ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΘ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ GERHARD REISCHL

ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΤΗΝ 1Η 'ΑΠΡΙΛΊΟΥ 1982 ( 1 )

Κύριε πρόεδρε,

Κύριοι δικαστές,

Τό άρθρο 16 τοῦ κανονισμοῦ 1009/67 περί κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς ζαχάρεως (ABl. 308 τῆς 18ης Δεκεμβρίου 1967, σ. 1), ὅπως ἐτροποποιήθη ἀπό τόν κανονισμό 607/72 (ABl. L 75 τῆς 28ης Μαρτίου 1972, σ. 4) ὁρίζει ὅτι ἄν ἡ τιμή cif τῆς λευκῆς ἡ της ἀκατέργαστης ζάχαρης, ἡ ὁποία καθορίζεται ἀπό την Ἐπιτροπή, σύμφωνα μέ τόν κανονισμό (ΕΟΚ) 784/68 (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 03/003, σ. 68) εἶναι υψηλότερη τῆς τιμής κατωφλίου, δηλαδή τῆς καθοριζομένης βάσει τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ κανονισμοί) 1009/67, εισπράττεται εισφορά λόγω εξαγωγής τοῦ ἀνωτέρω προϊόντος, ἴση μέ τήν διαφορά μεταξύ τῶν ἐν λόγω τιμῶν. Τό άρθρο 16 ὁρίζει επίσης ὅτι, ὅταν ὁ εφοδιασμός σέ ζάχαρη τῆς Κοινότητος ἤ ὁποιασδήποτε περιοχής τῆς δέν εἶναι πλέον δυνατός σέ τιμές εντός τῶν ὁρίων τῆς τιμής κατωφλίου, δύναται νά θεσπισθεί ειδική εισφορά ἐπί τῶν εξαγωγῶν τοῦ προϊόντος αὐτοῦ, ὁπότε ἡ ἀνωτέρω εισφορά δέν επιβάλλεται. Τό άρθρο αυτό ὁρίζει περαιτέρω ὅτι: «Ἐκτος ἄν τό Συμβούλιο ὁρίσει άλλως... ἡ εισπραττομένη εισφορά ἡ ή ειδική εισφορά εἶναι ἡ ισχύουσα κατά την ἡμερα τῆς εξαγωγής».

Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ κανονισμοῦ 608/72 (ABI. L 75 τῆς 28ης Μαρτίου 1972, σ. 5) πού θέτει λεπτομερείς κανόνες, εφαρμοστέους σέ περιπτώσεις σημαντικής ἀνόδου τῶν τιμῶν στην παγκόσμια ἀγορά ζάχαρης, ἡ ειδική εισφορά καθορίζεται κατά τήν διαδικασία τοῦ ἄρθρου 40 τοῦ κανονισμοῦ 1009/67, δηλαδή κατά τήν ἀποκαλούμενη διαδικασία τῆς επιτροπής διαχειρίσεως. Τό άρθρο 1 προβλέπει επίσης ὅτι ἡ ειδική εισφορά δύναται νά προσδιορισθεῖ μέ διαγωνισμό καί ὅτι σέ περίπτωση εξαιρετικά επείγουσα καθορίζεται ἀπό τήν Ἐπιτροπή.

Μία τέτοια ειδική εισφορά καθορίσθη μέ τόν κανονισμό 3150/73 τῆς Ἐπιτροπής (ABI. L 321, τῆς 22ας Νοεμβρίου 1973, σ. 16). Ό κανονισμός (ΕΟΚ) 1076/72 τῆς 'Επιτροπής (ABI. L 121, τῆς 26ης Μαΐου 1972, σ. 22 ἑπ.) θεσπίζει τίς σχετικές λεπτομέρειες εφαρμογής. Τό άρθρο 3, πού δυνάμει τοῦ άρθρου 1, εφαρμόζεται καί στην ειδική εισφορά λόγω εξαγωγής, προβλέπει τά έξης:

«1.

'Εκτός τῶν περιπτώσεων ὅπου ἡ ειδική εισφορά λόγω εξαγωγής προσδιορίζεται μέ διαγωνισμό, οἱ ἀναφερόμενες στό άρθρο 1 εἰσφορές εἶναι εκεῖνες πού ἰσχύουν τήν ήμερα τῆς συμπληρώσεως τῶν διατυπώσεων, στίς όποιες ἀναφέρεται τό άρθρο 8, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο 6 τοῦ κανονισμού 1371/70.

2.

Οἱ εἰσφορές εισπράττονται ἀπό τό Κράτος μέλος, στό έδαφος τοῦ ὁποίου συμπληρώνονται οἱ ἀναφερόμενες στην παράγραφο 1 διατυπώσεις. Καθίστανται δέ ἀπαιτητές τό ἀργότερο κατά τόν χρόνο τῆς συμπληρώσεως τῶν ἐν λόγω διατυπώσεων.»

Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 15, παράγραφος 5, στοιχείο 6 τοῦ προαναφερθέντος κανονισμοῦ 1373/70 (ABI. L 158 τῆς 20ής 'Ιουλίου 1970, σ. 1 ἑπ.), ὡς ημερομηνία συμπληρώσεως τῶν τελωνειακῶν διατυπώσεων στίς όποιες ἀναφέρεται τό άρθρο 8, παράγραφος 2, εδάφιο 2, στοιχεῖο 6 θεωρείται ἡ ήμερα κατά τήν οποία ἡ τελωνειακή ἀρχή δέχεται τήν δήλωση βουλήσεως τοῦ ενδιαφερομένου νά ἐξαγάγει τά ἐν λόγω προϊόντα.

Ή ἐνάγουσα στην κυρία υπόθεση, προμηθεύτρια πλοίων τῆς γραμμής στην Γένοβα, εξήγαγε στην 'Ελβετία διάφορες παρτίδες ζάχαρης κατά τό δεύτερο ἑξάμηνο τοῦ 1974. Πρόκειται γιά εμπορεύματα διαφόρων προελεύσεων πού προορίζοντο αρχικώς γιά τόν εφοδιασμό πλοίων καί πού είχαν ἀποθηκευθεί σέ ελεύθερη Ιδιωτική ἀποθήκη τῆς ἐναγούσης στην Γένοβα. Ή ενάγουσα, ὅπως επίσης καί ἡ ἑταιρία μεταφορών πού συνέπραξε στην ἐξαγωγή, Ισχυρίζεται ὅτι ἐζήτησε ἀπό τήν τελωνειακή ἀρχή νά πληροφορηθεί γιά τό ἄν θά έπρεπε νά καταβληθοῦν κοινοτικές εἰσφορές γιά τήν παράδοση τῆς ζάχαρης σέ ἀγοραστή εντός τρίτης χώρας. 'Η ενάγουσα ισχυρίζεται ὅτι ἡ ἀπάντηση ήταν ἀρνητική. 'Επί πλέον, κατά τήν συμπλήρωση τῶν τελωνειακών διατυπώσεων τῆς εἶχε δηλωθεί επισήμως ὅτι ἡ ζάχαρη ἀπηλλάσσετο εἰ-σφορῶν. 'Εν πάση περιπτώσει, ουδεμία εἰ-σφορά λόγω εξαγωγής εἰσεπράχθη τότε. Πάντως στίς ἀρχές τοῦ 1975 ἡ τελωνειακή ἀρχή ἐγνωστοποίησε στην ενάγουσα ὅτι κακώς δέν εἶχε εισπραχθεί εἰσφορά καί ὅτι ὤφειλε εἴτε νά επαναφέρει τήν ζάχαρη εντός τῆς Κοινότητος εἴτε νά καταβάλει εἰσφορές. Ἐπειδή ἡ ενάγουσα ἠρνήθη νά συμμορφωθεί σχετικώς εξεδόθη διαταγή πληρωμής καί ελήφθησαν μέτρα εκτελέσεως εναντίον της.

Ή ενάγουσα προσέβαλε τίς πράξεις αυτές ενώπιον τοῦ Tribunale di Genova. Προς στήριξη τῆς ἀπόψεως τῆς ὅτι οἱ πράξεις περί επιβολής φορολογίας ήταν παράνομες, ἐπεκαλέσθη τό άρθρο 3, παράγραφος 2, ἐδάφιο 2 τοῦ κανονισμού 1076/72, κατά τό όποιο οἱ εἰσφορές καθίστανται ἀπαιτητές τό ἀργότερο κατά τόν χρόνο τῆς συμπληρώσεως τῶν τελωνειακών διατυπώσεων. Περαιτέρω, ἐπεκαλέσθη τό άρθρο 15 τοῦ κανονισμοῦ 1373/70, πού ὁρίζει, στην παράγραφο 5, στοιχείο β, ὡς ἡμερομηνία συμπληρώσεως τῶν τελωνειακῶν διατυπώσεων την ἡμερα κατά την ὁποία ἡ τελωνειακή ἀρχή δέχεται τήν δήλωση βουλήσεως τοῦ ἐνδιαφερομένου νά εξαγάγει τά ἐν λόγω προϊόντα ἡ νά τά θέσει ὑπό τελωνειακό έλεγχο. Κατά τήν γνώμη τῆς ἐναγούσης, ἐκ τῶν ἀνωτέρω προκύπτει ὅτι ή εισφορά έπρεπε νά εἶχε εἰσπαραχθεῖ κατά τόν χρόνο υποβολής τῆς αἰτήσεως χορηγήσεως ἀδείας εξαγωγής. Τό γεγονός ὅτι οἱ τελωνειακές ἀρχές δέν ἤσκησαν τό σχετικό δικαίωμα έχει ὡς συνέπεια, δυνάμει των προαναφερθέντων διατάξεων τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου, τήν ἀπώλεια τῆς ἀξιώσεως προς είσπραξη εισφορών.

Κατά τήν γνώμη τῆς Amministrazione delle Finanze καθ' ἧς, ἀπό τίς ἀνωτέρω διατάξεις προκύπτει ἀντιθέτως ὅτι οἱ προϋποθέσεις τῆς υποχρεώσεως καταβολής τῆς εἰσφορᾶς πληροῦνται τήν ήμερα κατά τήν ὁποία οἱ τελωνειακές ἀρχές δέχονται τήν δήλωση βουλήσεως τοῦ ενδιαφερομένου νά προβεί σέ εξαγωγή. "Αρα, ἡ εισφορά καθίσταται ἀπαιτητή, ἐνῶ δύναται νά καταβληθεί καί νά εἰσπραχθεῖ αργότερα, ὅπως συμβαίνει συνήθως. Ή Amministrazione delle Finanze προβάλλει ὅτι εἶναι τελείως ἀδιανόητο (επειδή εἶναι άγνωστο στίς έννόμους τάξεις ὅλων τῶν Κρατών μελών) νά υποτεθεί ὅτι ή τελωνειακή ἀρχή χάνει τό δικαίωμα εἰσπράξεως τῆς εἰσφορᾶς ἄν δέν τό ἀσκήσει τήν στιγμή ἀκριβώς κατά τήν ὁποία προσδιορίζεται ἡ υποχρέωση καταβολής τῆς εἰσφορᾶς, γιά τό μέγεθος τῆς ὁποίας είναι ἐπίσης καθοριστική ἡ ήμέρα τῆς συμπληρώσεως τῶν τελωνειακῶν διατυπώσεων, σύμφωνα μέ τό άρθρο 3 τοῦ κανονισμοῦ 1076/72. 'Εν πάση περιπτώσει, κατά τήν Amministrazione delle Finanze, πρέπει νά θεωρηθεί ὅτι δέν χωρεί έκπτωση ἀπό τό δικαίωμα ὅσον άφορα τίς εἰσφορές, διότι τό ἰταλικό δημοσιονομικό δίκαιο προβλέπει μόνο τήν παραγραφή.

Μέ διάταξη τῆς 25ης Μαΐου 1981, τό παραπέμπον δικαστήριο ἀνέβαλε τήν έκδοση ὁριστικής ἀποφάσεως προκειμένου νά λάβει διευκρινίσεις ὡς πρός τήν ἑρμηνεία τῆς φράσεως «τό ἀργότερο» πού ἀπαντάται στό άρθρο 3 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ ΕΟΚ 1076/72 στην φράση «καθίστανται ἀπαιτητές τό ἀργότερο κατά τόν χρόνο τῆς συμπληρώσεως τῶν ἐν λόγω τελωνειακών διατυπώσεων» καί νά πληροφορηθεί ἄν ἡ έκφραση αυτή ἀναφέρεται συγκεκριμένα στό χρονικό σημείο τοῦ καθορισμοῦ τοῦ ποσοῦ τῆς εἰσφορᾶς ἡ στό ἀρχικό ἡ τό τελικό σημείο τοῦ κατά κυριολεξία ἀπαιτητοῦ (χαρακτήρας μιᾶς ὀφειλής, τήν άμεση εκτέλεση τῆς ὁποίας δύναται νά ἀπαιτήσει ὁ δανειστής).

Ἐπί τῶν ζητημάτων πού ἀνακύπτουν, ή άποψη μου εἶναι ἡ έξῆς:

1. 

Ή Ιταλική κυβέρνηση καί ἡ Ἐπιτροπή φρονοῦν ὅτι ἡ φράση τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ κανονισμοῦ 1076/72 πού μνημονεύεται στην διάταξη περί παραπομπής δέν πρέπει νά λαμβάνεται ὑπό τήν έννοια ὅτι επέρχεται έκπτωση ἄν οἱ εἰσφορές δέν εἰσπραχθοῦν κατά τήν στιγμή τῆς συμπληρώσεως τῶν τελωνειακών διατυπώσεων, ὅτι ἀποκλείεται δηλαδή ἡ είσπραξη ἐκ τῶν υστέρων. Οἱ ἀκόλουθες σκέψεις μέ ὁδηγοῦν στην ἀποδοχή τῆς ἀπόψεως αὐτῆς.

α)

Στην φράση πού πρέπει νά ἑρμηνευθεί, σημασία έχει ὁ ὅρός «ἀπαιτητός». Γενικώς, σημαίνει ὅτι κατά τό σχετικό καθοριστικό χρονικό σημείο, μία υποχρέωση καθίσταται συγκεκριμένη καί καταβλητέα, δηλαδή ἀπό τήν στιγμή εκείνη δύναται νά ἀπαιτηθεί ἡ καταβολή. 'Αντιθέτως, εἶναι τελείως ἀσύνηθες νά συνδέεται ἡ έννοια αυτή μέ τήν υπόθεση ὅτι, ἄν, κατά τήν χρονική στιγμή πού γεννᾶται τό ἀπαιτητό, δέν ἀσκηθεί τό δικαίωμα πρός είσπραξη, επέρχεται ἀπώλεια αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος. Συνεπώς, δέν θά ήταν δυνατό νά ληφθεί ὑπ᾽ ὄψη ἡ ἀντίληψη αυτή παρά μόνο ἄν υπήρχε κανονιστική ρύθμιση πού νά περιελάμβανε τόν ἐν λόγω ὅρο, καθώς επίσης καί σαφείς διατάξεις κατά τήν ἀναφερθείσα έννοια ή ἄν ἀπό τήν έννοια καί τόν σκοπό τῆς ρυθμίσεως αυτής προέκυπτε σαφώς ὅτι μόνο ἡ έννομη αυτή συνέπεια δηλαδή ἡ ἀπώλεια τοῦ δικαιώματος, ήταν δυνατό νά εννοείται. Πάντως, ἐν προκειμένω, δέν γεννάται τέτοιο θέμα ὁπως θά δοῦμε λεπτομερώς κατωτέρω.

β)

Τό άρθρο 3 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμοῦ 1076/72 ὁρίζει ὅτι κατά κανόνα, δηλαδή ὅταν ἡ εἰσφορά δέν προσδιορίζεται μέ διαγωνισμό, τό ὕψος τῆς εἶναι τό ἰσχῦον τήν ἡμερα τῆς συμπληρώσεως τῶν τελωνειακῶν διατυπώσεων, δηλαδή τό 'ίδιο χρονικό σημείο, κατά τό όποιο ἡ εἰσφορά καθίσταται ἀπαιτητή τό ἀργότερο.

Αυτό ἀναμφιβόλως δέν επιτρέπει νά νοηθεί τό απαιτητό ὡς έκπτωση καί νά θεωρηθεί ὅτι τό χρονικό σημείο κατά τό όποιο ή φορολογική υποχρέωση καθίσταται συγκεκριμένη εἶναι συγχρόνως εκείνο, κατά τό όποιο εξαφανίζεται ἄν δέν εισπραχθεί ή εἰσφορά. Πράγματι, δύναται νά λεχθεί ὄχι μόνο ὅτι δέν υπάρχει τέτοια νομική ἀντίληψη στίς έννομες τάξεις κανενός των Κρατῶν μελών άλλα καί ὅτι δέν εἶναι δυνατό νά υποστηριχθεί ὅτι αυτό συμβαίνει, ὅπως πιστεύει ἡ προσφεύγουσα, πρός τό συμφέρον τοῦ εμπορίου πού πρέπει νά εξελίσσεται μέ ταχύτητα καί τοῦ ὁποίου ουσιώδης ὅρός εἶναι ἡ ἁπλότης καί ἡ σαφήνεια. Πράγματι, ὅσον άφορα τίς τιμές, τόν καθορισμό τῶν ὁποίων επηρεάζει ἡ εἰ-σφορά, οἱ συνήθεις εμπορικές διατάξεις δέν θεσπίζονται βεβαίως τήν στιγμή τῆς συμπληρώσεως τῶν τελωνειακών διατυπώσεων άλλά πολύ ενωρίτερα.

γ)

Κατά τό μέρος πού ἡ ενάγουσα, στό πλαίσιο τῶν επιχειρημάτων τῆς δίνει έμφαση στην έκφραση «τό ἀργότερο» πρέπει νά συμφωνήσει ὅτι ἡ ὑπό κρίση φράση ἀναφέρεται ὄχι στην είσπραξη άλλά μόνο στό ἀπαιτητό.

Ἐξ άλλου, ἐλέχθη ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου ὅτι ἡ έκφραση «τό ἀργότερο» πού δύσκολα γίνεται ἀντιληπτή στην συνήθη περίπτωση (ή εἰσφορά καθίσταται ἀπαιτητή τήν ήμερα ἀκριβώς πού προσδιορίζεται τό ποσό της) ἀποκτᾶ νόημα καί εξηγείται εύκολα ἄν ληφθεί ὑπ᾿ ὄψη ἡ πρακτική πού ἀκολουθείται σέ ὁρισμένα Κράτη μέλη, ὅπου ἡ εἰσφορά καθίσταται ἀπαιτητή, κατά κάποιο τρόπο, ενωρίτερα. Όπως κατέδειξε λεπτομερώς ἡ 'Επιτροπή, φαίνεται ὅτι αὐτό συμβαίνει στό Βέλγιο καί στίς Κάτω Χώρες, ὅπου ἡ υποχρέωση προσδιορίζεται κατ' ἀποκοπή κατά τήν έκδοση τῆς ἀδείας εξαγωγής πρός τόν σκοπό παροχής εγγυήσεως. Γιά νά ληφθεῖ ὑπ᾿ ὄψη τό γεγονός αυτό, προεβλέφθη ὅτι ή καταβολή θά καθίστατο ἀπαιτητή το αργότερο κατά τήν συμπλήρωση τῶν τελωνειακών διατυπώσεων, δηλαδή τό χρονικό αυτό σημείο δέν εἶναι τό μόνο κατά τό όποιο γεννάται τό ἀπαιτητό. 'Εξεταζόμενη ὑπό τό πρίσμα αυτό, ἡ έννοια τῆς ρυθμίσεως γίνεται σαφής:

Δέν πρόκειται γιά έκπτωση ἀπό τοῦ δικαιώματος ἀξιώσεως τῆς φορολογικής υποχρεώσεως, άλλά τό θέμα εἶναι νά ἀποκλεισθεῖ ή μέρους τῶν Κρατών μελών ἀναβολή τῆς εἰσπράξεως τῶν εἰσφορῶν πέρα τοῦ ἐν λόγω χρονικού σημείου επειδή ἡ συμπλήρωση τῶν τελωνειακών διατυπώσεων δέν σημαίνει κατ' ἀνάγκη ὅτι ἡ εξαγωγή γίνεται πράγματι, ὅπως, λόγου χάρη, στην περίπτωση πού τό εμπόρευμα τίθεται ὑπό τελωνειακό έλεγχο.

δ)

'Ορθώς ἐτονίσθη τό γεγονός ὅτι τό κοινοτικό δίκαιο δέν ρυθμίζει τήν είσπραξη τῶν τελών σέ ὅλες τίς λεπτομέρειες καί ὅτι ἄν δέν υπάρχει εξαντλητική κοινοτική κανονιστική ρύθμιση εφαρμόζεται συμπληρωματικώς τό εθνικό δίκαιο, ἰδίως ὅσον άφορᾶ τόν προσδιορισμό τῆς αρμοδίας ἀρχής καί τίς λεπτομέρειες σχετικά μέ τήν είσπραξη. Τό Δικαστήριο ἀπεφάνθη κατ' αὐτή τήν έννοια στίς συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 66, 127 καί 128/79 ( 2 ) σχετικά μέ τήν ἀπόφαση τοῦ Συμβουλίου, τῆς 21ης 'Απριλίου 1970, πού άφορᾶ, επίσης, τίς εἰ-σφορές στόν γεωργικό τομέα.

Ὑπό τίς συνθήκες αυτές καί επειδή έγινε δεκτό ὅτι οἱ σχετικές διατάξεις τοῦ εθνικού δικαίου στόν τελωνειακό καί στόν δημοσιονομικό τομέα δέν προβλέπουν τήν έκπτωση ἀπό τό δικαίωμα άλλά τήν παραγραφή, εἶναι πράγματι δύσκολο νά θεωρηθεί ὅτι ὁ κανονισμός 1076/72ηθέλησε νά προβλέψει έκπτωση καί μάλιστα έτσι ώστε, κατά κανόνα, ή έκπτωση αυτή νά επέρχεται τήν στιγμή ἀκριβῶς πού τό τέλος καθίσταται ἀπαιτητό.

Ἡ διαπίστωση ὅτι τέτοιος κανόνας δέν προβλέπεται οὔτε στόν κανονισμό 1697/79 τοῦ Συμβουλίου (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 02/007, σ. 254) πού εφαρμόζεται καί στίς εἰσφορές (ἄρθρο 1) καί προβλέπει την ἐκ τῶν υστέρων είσπραξη τῶν εισαγωγικῶν ἤ εξαγωγικών δασμών, συμφωνεί μέ τίς ἀνωτέρω σκέψεις. Μάλιστα, τό άρθρο 2 τοῦ ἀνωτέρω κανονισμοῦ προβλέπει ὅτι τό ποσό τῶν νομίμως ὀφειλομένων άλλά μη ἀκόμα ἀπαιτηθέντων δασμών εισπράττεται ἐκ τῶν υστέρων ἐντός προθεσμίας τριών ἐτών ἀπό την ημερομηνία βεβαιώσεως του ή, ἄν δέν έχει γίνει βεβαίωση χρέους, ἀπό την ἡμερομηνία γενέσεως τῆς τελωνειακής ὀφειλής. 'Επί πλέον, τό άρθρο 7 τοῦ κανονισμοί) ὁρίζει ἀπλώς ὅτι ὅταν ἡ μη εἴσπραξη τοῦ ποσοῦ τῶν δασμών καταλογίζεται σέ λάθος τῶν ἀρμοδίων άρχων, δέν εισπράττονται καθόλου τόκοι υπερημερίας ἐπί τῶν ἐκ τῶν υστέρων εισπραχθέντων ποσών. Συνεπώς, τό ἐν λόγω άρθρο δέν ἀποκλείει την ἐκ τῶν υστέρων είσπραξη.

ε)

Τέλος, δύο ἀκόμα συλλογισμοί της 'Επιτροπῆς εἶναι επίσης σημαντικοί καί δύνανται νά στηρίξουν τήν ἀνωτέρω άποψη.

1)

Ἡ 'Επιτροπή τονίζει τό γεγονός ὅτι ὁ ἐρμηνευτέος κανονισμός εἶναι κανονισμός τῆς Ἐπιτροπῆς πού θεσπίζει μόνο τίς λεπτομέρειες εφαρμογῆς ὅσον άφορᾶ την είσπραξη εισφορών, λεπτομέρειες πού ἐθεσπίσθησαν σύμφωνα μέ τους ὅρούς πού καθόρισε τό Συμβούλιο. Ὑπό τό πρίσμα αὐτό, εἶναι δύσκολο νά θεωρηθεί ὅτι ἡ 'Επιτροπή ἠθέλησε νά προβλέψει, στό πλαίσιο τῶν διατάξεων εφαρμογής πού ἐθέσπισε, τήν ἔκπτωση ἀπό τοῦ δικαιώματος εισπράξεως τελωνειακής ἀπαιτήσεως, πού τό Συμβούλιο ἐθεώρησε ἀναγκαίο νά θεσπίσει γιά σοβαρούς οἰκονομικο-πολιτικούς λόγους. 'Αναμφιβόλως, ἡ 'Επιτροπή δέν είχε ούτε τήν σχετική ἀρμοδιότητα.

2)

Ὀρθώς, ἐπίσης, ἡ 'Επιτροπή υπογραμμίζει τό γεγονός ὅτι κατ᾽ ἀρχή ἡ φορολογική υποχρέωση γεννᾶται μόνο ἀπό ἀντικειμενικά στοιχεία καί ὄχι, λόγου χάρη, ἀπό τίς γνώσεις τοῦ ὑποχρέου. Ή σκέψη αύτη ἀποκλείει βεβαίως τήν υπόθεση ὅτι ἡ ἐκ πλάνης μή είσπραξη τῶν δασμών κατά τήν συμπλήρωση τῶν τελωνειακών διατυπώσεων έχει ὡς συνέπεια τήν ἔκπτωση ἀπό τοῦ δικαιώματος. Πράγματι, αὐτό θά ἐξαρτοθσε τήν λειτουργία καί εφαρμογή μιᾶς δημοσιονομικής κανονιστικής ρυθμίσεως, δηλαδή τήν πραγματοποίηση μιᾶς συγκεκριμένης οικονομικής πολιτικής πού ἀκολουθεί τό Συμβούλιο, ἀπό τίς γνώσεις, τήν επιμέλεια καί τίς Ικανότητες τῶν εθνικών δημοσίων υπαλλήλων στους ὁποίους έχει ἀνατεθεί ή εφαρμογή της. Δέν προκύπτει ὅμως, ἀπό κανένα στοιχείο ὅτι τέτοια ήταν ή βούληση τῶν συντακτών τοῦ κανονισμοί), ὅτι δηλαδή ἀπεδέχθησαν τόν κίνδυνο μιᾶς ἀνομοιόμορφης καί συνεπαγόμενης διακρίσεις ἐφαρμογής, στόν τομέα τῶν εισφορών.

ζ)

Ἐκ τῶν ἀνωτέρω προκύπτει σαφώς ή ἀπάντηση πού πρέπει νά δοθεί στό ερώτημα πού υπέβαλε τό Tribunale τῆς Γένοβας. Σαφώς προκύπτει επίσης ὅτι, κατ᾽ αυτόν τόν τρόπο, δέν προδικάζεται τό ζήτημα ποιες συνέπειες ἀπορρέουν ἀπό τό γεγονός ὅτι ἡ τελωνειακή ἀρχή ἐβεβαίωσε ρητώς τήν ενάγουσα, ὅπως Ισχυρίζεται ή τελευταία, ὅτι οἱ εξαγωγές τῆς δέν ὑπέ-κειντο σέ εἰσφορές καί ἀπό τό ὅτι, δίνοντας πίστη σ᾽ αὐτές τίς δηλώσεις, ἡ ἐνάγουσα ἀντιμετώπισε δυσχέρειες. Είναι προφανές ὅτι τό ζήτημα αυτό πρέπει νά κριθεί στό πλαίσιο ὄχι τῆς προδικαστικής διαδικασίας άλλά μόνο τοῦ ἐθνικοῦ δικαίου.

2. 

Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω, ἀπομένει πλέον νά εξετασθούν ὁρισμένα πρόσθετα ζητήματα πού ήγειρε ἡ ενάγουσα, τά όποια δέν ἀφορούν τήν εξαγωγή καθ' ἐαυτή άλλά τόν χαρακτηρισμό τοῦ ἐξαχθέντος εμπορεύματος.

"Ετσι, ἡ ενάγουσα τονίζει ἐν πρώτοις τό γεγονός ὅτι ἡ ἐξαχθεῖσα ζάχαρη προήρχετο ἀπό την ελεύθερη ἰδιωτική ἀποθήκη της. 'Ισχυρίζεται ἐπίση ὅτι ἡ ζάχαρη προορίζετο γιά τόν εφοδιασμό πλοίων καί προέβαλε ὅτι ὡς τόπος καταγωγής ενός μέρους τοῦ ἐμπορεύματος αὐτοῦ ἔπρεπε νά θεωρηθεί ή κοιλάδα τῆς Ἀόστης, γιά τήν οποία ισχύει ειδικό καθεστώς. Φαίνεται ὅτι κατ' αυτόν τόν τρόπο, ἡ ενάγουσα επιθυμεί νά ἀμφισβητήσει τόν χαρακτηρισμό τῆς ζάχαρης πού εξήγαγε ὡς κοινοτικής καταγωγής καί νά ἀποδείξει ὅτι, τό υποβληθέν ερμηνευτικό ερώτημα εἶναι ἐν προκειμένω άνευ σημασίας, διότι δέν ὑπείχε καμμία υποχρέωση καταβολής εισφορῶν.

Ό εκπρόσωπος τῆς Ιταλικής κυβερνήσεως ἀμφισβήτησε τίς σκέψεις αυτές κατά τήν συνεδρίαση. Προέβαλε, ἐν λεπτομέρεια, ὅτι ή ἐξαχθεῖσα ἀπό τήν ενάγουσα ζάχαρη ἔπρεπε ἐν πάση περιπτώσει νά θεωρηθεί ὡς κοινοτικής καταγωγής καί ὅτι κατά συνέπεια ὀρθώς ἐφηρμόσθη τό σύστημα τῶν εἰσφορῶν λόγω εξαγωγής. Όπως ισχυρίζεται ὁ εκπρόσωπος τῆς ιταλικής κυβερνήσεως υπάρχουν ἀποδείξεις ὅτι ἡ ζάχαρη προήρχετο ἐν μέρει ἀπό τήν Γαλλία καί ἐν μέρει ἀπό τήν Δανία. Κατά τήν άποψη του, ή ζάχαρη δέν ἀπώλεσε τήν ιδιότητά τῆς ὡς κοινοτικής καταγωγής, επειδή ἀρχικώς προορίζετο γιά τόν εφοδιασμό πλοίων καί εἶχε τεθεί σέ ιδιωτική τελωνειακή ἀποθήκη, πράγμα πού 'έχει ὡς μόνη συνέπεια τήν ἀπαλλαγή ἀπό τόν φόρο προστιθεμένης ἀξίας καί τόν φόρο παραγωγής πού εισπράττονται στην 'Ιταλία. Φρονεῖ ἐπίσης ὅτι δέν εἶναι αποφασιστικής σημασίας τό ὅτι ἕνα μέρος τῆς ζάχαρης εξήχθη διαμετα-κομισθέν μέσω τῆς κοιλάδος τῆς Ἀόστης γιά τήν οποία ισχύει ειδικό φορολογικό καθεστώς κατά τήν άποψη του, τό γεγονός αυτό δέν προσέδωσε στην ζάχαρη άλλη καταγωγή, ὑπό τήν έννοια τοῦ κοινοτικοί) δικαίου.

'Επί τοῦ παρόντος δέν χρειάζεται νά προχωρήσω περισσότερο στην ἀνάλυση αὐτοθ τοῦ ζητήματος. Πράγματι, δέν προκύπτει σαφώς, ὅτι τό ζήτημα αυτό ἐθίγη στό πλαίσιο τῆς εθνικής διαδικασίας καί ὅτι τό παραπέμπον δικαστήριο τό παραμέρισε ενδεχομένως, θεωρώντας το ὡς ἀσήμαντο. Ἐν πάση περιπτώσει, τό ζήτημα αυτό ἀπαιτεί τήν ἀνάλυση ἀποκλειστικώς πραγματικών περιστατικών, σχετικών μέ τήν καταγωγή καί τήν ἀποθήκευση, τά όποια δέν εμπίπτουν στην προδικαστική διαδικασία. Ή ενάγουσα δύναται νά εγείρει τά ἀνωτέρω ζητήματα ἐνώπιον τοῦ ιταλικού δικαστηρίου ἄν εἶναι πεπεισμένη γιά τήν σπουδαιότητά τους, αυτό δέ δύναται νά υποβάλει ενδεχομένως σχετικά ερμηνευτικά ἐρωτήματα ἐφ' ὅσον τό κρίνει ἀναγκαῖο.

3. 

Γιά τούς ἀνωτέρω λόγους, προτείνω τήν ἀκόλουθη ἀπάντηση στό ερώτημα πού υπέβαλε τό Tribunale τῆς Γένοβας:

Ή φράση: «Καθίστανται ἀπαιτητές τό ἀργότερο κατά τόν χρόνο τῆς συμπληρώσεως τῶν ἐν λόγω διατυπώσεων» πού ἀπαντᾶται στό άρθρο 3 τοῦ κανονισμοῦ (EOK) 1076/72 δέν πρέπει νά ἑρμηνεύεται ὑπό τήν έννοια ὅτι, σέ περίπτωση μή εισπράξεως τῆς εἰσφορας κατά τό ἐν λόγω χρονικό σημείο, επέρχεται ἀπώλεια δικαιώματος πού ἀποκλείει μεταγενέστερη ἐκ τῶν υστέρων είσπραξη.


( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.

( 2 ) Απόφαση τῆς 27ης Μαρτίου 1980 στίς συνεκδικα-σθεῖσες υποθέσεις 66, 127 καί 128/79 Amministrazione delle Finanze dello Stato κατά Meridionale Industrie Salumi Sri, Fratelli Vasanelli καί Fratelli Ultrocchi, Slg. 1980, σ 1237 καί 1263.