ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ5 ΟΚΤΩΒΡΊΟΥ 1983 ( 1 )
Κύριε πρόεορε,
Κύριοι δικαστές,
1. Το ζήτημα, το ιστορικό και τα προβλήματα που ανακύπτουν σχετικά
1.1. Πρώτη οριοθέτηση τον ερωτήματος παν νποολή&ηκε για έκόοση προοικα-στικής απόφασης
Το Østre Landsret υπέβαλε στο Δικαστήριο για έκδοση προδικαστικής απόφασης με τη διάταξη του της 19ης Νοεμβρίου 1982 το ακόλουθο ερώτημα:
«Η συνθήκη ΕΟΚ, ιδίως το δεύτερο μέρος, τίτλος II, που αναφέρεται στη γεωργία — συγκεκριμένα δε τα άρθρα 39 και 40 — καθώς και οι εκδοθείσες κατ' εφαρμογή της συνθήκης αυτής νομικές πράξεις έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται στην εκ μέρους κράτους μέλους προσωρινή αύξηση της φορολογίας της αξίας της γεωργικής ιδιοκτησίας, όταν το μέτρο αυτό συνδέεται άμεσα με την εκ μέρους του Συμβουλίου υποτίμηση του “πράσινου νομίσματος” του κράτους μέλους και όταν η αύξηση της φορολογίας έχει ως σκοπό να μεταβιβάσει υπέρ του δημοσίου ένα σημαντικό μέρος της αυξήσεως των εισοδημάτων των γεωργών που συνδέεται με την υποτίμηση ως σταθμού προς γενικότερη οικονομική λύση που αφορά την πλειονότητα των κοινωνικών ομάδων;»
Εκ πρώτης όψεως φαίνεται η απάντηση στο ερώτημα αυτό απλή, αν ληφθεί υπόψη η απόφαση του Δικαστηρίου στις συνεκδι-κασθείσες υποθέσεις Irish Creamery Milk Suppliers Association κ.ά. κατά ιρλανδικής κυβερνήσεως κ.ά. της 10ης Μαρτίου 1981 (Συλλογή 1981, σ. 725). Κατά εγγύτερη θεώρηση των διάφορων στοιχείων του ερωτήματος και των γραπτών και προφορικών παρατηρήσεων που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας για την έκδοση προδικαστικής απόφασης φαίνεται, εντούτοις, ότι το ερώτημα που υποβλήθηκε αυτή τη φορά στο Δικαστήριο περιέχει ένα πρόβλημα, του οποίου η έκταση είναι σημαντική. Βέβαια, το πρόβλημα αυτό είχε σημασία επίσης και στα πλαίσια της υπόθεσης Irish Creamer)-, δεν ήλθε όμως τελικά στην επιφάνεια. Εννοώ εδώ το πρόβλημα της κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών, όσον αφορά τη διαμόρφωση του εισοδήματος των γεωργών παραγωγών. Το πρόβλημα αυτό δεν αντιμετωπίστηκε άμεσα στην ιρλανδική υπόθεση, επειδή επρόκειτο για άμεσο φόρο επί εγχωρίων γεωργικών προϊόντων, για τον καθορισμό του οποίου χρησιμοποιηθηκε ως βάση η τιμή αγοράς του προϊόντος. Συνεπώς, το κύριο θέμα στην απόφαση αυτή αποτέλεσαν οι συνέπειες τις οποίες είχε ο εν λόγω ιρλανδικός φόρος για το σχηματισμό της τιμής αγοράς και για τον εφοδιασμό της αγοράς. Παραπέμπω εν προκειμένω στις σκέψεις 15 έως 20, καθώς και στην τρίτη και τέταρτη παράγραφο του διατακτικού της απόφασης αυτής.
Στην υπό κρίση υπόθεση συμφωνούν η προσφεύγουσα, οι τρεις κυβερνήσεις οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις και η Επιτροπή ότι ο επίδικος έγγειος φόρος δεν είχε επίδραση στο σχηματισμό της τιμής, την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και τον εφοδιασμό της αγοράς με γεωργικά προϊόντα, εντούτοις όμως είχε επίδραση στο εισόδημα των γεωργών παραγωγών. Συνεπώς, το κύριο ζήτημα κατά την απάντηση του Δικαστηρίου στο ερώτημα, το οποίο του υποβλήθηκε, πρέπει να αναζητηθεί στη συμφωνία εθνικών μέτρων εισοδηματικής πολιτικής, όπως τα εν λόγω, με την κοινή γεωργική πολιτική εν γένει και τους κανονισμούς του Συμβουλίου περί υποτιμήσεως της πράσινης δανικής κορόνας ειδικότερα. Προξενεί εντύπωση ότι μόνο η ιταλική κυβέρνηση πρότεινε σχετικώς στις γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις της να δοθεί άνευ ετέρου απάντηση υπό την έννοια των τελευταίων δύο φράσεων της σκέψης 13 της απόφασης του Δικαστηρίου στην ιρλανδική υπόθεση. Οι δύο αυτές τελευταίες φράσεις της σκέψης 13 έχουν ως εξής:
«Εξάλλου, ο καθορισμός των κοινών τιμών στο πλαίσιο των κοινών οργανώσεων των αγορών δεν χρησιμεύει στο να εξασφαλιστεί στους γεωργοπαραγωγούς μια καθαρή τιμή ανεξάρτητα από κάθε δημοσιονομική επιβάρυνση που επιβάλλεται από τις εθνικές αρχές, από την ίδια δε τη διατύπωση του άρθρου 39, παράγραφος 1, στοιχείο 6), προκύπτει ότι η αύξηση του ατομικού εισοδήματος των εργαζομένων στη γεωργία θεωρείται ότι είναι κατά πρώτο λόγο το αποτέλεσμα των διαρθρωτικών μέτρων που περιγράφονται υπό το στοιχείο α).»
Αν η άποψη αυτή επεκταθεί σε όλα τα μέτρα οργάνωσης αγοράς στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής, συμπεριλαμβανομένων των νομισματικών μέτρων στο γεωργικό τομέα, για τα οποία πρόκειται στην υπό κρίση υπόθεση, θα μπορούσε, πράγματι, η απάντηση του Δικαστηρίου να στηριχτεί κατά πρώτο λόγο στην άποψη αυτή. Όπως Sa εκθέσω λεπτομερέστερα, μπορούν πράγματι για μια τέτοια απάντηση, η οποία Sa είναι σύμφωνη και με την οικονομική πραγματικότητα, να αναφερθούν σοβαρά νομικά επιχειρήματα. Αντίθετα, μία τόσο ευθεία απάντηση θα μπορούσε να προξενήσει ορισμένα προβλήματα στην πολιτική πραγματικότητα της κοινής γεωργικής πολιτικής, την οποία επίσης θα εξετάσω. Πριν ασχοληθώ λεπτομερέστερα με τις δυο απόψεις, θεωρώ εντούτοις ότι ενδείκνυται να περιγράψω με συντομία το ιστορικό του ερωτήματος.
1.2. Το ιστορικό τον ερωτήματος που νποολή&ηκε
Όπως αναφέρεται στη διάταξη για την έκδοση προδικαστικής απόφασης, πρόκειται για το ζήτημα αν ο νόμος 541 της 28ης Δεκεμβρίου 1979 περί του κρατικού έγγειου φόρου επί γεωργικών ιδιοκτησιών είναι έγκυρος ή αν είναι ασυμβίβαστος με τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου που αναφέρονται στο ερώτημα που υποβλήθηκε. Ο νόμος θέσπισε για ένα έτος έγγειο φόρο επί των γεωργικών γαιών και εδαφών με συντελεστή 7 ο/οο επί της αξίας του εδάφους, το οποίο καθορίζεται βάσει του νόμου περί αξίας εγγείου ιδιοκτησίας. Επειδή ο κρατικός έγγειος φόρος δεν μπορεί να εκπεσθεί κατά την ανεύρεση του φορολογητέου εισοδήματος, ο έγγειος φόρος και οι γενικοί φόροι εισοδήματος αποτελούσαν κατά το αρχικό νομοσχέδιο ένα ποσό, το οποίο αντιστοιχούσε συνολικά για τη γεωργία στο μέσο όρο της εισοδηματικής αύξησης, όπως προέκυπτε από την υποτίμηση της «πράσινης» δανικής κορόνας. Κατά τη συζήτηση στο κοινοβούλιο, μειώθηκε ο προτεινόμενος συντελεστής έγγειου φόρου από 11 σε 7 ο/οο. Συγχρόνως όμως αποσύρθηκε μία πρόταση σχετικά με ένα συμπληρωματικό ποσό για τη γεωργία περίπου 200 εκατομμυρίων δανικών κορόνων, με το οποίο αντισταθμίστηκε η μείωση του προτεινόμενου έγγειου φόρου ως προς τα συνολικά του αποτελέσματα. Το προϊόν του φόρου εισέρρευσε στο Δημόσιο Ταμείο χωρίς να προορίζεται για ορισμένο σκοπό.
Εκτός από τα παραπάνω που συνάγονται ήδη από την παραπεμπτική απόφαση προέκυψε επίσης κατά τη διαδικασία, όσον αφορά τον εν λόγω έγγειο φόρο, ότι κατά την εκτίμηση των γαιών και εδαφών δεν ελήφθη υπόψη ούτε η αξία των γεωργικών προϊόντων που παράγονται σ'αυτές ούτε οι διαρθρωτικές βελτιώσεις των εν λόγω γεωργικών γαιών. Προέκυψε επίσης ότι ο έγγειος φόρος επιβλήθηκε μεν στους ιδιοκτήτες των γεωργικών εκμεταλλεύσεων, κατά την εκτίμηση όμως του προσφεύγοντος στην κύρια δίκη το 85 % των γεωργικών ιδιοκτησιών στη δανική γεωργία αποτελεί αντικείμενο εκμετάλλευσης όχι μόνο από αγρολήπτες αλλά και από γεωργούς παραγωγούς, οι οποίοι είναι συγχρόνως ιδιοκτήτες της γεωργικής εκμετάλλευσης. Εφόσον τις γεωργικές ιδιοκτησίες δεν εκμεταλλεύονται αυτοί οι ίδιοι οι ιδιοκτήτες, ο έγγειος φόρος επιρρίπτεται περαιτέρω σε ένα όχι ακριβώς γνωστό αριθμό περιπτώσεων στους αγρολήπτες. Συνεπώς, μπορεί να ληφθεί ως δεδομένο ότι γενικά η επιβάρυνση πλήττει πράγματι το εισόδημα των γεωργών παραγωγών.
Το μέτρο του προσωρινού έγγειου φόρου ελήφθη σύμφωνα με τη διάταξη περί παραπομπής στο πλαίσιο μιας «μακρόχρονης συνολικής λύσης» για τη γεωργική πολιτική, όπως εξετέθη στις 3 Δεκεμβρίου 1979 με δήλωση της δανικής κυβέρνησης. Σύμφωνα με αυτή, επρόκειτο να ληφθεί μία σειρά μέτρων, μεταξύ άλλων, με το σκοπό να επιβραδυνθεί η εισοδηματική εξέλιξη όλων των κοινωνικών ομάδων και να εξασφαλιστεί ότι οι επιβαρύνσεις που πλήττουν με αυτό τον τρόπο τον πληθυσμό θa κατανέμονται δικαίως. Το εν λόγω φορολογικό μέτρο εντάσσεται στο πλαίσιο της υποτίμησης της «πράσινης» τιμής της δανικής κορόνας που έγινε ύστερα από αίτηση της δανικής κυβέρνησης με τον κανονισμό 2717/79 του Συμβουλίου της 3ης Δεκεμβρίου 1979 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/027, σ. 60). Το μέτρο αυτό χρησίμευσε ιδίως για την απορρόφηση της ημισείας περίπου αυξήσεως του καθαρού εισοδήματος στη γεωργία για το 1980 (800 εκατομμύρια δανικές κορόνες) που, όπως προβλεπόταν, θa είχε ως συνέπεια η υποτίμηση. Από την αιτιολογία του κανονισμού αυτού του Συμβουλίου συνάγεται σαφώς ότι με αυτόν επιδιωκόταν, προπάντων, να αποφευχθεί η θέσπιση νομισματικών εξισωτικών ποσών στην Δανία, πράγμα που θa ήταν η φυσιολογική συνέπεια της μεταβολής της κεντρικής τιμής της δανικής κορόνας που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού νομισματικού συστήματος με ισχύ από τις 30 Νοεμβρίου 1979. Ο στόχος αυτός βρίσκεται σε απόλυτη συμφωνία με την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων που ισχύει επίσης για γεωργικά προϊόντα.
Συνεπώς, είναι βέβαιο ότι ο επίδικος φόρος αποτελούσε μέτρο εισοδηματικής πολιτικής που θεσπίστηκε στο πλαίσιο της γενικής εισοδηματικής πολιτικής της δανικής κυβέρνησης που αφορούσε όλες τις κοινωνικές ομάδες, η οποία εισοδηματική πολιτική συνδεόταν με την υποτίμηση της δανικής κορόνας.
1.3. Εξέταση των προολημάτων που προκύπτουν από το προδικαστικό ερώτημα
Είναι βέβαιο επίσης ότι η προαναφερόμενη μετατροπή της «πράσινης» τιμής της δανικής κορόνας, διαφορετικά από ό,τι νομίζουν οι προσφεύγοντες στην κυρία δίκη σύμφωνα με τη διάταξη περί παραπομπής, δεν επεδίωκε καθόλου την αύξηση των εισοδημάτων στη δανική γεωργία. Ο δανικός φόρος περί μερικής απορροφήσεως αυτής της εισοδηματικής αύξησης, δεν μπορεί, συνεπώς, να αντιφάσκει προς τον προαναφερόμενο κανονισμό του Συμβουλίου. Επιπλέον, αναφέρεται στη διάταξη περί παραπομπής ότι δεν αμφισβητείται μεταξύ των διαδίκων (διαφορετικά από ό,τι στην ιρλανδική υπόθεση, όπως επιθυμώ να προσθέσω) «ότι ο φόρος δεν έχει επίδραση στο σχηματισμό των τιμών, την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων ή την ποσότητα των εμπορευμάτων που βρίσκεται στην αγορά και δεν έχει αποτελέσματα ισοδύναμα προς δασμούς ή επιβαρύνσεις». Και εδώ δεν υπάρχει λόγος για διατύπωση επικρίσεων.
Δυστυχώς δεν μπορώ να περατώσω τις προτάσεις μου με ένα τόσο απλό συμπέρασμα.
Καταρχάς είναι αμφίβολο αν η απάντηση στο ερώτημα, το οποίο υποβλήθηκε στο Δικαστήριο και το οποίο στηρίζεται στις διαπιστώσεις τέτοιων πραγματικών περιστατικών, μπορεί να είναι ορθή, όταν το Συμβούλιο, κατά τον καθορισμό της κοινής γεωργικής πολιτικής, γενικώς, και κατά τον καθορισμό της «πράσινης τιμής», ειδικώς, είναι υποχρεωμένο να λαμβάνει υπόψη του τις συνέπειες από άποψη εισοδηματικής πολιτικής των μέτρων που λαμβάνονται για τους γεωργούς παραγωγούς. Όπως είναι γενικά γνωστό και ορθώς τονίζεται κατά την προδικαστική διαδικασία από την προσφεύγουσα στην κυρία δίκη, το Συμβούλιο λαμβάνει σε κάθε περίπτωση υπόψη κατά τον καθορισμό της «πράσινης τιμής» στο πλαίσιο του ετήσιου καθορισμού της γεωργικής πολιτικής τις συνέπειες από εισοδηματική άποψη τέτοιων νομισματικών μέτρων στο γεωργικό τομέα.
Στην απάντηση που θα δώσει το Δικαστήριο στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει, συνεπώς, να ληφθεί υπόψη η πολιτική αυτή πραγματικότητα ώστε να αποφευχθούν ανεπιθύμητες συνέπειες από την απάντηση του Δικαστηρίου για άλλες υποθέσεις. Αν θεωρηθεί ότι το Συμβούλιο βάσει του άρθρου 39 της συνθήκης ΕΟΚ υποχρεούται να λαμβάνει επίσης υπόψη του τις συνέπειες από άποψη εισοδηματικής πολιτικής των αποφάσεων του για τα εισοδήματα στη γεωργία, πρέπει να υποτεθεί περαιτέρω ότι το Συμβούλιο το έκανε σιωπηρώς αυτό και στην προκειμένη περίπτωση. Συνεπώς, πρέπει η ερμηνεία του άρδρου 39 της συνθήκης ΕΟΚ να γίνει κατά ιδιαίτερα εμπεριστατωμένο τρόπο.
Περαιτέρω, από τη νομολογία του Δικαστηρίου συνάγεται, (μεταξύ άλλων, από την τρίτη παράγραφο του διατακτικού της απόφασης στην προαναφερόμενη ιρλανδική υπόθεση) ότι το Δικαστήριο θεωρεί ως ασυμβίβαστα με το κοινοτικό δίκαιο εθνικά μέτρα, τα οποία θίγουν τους στόχους της κοινής γεωργικής πολιτικής. Αντιθέτως, το Δικαστήριο έχει πάντοτε λάβει υπόψη ως προς το ζήτημα της νομιμότητας των εξεταζόμενων εθνικών μέτρων το αν τα μέτρα αυτά παρεμποδίζουν τη λειτουργία της κοινής γεωργικής πολιτικής. Στην προκειμένη περίπτωση είναι βέβαιο ότι με τον επίδικο φόρο επιδιώχτηκε, και πράγματι επιτεύχθηκε, να εξουδετερωθεί η από άποψη εισοδηματικής πολιτικής επίδραση των μέτρων που έλαβε το Συμβούλιο αναφορικά με την «πράσινη τιμή» της δανικής κορόνας (περίπου κατά το ήμισυ). Στην ιρλανδική υπόθεση δεν επρόκειτο για παρόμοια άμεση σχέση με συγκεκριμένο μέτρο κοινοτικού δικαίου που είχε συνέπειες για το εισόδημα στη γεωργία. Και η Επιτροπή επίσης παραδέχεται ρητά στην τελευταία παράγραφο των γραπτών παρατηρήσεων της στη σελίδα 14 ότι μπορούν να αναφερθούν σημαντικά επιχειρήματα για το ασυμβίβαστο του δανικού φόρου με την προαναφερόμενη απόφαση περί υποτιμήσεως. Ο δρόμος που ακολούθησε στη συνέχεια, στη σελίδα 15 του δικογράφου της, για να επιτύχει εντούτοις ένα αποτέλεσμα που να συμβιβάζεται χαρακτηρίστηκε δικαίως από τη δανική κυβέρνηση ως «μπλεγμένος». Δεν είναι μόνο «μπλεγμένος», αλλά, κατά τη γνώμη μου, και ελάχιστα πειστικός, εφόσον η Επιτροπή χωρίς συγκεκριμένη αιτιολογία εκφράζει την άποψη ότι εθνικοί άμεσοι φόροι συμβιβάζονται με την κοινή γεωργική πολιτική, πράγμα που απέκρουσε στην τελευταία παράγραφο της σελίδας 14 του δικογράφου της ακριβώς για την προκειμένη περίπτωση. Ο ισχυρισμός στη σελίδα 15 ότι νομισματικά μέτρα στο γεωργικό τομέα, όπως αυτό για το οποίο γίνεται λόγος, δεν έχουν ως στόχο περισσότερο από ό,τι αυτή η ίδια η οργάνωση της αγοράς την υπεράσπιση των συμφερόντων των γεωργών (στην προκειμένη περίπτωση τις καθαρές τιμές) και ότι τα νομισματικά αυτά μέτρα στο γεωργικό τομέα είχαν ως μόνο στόχο την καλή λειτουργία αυτής καθαυτής της οργάνωσης αγοράς, μπορεί να θεωρηθεί ως προσπάθεια μετατοπίσεως του ζητήματος στο πρόβλημα (που δεν αμφισβητείται ούτε από την προσφεύγουσα) της συμφωνίας του δανικού μέτρου με την κοινή πολιτική αγοράς και τιμών.
Η Επιτροπή παρατηρεί ορθώς στο δικόγραφο της συμπερασματικά ότι ο δανικός φόρος πρέπει να ερευνηθεί επίσης και ως προς τις συνέπειες του από άποψη διαρθρωτικής πολιτικής ενόψει της κοινοτικής πολιτικής. Αν διατηρούνταν περισσότερο από ένα χρόνο, θα μπορούσε πράγματι να έχει ως αποτέλεσμα μεταβολές στη διάρθρωση παραγωγής που μπορεί να αντιστρατεύονταν τους στόχους της κοινής γεωργικής πολιτικής. Κατά τη γνώμη μου, πρέπει το Δικαστήριο να προσέξει και αυτή την άποψη κατά την απάντηση του.
2. Απάντηση στο ερώτημα
Ως πρώτο στοιχείο της απάντησης του Δικαστηρίου μπορεί να ληφθεί η άποψη όλων των διαδίκων ότι η εξουσία επιβολής φόρου των κρατών μελών δεν θίγεται καταρχήν από τη συνθήκη ΕΟΚ. Οι εξαιρέσεις που αναφέρει η Επιτροπή από την αρχή αυτή αφορούν κυρίως έμμεσους φόρους και ακριβώς γι' αυτό το λόγο δεν αφορούν την προκειμένη περίπτωση. Οι αποφάσεις που ανέφερε η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη έχουν επίσης εν προκειμένω μικρή σημασία, καθόσον αναφέρονται σε φόρους που επιβαρύνουν άμεσα ορισμένα προϊόντα, παροχές υπηρεσιών ή ακόμη συναλλαγές ή το σχηματισμό τιμών γεωργικών προϊόντων (υποθέσεις 2/73, Geddo 51/74, van der Hulst· 77/76, Cucchi, και 177/78, McCarren). Οι αποφάσεις, στις οποίες αναφέρθηκε η προσφεύγουσα προς στήριξη της άποψης της στις υποθέσεις 31/74 (Galli ), 154/77 (Dechmann), 223/78 (Grosoli) και 5/79 (Denkavit) είναι επίσης χωρίς σημασία για την εν λόγω προβληματική, επειδή αφορούν μη φορολογικά μέτρα κατευθυντήριου χαρακτήρα για την αγορά, τα οποία άμεσα ή έμμεσα επιδρούν στο μηχανισμό τιμών των σχετικών οργανώσεων γεωργικών αγορών. Όπως έχει ήδη λεχθεί, οι διάδικοι συμφωνούν ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος γι' αυτό στην προκειμένη περίπτωση. Και οι αποφάσεις επίσης που αναφέρει η προσφεύγουσα στις υποθέσεις 39/72 (Επιτροπή κατά Ιταλίας), 42/82 (Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου), 261/81 (Rau) και 5/79 (Buys) αφορούν τελείως διαφορετικές περιπτώσεις από την εν προκειμένω. Τέλος η αναφορά της προσφεύγουσας στην απόφαση επί της υποθέσεως Cassis de Dijon είναι άσχετη, επειδή η απόφαση αυτή αναφέρεται στην τελείως διαφορετική προβληματική των άρθρων 30 έως 36 της συνθήκης ΕΟΚ, ενώ στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για την κοινή γεωργική πολιτική.
Ως δεύτερο στοιχείο της απάντησης του Δικαστηρίου, όπως ήδη παρατηρήθηκε, μπορεί να αναφερθεί η αρχή που διατυπώθηκε στις αμέσως προηγουμένως δύο τελευταίες φράσεις της σκέψης 13 της απόφασης του Δικαστηρίου στην ιρλανδική υπόθεση, η οποία δικαίως αναφέρθηκε τόσο συχνά στην προκειμένη περίπτωση. Το άρθρο 39, παράγραφος 1, στοιχείο 6), της συνθήκης ΕΟΚ θέτει πράγματι ως στόχο της κοινής γεωργικής πολιτικής «να εξασφαλίζει κατ' αυτό τον τρόπο» (δηλαδή με την αύξηση της παραγωγικότητας στη γεωργία και συνεπώς όχι με κατευθυντήρια μέτρα της αγοράς) «ένα δίκαιο βιοτικό επίπεδο στο γεωργικό πληθυσμό, ιδίως με την αύξηση του ατομικού εισοδήματος των εργαζομένων στη γεωργία». Το «γεωργικό πρόγραμμα 1980» που θέσπισε η Επιτροπή στις 18 Δεκεμβρίου 1968 προβλέπει ως γνωστό για το σκοπό αυτό ένα μεγάλο αριθμό μέτρων διαρθρωτικής πολιτικής, μεταξύ των οποίων επίσης εισοδηματικές ενισχύσεις, κλπ. για τους «εργαζομένους στα ορυχεία». Μια σειρά από αυτά τα μέτρα διαρθρωτικής πολιτικής έχει από τότε πραγματοποιηθεί. Αντιθέτως, το άρθρο 39 αναφέρει ως στόχους αυτής καθαυτής της πολιτικής οργάνωσης αγορών μόνο τη σταθεροποίηση των αγορών, την εξασφάλιση του εφοδιασμού και τη φροντίδα προσφοράς αγαθών στους καταναλωτές σε λογικές τιμές, όχι όμως και εύλογο εισόδημα για τους γεωργούς (άρθρο 39, παράγραφος 1, στοιχεία γ), δ) και ε)). Και η ιταλική κυβέρνηση επίσης αναφέρεται στις γραπτές παρατηρήσεις της (σελίδες 4 και 5) με ιδιαίτερη έμφαση στα επιχειρήματα που συνάγονται από το άρθρο 39.
Η οικονομική πραγματικότητα νομίζω ότι επιρρωνύει την ορθότητα αυτών των επιχειρημάτων που συνάγονται από το άρθρο 39, καθόσο, όπως είναι γενικά γνωστό, η κοινή οργάνωση γεωργικών αγορών συνεπάγεται (ακόμα και αν πρόκειται για το ίδιο προϊόν) στα διάφορα κράτη μέλη σημαντικά διαφορετικά εισοδήματα στη γεωργία. Προφανώς οι οργανώσεις γεωργικών αγορών δεν είναι σε θέση (παρά τις αντίστοιχες προσπάθειες) να εξασφαλίσουν ίση ανάπτυξη των γεωργικών εισοδημάτων σε ολόκληρη την Κοινότητα. Η εξέλιξη των γεωργικών εισοδημάτων εξαρτάται, όπως φαίνεται, κατά πρώτο λόγο από τη διάρθρωση της παραγωγής, τις διαφορές του κλίματος, την καταλληλότητα του εδάφους και τις γενικές οικονομικές, κοινωνικές, φορολογικές και νομισματικές καταστάσεις που υπάρχουν στα διάφορα κράτη μέλη. Όσον αφορά την τελευταία άποψη, αναφέρθηκε δικαίως από διάφορες πλευρές ότι το άρθρο 39, παράγραφος 2, στοιχείο γ), επιβάλλει ρητά στα κοινοτικά όργανα την υποχρέωση να λαμβάνουν υπόψη «το γεγονός ότι στα κράτη μέλη η γεωργία αποτελεί έναν τομέα στενά συνδεδεμένο με το σύνολο της οικονομίας». Σ' αυτό μπορεί ακόμη να προστεθει ότι σύμφωνα με το άρθρο 104 της συνθήκης ΕΟΚ. τα κράτη μέλη έχουν πρωτίστως την ευθύνη να εξασφαλίζουν την εξισορρόπηση του ισοζυγίου πληρωμών τους, την εμπιστοσύνη στο νόμισμα τους, υψηλό βαθμό απασχόλησης και σταθερότητας του επιπέδου των τιμών. Ως γνωστό, μία σφαιρική εισοδηματική πολιτική, όπως στην προκειμένη περίπτωση της δανικής κυβέρνησης, μπορεί εν προκειμένω να αποτελέσει σημαντική συνεισφορά. Συνεπώς, μπορούν πράγματι να αναφερθούν πειστικά νομικά και οικονομικά επιχειρήματα για την άποψη που υποστηρίζει η ιταλική κυβέρνηση ότι οι στόχοι εισοδηματικής πολιτικής για τη γεωργία εξυπηρετούνται απόλυτα από το μέρος της κοινής γεωργικής πολιτικής που αφορά τη διαρθρωτική πολιτική, όχι όμως από αυτή καθαυτή την πολιτική της αγοράς, στην οποία υπάγεται επίσης η νομισματική πολιτική στο γεωργικό τομέα. Η εισοδηματική πολιτική γενικά, αλλά και ως προς τη γεωργία, αποτελεί υπόθεση των κρατών μελών. Η απάντηση στο ερώτημα που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο στο πλαίσιο της προκειμένης υπόθεσης γίνεται έτσι απλή. Αν η πολιτική οργάνωσης αγορών στον τομέα της γεωργίας δεν επιδιώκει στόχους εισοδηματικής πολιτικής, τότε ούτε εθνικά μέτρα εισοδηματικής πολιτικής μπορούν να βρίσκονται σε αντίθεση με αυτό το μέρος της κοινής γεωργικής πολιτικής.
Όπως είπα ήδη, η πολιτική πραγματικότητα, εντούτοις, αποκλίνει δυστυχώς μέχρι τώρα σημαντικά από αυτό που θα έπρεπε να είναι βάσει των προαναφερόμενων νομικών και οικονομικών επιχειρημάτων ( 2 ). Στην πράξη ελήφθησαν απόλυτα υπόψη στο πλαίσιο επίσης αυτής καθεαυτής της πολιτικής αγορών και αργότερα στο πλαίσιο των νομισματικών μέτρων στο γεωργικό τομέα εκτιμήσεις εισοδηματικής πολιτικής. Αν σε συμφωνία με αυτή την πολιτική πρακτική συναγάγεται από το γράμμα του άρθρου 39 ότι το άρθρο αυτό περιέχει όχι μεν υποχρέωοη, αλλά πάντως μία όχι ρητώς αποκλειόμενη εξουσία των κοινοτικών οργάνων, πρέπει το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του στην απόφαση του αυτή τη δυνατότητα. Οι τελευταίες δύο φράσεις της σκέψης 13 της απόφασης του Δικαστηρίου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 36 και 71/80 (Irish Creamery) αποκλείουν πράγματι κατά τη γνώμη μου μία τέτοια ερμηνεία, αλλά πρέπει να διευκρινιστούν με την υπό έκδοση απόφαση κατ' αυτή την έννοια. Στην προκειμένη υπόθεση είναι σημαντική η διαπίστωση ότι το Συμβούλιο εν προκειμένω κατά την υποτίμηση της πράσινης δανικής κορόνας προφανώς δεν έκανε χρήση αυτής της εξουσίας.
Τέλος, μπορούν να εξεταστούν οι απόψεις που προέβαλε η Επιτροπή σχετικά με το δανικό φόρο από σκοπιά διαρθρωτικής πολιτικής κατά τον τρόπο που ανέφερε.
3. Σύνοψη
Βάσει των προηγουμένων σκέψεων προτείνω στο ερώτημα που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο να δοθεί η ακόλουθη απάντηση :
«Η συνθήκη ΕΟΚ, προπάντων το δεύτερο μέρος, τίτλος II και ιδίως τα άρθρα 39, 40 και 41, καθώς και οι νομικές πράξεις που θεσπίστηκαν δυνάμει της συνθήκης πρέπει να ερμηνευτούν υπό την έννοια ότι δεν εμποδίζουν τα κράτη μέλη να προβούν σε προσωρινή αύξηση του έγγειου φόρου επί της αξίας των γεωργικών ιδιοκτησιών, αν αυτό συνδέεται ευθέως με υποτίμηση από το Συμβούλιο της «πράσινης τιμής» του κράτους μέλους, επιδιώκεται δε με τη φορολογική αύξηση να απορροφηθεί προς όφελος του δημοσίου ένα σημαντικό μέρος της εισοδηματικής αύξησης, την οποία συνεπάγεται η υποτίμηση για τους γεωργούς παραγωγούς, στο πλαίσιο ενός συνολικού οικονομικού προγράμματος, το οποίο θίγει τις περισσότερες από τις ομάδες του πληθυσμού. Αυτό ισχύει ασφαλώς, εφόσον η υποτίμηση αυτή δεν επιδιώκει ρητά στόχους εισοδηματικής πολιτικής και επιπλέον η συμφωνία με το κοινοτικό δίκαιο τελεί υπό την προϋπόθεση ότι ο φόρος αυτός δεν έχει ως συνέπεια να θιγεί η λειτουργία των μηχανισμών που προβλέπονται στο πλαίσιο της συγκεκριμένης κοινής οργάνωσης αγοράς ως προς τον κοινό σχηματισμό των τιμών και τη ρύθμιση της προσφοράς και της ζήτησης ούτε επέρχονται (ιδίως σε περίπτωση ισχύος μεγαλύτερης από ένα έτος) μεταβολές στη διάρθρωση της γεωργικής παραγωγής, οι οποίες συνεπάγονται στρεβλώσεις στη γεωργική αγορά ή θίγουν τη λειτουργία των μέτρων διαρθρωτικής πολιτικής στην Κοινότητα.»
Προς διευκρίνηση της προτεινόμενης απάντησης επιθυμώ, συμπληρώνοντας όσα ανέπτυξα παραπάνω, να παρατηρήσω ακόμη τα ακόλουθα:
|
α) |
Σε αντίθεση προς την Επιτροπή θεωρώ ότι είναι επιθυμητό να αναφερθεί η συνάρτηση με τη γενική εισοδηματική πολιτική, επειδή μπορεί ως προς το φόρο που περιορίζεται στη γεωργία να ανακόψει το ζήτημα μήπως υφίσταται μέτρο που μπορεί να συνεπάγεται στρεβλώσεις κατά την έννοια των άρθρων 101 και 102 της συνθήκης ΕΟΚ. Δεν θεωρώ, εντούτοις, απολύτως αναγκαίο να προσθέσω αυτό το σημείο της προβληματικής, επειδή τα εν λόγω άρθρα της συνθήκης δεν έχουν σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου άμεση ενέργεια. |
|
6) |
Ως προς την επιφύλαξη της Επιτροπής, πρόσδεσα ότι ένας φόρος πρέπει επίσης να μη Θίγει τη λειτουργία μέτρων διαρθρωτικής πολιτικής της Κοινότητας. Θεωρώ αυτή τη συμπλήρωση ουσιώδη, επειδή, όπως ήδη είπα, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ακριβώς με μέτρα διαρθρωτικής πολιτικής της Κοινότητας μπορεί να επιδιώκονται στόχοι εισοδηματικής πολιτικής. Κατά το μέτρο αυτό θεωρώ ότι πρέπει να γίνει παραπομπή στο άρθρο 41 της συνθήκης. |
|
γ) |
Τέλος, είναι κατά τη γνώμη μου σημαντικό να αναφερθει ότι χωρίς τα εν λόγω φορολογικά μέτρα ο κίνδυνος να θιγεί η λειτουργία των μηχανισμών της οργάνωσης αγοράς στην Κοινότητα δεν θα ήταν μικρότερος αλλά ακριβώς πολύ μεγαλύτερος παρά μετά τη λήψη αυτών των μέτρων. Αν οι καθαρές τιμές που υπολογίζονται σε δανικές κορόνες παρέμεναν οι ίδιες ή ακόμα αύξαιναν ελαφρώς, οι δανοί γεωργοί θα μπορούσαν πράγματι να εξάγουν περισσότερα προϊόντα σε άλλα κράτη μέλη ή τρίτες χώρες. Αντιθέτως, θα προέκυπτε μειονέκτημα από άποψη ανταγωνισμού για τις εισαγωγές από άλλα κράτη μέλη, επειδή αυτά θα έπρεπε ενδεχομένως να αντιμετωπίσουν τον ανταγωνισμό με χαμηλότερες δανικές γεωργικές τιμές. ‘Οπως είναι γνωστό, σ αυτούς τους κινδύνους έγκειται ο λόγος ύπαρξης της αρχής της θέσπισης νομισματικών εξισωτικών ποσών μετά από υποτίμηση της «πράσινης τιμής»’ το Συμβούλιο, εντούτοις, δεν θέλησε εν προκειμένω, ύστερα από αίτηση της δανικής κυβέρνησης, να προβεί σε κάτι τέτοιο, για να αποφύγει νέες παρακωλύσεις στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, οι οποίες θα προέκυπταν από τη φύση των πραγμάτων λόγω της θεσπίσεως τέτοιων νομισματικών εξισωτικών ποσών. |
( 1 ) Μετάφραση από τα ολλανδικά.
( 2 ) Ο von der Groeben, πρώην μέλος της Επιτροπής, εξέθεσε διεξοδικά στην αξιόλογη εργασία του που κυκλοφόρησε το 1982 «Aufbaujahre der Europäischen Gemeinschaft», σ. 97-110 και 300-305 πώς υποσκάπτονται στην πολιτική πράξη οι ιδέες της Επιτροπής που είναι σύμφωνες με τη συνθήκη κατά την ανωτέρω έννοια. Από τις παρατηρήσεις του συνάγεται ότι η Επιτροπή από την αρχή αντελήφθη ότι η εφαρμογή τιμών παρέμβασης για σκοπούς εισοδηματικής πολιτικής αποτελούν απειλή για τον επιβαλλόμενο στόχο της σταθεροποίησης της αγοράς και μπορούν να επιφέρουν υπερπαραγωγή. Η παραπομπή ήδη της Επιτροπής κατά την προφορική διαδικασία στο άρθρο 41 της συνθήκης, με το οποίο επιχειρεί να δικαιολογήσει μία διαφορετική ερμηνεία του άρθρου 39, δεν προσφέρεται, ακριβώς επειδή το άρθρο αυτό αφορά μέτρα διαρθρωτικής πολιτικής. Το ίδιο δεν προσφέρεται το άρθρο 40, παράγραφοι 2 και 3, για να στηρίξει επιχειρήματα για μία διαφορετική ερμηνεία, επειδή το άρθρο αυτό παραπέμποντας στο άρθρο 39 δεν μπορεί φυσικά να τροποποιεί αυτό το ίδιο το άρθρο.