές σκέψεις της πρότασης κανονισμού περί θεσπίσεως μέτρων υπέρ των ανέργων εργαζομένων, την οποία υπέβαλε στο Συμβούλιο η Επιτροπή το 1980 (GU C 169, 1980, σ. 22). Στην πρόταση αυτή αναφέρεται ότι το κεφάλαιο 6 του κανονισμού 1408 θεσπίστηκε σε περίοδο ευμάρειας κατά την οποία η εξεύρεση εργασίας ήταν εύκολη σε μικρό χρονικό διάστημα. Συνεπώς, φαινόταν υπερβολικό να εξασφαλιστεί πέρα των τριών μηνών το δικαίωμα παροχών εκτός της χώρας της τελευταίας απασχολήσεως. Για να λαμβάνει παροχές μετά τη λήξη της προθεσμίας αυτής, ο άνεργος έπρεπε μόνο να επανέλθει στη χώρα στην οποία είχε εργαστεί για τελευταία φορά.

3. 

Το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχεία α, ii και β, ii εισάγει εξαίρεση του κανόνα κατά τον οποίο οι παροχές καταβάλλονται από τη χώρα της τελευταίας απασχολήσεως. Αυτό ισχύει για τον άνεργο που κατά τη διάρκεια της τελευταίας απασχολήσεως του κατοικούσε σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο όπου εργάστηκε τελευταία και ο οποίος μετά τη λύση της εργασιακής σχέσης ενεγράφη ως αιτών εργασία στις υπηρεσίες απασχολήσεως της χώρας κατοικίας. Στην περίπτωση αυτή, οι παροχές καταβάλλονται από τον ασφαλιστικό φορέα της εν λόγω χώρας, ως να είχε ο εργαζόμενος στη χώρα αυτή την τελευταία του απασχόληση.

Ο λόγος της εξαίρεσης αυτής είναι προφανής. Αφορά εξαιρετικές περιπτώσεις, δηλαδή προστατεύει τους εργαζομένους — μεθοριακούς εργαζομένους, εποχιακά εργαζομένους, εργαζομένους στις διεθνείς μεταφορές και απασχολούμενους σε μεθοριακές επιχειρήσεις — οι οποίοι, συνήθως, ζουν και εργάζονται στο έδαφος πολλών κρατών μελών. Το Δικαστήριο έκρινε ότι στην περίπτωση τους η «μεταφορά του βάρους παροχών ανεργίας από το κράτος μέλος της τελευταίας απασχολήσεως στο κράτος μέλος κατοικίας ... δικαιολογείται λόγω των στενών δεσμών των εργαζομένων με τη χώρα που έχουν εγκατασταθεί και διαμένουν συνήθως». Πράγματι, η συνήθης διαμονή αποδεικνύει ότι ο εργαζόμενος έχει το κέντρο των συμφερόντων του στο κράτος κατοικίας' συνεπώς υπερισχύει της υπόθεσης σύμφωνα με την οποία ο εργαζόμενος κατοικεί στο κράτος που απασχολείται, «ακόμη και αν άφησε την οικογένειά του σε άλλο κράτος» (απόφαση της 17. 2. 1977 στην υπόθεση 76/76, Di Paolo κατά Office national de l'emploi, Race. 1977, σ. 315, σκέψεις 12,17 και 19).

4. 

Βάσει των ανωτέρω, προτείνω να δοθεί η εξής απάντηση στην αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το Cour d'appel της Rouen με απόφαση της 30ής Ιουνίου 1983, η οποία εκδόθηκε στην υπό9εση Caisse primaire d'assurance maladie της Rouen κατά της Antje Guyot:

Το άρθρο 71 του κανονισμού 1408/71 εφαρμόζεται, υπό τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, στοιχείο 6, ii, μόνο στην περίπτωση άνεργου εργαζομένου, ο οποίος κατά τη διάρκεια της τελευταίας απασχολήσεως του κατοικούσε σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο στο οποίο απησχολείτο.


( 1 ) Μετάφραση από τα ιταλικά.