ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

GERHARD REISCHL

της 7ης Νοεμβρίου 1973 ( *1 )

Κύριε πρόεδρε,

Κύριοι δικαστές,

Έχω την τιμή, για πρώτη φορά σήμερα, ενώπιόν σας — όπως προβλέπει το άρθρο 166 της Συνθήκης ΕΟΚ — «να διατυπώνω δημόσια, με πλήρη αμεροληψία και ανεξαρτησία αιτιολογημένες προτάσεις…». Αυτό γίνεται σχετικά με τέσσερις υποθέσεις (υποθέσεις 120/73, 121/73, 122/73 και 141/73) οι οποίες παραπέμφθηκαν στο Δικαστήριο δυνάμει των από 19 Μαρτίου και 28 Μαΐου 1973 Διατάξεων του Frankfurt Verwaltungsgericht και οι οποίες ενώθηκαν με τη Διάταξη του Δικαστηρίου σας της 18ης Σεπτεμβρίου 1973 προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και έκδοσης κοινής αποφάσεως:

Για λόγους κατανοήσεως της διαδικασίας θα ήθελα κατ' αρχάς να κάνω τις ακόλουθες παρατηρήσεις.

Στα πλαίσια ενός προγράμματος περιφερειακής ανάπτυξης, η Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας εκπόνησε, κατά τη διάρκεια του έτους 1968, ένα νομοσχέδιο για τη χορήγηση επιδοτήσεων για επενδύσεις και για την τροποποίηση των φορολογικών και περί πριμοδοτήσεων διατάξεων. Κύριος στόχος του ήταν να παράσχει, στις υποκείμενες στο φόρο επιχειρήσεις των κατά μήκος των συνόρων με την Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας περιοχών, των αναπτυσσομένων και των αναβαθμιζομένων περιοχών οι οποίες (μετά την 31ην Δεκεμβρίου 1968) ανοικοδομούσαν νέες εγκαταστάσεις ή επεξέτειναν τις ήδη υπάρχουσες, επιδότηση για επενδύσεις με την παροχή φορολογικής απαλλαγής ανερχομένης στο 10 % των εξόδων κατασκευής και αγορών.

Σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ενημερώθηκε για το νομοσχέδιο αυτό, κατά την κατ' αρχήν συ-ζήτησή του στην Bundestag, με ρηματική διακοίνωση της μόνιμης αντιπροσωπείας της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας της 22ας Απριλίου 1969. Συνημμένος υποβλήθηκε και το νομοσχέδιο, ενώ εξάλλου η διακοίνωση διευκρίνιζε ότι το νομοσχέδιο αποτελούσε μόνο μέρος ενός ευρύτερου προγράμματος περιφερειακής οικονομικής ανάπτυξης. Στο πλαίσιο αυτό, γνωστοποιήθηκαν στην Επιτροπή και άλλα νομοσχέδια, που δεν ενδιαφέρουν περαιτέρω επί του παρόντος (η Επιτροπή τα έχει αναφέρει στα υπομνήματά της) εν μέρει με ρηματικές διακοινώσεις και εν μέρει με την ευκαιρία διαφόρων διμερών ή πολυμερών επαφών. Μετά τη δεύτερη κατ' άρθρο συζήτηση στην Bundestag που έλαβε χώρα στις 18 Ιουνίου 1969, το νομοσχέδιο συζητήθηκε στις 20 Ιουνίου 1969 κατά τη διάρκεια πολυμερούς διασκέψεως που συγκάλεσε η Επιτροπή προκειμένου να συζητήσει με τους αντιπροσώπους των τότε κρατών μελών, πλην του Λουξεμβούργου, για τα διάφορα μέτρα περιφερειακής ανάπτυξης που υιοθετούσε η Γερμανία. Στη διάσκεψη αυτή η γερμανική αντιπροσωπεία έδωσε συμπληρωματικές πληροφορίες για το νομοσχέδιο και τις τροποποιήσεις του που είχαν αποφασιστεί κατά τη δεύτερη κατ' άρθρο συ-ζήτησή του. Στις 10 Ιουλίου 1969, το νομοσχέδιο ψηφίστηκε από την Bundesrat στη μορφή με την οποία είχε γνωστοποιηθεί στις 20 Ιουνίου 1969 και μετά τη δημοσίευσή του στην Bundesgesetzblatt της 21ης Αυγούστου 1969 τέθηκε σε ισχύ σύμφωνα με το άρθρο 5 αυτού στις 22 Αυγούστου 1969.

Οι προσφεύγουσες των κύριων δικών θέλησαν και αυτές να επωφεληθούν των ευεργετικών διατάξεων του νόμου αυτού. Πράγματι, κατά τη διάρκεια του έτους 1969 είχαν πραγματοποιήσει επενδύσεις σε διάφορες περιοχές της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (Kaiserslautern, Kiel, Trier και Leimsfeld) είτε με την ανοικοδόμηση κτιρίων για προσωρινή αποθήκευση εμπορευμάτων είτε με την κατασκευή κεντρικής αποθήκης σε προέκταση εμπορικού καταστήματος είτε με το άνοιγμα εστιατορίου θαλασσινών όπου εφαρμοζόταν το σύστημα αυτοεξυπηρέτησης των πελατών είτε με την επέκταση επιχειρήσεως μεταλλικών κατασκευών και επεξεργασίας μετάλλων. Παρά ταύτα, οι αιτήσεις τους για τη χορήγηση πιστοποιητικού, που αποτελούσε κατά το άρθρο 1, παράγραφος 4 του νόμου περί χορηγήσεως επιδοτήσεων για επενδύσεις, απαραίτητη προϋπόθεση για την παροχή της επιδοτήσεως δεν τελεσφόρησαν. Όλες οι αιτήσεις απορρίφθηκαν με την αιτιολογία ότι δεν επληρούντο οι προϋποθέσεις του γερμανικού νόμου και, πιο συγκεκριμένα, ότι τα εν λόγω επενδυτικά σχέδια δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ως ιδιαιτέρως άξια ενίσχυσης λόγω της σημασίας τους για την εθνική οικονομία κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 4, του νόμου περί επιδοτήσεων για επενδύσεις, επειδή δεν συνέβαλαν σημαντικά στην ενίσχυση της οικονομίας των οικείων περιοχών.

Οι προσφεύγουσες θεώρησαν ότι η αιτιολογία αυτή δεν ευσταθεί. Για το λόγο αυτό, μετά από επίσης ανεπιτυχείς προσπάθειες διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, προσέφυγαν στο Verwaltungsgericht της Φραγκφούρτης για να επιτύχουν τη χορήγηση των προαναφερθέντων πιστοποιητικών. Κατά τη διαδικασία γεννήθηκαν στο Verwaltungsgericht αμφιβολίες ως προς το κύρος του εν λόγω γερμανικού νόμου. Οι αμφιβολίες αυτές βασίζονταν στο άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ, δηλαδή στη διάταξη που ορίζει ότι:

«Η Επιτροπή ενημερώνεται εγκαίρως περί των σχεδίων που αποβλέπουν να θεσπίσουν ή να τροποποιήσουν τις ενισχύσεις, ώστε να δύναται να υποβάλει τις παρατηρήσεις της. Αν κρίνει, ότι σχέδιο ενισχύσεως δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, κατά το άρθρο 92, κινεί αμελλητί τη διαδικασία που προβλέπεται από την προηγούμενη παράγραφο. Το ενδιαφερόμενο Κράτος μέλος δεν δύναται να εφαρμόσει τα σχεδιαζόμενα μέτρα πριν η Επιτροπή καταλήξει σε τελική απόφαση.»

Πρέπει επιπλέον να ληφθεί υπόψη σχετικά — και ελέχθη από την Επιτροπή κατά τη διάρκεια της διαδικασίας — ότι μία πρώτη συνολική εκτίμηση των σχεδίων που γνωστοποιήθηκαν από την Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση στο διάστημα μεταξύ Φεβρουαρίου και Σεπτεμβρίου 1969 υποβλήθηκε στην Επιτροπή από τις υπηρεσίες της στις 18 Δεκεμβρίου 1969. Πρέπει εκτός αυτού να ληφθεί υπόψη, ότι, στις 9 Ιανουαρίου 1970, η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει ως προς τις γερμανικές διατάξεις για την περιφερειακή ανάπτυξη τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2.

Η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση ενημερώθηκε σχετικά με το από 13 Ιανουαρίου 1970 έγγραφο της Επιτροπής, όπου και η Επιτροπή εξέφραζε ρητά το φόβο ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι ενισχύσεις χορηγούνται κατά τρόπο που δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά. Το Verwaltungsgericht της Φραγκφούρτης έλαβε εξάλλου, κατόπιν αι-τήσεώς του, ανάλογη ανακοίνωση στις 15 Φεβρουαρίου 1973, όπου διευκρινιζόταν ρητά ότι η Επιτροπή δεν είχε ακόμη καταλήξει σε απόφαση.

Παρά ταύτα, το Verwaltungsgericht δεν αποκλείει την άποψη κατά την οποία το ανασταλτικό αποτέλεσμα («Sperrwirkung») του άρθρου 93, παράγραφος 3, διαρκεί σε κάθε περίπτωση μέχρι την έκδοση ρητής απόφασης από την Επιτροπή και κατά την οποία ένας εθνικός νόμος που παρά ταύτα έχει τεθεί σε ισχύ θα έπρεπε να θεωρηθεί μη εφαρμοστέος για λόγους αναγομένους στο κοινοτικό δίκαιο.

Επειδή το δικαστήριο έκρινε ότι, προκειμένου να αποφανθεί είναι απαραίτητο να διευκρινιστεί το ζήτημα αυτό, με τις Διατάξεις του που προαναφέρθηκαν — οι οποίες, άλλωστε, ρητά χαρακτηρίστηκαν ως μη υποκείμενες σε ένδικα μέσα — ανέστειλε τις διαδικασίες και υπέβαλε τα ακόλουθα, ταυτόσημα και για τις τέσσερις υποθέσεις, προδικαστικά ερωτήματα:

«α)

Πρέπει στην τρίτη περίοδο της παραγράφου 3 του άρθρου 93 της Συνθήκης να αποδοθεί η έννοια ότι η Επιτροπή υποχρεούται να προβεί στη λήψη τελικής αποφάσεως σε κάθε περίπτωση, δηλαδή ακόμη και όταν κρίνει ότι ο σχεδιαζόμενος εθνικός νόμος συμβιβάζεται με το άρθρο 92 της Συνθήκης ΕΟΚ;

β)

Το ότι η Επιτροπή δεν “κινεί αμελλητί τη διαδικασία” κατά τη δεύτερη περίοδο της παραγράφου 3 του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΟΚ, μετά την κατά την πρώτη περίοδο της παραγράφου 3 του άρθρου 3 της Συνθήκης ΕΟΚ ενημέρωσή της από κάποιο κράτος μέλος, έχει άραγε ως έννομη συνέπεια τη μη επέλευση του ανασταλτικού αποτελέσματος της τρίτης περιόδου της παραγράφου 3 του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΟΚ και κατ' ακολουθία το επιτρεπτό θέσεως σε ισχύ των διατάξεων περί ενισχύσεων;

γ)

Επέρχεται το κατά τη διάταξη αυτή ανασταλτικό αποτέλεσμα ακόμη και όταν η Επιτροπή δεν κινεί την κατά τη δεύτερη περίοδο της παραγράφου 3 του άρθρου 93 διαδικασία παρά μόνο αφού έχει τεθεί σε ισχύ ο νόμος περί ενισχύσεων και αυτό παρά το ότι ενημερώθηκε εγκαίρως από το κράτος μέλος;

δ)

Εφόσον στο δεύτερο ερώτημα δοθεί αρνητική απάντηση και στο τρίτο καταφατική, είναι η λήψη τελικής απόφασης προϋπόθεση κύρους του σχεδιαζομένου εθνικού νόμου, και πρέπει να θεωρηθεί ο εθνικός νόμος που τέθηκε σε ισχύ κατά παράβαση της διάταξης αυτής άκυρος ή μη εφαρμοστέος μέχρι να ληφθεί η απόφαση αυτή;

ε)

Έχει ο όρος “κράτος μέλος”, που αναφέρεται στο άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης την έννοια ότι γεννάται άμεσο δικαίωμα υπέρ των ιδιωτών για την τήρηση της διάταξης αυτής ή πρέπει τα εθνικά δικαστήρια στην περίπτωση συνδρομής των όρων του τετάρτου ερωτήματος να λαμβάνουν αυτεπαγγέλτως υπόψη την ακυρότητα του νόμου προκειμένου να εκδώσουν την απόφασή τους;»

Αφού οι προσφεύγουσες της κυρίας δίκης, εκτός από την προσφεύγουσα στην υπόθεση 120/73, η Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων διατύπωσαν γραπτώς τις παρατηρήσεις τους και αφού οι ίδιοι αυτοί διάδικοι ανέπτυξαν και προφορικά τις απόψεις τους είναι τώρα πλέον καθήκον μου να εξετάσω τα αναφυέντα προβλήματα και να υποβάλω τη γνώμη μου επ' αυτών.

1. Ας μου επιτραπεί να αρχίσω με δύο προκαταρκτικές παρατηρήσεις.

Η πρώτη αναφέρεται στο γεγονός ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας, η οποία οδήγησε στην υπόθεση 122/73, η Διάταξη περί παραπομπής προσβλήθηκε με ένδικο μέσο («Beschwerde») και κατά συνέπεια η υπόθεση ήχθη ενώπιον του Verwaltungsgerichtshof του ομόσπονδου κράτους της 'Εσσης. Η άλλη παρατήρηση έχει σχέση με την υποχρέωση του Δικαστηρίου να εκδίδει απόφαση επί των ερωτημάτων που του υποβάλλονται.

α)

Όσον αφορά κατ' αρχήν το γεγονός ότι ασκήθηκε ένδικο μέσο (Beschwerde) κατά της Διάταξης περί παραπομπής που εκδόθηκε στο πλαίσιο της υπόθεσης 122/73, το σχετικό πρόβλημα που ανέκυψε (το αν δηλαδή, παρά ταύτα δικαιολογείται συνέχιση της διαδικασίας για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως) επιλύθηκε εν τω μεταξύ αφού το «Verwaltungsgerichtshof» απέρριψε ως απαράδεκτο το υποβληθέν ένδικο μέσο με απόφασή του της 22ας Ιουνίου 1973 και η προσφεύγουσα στην υπόθεση 122/73 δεν ενέμεινε στις αξιώσεις της.

Ωστόσο, θα ήθελα απλώς να αναφέρω ότι, κατά τη γνώμη μου, δεν συνέτρεχε κανένας λόγος για διακοπή της διαδικασίας κατά το πρότυπο της υπόθεσης 31/68 (Slg. 1970, σ. 404), και ότι, αντίθετα, η διαδικασία θα μπορούσε να προχωρήσει, κατά το πρότυπο των υποθέσεων 13/61 (Slg 1962, σ. 97) και 23/67 (Slg 1967, σ. 543). Καθοριστική και επαρκής ως προς το σημείο αυτό είναι η σκέψη ότι, σε αντίθεση με ό, τι συνέβη στην υπόθεση 31/68 το δικαστήριο που εξέδωσε τη Διάταξη περί παραπομπής δεν γνωστοποίησε επίσημα στο Δικαστήριο ότι η άσκηση του ενδίκου μέσου είχε ως συνέπεια την αναστολή εκτελέσεως του προσβληθέντος τίτλου. Πέραν τούτου, είναι βέβαιο ότι κατά το γερμανικό δίκαιο (άρθρο 149 της «Verwaltungsgerichtssordung») ένδικα μέσα σαν αυτό που μας απασχολεί εν προκειμένω δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα.

β)

Περαιτέρω, οι προαναφερθέντες λόγοι του ενδίκου μέσου, όπως μας γνωστοποιήθηκαν, με οδηγούν στη διατύπωση ορισμένων παρατηρήσεων ως προς την υποχρέωση του Δικαστηρίου να αποφανθεί επί των ερωτημάτων που του υποβλήθηκαν. Πράγματι, αυτοί οι λόγοι επιμένουν επί του γεγονότος ότι η Επιτροπή, όταν αυτό της ζητήθηκε, δήλωσε ρητά ότι είχε απλώς κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2. Κατά τη γνώμη της προσφεύγουσας, η κίνηση τέτοιων διαδικασιών δεν έχει ανασταλτικά αποτελέσματα ως προς τα εθνικά καθεστώτα ενισχύσεων τα οποία αφορά, αλλά απλώς μπορεί να καταλήξει στη λήψη αποφάσεων χωρίς αναδρομική ισχύ. Έτσι, η κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2 —ισχυρίζεται η προσφεύγουσα— δεν ασκεί επιρροή επί της αιτήσεως για χορήγηση επιδοτήσεως για το έτος 1969, που αποτελεί και το μόνο αντικείμενο της κυρίας δίκης. Υπ' αυτές τις συνθήκες, επομένως, δεν συντρέχει στην πραγματικότητα λόγος να ερμηνευθεί η παράγραφος 3 του άρθρου 93.

Σχετικά, εντούτοις, με τον ισχυρισμό αυτόν πρέπει κατ' αρχάς να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, στην μέχρι τούδε νομολογία του στα πλαίσια της διαδικασίας για την έκδοση προδικαστικών αποφάσεων, το Δικαστήριο ακολουθεί την αρχή ότι δεν υποχρεούται να ερευνά αν είναι αναγκαίο να αποφανθεί επί των ερωτημάτων που του έχουν υποβληθεί προκειμένου να μπορέσει το εθνικό δικαστήριο να εκδώσει την από-φασή του. Ως προς τις περιπτώσεις κατά τις οποίες έγινε λόγος περί της δυνατότητας παρεκκλίσεως από την εν λόγω αρχή όταν η επίκληση από το εθνικό δικαστήριο της ερμηνευτέας διατάξεως του ευρωπαϊκού δικαίου είναι προφανώς εσφαλμένη, πρέπει να σημειωθεί ότι, το παραπέμψαν δικαστήριο (στην προκειμένη περίπτωση), άσκησε στην πραγματικότητα κριτική κατά της στάσεως της Επιτροπής σε ό, τι αφορά την κίνηση της διαδικασίας, δηλαδή αμφισβήτησε τη νομιμότητα του τρόπου με τον οποίο ενήργησε η Επιτροπή. Δεδομένου ότι οι σκέψεις αυτές δεν φαίνεται να είναι προφανώς εσφαλμένες, ασφαλώς δεν μπορεί να αποκλειστεί εκ των προτέρων το ενδεχόμενο, παρά την εκ μέρους της Επιτροπής γνωστοποίηση της κινήσεως της κατά το άρθρο 93, παράγραφος 2, διαδικασίας, να έχει σημασία και η ερμηνεία του άρθρου 93, παράγραφος 3, για την επίλυση της διαφοράς από το εθνικό δικαστήριο.

Συνεπώς, κατά τη γνώμη μου, δεν θα ήταν σωστό να μην προβεί το Δικαστήριο στην εξέταση των ερωτημάτων που ανέκυψαν και να μη δώσει στο παραπέμπον δικαστήριο απαντήσεις επ' αυτών, επικαλούμενο την έλλειψη ανάγκης εκδόσεως της σχετικής αποφάσεως.

2.

Αν τώρα εγκύψω στην εξέταση των ίδιων των ερωτημάτων, θα πρέπει από την αρχή να υπενθυμίσω, ότι όλα έχουν σχέση με το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ. Είναι επίσης προφανές, ότι τα ερωτήματα — όπως παρατήρησε και το παραπέμψαν δικαστήριο — «αλληλοεξαρτώνται και αλληλοκαλύπτονται». Για το λόγο αυτό ενδείκνυται κατά τη γνώμη μου, αντί να εξετάσω αμέσως ένα προς ένα τα κατ' ιδίαν ερωτήματα, να τοποθετήσω κατ' αρχάς — κατά το παράδειγμα της Επιτροπής— την ερμηνευτέα διάταξη στο πραγματικό της πλαίσιο και να ξεκινήσω διατυπώνοντας μερικές βασικές σκέψεις πάνω στις διατάξεις περί ενισχύσεων της Συνθήκης.

Το άρθρο 92, που έχει ήδη επανειλημμένως απασχολήσει τη νομολογία, ορίζει στην παράγραφο 1 ότι οι κρατικές ενισχύσεις που αποσκοπούν στην ευνοϊκή μεταχείριση ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής, υπό ορισμένες προϋποθέσεις (όταν νοθεύουν τον ανταγωνισμό ή επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές), είναι κατ' αρχήν ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά. Στην παράγραφο 2 του άρθρου 92 αναφέρονται ορισμένες ενισχύσεις που ορίζεται ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά. Εξάλλου, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 92 ορισμένες ενισχύσεις είναι δυνατό να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά. Ως προς τις διατάξεις αυτές έχει ήδη καταστεί σαφές ότι δεν ισχύουν άμεσα κατά την έννοια του όρου στη σχετική νομολογία και ότι δεν περιέχουν καμιά άμεσης ισχύος απαγόρευση, την οποία να μπορούν οι ιδιώτες να επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Ως προς το θέμα αυτό παραπέμπω στην προσφάτως εκδοθείσα απόφαση επί της υποθέσεως 77/72.

Ιδιαίτερη σημασία για τη συστηματική αυτή θεώρηση έχουν, συνεπώς, οι διατάξεις του άρθρου 93, που προβλέπουν τη διαδικασία βάσει της οποίας εξασφαλίζεται η εφαρμογή του άρθρου 92. Οι διατάξεις αυτές διακρίνουν μεταξύ δύο περιπτώσεων: των υφισταμένων ενισχύσεων, αφενός, δηλαδή των περί ενισχύσεων διατάξεων που υφίσταντο κατά την εγκαθίδρυση της κοινής αγοράς ή που θεσπίστηκαν αργότερα κατά τους όρους του άρθρου 93 παράγραφος 3, και των διατάξεων που αποσκοπούν στην τροποποίηση ή παράταση υφισταμένων καθεστώτων ενισχύσεων αφετέρου.

Ως προς τα υφιστάμενα καθεστώτα ενισχύσεων, το άρθρο 93, παράγραφος 1, προβλέπει ότι εξετάζονται διαρκώς από την Επιτροπή σε συνεργασία με τα κράτη μέλη. Στο πλαίσιο αυτό η Επιτροπή μπορεί να προτείνει στα κράτη μέλη τη λήψη «καταλλήλων μέτρων». Αν η Επιτροπή καταλήξει στο συμπέρασμα ότι κάποια ενίσχυση δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, κινεί τη προβλεπόμενη από το άρθρο 93, παράγραφος 2, διαδικασία και στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, κατά περίπτωση, εκδίδει απόφαση με την οποία καθορίζεται προθεσμία για την κατάργηση ή τροποποίηση των οικείων διατάξεων. Αν το εν λόγω κράτος μέλος δεν συμμορφωθεί προς την απόφαση αυτή, η Επιτροπή ή οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο κράτος δύναται να προσφύγει στο Δικαστήριο, κατά παρέκκλιση των άρθρων 169 και 170. Στο σημείο αυτό αξίζει επίσης να σημειωθεί, ότι το Συμβούλιο δύναται να αποφασίσει ότι κάποια ενίσχυση θεωρείται ότι συμβιβάζεται με την κοινή αγορά αν εξαιρετικές περιστάσεις δικαιολογούν μία τέτοια απόφαση. Από όλα αυτά, ορθώς συνάγεται ότι οι αποφάσεις της Επιτροπής που αφορούν υφιστάμενα καθεστώτα ενισχύσεων δεν έχουν αναδρομική ισχύ — γεγονός στο οποίο έγινε αναφορά και κατά την παρούσα διαδικασία στο πλαίσιο της επίκλησης της αρχής της ασφαλείας του δικαίου.

Αντίθετα, οι σχεδιαζόμενες ενισχύσεις, δηλαδή τα νέα καθεστώτα ενισχύσεων, διέπονται από άλλες αρχές. Στο θέμα αυτό, με βάση τη διαπίστωση ότι οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού που δημιουργούνται από τα καθεστώτα ενισχύσεων είναι δύσκολο ή και αδύνατο να θεραπευθούν εκ των υστέρων, έχει υιοθετηθεί ένα σύστημα προληπτικού ελέγχου ο οποίος έχει ανατεθεί στην Επιτροπή, δηλαδή εξέταση των σχεδιαζομένων ενισχύσεων πριν από την θέση τους σε ισχύ. Για το σκοπό αυτό τα κράτη μέλη υποχρεούνται να ενημερώνουν εγκαίρως την Επιτροπή περί των σχεδίων τους για θέσπιση ή τροποποίηση διατάξεων περί ενισχύσεων, ώστε η Επιτροπή να δύναται να προβεί σε εξέτασή τους και να υποβάλει τις παρατηρήσεις της. Αν η Επιτροπή, μετά από συνοπτική έρευνα κρίνει ότι το σχέδιο ενισχύσεως δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, κινεί αμελλητί τη διαδικασία που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 93. Στο πλαίσιο αυτό, μπορεί, πλέον να θεωρηθεί — σε αντίθεση προς την άποψη της Βρετανικής Κυβερνήσεως — ότι αρκεί το γεγονός ότι η Επιτροπή έχει σοβαρές αμφιβολίες ως προς το αν κάποιο καθεστώς ενισχύσεων συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, ότι δηλαδή της φαίνονται ύποπτες ορισμένες διατάξεις θεωρούμενες υπό το πρίσμα του άρθρου 92. Σε ενάντια περίπτωση, αν δηλαδή η Επιτροπή πεισθεί για το ότι κάποιο σύστημα ενισχύσεως δεν συμβιβαζόταν με την κοινή αγορά είναι δυνατό να λάβει αμέσως τελική απόφαση και δεν υπάρχει περιθώριο για την κίνηση περαιτέρω διαδικασίας έρευνας.

Σχετικά με τη διαδικασία αυτή η τρίτη περίοδος της παραγράφου 3 ορίζει: «Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν δύναται να εφαρμόσει τα σχεδιαζόμενα μέτρα πριν η Επιτροπή καταλήξει σε τελική απόφαση.» Υπό τους όρους αυτούς έχει επομένως αποφασιστική σημασία το ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να διατηρούν αμετάβλητη την υπάρχουσα κατάσταση — αφού μόνο έτσι εξασφαλίζεται αποτελεσματικός προληπτικός έλεγχος —. Είναι αληθές ότι τέτοια υποχρέωση έχει θεσπιστεί ρητά στην τελευταία περίοδο της παραγράφου 3 που παρέθεσα πιο πάνω μόνο για την περίπτωση που έχει κινηθεί η διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2. Όμως, εν όψει του σκοπού της διατάξεως και της διατύπωσης «ενημερώνεται εγκαίρως, ώστε να δύναται να υποβάλει τις παρατηρήσεις της», πρέπει να γίνεν άνευ ετέρου δεκτό, ότι η υποχρέωση διατηρήσεως αμετάβλητης της υφισταμένης καταστάσεως αρχίζει νωρίτερα, δηλαδή ήδη από της γνωστοποιήσεως προς την Επιτροπή (των σχεδίων) ή ακόμη και χωρίς αυτήν. Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία, όπως η εκδοχή ότι παρέχεται στα κράτη μέλη η ευχέρεια, μέχρι να κινηθεί η διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, να θέτουν σε ισχύ διατάξεις περί ενισχύσεων θα εστερείτο νοήματος εν όψει του συστήματος που εισάγει το άρθρο 93. Συνεπώς, μπορεί να γίνει λόγος — σύμφωνα και με τα λεχθέντα από την Επιτροπή — για μία γενική και με ευρύτατο πεδίο εφαρμογής υποχρέωση των κρατών μελών για διατήρηση αμετάβλητης της υφισταμένης καταστάσεως, αφενός, και για μία ειδική τέτοια υποχρέωση, παρατεταμένη σε διάρκεια, αφετέρου. Της τελευταίας ο ρόλος μπορεί να περιοριστεί στις περιπτώσεις που κινείται η διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2.

Ενώ όλα αυτά φαίνονται κατά το σύστημα και το γράμμα των αναφερθεισών διατάξεων σχετικά σαφή, παραμένουν ωστόσο μερικά συγκεκριμένα ζητήματα, και ειδικά με αυτά έχουν σχέση τα ερωτήματα του πα-ραπέμποντος δικαστηρίου.

α)

Κατ' αρχάς τίθεται ζήτημα ως προς τη διάρκεια της υποχρέωσης για διατήρηση αμετάβλητης της υφισταμένης καταστάσεως μετά την ενημέρωση της Επιτροπής.

Ως προς το ζήτημα αυτό υποστηρίζεται αφενός η άποψη, ότι η εν λόγω υποχρέωση υφίσταται μόνο για ορισμένο χρονικό διάστημα, το οποίο χρειάζεται η Επιτροπή προκειμένου να σχηματίσει αξιόπιστη γνώμη περί των διατάξεων περί ενισχύσεων και να προχωρήσει στην εξέτασή τους. Αν μία τέτοια εύλογη προθεσμία παρέλθει χωρίς να κινηθεί η κατά το άρθρο 93, παράγραφος 3, διαδικασία, η υποχρέωση για διατήρηση αμετάβλητης της υφισταμένης καταστάσεως παύει, με αποτέλεσμα να μπορούν οι περί ενισχύσεως διατάξεις να τεθούν σε ισχύ και να μετατρέπονται σε καθεστώς «υφισταμένων» ενισχύσεων κατά την έννοια του άρθρου 93, παράγραφος 1.

Η αντίθετη προς αυτήν άποψη είναι, ότι ένα κράτος μέλος που σχεδιάζει τη θέσπιση κάποιας ενισχύσεως, πρέπει σε κάθε περίπτωση να αναμένει την έκδοση αποφάσεως της Επιτροπής, και μάλιστα μιας αποφάσεως που να αναγνωρίζει ότι οι διατάξεις περί ενισχύσεως συμβιβάζονται με την κοινή αγορά (αφού στην περίπτωση εκδόσεως αποφάσεως που αναγγέλλει την κίνηση της διαδικασίας, ενεργοποιείται η παρατεταμένη υποχρέωση για διατήρηση της υφισταμένης καταστάσεως).

Η πρώτη άποψη φαίνεται ότι είναι η κρατούσα και ανάλογη είναι και η πρακτική που ακολουθεί μέχρι τώρα η Επιτροπή. Υπέρ μιας τέτοιας ερμηνείας του άρθρου 93, παράγραφος 3, τάσσονται και ορισμένες από τις προσφεύγουσες της κυρίας δίκης και η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, καθώς επίσης και του Ηνωμένου Βασιλείου. Αντίθετα, το πα-ραπέμψαν δικαστήριο φαίνεται να κλίνει υπέρ της δευτέρας απόψεως.

Πρέπει, οπωσδήποτε, να αναγνωρίσω ότι ορισμένα επιχειρήματα συνηγορούν υπέρ της απόψεως ότι, ακριβώς επειδή δια της γνωστοποιήσεως μιας ρύθμισης περί ενισχύσεων στην Επιτροπή τίθεται σε κίνηση η διαδικασία έρευνας, η Επιτροπή υποχρεούται να υποβάλει τις παρατηρήσεις της ακόμη και στις περιπτώσεις που δεν έχει καμία αμφιβολία ως προς το ότι αυτή συμβιβάζεται με την κοινή αγορά. Κατά την ίδια λογική, μπορεί βάσιμα να υποστηριχθεί ότι συνάδει προς την αρχή της ασφάλενας του δικαίου να υποχρεούνται τα κράτη μέλη να διατηρούν αμετάβλητη την υπάρχουσα κατάσταση μέχρι να υποβληθούν οι κατά τα ανωτέρω παρατηρήσεις της Επιτροπής.

Εντούτοις, σε τελική ανάλυση, ο αποφασιστικός παράγοντας για τη λύση του προβλήματος πρέπει να είναι το γράμμα των σχετικών διατάξεων της Συνθήκης και το γενικότερο σύστημα στο οποίο εντάσσονται. Έτσι, είναι σημαντικό κατά τη γνώμη μου, ότι πουθενά δεν θεσπίζεται υποχρέωση της Επιτροπής να εκδίδει απόφαση και στην περίπτωση ακόμη που το αποτέλεσμα της συνοπτικής έρευνάς της είναι θετικό. Η έκδοση αντίθετα, τελικής αποφάσεως — όπως προκύπτει σαφώς από τη διατύπωση της τρίτης περιόδου του άρθρου 3, παράγραφος 3, στο γαλλικό, ιταλικό και αγγλικό κείμενο της Συνθήκης — επιβάλλεται μόνο στην περίπτωση που η Επιτροπή, μετά την πρώτη συνοπτική έρευνα έχει κινήσει τη διαδικασία. Παραθέτω το γαλλικό κείμενο: «avant que cette procédure ait abouti a une décision finale». Είναι προφανές, ότι με τις λέξεις «cette procédure» εννοείται η διαδικασία της δεύτερης περιόδου. Την άποψη άλλωστε αυτή ενισχύουν κατά τη γνώμη μου βάσιμοι λόγοι.

Πράγματι, δεν είναι δυνατός στην προκειμένη περίπτωση ο περιορισμός στη διαπίστωση (όπως το έπραξε ο Γενικός Εισαγγελέας Lagrange στις προτάσεις του επί της υποθέσεως 6/64, Slg. 1964, σ. 1279) ότι η υπερβολική τυπικότητα δεν έχει θέση στις σχέσεις μεταξύ των Οργάνων της Κοινότητας και των κρατών μελών. Κάποια σημασία μπορεί επίσης να έχει η σκέψη ότι το άρθρο 92 — όπως είδαμε — δεν θεσπίζει άμεσα δικαιώματα υπέρ των ιδιωτών και ότι σε περίπτωση εκδόσεως θετικής αποφάσεως της Επιτροπής, η οποία δίνει την εντύπωση συναινέσεως, θα μπορούσε να θιγεί ή και να απωλεσθεί εντελώς το δικαίωμά της να εξετάσει και αργότερα κατά το άρθρο 93, παράγραφοι 1 και 2 τις διατάξεις περί ενισχύσεων. Για τους λόγους αυτούς, ότι περισσότερο θα μπορούσε να απαιτηθεί από την Επιτροπή στο στάδιο αυτό, δηλαδή μετά από μία συνοπτική μόνο εξέταση, είναι μία άτυπη δήλωση περί του ότι δεν διαφαίνεται ότι θα υπάρξουν αντιρρήσεις κατά των σχεδιαζομένων ρυθμίσεων περί ενισχύσεων (η Βρετανική Κυβέρνηση κάνει λόγο για μία ευκταία πρακτική, ενώ η ίδια η Επιτροπή δεν αποκλείει την ύπαρξη σχετικής νόμιμης υποχρέωσης).

Έχει επίσης σχέση με την υποχρέωση αναμονής των κρατών μελών, η διάρκεια της οποίας ορισμένοι θα ήθελαν να παρατείνεται μέχρι να λάβει χώρα η κατά τα ανωτέρω άτυπη δήλωση της Επιτροπής, και γι' αυτό δεν πρέπει να λησμονείται, ότι κατά το σύστημα της Συνθήκης οι κρατικές ενισχύσεις ούτε απαγορεύονται συλλήβδην ούτε εξαρτώνται από προηγούμενη άδεια της Επιτροπής. Μοναδικός σκοπός του άρθρου 93 είναι ακριβώς να εξασφαλίσει κάποια ισορροπία ανάμεσα στα συμφέροντα των κρατών μελών για ταχεία υλοποίηση των ρυθμίσεων περί ενισχύσεων και στο συμφέρον της Κοινότητας για τη λειτουργία ανόθευτου ανταγωνισμού. Κατά τη σαφή έννοια της εν λόγω διατάξεως, εθνικά μέτρα δεν πρέπει να θέτουν την Επιτροπή προ τετελεσμένων γεγονότων, αλλά η τελευταία πρέπει να έχει αρκετό χρόνο για τη διεξαγωγή έρευνας.

Υπό τους όρους όμως αυτούς φαίνεται πολύ δύσκολο να υποστηριχθεί η παράταση εις βάρος των κρατών μελών της διάρκειας της υποχρέωσης αναμονής, όταν η Επιτροπή παρελκύει την έρευνα και δεν εκπληρώνει εγκαίρως την υποχρέωσή της για σχετική ενημέρωση των κρατών μελών. Δεν μπορεί επίσης να υποστηριχθεί σοβαρά όπως ορθά υπογράμμισε η Βρετανική Κυβέρνηση — εν όψει των προθεσμιών που απαιτείται να παρέλθουν, ότι μπορεί υπ' αυτές τις συνθήκες να γίνει χρήση της δυνατότητος ασκήσεως προσφυγής κατά το άρθρο 175 της Συνθήκης ΕΟΚ, να απαιτηθεί δηλαδή από το θιγόμενο κράτος μέλος να ασκήσει προσφυγή κατά παραλείψεως ώστε να επιτύχει την γνωστοποίηση της γνώμης της Επιτροπής. Η μόνη λογική άποψη που επιπλέον εξασφαλίζει την αποφυγή ανεπίτρεπτου περιορισμού της ελευθερίας των κρατών μελών είναι εκείνη κατά την οποία η κατά το άρθρο 93, παράγραφος 3, γενική υποχρέωση των κρατών μελών για διατήρηση αμετάβλητης της υφισταμένης καταστάσεως παύει με την παρέλευση εύλογης προθεσμίας για έρευνα.

Ασφαλώς, το μειονέκτημα της άποψης αυτής είναι ότι ενδέχεται να δημιουργείται κάποια αβεβαιότητα, διότι η διάρκεια της προθεσμίας για έρευνα μπορεί, κατά περίπτωση, ανάλογα δηλαδή με τις ιδιομορφίες της εκάστοτε εξεταζομένης ρυθμίσεως (επείγων χαρακτήρας του σχεδίου, ανάγκη πληροφοριών εκ μέρους της Επιτροπής), να ποικίλλει. Εν τούτοις — όπως ορθά τόνισε η Βρετανική Κυβέρνηση — στην πράξη μόνο σπάνια πρέπει να ανακύπτουν αμφιβολίες ως προς το αν πράγματι η προθεσμία έχει παρέλθει. Περαιτέρω, σε οριακές περιπτώσεις — όπως κατέδειξαν οι προκείμενες διαδικασίες — είναι δυνατόν να επιτευχθεί η απαραίτητη σαφήνεια δια της υποβολής αιτήσεων για την έκδοση προδικαστικών αποφάσεων κατά το άρθρο 177, εφόσον το Συμβούλιο δεν έχει μεριμνήσει — πράγμα που φαίνεται ευκταίο — για την εξασφάλιση της σαφήνειας αυτής με την έκδοση κανονισμού κατά το άρθρο 94 της Συνθήκης και τη θέσπιση ακριβών προθεσμιών.

Αν ταχθώ υπέρ αυτής της εκδοχής, — εγώ προσωπικά δεν διατηρώ καμία αμφιβολία ως προς την ορθότητά της —, προσδιορίζονται αυτομάτως και οι απαντήσεις στα τρία πρώτα ερωτήματα του παραπέμποντος δικαστηρίου.

Έτσι, ως προς το πρώτο ερώτημα πρέπει να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 93, παράγραφος 3, δεν έχει την έννοια ότι η Επιτροπή υποχρεούται σε κάθε περίπτωση να προβαίνει στη λήψη τελικής τυπικής αποφάσεως, δηλαδή ακόμη και όταν θεωρεί ότι ο εθνικός νόμος συμβιβάζεται με το άρθρο 92 της Συνθήκης ΕΟΚ. Έχει το πολύ την υποχρέωση να προβαίνει σε άτυπη δήλωση μετά το πέρας της συνοπτικής έρευνας της.

Ο ρόλος μιας τέτοιας δήλωσης μπορεί να περιορίζεται — όταν δεν υπάρχει πρόθεση κινήσεως της διαδικασίας κατά ορισμένης εθνικής ρυθμίσεως και όπως είναι αυτονόητο δεν αποκλείει η δήλωση αυτή, όπως άλλωστε και η αποχή της Επιτροπής από οποιαδήποτε ενέργεια, τη δυνατότητα της τελευταίας, να επανεξετάσει τη ρύθμιση στα πλαίσια του άρθρου 93, παράγραφος 2, έστω και αν δεν έχουν μεταβληθεί τα πραγματικά δεδομένα.

Ως προς το δεύτερο ερώτημα μπορεί να λεχθεί ότι η μη κίνηση αμελλητί της διαδικασίας από την Επιτροπή, μετά την ενημέρωσή της από κάποιο κράτος μέλος και την παρέλευση εύλογης προθεσμίας για έρευνα, έχει ως συνέπεια ότι αίρεται το ανασταλτικό αποτέλεσμα («Sperrwirkung») του άρθρου 93, παράγραφος 3, και, συνεπώς, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος μπορεί να θέσει σε ισχύ τις διατάξεις περί ενισχύσεων, οι οποίες μετατρέπονται σε υφιστάμενες ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 93, παράγραφος 1. Δεν τέθηκε στο πλαίσιο αυτό ιδιαίτερο ερώτημα ως προς τη διάρκεια της υποχρέωσης για διατήρηση αμετάβλητης της υφισταμένης καταστάσεως. Όμως, πρέπει ίσως να παρατηρηθεί σχετικά ότι μπορεί να είναι χρήσιμη μία προσωρινή δήλωση της Επιτροπής, στην οποία να αναφέρεται ότι η έρευνα συνεχίζεται ακόμη και θα ολοκληρωθεί μετά την παρέλευση ορισμένου χρονικού διαστήματος. Όσον αφορά τις διαδικασίες που μας απασχολούν εν προκειμένω, είναι οπωσδήποτε αποκαλυπτικό το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν ισχυρίστηκε πως η αναφερθείσα προθεσμία δεν είχε ακόμη παρέλθει κατά την κίνηση της διαδικασίας τον Ιανουάριο του 1970, και πως θεωρεί την υπό αμφισβήτηση ενίσχυση μάλλον ως υφιστάμενη ενίσχυση, δηλαδή ως κανονικά τεθείσα σε ισχύ.

Τέλος, η απάντηση στο τρίτο ερώτημα εξαρτάται — όπως ορθά υπογραμμίζει η Επιτροπή — από το αν κατά την κίνηση της διαδικασίας υφίστατο ακόμη η υποχρέωση για διατήρηση αμετάβλητης της υφισταμένης καταστάσεως ή όχι. Εάν η υποχρέωση υφίστατο ακόμη, τότε με την κίνηση της διαδικασίας επέρχεται — όπως ήδη ελέχθη — το παρατεταμένο ανασταλτικό αποτέλεσμα της τρίτης περιόδου του άρθρου 93, παράγραφος 3, το οποίο εν συνεχεία παραμένει σε ισχύ μέχρι την έκδοση τελικής αποφάσεως. Αν, αντίθετα, κατά τη θέση σε ισχύ της κρατικής ρύθμισης είχε ήδη παρέλθει η εύλογη προθεσμία για έρευνα, τότε οι διατάξεις περί ενισχύσεων έχουν θεσπιστεί νόμιμα και, επί τη βάσει μεταγενέστερης διαδικασίας, η εφαρμογή τους δεν μπορεί να απαγορευθεί αναδρομικά.

β)

Εν όψει των διαπιστώσεων αυτών, που αναφέρονται στα τρία πρώτα ερωτήματα, παρέλκει η απάντηση στο τέταρτο ερώτημα του παραπέμποντος δικαστηρίου. Απομένει, συνεπώς, να λάβω θέση μόνο ως προς το τελευταίο ερώτημα, με το οποίο το πα-ραπέμπον δικαστήριο ζητεί να πληροφορηθεί, αν το άρθρο 93, παράγραφος 3, έχει την έννοια ότι υφίσταται υπέρ των ιδιωτών άμεσο δικαίωμα για την τήρηση της εν λόγω διατάξεως. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν χρήζει μακροσκελούς επιχειρηματολογίας. Πράγματι, ως προς την τρίτη περίοδο της παραγράφου 3 του άρθρου 93, μπορεί να γίνει αναφορά στη νομολογία επί των υποθέσεων 6/64 και 77/72. Από τις αποφάσεις αυτές συνάγεται, ότι και τα εθνικά δικαστήρια δεσμεύονται από την εν λόγω διάταξη, ότι δηλαδή παρέχει στους ιδιώτες το δικαίωμα να επικαλούνται την υποχρέωση διατηρήσεως αμετάβλητης της υφισταμένης καταστάσεως.

Αν όμως αυτό ισχύει ως προς την λεγόμενη παρατεταμένη υποχρέωση των κρατών μελών για διατήρηση αμετάβλητης της υφισταμένης καταστάσεως, το ίδιο θα πρέπει να συμβαίνει και ως προς την — κατά την ορολογία της Επιτροπής — γενική υποχρέωση για διατήρηση αμετάβλητης της υφισταμένης καταστάσεως της πρώτης περιόδου της παραγράφου 3 του άρθρου 93. Αυτό φαίνεται αυτονόητο, διότι, σε ενάντια περίπτωση, θα είχαν τα κράτη μέλη κίνητρο να παραμελούν την υποχρέωσή τους για ενημέρωση και να θέτουν ταχέως σε ισχύ τις διατάξεις περί ενισχύσεων. Στο σημείο αυτό δεν μπορεί εξάλλου να αντιταχθεί — όπως το έπραξε η Βρετανική Κυβέρνηση — ότι στην περίπτωση αυτή δεν θα υπήρχε η απαιτούμενη σαφήνεια, διότι ανάλογη αντίρρηση θα μπορούσε να προβληθεί και ως προς το σημείο ενάρξεως της παρατεταμένης υποχρέωσης για διατήρηση αμετάβλητης της υφισταμένης καταστάσεως. Κατά συνέπεια, θα έπρεπε να μη γίνεται καμία διάκριση ανάμεσα στη γενική και την παρατεταμένη υποχρέωση διατηρήσεως αμετάβλητης της υφισταμένης καταστάσεως, αλλά αντίθετα πρέπει, και ως προς την πρώτη, να υπερισχύσει η άποψη, ότι μπορούν και οι ιδιώτες να επικαλούνται την παράβασή της ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.

Στο σημείο αυτό αξίζει επίσης να προστεθεί, ότι η παράβαση της υποχρέωσης για διατήρηση αμετάβλητης της υφισταμένης καταστάσεως δεν οδηγεί κατ' ανάγκη σε ακυρότητα του σχετικού εθνικού νόμου. Και ως προς το σημείο αυτό μπορούν να αντληθούν ενδιαφέροντα συμπεράσματα από τη μέχρι τούδε νομολογία και συγκεκριμένα από την υπόθεση 34/67 (Slg. 1968, σ. 363) καν ειδικώτερα από τη θέση που έλαβε το Δικαστήριο ως προς το επιτρεπτό της εφαρμογής ενός εσωτερικού κρατικού μέτρου που δεν συμβιβάζεται με το δίκαιο της Συνθήκης, σύμφωνα με την οποία εναπόκειται στα «εθνικά δικαστήρια, να επιλέξουν μεταξύ των περισσοτέρων νομίμων οδών που παρέχονται από την εσωτερική έννομη τάξη, εκείνες που φαίνονται πλέον ενδεδειγμένες για την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων που παρέχει το κοινοτικό δίκαιο». Η θεωρία αυτή μπορεί στην πραγματικότητα να τύχει εφαρμογής και σε σχέση με τα ζητήματα που μας απασχολούν εν προκειμένω και μάλιστα εν γνώσει, αφενός, του ότι η Συνθήκη δεν περιέχει γενική απαγόρευση θεσπίσεως νέων ενισχύσεων, και, αφετέρου, εν όψει των ειδικών αρμοδιοτήτων που παρέχονται στο Συμβούλιο κατά το άρθρο 93, παράγραφος 2. Υποστηρίζω συνεπώς, ότι εν όψει του σκοπού της διατάξεως του άρθρου 93, παράγραφος 3, αρκεί να μην εφαρμόζεται προσωρινά κάποια εθνική ρύθμιση που τυχόν αντίκειται στη διάταξη αυτή.

Με τον τρόπο αυτό εξέθεσα και ως προς το τελευταίο ερώτημα ό, τι ήταν απαραίτητο για τους σκοπούς της διαδικασίας ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου.

3.

Ανακεφαλαιώνω ακόμη μία φορά. Κατά τη γνώμη μου, στα ερωτήματα του Verwaltungsgericht Φραγκφούρτης πρέπει να δοθούν οι εξής απαντήσεις:

α)

Στην τρίτη περίοδο της παραγράφου 3 του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν πρέπει να αποδοθεί η έννοια ότι η Επιτροπή υποχρεούται να προβεί στη λήψη τελικής αποφάσεως, ακόμη και όταν δεν έχει καμία αντίρρηση κατά ορισμένου σχεδιαζομένου εθνικού νόμου και για το λόγο αυτό δεν κινεί την κατά το άρθρο 93, παράγραφος 3 διαδικασία. Για λόγους, ωστόσο, ασφαλείας του δικαίου φαίνεται ενδεδειγμένο να εκδίδει η Επιτροπή τουλάχιστον μία άτυπη ανακοίνωση.

β)

Εφόσον η Επιτροπή δεν κινήσει, μετά την κατά την πρώτη περίοδο της παραγράφου 3 του άρθρου 93 ενημέρωσή της από κάποιο κράτος μέλος, τη διαδικασία της δεύτερης περιόδου της παραγράφου 3 του άρθρου 93 αμελλητί, δηλαδή μετά την παρέλευση εύλογης για την αναγκαία έρευνα της εκάστοτε περιπτώσεως προθεσμίας, αίρεται το ανασταλτικό αποτέλεσμα του άρθρου 93, παράγραφος 3, και, κατά συνέπεια, μπορούν να τεθούν σε ισχύ οι διατάξεις περί ενισχύσεων, οι οποίες μετατρέπονται σε υφιστάμενες ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 93, παράγραφος 1. Στην περίπτωση αυτή, μεταγενέστερη κίνηση της διαδικασίας δεν αποκλείεται, δεν θα μπορεί όμως να στηριχθεί παρά στο άρθρο 93, παράγραφος 2.

γ)

Εάν η Επιτροπή κινήσει εντός εύλογης προθεσμίας την κατά τη δεύτερη περίοδο της παραγράφου 3 του άρθρου 93 διαδικασία, η υποχρέωση του κράτους μέλους που γνωστοποίησε κάποια ρύθμιση περί ενισχύσεων για διατήρηση αμετάβλητης της υφισταμένης καταστάσεως παρατείνεται μέχρι την, κατά την τρίτη περίοδο της παραγράφου 3 του άρθρου 93, περάτωση της διαδικασίας.

δ)

Τόσο η γενική υποχρέωση για διατήρηση αμετάβλητης της υφισταμένης καταστάσεως, η οποία αρχίζει να βαρύνει το κράτος μέλος που γνωστοποιεί κάποια ρύθμιση περί ενισχύσεων από και δια της γνωστοποιήσεως αυτής, όσο και η παρατεταμένη υποχρέωση του οικείου κράτους μέλους για διατήρηση αμετάβλητης της υφισταμένης καταστάσεως, η οποία ενεργοποιείται δια της εγκαίρου κινήσεως της διαδικασίας από την Επιτροπή, επάγονται άμεσα έννομα αποτελέσματα εντός των κρατών μελών. Η παράβαση της εν λόγω υποχρέωσης δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη την ακυρότητα του επιδίκου συστήματος ενισχύσεων. Αντίθετα, από την άποψη του κοινοτικού δικαίου αρκεί τα εθνικά δικαστήρια να κηρύξουν προσωρινά ανεφάρμοστο ένα τέτοιο σύστημα.


( *1 ) Γλώσσα του ποωπστύπου: η γερμανική.