Στην υπόθεση 55/81,

πού έχει ως ἀντικείμενο αἴτηση τοῦ Tribunal du Travail τῆς Λιέγης πρός τό Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, μέ τήν ὁποία ζητείται, στό πλαίσιο τῆς ἐκκρεμοῦς ενώπιον τοῦ δικαστηρίου αὐτοῦ διαφοράς μεταξύ

Georges Vermaut

καί

Office national des pensions pour travailleurs salariés

ή έκδοση προδικαστικῆς ἀποφάσεως ως πρός την ερμηνεία τοῦ ἄρθρου 48 τοῦ κανονισμοί) 1408/71 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 14ης 'Ιουνίου 1971, περί εφαρμογῆς των συστημάτων κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως στους μισθωτούς καί τίς οικογένειες τους πού διακινοῦνται εντός τῆς Κοινότητος (ΕΕ ειδ. ἔκδ. τόμ. 05/001, σ. 73).

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμῆμα)

συγκείμενο ἀπό τους Ο. Due, πρόεδρο τμήματος, Α. Χλωρό καί F. Grévisse, δικαστές,

γενικός εἰσαγγελεύς: Ρ. VerLoren Van Themaat

γραμματεύς: Α. Van Houtte

εκδίδει την ἀκόλουθη

ΑΠΟΦΑΣΗ

Περιστατικά

Τά πραγματικά περιστατικά καί τά επιχειρήματα πού ἀνέπτυξαν οἱ διάδικοι κατά τήν έγγραφη διαδικασία έχουν συνοπτικῶς ὡς ἑξῆς:

Ι — Πραγματικά περιστατικά καί έγγραφη διαδικασία

Ό Vermaut, προσφεύγων στην κυρία δίκη, βελγικῆς ιθαγενείας ἤσκησε τίς επαγγελματικές του δραστηριότητες κυρίως στό Βέλγιο. Εἰργάσθη ἐν τούτοις, ἐπί σύντομες περιόδους, κάθε μία ἀπό τίς όποιες ήταν κατώτερη τοῦ έτους, ἀφ' ἑνός μέν στό Ἡνωμένο Βασίλειο, ἀπό 10ης Δεκεμβρίου 1937 μέχρι 29ης Σεπτεμβρίου 1938, ἀφ' έτερου δέ στήν Γερμανία, ἀπό 9ης 'Ιανουαρίου 1939 μέχρι 27ης Αυγούστου 1939. Στίς δύο τελευταίες περιπτώσεις ἡ εργασία του διεκόπη λόγω τῆς ἐπιστρατεύσεως του στόν βελγικό στρατό καί κατόπιν τῆς συλλήψεως καί κρατήσεως του ὡς αἰχμαλώτου πολέμου.

Τό Office national des pensions pour travailleurs salariés (ONPTS), κατόπιν αιτήσεως τοῦ προσφεύγοντος, τῆς 7ης Σεπτεμβρίου 1976, απεφάσισε νά τοῦ χορηγήσει σύνταξη ἀποχωρήσεως ύψους 23432 βελγικών φράγκων ἀπό 1ης 'Ιουνίου 1977, δυνάμει των διατάξεων τοῦ βασιλικού διατάγματος της 24ης 'Οκτωβρίου 1967 (Moniteur belge της 27. 10. 1967). Γιά τόν καθορισμό τοῦ ποσοῦ ελήφθη ὑπ' ὄψη ἡ συνήθης καί κυρία ἀπασχόληση του κατά τά ἔτη 1936, 1937, 1947-1950 καί ἀπασχόληση ἐπί λιγότερες ἀπό 185 ήμερες γιά τά έτη 1955 καί 1956. Ἐπί πλέον τοῦ ἀνεγνωρίσθησαν τρία πρόσθετα έτη, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 11α τοῦ διατάγματος αὐτοῦ.

Ή ἀπόφαση τοῦ ONPTS δέν λαμβάνει ὑπ' ὄψη τά έτη 1938 καί 1939, πράγμα πού στερεί τόν προσφεύγοντα ἀπό τήν προσμέτρηση τῶν ετών τοῦ πολέμου 1940-1945, σύμφωνα μέ τίς διατάξεις τοῦ βασιλικοῦ διατάγματος τῆς 21ης Δεκεμβρίου 1967 (Moniteur belge τῆς 16ης 'Ιανουαρίου 1968).

Σύμφωνα μέ τό άρθρο 32 παράγραφος 1 τέταρτο εδάφιο τοῦ διατάγματος αὐτοῦ:

«Ό μισθωτός εργαζόμενος πού εἰργάσθη ὑπό τήν ἰδιότητα αυτή κατά τήν περίοδο μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1938 καί 31ης Δεκεμβρίου 1944, λογίζεται ὅτι συνέχισε τήν εργασία του ως μισθωτός εργαζόμενος μέ τους ίδιους ἀπό ἀπόψεως διαρκείας ὅρους καθ' ὅλη τήν περίοδο μεταξύ της ημερομηνίας κατά τήν ὁποία έληξε ἡ ἀπασχόληση του καί τῆς 31ης Δεκεμβρίου 1945.»

Ἐξ άλλου, τό άρθρο 34 παράγραφος 1 τοῦ Ιδίου διατάγματος ἐξομοιώνει πρός περιόδους ἀπασχολήσεως ὡς εργαζομένου:

«... τίς περιόδους μή ἀπασχολήσεως λόγω προσκλήσεως πρός εκπλήρωση τῆς στρατιωτικής θητείας στον βελγικό στρατό ...»,

ἐφ' ὅσον, κατά τόν χρόνο επελεύσεως τοῦ γεγονότος στό όποιο θεμελιώνεται αυτή ή εξομοίωση, ὁ ενδιαφερόμενος εργάζεται ή διανύει ήδη μία περίοδο εξομοιουμένη πρός περίοδο ἀπασχολήσεως.

Διαφωνώντας πρός τήν ἀπόφαση τοῦ ONPTS, ὁ Vermaut ἤσκησε προσφυγή, τήν 28η Ἰουλίου 1977, ἐνώπιον τοῦ Tribunal du travail τῆς Λιέγης, ζητώντας Ιδίως νά ληφθούν ὑπ' ὄψη τά έτη 1938 καί 1939.

Τό Landesversicherungsanstalt Rheinprovinz τοῦ Düsseldorf καί τό Department of Health and Social Security, εἰς ἀπάντηση αἰτήσεως τοῦ ONPTS, επιβεβαιώνουν ὅτι ὁ Vermaut, λόγω τῆς βραχύτητος τῶν περιόδων ἐργασίας του στό Ἡνωμένο Βασίλειο καί στην Γερμανία, δέν ἀπέκτησε κανένα δικαίωμα συντάξεως δυνάμει τῶν νομοθεσιών τους.

Τό ONPTS προέβαλε, ενώπιον τοῦ Tribunal de travail τῆς Λιέγης, ἀπό τό όποιο ὁ προσφεύγων ἐζήτησε τήν παροχή έννόμου προστασίας κατ' εφαρμογή τοῦ κανονισμού 1408/71, ὅτι οἱ κατώτερες τοῦ έτους περίοδοι πρέπει νά λαμβάνονται ὑπ' ὄψη ὅσον άφορᾶ τήν θεμελίωση τοῦ δικαιώματος (θεωρητική σύνταξη), ὄχι ὅμως γιά τόν προσδιορισμό τῆς κατ' ἀναλογίαν συμμέτοχης καί, κατά συνέπεια, δεδομένου ὅτι τό δικαίωμα λήψεως εθνικῆς συντάξεως εἶχε θεμελιωθεί στό Βέλγιο, δέν συνέτρεχε λόγος νά ληφθούν ὑπ' ὄψη οἱ ἀνωτέρω παροχές εργασίας.

Ὑπό τίς συνθῆκες αυτές, τό Tribunal du travail τῆς Λιέγης, μετά σύμφωνη γνώμη τοῦ Auditeur du travail, έκρινε ὅτι έπρεπε νά ἀναβάλει τήν εκδίκαση τῆς ὑποθέσεως καί νά υποβάλει στό Δικαστήριο τά ἀκόλουθα ερωτήματα:

«1.

Ὅταν ἡ διάρκεια ἀσφαλιστικών περιόδων πού διηνύθησαν ὑπό τήν νομοθεσία Κράτους μέλους εἶναι κατώτερη τοῦ έτους, δύναται ὁ ἁρμόδιος φορεύς, ἐν προκειμένω τό ONPTS, νά μή λάβει ὑπ' ὄψη αυτές τίς παροχές λόγω τοῦ ὅτι τό δικαίωμα πρός λήψη εθνικῆς συντάξεως έχει ήδη θεμελιωθεί ή μήπως ὁ ἀρμόδιος φορεύς ὀφείλει νά λάβει ὑπ' ὄψη αυτές τίς παροχές σάν νά είχαν διανυθεί ὑπό την νομοθεσία τοῦ κράτους τοῦ φορέως αύτοῦ (ἐφαρμογή τοῦ ἄρθρου 48 τοῦ κανονισμοῦ 1408/71);

2.

Τό βελγικό δίκαιο ἀπαιτεί, γιά τίς συντάξεις πού καταβάλλονται μετά την 1η Ἰανουαρίου 1977, την καταβολή εισφορῶν. 'Αν τό Βέλγιο ὀφείλει νά θεωρήσει τίς επίδικες περιόδους ως διανυθείσες ὑπό την νομοθεσία του, δικαιούται νά ἀπαιτήσει ἀπό τόν αιτούντα τήν καταβολή εισφορῶν; Δύναται νά ζητήσει τήν μεταφορά των εισφορών πού κατεβλήθησαν στην 'Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας καί στό Ἡνωμένο Βασίλειο ή ὀφείλει νά λάβει ὑπ' οψη τίς επίδικες, περιόδους χωρίς νά δύναται νά ἀξιώσει ὁτιδήποτε ἀπό τόν αἰτοθντα, τήν Ὁμοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας καί τό 'Ηνωμένο Βασίλειο.»

'Η διάταξη περί παραπομπῆς ἐπρωτο-κολλήθη στην γραμματεία τοῦ Δικαστηρίου τήν 11η Μαρτίου 1981. Σύμφωνα μέ τό άρθρο 20 τοῦ Πρωτοκόλλου περί τοῦ Όργανισμοῦ τοῦ Δικαστηρίου τῆς ΕΟΚ γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν οἱ J. Vermaut, τό ONPTS, εκπροσωπούμενο ἀπό τόν διοικητή του (administrateur général) R. Masyn, ἡ κυβέρνηση τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη ἀπό τήν Γ. Δαγτό-γλου, Treasury Solicitor's Department, καί ή 'Επιτροπή τῶν Ευρωπαϊκῶν Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη ἀπό τόν νομικό τῆς σύμβουλο, Jean Amphoux.

Κατόπιν εκθέσεως τοῦ είσηγητοῦ δικαστού καί μετ' ἀκρόαση τοῦ γενικοῦ εισαγγελέως, τό Δικαστήριο, μέ διάταξη τῆς 16ης Σεπτεμβρίου 1981, ἀπεφάσισε τήν ἀνάθεση της παρούσης υποθέσεως στό δεύτερο τμήμα, κατ' ἐφαρμογή τοῦ ἄρθρου 95 τοῦ κανονισμού διαδικασίας, καί τήν έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγουμένη διεξαγωγή ἀποδείξεων.

II — Παρατηρήσεις πού κατετέθη-σαν δυνάμει τοῦ ἄρθρου 20 τοῦ Πρωτοκόλλου περί τοῦ 'Οργανισμού τοῦ Δικαστηρίου

Ό Vermaut περιορίζεται νά εκφράσει τήν Ικανοποίηση του γιά τήν έκθεση τῆς καταστάσεως ἀπό τό Tribunal καί ἀναφέρει ὅτι «ὁ ἀγγλικός καί ὁ γερμανικός φορεύς κατέβαλαν τίς κοινωνικές ἀσφαλίσεις τους στό Βέλγιο» (sic).

Τό Office national des pensions pour travailleurs salariés (ONPTS) ἀναπτύσσει κατά πρώτο τήν άποψη του ὡς πρός τήν ερμηνεία τοῦ ἄρθρου 48 τοῦ κανονισμοῦ 1408/71. Κατά τήν γνώμη τοῦ ONPTS, ἀπό τίς παρατηρήσεις τῆς Ἐπιτροπῆς καί τίς προτάσεις τοῦ γενικοῦ εισαγγελέως στην υπόθεση 49/75 (Borella, Rec. 1975 σ. 1461) συνάγεται ὅτι στην παράγραφο 1 τοῦ άρθρου 48 προσήκει στενή ἑρμηνεία ὅταν ἕνα κράτος ἐπιθυμεί νά ἀπαλλαγεί ἀπό τίς υποχρεώσεις του.

Δέν συμβαίνει όμως τό ἴδιο, σύμφωνα μέ τό ONPTS, γιά τίς παραγράφους 2 καί 3. Ώς πρός αυτές, ὁ φορεὐς υποστηρίζει ὅτι ή χρήση τῆς λέξεως «άλλα» πρίν ἀπό τήν έκφραση «ενδιαφερόμενα Κράτη μέλη» επιτρέπει τόν προσδιορισμό τοῦ πεδίου ἐφαρμογής τῶν παραγράφων 2 καί 3 τοῦ άρθρου 48, τό όποιο καλύπτει ολα τά κράτη πού δύνανται νά επικαλεσθούν τήν πρώτη παράγραφο ἐπειδή οἱ κατώτερες τοῦ έτους περίοδοι ἀσφαλίσεως δέν θεμελιώνουν κανένα δικαίωμα πρός λήψη παροχών. Τό ONPTS ἐπικαλείται, ὡς προς τό σημείο αυτό, τήν αἰτιολογική έκθεση τών διατάξεων περί τροποποιήσεως τοῦ κανονισμού 3, πού υπεβλήθη ἀπό τήν Ἐπιτροπή στό Συμβούλιο τήν 11η 'Ιανουαρίου 1961 (JO 194 τῆς 28ης 'Οκτωβρίου 1966, σ. 3333).

'Ακολουθώντας αυτή τήν επιχειρηματολογία, τό ONPTS υποστηρίζει ὅτι γιά τήν θεμελίωση δικαιώματος συντάξεως (θεωρητικό ποσό), τό βελγικό κράτος πρέπει νά λαμβάνει ὑπ' ὄψη τίς περιόδους ἀσφαλίσεως πού διηνύθησαν σέ άλλα Κράτη μέλη, σύμφωνα μέ τό άρθρο 48 παράγραφος 2 άλλά ὅτι ô τρόπος αυτός ύπολογισμοῦ δέν έχει πάντως καμμία ἐπίπτωση στην πραγματική παροχή πού πρέπει νά χορηγηθεί στόν ἐνδιαφερόμενο. Δέν νοείται υπολογισμός μιᾶς κατ' ἀναλογίαν συμμετοχής παρά μόνο ἄν οἱ περίοδοι ἀσφαλίσεως έχουν ἀντίκτυπο στόν ἀριθμητή καί στόν παρονομαστή τοῦ κλάσματος. Δεδομένου ὅτι στόν Vermaut δέν ἀναγνωρίζεται καμμία περίοδος ἀσφαλίσεως έκτός Βελγίου, εἶναι μαθηματικῶς ἀδύνατο, γιά τόν βελγικό φορέα, νά υπολογίσει μία κατ' ἀναλογίαν συμμετοχή καί, κατά συνέπεια, ή παράγραφος 2 τοῦ ἄρθρου 48 είναι ἀνεφάρμοστη.

Όσον άφορᾶ τήν παράγραφο 3 τοῦ άρθρου 48, τό ONPTS έχει τήν γνώμη ὅτι αυτή δέν ἀφορᾶ παρά μόνο τήν περίπτωση κατά τήν ὁποία ὁ ἐργαζόμενος έχει συμπληρώσει περιόδους κατώτερες τοῦ έτους ὑπό κάθε μία ἀπό τίς νομοθεσίες στίς όποιες υπήχθη καί δέν έχει ἀποκτήσει κανένα δικαίωμα δυνάμει αυτών τῶν νομοθεσιών βάσει αυτών μόνον τῶν περιόδων, λαμβανομένων μεμονωμένος. Αποκλείονται, επομένως, ἀπό τήν εφαρμογή τῆς τά Κράτη μέλη πού χορηγούν παροχές δυνάμει τῆς εσωτερικής τους νομοθεσίας.

Τό ONPTS προτείνει, κατά συνέπεια, τήν ἀκόλουθη ἀπάντηση στό πρώτο ἐρώτημα:

«Τό άρθρο 48 παράγραφος 3 τοῦ κανονισμού 1408/71 δέν ἐφαρμόζεται στά Κράτη μέλη πού ἀναγνωρίζουν δικαιώματα πρός λήψη παροχών σύμφωνα μέ μόνη τήν εσωτερική τους νομοθεσία»,

καί, κατά τά λοιπά, φρονεί ὅτι στό πλαίσιο τῆς παρούσης διαφορᾶς δέν ἀπαιτείται ή εξέταση τοῦ δευτέρου ερωτήματος.

Ή κυβέρνηση τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου περιορίζει τίς παρατηρήσεις τῆς στό δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, τό όποιο ἀφορᾶ τήν μεταφορά εἰσφορῶν μεταξύ Κρατών μελών ὅταν τό άρθρο 48 τοῦ κανονισμοί) 1408/71 υποχρεώνει ἔνα κράτος νά λάβει ὑπ' ὄψη ἀσφαλιστικές περιόδους κατώτερες τοῦ έτους διανυθείσες σέ άλλο Κράτος μέλος. Ή βρετανική κυβέρνηση υποστηρίζει ὡς πρός τό σημείο αυτό ὅτι καμμία διάταξη κοινοτικού δικαίου δέν ἀπαιτεί τήν μεταφορά σέ ένα Κράτος μέλος τῶν εἰσφορῶν πού κατεβλήθησαν κανονικώς ὑπό τήν νομοθεσία άλλου Κράτους μέλους. Μία τέτοια μεταφορά δέν δικαιολογείται οὔτε ἀπό νομικής ούτε ἀπό συστηματικής ἀπόψεως καί κυρίως δέν εἶναι ἀναγκαία γιά τήν επίτευξη τοῦ σκοποῦ τῆς ελεύθερης κυκλοφορίας τῶν εργαζομένων πού τάσσεται στό άρθρο 51 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. 'Επί πλέον, καί ἐλλείψει ρητής καί σαφοῦς σχετικής διατάξεως, δέν δύναται νά συναχθεί τέτοια υποχρέωση, ἡ ὁποία ἐξ άλλου, κατά τήν γνώμη τῆς βρετανικής κυβερνήσεως, δέν θά ἦταν δυνατό νά εκπληρωθεί στην πράξη λόγω τῆς βραχύτητος τῆς περιόδου ἀσφαλίσεως, τῆς ελλείψεως ἀκριβών δεδομένων καί τῆς ελλείψεως βάσεως γιά τόν προσδιορισμό τοῦ ποσοῦ τῶν πρός μεταφορά εἰσφορῶν σέ μία τέτοια περίπτωση.

Τέλος, ἡ βρετανική κυβέρνηση έχει τήν γνώμη ὅτι τό ἐν λόγω άρθρο εἶναι μία διάταξη πού παράγει, καί προορίζεται νά παράγει τά ἀποτελέσματά της, χωρίς νά παρίσταται ἀνάγκη γιά μία διάταξη οικονομικής φύσεως. 'Αφ' έτερου, τά ποσά γιά τά όποια πρόκειται σέ ἀτομικές περιπτώσεις, ὅπως ἡ προκειμένη, δέν εἶναι σημαντικά καί ἡ ἀπαιτουμένη διοικητική δαπάνη θά ήταν δυσανάλογη. Ἡ μόνη λύση πού συμβιβάζεται μέ μία λελογισμένη καί οἰκονομική διαχείριση συνίσταται στό νά παραμένουν οἱ δαπάνες πού προκαλούνται ἀπό τήν εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 48 στόν τόπο ὅπου γίνεται αυτή ἡ ἐφαρμογή, δεδομένου ὅτι τελικά, μέ τόν τρόπο αυτό, κανένα Κράτος μέλος δέν χάνει ούτε κερδίζει.

Ή 'Επιτροπή παρατηρεῖ προκαταρκτικῶς ὅτι ἡ προβληματική τῆς παρούσης υποθέσεως έχει δύο ὄψεις:

(ι)

ἡ πρώτη ἀνάγεται στό ζήτημα ἄν οἱ περίοδοι πού διηνήθησαν στην ἀλλοδαπή λαμβάνονται ὑπ' ὄψη γιά τήν προσμέτρηση περιόδων στρατιωτικῆς θητείας ἡ αιχμαλωσίας, ἡ ὁποία ἀποτελεί τό ἀντικείμενο τοῦ ἄρθρου 13 παράγραφος 2 περίπτωση δ τοῦ κανο-νισμοῦ 1408/71, καί

(ιι)

ἡ δεύτερη άφορᾶ τό ἄν περίοδοι πού διηνύθησαν στην ἀλλοδαπή λαμβάνονται ὑπ᾽ ὄψη κατά τόν ὑπολογισμό τῆς συντάξεως ἀποχωρήσεως, πού ἀποτελεί τό μοναδικό ἀντικείμενο τῶν προδικαστικών ερωτημάτων πού ὑπεβλήθησαν στό Δικαστήριο, τά όποια ἀνάγονται ἀποκλειστικῶς στην ερμηνεία τοῦ ἄρθρου 48 τοῦ ἐν λόγω κανονισμοί).

Ὅσον ἀφορά την πρώτη ὄψη τοῦ προβλήματος, ἡ Ἐπιτροπή εἶναι τῆς γνώμης ὅτι κατ' ὀρθή εφαρμογή τῆς διατάξεως τοῦ άρθρου 13 παράγραφος 2 περίπτωση δ τό ONPTS έπρεπε νά λάβει ὑπ᾽ ὄψη τίς περιόδους ἀσφαλίσεως πού διηνύθησαν στην Μεγάλη Βρετανία καί στην Γερμανία ἀπό τόν Vermaut σάν νά επρόκειτο γιά περιόδους πού διηνύθησαν ὑπό τήν βελγική νομοθεσία.

'Οσον ἀφορᾶ τήν δεύτερη ὄψη, ἡ 'Επιτροπή φρονεί ὅτι ἡ ὑπό ἐξέταση κατάσταση ἐμπίπτει στίς παραγράφους 1 καί 2 τοῦ άρθρου 48 τοῦ κανονισμοῦ 1408/71. Υποστηρίζει ὅτι ἐνῶ ἡ παράγραφος 1 ἀπαλλάσσει ἀπό τίς υποχρεώσεις τους τους φορεῖς τῶν Κρατῶν μελῶν, στά ὁποία συ-νεπληρώθησαν σύντομες περίοδοι ἀσφαλίσεως, ἡ παράγραφος 2 ἐπιβάλλει στά ενδιαφερόμενα Κράτη μέλη (ἐν προκειμένω στό Βέλγιο) νά λάβουν ὑπ᾽ ὄψη αυτές τίς περιόδους γιά τήν ἐφαρμογή τοῦ άρθρου 46. Δέν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής τῆς παραγράφου 3 γιά τήν ἐπίλυση τοῦ προβλήματος. Ή ἐφαρμογή τῆς διατάξεως αυτής περιορίζεται στην ὅλως ιδιάζουσα περίπτωση κατά τήν ὁποία οἱ περίοδοι πού συνεπληρώθησαν ἀπό τόν ἐργαζόμενο ὑπό τίς διάφορες νομοθεσίες εἶναι κατώτερες τοῦ έτους καί ὅπου, κατ' ἐφαρμογή της παραγράφου 1 τοῦ ἄρθρου 48, ὅλοι οἱ φορείς ἀπαλλάσσονται ἀπό τίς υποχρεώσεις τους έναντι τοῦ ἐνδιαφερομένου.

Ή 'Επιτροπή υποστηρίζει ὅτι συνάγεται σαφώς ἀπό τό σκοπό καί ἀπό αὐτό τοῦτο τό γράμμα τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 48 ὅτι ἡ υποχρέωση νά ληφθοῦν ὑπ᾽ ὄψη οἱ διανυθείσες στην ἀλλοδαπή καί κατώτερες τοῦ έτους περίοδοι δέν υφίσταται μόνο ὅσον άφορᾶ τήν κτήση, διατήρηση ή ἀνάκτηση δικαιωμάτων πρός λήψη παροχών, ἀλλά επιβάλλεται καί ὅσον άφορᾶ τήν ἐκκαθάριση τῶν παροχών αυτών ἀπό τά οἰκεία κράτη — Ιδίως δέ γιά τόν υπολογισμό τοῦ θεωρητικού ποσοῦ σύμφωνα μέ τό άρθρο 46 παράγραφος 2. Συνεπώς, ἡ βελγική σύνταξη ἀποχωρήσεως τοῦ ἐνδιαφερομένου πρέπει νά υπολογισθεί κατ' ἐφαρμογήν τῶν συνδυασμένων διατάξεων τοῦ τελευταίου αὐτοῦ ἄρθρου καί τοῦ άρθρου 48 τοῦ κανονισμοῦ 1408/71.

Ὅσον άφορᾶ τό δεύτερο ερώτημα, ἡ 'Επιτροπή ἀναγνωρίζει ὅτι ὁ κανονισμός 1408/71 σιωπά ἐπί τοῦ ζητήματος τῆς καταβολής τῶν εισφορών πού ἀντιστοιχούν στίς περιόδους ἀσφαλίσεως βάσει τῶν ὁποίων γεννάται τό δικαίωμα πρός λήψη παροχών, υπογραμμίζει ὅμως ὅτι σέ καμμία περίπτωση δέν δύναται τό κράτος ὀφειλέτης νά εξαρτήσει τήν χορήγηση τῶν παροχών τίς όποιες υποχρεοῦται νά χορηγήσει δυνάμει τοῦ κανονισμοί) ἀπό πρόσθετες, μή προβλεπόμενες προϋποθέσεις. Κατά μείζονα λόγο, τό κράτος ὀφειλέτης δέν δικαιοῦται νά εξαρτήσει τήν καταβολή τοῦ μέρους τῶν παροχών οἱ ὁποίες ἀντιστοιχοῦν στίς πρός μεταφορά περιόδους πού διηνύθησαν στην ἀλλοδαπή, ἐκ μέρους τῶν φορέων τῶν Κρατών μελών στά ὁποῖα διηνύθησαν οἱ περίοδοι αυτές, ἀπό τίς εισφορές πού κατεβλήθησαν στους φορεῖς αυτούς γιά τίς ἐν λόγω περιόδους. Ή λύση αύτη ερείδεται, κατά τήν γνώμη τῆς 'Επιτροπής, στην ἀρχή τῆς γενικής ἀμοιβαιότητος, τήν εμπνέει δέ ἡ μέριμνα τῆς ἁπλουστεύσεως.

Ή Ἐπιτροπή προτείνει τίς ἀκόλουθες ἀπαντήσεις στά ἐρωτήματα πού υπεβλήθησαν ἀπό τό Tribunal du travail:

«1.

Ό ἁρμόδιος φορεύς ὀφείλει, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 48 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) 1408/71, νά λάβει ὑπ᾽ ὄψη ὅλες τίς περιόδους πού συνεπληρώθησαν ἀπό τόν εργαζόμενο γιά τόν προσδιορισμό τοῦ θεωρητικοῦ ποσοῦ τῆς παροχής, σύμφωνα μέ τό άρθρο 46 παράγραφος 2 περίπτωση α) τοῦ Ιδίου κανονισμοῦ, έστω καί ἄν τό δικαίωμα πρός λήψη συντάξεως ἐκτήθη ἀπό τόν ενδιαφερόμενο δυνάμει μόνων των διατάξεων τῆς εθνικῆς νομοθεσίας πού εφαρμόζει ὁ φορεύς αυτός.

2.

Ό ἁρμόδιος φορεύς υποχρεούται νά θεωρήσει τίς κατώτερες τοῦ έτους περιόδους ἀσφαλίσεως, πού συνεπλη-ρώθησαν κανονικώς στό έδαφος άλλων Κρατών μελῶν, ὡς πληρούσες ὅλες τίς προϋποθέσεις πού ἀπαιτούνται ἀπό τήν νομοθεσία τῆς χώρας του προκειμένου νά ληφθούν ὑπ᾽ ὄψη γιά τόν προσδιορισμό τῆς ὀφειλομένης στόν ενδιαφερόμενο συντάξεως.

3.

Τό σύστημα συντονισμού πού θεσπίζεται ἀπό τους κανονισμούς (ΕΟΚ) 1408/71 καί 574/72 δέν περιλαμβάνει κανόνες προβλέποντες μεταφορές εισφορών μεταξύ τῶν Κρατών μελών.»

III — Προφορική διαδικασία

Στην συνεδρίαση τῆς 22ας 'Οκτωβρίου 1981, τό ONPTS, ἐκπροσωπούμενο ἀπό τόν δικηγόρο J. Peitot, καί ἡ Επιτροπή τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη ἀπό τόν νομικό τῆς σύμβουλο J. Amphoux, ανέπτυξαν προφορικῶς τίς παρατηρήσεις τους.

Ό γενικός εἰσαγγελεύς ἀνέπτυξε τίς προτάσεις του στην συνεδρίαση τῆς 17ης Δεκεμβρίου 1981.

Σκεπτικό

1

Μέ ἀπόφαση τῆς 25ης Φεβρουαρίου 1981, περιελθοῦσα στό Δικαστήριο τήν 11η Μαρτίου 1981, τό Tribunal du travail τῆς Λιέγης, έβδομο τμήμα, υπέβαλε, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ὡς πρός τήν ἑρμηνεία τοῦ κανονισμοῦ 1408/71 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 14ης 'Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής τῶν συστημάτων κοινωνικής ἀσφαλίσεως στους μισθωτούς καί τίς οἰκογένειές τους πού διακινοῦνται εντός τῆς Κοινότητος (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 05/001, σ. 73).

2

Τά ερωτήματα αυτά ἀνέκυψαν στό πλαίσιο μιᾶς διαφορᾶς ἀναγόμενης στην άρνηση τοῦ Office national des pensions pour travailleurs salariés (ἐφ᾽ έξης ONPTS), βελγικοῦ ὀργανισμοῦ κοινωνικής ἀσφαλίσεως, νά λάβει ὑπ᾿ ὄψη, γιά τόν κανονισμό μιᾶς συντάξεως ἀποχωρήσεως, περιόδους εργασίας κατώτερες τοῦ έτους πού διηνύθησαν σέ άλλα Κράτη μέλη έκτός ἀπό τό Βέλγιο, μέ συνέπεια ὁ δικαιοῦχος τῆς συντάξεως αυτής νά στερείται τοῦ δικαιώματος προ-σμετρήσεως τῶν ἐτών τοῦ πολέμου 1940-1945 πού προβλέπει ἡ βελγική νομοθεσία.

3

Τό δικαίωμα συντάξεως ἀποχωρήσεως ἀνεγνωρίσθη στόν ενδιαφερόμενο ἀποκλειστικῶς καί μόνο ἐπί τῆ βάσει τῶν περιόδων ἀσφαλίσεως του στό Βέλγιο, οἱ όποιες μόνες ἀρκοῦν γιά την θεμελίωση τέτοιου δικαιώματος. Δέν ελήφθη ἑπομένως ὑπ᾿ ὄψη τό γεγονός ὅτι ὁ ενδιαφερόμενος είχε ἐργασθεί ἐπί δέκα μήνες στό Λονδίνο τό 1938 καί ἐπί ὀκτώ μήνες στην Χαϊδελβέργη τό 1939, καταβάλλοντας εισφορές, καί ὅτι ἡ εργασία του εἶχε διακοπεί καί στίς δύο αυτές περιπτώσεις λόγω τῆς ἐπιστρατεύσεώς του στον βελγικό στρατό.

4

Πρός υποστήριξη τῆς προσφυγής του ενώπιον τοῦ ἐθνικοῦ δικαστηρίου, ὁ ενδιαφερόμενος ἐπεκαλέσθη τό άρθρο 48 τοῦ κανονισμοί) 1408/71 πού ρυθμίζει τόν τρόπο κατά τόν όποιο λαμβάνονται ὑπ᾿ ὄψη οἱ κατώτερες τοῦ έτους περίοδοι ἀσφαλίσεως.

5

Τό ONPTS έκρινε ὅτι οἱ κατώτερες τοῦ έτους περίοδοι πρέπει νά ληφθούν ὑπ᾿ ὄψη ὅσον άφορᾶ την θεμελίωση τοῦ δικαιώματος συντάξεως, ὄχι ὅμως γιά τόν προσδιορισμό τῆς κατ' ἀναλογίαν συμμετοχής. Δεδομένου ὅτι είχε θεμελιωθεί τό δικαίωμα εθνικής συντάξεως στό Βέλγιο, δέν συνέτρεχε λόγος νά ληφθοῦν ὑπ᾿ ὄψη οἱ κατώτερες τοῦ έτους περίοδοι εργασίας πού διηνύθησαν σε άλλα Κράτη μέλη.

6

Ἀφ᾿ ἑτερου, οἱ ἀσφαλιστικοί ὀργανισμοί τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου καί τῆς 'Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας τῆς Γερμανίας ἠρνήθησαν νά ἀναγνωρίσουν την θεμελίωση δικαιώματος πρός λήψη εθνικής συντάξεως λόγω τῆς βραχύτητος των περιόδων κατά τίς όποιες ὁ αϊτών κατέβαλε εἰσφορές.

7

Προκειμένου νά επιλύσει την διαφορά αυτή, τό Tribunal du travail υπέβαλε τά ἀκόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1.

Όταν ἡ διάρκεια ἀσφαλιστικών περιόδων πού διηνύθησαν ὑπό την νομοθεσία Κράτους μέλους εἶναι κατώτερη τοῦ έτους, δύναται ὁ ἀρμόδιος φορεύς, ἐν προκειμένω τό ONPTS, νά μή λάβει ὑπ᾿ ὄψη αυτές τίς παροχές λόγω τοῦ ὅτι τό δικαίωμα πρός λήψη εθνικής συντάξεως έχει ήδη θεμελιωθεί ἡ μήπως ὁ ἀρμόδιος φορεύς ὀφείλει νά λάβει ὑπ᾿ ὄψη αυτές τίς παροχές σάν νά είχαν διανυθεί ὑπό την νομοθεσία τοῦ κράτους τοῦ φορέως αὐτοῦ (εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 48 τοῦ κανονισμοῦ 1408/71);

2.

Τό βελγικό δίκαιο ἀπαιτεί, γιά τίς συντάξεις πού καταβάλλονται μετά την 1η 'Ιανουαρίου 1977, τήν καταβολή εισφορῶν. 'Αν τό Βέλγιο ὀφείλει νά θεωρήσει τίς επίδικες περιόδους ὡς διανυθείσες ὑπό τήν νομοθεσία του, δικαιοῦται νά ἀπαιτήσει ἀπό τόν αἰτοῦντα την καταβολή εισφορών; Δύναται νά ζητήσει τήν μεταφορά τῶν εισφορών πού κατεβλήθησαν στην 'Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας καί στό Ἡνωμένο Βασίλειο ή ὀφείλει νά λάβει ὑπ' ὄψη τίς επίδικες περιόδους χωρίς νά δύναται νά ἀξιώσει ὁτιδήποτε ἀπό τόν αιτοῦντα, τήν 'Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας καί τό Ἡνωμένο Βασίλειο;»

'Επί τοῦ πρώτου ερωτήματος

8

Μέ τό πρώτο ερώτημα, τό Tribunal du travail τῆς Λιέγης έρωτᾶ ἄν ὁ ἁρμόδιος γιά τίς συντάξεις ἀποχωρήσεως βελγικός φορεύς ὀφείλει νά λάβει ὑπ' ὄψη τίς κατώτερες τοῦ έτους περιόδους ασφαλίσεως, πού συνεπληρώθησαν ύπό τήν νομοθεσία δύο άλλων Κρατών μελών, στά όποια οἱ περίοδοι αυτές δέν ἐπαρ-κοῦν γιά τήν θεμελίωση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, ἡ ἄν ὁ φορεύς αυτός δύναται νά χορηγήσει τήν σύνταξη δυνάμει μόνης τῆς βελγικής νομοθεσίας χωρίς νά λάβει ὑπ' ὄψη τίς περιόδους ἀσφαλίσεως πού διηνύθησαν στά δύο αυτά κράτη.

9

Ή πρώτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου 48 τοῦ κανονισμοί) 1408/71 ὁρίζει ὅτι τά Κράτη μέλη δέν υποχρεούνται νά λαμβάνουν ὑπ' ὄψη τίς κατώτερες τοῦ ἔτους περιόδους ασφαλίσεως πού διηνύθησαν ὑπό τήν νομοθεσία τους ἄν, βάσει αυτών καί μόνο τῶν περιόδων, δέν ἀποκτάται κανένα δικαίωμα πρός λήψη παροχών δυνάμει τῆς νομοθεσίας αυτής.

10

Ἀντιθέτως, σύμφωνα μέ τήν δεύτερη παράγραφο τοῦ ιδίου άρθρου, επιβάλλεται στόν «ἁρμόδιο φορέα καθενός ἀπό τά άλλα ἐνδιαφερόμενα Κράτη μέλη νά λαμβάνει ύπ' οψη τίς περιόδους πού αναφέρονται στην παράγραφο 1 γιά τήν ἐφαρμογή τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 46 παράγραφος 2, εξαιρέσει τῶν διατάξεων τῆς περιπτώσεως β», οἱ όποιες ἀφοροῦν τόν προσδιορισμό τοῦ πραγματικοί) ποσοῦ τῆς παροχής κατ' εφαρμογή τοῦ κανόνος τοῦ ἀναλογικοῦ ἐπιμερισμοῦ.

11

Συνάγεται σαφώς ἀπό τίς συνδυασμένες αυτές διατάξεις ὅτι ὁ ἁρμόδιος φορεύς ενός Κράτους μέλους, ἐν προκειμένω τό ONPTS, ὀφείλει νά υπολογίζει τό ποσό τῆς θεωρητικής συντάξεως, κατ' εφαρμογή τῶν διατάξεων τῆς εθνικής νομοθεσίας (άρθρο 46 παράγραφος 1) ἐπί τῆ βάσει τῶν περιόδων ἀσφαλίσεως πού διηνύθησαν στό οἰκεῖο κράτος, καθώς επίσης καί σέ ὅλα τά άλλα Κράτη μέλη (άρθρο 48 παράγραφος 2), ἀποκλειομένου οιουδήποτε ἀναλογικοῦ ἐπιμερισμοῦ.

12

Ὡς ἐκ τούτου, ἡ ἀπάντηση στό πρώτο ερώτημα πρέπει νά εἶναι ὅτι ὁ ἁρμόδιος γιά θέματα συντάξεων ἀποχωρήσεως ἐθνικός φορεύς ὀφείλει, δυνάμει τοῦ άρθρου 48 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοί) 1408/71, νά λάβει ὑπ' ὄψη τίς κατώτερες τοῦ έτους περιόδους ἀσφαλίσεως πού συνεπληρώθησαν ἀπό τόν εργαζόμενο ὑπό την νομοθεσία άλλων Κρατών μελῶν, έστω καί ἄν τό δικαίωμα συντάξεως ἐθεμελιώθη δυνάμει μόνης τῆς εθνικῆς νομοθεσίας.

Ἐπί τοῦ δευτέρου ερωτήματος

13

Μέ τό δεύτερο ερώτημα του, τό Tribunal du Travail τῆς Λιέγης έρωτᾶ ἄν ἕνα Κράτος μέλος δύναται, επειδή ἡ εθνική του νομοθεσία ἐξαρτᾶ τήν χορήγηση συντάξεως ἀπό τήν καταβολή εισφορών, νά ἀπαιτήσει ἀπό τόν εργαζόμενο τήν καταβολή τῶν εισφορών, οἱ όποιες ἀντιστοιχούν στίς περιόδους ἀσφαλίσεως πού ἀναφέρονται στό άρθρο 48 τοῦ κανονισμοῦ 1408/71 καί συνεπληρώθησαν ὑπό τήν νομοθεσία άλλων Κρατών μελών ἡ νά ζητήσει τήν μεταφορά τῶν εισφορών πού ἀντιστοιχούν σ' αυτές τίς περιόδους καί οἱ ὁποιες κατεβλήθησαν στά ἐν λόγω Κράτη μέλη.

14

Ό κανονισμός 1408/71 δέν περιέχει καμμία διάταξη σχετική μέ τήν καταβολή ἀπό τόν εργαζόμενο εισφορών πού ἀντιστοιχοῦν στίς ἐν λόγω περιόδους ἀσφαλίσεως. Οἱ σκοποί πού επιδιώκονται ἀπό τόν κανονισμό αυτό ἐπιβάλλουν τήν ὁμοιόμορφη σέ ὅλα τά Κράτη μέλη ἐκπλήρωση τῶν ὑποχρεώσεων πού ἀπορρέουν ἀπό αυτόν υπέρ τῶν διακινουμένων ἐργαζομένων. Ἡ επιβολή προσθέτων προϋποθέσεων, ὅπως ἡ προϋπόθεση τῆς καταβολής τῶν εισφορών ἀπό τόν ενδιαφερόμενο, θά ἀντέβαινε συνεπώς στό σύστημα πού θεσπίζεται ἀπό τόν κανονισμό καί θά ήδύνατο νά καταλήξει σέ ἀνισότητες μεταχειρίσεως τών δικαιούχων στά διάφορα Κράτη μέλη.

15

Ό ἀνωτέρω κανονισμός δέν προβλέπει ἐξ άλλου οὔτε τήν μεταφορά τῶν εισφορών πού κατεβλήθησαν στά άλλα Κράτη μέλη. Μία τέτοια μεταφορά θά ἀντέβαινε επίσης στό σύστημα πού θεσπίζεται ἀπό τόν κανονισμό ὁ όποιος, γιά λόγους απλουστεύσεως, εδέχθη ὅτι, ἐν ὄψει τοῦ σχετικώς ἀσήμάντου μεγέθους τους, οἱ επιβαρύνσεις πού πρέπει νά φέρουν οἱ οικείοι φορείς τῶν Κρατών μελών, οἱ όποιοι γιά τόν προσδιορισμό τῶν χορηγουμένων ἀπό αυτούς συντάξεων ὀφείλουν νά λάβουν ύπ' ὄψη τίς κατώτερες τοῦ έτους περιόδους πού διη-νύθησαν ὑπό τήν νομοθεσία άλλων Κρατών μελών, ἀποζημιώνονται κατ' ἀποκοπή καί δέν δικαιολογοῦν τήν καθιέρωση, μεταξύ τῶν φορέων τῶν Κρατών μελών, ενός συστήματος ἀποδόσεως τῶν εισφορών πού ἀντιστοιχοῦν στίς βραχείες αυτές περιόδους. Ή ἐπιβολή προσθέτων προϋποθέσεων δέν δύναται συνεπῶς νά γίνει δεκτή μέσω τῆς ερμηνείας ενός κειμένου, τό όποιο σιωπᾶ ἐπί τοῦ σημείου αὐτοῦ.

16

Κατά συνέπεια, στό ερώτημα πού υπεβλήθη ἀπό τό εθνικό δικαστήριο προσήκει ή ἀπάντηση ὅτι ένα Κράτος μέλος δέν δικαιοῦται νά απαιτήσει τήν καταβολή ἀπό τόν εργαζόμενο εισφορῶν, οἱ όποιες ἀντιστοιχοῦν στίς περιόδους ἀσφαλίσεως πού ἀναφέρονται στό άρθρο 48 τοῦ κανονισμοῦ 1408/71 καί πού έχουν διανυθεί ὑπό τήν νομοθεσία άλλων Κρατών μελῶν, ούτε τήν μεταφορά τῶν εἰ-σφορῶν πού ἀντιστοιχοῦν στίς περιόδους αὐτές καί πού έχουν καταβληθεί σ' αυτά τά Κράτη μέλη.

'Επί τῶν δικαστικών εξόδων

17

Τά έξοδα στά ὁποία υπεβλήθη ἡ Ἐπιτροπή τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ή ὁποία κατέθεσε παρατηρήσεις στό Δικαστήριο, δέν ἀποδίδονται. Δεδομένου ὅτι ή παρούσα διαδικασία έχει ὡς πρός τους διαδίκους τῆς κυρίας δίκης τόν χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, πού ἀνέκυψε ενώπιον τοῦ ἐθνικοῦ δικαστηρίου, σ' αὐτό εναπόκειται νά ἀποφανθεί ἐπί τῶν δικαστικών εξόδων.

 

Διά ταῦτα

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)

κρίνοντας ἐπί τῶν ερωτημάτων πού τοῦ υπέβαλε τό Tribunal du Travail τῆς Λιέγης, μέ ἀπόφαση τῆς 25ης Φεβρουαρίου 1981, ἀποφαίνεται:

 

1)

Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 48 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ 1408/71, ὁ αρμόδιος γιά θέματα συντάξεων ἀποχωρήσεως εθνικός φορεύς ὀφείλει νά λάβει ὑπ' ὄψη τίς κατώτερες τοῦ έτους περιόδους ἀσφαλίσεως πού συνεπληρώθησαν ἀπό τόν εργαζόμενο ὑπό τήν νομοθεσία άλλων Κρατών μελών, έστω καί ἄν τό δικαίωμα συντάξεως ἐθεμελιώθη δυνάμει μόνης τῆς εθνικής νομοθεσίας.

 

2)

Ένα Κράτος μέλος δέν δικαιοῦται νά ἀπαιτήσει τήν καταβολή ἀπό τόν ἐργαζόμενο τῶν εισφορών, οἱ όποιες ἀντιστοιχούν στίς περιόδους ἀσφαλίσεως πού ἀναφέρονται στό άρθρο 48 τοῦ κανονισμοῦ 1408/71 καί πού ἔχουν διανυθεί ὑπό τήν νομοθεσία ἄλλων Κρατῶν μελών, ούτε τήν μεταφορά τῶν εισφορών πού ἀντιστοιχοῦν στίς περιόδους αὐτές καί πού έχουν καταβληθεί σ' αυτά τά Κράτη μέλη.

 

Due

Χλωρός

Gravisse

Ἐδημοσιεύθη σέ δημοσία συνεδρίαση στό Λουξεμβοῦργο στίς 18 Φεβρουαρίου 1982.

Κατ' εντολή τοῦ γραμματέως

Η. Α. Rühl

κύριος υπάλληλος διοικήσεως

Ό πρόεδρος τοῦ δευτέρου τμήματος

Ο. Due