της 14ης Ιουλίου 1971 ( *1 )
Στην υπόθεση 10/71,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Tribunal d'arrondissement (πλημμελειοδικείου) του Λουξεμβούργου προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
Ministère Public Luxembourgeois
και
Madeleine Muller, χήρας J. P. Hein,
Alphonse Hein,
Eugene Hein,
André Hein,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των κανόνων περί ανταγωνισμού της Συνθήκης ΕΟΚ σε σχέση με τη διαρρύθμιση ποτάμιου λιμένα,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους R. Lecourt, πρόεδρο, Α. Μ. Donner και Α. Trabucchi (εισηγητή), προέδρους τμήματος, R. Monaco, J. Mertens de Wilmars, P. Pescatore και Η. Kutscher, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Α. Dutheillet de Lamothe
γραμματέας: Α. Van Houtte
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(Το μέρος που περιέχει τα «περιστατικά» παραλείπεται)
Σκεπτικό
|
1 |
Με απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1970, η οποία περιήλθε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Μαρτίου 1971, το Tribunal d'arrondissement (πλημμελειοδικείο) του Λουξεμβούργου υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο ερωτήματα ως προς την ερμηνεία της εν λόγω Συνθήκης σε σχέση με εθνικούς νόμους περί ιδρύσεως και διαρρυθμίσεως ποτάμιου λιμένα επί του Μοζέλα (port του Mertert). |
|
2 |
Με το πρώτο ερώτημα ερωτάται «αν, γενικά, στον εν λόγω τομέα, παρέχονται δικαιώματα απευθείας στους ιδιώτες, εθνικά υποκείμενα δικαίου, από το κοινοτικό δίκαιο και αν, ειδικότερα, αυτό συμβαίνει σε θέμα ρυθμιζόμενο από τον νόμο του Λουξεμβούργου της 22ας Ιουλίου 1963 περί διαρρυθμίσεως και εκμεταλλεύσεως ποτάμιου λιμένα επί του Μοζέλα, όπως ο εν λόγω νόμος τροποποιήθηκε με το νόμο της 26ης Ιουνίου 1968 που έχει το αυτό αντικείμενο». |
|
3 |
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, ερωτάται «αν οι διατάξεις των προαναφερθέντων νόμων συμβιβάζονται ή όχι, και σε ποιο μέτρο, είτε με το κείμενο και το πνεύμα της Συνθήκης της Ρώμης είτε με τα μέτρα ρυθμιστικού χαρακτήρα ή άλλες υποχρεώσεις επιβαλλόμενες από τα αρμόδια όργανα που έχουν ιδρυθεί δυνάμει των εν λόγω συνθηκών». |
|
4 |
Παρά την ασάφεια αυτών των ερωτημάτων, οι σκέψεις της αποφάσεως καταδεικνύουν σαφώς το αντικείμενο αυτής της παραπομπής. |
|
5 |
Ο εθνικός δικαστής παρατηρεί κυρίως ότι, λόγω των προνομίων και οφελών που ο νόμος παρέχει στην εταιρία του λιμένα του Mertert, την επιφορτισμένη με την εκμετάλλευση του εν λόγω λιμένα, καθώς και λόγω της δυσμενούς κατάστασης στην οποία περιέρχονται, επί του πεδίου του ανταγωνισμού, άλλες επιχειρήσεις που ασκούν δραστηριότητα στους λιμένες του Μοζέλα, αμφιβάλλει ως προς το αν οι εν λόγω νόμοι συμβιβάζονται με τους κοινοτικούς κανόνες περί ανταγωνισμού. |
|
6 |
Ο εθνικός δικαστής, πριν εφαρμόσει σε ιδιώτες τις προβλεπόμενες από το άρθρο 2 του νόμου της 26ης Ιουνίου 1968 ποινές για την περίπτωση παραβάσεως των διατάξεων που περιορίζουν τη δραστηριότητα τρίτων στο λιμενικό τομέα, έκρινε αναγκαίο να αποταθεί στο Δικαστήριο για να αποκτήσει ερμηνευτικά στοιχεία επιτρέποντα τη λύση του προβλήματος που αφορά το αν συμβιβάζονται με τους κοινοτικούς κανόνες περί ανταγωνισμού μεταγενέστεροι κανόνες εσωτερικού δικαίου. |
|
8 |
Παρ' όλον ότι το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 177 της Συνθήκης, δεν είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί του αν εθνική διάταξη συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο, μπορεί ωστόσο να αντλήσει από τη διατύπωση των υποβληθέντων από τον εθνικό δικαστή ερωτημάτων, λαμβανομένων υπόψη των εκτιθέμενων από αυτόν δεδομένων, τα στοιχεία που αφορούν την ερμηνεία της Συνθήκης. Όπως προκύπτει από τις παρεχόμενες από το Δικαστήριο ενδείξεις, το αντικείμενο των υποβληθέντων ερωτημάτων εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 90 της Συνθήκης. |
|
9 |
Η παράγραφος 1 του εν λόγω άρθρου απαγορεύει γενικά στα κράτη μέλη, όσον αφορά τις δημόσιες υπηρεσίες και τις επιχειρήσεις στις οποίες χορηγούν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα, να θεσπίζουν ή να διατηρούν μέτρα αντίθετα προς τους κανόνες της Συνθήκης, και ιδίως τους προβλεπόμενους στα άρθρα 7 και 85 έως 94. |
|
10 |
Εντούτοις, η παράγραφος 2 αυτού του άρθρου προβλέπει ότι οι επιχειρήσεις που είναι επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος υπόκεινται σ' αυτούς τους κανόνες και ιδίως στους κανόνες του ανταγωνισμού, κατά το μέτρο που η εφαρμογή των κανόνων αυτών δεν εμποδίζει νομικά ή πραγματικά την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που τους έχει ανατεθεί, με την επιφύλαξη ότι η ανάπτυξη των συναλλαγών δεν πρέπει να επηρεάζεται σε βαθμό ο οποίος θα αντέκειτο προς το συμφέρον της Κοινότητας. |
|
11 |
Μπορεί να υπάγεται σ' αυτή τη διάταξη επιχείρηση η οποία, απολαύουσα ορισμένων προνομίων για την εκπλήρωση της αποστολής που της έχει νομίμως ανατεθεί και διατηρούσα προς το σκοπό αυτό στενές σχέσεις με τις δημόσιες αρχές, διασφαλίζει τη σημαντικότερη έξοδο του ενδιαφερόμενου κράτους για την ποταμοπλοία. |
|
12 |
Για να δοθεί απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα, πρέπει, επομένως, να εξεταστεί αν το άρθρο 90, παράγραφος 2, μπορεί να δημιουργήσει υπέρ των ιδιωτών δικαιώματα τα οποία οι εθνικοί δικαστές οφείλουν να προστατεύουν. |
|
13 |
Η παράγραφος 2 του εν λόγω άρθρου δεν περιέχει ανεπιφύλακτο κανόνα. |
|
14 |
Πράγματι, η εφαρμογή αυτής της διατάξεως συνεπάγεται την εκτίμηση απαιτήσεων που είναι συμφυείς, αφενός, με την εκπλήρωση της ειδικής αποστολής που έχει ανατεθεί στις επιχειρήσεις για τις οποίες πρόκειται και, αφετέρου, με την προστασία του συμφέροντος της Κοινότητας. |
|
15 |
Αυτή η εκτίμηση συνδέεται με τους στόχους της γενικής οικονομικής πολιτικής που επιδιώκουν τα κράτη υπό την επίβλεψη της Κοινότητας. |
|
16 |
Συνεπώς, και χωρίς να παραβλάπτεται η άσκηση υπό της Επιτροπής των προβλεπόμενων στην παράγραφο 3 του άρθρου 90 εξουσιών, η παράγραφος 2 του ιδίου άρθρου δεν μπορεί, στο σημερινό στάδιο, να δημιουργήσει ατομικά δικαιώματα που οι εθνικοί δικαστές οφείλουν να προστατεύουν. |
|
Για τους λόγους αυτούς, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ, έχοντας υπόψη τα διαδικαστικά έγγραφα, αφού άκουσε την έκθεση του εισηγητή δικαστή, τις προφορικές παρατηρήσεις της Κυβερνήσεως του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου και της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθώς και τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα, έχοντας υπόψη τη Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και ιδίως τα άρθρα 90 και 177, το πρωτόκολλο περί του οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ιδίως το άρθρο 20, και τον κανονισμό διαδικασίας του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε, με απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1970, το Tribunal d'arrondissement (πλημμελειοδικείο) του Λουξεμβούργου, αποφαίνεται: |
|
Χωρίς να παραβλάπτεται η άσκηση υπό της Επιτροπής των προβλεπόμενων στην παράγραφο 3 του άρθρου 90 της Συνθήκης ΕΟΚ εξουσιών, η παράγραφος 2 του ιδίου άρθρου δεν μπορεί, στο σημερινό στάδιο, να δημιουργήσει ατομικά δικαιώματα που οι εθνικοί δικαστές οφείλουν να προστατεύουν. |
|
Lecourt Donner Trabucchi Monaco Mertens de Wilmars Pescatore Kutscher Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 14 Ιουλίου 1971. Ο Γραμματέας Α. van Houtte Ο Πρόεδρος R. Lecourt |
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.