ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

της 22ας Νοεμβρίου 1978 ( *1 )

Στην υπόθεση 33/78,

που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Oberlandesgericht Saarbrücken, προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του Πρωτοκόλλου της 3ης Ιουνίου 1971 περί ερμηνείας από το Δικαστήριο της Σύμβασης της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ

Somafer SA, με έδρα την Uckange (Γαλλία),

και

Saar-Ferngas AG, με έδρα το Saarbrücken-Schalbrücke (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας),

η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των όρων «υποκατάστημα» και «πρακτορείο», κατά την έννοια του άρθρου 5, περίπτωση 5 της Σύμβασης της 27ης Σεπτεμβρίου 1968,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,

συγκείμενο από τους Η. Kutscher, πρόεδρο, J. Mertens de Wilmars και Α. J. Mackenzie Stuart, προέδρους τμήματος, Α. Μ. Donner, P. Pescatore, Μ. Sørensen, Α. O'Keeffe, G. Bosco, και Α. Touffait, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: Η. Mayras

γραμματέας: Α. Van Houtte

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

(Το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)

Σκεπτικό

1

Με Διάταξη της 21ης Φεβρουαρίου 1978, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 13 Μαρτίου 1978, το OBERLANDESGERICHT SAARBRÜCKEN υπέβαλε, δυνάμει του Πρωτοκόλλου της 3ης Ιουνίου 1971 περί ερμηνείας της Σύμβασης της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ABL 1972, L 299, σ. 32EE 1982, L 388, σ. 7) (στο εξής: Σύμβαση), τρία ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 5, περίπτωση 5, της εν λόγω Σύμβασης.

Κατά τη διάταξη της οποίας ζητείται η ερμηνεία, ο εναγόμενος που έχει την κατοικία του στο έδαφος συμβαλλομένου κράτους μπορεί να εναχθεί σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος «(…)5. ως προς διαφορές σχετικές με την εκμετάλλευση υποκαταστήματος, πρακτορείου ή κάθε άλλης εγκαταστάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου της τοποθεσίας τους».

2

Τα ερωτήματα που υποβλήθηκαν πρέπει να επιτρέψουν στο εθνικό δικαστήριο να αποφασίσει αν έχει δικαιοδοσία δυνάμει της εν λόγω διάταξης — υπό την επιφύλαξη της δικαιοδοσίας του βάσει άλλων διατάξεων της Σύμβασης — να επιληφθεί αγωγής που απευθύνεται από γερμανική επιχείρηση κατά γαλλικής επιχείρησης της οποίας η έδρα βρίσκεται σε γαλλικό έδαφος, αλλά η οποία διατηρεί στο έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας γραφείο ή σημείο επαφής αναφερόμενο στο επιστολόχαρτό της ως «VERTRETUNG FÜR DEUTSCHLAND» και με την οποία ζητείται η απόδοση των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε η γερμανική επιχείρηση για να προφυλάξει τους αγωγούς αερίου που της ανήκουν από ενδεχόμενες ζημίες που θα μπορούσαν να προκληθούν από εργασίες κατεδαφίσεως που η γαλλική επιχείρηση εκτελούσε εκεί κοντά για λογαριασμό του SAARLAND.

Επί του πρώτου ερωτήματος

3

Με το πρώτο ερώτημα ερωτάται αν «η δικαιοδοσία σχετικά με την εκμετάλλευση υποκαταστήματος, πρακτορείου ή κάθε άλλης εγκαταστάσεως που περιλαμβάνεται στο άρθρο 5, περίπτωση 5 της σύμβασης της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 καθορίζεται:

α)

κατά το δίκαιο του κράτους του οποίου τα δικαστήρια έχουν επιληφθεί ή

β)

κατά το δίκαιο των οικείων κρατών (χαρακτηρισμός κατά το εφαρμοστέο δίκαιο στην κύρια δίκη) ή

γ)

αυτόνομα, δηλαδή σε συνάρτηση με τους στόχους και το σύστημα της Σύμβασης 1968, καθώς και τις γενικές αρχές που συνάγονται από το σύνολο των εθνικών έννομων τάξεων (απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 14ης Οκτωβρίου 1976, EUROCONTROL NJW 1977, σ. 489 και 490)»;

4

Η σύμβαση που συνήφθη δυνάμει του άρθρου 220 της Συνθήκης ΕΟΚ, αποσκοπεί, όπως ρητώς αναφέρεται στο προοίμιό της, στο να θέσει σε εφαρμογή τις διατάξεις αυτού του άρθρου που αφορούν την απλούστευση των διατυπώσεων για την αμοιβαία αναγνώριση και εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων, καθώς και στην ενίσχυση εντός της Κοινότητας, της έννομης προστασίας των εγκατεστημένων σε αυτή προσώπων.

Προκειμένου να αρθούν τα εμπόδια στις έννομες σχέσεις και στην επίλυση των διαφορών στη σφαίρα των ενδοκοινοτικών σχέσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, κανόνες που επιτρέπουν τον προσδιορισμό της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων των συμβαλλομένων κρατών σε αυτές τις σχέσεις και που διευκολύνουν την αναγνώριση και εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων.

Συνεπώς κατά την ερμηνεία της συμβάσεως πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τόσο το σύστημα και οι στόχοι της σύμβασης όσο και η σχέση της με τη Συνθήκη.

5

Δεδομένου ότι η Συνθήκη χρησιμοποιεί συχνά εκφράσεις και νομικές έννοιες από τη σφαίρα του αστικού, εμπορικού και δικονομικού δικαίου, που μπορεί να έχουν διαφορετική σημασία από το ένα συμβαλλόμενο κράτος στο άλλο, τίθεται το ερώτημα αν οι εκφράσεις και έννοιες αυτές πρέπει να θεωρηθούν ως αυτόνομες και επομένως κοινές στο σύνολο των συμβαλλομένων κρατών, ή ότι παραπέμπουν στους κανόνες του εφαρμοστέου δικαίου, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, δυνάμει των κανόνων περί συγκρούσεως δικαιοδοσίας του δικαστή ο οποίος επελήφθη πρώτος.

Το ζήτημα αυτό πρέπει να λυθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε να διασφαλίσει στη Σύμβαση την πλήρη αποτελεσματικότητά της στην πραγμάτωση των στόχων που επιδιώκει.

6

Οι έννοιες που περιέχονται στη φράση: «διαφορές σχετικές με την εκμετάλλευση υποκαταστήματος, πρακτορείου ή κάθε άλλης εγκαταστάσεως» που προσδιορίζουν τη δικαιοδοσία του άρθρου 5, περίπτωση 5, έχουν περιεχόμενο διαφορετικό από το ένα συμβαλλόμενο κράτος στο άλλο, όχι μόνο στις αντίστοιχες νομοθεσίες, αλλά επίσης και στην εφαρμογή των διμερών συμβάσεων περί αναγνωρίσεως και εκτελέσεως των αλλοδαπών αποφάσεων.

7

Η λειτουργία τους, στο πλαίσιο της Σύμβασης, πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με το γενικό κανόνα απονομής δικαιοδοσίας, που περιγράφεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1 της Σύμβασης, κατά τον οποίο «με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρούσας Συμβάσεως, τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος συμβαλλομένου κράτους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους αυτού, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους».

Το ότι το άρθρο 5 προβλέπει ειδικές δικαιοδοσίες των οποίων η επιλογή εξαρτάται από την εκλογή του ενάγοντος, οφείλεται στην ύπαρξη, σε ορισμένες σαφώς προσδιορισμένες περιπτώσεις, ιδιαίτερα στενού συνδέσμου μεταξύ μιας διαφοράς και του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου μπορεί να αχθεί για τη λυσιτελή οργάνωση της δίκης.

Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι ο πολλαπλασιασμός των δωσιδικιών για την ίδια διαφορά δεν είναι ικανός να ευνοήσει την ασφάλεια του δικαίου και την αποτελεσματικότητα της έννομης προστασίας στο σύνολο των εδαφών που απαρτίζουν την Κοινότητα, είναι σύμφωνη προς το στόχο της Σύμβασης η αποφυγή διασταλτικής και πολύμορφης ερμηνείας των εξαιρέσεων του γενικού κανόνα δωσιδικίας που περιέχεται στο άρθρο 2.

Αυτό ενισχύεται από το γεγονός ότι, στις εθνικές νομοθεσίες ή στις διμερείς συμβάσεις, η ανάλογη εξαίρεση συχνά εμπνέεται όπως ορθώς αναφέρει στις γραπτές της παρατηρήσεις η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, από την ιδέα ότι το εθνικό κράτος εξυπηρετεί τα συμφέροντα των υπηκόων του παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να αποφύγουν τη δικαιοδοσία αλλοδαπού δικαστηρίου, ενώ παρόμοια σκέψη δεν έχει τη θέση της στο κοινοτικό πλαίσιο, εφόσον ο δικαιολογητικός λόγος των εξαιρέσεων που εισάγει το άρθρο 5 στο γενικό κανόνα δικαιοδοσίας του άρθρου 2, πρέπει να αναζητηθεί αποκλειστικά στη μέριμνα για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.

8

Το περιεχόμενο και τα όρια της ευχέρειας που αναγνωρίζει στον ενάγοντα το άρθρο 5, περίπτωση 5, εξαρτώνται από την εκτίμηση ιδιαίτερων παραγόντων που, στις σχέσεις μεταξύ της μητρικής επιχειρήσεως και των υποκαταστημάτων της, πρακτορείων ή άλλων εγκαταστάσεων, είτε στις σχέσεις μεταξύ μιας από τις τελευταίες αυτές οντότητες και τρίτων, φανερώνουν τον ειδικό σύνδεσμο που δικαιολογεί, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 2, το δικαίωμα επιλογής που παρέχεται στον εν λόγω ενάγοντα.

Πρόκειται, εξ ορισμού, περί παραγόντων που αφορούν δύο οντότητες εγκατεστημένες σε διαφορετικά συμβαλλόμενα κράτη, αλλά που, παρ' όλα αυτά, πρέπει να μπορούν να εκτιμηθούν κατά ταυτόσημο τρόπο, είτε η εκτίμηση αυτή γίνεται από την άποψη της μητρικής επιχείρησης, από την άποψη της (ή των) προεκτάσεως (προεκτάσεων) που η επιχείρηση αυτή εγκατέστησε σε άλλα κράτη μέλη ή ακόμα από την άποψη των τρίτων με τους οποίους, μέσω των προεκτάσεων αυτών, έχουν συναφθεί έννομες σχέσεις.

Υπ' αυτές τις συνθήκες η μέριμνα να διασφαλιστεί η ασφάλεια του δικαίου καθώς και η ισότητα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων, όσον αφορά την ευχέρεια παρεκκλίσεως από τον κανόνα γενικής δωσιδικίας του άρθρου 2, επιβάλλει αυτόνομη ερμηνεία και, συνεπώς, κοινή στο σύνολο των συμβαλλομένων κρατών, των εννοιών του άρθρου 5, περίπτωση 5, της Σύμβασης και που αποτελούν αντικείμενο της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως.

Επί του δευτέρου και τρίτου ερωτήματος

9

Στην περίπτωση που στην εν λόγω έκφραση πρέπει να δοθεί αυτόνομη ερμηνεία, ερωτάται, με το δεύτερο ερώτημα, ποια ερμηνευτικά κριτήρια πρέπει να εφαρμοστούν σχετικά με την ελευθερία λήψεως αποφάσεων (μεταξύ άλλων για τη σύναψη συναλλαγών) και τη σπουδαιότητα της υλικής εγκατάστασης.

Με το τρίτο ερώτημα ερωτάται αν, για την ερμηνεία της σχετικής εννοίας, πρέ πει να ληφθούν υπόψη

«όπως το απαιτεί για παράδειγμα το γερμανικό δίκαιο (βλέπε άρθρο 21 του ZIVILPROZESSORDNUNG, BAUMBACH, 36η έκδοση, σημείωση 2Α STEIN-JONAS, 19η έκδοση, σημείωση II 2, OBERLANDESGERICHT, Köln NJW 73, 1834, OBERLANDESGERICHT BRESLAU Η RR 39, αριθ. 111), ορισμένες αρχές που διέπουν την αστική ευθύνη του προσώπου, που με σύνολο εξωτερικών, πράξεων, δηλαδή πράξεων που του αντιτάσσονται από κάθε τρίτο καλής πίστεως, δημιούργησε την εντύπωση ότι υφίσταται υποκατάστημα ή πρακτορείο, με τη συνέπεια το πρόσωπο που προκαλεί μια τέτοια εντύπωση να πρέπει να θεωρείται ότι εκμεταλλεύτηκε τέτοιο υποκατάστημα ή τέτοιο πρακτορείο»;

10

Στα δύο αυτά ερωτήματα πρέπει να δοθεί ενιαία απάντηση.

11

Λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εν λόγω έννοιες παρέχουν την ευχέρεια παρεκκλίσεως από τη γενική αρχή περί δικαιοδοσίας του άρθρου 2 της Σύμβασης, η ερμηνεία τους πρέπει να είναι τέτοια ώστε να προκύπτει χωρίς δυσχέρεια ο ειδικός σύνδεσμος που δικαιολογεί αυτή την παρέκκλιση.

Ο ιδιαίτερος αυτός σύνδεσμος αφορά, πρώτον, τα εξωτερικά σημεία που επιτρέπουν με ευχέρεια να αναγνωριστεί η ύπαρξη του υποκαταστήματος, του πρακτορείου ή της εγκατάστασης και, δεύτερον, τη σχέση που υφίσταται μεταξύ της οντότητας που εντοπίζεται με τον τρόπο αυτό και του αντικειμένου της διαφοράς που στρέφεται κατά της μητρικής επιχείρησης, η οποία είναι εγκατεστημένη σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος.

12

Όσον αφορά το πρώτο σημείο, η έννοια του υποκαταστήματος; του πρακτορείου ή κάθε άλλης εγκατάστασης προϋποθέτει ένα κέντρο επιχειρηματικής δραστηριότητας που εκδηλώνεται με διαρκή τρόπο προς τα έξω ως προέκταση μητρικής επιχειρήσεως, έχει διεύθυνση και είναι ειδικά εξοπλισμένο ώστε να μπορεί να διαχειρίζεται υποθέσεις με τρίτους, κατά τέτοιο τρόπο ώστε οι τελευταίοι, παρ' όλο ότι γνωρίζουν ότι ενδεχόμενη έννομη σχέση θα συναφθεί με τη μητρική επιχείρηση της οποίας η έδρα είναι στο εξωτερικό, δεν οφείλουν να απευθυνθούν απευθείας στη μητρική επιχείρηση και μπορούν να συνάψουν συναλλαγές στο κέντρο επιχειρηματικής δραστηριότητας που αποτελεί την προέκταση της μητρικής επιχείρησης.

13

Όσον αφορά το δεύτερο σημείο, είναι, εξάλλου, αναγκαίο το αντικείμενο της διαφοράς να αφορά την εκμετάλλευση του υποκαταστήματος, του πρακτορείου ή κάθε άλλης εγκατάστασης.

Η εν λόγω έννοια της εκμετάλλευσης περιλαμβάνει, αφενός, τις διαφορές που αφορούν τα συμβατικά ή μη συμβατικά δικαιώματα και υποχρεώσεις που αφορούν την καθαυτό διαχείριση του πρακτορείου, του υποκαταστήματος ή της εγκατάστασης, όπως είναι οι διαφορές που αφορούν τη μίσθωση του ακινήτου όπου οι εν λόγω οντότητες έχουν εγκατασταθεί ή την επί τόπου πρόσληψη του προσωπικού που απασχολείται εκεί.

Αφετέρου, περιλαμβάνει επίσης τις διαφορές που αφορούν τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει το προπεριγραφέν κέντρο επιχειρηματικής δραστηριότητας στο όνομα της μητρικής επιχείρησης και που πρέπει να εκτελεστούν στο συμβαλλόμενο κράτος όπου είναι εγκατεστημένο το εν λόγω κέντρο επιχειρηματικής διαστηριότητας καθώς και τις διαφορές που αφορούν τις μη συμβατικές υποχρεώσεις που πηγάζουν από τις δραστηριότητες που ανέπτυξε το υποκατάστημα, το πρακτορείο ή κάθε άλλη εγκατάσταση, κατά την πιο πάνω καθορισθείσα έννοια, στον τόπο όπου είναι εγκατεστημένο για λογαριασμό της μητρικής επιχείρησης.

Στο επιληφθέν δικαστήριο εναπόκειται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, να επισημάνει τις ενδείξεις που επιτρέπουν να διαπιστωθεί η ύπαρξη πραγματικού κέντρου επιχειρηματικής δραστηριότητας και να χαρακτηριστεί η ένδικη έννομη σχέση σχετικά με την έννοια «εκμετάλλευση», όπως ερμηνεύτηκε πιο πάνω.

14

Οι προηγούμενες σκέψεις καθιστούν την ειδική απάντηση στο τρίτο ερώτημα περιττή.

 

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,

κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Oberlandesgericht Saarbrücken, με Διάταξη της 21ης Φεβρουαρίου 1978, αποφαίνεται:

 

1)

Κατά την ερμηνεία της Σύμβασης της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τόσο οι ιδιαίτεροι σκοποί και το σύστημά της, όσο και η σχέση της με τη Συνθήκης ΕΟΚ.

Το ζήτημα αν οι εκφράσεις και οι έννοιες που χρησιμοποιεί η Σύμβαση πρέπει να θεωρηθούν ως αυτόνομες και, επομένως, κοινές για το σύνολο των συμβαλλομένων κρατών, ή αν πρέπει να θεωρηθούν ότι παραπέμπουν στους κανόνες του εφαρμοστέου δικαίου, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με τους κανόνες περί συγκρούσεως αρμοδιοτήτων του δικαστή που επελήφθη πρώτος της υπόθεσης, πρέπει να λυθεί κατά τέτοιο τρόπο που να διασφαλίζει στη Σύμβαση την πλήρη αποτελεσματικότητά της, στην πραγμάτωση των στόχων που επιδιώκει.

Η μέριμνα να διασφαλιστεί η ασφάλεια του δικαίου καθώς και η ισότητα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων, όσον αφορά την ευχέρεια παρεκκλίσεως από τον κανόνα γενικής δικαιοδοσίας του άρθρου 2, επιβάλλει αυτόνομη και συνεπώς κοινή ερμηνεία στο σύνολο των συμβαλλομένων κρατών, των εννοιών που περιλαμβάνει το άρθρο 5, περίπτωση 5 της Σύμβασης.

 

2)

Η έννοια του υποκαταστήματος, του πρακτορείου ή κάθε άλλης εγκαταστάσεως προϋποθέτει ένα κέντρο επιχειρηματικής δραστηριότητας που εκδηλώνεται διαρκώς προς τα έξω, ως η προέκταση της μητρικής επιχειρήσεως, το οποίο διαθέτει διεύθυνση και είναι υλικά εξοπλισμένο έτσι ώστε να μπορεί να διαπραγματεύεται υποθέσεις με τρίτους, κατά τέτοιο τρόπο που οι τρίτοι, παρ' όλο ότι γνωρίζουν ότι θα συναφθεί ενδεχομένως έννομη σχέση με την μητρική επιχείρηση της οποίας η έδρα είναι στο εξωτερικό, δεν απαιτείται να απευθύνονται απευθείας στην τελευταία και μπορούν να πραγματοποιήσουν συναλλαγές στο κέντρο επιχειρηματικής δραστηριότητας που αποτελεί την προέκταση της μητρικής επιχείρησης.

 

3)

Η έννοια «εκμετάλλευση» περιλαμβάνει:

τις διαφορές που αφορούν συμβατικά ή μη συμβατικά δικαιώματα και υποχρεώσεις που αφορούν την καθαυτό διαχείριση του πρακτορείου, του υποκαταστήματος ή της εγκατάστασης, όπως οι διαφορές που αφορούν την μίσθωση του ακινήτου όπου οι εν λόγω οντότητες έχουν εγκατασταθεί ή την επί τόπου πρόσληψη του προσωπικού που απασχολείται εκεί.

τις διαφορές που αφορούν τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει το προπεριγραφέν κέντρο επιχειρηματικής δραστηριότητας στο όνομα της μητρικής επιχείρησης και που πρέπει να εκτελεστούν στο συμβαλλόμενο κράτος όπου είναι εγκατεστημένο το εν λόγω κέντρο επιχειρηματικής δραστηριότητας, καθώς και τις διαφορές που αφορούν τις μη συμβατικές υποχρεώσεις που πηγάζουν από τις δραστηριότητες που ανέπτυξε το υποκατάστημα, το πρακτορείο ή κάθε άλλη εγκατάσταση, κατά την πιο πάνω καθορισθείσα έννοια, στον τόπο όπου είναι εγκατεστημένο για λογαριασμό της μητρικής επιχείρησης.

 

4)

Στο επιληφθέν δικαστήριο, εναπόκειται να επισημάνει, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, τις ενδείξεις που επιτρέπουν να διαπιστωθεί η ύπαρξη πραγματικού κέντρου επιχειρηματικής δραστηριότητας και να χαρακτηρισθεί η ένδικη έννομη σχέση σχετικά με την έννοια «εκμετάλλευση» όπως ερμηνεύεται πιο ο πάνω

 

Kutscher

Mertens de Wilmars

Mackenzie Stuart

Donner

Pescatore

Sørensen

O'Keeffe

Bosco

Touffait

Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 22 Νοεμβρίου 1978

Ο γραμματέας

Α. Van Houtte

Ο Πρόεδρος

Η. Kutscher


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.