Στην υπόθεση 7/82,
Gesellschaft zur Verwertung von Leistungsschutzrechten mbH (GVL), Esplanade 36a, 2000 Αμβούργο 36, εκπροσωπούμενη από τους δικηγόρους Κ. Peter Mailänder και Rolf Winkler, παρά τω Landgericht και τω Oberlandesgericht της Στουτγάρδης, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Ernest Arendt, 34, rue Philippe-II,
προφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, 200, rue de la Loi, 1049 Βρυξέλλες, εκπροσωπούμενης από τον Götz zur Hausen, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Oreste Montako, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, της 29ης Οκτωβρίου 1981, που αφορά διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 86 της συνθήκης ΕΟΚ (IV/29.839 — GVL) (EE L 370, σ. 49),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους J. Mertens de Wilniars, πρόεδρο, Ρ. Pescatore, A. O'Keeffe και U. Everling, προέδρους τμήματος, Mackenzie Stuart, G. Bosco και T. Koopmans, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Reischl
γραμματέας: H. A. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν δυνάμει του άρθρου 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ έχουν συνοπτικά ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Α — Ειοαγωγή
Η Gesellschaft zur Verwertung von Leistungsschutzrechten (στο εξής: GVL ) είναι γερμανική εταιρεία εμπορικής εκμεταλλεύσεως, αντικείμενο της δραστηριότητας της οποίας είναι η διαχείριση των δικαιωμάτων που απορρέουν για τους ερμηνευτές και εκτελεστές καλλιτεχνικών έργων, για τους κατασκευαστές φορέων καταγραφής εικόνων και ήχου, για τους συνδημιουργοός κινηματογραφικών έργων και για τους διοργανωτές καλλιτεχνικών εκδηλώσεων, από το γερμανικό νόμο περί των δικαιωμάτων του δημιουργού και των συγγενών δικαιωμάτων προς τα δικαιώματα του δημιουργού (Gesetz über Urheberrechte und verwandte Schutzrechte, καλούμενο στο εξής: «νόμος περί των δικαιωμάτων του δημιουργού») ή που έχουν μεταβιβαστεί σε αυτούς τους κατασκευαστές και επιχειρηματίες. Η GVL έχει, συνεπώς, ως έργο την προστασία των «δικαιωμάτων των ερμηνευτών», των δικαιωμάτων δηλαδή τα οποία απορρέουν από την αναπαραγωγή του έργου των δημιουργών. Η δραστηριότητα των εταιρειών εκμεταλλεύσεως αυτού του είδους ρυθμίζεται από το γερμανικό νόμο περί διαχειρίσεως των δικαιωμάτων του δημιουργού και των λεγομένων συγγενών δικαιωμάτων προς τα δικαιώματα του δημιουργού (Gesetz über die Wahrnehmung von Urheberrechten und verwandten Schutzrechten, καλούμενο στο εξής: «νόμος περί διαχειρίσεως»).
Η GVL έχει ιδρυθεί από κοινού από την «Deutsche Orchestervereinigung e. V.», Αμβούργο, σωματείο των ερμηνευτών ή εκτελεστών καλλιτεχνικών έργων, κυρίως μουσικών, και της διεθνούς ομοσπονδίας κατασκευαστών φορέων καταγραφής ήχου και εικόνας (Deutsche Landesgruppe der IFPI e.V.), Αμβούργο, σωματείο των κατασκευαστών φορέων καταγραφής ήχου. Τα εν λόγω δύο σωματεία είναι οι μόνοι μέτοχοι της GVL, η οποία έχει τη μορφή εταιρείας περιορισμένης ευθύνης.
Η παρούσα υπόθεση αφορά τη στάση της GVL απέναντι σε ερμηνευτές ή εκτελεστές καλλιτεχνικών έργων, οι οποίοι δεν έχουν τη γερμανική ιθαγένεια και οι οποίοι δεν κατοικούν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
Στις 25 Αυγούστου 1980, η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στον κανονισμό 17 του Συμβουλίου. Με επιστολή της 4ης Σεπτεμβρίου 1980, κοινοποίησε στη GVL τη γνωστοποίηση αιτιάσεων. Η τελευταία απάντησε με δύο επιστολές της 5ης Νοεμβρίου 1980 και της 9ης Ιανουαρίου 1981. Σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού 17 του Συμβουλίου και με τις διατάξεις του κανονισμού 99/63 της Επιτροπής, η GVL ανέπτυξε προφορικά τις απόψεις της στις 12 Φεβρουαρίου 1981.
Στις 29 Οκτωβρίου 1981, η Επιτροπή έλαβε την επίδικη ( 1 ) απόφαση, η οποία κοινοποιήθηκε στη GVL στις 9 Νοεμβρίου 1981. Το άρθρο 1 της αποφάσεως αυτής έχει διατυπωθεί ως εξής:
«Η στάση της GVL έως τις 21 Νοεμβρίου 1980 να μη συνάπτει συμβάσεις προστασίας δικαιωμάτων με αλλοδαπούς καλλιτέχνες, αν αυτοί δεν έχουν κατοικία στη Γερμανία, και να μην ασκεί στη Γερμανία, κατ' άλλους τρόπους, τα δικαιώματα προστασίας του καλλιτεχνικού έργου, τα οποία ανήκαν στους καλλιτέχνες αυτούς, συνιστούσε, στο βαθμό που οι καλλιτέχνες είχαν την ιθαγένεια ενός κράτους μέλους της ΕΟΚ ή την κατοικία τους σε άλλο κράτος μέλος, κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως, κατά την έννοια του άρθρου 86 της συνθήκης ΕΟΚ.»
Β — Περίληψη τηςαιτιολογίας τηςαποφάσεως
1. Το εφαρμοστέο δίκαιο
Ο καλλιτέχνης απολαύει, σύμφωνα με τα άρθρα 73 και επ. του νόμου περί των δικαιωμάτων του δημιουργού, συγγενούς προστασίας με εκείνη των δικαιωμάτων του δημιουργού. Τα άρθρα 74, 75 και 76, παράγραφος 1, του νόμου αυτού, παρέχουν στον καλλιτέχνη το δικαίωμα, το καλλιτεχνικό δημιούργημα του να εκτελείται δημόσια, να εγγράφεται σε φορείς καταγραφής εικόνων ή ήχου, να αναπαράγεται σε αντίγραφα ή να μεταδίδεται από το ραδιόφωνο μόνο με τη συγκατάθεση του (πρωτογενής εκμετάλλευση). Ο καλλιτέχνης παρέχει συνήθως αυτή την άδεια μόνο έναντι αμοιβής.
Παράλληλα, τα άρθρα 76, παράγραφος 2, και 77 του νόμου περί των δικαιωμάτων του δημιουργού παρέχουν στον καλλιτέχνη, εκ του νόμου, αξίωση αμοιβής, σε περίπτωση που το καλλιτεχνικό δημιούργημα, του οποίου έχει επιτραπεί η εγγραφή σε φορείς καταγραφής εικόνων ή ήχου, μεταδίδεται από το ραδιόφωνο ή εκτελείται δημόσια με οποιοδήποτε άλλο τρόπο (δευτερογενής εκμετάλλευση). Ο καλλιτέχνης έχει, επί πλέον και αξίωση αμοιβής έναντι του κατασκευαστού των συσκευών παραγωγής αντιγράφων πρόκειται για το εισπραττόμενο τέλος ανά συσκευή, σύμφωνα με το άρθρο 53, παράγραφος 5, του νόμου περί των δικαιωμάτων του δημιουργού.
Λν η εγγραφή της εκτελέσεως του έργου του καλλιτέχνη σε φορείς καταγραφής εικόνων ή ήχου έχει γίνει με τη συγκατάθεση του και οι φορείς αυτοί έχουν κυκλοφορήσει, ο καλλιτέχνης δεν δικαιούται να παρεμποδίσει τη ραδιοφωνική εκπομπή ή τη δημόσια αναμετάδοση των φορέων αυτών επικαλούμενος το αποκλειστικό δικαίωμα προστασίας του καλλιτεχνικού του έργου.
Ο κατασκευαστής φορέων καταγραφής ήχου, καλούμενος στο εξής κατασκευαστής, έχει, όσον αφορά τις αξιώσεις αμοιβής του καλλιτέχνη από τη δευτερογενή εκμετάλλευση, βάσει του άρθρου 86 του νόμου περί των δικαιωμάτων του δημιουργού, αξίωση έναντι του καλλιτέχνη για εύλογη συμμετοχή στην αμοιβή αυτή.
Ο κατασκευαστής και ο καλλιτέχνης ενδιαφέρονται, επομένως, εξίσου για την αμοιβή από τη δευτερογενή εκμετάλλευση. Στο βαθμό που πρόκειται για την υλοποίηση των αξιώσεων αυτών κατά των υπόχρεων (ραδιοφωνικά ιδρύματα, θέατρα, ξενοδοχεία, εστιατόρια κλπ.), τα συμφέροντα συμβαδίζουν. Αντίθεση συμφερόντων παρουσιάζεται μόνο όταν έχει καταβληθεί η αμοιβή και τίθεται πλέον το πρόβλημα της «εύλογης συμμετοχής των κατασκευαστών».
Ενώ σε όλα τα κράτη μέλη αναγνωρίζεται το δικαίωμα παροχής άδειας από τον καλλιτέχνη κατά την πρωτογενή εκμετάλλευση, ανάλογες αξιώσεις εκ του νόμου για αμοιβή κατά τη δευτερογενή εκμετάλλευση υπάρχουν μόνο σε λίγα κράτη μέλη.
Η διεθνής συμφωνία της 26ης Οκτωβρίου 1961 για την προστασία των εκτελεστών καλλιτεχνικών έργων, των κατασκευαστών φορέων καταγραφής ήχου και των ραδιοφωνικών σταθμών, που συνήφθη στη Ρώμη (Recueil des Traités des Nations Unies, τόμος 496, σ. 45), υποχρεώνει, στο άρθρο 12, τα συμβαλλόμενα κράτη να παράσχουν την εγγύηση ότι, όσοι χρησιμοποιούν τους φορείς δημοσιευμένων ηχογραφήσεων για ραδιοφωνικές εκπομπές ή οποιαδήποτε δημόσια αναμετάδοση, καταβάλλουν στους κατασκευαστές φορέων καταγραφής ήχου ή στους καλλιτέχνες ή και στους δύο, μία και μοναδική εύλογη αμοιβή.
Η συμφωνία όμως αυτή της Ρώμης δεν έχει κυρωθεί ακόμη από όλα τα κράτη μέλη. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας διατύπωσε κατά την κύρωση την επιφύλαξη να «περιορίσει ως προς τους φορείς καταγραφής ήχου, οι κατασκευαστές των οποίων είναι υπήκοοι ενός άλλου συμβαλλομένου κράτους, την έκταση και τη διάρκεια της προστασίας για τους κατασκευαστές και τους καλλιτέχνες στην έκταση και διάρκεια της παρεχόμενης προστασίας εκ μέρους αυτού του κράτους για τους φορείς καταγραφής ήχου, οι οποίοι εγγράφηκαν για πρώτη φορά από γερμανό υπήκοο».
Τα δικαιώματα προστασίας του καλλιτεχνικού έργου που εκτέθηκαν ανωτέρω, αναγνωρίζονται επίσης και σε καλλιτέχνες με αλλοδαπή ιθαγένεια ανεξάρτητα από τον τόπο κατοικίας τους. Στο βαθμό που πρόκειται για καλλιτέχνες υπηκόους ενός των κρατών, τα οποία δεν κύρωσαν τη συμφωνία της Ρώμης, το άρθρο 125 του νόμου περί των δικαιωμάτων του δημιουργού παρέχει στον αλλοδαπό αυτό τα ίδια δικαιώματα με γερμανούς καλλιτέχνες, αν η αναμετάδοση του έργου του γίνεται στη Γερμανία ή, στο μέτρο που έχει επιτραπεί η εγγραφή του σε φορείς καταγραφής εικόνων ή ήχου, αν οι φορείς αυτοί έχουν κυκλοφορήσει στη Γερμανία. Οι αλλοδαποί αυτοί καλλιτέχνες απολαύουν επίσης, και στην περίπτωση των ραδιοφωνικών εκπομπών, των ίδιων δικαιωμάτων όπως και οι γερμανοί, αν οι ραδιοφωνικές εκπομπές έχουν μεταδοθεί στη Γερμανία.
Σύμφωνα με το άρθρο 1 του νόμου περί διαχειρίσεως, όποιος κάνει χρήση των δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως ή παροχής άδειας ή των αξιώσεων αμοιβής βάσει του νόμου περί των δικαιωμάτων του δημιουργού για λογαριασμό περισσοτέρων δημιουργών ή δικαιούχων συγγενών προστατευόμενων δικαιωμάτων προς το σκοπό κοινής αξιοποιήσεως, πρέπει να έχει λάβει κρατική έγκριση, άσχετα αν η χρήση γίνεται ιδίω ονόματι ή ονόματι τρίτου. Η έγκριση αυτή χορηγείται εφόσον πληρούνται ορισμένες βασικές προϋποθέσεις για την άσκηση των δικαιωμάτων.
Επειδή ο νόμος περί διαχειρίσεως δεν παρέχει στις εταιρείες εκμεταλλεύσεως οποιοδήποτε εκ του νόμου μονοπώλιο, η ίδρυση «ανταγωνιστικών» εταιρειών εκμεταλλεύσεως είναι από νομική άποψη απόλυτα δυνατή.
Οι εταιρείες εκμεταλλεύσεως που έχουν λάβει την έγκριση που προβλέπεται από το νόμο περί διαχειρίσεως, πρέπει να διανέμουν τις εισπράξεις από τη δραστηριότητα τους βάσει σταθερών κανόνων.
Σύμφωνα με το άρθρο 11 του νόμου περί διαχειρίσεως, η εταιρεία εκμεταλλεύσεως είναι υποχρεωμένη, βάσει των δικαιωμάτων των οποίων έχει αναλάβει τη διαχείριση, να χορηγεί σε οποιονδήποτε το ζητήσει, υπό εύλογους όρους, τα δικαιώματα εκμεταλλεύσεως ή την άδεια (υποχρέωση προς σύναψη συμβάσεως).
Το άρθρο 6 του νόμου περί διαχειρίσεως υποχρεώνει την εταιρεία εκμεταλλεύσεως, μόλις το ζητήσουν οι δικαιούχοι, να προστατεύει τα δικαιώματα που υπάγονται στον τομέα δραστηριοτήτων της, υπό εύλογους όρους, εφόσον αυτοί είναι γερμανοί, κατά την έννοια του θεμελιώδους νόμου ή έχουν την κατοικία εντός της περιοχής ισχύος του νόμου περί διαχειρίσεως και αν δεν είναι δυνατή η αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων τους κατ' άλλον τρόπο (υποχρέωση διαχειρίσεως δικαιωμάτων).
2. Η συμπεριφορά της GVL έναντι των αλλοδαπών καλλιτεχνών
Η GVL είναι η μοναδική εταιρεία εκμεταλλεύσεως δικαιωμάτων του δημιουργού, η οποία ασχολείται με τη διαχείριση των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη δευτερογενή εκμετάλλευση. Άλλες παρόμοιες εταιρείες δεν διαχειρίζονται παρά μόνον άλλα δικαιώματα του δημιουργού ή συγγενή δικαιώματα.
Μέχρι τις 21 Νοεμβρίου 1980, η GVL αρνιόταν να συνάπτει συμβάσεις διαχειρίσεως δικαιωμάτων με αλλοδαπούς καλλιτέχνες, οι οποίοι δεν είχαν κατοικία τους στη Γερμανία, άσχετα αν επρόκειτο στην περίπτωση αυτή για καλλιτέχνες από τα κράτη μέλη της ΕΟΚ ή όχι, ή να προστατεύει με οποιοδήποτε άλλο τρόπο τα υφιστάμενα στη Γερμανία δικαιώματα των καλλιτεχνών αυτών. Σ' αυτές τις περιπτώσεις η GVL δεν αρνήθηκε ότι οι αλλοδαποί καλλιτέχνες είχαν αξίωση αμοιβής για τη δευτερογενή εκμετάλλευση στη Γερμανία. Η GVL, όμως, επεσήμανε στους αλλοδαπούς καλλιτέχνες, όταν αυτοί υπέβαλαν αιτήσεις προς τη GVL προς σύναψη συμβάσεως διαχειρίσεως, το γεγονός ότι συνάπτει αποκλειστικά τέτοιες συμβάσεις με τους δικαιούχους εκείνους, οι οποίοι είτε είναι γερμανοί είτε έχουν την κατοικία τους στη Γερμανία.
Η συνέλευση των εταίρων της GVL αποφάσισε στις 21 Νοεμβρίου 1980 να συνάπτει στο εξής συμβάσεις διαχειρίσεως και με δικαιούχους καλλιτέχνες, υπηκόους κράτους μέλους της ΕΟΚ, χωρίς να υποχρεώνει τους αλλοδαπούς αυτούς καλλιτέχνες να αποδεικνύουν ότι έχουν κατοικία στη Γερμανία. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτή την απόφαση, παρέχεται αναδρομικά στους δικαιούχους από τα άλλα κράτη μέλη της ΕΟΚ, στους οποίους η GVL είχε στη συγκεκριμένη περίπτωση αρνη9εί να αναλάβει την άσκηση των δικαιωμάτων τους, η δυνατότητα συμμετοχής στο συνολικό ποσό των αμοιβών.
Σύμφωνα με τη νέα απόφαση της GVL, οι αμοιβές, οι οποίες εισπράττονται για τη ραδιοφωνική μετάδοση, δημόσια εκτέλεση, εκμίσθωση και αναπαραγωγή, διανέμονται μεταξύ των καλλιτεχνών κατ' αναλογία προς τα έσοδα που έχουν οι τελευταίοι από την πρωτογενή εκμετάλλευση κατά το εκάστοτε οικονομικό έτος στη χώρα, δηλαδή στη Γερμανία (παράγραφος 2, τέταρτο εδάφιο, στοιχείο α, του νέου καταστατικού). Συνεπώς, δεν είναι πλέον αναγκαίο τα δικαιώματα από την πρωτογενή εκμετάλλευση να καταβάλλονται στη Γερμανία' ακόμα και τα δικαιώματα, τα οποία έχουν καταβληθεί στο εξωτερικό, λαμβάνονται ως βάση υπολογισμού μετά από δήλωση του καλλιτέχνη, στο μέτρο που ένα μέρος των δικαιωμάτων αυτών προήλθε από την εκμετάλλευση της εκτελέσεως του καλλιτεχνικού έργου στη Γερμανία. Ο αλλοδαπός καλλιτέχνης συμμετέχει κατόπιν κατ' αναλογία του ανώτερου μέρους των δικαιωμάτων του στη διανομή του ποσού της αμοιβής.
Γ — Αιαοικαοία
Με βάση τις διαπιστώσεις αυτές, η Επιτροπή θεώρησε ότι η άρνηση της GVL να συνάψει εμπορικές σχέσεις με τους αλλοδαπούς καλλιτέχνες, οι οποίοι δεν είχαν κατοικία στη Γερμανία, συνιστούσε κατάχρηση δεσπόζουσας 9έσεως, κατά την έννοια του άρθρου 86 της συνδήκης ΕΟΚ.
Με δικόγραφο που πρωτοκολλήδηκε στις 8 Ιανουαρίου 1982, η GVL άσκησε την παρούσα προσφυγή. Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Η GVL, προσφεύγουσα, ζητεί από το Δικαστήριο:
|
α) |
να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής, της 29ης Οκτωβρίου 1981, που αναφέρεται σε διαδικασία εφαρμογής του άρ9ρου 86 της συνθήκης ΕΟΚ (IV/29.839 —GVL) |
|
6) |
να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα. |
Η Επιτροπή, καθής, ζητεί από το Δικαστήριο:
|
α) |
να απορρίψει την προσφυγή |
|
6) |
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα. |
III — Λόγοι Kat επιχειρήματα των διαδίκων
1. Πρώτος λόγος: παράΰαοη οναιωαών τύπων κατά τη όιάρκεια της διοικητικής όιαοικαοίας
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται, πρώτον, ότι δεν προέκυπτε από τη γνωστοποίηση αιτιάσεων, αν οι καλλιτέχνες, που είχαν απευθυνθεί στην Επιτροπή για να καταγγείλουν τη συμπεριφορά της GVL, ήταν ή όχι υπήκοοι κρατών μελών. Συνεπώς, δεν μπόρεσε να αμυνθεί. Η απόφαση της Επιτροπής παραβαίνει, κατά συνέπεια, τα άρθρα 2, παράγραφος 1, και 4 του κανονισμού 99/63 της Επιτροπής της 25ης Ιουλίου 1963, (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 37).
Ακολούθως, προσάπτει στην καθής ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας ή των ειδικών πληρεξουσίων της, παράλειψη που είχε ως αποτέλεσμα τη λήψη αποφάσεως κατόπιν ελαττωματικής διαδικασίας.
Για τους λόγους αυτούς, η επίδικη απόφαση περιέχει αρκετά σφάλματα περί τα πράγματα. Η καθής δεν διευκρινίζει, παραδείγματος χάρη, γιατί αφαιρείται, στην πρακτική, από τους καλλιτέχνες η δυνατότητα να διαχειρίζονται οι ίδιοι τα δικαιώματα τους (παράγραφος 20 της αποφάσεως). Πράγματι, οι αλλοδαποί καλλιτέχνες είχαν τη δυνατότητα να συνάπτουν συμβάσεις με τους κατασκευαστές φορέων καταγραφής εικόνων και ήχου στην αλλοδαπή, βάσει των οποίων οι καλλιτέχνες έχουν αξίωση αμοιβής και για τη δευτερογενή εκμετάλλευση. Η περίπτωση αυτή συντρέχει ιδίως στα κράτη, στα οποία οι καλλιτέχνες έχουν αξίωση αμοιβής για τη δευτερογενή εκμετάλλευση, έστω και σε εθνικό επίπεδο, μόνο βάσει των συμφωνιών αυτών.
Η κα$ής απαντά ότι έκανε χρήση των όρων «αλλοδαποί καλλιτέχνες» στη γνωστοποίηση αιτιάσεων, όπου μάλιστα ανέφερε ρητώς ότι η GVL δεν κάνει καμία διάκριση μεταξύ των υπηκόων άλλων κρατών μελών και υπηκόων τρίτων χωρών. Ισχυρίζεται ότι η επίδικη απόφαση δεν περιέχει καμία διαπίστωση σχετικά με παράβαση του άρθρου 86 της συνθήκης που να μην είχει αναφερθεί στη γνωστοποίηση αιτιάσεων. Επί πλέον, στην απόφαση επαναλαμβάνονται με λεπτομέρειες τα επιχειρήματα της GVL (παράγραφοι 37 ώς 41), προκειμένου να εξεταστούν κατά τρόπο εξονυχιστικό (παράγραφοι 57 και επ., 65 και επ. και 69 και επ.). Τα περισσότερα από τα επιχειρήματα της GVL είχαν ήδη εξεταστεί στη γνωστοποίηση αιτιάσεων, διότι ήταν ήδη γνωστά στην Επιτροπή. Η καθής τονίζει ότι δεν είχε υποχρέωση να αναγνωρίσει ως βάσιμα τα επιχειρήματα που ανέπτυξε η προσφεύγουσα κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, ούτε να εξετάσει λεπτομερώς όλα τα προβληθέντα επιχειρήματα (απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1980, FEDETAB, 209 έως 215/78 και 218/78, Sig. 1980, σ. 3125, σκέψη 68).
2. Δεύτερος Αόγος: έΑΑειψη εξουσίας της Επιτροπής
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν έχει την εξουσία να λάβει μία απόφαση, εφόσον έχει τερματιστεί η παράβαση. Η προσφεύγουσα όμως εξέτεινε την παρεχόμενη προστασία και στους υπηκόους των άλλων κρατών μελών, τροποποιώντας τη σόμβαση-πρότυπο με την απόφαση της γενικής της συνελεύσεως, της 21ης Νοεμβρίου 1980.
Από νομική άποψη, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι το άρθρο 3 του κανονισμού 17 επέτρεπε στην Επιτροπή να ενεργήσει μόνο προς τερματισμό της προηγούμενης συμπεριφοράς της προφεύγουσας. Στη γνωστοποίηση αιτιάσεων, η εν λόγω παράβαση περιγράφηκε ως η άρνηση συνάψεως συμβάσεων διαχειρίσεως με τους υπηκόους άλλων κρατών μελών που δεν είχαν την κατοικία τους στη Γερμανία. Αφού η προσφεύγουσα έθεσε τέρμα στη συμπεριφορά αυτή, κατέστη άνευ αντικειμένου η διαδικασία που απέβλεπε στην παύση της παραβάσεως.
Πράγματι, από το άρθρο 89, παράγραφος 2, της συνθήκης προκύπτει ότι απόφαση της Επιτροπής, με την οποία διαπιστώνεται μία παράβαση, προβλέπεται όταν δεν έχει τεθεί τέρμα στην παράβαση για την οποία πρόκειται. Ομοίως, κατά την προσφεύγουσα, στό άρθρο 3 του κανονισμού 17 δεν προβλέπεται παρά μόνο μία παρεμπίπτουσα διαπίστωση στο πλαίσιο αποφάσεως που αποβλέπει στην παύση της διαπιστωθείσας παραβάσεως. Βάσει του κανονισμού αυτού δεν υφίσταται καμία αυτοτελής εξουσία προς λήψη αποφάσεως, η οποία να αποβλέπει στη «διαπίστωση» παραβάσεως που έχει ήδη τερματιστεί.
Επίσης, δεν υφίσταται πλέον έννομο συμφέρον για τη διαπίστωση μιας παραβάσεως που έγινε στο παρελθόν, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα διατίθεται να προσφέρει σ' αυτούς που 9α το ζητήσουν, έστω και αναδρομικά, τη δυνατότητα συμμετοχής στο σύστημα αμοιβών.
Η κααής παρατηρεί, στο υπόμνημα αντικρούσεως, ότι από την ανάγνωση του δικογράφου της προσφυγής αποκόμισε την εντύπωση ότι στην πραγματικότητα η GVL δεν έχει ακόμη θέσει τελείως τέρμα στη διαπιστωΜσα παράβαση, αντίθετα προς αυτά που αναφέρονται στην παράγραφο 71 της εν λόγω αποφάσεως. Πράγματι, η προσφεύγουσα αναλαμβάνει τη διαχείριση των δικαιωμάτων των αλλοδαπών καλλιτεχνών, μόνο αν αυτοί έχουν την ιθαγένεια ενός κράτους μέλους. Αποκλείει έτσι, στο ίδιο το δικόγραφο της προσφυγής, αυτούς που έχουν κατοικία σε άλλο κράτος μέλος, χωρίς όμως να έχουν την ιθαγένεια του κράτους αυτού.
Η καθής ισχυρίζεται ότι είχε την απαιτούμενη εξουσία, για να λάβει την επίδικη απόφαση. Ο κανονισμός 17 συγκεκριμενοποιεί την αποστολή και τις αρμοδιότητες της Επιτροπής που αναφέρονται στα άρθρα 155 και 89 της συνθήκης, ορίζει δε μια σειρά μέτρων που έχουν συνοπτικά ως εξής:
|
1. |
απόφαση με την οποία υποχρεώνεται η επιχείρηση να παύσει τη διαπιστωθείσα παράβαση και με την οποία της επιβάλλεται πρόστιμο λόγω της παραβάσεως και χρηματική ποινή για να αναγκαστεί να παύσει την παράβαση (άρθρο 3, παράγραφος 1, άρθρο 15, παράγραφος 2, και άρθρο 16) |
|
2. |
απόφαση περί παύσεως της παραβάσεως που δεν συνοδεύεται όμως με επιβολή προστίμου ή χρηματικής ποινής |
|
3. |
απόφαση με την οποία επιβάλλεται πρόστιμο λόγω της παραβάσεως που διαπιστώθηκε, χωρίς πάντως να επιβάλλεται η υποχρέωση να παύσει η παράβαση, διότι αυτή δεν υφίσταται πλέον υπό τη μορφή που διαπιστώθηκε ή διότι μια τέτοια υποχρέωση δεν φαίνεται πλέον αναγκαία για άλλους λόγους, στη συγκεκριμένη περίπτωση' η απόφαση αυτή μπορεί, ενδεχομένως, να επιβάλλει, προς αποφυγή κάθε παρανοήσεως, την υποχρέωση αποχής από τη λήψη μέτρων που έχουν το ίδιο αποτέλεσμα με την παράβαση (άρθρο 3, παράγραφος 1, και άρθρο 15, παράγραφος 2)' |
|
4. |
απόφαση με την οποία διαπιστώνεται, μετά από προσωρινή εξέταση, ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1 (άρθρο 15, παράγραφος 6) · |
|
5. |
απόφαση περί λήψεως προσωρινών μέτρων (άρθρο 3, παράγραφος 1)' |
|
6. |
σύσταση για την παύση της παραβάσεως που διαπιστώθηκε (άρθρο 3, παράγραφος 3). |
Η απόφαση, με την οποία η Επιτροπή διαπιστώνει απλώς παράβαση που έχει διαπραχθεί κατά το παρελθόν και που δεν υφίσταται πλέον κατά το χρόνο λήψεως της αποφάσεως, χωρίς να επιβάλει πρόστιμο ούτε οποιαδήποτε υποχρέωση, παράγει για την ενδιαφερόμενη επιχείρηση ορισμένα αποτελέσματα. Κατά πρώτο, υπάρχει το αποτέλεσμα της δημοσιότητας (απόφαση της 15ης Ιουλίου 1970, ACF Chemiefarma κατά Επιτροπής, 41/69, Sig. 1970, σ. 661, σκέψεις 101 ώς 104). Κατά δεύτερο, άλλα αποτελέσματα επηρεάζουν την κατάσταση της ενδιαφερόμενης επιχειρήσεως σε περίπτωση υποτροπής. Τέλος, υπάρχουν αποτελέσματα όσον αφορά τις διαφορές μεταξύ της επιχειρήσεως και τρίτων, που έχουν θιγεί από τη συμπεριφορά της. Τα αποτελέσματα αυτά είναι λιγότερο ριζικά από εκείνα μιας αποφάσεως, με την οποία επιβάλλονται πρόστιμα. Συνεπώς, η απόφαση με την οποία διαπιστώνεται απλώς η παράβαση πρέπει να τοποθετηθεί, στην κλίμακα που προαναφέρθηκε, μεταξύ του τρίτου και του τέταρτου είδους μέτρων.
Η άποψη της καθής στηρίζεται επίσης σε επιχειρήματα που αναφέρονται στην άσκηση υγιούς πολιτικής ανταγωγισμού.
Ακόμη και αν η Επιτροπή δεν είχε την εξουσία απλής διαπιστώσεως, θα μπορούσε πάντως, σε περίπτωση παραβάσεως που έχει ήδη τερματιστεί, να επιβάλει πρόστιμο (ενδεχομένως το ελάχιστο ποσό των 1000 λογιστικών μονάδων που προβλέπεται στο άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17), πράγμα που έχει την εξουσία να κάνει (απόφαση της 15ης Ιουλίου 1970, Buchler κατά Επιτροπής, 44/69, Sig. 1970, σ. 733, σκέψη 49).
Αν η Επιτροπή δεν διέθετε την εν λόγω εξουσία διαπιστώσεως της παραβάσεως, θα μπορούσε η επιχείρηση να τερματίζει κάθε φορά την παράβαση λίγο πριν από τη λήψη της αποφάσεως, με την οποία θα υποχρεωνόταν να θέσει τέρμα στην παράβαση αυτή, να επαναλάβει ακολούθως την παράβαση, να την παύσει εκ νέου και ούτω καθεξής.
Επί πλέον, η λήψη αποφάσεων, με τις οποίες διαπιστώνεται απλώς παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού, έχει ήδη τερματιστεί, ανταποκρίνεται σε πάγια διοικητική πρακτική της Επιτροπής. Κατά τη διάρκεια των ετών, η Επιτροπή έλαβε πολλές αποφάσεις του είδους αυτού (πρβλ. πχ. τις ακόλουθες αποφάσεις: 15. 7. 1975(IFTRA), JO L 228, σ. 3.26. 7. 1976 (Pabst κατά Richarz) JO L 231, σ. 24.19. 4. 1977 (ABG), JO L 117, σ. 1'20. 10. 1977 (Video — Cassette-Recorders), JO L 47, σ. 42'20. 10. 1978 (Wano Schwarzpulver), JO L 322, σ. 26'5. 9. 1979 (BP Kemi κατά DDSF), JO L 286, σ. 32'17. 12. 1980 (χυτή ύαλος στην Ιταλία), JO L 383, σ. 19.28. 9. 1981 (κοινή ύαλος στην Ιταλία) JO L 326, σ. 32.) Η καθής αναφέρεται επίσης στην απόφαση της 29ης Ιουνίου 1978 (ΒΡ κατά Επιτροπής, 77/77, Sig. 1978, σ. 1513).
Στην απάντηση της, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η δημοσίευση μιας αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 21, παράγραφος 1, του κανονισμού 17 συνιστά, όπως δέχεται η ίδια η καθής, ένα είδος κυρώσεως. Η χρησιμοποίηση όμως των αποτελεσμάτων της κυρώσεως δεν μπορεί να δικαιολογήσει επέκταση της αρμοδιότητας, αλλά, αντίθετα, αποτελεί σημαντικό επιχείρημα κατά της καταχρήσεως των δυνατοτήτων επιβολής κυρώσεων που δεν προβλέπονται από τη συνθήκη ούτε από τον κανονισμό 17. Οι πρακτικού χαρακτήρα σκέψεις δεν αρκούν καθόλου για να επιτρέψουν στην Επιτροπή να επεκτείνει, με δική της πρωτοβουλία, τις αρμοδιότητες που τις έχει απονείμει το Συμβούλιο.
Η προσφεύγουσα παρατηρεί επί πλέον ότι το ιστορικό του κανονισμού 17 δείχνει ότι το Συμβούλιο δεν παρέσχε στην Επιτροπή την εξουσία διαπιστώσεως της παραβάσεως, εξουσία που η Επιτροπή ζήτησε με το σχέδιο κανονισμού.
Στην ανταπάντηση της, η κααής εμμένει στην άποψη που ανέπτυξε στο υπόμνημα αντικρούσεως.
3. Τρίτος λόγος: παράοαση νου άραρου 86 της συναήκης
α) Η GVL ως επιχείρηση
Η προσφεύγουσα, στην απάντηση της, επαναλαμβάνει το σχετικό με την εφαρμογή του άρθρου 90, παράγραφος 2, της συνθήκης επιχείρημα, που είχε ήδη προβάλλει κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας. Υποστηρίζει ότι από το νόμο περί διαχειρίσεως, ιδίως από τα άρθρα 1, 4, 6, 7, 8, 11, 18, 19 και 20, προκύπτει ότι πρέπει να θεωρηθεί ως «επιχείρηση επιφορτισμένη με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος».
Η καθής αναφέρεται στη γνωστοποίηση αιτιάσεων (σ. 26 και επ.) και στην επίδικη απόφαση (παράγραφοι 65 ως 68). Προσθέτει ότι ο νόμος περί διαχειρίσεως ορίζει απλώς ότι όλες οι επιχειρήσεις που επιθυμούν να ασκούν τις δραστηριότητες τους ως επιχειρήσεις εκμεταλλεύσεως πρέπει να πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις και να εκπληρώνουν ορισμένες υποχρεώσεις (απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1974, BRT κατά SABAM και Fonior, Sig. σ. 313, πρβλ. κυρίως την σκέψη 23 και τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Mayras).
6) Η δεσπόζουσα δέση της GVL
Η προοφεύ}Όνοα υποστηρίζει ότι 9α πρέπει να προσδιοριστεί κατά τρόπο ορθό η αγορά, όπου λαμβάνει χώρα η ανταλλαγή παροχών μεταξύ των εκτελεστών καλλιτεχνικών έργων αφενός και αυτών που κάνουν χρήση των καλλιτεχνικών δημιουργημάτων αφετέρου. Κατά την προσφεύγουσα, ο καλλιτέχνης κατέχει δικαιώματα από την πρωτογενή και τη δευτερογενή εκμετάλλευση. Όσον αφορά την πρωτογενή εκμετάλλευση, υπάρχει ανταλλαγή παροχών με τους διοργανωτές καλλιτεχνικών εκδηλώσεων και τους κατασκευαστές φορέων καταγραφής εικόνων και ήχου, οι οποίοι συναλλάσσονται συνετώς με τους καλλιτέχνες. Όσον αφορά τα δικαιώματα που προκύπτουν από τη δευτερογενή εκμετάλλευση, δεν πρόκειται απλώς για δικαιώματα παρακολουθήσεως: είτε οι καλλιτέχνες έχουν ήδη μπορέσει να διαθέσουν τα δικαιώματα αυτά στο πλαίσιο της σχετικής με τα δικαιώματα από την πρωτογενή εκμετάλλευση συμβάσεως που συνάπτουν με τους προαναφερθέντες συναλλασσόμενους είτε τα κρατούν για να αναθέσουν τη διαχείριση τους στην GVL. Κατά την προσφεύγουσα, από τα ανωτέρω, προκύπτει ότι η σχετική αγορά, επί της οποίας οι ίδιοι οι φορείς των δικαιωμάτων ασκούν τις δραστηριότητες τους, είναι η αγορά της προσφοράς και της ζητήσεως των δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως. Στην αγορά αυτή, η εταιρεία εκμεταλλεύσεως ασκεί τις
δραστηριότητες της διαχειριζόμενη τα συμφέροντα των δικαιούχων εκτελεστών καλλιτεχνικών έργων.
Αντίθετα με οργανισμούς όπως η GEMA ή η SABAM, η προσφεύγουσα συμβάλλει στη δημιουργία μικρού μόνο τμήματος του εισοδήματος των δικαιούχων που εκπροσωπεί. Τα δικαιώματα που κατέχουν από τη δευτερογενή εκμετάλλευση αποτελούν μόνο μία ελάχιστη συμπληρωματική πηγή εισοδημάτων, η οποία αντιπροσωπεύει κατά μέσο όρο για κάθε δικαιούχο λιγότερο από 3000 DM ετησίως. Συνεπώς, δεν είναι δυνατόν οι καλλιτέχνες να εξαρτώνται από την προσφεύγουσα ως μόνη επιχείρηση εκμεταλλεύσεως των δικαιωμάτων από τη δευτερογενή εκμετάλλευση.
Η κααής υποστηρίζει ότι η σχετική αγορά είναι η αγορά της επαχθούς διαχειρίσεως των δικαιωμάτων για λογαριασμό των καλλιτεχνών. Η θέση στην αγορά της GVL μπορεί να συγκριθεί με τη θέση ενός μεσίτη ακινήτων. Η θέση του μεσίτη στην αγορά δεν εξαρτάται από την προσφορά και τη ζήτηση ακινήτων. Πρόκειται μάλλον για το ζήτημα ποιες είναι, για τον ιδιοκτήτη που επιθυμεί να πωλήσει, οι δυνατότητες να τύχει, έναντι καταβολής αμοιβής, της παροχής των υπηρεσιών που συνιστούν η αναζήτηση αγοραστή και οι υπηρεσίες ενός μεσάζοντα.
Το ποσό της αμοιβής που ο καλλιτέχνης λαμβάνει από την εκμετάλλευση του δικαιώματος του δεν διαδραματίζει κανένα ρόλο ως προς την εξέταση της θέσεως στην αγορά της GVL. Εξάλλου, το ποσό που αναφέρει η προσφεύγουσα αντιπροσωπεύει ένα δέκατο τρίτο μηνιαίο μισθό.
Η καθής αμφισβητεί ότι η προσφεύγουσα υπόκειται στον ανταγωνισμό των κατασκευαστών φορέων καταγραφής ήχου και των άλλων συναλλασσομένων που αναφέρει' σε περίπτωση που ο κατασκευαστής δίσκων κατέχει τα δικαιώματα του καλλιτέχνη που απορρέουν από τη δευτερογενή εκμετάλλευση, εφόσον τα έχει μεταβιβάσει ο καλλιτέχνης, απευθύνεται στην GVL για να λάβει την αντίστοιχη αμοιβή. Συνεπώς, δεν είναι ανταγωνιστής αλλά συμβαλλόμενος της GVL.
γ) Η καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσεως
Η προσφεύγουσα παρατηρεί ότι δεν μεταχειρίστηκε τους καλλιτέχνες κατά τρόπο διαφορετικό ανάλογα με την ιθαγένεια τους, αλλά ανάλογα με τη (ρύση των δικαιωμάτων, των οποίων ήταν φορείς. Η διαφορετική, όμως, κατάσταση που επικρατεί στις διάφορες χώρες την οδήγησε στο να συναλλάσσεται μόνο με τους καλλιτέχνες, οι οποίοι επικαλούνταν δικαιώματα που ήταν δυνατόν να αποτελέσουν αντικείμενο αξιόπιστου ελέγχου. Αυτή είναι η περίπτωση των γερμανών καλλιτεχνών (άρθρο 125 του νόμου περί των δικαιωμάτων του δημιουργού). Η προσφεύγουσα δέχεται ότι αυτές οι ίδιες προϋποθέσεις πληρούνται επίσης στην περίπτωση των αλλοδαπών καλλιτεχνών που έχουν τουλάχιστον κατοικία στη Γερμανία, σύμφωνα με το άρθρο 6 του νόμου περί διαχειρίσεως. Στην απάντηση της η προσφεύγουσα εκθέτει τους λόγους, για τους οποίους η κατοικία συνιστά, κατά την άποψη της αντικειμενικό κριτήριο.
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται, επί πλέον, ότι ο καλλιτέχνης που επιθυμεί να συνάψει σύμβαση διαχειρίσεως μαζί της, πρέπει να αποδείξει την ύπαρξη δικαιωμάτων που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαχειρίσεως στη Γερμανία. Δεν μπορεί να υποχρεούται να συνάπτει συμβάσεις διαχειρίσεως στηριζόμενη σε αβέβαια περιστατικά.
Η Kaêyç εκθέτει ότι η προϋπόθεση της υπάρξεως κατοικίας στη Γερμανία δεν συνδέεται καθόλου με την ιδιότητα του ενδιαφερόμενου καλλιτέχνη «ως φορέως των δικαιωμάτων». Επί πλέον, η GVL παρέχει τις υπηρεσίες της σε γερμανούς, έστω και όταν αυτοί δεν κατοικούν στη Γερμανία, παρόλον ότι δεν είναι βέβαιο ότι είναι «φορείς των δικαιωμάτων», εφόσον είναι δυνατόν να έχει προηγηθεί μεταβίβαση.
Εξάλλου, το ζήτημα αν ο καλλιτέχνης είναι πράγματι δικαιούχος των δικαιωμάτων που επικαλείται δεν τίθεται παρά μόνο στο στάδιο της εκτελέσεως της συμβάσεως διαχειρίσεως και όχι κατά το χρόνο της συνάψεως της. Επί 20000 περίπου δικαιούχων που έχουν συνάψει σύμβαση διαχειρίσεως, δεν υπερβαίνουν τους 10000 αυτοί που λαμβάνουν κάθε χρόνο αμοιβή ως αντάλλαγμα για την εκμετάλλευση των δικαιωμάτων τους. Η προσφεύγουσα όμως αρνείται να δώσει στους αλλοδαπούς που δεν κατοικούν στη Γερμανία τη δυνατότητα να αποδείξουν την ύπαρξη δικαιωμάτων από τη δευτερογενή εκμετάλλευση. Επιβάλλοντας, συνεπώς, τον όρο της κατοικίας στους αλλοδαπούς καλλιτέχνες, προβαίνει σε διάκριση που στηρίζεται στην ιθαγένεια.
δ) Διάκριση κατά την έννοια του άρθρου 86, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γ, της συνθήκης
Η προσφεύγουσα προσάπτει στην καθής ότι δεν έλαβε υπόψη τις προϋποθέσεις και τα όρια εφαρμογής της ειδικής απαγορεύσεως των διακρίσεων βάσει του άρθρου 86.
Οι εκτελεστές καλλιτεχνικών έργων δεν αποτελούν εμπορικώς συναλλασσομένους με τη GVL, οι οποίοι ανταγωνίζονται μεταξύ τους ως προς την άσκηση των δικαιωμάτων τους από τη δευτερογενή εκμετάλλευση. Απεναντίας, πρέπει να θεωρηθούν μάλλον ως καταναλωτές.
Επί πλέον, η προσφεύγουσα δεν θέτει τους καλλιτέχνες σε μειονεκτική θέση στο πλαίσιο ανταγωνισμού μεταξύ εθνικών και αλλοδαπών καλλιτεχνών. Σημαντική για ένα καλλιτεχνικό έργο είναι μόνο η εκτέλεση και όχι η οικονομική δυνατότητα. Η προσφεύγουσα τονίζει ότι οι ημεδαποί και οι αλλοδαποί καλλιτέχνες δεν της παρέχουν ισοδύναμες παροχές, γεγονός που προκύπτει από τη σύγκριση των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 125 του νόμου περί των δικαιωμάτων του δημιουργού. Κατά την προσφεύγουσα, σημασία έχει κατά πρώτο να διαπιστωθεί αν, και σε ποιο βαθμό, υπάρχουν τα δικαιώματα καλλιτεχνικής ιδιοκτησίας όσον αφορά τους αλλοδαπούς καλλιτέχνες. Όπως δέχεται η ίδια η καθής τα δικαιώματα αυτά έχουν τελείως διαφορετικά χαρακτηριστικά, ορισμένα από τα οποία μάλιστα είναι ανύπαρκτα. Εν πάση περιπτώσει, δεν είναι δυνατό να συγκριθούν, τα περισσότερα απ' αυτά, με την έννομη κατάσταση που ισχύει στη Γερμανία.
Δεν πρόκειται μόνο για το ζήτημα αν οι αλλοδαποί καλλιτέχνες μπορούν να απολαύουν στη Γερμανία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας κατ' εφαρμογή του άρθρου 125, παράγραφος 3, του νόμου περί των δικαιωμάτων του δημιουργού, αλλά για το πρωταρχικής σημασίας ζήτημα κατά πόσο οι αλλοδαποί καλλιτέχνες δεν έχουν ήδη διαθέσει κατ' άλλο τρόπο τα αλλοδαπά δικαιώματα τους, όπως είναι δυνατό, παραδείγματος χάρη στο πλαίσιο συμβάσεων εγγραφής που συνάπτουν με αλλοδαπούς παραγωγούς. Η προσφεύγουσα εξηγεί ότι απλώς απαιτούσε από τον αλλοδαπό καλλιτέχνη, ως προηγούμενο όρο πριν από τη σύναψη της συμβάσεως διαχειρίσεως, την απόδειξη ότι κατέχει δικαιώματα, που είναι δυνατό να τύχουν εκμεταλλεύσεως στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Για τους λόγους αυτούς η GVL ζητούσε από τους αλλοδαπούς καλλιτέχνες να αποδεικνύουν την ύπαρξη κατοικίας στη Γερμανία.
Η καθής απαντά ότι η ανταλλαγή παροχών μεταξύ της GVL και των καλλιτεχνών, που περιγράφεται στην παράγραφο 49 της αποφάσεως είναι το καθοριστικό κριτήριο της ιδιότητας του «εμπορικώς συναλλασσομένου» κατά την έννοια του άρθρου 86 της συνθήκης. Η GVL θέτει σε μειονεκτική κατάσταση τους αλλοδαπούς καλλιτέχνες, δεδομένου ότι αυτοί στερούνται ενός μέσου εμπορίας του έργου τους. Έτσι, ο αλλοδαπός αναγκάζεται να ζητήσει υψηλότερες αμοιβές, αν θέλει να του αποφέρει το έργο του το ίδιο κέρδος που έχει ο γερμανός συνάδελφος του, ο οποίος εισπράττει, αντίθετα προς τον αλλοδαπό, τις αμοιβές που του εξασφαλίζει η δευτερογενής εκμετάλλευση.
Όσον αφορά το «προηγούμενο ζήτημα», αν οι καλλιτέχνες είναι δικαιούχοι των δικαιωμάτων του δημιουργού, η καθής τονίζει ότι το ζήτημα αυτό δεν μπορεί να λυθεί πρίν από τη σύναψη της συμβάσεως
διαχειρίσεως. Όλοι οι καλλιτέχνες, είτε είναι γερμανοί, που κατοικούν ή όχι στη Γερμανία, είτε είναι αλλοδαποί δεν ζητούν παρά μόνο την προστασία των δικαιωμάτων που κατέχουν από τη δευτερογενή εκμετάλλευση. Για όλους, η αμοιβή που λαμβάνουν εξαρτάται από το ποσό που καταβάλλουν οι καταναλωτές. Η καθής διευκρινίζει ακόμη μία φορά ότι η GVL ζήτησε από τους αλλοδαπούς καλλιτέχνες να αποδείξουν την ύπαρξη κατοικίας στη Γερμανία και ότι η κατοικία αυτή δεν σημαίνει τίποτα ως προς την πραγματική ύπαρξη των δικαιωμάτων από τη δευτερογενή εκμετάλλευση.
Αν η προσφεύγουσα ζητούσε πριν από τη σύναψη της συμβάσεως διαχειρίσεως, εκτός από την απόδειξη κατοικίας στη Γερμανία, να αποδειχθεί η ύπαρξη δικαιωμάτων που είναι δυνατό να αποτελέσουν αντικείμενο εκμεταλλεύσεως στη Γερμανία, ισχυρισμός που δεν στηρίζεται σε κανένα στοιχείο του φακέλου της διοικητικής διαδικασίας, θα επρόκειτο για μία νέα διακρίνουσα μεταχείριση. Η προσφεύγουσα δεν απαιτούσε προφανώς από τους γερμανούς καλλιτέχνες, έστω και από αυτούς που κατοικούσαν στο εξωτερικό, μία τέτοια απόδειξη, ενώ Kat αυτοί θα μπορούσαν επίσης να έχουν ήδη μεταβιβάσει τα δικαιώματα τους σε άλλον.
ε) Αιτιολόγηση
Η προοφεύγουσα αναφέρει ότι οι διαφορετικοί όροι κτήσεως των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας για τους εθνικούς και αλλοδαπούς καλλιτέχνες συνιστούν λόγους που δικαιολογούν διαφορετική μεταχείριση. Διαφορές υφίστανται, μεταξύ άλλων, ως προς την προέλευση των δικαιωμάτων, τη μεταβίβαση των δικαιωμάτων στη GVL, την κατανομή των αμοιβών και την έλλειψη αμοιβαιότητας.
Επί πλέον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι ένα σημαντικό τμήμα των αμοιβών που διανέμονται προέρχεται από τους ραδιοφωνικούς σταθμούς. Για να υπολογιστεί η αμοιβή των εκτελεστών καλλιτεχνικών έργων, στις συμφωνίες αυτές, έχει ήδη ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι πρόκειται, κατά πρώτο λόγο, για την αποζημίωση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας των γερμανών καλλιτεχνών ή των καλλιτεχνών που έχουν την κατοικία τους στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Πράγματι, οι καλλιτέχνες που διαθέτουν για πρώτη φορά το έργο τους στον τομέα εφαρμογής άλλου διοικητικού συστήματος, δεν διαθέτουν κατά κανόνα αυτοτελή δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στη Γερμανία ή αποζημιώνονται κατ' άλλο τρόπο, βάσει ενός άλλου συστήματος δικαιωμάτων ή αμοιβών που ισχύει σ' αυτό το άλλο κράτος. Συνεπώς, το γεγονός ότι οι αλλοδαποί καλλιτέχνες περιλαμβάνονται στο σύστημα αμοιβών της προσφεύγουσας, θα απέβαινε, ως προς το οικονομικό αποτέλεσμα, σε βάρος των γερμανών καλλιτεχνών, οι οποίοι δεν θα μπορούσαν αντίθετα να αναμείνουν από τη σύναψη συμβάσεων διαχειρίσεως με τους αλλοδαπούς συναδέλφους τους καμία σημαντική αύξηση των συνολικών αμοιβών της
προσφεύγουσας.
Η κααής απαντά ότι δεν αντιλαμβάνεται καλά ποιες συνέπειες συνάγονται από τις σκέψεις που εξέθεσε η προσφεύγουσα στο θέμα της μεταβιβάσεως των δικαιωμάτων. Εν πάση περιπτώσει, θα πρέπει να υποτεθεί ότι υπάρχουν επίσης γερμανοί καλλιτέχνες, οι οποίοι συνάπτουν συμβάσεις με αλλοδαπούς κατασκευαστές φορέων καταγραφής ήχου. Η προσφεύγουσα δεν φαίνεται να βλέπει καμία δυσχέρεια εν προκειμένω.
Η αμοιβαιότητα δεν είναι προϋπόθεση αναγνωρίσεως από το γερμανό νομοθέτη των δικαιωμάτων από τη δευτερογενή εκμετάλλευση που κατέχουν αλλοδαποί που δεν κατοικούν στη Γερμανία.
Η καθής αμφισβητεί ότι η συμμετοχή των αλλοδαπών καλλιτεχνών θα είχε κατ' ανάγκη ως αποτέλεσμα ότι το διαθέσιμο ποσό αμοιβών θα έπρεπε να διανεμηθεί μεταξύ μεγαλυτέρου αριθμού δικαιούχων και θα έβλαπτε, συνεπώς, τα συμφέροντα των γερμανών καλλιτεχνών. Δεδομένου, πάντως, ότι ο χρήστης μουσικών έργων θα λαμβάνει στο μέλλον μεγαλύτερης αξίας παροχές από την προσφεύγουσα, στο βαθμό που δεν θα καταβάλλει τα δικαιώματα από τη δευτερογενή εκμετάλλευση που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν οι αλλοδαποί καλλιτέχνες που δεν κατοικούν στη Γερμανία, η προσφεύγουσα έχει τη δυνατότητα να συμφωνεί με τον εν λόγω χρήστη υψηλότερες αμοιβές στο πλαίσιο γενικών συμφωνιών που θα συνάψει με αυτόν. Όταν η προσφεύγουσα δηλώνει ότι προηγουμένως το ποσό της αμοιβής προοριζόταν «κατά πρώτο λόγο» για την ικανοποίηση των αξιώσεων των ημεδαπών καλλιτεχνών, είναι δυνατό να σκεφθεί κανείς ότι η προσφεύγουσα θεωρεί ότι η αμοιβή σμοιβή αντιπροσώπευε κάτι περισσότερο, εφόσον οι αλλοδαποί καλλιτέχνες που δεν κατοικούσαν στη Γερμανία δεν ελάμβαναν κανένα ποσό.
στ) Αποτελέσματα επί του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών
Η προσφεύγουσα, ισχυρίζεται ότι «δεν είναι προφανές» ότι μεταβιβάζοντας τα δικαιώματα προκειμένου να αποτελέσουν αντικείμενο εκμεταλλεύσεως, οι συναλλασσόμενοι ασκούν εμπόριο που πρέπει να προστατευτεί στο πλαίσιο της κοινής αγοράς. Δεν συναλλάσσεται με εκτελεστές καλλιτεχνικών έργων στο πλαίσιο διακρατικού εμπορίου, αλλά διαχειρίζεται αντίθετα μόνο νόμιμες αξίώσεις αμοιβών που είναι ενδεχομένως απαιτητές στη Γερμανία.
Επί πλέον, στην απόφαση γίνεται κατά τρόπο θεωρητικό δεκτή η ύπαρξη αισθητής επιδράσεως στο διακρατικό εμπόριο, η δε καθής δεν διεξήγαγε την παραμικρή έρευνα για το θέμα αυτό.
Η κααής υποστηρίζει ότι δεν πρόκειται εν προκειμένω για μεταβίβαση των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη δευτερογενή εκμετάλλευση. Αντίθετα, καθοριστικό στοιχείο είναι η προβολή του διεθνούς εμπορίου παροχής υπηρεσιών. Η άρνηση της GVL να συνάπτει συμβάσεις διαχειρίσεως με αλλοδαπούς που κατοικούν σε άλλα κράτη μέλη έχει ως αποτέλεσμα να μην παρέχει η GVL τις υπηρεσίες της σε αλλοδαπούς υπηκόους. Ως προς το αισθητό αποτέλεσμα, η καθής αναφέρει ότι αρκεί η συμπεριφορά της GVL να μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο κατά τρόπο αισθητό. Ο αριθμός των αλλοδαπών καλλιτεχνών που υπέβαλαν καταγγελία στην Επιτροπή δεν έχει σημασία. Αν ληφθεί υπόψη ο αριθμός των καλλιτεχνών που κατοικούν σε άλλα κράτη μέλη της Κοινότητας και κατέχουν καταρχήν δικαιώματα από τη δευτερογενή εκμετάλλευση στη Γερμανία, είναι δυνατό να προβλεφθεί ότι σημαντικός αριθμός από αυτούς θα απευθυνθούν στην προσφεύγουσα.
ζ) Σύγκρουση με διεθνείς συμβάσεις
Στην απάντηση της, η προσφεύγουσα αναφέρει ότι η απόφαση της Επιτροπής την υποχρεώνει να διαχειρίζεται ανύπαρκτα δικαιώματα, διότι οι αλλοδαποί καλλιτέχνες δεν μπορούν σε ορισμένες περιπτώσεις ούτε να αποκτήσουν δικαιώματα 6άσει της εθνικής νομοθεσίας ούτε να επικαλεστούν τη σύμβαση της Ρώμης της 26ης Οκτωβρίου 1961.
Η Kccêyç αμφισβητεί ότι η απόφαση της μπορεί να δημιουργήσει νέα δικαιώματα από τη δευτερογενή εκμετάλλευση υπέρ αλλοδαπών καλλιτεχνών που δεν κατέχουν τέτοια δικαιώματα υπό την τωρινή έννομη κατάσταση. Αντίθετα, η απόφαση αποβλέπει στο να εξασφαλίσει ότι οι αλλοδαποί καλλιτέχνες, που αναφέρονται σ' αυτή, θα έχουν τη δυνατότητα να ασκούν τα δικαιώματα από τη δευτερογενή εκμετάλλευση, που τους παρέχονται απευθείας βάσει του γερμανικού νόμου περί των δικαιωμάτων του δημιουργού ή σε σχέση με τις διεθνείς συνθήκες.
IV — Προφορική διαδικασία
Οι διάδικοι αγόρευσαν στη συνεδρίαση της 6ης Οκτωβρίου 1982.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του στη συνεδρίαση της 16ης Νοεμβρίου 1982. Σ' αυτές τις προτάσεις, εξέφερε την άποψη του επί ορισμένων από τους λόγους που προέβαλε η προσφεύγουσα, ζήτησε δε από το Δικαστήριο να του χορηγήσει συμπληρωματική προθεσμία για να εξετάσει τους άλλους λόγους στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν θα δεχόταν την άποψη αυτή. Το Δικαστήριο χωρίς να αποφανθεί επί των απόψεων του γενικού εισαγγελέα, του ζήτησε να συμπληρώσει τις προτάσεις του και να εξετάσει το σύνολο των προβλημάτων που ανέκυψαν. Κατόπιν αυτού, ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τη συνέχεια των προτάσεων του στη συνεδρίαση της 11ης Ιανουαρίου 1983.
Σκεπτικό
|
1 |
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 8 Ιανουαρίου 1982, η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης Gesellschaft zur Verwertung von Leistungsschutzrechten mbH, Αμβούργο (εφεξής: GVL), άσκησε, δυνάμει του άρθρου 173, εδάφιο 2, της συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή, με την οποία ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, της 29ης Οκτωβρίου 1981, που αφορά διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 86 της συνθήκης (IV/29.839 — GVL), κοινοποιήθηκε δε στην προσφεύγουσα στις 9 Νοεμβρίου 1981 και δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα (ΕΕ 1981, L 370, σ. 49). |
|
2 |
Η προσφεύγουσα είναι η μόνη εταιρεία διαχειρίσεως δικαιωμάτων του δημιουργού, η οποία αναλαμβάνει, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, την προστασία των δικαιωμάτων του δημιουργού και των καλουμένων συγγενών προς τα δικαιώματα του δημιουργού δικαιωμάτων των εκτελεστών καλλιτεχνικών έργων. Αναλαμβάνει, ιδίως, την είσπραξη και τη διανομή των αμοιβών, τις οποίες δικαιούνται οι εκτελεστές καλλιτεχνικών έργων δυνάμει των διατάξεων του γερμανικού νόμου περί του δικαιώματος του δημιουργού (Urheberrechtsgesetz), όταν το καλλιτεχνικό δημιούργημα τους, το οποίο έχει εγγραφεί σε φορείς καταγραφής εικόνων ή ήχου με τη συγκατάθεση τους, μεταδίδεται από το ραδιόφωνο ή εκτελείται δημόσια με οποιονδήποτε άλλο τρόπο («δευτερογενής εκμετάλλευση»). |
|
3 |
Μέχρι τις 21 Νοεμβρίου 1980 η GVL αρνιόταν να συνάπτει συμβάσεις διαχειρίσεως με αλλοδαπούς καλλιτέχνες, που δεν είχαν ούτε τη γερμανική ιθαγένεια ούτε κατοικία στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ή να προστατεύει με οποιονδήποτε άλλο τρόπο τα δικαιώματα των καλλιτεχνών αυτών στη Γερμανία. Από την ημερομηνία αυτή έθεσε τέρμα στην εν λόγω τακτική, τροποποιώντας το καταστατικό της και το πρότυπο συμβάσεως διαχειρίσεως κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να παρέχει σε κάθε εκτελεστή καλλιτεχνικών έργων εγκατεστημένο στο έδαφος ενός από τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας τη δυνατότητα συνάψεως συμβάσεως διαχειρίσεως και να του χορηγεί, αναδρομικά μάλιστα, το τμήμα της αμοιβής που του ανήκει. |
|
4 |
Στην προσβαλλόμενη απόφαση διαπιστώνεται ότι η άρνηση που προέβαλλε η GVL μέχρι τις 21 Νοεμβρίου 1980 να συνάπτει συμβάσεις διαχειρίσεως με αλλοδαπούς καλλιτέχνες που δεν είχαν την κατοικία τους στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, καθώς και να διαχειρίζεται κατ' άλλο τρόπο τα δικαιώματα του δημιουργού, τα οποία κατείχαν οι καλλιτέχνες αυτοί στη Γερμανία, συνιστούσε κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως κατά την έννοια του άρθρου 85 της συνθήκης, στο βαθμό που οι καλλιτέχνες αυτοί ήταν υπήκοοι άλλου κράτους μέλους ή είχαν σε άλλο κράτος μέλος την κατοικία τους. |
|
5 |
Στις αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεως (παράγραφος 71) διευκρινίζεται ότι από τις 21 Νοεμβρίου 1980 η GVL τροποποίησε το καταστατικό της και το πρότυπο συμβάσεως διαχειρίσεως δικαιωμάτων, θέτοντας τέρμα στις διακρίσεις σε βάρος των καλλιτεχνών που δεν είχαν τη γερμανική ιθαγένεια, ως προς τους υπηκόους κράτους μέλους ή τους καλλιτέχνες που κατοικούσαν σε ένα από τα κράτη μέλη. Το νέο σύστημα διανομής εφαρμόζεται στο εξής τόσο στους γερμανούς όσο και στους αλλοδαπούς καλλιτέχνες. |
|
6 |
Προς υποστήριξη της προσφυγής της, η προσφεύγουσα επικαλείται τους ακόλουθους πέντε λόγους:
|
Πρώτος λόγος: παράβαση τύπων
|
7 |
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται, πρώτον, ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτου κανονισμού εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της συνθήκης (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25) και το άρθρο 4 του κανονισμού 99/63 της Επιτροπής, της 25ης Ιουλίου 1963, περί των ακροάσεων που προβλέπονται στο άρθρο 19, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 17 του Συμβουλίου (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 37), κατά το ότι η Επιτροπή θεμελίωσε την απόφαση της σε άλλες αιτιάσεις από εκείνες, επί των οποίων η προσφεύγουσα είχε την ευκαιρία να γνωρίσει τις απόψεις της. |
|
8 |
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει σχετικά ότι η Επιτροπή δεν είχε διευκρινίσει με αρκετή σαφήνεια, στη γνωστοποίηση αιτιάσεων, ότι οι αιτιάσεις αναφέρονταν όχι μόνο στην άρνηση συνάψεως συμβάσεων διαχειρίσεως με υπηκόους άλλων κρατών μελών, αλλά και στις περιπτώσεις που οι καλλιτέχνες είχαν την κατοικία τους σε μέλος, χωρίς να είναι υπήκοοι του κράτους αυτού. Η εν λόγω έλλειψη σαφήνειας είναι ακόμη περισσότερο βλαπτική, γιατί η καταγγελία που προκάλεσε τη γνωστοποίηση αιτιάσεων, δηλαδή η καταγγελία της Interpar, Λονδίνο, δεν έθιγε το ζήτημα της καταστάσεως των καλλιτεχνών που κατοικούν σε ένα κράτος μέλος, χωρίς να είναι υπήκοοι του κράτους αυτού. |
|
9 |
Όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί δεν δικαιολογούνται από τα πραγματικά περιστατικά. Πριν αναφερθεί η καταγγελία της Interpar, η συμπεριφορά της προσφεύγουσας περιγράφεται στη γνωστοποίηση αιτιάσεων κατά τον ακόλουθο τρόπο: «η GVL αρνείται να συνάπτει συμβάσεις διαχειρίσεως με αλλοδαπούς καλλιτέχνες που δεν κατοικούν στη Γερμανία ή να προστατεύει με όποιο άλλο τρόπο τα δικαιώματα των καλλιτεχνών αυτών στη Γερμανία, είτε πρόκειται για καλλιτέχνες υπηκόους κράτους μέλους της Κοινότητας είτε όχι» (παράγραφος 27). Στις νομικές σκέψεις του ίδιου εγγράφου προβάλλεται ιδίως η διάκριση, στην οποία προβαίνει η GVL μεταξύ, αφενός, των γερμανών καλλιτεχνών ή των αλλοδαπών καλλιτεχνών που κατοικούν στη Γερμανία και, αφετέρου, των «αλλοδαπών καλλιτεχνών που δεν κατοικούν στη Γερμανία» (παράγραφοι 51, 52 και 55). |
|
10 |
Γενικότερα, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο στη γνωστοποίηση αιτιάσεων που να επιτρέπει στην προσφεύγουσα τον ισχυρισμό ότι η μόνη μομφή που διατυπώνει η Επιτροπή αφορά την κατάσταση των καλλιτεχνών που έχουν την ιθαγένεια άλλου κράτους μέλους. |
|
11 |
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, ακολούθως, ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση επαναλαμβάνονται απλώς οι σκέψεις που περιέχονται στη γνωστοποίηση αιτιάσεων και ότι, συνεπώς, η Επιτροπή δεν έλαβε καθόλου υπόψη τα επιχειρήματα, που προέβαλε η προσφεύγουσα ή περιέχονται στις νομικές γνωμοδοτήσεις που προσκόμισε στην Επιτροπή. Επομένως, η Επιτροπή προσέβαλε το δικαίωμα ακροάσεως που έχει η GVL («Rechtliches Gehör») βάσει του κανονισμού 99/63. |
|
12 |
Ναι μεν είναι αληθές ότι ο κανονισμός 99/63 αποβλέπει στο να εξασφαλίσει στις επιχειρήσεις το δικαίωμα υποβολής παρατηρήσεων κατά το πέρας της εξετάσεως, επί του συνόλου των αιτιάσεων που η Επιτροπή προτίθεται να τους προσάψει, δεν υποχρεώνει όμως την Επιτροπή να πραγματεύεται όλες αυτές τις παρατηρήσεις στην αιτιολογία της αποφάσεως, αν αυτή καθαυτή η αιτιολογία μπορεί να δικαιολογήσει τα συμπεράσματα, στα οποία καταλήγει η Επιτροπή. |
|
13 |
Πρέπει να προστεθεί ότι στις αιτιολογικές σκέψεις της προσβαλλόμενης αποφάσεως εκτίθενται και εξετάζονται όλες οι παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν για λογαριασμό της GVL κατά τη διάρκεια της ακροάσεως των εν λόγω επιχειρήσεων, στις 12 Φεβρουαρίου 1981. |
|
14 |
Τέλος, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η άρνηση της Επιτροπής να λάβει υπόψη της τις υποβληθείσες παρατηρήσεις οδήγησε σε πληθώρα περιπτώσεων πλάνης περί τα πράγματα στην απόφαση. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν μπορεί, πάντως, να εξεταστούν παρά μόνο στο πλαίσιο των ουσιαστικών λόγων, στους οποίους αναφέρονται. |
|
15 |
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος πρέπει να απορριφθεί. |
Δεύτερος λόγος: έλλειψη αρμοδιότητας
|
16 |
Με το λόγο αυτό η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν έχει την εξουσία να διαπιστώνει, με απόφαση, παράβαση των κανόνων περί ανταγωνισμού στην οποία έπαυσε πλέον να προβαίνει η ενδιαφερόμενη επιχείρηση. Η εξουσία αυτή δεν απορρέει ούτε από τις διατάξεις της συνθήκης ούτε από τις διατάξεις του κανονισμού 17. |
|
17 |
Η προσφεύγουσα παρατηρεί σχετικά ότι η γνωστοποίηση αιτιάσεων, καθώς και οι καταγγελίες της Interpar, επί των οποίων στηρίζεται η γνωστοποίηση αυτή, αναφέρονται στην τακτική που ακολουθούσε η GVL πριν από τις 21 Νοεμβρίου 1980. Μετά από την παρέμβαση της Επιτροπής, η GVL τροποποίησε την τακτική αυτή κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να θέσει τέρμα στην παράβαση που της είχε προσαφθεί και, συνεπώς, να καταστεί άνευ αντικειμένου η διοικητική διαδικασία που κίνησε η Επιτροπή. |
|
18 |
Η προσφεύγουσα τονίζει ότι το Συμβούλιο, θεσπίζοντας τον κανονισμό 17, καθόρισε κατά τρόπο εξαντλητικό τις εξουσίες λήψεως αποφάσεων που έχει η Επιτροπή στον τομέα εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της συνθήκης. Στις εξουσίες αυτές δεν συγκαταλέγεται η εξουσία λήψεως αποφάσεως, με την οποία διαπιστώνεται μία παράβαση που έγινε στο παρελθόν. Το άρθρο 3, ιδίως, του κανονισμού 17 αναφέρεται στη διαπίστωση παραβάσεως μόνο στο πλαίσιο αποφάσεως που αποβλέπει στην παύση της παραβάσεως. |
|
19 |
Η καθής διατείνεται ότι η αρμοδιότητα λήψεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, αφενός, από την ερμηνεία των διατάξεων της συνθήκης και του κανονισμού 17 και, αφετέρου, από το γεγονός ότι σοβαροί πρακτικής φύσεως λόγοι συνηγορούν υπέρ της αντιλήψεως αυτής, από την οποία, εξάλλου, διαπνέονται παγίως οι ενέργειες της Επιτροπής. |
|
20 |
Οι διατάξεις του κανονισμού 17 θα πρέπει να ερμηνευθούν, κατά την καθής, βάσει των εξουσιών που η συνθήκη παρέχει στην Επιτροπή στον τομέα του ανταγωνισμού και που συγκεκριμενοποιούνται στον κανονισμό, στον οποίο προβλέπεται ένα σύνολο εξουσιών, λιγότερο ή περισσότερο εκτεταμένων, ιδίως στα άρθρα 3, παράγραφοι 1 και 3, 15, παράγραφοι 2 και 6 και 16. Η απόφαση, με την οποία διαπιστώνεται παράβαση που έχει ήδη παύσει, εμπίπτει σ' αυτό το σύνολο εξουσιών τοποθετείται μεταξύ δύο αποφάσεων που προβλέπονται ρητά στον κανονισμό, την απόφαση με την οποία επιβάλλεται πρόστιμο λόγω παραβάσεως που διαπιστώθηκε αλλά έχει ήδη παύσει και την απόφαση με την οποία διαπιστώνεται, μετά από προσωρινή εξέταση, ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1. |
|
21 |
Από πρακτική άποψη, η καθής τονίζει ότι, αν η Επιτροπή δεν διέθετε την εξουσία απλής διαπιστώσεως, θα υποχρεωνόταν πάντοτε να επιβάλλει πρόστιμο, προκειμένου να μην μπορεί η ενδιαφερόμενη επιχείρηση να σταματά την παράβαση λίγο πριν από τη λήψη της αποφάσεως με την οποία θα υποχρεωνόταν να παύσει την παράβαση αυτή, ακολούθως δε να προβαίνει και πάλι στην εν λόγω παράβαση. |
|
22 |
Ενδείκνυται, πρώτον, να παρατηρηθεί, όπως ορθώς τονίζει και η καθής, ότι οι διατάξεις του κανονισμού 17 και ιδίως οι διατάξεις, στις οποίες προβλέπονται τα μέτρα που λαμβάνει η Επιτροπή για να εξασφαλίζει την εφαρμογή των άρθρων 85 και 86 της συνθήκης, πρέπει να ερμηνευθούν στο πλαίσιο των κανόνων περί ανταγωνισμού της συνθήκης. Οι κανόνες αυτοί στηρίζονται στην αντίληψη, που εκφράζεται ιδίως στα άρθρα 85, παράγραφος 2, στοιχείο δ, και 89, ότι εναπόκειται στην Επιτροπή να μεριμνά ώστε να εφαρμόζονται οι κανόνες περί ανταγωνισμού από τις επιχειρήσεις και να διαπιστώνει, ενδεχομένως, παραβάσεις των κανόνων αυτών. |
|
23 |
Ο κανονισμός 17 αποβλέπει, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις, καθώς και από το άρθρο 87, παράγραφος 2, στοιχείο α, της συνθήκης, στην εξασφάλιση της τηρήσεως των κανόνων περί ανταγωνισμού από τις επιχειρήσεις και παρέχει, για το σκοπό αυτό, την εξουσία στην Επιτροπή να υποχρεώνει τις επιχειρήσεις να θέτουν τέρμα στη διαπιστωθείσα παράβαση, καθώς και να επιβάλλει πρόστιμα και χρηματικές ποινές σε περίπτωση παραβάσεως. Η εξουσία λήψεως των σχετικών αποφάσεων ενέχει κατ' ανάγκη την εξουσία διαπιστώσεως της παραβάσεως, για την οποία πρόκειται. |
|
24 |
Το πρόβλημα που θίγεται με τον παρόντα λόγο δεν αναφέρεται, συνεπώς, στην αρμοδιότητα της Επιτροπής να διαπιστώνει με απόφαση παράβαση των κανόνων περί ανταγωνισμού, αλλά στο ζήτημα κατά πόσο η Επιτροπή είχε, εν προκειμένω, έννομο συμφέρον να λάβει απόφαση διαπιστώνοντας παράβαση, στην οποία έχει ήδη θέσει τέρμα η ενδιαφερόμενη επιχείρηση. |
|
25 |
Στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται σχετικά ότι ακόμη και μετά την τροποποίηση του καταστατικού της και της προτύπου συμβάσεως το Νοέμβριο του 1980, η GVL θεωρεί ότι, ενόψει της ασαφούς νομικής καταστάσεως, μπορεί να εξακολουθεί να μη διαχειρίζεται δικαιώματα καλλιτεχνών που δεν έχουν τη γερμανική ιθαγένεια ή κατοικία στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας συνεπώς, για να αποσαφηνιστεί η νομική κατάσταση, ιδίως, σε σχέση με τους καταγγέλλοντες, και για να αποφευχθεί στο μέλλον η περίπτωση υπάρξεως ομοειδών ή παρεμφερών παραβάσεων, είναι αναγκαία η λήψη αποφάσεως (παράγραφος 74). |
|
26 |
Ναι μεν η GVL κατέστησε γνωστό κατά τη διάρκεια της παρούσας δίκης ότι θεωρεί ως αμετάκλητη την τροποποίηση του καταστατικού της και της προτύπου συμβάσεως που έγινε το Νοέμβριο του 1980, δήλωσε όμως, τόσο κατά τη διοικητική διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής, όσο και κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι δεν θεωρεί ότι δεσμεύεται από την τροποποίηση αυτή όσον αφορά τη σύναψη συμβάσεων διαχειρίσεως με καλλιτέχνες υπηκόους τρίτων χωρών, αλλά κατοίκους άλλου κράτους μέλους. Ακόμη ενέμεινε, κατά τη διάρκεια των διαδικασιών αυτών, στην άποψη ότι, εφόσον δεν είχε την υποχρέωση βάσει του κοινοτικού δικαίου να επιφέρει την τροποποίηση, ήταν απόλυτα ελεύθερη να επανέλθει στην προηγούμενη τακτική. |
|
27 |
Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή μπορούσε να θεωρήσει ότι υπήρχε πραγματικός κίνδυνος επιστροφής στην τακτική αυτή, αν δεν επικυρωνόταν ρητά η υποχρέωση της GVL να παύσει την εν λόγω παράβαση και ότι, συνεπώς, ήταν επιβεβλημένη η αποσαφήνηση της νομικής καταστάσεως. |
|
28 |
Από τις προηγηθείσες σκέψεις προκύπτει ότι το έννομο συμφέρον της καθής να διαπιστώσει, με την προσβαλλόμενη απόφαση, την παράβαση των κανόνων περί ανταγωνισμού μέχρι να τροποποιηθεί το καταστατικό της προσφεύγουσας, αποδείχθηκε επαρκώς και ότι πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος. |
Τρίτος λόγος : εφαρμογή του άρθρου 90 της συνθήκης
|
29 |
Σύμφωνα με το λόγο αυτό, η GVL συνιστά επιχείρηση επιφορτισμένη με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος, κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, της συνθήκης. Συνεπώς, οι κανόνες περί ανταγωνισμού δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση της προσφεύγουσας παρά μόνο στο βαθμό που η εφαρμογή των κανόνων αυτών δεν εμποδίζει την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής της. |
|
30 |
Η προσφεύγουσα επικαλείται σχετικά το γερμανικό νόμο της 9ης Σεπτεμβρίου 1965 περί διαχειρίσεως των δικαιωμάτων του δημιουργού και των συγγενών δικαιωμάτων (BGBl. Ι σ. 1294), οι διατάξεις του οποίου ορίζουν, μεταξύ άλλων, ότι οι εταιρείες διαχειρίσεως, όπως η GVL, πρέπει να αναγνωριστούν από τις δημόσιες αρχές, ότι υπόκεινται στην εποπτεία του γραφείου διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και ότι υποχρεούνται να συνάπτουν ορισμένες συμβάσεις διαχειρίσεως. |
|
31 |
Από την εξέταση του προαναφερθέντος νόμου προκύπτει πάντως ότι η γερμανική νομοθεσία δεν αναθέτει τη διαχείριση των δικαιωμάτων του δημιουργού και των συγγενών δικαιωμάτων σε συγκεκριμένες επιχειρήσεις, αλλά καθορίζει, κατά τρόπο γενικό, τους κανόνες που έχουν εφαρμογή στις δραστηριότητες εταιρειών, οι οποίες αποβλέπουν στη συλλογική εκμετάλλευση των δικαιωμάτων αυτών. |
|
32 |
Ναι μεν είναι αληθές ότι ο έλεγχος των δραστηριοτήτων των εταιρειών αυτών, όπως ρυθμίζεται από τον εν λόγω νόμο, είναι περισσότερο εκτεταμένος απ' ό,τι ο δημόσιος έλεγχος που ασκείται σε πολλές άλλες επιχειρήσεις, το γεγονός όμως αυτό δεν αρκεί για να υπαγάγει τις εταιρείες αυτές στην κατηγορία των επιχειρήσεων που αναφέρεται στο άρθρο 90, παράγραφος 2, της συνθήκης. |
|
33 |
Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος δεν μπορεί να γίνει δεκτός. |
Τέταρτος λόγος: επίδραση επί του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών
|
34 |
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται, με το λόγο αυτό, ότι έστω και αν διαπράχθηκε η παράβαση των κανόνων περί ανταγωνισμού που της προσάπτεται με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν θα μπορούσε να επηρεαστεί το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, κατά την έννοια του άρθρου 86, παράγραφος πρώτη, της συνθήκης. |
|
35 |
Στην απόφαση εκτίθεται σχετικά (παράγραφος 63) ότι, με το να αρνείται η GVL να αναλάβει την εκμετάλλευση των δικαιωμάτων αλλοδαπών καλλιτεχνών που κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος εκτός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, παρεμπόδισε τη δημιουργία εναιαίας αγοράς υπηρεσιών στην Κοινότητα. Οι αλλοδαποί αυτοί δεν μπόρεσαν να προσφύγουν στις υπηρεσίες που παρέχει η GVL κατ' αυτό τον τρόπο κατέστη αδύνατη η ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών εντός της Κοινότητας, η οποία θα μπορούσε να είχε αναπτυχθεί χωρίς την άρνηση της GVL. Ο φραγμός αυτός στην ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών ήταν, εξάλλου, αισθητός, εφόσον ένας μεγάλος αριθμός αλλοδαπών καλλιτεχνών εμποδίστηκε να ασκήσει τα δικαιώματα του στη Γερμανία. |
|
36 |
Η προσφεύγουσα αμφισβητεί κατά πόσον ήταν αισθητή η προσβολή του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών. Ισχυρίζεται ότι, κατά την έναρξη της διοικητικής διαδικασίας μόνον η Interpar είχε υποβάλει καταγγελία· ακολούθως, η Επιτροπή έλαβε γνώση μιας μόνο ακόμη περιπτώσεως που αφορούσε χορωδία ιταλών αλπινιστών . Οι εννέα καλλιτέχνες, που εμφανίζονται ως καταγγέλλοντες στην απόφαση, ανήκουν στον ίδιο όμιλο. Μόνο σε πολύ ειδικές περιπτώσεις αλλοδαποί καλλιτέχνες είχαν ζητήσει από την ίδια την προσφεύγουσα να διαχειρίζεται τα δικαιώματα τους. Η επίδραση της προηγούμενης τακτικής της GVL επί του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών ήταν, συνεπώς, ελάχιστη. |
|
37 |
Πρέπει να σημειωθεί ότι, για να εξεταστεί αν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών είναι δυνατόν να επηρεαστεί από την κατάχρηση μιας δεσπόζουσας θέσεως στη σχετική αγορά, κατά την έννοια του άρθρου 86 της συνθήκης, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι συνέπειες για τη δομή του πράγματι ασκούμενου ανταγωνισμού στην κοινή αγορά (απόφαση της 6ης Μαρτίου 1974, Istituto Chemioterapico και Commercial Solvents, 6 και 7/73, Sig. σ. 223). |
|
38 |
Ήδη στην απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1979 (Greenwich Films, 22/79, Sig. σ. 3275), το Δικαστήριο έκρινε ότι οι δραστηριότητες των εταιρειών διαχειρίσεως δικαιωμάτων του δημιουργού μπορούν να διαμορφώνονται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να επιφέρουν κατανομή της κοινής αγοράς και κατ' αυτό τον τρόπο παρεμπόδιση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, η οποία αποτελεί έναν από τους στόχους της συνθήκης. Το Δικαστήριο προσέθεσε ότι οι δραστηριότητες αυτές μπορούν τότε να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, κατά την έννοια του άρθρου 86 της συνθήκης. |
|
39 |
Η Επιτροπή όμως, προσάπτει στην προσφεύγουσα ακριβώς το γεγονός ότι οι δραστηριότητες της είχαν διαρρυθμιστεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να επιφέρουν περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών σε τέτοιο βαθμό, ώστε να κατανέμεται η κοινή αγορά. Πράγματι, η τακτική της προσφεύγουσας μπορούσε να παρεμποδίσει την εκμετάλλευση, στη γερμανική αγορά, των δικαιωμάτων μη γερμανών εκτελεστών που κατοικούσαν σε άλλα κράτη μέλη. |
|
40 |
Συνεπώς, ο τέταρτος, λόγος, πρέπει να απορριφθεί. |
Πέμπτος λόγος: Κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως
|
41 |
Ο λόγος αυτός, που αφορά τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο 86 της συνθήκης, περιέχει περισσότερα σκέλη, με το πρώτο από τα οποία αμφισβητείται η δεσπόζουσα θέση της GVL στην αγορά. |
|
42 |
Η προσφεύγουσα δέχεται ότι οι υπηρεσίες που παρέχει συνίστανται στη διαχείριση των δικαιωμάτων του δημιουργού των εκτελεστών καλλιτεχνικών έργων που απορρέουν από τη δευτερογενή εκμετάλλευση και ότι είναι η μόνη επιχείρηση που αναλαμβάνει τη διαχείριση αυτή στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Υποστηρίζει, πάντως, ότι δεν είναι ο μόνος εμπορικώς συναλλασσόμενος με τους εκτελεστές καλλιτεχνικών έργων, δεδομένου ότι αυτοί μπορούν να ασκήσουν τα δικαιώματα τους από την πρωτογενή εκμετάλλευση και, επομένως, συναλλάσσονται παραδείγματος χάρη με διοργανωτές καλλιτεχνικών εκδηλώσεων ή με κατασκευαστές φορέων καταγραφής ήχου. |
|
43 |
Η καθής ισχυρίζεται, σχετικά με το επιχείρημα αυτό, ότι η προσφεύγουσα δεν εκτιμά ορθώς ποια είναι η κρίσιμη αγορά που πρέπει να ληφθεί υπόψη. Κατ' αυτήν, η κρίσιμη αγορά, δεν είναι η αγορά παροχής υπηρεσιών στον τομέα της εκτελέσεως καλλιτεχνικών έργων, αλλά η αγορά διαχειρίσεως των αμοιβών, που οφείλονται στους εκτελεστές καλλιτεχνικών έργων λόγω της δευτερογενούς εκμεταλλεύσεως των έργων τους. Στην αγορά αυτή η GVL κατέχει δεσπόζουσα θέση. |
|
44 |
Στην απόφαση διαπιστώνεται σχετικά (παράγραφος 45) ότι η αγορά στην οποία η GVL ασκεί τις δραστηριότητες της, είναι η αγορά παροχής υπηρεσιών για την προστασία των δικαιωμάτων από τη δευτερογενή εκμετάλλευση που ανήκουν σε ερμηνευτές ή εκτελεστές καλλιτεχνικών έργων στη Γερμανία, η οποία μπορεί να οριοθετηθεί με ακρίβεια από τη δραστηριότητα άλλων εταιρειών εκμεταλλεύσεως. Η GVL κατέχει ένα de facto μονοπώλιο στην αγορά αυτή εντός της Γερμανίας, δηλαδή σε σημαντικό τμήμα της κοινής αγοράς. |
|
45 |
Το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι διαπιστώσεις αυτές είναι ακριβείς και ότι, συνεπώς, δεν πρέπει να γίνει δεκτό το πρώτο σκέλος του λόγου. |
|
46 |
Με το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου αμφισβητείται η καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσεως, όπως έχει γίνει δεκτή στην απόφαση. Συγκεκριμένα, κακώς η Επιτροπή προσάπτει στην προσφεύγουσα ότι μεταχειρίζεται τους καλλιτέχνες διαφορετικά ανάλογα με την ιθαγένεια τους. |
|
47 |
Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται, πρώτον, ότι κάθε διάκριση που στηρίζεται στην ιθαγένεια και εφαρμόζεται από επιχείρηση που κατέχει δεσπόζουσα θέση, συνιστά παράβαση του άρθρου 86 (παράγραφος 46) και, δεύτερον, ότι το γεγονός ότι η GVL, η οποία κατέχει ένα de facto μονοπώλιο, αρνείται να συνάπτει συμβάσεις διαχειρίσεως με αλλοδαπούς καλλιτέχνες που δεν κατοικούν στη Γερμανία συνιστά διάκριση που στηρίζεται στην ιθαγένεια (παράγραφος 47). |
|
48 |
Η προσφεύγουσα αμφισβητεί έντονα τον ανωτέρω δεύτερο ισχυρισμό. Τονίζει ότι καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας που κινήθηκε εναντίον της, υποστήριζε ότι η διαφορετική μεταχείριση που επιφυλάσσει στους διαφόρους καλλιτέχνες στηρίζεται μόνο στη φύση των δικαιωμάτων, των οποίων είναι δικαιούχοι. Το πραγματικό πρόβλημα έγκειται στην ανομοιότητα των εθνικών νομοθεσιών περί των δικαιωμάτων του δημιουργού και των συγγενών δικαιωμάτων. Η ανομοιότητα αυτή έχει ως αποτέλεσμα τα δικαιώματα των καλλιτεχνών που είναι εγκατεστημένοι εκτός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, να διέπονται από νομοθεσίες που δεν αναγνωρίζουν αξίωση αμοιβής για τη δευτερογενή εκμετάλλευση του δικαιώματος του δημιουργού. |
|
49 |
Η προσφεύγουσα επεξηγεί ότι μπορεί να διαχειρίζεται μόνο τα δικαιώματα, των οποίων είναι σε θέση να ελέγξει την ύπαρξη και να προσδιορίσει την έκταση. Αυτή είναι η περίπτωση των καλλιτεχνών με γερμανική ιθαγένεια που απολαύουν, δυνάμει του άρθρου 125 του γερμανικού νόμου περί του δικαιώματος του δημιουργού, της νομικής προστασίας που παρέχεται βάσει του νόμου αυτού. Η προσφεύγουσα δέχτηκε ότι η ίδια αυτή προϋπόθεση πληρούται στην περίπτωση αλλοδαπών καλλιτεχνών που έχουν κατοικία στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, δεδομένου ότι η κατοικία συνιστά επαρκή συνδετικό δεσμό για εφαρμογή του γερμανικού νόμου εν προκειμένω. |
|
50 |
Η προσφεύγουσα θεωρεί ότι η νομική αυτή άποψη επιβεβαιώνεται από το άρθρο 6, παράγραφος 1, του γερμανικού νόμου περί διαχειρίσεως του 1965. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, οι εταιρείες εκμεταλλεύσεως υποχρεούνται να διαχειρίζονται τα δικαιώματα που εμπίπτουν στον τομέα των δραστηριοτήτων τους κατόπιν αιτήσεως των δικαιούχων, «εφόσον είναι γερμανοί κατά την έννοια του Θεμελιώδους Νόμου ή έχουν την κατοικία τους στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου» δηλαδή στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. |
|
51 |
Η καθής δέχεται ότι οι εθνικές νομοθεσίες είναι ανόμοιες, καθώς και το γεγονός ότι οι περισσότερες από τις νομοθεσίες των άλλων κρατών μελών είναι λιγότερο αναλυτικές απ' ό,τι ο γερμανικός νόμος, όσον αφορά τα δικαιώματα από τη δευτερογενή εκμετάλλευση. Οι συνθήκες όμως αυτές δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την άρνηση συνάψεως συμβάσεων με τους αλλοδαπούς καλλιτέχνες που δεν κατοικούν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, δεδομένου ότι η άρνηση αυτή αφαιρεί από τους εν λόγω καλλιτέχνες τη δυνατότητα να αποδείξουν ότι είναι πράγματι φορείς των δικαιωμάτων που επικαλούνται. |
|
52 |
Το Δικαστήριο παρατηρεί, πρώτον ότι το άρθρο 6 του νόμου περί διαχειρίσεως, ναι μεν υποχρεώνει τις εταιρείες διαχειρίσεως να διαχειρίζονται τα δικαιώματα όλων των καλλιτεχνών που έχουν τη γερμανική ιθαγένεια ή κατοικούν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, δεν τις παρεμποδίζει όμως να παρέχουν τις υπηρεσίες τους και σε άλλους καλλιτέχνες. Η παραπάνω ερμηνεία του νόμου επιβεβαιώθηκε εμμέσως από το γραφείο διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, όταν το όργανο αυτό ενέκρινε την τροποποίηση του καταστατικού της GVL, της 21ης Νοεμβρίου 1980. |
|
53 |
Πρέπει να σημειωθεί, ακολούθως, ότι η ευχέρεια που διαθέτει κατ' αυτό τον τρόπο η GVL βάσει του νόμου, περιορίζεται από τις διατάξεις της συνθήκης και ιδίως από τις διατάξεις περί ανταγωνισμού. Η διαπίστωση αυτή ισχύει ακόμη περισσότερο γιατί η GVL κατέχει δεσπόζουσα θέση σε σημαντικό τμήμα της κοινής αγοράς. |
|
54 |
Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν ήταν πράγματι νόμιμη η τακτική της GVL να παρέχει αποκλειστικά τις υπηρεσίες της, έστω και ελλείψει εναρμονίσεως των νομοθεσιών στον τομέα του δικαιώματος του δημιουργού, μόνο στους καλλιτέχνες, για τους οποίους είχε τη βεβαιότητα ότι τα δικαιώματα τους διέπονταν από το γερμανικό νόμο. Δεν μπορούσε να αποκλείσει την πιθανότητα ότι ορισμένοι αλλοδαποί καλλιτέχνες που δεν κατοικούσαν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ήταν δυνατόν να επικαλεστούν δικαιώματα από τη δευτερογενή εκμετάλλευση' επί πλέον, γνώριζε ότι, αρνούμενη να διαχειριστεί τα δικαιώματα τους, αυτά παρεμπόδιζε στην πραγματικότητα τους καλλιτέχνες αυτούς να εισπράξουν τις αμοιβές, που δικαιούνταν. |
|
55 |
Συνεπώς, η προσφεύγουσα διαμόρφωσε τις δραστηριότητες της κατά τέτοιο τρόπο, ώστε κανείς αλλοδαπός καλλιτέχνης που δεν κατοικούσε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να μην μπορεί να απολαύει δικαιωμάτων από τη δευτερογενή εκμετάλλευση, έστω και αν ο καλλιτέχνης αυτός μπορούσε να αποδείξει ότι τα δικαιώματα αυτά του ανήκαν είτε βάσει του γερμανικού δικαίου είτε γιατί μία άλλη εθνική νομοθεσία, που είχε εν προκειμένω εφαρμογή, αναγνώριζε τα ίδια δικαιώματα. |
|
56 |
Παρόμοια άρνηση, από επιχείρηση που έχει de facto μονοπώλιο, να παρέχει τις υπηρεσίες της σ' όλους αυτούς που μπορεί να τις έχουν ανάγκη, αλλά δεν εμπίπτουν σε ορισμένη κατηγορία που η επιχείρηση αυτή έχει καθορίσει στηριζόμενη στην ιθαγένεια ή στην κατοικία, πρέπει να θεωρηθεί ως καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσεως, κατά την έννοια του άρθρου 86, εδάφιο 1, της συνθήκης. |
|
57 |
Επομένως, ορθώς έκρινε η Επιτροπή ότι το άρθρο 86, πρώτη παράγραφος, έχει εν προκειμένω εφαρμογή. |
|
58 |
Κατόπιν αυτής της διαπιστώσεως ο πέμπτος λόγος δεν μπορεί να γίνει δεκτός, παρέλκει δε πλέον η εξέταση των άλλων σκελών του λόγου αυτού, ιδίως εκείνων που αφορούν την προβαλλόμενη διάκριση κατά την έννοια του άρθρου 86, δεύτερη παράγραφος, στοιχείο γ, της συνθήκης. |
|
59 |
Συνεπώς, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί. |
Επί των δικαστικών εξόδων
|
60 |
Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθη, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. |
|
Διά ταύτα ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ κρίνει και αποφασίζει: |
|
|
|
Menens de Wilmars Pescatore O' Keeffe Evening Mackenzie Stuart Bosco Koopmans ΔημοσσιεύΟηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 2 Μαρτίου 1983. Ο γραμματέας Ρ. Heim Ο πρόεδρος J. Mertens de Wilmars |
( 1 ) Δημοσιεύθηκε στην ΕΕ 1981, L 370, σ. 49.