ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ

PIETER VERLOREN VAN THEMAAT

ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 13 ΔΕΚΕΜΒΡΊΟΥ 1983 ( 1 )

Κύριε πρόεδρε,

Κύριοι δικαστές,

1. Εισαγωγή

Η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη Kloppenburg, η οποία εκμεταλλεύεται ένα γραφείο πιστώσεων και υποθηκών, ζήτησε για το πρώτο εξάμηνο του 1978 να απαλλαγεί από το φόρο κύκλου εργασιών βάσει των άρθρων 1 και 13, μέρος Β, εδάφιο δ, αριθμός 1, της έκτης οδηγίας του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί ΦΠΑ (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 49).

Το Finanzamt απέρριψε το αίτημα αυτό και σύμφωνα με τις διατάξεις του UStG του 1973 που ίσχυαν μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1979 επέβαλε στις εν λόγω πράξεις το κανονικό ποσοστό φόρου κύκλου εργασιών, όπως προκύπτει από τη διάταξη παραπομπής.

Η προσφεύγουσα επικαλέστηκε τις αποφάσεις στις υποθέσεις 8/81, Becker (Συλλογή 1982, σ. 53) και 255/81, Grendel (Συλλογή 1982, σ. 2301). Στις δύο αυτές υποθέσεις το Δικαστήριο έκρινε ότι μετά την 1η Ιανουαρίου 1979 ο μεσίτης ο ασχολούμενος με τη διαπραγμάτευση πιστώσεων μπορούσε να επικαλεστεί το εν λόγω άρθρο της έκτης οδηγίας, σε περίπτωση που δεν είχε εκτελεστεί η οδηγία, εφόσον ο επιχειρηματίας δεν είχε μετακυλίσει το φόρο στους πελάτες του. Το Δικαστήριο πρόσθεσε ρητά ότι στην περίπτωση αυτή το κράτος δεν μπορεί να αντιτάξει στον ιδιώτη το γεγονός ότι η οδηγία δεν έχει εκτελεστεί.

Το ερώτημα που ανακύπτει στην προκειμένη υπόθεση δεν έγκειται επομένως στο ζήτημα κατά πόσο μπορεί να γίνει επίκληση του σχετικού άρθρου ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, διότι το Δικαστήριο έχει ήδη δώσει καταφατική απάντηση στο θέμα αυτό. Αντίθετα από ό,τι στις υποθέσεις Becker και Grendel, το ερώτημα εν προκειμένω είναι αν ο ενδιαφερόμενος μπορούσε να την επικαλεστεί κατά το πρώτο εξάμηνο του 1978.

Η σημασία της διαφοράς στη χρονική περίοδο σε σχέση με τις υποθέσεις που έχει εκδικάσει προηγουμένως το Δικαστήριο οφείλεται στη λεγόμενη ένατη οδηγία περί ΦΠΑ, της 26ης Ιουνίου 1978. Δυνάμει της έκτης οδηγίας περί ΦΠΑ της 17ης Μαίου 1977, η προθεσμία εντός της οποίας τα κράτη μέλη όφειλαν να εφαρμόσουν την οδηγία έληγε την 1η Ιανουαρίου 1978. Κανένα όμως από τα κράτη μέλη, με εξαίρεση το Ηνωμένο Βασίλειο και το Βέλγιο, δεν ήσαν σε θέση να εκτελέσουν την οδηγία εντός της προθεσμίας που είχε ορισθεί. Για το λόγο αυτό ασκήθηκε πίεση στην Επιτροπή να υποβάλει πρόταση τροποποίησης που να ορίζει νέα προθεσμία. Η Επιτροπή υπέβαλε τελικά σχετική πρόταση (PB 1978, C 141, σ. 3).

Κατόπιν της προτάσεως αυτής το Συμβούλιο εξέδωσε στις 26 Ιουνίου 1978 την ένατη οδηγία περί ΦΠΑ (78/583), η οποία παρέσχε την άδεια στη Δανία, τη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ιρλανδία, την Ιταλία, το Λουξεμβούργο και τις Κάτω Χώρες να θέσουν σε εφαρμογή την έκτη οδηγία το αργότερο την 1η Ιανουαρίου 1979 (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 96).

Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η οδηγία κοινοποιήθηκε στα κράτη μέλη στις 30 Ιouνίου 1978.

Στις προηγούμενες υποθέσεις το Δικαστήριο είχε ερωτηθεί ρητά για τη νομική κατάστάση μετά την 1η Ιανουαρίου 1979 στην περίπτωση που το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν είχε εκτελέσει τότε ακόμη την οδηγία.

Στην υπό κρίση υπόθεση το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν σε περίπτωση μη εκτέλεσης της οδηγίας η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη μπορούσε να επικαλεστεί την εν λόγω διάταξη μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1978 και 30ής Ιουνίου 1978, «παρά το γεγονός ότι το άρθρο 1 της ένατης οδηγίας της 26ης Ιουνίου 1978,... παρέχει την άδεια στα κράτη μέλη που αναφέρονται στο άρθρο αυτό να δέσουν σε εφαρμογή την οδηγία 77/388 το αργότερο την 1η Ιανουαρίου 1979».

2. Οι απόψεις των διαδίκων

Από όλες τις παρατηρήσεις προκύπτει ότι αποφασιστική σημασία αποδίδεται στο ερώτημα κατά πόσο η παράταση της προθεσμίας εκτέλεσης καλύπτει επίσης την περίοδο πριν από την έκδοση της ένατης οδηγίας ή αν αφορά μόνο την περίοδο μετά την έκδοση αυτή. Το ερώτημα αυτό αποκτά σημασία για το λόγο ότι ο μεσίτης ο ασχολούμενος με τη διαπραγμάτευση πιστώσεων έχει τη δυνατότητα να επικαλείται το άρθρο 13, μέρος Β, εδάφιο δ, αριθμός 1, της έκτης οδηγίας μόνο αν το κράτος μέλος δεν έχει εκπληρώσει την υποχρέωση του να εκτελέσει την οδηγία εντός της προθεσμίας που έχει οριστεί. Αν όμως η προθεσμία που έχει ταχθεί για την εκτέλεση παραταθεί, τότε δεν μπορεί πλέον να επικαλεστεί την εν λόγω διάταξη.

Η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη φρονεί ότι η θέση της κατά την εν λόγω περίοδο δεν μπορεί να έχει επηρεαστεί αρνητικά από την ένατη οδηγία, διότι θα είχε θιγεί αναδρομικά η νομική της κατάσταση, πράγμα που αντίκειται σε θεμελιώδεις αρχές του δικαίου.

Η ιταλική κυβέρνηση θεωρεί, όπως και η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, ότι από την πρακτική αποτελεσματικότητα της ένατης οδηγίας επιβάλλεται κατ' ανάγκη η παράταση να αφορά επίσης την περίοδο πριν ταχθεί η νέα προθεσμία. Μια τέτοια ερμηνεία έχει επιπλέον την έννοια ότι ένας ιδιώτης δεν μπορεί να επικαλείται την οδηγία κατά την περίοδο αυτή, τουλάχιστον εφόσον κανείς ειδικός κανόνας δεν έχει προβλεφθεί γι'αυτό. Αυτό δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση.

Η Επιτροπή διατύπωσε ένα συλλογισμό που προκαλεί έκπληξη. Και αυτή φρονεί επίσης ότι η ένατη οδηγία, αν ερμηνευθεί λογικά, πρέπει να θεωρηθεί ότι καλύπτει και την περίοδο πριν από την έκδοση της.

Η δυνατότητα να γίνεται επίκληση οδηγίας που δεν έχει εκτελεστεί εμπρόθεσμα από ένα κράτος μέλος δεν αποτελεί, κατά τη γνώμη της, δικαίωμα, αλλά μόνο νόμιμη προσδοκία ή δικαίωμα που συνήθως αποκαλείται έμμεσο. Η παράταση της προθεσμίας εκτέλεσης καταργεί αυτομάτως τη δυνατότητα του ιδιώτη να επικαλείται την οδηγία. Για το λόγο αυτό η παράταση της προθεσμίας εκτέλεσης καταργεί καταρχήν αναδρομικά, συνεχίζει η Επιτροπή, τα δικαιώματα των ιδιωτών σαν αυτά που εξετάζονται εν προκειμένω, εκτός αν επί του σημείου αυτού έχει γίνει ρητή επιφύλαξη. Κατά τη γνώμη της, αυτό πράγματι συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, διότι το Συμβούλιο περιέλαβε στα πρακτικά της συνεδρίασης του ερμηνευτική δήλωση με το περιεχόμενο αυτό. Κατά την προφορική συζήτηση η Επιτροπή επανέλαβε ρητά για μια ακόμη φορά την άποψη ότι στο προδικαστικό ερώτημα μπορεί να δοθεί μόνο καταφατική απάντηση βάσει της δήλωσης που περιέχεται στα εν λόγω πρακτικά. Την άποψη αυτή της Επιτροπής δεν θα μπορούσα να τη συμμεριστώ, όπως θα φανεί από τα παρακάτω. Η Επιτροπή, κατά την άποψη μου, εφάρμοσε εσφαλμένα τη νομολογία του Δικαστηρίου για την αναδρομικότητα στο κοινοτικό δίκαιο. Στη συνέχεια, κατά την εξέταση του ζητήματος αν η ένατη οδηγία είχε αναδρομική ισχύ, την αφετηρία πρέπει να αποτελέσει το κείμενο της ίδιας της οδηγίας. Οι δηλώσεις που περιέχονται στα πρακτικά συνεδρίασης του Συμβουλίου δεν είναι δημόσιες καταρχήν και δεν πρέπει, και μόνο για το λόγο αυτό, να λαμβάνονται υπόψη κατά την ερμηνεία. Επί του σημείου αυτού παραπέμπω και εγώ στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Sir Gordon Slynn στην υπόθεση 255/81, Grendel (Συλλογή 1982, σ. 2315), στις οποίες έγινε κατ' επανάληψη αναφορά κατά τη διάρκεια της διαδικασίας.

3. Εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος

Για να εξετάσω το ερώτημα που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο, ξεκινώ από το βασικό συλλογισμό ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου (υπόθεση 52/75, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Jurispr. 1976, σ. 277), είναι νόμιμη η πρακτική του Συμβουλίου να παρατείνει με νέα οδηγία την προθεσμία εκτέλεσης, εφόσον τα κράτη μέλη δεν είναι σε θέση να εκτελέσουν την οδηγία εντός της αρχικής προθεσμίας.

Η ένατη οδηγία εκδόθηκε στις 26 Ιουνίου 1978 και κοινοποιήθηκε στους παραλήπτες, όπως έχω ήδη αναφέρει, στις 30 Ιουνίου 1978.

Δυνάμει του άρθρου 191, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ, οι οδηγίες αρχίζουν να ισχύουν με την κοινοποίηση τους. Η ένατη οδηγία επομένως άρχισε να ισχύει στις 30 Ιουνίου 1978. Αν αποδειχθεί ότι στόχος της οδηγίας ήταν να επεκταθεί το περιεχόμενο της, δηλαδή η παράταση της προθεσμίας εκτέλεσης, και στο πρώτο εξάμηνο του 1978, τότε η οδηγία παράγει αποτελέσματα πριν αρχίσει να ισχύει, ή, με άλλα λόγια, έχει αναδρομική ισχύ.

Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η αρχή της ασφάλειας του δικαίου δεν επιτρέπει κατά γενικό κανόνα μια κοινοτική πράξη να παράγει αποτελέσματα πριν από την έκδοση της. Κατ' εξαίρεση βέβαια μπορεί να υπάρξει παρέκκλιση, όταν ένα τέτοιο αποτέλεσμα είναι αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και όταν η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων τυγχάνει της δέουσας προστασίας. Μεταξύ άλλων παραπέμπω σχετικά στις υποθέσεις 98/78, Räcke, και 99/78, Decker (Jurispr. 1979, σ. 80 και 108 αντίστοιχα), στις υποθέσεις 212 έως 217/80, Salumi (Συλλογή 1981, σ. 2748) καθώς και στις υποθέσεις 108/81, 110/81 και 114/81, Amylum, Roquette και Tunnel Refineries (Συλλογή 1982, σ. 3129, σ. 3177 και σ. 3205 αντίστοιχα).

Από τη νομολογία αυτή συνάγεται ότι πρέπει να εξετάζεται αφενός μεν αν η οδηγία αποβλέπει πράγματι και σαφώς να παραγάγει αποτελέσματα προτού τεθεί σε ισχύ, αφετέρου δε αν το αποτέλεσμα αυτό προσβάλλει τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη, δηλαδή — επαναλαμβάνοντας τους όρους που χρησιμοποίησε το Δικαστήριο στις υποθέσεις της ισογλυκόζης — «διέψευσε τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη» των ενδιαφερομένων, εν προκειμένω για απαλλαγή από το φόρο κύκλου εργασιών από την 1η Ιανουαρίου 1978.

4. Διαχρονικά αποτελέσματα της οδηγίας

Ξεκινώντας από τις αρχές της νομολογίας αυτής περί αναδρομικής ισχύος, είναι σαφές ότι το Δικαστήριο θεωρεί την αναδρομικότητα ως εξαίρεση από τον κανόνα, για την οποία έχουν άλλωστε σημασία και άλλες ακόμη προϋποθέσεις. Μια τέτοια εξαίρεση πρέπει να ερμηνεύεται στενά και πρέπει καταρχήν να προβλέπεται σαφώς. Έτσι στις πιο πάνω υποθέσεις Salumi το Δικαστήριο στη 12η σκέψη έκρινε ότι δεν μπορεί να αναγνωριστεί σε διατάξεις αναδρομικό αποτέλεσμα, εκτός αν στο συμπέρασμα αυτό οδηγούν αρκετά σαφείς ενδείξεις.

Για το λόγο αυτό αναλύω κατά πρώτο λόγο το κείμενο της ένατης οδηγίας. Η οδηγία αυτή αποτελείται από δύο άρθρα, τα εξής:

«Άρθρο 1

Κατά παρέκκλιση του άρθρου 1 της οδηγίας 77/388/ΕΟΚ παρέχεται η άδεια στη Δανία, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, στη Γαλλία, στην Ιρλανδία, την Ιταλία, στο Λουξεμβούργο και τις Κάτω Χώρες να δέσουν σε εφαρμογή την εν λόγω οδηγία το αργότερο την 1η Ιανουαρίου 1979.

Άρ9ρο 2

Η Δανία, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η Γαλλία, η Ιρλανδία, η Ιταλία, το Λουξεμβούργο και οι Κάτω Χώρες, είναι αποδέκτες της παρούσης οδηγίας.

'Έγινε στο Λουξεμβούργο, στις 26 Ιουνίου 1978.»

Από το κείμενο αυτό δεν προκύπτει ότι σκοπός της οδηγίας ήταν να παραγάγει αποτελέσματα πριν από την έναρξη της ισχύος της. Από τις αιτιολογικές σκέψεις δεν προκύπτει καθόλου ότι επιδιωκόταν ένα τέτοιο αποτέλεσμα. Ένας προνοητικός νομοθέτης θα έπρεπε να έχει περιλάβει ρητά μια σχετική διάταξη. Επειδή στην ίδια την οδηγία δεν υπάρχουν σαφή σημεία αναφοράς, από διάφορες πλευρές προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι η ανάγκη για πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας συνεπάγεται την αναδρομικότητα. Τεκμαίρεται ότι η νέα προθεσμία αρχίζει να τρέχει μετά τη λήξη της προηγούμενης. Παρόλο που η άποψη αυτή δεν στερείται πρακτικής αξίας, εντούτοις νομίζω ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Για μια ακόμη φορά παραπέμπω επί του σημείου αυτού στη νομολογία του Δικαστηρίου, την οποία μνημόνευσα προ ολίγου, σύμφωνα με την οποία πρέπει να υπάρχουν σαφείς ενδείξεις για να αναγνωριστεί κατ' εξαίρεση αναδρομικό αποτέλεσμα, προκειμένου να διασφαλιστεί η τήρηση των αρχών της ασφάλειας του δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, «δυνάμει των οποίων η κοινοτική νομοθεσία πρέπει να είναι σαφής και να δύναται να προβλεφθεί από τους πολίτες» (υποθέσεις Salumi). Λόγω της κατάστασης αυτής, πρέπει να εξεταστεί στη συνέχεια, βάσει των αρχών που υπέδειξε το Δικαστήριο, κατά πόσο στην περίπτωση που γίνεται επίκληση μιας διάταξης οδηγίας την οποία ένα κράτος μέλος δεν έχει εκτελέσει εμπρόθεσμα, μπορεί πράγματι να γίνει λόγος για έννομη κατάσταση που πρέπει να προστατεύεται.

5. Δικαιολογημένη εμπιστοσύνη

Με την απόφαση στην υπόθεση Becker (8/81), το Δικαστήριο προσδιόρισε τη νομική κατάσταση όσον αφορά το άρθρο 13, μέρος Β, εδάφιο δ, αριθμός 1, της έκτης οδηγίας σε περίπτωση που το κράτος μέλος δεν την έχει εκτελέσει εμπρόθεσμα. Το Δικαστήριο έκρινε ότι στην περίπτωση αυτή ο ιδιώτης μπορεί να επικαλεστεί απευθείας το άρθρο αυτό.

Ο βαθύτερος λόγος του διατακτικού αυτού, για το οποίο το Δικαστήριο παρέθεσε εκτεταμένες σκέψεις, είναι ότι το κράτος μέλος δεν μπορεί να οχυρώνεται πίσω από την παράβαση που έχει διαπράξει το ίδιο. Το Δικαστήριο έκρινε ρητά, μεταξύ άλλων, ότι «αυτή η ελάχιστη εγγύηση, που παρέχεται προς τους θιγομένους από το ανεκτέλεστο της οδηγίας πολίτες, απορρέει από το δεσμευτικό χαρακτήρα της υποχρεώσεως που επιβάλλεται στα κράτη μέλη από το άρθρο 189, εδάφιο 3, της Συνθήκης» (σκέψη 29).

Η νομική κατάσταση που προκύπτει από τα πιο πάνω είναι ότι μετά την παρέλευση της προθεσμίας εκτέλεσης ο ιδιώτης μπορεί να επικαλεστεί το αποτέλεσμα στο οποίο αποβλέπει η οδηγία είτε, σε περίπτωση εμπρόθεσμης εκτέλεσης, βάσει του εσωτερικού δικαίου είτε, σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης εκτέλεσης, βάσει της ίδιας οδηγίας.

Η νομική αυτί] κατάσταση εμπίπτει αναμφίβολα, κατά τη γνώμη μου, στο πεδίο εφαρμογής της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, την οποία έχει αναγνωρίσει το Δικαστήριο και η οποία πρέπει να τηρείται δεόντως όταν προσδίδεται αναδρομική ισχύς σε μια διάταξη.

Η ερμηνεία αυτή του άρθρου 13, μέρος Β, που είναι σύμφωνη με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Becker, ισχύει όχι μόνο για την περίοδο μετά τη λήξη της δεύτερης προθεσμίας εκτέλεσης την 1η Ιανουαρίου 1979, αλλά αναμφίβολα και για την περίοδο μετά τη λήξη της πρώτης προθεσμίας την 1η Ιανουαρίου 1978 και μέχρι την έναρξη της δεύτερης προθεσμίας στις 30 Ιουνίου 1978.

Σε διαφορετικό συμπέρασμα δεν είναι δυνατό να οδηγήσουν, κατά τη γνώμη μου, ούτε και πρακτικοί λόγοι σχετικά με την αποτελεσματικότητα της οδηγίας με την οποία παρατείνεται η προθεσμία.

Πρώτον, σε ερώτηση που του υπέβαλε το Δικαστήριο, ο εκπρόσωπος του Finanzamt της Κάτω Σαξωνίας απάντησε σαφώς ότι κατά την υπό εξέταση περίοδο ήταν υπερβολικά περιορισμένος ο αριθμός των περιπτώσεων στις οποίες οι φορολογούμενοι επικαλέστηκαν την οδηγία.

Αεντερον, πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη, κατά τη γνώμη μου, η ζημία που θα υποστούν αλλιώς οι φορολογούμενοι οι οποίοι βασιζόμενοι καλόπιστα στην οδηγία δεν χρέωσαν με το φόρο τους πελάτες τους και ασφαλώς δεν μπορούν να το κάνουν εκ των υστέρων.

Τρίτον, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη θα μπορούσαν βέβαια να προβλέψουν πολύ νωρίτερα ότι ήταν αδύνατο να εκτελέσουν την εν λόγω οδηγία εντός της προθεσμίας που έτασσε. Αν είχαν ασκήσει νωρίτερα πίεση στην Επιτροπή για να παρατείνει την προθεσμία, θα είχαν αποφύγει τα προβλήματα που ανακύπτουν τώρα — το μέγεθος των οποίων όμως, όπως έχω ήδη αναφέρει, φαίνεται να είναι μηδαμινό.

Τέλος, δεν πρέπει να λησμονείται ότι στην περίπτωση που κάποιο κράτος μέλος έχει ανάγκη δεύτερης παράτασης της προθεσμίας που ορίζει μια οδηγία, τότε η δεύτερη οδηγία περί παράτασης θα μπορούσε να δημιουργήσει, σε περιπτώσεις όπως η προκειμένη και σε σχέση με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Becker, σχεδόν άλυτο νομικό χάος. Όσον αφορά συγκεκριμένα τις οδηγίες περί φόρου κύκλου εργασιών, κατά το παρελθόν έχουν χορηγηθεί συχνά τέτοιες επανειλημμένες παρατάσεις.

6. Συμπέρασμα

Βάσει των πιο πάνω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι, πρώτον, αφού δεν υπάρχει σαφής διάταξη ή ένδειξη για αναδρομική ισχύ, η ένατη οδηγία δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παρήγε αποτελέσματα πριν αρχίσει να ισχύει.

Δεύτερον, ο ιδιώτης μπορεί να βασίζεται στη νομική κατάσταση που δημιουργεί η δυνατότητα επικλήσεως της οδηγίας σε περίπτωση που το κράτος μέλος δεν την έχει εκτελέσει εμπρόθεσμα, νομική κατάσταση η οποία, δυνάμει της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, πρέπει να προστατεύεται.

Υπό αυτή την οπτική γωνία προτείνω να δοθεί καταφατική απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο.

Προτού περατώσω τις προτάσεις μου θα ήθελα ακόμη, παρόλο που δεν έγινε σχετικά λόγος στη διαδικασία, να θίξω το ζήτημα μέχρι πότε ο ιδιώτης μπορούσε να επικαλείται την εν λόγω διάταξη της οδηγίας. Μπορούσε να την επικαλείται μέχρι την κοινοποίηση της ένατης οδηγίας στο κράτος μέλος (30. 6. 1978) ή μέχρι τη δημοσίευση της στην Επίσημη Εφημερίδα (19 7. 1978), οπότε οι ιδιώτες μπορούσαν να λάβουν γνώση;

Είναι βέβαια γνωστό ότι δυνάμει του άρθρου 191, δεύτερη παράγραφος, κάθε οδηγία αρχίζει να ισχύει με την κοινοποίηση της στον αποδέκτη της και ότι η δημοσίευση της δεν συνιστά προϋπόθεση από την άποψη αυτή, όπως συμβαίνει με τους κανονισμούς. Πα να είναι πλήρεις οι προτάσεις μου δεν 9έλω να θίξω το ζήτημα πότε άρχισε να ισχύει η ένατη οδηγία, αλλά πότε το κράτος μέλος, μετά την περίοδο κατά την οποία τέλεσε την παράβαση λόγω της μη εμπρόθεσμης εκτέλεσης, μπορεί να αντιτάξει στον ιδιώτη την παράταση της προθεσμίας και επομένως την παύση της παράβασης του. Σε τελευταία ανάλυση, σύμφωνα με «θεμελιώδη αρχή της κοινοτικής έννομης τάξης,

μια πράξη που προέρχεται από τις δημόσιες αρχές δεν μπορεί να αντιτάσσεται στους ιδιώτες πριν τους παρασχεθεί η δυνατότητα να λάβουν γνώση της», όπως έκρινε το Δικαστήριο στις υποθέσεις που έχω ήδη αναφέρει Racke και Decker. Παραπέμπω επιπλέον στην υπόθεση 76/79, Kònecke, (Jurispr. 1980, σ. 676).

Επομένως, κατά τη γνώμη μου, ο ιδιώτης μπορούσε καταρχήν να επικαλεστεί την εν λόγω διάταξη της έκτης οδηγίας μέχρι τη δημοσίευση της ένατης οδηγίας.

Εφόσον το εθνικό δικαστήριο ερωτά ρητά το Δικαστήριο σχετικά με τη χρονική περίοδο μεταξύ 1ης Ιανουαρίου και 30ής Ιουνίου 1978 και εφόσον το ζήτημα που προανέφερα δεν συζητήθηκε καθόλου κατά τη διαδικασία, προτείνω να δο3εί στο ερώτημα η ακόλουθη απάντηση :

«Για τις εμπορικές πράξεις που διενήργησε μεταξύ 1ης Ιανουαρίου και 30ής Ιουνίου 1978, ο μεσίτης διαπραγματεύσεως πιστώσεων μπορούσε να επικαλεστεί τη διάταξη για την απαλλαγή από το φόρο κύκλου εργασιών των πράξεων μεσιτείας πιστώσεων, απαλλαγή που προβλέπεται στο άρθρο 13, μέρος Β, εδάφιο δ, αριθμός 1, της έκτης οδηγίας του Συμβουλίου περί ΦΠΑ, σε περίπτωση μη εκτελέσεως της οδηγίας αυτής από το κράτος μέλος και εφόσον ο μεσίτης δεν είχε επιρρίψει το φόρο αυτό στους πελάτες του.»


( 1 ) Μετάφραση από τα ολλανδικά.