ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 11ης Ιουλίου 1979 ( *1 )

Στην υπόθεση 268/78,

που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Cour de cassation της Γαλλίας, τμήμα εκδικάσεως υποθέσεων κοινωνικής ασφαλίσεως, προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ

Jean-Louis Pennartz, Cannes-la-Bocca

και

Caisse primaire d'assurance maladie des Alpes-Maritimes, Νίκαια

η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 18, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3 του Συμβουλίου περί της κοινωνικής ασφαλίσεως των διακινουμένων εργαζομένων,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους J. Mertens de Wilmars, πρόεδρο τμήματος, Α. O'Keeffe και G. Bosco, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: Η. Mayras

γραμματέας: Α. Van Houtte

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

(το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)

Σκεπτικό

1

Με απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 1978, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 27 Δεκεμβρίου 1978, το Cour de cassation της Γαλλίας υπέβαλε στο Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων του κανονισμού 3 του Συμβουλίου της 25ης Σεπτεμβρίου 1958, περί της κοινωνικής ασφαλίσεως των διακινουμένων εργαζομένων (JO 1958, σ. 561).

2

Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ εργαζόμενου γαλλικής ιθαγένειας, κατοίκου Γαλλίας, ο οποίος, στις 25 Απριλίου 1969, υπήρξε θύμα, σ' αυτό το κράτος, εργατικού ατυχήματος, και του Caisse primaire d'assurance maladie des Alpes-Maritimes (στο εξής αποκαλούμενου «Caisse»), ως προς την εκκαθάριση συντάξεως αναπηρίας, αφορώσας σ' αυτό το ατύχημα.

3

Όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, το Caisse χορήγησε στον εν λόγω εργαζόμενο, από τις 3 Μαΐου 1970, σύνταξη λόγω εργατικού ατυχήματος με ποσοστό μερικής διαρκούς αναπηρίας 4 % που στη συνέχεια ανήλθε σε 6 %. Υπολόγισε το ποσό της συντάξεως βάσει μέσου μισθού, καθορισθέντος αποκλειστικά βάσει του μισθού που εισέπραττε ο ενδιαφερόμενος στην τελευταία του απασχόληση κατά την επέλευση του ατυχήματος. Το Caisse στηρίχτηκε, προς το σκοπό αυτό, στις διατάξεις του άρθρου L 451 του γαλλικού κώδικα κοινωνικής ασφαλίσεως και στα άρθρα 103 και 108 του décret 46-2959 της 31ης Δεκεμβρίου 1946.

4

Ο ενδιαφερόμενος αμφισβήτησε αυτόν τον τρόπο υπολογισμού, ισχυριζόμενος ότι, ο λαμβανόμενος ως βάση για τον υπολογισμό της συντάξεως μισθός πρέπει να καθορίζεται βάσει, όχι μόνο του εισπραττόμενου στην τελευταία προ του ατυχήματος απασχόληση μισθού, αλλά επίσης του υψηλότερου μισθού που πράγματι προηγουμένως εισέπραξε στο Βέλγιο. Δεδομένου ότι το Caisse ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο τρόπος υπολογισμού του ήταν σύμφωνος προς τις διατάξεις του άρθρου 18, παράγραφος 1, του κανονισμού 3 του Συμβουλίου, ο ενδιαφερόμενος υποστήριξε, ότι ο κοινωνικός φορέας προέβη στην προκειμένη περίπτωση σε κακή εφαρμογή αυτής της διατάξεως που, κατά την άποψή του, περιορίζεται στον καθορισμό του εφαρμοστέου νόμου για τον καθορισμό της περιόδου αναφοράς και ουδόλως προδικάζει τον καθορισμό των μισθών που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της συντάξεως.

5

Το Cour de cassation της Γαλλίας, στο οποίο υποβλήθηκε η διαφορά σε τελευταίο βαθμό, κρίνοντας ότι η επίλυση της διαφοράς συνδέεται με την εφαρμογή κανόνων του κοινοτικού δικαίου που έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, υπέβαλε στο Δικαστήριο το ερώτημα:

«Αν, κατ' εφαρμογή των τότε εφαρμοστέων κοινοτικών διατάξεων, ο βασικός μισθός που χρησιμεύει για τον υπολογισμό των παροχών, οι οποίες οφείλονται στο θύμα εργατικού ατυχήματος που απασχολήθηκε διαδοχικά σε περισσότερα κράτη μέλη, κατά την περίοδο αναφοράς την καθοριζόμενη συμφώνως προς τη νομοθεσία του κράτους όπου επισυνέβη το ατύχημα, πρέπει να υπολογίζεται λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των αποδοχών που εισπράχθηκαν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, σε ένα ή περισσότερα από τα εν λόγω κράτη, ή αν πρέπει να καθορίζεται βάσει μόνο των αποδοχών που εισπράχθηκαν στο κράτος, όπου το θύμα απησχολείτο κατά την επέλευση του ατυχήματος, σύμφωνα με τους ισχύοντες σ' αυτό το τελευταίο κράτος τρόπο υπολογισμού και κανονιστική ρύθμιση.»

6

Όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, το υποβληθέν ερώτημα αφορά την ερμηνεία διατάξεων του κανονισμού 3 του Συμβουλίου, σχετικών με τα εργατικά ατυχήματα, που ίσχυαν κατά την εποχή της εκκαθαρίσεως της επίδικης συντάξεως.

7

Ο κανονισμός δεν περιέχει, στο κεφάλαιο 4, τίτλος III, που αφορά τα «εργατικά ατυχήματα και επαγγελματικές ασθένειες», ειδικές διατάξεις ως προς την εκκαθάριση παροχών εις χρήμα, όπως είναι οι συντάξεις. Εν τούτοις, το άρθρο 30, παράγραφος 2, του εν λόγω κεφαλαίου παραπέμπει, όσον αφορά αυτές τις παροχές στις «διατάξεις του άρθρου 18 του παρόντος κανονισμού», του οποίου η πρώτη παράγραφος έχει ως εξής:

«Όταν, κατά τη νομοθεσία ενός από τα κράτη μέλη, ο υπολογισμός των παροχών σε χρήμα λαμβάνει υπόψη μέσο μισθό ορισμένης περιόδου, ο μέσος μισθός που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό αυτών των παροχών καθορίζεται βάσει των μισθών που διαπιστώθηκαν κατά την περίοδο που συμπληρώθηκε δυνάμει της νομοθεσίας αυτού του κράτους μέλους.»

8

Είναι εσφαλμένη η ερμηνεία, κατά την οποία το άρθρο 18, παράγραφος 1, περιορίζεται στον καθορισμό της εφαρμοστέας νομοθεσίας, για τον καθορισμό της περιόδου αναφοράς του μέσου μισθού, χωρίς διόλου να προδικάζει τον καθορισμό των μισθών που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της συντάξεως. Μια τέτοια ερμηνεία, εκτός του ότι προσκρούει στην ίδια τη διατύπωση αυτής της διατάξεως, θα αφαιρούσε απ' αυτή τη διάταξη κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα, δεδομένου ότι ο καθορισμός της εφαρμοστέας νομοθεσίας αποτελεί ήδη το αντικείμενο των άρθρων 12 έως 15, τίτλος II, του επίμαχου κανονισμού.

9

Αντιστρόφως, όπως προκύπτει τόσο από το κείμενο όσο και από το σκοπό του άρθρου 18, παράγραφος 1, αυτή η διάταξη έχει ως αντικείμενο να καθορίζει, όταν κατά τη νομοθεσία ενός από τα κράτη μέλη, βασικός μισθός που χρησιμεύει για τον υπολογισμό των παροχών σε χρήμα είναι ο μέσος μισθός ορισμένης περιόδου, τις αποδοχές που ο αρμόδιος φορέας πρέπει να λαμβάνει υπόψη για να καθορίσει αυτό το μισθό, και ότι ορίζει, προς το σκοπό αυτό, ότι οι αποδοχές που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη είναι οι «διαπιστωθέντες» μισθοί κατά τις περιόδους απασχολήσεως που συμπληρώθηκαν δυνάμει της νομοθεσίας του εν λόγω κράτους.

10

Όταν, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων των άρθρων 12 έως 15 του κανονισμού, εφαρμοστέα νομοθεσία είναι η νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου ο εργαζόμενος απησχολείτο κατά την επέλευση του ατυχήματος, οι «διαπιστωθέντες» μισθοί κατά την έννοια του άρθρου 18, παράγραφος 1, είναι αποκλειστικά οι εισπραχθέντες μισθοί, κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, όπως αυτή καθορίζεται από την εν λόγω νομοθεσία, στο έδαφος αυτού του ίδιου κράτους.

11

Για τους λόγους αυτούς, προσήκει στο υποβληθέν ερώτημα η απάντηση ότι κατ' εφαρμογή των άρθρων 18, παράγραφος 1, και 30 παράγραφος 2, του κανονισμού, όταν, κατά τη νομοθεσία ενός από τα κράτη μέλη, ο βασικός μισθός που χρησιμεύει στον υπολογισμό των παροχών σε χρήμα που οφείλονται στο θύμα εργατικού ατυχήματος, το οποίο απασχολήθηκε διαδοχικά σε περισσότερα κράτη μέλη είναι ο μέσος μισθός ορισμένης περιόδου, αυτός ο μέσος μισθός καθορίζεται βάσει αποκλειστικώς των μισθών που εισπράχθηκαν στο κράτος όπου το θύμα απησχολείτο κατά την επέλευση του ατυχήματος, κατά τους ισχύοντες σ' αυτό το κράτος τρόπο υπολογισμού και κανονιστική ρύθμιση.

 

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

κρίνοντας επί του υποβληθέντος, με απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 1978, από το Cour de cassation ερωτήματος αποφαίνεται:

 

Κατ' εφαρμογή των άρθρων 18, παράγραφος 1, και 30 παράγραφος 2, του κανονισμού, όταν, κατά τη νομοθεσία ενός από τα κράτη μέλη, ο βασικός μισθός που χρησιμεύει στον υπολογισμό των παροχών σε χρήμα που οφείλονται στο θύμα εργατικού ατυχήματος, το οποίο απασχολήθηκε διαδοχικά σε περισσότερα κράτη μέλη είναι ο μέσος μισθός ορισμένης περιόδου, αυτός ο μέσος μισθός καθορίζεται βάσει αποκλειστικώς των μισθών που εισπράχθηκαν στο κράτος όπου το θύμα απησχολείτο κατά την επέλευση του ατυχήματος, κατά τους ισχύοντες σ' αυτό το κράτος τρόπο υπολογισμού και κανονιστική ρύθμιση.

 

Mertens de Wilmars

O'Keeffe

Bosco

Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 11 Ιουλίου 1979.

Ο Γραμματέας

Α. Van Houtte

Ο Πρόεδρος του πρώτου τμήματος

J. Mertens de Wilmars


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.