ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JEAN-PIERRE WARNER
της 25ης Ιανουαρίου 1977 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Η υπό κρίση προδικαστική υπόθεση υπεβλήθη από το Cour de cassation της Γαλλίας. Το πρόβλημα που ανακύπτει αφορά την ερμηνεία του άρθρου 52 του κανονισμού 3 του Συμβουλίου. Το άρθρο αυτό έχει ως εξής:
«Αν το πρόσωπο που δικαιούται παροχών δυνάμει της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους λόγω ζημίας η οποία επήλθε στο έδαφος άλλου κράτους μέλους έχει, στο έδαφος αυτό, το δικαίωμα να ζητήσει από τρίτο την αποκατάσταση της ζημίας αυτής, τα έναντι του τρίτου ενδεχόμενα δικαιώματα του φορέα οφειλέτη ρυθμίζονται ως εξής:
|
α) |
Στην περίπτωση όπου, δυνάμει της νομοθεσίας στην οποία υπάγεται, ο φορέας οφειλέτης υποκαθίσταται στα έναντι του τρίτου δικαιώματα του δικαιούχου, τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν αυτή την υποκατάσταση. |
|
β) |
Στην περίπτωση όπου ο φορέας οφειλέτης έχει άμεσο δικαίωμα έναντι του τρίτου, τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν αυτό το δικαίωμα. |
Η εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ρυθμιστεί με διμερείς συμφωνίες.»
Εν προκειμένω μπορούμε να αγνοήσουμε την τελευταία περίοδο της διάταξης αυτής. Πράγματι δεν υπάρχει διμερής συμφωνία σχετική με την υπό κρίση υπόθεση. Ωστόσο είναι σαφές ότι το άρθρο 52 έχει άμεσο αποτέλεσμα ακόμη και αν δεν υπάρχουν συμφωνίες αυτού του είδους (βλ. υπόθεση 31/64, Caisse commune d'assurance «La prevoyance sociale» κατά W. H. Bertholet, 1965 ECR, σ. 112, και υπόθεση 33/64, Betriebskrankenkasse der Heseper Torfwerk GmbH κατά Egberdina van Dijk, 1965 ECR, σ. 132).
Εξάλλου το Δικαστήριο έχει κρίνει γενικώς ότι τα δικαιώματα που παρέχει το άρθρο 52 στους εθνικούς φορείς κοινωνικής ασφάλισης αποτελούν εύλογο και δίκαιο αντιστάθμισμα της επεκτάσεως των υποχρεώσεων των εν λόγω φορέων στο σύνολο της Κοινότητας κατ' εφαρμογή των διατάξεων του κανονισμού 3 (βλ. αποφάσεις στις υποθέσεις Bertholet, 1965 ECR, σ. 112, Egberdina van Dijk, 1965 ECR, σ. 132 και 44/65, Hessische Knappschaft κατά Maison Singer et fils, 1965 ECR, σ. 1192).
Η υπό κρίση υπόθεση πηγάζει από ατύχημα που συνέβη στη Mulhouse στις 19 Αυγούστου 1968 και στο οποίο ο Topfer, που οδηγούσε ποδήλατο, παρασύρθηκε από μοτοποδήλατο το οποίο οδηγούσε κάποιος Weber. Συνεπεία του ατυχήματος ο Topfer υπέστη κάταγμα του κρανίου και αποβίωσε στις 11 Σεπτεμβρίου 1968.
Το ζήτημα της ευθύνης δεν αμφισβητείται: με απόφαση του Tribunal de grande instance της Mulhouse, της 25ης Ιουνίου 1971 (κατά της οποίας δεν ασκήθηκε έφεση), ο Weber κρίθηκε εξ ολοκλήρου υπεύθυνος για το ατύχημα.
Ο Topfer ήταν γερμανός υπήκοος, νυμφευμένος με γαλλίδα. Κατά το χρόνο του ατυχήματος ζούσε και εργαζόταν στη Mulhouse, όπου υπαγόταν στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως. Είχε όμως εργαστεί προηγουμένως κατά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, όπου ήταν ασφαλισμένος στο Landesversicherungsanstalt Rheinland Pfalz (στο εξής: LVA), συνέχισε δε την ασφάλιση αυτή ως προαιρετική και μετά την αποχώρησή του από τη Γερμανία.
Ο Töpfer είχε γεννηθεί στις 21 Μαρτίου 1906, ήταν δηλαδή εξήντα δύο ετών κατά το χρόνο του θανάτου του και θα συμπλήρωνε το εξηκοστό πέμπτο έτος στις 21 Μαρτίου 1971.
Μετά το θάνατό του, η χήρα του (την οποία θα αναφέρω στη συνέχεια ως: η Töpfer) έλαβε παροχές και από τους γαλλικούς φορείς κοινωνικής ασφάλισης και από το LVA, και συγκεκριμένα επίδομα θανάτου 2889,33 γαλλικών φράγκων από το Caisse primaire d'assurance maladie de Mulhouse, σύνταξη 44,80 FF μηνιαίως από το Caisse regionale d'assurance vieillesse de Strasbourg υπολογισθείσα βάσει του άρθρου 351 του γαλλικού κώδικα κοινωνικής ασφάλισης στο 50 % της σύνταξης γήρατος που θα δικαιούνταν ο ίδιος ο Töpfer βάσει της περιόδου εργασίας που συμπλήρωσε στη Γαλλία, αν είχε φθάσει στο εξηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του, και σύνταξη από το LVA, το ισόποσο των 349,65 FF μηνιαίως που υπολογίστηκε, σύμφωνα με τη γερμανική νομοθεσία σε ποσοστό 60 % της συντάξεως γήρατος που θα δικαιούνταν ο Töpfer στην εν λόγω ηλικία.
Πριν από το θάνατο του συζύγου της, η Töpfer, που έπασχε από μακρόχρονη ασθένεια, είχε λάβει επιδόματα ασθενείας ύψους 516 FF περίπου μηνιαίως. Πλην όμως έχασε το σχετικό δικαίωμα όταν στις 17 Ιουνίου 1969 κρίθηκε «ανίκανη προς εργασία». Συνεπεία αυτού απέκτησε prima facie από την εν λόγω ημερομηνία δικαίωμα σύνταξης αναπηρίας, πλην όμως, δυνάμει της ισχύουσας νομοθεσίας, δεν μπορούσε να λαμβάνει συγχρόνως σύνταξη αναπηρίας και συντάξεις χηρείας. Το άθροισμα της γαλλικής και της γερμανικής σύνταξης χηρείας υπερέβαινε το ποσό της σύνταξης αναπηρίας, η οποία επομένως δεν μπορούσε να της χορηγηθεί.
Στις 21 Μαΐου 1970 η Töpfer άσκησε αγωγή αποζημιώσεως κατά του Weber και της ασφαλιστικής του εταιρίας, «Le phénix» LARD, SA («οι εναγόμενοι») ενώπιον του Tribunal de grande instance της Mulhouse.
Για να κατανοήσουμε το πρόβλημα το οποίο αντιμετωπίζει τώρα το Cour de cassation πρέπει, νομίζω, να εξετάσουμε λεπτομερώς πώς είχε διατυπώσει το αίτημά της η Topfer με την αγωγή αυτή και ποια συνέχεια έδωσαν σχετικώς το Tribunal de grande instance και κατόπιν το Cour d'appel de Colmar.
Με το «εισαγωγικό δικόγραφο» η Töpfer ζήτησε αποζημίωση για τέσσερις λόγους.
Το πρώτο στοιχείο ήταν η «ηθική βλάβη», για την οποία ζήτησε συνολικό κατ' αποκοπή ποσό 30000 FF, προβάλλοντας ιδίως ότι υπέστη νευρικό κλονισμό μετά το θάνατο του συζύγου της.
Το δεύτερο στοιχείο ήταν η «υλική ζημία» για την οποία ζήτησε 30507,43 FF.
Η ενάγουσα υπολόγισε αυτό το ποσό εφαρμόζοντας ένα κανόνα που, όπως φαίνεται, γίνεται δεκτός από τα γαλλικά δικαστήρια, κατά τον οποίο οι σύζυγοι θεωρούνται ότι κρατούν, ο καθένας για τον εαυτό του, το ένα τρίτο του προσωπικού τους εισοδήματος και συνεισφέρουν στις δαπάνες του νοικοκυριού τα υπόλοιπα δύο τρίτα. Έτσι η Töpfer υπολόγισε ότι από το καθαρό μηνιαίο εισόδημά του των 860 FF περίπου, ο σύζυγός της κρατούσε για τις προσωπικές του ανάγκες το ένα τρίτο, δηλαδή 286,60 FF και συνεισέφερε στις δαπάνες του νοικοκυριού τα υπόλοιπα 573,40 FF. Η ίδια κρατούσε το ένα τρίτο των επιδομάτων ασθενείας που της καταβάλλονταν, ύψους 516 FF, δηλαδή 172 FF και συνεισέφερε στις δαπάνες του νοικοκυριού τα υπόλοιπα 344 FF. Έτσι τα έσοδα του νοικοκυριού ανέρχονταν σε 573,40 FF συν 344 FF, δηλαδή 917,40 FF μηνιαίως. Βάσει αυτού του ποσού υπολόγισε ότι τα προσωπικά της έσοδα πριν από το θάνατο του συζύγου της ανέρχονταν σε 172 FF συν τα μισά έσοδα του νοικοκυριού ύψους 917,40 FF, δηλαδή 458,70 FF, άρα σε 630,70 FF μηνιαίως.
Μετά το θάνατο του συζύγου της τα έσοδά της αποτελούσαν η γαλλική και η γερμανική σύνταξη χηρείας που ανέρχονταν συνολικά σε 394,45 FF μηνιαίως.
Έτσι η οικονομική απώλεια που υπέστη από το θάνατο του συζύγου της ανήλθε σε 630,70 FF μείον 394,45 FF, δηλαδή σε 236,25 FF μηνιαίως ή 2835 FF ετησίως. Εφαρμόζοντας στο ποσό αυτό έναν αναλογιστικό πολλαπλασιαστή, γνωστό ως «τιμή του φράγκου συντάξεως» και ανερχόμενο σε 10761 για άνδρα εξήντα δύο ετών, κατέληξε στο ποσό των 30507,43 FF.
Ο δικηγόρος του LVA και ο δικηγόρος της Επιτροπής παρατήρησαν και οι δύο κατά τη συζήτηση ότι, υπολογίζοντας κατ' αυτόν τον τρόπο την «υλική ζημία» της, η Töpfer υπέπεσε σε πλάνη, κατά την άποψή τους. Οι δικηγόροι θεωρούν ότι η Töpfer δεν έπρεπε να υπολογίσει τις συντάξεις χηρείας ως παράγοντα μειώσεως της ζημίας της και ότι, αν δεν είχε ενεργήσει κατ' αυτόν τον τρόπο, δεν θα είχε ανακύψει το επίμαχο πρόβλημα ή εν πάση περιπτώσει δεν θα ήταν τόσο οξύ. Όπως αντιλαμβάνομαι, οι δικηγόροι στηρίχτηκαν σχετικώς στην άποψη ότι, κατά το γαλλικό δίκαιο, το συνολικό ποσό της αποζημίωσης που μπορεί να αναζητηθεί έναντι των εναγομένων «κατά το κοινό δίκαιο» δεν περιλαμβάνει καμιά από τις παροχές κοινωνικής ασφάλισης τις οποίες μπορούσε να ζητήσει η Topfer, αλλά, μόλις καθοριστεί το ποσό αυτό, κατανέμεται μεταξύ της Töpfer και των φορέων κοινωνικής ασφαλίσεως.
Δεδομένου ότι το ζήτημα αυτό αφορά το γαλλικό δίκαιο, το Δικαστήριο δεν καλείται να αποφανθεί επ' αυτού, ούτε και εγώ θα το σχολιάσω· θα παρατηρήσω πάντως ότι στο σύγγραμμα Doublet, «Securité Sociale», πέμπτη έκδοση, 1972, σελίδα 258, υπάρχει το ακόλουθο χωρίο:
«Το θύμα δικαιούται να λάβει από τον τρίτο μόνο τη διαφορά μεταξύ του ποσού που έλαβε από την κοινωνική ασφάλιση και της αποζημίωσης στην οποία καταδικάστηκε ο υπεύθυνος τρίτος από τα πολιτικά δικαστήρια, ενδεχομένως δε από τα διοικητικά δικαστήρια (CE, 23 Νοεμβρίου 1966, CPSS des Bouches-du-Rhône, Τ GI Verdun, και 7 Μαρτίου 1969, D. 69, σ. 123). Ο φορέας κοινωνικής ασφάλισης δικαιούται να απαιτήσει από τον τρίτο την απόδοση των αποζημιώσεων που κατέβαλε στο θύμα ή στους δικαιοδόχους του (CE, CPSSRP, 17 Νοεμβρίου 1965· CE 20 Μαΐου 1966, Berenger). Αλλά η έκταση των δικαιωμάτων αυτού του φορέα εγείρει λεπτά προβλήματα τα οποία έχουν προκαλέσει πολλές αντιδικίες (δεδομένου ότι οι υπεύθυνοι και τα θύματα ατυχημάτων είναι γενικώς ασφαλισμένοι, οι ασφαλιστικές εταιρίες επιχείρησαν, όπως είναι ευνόητο, να περιορίσουν τα ποσά που ζητούσαν οι φορείς κοινωνικής ασφαλίσεως).»
Ίσως λοιπόν η Töpfer καλώς διατύπωσε το αίτημά της κατ' αυτό τον τρόπο, αφήνοντας στους ενδιαφερόμενους φορείς κοινωνικής ασφάλισης τη φροντίδα να διατυπώσουν όπως νομίζουν τα δικά τους αιτήματα κατά των εναγομένων.
Συνοψίζω το τρίτο και το τέταρτο στοιχείο της αγωγής της Töpfer, παρατηρώντας ότι αφορούσαν διάφορα έξοδα κηδείας συνολικού ύψους 4479,12 FF. Από το ποσό αυτό η Töpfer αφαίρεσε τα 2889,33 FF που είχε λάβει από το Caisse primaire d'assurance maladie ως επίδομα θανάτου και ζήτησε μόνο τη διαφορά.
Το LVA παρενέβη στη δίκη που κίνησε κατ' αυτό τον τρόπο η Topfer, υποστηρίζοντας ότι δυνάμει του άρθρου 1542 (1) του Reichsversicherungsordnung («RVO») σε συνδυασμό με το άρθρο 52 του κανονισμού 3 μπορούσε να ζητήσει από τους εναγομένους να του αποδώσουν τη σύνταξη χηρείας που είχε καταβάλει στην Töpfer. Οι αξιώσεις του ανήλθαν σε 34386,40 DM, από τα οποία 6331 DM αντιπροσώπευαν τα ποσά που είχε πράγματι καταβάλει στην Töpfer μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 1970, ενώ το υπόλοιπο, δηλαδή 28055,40 DM, αντιπροσώπευε το συνολικό ύψος της συντάξεως της Töpfer κατά την ημερομηνία εκείνη.
Το άρθρο 1542 (1) του RVO προβλέπει, όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, ότι το δικαίωμα που έχουν οι ασφαλισμένοι και οι δικαιοδόχοι τους, στο πλαίσιο αυτής της νομοθεσίας, να ζητήσουν αποζημίωση, δυνάμει κάθε άλλης νομοθετικής διάταξης, για κάθε ζημία που υπέστησαν λόγω ασθενείας, τραυματισμού, αναπηρίας ή θανάτου του αρχηγού της οικογενείας, μεθίστα-ται («geht über») στους φορείς κοινωνικής ασφαλίσεως κατά το μέτρο που καλούνται να καταβάλλουν ποσά στα πρόσωπα που νομιμοποιούνται στη λήψη παροχών βάσει του RVO.
Θυμάστε, κύριοι, ότι κατά τη συνεδρίαση συζητήθηκε το ζήτημα αν η εν λόγω διάταξη παρέχει στον ενδιαφερόμενο φορέα κοινωνικής ασφάλισης δικαίωμα υποκαταστάσεως κατά την έννοια της παραγράφου α του άρθρου 52 ή άμεσο δικαίωμα έναντι του υπαιτίου της ζημίας κατά την παράγραφο β. Ο δικηγόρος του LVA, ο δικηγόρος των εναγομένων και ο εκπρόσωπος της Επιτροπής θεωρούν όλοι ότι η εν λόγω διάταξη παρέχει δικαίωμα υποκαταστάσεως και όχι άμεσο δικαίωμα, φαίνεται δε ότι αυτή είναι και η άποψη του δικηγόρου της Töpfer, όπως προκύπτει από τις γραπτές παρατηρήσεις του. Σημαντικότερο είναι νομίζω το ότι το προδικαστικό ερώτημα του Cour de cassation είναι διατυπωμένο με βάση τη σκέψη ότι πρόκειται για δικαίωμα υποκαταστάσεως. Νομίζω λοιπόν ότι πρέπει να δεχθούμε αυτή την άποψη τουλάχιστο στο πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης.
Το Tribunal de grande instance της Mulhouse εξέδωσε οριστική απόφαση στις 3 Μαρτίου 1972. Επιδίκασε στην Töpfer αποζημίωση 20000 FF για την «ηθική βλάβη» που υπέστη όπως αντιλαμβάνομαι, δέχτηκε τον τρόπο με τον οποίο η Töpfer υπολόγισε την «υλική ζημία» και απλώς στρογγύλεψε το ποσό που ζητούσε γι' αυτό το λόγο στα 30000 FF και δέχτηκε τον υπολογισμό των εξόδων κηδείας που είχε δικαίωμα να αναζητήσει η Töpfer. Τελικώς, αφού έλαβε υπόψη το ποσό των 10000 FF που είχε λάβει προκαταβολικώς ως αποζημίωση η Töpfer, το Tribunal της επιδίκασε συνολικώς ποσό 51589,79 FF εις βάρος των εναγομένων. Το Tribunal απέρριψε εξ ολοκλήρου τα αιτήματα του LVA με την αιτιολογία ότι οι συντάξεις χηρείας είναι παροχές της ίδιας φύσεως με τις συντάξεις γήρατος και δεν έχουν «χαρακτήρα αποζημιώσεως» οπότε οι φορείς κοινωνικής ασφαλίσεως που τις καταβάλλουν δεν μπορούν να ζητήσουν την απόδοσή τους από τον υπαίτιο της ζημίας.
Οι εν λόγω συντάξεις δεν μπορούν εξάλλου να αφαιρεθούν από τη ζημία του θύματος ή των δικαιοδόχων του. Το σκεπτικό της απόφασης ως προς αυτό το σημείο είναι κάπως απροσδόκητο.
Θα περίμενε κανείς ότι το Tribunal θα στηριζόταν στο γεγονός ότι είχε ήδη λάβει υπόψη το ποσό των εν λόγω συντάξεων κατά τον υπολογισμό της αποζημιώσεως. Αλλά η σκέψη που προβάλλεται πράγματι είναι ότι, αν η κρίση ως προς αυτό το σημείο ήταν αντίθετη, θα επέτρεπε στους φορείς κοινωνικής ασφαλίσεως να αφαιρέσουν από το θύμα ή από τους δικαιοδόχους του αυτό για το οποίο κατέβαλλε εισφορές καθ' όλη τη διάρκεια της επαγγελματικής του ζωής και το οποίο θα ελάμβανε σε υψηλότερο συντελεστή αν ζούσε ακόμα.
Εν πάση περιπτώσει το LVA άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Cour d'appel του Colmar. Υποστήριξε δε ενώπιόν του ότι, δυνάμει του άρθρου 52 του κανονισμού 3, η φύση και η έκταση του δικαιώματος υποκαταστάσεως που έχει διέπονται από το γερμανικό δίκαιο· ότι κατά το γερμανικό δίκαιο ο υπαίτιος ατυχήματος υποχρεούται να αποζημιώσει το θύμα ή τους δικαιοδόχους του ανεξαρτήτως των δικαιωμάτων τους για παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως, οι τελευταίοι όμως δεν δικαιούνται διπλή αποζημίωση οπότε, σε περιπτώσεις όπως η υπό κρίση, ο συγκεκριμένος φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως υποκαθίσταται στα δικαιώματα της χήρας μέχρι του ποσού της συντάξεως που της καταβάλλει, δεδομένου ότι η σύνταξη αυτή αντιπροσωπεύει την αποζημίωση για την απώλεια του δικαιώματός της να συντηρείται από το σύζυγό της και ότι λίγο ενδιαφέρει αν ο φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως υπέστη ο ίδιος απώλεια λόγω του ατυχήματος ή αν στην πραγματικότητα ωφελήθηκε κατά το ότι αντί να καταβάλει ολόκληρη σύνταξη γήρατος στο θύμα υποχρεούται απλώς να χορηγήσει μειωμένη σύνταξη στη χήρα του.
Ενώπιον του cour d'appel το LVA διατύπωσε τα ίδια αιτήματα και πάλι αποκλειστικώς κατά των εναγομένων. Αυτή τη φορά ζήτησε να καταδικαστούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν το ποσό των 15339,10 DM, που αντιπροσωπεύει το σύνολο των ποσών που είχε καταβάλει στην Topfer μέχρι την 1η Ιουλίου 1973 ως σύνταξη χηρείας, και να του επιστρέψουν τα ποσά αυτής της σύνταξης που θα της καταβάλλει στο μέλλον μόλις και εφόσον καθίστανται απαιτητά.
Ο δικηγόρος της Topfer υποστήριξε ότι το ποσό των 41589,79 FF που επιδίκασε στην πελάτιδά του το Tribunal de grande instance δεν αντιπροσωπεύει τη συνολική αποζημίωση την οποία μπορεί να ζητήσει «κατά το κοινό δίκαιο». Το ποσό αυτό αντιπροσωπεύει μόνο το υπόλοιπο της ζημίας, μετά την αφαίρεση των παροχών τις οποίες ελάμβανε η Töpfer από το LVA.
Επομένως δεν καλύπτεται από το δικαίωμα υποκαταστάσεως του LVA. Ο δικηγόρος επικαλέστηκε υπέρ της Töpfer μια άλλη μέθοδο υπολογισμού, βάσει του οποίου η συνολική ζημία της «κατά το κοινό δίκαιο» ανέρχεται σε 77248,22 FF. Επικαλέστηκε εξάλλου σχετικώς ένα νέο γαλλικό νόμο, το νόμο 73-1200, της 27ης Δεκεμβρίου 1973, με τον οποίο εισήχθη νέο άρθρο L 397 στον κώδικα κοινωνικής ασφαλίσεως που προβλέπει, όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, ότι, σε περίπτωση ατυχήματος συνεπεία του οποίου προκαλείται ο θάνατος ασφαλισμένου, η αποζημίωση που χορηγείται στους δικαιούχους για την «ηθική βλάβη» που υπέστησαν δεν μπορεί να αναζητηθεί εις βάρος τους από φορείς κοινωνικής ασφαλίσεως. Το LVA αντιτάσσει σ' αυτό το επιχείρημα ότι η γαλλική αυτή διάταξη δεν επηρεάζει καθόλου την υπό κρίση υπόθεση, δεδομένου ότι η έκταση του δικαιώματος υποκαταστάσεως που έχει το ίδιο διέπεται από το γερμανικό δίκαιο. Θεωρώ σκόπιμο να προσθέσω για λόγους πληρότητας ότι ο νέος αυτός γαλλικός νόμος εισήγαγε στον κώδικα κοινωνικής ασφαλίσεως νέο άρθρο L 398 με το οποίο τίθεται το ίδιο όριο κατά των απαιτήσεων των φορέων κοινωνικής ασφαλίσεως λόγω «διαφόρων εξόδων» τα οποία περιλαμβάνουν όπως νομίζω και τα έξοδα κηδείας που επιδικάστηκαν στην Töpfer εις βάρος των εναγομένων.
Οι εναγόμενοι υποστήριξαν ενώπιον του cour d'appel ότι το Tribunal de grande instance αποφάνθηκε αμετάκλητα επί του συνολικού ύψους της ευθύνης τους προς αποζημίωση και ότι η έφεση του LVA είναι απαράδεκτη ως προς αυτό το σημείο. Το cour d'appel απέρριψε αυτό το επιχείρημα. Κατά τα λοιπά οι εναγόμενοι συγκέντρωσαν τα επιχειρήματά τους στα στοιχεία που στηρίζουν το συλλογισμό του Tribunal de grande instance κατά της ερμηνείας του γερμανικού δικαίου που υποστήριξε το LVA.
Το cour d'appel εξέδωσε οριστική απόφαση στις 21 Ιουνίου 1974.
Με την απόφαση αυτή, αφού συνοψίζει τα επιχειρήματα των παραστάντων διαδίκων, το cour d'appel παρατηρεί αρχικώς ότι οι διάδικοι δέχονται ότι το άρθρο 52 του κανονισμού 3, όπως έκρινε το Δικαστήριο στην υπόθεση Hessische Knappschaft (προμνημονευθείσα), δεν τροποποίησε καθόλου τις προϋποθέσεις και τα όρια που διέπουν την εξωσυμβατική ευθύνη. Οι προϋποθέσεις αυτές εξακολουθούν να ρυθμίζονται αποκλειστικά από το εθνικό δίκαιο — δηλαδή εν προκειμένω από το γαλλικό δίκαιο — δεδομένου ότι το ζημιογόνο γεγονός συντελέστηκε στη Γαλλία. Το άρθρο 52 απλώς υποκαθιστά τον ενδιαφερόμενο φορέα κοινωνικής ασφάλισης στα δικαιώματα που έχει ενδεχομένως έναντι του τρίτου υπευθύνου ο δικαιούχος· με άλλα λόγια απλώς υποκαθιστά ένα νέο δανειστή στον παλαιό. Στο σημείο αυτό η άποψη των διαδίκων και του cour d'appel είναι αναμφισβήτητα ορθή κατά τη γνώμη μου.
Θα μπορούσαν να αναφερθούν και στην απόφαση 78/72, L'Étoile-syndicat général κατά De Waal (1973 ECR, σ. 499), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι αυτό ισχύει και στην περίπτωση εφαρμογής της παραγράφου β του άρθρου 52. Το αποτέλεσμα των αποφάσεων του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Hesische Knappschaft και L'Étoile-syndicat général είναι ότι το ποσό της αποζημιώσεως που μπορεί να αναζητηθεί βάσει του νόμου της χώρας στην οποία συντελέστηκε το ζημιογόνο γεγονός — της lex loci delicti — συνιστά, τόσο βάσει της παραγράφου α όσο και της παραγράφου β του άρθρου 52, το ανώτατο όριο που μπορούν να απαιτήσουν από τον υπαίτιο της ζημίας το θύμα ή οι δικαιοδόχοι του ή ο ενδιαφερόμενος φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως. Νομίζω ότι αυτό προκύπτει σαφώς από το ίδιο γράμμα του άρθρου 52.
Στη συνέχεια το cour d'appel έκρινε ότι το LVA μπορεί να υποκατασταθεί στα δικαιώματα της Töpfer μόνο ως προς τα ποσά που της κατέβαλε μεταξύ της ημερομηνίας του θανάτου του συζύγου της, δηλαδή της 11ης Σεπτεμβρίου 1968 και της 21ης Μαρτίου 1971, οπότε ο τελευταίος θα συμπλήρωνε ηλικία εξήντα πέντε ετών, με τη σκέψη ότι όταν ο σύζυγός της θα συμπλήρωνε ηλικία εξήντα πέντε ετών θα είχε δικαίωμα συντάξεως γήρατος δυνάμει του γερμανικού δικαίου. Κατά το cour d'appel, δηλαδή μετά την ημερομηνία αυτή, οι υποχρεώσεις του LVA δεν θα ήταν πλέον συνέπεια του ατυχήματος. Μόνο οι παροχές που θα καταβάλλονταν στην Töpfer πριν από αυτή την ημερομηνία είχαν «χαρακτήρα αποζημιώσεως». Οι παροχές αυτές ανέρχονταν σε 7765,09 DM, δηλαδή σε 13646 FF.
Επί της βάσεως αυτής το cour d'appel αύξησε το οφειλόμενο στην Topfer ποσό για την «υλική ζημία» που υπέστη, από 30000 σε 40000 FF.
Τελικώς, το cour d'appel μείωσε κατά 3646 FF το συνολικό ποσό της αποζημιώσεως που όφειλαν να καταβάλουν οι εναγόμενοι στην ίδια την Töpfer, δηλαδή από 41589,79 σε 37943,79 και καταδίκασε τους εναγομένους να καταβάλουν στο LVA το ισόποσο σε FF των 7765,09 DM βάσει της ισχύουσας ισοτιμίας κατά την ημερομηνία της καταβολής.
Αυτή είναι η απόφαση κατά της οποίας άσκησε αναίρεση στη συνέχεια το LVA ενώπιον του cour de cassation. Η αναίρεση στηρίζεται κυρίως στη σκέψη ότι το άρθρο 52 του κανονισμού 3 επιτρέπει στο LVA να ασκήσει το δικαίωμα υποκαταστάσεως που έχει δυνάμει του γερμανικού δικαίου και ότι, δυνάμει του νόμου αυτού, δικαιούται να του επιστραφούν ολόκληρα τα ποσά της σύνταξης που κατέβαλε στην Töpfer.
Με την απόφαση περί παραπομπής του το cour de cassation καλεί το Δικαστήριο να αποφανθεί ως προς την ερμηνεία του άρθρου 52 και συγκεκριμένα να κρίνει «αν το δικαίωμα υποκαταστάσεως που έχει ενδεχομένως δυνάμει του άρθρου 52 του κανονισμού 3 ο φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως ενός κράτους μέλους, στην περίπτωση που κάποιος από τους ασφαλισμένους του υφίσταται ατύχημα στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, διέπεται ως προς την έκταση και ως προς την κατανομή μεταξύ του ταμείου και του ασφαλισμένου ή των δικαιοδόχων του της αποζημίωσης που υποχρεούται να καταβάλλει ο υπαίτιος του ατυχήματος, από τη νομοθεσία του κράτους στο οποίο υπάγεται ο εν λόγω φορέας».
Θυμάστε ότι η παράγραφος α του άρθρου 52 αρχίζει ως εξής: «Στην περίπτωση που ο φορέας οφειλέτης υποκαθίσταται, δυνάμει της νομοθεσίας στην οποία υπάγεται, στα δικαιώματα» κ.λπ. Είναι δηλαδή σαφές ότι για να διαπιστώσουμε εάν ο εν λόγω φορέας έχει δικαίωμα υποκαταστάσεως κατά την έννοια του άρθρου 52 πρέπει να στραφούμε προς τη νομοθεσία στην οποία υπάγεται ο φορέας. Έτσι αποφάνθηκε εξάλλου το Δικαστήριο στην υπόθεση 27/69, «Entraide médicale» κατά Assurances générales (1969 ECR, σ. 405), στην οποία έκρινε ότι το άρθρο 52 έχει ως στόχο να εξασφαλίσει την αναγνώριση από κάθε κράτος μέλος του δικαιώματος αναγωγής που αναγνωρίζουν τα άλλα κράτη μέλη υπέρ του φορέα οφειλέτη των παροχών. Απ' αυτό έπεται κατ' ανάγκη, όπως νομίζω, ότι βάσει της ίδιας νομοθεσίας πρέπει να κριθεί και η έκταση του δικαιώματος. Δύσκολα αντιλαμβάνεται κανείς την περίπτωση στην οποία η ύπαρξη του δικαιώματος κρίνεται βάσει ενός συγκεκριμένου νομικού συστήματος, ενώ το περιεχόμενό του κρίνεται βάσει ενός άλλου.
Την ίδια άποψη διατύπωσε εξάλλου και ο γενικός εισαγγελέας GAND. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Hessische Knappschaft (1965 ECR, σ. 1209) παρατηρεί τα ακόλουθα: «… και ποια είναι η έκταση του άρθρου 52; Το άρθρο αυτό δεν τροποποιεί τις προγενέστερες εθνικές νομοθεσίες, αλλά συντονίζει την εφαρμογή τους. Θέτει τον κανόνα ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να αναγνωρίζουν, πέραν των περιπτώσεων υποκαταστάσεως που προβλέπονται από τη δική τους νομοθεσία, και εκείνες που στηρίζονται στις νομοθεσίες των άλλων κρατών μελών και μόνο κατά το μέτρο που προβλέπονται σ' αυτές τις νομοθεσίες.» Και στην υπόθεση «Entraide médicale» (ECr 1969, σ. 416-417) παρατηρεί: «πρώτον, το δικαστήριο το οποίο έχει επιληφθεί της αγωγής αποζημιώσεως του θύματος κατά του τρίτου οφείλει, δυνάμει του άρθρου 52, να αναγνωρίσει την εκ του νόμου υποκατάσταση ή το άμεσο δικαίωμα του φορέα οφειλέτη, εφόσον η υποκατάσταση ή το δικαίωμα αυτό υφίστανται δυνάμει της νομοθεσίας στην οποία υπάγεται ο φορέας. Μόνο λοιπόν αυτή η νομοθεσία μπορεί να καθορίσει την έννοια των δύο αυτών όρων και σ' αυτήν πρέπει να αναφερθεί ο δικαστής για να κρίνει την ακριβή έκταση και το περιεχόμενό τους…»
Αν υιοθετήσουμε την αντίθετη άποψη είναι σαν να δεχόμαστε ότι το άρθρο 52 δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην περίπτωση που η νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο συντελέστηκε το ζημιογόνο γεγονός δεν αναγνωρίζει δικαίωμα υποκαταστάσεως ούτε κανένα άλλο δικαίωμα αναγωγής στους δικούς του φορείς κοινωνικής ασφαλίσεως. Αυτό συμβαίνει στο Ηνωμένο Βασί λειο. Βεβαίως στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν είχε ποτέ εφαρμογή το άρθρο 52 αλλά η διάταξη που το αντικατέστησε, δηλαδή το άρθρο 93 του κανονισμού 1408/71, έχει εφαρμογή. Αν λοιπόν υποτεθεί ότι το επίδικο ατύχημα έγινε στην Αγγλία το 1973 και όχι στη Γαλλία το 1968, η άποψη ότι η έκταση των κατά το άρθρο 1542, παράγραφος 1, του RVO δικαιωμάτων του LVA πρέπει να προσδιοριστεί με βάση το αγγλικό δίκαιο θα είχε ως αποτέλεσμα να καταστήσει ανύπαρκτα αυτά τα δικαιώματα.
Γι' αυτό το λόγο πιστεύω ότι οι διατάξεις του γαλλικού δικαίου που καθορίζουν την έκταση των δικαιωμάτων αναγωγής των γαλλικών φορέων κοινωνικής ασφαλίσεως, όπως τα άρθρα L 397 και L 398 του κώδικα κοινωνικής ασφαλίσεως, καθώς και ο κανόνας ότι μόνο οι παροχές που έχουν «χαρακτήρα αποζημιώσεως» μπορούν να αποδοθούν στους εν λόγω φορείς, δεν έχουν εφαρμογή εν προκειμένω, εν πάση περιπτώσει, για τον προσδιορισμό της εκτάσεως του δικαιώματος του LVA.
Αυτό όμως δεν λύνει τα προβλήματα που ανακύπτουν εν προκειμένω. Ένα από τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της υποκατάστασης έγκειται στο ότι δεν μπορεί να προβληθεί παρά μόνο όταν η ευθύνη του προσώπου που την επικαλείται αφορά την ίδια ζημία με εκείνη για την οποία έχει δικαίωμα αγωγής το πρόσωπο, τα δικαιώματα του οποίου αφορά η υποκατάσταση. Έτσι ο ασφαλιστής δεν μπορεί να προβάλλει υποκατάσταση στα δικαιώματα του ασφαλισμένου του για ζημία άλλη απ' αυτή την οποία καλύπτει η σύμβαση ασφαλίσεως, έστω και αν οι δύο ζημίες οφείλονται ενδεχομένως στο ίδιο γεγονός.
Ο κανόνας αυτός διατυπώνεται στην αρχή του άρθρου 52: «αν ο δικαιούχος παροχών δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους για ζημία που επήλθε στο έδαφος άλλου κράτους μέλους έχει, στο έδαφος του δευτέρου αυτού κράτους, το δικαίωμα να απαιτήσει από τρίτο την αποκατάσταση αυτής της ζημίας…». Είναι λοιπόν σαφές ότι για να έχει εφαρμογή το άρθρο 52 πρέπει η «ζημία» λόγω της οποίας λαμβάνει παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως ο δικαιούχος στο πρώτο κράτος μέλος να είναι η ίδια για την οποία έχει δικαίωμα αγωγής κατά του «τρίτου» στο δεύτερο κράτος.
Τα επιχειρήματα που ανέπτυξε το LVA ενώπιον του Δικαστηρίου νομίζω ότι στηρίζονται στη σκέψη ότι η «ζημία» συνίσταται εν προκειμένω στο θάνατο του Töpfer. Νομίζω ότι η σκέψη αυτή είναι εσφαλμένη ή εν πάση περιπτώσει υπερβολικά απλουστευμένη. Καίτοι ο θάνατος του Töpfer αποτελεί προφανώς «ζημία» για την Töpfer, κατά την κοινή έννοια του όρου, από νομικής πλευράς δεν αποτελεί παρά το περιστατικό που της προκάλεσε πολύπλευρη ζημία. Οι διάφορες πλευρές της ζημίας που υπέστη η Töpfer εκφράζονται υπό ανθρωπιστική έννοια: ο θάνατος του συζύγου της την έθλιψε σε τέτοιο βαθμό ώστε υπέστη νευρικό κλονισμό· της αφαίρεσε το οικονομικό της στήριγμα και την ανάγκασε να υποβληθεί σε έξοδα κηδείας. Εκφράζονται επίσης και υπό νομική έννοια. Κατά το γαλλικό δίκαιο υπάρχει «ηθική βλάβη» ή «υλική ζημία» και τα «διάφορα έξοδα» (frais et débours και déboursés). Σε άλλα νομικά συστήματα είναι δυνατόν να χαρακτηρίζονται, να ταξινομούνται, ακόμα και να αποζημιώνονται κατά διαφορετικό τρόπο.
Το κύριο ζήτημα είναι λοιπόν ότι ενώ δυνάμει του άρθρου 52 — τουλάχιστον κατά τη γνώμη μου για τους λόγους που εξέθεσα — η φύση και η έκταση του δικαιώματος υποκαταστάσεως του φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως (εφόσον ο φορέας έχει αυτό το δικαίωμα) προσδιορίζονται βάσει της νομοθεσίας του κράτους μέλους στο οποίο υπάγεται ο φορέας, ο προσδιορισμός των ειδών της ζημίας της οποίας μπορεί να ζητηθεί η αποκατάσταση έναντι του δράστη κρίνεται κατά το δίκαιο του κράτους μέλους όπου επήλθε η ζημία. Επομένως κατά τη νομοθεσία του τελευταίου αυτού κράτους κρίνονται και οι λόγοι αποζημιώσεως που μπορούν να προβληθούν, καθώς και η έκταση της αποζημιώσεως που μπορεί να ζητηθεί για τον καθένα. Το άρθρο 52 έχει εφαρμογή μόνο αν και εφόσον δυνάμει αυτής της νομοθεσίας μπορεί να αναζητηθεί κάποιο ποσό για την ίδια ζημία — λίγο ενδιαφέρει αν πρόκειται για «βλάβη» ή για «ζημία» — με εκείνη λόγω της οποίας καταβάλλεται η παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως.
Ας μου επιτραπεί να εφαρμόσω τη σκέψη αυτή στα περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως, ακόμα και αν κατ' αυτόν τον τρόπο φαίνεται να πλησιάζω επικίνδυνα το ζήτημα της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου (όπως νομίζω ότι εμφανίζεται) στα περιστατικά αυτά — εφαρμογή η οποία είναι βεβαίως υπόθεση των γαλλικών δικαστηρίων.
Όπως ανέφερα προηγουμένως, ενώπιον του cour d'appel του Colmar αναφέρθηκε για λογαριασμό του LVA ότι κατά το γερμανικό δίκαιο, η σύνταξη χηρείας αποτελεί για τη χήρα το αντιστάθμισμα της απώλειας της υποχρέωσης του συζύγου της να εξασφαλίζει τη συντήρησή της. Αυτό είναι εύκολα κατανοητό. Ας υποθέσουμε ότι είναι και ορθό, καίτοι στα γαλλικά δικαστήρια εναπόκειται βεβαίως, κατά τη γνώμη μου, να το κρίνουν.
Ας υποθέσουμε επίσης ότι οι λόγοι αποζημιώσεως που μπορεί να προβάλλει η Topfer κατά των εναγομένων, δυνάμει της γαλλικής νομοθεσίας, είναι αυτοί που γίνονται δεκτοί με τις αποφάσεις του Tribunal de grande instance της Mulhouse και του cour d'appel de Colmar.
Βάσει αυτών των υποθέσεων είναι σαφές ότι η βλάβη λόγω της οποίας η Töpfer λαμβάνει τη σύνταξή της από το LVA δεν είναι η ίδια με εκείνη για την οποία της επιδίκασαν αποζημίωση τα γαλλικά δικαστήρια λόγω «ηθικής βλάβης», ούτε με εκείνη για την οποία της επιδίκασαν αποζημίωση τα ίδια δικαστήρια για έξοδα κηδείας. Αρα, βάσει αυτών των υποθέσεων, το LVA δεν έχει κανένα δικαίωμα αναγωγής σχετικά με τα ποσά που δικαιούται η Töpfer ως αποζημίωση γι' αυτούς τους δύο λόγους.
Απομένει το ζήτημα της «υλικής ζημίας» της. Νομίζω ότι η απάντηση πρέπει να λάβει υπόψη και σ' αυτό το σημείο την άποψη που υιοθέτησε ο γάλλος νομοθέτης.
Τρεις δυνατότητες υπάρχουν.
Η πρώτη είναι ότι, κατά το γαλλικό δίκαιο, οι εναγόμενοι ευθύνονται μόνο έναντι της Töpfer και μόνο εφόσον η τελευταία δεν λαμβάνει αποζημίωση κατ' εφαρμογή της γαλλικής ή της γερμανικής κοινωνικής νομοθεσίας. Στην περίπτωση αυτή το LVA δεν έχει δικαίωμα αναγωγής, διότι η ζημία την οποία υπέστη η Töpfer και για την οποία αποζημιώθηκε από τους εναγομένους είναι αποκλειστικώς η ζημία που απομένει αφού ληφθούν υπόψη οι χορηγούμενες συντάξεις χηρείας.
Η δεύτερη δυνατότητα είναι ότι κατά το γαλλικό δίκαιο οι εναγόμενοι ευθύνονται έναντι της Töpfer για το ότι απώλεσε το οικονομικό στήριγμα του συζύγου της, ανεξαρτήτως των συντάξεων που της καταβάλλονται από τους φορείς κοινωνικής ασφαλίσεως, γαλλικούς ή γερμανικούς.
Στην περίπτωση αυτή το LVA μπορεί, κατ' εφαρμογή του άρθρου 52, να ασκήσει το δικαίωμα υποκαταστάσεως που έχει μέχρι του ποσού το οποίο υποχρεούνται να κατα-βάλλουν οι εναγόμενοι στην Töpfer ως αποζημίωση για την «υλική ζημία».
Η τρίτη δυνατότητα είναι ότι το γαλλικό δίκαιο αναγνωρίζει εις βάρος των εναγομένων, αφενός, την υποχρέωση να καταβάλλουν στην ίδια την Töpfer ό, τι απαιτείται για το συμψηφισμό της ζημίας που υπέστη, εφόσον δεν λαμβάνει αποζημίωση γι' αυτόν το λόγο από τους φορείς κοινωνικής ασφαλίσεως και, αφετέρου, άμεση ευθύνη έναντι οποιουδήποτε φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως που οφείλει ενδεχομένως παροχές στην Töpfer. Αυτή είναι η πιο δύσκολη περίπτωση διότι δεν εμπίπτει ακριβώς στο άρθρο 52 εξεταζόμενο κατά γράμμα. Είναι η περίπτωση κατά την οποία, σύμφωνα με τη διατύπωση της εν λόγω διάταξης, ο φορέας οφειλέτης υποκαθίσταται, δυνάμει της νομοθεσίας στην οποία υπάγεται, στα δικαιώματα του δικαιούχου έναντι του τρίτου, ενώ η νομοθεσία του κράτους μέλους όπου επήλθε η ζημία αναγνωρίζει στους φορείς κοινωνικής ασφαλίσεως άμεσο δικαίωμα κατά του υπαιτίου της ζημίας. Νομίζω ότι στην περίπτωση αυτή, το άρθρο 52 μπορεί να ληφθεί μόνο κατά την έννοια ότι ο φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως του πρώτου κράτους μέλους «υποκαθίσταται» — υπό μάλλον ειδική και ευρεία έννοια — στα δικαιώματα που θα είχε κάθε φορέας κοινωνικής ασφάλισης του δευτέρου κράτους μέλους, οπότε στην προκειμένη περίπτωση, το LVA μπορεί να ασκήσει κατά των εναγομένων τα μέσα παροχής εννόμου προστασίας, αλλά μόνο αυτά τα οποία θα μπορούσε να προβάλλει κατ' αυτών ένας γαλλικός φορέας κοινωνικής ασφάλισης υπό τις ίδιες συνθήκες. Αναγνωρίζω ότι αυτό ισοδυναμεί με έμμεση εισαγωγή των διατάξεων αυτών του γαλλικού δικαίου, ενώ είναι, νομίζω, αδύνατη η άμεση εισαγωγή τους. Με βάση όμως τη διατύπωση και την οικονομία του άρθρου 52 δεν βλέπω πώς αυτό μπορεί να αποφευχθεί.
Τελικώς προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα του Cour de cassation κρίνοντας ότι η φύση και η έκταση του δικαιώματος υποκαταστάσεως που έχει ενδεχομένως ο φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως ενός κράτους μέλους, βάσει του άρθρου 52 του κανονισμού 3 του Συμβουλίου, προσδιορίζονται βάσει της νομοθεσίας του κράτους μέλους στο οποίο υπάγεται ο εν λόγω φορέας, το δικαίωμα όμως αυτό δεν μπορεί να ασκηθεί παρά μόνο μέχρι του ποσού της αποζημιώσεως που οφείλει να καταβάλει, δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους μέλους όπου συνέβη το ατύχημα, ο υπεύθυνος του ατυχήματος για την ίδια ζημία με εκείνη για την οποία καταβάλλεται η συγκεκριμένη παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως.
( *1 ) Γλώσσα του πρωποτύπου: η αγγλική.