ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ CARL OTTO LENZ
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 30 ΜΑΪΟΥ 1984 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Α —
Σύμφωνα με την απόφαση 1832/81 «περί υπαγωγής των ράβδων οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής και των εμπορικών χαλύβων στο νέο σύστημα ποσοστώσεων της παραγωγής, το οποίο εισήχθη δυνάμει της αποφάσεως 1831/81/ΕΚΑΧ» (ΕΕ L 184, 1981, σ. 1), ανακοινώθηκε στην προσφεύγουσα στην υπόθεση που εξετάζω σήμερα, στις 6 Αυγούστου 1981, το ύψος των ποσοστώσεων παραγωγής της για τα προϊόντα της κατηγορίας V και VI για το τρίτο τρίμηνο του 1981 (δηλαδή 12975 τόνοι). Εξάλλου, στις 26 Οκτωβρίου 1981, η προσφεύγουσα πληροφορήθηκε το ύψος των ποσοστώσεων παραγωγής της για τα προϊόντα των παραπάνω κατηγοριών για το τέταρτο τρίμηνο του 1981 (14087 τόνοι) και ότι από αυτό 12538 τόνοι μπορούσαν να διατεθούν στην κοινή αγορά. Οι αποφάσεις αυτές δεν αποτέλεσαν ποτέ αντικείμενο δικαστικής διαφοράς.
Αφού μετά τη διεξαγωγή ελέγχων διαπιστώθηκε ότι η προσφεύγουσα δεν συμμορφώθηκε με τις ανακοινώσεις αυτές, αλλ' ότι υπερέβη κατά το τρίτο τρίμηνο του 1981 τις ποσοστώσεις παραγωγής για τα προϊόντα της κατηγορίας V και VI κατά 3125 τόνους και κατά το τέταρτο τρίμηνο του 1981 — για τα προϊόντα των ίδιων κατηγοριών — τις ποσοστώσεις παραγωγής κατά 6565 τόνους, η Επιτροπή της προσήψε εγγράφως στις 16 Μαρτίου και στις 22 Ιουνίου 1982 τις εν λόγω υπερβάσεις και την κάλεσε να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της. Η προσφεύγουσα απάντησε με τηλετύπημα της 13ης Μαΐου 1982 και έγγραφο της 29ης Ιουνίου 1982, παραπέμποντας στις προφορικές εξηγήσεις που έδωσε στις 26 Μαρτίου 1982 — που αφορούσαν συγκεκριμένες υπερβάσεις των ποσοστώσεων για το πρώτο και δεύτερο τρίμηνο του 1982 — με τις οποίες ουσιαστικά ισχυρίστηκε ότι λόγω δημοσιονομικών και κοινωνικών επιβαρύνσεων υποχρεώθηκε να παραγάγει επιπλέον.
Δεδομένου ότι οι εξηγήσεις αυτές δεν κρίθηκαν ικανοποιητικές, η Επιτροπή εξέδωσε στις 24 Μαρτίου 1983 νομοτύπως απόφαση περί επιβολής κυρώσεως. Στην απόφαση αυτή επαναλήφθηκαν οι παραπάνω αιτιάσεις περί υπερβάσεως των ποσοστώσεων και διαπιστώθηκε ότι η δυσχερής οικονομική κατάσταση της προσφεύγουσας δεν συνιστούσε επαρκή δικαιολογία. Επικαλούμενη το γεγονός ότι το ισοζύγιο πληρωμών της προσφεύγουσας για το έτος 1981 είχε παθητικό και ότι υπερέβη τις ποσοστώσεις της κατά 10 % και πλέον, η Επιτροπή δήλωσε περαιτέρω ότι, σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 2, της απόφασης 1831/81, πρέπει να επιβληθεί πρόστιμο ύψους 82,5 ECU ανά τόνο υπερβάσεως για τις υπερβάσεις κατά το τρίτο τρίμηνο του 1981 και πρόστιμο ύψους 90 ECU ανά τόνο υπερβάσεως για τις υπερβάσεις κατά το τέταρτο τρίμηνο. Συνολικά το πρόστιμο ανερχόταν σε 958084 ECU (= 1280536751 λιρέτες), και προβλεπόταν, επιπλέον, ότι είναι πληρωτέο εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης και ότι προσαυξάνεται κατά 1 % για κάθε μήνα καθυστέρησης.
Η επιχείρηση Busseni— — η οποία κατόπιν αιτήσεως της ετέθη με Διάταξη του Tribunale di Brescia, της 23ης Απριλίου 1982, για δύο χρόνια υπό το σύστημα της «amministrazione controllata» — άσκησε κατ' αυτής της αποφάσεως προσφυγή στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητώντας
|
— |
να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλόμενης απόφασης, |
|
— |
να ακυρώσει την απόφαση της 24ης Μαρτίου 1983, |
|
— |
επικουρικώς: να μειώσει τα επιβληθέντα πρόστιμα και |
|
— |
όλως επικουρικώς: να αναστείλει την καταβολή των προστίμων. |
Β —
Κατά την άποψη μου, ως προς τα αιτήματα αυτά, που η Επιτροπή θεωρεί εν μέρει απαράδεκτα και εν μέρει αβάσιμα, πρέπει να διατυπωθούν οι εξής παρατηρήσεις.
1. Αίτηση αναστολής εκτελέσεως
Η αίτηση αναστολής εκτελέσεως της προσβαλλόμενης απόφασης που διατυπώνεται στο δικόγραφο της προσφυγής είναι προφανώς απαράδεκτη. Το άρθρο 83, παράγραφος 3, του κανονισμού διαδικασίας προβλέπει πράγματι ότι η αίτηση υποβάλλεται με χωριστό δικόγραφο. Η νομολογία έχει επίσης ήδη διευκρινίσει ότι η παράβαση της διάταξης αυτής συνεπάγεται το απαράδεκτο της αιτήσεως. Σχετικά παραπέμπω στις αρχές που έχουν γίνει δεκτές με τις Αποφάσεις στις υποθέσεις 108/63 ( 2 ) και 32/64 ( 3 ).
2. Επί του κυρίου αιτήματος περί ακυρώσεως της προσβαλλόμενης απόφασης
Τα επιχειρήματα που αναφέρθηκαν σχετικώς μπορούν να χωριστούν σε δύο κατηγορίες. Η μία κατηγορία αναφέρεται στην κανονικότητα των αποφάσεων περί καθορισμού των ποσοστώσεων για την παράβαση των οποίων η προσβαλλόμενη απόφαση επιβάλλει κυρώσεις. Η άλλη κατηγορία αποβλέπει στην προβολή λόγων που δικαιολογούν ή απαλλάσσουν από την ευθύνη για τις υπερβάσεις των ποσοστώσεων με αποτέλεσμα οι αποφάσεις περί επιβολής προστίμου να καταστούν νομικώς ανίσχυρες.
α) Επί της νομιμότητας της απόφασης περί καθορισμού της ποσόστωσης
|
αα) |
Στην κατηγορία αυτή των επιχειρημάτων συγκαταλέγεται η αιτίαση ότι η Επιτροπή έπρεπε να εξετάσει την κατάσταση της προσφεύγουσας υπό το φως του άρθρου 14 της απόφασης 1831/81 και να προβεί σε προσαρμογή της ποσόστωσης παραγωγής της. Η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε σχετικά ότι βρέθηκε αντιμέτωπη με εξαιρετικές δυσκολίες που κατέστησαν αδύνατη την τήρηση των ποσοστώσεων. Ήδη το έτος 1977 βρέθηκε — λόγω υπερχρεώσεως — σε περίοδο σοβαρής κρίσεως που την υποχρέωσε να καταφύγει επανειλημμένα στην «Cassa Integrazione Guadagni» και την οδήγησε το 1978 στην υπογραφή εξώδικου πτωχευτικού συμβιβασμού. Πραγματικά, η προσφεύγουσα — όπως το τονίζει και η ίδια — είχε επισημάνει τα προβλήματα της ήδη πριν από τη θέσπιση της προσβαλλόμενης απόφασης. Αναφέρω το έγγραφο της 24ης Απριλίου 1981 που υπέβαλε στην Επιτροπή προηγούμενη υπόθεση (υπόθεση 284/82) ( 4 ), στο οποίο μεταξύ άλλων αναγραφόταν, το υπόλοιπο ποσό που έπρεπε ακόμη να καταβληθεί στο πλαίσιο του παραπάνω συμβιβασμού μέχρι το τέλος του 1981. Αναφέρω το έγγραφο της προσφεύγουσας της 9ης Δεκεμβρίου 1981 που είναι επίσης γνωστό από την προηγούμενη αυτή υπόθεση, στο οποίο προέτρεπε την Επιτροπή να θεσπίσει απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 14 της απόφασης 2794/80 λόγω των εξαιρετικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε. Εξάλλου, αναφέρω το έγγραφο της προσφεύγουσας της 17ης Δεκεμβρίου 1981, στο οποίο ακόμη μία φορά ισχυριζόταν ότι η μείωση της παραγωγής που απαιτούσε η Επιτροπή από αυτήν δεν της επιτρέπει να είναι συνεπής ως προς το συμβιβασμό του 1978 και να εξακολουθήσει να χρηματοδοτεί την παραγωγική της δραστηριότητα και στο οποίο — επικαλούμενη σημαντικές οφειλές προς φορείς της κοινωνικής ασφαλίσεως — επέμενε και πάλι να εφαρμοστεί το άρθρο 14 της απόφασης 2794/80. Εν τούτοις, είναι προφανές ότι παρόμοια επιχειρήματα δεν μπορούν πλέον να γίνουν δεκτά στην προκειμένη υπόθεση. Η νομολογία έχει από καιρό δεχθεί ότι στο πλαίσιο προσφυγής κατά αποφάσεως περί επιβολής προστίμου δεν μπορεί να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι οι ατομικές^ αποφάσεις, στις οποίες στηρίζεται η εν λόγω απόφαση και για τη μη τήρηση των οποίων πρέπει να επιβληθούν κυρώσεις, είναι παράνομες. Αυτό αναφέρεται ήδη στην Απόφαση της υπόθεσης 36/64 ( 5 ) τονίστηκε εκ νέου στην Απόφαση επί της υπόθεσης 265/82 ( 6 ) και έγινε ακόμη μια φορά λόγος γι' αυτό στην Απόφαση επί της υποθέσεως 10/83 ( 7 ) στην οποία επίσης ο προσφεύγων προσήψε τη μη εφαρμογή διατάξεως για την προσαρμογή ποσοστώσεων μόνο κατά τη διαδικασία σχετικά με την απόφαση περί επιβολής προστίμου. Επομένως, η προσφεύγουσα έπρεπε δυνάμει του άρθρου 14 της απόφασης 1891/81, να ζητήσει την τροποποίηση των αποφάσεων που αναφέρθηκαν στην αρχή και με τις οποίες της ανακοινώθηκαν οι ποσοστώσεις ή έπρεπε τουλάχιστον να το ζητήσει όταν η Επιτροπή δεν αντέδρασε στις επανειλημμένες κρούσεις της (από τις οποίες μπορεί να συναχθεί σιωπηρώς αίτημα επίσης στηριζόμενο στο άρθρο 14 της απόφασης 1831/81) και — όπως προκύπτει από την υπόθεση 284/824 — την 1η Φεβρουαρίου 1982 προέβη σε προσαρμογή μόνο της ποσόστωσης που είχε χορηγηθεί για το πρώτο τρίμηνο του 1981 (πράγμα που αναμφίβολα σημαίνει σιωπηρή αρνητική απόφαση ως προς τα αιτήματα της προσφεύγουσας σχετικά με τα άλλα τρίμηνα). Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα παρέλειψε να προβεί σε αυτή την ενέργεια, οι καθορισθείσες ποσοστώσεις κατέστησαν οριστικές και δεν μπορούν πλέον να επανεξεταστούν (ακόμη ούτε και σε σχέση με το ζήτημα του κύρους του περιορισμού των δυνατοτήτων προσαρμογής του άρθρου 14 της απόφασης 1831/81 σε επιχειρήσεις με ανώτατη παραγωγή αναφοράς 60000 τόνους κατ' έτος, στις οποίες προφανώς δεν συγκαταλέγεται η προσφεύγουσα). |
|
66) |
Σ' αυτή την αλληλουχία περιλαμβάνεται επίσης η αναφορά της προσφεύγουσας σχετικά με το ότι ήδη από το 1977 ελάττωσε το προσωπικό της και μείωσε την παραγωγή της, κατήργησε δηλαδή ένα ελασματουργείο και περιόρισε την παραγωγικότητα του δεύτερου ελασματουργείου της. Αυτό αναφέρεται ήδη στο έγγραφο της 18ης Μαΐου 1981 που υποβλήθηκε στην υπόθεση 284/82 ( 8 ) καθώς επίσης στο αναφερθέν ήδη έγγραφο της 17ης Δεκεμβρίου 1981. Στο τελευταίο από αυτά τα έγγραφα εξάλλου αναγράφεται ότι ο περιορισμός της παραγωγής της κατά 40 ο/ο επήλθε επειδή ήταν αδύνατη η χρηματοδότηση του προηγούμενου επιπέδου παραγωγής. Η προσφεύγουσα συνάγει επιπλέον ότι στην περίπτωση της η Επιτροπή δεν έπρεπε να λάβει ως βάση τις συνθήκες παραγωγής των ετών 1977 έως 1980, κατά τα οποία η παραγωγή της — όπως προκύπτει από τους αριθμούς σχετικά με την κατανάλωση ηλεκτρικού και φωταερίου — ήταν σημαντικά κάτω από το επίπεδο του έτους 1974· η Επιτροπή θα έπρεπε μάλλον (αφού μάλιστα η προσφεύγουσα πραγματοποίησε κέρδος το 1979) να προβεί σε προσαρμογή της παραγωγής αναφοράς σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 5, της απόφασης 2794/80 ή σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 3, της απόφασης αυτής (για να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι οι εγκαταστάσεις της προσφεύγουσας χρησιμοποιήθηκαν κάτω του μέσου όρου). Αυτό δεν συνιστά τίποτε άλλο παρά μόνο επικρίσεις κατά των αποφάσεων περί καθορισμού των ποσοστώσεων που ελήφθησαν όσον αφορά την προσφεύγουσα. Εν προκειμένω πρόκειται επίσης για ισχυρισμούς που δεν μπορεί να επικαλεστεί κατά τη διαδικασία επιβολής προστίμου. Πιο συγκεκριμένα, η αίτηση προσαρμογής της 2ας Φεβρουαρίου 1983 που υποβλήθηκε υπό αυτή την έννοια είναι σαφώς εκπρόθεσμη (επομένως, παραμένουν αναπάντητα τα ερωτήματα αν
αν δεν μπορεί δικαίως να της αντιταχθεί ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να γνωρίζει — επειδή η προσφεύγουσα δεν είχε προβεί σε δηλώσεις σχετικά με την παραγωγική της ικανότητα για τα έτη 1977 έως 1980 — ότι το ποσοστό χρησιμοποιήσεως των εγκαταστάσεων της προσφεύγουσας ήταν κατώτερο από 10 ο/ο του μέσου ποσοστού χρησιμοποιήσεως των επιχειρήσεων της Κοινότητας). |
6) Η επίκληση καταστάσεως ανάγκης
Είναι επίσης δυνατό, τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας να ερμηνευθούν, τουλάχιστον εν μέρει, υπό την έννοια ότι αν είχε τηρήσει τις ποσοστώσεις παραγωγής που της είχαν χορηγηθεί (εφόσον θεωρηθούν ότι ήταν νόμιμες), θα είχε θέσει την ύπαρξη της σε κίνδυνο, δεδομένου ότι θα είχε, κατόπιν αυτού, ποσοστό χρησιμοποιήσεως που δεν θα έφθανε πάνω από 20 έως 25 % και δεν θα ήταν πλέον σε θέση να συμμορφωθεί με το συμβιβασμό του 1978, να καταβάλει τις κοινωνικής φύσεως επιβαρύνσεις της και να χρηματοδοτήσει τη λειτουργία της επιχείρησης της. Συνεπώς, για να εξασφαλίσει την επιβίωση της έπρεπε να υπερβεί τις ποσοστώσεις, πράγμα που δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά μόνο την επίκληση καταστάσεως ανάγκης, που συνιστά γεγονός που δικαιολογεί τη συμπεριφορά της ή την απαλλάσσει από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της.
Εντούτοις, πολύ γρήγορα αποδεικνύεται ότι και σε αυτή την περίπτωση δεν συντρέχει κανένας λόγος για την ακύρωση της απόφασης περί επιβολής προστίμου, δεδομένου ότι ανάλογα επιχειρήματα απορρίφθηκαν ήδη σε πολλές υποθέσεις. Αυτό συνέβη στην υπόθεση 188/82 ( 9 ), στην οποία το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η επίκληση καταστάσεως ανάγκης δεν μπορεί να δικαιολογήσει την υπέρβαση.
Το ίδιο συνέβη στην υπόθεση 263/82 ( 10 ), στην οποία το Δικαστήριο τόνισε ότι παρόμοιες εκτιμήσεις δεν είχαν θέση στο πλαίσιο του άρθρου 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, διότι διαφορετικά θα ανατρεπόταν το σύστημα των ποσοστώσεων. (Εν τούτοις, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφασίσει σχετικά με την κατάργηση του συστήματος των ποσοστώσεων αλλά μόνο οι αρμόδιες σύμφωνα με τη Συνθήκη ΕΚΑΧ πολιτικές αρχές). Η άποψη αυτή υποστηρίχτηκε επίσης στις υποθέσεις 31, 138 και 204/82 ( 11 ), στις οποίες το Δικαστήριο δέχτηκε ότι ο σκοπός του άρθρου 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ δεν μπορεί να επιτευχθεί αν παρασχεθεί εγγύηση ελάχιστου ποσοστού χρησιμοποιήσεως καθώς και, τέλος, στην υπόθεση 10/83 ( 12 ) στην οποία τονίστηκε ότι το να επιτραπεί στις επιχειρήσεις η επίκληση οικονομικών δυσχερειών για τη δικαιολόγηση υπερβάσεως ποσοστώσεων θα συμβάλει στην κατάρρευση του συστήματος ποσοστώσεων.
|
γ) |
Συνεπώς, πρέπει απλώς να λεχθεί ότι το κύριο αίτημα δεν μπορεί να γίνει δεκτό. |
3. Επί των επικουρικών αιτημάτων περί μειώσεως του προστίμου και παρατάσεως της προθεσμίας πληρωμής
|
α) |
Όσον αφορά το πρώτο από τα αναφερθέντα αιτήματα, θα ασχοληθώ εν συντομία με αυτό γιατί το μόνο σχετικό επιχείρημα συνίσταται στο ότι η εκτέλεση της απόφασης περί επιβολής προστίμου θα προκαλέσει την κατάρρευση της προσφεύγουσας και θα καταστήσει αδύνατη τη θετική έκβαση της διαδικασίας που έχει αρχίσει με Διάταξη του Tribunale di Brescia. Επ' αυτού, έχει λεχθεί ό,τι είναι αναγκαίο με τις προτάσεις στην υπόθεση 234/82 ( 13 ). Ενόψει της αποτελεσματικότητας του συστήματος ποσοστώσεων δεν είναι δυνατό να μην επιβληθούν σημαντικά πρόστιμα. Πράγματι, η αποτελεσματικότητα αυτού του συστήματος δεν θα ήταν πλέον εξασφαλισμένη αν σε περίπτωση οικονομικών δυσχερειών δεν θα έπρεπε να επιβληθούν καθόλου πρόστιμα ή θα μπορούσαν να επιβληθούν μόνο ασήμαντα πρόστιμα. Εξάλλου, κατά του παραδεκτού των θέσεων που υποστηρίζει η προσφεύγουσα συνηγορεί η άποψη ότι η αποδοχή τέτοιων κριτηρίων συνεπάγεται διακρίσεις και ότι η εφαρμογή στην πράξη του συστήματος θα επηρεαζόταν αρνητικά σε περίπτωση που τα πρόστιμα θα προσαρμόζονταν στις οικονομικές δυνατότητες του ενδιαφερομένου. Με την άποψη αυτή συμφωνεί προφανώς και το Δικαστήριο, δεδομένου ότι τόσο με την Απόφαση στην υπόθεση 235/82 ( 14 ) όσο και με την Απόφαση στην υπόθεση 10/83 ( 15 ) δέχθηκε ότι μείωση του προστίμου δεν μπορεί να ζητηθεί για το λόγο ότι η πληρωμή του θα οδηγήσει σε αναστολή των εργασιών της επιχειρήσεως. Επομένως, το αν θα ληφθούν ενδεχομένως υπόψη οικονομικές δυσχέρειες κατά την πληρωμή του προστίμου, εξαρτάται από την προθυμία που σαφώς εκδηλώνει η Επιτροπή, να προστρέξει στη χορήγηση προθεσμιών για την πληρωμή σε περίπτωση οικονομικών δυσχερειών. Είναι όμως προφανές ότι η προσφεύγουσα δεν έχει ακόμη υποβάλει τέτοιο αίτημα μέχρι σήμερα. |
|
6) |
Εξίσου σύντομη θα είναι η αναφορά μου στο δεύτερο επικουρικό αίτημα προς το Δικαστήριο σχετικά με τη χορήγηση προθεσμίας πληρωμής. Εν πάση περιπτώσει, το αίτημα αυτό για τη χορήγηση προθεσμίας θα ήταν δυνατό να νοηθεί στο πλαίσιο διαδικασίας εκτελέσεως (χορήγηση αναστολής εκτελέσεως που είναι δυνατή δυνάμει του άρθρου 89 του κανονισμού διαδικασίας). Είναι, όμως, απαράδεκτο όταν πρόκειται για απόφαση περί καθορισμού προστίμου. Και αυτό επίσης έχει διευκρινιστεί από τη νομολογία, συγκεκριμένα με την Απόφαση στην υπόθεση 235/82 ( 14 ), στην οποία τονίστηκε ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να διατάξει την Επιτροπή να παράσχει διευκολύνσεις πληρωμής. |
Γ — Συνοψίζω
Έχω την πεποίθηση ότι τα αιτήματα που υπέβαλε η προσφεύγουσα πρέπει να απορριφθούν εν μέρει ως απαράδεκτα, εν μέρει ως αβάσιμα. Στην περίπτωση αυτή, η προσφεύγουσα πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση από τα γερμανικά.
( 2 ) Απόφαση της 21.1.1965 στην υπόθεση 108/63 — Officine Elettromeccaniche Ing. Α. Merlini κατά Ανώτατης Αρχής της ΕΚΑΧ —, Sig. 1965, σ. 1.
( 3 ) Απόφαση της 17.6.1965 στην υπόθεση 32/64 — Κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας κατά Επιτροπής της ΕΟΚ —, Sig. 1965, σ. 495.
( 4 ) Απόφαση της 9.2.1984 στην υπόθεση 284/82 — Acciaiaerie e Ferriere Busseni SpA κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων —, Συλλογή 1984, σ. 557.
( 5 ) Απόφαση της 2.6.1965 στην υπόθεση 36/64 — Société rhénane d'exploitation et de manutention «Sorema» κατά Ανώτατης Αρχής της EKAX —, Sig. 1965, σ. 447.
( 6 ) Απόφαση της 19.10.1983 στην υπόθεση 265/82 — Union sidérurgique du Nord et de l'Est de la France «Usinor» κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων —, Συλλογή 1983, σ. 3105.
( 7 ) Απόφαση της 1.3.1984 στην υπόθεση 10/83 — Metalgoi SpA κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων —, Συλλογή 1984, σ. 1271.
( 8 ) Απόφαση της 9.2.1984 στην υπόθεση 284/82 — Acciaierie e Ferriere Busseni SpA κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων —, Συλλογή 1984, σ. 557.
( 9 ) Απόφαση της 16.11.1983 στην υπόθεση 188/82 — Thyssen AG κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων —, Συλλογή 1983, σ. 3767 επ.
( 10 ) Απόφαση της 14.12.1983 στην υπόθεση 263/82 — Klöckner-Werke AG κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων —, Συλλογή 1983, σ. 4143.
( 11 ) Απόφαση της 15.12.1983 στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 31/82, 138/82 και 204/82 — Μεταλλουργική Χάλυφ ΑΕ κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων —, Συλλογή 1983, σ. 4193.
( 12 ) Απόφαση της 1.3.1984 στην υπόθεση 10/83 — Metalgoi SpA κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων —, Συλλογή 1984, σ. 1271.
( 13 ) Προτάσεις της 26.10.1983 στην υπόθεση 234/82 — Ferriere di Roí Volciano SpA κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων—, Συλλογή 1983, σ. 3940.
( 14 ) Απόφαση της 30.11.1983 στην υπόθεση 235/82 — Ferriere San Carlo SpA κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων —, Συλλογή 1983, σ. 3949 επ.
( 15 ) Απόφαση της 1.3.1984 στην υπόθεση 10/83 — Meulgoi SpA κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων —, Συλλογή 1984, σ. 1271.