Στην υπόθεση 88/82,

που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Corte suprema di cassazione της Ιταλίας προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ

Amministrazione delle finanze, εκπροσωπούμενης από τον υπουργό,

και

Armando και Ottavio Leonelli

η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 15 της οδηγίας 71/118 του Συμβουλίου, της 15ης Φεβρουαρίου 1971, περί υγειονομικών προβλημάτων στον τομέα των συναλλαγών νωπών κρεάτων πουλερικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 116),

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

συγκείμενο από τους J. Mertens de Wilmars, πρόεδρο, P. Pescatore, A. O'Keeffe και U. Everling, προέδρους τμήματος, Mackenzie Stuart, G. Bosco, T. Koopmans, O. Due και K. Bahlmann, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: G. Reischl

γραμματέας: H. A. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως

εκδίδει την ακόλουθη

ΑΠΟΦΑΣΗ

Περιστατικά

Τα περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν δυνάμει του άρθρου 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ. συνοψίζονται ως εξής:

Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία

1.

Η κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα του κρέατος πουλερικών, που σήμερα ρυθμίζεται από τον κανονισμό 2777/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/014, σ. 71), ρυθμιζόταν τότε που συνέβησαν τα επίδικα περιστατικά από τον κανονισμό 123/67 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1967. Το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού — που στην ουσία είναι το ίδιο με το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 2777/75 — ορίζει τα εξής:

«Εκτός αντιθέτων διατάξεων του παρόντος κανονισμού ή παρεκκλίσεως που αποφάσισε το Συμβούλιο προτάσει της Επιτροπής και σύμφωνα με τη διαδικασία ψήφου που προβλέπεται στο άρδρο 43, παράγραφος 2, της συνθήκης, απαγορεύονται:

η είσπραξη παντός δασμού ή φορολογικής επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος,

η εφαρμογή παντός ποσοτικού περιορισμού ή μέτρου ισοδυνάμου αποτελέσματος, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του πρωτοκόλλου που αφορά το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου

...»

Εξάλλου, η οδηγία 71/118 του Συμβουλίου, της 15ης Φεβρουαρίου 1971, περί υγειονομικών προβλημάτων στον τομέα των συναλλαγών νωπών κρεάτων πουλερικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 116), έχει σκοπό να επιτευχθεί η ομοιομορφία των όρων υγιεινής των κρεάτων πουλερικών στα σφαγεία, καθώς και των όρων εναποθηκεύσεως και μεταφοράς τους. Σε ό,τι αφορά τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές, η οδηγία. προβλέπει κυρίως ότι το κράτος μέλος αποστολής εκδίδει πιστοποιητικό καταλληλότητας, το οποίο παρέχει στις αρχές του κράτους μέλους προορισμού τη διαβεβαίωση ότι ορισμένο φορτίο ανταποκρίνεται στις διατάξεις της οδηγίας. Ως προς τις εισαγωγές από τρίτες χώρες το άρθρο 15 της οδηγίας ορίζει τα εξής:

«Μέχρις ενάρξεως ισχύος των κοινοτικών διατάξεων περί εισαγωγών νωπών κρεάτων πουλερικών προελεύσεως τρίτων χωρών, τα κράτη μέλη εφαρμόζουν στις εισαγωγές αυτές διατάξεις τουλάχιστον αντίστοιχες με αυτές που προκύπτουν από την παρούσα οδηγία.»

Το άρθρο 16 της ίδιας οδηγίας είναι διατυπωμένο ως εξής:

«Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 14, τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, προκειμένου να συμμορφωθούν με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας και των παραρτημάτων της:

α)

όσον αφορά τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές: εντός δύο ετών μετά την κοινοποίηση της οδηγίας

β)

όσον αφορά τα νωπά κρέατα πουλερικών που ελήφθησαν και ετέθησαν σε κυκλοφορία στο έδαφος τους: εντός προθεσμίας κατ' ανώτατο όριο πέντε ετών από της κοινοποιήσεως της οδηγίας

...»

2.

Οι Ottavio και Armando Leonelli ενήγαγαν ενώπιον του tribunale της Τεργέστης την Amministrazione delle finanze dello Stato και ζήτησαν την καταδίκη της σε επιστροφή των όσων οί ίδιοι είχαν καταβάλει ως τέλη υγειονομικού ελέγχου για τις εισαγωγές πουλερικών και άλλων ζώων ορνιθώνα που είχαν πραγματοποιήσει μεταξύ 1968 και 1975 από την Ουγγαρία, ισχυριζόμενοι ότι τα τέλη αυτά δεν έπρεπε να επιβληθούν, λόγω της σχετικής απαγορεύσεως που είχε θεσπιστεί με τον κανονισμό 123/67 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1967, όπως ερμηνεύεται υπό το φως της αποφάσεως της 5ης Φεβρουαρίου 1976 (Bresciani, 87/75, Race. 1976, σ. 129).

Το tribunale της Τεργέστης δέχτηκε την αγωγή και με απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 1977 καταδίκασε την Amministrazione delle finanze να επιστρέψει στους ενάγοντες το ποσό των 23938555 λιρετών (LIT). Το Εφετείο Τεργέστης, με απόφαση της 17ης Μαρτίου 1979, επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση.

Η Amministrazione delle finanze άσκησε στη συνέχεια αναίρεση, επικαλούμενη την απόφαση της 28ης Ιουνίου 1978 (Simmenthai, 70/77, Race. 1978, σ. 1453), στην οποία το Δικαστήριο έκρινε ρητά ότι είναι νόμιμα τα τέλη υγειονομικού ελέγχου που επιβάλλονται στις εισαγωγές από τρίτες χώρες.

Ενώπιον του Corte suprema di cassazione οι Leonelli επικαλέστηκαν την απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 1980 (Wigei, 30/79, Race. 1980, σ. 151). Στην απόφαση αυτή το Δικαστήριο δέχτηκε βέβαια ότι υπό ορισμένες προϋποθέσεις είναι νόμιμη η επιβολή τελών κατ' εφαρμογή του άρθρου 15 της οδηγίας 71/118, δικαιολόγησε όμως την επιβολή αυτή με βάση το γεγονός ότι η διάταξη αυτή υποχρεώνει τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν στις εισαγωγές από τις τρίτες χώρες διατάξεις «τουλάχιστον αντίστοιχες» με τις διατάξεις που προκύπτουν από την ίδια αυτή οδηγία στον τομέα των ενδοκοινοτικών συναλλαγών. Οι Leonelli όμως ισχυρίζονται ότι κατά το χρόνο των περιστατικών η Ιταλική Δημοκρατία δεν είχε ακόμη αρχίσει να εφαρμόζει την οδηγία στις ενδοκοινοτικές συναλλαγές.

3.

Το Corte suprema di cassazione, επειδή έκρινε ότι η διαφορά έθετε προβλήματα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, αποφάσισε, με διάταξη της 15ης Μαΐου 1981, να αναβάλει τη δίκη και να υποβάλει στο Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ, το ακόλουθο ερώτημα:

«Το Corte suprema di cassazione αναβάλλει τη δίκη και παραπέμπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της συνθήκης της Ρώμης, στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων το ζήτημα της ερμηνείας του άρ9ρου 15 της οδηγίας 71/118 του Συμβουλίου, περί υγειονομικών προβλημάτων στον τομέα των συναλλαγών νωπών κρεάτων πουλερικών, για να αποφανθεί αν η παρέκκλιση την οποία θεσπίζει η διάταξη αυτή ως προς την απαγόρευση επιβολής άλλων δασμών, εκτός από όσους αναφέρονται στο Κοινό Δασμολόγιο, και εσωτερικών επιβαρύνσεων ισοδύναμου αποτελέσματος (απαγόρευση που προβλέπεται από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 123, της 13ης Ιουνίου 1967, περί κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα του κρέατος πουλερικών) και συνεπώς και η δυνατότητα των κρατών μελών να εξακολουθήσουν νόμιμα να απαιτούν τα εν λόγω τέλη υπόκειται επί πλέον στην προϋπόθεση το κράτος να έχει ήδη θεσπίσει τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, προκειμένου να συμμορφωθεί με την ανωτέρω οδηγία.»

Στο σκεπτικό της διατάξεως αναφέρεται ότι από τη σχέση μεταξύ των άρθρων 15 και 16 της οδηγίας 71/118 γεννιούνται αμφιβολίες ως προς το ζήτημα αν η δυνατότητα παρεκκλίσεως από την απαγόρευση επιβολής τελών υγειονομικού ελέγχου υπόκειται πράγματι και στην προϋπόθεση το κράτος μέλος να έχει ήδη λάβει τα αναγκαία μέτρα για τη συμμόρφωση του με τις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας, προϋπόθεση που δεν υπήρχε στην Ιταλία κατά το χρόνο των πραγματικών περιστατικών.

4.

Η διάταξη περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 12 Μαρτίου 1982.

Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν ο Armando Leonelli, εκπροσωπούμενος από το Mario Simonazzi, δικηγόρο Μιλάνου, και τον Guido Sadar, δικηγόρο Τεργέστης, η ιταλική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από το Sergio Laporta, avvocato dello Stato, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το νομικό σύμβουλο της Gianluigi Campogrande.

Το Δικαστήριο, μετά από έκθεση του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.

II — Γραπτές παρατηρήσεις

1.

Ο Leonelli υποστηρίζει ότι η απαγόρευση, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 2, των κανονισμών 123/67 και 2777/75, επιβολής δασμών ή φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδύναμου αποτελέσματος στις συναλλαγές με τις τρίτες χώρες ισχύει, εφόσον τα κράτη μέλη δεν έχουν λάβει ακόμη τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή των παρεκκλίσεων που προβλέπονται από την οδηγία 71/118, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 75/431 του Συμβουλίου, της 10ης Ιουλίου 1975 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ.36).

Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, αποτελούν επιβαρύνσεις αποτελέσματος ισοδύναμου με δασμούς όλες οι χρηματικές επιβαρύνσεις που επιβάλλονται για λόγους υγειονομικού ελέγχου των προϊόντων που εισάγονται από τρίτες χώρες, εκτός αν εντάσσονται σε ένα γενικό σύστημα εσωτερικών τελών που επιβαρύνουν συστηματικά τα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα με βάση τά ίδια κριτήρια και στην ίδια φάση της εμπορίας τους (απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 1976, Bresciani, 87/75, Race. σ. 129 απόφαση της 28ης Ιουνίου 1978, Simmenthai, 70/77, Race, σ. 1453).

Το Δικαστήριο έχει πάντως δεχτεί ότι είναι δυνατή, δυνάμει του άρθρου 15 της οδηγίας 71/118, η επιβολή αυστηρότερων ελέγχων στο εμπόριο με τις τρίτες χώρες (απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 1980, Wigei, 30/79, Racco. 151).

Με βάση τη νομολογία αυτή, πρέπει να δοθεί η εξής απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα:

«Παρά το ότι το άρθρο 15 της οδηγίας 71/118/ΕΟΚ θεσπίζει, ως προς την επιβολή τελών υγειονομικού ελέγχου για τα νωπά κρέατα πουλερικών ορνιθώνα που εισάγονται από τρίτες χώρες, παρέκκλιση από την απαγόρευση επιβολής επιβαρύνσεων ισοδύναμου αποτελέσματος που προβλέπεται στο άρθρο 11 του κανονισμού 123/67, η παρέκκλιση αυτή δεν μπορεί να αρχίσει να ισχύει πριν τα κράτη μέλη επιτύχουν την ομοιόμορφη εφαρμογή των διατάξεων της εν λόγω οδηγίας, οπωσδήποτε δε όχι πριν από την 1η Ιανουαρίου 1977, ημερομηνία κατά την οποία πρέπει, σύμφωνα με την οδηγία 75/431, τα κράτη μέλη να έχουν θέσει σε ισχύ τις απαραίτητες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για τη συμμόρφωση τους με την εν λόγω οδηγία.»

Για να αποδείξει το βάσιμο της προτάσεως του αυτής, ο Leonelli υπογραμμίζει το χαρακτήρα του άρθρου 15 της οδηγίας 71/118 ως παρεκκλίσεως. Το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 12 της οδηγίας 75/431, που κάνει λόγο για «θέση σε εφαρμογή» (και όχι για «έναρξη ισχύος») των κοινοτικών διατάξεων σχετικά με τις εισαγωγές νωπών κρεάτων πουλερικών προελεύσεως τρίτων χωρών.

Η τελευταία αυτή οδηγία τροποποίησε ριζικά την οδηγία 71/118, ορίζοντας ιδίως συμπληρωματικές προθεσμίες για την εφαρμογή της οδηγίας 71/118, που έληγαν στις 15 Αυγούστου 1977 το νωρίτερο και στις 15 Αυγούστου 1981 το αργότερο. Με άλλα λόγια, το Συμβούλιο, επιδιώκοντας την προσέγγιση των νομοθεσιών και των διαρθρώσεων που υπήρχαν στα διάφορα κράτη μέλη, έδωσε στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να παρεκκλίνουν από τις προθεσμίες που είχαν ταχθεί. Με αυτό τον τρόπο τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να πραγματοποιήσουν τις επιβαλλόμενες προσαρμογές, ενώ ταυτόχρονα καθιερωνόταν και κοινοτικός έλεγχος για την εξακρίβωση της ομοιόμορφης εφαρμογής των επιβαλλόμενων μέτρων σε όλα τα κράτη μέλη.

Στη συνέχεια ο Leonelli κάνει μια επισκόπηση των μέτρων που έλαβε η Ιταλία για να εκτελέσει τις οδηγίες 71/118 και 75/431. Η θέσπιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων άρχισε με το προεδρικό διάταγμα 1000, της 12ης Νοεμβρίου 1976, και συμπληρώθηκε με τις υπουργικές αποφάσεις της 7ης Σεπτεμβρίου 1977 και της 25ης Ιουλίου 1979, που αφορούσαν την εφαρμογή του άρθρου 3 του προεδρικού διατάγματος 1000.

Από τη νομοθεσία αυτή συνάγεται ότι το ιταλικό κράτος είχε τάξει, για την εφαρμογή των διατάξεων που προέβλεπαν οι οδηγίες 71/118 και 75/431, προθεσμίες που έληγαν μέχρι τις 15 Αυγούστου 1979 και σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις μέχρι τις 15 Αυγούστου 1981. Ο Leonelli ισχυρίζεται ότι η Ιταλία είχε επομένως πραγματοποιήσει τις αναγκαίες προσαρμογές της νομοθεσίας της πριν από την 1η Ιανουαρίου 1977, αλλά αργότερα επέβαλε προθεσμίες για την εφαρμογή των κοινοτικών διατάξεων.

Κατά συνέπεια, η οδηγία 71/118 δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην προκειμένη υπόθεση, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την πολύπλοκη κοινοτική διαδικασία που θεσπίζει. Πράγματι, οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την οδηγία αυτή δεν ισχύουν πριν μπορέσουν τα κράτη μέλη να συμμορφωθούν με τις διατάξεις της μεταγενέστερης οδηγίας 75/431. Σε ό,τι αφορά ειδικότερα την Ιταλία, οι δύο οδηγίες δεν θα άρχιζαν να ισχύουν πριν από την προσαρμογή της εσωτερικής ιταλικής έννομης τάξης σύμφωνα με τις οδηγίες αυτές, δηλαδή το νωρίτερο την 1η Ιανουαρίου 1977.

Κατά τον Leonelli, η πρόταση του επιρρωνύεται και από την απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 1980 (Wigei, αναφέρδηκε παραπάνω), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι «το κοινοτικό δίκαιο δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να δείχνουν στις σχέσεις τους με τις τρίτες χώρες την ίδια εμπιστοσύνη που ... πρέπει να χαρακτηρίζει τις σχέσεις μεταξύ κρατών μελών». Αφού οι οδηγίες προβλέπουν ότι οι υγειονομικοί έλεγχοι των προϊόντων που εισάγονται από τις τρίτες χώρες πρέπει να είναι τουλάχιστον το ίδιο αυστηροί με τους ελέγχους που επιβάλλουν οι οδηγίες για τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές, οι έλεγχοι αυτοί δεν 9α μπορέσουν να αρχίσουν να πραγματοποιούνται, παρά μόνο όταν τα κράτη μέλη 9α έχουν επιφέρει με ενιαίο τρόπο τις αναγκαίες τροποποιήσεις στο νομικό και στο διαρθρωτικό πεδίο.

2.

Η ιταλική κνοέρνηση διευκρινίζει ότι το προδικαστικό ερώτημα αφορά κατ' ουσία το ζήτημα αν η παρέκκλιση που 9εσπίζει το άρθρο 15 της οδηγίας 71/118 και η επιβολή συνεπώς τελών υγειονομικού ελέγχου υπόκεινται σε ορισμένες προϋποθέσεις. Παρατηρεί δε σχετικά ότι οι αμφιβολίες που εκφράζονται στη διάταξη περί παραπομπής βασίζονται σε δύο σκέψεις.

Η πρώτη αφορά την αναγκαία δήθεν σχέση μεταξύ των άρθρων 15 και 16 της εν λόγω οδηγίας, δηλαδή ότι η εφαρμογή στις εισαγωγές προελεύσεως τρίτων χωρών «διατάξεων τουλάχιστον αντίστοιχων» προϋποθέτει τη θέσπιση προηγουμένως από το κράτος μέλος των αναγκαίων κανόνων για την προσαρμογή της εσωτερικής νομοθεσίας του σύμφωνα με την οδηγία.

Η ιταλική κυβέρνηση ανασκευάζει την άποψη αυτή, επικαλούμενη πρώτα απ' όλα την ερμηνεία που έδωσε το Δικαστήριο στο άρθρο 15 της οδηγίας 71/118 στην υπόθεση 30/79 (Wigei, αναφέρθηκε παραπάνω). Ο γενικός εισαγγελέας στην υπόθεση αυτή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει αρχή του κοινοτικού δικαίου που να απαγορεύει τις διακρίσεις εις βάρος των τρίτων χωρών.

Εξάλλου, εφόσον οι διατάξεις της οδηγίας αφορούν τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές και τα κράτη μέλη έχουν την υποχρέωση να συμμορφωθούν με τους κανόνες της οδηγίας μόνο ως προς τον τομέα αυτό, η λογική συνέπεια των παραπάνω είναι ότι δεν υπάρχει καμιά σχέση μεταξύ της προσαρμογής του εσωτερικού δικαίου προς την οδηγία και της εφαρμογής μέτρων υγειονομικού ελέγχου επί των εισαγωγών από τις τρίτες χώρες.

Η ιταλική κυβέρνηση ισχυρίζεται επίσης ότι το άρθρο 15 της οδηγίας 71/118 δεν προσδιορίζει τους τρόπους ελέγχου των εισαγωγών από τις τρίτες χώρες. Κατά συνέπεια, κάθε κράτος μέλος έχει πλήρη ελευθερία στην οργάνωση του ελέγχου αυτού, ο μόνος δε περιορισμός της διακριτικής εξουσίας του συνίσταται στο ότι ο έλεγχος των εισαγωγών προελεύσεως τρίτων χωρών δεν πρέπει να πραγματοποιείται υπό ευνοϊκότερες συνθήκες.

Οι παραπάνω σκέψεις επιβεβαιώνονται από την απόφαση στην υπόθεση 70/77 (Simmenthal, αναφέρθηκε παραπάνω), με την οποία αναγωρίστηκε μεταξύ άλλων ότι το άρθρο 15 της οδηγίας 71/118 βασίζεται στην αρχή του μη επιτρεπτού των διακρίσεων. Αυτή η γενικής ισχύος αρχή έχει σκοπό προφανώς να εξασφαλίσει προσωρινά, μέχρι να καθιερωθεί κοινοτική ρύθμιση για τους ελέγχους των εισαγωγών προελεύσεως τρίτων χωρών, οτι δεν θα υπάρχει δυσμενέστερη μεταχείριση των επιχειρηματιών που διαθέτουν στην αγορά προϊόντα κοινοτικής καταγωγής έναντι των ανταγωνιστών τους που εισάγουν τα ίδια προϊόντα από τρίτες χώρες. Η αρχή αυτή επομένως περιλαμβάνει και τη δυνατότητα επιβολής τελών λόγω υγειονομικών ελέγχων στα εξωτερικά σύνορα της Κοινότητας, χωρίς να είναι απαραίτητο να τηρούνται κατά τους ελέγχους αυτούς όσα ακριβώς προβλέπονται για τους αντίστοιχους ελέγχους που πραγματοποιούνται στα εμπορεύματα προελεύσεως κρατών μελών.

Η δεύτερη σκέψη της διατάξεως περί παραπομπής αναφέρεται σε ορισμένες σκέψεις της αποφάσεως Simmenthai, που αναφέρθηκε παραπάνω, σύμφωνα με τις οποίες οι παρεκκλίσεις από την απαγόρευση επιβολής φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδύναμου αποτελέσματος θα ισχύσουν μόνο αφού τα κράτη μέλη μπορέσουν να οργανώσουν τους υγειονομικούς ελέγχους των εισαγωγών προελεύσεως τρίτων χωρών σύμφωνα με σχετική οδηγία του Συμβουλίου.

Η ιταλική κυβέρνηση αμφισβητεί το βάσιμο και της σκέψης αυτής. Παραπέμπει δε σχετικά σε μια άλλη σκέψη της ίδιας απόφασης (σκέψη 59), στην οποία το Δικαστήριο έκρινε, ως προς μία διάταξη που ήταν παρόμοια με το άρθρο 15 της οδηγίας 71/118, ότι η διάταξη εκείνη, αν και περιέχεται σε οδηγία που αφορά τους υγειονομικούς ελέγχους στις ενδοκοινοτικές συναλλαγές, «έχει σαν ειδικό αντικείμενο να καθιερώσει προσωρινά, μέχρι να εφαρμοστεί το κοινοτικό σύστημα για τις εισαγωγές προελεύσεως τρίτων χωρών, έναν κανόνα που να εφαρμόζεται στα εθνικά συστήματα που ισχύουν ακόμα, ώστε τα συστήματα αυτά να μην είναι λιγότερο αυστηρά ή λιγότερο επαχθή από το σύστημα ελέγχου που προβλέπει η οδηγία για τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές».

Η ιταλική κυβέρνηση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το ζήτημα αν η επιβολή τελών υγειονομικού ελέγχου στις εισαγωγές είναι νόμιμη δεν εξαρτάται από τη θέσπιση εσωτερικών κανόνων για την προσαρμογή του ιταλικού δικαίου στην οδηγία 71/118. Πρέπει επίσης να σημειωθεί επικουρικά ότι από το προεδρικό διάταγμα 1000, της 12ης Νοεμβρίου 1976 — από το οποίο συνάγεται, κατά τη διάταξη περί παραπομπής, ότι δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του άρθρου 15 της εν λόγω οδηγίας — φαίνεται αντίθετα σαφώς ότι το άρθρο 16 της οδηγίας αυτής είχε αρχίσει να εφαρμόζεται, αφού η παράταση της προθεσμίας, που χορηγήθηκε μεταξύ άλλων για την προσαρμογή των σφαγείων και την υγειονομική εξέταση των προϊόντων, δεν αφορούσε τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές.

Βάσει των σκέψεων αυτών, η ιταλική κυβέρνηση προτείνει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα:

«Η εφαρμογή της παρεκκλίσεως που θεσπίζει το άρθρο 15 της οδηγίας 71/118 ως προς την απαγόρευση που προβλέπει το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 123, της 13ης Ιουνίου 1967, δεν υπόκειται σε καμία άλλη προϋπόθεση εκτός από την έναρξη της ισχύος των κοινοτικών διατάξεων σχετικά με τον υγειονομικό έλεγχο των συναλλαγών κρεάτων πουλερικών ορνιθώνα μεταξύ κρατών μελών.»

3.

Η Επιτροπή διευκρινίζει ευθύς εξαρχής ότι η Ιταλική Δημοκρατία έχει μεταφέρει την οδηγία 71/118 στο εσωτερικό της δίκαιο κατά τρόπο ατελή και ανεπαρκή. Για το λόγο αυτόν η Επιτροπή έχει κινήσει κατά της Ιταλίας τη διαδικασία λόγω παραβάσεως.

Η Επιτροπή παρατηρεί ότι η κύρια δίκη αφορά εισαγωγές ζωντανών πουλερικών και άλλων ζωντανών ζώων ορνιθώνα, ενώ η οδηγία 71/118/ΕΟΚ, καθώς και η μεταγενέστερη οδηγία 75/431 αφορούν μόνο υγειονομικά προβλήματα που παρουσιάζονται στις συναλλαγές νωπών κρεάτων πουλερικών ορνιθώνα. Από τους κανονισμούς όμως 123/67 και 2777/75, καθώς και από την οδηγία 71/118, συνάγεται ότι οι έννοιες «πουλερικά» και «νωπά κρέατα πουλερικών» είναι δύο ξεχωριστές έννοιες, η έννοια «νωπά κρέατα» επομένως δεν καλύπτει τα ζωντανά ζώα. Κατά συνέπεια, η διάταξη του άρθρου 15 της οδηγίας 71/118 δεν εφαρμόζεται στα προϊόντα αυτά.

Αντίθετα, οι συναλλαγές με τις τρίτες χώρες που αφορούν ζωντανά πουλερικά ορνιθώνα διέπονται αποκλειστικά και μόνο από τον κανονισμό 123/67, όπως αντικακαταστάθηκε από την 1η Νοεμβρίου 1975 από τον κανονισμό 2777/75, ειδικότερα δε, σε ό,τι αφορά την παρούσα υπόθεση, από το άρθρο 11, παράγραφος 2, των κανονισμών αυτών. Οι διατάξεις αυτές απαγορεύουν την επιβολή οποιουδήποτε δασμού ή φόρου ισοδύναμου αποτελέσματος στις συναλλαγές με τις τρίτες χώρες που αφορούν προϊόντα που διέπονται από τους δύο αυτούς κανονισμούς.

Η Επιτροπή προσθέτει ότι ο κανόνας αυτός μετριάζεται από την ευχέρεια που παρέχεται στο Συμβούλω να θεσπίζει παρεκκλίσεις, το Συμβούλιο όμως δεν έχει ασκήσει την ευχέρεια αυτή για τις συναλλαγές ζωντανών πουλερικών ορνιθώνα. Κατά συνέπεια, πρέπει να θεωρηθεί ότι από τις 20 Ιουνίου 1967, ημέρα ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού 123/67, απαγορεύονται τα τέλη υγειονομικού ελέγχου που επιβάλλονται μόνο κατά την εισαγωγή των προϊόντων αυτών και δεν περιλαμβάνονται επομένως σε κανένα φορολογικό σύστημα εσωτερικών τελών κατά την έννοια του άρθρου 95 της συνθήκης.

Η Επιτροπή πάντως αναπτύσσει συμπληρωματικά την επιχειρηματολογία της ως προς την ερμηνεία του άρθρου 15 της οδηγίας 71/118.

Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η απαγόρευση επιβολής φορολογικών επιβαρύνσεων αποτελέσματος ισοδύναμου με δασμούς στις συναλλαγές με τις τρίτες χώρες δεν στηρίζεται σε καμιά ειδική διάταξη της συνθήκης, αλλά σε λόγους σκοπιμότητας. Το Συμβούλιο απαγορεύει κατά σύστημα την επιβολή οποιουδήποτε δασμού ή επιβαρύνσεως ισοδύναμου αποτελέσματος σε όλους τους βασικούς κανονισμούς οι οποίοι θεσπίζουν οργανώσεις αγορών.

Σε ό,τι αφορά την παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο έκρινε ότι υπό ορισμένες προϋποθέσεις είναι νόμιμα τα χρηματικά τέλη που επιβάλλονται για την πραγματοποίηση των υγειονομικών ελέγχων στις εισαγωγές προελεύσεως τρίτων χωρών. Στο σημείο αυτό μάλιστα διέκρινε μεταξύ τελών για κοινοτικούς ελέγχους και τελών για εθνικούς ελέγχους.

α)

Ως προς τους κοινοτικούς ελέγχους, τους ελέγχους δηλαδή που επιβάλλουν οι οδηγίες, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι τα τέλη ελέγχου δεν μπορούν να επιβληθούν πριν τα κράτη μέλη πραγματοποιήσουν τους ειδικούς ελέγχους που επιβάλλονται από την οδηγία και προκαλούν τα έξοδα αυτά (απόφαση στην υπόθεση 70/77, Simmenthal).

β)

Ως προς τους εθνικούς ελέγχους, τους ελέγχους δηλαδή που πραγματοποιούνται με σκοπό τη συμμόρφωση προς τις διατάξεις των οδηγιών, το Δικαστήριο περιορίστηκε να αποφανθεί ότι τα εισπραττόμενα τέλη δεν πρέπει να υπερβαίνουν το κόστος του ελέγχου και ότι οι έλεγχοι πρέπει να εξασφαλίζουν την ίση μεταχείριση των επιχειρηματιών που διαθέτουν στην αγορά προϊόντα κοινοτικής προελεύσεως και των ανταγωνιστών τους που εισάγουν προϊόντα από τις τρίτες χώρες. Επειδή η κοινοτική νομοθεσία δεν ορίζει τίποτα για το περιεχόμενο και τους τρόπους διεξαγωγής του δεύτερου αυτού είδους ελέγχου, τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να τους οργανώσουν κατά την κρίση τους, υπό την προϋπόθεση πάντως, αφενός μεν, ότι οι έλεγχοι αυτοί και τα σχετικά τέλη είναι τουλάχιστον αντίστοιχα με όσα επιβάλλουν οι κοινοτικές οδηγίες που αφορούν τα υγειονομικά προβλήματα που παρουσιάζονται στις ενδοκοινοτικές συναλλαγές γεωργικών προϊόντων, αφετέρου δε, ότι δεν πρόκειται για «υπερβολικούς και χωρίς λόγο αυστηρούς ελέγχους και για τέλη που δεν αναλογούν στο κόστος των ελέγχων» (απόφαση στην υπόθεση 30/79 Wigei).

Σε ό,τι αφορά το προδικαστικό ερώτημα, δηλαδή το ζήτημα αν οι εθνικοί έλεγχοι υπόκεινται και αυτοί στην προϋπόθεση τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν ήδη ελέγχους στις ενδοκοινοτικές συναλλαγές, η Επιτροπή παρατηρεί ότι η ίδια η οδηγία 71/118 ούτε καθιερώνει ελέγχους στις συναλλαγές με τις τρίτες χώρες ούτε υποχρεώνει τα κράτη μέλη να πραγματοποιούν στις συναλλαγές αυτές τους ίδιους ελέγχους που επιβάλλει για τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές, αλλά ότι το μόνο όριο που θέτει είναι η αντιστοιχία των επιβαρύνσεων που επιβάλλονται στις ενδοκοινοτικές συναλλαγές με τις επιβαρύνσεις που επιβάλλονται στις συναλλαγές με τις τρίτες χώρες.

Σύμφωνα με την ερμηνεία του άρθρου 15 της οδηγίας αυτής που δόθηκε στις υποθέσεις 70/77 (Simmenthai) και 30/79 (Wigei), σκοπός του άθρου αυτού είναι να εξασφαλιστεί ότι οι επιχειρηματίες που διαθέτουν στο εμπόριο κοινοτικά προϊόντα δεν θα βρεθούν σε κανένα κράτος μέλος σε λιγότερο ευνοϊκή θέση από τη θέση στην οποία βρίσκονται οι εισαγωγείς των αντίστοιχων προϊόντων προελεύσεως τρίτων χωρών. Αφού κάθε κράτος μέλος είχε τη δυνατότητα να εφαρμόσει αυτοτελώς μετά την ημερομηνία της κοινοποιήσεως όλα τα μέτρα που προβλέπει η οδηγία, οι παραγωγοί του θα περιέρχονταν σε πολύ μειονεκτική θέση, αν σε κάποιο άλλο κράτος, στο οποίο θα ήταν δυνατόν να πουληθούν τα προϊόντα τους, μπορούσαν να εισέρχονται τα εμπορεύματα προελεύσεως τρίτων χωρών χωρίς να υπόκεινται σε μέτρα τουλάχιστον το ίδιο επαχθή όπως τα μέτρα που τους επιβάλλονται κατ' εφαρμογή της οδηγίας στο τελευταίο αυτό κράτος μέλος.

Κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι δεν θα εφαρμοζόταν ούτε η ίδια η αρχή της κοινοτικής προτίμησης και οι παραγωγοί των κρατών μελών που θα κατέβαλλαν μεγαλύτερες προσπάθειες να συμμορφωθούν με τους κοινοτικούς κανονισμούς θα περιέρχονταν σε μειονεκτικότερη θέση όχι μόνο έναντι των παραγωγών των κρατών μελών που θα είχαν λιγότερους ενδοιασμούς, αλλά και έναντι των ανταγωνιστών τους από τις τρίτες χώρες.

Από τις παραπάνω σκέψεις και ιδίως

α)

από το σκοπό που επιδιώκεται με το άρθρο 15,

β)

από τη σιωπή των κειμένων, τόσο ως προς την ενδεχόμενη παράλληλη εφαρμογή των διαφόρων μέτρων στο ίδιο κράτος μέλος, όσο και ως προς τη δυνατότητα αναβολής της εφαρμογής του άρθρου 15, και

γ)

από το νόμιμο χαρακτήρα που έχουν τα επαχθέστερα μέτρα που εφαρμόζονται στις εισαγωγές από τις τρίτες χώρες σε σύγκριση με τα μέτρα που εφαρμόζονται στις ενδοκοινοτικές συναλλαγές συνάγεται ότι το άρθρο 15 της οδηγίας 71/118 πρέπει να θεωρηθεί ότι εφαρμόζεται από την ημερομηνία κοινοποιήσεως της οδηγίας σε κάθε κράτος μέλος.

Η ημερομηνία αυτή για την Ιταλία είναι η 18η Φεβρουαρίου 1971.

Η Επιτροπή προτείνει συμπερασματικά τις ακόλουθες απαντήσεις:

«1.

Το άρ9ρο 15 της οδηγίας 71/118/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Φεβρουαρίου 1971, περί υγειονομικών προβλημάτων στον τομέα των συναλλαγών νωπών κρεάτων πουλερικών, δεν εφαρμόζεται στις εισαγωγές ζωντανών πουλερικών ορνιθώνα από τρίτες χώρες.

2.

Η παρέκκλιση την οποία θεσπίζει το άρθρο 15 της οδηγίας 71/118/ΕΟΚ ως προς την απαγόρευση επιβολής δασμών διαφορετικών από τους δασμούς που αναφέρονται στο Κοινό Δασμολόγιο και εσωτερικών επιβαρύνσεων ισοδύναμου αποτελέσματος εφαρμόζεται στις εισαγωγές νωπών κρεάτων πουλερικών ορνιθώνα από τις τρίτες χώρες από την κοινοποίηση της οδηγίας σε κάδε κράτος μέλος, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι τα κράτη μέλη δεν έχουν ακόμη λάβει τα αναγκαία μέτρα για τη συμμόρφωση τους με τις άλλες διατάξεις της οδηγίας αυτής.»

III — Προφορική διαδικασία

Ο Armando Leonelli, εκπροσωπούμενος από το Mario Simonazzi, δικηγόρο Μιλάνου, η ιταλική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από το Sergio Laporta, avvocato dello Stato, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το νομικό σύμβουλο της Gianluigi Campogrande, ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους κατά τη συνεδρίαση της 18ης Ιανουαρίου 1983.

Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 22ας Φεβρουαρίου 1983.

Σκεπτικό

1

Με διάταξη της 15ης Μαΐου 1981, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 12 Μαρτίου 1982, το Corte suprema di cassazione υπέβαλε, δυνάμει του άρ9ρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρδρου 15 της οδηγίας 71/118 του Συμβουλίου, της 15ης Φεβρουαρίου 1971, περί υγειονομικών προβλημάτων στον τομέα των συναλλαγών νωπών κρεάτων πουλερικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 116).

2

Το ερώτημα αυτό ανέκυψε κατά την εκδίκαση της αγωγής που είχαν ασκήσει οι Armando και Ottavio Leonelli κατά της ιταλικής δημοσιονομικής διοικήσεως και με την οποία ζητούσαν την καταδίκη της διοικήσεως αυτής στην επιστροφή των ποσών που οι ίδιοι είχαν καταβάλει ως τέλη υγειονομικού ελέγχου για τις εισαγωγές, μεταξύ άλλων, ζωντανών πουλερικών και νωπών κρεάτων πουλερικών που είχαν πραγματοποιήσει μεταξύ 1968 και 1975 από την Ουγγαρία. Οι Leonelli ισχυρίστηκαν ότι τα τέλη αυτά είχαν επιβληθεί κατά παράβαση του άρθρου 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 123/67 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1967, περί κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα του κρέατος πουλερικών (GU σ. 2301). Η διάταξη αυτή απαγορεύει, μεταξύ άλλων, υπό την επιφύλαξη αντίθετων διατάξεων του εν λόγω κανονισμού ή παρεκκλίσεως που αποφασίζει το Συμβούλιο, την είσπραξη κάθε δασμού ή φορολογικής επιβαρύνσεως ισοδύναμου αποτελέσματος επί των εισαγωγών κρεάτων πουλερικών προελεύσεως τρίτων χωρών.

3

Το άρθρο 15 όμως της οδηγίας 71/118 του Συμβουλίου, η οποία αναφέρθηκε παραπάνω, ορίζει ότι «μέχρις ενάρξεως ισχύος των κοινοτικών διατάξεων περί εισαγωγών νωπών κρεάτων πουλερικών προελεύσεως τρίτων χωρών, τα κράτη μέλη εφαρμόζουν στις εισαγωγές αυτές διατάξεις τουλάχιστον αντίστοιχες με αυτές που προκύπτουν από την παρούσα οδηγία».

4

Σύμφωνα με το άρθρο 16 της ίδιας οδηγίας, τα κράτη μέλη όφειλαν να θέσουν σε ισχύ εντός δύο ετών από την κοινοποίηση της οδηγίας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, προκειμένου να συμμορφωθούν με τις διατάξεις της οδηγίας που αφορούν τις ενδοκοινοτικές ανταλλαγές.

5

Το Corte suprema di cassazione, κρίνοντας ότι η ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων του κοινοτικού δικαίου και ειδικότερα η αμοιβαία σχέση των διατάξεων αυτών ήταν αναγκαία για την έκδοση της δικής του αποφάσεως, ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως και παρέπεμψε στο Δικαστήριο το ζήτημα της

«... ερμηνείας του άρθρου 15 της οδηγίας 71/118 του Συμβουλίου, περί υγειονομικών προβλημάτων στον τομέα των συναλλαγών νωπών κρεάτων πουλερικών, για να αποφανθεί αν η παρέκκλιση την οποία θεσπίζει η διάταξη αυτή ως προς την απαγόρευση επιβολής άλλων δασμών, εκτός από όσους αναφέρονται στο Κοινό Δασμολόγιο, και εσωτερικών φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδύναμου αποτελέσματος (απαγόρευση που προβλέπεται από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 123, της 13ης Ιουνίου 1967, περί κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα του κρέατος πουλερικών) και συνεπώς και η δυνατότητα των κρατών μελών να εξακολουθήσουν νόμιμα να απαιτούν τα εν λόγω τέλη υπόκειται επί πλέον στην προϋπόθεση το κράτος να έχει ήδη θεσπίσει τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, προκειμένου να συμμορφωθεί με την ανωτέρω οδηγία.»

6

Το ερώτημα αυτό αφορά ουσιαστικά το ζήτημα αν η παρέκκλιση που θεσπίζει το άρθρο 15 της οδηγίας 75/118 ως προς την απαγόρευση επιβολής δασμών ή επιβαρύνσεων ισοδύναμου αποτελέσματος, την οποία προβλέπει το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 123/67, εφαρμόζεται στις εισαγωγές νωπών κρεάτων πουλερικών προελεύσεως τρίτων χωρών από την κοινοποίηση της εν λόγω οδηγίας στο οικείο κράτος μέλος ή αν η εφαρμογή της εξαρτάται από την πρόσθετη προϋπό8εση το κράτος μέλος αυτό να έχει ήδη λάβει τα αναγκαία μέτρα για τη συμμόρφωση του με τις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας.

7

Όπως δέχτηκε το Δικαστήριο με την απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 1980 (Wigei, 30/79, Race. σ. 151), το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 123/67 απαγορεύει πράγματι, εκτός αν το Συμβούλιο θεσπίσει παρεκκλίσεις, την επιβολή δασμών άλλων από αυτούς που προβλέπονται από το Κοινό Δασμολόγιο ή εσωτερικών επιβαρύνσεων ισοδύναμου αποτελέσματος στο εμπόριο κρεάτων πουλερικών με τις τρίτες χώρες. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η έννοια της επιβαρύνσεως αποτελέσματος ισοδύναμου με δασμό αφορά όλες τις χρηματικές επιβαρύνσεις, ανεξάρτητα από το ύψος τους, που επιβάλλονται για λόγους υγειονομικού ελέγχου των ζώων και των κρεάτων που εισάγονται από τρίτες χώρες, εκτός αν οι επιβαρύνσεις αυτές εντάσσονται σ'ένα γενικό σύστημα εσωτερικών εισφορών στο οποίο εμπίπτουν πάγια τα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα, βάσει των ίδιων κριτηρίων και κατά το ίδιο στάδιο της εμπορίας.

8

Η παρέκκλιση που θεσπίζει ως προς την απαγόρευση αυτή το άρθρο 15 της οδηγίας 71/118 αποτελεί, όπως δέχτηκε ήδη το Δικαστήριο επίσης με την απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 1980, η οποία αναφέρθηκε ανωτέρω, μεταβατική διάταξη που θα ισχύει μέχρι να τεθεί σε εφαρμογή κάποιο κοινοτικό σύστημα υγειονομικού ελέγχου των εισαγωγών νωπών κρεάτων προελεύσεως τρίτων χωρών και θα εφαρμόζεται στα εθνικά συστήματα υγειονομικού ελέγχου που εξακολουθούν να ισχύουν. Σκοπός της διατάξεως αυτής είναι οι έλεγχοι που πραγματοποιούνται κατά τις εισαγωγές προελεύσεως τρίτων χωρών και τα τέλη που εισπράττονται για τους ελέγχους αυτούς να μην είναι ευνοϊκότερα από τους ελέγχους και τα τέλη που προβλέπει η οδηγία για το ενδοκοινοτικό εμπόριο και κατ' αυτόν τον τρόπο να μην περιέρχονται σε μειονεκτική θέση οι επιχειρηματίες που διαθέτουν στην αγορά νωπά κρέατα κοινοτικής προελεύσεως έναντι των ανταγωνιστών τους που εισάγουν κρέατα προελεύσεως τρίτων χωρών.

9

Από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 15 της οδηγίας 71/118 και από τη θέση που έχει στο πλαίσιο της οδηγίας αυτής συνάγεται ότι η υποχρέωση που επιβάλλεται στα κράτη μέλη να εφαρμόζουν στις εισαγωγές προελεύσεως τρίτων χωρών διατάξεις του εσωτερικού δικαίου τουλάχιστον το ίδιο αυστηρές και επαχθείς με τις διατάξεις της οδηγίας δεν υπόκειται στην προϋπόθεση τα κράτη μέλη να έχουν ήδη λάβει τα αναγκαία μέτρα για τη συμμόρφωση τους με τις διατάξεις της οδηγίας και δεν εξαρτάται από καμιά άλλη προϋπόθεση εκτός από την κοινοποίηση της οδηγίας στο κράτος μέλος.

10

Η αντίληψη αυτή είναι σύμφωνη με το σκοπό της επίδικης διατάξεως, αφού θα διακυβευόταν η πρακτική αποτελεσματικότητα της, αν η παρέκκλιση την οποία θέσπιζε δεν εφαρμοζόταν παρά μόνο μετά τη συμμόρφωση του κράτους μέλους με τις διατάξεις της οδηγίας. Αν γινόταν δεκτή η ερμηνεία αυτή, τα προϊόντα προελεύσεως τρίτων χωρών θα μπορούσαν να εισέλθουν στην Κοινότητα μέσω κράτους μέλους που δεν θα είχε ακόμη συμμορφωθεί, για να κυκλοφορήσουν ελεύθερα στην Κοινότητα χωρίς να επιβαρυνθούν με έξοδα υγειονομικού ελέγχου, ενώ άλλα κράτη μέλη θα είχαν ήδη συμμορφωθεί με την οδηγία. Αυτό όμως θα είχε ως αποτέλεσμα την αποθάρρυνση των εισαγωγών προϊόντων από τα τελευταία αυτά κράτη μέλη όχι μόνο σε σχέση με τα προϊόντα του εν λόγω κράτους μέλους, αλλά και σε σχέση με τα προϊόντα προελεύσεως τρίτων χωρών που θα είχαν εισαχθεί στην Κοινότητα μέσω του κράτους μέλους αυτού, πράγμα που θα ήταν αντίθετο με την αρχή της κοινοτικής προτιμήσεως.

11

Πρέπει να προστεθεί ότι η παρέκκλιση που θεσπίζει το άρθρο 15 της οδηγίας 71/118 δεν αφορά παρά μόνο τις εισαγωγές νωπών κρεάτων πουλερικών και όχι τις εισαγωγές ζωντανών πουλερικών, πράγμα που προκύπτει σαφώς τόσο από τη διατύπωση της διατάξεως αυτής όσο και από το αντικείμενο της εν λόγω οδηγίας, το οποίο ορίζεται στο άρθρο 1.

12

Επομένως, η απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε το Corte suprema di cassazione είναι ότι, για τις εισαγωγές νωπών κρεάτων πουλερικών προελεύσεως τρίτων χωρών, η παρέκκλιση την οποία θεσπίζει το άρθρο 15 της οδηγίας 71/118 του Συμβουλίου, της 15ης Φεβρουαρίου 1971, ως προς την απαγόρευση επιβολής δασμών ή επιβαρύνσεων ισοδύναμου αποτελέσματος, που προβλέπεται από το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 123/67 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1967, εφαρμόζεται από την κοινοποίηση της εν λόγω οδηγίας στο οικείο κράτος μέλος, ανεξάρτητα από το αν το κράτος μέλος αυτό έχει ήδη λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί με τις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας.

Επί των δικαστικών εξόδων

13

Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η ιταλική κυβέρνηση και η Επιτροπή, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.

 

Διά ταύτα

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε, με διάταξη της 15ης Μαΐου 1981, το Corte suprema di cassazione της Ιταλίας, αποφαίνεται:

 

Για τις εισαγωγές νωπών κρεάτων πουλερικών προελεύσεως τρίτων χωρών, η παρέκκλιση την οποία θεσπίζει το άρθρο 15 της οδηγίας 71/118 του Συμβουλίου, της 15ης Φεβρουαρίου 1971, ως προς την απαγόρευση επιβολής δασμών ή επιβαρύνσεων ισοδύναμου αποτελέσματος, που προβλέπεται από το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 123/67 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1967, εφαρμόζεται από την κοινοποίηση της εν λόγω οδηγίας στο οικείο κράτος μέλος, ανεξάρτητα από το αν το κράτος μέλος αυτό έχει ήδη λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί με τις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας.

 

Menens de Wilmars

Pescatore

O'Keeffe

Everling

Mackenzie Stuart

Bosco

Koopmans

Due

Bahlmann

Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 22 Μαρτίου 1983.

Ο γραμματέας

Ρ. Heim

Ο πρόεδρος

J. Mertens de Wilmars