ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ GERHARD REISCHL

ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 8 ΝΟΕΜΒΡΊΟΥ 1983 ( 1 )

Κύριε πρόεδρε,

Κύριοι δικαστές,

Στη σημερινή δίκη λόγω παραβάσεως καλείστε να αποφανθείτε αν συμβιβάζεται με την κοινή οργάνωση της αγοράς γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων, η οποία καθιερώθηκε με τον κανονισμό 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82), ο μηχανισμός διαμόρφωσης της τιμής πωλήσεως του γάλακτος στην παραγωγή τον οποίο θέσπισε ο ιταλικός νόμος 306, της 8ης Ιουλίου 1975 (Gazzetta Ufficiale, αριθ. τεύχους 194, της 23. 7. 1975). Δεδομένου ότι και οι δύο αυτές ρυθμίσεις εξετάσθηκαν ήδη επ' ευκαιρία της απόφασης που εκδώσατε στην υπόθεση Toffoli ( 2 ), στην οποία γίνεται λεπτομερής περιγραφή τους, αρκεί να υπενθυμίσω τα κύρια σημεία τους, στο βαθμό που ενδιαφέρουν την παρούσα διαφορά.

Όπως τόνισε ήδη το Δικαστήριο επ' ευκαιρία της υπόθεσης Toffoli ( 2 ), ένας από τους βασικούς στόχους της κοινής οργάνωσης της αγοράς γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων είναι η διασφάλιση υπέρ των παραγωγών τιμής γάλακτος παραπλήσιας προς την ενδεικτική τιμή, ενώ οι μηχανισμοί που θεσπίζει ο κανονισμός προς το σκοπό αυτό υπάγονται στον απο-κλειατικό έλεγχο της Κοινότητας.

Ο ιταλικός νόμος 306 αφενός μεν προβλέπει ότι η πώληση του γάλακτος από τα μέλη ενός συνεταιρισμού είναι δυνατή μόνο με τη μεσολάβηση του συνεταιρισμού και σύμφωνα με τους κανόνες που έχει ο ίδιος θέσει, αφετέρου δε περιλαμβάνει διατάξεις σχετικά με τον καθορισμό της τιμής του γάλακτος στην παραγωγή. Κατά το άρθρο 8 του εν λόγω νόμου, η τιμή στην παραγωγή καθορίζεται, σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζουν τα άρθρα 8 και 9, για κάθε γεωργική περίοδο και για κάθε περιφέρεια στο πλαίσιο συλλογικών διαπραγματεύσεων, στις οποίες συμμετέχουν οι διάφορες επαγγελματικές τάξεις (παραγωγοί, συνεταιρισμοί, βιομηχανίες μεταποιήσεως και εγκαταστάσεις συγκεντρώσεως γάλακτος). Σε περίπτωση μη επιτεύξεως συμφωνίας κατ' αυτό τον τρόπο, η περιφέρεια οφείλει, σύμφωνα με το άρθρο 10, να συγκαλέσει αμέσως — το αργότερο δύο μήνες πριν από την έναρξη της γεωργικής περιόδου — και μετά από αίτηση ενός από τα ενδιαφερόμενα μέρη την προβλεπόμενη από το άρθρο 3 περιφερειακή οικονομική επιτροπή, τις ενδιαφερόμενες βιομηχανίες μεταποιήσεως και τις εγκαταστάσεις συγκεντρώσεως γάλακτος, προκειμένου να προωθηθούν οι διαπραγματεύσεις για τη διαμόρφωση της τιμής πωλήσεως του γάλακτος («allo scopo di favorire la contrattazione per la determinazione del prezzo di vendita del latte»). Η κατ' αυτό τον τρόπο συμφωνούμενη δυνάμει του άρθρου 10, παράγραφος 3, τιμή δημοσιεύεται από την εν λόγω επιτροπή στο Bolletino Ufficiale της περιφέρειας και καθίσταται δεσμευτική για τα συμβαλλόμενα μέρη («e vincolante per le parti contraenti»). Σε περίπτωση που η προβλεπόμενη από το άρθρο 10 συμφωνία δεν επιτευχθεί σε διάστημα 30ημερών μετά την έναρξη της γεωργικής περιόδου, την τιμή του γάλακτος στην παραγωγή καθορίζει, σύμφωνα με το άρθρο 11, επιτροπή που διορίζει με απόφαση ο πρόεδρος της περιφέρειας. Η εν λόγω απόφαση, η οποία λαμβάνεται κατά πλειοψηφία, δεσμεύει, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 4, τους ενδιαφερόμενους από τη δημοσίευση της στο Bolletino Ufficiale της περιφέρειας («e vincolante tra le parti »).

Κρίνοντας ότι η ρύθμιση αυτή συνιστά μονομερή και ασυμβίβαστη προς την κοινή οργάνωση της αγοράς γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων παρέμβαση κράτους μέλους στο σύστημα διαμόρφωσης της τιμής του γάλακτος στην παραγωγή, η Επιτροπή κίνησε με έγγραφο της 28ης Ιουλίου 1977 την προβλεπόμενη από το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ διαδικασία. Με την απάντηση της στις 4 Νοεμβρίου 1977, η ιταλική κυβέρνηση υποστήριξε αντίθετα ότι ο επίδικος νόμος δεν περιλαμβάνει καμιά υποχρεωτική ρύθμιση των τιμών, δεν επιβάλλει τη δεσμευτικότητα των συμφωνιών που συνάπτουν οι επαγγελματικές τάξεις και δεν προβλέπει επέκταση των συνεπειών των εν λόγω συμφωνιών σε πρόσωπα που δεν έλαβαν μέρος στις συλλογικές διαπραγματεύσεις.

Όταν στη συνέχεια το Δικαστήριο απάντησε, με την απόφαση του στην υπόθεση Toffoli ( 3 ), σε προδικαστικό ερώτημα που του είχε υποβάλει το Tribunale Amministrativo Regionale per il Veneto, δεχόμενο ότι o άμεσος ή έμμεσος καθορισμός από τα κράτη μέλη της τιμής του γάλακτος στην παραγωγή δεν συμβιβάζεται προς την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων που είχε θεσπίσει ο κανονισμός 804/68, η Επιτροπή, παραπέμποντας στην απόφαση Toffoli ( 3 ) εξέδωσε τελικά στις 22 Μαΐου 1981 αιτιολογημένη γνώμη με την οποία διαπίστωνε ότι η Ιταλική Δημοκρατία, εφαρμόζοντας το σύστημα καθορισμού της τιμής πωλήσεως του γάλακτος στην παραγωγή που είχε θεσπίσει με τον επίδικο νόμο, είχε παραβεί τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από τη Συνθήκη ΕΟΚ' με την ίδια γνώμη καλούσε την Ιταλική Δημοκρατία να θέσει τέρμα στην εν λόγω παράβαση εντός προθεσμίας δύο μηνών.

Με τηλετύπημα της 5ης Οκτωβρίου 1981, η ιταλική κυβέρνηση γνωστοποίησε την κατάθεση νομοσχεδίου για την κατάργηση του άρθρου 11 του εν λόγω νόμου. Κρίνοντας ότι το εν λόγω νομοσχέδιο περιοριζόταν να αντικαταστήσει τα άρθρα 11 και 12 — όπως ίσχυαν τότε — με διατάξεις οι οποίες συνιστούσαν ακόμη σοβαρότερη παραβίαση της Συνθήκης, η Επιτροπή κάλεσε, με έγγραφο της 9ης Μαρτίου 1982, την ιταλική κυβέρνηση να αντικαταστήσει το συντομότερο δυνατό το εν λόγω νομοσχέδιο με νέα ρύμιση με την οποία να καταργείται πράγματι το άρθρο 11 περαιτέρω, ζήτησε από την Ιταλική Δημοκρατία να μην εφαρμόζει πλέον το εν λόγω άρθρο και να διευκρινίσει τον αποκλειστικά ιδιωτικού δικαίου χαρακτήρα του καθορισμού των τιμών γάλακτος που είχαν δημοσιευτεί στα περιφερειακά Bollettini. Τέλος, κάλεσε την ιταλική κυβέρνηση να της κοινοποιήσει εντός μηνός τα θεσπισθέντα μέτρα.

Επειδή με την απάντηση της στις 15 Απριλίου 1982 η ιταλική κυβέρνηση επιδίωξε κυρίως να δικαιολογήσει το νομοσχέδιο, η Επιτροπή άσκησε στις 4 Ιουνίου 1982 την παρούσα προσφυγή, με την οποία ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, εφαρμόζοντας το σύστημα καθορισμού της τιμής πωλήσεως του γάλακτος στην παραγωγή που θέσπισε με το νόμο 306, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας.

Αντίθετα, η ιταλική κυβέρνηση, η οποία παραδέχεται ότι δεν έχει καταργήσει τυπικά το άρθρο 11, ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει παράβαση της Συνθήκης μόνο επί του σημείου αυτού και να απορρίψει ως απαράδεκτα τα αιτήματα της Επιτροπής που βαίνουν πέραν αυτού.

Επ' αυτών παρατηρώ τα ακόλουθα:

1. Επί του παραδεκτού της προσφυγής

Οι διάδικοι διαφωνούν ως προς το ακριβές αντικείμενο της προσφυγής. Η Επιτροπή, όπως διευκρίνισε ειδικότερα μάλιστα με τις απαντήσεις της σε ερωτήσεις του Δικαστηρίου, κατηγορεί την Ιταλική Δημοκρατία ότι, διατηρώντας σε ισχύ τα άρθρα 10 και 11 του επίδικου νόμου, παραβιάζει τους στόχους της κοινής οργάνωσης της αγοράς γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων, δεδομένου ότι οι δύο αυτές διατάξεις προβλέπουν παρέμβαση των κρατικών αρχών στη διαμόρφωση των τιμών του γάλακτος στην παραγωγή. Αντίθετα, η ιταλική κυβέρνηση φρονεί ότι η προσφυγή αφορά αποκλειστικά το άρθρο 11 του επίδικου νόμου. Δέχεται ότι η αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής της 22ας Μαΐου 1981, αφορά και το άρθρο 10, το οποίο πάντως δεν αναφέρεται ρητά, αλλά ισχυρίζεται ότι τελικά, όπως προκύπτει ειδικότερα από την αλληλογραφία που ακολούθησε, το αντικείμενο της προσφυγής περιορίστηκε μόνο στο άρθρο 11. Αυτό αποδεικνύεται άλλωστε, κατά την ιταλική κυβέρνηση, και από την έγγραφη διαδικασία, κατά την οποία η ιταλική κυβέρνηση αναφέρθηκε αποκλειστικά στο άρθρο 11, χωρίς να συναντήσει οιαδήποτε αντίδραση της Επιτροπής.

Εξετάζοντας το αμφιλεγόμενο αυτό σημείο, πρέπει κυρίως να υπενθυμίσω ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (πρβλ. ειδικότερα την υπόθεση 7/69 ( 4 ), 232/78 ( 5 ), 193/80 ( 6 ), 211/81 ( 7 ) και 124/81 ( 8 )), το αντικείμενο προσφυγής που ασκείται βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης προσδιορίζεται από τη διαδικασία που προηγείται της ασκήσεως της προσφυγής και την οποία προβλέπει η εν λόγω διάταξη, καθώς και από τα αιτήματα της προσφυγής, δεδομένου ότι τόσο η προσφυγή όσο και η αιτιολογημένη γνώμη πρέπει να στηρίζονται στην ίδια ουσιαστικά επιχειρηματολογία. Η έννοια και το αντικείμενο της διαδικασίας που προηγείται της προσφυγής και συγκεκριμένα η έγκαιρη γνωστοποίηση στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος της αιτίασης που του προσάπτεται και η παροχή της δυνατότητας να αμυνθεί, συνεπάγονται αφενός ότι το έγγραφο όχλησης και η αιτιολογημένη γνώμη πρέπει να μνημονεύουν σαφώς τους νομικούς και πραγματικούς λόγους στους οποίους στηρίζει η Επιτροπή τις αιτιάσεις της και αφετέρου ότι το αντικείμενο της διαφοράς δεν είναι δυνατό να διευρυνθεί μετά το πέρας της προκαταρκτικής αυτής διαδικασίας.

Εξετάζοντας τη διαδικασία που προηγείται της προσφυγής στην υπό κρίση υπόθεση και ενόψει του στόχου αυτού, οφείλω να αναγνωρίσω ότι τόσο με το έγγραφο οχλήσεως της 28 Ιουλίου 1977 όσο και με την αιτιολογημένη γνώμη της 22ας Μαΐου 1981, οι διατυπούμενες επικρίσεις αφορούν ρητά το ασυμβίβαστο προς την κοινή οργάνωση της αγοράς γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων του συστήματος καθορισμού της τιμής πωλήσεως του γάλακτος στην παραγωγή που θέσπισε ο ιταλικός νόμος 306, συμπεριλαμβανομένων και των άρθρων του 10 και 11. Αλλά και από τα έγγραφα στα οποία μνημονεύονται ρητά οι εν λόγω διατάξεις συνάγεται επίσης σαφώς ότι η Επιτροπή προσάπτει κυρίως στην καθής τα αποτελέσματα που συνεπάγεται για τον καθορισμό των τιμών η δημοσίευση στο Bollettino Ufficiale.

Τέλος, η αιτίαση που περιέχει το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης συμπίπτει ακριβώς με την αιτίαση που διατυπώνεται επίσημα με την αιτιολογημένη γνώμη. Αφού περιγράφει για μια ακόμη φορά, εκθέτοντας τα πραγματικά περιστατικά, το μηχανισμό διαμόρφωσης των τιμών που περιέχουν οι δύο διατάξεις και αφού επαναλαμβάνει την αιτίαση που περιέχει η αιτιολογημένη γνώμη, η Επιτροπή παραθέτει κατά λέξη τη σκέψη 12 της απόφασης του Δικαστηρίου στην υπόθεση Toffoli ( 9 ), από την οποία προκύπτει εκτός των άλλων ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν εφεξής να παρεμβαίνουν με μονομερείς εθνικές διατάξεις στο μηχανισμό διαμόρφωσης των τιμών που καθορίζονται στα πλαίσια των κοινών οργανώσεων των αγορών. Ειδικότερα, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα, το οποίο και τονίζει, ότι, κατά τη γνώμη της, το Δικαστήριο όχι απλώς δέχτηκε ότι ο καθορισμός με εξουσιαστική πράξη των τιμών είναι ασυμβίβαστος προς την κοινή οργάνωση των αγορών, αλλ' επίσης έκρινε ότι είναι αντίθετες προς το κοινοτικό δίκαιο όλες οι νομοθετικές διατάξεις που θεσπίζονται με σκοπό την προώθηση και την ενθάρρυνση του καθορισμού συμθα-τικώς μιας τέτοιας τιμής. Ενόψει των αιτημάτων που περιλαμβάνει η προσφυγή και του περιεχομένου της αιτιολογημένης γνώμης, νομίζω ότι συνάγεται με αρκετή σαφήνεια (και πιστεύω ότι έπρεπε να το αντιληφθεί και η ίδια η Ιταλική Δημοκρατία) ότι η Επιτροπή ήθελε να συμπεριλάβει στο αντικείμενο της διαφοράς όχι μόνο το άρθρο 11 αλλά και το άρθρο 10. Άλλωστε, αντίθετα προς την άποψη της ιταλικής κυβέρνησης, το συμπέρασμα αυτό δεν τίθεται σε αμφιβολία από το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν αναφέρεται ρητά με τα σημεία 7 και 8 της προσφυγής της παρά μόνο στο άρθρο 11 του επίδικου νόμου και στο νομοσχέδιο που προοριζόταν να τροποποιήσει τις εν λόγω διατάξεις. Όπως αποδεικνύει η εισαγωγική παρατήρηση «d'altra parte» [εξάλλου], οι σκέψεις αυτές προορίζονταν απλώς να συμπληρώσουν όσες είχαν αναπτυχθεί προηγουμένως.

Εφόσον, λοιπόν, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το αντικείμενο της προσφυγής, όπως περι-γράφηκε κατά τη διάρκεια του προκαταρκτικής διαδικασίας, συμπίπτει με το αντικείμενο της προσφυγής, απομένει προς εξέταση το ερώτημα αν η ανταλλαγείσα μετά τη διατύπωση της αιτιολογημένης γνώμης αλληλογραφία περιορίζει, όπως υποστηρίζει η ιταλική κυβέρνηση, το αντικείμενο της προσφυγής μόνο στο άρθρο 11. Πράγματι, αληθεύει ότι στο πλαίσιο της εν λόγω ανταλλαγής εγγράφων, που είχε ως αντικείμενο την τροποποίηση του άρθρου 11 και προκλήθηκε προφανώς από την κατάθεση του νομοσχεδίου, η Επιτροπή αναφέρθηκε αποκλειστικά στη διάταξη αυτή και στη σχεδιαζόμενη τροποποίηση της, χωρίς ρητή μνεία του άρθρου 10.

Όσο και αν η συμπεριφορά αυτή εκπλήσσει, δεν νομίζω ότι είναι δυνατό να συναχθεί ο περιορισμός του αντικειμένου της διαφοράς, όπως αυτό περιγράφεται στην αιτιολογημένη γνώμη. Αυτό προκύπτει ήδη από το γεγονός ότι, όπως αναφέρεται στο άρθρο 169, η πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία, κατά τη διάρκεια της οποίας τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να δικαιολογήσουν ή να μεταβάλλουν την επικρινόμενη συμπεριφορά τους, περατούται με την εκπνοή της προθεσμίας που τάσσει η αιτιολογημένη γνώμη, ενώ στη συνέχεια εναπόκειται στην Επιτροπή και μόνο να κρίνει, κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας της, αν θα προσφύγει στο Δικαστήριο. Ακόμη και όταν αποφασίσει να μην ασκήσει την προσφυγή, αυτό δεν σημαίνει αυτόματα, όπως άλλωστε αποδεικνύει ειδικότερα η απόφαση στην υπόθεση EAGFL ( 10 ), ότι αναγνωρίζει ως νόμιμη την αρχικά επικριθείσα συμπεριφορά. Δεδομένου ότι το άρθρο 169 δεν προβλέπει καμία προθεσμία για την προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου, πρέπει να γίνει καταρχήν δεκτό ότι η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα να ασκήσει την προσφυγή της εντός εύλογης προθεσμίας, χωρίς να είναι υποχρεωμένη να προβεί σε νέα όχληση, εφόσον καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η παράβαση της Συνθήκης δεν εξέλιπε. Επομένως, το γεγονός ότι στα έγγραφα που αντηλλάγησαν μετά τη διατύπωση της αιτιολογημένης γνώμης, τα οποία η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να αποστείλει, η Επιτροπή περιορίστηκε να αναφερθεί στα ζητήματα που ανέκυπταν σχετικά με το άρθρο 11 του επίδικου νόμου, χωρίς να αναφερθεί στο άρθρο 10, δεν σημαίνει ότι με τον τρόπο αυτό ήθελε να μεταβάλει, κατά κάποιο τρόπο σιωπηρά, το αντικείμενο της διαφοράς. Εν όψει των όσων έχουν λεχθεί δεν θα μπορούσε εν πάση περιπτώσει να γίνει λόγος για τέτοιο περιορισμό του αντικειμένου της διαφοράς που να έχει σημασία από δικονομική άποψη, παρά μόνο αν η Επιτροπή περιόριζε το αντικείμενο αυτό ρητά με νέα αιτιολογημένη γνώμη, την οποία θα χαρακτήριζε η ίδια ως αιτιολογημένη γνώμη, γεγονός όμως που δεν συνέβη.

Τέλος, το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της έγγραφης διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου η Επιτροπή δεν ασχολήθηκε με το άρθρο 10 του επίδικου νόμου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ένδειξη υπέρ του περιορισμού του αντικειμένου της διαφοράς, δεδομένου ότι το αντικείμενο αυτό προσδιορίζεται με το εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης, όπως προκύπτει από το άρθρο 38 του κανονισμού διαδικασίας.

Απ' όσα εξέθεσα προκύπτει a contrario — και εδώ σταματώ την ανάπτυξη μου σχετικά με το θέμα του παραδεκτού — ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να κρίνει τη νομιμότητα εθνικών μέτρων τα οποία δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της προβλεπόμενης από το άρθρο 169 προκαταρκτικής διαδικασίας. Το γεγονός ότι το ιταλικό νομοσχέδιο δεν αποτέλεσε αντικείμενο της εν λόγω διαδικασίας αρκεί για να μην επιτρέψει στο Δικαστήριο, όπως ορθά υπογραμμίζει η ιταλική κυβέρνηση, να ελέγξει τη νομιμότητα του ιταλικού νομοσχεδίου με το οποίο τροποποιείται το επίδικο άρθρο, ανεξάρτητα άλλωστε από το γεγονός ότι είναι δυνατή μόνο η αναγνώριση των παραβάσεων της Συνθήκης που έχουν ήδη τελεστεί, όπως προκύπτει ειδικότερα από το άρδρο 171 της Συνθήκης ΕΟΚ.

2. Επί της ουσίας

Εξετάζοντας το βάσιμο της προσφυγής, μπορούμε, βάσει της αποφάσεως που εκδόθηκε στην υπόθεση Toffoli ( 11 ), να συμπεράνουμε, χωρίς περαιτέρω εξέταση του θέματος, ότι, όπως άλλωστε αναγνωρίζει και η ιταλική κυβέρνηση, η διατήρηση σε ισχύ του επίδικου άρθρου 11 πρέπει να θεωρηθεί ως παράβαση της Συνθήκης, έστω και αν η κυβέρνηση αυτή βεβαιώνει ότι η εν λόγω διάταξη δεν εφαρμόζεται. Στην υπόθεση εκείνη, με την οποία το Δικαστήριο δέχτηκε ότι ο άμεσος ή έμμεσος καθορισμός από τα κράτη μέλη της τιμής του γάλακτος στην παραγωγή δεν συμβιβάζεται προς την κοινή οργάνωση της αγοράς του γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων, η διαφορά στην κύρια δίκη αφορούσε ουσιαστικά μια απόφαση που είχε εκδοθεί βάσει του άρθρου 11 του ιταλικού νόμου 106. Συνεπώς, απομένει απλώς να εξεταστεί το ερώτημα αν, με βάση τις σκέψεις που διατυπώνονται στην εν λόγω απόφαση, πρέπει να συναχθεί, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, ότι και οι διατάξεις του άρθρου 10 του επίδικου νόμου είναι αντίθετες προς τη Συνθήκη.

Κατ' εμέ, η απάντηση στο εν λόγω ερώτημα πρέπει να είναι καταφατική. Πράγματι, όπως προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά που παρατίθενται στην απόφαση, οι διάδικοι στην υπόθεση εκείνη εξέτασαν λεπτομερώς το ζήτημα της νομιμότητας όλης της διαδικασίας καθορισμού των τιμών που προβλέπει ο οικείος ιταλικός νόμος. Τόσο η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη όσο και η Επιτροπή έκριναν τότε ορθά ότι οι μηχανισμοί καθορισμού των τιμών που προβλέπουν τα δύο αυτά άρθρα πρέπει να θεωρηθούν ως στενά συνδεδεμένοι, δεδομένου ότι η μη επίτευξη της προβλεπόμενης από το άρθρο 10 συμφωνίας συνεπάγεται πάντα τον καθορισμό της τιμής στην παραγωγή δυνάμει του άρθρου 11. Τότε υπογραμμίστηκε ειδικότερα το παράνομο των συνεπειών που συνεπάγεται η δημοσίευση της τιμής στο Bollettino Ufficiale. Η περιφέρεια Veneto, καθής στην κύρια δίκη, υποστήριξε ότι η επίδικη ρύθμιση διευκόλυνε τις διαπραγματεύσεις για την τιμή του γάλακτος στην παραγωγή και απλώς αμφισβήτησε το γεγονός ότι η ρύθμιση αυτή οδηγεί σε καθορισμό με εξουσιαστική πράξη της τιμής του γάλακτος στην παραγωγή.

Στην υπόθεση εκείνη, το Δικαστήριο, αφού αναφέρθηκε λεπτομερώς στην κοινοτική ρύθμιση και σε όλο το μηχανισμό καθορισμού των τιμών που προβλέπει η εθνική νομοθεσία, έθεσε, με τη σκέψη 12 της απόφασης, τη γενική αρχή, σύμφωνα με την οποία τα κράτη μέλη δεν έχουν εφεξής τη δυνατότητα να παρεμβαίνουν με εθνικές διατάξεις τις οποίες θεσπίζουν μονομερώς στο μηχανισμό της διαμόρφωσης των τιμών, ο οποίος ρυθμίζεται από την κοινή οργάνωση των αγορών και υπάγεται στον αποκλειστικό έλεγχο της Κοινότητας. Όσον αφορά την επίδικη ρύθμιση, το Δικαστήριο πρόσθεσε τη διευκρίνιση ότι η εθνική νομοθεσία που αποσκοπεί στην προώθηση και ενθάρρυνση, με οιοδήποτε τρόπο, της καθιέρωσης ενιαίας τιμής του γάλακτος στην παραγωγή, με σΰμ6αα71, όπως στην περίπτωση του άρθρου 10, ή με εξουσιαστική πράξη, σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο, δεν εμπίπτει από την ίδια της τη φύση στις αρμοδιότητες που εξακολουθούν να έχουν τα κράτη μέλη, προσκρούει δε στην αρχή, την οποία καθιερώνει ο κανονισμός 804/68, της επίτευξης ενδεικτικής τιμής για το πωλούμενο από τους παραγωγούς γάλα, σύμφωνα με τις υφιστάμενες διεξόδους διαθέσεως των προϊόντων. Προβαίνοντας στη διαπίστωση αυτή, που αναφέρεται αναμφισβήτητα στη διάταξη του άρθρου 10 του ιταλικού νόμου 306, και διευκρινίζοντας στο διατακτικό της απόφασης ότι το ασυμβίβαστο προς την κοινή οργάνωση της αγοράς γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων δεν αφορά μόνο τον άμεσο αλλ' επίσης και τον έμμεσο καθορισμό της τιμής του γάλακτος στην παραγωγή, το Δικαστήριο θέλησε να επιβεβαιώσει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να απέχουν από οιαδήποτε δραστηριότητα ικανή να παρεμποδίσει με οιονδήποτε τρόπο το μηχανισμό διαμόρφωσης των τιμών ο οποίος προβλέπεται από την κοινή οργάνωση των αγορών. Η σύγκληση από τις περιφερειακές αρχές των επαγγελματιών που αναφέρονται στο άρθρο 10 με σκοπό την προώθηση μιας συμφωνίας για τον καθορισμό των τιμών και η δημοσίευση που ακολουθεί στο Bollettino Ufficiale της περιφέρειας συνιστούν εν πάση περιπτώσει παρέμβαση υπό την έννοια αυτή, έστω και έμμεση, στο μηχανισμό διαμόρφωσης των τιμών που ελέγχει αποκλειστικά η Κοινότητα. Αλλά και από την απόφαση ειδικότερα στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ιρλανδίας ( 12 ) προκύπτει ότι και η έμμεση παρέμβαση των κρατικών αρχών στους μηχανισμούς της αγοράς ενδέχεται να συνιστά παράβαση της Συνθήκης. Δεν είναι απαραίτητο να υπεισέλθει κανείς στις λεπτομέρειες των συνεπειών από τη δημοσίευση των τιμών για να διαπιστώσει ότι η πληροφορία που δίνεται με τον τρόπο αυτό στους επιχειρηματίες μπορεί, καταρχήν, να έχει επιπτώσεις στη διαμόρφωση των τιμών, η οποία βασίζεται στην προσφορά και τη ζήτηση, και να θέσει έτσι σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα του συστήματος της κοινοτικής παρέμβασης, όπως περιγράφεται λεπτομερώς στην απόφαση Toffoli ( 13 ) και στις προτάσεις που ανέπτυξα επ' αυτής.

Επειδή, λοιπόν, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τόσο το άρθρο 10 όσο και το άρθρο 11 του ιταλικού νόμου 306/75 είναι ασυμβίβαστα προς την κοινή οργάνωση της αγοράς γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων που καθιέρωσε ο κανονισμός 804/68, πρέπει στο επιχείρημα της ιταλικής κυβέρνησης ότι αφενός μεν το άρθρο 11 του επίδικου νόμου εφαρμόστηκε σπανιότατα, αφετέρου δε ότι εκδηλώθηκε η πρόθεση κατάργησης του με τη θέσπιση νέου νόμου, τέλος δε ότι, μετά από αίτηση της Επιτροπής, δόθηκαν οδηγίες στις περιφέρειες να μην εφαρμόζουν στο εξής την εν λόγω διάταξη μέχρις ότου τροποποιηθεί, να δοθεί η απάντηση ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι διατυπού-μενες αντιρρήσεις δεν έχουν καταρχήν σημασία για την αναγνώριση της παράβασης της Συνθήκης. Άλλωστε, όπως παραδέχεται η ίδια η ιταλική κυβέρνηση, η παράβαση της Συνθήκης είναι δυνατό να συνίσταται στο ότι μια αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο εθνική ρύθμιση δεν έχει καταργηθεί τυπικά. Από την άποψη αυτή δεν έχει σημασία η συχνότητα εφαρμογής της αντίστοιχης ρύθμισης, τα δε κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλεστούν δυσχέρειες εσωτερικής φύσεως που δεν επιτρέπουν την ταχεία κατάργηση των εν λόγω διατάξεων. Τέλος, το Δικαστήριο έχει επίσης πάντοτε τονίσει (βλ. για παράδειγμα τις υποθέσεις Επιτροπή κατά Βελγίου ( 14 ) και Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας ( 15 )) ότι οι υποχρεώσεις που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο εκπληρώνονται μόνο εφόσον διασφαλίζεται η σαφήνεια και η ασφάλεια του εσωτερικού δικαίου. Κατά συνέπεια, η διοικητικής απλώς φύσεως υπόδειξη να μην εφαρμόζεται μια νομοθετική ρύθμιση, υπόδειξη που είναι δυνατό λόγω της φύσεως της να τροποποιηθεί οιαδήποτε στιγμή, δεν μπορεί να θεωρη8εί ως έγκυρη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο.

3.

Εν συμπεράσματι, προτείνω στο Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ τη διαδικασία καθορισμού της τιμής πωλήσεως του γάλακτος στην παραγωγή, την οποία προβλέπουν τα άρθρα 10 και 11 του νόμου 306/75, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας. Προτείνω, επίσης, να καταδικαστεί η καθής στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το αίτημα της Επιτροπής.


( 1 ) Μετάφραση από τα γερμανικά.

( 2 ) Απόφαση της 6. 11. 1979 στην υπόθεση 10/79, Gaetano Toffoli και λοιποί κατά περιφέρειας Veneto, Sig. 1979, σ. 3301.

( 3 ) Απόφαση της 6. 11. 1979 στην υπόθεση 10/79, Gaetano Toffoli και λοιποί κατά περιφέρειας Veneto, Slg. 1979, σ. 3301.

( 4 ) Απόφαση της 10. 3. 1970 στην υπόθεση 7/69, Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, Rec. 1970, σ. 111.

( 5 ) Απόφαση της 25. 9. 1979 στην υπόδεση 232/78, Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Γαλλικής Λημοκρατίας, Rec. 1979, σ. 2729.

( 6 ) Απόφαση της 9. 12. 1981 στην υπόθεση 193/80, Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, Συλλογή 1981, σ. 3019.

( 7 ) Απόφαση της 15. 12. 1982 στην υπόθεση 211/81, Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Βασιλείου της Δανίας, Συλλογή 1982, σ. 4547.

( 8 ) Απόφαση της 8. 2. 1983 στην υπό9εση 124/81, Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Συλλογή 1983, σ. 203.

( 9 ) Απόφαση της 6. 11. 1979 στην υπόθεση 10/79, Gaetano Toffoli και λοιποί κατά περιφέρειας Veneto, Sig. 1979, σ. 3301.

( 10 ) Απόφαση της 7. 2. 1979 στις συνεκδικασδείσες υποθέσεις 15 και 16/79, Γαλλική κυβέρνηση κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Sk. 1979, σ. 321.

( 11 ) Απόφαση της 6. 11. 1979 στην υπόθεση 10/79, Gaetano Toffoli και λοιποί κατά περιφέρειας Veneto, Sig. 1979, σ. 3301.

( 12 ) Απόφαση της 24. 11. 1982 στην υπό9εση 249/81, Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ιρλανδίας, Συλλογή 1982, σ. 4005.

( 13 ) Απόφαση της 6. 11. 1979 στην υπό9εση 10/79, Gaetano Toffoli και λοιποί κατά περιφέρειας Veneto, Sig. 1979, σ. 3301.

( 14 ) Απόφαση της 6. 5. 1980 στην υπόθεση 102/79, Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Βασιλείου του Βελγίου, Sig. 1980, σ. 1473.

( 15 ) Απόφαση της 15. 3. 1983 στην υπόθεση 145/82, Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, Συλλογή 1983, σ. 711.