Στην υπόθεση 282/81,
Salvatore Ragusa, υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην εγκατάσταση του Ispra του Κοινού Κέντρου Ερευνών, εκπροσωπούμενος από το δικηγόρο Μιλάνου Cesare Ribolzi, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Victor Biel, 18 A, rue des Glacis,
προσφεύγων,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Eugenio de March, μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής, επικουρούμενο από το δκηγόρο Ρώμης Paolo De Caterini, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Oreste Montako, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως περί διορισμού του υπευθύνου για το σχέδιο «Super-Sara» προϊσταμένου τμήματος στη διεύθυνση «Σχεδιασμός» της εγκαταστάσεως του Ispra του Κοινού Κέντρου Ερευνών,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
συγκείμενο από τους U. Everling, πρόεδρος τμήματος, G. Bosco και Υ. Galmot, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Sir Gordon Slynn
γραμματέας: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματέας
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας, οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων έχουν συνοπτικώς ως εξής:
Ι — Ιστορικό
|
1. |
Το Μάιο του 1980, εκδόθηκε η ανακοίνωση COM/R/522/80, στην οποία αναφερόταν ότι η θέση του προϊσταμένου του τμήματος που ήταν επιφορτισμένο με την υλοποίηση του σχεδίου «Super-Sara» στο πλαίσιο της διευθύνσεως «Σχεδιασμός» των εγκαταστάσεων στο Ispra του Κοινού Κέντρου Ερευνών ήταν κενή. Ο προϊστάμενος αυτός 9α ανελάμβανε ιδίως την κατάρτιση των σχεδίων εκτελέσεως του προγράμματος, την κατανομή των αναγκαίων πόρων, τη διαχείριση των συμβάσεων έρευνας, την παρακολούθηση της τεχνολογικής και λογιστικής εξελίξεως των ερευνών, τη συγκέντρωση και τον έλεγχο των εκθέσεων προόδου και των εκθέσεων που καταρτίζονταν στο τέλος των μελετών, τη σύνταξη συνθετικών εκθέσεων και προτάσεων, την ευθύνη των «εξωτερικών σχέσεων» του στόχου του εν λόγω προγράμματος, την οργάνωση των συσκέψεων και των εργασιών των επιτροπών και των ομάδων ειδικών, αντιπροσώπων των κρατών μελών, των τρίτων χωρών και των διεθνών οργανισμών και την οργάνωση της διαδόσεως και της μεταφοράς των γνώσεων. Οι υποψήφιοι έπρεπε να διαθέτουν γνώσεις πανεπιστημιακού επιπέδου ή ισοδύναμη επαγγελματική πείρα, βαθιά γνώση στον τομέα της ασφάλειας των αντιδραστήρων, καλή γενική επιστημονική κατάρτιση, κατά προτίμηση πολύπλευρη, καλή γνώση των διοικητικών κανονισμών διαδικασίας και την ικανότητα να διευθύνουν ένα σημαντικό πρόγραμμα τόσο σε επιστημονικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο τεχνικής προϋπολογισμού. Πέντε πρόσωπα υπέβαλαν υποψηφιότητα για τη θέση αυτή, πριν τη λήξη της προθεσμίας στις 6 Ιουνίου 1980. Μεταξύ των εν λόγω υποψηφίων, τέσσερις προέρχονταν από το Ispra και ένας από άλλη εγκατάσταση του Κέντρου. Μεταξύ των τεσσάρων υποψηφίων που προέρχονταν από το Ispra ήταν ο προσφεύγων, 52 ετών, ιταλικής ιθαγένειας, ο οποίος ανέλαβε υπηρεσία στην εγκατάσταση του Ispra το 1965, είχε δε από το 1971 το βαθμό Α 4, καθώς και ο Randles, 50 ετών, βρετανικής ιθαγένειας, ο οποίος ανέλαβε υπηρεσία στο Ispra το 1964 και είχε από το 1973 το βαθμό Α 4. |
|
2. |
Οι αρμοδιότητες, που σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων έχει η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, ανήκουν, όσον αφορά το διορισμό ενός υπαλλήλου βαθμού A3 στην εγκατάσταση του Ispra, στο γενικό διευθυντή του Κοινού Κέντρου Ερευνών. Από το υπηρεσιακό σημείωμα της 23ης Οκτωβρίου 1979, που απηύθυνε ο γενικός διευθυντής του Κέντρου στους διευθυντές των διαφόρων εγκαταστάσεων, προκύπτει ότι το Κέντρο και οι εκπρόσωποι του προσωπικού συμφώνησαν μια διαδικασία που θα είχε εφαρμογή στις προσλήψεις στους διαφόρους τόπους υπηρεσίας του Κέντρου. Η διαδικασία αυτή περιγράφεται στο εν λόγω σημείωμα ως ακολούθως: «Η επιλογή των υποψηφίων που κρίνονται κατάλληλοι να ασκούν τα καθήκοντα της θέσεως προς πλήρωση, διενεργείται στο πλαίσιο μιας τοπικής επιτροπής προσλήψεων. Η επιτροπή αυτή απαρτίζεται, σε κάθε τόπο, από:
|
|
3. |
Στις 11 Ιουνίου 1980, ο προσφεύγων κλήθηκε σε συνέντευξη από το βοηθό γενικό διευθυντή του Κέντρου, διευθυντή της εγκαταστάσεως του Ispra, σχετικά με την υποψηφιότητα του. Με έγγραφο της 12ης Ιουνίου 1980, ο τελευταίος ανέφερε στο γενικό διευθυντή του Κέντρου ότι είχε δεχτεί σε συνέντευξη χωριστά τους τέσσερις υποψήφιους για την εν λόγω θέση που προέρχονταν από την εγκατάσταση του Ispra και ότι, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι επρόκειτο για εσωτερικές υποψηφιότητες, δεν ήταν υποχρεωμένος να ακολουθήσει τη διαδικασία που καθορίζεται στο υπηρεσιακό σημείωμα του γενικού διευθυντή που προαναφέρθηκε. Στη συνέχεια, αναφέρει ότι «αφού παρασχέθηκε έτσι στους υποψήφιους η ευκαιρία να εκφραστούν ελεύθερα, αφού εξετάστηκε ολόκληρο το τεχνικό και πολιτικό πλαίσιο και αφού κρίθηκαν οι υποψήφιοι τόσο από άποψη τεχνική (ικανότητα, πείρα) όσο και από άποψη χαρακτήρα (προσωπική)», κατέληξε στον Randles, τον οποίο και πρότεινε για την εν λόγω θέση. Με υπηρεσιακό σημείωμα της 1ης Ιουλίου 1980, ο διευθυντής της εγκαταστάσεως του Ispra ζήτησε από τρία διευθυντικά στελέχη της εγκαταστάσεως του Ispra να δεχθούν σε συνέντευξη τον πέμπτο υποψήφιο, που προερχόταν από άλλη εγκατάσταση, προκειμένου να εξετάσουν την υποψηφιότητα του, προσθέτοντας ότι μπορούσε κατ' εξαίρεση να συμμετάσχει στη συνέντευξη αυτή ένα μέλος της τοπικής επιτροπής προσωπικού με 6αθμό τουλάχιστον τον ίδιο με εκείνον του υποψηφίου. Προσέθεσε ότι σε έναν οργανισμό, όπου ο καθένας αναλαμβάνει τις ευθύνες του, η υποψηφιότητα αυτή έπρεπε να εξεταστεί μόνο από ανώτερους υπάλληλους του Κέντρου. Στις 14 Ιουλίου 1980, η επιτροπή προσλήψεων, συγκείμενη από τον Klersy, υπάλληλο βαθμού A3 του τεχνικο-επιστημονικού κλάδου, ως εκπρόσωπο της υπαλληλικής ιεραρχίας, τον Chambaud, υπάλληλο βαθμού A4 του διοικητικού κλάδου, ως εκπρόσωπο του τμήματος διοικήσεως και προσωπικού, τον Ardente, υπάλληλο βαθμού Α 5 του τεχνικο-επιστημονικού κλάδου, τοποθετημένο σε υπηρεσία, στην οποία δεν ανήκει η εν λόγω θέση, και εκπρόσωπο του προσωπικού και τον Ooms, υπάλληλο βαθμού Β 3 του τεχνικού κλάδου και πρόεδρο του εκτελεστικού γραφείου της επιτροπής προσωπικού του Ispra, συνέταξε μία έκθεση. Στην έκθεση αυτή αναφερόταν ότι η επιτροπή απαρτίζετο από: «1) εκπρόσωπο της υπαλληλικής ιεραρχίας (Klersy)· 2) εκπρόσωπο του τμήματος διοικήσεως και προσωπικού· 3) εκπρόσωπους του προσωπικού». Η επιτροπή «μετά από εξέταση των φακέλων των πέντε υποψηφίων και λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της ανακοινώσεως κενής θέσεως», κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Randles, καθώς και δύο άλλοι υποψήφιοι, ήταν οι πλέον κατάλληλοι για την εν λόγω θέση, με κάποια προτίμηση του Randles, οι ειδικότερες γνώσεις του οποίου στον οικείο τομέα, αποτελούσαν πλεονέκτημα έναντι των άλλων υποψηφίων. Το όνομα του προσφεύγοντος δεν περιλαμβανόταν στον πίνακα αυτό. Με υπηρεσιακό σημείωμα της 22ας Αυγούστου 1980 του βοηθού γενικού διευθυντή, το προσωπικό της εγκαταστάσεως του Ispra πληροφορήθηκε ότι ο Randles διορίστηκε στην εν λόγω θέση από την 1η Αυγούστου 1980, ως προϊστάμενος τμήματος. |
|
4. |
Στις 21 Νοεμβρίου 1980, ο προσφεύγων υπέβαλε ένσταση, βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, κατά του διορισμού του Randles, ισχυριζόμενος ότι ο διορισμός αυτός ήταν παράνομος, διότι η απόφαση είχε ληφθεί εκ των προτέρων λόγω της ιθαγένειας του υποψηφίου, και ότι δεν ακολουθήθηκε η διαδικασία της επιτροπής προσλήψεων. Με έγγραφο της 5ης Ιουνίου 1981, που κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα στις 22 Ιουλίου 1981, γνωστοποιήθηκε στον προσφεύγοντα ότι η επιτροπή απέρριψε την ένσταση του. Όσον αφορά την επιλογή, στην οποία προέβη η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, η απόφαση αυτή στηρίχθηκε στο γεγονός ότι «επικουρικά και σε σχέση με την αναγνωριζόμενη ισοτιμία των τίτλων και της επαγγελματικής πείρας (η ΑΔΑ είναι ο μόνος κριτής εν προκειμένω), δεν απαγορεύεται στη διοίκηση να λάθει επικουρικά υπόψη το κριτήριο της ιθαγένειας ως κριτήριο προτιμήσεως». Στο έγγραφο αναφερόταν ακολούθως ότι, ναι μεν ήταν γεγονός ότι η διαδικασία, όπως περιγράφεται στο υπηρεσιακό σημείωμα του βοηθού γενικού διευθυντή, δεν είχε αυστηρώς τηρηθεί, η εφαρμογή όμως της διαδικασίας αυτής δεν ήταν υποχρεωτική και επιπλέον το πνεύμα του σημειώματος αυτού δεν αγνοήθηκε κατά την επιλογή των υποψηφίων στην παρούσα υπόθεση. |
|
5. |
Κατά τη διάρκεια του'έτους 1981, ανατέθηκαν στον προσφεύγοντα σημαντικά καθήκοντα συντονισμού για την υλοποίηση του σχεδίου «Super-Sara». Συνέταξε αρκετές μελέτες σχετικά με την αποτελεσματικότητα του σχεδίου αυτού και με τα προβλήματα που δημιουργούσε. Το καλοκαίρι του 1981, δημιουργήθηκε ένα εσωτερικό «task force», το οποίο διηύθυνε υπάλληλος της τάξεως του διευθυντή, για να δοθεί προτεραιότητα στο σχέδιο «Super-Sara» και να επιταχυνθεί όσο το δυνατόν περισσότερο η υλοποίηση του. Στο πλαίσιο αυτής της διοικητικής μονάδας ανατέθηκαν στον προσφεύγοντα σημαντικά καθήκοντα. |
II — Αιτήματα των διαδίκων και έγγραφη διαδικασία
|
1. |
Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28 Οκτωβρίου 1981, ο προσφεύγων άσκησε προσφυγή κατά της Επιτροπής. Ο προσφεύγων ζητεί από το Δικαστήριο:
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο
|
|
2. |
Η έγγραφη διαδικασία διεξήχθη κανονικά. Το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα), κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Ζήτησε πάντως από την Επιτροπή να απαντήσει σε ορισμένα ερωτήματα που αφορούν τη διαδικασία προσλήψεως και να προσκομίσει στο Δικαστήριο τα σχετικά έγγραφα. |
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων κατά την έγγραφη διαδικασία
1. Μη τήρηση της καψονικής οιαόικασίας
|
α) |
Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι για τον εν λόγω διορισμό δεν ακολουθήθηκε η σχετική διαδικασία που προβλέπεται στο σημείωμα του γενικού διευθυντή της 23ης Οκτωβρίου 1979. Η τήρηση της διαδικασίας αυτής, έστω κι αν η τελευταία δεν προβλέπεται ρητώς στον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, είναι υποχρεωτική, διότι πρόκειται για διατάξεις που θεσπίστηκαν κατόπιν κοινής συμφωνίας με τις επιτροπές προσωπικού, διότι οι «απλουστεύσεις» που αφέθηκαν στην ευχέρεια της διοικήσεως αφαιρούν από τη διαδικασία αυτή κάθε έννοια και διότι, επιπλέον, τις «απλουστεύσεις» αυτές επέφερε προσωπικά ο ίδιος ο βοηθός γενικός διευθυντής, διευθυντής της εγκαταστάσεως, ο οποίος δεν είναι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή. Εξάλλου, από το έγγραφο του τελευταίου της 12ης Ιουνίου 1980, προέκυπτε σαφώς η πρόθεση του να μην ακολουθήσει την προβλεπόμενη διαδικασία. Στην υπό κρίση υπόθεση, όλες οι υποψηφιότητες έπρεπε να υποβληθούν σε μία επιτροπή συγκείμενη, κατ' αναλογία προς το άρθρο 3 του παραρτήματος ΠΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, από μέλη με τον ίδιο ή ανώτερο βαθμό από εκείνο της προς πλήρωση θέσεως. Μόνον, όμως, ένα από τα μέλη της επιτροπής, που έκρινε τους υποψηφίους, ικανοποιούσε πράγματι την απαίτηση αυτή. Επιπλέον, η επιτροπή όφειλε να προβεί σε ακρόαση των ίδιων των υποψηφίων και να μην κρίνει μόνο βάσει των ατομικών φακέλων. Το έγγραφο του βοηθού γενικού διευθυντή, της 12ης Ιουνίου 1980, κατέστησε πρακτικά αδύνατη την υιοθέτηση από την Επιτροπή προσλήψεων διαφορετικής λύσεως από τη λύση που πρότεινε ο προϊστάμενος του κέντρου. Συνεπώς, η διαδικασία συνίστατο σε άσκοπες διατυπώσεις, που προορίζονταν μόνο να επικυρώσουν μια απόφαση, που κατ' ουσίαν είχε ήδη ληφθεί. |
|
6) |
Η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν είναι δυνατό να αναγνωριστεί στη διαδικασία αυτή, που δεν προβλέπεται από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως, άλλη αξία από εκείνη ενός εσωτερικού μέτρου χωρίς αυστηρό νομικό χαρακτήρα, η μη τήρηση του οποίου δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως παράβαση ουσιωδών τύπων, εφόσον δεν υπάρχει παράβαση καμιάς διατάξεως του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Τονίζει, επιπλέον, ότι η εν λόγω διαδικασία, που προβλέφθηκε ουσιαστικά για να απλουστευθεί και να παγιωθεί η διαδικασία επιλογής για θέσεις λιγότερο υψηλών βαθμών, δεν προσιδιάζει σε θέσεις που συνεπάγονται καθήκοντα διευθύνσεως, για τα οποία τα ατομικά χαρακτηριστικά κάθε υποψηφίου πρέπει να ικανοποιούν τις απαιτήσεις των ασκουμένων καθηκόντων. Εν προκειμένω, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, αντίθετα προς την πρόταση του διευθυντή της εγκαταστάσεως περί απευθείας διορισμού, ακολούθησε όσο ήταν δυνατό τη διαδικασία αυτή. Την απόφαση να μην κληθούν σε συνέντευξη οι υποψήφιοι, την έλαβε ελεύθερα η ίδια η επιτροπή προσλήψεων και όχι ο διευθυντής της εγκαταστάσεως. Εξάλλου, η δυνατότητα αυτή προβλέπεται ρητώς στην εν λόγω διαδικασία. |
2. Εκ των προτέρων επιλογή ενός υποψηφίου
|
α) |
Κατά τον προσφεύγοντα, από το σύνολο των περιστατικών προκύπτει ότι η απόφαση διορισμού του Randles είχε ήδη ληφθεί εκ των προτέρων, για λόγους πολιτικούς και ιθαγένειας, και ότι η διαδικασία επιλογής δεν απέβλεπε παρά μόνο στην επικύρωση της επιλογής αυτής. Σχετικά, ο προσφεύγων αναφέρεται ιδίως στο περιεχόμενο του εγγράφου του βοηθού γενικού διευθυντή της 12ης Ιουνίου 1980, καθώς και στη συνέντευξη που είχε με αυτόν στις 11 Ιουνίου 1980. Κατά τη διάρκεια αυτής της συνεντεύξεως, ο βοηθός γενικός διευθυντής του είπε πράγματι ανοικτά ότι η υποψηφιότητα του δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για λόγους πολιτικού χαρακτήρα, και ότι ο υποψήφιος που προτάθηκε στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή ήταν ο Randles, βρετανικής ιθαγένειας. Το έγγραφο της 12ης Ιουνίου 1980, επομένως, ισοδυναμεί με εκ των προτέρων διορισμό του Randles. Λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων, ήταν πρακτικά αδύνατο να διαψευσθεί ο βοηθός γενικός διευθυντής είτε από την επιτροπή προσλήψεων είτε από το γενικό διευθυντή. |
|
6) |
Η Επιτροπή αμφισβητεί ότι η απόφαση διορισμού του Randles είχε ληφθεί εκ των προτέρων. Οι ισχυρισμοί τους οποίους προέβαλε ενδεχομένως ο βοηθός γενικός διευθυντής κατά τη διάρκεια ιδιωτικής συζητήσεως, αν πράγματι τους προέβαλε τουλάχιστον κατά τρόπο τόσο κατηγορηματικό, δεν μπορεί να εκφράζουν παρά μόνο την αυστηρώς προσωπική άποψη του βοηθού γενικού διευθυντή. Το έγγραφο της 12ης Ιουνίου 1980 δεν δέσμευε καθόλου την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή. Εξάλλου, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν ακολούθησε την πρόταση του βοηθού γενικού διευθυντή να μην τηρηθεί η εσωτερική διαδικασία. Ο γενικός διευθυντής είναι ο μόνος αρμόδιος για τη λήψη μιας αποφάσεως, όπως αυτής στην υπό κρίση υπόθεση' ως προς τη διαδικασία, ο διευθυντής της εγκαταστάσεως δεν διαθέτει καν εξουσία υποβολής προτάσεων. Κανένα στοιχείο δεν επιτρέπει τον ισχυρισμό ότι ο γενικός διευθυντής δεν έλαβε την απόφαση του κατά τρόπο απόλυτα ανεξάρτητο, μετά από αντικειμενική και προσεκτική εξέταση όλων των προσόντων των διαφόρων υποψηφίων σε σχέση με τις απαιτήσεις της προς πλήρωση θέσεως. |
3. Μη ορ$ή εκτίμηση των κριτηρίων επιλογής
|
α) |
Κατά τον προσφεύγοντα, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή προσέδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στο κριτήριο της γεωγραφικής ή εθνικής κατανομής, δεν εξετίμησε δε ορθώς τα ουσιαστικά και τυπικά προσόντα του προσφεύγοντος, σε σχέση με εκείνα του Randles. Ενώ ο Randles, ως ειδικός της θερμοϋδραυ-λικής και της συμπεριφοράς των πυρηνικών καυσίμων υλών, διέθετε μόνο ορισμένες από τις διάφορες ικανότητες που απαιτούσε η θέση του υπευθύνου για το σχέδιο Super-Sara, ο προσφεύγων έχει αποδεδειγμένη και πολύπλευρη κατάρτιση, καθώς και βαθιά γνώση στον τομέα της ασφάλειας των αντιδραστήρων και σε διάφορες επιστήμες και θέματα που ο υποψήφιος για τη θέση αυτή έπρεπε να κατέχει. Συνεπώς, τα προσόντα του προσφεύγοντος για τη θέση αυτή ήταν όχι μόνο ισότιμα, αλλά ανώτερα από εκείνα του Randles. Η μεταγενέστερη εξέλιξη της καταστάσεως απέδειξε, εξάλλου, ότι ο διορισμός του Randles είχε αντίθετα αποτελέσματα για την καλή λειτουργία της υπηρεσίας, διότι, προκειμένου να επιλυθούν τα προβλήματα και να καλυφθούν οι ανεπάρκειες που εμφανίστηκαν μετά το διορισμό του τελευταίου, κατέστη αναγκαία η δημιουργία ενός «task force», στο πλαίσιο του οποίου ο προσφεύγων κλήθηκε να ασκήσει πολύ σημαντικά καθήκοντα, σημαντικότερα ιδίως από εκείνα του Randles. Η δημιουργία του εν λόγω «task force» στηρίχτηκε κατ' ουσίαν στις μελέτες και στις ιδέες του προσφεύγοντος. Υπό αυτές τις συνθήκες, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, θεωρώντας ως πρωταρχικό το απόλυτα επικουρικό κριτήριο της γεωγραφικής κατανομής, δεν εφάρμοσε ορθά τα άρ8ρα 5, παράγραφος 3, 7, 27 και 45, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων. |
|
6) |
Η Επιτροπή αμφισβητεί, κατά πρώτο, ότι το κριτήριο της γεωγραφικής κατανομής διαδραμάτισε εν προκειμένω αποφασιστικό ή σημαντικό ρόλο. Ήταν απόλυτα φυσικό, ο βοηθός γενικός διευθυντής εκθέτοντας την προσωπική του άποψη, στο έγγραφο της 12ης Ιουνίου 1980, να εκφέρει τη γνώμη του επί όλων των στοιχείων που αφορούσαν τόσο τα προσόντα των διαφόρων υποψηφίων, όσο και τις απαιτήσεις και την κατάσταση γενικά στην οικεία υπηρεσία, συμπεριλαμβανομένης και της γεωγραφικής κατανομής. Εξάλλου, η γεωγραφική ισορροπία αποτελούσε εν προκειμένω, μια θεμιτή επιδίωξη, εφόσον από τη σχετική με το προσωπικό της εγκαταστάσεως του Ispra στατιστική της 30ής Νοεμβρίου 1981, προκύπτει ότι, επί 26 υπαλλήλων βαθμού A3, εκ των οποίων 23 του τεχνικο-επιστημονικού κλάδου, ένας μόνο, δηλαδή ο Randles, ήταν βρετανικής ιθαγένειας, ενώ 10 ήταν ιταλικής ιθαγένειας. Αντίθετα προς τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος, ο Randles επελέγη βάσει μόνον αυστηρής συγκριτικής εξετάσεως των προσόντων του σε σχέση με τα προσόντα των άλλων υποψηφίων. Εξάλλου, η επιτροπή προσλήψεων κατέληξε ομόφωνα στο ίδιο συμπέρασμα. Η εν λόγω συγκριτική εξέταση των προσόντων των υποψηφίων εμπίπτει αποκλειστικά στη διακριτική εξουσία της διοικήσεως, η οποία δεν ήταν υποχρεωμένη να δικαιολογήσει την εκτίμηση της. Δεν είναι δυνατόν να αντλήσει κανείς επιχειρήματα από μια πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε μετά το διορισμό του Randles. Αφενός, το γεγονός ότι η Επιτροπή αποφάσισε να δώσει προτεραιότητα στο σχέδιο Super-Sara και να δημιουργήσει προς τούτο ένα «task force» στο πλαίσιο του οποίου τόσο ο Randles όσο και ο προσφεύγων ασκούσαν προσωρινά καθήκοντα διαφορετικά από αυτά που ασκούσαν προηγουμένως, αλλά ίσης σημασίας, δεν σημαίνει ότι ο Randles αποδείχθηκε ακατάλληλος για τα καθήκοντα που του είχαν ανατεθεί. Αφετέρου, από νομική άποψη, δεν είναι νοητό απόφαση σχετική με τη νομιμότητα του διορισμού του κατόχου μιας θέσεως να στηριχθεί στην εκτίμηση του τρόπου, με τον οποίο ασκούσε αυτός τα καθήκοντα του μετά το διορισμό του. |
IV — Απαντήσεις στις ερωτήσεις που έθεσε το Δικαστήριο
Απαντώντας στην ερώτηση που έθεσε το Δικαστήριο μετά το πέρας της έγγραφης διαδικασίας, η Επιτροπή περιέγραψε, κατ' αρχάς, την προέλευση της διαδικασίας που κοινοποίησε ο γενικός διευθυντής του Κέντρου στους διευθυντές των διαφόρων εγκαταστάσεων με το σημείωμα της 23ης Οκτωβρίου 1979. Κατά την Επιτροπή, η διαδικασία αυτή απετέλεσε αντικείμενο επεξεργασίας κατά τη διάρκεια σειράς συσκέψεων με τους εκπροσώπους του προσωπικού του Κέντρου που πραγματοποιήθηκαν προκειμένου να εναρμονιστούν οι ισχύουσες στις διάφορες εγκαταστάσεις διαδικασίες προσλήψεως. Από τα πρακτικά των συσκέψεων αυτών προκύπτει ότι σε κάποια φάση της συζητήσεως είχε αντιμετωπιστεί η περίπτωση να προβλέπεται ότι το μέλος που θα όριζε η επιτροπή προσωπικού έπρεπε να ανήκει, καταρχήν, στην κατηγορία στην οποία υπαγόταν ο βαθμός της θέσεως και ότι η συνέντευξη με τους υποψηφίους ήταν υποχρεωτική, κανόνες που δεν περιελήφθησαν τελικά στο σημείωμα του γενικού διευθυντή, της 23ης Οκτωβρίου 1979.
Όσον αφορά τη διαδικασία της επίδικης προσλήψεως, η Επιτροπή ανέφερε ότι ο διευθυντής της εγκαταστάσεως του Ispra δέχθηκε σε ακρόαση, στις 11 και 12 Ιουνίου 1980, τους τέσσερις υποψηφίους της εγκαταστάσεως του Ispra και ακολούθως συνέταξε το έγγραφο της 12ης Ιουνίου 1980. Στη συνέχεια, έλαβε γνώση της υπάρξεως και πέμπτου υποψηφίου, υπαλλήλου της εγκαταστάσεως της Καρλσρούης, τον οποίο δέχθηκε σε συνέντευξη στις 4 Ιουλίου 1980.
Δεδομένου ότι ο διευθυντής της εγκαταστάσεως του Ispra έκρινε, στο έγγραφο της 12ης Ιουνίου 1980, ότι δεν έπρεπε να ακολουθηθεί η διαδικασία που είχε καθοριστεί στο υπηρεσιακό σημείωμα της 23ης Οκτωβρίου 1979, η επιτροπή προσωπικού της εγκαταστάσεως απευθύνθηκε στο γενικό διευθυντή του Κέντρου, ο οποίος, με υπηρεσιακό σημείωμα που απηύθυνε την 1η Ιουλίου 1980 στο διευθυντή της εγκαταστάσεως, επιβεβαίωσε την ανάγκη συστάσεως της επιτροπής προσλήψεων.
Μετά τη σύσταση και σύγκληση της επιτροπής προσλήψεων, και αφού εξετάστηκαν οι υποψηφιότητες και οι ατομικοί φάκελοι των υποψηφίων, η επιτροπή δεν έκρινε σκόπιμο να υποβάλει τους υποψήφιους σε ακρόαση.
Η γνώμη της επιτροπής της 14ης Ιουλίου 1980, οι ατομικοί φάκελοι και οι υποψηφιότητες διαβιβάστηκαν ακολούθως στο γενικό διευθυντή, ο οποίος έλαβε την απόφαση περί διορισμού του Randles στην εν λόγω θέση.
V — Προφορική διαδικασία
Στη συνεδρίαση της 3ης Φεβρουαρίου 1983, αγόρευσαν ο εκπρόσωπος του προσφεύγοντος, δικηγόρος Μιλάνου G. Marchesini, και οι εκπρόσωποι της Επιτροπής, E. de March και Ρ. de Caterini, δικηγόρος Ρώμης.
Ο προσφεύγων επέστησε ιδίως την προσοχή στο γεγονός ότι, στην έκθεση της επιτροπής προσλήψεων, της 14ης Ιουλίου 1980, δεν γίνεται μνεία του «ανεξάρτητου (σε σχέση με την υπηρεσία στην οποία ανήκει η θέση προς πλήρωση) μέλους» και αναφέρονται δύο «εκπρόσωποι του προσωπικού», καθώς και στο γεγονός ότι το αντίγραφο της εν λόγω εκθέσεως που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο δεν φέρει την υπογραφή του Ardente. Δεν αμφισβητήθηκε, πάντως, ότι ο Ardente συμμετέσχε πράγματι στις εργασίες της επιτροπής αυτής.
Κληθείσα να προσκομίσει, μετά τη συνεδρίαση, το πρωτότυπο του εγγράφου αυτού, η Επιτροπή πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι είχε χαθεί. Το αντίγραφο με καρμπόν του εν λόγω εγγράφου, που προσκόμισε η Επιτροπή, δεν φέρει την υπογραφή αυτή. Η Επιτροπή προσκόμισε, επιπλέον, δήλωση των Ooms και Ardente, της 8ης Φεβρουαρίου 1983, οι οποίοι ισχυρίζονται, «ως εκπρόσωποι του προσωπικού» στην επιτροπή προσλήψεων, ότι η συμμετοχή τους στην επιτροπή αυτή περιορίστηκε κυρίως στον έλεγχο της τηρήσεως των κανόνων του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και ότι το γεγονός ότι δεν υπάρχει υπογραφή του Ardente στην έκθεση, δεν σημαίνει ότι ο τελευταίος δεν είχε συμφωνήσει με τα πορίσματα της εκθέσεως αυτής.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του στη συνεδρίαση της 3ης Μαρτίου 1983.
Σκεπτικό
|
1 |
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28 Οκτωβρίου 1981, ο Salvatore Ragusa, υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην εγκατάσταση του Ispra του Κοινού Κέντρου Ερευνών (στο εξής Κέντρο), άσκησε προσφυγή, με την οποία ζητεί την ακύρωση του διορισμού του Jack Randies στη νεοσυσταθείσα θέση του προϊσταμένου του τμήματος για το σχέδιο «Super Sara». |
|
2 |
Για την εν λόγω θέση, 6αθμού A3, εκδόθηκε η ανακοίνωση κενής θέσεως COM/R/522/80. Υποψηφιότητα υπέβαλαν τέσσερις υπάλληλοι της εγκαταστάσεως του Ispra και ένας υπάλληλος άλλης εγκαταστάσεως. Μεταξύ των υποψηφίων που προέρχονταν από το Ispra ήταν ο προσφεύγων, ιταλικής ιθαγένειας, και ο Randles, βρετανικής ιθαγένειας. |
|
3 |
Για τις προσλήψεις που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της τοπικής αρχής, στο σύνολο των διαφόρων τόπων υπηρεσίας του Κέντρου, ο γενικός διευθυντής του Κέντρου, ως αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, καθόρισε, μετά από σύσκεψη με τους εκπροσώπους του προσωπικού, σε υπηρεσιακό σημείωμα της 23ης Οκτωβρίου 1979 που απηύθυνε στους διευθυντές των διαφόρων τοπικών εγκαταστάσεων, μια διαδικασία, κατά την οποία οι αποφάσεις της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής λαμβάνονται κατόπιν διαβουλεύσεως με την τοπική επιτροπή προσλήψεων. Σύμφωνα με το εν λόγω σημείωμα, η επιτροπή αυτή απαρτίζεται, σε κάθε τόπο υπηρεσίας από
|
|
4 |
Στις 11 και 12 Ιουνίου 1980, ο διευθυντής της εγκαταστάσεως του Ispra δέχτηκε σε συνέντευξη τους τέσσερις υποψηφίους που προέρχονταν από το Ispra. Με έγγραφο της 12ης Ιουνίου 1980, εγνώρισε στο γενικό διευθυντή του Κέντρου ότι δεν είχε την υποχρέωση να ακολουθήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στο υπηρεσιακό σημείωμα της 23ης Οκτωβρίου 1979. Ανέφερε ότι «αφού παρέσχε έτσι στους υποψηφίους την ευκαιρία να εκφραστούν ελεύθερα, αφού εξέτασε ολόκληρο το τεχνικό και πολιτικό πλαίσιο και αφού έκρινε τους υποψήφιους τόσο από άποψη τεχνική (ικανότητα, πείρα) όσο και από άποψη χαρακτήρα (προσωπική)», κατέληξε στον Randles, τον οποίο και πρότεινε για την εν λόγω θέση. Αφού έλαβε, στη συνέχεια, γνώση της υπάρξεως και πέμπτου υποψηφίου, ο οποίος δεν υπηρετούσε στην εγκατάσταση του Ispra, κάλεσε και τον τελευταίο αυτόν υποψήφιο σε συνέντευξη, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 4 Ιουλίου 1980. |
|
5 |
Μετά από παρέμβαση της επιτροπής προσωπικού της εγκαταστάσεως του Ispra, ο γενικός διευθυντής του Κέντρου επιβεβαίωσε στο διευθυντή της εγκαταστάσεως την ανάγκη συστάσεως της επιτροπής προσλήψεων που προβλέπεται στο υπηρεσιακό σημείωμα της 23ης Οκτωβρίου 1979. Συνεστήθη, συνεπώς, η επιτροπή προσλήψεων, η οποία κατέληξε, μετά από εξέταση των ατομικών φακέλων των πέντε υποψηφίων και αφού έλαβε υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ανακοινώσεως κενής θέσεως, ότι ο Randles, καθώς και δύο άλλοι υποψήφιοι, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβανόταν ο προσφεύγων, ήταν οι πλέον κατάλληλοι για την πλήρωση της θέσεως αυτής, με κάποια προτίμηση του Randles λόγω των ειδικότερων γνώσεων του στον οικείο τομέα. |
|
6 |
Η γνώμη της επιτροπής προσλήψεων, οι ατομικοί φάκελοι καθώς και οι υποψηφιότητες όλων των υποψηφίων διαβιβάστηκαν στο γενικό διευθυντή του Κέντρου. Αυτός, με υπηρεσιακό σημείωμα της 22ας Αυγούστου 1980, διόρισε στην εν λόγω θέση τον Randles. |
|
7 |
Ο προσφεύγων, αφού απορρίφθηκε η ένσταση που υπέβαλε βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως κατά της αποφάσεως αυτής, άσκησε την παρούσα προσφυγή. |
|
8 |
Προς υποστήριξη της προσφυγής του, ο προσφεύγων επικαλείται αρκετούς λόγους που αφορούν, αφενός, στην ορθότητα της επιλογής, στην οποία προέβη η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, και, αφετέρου, στη διαδικασία που ακολουθήθηκε πριν από τον επίδικο διορισμό. |
|
9 |
Δεδομένου ότι πρόκειται για απόφαση προαγωγής, πρέπει αρχικά να τονιστεί ότι, για να σταθμίσει το συμφέρον της υπηρεσίας, καθώς και τα προσόντα που πρέπει να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο της αποφάσεως που προβλέπεται στο άρθρο 45 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως και ότι, εν προκειμένω, το Δικαστήριο πρέπει να περιορίζεται στην εξέταση του ζητήματος αν, ενόψει των τρόπων και των μέσων που είναι δυνατό να οδήγησαν τη διοίκηση στην εκτίμηση της, η τελευταία ενήργησε εντός λογικών ορίων και δεν έκανε χρήση της εξουσίας της κατά τρόπο προφανώς πεπλανημένο. |
|
10 |
Κατά της επιλογής, στην οποία προέβη ο γενικός διευθυντής του Κέντρου, ο προσφεύγων ισχυρίζεται, πρώτον, ότι η απόφαση διορισμού του Randles είχε ήδη ληφθεί εκ των προτέρων. |
|
11 |
Πρέπει να παρατηρηθεί σχετικά ότι το γεγονός ότι ο διευθυντής της εγκαταστάσεως του Ispra διαμόρφωσε γνώμη πριν να επιληφθεί η επιτροπή προσλήψεων και πριν από την ακρόαση του πέμπτου υποψηφίου, τον οποίο δεν είχε ακόμα γνωρίσει, δεν μπορεί να επηρεάσει την ορθότητα της αποφάσεως, που έλαβε ο γενικός διευθυντής του Κέντρου, που αποτελεί την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή. Καθόλου δεν δεσμευόταν ο τελευταίος από τις εκτιμήσεις του διευθυντή της εγκαταστάσεως. Από το φάκελο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι δεν έλαβε την απόφαση του εν γνώσει όλων των ουσιωδών στοιχείων και μετά από συγκριτική εξέταση των προσόντων των διαφόρων υποψηφίων, όπως προβλέπεται στο άρθρο 45 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. |
|
12 |
Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ακόμα ότι οι επαγγελματικές του ικανότητες, καθώς και τα ουσιαστικά και τυπικά του προσόντα είναι ανώτερα από του Randles, όπως φανερώνει εξάλλου το γεγονός ότι ο προσφεύγων κλήθηκε μεταγενέστερα να επιλύσει ορισμένα προβλήματα και να καλύψει ανεπάρκειες που εμφανίστηκαν στο πλαίσιο του εν λόγω σχεδίου. Ο Randles προτιμήθηκε για λόγους πολιτικούς, εξαιτίας της ιθαγένειας του. |
|
13 |
Πρέπει να σημειωθεί σχετικά ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να υποκαταστήσει, όσον αφορά την εκτίμηση των ουσιαστικών και τυπικών προσόντων των υποψηφίων, την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή. Κανένα στοιχείο από το φάκελο της δικογραφίας δεν επιτρέπει τον ισχυρισμό ότι εκτιμώντας τα ουσιαστικά και τυπικά προσόντα του προσφεύγοντος και του επιλεγέντος υποψηφίου, ο γενικός διευθυντής του Κέντρου υπέπεσε σε προφανή πλάνη. Ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί, ιδίως, να στηριχθεί σε μεταγενέστερα του επίδικου διορισμού γεγονότα. |
|
14 |
Σύμφωνα με το άρθρο 27, πρώτο εδάφιο του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή πρέπει να μεριμνά ώστε οι προσλήψεις να γίνονται με την ευρύτερη δυνατή γεωγραφική βάση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών. Ο στόχος αυτός, πάντως, πρέπει να υποχωρεί ενώπιον των απαιτήσεων του συμφέροντος της υπηρεσίας και του γεγονότος ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη η ικανότητα, η απόδοση και η ακεραιότητα των υπαλλήλων, που επίσης αναφέρονται στη διάταξη αυτή. Μόνο σε περίπτωση ισότιμων ουσιαστικών και τυπικών προσόντων των διαφόρων υποψηφίων η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή πρέπει να λάβει υπόψη, ως κριτήριο επιλογής μεταξύ άλλων κριτηρίων, την ιθαγένεια του υποψηφίου. Τίποτα, πάντως, εν προκειμένω, δεν επιτρέπει τη συναγωγή συμπεράσματος ότι ο γενικός διευθυντής του Κέντρου δεν εφάρμοσε ορθά τις αρχές αυτές και ότι προσέδωσε πολύ μεγάλη βαρύτητα στο κριτήριο της ιθαγένειας των υποψηφίων. |
|
15 |
Από τις σκέψεις που προηγήθηκαν προκύπτει ότι οι λόγοι που αφορούν την ορθότητα της επιλογής, στην οποία προέβη ο γενικός διευθυντής του Κέντρου, δεν είναι βάσιμοι. |
|
16 |
Ο προσφεύγων ισχυρίζεται επιπλέον, ότι η προαγωγή δεν έγινε σύμφωνα με το διάγραμμα διαδικασίας που προβλέπεται στο υπηρεσιακό σημείωμα του γενικού διευθυντή, της 23ης Οκτωβρίου 1979. |
|
17 |
Κατά την Επιτροπή, η διαδικασία αυτή, που δεν προβλέπεται στον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως, δεν έχει νομική αξία και, συνεπώς, η μη τήρηση της δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως παράβαση ουσιώδους τύπου. |
|
18 |
Πρέπει να παρατηρηθεί σχετικά ότι, εφόσον η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή θεσπίζει εκουσίως, με εσωτερικής φύσεως μέτρο, μία υποχρεωτική συμβουλευτική διαδικασία, που δεν προβλέπεται στον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως, η τήρηση της επιβάλλεται, η δε διαδικασία αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως στερούμενη κάθε νομικής αξίας. Ενώ, πάντως, ο διευθυντής της εγκαταστάσεως του Ispra ανέφερε στο έγγραφο της 12ης Ιουλίου 1980 ότι δεν ήθελε να τηρήσει την εν λόγω διαδικασία, ο γενικός διευθυντής επέμεινε ρητώς στην ανάγκη τηρήσεως της και έλαβε την απόφαση του μετά από γνώμη της επιτροπής προσλήψεων. |
|
19 |
Όσον αφορά τη διεξαγωγή της διαδικασίας αυτής στην υπό κρίση υπόθεση, ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι η επιτροπή προσλήψεων δεν συνεστήθη, κατ' ανλογία προς το άρθρο 3 του παραρτήματος III του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, από μέλη που είχαν όλα τον αυτό ή ανώτερο βαθμό από το βαθμό της προς πλήρωση θέσεως και ότι η επιτροπή δεν δέχτηκε σε ακρόαση τους υποψηφίους. Ο προσφεύγων ισχυρίζεται επιπλέον ότι η έκθεση της επιτροπής προσλήψεων δεν έχει υπογραφεί από το τέταρτο μέλος της, τον Ardente, και ότι, αντίθετα προς το υπηρεσιακό σημείωμα του γενικού διευθυντού του Κέντρου της 23ης Οκτωβρίου 1979, η επιτροπή αυτή δεν είχε συσταθεί κανονικά. |
|
20 |
Πρέπει να παρατηρηθεί σχετικά ότι το άρθρο 3 του παραρτήματος III του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως που αφορά τις επιτροπές διαγωνισμών, δεν εφαρμόζεται στην επιτροπή προσλήψεων, που δεν προβλέπεται στον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως και οι συμβουλευτικές απλώς αρμοδιότητες της οποίας δεν συγκρίνονται με εκείνες μιας εξεταστικής επιτροπής διαγωνισμού. Εφόσον οι διατάξεις, με τις οποίες προβλέφθηκε η σύσταση της εν λόγω επιτροπής προσλήψεων, δεν περιέχουν ιδιαίτερες επιταγές για τη συγκρότηση της, το γεγονός ότι τα μέλη της δεν είχαν τουλάχιστον το βαθμό της θέσεως, για την οποία επρόκειτο, δεν συνιστά διαδικαστική πλημμέλεια. |
|
21 |
Δεδομένου ότι η ακρόαση των υποψηφίων δεν ήταν υποχρεωτική σύμφωνα με τις διατάξεις του υπηρεσιακού σημειώματος της 23ης Οκτωβρίου 1979, εναπόκειτο στην επιτροπή προσλήψεων να κρίνει τη σκοπιμότητα της ακροάσεως αυτής, η έλλειψη της οποίας δεν συνιστά επίσης διαδικαστική πλημμέλεια. |
|
22 |
Είναι γεγονός ότι ένα μέλος της επιτροπής προσλήψεων δεν υπέγραψε την έκθεση της επιτροπής αυτής. Όσο λυπηρή κι αν είναι αυτή η πλημμέλεια, εντούτοις δεν συνιστά, καθαυτή, παράλειψη ουσιώδους τύπου, εφόσον είναι δεδομένο ότι το εν λόγω μέλος συμμετέσχε στις εργασίες της επιτροπής. |
|
23 |
Το ζήτημα που μένει να εξεταστεί λοιπόν, είναι αν η σύνθεση της επιτροπής προσλήψεων ήταν σύμφωνη με το υπηρεσιακό σημείωμα της 23ης Οκτωβρίου 1979, του γενικού διευθυντή του Κέντρου, στο οποίο προβλέπεται ότι η εν λόγω επιτροπή πρέπει να απαρτίζεται, εκτός από τους εκπροσώπους της υπηρεσίας που αφορούσε η ανακοίνωση και της διοικήσεως, και από «ένα ανεξάρτητο (σε σχέση με την υπηρεσία στην οποία ανήκει η προς πλήρωση θέση) μέλος» και από «ένα μέλος που ορίζει η τοπική επιτροπή προσωπικού». |
|
24 |
Εν προκειμένω, τόσο από την έκθεση της επιτροπής προσλήψεων όσο και από δήλωση των Ooms και Ardente, την οποία προσκόμισε η Επιτροπή στο Δικαστήριο μετά τη συνεδρίαση, προκύπτει ότι τα δύο αυτά μέλη της επιτροπής συμμετείχαν σ' αυτήν ως εκπρόσωποι του προσωπικού. Δεν αμφισβητήθηκε πάντως ότι ο Ardente είχε επίσης τις απαιτούμενες ιδιότητες για να είναι ανεξάρτητο μέλος στην επιτροπή αυτή και ότι, κατά συνέπεια, συμμετέσχε ένα πρόσωπο που πληρούσε τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο υπηρεσιακό σημείωμα της 23ης Οκτωβρίου 1979. |
|
25 |
Λαμβανομένης υπόψη της αποκλειστικώς συμβουλευτικής αρμοδιότητας της επιτροπής αυτής, το γεγονός ότι η σύνθεση της επιτροπής αναφέρθηκε κατά τρόπο εσφαλμένο στην έκθεση προς την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, δεν συνιστά, καθαυτό, παράβαση ουσιώδους τύπου και δεν μπορεί να καταστήσει άκυρη την προσβαλλόμενη απόφαση του γενικού διευθυντή του Κέντρου. |
|
26 |
Η μεταγενέστερη δήλωση του Ardente, κατά την οποία περιορίστηκε, ^ ως εκπρόσωπος του προσωπικού, στον έλεγχο της τηρήσεως των εφαρμοστέων κανόνων του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, δεν μπορεί, αν υποτεθεί ότι είναι ακριβής, να καταστήσει πλημμελή τη γνώμη της επιτροπής προσλήψεων. Πράγματι, η διαδικασία που καθιερώθηκε με το υπηρεσιακό σημείωμα της 23ης Οκτωβρίου 1979 δεν περιορίζει ούτε για τον εκπρόσωπο του προσωπικού ούτε για οποιοδήποτε άλλο μέλος της επιτροπής το δικαίωμα ελεύθερης εκτιμήσεως όλων των στοιχείων που πρέπει να ληφθούν υπόψη για τη^ διευκόλυνση της επιλογής, στην οποία προβαίνει η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή. Απέχοντας λοιπόν εκουσίως να εκφέρει γνώμη επί ορισμένων από τα στοιχεία αυτά, ο Ardente διέπραξε σφάλμα, το οποίο δεν μπορεί να αποδοθεί στην επιτροπή. |
|
27 |
Πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί η προσφυγή. |
Επί των δικαστικών εξόδων
|
28 |
Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Εντούτοις, σύμφωνα με την παράγραφο 3, δεύτερο εδάφιο, του άρθρου αυτού, το Δικαστήριο μπορεί να καταδικάσει ακόμα και τον νικήσαντα διάδικο στην καταβολή προς τον αντίδικο των εξόδων, στα οποία αναγκάστηκε να υποβληθεί, αν κρίνει ότι τα έξοδα αυτά προκλήθηκαν χωρίς εύλογη αιτία ή κακοβούλως. |
|
29 |
Από τις σκέψεις που προαναφέρθηκαν σχετικά με τη διαδικασία της επιτροπής προσλήψεων, προκύπτει ότι η διαδικασία αυτή περιείχε ορισμένα λυπηρά, αντικανονικά και διφορούμενα σημεία- τα σημεία αυτά, έστω και αν δεν συνιστούν επαρκή λόγο ακυρώσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως του γενικού διευθυντή του Κέντρου, ήταν ικανά να δημιουργήσουν σοβαρές αμφιβολίες για την εν λόγω διαδικασία και μπορούσαν ευλόγως να παρακινήσουν τον προσφεύγοντα στην άσκηση της παρούσας προσφυγής. Συνεπώς, πρέπει να αναγνωριστεί ότι τα έξοδα, στα οποία η Επιτροπή ανάγκασε έτσι τον προσφεύγοντα να υποβληθεί για την παρούσα δίκη, προκλήθηκαν χωρίς εύλογη αιτία και να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα. |
|
Διά ταύτα ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα) κρίνει και αποφασίζει: |
|
|
|
Everling Bosco Galmot Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 21 Απριλίου 1983. Ο γραμματέας κ.α.α. J. Α. Pompe Βοηθός γραμματέας Ο πρόεδρος του τρίτου τμήματος U. Everling |