Υπόθεση 85/76

Hoffmann-La Roche & Co. AG

κατά

Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

«Δεσπόζουσα θέση»

   

   

Περίληψη της αποφάσεως

  1. Κοινοτικό δίκαιο – Σεβασμός του δικαιώματος ακροάσεως – Θεμελιώδης αρχή – Πεδίο εφαρμογής – Ανταγωνισμός – Διοικητική διαδικασία – Έκταση της αρχής

    (Κανονισμός του Συμβουλίου 17, άρθρο 19, παράγραφος 1 κανονισμός της Επιτροπής 99/63, άρθρο 4)

  2. Ανταγωνισμός – Διοικητική διαδικασία – Εξουσία της Επιτροπής να διενεργήσει έρευνες – Πληροφορίες που καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο – Δυνατότητα να αντιταχθεί σε μία επιχείρηση – Προϋπόθεση – Σεβασμός του δικαιώματος ακροάσεως

    (Κανονισμός του Συμβουλίου 17, άρθρο 20, παράγραφος 2)

  3. Ανταγωνισμός – Δεσπόζουσα θέση – Οικεία αγορά – Οριοθέτηση

    Προϊόν επιδεχόμενο διάφορες χρήσεις (Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 86)

  4. Ανταγωνισμός – Δεσπόζουσα θέση – Έννοια

    (Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 86)

  5. Ανταγωνισμός – Δεσπόζουσα θέση – Ύπαρξη – Μερίδιο αγοράς – Αλλες ενδείξεις

    (Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 86)

  6. Ανταγωνισμός – Δεσπόζουσα θέση – Κατάχρηση – Έννοια

    (Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 86)

  7. Ανταγωνισμός – Δεσπόζουσα θέση – Κατάχρηση – Συμβάσεις αποκλειστικού εφοδιασμού – Εκπτώσεις υπέρ πιστών πελατών – Αγγλική ρήτρα

    (Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 86)

  8. Ανταγωνισμός – Δεσπόζουσα θέση – Κατάχρηση – Εκπτώσεις υπέρ πιστών πελατών – Εφαρμογή ανίσων όρων επί ισοδυνάμων παροχών

    (Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 86, γ)

  1.  Ο σεβασμός του δικαιώματος ακροάσεως σε κάθε διαδικασία που μπορεί να καταλήξει σε επιβολή κυρώσεων, ιδίως προστίμων ή χρηματικών ποινών, αποτελεί θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου, που πρέπει να τηρείται ακόμα και αν πρόκειται για διαδικασία διοικητικού χαρακτήρα.

    Στον τομέα του ανταγωνισμού και στο πλαίσιο διαδικασίας που αποσκοπεί στη διαπίστωση παραβάσεων των άρθρων 85 ή 86 της Συνθήκης, ο σεβασμός του δικαιώματος ακροάσεως απαιτεί να παρέχεται στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση η ευκαιρία, κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, να καταστήσει κατά λυσιτελή τρόπο γνωστή την άποψή της για το υποστατό και το ουσιώδες των προσβαλλομένων πραγματικών περιστατικών και συνθηκών και για τα έγγραφα στα οποία στήριξε η Επιτροπή τον ισχυρισμό της περί υπάρξεως παραβάσεως.

  2.  Η υποχρέωση τηρήσεως του επαγγελματικού απορρήτου που επιβάλλει στην Επιτροπή το άρθρο 20, παράγραφος 2, του κανονισμού 17, πρέπει να συμβιβάζεται με το σεβασμό του δικαιώματος ακροάσεως. Παρέχοντας στις επιχειρήσεις από τις οποίες συλλέχθηκαν πληροφορίες την εξασφάλιση ότι τα συμφέροντά τους, που συνδέονται με τη διαφύλαξη του επαγγελματικού απορρήτου, δεν θα τεθούν σε κίνδυνο, η αναφερθείσα διάταξη επιτρέπει στην Επιτροπή να συλλέξει κατά τον ευρύτερο δυνατό τρόπο στοιχεία απαραίτητα για την εκτέλεση της αποστολής ελέγχου που εκπληρώνει, χωρίς να μπορούν οι επιχειρήσεις να της αντιτάξουν άρνηση· η Επιτροπή δεν μπορεί, όμως, να λάβει υπόψη της εναντίον της επιχειρήσεως, την οποία αφορά η διαδικασία διαπιστώσεως παραβάσεων των κανόνων του ανταγωνισμού, έγγραφα, τα οποία κρίνει ότι δεν μπορεί να φανερώσει, εάν αυτή η άρνηση φανερώσεως θίγει τη δυνατότητα της επιχειρήσεως αυτής να καταστήσει κατά λυσιτελή τρόπο γνωστή την άποψή της για το υποστατό ή τη σημασία των γεγονότων ή των εγγράφων αυτών ή ακόμη για τα συμπεράσματα που συνάγει η Επιτροπή από αυτά.

  3.  Όταν ένα προϊόν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για διαφορετικούς σκοπούς και όταν αυτές οι διαφορετικές χρήσεις πληρούν οικονομικές ανάγκες, οι οποίες επίσης είναι διαφορετικές μεταξύ τους, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το προϊόν αυτό μπορεί να ανήκει, κατά περίπτωση, σε χωριστές αγορές, οι οποίες ενδεχομένως παρουσιάζουν διαφορετικά χαρακτηριστικά, τόσο από την άποψη της δομής όσο και των συνθηκών ανταγωνισμού. Η διαπίστωση όμως αυτή δεν δικαιολογεί το συμπέρασμα ότι ένα τέτοιο προϊόν αποτελεί μία και μόνη αγορά με όλα τα άλλα προϊόντα τα οποία μπορούν να το αντικαταστήσουν στις διάφορες χρήσεις για τις οποίες προορίζεται και, κατά περίπτωση, να το ανταγωνιστούν. Η έννοια της οικείας αγοράς (relevant market) προϋποθέτει πράγματι τη δυνατότητα αποτελεσματικού ανταγωνισμού μεταξύ των προϊόντων που την αποτελούν, πράγμα που απαιτεί επαρκή βαθμό δυνατότητας αντικαταστάσεως μεταξύ όλων των προϊόντων που αποτελούν την ίδια αγορά εν όψει της ίδιας χρησιμοποιήσεως.

  4.  Η δεσπόζουσα θέση που αναφέρεται στο άρθρο 86 της Συνθήκης αφορά την κατάσταση οικονομικής ισχύος μιας επιχειρήσεως, που της δίνει την εξουσία να εμποδίζει τη διατήρηση αποτελεσματικού ανταγωνισμού στην οικεία αγορά, παρέχοντάς της τη δυνατότητα να συμπεριφέρεται σε σημαντική έκταση ανεξάρτητα έναντι των ανταγωνιστών, των πελατών της και, τελικά, των καταναλωτών. Μια τέτοια θέση, αντίθετα απ' ό, τι μια κατάσταση μονοπωλίου ή οιονεί μονοπωλίου, δεν αποκλείει την ύπαρξη κάποιου ανταγωνισμού, αλλά δίνει στην επιχείρηση που την κατέχει τη δυνατότητα, αν όχι να αποφασίζει, τουλάχιστον να επηρεάζει σημαντικά τις συνθήκες υπό τις οποίες θα αναπτυχθεί αυτός ο ανταγωνισμός και, εν πάση περιπτώσει, τη δυνατότητα να συμπεριφέρεται σε ευρεία έκταση χωρίς να πρέπει να λάβει υπόψη της τις συνθήκες αυτές και χωρίς παρόλα αυτά να ζημιώνεται από τη συμπεριφορά αυτή.

  5.  Η κατοχή ευρυτάτων μεριδίων αγοράς αποτελεί ιδιαίτερα σημαντική ένδειξη για την ύπαρξη δεσποζούσης θέσεως. Εξάλλου, ισχυρές ενδείξεις αποτελούν η σχέση μεταξύ των μεριδίων αγοράς που κατέχει η οικεία επιχείρηση και αυτών που κατέχουν οι ανταγωνιστές της, ιδίως αυτοί που την ακολουθούν άμεσα, το τεχνολογικό προβάδισμα που έχει η επιχείρηση σε σχέση με τους ανταγωνιστές της, η ύπαρξη εξαιρετικά τελειοποιημένου εμπορικού δικτύου και η έλλειψη δυνατού ανταγωνισμού.

  6.  Η έννοια της καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως είναι αντικειμενική έννοια, η οποία αφορά τη συμπεριφορά επιχειρήσεως που κατέχει δεσπόζουσα θέση, συμπεριφορά που είναι ικανή να επηρεάσει τη δομή μιας αγοράς όπου, λόγω ακριβώς της υπάρξεως της εν λόγω επιχειρήσεως, ο βαθμός ανταγωνισμού είναι ήδη εξασθενημένος, και η οποία εμποδίζει τη διατήρηση του βαθμού ανταγωνισμού που υπάρχει ακόμη στην αγορά ή την ανάπτυξη του ανταγωνισμού αυτού με τη βοήθεια μέσων που είναι διαφορετικά από αυτά που διέπουν ένα φυσιολογικό συναγωνισμό των προϊόντων ή υπηρεσιών βάσει των παροχών των επιχειρηματιών.

  7.  Για μια επιχείρηση που κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά, η δέσμευση των αγοραστών — ακόμη και κατόπιν αιτήσεώς τους — με υποχρέωση ή υπόσχεση προμήθειας του συνόλου ή σημαντικού μέρους των αναγκών τους αποκλειστικά από την εν λόγω επιχείρηση συνιστά καταχρηστική εκμετάλλευση δεσποζούσης θέσεως κατά την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης, είτε η εν λόγω υποχρέωση έχει συμφωνηθεί άνευ ετέρου είτε αντισταθμίζεται από τη χορήγηση εκπτώσεων. Το ίδιο ισχύει και όταν η εν λόγω επιχείρηση, χωρίς να δεσμεύει τους αγοραστές με ρητή υποχρέωση, εφαρμόζει, είτε βάσει συμφωνιών με τους αγοραστές αυτούς είτε μονομερώς, σύστημα εκπτώσεων υπέρ πιστών πελατών, δηλαδή εκπτώσεων που εξαρτώνται από τον όρο ότι ο πελάτης εφοδιάζεται για το σύνολο ή σημαντικό μέρος των αναγκών του αποκλειστικά από την επιχείρηση που κατέχει δεσπόζουσα θέση.

    Πράγματι, αυτού του είδους οι υποχρεώσεις αποκλειστικού εφοδιασμού με το αντιστάθμισμα των εκπτώσεων ή χωρίς αυτό ή η χορήγηση εκπτώσεων υπέρ πιστών πελατών ως παρότρυνση του αγοραστή να εφοδιάζεται αποκλειστικά από την επιχείρηση που κατέχει δεσπόζούσα θέση δεν συμβιβάζονται με το σκοπό του ανόθευτου ανταγωνισμού στην κοινή αγορά, διότι δεν στηρίζονται σε οικονομική παροχή που να δικαιολογεί αυτή την επιβάρυνση ή αυτό το πλεονέκτημα, αλλά τείνουν στο να αφαιρέσουν από τον αγοραστή, ή να του περιορίσουν, τη δυνατότητα επιλογής όσον αφορά τις πηγές εφοδιασμού του και να φράξουν την είσοδο των παραγωγών στην αγορά.

    Ο καταχρηστικός και αντίθετος στον ανταγωνισμό χαρακτήρας των εν λόγω συμβάσεων δεν αίρεται από τη λεγόμενη αγγλική ρήτρα που περιέχουν οι τελευταίες και δυνάμει της οποίας οι αγοραστές υποχρεούνται να γνωστοποιούν στην επιχείρηση που κατέχει δεσπόζουσα θέση κάθε ευνοϊκότερη προσφορά που δέχονται από ανταγωνιστές, είναι δε ελεύθεροι να εφοδιάζονται από τους ανταγωνιστές αν η επιχείρηση που κατέχει δεσπόζουσα θέση δεν ευθυγραμμίσει τις τιμές της με την εν λόγω προσφορά. Μια τέτοια ρήτρα μπορεί, υπό τις συνθήκες αυτές, να επιτρέψει στην επιχείρηση που κατέχει δεσπόζουσα θέση να ολοκληρώσει την καταχρηστική εκμετάλλευση της θέσεως που κατέχει.

  8.  Οι εκπτώσεις υπέρ πιστών πελατών οδηγούν στην εφαρμογή ανίσων όρων επί ισοδυνάμων παροχών έναντι των εμπορικώς συναλλασσομένων, διότι δύο αγοραστές ίδιας ποσότητας του ίδιου προϊόντος καταβάλλουν διαφορετική τιμή αναλόγως του αν εφοδιάζονται αποκλειστικά από την επιχείρηση που κατέχει δεσπόζουσα θέση ή αν έχουν διάφορες πηγές εφοδιασμού.