Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 219 ώς 228, 230 ώς 235, 237, 238 και 240 ώς 242/80,
Maurice Andrė και λοιποί, υπάλληλοι της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενοι από τους Μ.-Α. Pierson και J. L. Hirsch, δικηγόρους Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον J. Welter, 11 Β, avenue de la Porte-Neuve, Λουξεμβούργο,
προσφεύγοντες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο Raymond Baeyens, επικουρούμενο από τον Robert Andersen, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Oreste Montako, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
και
Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενου από το νομικό του σύμβουλο John Carbery, επικουρούμενο από τους R. Ο. Dalcq και Μ. Grossmann, δικηγόρους Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Η. J. Pabbruwe, διευθυντή της νομικής υπηρεσίας της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, 100, boulevard Konrad-Adenauer,
καθών,
που έχουν ως αντικείμενο την ακύρωση του κανονισμού 160/80 του Συμβουλίου της 21ης Ιανουαρίου 1980, περί τροποποιήσεως του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κονοτήτων καθώς και του καθεστώτος του εφαρμοζόμενου στο λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων αυτών (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/002, σ. 131), και του κανονισμού 161/80 του Συμβουλίου της 21ης Ιανουαρίου 1980, περί προσαρμογής των αποδοχών και των συντάξεων των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καθώς και των συντελεστών αναπροσαρμογής που εφαρμόζονται επί των αποδοχών και των συντάξεων αυτών (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/002, σ. 135), καθώς και την ακύρωση του υπολογισμού των αποδοχών που διενεργήθη κατ' εφαρμογή των κανονισμών αυτών,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Τ. Koopmans, πρόεδρο τμήματος, Α. O'Keeffe και G. Bosco, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: S. Rozès
γραμματέας: Α. W. Η. Meij, εισηγητής
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, η εξέλιξη της διαδικασίας, τα αιτήματα καθώς και οι ισχυρισμού και τα επιχειρήματα των διαδίκων συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
|
1. |
Σύμφωνα με το άρθρο 65, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, το Συμβούλιο εξετάζει το επίπεδο των αποδοχών των μονίμων και των λοιπών υπαλλήλων των Κοινοτήτων και αποφασίζει για ενδεχόμενη αναπροσαρμογή τους. Το άρθρο 64 του Κανονισμού προβλέπει εξάλλου τη δυνατότητα προσαρμογής των αποδοχών βάσει ενός διορθωτικού συντελεστή ανάλογα με τις συνθήκες ζωής στους διάφορους τόπους υπηρεσίας. Κατά το άρθρο 65, παράγραφος 2, σε περίπτωση ουσιώδους μεταβολής του κόστους ζωής, το Συμβούλιο αποφασίζει, εντός προθεσμίας δύο μηνών κατά ανώτατο όριο, μέτρα για την προσαρμογή των διορθωτικών συντελεστών. Στη συνεδρίαση του της 29ης Ιουνίου 1976, το Συμβούλιο Θέσπισε νέα μέθοδο για την αναπροσαρμογή των αποδοχών των μονίμων και των λοιπών υπαλλήλων των Κοινοτήτων. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η θέσπιση της νέας αυτής μεθόδου αναπροσαρμογής αποσκοπούσε, μεταξύ άλλων, να ενσωματώσει το διορθωτικό συντελεστή, ο οποίος ανερχόταν τότε στο 148,7 για το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο, στους πίνακες βασικών μισθών. Χωρίς συνακόλουθα μέτρα η ενσωμάτωση αυτή συνεπαγόταν μείωση των καθαρών αποδοχών διότι οι βασικοί μισθοί, οι οποίοι είχαν αυξηθεί με τον τρόπο αυτό, χρησίμευαν επίσης ως φορολογική βάση για τον κοινοτικό φόρο και τις άλλες υποχρεωτικές κρατήσεις. Προκειμένου να επανορθωθεί η κατάσταση αυτή, οι εκπρόσωποι του προσωπικού, κατά το διάλογο με το Συμβούλιο πριν από τη θέσπιση της νέας μεθόδου, είχαν προτείνει να εφαρμοστεί επί των φορολογητέων κλιμακίων των αποδοχών όχι μόνο ο νέος διορθωτικός συντελεστής που θα αποφασιζόταν αλλά επίσης και ο ενσωματωμένος διορθωτικός συντελεστής. Οι εκπρόσωποι επέστησαν επιπλέον την προσοχή στον κίνδυνο να προκληθούν ανισότητες από την ενσωμάτωση διορθωτικών συντελεστών αν ληφθεί ως βάση η πιο δυσμενής κατάσταση, παραδείγματος χάρη η κατάσταση άγαμου υπαλλήλου που δεν δικαιούται τις διάφορες αποζημιώσεις. Το Συμβούλιο εντούτοις ακολούθησε άλλη οδό για να αποφύγει μείωση των καθαρών αποδοχών, χωρίς να προβλέψει αναπροσαρμογή των κλιμακίων που υπόκεινται σε κοινοτικό φόρο παράλληλο με την αύξηση των βασικών μισθών. Η νέα μέθοδος αναπροσαρμογής, η οποία θεσπίστηκε στις 29 Ιουνίου 1976, προβλέπει ότι το Συμβούλιο αποφασίζει για την αναπροσαρμογή των καθαρών αποδοχών και ότι το ποσό που καθορίζεται με τον τρόπο αυτό ενσωματώνεται στους πίνακες μισθών του άρθρου 66 το Κανονισμού και του άρθρου 63 του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού, σύμφωνα με την εξής μέθοδο:
Η νέα μέθοδος προβλέπει συνεπώς
Προβλέπεται, επιπλέον, ρήτρα αναθεώρησης της μεθόδου «προκειμένου ιδίως να προσδιοριστούν ενδεχόμενες μεταγενέστερες βελτιώσεις και να αρθούν ενδεχόμενες ανισότητες». Η ενσωμάτωση των διορθωτικών συντελεστών στους πίνακες μισθών εφαρμόστηκε για πρώτη φορά από τον κανονισμό 3177/76 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1976, περί αναπροσαρμογής των αποδοχών και των συντάξεων των μονίμων και των λοιπών υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθώς και των διορθωτικών συντελεστών των εν λόγω αποδοχών και συντάξεων (JO L 359, σ. 1). Ο διορθωτικός συντελεστής για το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο, ο οποίος από 1ης Ιουλίου 1976 είχε καθοριστεί στο 157,8, βάσει του κανονισμού αυτού μειώθηκε από 1ης Ιανουαρίου 1977 στο 100 παράλληλα με την έκδοση νέων πινάκων που ισχύουν επίσης από 1ης Ιανουαρίου 1977. |
|
2. |
Τα μέτρα αυτά προκάλεσαν ανισότητες στις αποδοχές των υπαλλήλων προς όφελος εκείνων που δικαιούνται μειώσεων των φορολογητέων εισοδημάτων τους και/ή αποζημίωσης αποδημίας. Ενόψει των ανισοτήτων αυτών και για να αποφύγει την επανάληψη τους στο μέλλον, το Συμβούλιο, με τον κανονισμό του 2859/77 της 19ης Δεκεμβρίου 1977, περί αναπροσαρμογής των αποδοχών και των συντάξεων των μονίμων και των λοιπών υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καθώς και των συντελεστών αναπροσαρμογής των εν λόγω αποδοχών και συντάξεων (JO L 330, σ. 1), τροποποίησε τον κανονισμό του Συμβουλίου 260/68 της 29ης Φεβρουαρίου 1968, περί καθορισμού των όρων και της διαδικασίας επιβολής του φόρου του θεσπισθέντος υπέρ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/001, σ. 115). Βάσει της τροποποίησης αυτής, για την περίοδο από 1ης Ιουλίου 1977 έως 30 Ιουνίου 1978, στα κλιμάκια που υπόκεινται σε κοινοτικό φόρο είχε εφαρμογή ο διορθωτικός συντελεστής 106,084 ο/ο. Στη συνέχεια, με απόφαση της 26ης Ιουνίου 1978, το Συμβούλιο τροποποίησε τη μέθοδο προσαρμογής, η οποία είχε θεσπιστεί στις 29 Ιουνίου 1976, και εισήγαγε μέθοδο για τη διόρθωση των φορολογικών κλιμακίων που προβλέπονται στο άρθρο 4 του παραπάνω κανονισμού του Συμβουλίου 260/68. Μολονότι με τον τρόπο αυτό το Συμβούλιο απέφυγε την επανάληψη της ανισότητας που είχε σημειωθεί άπό την εφαρμογή του κανονισμού 3177/76 κατά την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30 Ιουνίου 1977, αυτό δεν σήμαινε 6έβαια ότι, επειδή οι μεταγενέστερες αναπροσαρμογές των αποδοχών βασίζονταν στον πίνακα που καταρτίστηκε από τον κανονισμό αυτό, η ανισότητα στην οποία κατέληγε ο κανονισμός συνεχιζόταν από έτος σε έτος. Εκτιμώντας ότι μετά από την ενσωμάτωση του διορθωτικού συντελεστή 157,8 στους πίνακες βασικών μισθών, η οποία αποφασίστηκε το Δεκέμβριο 1976 και άρχισε να ισχύει από 1ης Ιανουαρίου 1977, διαπιστώθηκε ότι ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιήθηκε η ενσωμάτωση αυτή κατέληγε σε ανεπιθύμητες αυξήσεις χρηματικών αποδοχών, το Συμβούλιο, προκειμένου να θέσει τέλος στην κατάσταση αυτή, εξέδωσε στις 21 Ιανουαρίου 1980 τον κανονισμό 160/80 περί τροποποιήσεως του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/002, σ. 131). Ο κανονισμός αυτός θέσπισε νέο πίνακα μεικτών μηνιαίων μισθών που καταργούσε τις εν λόγω ανισότητες. Άρχισε να ισχύει από 27ης Ιανουαρίου 1980 και εφαρμόζεται από 1ης Ιουλίου 1979. Προβλέπει εντούτοις ότι δεν επιστρέφεται κανένα ποσό από τους μισθούς που καταβλήθηκαν μεταξύ 1ης Ιουλίου 1979 και της ημερομηνίας έναρξης της ισχύος του. Θεσπίζει εξάλλου ένα μεταβατικό καθεστώς υπέρ των υπαλλήλων που υπέστησαν εισοδηματική ζημία λόγω της εφαρμογής του νέου πίνακα. Στους υπαλλήλους αυτούς, και για όσο χρόνο η εφαρμογή του νέου πίνακα τους προκαλούσε εισοδηματική ζημία, διατηρήθηκε το προηγούμενο ευεργετικό καθεστώς. Αυθημερόν εκδόθηκε ο κανονισμός 161/80 του Συμβουλίου, περί ετησίας αναπροσαρμογής των αποδοχών που προκύπτουν από τους εκκαθαρισμένους πίνακες (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/002, σ. 135), που είχε εφαρμογή επίσης από 1ης Ιουλίου 1979, κατόπιν του οποίου αφομοιώθηκαν οι μειώσεις των βασικών μισθών οι οποίες είχαν επέλθει απ' αυτή την εκκαθάριση του πίνακα, πλην ορισμένων ειδικών περιπτώσεων. |
|
3. |
Με απόφαση της 28ης Ιουλίου 1980, η Επιτροπή απέρριψε τις διοικητικές ενστάσεις που υπέβαλαν οι προσφεύγοντες δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Στη συνέχεια οι προσφεύγοντες άσκησαν τις υπό κρίση προσφυγές στις 28 Οκτωβρίου 1980. Με διάταξη της 12ης Μαρτίου 1981, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφάσισε να ενώσει και να συνεκδικάσει τις υποθέσεις 219 έως 228/80, 230 έως 235/80, 237/80, 238/80 και 240 έως 242/80 προς διευκόλυνση της διαδικασίας και προς έκδοση κοινής απόφασης. Με υπόμνημα που κατέθεσε στις 27 Μαρτίου 1981 το Συμβούλιο υπέβαλε ένσταση απαραδέκτου δυνάμει του άρθρου 91 του κανονισμού διαδικασίας. Όσον αφορά το Συμβούλιο, οι προσφυγές που ασκήθηκαν στο πλαίσιο του άρθρου 179 της Συνθήκης δεν στρέφονται κατά της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής όπως προβλέπεται στο άρθρο 91, παράγραφος 2, του Κανονισμού. Στο μέτρο που με τις προσφυγές ζητείται η ακύρωση των κανονισμών 160 και 161/80, δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης, είναι επίσης απαράδεκτες. Με διάταξη της 8ης Ιουλίου 1981, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) απέρριψε τις προσφυγές ως απαράδεκτες στο μέτρο που στρέφονται κατά του Συμβουλίου. Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση της γενικής εισαγγελέως, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. |
II — Αιτήματα των διαδίκων
Οι προοφεύγοννες ζητούν από το Δικαστήριο :
|
— |
να ακυρώσει τους κανονισμούς 160 και 161/80 του Συμβουλίου, καθώς και τον υπολογισμό των αποδοχών που δι-ενεργήθη κατ' εφαρμογή των κανονισμών αυτών |
|
— |
να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα. |
Η ΕπιτροπήΪ1\χύ από το Δικαστήριο:
|
— |
να απορρίψει τις προσφυγές εν μέρει ως απαράδεκτες και ως αβάσιμες κατά τα λοιπά' |
|
— |
να καταδικάσει τους προσφεύγοντες στα δικαστικά έξοδα. |
III — Λόγοι και επιχειρήματα των διαδίκων
Επί του παραάεκτοΰ
Η Επιτροπή κααής, θεωρεί τις προσφυγές απαράδεκτες καθόσο αφορούν την ακύρωση των κανονισμών 160 και 161/80 (πρβλ. απόφαση της 26. 2. 1981, Giuffrida και Campogrande, 64/80, Συλλογή σ. 693).
Οι προσφεύγοντες φρονούν ότι οι κανονισμοί αυτοί αποτελούν δέσμη ατομικών αποφάσεων που θίγουν μια συγκεκριμένη ομάδα προσώπων, δηλαδή τα άτομα τα οποία, κατά τη γνώμη της Επιτροπής, αποκόμισαν αδικαιολόγητα χρηματικά οφέλη κατόπιν της ενσωμάτωσης των διορθωτικών συντελεστών στους μισθολογικούς πίνακες.
Επιπλέον, θα στερηθούν οιουδήποτε ενδίκου μέσου αν αφενός μεν η προσφυγή κατά του Συμβουλίου είναι απαράδεκτη εφόσον δεν στρέφεται κατά της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, αφετέρου δε η προσφυγή κατά της Επιτροπής είναι απαράδεκτη καθόσο πρόκειται για πράξεις κανονιστικής φύσης.
Επί της ουσίας
Με διάφορους λόγους οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ουσιαστικά ότι το Συμβούλιο, το οποίο είχαν προειδοποιήσει δεόντως οι εκπρόσωποι του προσωπικού για τις επιπτώσεις της ενσωμάτωσης των διορθωτικών συντελεστών στον πίνακα βασικών μισθών, δεν μπορεί να επικαλείται υποτιθέμενη πλάνη για να δικαιολογήσει την εκ των υστέρων εξάλειψη ανισοτήτων που είχαν πράγματι επέλθει. Επί του σημείου αυτού οι προσφεύγοντες επικαλούνται την αρχή «patere legem quam ipse fecisti». To Συμβούλιο, μειώνοντας έτσι τους μισθούς των προσφευγόντων, παραβίασε τα δικαιώματα των προσφευγόντων καθώς και τις αρχές της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και των κεκτημένων δικαιωμάτων. Άπαξ και επιτευχθεί ένα επίπεδο αποδοχών, οι αρχές αυτές τους διασφαλίζουν τη διατήρηση του.
Οι προσφεύγοντες αμφισβητούν στη συνέχεια ότι το Συμβούλιο είχε αρμοδιότητα να θεσπίσει τους υπό κρίση κανονισμούς και ισχυρίζονται ότι οι κανονισμοί αυτοί συνιστούν κατάχρηση εξουσίας εκ μέρους του Συμβουλίου. Τέλος, αναφέρονται στις αρχές της προνοίας, της ισότητας και της επιείκειας.
Η Επιτροπή, κα$ής, απαντά ότι παρ' όλες τις επιφυλάξεις που εκφράστηκαν, το Συμβούλιο έκρινε επείγον να κατέλθει στο 100 % ο διορθωτικός συντελεστής για το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο και έτσι οι διορθωτικοί συντελεστές να αποκτήσουν τον πραγματικό τους ρόλο, να αντισταθμίζουν δηλαδή τις διαφορές στο κόστος ζωής μεταξύ των διαφόρων τόπων υπηρεσίας. Το Συμβούλιο όμως διευκρίνισε ευθύς εξ αρχής ότι είχε την πρόθεση να επιφέρει στη μέθοδο αναπροσαρμογής που είχε θεσπιστεί τις βελτιώσεις που θα κρίνονταν αναγκαίες, εξαλείφοντας ιδίως τις ενδεχόμενες ανισότητες.
Εξάλλου ο κανονισμός 160/80 δεν ισχύει αναδρομικά σε βάρος των υπαλλήλων. Οι εκκαθαρισμένοι πίνακες έχουν μεν εφαρμογή από 1ης Ιουλίου 1979, ο κανονισμός όμως προβλέπει'πράγματι ότι οι μόνιμοι και οι λοιποί υπάλληλοι, των οποίων οι χρηματικές απόλαυες έχουν μειωθεί κατ' ακολουθία, δεν θα επιστρέψουν κανένα ποσό από τις χρηματικές απόλαυες που εισέπραξαν κατά την περίοδο που εκτείνεται από 1ης Ιουλίου 1979 μέχρι της ημερομηνίας που άρχισε να ισχύει ο κανονισμός. Το Συμβούλιο, θεσπίζοντας μεταβατικό καθεστώς υπέρ των ίδιων υπαλλήλων, τους διασφάλισε επιπλέον για το μέλλον τη διατήρηση των παλιών καθαρών αποδοχών. Κατόπιν της ετήσιας αναπροσαρμογής των αποδοχών του 1979, βάσει του κανονισμού 160/80, περίττευε άλλωστε η εφαρμογή αυτού του μεταβατικού καθεστώτος.
Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή θεωρεί ότι όλοι οι λόγοι που προοάλλουν οι προσφεύγοντες είναι αβάσιμοι.
IV — Προφορική διαδικασία
Οι διάδικοι αγόρευσαν στη συνεδρίαση της 15ης Σεπτεμβρίου 1983.
Η γενική εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις της στη συνεδρίαση της 10ης Νοεμβρίου 1983.
Σκεπτικό
|
1 |
Με δικόγραφα που κατέθεσαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28 Οκτω-0701607016070166ρίου 1980, ο Maurice André και άλλοι 17 υπάλληλοι της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησαν, δυνάμει του άρθρου 179 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγές με τις οποίες ζητούν την ακύρωση του κανονισμού 160/80 του Συμβουλίου, της 21ης Ιανουαρίου 1980, περί τροποποιήσεως του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καθώς και του καθεστώτος του εφαρμοζομένου στο λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων αυτών (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/002, σ. 131), του κανονισμού 161/80 του Συμβουλίου της 21ης Ιανουαρίου 1980, περί προσαρμογής των αποδοχών και των συντάξεων των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καθώς και των συντελεστών αναπροσαρμογής που εφαρμόζονται επί των αποδοχών και των συντάξεων αυτών (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/002, σ. 135) και του υπολογισμού των αποδοχών τους που διενεργήθη κατ' εφαρμογή των δύο αυτών πράξεων. |
|
2 |
Η Επιτροπή πρότεινε ένσταση απαραδέκτου κατά των προσφυγών αυτών στο μέτρο που ζητείται η ακύρωση των κανονισμών 160/80 και 161/60, ένσταση την οποία στηρίζει συγκεκριμένα στην απόφαση του Δικαστηρίου της 26ης Φεβρουαρίου 1981 (Giuffrida και Campogrande, 64/80, Συλλογή σ. 693). |
|
3 |
Σύμφωνα προς την παραπάνω απόφαση, η ένσταση αυτή πρέπει να γίνει δεκτή καθόσο αφορά το αίτημα ακύρωσης αυτών των ίδιων δύο επίμαχων κανονισμών. Είναι βέβαια ορθό ότι ως προς το σημείο αυτό οι προσφυγές δεν είναι σαφείς, περιέχουν όμως στοιχεία από τα οποία φαίνεται ότι έχουν υπόψη τους την εφαρμογή των δύο κανονισμών στις ατομικές περιπτώσεις των προσφευγόντων με αποφάσεις περί του υπολογισμού των αποδοχών τους. Επομένως οι προσφυγές πρέπει να έχουν την έννοια ότι αφορούν την ακύρωση των ατομικών αυτών αποφάσεων θέτοντας συγχρόνως υπό αμφισβήτηση το κύρος των κανονισμών 160/80 και 161/80 με ένσταση ελλείψεως νομιμότητας. |
|
4 |
Υπό τις συνθήκες αυτές το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση της ουσίας. |
|
5 |
Οι προσφεύγοντες φρονούν καταρχάς ότι το Συμβούλιο, θεσπίζοντας τους προσβαλλόμενους κανονισμούς, παραβίασε την αρχή «patere legem quam ipse fecisti». Κατά την ενσωμάτωση του διορθωτικού συντελεστή στους μισθολογικούς πίνακες των υπαλλήλων, οι εκπρόσωποι του προσωπικού προειδοποίησαν δεόντως το Συμβούλιο για τις επιπτώσεις του συστήματος που είχε την πρόθεση να θέσει σε λειτουργία. Το Συμβούλιο όμως το έθεσε σε εφαρμογή και πρέπει να αναλάβει τις συνέπειες της επιλογής του χωρίς να του επιτρέπεται να αφίσταται των υποχρεώσεων που απορρέουν από την επιλογή αυτή. |
|
6 |
Η ενσωμάτωση του διορθωτικού συντελεστή στους πίνακες βασικών μισθών που προβλέπονται από τον Κανονισμό αποφασίστηκε από το Συμβούλιο στις 29 Ιουνίου 1976, στο πλαίσιο μιας νέας μεθόδου αναπροσαρμογής των αποδοχών των υπαλλήλων. Η ενσωμάτωση πραγματοποιήθηκε με τον κανονισμό 3177/76 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1976, περί αναπροσαρμογής των αποδοχών και των συντάξεων των μονίμων και των λοιπών υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καθώς και των διορθωτικών συντελεστών των εν λόγω αποδοχών και συντάξεων (JO L 359, σ. 1). Ο κανονισμός αυτός θέσπισε νέους πίνακες που ισχύουν από 1ης Ιανουαρίου 1977 και συγχρόνως μείωσε το διορθωτικό συντελεστή για το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο στο 100 ενώ είχε καθοριστεί στο 157,8 από 1ης Ιουλίου 1976. |
|
7 |
Από τα στοιχεία αυτά η Επιτροπή συνάγει ότι το Συμβούλιο επιδίωξε τότε να μειώσει στο 100 το διορθωτικό συντελεστή για το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο προκειμένου οι συντελεστές αυτοί να αποκτήσουν την πραγματική τους λειτουργία, σύμφωνα με το άρθρο 64 του Κανονισμού, δηλαδή την αντιστάθμιση των διαφορών του κόστους ζωής στους διάφορους τόπους υπηρεσίας. Αν βέβαια η ενέργεια αυτή προκάλεσε ανισότητες, του οφείλονται ιδίως στο γεγονός ότι η αύξηση του πίνακα — σκοπός της οποίας είναι να εξουδετερώσει την αύξηση του φόρου που προκύπτει από την ενσωμάτωση του διορθωτικού συντελεστή — είχε υπολογιστεί βάσει της κατάστασης άγαμου υπαλλήλου που δεν δικαιούται τις διάφορες αποζημιώσεις, εντούτοις οι ανισότητες αυτές αποτελούσαν απλώς δευτερεύοντα και μη ηθελημένα αποτελέσματα της εν λόγω μεταρρύθμισης. |
|
8 |
H Επιτροπή προσθέτει ότι το Συμβούλιο είχε επίγνωση των κινδύνων που συνεπαγόταν η νέα μέθοδος πράγματι, η απόφαση της 29ης Ιουνίου 1976, η οποία καθορίζει τη μέθοδο αυτή, περιλαμβάνει ρήτρα αναθεώρησης για ενδεχόμενες μεταγενέστερες βελτιώσεις και «για να αρθούν ενδεχόμενες ανισότητες». Το Συμβούλιο εντούτοις αιφνιδιάστηκε από την έκταση των προσαυξήσεων των αποδοχών ορισμένων υπαλλήλων. Η Επιτροπή σημειώνει ότι πράγματι ο κανονισμός 160/80 εξάλειψε τις ανισότητες τροποποιώντας τον πίνακα αποδοχών και προβλέποντας ότι ο «εκκαθαρισμένος» με τον τρόπο αυτό πίνακας θα χρησιμεύσει στο εξής ως βάση για τον υπολογισμό των μελλοντικών αναπροσαρμογών των αποδοχών. |
|
9 |
Η άποψη της Επιτροπής πρέπει να γίνει δεκτή. Από τις αποφάσεις και τους κανονισμούς που προηγούνται του κανονισμού 160/80 δεν συνάγεται καθόλου ότι το Συμβούλιο, στο πλαίσιο της μεθόδου αναπροσαρμογής των αποδοχών η οποία είχε επιλεγεί το 1976, θέλησε να ευνοήσει ορισμένους υπαλλήλους σε σχέση με άλλους, αλλά μάλλον ότι θέλησε να ρυθμίσει την ενσωμάτωση του διορθωτικού συντελεστή στο μισθολογικό πίνακα κατά τρόπο που απαιτούσε αργότερα εξάλειψη ορισμένων ανισοτήτων. |
|
10 |
Επιπλέον, η επιχειρηματολογία των προσφευγόντων δεν λαμβάνει υπόψη ότι το Συμβούλιο είχε περιλάβει στην απόφαση του 1976 μια ρήτρα αναθεώρησης, η οποία αφορούσε ιδίως τις ανισότητες που θα ήταν δυνατόν να προκληθούν από την ενσωμάτωση του διορθωτικού συντελεστή στο μισθολογικό πίνακα. |
|
11 |
Για τους ίδιους λόγους πρέπει να απορριφθούν οι αιτιάσεις για παραβίαση των κεκτημένων δικαιωμάτων και της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. |
|
12 |
Οι προσφεύγοντες επικαλούνται στη συνέχεια παραβίαση των δικαιωμάτων τους. Κατά το άρθρο 85 του Κανονισμού, τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά επιστρέφονται υπό τη διπλή προϋπόθεση ότι ο λαβών εγνώριζε το παράνομο της καταβολής και ότι το παράνομο ήταν προφανές. Οι προϋποθέσεις αυτές δεν συντρέχουν εν προκειμένω διότι οι μισθοί, πριν τεθούν σε ισχύ οι προσβαλλόμενοι κανονισμοί, καταβλήθηκαν σύμφωνα προς τον κανονισμό 3177/76. Το πάγωμα όμως των μισθών των προσφευγόντων, κατ' εφαρμογή του κανονισμού 160/80, εν συνδυασμώ προς τον κανονισμό 161/80, έχει την έννοια επιστροφής ποσών τα οποία η Επιτροπή θεωρεί αχρεωστήτως καταβληθέντα. |
|
13 |
Ως προς το σημείο αυτό, πρέπει να υπομνηστεί ότι ο κανονισμός 160/80, o οποίος ισχύει αναδρομικά από 1ης Ιουλίου 1979, προβλέπει ότι δεν διενεργείται καμιά επιστροφή επί των ποσών που έχουν καταβληθεί μεταξύ της ημερομηνίας αυτής και της ημερομηνίας της θέσεως του σε ισχύ, δηλαδή της 27ης Ιανουαρίου 1980. Επιπλέον προβλέπει μεταβατικά μέτρα που αποσκοπούν στην προοδευτική απορρόφηση των προσαυξήσεων αυτών χωρίς να προκληθεί μείωση των πραγματικά εισπραττομένων ποσών. Εξάλλου, ο κανονισμός 161/80 του Συμβουλίου, της 21ης Ιανουαρίου 1980, είχε ως αποτέλεσμα να αυξηθούν επίσης από 1ης Ιουλίου 1979 οι αποδοχές που προέκυπταν από την εφαρμογή του κανονισμού 160/80 έτσι ώστε, πλην ορισμένων ειδικών περιπτώσεων, απορροφήθηκαν αμέσως οι μειώσεις των δασικών μισθών που είχαν επέλθει με την εκκαθάριση του πίνακα. |
|
14 |
Υπό τις συνθήκες αυτές δεν παραβιάστηκαν δικαιώματα. Το επιχείρημα των προσφευγόντων, κατά το οποίο, για τη διαπίστωση τέτοιας παραβίασης, δεν έχει σημασία να εξεταστεί αν μειώθηκαν ή όχι τα πραγματικώς εισπραττόμενα ποσά αλλά αν για ορισμένη περίοδο δεν αυξήθηκε το ποσό των αποδοχών, πρέπει να απορριφθεί κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες όπου ο ένδικος κανονισμός αποβλέπει ακριβώς στο να θέσει τέρμα σε αδικαιολόγητες αυξήσεις, όπως οι προκαλούμενες από την εφαρμογή του προηγούμενου πίνακα, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να επιστραφούν ποσά που έχουν ήδη καταβληθεί ή να μειωθούν αποδοχές που έχουν πράγματι εισπραχθεί. |
|
15 |
Τέλος, οι προσφεύγοντες προβάλλουν έλλειψη αρμοδιότητας του Συμβουλίου να καταργήσει μισθολογικό πίνακα που έχει θεσπιστεί προηγουμένως, καθώς και κατάχρηση εξουσίας καθόσο το σύστημα του διορθωτικού συντελεστή χρησιμοποιήθηκε για να τροποποιηθούν οι μισθοί και όχι για να διασφαλιστεί ταχεία αναπροσαρμογή των μισθών σε περίπτωση αισθητής μεταβολής του κόστους ζωής σε ένα ή περισσότερους τόπους υπηρεσίας. |
|
16 |
Ως προς το σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι ο κανονισμός 160/80, ο οποίος τροποποιεί τη δομή του μισθολογικού πίνακα, είναι κανονισμός που τροποποιεί τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης σύμφωνα προς το άρθρο 24 της συνθήκης περί ιδρύσεως ενιαίου Συμβουλίου και ενιαίας Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ο οποίος θεσπίστηκε σύμφωνα με τις διαδικασίες και εγγυήσεις που συνεπάγεται μια τέτοια τροποποίηση. Αντίθετα, το Συμβούλιο θέσπισε τον κανονισμό 161/80 δυνάμει της εξουσίας, που του παρέχει το άρθρο 65 του Κανονισμού, να αναπροσαρμόζει τις αποδοχές. Οι προσφεύγοντες δεν απέδειξαν ότι το Συμβούλιο υπερέβη τις αρμοδιότητες που του παραχωρήθηκαν κατά τον τρόπο αυτό. |
|
17 |
Ως προς την αιτίαση που στηρίζεται σε κατάχρηση εξουσίας εκ μέρους του Συμβουλίου, οι προσφεύγοντες δεν μπόρεσαν να διευκρινίσουν γιατί δεν είναι ορθή η άποψη της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία η μεταρρύθμιση του 1976 είχε ακριβώς ως στόχο και αποτέλεσμα να επανακτήσουν οι διορθωτικοί συντελεστές την πραγματική τους λειτουργία, δηλαδή την αντιστάθμιση των διαφορών του κόστους ζωής στους διαφόρους τόπους υπηρεσίας. Υπό τις συνθήκες αυτές, η αιτίαση αυτή είναι επίσης απορριπτέα. |
|
18 |
Από τις προηγούμενες σκέψεις έχει ήδη δοθεί απάντηση στις άλλες αιτιάσεις που προβάλλουν οι προσφεύγοντες και οι οποίες στηρίζονται συγκεκριμένα σε παραβίαση της αρχής της προνοίας, παραβίαση της αρχής της ισότητας κατά τον υπολογισμό των αποδοχών και σε μη τήρηση της αρχής της επιείκειας. |
|
19 |
Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η προσφυγή είναι απορριπτέα στο σύνολο της. |
Επί των δικαστικών εξόδων
|
20 |
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας, προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων των Κοινοτήτων, τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν. |
|
Για τους λόγους αυτούς ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα) αποφασίζει: |
|
|
|
Koopmans O'Keeffe Bosco Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 19 Ιανουαρίου 1984. Ο γραμματέας κ.α.α. J. Α. Pompe Βοηθός γραμματέας Ο πρόεδρος του πρώτου τμήματος Τ. Koopmans |