ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Βρυξέλλες, 21.1.2026
COM(2026) 16 final
2026/0013(COD)
Πρόταση
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
σχετικά με τα ψηφιακά δίκτυα, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2120, της οδηγίας 2002/58/ΕΚ και της απόφασης αριθ. 676/2002/ΕΚ και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1971, της οδηγίας (ΕΕ) 2018/1972 και της απόφασης αριθ. 243/2012/ΕΕ (κανονισμός για τα ψηφιακά δίκτυα)
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
{SEC(2026) 14 final} - {SWD(2026) 13 final} - {SWD(2026) 14 final}
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
1.ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ
•Αιτιολόγηση και στόχοι της πρότασης
Όπως αναφέρεται στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα πολιτικής «Ψηφιακή Δεκαετία» (), η συνδεσιμότητα είναι στοιχείο καίριας σημασίας για τον ψηφιακό μετασχηματισμό και ο στόχος είναι η καθολική συνδεσιμότητα με ευρυζωνικές συνδέσεις gigabit και 5G σε κατοικημένες περιοχές έως το 2030. Τα αξιόπιστα, γρήγορα και ασφαλή δίκτυα διευκολύνουν την ανάπτυξη ψηφιακών δεξιοτήτων, την επιχειρηματική καινοτομία [τεχνητή νοημοσύνη (στο εξής: ΤΝ), υπολογιστικό νέφος], τις βασικές υπηρεσίες ηλεκτρονικής διακυβέρνησης/υγείας. Καθιστούν επίσης δυνατή τη γεφύρωση του ψηφιακού χάσματος, διασφαλίζοντας τη συμμετοχή χωρίς αποκλεισμούς και την ανταγωνιστικότητα σε ολόκληρη την ΕΕ. Η συνδεσιμότητα δεν αφορά μόνο την πρόσβαση. Αφορά και την ανταλλαγή δεδομένων σε πραγματικό χρόνο, η οποία είναι ζωτικής σημασίας για να μπορέσει η ΕΕ να επιτύχει τους ευρύτερους ψηφιακούς στόχους της και να στηρίξει μια πραγματικά συνδεδεμένη και ευημερούσα κοινωνία.
Ένα σύγχρονο και απλουστευμένο νομικό πλαίσιο που παρέχει κίνητρα για τη μετάβαση από τα παραδοσιακά δίκτυα σε δίκτυα οπτικής ίνας, δίκτυα 5G και 6G υψηλής ποιότητας και υποδομές υπολογιστικού νέφους, καθώς και η επέκταση μέσω της παροχής υπηρεσιών και της διασυνοριακής λειτουργίας αποτελούν παράγοντες καίριας σημασίας. Το στοιχείο αυτό επισημάνθηκε επίσης στα αποτελέσματα της διερευνητικής διαβούλευσης σχετικά με το μέλλον του τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών και των υποδομών του (2023) (), και αργότερα στη λευκή βίβλο της Επιτροπής με τίτλο «Διαχείριση των αναγκών της Ευρώπης σε ψηφιακές υποδομές» (2024) (), καθώς και στην ανταπόκριση στην πρόσκληση υποβολής στοιχείων για τον κανονισμό για τα ψηφιακά δίκτυα (2025) ().
Σε μεταγενέστερες στρατηγικές αναλύσεις, συμπεριλαμβανομένων των εκθέσεων Letta (), Draghi () και Niinistö (), και στην ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Πυξίδα Ανταγωνιστικότητας για την ΕΕ» () επισημαίνεται επίσης ότι οι υποδομές ψηφιακών δικτύων αιχμής είναι ζωτικής σημασίας για τη μελλοντική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, της ασφάλειας και της κοινωνικής πρόνοιας της ΕΕ. Η διαθεσιμότητα υψηλής ποιότητας, αξιόπιστης και ασφαλούς συνδεσιμότητας για τους τελικούς χρήστες και για βασικούς οικονομικούς τομείς είναι απαραίτητη.
Ταυτόχρονα, στις εκθέσεις Letta και Draghi επισημάνθηκε ότι η ενιαία αγορά ηλεκτρονικών επικοινωνιών παραμένει κατακερματισμένη και ότι οι ευρωπαϊκοί φορείς εκμετάλλευσης εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν εμπόδια στη διασυνοριακή λειτουργία και την επέκτασή τους, με αποτέλεσμα να περιορίζεται η ικανότητά τους να επενδύουν, να καινοτομούν και να ανταγωνίζονται τους παγκόσμιους ομολόγους τους. Το γεγονός ότι το ισχύον νομικό πλαίσιο συνίσταται σε μια οδηγία έχει οδηγήσει σε εθνικό κατακερματισμό, με αποτέλεσμα να μην έχει καταστεί δυνατή η δημιουργία μιας πραγματικής ενιαίας αγοράς. Οι φορείς εκμετάλλευσης αντιμετωπίζουν αποκλίνοντες όρους χορήγησης γενικών αδειών μεταξύ των κρατών μελών και ένα συνονθύλευμα εθνικών απαιτήσεων που αποθαρρύνουν τις διασυνοριακές δραστηριότητες, αυξάνουν το κόστος συμμόρφωσης και καθυστερούν την εισαγωγή νέων τεχνολογιών.
Λόγω της αυξανόμενης σημασίας των απαιτήσεων επιδόσεων και ασφάλειας για τις εν λόγω υπηρεσίες, τα ψηφιακά δίκτυα υφίστανται τεχνολογικό μετασχηματισμό στο πλαίσιο του οποίου οι δυνατότητες υπολογιστικού νέφους και υπολογιστικής παρυφών καθίστανται αναπόσπαστο μέρος των υποδομών συνδεσιμότητας. Η έκδοση του κανονισμού για τα ψηφιακά δίκτυα, συνοδευόμενη από την επανεξέταση και την αξιολόγηση του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών (στο εξής: ΕΚΗΕ) () και των σχετικών νομικών πράξεων, αποτελεί ευκαιρία για την απλούστευση και την περαιτέρω εναρμόνιση του νομικού πλαισίου. Οι ενέργειες αυτές θα τονώσουν την ανταγωνιστικότητα και την ανθεκτικότητα και θα συμβάλουν σε μια πιο ολοκληρωμένη ενιαία αγορά.
Η δορυφορική συνδεσιμότητα αναδύεται ως ένας από τους βασικούς παράγοντες διευκόλυνσης της στρατηγικής αυτονομίας της ΕΕ. Έχει καίρια σημασία για την οικονομικά προσιτή ευρυζωνική πρόσβαση στο διαδίκτυο σε απομακρυσμένες περιοχές και για την παροχή υπηρεσιών που σχετίζονται με την ασφάλεια, τη διαχείριση κρίσεων, την άμυνα και άλλες κρίσιμες εφαρμογές. Στο ταχέως εξελισσόμενο τοπίο της δορυφορικής τεχνολογίας, η ΕΕ πρέπει να ενισχύσει τη στρατηγική αυτονομία της στις δορυφορικές επικοινωνίες, συμπεριλαμβανομένων των δικτύων και των υπηρεσιών, ώστε να διασφαλίσει και να βελτιώσει την ανθεκτικότητα, συμβάλλοντας παράλληλα στην ενιαία αγορά, στόχος που μπορεί να επιτευχθεί με εναρμονισμένες ενωσιακές προϋποθέσεις χορήγησης δορυφορικών αδειών.
Παράλληλα, η δορυφορική συνδεσιμότητα πρέπει να αναπτύξει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα έναντι επιβλαβών παρεμβολών που επηρεάζουν τα παγκόσμια δορυφορικά συστήματα πλοήγησης (στο εξής: GNSS), όπως το Galileo. Η ΕΕ θα πρέπει να είναι σε θέση να αντιδρά με συγκεκριμένο, εφαρμόσιμο και επιχειρησιακό τρόπο στις απειλές κατά της ασφάλειας που δημιουργούν οι δρόνοι.
Προκειμένου να υποστηριχθεί η επίτευξη των στόχων πολιτικής της ΕΕ για την ευημερία των καταναλωτών, τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα, την ασφάλεια και την ανθεκτικότητα και την περιβαλλοντική βιωσιμότητα, ο κανονισμός για τα ψηφιακά δίκτυα έχει ως στόχο την παροχή κινήτρων σε όλους τους παράγοντες της αγοράς ώστε να καινοτομούν και να επενδύουν σε προηγμένη συνδεσιμότητα, καθώς και την προώθηση ενός οικοσυστήματος υποδομών συνδεσιμότητας και υπολογιστικής που θα καταστήσουν δυνατή την ήπειρο της ΤΝ και θα προωθήσουν την ενιαία αγορά.
•Συνέπεια με τις ισχύουσες διατάξεις στον τομέα πολιτικής
Ο κανονισμός για τα ψηφιακά δίκτυα αντικαθιστά ορισμένες ισχύουσες νομοθετικές πράξεις της ΕΕ που διέπουν το οικοσύστημα συνδεσιμότητας: τον ΕΚΗΕ, τον κανονισμό για τον Φορέα Ευρωπαϊκών Ρυθμιστικών Αρχών για τις Ηλεκτρονικές Επικοινωνίες (στο εξής: BEREC) (), το πρόγραμμα πολιτικής για το ραδιοφάσμα (στο εξής: RSPP) (), μέρη του κανονισμού για το ανοικτό διαδίκτυο () και της οδηγίας 2002/58/ΕΚ (οδηγία για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες). Στόχος της συγχώνευσης των εν λόγω πράξεων στον κανονισμό για τα ψηφιακά δίκτυα είναι η απλούστευση και ο καλύτερος συντονισμός των κανόνων, ώστε να μπορούν οι πάροχοι να δραστηριοποιούνται και να καινοτομούν στην ενιαία αγορά. Οι πάροχοι χρειάζονται απλουστευμένους και συνεκτικούς κανόνες αδειοδότησης (ΕΚΗΕ), πρόσβαση σε σταθερά δίκτυα και πόρους ραδιοφάσματος (ΕΚΗΕ, RSPP), καθώς και απλουστευμένο και εναρμονισμένο σύνολο κανόνων για τα δίκτυα και τις υπηρεσίες (ΕΚΗΕ, κανονισμός για το ανοικτό διαδίκτυο). Τέλος, οι ρυθμίσεις διακυβέρνησης πρέπει να στηρίζουν και να διευκολύνουν τις συνθήκες της ενιαίας αγοράς (ΕΚΗΕ, κανονισμός για το BEREC, RSPP). Η πρόταση συμπληρώνει επίσης τον κανονισμό για τις υποδομές gigabit (), ο οποίος καθορίζει ένα πλαίσιο για τη στήριξη της ταχύτερης και οικονομικά αποδοτικότερης ανάπτυξης δικτύων πολύ υψηλής χωρητικότητας (VHCN). Ο κανονισμός για τα ψηφιακά δίκτυα συνάδει επίσης με τον κανονισμό για την περιαγωγή (), ο οποίος διέπει τα τέλη περιαγωγής στην ΕΕ. Η πρόταση συμπληρώνει επίσης και συνάδει με τους κανόνες περί ανταγωνισμού της ΕΕ, οι οποίοι εφαρμόζονται κατά περίπτωση (συχνά εκ των υστέρων).
Στον τομέα της προστασίας των καταναλωτών, ο κανονισμός για τα ψηφιακά δίκτυα εξακολουθεί να συμπληρώνει το οριζόντιο πλαίσιο της ΕΕ για την προστασία των καταναλωτών. Παράλληλα με τη διατήρηση υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών, η πρόταση κανονισμού για τα ψηφιακά δίκτυα απλουστεύει και εναρμονίζει περαιτέρω τους ειδικούς ανά τομέα κανόνες για την προστασία των τελικών χρηστών στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Η πρόταση συνάδει πλήρως με το πρόγραμμα πολιτικής «Ψηφιακή Δεκαετία», το οποίο περιγράφει ένα όραμα για τον ψηφιακό μετασχηματισμό της Ευρώπης έως το 2030, σχεδιάζοντας το ρυθμιστικό πλαίσιο κατά τρόπο ώστε να επιτευχθούν ασφαλείς και βιώσιμες ψηφιακές υποδομές.
•Συνέπεια με άλλες πολιτικές της Ένωσης
Η παρούσα πρόταση έχει σχεδιαστεί για να διασφαλίσει την πλήρη συμπληρωματικότητα με τις υφιστάμενες και τις επικείμενες προτάσεις της ΕΕ στους τομείς του υπολογιστικού νέφους, της ΤΝ, των δεδομένων, της κυβερνοασφάλειας και της ετοιμότητας, καθώς και του διαστήματος. Η διασφάλιση της συνοχής μεταξύ αυτών των διασυνδεδεμένων τομέων πολιτικής είναι απαραίτητη για την ικανότητα της ΕΕ να αναπτύσσει τις αναγκαίες τεχνολογικές δυνατότητες κατά μήκος ολόκληρης της ψηφιακής αξιακής αλυσίδας. Ταυτόχρονα, και ενισχύοντας τα θεμέλια για μια πιο ολοκληρωμένη ψηφιακή ενιαία αγορά και ένα καινοτόμο και φιλικό προς τις επενδύσεις οικοσύστημα ψηφιακών υποδομών, ο κανονισμός για τα ψηφιακά δίκτυα αποτελεί μία από τις βασικές εμβληματικές πρωτοβουλίες στο πλαίσιο της οριζόντιας στρατηγικής για την αναζωογόνηση της οικονομίας της Ευρώπης, της Πυξίδας Ανταγωνιστικότητας της ΕΕ.
Παρότι ο κανονισμός για τα ψηφιακά δίκτυα δεν επιδιώκει να ρυθμίσει τις υπηρεσίες υπολογιστικού νέφους, η αυξανόμενη σύγκλιση μεταξύ των δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και του υπολογιστικού νέφους/υπολογιστικής παρυφών απαιτεί ευθυγράμμιση με τη νομοθετική πράξη για το υπολογιστικό νέφος και την ανάπτυξη της ΤΝ (), η οποία αποσκοπεί στην ενίσχυση των δυνατοτήτων υπολογιστικού νέφους και υπολογιστικής παρυφών της ΕΕ μέσω καλύτερων επενδυτικών συνθηκών και εξορθολογισμένων διαδικασιών αδειοδότησης. Οι σχετικές δράσεις της ΕΕ στο πλαίσιο του σχεδίου δράσης για μια ήπειρο ΤΝ () όσον αφορά την πρόσβαση σε δεδομένα και υποδομές ΤΝ και τη στήριξη τομεακών εφαρμογών ΤΝ αντικατοπτρίζουν την ευρύτερη μετάβαση σε υποδομές δικτύων που βασίζονται στο υπολογιστικό νέφος και στην ΤΝ. Η πρωτοβουλία συνάδει επίσης με τη στρατηγική για την Ένωση Δεδομένων (), η οποία ενισχύει την πρόσβαση σε δεδομένα υψηλής ποιότητας και αναπτύσσει περαιτέρω υποδομές που σχετίζονται με τα δεδομένα. Με τη βελτίωση της ασφαλούς και αξιόπιστης συνδεσιμότητας, ο κανονισμός για τα ψηφιακά δίκτυα θα στηρίξει την επίτευξη αυτών των ευρύτερων στόχων.
Παρά το έργο που έχει επιτελεστεί μέσω της εργαλειοθήκης για την κυβερνοασφάλεια των δικτύων 5G (), εξακολουθούν να υφίστανται κίνδυνοι ανθεκτικότητας στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Οι εξαρτήσεις εξακολουθούν να επηρεάζουν τα δίκτυα 4G/5G και τα σταθερά δίκτυα, τα υποβρύχια καλώδια, τις υπηρεσίες υπολογιστικού νέφους και κρίσιμους τομείς. Η αναθεώρηση της πράξης για την κυβερνοασφάλεια () αποτελεί ευκαιρία για τη συστηματικότερη αντιμετώπιση των κινδύνων της αλυσίδας εφοδιασμού ΤΠΕ. Οι δράσεις αυτές συνδέονται στενά, και αλληλοενισχύονται, με την εστίαση της παρούσας πρότασης στην ενίσχυση της ασφάλειας και της ανθεκτικότητας των δικτύων. Παρότι οι υποχρεώσεις κυβερνοασφάλειας και ανθεκτικότητας προβλέπονται στην οδηγία NIS2 () και στην οδηγία για την ανθεκτικότητα των κρίσιμων οντοτήτων (), εξακολουθεί να υπάρχει ανάγκη για περισσότερο συντονισμό σε επίπεδο ΕΕ. Η απουσία ειδικού ανά τομέα επιχειρησιακού φορέα και κεντρικής επισκόπησης της ετοιμότητας σε επίπεδο ΕΕ, μηχανισμών έγκαιρης προειδοποίησης για τη διαχείριση κρίσεων και χαρτογράφησης της ανθεκτικότητας στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες αναδεικνύει περαιτέρω την ανάγκη αυτή.
Η πρόταση ευθυγραμμίζεται με τους στόχους της στρατηγικής της ΕΕ για την οικονομική ασφάλεια και της στρατηγικής της ΕΕ για την Ένωση Ετοιμότητας, καθώς ενισχύει την ανθεκτικότητα, την εφεδρεία και τις δυνατότητες των δικτύων και των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ώστε να διασφαλίζεται η αξιόπιστη μετάδοση επικοινωνιών κατά τη διάρκεια φυσικών ή ανθρωπογενών διαταραχών, κρίσεων ή περιπτώσεων ανωτέρας βίας. Ειδικότερα, η πρόταση θα στηρίξει πολύ βελτιωμένες ικανότητες δικτύων και υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων μέτρων για τη διασφάλιση της συνέχειας και της αδιάλειπτης διαθεσιμότητας των επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης και της αποτελεσματικής λειτουργίας των υπηρεσιών προειδοποίησης του κοινού.
Ο κανονισμός για τα ψηφιακά δίκτυα συμπληρώνει τα μέτρα που προτείνονται στο πλαίσιο του κανονισμού της ΕΕ για το διάστημα (). Το στρατηγικό όραμα της ΕΕ για τη διαστημική οικονομία αναγνωρίζει ότι οι επενδύσεις που σχετίζονται με το διάστημα συνδέονται στενά με την άρση των κανονιστικών φραγμών. Ως εκ τούτου, ο κανονισμός για τα ψηφιακά δίκτυα θεωρείται κρίσιμο δομικό στοιχείο της ενιαίας αγοράς της ΕΕ για το διάστημα. Με την εξάλειψη των κανονιστικών φραγμών, ο παρών κανονισμός θα βελτιώσει την πανευρωπαϊκή πρόσβαση στο δορυφορικό ραδιοφάσμα και θα ενισχύσει την ενιαία αγορά υπηρεσιών δορυφορικών επικοινωνιών, παρέχοντας τη δυνατότητα για περισσότερη επεκτασιμότητα και καινοτομία. Οι επενδύσεις σε δορυφορικές υποδομές και στην ευρύτερη αξιακή αλυσίδα εξετάζονται σε άλλα μέσα της ΕΕ, μεταξύ άλλων στη χρηματοδοτική στήριξη για την υποδομή πολλαπλής τροχιάς για ανθεκτικότητα, διασυνδεσιμότητα και ασφάλεια μέσω δορυφόρου, όπως η συστοιχία IRIS² (το δορυφορικό σύστημα ασφαλούς συνδεσιμότητας της ΕΕ) και σε προγράμματα της ΕΕ, όπως η πρωτοβουλία CASSINI της ΕΕ για τη διαστημική επιχειρηματικότητα και το InvestEU, τα οποία παρέχουν μηχανισμούς χρηματοδότησης για διαστημικές δραστηριότητες.
Συμπληρώνει τη στήριξη της ΕΕ για τη δορυφορική συστοιχία IRIS2, η οποία αποσκοπεί στην ενίσχυση της κυριαρχίας της ΕΕ στη δορυφορική συνδεσιμότητα και στη διευκόλυνση της ενσωμάτωσης επίγειων και μη επίγειων δικτύων.
Η Επιτροπή θα εκδώσει το 2026 πρόταση για τη δημιουργία του συστήματος κρίσιμων επικοινωνιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUCCS), το οποίο θα τεθεί σε λειτουργία έως το 2030 και θα παρέχει υπηρεσίες ασφαλούς επικοινωνίας σε ευρυζωνική βάση για τις δημόσιες αρχές σε ολόκληρη την ΕΕ και τον χώρο Σένγκεν. Η πρόταση κανονισμού για τα ψηφιακά δίκτυα συμπληρώνει τις προσπάθειες αυτές συμβάλλοντας στη συνολική ικανότητα της ΕΕ να αντιμετωπίζει απειλές και κρίσεις στον τομέα της ασφάλειας.
2.ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ, ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ
•Νομική βάση
Η πρόταση βασίζεται στο άρθρο 114 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΣΛΕΕ), καθώς αποσκοπεί στην ενίσχυση της ενιαίας αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών και στη διασφάλιση της λειτουργίας της, καθώς και της λειτουργίας της ενιαίας αγοράς σε άλλους τομείς πολιτικής της ΕΕ που αφορούν τη χρήση του ραδιοφάσματος.
•Επικουρικότητα (σε περίπτωση μη αποκλειστικής αρμοδιότητας)
Ο κανονισμός για τα ψηφιακά δίκτυα θα έχει σημαντική προστιθέμενη αξία σε σύγκριση με τη δράση που αναλαμβάνεται σε επίπεδο κράτους μέλους. Η ενίσχυση της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας απαιτεί πρόσβαση σε ταχείες, ασφαλείς και ανθεκτικές ψηφιακές υποδομές σε ολόκληρη την ΕΕ. Σε ένα πλαίσιο ταχέων αλλαγών στο τοπίο της ψηφιακής συνδεσιμότητας, με την ενοποίηση της τεχνολογίας τηλεπικοινωνιών, δορυφόρων, υπολογιστικού νέφους και υπολογιστικής παρυφών με τη βοήθεια της εικονικοποίησης και της τεχνητής νοημοσύνης, η ΕΕ θα είναι σε θέση να επιτύχει τους στόχους αυτούς μόνο μέσω ενός πιο εναρμονισμένου νομικού περιβάλλοντος σε ολόκληρη την ΕΕ, χάρη στο οποίο θα αποφεύγεται ο κατακερματισμός που οφείλεται στις ασυνεπείς εθνικές διοικητικές πρακτικές ή προϋποθέσεις εφαρμογής που περιορίζουν τις ευκαιρίες της ενιαίας αγοράς.
Το ραδιοφάσμα, όπως και άλλοι πόροι, όπως είναι οι αριθμοί και, σε έναν ορισμένο βαθμό, η γη, αποτελεί σπάνιο πόρο, για τη διαχείριση και την εκχώρηση του οποίου πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι εθνικές ιδιαιτερότητες και ανάγκες, αλλά και τα συμφέροντα της ΕΕ. Επομένως, υπάρχει ανάγκη για πιο συγκλίνουσα και συνεπή ενωσιακή ρύθμιση της εισόδου στην αγορά, ώστε να εξαλειφθούν τα εμπόδια που εμφανίζονται λόγω αποκλινουσών προϋποθέσεων για την εκχώρηση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος, αριθμών ή γης. Προκειμένου η ΕΕ να αναλάβει ηγετικό ρόλο στον υπόλοιπο κόσμο όσον αφορά νέες και βελτιωμένες υπηρεσίες, όπως οι υπηρεσίες των δικτύων 5G, οι κατασκευαστές εξοπλισμού και οι πάροχοι υπηρεσιών επικοινωνιών χρειάζονται επαρκή κλίμακα. Αυτό σημαίνει όχι μόνο τεχνική εναρμόνιση, αλλά κυρίως μια ενιαία αγορά που αναπτύσσεται, ως επί το πλείστον, με ευθυγραμμισμένο τρόπο, ώστε οι υπηρεσίες και τα προϊόντα να επωφελούνται από σταθερούς και εναρμονισμένους κανόνες.
Όσον αφορά τη δορυφορική συνδεσιμότητα, ο εγγενώς παγκόσμιος χαρακτήρας των δορυφορικών υπηρεσιών, οι οποίες υπερβαίνουν τα εθνικά σύνορα, καθιστά τη δορυφορική συνδεσιμότητα τομέα πολιτικής στον οποίο η δράση της ΕΕ είναι αποτελεσματικότερη από τα εθνικά μέτρα. Η έγκαιρη διαθεσιμότητα και χρήση της δορυφορικής συνδεσιμότητας, οι οποίες βασίζονται αποκλειστικά στην πρόσβαση στο δορυφορικό ραδιοφάσμα σε ολόκληρη την ΕΕ, συνιστούν συντελεστές κρίσιμης σημασίας για την ευρωπαϊκή βιομηχανική αυτονομία και διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ΕΕ. Ως εκ τούτου, τα στοιχεία συνηγορούν υπέρ της υιοθέτησης από την ΕΕ μιας φιλόδοξης και συντονισμένης προσέγγισης σε επίπεδο ΕΕ όσον αφορά τη χορήγηση δορυφορικών αδειών, η οποία θα υποστηρίζεται από κατάλληλα κανονιστικά μέσα και συμπληρωματικά μέτρα σχεδιασμένα για να διευκολύνουν και να επιταχύνουν την επίτευξη αυτού του στόχου.
Ο στόχος της διασφάλισης της έγκαιρης και ομαλής μετάβασης από τα παραδοσιακά δίκτυα χαλκού σε δίκτυα οπτικών ινών δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη μεμονωμένα, καθώς οι αποκλίνουσες εθνικές προσεγγίσεις ενέχουν τον κίνδυνο του κατακερματισμού της ενιαίας αγοράς, της ανασφάλειας δικαίου για τους φορείς εκμετάλλευσης που δραστηριοποιούνται σε διάφορα κράτη μέλη και των άνισων συνθηκών για τις επενδύσεις και την προστασία των τελικών χρηστών. Ως εκ τούτου, δικαιολογείται η ανάληψη δράσης σε επίπεδο ΕΕ για τη θέσπιση κοινού πλαισίου, διασφαλίσεων και ελάχιστων αρχών που θα διέπουν τη μετάβαση. Ταυτόχρονα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, ο σχεδιασμός, η αλληλούχηση και η υλοποίηση της μετάβασης ανατίθενται στα κράτη μέλη και στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, οι οποίες είναι οι πλέον κατάλληλες για να λαμβάνουν υπόψη τις συνθήκες της τοπικής αγοράς, τις τοπολογίες δικτύου, τις ανάγκες των καταναλωτών και τις γεωγραφικές ιδιαιτερότητες. Ως εκ τούτου, ο κανονισμός συνδυάζει μια εναρμονισμένη προσέγγιση της ΕΕ με διαδικασίες υπό εθνική διαχείριση, διασφαλίζοντας την αποτελεσματικότητα, με πλήρη σεβασμό των αρμοδιοτήτων των κρατών μελών.
Δράση της ΕΕ απαιτείται επίσης για να περιοριστεί ο κατακερματισμός των κανόνων προστασίας των καταναλωτών και των τελικών χρηστών, ο οποίος δημιουργεί διοικητικό κόστος για τους παρόχους διασυνοριακών υπηρεσιών και εμποδίζει την ανάπτυξη καινοτόμων υπηρεσιών, ενώ οδηγεί σε άνισο και υποβέλτιστο επίπεδο προστασίας των καταναλωτών σε ολόκληρη την Ένωση.
Συνολικά, η κλίμακα των προβλημάτων στο ψηφιακό οικοσύστημα απαιτεί νομοθετική πρωτοβουλία της ΕΕ, διότι η ενωσιακή διάσταση των προβλημάτων αυτών είναι ολοένα και μεγαλύτερη και η επίλυσή τους μπορεί να είναι αποτελεσματικότερη σε επίπεδο ΕΕ, αποφέροντας συνολικά μεγαλύτερα οφέλη, ταχύτερη και πιο εναρμονισμένη εφαρμογή και χαμηλότερο κόστος απ’ ό,τι εάν τα κράτη μέλη ενεργούσαν μεμονωμένα.
•Αναλογικότητα
Η αναλογικότητα διασφαλίζεται, καθώς τα προτεινόμενα μέτρα επικεντρώνονται στην αντιμετώπιση των κωλυμάτων στην ενιαία αγορά, ώστε να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για νέα, πιο εικονικοποιημένα και περισσότερο βασιζόμενα σε λογισμικό δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών στην Ένωση, ιδίως με την απλούστευση και την εναρμόνιση του καθεστώτος γενικών αδειών. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η πρόταση στηρίζει την επίτευξη του στόχου της ενιαίας αγοράς για ελεύθερη παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Αποτρέπει επίσης τη διατάραξη της λειτουργίας των παρόχων που θα επέλεγαν να διατηρήσουν εθνικό (ή περιφερειακό) αποτύπωμα.
Με βάση τα επιτυχημένα τμήματα του ισχύοντος ρυθμιστικού πλαισίου, η πρόταση διατηρεί το καθεστώς σημαντικής ισχύος στην αγορά (στο εξής: ΣΙΑ) και τη δοκιμασία των τριών κριτηρίων που λειτουργούν ικανοποιητικά, επανεστιάζοντας, ωστόσο, την παρέμβαση στις ανεπάρκειες της αγοράς, επιτρέποντας στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές (στο εξής: ΕΡΑ) να χρησιμοποιούν ευκολότερα συμμετρικά μέτρα, κατά περίπτωση, και δίνοντας έμφαση στη χρήση λιγότερο παρεμβατικών ρυθμιστικών εργαλείων, όπου είναι δυνατόν. Η εναρμόνιση των προϊόντων πρόσβασης, σε συνδυασμό με καλά στοχευμένη και αναλογική ρύθμιση, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης σε ενδοκτιριακή καλωδίωση και ενδεχομένως σε περισσότερα, αναμένεται να στηρίξει τη μεγαλύτερη αξιοποίηση των ευρυζωνικών συνδέσεων Gigabit και υψηλότερες ευρυζωνικές ταχύτητες. Ο προτεινόμενος κανονισμός θα διευκολύνει τόσο την ομαλή μετάβαση από τα δίκτυα χαλκού στα δίκτυα οπτικών ινών όσο και την αναλογική ρύθμιση σε περιβάλλον 100 % οπτικών ινών.
Σε σύγκριση με το ισχύον πλαίσιο, η πρόταση επιταχύνει τη μετάβαση σε δίκτυα οπτικών ινών. Η αναλογικότητα εξασφαλίζεται με κατάλληλες διασφαλίσεις για τους τελικούς χρήστες και από το γεγονός ότι η διαδικασία επανεξετάζεται και αποτελεί αντικείμενο διαχείρισης σε εθνικό επίπεδο. Οι αρμόδιες αρχές είναι υπεύθυνες για τη διασφάλιση της διαθεσιμότητας επαρκών ευρυζωνικών υπηρεσιών, με τη χρήση κατάλληλων διασφαλίσεων (που εξασφαλίζουν συγκρίσιμη ποιότητα και συγκρίσιμες τιμές των λιανικών υπηρεσιών που βασίζονται στις οπτικές ίνες, κάλυψη από εναλλακτικές τεχνολογίες κ.λπ.). Η διαδικασία αυτή θα ελέγχεται από την Επιτροπή.
Τα προτεινόμενα μέτρα θα επιφέρουν επίσης ανάλογες αλλαγές στη διακυβέρνηση, δημιουργώντας ένα σύστημα διακυβέρνησης τόσο για τη ρύθμιση της αγοράς όσο και για τη διαχείριση του ραδιοφάσματος, το οποίο θα είναι κατάλληλο για τα νέα καθήκοντα σε επίπεδο ΕΕ με διάσταση ενιαίας αγοράς και θα διευκολύνει τη λήψη αποφάσεων στο πλέον αποτελεσματικό επίπεδο. Η ομάδα για την πολιτική ραδιοφάσματος (στο εξής: RSPG) θα μετατραπεί σε φορέα για την πολιτική ραδιοφάσματος (στο εξής: RSPB), όπως ο BEREC. Δεδομένης της απουσίας νομικής προσωπικότητας, τόσο ο BEREC όσο και ο RSPB δεν θα έχουν δεσμευτικές εξουσίες λήψης αποφάσεων. Οι αρμοδιότητες αυτές θα παραμείνουν στην Επιτροπή και στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές ή στις εθνικές αρχές που είναι υπεύθυνες για το ραδιοφάσμα. Ο BEREC και ο RSPB θα συνεχίσουν να παρέχουν συμβουλές, γνώμες, κατευθυντήριες γραμμές και άλλες μορφές στήριξης για τη χάραξη πολιτικής.
Για την προώθηση μεγαλύτερης σύγκλισης στη διαχείριση του ραδιοφάσματος, οι σημαντικές εκχωρήσεις ραδιοφάσματος θα υπόκεινται σε υποχρεωτικό μηχανισμό ενιαίας αγοράς ραδιοφάσματος της ΕΕ, ο οποίος θα παρέχει τη δυνατότητα στην Επιτροπή, στον BEREC και στον RSPB να υποβάλλουν παρατηρήσεις σχετικά με σχέδια μέτρων. Η Επιτροπή θα μπορεί να παρεμβαίνει, όπου είναι αναγκαίο, σε καταστάσεις με δυνητικές επιπτώσεις για την ενιαία αγορά. Δεδομένου του διασυνοριακού χαρακτήρα των δορυφορικών υπηρεσιών, η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από τις συμβουλευτικές δομές, θα διαχειρίζεται τις δορυφορικές άδειες της ΕΕ, μεταξύ άλλων επιλέγοντας κατόχους δορυφορικής άδειας, εάν οι πόροι ραδιοφάσματος είναι περιορισμένοι.
Οι κανόνες προστασίας των τελικών χρηστών απλουστεύονται και ενισχύουν την πλήρη εναρμόνιση με στοχευμένες εξαιρέσεις (π.χ. όσον αφορά τη μέγιστη διάρκεια σύμβασης), αλλά η εναρμόνιση περιορίζεται στους τομείς που καλύπτονται από την πρόταση. Όσον αφορά τις υποχρεώσεις παροχής καθολικής υπηρεσίας (στο εξής: ΥΠΚΥ), υιοθετείται μια περισσότερο εναρμονισμένη προσέγγιση για τον ορισμό της υπηρεσίας επαρκούς πρόσβασης στο διαδίκτυο. Το πεδίο εφαρμογής της ΥΠΚΥ διατηρεί τη διαθεσιμότητα, διασφαλίζοντας ότι οι καταναλωτές (και κατ’ επέκταση οι πολύ μικρές επιχειρήσεις, οι μικρές επιχειρήσεις και οι μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί) διαθέτουν επαρκή πρόσβαση στο διαδίκτυο και σε υπηρεσίες φωνητικής επικοινωνίας που είναι διαθέσιμες σε σταθερή θέση. Διατηρείται επίσης η έννοια της οικονομικής προσιτότητας των υπηρεσιών επαρκούς πρόσβασης στο διαδίκτυο και φωνητικής επικοινωνίας, με πιθανά μέτρα για τους καταναλωτές χαμηλού εισοδήματος ή τους καταναλωτές με ειδικές κοινωνικές ανάγκες, μέσω μιας περισσότερο εναρμονισμένης προσέγγισης για τον καθορισμό της οικονομικής προσιτότητας. Οι διατάξεις που αφορούν την ΥΠΚΥ συμπληρώνουν τη διαδικασία κατάργησης των δικτύων χαλκού και τη μετάβαση σε οπτικές ίνες και, ως εκ τούτου, θα υπόκεινται σε επανεξέταση.
Οι λύσεις θα δώσουν τη δυνατότητα στους σχετικούς συμφεροντούχους να αξιοποιήσουν τις συνέργειες μιας μεγάλης ενιαίας αγοράς και να μειώσουν τις ανεπάρκειες στις δραστηριότητες και τις επενδύσεις τους, με τον πλέον έγκαιρο και αποτελεσματικό τρόπο. Ταυτόχρονα, η πρόταση εξασφαλίζει στους φορείς εκμετάλλευσης που επιλέγουν να παρέχουν υπηρεσίες σε ένα μόνο κράτος μέλος τη συνέχεια των ισχυόντων κανόνων, ενώ παράλληλα επωφελούνται από καλύτερους και σαφέστερους κανόνες σχετικά με τα δικαιώματα των τελικών χρηστών, καθώς και από περισσότερο προβλέψιμο περιβάλλον για την πρόσβαση σε εισροές ραδιοφάσματος και σε δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
•Επιλογή της νομικής πράξης
Η Επιτροπή προτείνει την έκδοση κανονισμού, καθώς το μέσο αυτό εγγυάται την εξάλειψη των φραγμών της ενιαίας αγοράς με την εναρμόνιση του ισχύοντος ρυθμιστικού πλαισίου για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες. Εν προκειμένω περιλαμβάνονται συγκεκριμένα, άμεσα εφαρμοστέα δικαιώματα και υποχρεώσεις για τους παρόχους, τις αρμόδιες αρχές και τους τελικούς χρήστες. Περιλαμβάνονται επίσης μηχανισμοί συντονισμού για ορισμένες εισροές σε ευρωπαϊκό επίπεδο με σκοπό τη διευκόλυνση της διασυνοριακής παροχής δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και ένα προσαρμοσμένο καθεστώς γενικής άδειας για τους παρόχους που δραστηριοποιούνται σε ένα, περισσότερα ή όλα τα κράτη μέλη. Ο κανονισμός αποτελεί επίσης πολύτιμο εργαλείο ανθεκτικότητας. Σε ένα περιβάλλον διασυνοριακής συνδεσιμότητας, τα τρωτά σημεία σε ένα κράτος μέλος μπορούν να υπονομεύσουν την ασφάλεια σε ολόκληρη την ΕΕ και οι απειλές για τα δίκτυα και τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, είτε πρόκειται για κυβερνοεπιθέσεις, είτε για φυσικές διαταραχές είτε για συστημικές αστοχίες, είναι εγγενώς διασυνοριακές. Η γεωπολιτική αστάθεια απαιτεί ταχεία, συντονισμένη και πανευρωπαϊκή αντίδραση, η οποία δεν μπορεί να διασφαλιστεί εάν τα κράτη μέλη εφαρμόζουν μέτρα με διαφορετικές ταχύτητες ή με διαφορετικά επίπεδα φιλοδοξίας.
Τέλος, όπως αναφέρεται στο έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής, παράρτημα 11 της εκτίμησης επιπτώσεων: Evaluation – Review of the functioning of the European Electronic Communications Code (EECC), the Body of European Regulators for Electronic Communications (BEREC) Regulation, the Open Internet Regulation, and certain aspects of the ePrivacy Directive [Αξιολόγηση — Επανεξέταση της λειτουργίας του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών (ΕΚΗΕ), του κανονισμού για τον Φορέα Ευρωπαϊκών Ρυθμιστικών Αρχών για τις Ηλεκτρονικές Επικοινωνίες (BEREC), του κανονισμού για το ανοικτό διαδίκτυο και ορισμένων πτυχών της οδηγίας για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες], η πείρα από τον ΕΚΗΕ δείχνει ότι τα κράτη μέλη δεν κατόρθωσαν να αντιμετωπίσουν εγκαίρως τις τομεακές προκλήσεις, λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που χρειάστηκε για τη μεταφορά του ΕΚΗΕ στο εθνικό δίκαιο. Αυτό ισχύει ιδίως για τις άδειες ραδιοφάσματος, καθώς πολλές από τις δημοπρασίες 5G πραγματοποιήθηκαν πολλά έτη μετά την ημερομηνία μεταφοράς του ΕΚΗΕ στο εθνικό δίκαιο βάσει παρωχημένης νομοθεσίας. Η μεταφορά στο εθνικό δίκαιο συνοδεύτηκε επίσης συχνά από πρόσθετα επίπεδα κανόνων που είχαν ως αποτέλεσμα την υπερβολική ρύθμιση και τον κανονιστικό υπερθεματισμό, δυσχεραίνοντας την ανάπτυξη των εταιρειών σε διασυνοριακό επίπεδο και την επέκτασή τους. Οι κατακερματισμένοι εθνικοί κανόνες βάσει της ισχύουσας οδηγίας δεν δημιούργησαν μια πραγματική ενιαία αγορά. Οι αποκλίσεις όσον αφορά τις προϋποθέσεις αδειοδότησης, τους κανόνες για τους τελικούς χρήστες και τις πρόσθετες εθνικές απαιτήσεις δημιουργούν ένα συνονθύλευμα που συνεπάγεται κόστος συμμόρφωσης και εμποδίζει την κλιμάκωση των καινοτόμων διασυνοριακών υπηρεσιών, παρά τις σημαντικές δυνατότητές τους στην αγορά. Καθώς η συνδεσιμότητα συγκλίνει με το υπολογιστικό νέφος, την υπολογιστική παρυφών και την ΤΝ, θα μπορούσαν να αναπτυχθούν νέα επιχειρηματικά μοντέλα, αλλά η σημερινή πολυπλοκότητα αποτρέπει τους φορείς εκμετάλλευσης από τη συγκέντρωση δραστηριοτήτων, τη μόχλευση οικονομιών κλίμακας και την ανάπτυξη πανευρωπαϊκών υπηρεσιών.
3.ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΕΩΝ, ΤΩΝ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΤΟΥΣ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΥΧΟΥΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΚΤΙΜΗΣΕΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ
•Εκ των υστέρων αξιολογήσεις / έλεγχοι καταλληλότητας της ισχύουσας νομοθεσίας
Από την ανάλυση προέκυψε ότι ο ΕΚΗΕ, μέσω των στόχων του για την προώθηση της συνδεσιμότητας και της πρόσβασης σε δίκτυα πολύ υψηλής χωρητικότητας, καθώς και της χρήσης τους, έχει συμβάλει στην επίτευξη και τη διατήρηση αποτελεσματικού ανταγωνισμού και στην προστασία των τελικών χρηστών. Ωστόσο, ο ΕΚΗΕ, ως οδηγία, οδήγησε σε εθνικό κατακερματισμό και, ως εκ τούτου, δεν εκπλήρωσε τον στόχο της ολοκλήρωσης της ενιαίας αγοράς. Η ανάλυση εντόπισε επίσης την ανάγκη για μερική επανεξισορρόπηση των στόχων (επενδύσεις, ζήτηση), καθώς και την ανάγκη να εξεταστεί το ενδεχόμενο προσθήκης νέων στόχων για περισσότερη ανταγωνιστικότητα, ασφάλεια, ανθεκτικότητα και βιωσιμότητα.
Αρκετοί πυλώνες του ΕΚΗΕ εξακολουθούν να είναι κατάλληλοι για τον επιδιωκόμενο σκοπό.
Το καθεστώς ΣΙΑ παραμένει το βασικό μέσο για την εκ των προτέρων ρύθμιση, διασφαλίζοντας την εύρυθμη λειτουργία των αγορών. Ωστόσο, οι ΕΡΑ ορίζουν όλο και περισσότερο περιφερειακές ή τοπικές αγορές και η συνολική χρήση της εκ των προτέρων ρύθμισης έχει μειωθεί.
Το ραδιοφάσμα είναι υψίστης στρατηγικής και γεωπολιτικής σημασίας· είναι απαραίτητο για τη διευκόλυνση της επικοινωνίας, την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης και της κοινωνικής ευημερίας και τη στήριξη κρίσιμων υπηρεσιών σε διάφορους τομείς.
Οι ΥΠΚΥ στο πλαίσιο του ΕΚΗΕ αποτελούν δίχτυ ασφαλείας για να διασφαλίζεται ότι όλοι οι καταναλωτές στην ΕΕ διαθέτουν πρόσβαση σε οικονομικά προσιτές και επαρκείς υπηρεσίες διαδικτύου και φωνητικών επικοινωνιών.
Οι διατάξεις σχετικά με τα δικαιώματα των τελικών χρηστών εξακολουθούν ως επί το πλείστον να είναι κατάλληλες για τον επιδιωκόμενο σκοπό, αλλά ορισμένες πτυχές τους θα μπορούσαν να απλουστευθούν.
Η ρύθμιση της πρόσβασης βασίζεται στις αρχές του δικαίου περί ανταγωνισμού και σε διαφανείς μηχανισμούς διαβούλευσης με την Επιτροπή ως θεματοφύλακα των Συνθηκών, ώστε να διασφαλιστεί ότι οι προτεινόμενοι κανονισμοί δεν θα δημιουργήσουν φραγμό στην ενιαία αγορά και είναι συμβατοί με το δίκαιο της ΕΕ. Ένα τέτοιο σύστημα προάγει τη ρυθμιστική προβλεψιμότητα μέσω της διασφάλισης συνεπούς ρυθμιστικής προσέγγισης.
Το ισχύον πλαίσιο είναι, καταρχήν, κατάλληλα προσαρμοσμένο για την αντιμετώπιση περιπτώσεων σημαντικής ισχύος στην αγορά, συμπεριλαμβανομένων των τοπικών μονοπωλίων. Το στοιχείο αυτό είναι σημαντικό σε ένα περιβάλλον 100 % οπτικών ινών που θα δημιουργηθεί σε έναν κόσμο μετά τα δίκτυα χαλκού. Ο αριθμός των υποθέσεων που αφορούν ολιγοπωλιακές αγορές, οι οποίες κοινοποιήθηκαν βάσει του άρθρου 32 του ΕΚΗΕ, ήταν πολύ περιορισμένος. Πιθανά ζητήματα που αφορούν τις ολιγοπωλιακές αγορές έχουν αντιμετωπιστεί στο πλαίσιο του καθεστώτος αδειοδότησης για τη χρήση του ραδιοφάσματος ή βάσει του δικαίου περί ανταγωνισμού.
Υπάρχει επίσης περιθώριο απλούστευσης ορισμένων βασικών διατάξεων του ΕΚΗΕ που δεν έχουν εφαρμοστεί από τις ρυθμιστικές αρχές (άρθρο 76 σχετικά με τις συνεπενδύσεις, άρθρο 77 σχετικά με την επιβολή λειτουργικού διαχωρισμού) ή που έχουν εφαρμοστεί από ορισμένες ρυθμιστικές αρχές, αλλά θα πρέπει να απλουστευθούν περαιτέρω ώστε να καταστεί δυνατή η ευρύτερη εφαρμογή (άρθρο 61 παράγραφος 3 σχετικά με τη συμμετρική ρύθμιση, άρθρο 79 σχετικά με τις ρυθμιστικές δεσμεύσεις, άρθρο 80 σχετικά με τα δίκτυα μόνο χονδρικής πρόσβασης).
Όσον αφορά την κατάργηση των δικτύων χαλκού, το άρθρο 81 του ΕΚΗΕ είχε περιορισμένη πρακτική σημασία κυρίως λόγω της έλλειψης σχεδίων από κατεστημένους φορείς εκμετάλλευσης και δεν συνέβαλε σημαντικά στην επιτάχυνση της μετάβασης από τα δίκτυα χαλκού στα δίκτυα οπτικών ινών. Αντιθέτως, πρωταρχικός σκοπός του ήταν να παράσχει στις ΕΡΑ ένα πλαίσιο για τη διαχείριση της διαδικασίας κατάργησης με διαφάνεια και ανταγωνισμό, διασφαλίζοντας ότι οι μεταβάσεις δεν βλάπτουν τον ανταγωνισμό ή τα δικαιώματα των τελικών χρηστών και ότι διατίθενται εναλλακτικά προϊόντα πρόσβασης συγκρίσιμης ποιότητας.
Όσον αφορά την ασύρματη συνδεσιμότητα, μολονότι το πλαίσιο πολιτικής της ΕΕ για το ραδιοφάσμα έχει θέσει τα θεμέλια για τη συντονισμένη ανάπτυξη του 5G μέσω έγκαιρης εναρμόνισης και δεσμευτικών προθεσμιών για την εκχώρηση ραδιοφάσματος, και έχει διασφαλίσει ανταγωνιστικές τιμές για τους τελικούς χρήστες, αν και σε διαφορετικά επίπεδα και με ορισμένες εξαιρέσεις, η ΕΕ υστερεί όσον αφορά την ανάπτυξη του 5G υψηλής ποιότητας σε σύγκριση με τις μεγαλύτερες οικονομικές δυνάμεις του πλανήτη. Το γεγονός αυτό έχει αρνητικές επιπτώσεις όχι μόνο για τους καταναλωτές αλλά και για τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα και την καινοτομία της ΕΕ. Οι λόγοι στους οποίους οφείλεται αυτό είναι πολλοί. Οι προϋποθέσεις εκχώρησης ραδιοφάσματος παραμένουν υπερβολικά κατακερματισμένες και δεν έχουν εξασφαλίσει συνεπή επενδυτικά αποτελέσματα. Οι πλημμελώς σχεδιασμένες δημοπρασίες, η ανεπαρκής διάρκεια των αδειών και η έλλειψη ευελιξίας και κινήτρων για κοινή και αποδοτικότερη χρήση του ραδιοφάσματος έχουν αυξήσει το κόστος του, γεγονός το οποίο, σε συνδυασμό με τα περιορισμένα έσοδα από κινητές επικοινωνίες και την έλλειψη ζήτησης, έχει επηρεάσει αρνητικά την ανάπτυξη.
Τα διαδικαστικά εργαλεία του ΕΚΗΕ που συμβάλλουν στη δημιουργία της ενιαίας αγοράς ραδιοφάσματος, και ιδίως η εθελοντική αξιολόγηση από ομοτίμους των διαδικασιών εκχώρησης ραδιοφάσματος ή η εθελοντική κοινή διαδικασία αδειοδότησης που επιτρέπει σε διάφορα κράτη μέλη να συνεργάζονται για τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος μέσω κοινών προϋποθέσεων και διαδικασιών, χρησιμοποιούνται σπανίως ή είναι αναποτελεσματικά για την προώθηση της ρυθμιστικής προβλεψιμότητας και των επενδύσεων. Όσον αφορά τις διασυνοριακές επιβλαβείς παρεμβολές μεταξύ των κρατών μελών, η συμμετοχή των καλών υπηρεσιών της RSPG έχει αποφέρει σημαντική προστιθέμενη αξία σύμφωνα με τους συμμετέχοντες, αλλά δεν υπήρξε πλήρως αποτελεσματική στην αντιμετώπιση ζητημάτων διασυνοριακού συντονισμού με τρίτες χώρες ή σε μη εναρμονισμένες ζώνες.
Συνολικά, η έλλειψη ρυθμιστικής προβλεψιμότητας και η αναποτελεσματική χρήση του ραδιοφάσματος έχουν επηρεάσει την οικονομική ελκυστικότητα των επενδυτικών έργων 5G.
Όσον αφορά τις δορυφορικές υπηρεσίες σαφούς διασυνοριακού χαρακτήρα, η αδυναμία δημιουργίας ενιαίας αγοράς είναι ακόμη πιο εμφανής. Δεν υπάρχουν ελάχιστες κοινές προϋποθέσεις αδειοδότησης ή απαιτήσεις ραδιοφάσματος για δορυφόρους ή κοινές διαδικασίες επιλογής [εκτός από τη ζώνη κινητής δορυφορικής υπηρεσίας (MSS) των 2 GHz], παρατηρούνται δε μεγάλες διαφορές στα χρονοδιαγράμματα για την έκδοση άδειας, διαφορετικές προσεγγίσεις όσον αφορά τον εθνικό συντονισμό με τις υφιστάμενες υπηρεσίες, διαφορετικά τέλη και διαφορετικές προϋποθέσεις που συνοδεύουν τις άδειες. Ο κατακερματισμός αυτός δεν συντελεί στην αξιοποίηση της ισχύος της ενιαίας αγοράς ώστε να διασφαλιστούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού στο διάστημα, δεν ευνοεί την κλιμάκωση της παροχής δορυφορικών υπηρεσιών σε ολόκληρη την ΕΕ, και παρέχει τη δυνατότητα για ρυθμιστικό «forum shopping» (άγρα της ευνοϊκότερης δικαιοδοσίας). Οι φραγμοί αυτοί επηρεάζουν την ετοιμότητα της ΕΕ για την πρόκληση της απευθείας συνδεσιμότητας σε συσκευή (direct-to-device) σε ένα πλαίσιο όπου η ΕΕ κινδυνεύει να εξαρτάται στρατηγικά από ξένους παράγοντες για υπηρεσίες που έχουν κρίσιμη σημασία για την ασφάλεια και την άμυνά της.
Τα πορίσματα της αξιολόγησης σχετικά με τις διατάξεις για τις γενικές άδειες προσδιορίζουν την ανάγκη περαιτέρω εναρμόνισης, επικαιροποίησης και απλούστευσης του καθεστώτος γενικής άδειας και χαράζουν τον δρόμο προς τη διευκόλυνση της ανάπτυξης πιο εικονικοποιημένων δικτύων κεντρικής διαχείρισης, καθώς και δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών στην ΕΕ που βασίζονται σε λογισμικό ή στο υπολογιστικό νέφος.
Οι διατάξεις σχετικά με τα δικαιώματα των τελικών χρηστών εξακολουθούν ως επί το πλείστον να είναι κατάλληλες για τον επιδιωκόμενο σκοπό και πρέπει να συνεχιστεί η εστίαση στην επιβολή και την εφαρμογή τους. Ταυτόχρονα, ορισμένες επικαιροποιήσεις και απλουστεύσεις θα μπορούσαν να ωφελήσουν τόσο τους καταναλωτές όσο και τους παρόχους υπηρεσιών, όπως, για παράδειγμα, ο εξορθολογισμός των συμβατικών πληροφοριών (άρθρο 102 του ΕΚΗΕ) και η εναρμόνιση σε επίπεδο ΕΕ ορισμένων πτυχών, όπως οι παράμετροι για την ποιότητα των υπηρεσιών (άρθρο 104 του ΕΚΗΕ). Ορισμένες διατάξεις της οδηγίας για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, οι οποίες αφορούν την τεχνική ευκολία για την αναγνώριση καλούσας γραμμής και τα σχετικά δικαιώματα στην ιδιωτική ζωή, επικαιροποιούνται λόγω της εξέλιξης των δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και της μετάβασης σε δίκτυα βάσει IP και, ως εκ τούτου, καλύπτουν επίσης την αναγνώριση προέλευσης. Υπάρχουν επίσης επικαιροποιήσεις σχετικά με την αυτόματη προώθηση κλήσεων, τα αυτοματοποιημένα συστήματα κλήσεων και τους μη αναλυτικούς λογαριασμούς. Άλλες παρωχημένες διατάξεις σχετικά με τους δημόσιους καταλόγους απαλείφονται.
Όσον αφορά τη διακυβέρνηση, η αξιολόγηση του BEREC και της Υπηρεσίας του BEREC και της συμβολής τους στην εναρμονισμένη εφαρμογή του ΕΚΗΕ ήταν συνολικά θετική, ιδίως όσον αφορά την ποιότητα των κατευθυντήριων γραμμών και των εκθέσεων του BEREC, και βοήθησε τις ΕΡΑ να καταλήξουν σε κοινές προσεγγίσεις. Ωστόσο, οι κατευθυντήριες γραμμές του BEREC και οι ανταλλαγές βέλτιστων πρακτικών δεν έχουν κατορθώσει ακόμη να δημιουργήσουν την ενιαία αγορά. Καθώς οι αγορές, η τεχνολογία και το ευρύτερο ψηφιακό οικοσύστημα εξελίσσονται ταχέως, η εντολή του BEREC θα πρέπει επίσης να εξελιχθεί ώστε να συμπεριλάβει νέα καθήκοντα σε τομείς όπως η ανθεκτικότητα, το ραδιοφάσμα και οι δορυφόροι. Η Υπηρεσία του BEREC θα πρέπει επίσης να αυξήσει την ικανότητά της, ώστε να μπορεί να στηρίζει τον BEREC, μεταξύ άλλων επί της ουσίας, για τη διασφάλιση καλύτερης ευθυγράμμισης με τις πολιτικές της ΕΕ.
Η αξιολόγηση της συμβολής της RSPG στην πολιτική ραδιοφάσματος είναι επίσης θετική. Τα παραδοτέα της σχετικά με το ραδιοφάσμα για μελλοντική ασύρματη συνδεσιμότητα, συμπεριλαμβανομένου του 6G, την κοινή χρήση ραδιοφάσματος, τη μελλοντική χρήση της ζώνης υπερυψηλών συχνοτήτων, τις παγκόσμιες διασκέψεις ραδιοεπικοινωνιών και τα αποτελέσματά τους, τη δορυφορική συνδεσιμότητα και την κλιματική αλλαγή έχουν παράσχει πολύτιμες πληροφορίες για περαιτέρω εξέταση των ζητημάτων από την Επιτροπή. Ωστόσο, δεδομένου ότι η RSPG εγκρίνει παραδοτέα εν γένει με ομοφωνία, τουλάχιστον σε ορισμένα ευαίσθητα θέματα, πρέπει να εξασφαλίζει την ισορροπία μεταξύ των διαφόρων εθνικών συμφερόντων και των συμφερόντων της ΕΕ, ενίοτε εις βάρος της ΕΕ. Οι γνώμες της RSPG τείνουν ενίοτε να είναι υπερβολικά τεχνικές και όχι τόσο πολιτικές/στρατηγικές όσο θα απαιτούσε ο ρόλος της ως υψηλού επιπέδου συμβουλευτικής ομάδας στην Επιτροπή. Αρκετοί περιορισμοί έχουν επίσης μειώσει σημαντικά τον αντίκτυπό της, όπως ο εθελοντικός χαρακτήρας της αξιολόγησης από ομοτίμους ή οι νομικοί περιορισμοί στη χρήση του μηχανισμού καλών υπηρεσιών της για την αντιμετώπιση παρεμβολών από τρίτες χώρες. Οι συνέργειες μεταξύ του έργου της RSPG και του BEREC στον τεχνικό και τον οικονομικό τομέα, καθώς και σε επίπεδο συνολικής πολιτικής, δεν έχουν αξιοποιηθεί.
•Διαβουλεύσεις με τους συμφεροντούχους
Το 2023 η Επιτροπή ξεκίνησε ευρεία διερευνητική διαβούλευση σχετικά με το μέλλον του τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών και των υποδομών του. Τον Φεβρουάριο του 2024 η Επιτροπή δρομολόγησε διαβούλευση σχετικά με τη λευκή βίβλο με τίτλο «Διαχείριση των αναγκών της Ευρώπης σε ψηφιακές υποδομές». Η λευκή βίβλος δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο της Επιτροπής «Πείτε την άποψή σας» για υποβολή παρατηρήσεων εντός περιόδου 18 εβδομάδων και έλαβε 357 απαντήσεις. Τον Ιούνιο του 2025 δημοσιεύτηκε επίσης πρόσκληση υποβολής στοιχείων σχετικά με τους στόχους και τις επιλογές πολιτικής για μια πρόταση κανονισμού για τα ψηφιακά δίκτυα. Στο πλαίσιο της πρόσκλησης υποβολής στοιχείων ελήφθησαν σημαντικές παρατηρήσεις.
Πέραν της πρόσκλησης υποβολής στοιχείων, οι τρεις μελέτες που ανέθεσε η Επιτροπή διενήργησαν δύο γύρους διαβουλεύσεων στο πλαίσιο των οποίων απευθύνθηκαν σε 134 επιλεγμένους συμφεροντούχους. Οι στοχευόμενοι συμφεροντούχοι του κλάδου εκπροσωπούσαν διάφορους παρόχους δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, καθώς και άλλους παρόχους υπηρεσιών. Οι περισσότεροι ήταν φορείς εκμετάλλευσης σταθερών δικτύων, αλλά συμμετείχε επίσης σημαντικός αριθμός ραδιοτηλεοπτικών φορέων και παρόχων περιεχομένου και εφαρμογών.
Στη λευκή βίβλο αναλύονται οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει επί του παρόντος η Ευρώπη όσον αφορά την ανάπτυξη μελλοντικών δικτύων συνδεσιμότητας. Παρουσιάζονται πιθανά σενάρια, χωρισμένα σε τρία σκέλη, για τη μελλοντική δράση δημόσιας πολιτικής, συμπεριλαμβανομένου πιθανού μελλοντικού κανονισμού για τα ψηφιακά δίκτυα. Οι συμφεροντούχοι συμφώνησαν ως προς τη σημασία των σύγχρονων, ασφαλών και ανθεκτικών ψηφιακών υποδομών για την ανταγωνιστικότητα της ΕΕ.
Οι κατεστημένοι φορείς στον τομέα των τηλεπικοινωνιών τάχθηκαν υπέρ της ιδέας των ισότιμων κανονιστικών όρων ανταγωνισμού, αλλά έθεσαν ερωτήματα σχετικά με τη ρυθμιστική λύση. Οι πάροχοι υπηρεσιών υπολογιστικού νέφους εξέφρασαν ανησυχία για την ένταξή τους στο πεδίο εφαρμογής ειδικής για τις τηλεπικοινωνίες ρύθμισης. Οι περισσότεροι συμφεροντούχοι υποστήριξαν ευρέως τη μείωση των υποχρεώσεων υποβολής εκθέσεων και την κατάργηση του περιττού κανονιστικού φόρτου. Οι παρατηρήσεις σχετικά με τη λευκή βίβλο ήταν εξαιρετικά σημαντικές, καθώς οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι απαιτείται ένα νέο ρυθμιστικό πλαίσιο για την ολοκλήρωση της ψηφιακής ενιαίας αγοράς στην Ευρώπη.
Στην πρόσκληση υποβολής στοιχείων, οι περισσότεροι συμφεροντούχοι υποστήριξαν ευρέως τη μείωση των υποχρεώσεων υποβολής εκθέσεων και την κατάργηση του περιττού κανονιστικού φόρτου.
Τα κράτη μέλη και οι ΕΡΑ δεν θεώρησαν ότι υπάρχει περιθώριο για ένα καθαυτό καθεστώς χώρας προέλευσης για τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, διότι κατ’ αυτόν τον τρόπο θα διετηρείτο ένα σημαντικό σύνολο εθνικών κανόνων. Όσον αφορά την προστασία των τελικών χρηστών, τα κράτη μέλη, οι ΕΡΑ και οι οργανώσεις καταναλωτών τόνισαν ότι πρέπει να διατηρηθεί η ισχυρή προστασία των καταναλωτών. Οι περισσότεροι φορείς εκμετάλλευσης τηλεπικοινωνιών και πάροχοι υπηρεσιών ζήτησαν την απλούστευση και την κατάργηση των ειδικών τομεακών κανόνων.
Οι παραδοσιακοί φορείς εκμετάλλευσης τηλεπικοινωνιών ζήτησαν αναπροσαρμογή του ρυθμιστικού πλαισίου το οποίο τους θέτει επί του παρόντος σε μειονεκτική θέση σε σύγκριση με τους παρόχους περιεχομένου και εφαρμογών. Η κοινότητα του διαδικτύου και οι ομάδες καταναλωτών αντιτάχθηκαν σε αλλαγές στους κανόνες του ανοικτού διαδικτύου οι οποίες, κατά την άποψή τους, θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε διαδίκτυο δύο ταχυτήτων.
Όσον αφορά την πολιτική πρόσβασης, επισημαίνεται η παραδοσιακή διαφορά μεταξύ κατεστημένων φορέων και αιτούντων πρόσβαση, με τους πρώτους να ζητούν απορρύθμιση και τους δεύτερους να ζητούν να παραμείνει αμετάβλητο το ισχύον καθεστώς πρόσβασης. Ορισμένοι μικρότεροι πάροχοι δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών (AltNets) τάχθηκαν υπέρ του καθορισμού συγκεκριμένης ημερομηνίας-στόχου σε επίπεδο ΕΕ για την προώθηση της υιοθέτησης οπτικών ινών και των περιβαλλοντικών οφελών. Εκφράστηκαν ανησυχίες σχετικά με δυνητικό ψηφιακό αποκλεισμό και ενδεχόμενες στρεβλώσεις της αγοράς εάν η κατάργηση πραγματοποιηθεί πρόωρα.
Όσον αφορά το ραδιοφάσμα, τα κράτη μέλη και ο BEREC θεωρούν κατάλληλο το τρέχον μοντέλο διακυβέρνησης του ραδιοφάσματος και είναι γενικά απρόθυμα να θεσπίσουν αλλαγές. Αντιτίθενται επίσης στη συγκέντρωση της χορήγησης αδειών ραδιοφάσματος. Μολονότι τάσσονται υπέρ της εναρμονισμένης χρήσης του ραδιοφάσματος λόγω των οικονομικών οφελών της, τονίζουν τη σημασία της διατήρησης της ευελιξίας ώστε να αντικατοπτρίζονται οι διαφορές στις εθνικές αγορές. Μια κοινή ευρωπαϊκή προσέγγιση όσον αφορά την πρόσβαση στη δορυφορική αγορά θεωρείται απαραίτητη για την απελευθέρωση του πλήρους δυναμικού της δορυφορικής συνδεσιμότητας σε ολόκληρη την ΕΕ.
Η κοινότητα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών υποστηρίζει μια πιο φιλική προς τις επενδύσεις πολιτική ραδιοφάσματος που αυξάνει την ασφάλεια και την ευελιξία. Τάσσεται υπέρ της μεγαλύτερης ή απεριόριστης διάρκειας ισχύος των αδειών, των σιωπηρών ανανεώσεων, του χαμηλότερου κόστους του ραδιοφάσματος και των ευέλικτων κανόνων χρήσης. Ο τομέας υποστηρίζει επίσης τη μείωση του κατακερματισμού της αγοράς, την ενίσχυση της αξιολόγησης από ομοτίμους και τη θέσπιση κοινών διαδικασιών αδειοδότησης, παράλληλα με έναν σαφή χάρτη πορείας της ΕΕ για τη διαθεσιμότητα του ραδιοφάσματος. Τονίζει ότι θα πρέπει να αποφευχθούν μέτρα διαμόρφωσης της αγοράς που υπονομεύουν τις επενδύσεις και τη διαφοροποίηση των δικτύων. Η κοινότητα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών στηρίζει επίσης τη συνεργασία με πρωτοβουλία της ΕΕ στον τομέα των αναδυόμενων τεχνολογιών, όπως οι δορυφορικές υπηρεσίες απευθείας συνδεσιμότητας σε συσκευή (D2D).
Οι συμφεροντούχοι στον τομέα των εναλλακτικών τηλεπικοινωνιών υποστηρίζουν την αύξηση του συντονισμού και της εναρμόνισης στην εκχώρηση ραδιοφάσματος μεταξύ των κρατών μελών. Ένας εξελισσόμενος χάρτης πορείας της ΕΕ για τη διαθεσιμότητα του ραδιοφάσματος θεωρείται επίσης επωφελής. Οι συμφεροντούχοι τάσσονται υπέρ σαφών και εκ των προτέρων καθορισμένων προϋποθέσεων ανανέωσης των αδειών, καθώς και πολιτικών που προωθούν την εμπορία του ραδιοφάσματος και τις υποχρεώσεις απώλειας ή κοινής χρήσης σε περίπτωση μη χρήσης (use-it-or-share-it-or-lose-it) για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότερης χρήσης του ραδιοφάσματος. Ωστόσο, εκφράζουν σοβαρές αμφιβολίες σχετικά με την επιβολή νόμιμων προθεσμιών για τη χορήγηση ραδιοφάσματος.
•Συλλογή και χρήση εμπειρογνωσίας
Η πρόταση λαμβάνει υπόψη τις ακόλουθες βασικές εισροές:
τις εισηγήσεις που ελήφθησαν στο πλαίσιο της διερευνητικής διαβούλευσης σχετικά με το μέλλον του τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών και των υποδομών του, που ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 2023·
τις παρατηρήσεις των συμφεροντούχων σχετικά με τη λευκή βίβλο — «Διαχείριση των αναγκών της Ευρώπης σε ψηφιακές υποδομές» του Φεβρουαρίου του 2024·
τις παρατηρήσεις που ελήφθησαν από τους συμφεροντούχους στο πλαίσιο της πρόσκλησης υποβολής στοιχείων σχετικά με τον κανονισμό για τα ψηφιακά δίκτυα που δημοσιεύτηκε το 2025.
Για την τεκμηρίωση της παρούσας πρότασης εκπονήθηκαν τρεις μελέτες επανεξέτασης:
Μελέτη 2024-025 με τίτλο «Completing the Digital Single Market (DSM): Regulatory enablers for cross-border networks» (Ολοκλήρωση της ψηφιακής ενιαίας αγοράς: Ρυθμιστικοί παράγοντες διευκόλυνσης των διασυνοριακών δικτύων) — Σύμβαση-πλαίσιο αριθ. FW-00141705·
Μελέτη 2024-026 με τίτλο «Review of Access Regulation under the European Electronic Communications Code and analysis of future Access policy in full fibre environment» (Επανεξέταση του κανονισμού για την πρόσβαση στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και ανάλυση της μελλοντικής πολιτικής για την πρόσβαση σε περιβάλλον 100 % οπτικών ινών) — Σύμβαση-πλαίσιο αριθ. FW-00141705·
Μελέτη 2024-028 με τίτλο «Financial conditions, demand and investment needs and their regulatory and policy implications including on the universal service»(Χρηματοδοτικές συνθήκες, ζήτηση και επενδυτικές ανάγκες και οι επιπτώσεις τους σε κανονιστικό επίπεδο και επίπεδο πολιτικής μεταξύ άλλων για την καθολική υπηρεσία) — Σύμβαση-πλαίσιο αριθ. FW-00141705.
Παράλληλα, μεταξύ Μαρτίου και Σεπτεμβρίου 2025, η Επιτροπή διοργάνωσε στρατηγικά εργαστήρια με τον BEREC και την RSPG, προκειμένου να συγκεντρώσει τις απόψεις εκπροσώπων υψηλού επιπέδου από τις αρμόδιες αρχές όλων των κρατών μελών. Επιπλέον, τον Ιούλιο του 2025 διοργανώθηκε εργαστήριο με το ΕΓΕΚ και τις αντίστοιχες εθνικές οργανώσεις καταναλωτών για να συζητηθούν οι ανησυχίες και οι προκλήσεις για τους καταναλωτές και τους τελικούς χρήστες ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Επίσης, πραγματοποιήθηκε μεγάλος αριθμός συναντήσεων με συμφεροντούχους του κλάδου που δραστηριοποιούνται σε ολόκληρη την ψηφιακή αξιακή αλυσίδα, καθώς και με τις επιχειρηματικές ενώσεις τους.
•Εκτίμηση επιπτώσεων
Στην εκτίμηση επιπτώσεων προσδιορίστηκαν οι ακόλουθες επιλογές ως βέλτιστοι τρόποι για την αντιμετώπιση των προβλημάτων.
Κατάργηση του δικτύου χαλκού και ρύθμιση της πρόσβασης
Η προτιμώμενη επιλογή για την επιτάχυνση της εγκατάστασης και της χρήσης δικτύων οπτικής ίνας μέχρι την κατοικία (στο εξής: FTTH) θα βασιστεί σε εθνικά σχέδια προς κοινοποίηση στην Επιτροπή. Τα σχέδια θα εξηγούν i) σε ποιες περιοχές θα καταργηθεί το δίκτυο χαλκού και μέχρι πότε· και ii) τα μέτρα για τη στήριξη της μετάβασης σε οπτικές ίνες. Έως την 31η Δεκεμβρίου 2035 η κατάργηση του δικτύου χαλκού ενεργοποιείται όταν πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες δύο προϋποθέσεις i) εξασφαλίζεται κάλυψη με οπτικές ίνες τουλάχιστον σε ποσοστό 95 %· και ii) εξασφαλίζεται διαθεσιμότητα οικονομικά προσιτών υπηρεσιών συνδεσιμότητας λιανικής. Μετά την ημερομηνία αυτή, οι προϋποθέσεις δεν θα διαδραματίζουν πλέον ρόλο και τα κράτη μέλη θα πρέπει να επιβάλουν την κατάργηση σε όλες τις υπόλοιπες περιοχές με δίκτυο χαλκού προς κατάργηση, με ορισμένες εξαιρέσεις. Όσον αφορά τη ρύθμιση της πρόσβασης, η επιλογή αυτή βασίζεται στο υφιστάμενο ρυθμιστικό πλαίσιο, συμπεριλαμβανομένων τόσο συμμετρικών όσο και ασύμμετρων μέτρων (με βάση τη ΣΙΑ). Θα δοθεί έμφαση στις περιφερειακές και τοπικές αγορές.
Όσον αφορά τις οικονομικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις, ο αντίκτυπος θα είναι θετικός από την άποψη i) της σωρευτικής αύξησης του ΑΕΠ της τάξης των 157-327 δισ. EUR πάνω από το βασικό σενάριο· ii) της συνολικής μείωσης των εκπομπών CO2 κάτω από το βασικό σενάριο (0,7 εκατομμύρια τόνοι)· και iii) των μέσων ταχυτήτων καταφόρτωσης (314 Mbps το 2030 και 743 Mbps το 2035). Όσον αφορά τις κοινωνικές επιπτώσεις, ο αντίκτυπος των επιλογών δεν μπορεί να ποσοτικοποιηθεί. Ωστόσο, η επιλογή είναι πολύ πιθανό να έχει τον υψηλότερο θετικό κοινωνικό αντίκτυπο, καθώς παρουσιάζει καλές επιδόσεις όσον αφορά τα ποσοστά κάλυψης με FTTH και χρήσης FTTH. Όσον αφορά τα θεμελιώδη δικαιώματα, ο αντίκτυπος της επιλογής χαρακτηρίζεται μέτριος.
Ραδιοφάσμα
Η προτιμώμενη επιλογή περιλαμβάνει κυρίως εξ ορισμού απεριόριστη διάρκεια άδειας, με δυνατότητα για ρήτρες επανεξέτασης και ανάκληση δικαιωμάτων χρήσης, σχεδόν αυτόματες ανανεώσεις και εφαρμογή σχεδιασμού δημοπρασιών που ευνοεί τις επενδύσεις. Προβλέπει τη δυνατότητα εναρμόνισης των προϋποθέσεων χορήγησης αδειών για το ραδιοφάσμα και περιλαμβάνει υποχρεωτική διαδικασία ενιαίας αγοράς ραδιοφάσματος σε επίπεδο ΕΕ. Εξασφαλίζει αυξημένη διαφάνεια και προβλεψιμότητα του χρονοδιαγράμματος διαθεσιμότητας του ραδιοφάσματος μέσω στρατηγικής και χαρτών πορείας. Η επιλογή αυτή είναι η πλέον αποδοτική, δεδομένου ότι τα συνολικά οφέλη υπερτερούν σημαντικά του κόστους της. Θα διασφαλίσει την έγκαιρη ανάπτυξη δικτύων 5G υψηλής ποιότητας και μελλοντικών δικτύων 6G. Θα έχει θετικό αντίκτυπο στο ΑΕΠ, δευτερογενείς επιπτώσεις στους κάθετους τομείς και θα είναι συνεκτική και συμπληρωματική προς τη διαδικασία κατάργησης των δικτύων χαλκού.
Γενική άδεια και άδεια για δορυφορικές υπηρεσίες
Η προτιμώμενη επιλογή περιλαμβάνει ένα «ενιαίο διαβατήριο» για δίκτυα και υπηρεσίες εκτός των δορυφορικών και μια ενωσιακή άδεια για το δορυφορικό ραδιοφάσμα, συμπεριλαμβανομένων της επιλογής κατόχων αδειών σε περιπτώσεις έλλειψης και της επιβολής των όρων αδειοδότησης. Η επιλογή αυτή θα μειώσει τις διοικητικές δαπάνες και το κόστος συμμόρφωσης, καθώς και το κόστος υποβολής εκθέσεων. Σε συνδυασμό με εναρμονισμένες προϋποθέσεις αδειοδότησης και άλλους εφαρμοστέους κανόνες (συμπεριλαμβανομένων των κανόνων για τους τελικούς χρήστες) και ήπια μέτρα για τη διευκόλυνση της συνεργασίας οικοσυστημάτων, η προτιμώμενη επιλογή θα δώσει στους παρόχους τη δυνατότητα να εικονικοποιήσουν ευκολότερα τις λειτουργίες δικτύου και να παρέχουν συνεκτικότερες διασυνοριακές υπηρεσίες. Ως εκ τούτου, η προτιμώμενη επιλογή θα διευκολύνει τη συνεργασία επί ίσοις όροις με τους φορείς στο διευρυμένο οικοσύστημα συνδεσιμότητας. Η χορήγηση δορυφορικών αδειών της ΕΕ θα επιτρέψει στους φορείς εκμετάλλευσης να έχουν εγγυημένη πρόσβαση στο ραδιοφάσμα σε όλα τα κράτη μέλη υπό τις ίδιες προϋποθέσεις αδειοδότησης, προσφέροντάς τους τα μέσα για να επεκταθούν και να παρέχουν υπηρεσίες σε ολόκληρη την ΕΕ, αντιμετωπίζοντας παράλληλα ζητήματα που αφορούν την κυριαρχία.
Διακυβέρνηση
Η προτιμώμενη επιλογή βασίζεται στην υφιστάμενη διάρθρωση του BEREC και της Υπηρεσίας του BEREC και αναβαθμίζει την RSPG από ομάδα εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής σε φορέα με γραμματεία που παρέχεται από την Υπηρεσία του BEREC. Η Υπηρεσία, η ονομασία της οποίας θα αλλάξει σε «Υπηρεσία Ψηφιακών Δικτύων» (στο εξής: ODN) θα έχει ένα νέο συντονιστικό καθήκον που θα ενισχύσει την αποτελεσματικότητα της διαχείρισης του ραδιοφάσματος. Με την παροχή διοικητικών και υποστηρικτικών υπηρεσιών τόσο στον BEREC όσο και στον Φορέα για την Πολιτική Ραδιοφάσματος (RSPB), η ODN θα ενισχύσει την υφιστάμενη σύνδεση μεταξύ των δύο φορέων, διευκολύνοντας την επίτευξη καλύτερου συντονισμού και συνεκτικότερων αποτελεσμάτων.
Διοικητικό κόστος
Το διοικητικό κόστος για τις επιχειρήσεις σχετίζεται με τις υποχρεώσεις και τα οφέλη της κατάργησης του δικτύου χαλκού και της πρόσβασης, καθώς και με τους τομείς απλούστευσης. Οι πρόσθετες διοικητικές υποχρεώσεις που σχετίζονται με την υπό προϋποθέσεις κατάργηση του δικτύου χαλκού οδηγούν σε αύξηση των άμεσων επαναλαμβανόμενων διοικητικών δαπανών κατά 7 % (σε ΙΠΑ ανά έτος) και σε εφάπαξ δαπάνες ύψους 73 εκατ. EUR, σε σύγκριση με την τρέχουσα κατάσταση. Τόσο η εναρμόνιση των προϋποθέσεων αδειοδότησης όσο και η χορήγηση δορυφορικών αδειών της ΕΕ θα δημιουργήσουν ορισμένες εφάπαξ δαπάνες για την προσαρμογή στις κοινές προϋποθέσεις. Ωστόσο, συνολικά, οι επαναλαμβανόμενες δαπάνες για τη λήψη άδειας και για την υλοποίηση θα μειωθούν.
•Καταλληλότητα και απλούστευση του κανονιστικού πλαισίου
Όσον αφορά τη ρύθμιση της πρόσβασης, η προτιμώμενη επιλογή θα καταργήσει ορισμένες διατάξεις σχετικά με τη ρύθμιση της ΣΙΑ, όπως εκείνες που αφορούν τις συνεπενδύσεις (άρθρο 76 του ΕΚΗΕ) και τον λειτουργικό διαχωρισμό (άρθρα 77 και 78 του ΕΚΗΕ). Ταυτόχρονα, η παροχή στις ΕΡΑ της δυνατότητας να επιβάλλουν την πρόσβαση σε εσωτερική καλωδίωση και πέραν του πρώτου σημείου συγκέντρωσης με ίδια πρωτοβουλία (και όχι κατόπιν αιτήματος, όπως ισχύει επί του παρόντος) θα απλουστεύσει τον τρόπο εφαρμογής της ρύθμισης της πρόσβασης. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα την απλούστευση των υφιστάμενων κανόνων και την εξάλειψη των διαπιστωμένων ελλείψεων και των περιττών περιπλοκών, καθώς και της δυνητικής έλλειψης συνοχής που συνδέονται με τις εν λόγω διατάξεις, οι οποίες οδήγησαν στην περιορισμένη χρήση τους. Επιπλέον, οι επιπτώσεις της κατάργησής τους στην κάλυψη οπτικών ινών, τη χρήση τους και τον ανταγωνισμό θα είναι πιθανότατα περιορισμένες. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για το άρθρο 76 του ΕΚΗΕ, το οποίο αντικαταστάθηκε από ευρύτερη ανάλυση των ΕΡΑ σχετικά με τις επιπτώσεις των εμπορικών ρυθμίσεων, συμπεριλαμβανομένης της συνεπένδυσης στο πλαίσιο της διαδικασίας ανάλυσης της αγοράς. Οι συμφεροντούχοι έχουν επίσης αναγνωρίσει το δυναμικό αυτών των διατάξεων όσον αφορά τη βελτίωση της καταλληλότητας και της αποδοτικότητας του κανονιστικού πλαισίου.
Επιπλέον, η προτεινόμενη επιλογή θα απλουστεύσει, θα ενισχύσει και θα αυξήσει την εποπτεία, με αποτέλεσμα τη συνεπέστερη εφαρμογή των διορθωτικών μέτρων, η οποία θα είναι επίσης επωφελής για την ενιαία αγορά της ΕΕ. Η εναρμόνιση των προδιαγραφών για τα βασικά προϊόντα χονδρικής, καθώς και η προσοχή στις εγγυήσεις ποιότητας των υπηρεσιών για τις επιχειρήσεις, αναμένεται να απλουστεύσουν τη χρήση των προϊόντων πρόσβασης και να συμβάλουν επίσης στην ανάπτυξη του ανταγωνισμού στον τομέα των υπηρεσιών για τις πολυεθνικές επιχειρήσεις και τις επιχειρήσεις πολλαπλών εγκαταστάσεων.
Όσον αφορά το ραδιοφάσμα, η ενοποίηση των σχετικών διατάξεων του RSPP και του ΕΚΗΕ παρουσιάζει σημαντικά οφέλη για τη βελτίωση της καταλληλότητας και της αποδοτικότητας του κανονιστικού πλαισίου, δεδομένου ότι θα διασφαλίσει τη συνέπεια, εξαλείφοντας τις αλληλεπικαλυπτόμενες και παρωχημένες διατάξεις που εμποδίζουν την ανταγωνιστικότητα της ΕΕ στην ανάπτυξη καινοτόμων υπηρεσιών.
Η αδειοδότηση σε επίπεδο ΕΕ για την παροχή δορυφορικών δικτύων και υπηρεσιών και τη χρήση δορυφορικού φάσματος παρουσιάζει δυνατότητες για σημαντική βελτίωση της αποδοτικότητας, καθώς θα μειώσει το κόστος των δορυφορικών αδειών για τους φορείς εκμετάλλευσης δορυφόρων και τις εθνικές αρχές. Ένας φορέας εκμετάλλευσης δορυφόρου που επιθυμεί να παρέχει υπηρεσίες σε ολόκληρη την ΕΕ δεν θα χρειάζεται να εφαρμόζει 27 διαδικασίες αδειοδότησης, να τηρεί 27 σύνολα προϋποθέσεων αδειοδότησης, στις οποίες περιλαμβάνονται ποικίλες και δαπανηρές υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων και αναποτελεσματικά μέτρα επιβολής, ούτε να λαμβάνει δικαιώματα ραδιοφάσματος σε όλα τα κράτη μέλη.
Αντιθέτως, η Επιτροπή, με τη συνδρομή της ODN, θα λαμβάνει τα αιτήματα και θα εκδίδει τις άδειες για την παροχή δορυφορικών υπηρεσιών, καθώς και τις άδειες χρήσης ραδιοφάσματος, συμπεριλαμβανομένων μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος, είτε για ορισμένα κράτη μέλη όπου ο πάροχος επιθυμεί να παρέχει υπηρεσίες, είτε για την ΕΕ στο σύνολό της. Οι προϋποθέσεις αδειοδότησης, συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων που πρέπει να υποβάλλονται, θα είναι κοινές σε ολόκληρη την ΕΕ και θα αναπτυχθούν με τη βοήθεια της ODN και του RSPB. Η Επιτροπή θα διασφαλίζει επίσης την επιλογή σε επίπεδο ΕΕ σε περίπτωση ανεπάρκειας του ραδιοφάσματος. Επιπλέον, θα υπάρχει ένα δεσμευτικό πλαίσιο συμμόρφωσης και επιβολής σε επίπεδο ΕΕ που θα διασφαλίζει ότι η πρόσβαση των δορυφορικών συστοιχιών στην αγορά της ΕΕ συμμορφώνεται με τις κοινές προϋποθέσεις σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.
Η επιβολή σε επίπεδο ΕΕ (συμπεριλαμβανομένης της ανάκλησης της άδειας για ολόκληρη την ενιαία αγορά της ΕΕ) θα μπορούσε να οδηγήσει σε αποτελεσματική αντιμετώπιση ζητημάτων παρεμβολών, με παράλληλη παροχή κινήτρων για τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις της άδειας.
Οι άδειες για επίγεια δίκτυα και υπηρεσίες είναι ένας άλλος βασικός τομέας στον οποίο θα εξασφαλιστούν δυνατότητες βελτίωσης της αποδοτικότητας. Μια σημαντική αιτία προβλημάτων που σχετίζονται με το καθεστώς γενικής άδειας στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών της ΕΕ αφορά την κανονιστική ευελιξία του ΕΚΗΕ. Η ευελιξία αυτή έχει οδηγήσει σε κατακερματισμό και ασυνεπή εφαρμογή των προϋποθέσεων χορήγησης γενικής άδειας. Ο ΕΚΗΕ θέσπισε μεν εναρμονισμένες προϋποθέσεις χορήγησης γενικής άδειας, παρέμεινε ωστόσο ένας μέγιστος κατάλογος προϋποθέσεων και, ως εκ τούτου, διατηρήθηκε η εθνική διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τον καθορισμό των προϋποθέσεων. Κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη δεν υιοθέτησαν κοινή προσέγγιση για το καθεστώς γενικής άδειας όσον αφορά τα είδη των παρόχων δικτύων και υπηρεσιών και θέσπισαν αποκλίνουσες πράξεις παράγωγου δικαίου και/ή διοικητικές (κανονιστικές) αποφάσεις για την περαιτέρω ανάλυση των προϋποθέσεων. Η κατάσταση αυτή, με τον μέγιστο κατάλογο των 39 προϋποθέσεων σε 26 κράτη μέλη (εκτός από τη Δανία, η οποία δεν εφαρμόζει σύστημα γενικής άδειας), μπορεί να οδηγήσει στον καθορισμό έως και 1 014 προϋποθέσεων σε εθνικό επίπεδο με τις οποίες, για παράδειγμα, ένας διασυνοριακός φορέας εκμετάλλευσης (με παρουσία ή κανονιστικό αποτύπωμα σε 27 κράτη μέλη) θα καλούνταν να συμμορφωθεί.
Η πρόταση μειώνει αυτόν τον κατακερματισμό και περιορίζει τις υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων και συμμόρφωσης, επιβάλλοντας στους παρόχους μόνο εξορθολογισμένες, περαιτέρω εναρμονισμένες προϋποθέσεις και υποχρεώσεις που θεσπίζονται στον κανονισμό και είναι, μεταξύ άλλων, συνεκτικές με άλλες νομοθετικές πράξεις και πρωτοβουλίες πολιτικής της ΕΕ, όπως η στρατηγική της ΕΕ για την οικονομική ασφάλεια, με σκοπό την ενίσχυση της αξιόπιστης και ασφαλούς παροχής δικτύων και υπηρεσιών. Επιπλέον, για τις εταιρείες που επιθυμούν να παρέχουν δίκτυα και υπηρεσίες στην ενιαία αγορά, η πρόταση, υπό τη μορφή ενιαίου διαβατηρίου, διατηρεί ένα εξορθολογισμένο σύστημα βάσει κοινοποιήσεων, αλλά επιτρέπει στους παρόχους να δραστηριοποιούνται σε ένα, περισσότερα ή όλα τα κράτη μέλη βάσει επιβεβαίωσης από μία εθνική ρυθμιστική αρχή. Για τον σκοπό αυτόν, καθορίζει τους όρους χορήγησης γενικής άδειας, τη διαδικασία ενιαίου διαβατηρίου και τους μηχανισμούς συντονισμού, αμοιβαίας συνδρομής και συνεπούς επιβολής μεταξύ των εθνικών ρυθμιστικών αρχών, με την υποστήριξη του BEREC και της ODN.
Όσον αφορά τον αντίκτυπο στις ΜΜΕ, οι απλουστευμένες διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένου κοινού υποδείγματος κοινοποίησης και ενιαίου μηχανισμού κοινοποίησης, αναμένεται να μειώσουν το διοικητικό κόστος και το κόστος συμμόρφωσης για τους παρόχους, ιδίως τις ΜΜΕ. Οι εξοικονομήσεις αυτές θα παράσχουν στις ΜΜΕ τη δυνατότητα να ανακατευθύνουν τους πόρους προς την καινοτομία και την ανάπτυξη και να μην τους δαπανούν για κανονιστικές διαδικασίες. Η αύξηση της ασφάλειας δικαίου και της κανονιστικής προβλεψιμότητας ενισχύει περαιτέρω την ανταγωνιστικότητα των ΜΜΕ και διευκολύνει την είσοδο στην αγορά. Οι ΜΜΕ επωφελούνται επίσης έμμεσα από κοινά, πιο ευέλικτα καθεστώτα πρόσβασης, συμπεριλαμβανομένης της απλουστευμένης πρόσβασης στο ραδιοφάσμα και της κοινής χρήσης του ραδιοφάσματος, τα οποία μειώνουν τους φραγμούς εισόδου στην αγορά και στηρίζουν την ανάπτυξη και την κλιμάκωση καινοτόμων υπηρεσιών. Αυτό ισχύει ιδίως για τομείς όπως η μεταποίηση, η υγεία, η γεωργία και οι μεταφορές. Δεν αναμένονται δυσανάλογες αρνητικές επιπτώσεις για τις ΜΜΕ. Αντιθέτως, τα μέτρα αναμένεται να αποφέρουν καθαρά οφέλη, συμπεριλαμβανομένης της εξοικονόμησης κόστους και της βελτίωσης των ευκαιριών για καινοτομία.
•Θεμελιώδη δικαιώματα
Αναλύθηκαν οι επιπτώσεις της πρότασης στα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως η ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης, η απαγόρευση των διακρίσεων, η προστασία των καταναλωτών, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας των καταναλωτών με αναπηρίες, η προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή. Ειδικότερα, ο κανονισμός θα καθορίσει υψηλότερο επίπεδο εναρμόνισης για τα δικαιώματα των τελικών χρηστών, διατηρώντας παράλληλα υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών.
Στην πρόταση λαμβάνονται πλήρως υπόψη τα θεμελιώδη δικαιώματα και οι αρχές που αναγνωρίζονται από τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικότερα, τα προτεινόμενα μέτρα αποσκοπούν στην επίτευξη υψηλότερων επιπέδων συνδεσιμότητας με ένα εκσυγχρονισμένο σύνολο κανόνων προστασίας των καταναλωτών. Αυτό με τη σειρά του θα διασφαλίσει την πρόσβαση χωρίς διακριτική μεταχείριση σε οποιαδήποτε περιεχόμενα και υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων υπηρεσιών, και θα συμβάλει στην προώθηση της ελευθερίας της έκφρασης και της επιχειρηματικής ελευθερίας, ενώ θα δώσει τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να συμμορφώνονται με τον Χάρτη.
Η θέσπιση υποχρεωτικής, αλλά υπό προϋποθέσεις, κατάργησης του δικτύου χαλκού συνιστά περιορισμό της επιχειρηματικής ελευθερίας σύμφωνα με το άρθρο 16 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ. Ωστόσο, ένας τέτοιος περιορισμός μπορεί να δικαιολογηθεί εφόσον επιδιώκει στόχο γενικού συμφέροντος και συνάδει με τις αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας. Οι εξελίξεις στην αγορά δείχνουν ήδη ότι οι φορείς εκμετάλλευσης αποσύρουν σταδιακά τα δίκτυα χαλκού με βάση εμπορικά κριτήρια, στοιχείο που υποδηλώνει ότι η διαρθρωμένη κατάργηση δεν αντιβαίνει εγγενώς στα συμφέροντά τους. Δεδομένων των αναμενόμενων κοινωνικών, οικονομικών και περιβαλλοντικών οφελών, το μέτρο φαίνεται να συνάδει με την απαίτηση της αναγκαιότητας. Επιπλέον, οι προτεινόμενες προϋποθέσεις βιωσιμότητας, η επιλογή διατήρησης των δικτύων χαλκού για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα όταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις και η πιθανή εξαίρεση από την κατάργηση του δικτύου χαλκού όταν δεν είναι δυνατή η ανάπτυξη οπτικών ινών ή άλλης λύσης επαρκούς συνδεσιμότητας διασφαλίζουν την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας.
4.ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ
Οι δημοσιονομικές επιπτώσεις της πρότασης περιγράφονται λεπτομερώς στο νομοθετικό δημοσιονομικό και ψηφιακό δελτίο που συνοδεύει την πρόταση. Συνολικά, απαιτούνται 47 ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης (ΙΠΑ) για την υλοποίηση της πρωτοβουλίας, τα οποία συνίστανται σε 32 θέσεις απασχόλησης του πίνακα προσωπικού και 15 θέσεις εξωτερικού προσωπικού (συμβασιούχοι υπάλληλοι και αποσπασμένοι εθνικοί εμπειρογνώμονες), ώστε να διασφαλιστεί η πλήρης και αποτελεσματική υλοποίηση της πρωτοβουλίας. Οι ανάγκες θα καλυφθούν από το προσωπικό της ΓΔ που έχει ήδη διατεθεί για τη διαχείριση της δράσης και/ή έχει ανακατανεμηθεί στο εσωτερικό της ΓΔ ή άλλων υπηρεσιών της Επιτροπής. Εκτός από αυτούς τους υφιστάμενους πόρους, η πρωτοβουλία απαιτεί 5 ΙΠΑ έκτακτου πρόσθετου προσωπικού, τα οποία ζητούνται επιπλέον των σημερινών επιπέδων στελέχωσης, προκειμένου να διασφαλιστεί η πλήρης και αποτελεσματική υλοποίηση της πρωτοβουλίας. Η τρέχουσα γραμμή δαπανών του προϋπολογισμού της Υπηρεσίας του BEREC θα συνεχίσει να χρηματοδοτεί το αμετάβλητο μέρος της ODN, ενώ οι πρόσθετες δαπάνες που προκύπτουν από τα νέα καθήκοντα που ανατίθενται στην ODN, τα οποία περιγράφονται στην πρόταση, θα χρηματοδοτηθούν από τα τέλη αδειοδότησης για το δορυφορικό ραδιοφάσμα και, εάν είναι διαθέσιμα, από τα τέλη αριθμοδότησης της ΕΕ, καθώς και από εθελοντικές συνεισφορές και συνεισφορές σε είδος από τα κράτη μέλη.
Η πρόταση περιλαμβάνει επίσης καθήκοντα που απαιτούν πρόσθετο προσωπικό για την Υπηρεσία του BEREC (η οποία θα μετατραπεί σε Υπηρεσία Ψηφιακών Δικτύων — ODN), με αποτέλεσμα τη συνολική αύξηση του προσωπικού κατά 25 ΙΠΑ, τα οποία θα χρηματοδοτηθούν όλα από τέλη.
5.ΛΟΙΠΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
•Σχέδια εφαρμογής και ρυθμίσεις παρακολούθησης, αξιολόγησης και υποβολής εκθέσεων
Η Επιτροπή θα πρέπει να παρακολουθεί την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και να αξιολογεί την αποτελεσματικότητά του με την πάροδο του χρόνου. Πέντε έτη μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος και στη συνέχεια ανά πενταετία, η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάζει τη λειτουργία του παρόντος κανονισμού και να υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο. Στις εν λόγω επανεξετάσεις θα πρέπει να αξιολογούνται ιδίως οι επιπτώσεις για την αγορά του άρθρου 69 και του άρθρου 83, καθώς και αν οι εξουσίες εκ των προτέρων παρέμβασης και άλλου είδους παρέμβασης δυνάμει του παρόντος κανονισμού επαρκούν προκειμένου οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές να είναι σε θέση να διασφαλίζουν ότι ο ανταγωνισμός σε αγορές ηλεκτρονικών επικοινωνιών συνεχίζει να αναπτύσσεται προς όφελος των τελικών χρηστών.
Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει επίσης να κοινοποιούν στην Επιτροπή τα ονόματα των επιχειρήσεων οι οποίες ορίζονται ως κατέχουσες σημαντική ισχύ στην αγορά για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, καθώς και τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται στις επιχειρήσεις αυτές δυνάμει του κανονισμού. Οποιαδήποτε αλλαγή επηρεάζει τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται σε επιχειρήσεις ή τις θιγόμενες επιχειρήσεις, θα πρέπει να κοινοποιείται στην Επιτροπή χωρίς καθυστέρηση.
Έως τρία έτη μετά την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει τη λειτουργία της συνεργασίας οικοσυστημάτων, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη την έκθεση του BEREC σχετικά με τις επιπτώσεις της εφαρμογής των κατευθυντήριων γραμμών για την αποτελεσματική συνεργασία οικοσυστημάτων, καθώς και σχετικά με τη λειτουργία του μηχανισμού για οικειοθελή συνδιαλλαγή.
Επιπλέον, έως τις 30 Ιουνίου 2034, η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει το πεδίο εφαρμογής της οικονομικά προσιτής καθολικής υπηρεσίας και τη διαθεσιμότητα της καθολικής υπηρεσίας με βάση τις κοινωνικές, οικονομικές και τεχνολογικές εξελίξεις, συμπεριλαμβανομένης της μετάβασης σε οπτικές ίνες. Στην επανεξέταση θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι επικρατούσες τεχνολογίες που χρησιμοποιούνται από τους περισσότερους καταναλωτές. Η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο στην οποία θα περιγράφονται τα πορίσματα της επανεξέτασης.
Εντός δύο ετών από την έναρξη εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, η ODN θα πρέπει να εκπονήσει έκθεση σχετικά με την ενιαία αγορά δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Η έκθεση αυτή θα πρέπει να παρέχει επισκόπηση των εξελίξεων της αγοράς και να εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο τα μέτρα που θεσπίζονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού επηρεάζουν τη λειτουργία της ενιαίας αγοράς, καθώς και τον αντίκτυπο των συγχωνεύσεων στην αγορά. Το σχέδιο έκθεσης θα πρέπει να κοινοποιηθεί στον BEREC και στον RSPB προς έγκριση πριν από τη δημοσίευση. Στη συνέχεια, θα πρέπει να δημοσιεύονται ετησίως επικαιροποιημένες εκθέσεις για την παρακολούθηση της προόδου και των αναδυόμενων τάσεων.
•Επεξηγηματικά έγγραφα (για οδηγίες)
•Αναλυτική επεξήγηση των επιμέρους διατάξεων της πρότασης
Μέρος I: Πεδίο εφαρμογής, στόχοι και ορισμοί
Στο μέρος I του παρόντος κανονισμού καθορίζεται το οριζόντιο πλαίσιο που διέπει την οργάνωση του τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών εντός της ΕΕ. Ορίζεται το αντικείμενο, το πεδίο εφαρμογής και οι βασικές έννοιες του, με τη διατύπωση των κοινών ορισμών που ισχύουν για το νομικό πλαίσιο, προκειμένου να εξασφαλιστούν η ασφάλεια δικαίου και η συνεπής εφαρμογή σε όλα τα κράτη μέλη. Καθορίζονται επίσης οι γενικοί στόχοι και οι κανονιστικές αρχές για την καθοδήγηση των κρατών μελών, των εθνικών ρυθμιστικών και άλλων αρμόδιων αρχών, του BEREC, του RSPB και της ODN, καθώς και της Επιτροπής, στο έργο τους.
Μέρος II: Ανθεκτικότητα
Στο μέρος II εισάγεται ένα ειδικό πλαίσιο για την ανθεκτικότητα και την ετοιμότητα δικτύων και υπηρεσιών, καθώς αναγνωρίζεται ότι τα δίκτυα και οι υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών και άλλες ψηφιακές υποδομές είναι απαραίτητες για τη λειτουργία της κοινωνίας και της οικονομίας. Για τον σκοπό αυτόν, θεσπίζονται υποχρεώσεις και μηχανισμοί συνεργασίας για τη διασφάλιση της διαθεσιμότητας και των ικανοτήτων των δικτύων και των υπηρεσιών σε καταστάσεις μείζονος κρίσης. Εν προκειμένω περιλαμβάνεται η συνέχεια των επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης και των προειδοποιήσεων του κοινού. Προβλέπεται επίσης η έκδοση έκθεσης του BEREC με τίτλο «Σχέδιο ετοιμότητας της Ένωσης για τις ψηφιακές υποδομές». Η έκθεση θα περιλαμβάνει αξιολόγηση, κοινές επιχειρησιακές συστάσεις και πρακτικές διαχείρισης κρίσεων. Θα αποσαφηνίσει επίσης τους αντίστοιχους ρόλους των φορέων της ΕΕ και των εθνικών αρμόδιων αρχών στην παρακολούθηση, τον συντονισμό και την αντίδραση, ενισχύοντας με τη σειρά της μια συνεκτική και αποτελεσματική προσέγγιση σε επίπεδο ΕΕ όσον αφορά την ανθεκτικότητα και την ετοιμότητα στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
Μέρος III: Αδειοδότηση και χορήγηση διαβατηρίων στο πλαίσιο της ενιαίας αγοράς
Το μέρος III θεσπίζει το ενιαίο πλαίσιο έκδοσης διαβατηρίων για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών βάσει καθεστώτος γενικής άδειας. Επιβεβαιώνει την ελευθερία παροχής των εν λόγω δικτύων και υπηρεσιών σε ολόκληρη την ΕΕ, εφόσον πληρούνται οι κοινές περαιτέρω προϋποθέσεις και υποχρεώσεις που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Διατηρεί επίσης ένα εξορθολογισμένο σύστημα βάσει κοινοποιήσεων, το οποίο παρέχει στους παρόχους τη δυνατότητα να δραστηριοποιούνται σε ένα, περισσότερα ή όλα τα κράτη μέλη βάσει ενιαίας επιβεβαίωσης από μία εθνική ρυθμιστική αρχή. Η πρόταση συνάδει με άλλες πρωτοβουλίες για ενισχυμένες απαιτήσεις ασφάλειας της αλυσίδας εφοδιασμού ΤΠΕ. Προς τούτο, καθορίζονται οι όροι χορήγησης γενικής άδειας, η διαδικασία ενιαίου διαβατηρίου και οι μηχανισμοί συντονισμού, αμοιβαίας συνδρομής και συνεπούς επιβολής μεταξύ των εθνικών αρχών, με την υποστήριξη του BEREC και της ODN. Ο BEREC, στις κατευθυντήριες γραμμές του, σε συνεργασία με άλλες αρμόδιες αρχές και την Επιτροπή, θα καθορίσει τις διαδικαστικές πτυχές σχετικά με τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των παρόχων, των εθνικών ρυθμιστικών και άλλων αρμόδιων αρχών, καθώς και σχετικά με την προσέγγιση των εφαρμοστέων όρων και κανόνων στα κράτη μέλη.
Μέρος IV: Πόροι, ραδιοφάσμα και αριθμοδότηση
Στο μέρος IV θεσπίζεται ένα ολοκληρωμένο και μακρόπνοο πλαίσιο για τη διαχείριση, την κατανομή και τη χρήση βασικών πόρων των ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Εν προκειμένω περιλαμβάνονται οι πόροι ραδιοφάσματος και αριθμοδότησης, καθώς αναγνωρίζεται ο ρόλος τους ως στρατηγικών δημόσιων αγαθών απαραίτητων για τη συνδεσιμότητα, την καινοτομία, την ασφάλεια και τη λειτουργία της ενιαίας αγοράς. Όσον αφορά το ραδιοφάσμα, καθορίζονται κοινές αρχές και στόχοι για τον συντονισμένο στρατηγικό σχεδιασμό και τη διαχείριση σε επίπεδο ΕΕ, σύμφωνα με τις διεθνείς υποχρεώσεις, και ενισχύονται οι μηχανισμοί διασυνοριακού συντονισμού και αντιμετώπισης επιβλαβών παρεμβολών. Θεσπίζεται η ουδετερότητα ως προς την τεχνολογία και τις υπηρεσίες, προωθείται η κοινή και αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος και προβλέπεται μια στρατηγική της ΕΕ για το ραδιοφάσμα, καθώς και χάρτες πορείας για τη διασφάλιση της προβλεψιμότητας, της έγκαιρης διαθεσιμότητας και της ευθυγράμμισης με ευρύτερους στόχους πολιτικής της ΕΕ.
Ο παρών κανονισμός εναρμονίζει επίσης τα καθεστώτα αδειοδότησης, τις προϋποθέσεις εκχώρησης, τη διάρκεια, την ανανέωση, τη μεταβίβαση και τον μερισμό των δικαιωμάτων ραδιοφάσματος, και ενισχύει τις διαδικασίες ανάθεσης που ευνοούν τις επενδύσεις και είναι φιλικές προς τον ανταγωνισμό. Επιπλέον, θεσπίζει εργαλεία σε επίπεδο ΕΕ, όπως η διαδικασία ενιαίας αγοράς ραδιοφάσματος, οι κοινές προϋποθέσεις αδειοδότησης, οι διαδικασίες υπηρεσίας μίας στάσης και οι άδειες της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένου ειδικού πλαισίου για τα δορυφορικά δίκτυα και τις υπηρεσίες στην ΕΕ. Ειδικότερα, θεσπίζει άδειες σε επίπεδο ΕΕ για το δορυφορικό ραδιοφάσμα, καθώς και την παρακολούθηση και την επιβολή του. Επιπλέον, καθορίζει μια διαδικασία για τη χορήγηση των εν λόγω αδειών και προβλέπει ενισχυμένους μηχανισμούς συντονισμού για τα πρωτόκολλα της Διεθνούς Ένωσης Τηλεπικοινωνιών (στο εξής: ITU), ενώ παράλληλα διασφαλίζει τη συνύπαρξη μεταξύ της κατανομής δορυφορικού και επίγειου ραδιοφάσματος εντός της ΕΕ.
Παράλληλα, το μέρος IV παρέχει το πλαίσιο για τους πανευρωπαϊκούς πόρους αριθμοδότησης και καθορίζει τους κανόνες που διέπουν τους πόρους αριθμοδότησης, ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματική διαχείριση, η διαθεσιμότητα και η εξωεδαφική χρήση τους σε ολόκληρη την ΕΕ, να παρέχεται στήριξη στις υπηρεσίες σε επίπεδο ΕΕ και να εξασφαλίζονται η προστασία των καταναλωτών και η δίκαιη πρόσβαση. Συνολικά, οι διατάξεις αυτές αποσκοπούν στη διασφάλιση της αποτελεσματικής, συντονισμένης και ανθεκτικής στις μελλοντικές εξελίξεις χρήσης των σπάνιων πόρων, ενισχύοντας παράλληλα την ασφάλεια δικαίου, μειώνοντας τον κατακερματισμό και καθιστώντας δυνατή την ανάπτυξη καινοτόμων, διασυνοριακών δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε ολόκληρη την ΕΕ.
Μέρος V: Μετάβαση σε οπτικές ίνες, λειτουργία των αγορών και ανταγωνισμός
Στο μέρος V καθορίζονται οι κανόνες που διασφαλίζουν την ορθή λειτουργία των αγορών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και την αποτελεσματικότητα του ανταγωνισμού σε ολόκληρη την ΕΕ.
Πρώτον, θεσπίζεται ειδικό πλαίσιο για την ομαλή μετάβαση από τα παραδοσιακά δίκτυα χαλκού στα δίκτυα FTTH. Το πλαίσιο θα εφαρμόζεται όταν το δίκτυο χαλκού παραμένει σε λειτουργία πέραν μιας καθορισμένης ημερομηνίας. Η διαδικασία μετάβασης στις οπτικές ίνες θα βασιστεί σε εθνικά σχέδια που θα κοινοποιηθούν στην Επιτροπή. Τα εν λόγω εθνικά σχέδια θα εξηγούν i) σε ποιες περιοχές θα διακοπεί η λειτουργία του δικτύου χαλκού και πότε και ii) τα μέτρα για τη στήριξη της μετάβασης σε οπτικές ίνες.
Στην αρχική φάση, τα κράτη μέλη θα κληθούν να επιβάλουν την κατάργηση του δικτύου χαλκού σε περιοχές όπου πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες δύο προϋποθέσεις: i) εξασφαλίζεται κάλυψη με οπτικές ίνες τουλάχιστον σε ποσοστό 95 % και ii) εξασφαλίζεται διαθεσιμότητα οικονομικά προσιτών υπηρεσιών συνδεσιμότητας λιανικής. Στη δεύτερη φάση, οι προϋποθέσεις δεν θα διαδραματίζουν πλέον ρόλο και τα κράτη μέλη θα πρέπει να επιβάλουν την κατάργηση σε όλες τις υπόλοιπες περιοχές με δίκτυο χαλκού προς κατάργηση, εκτός από τις περιοχές όπου η εγκατάσταση οπτικών ινών δεν είναι οικονομικά βιώσιμη και δεν υπάρχει λύση επαρκούς συνδεσιμότητας ικανή να αντικαταστήσει τις υπηρεσίες του δικτύου χαλκού. Εφαρμόζονται διασφαλίσεις καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, προκειμένου να διατηρηθεί η συνέχεια και να προστατευθούν οι καταναλωτές.
Το μέρος V καλύπτει επίσης το πλαίσιο για την πρόσβαση στη γη και τα δικαιώματα διέλευσης, τη διασύνδεση και την πρόσβαση, καθώς και την εφαρμογή συμμετρικών και βασιζόμενων στη ΣΙΑ κανονιστικών διορθωτικών μέτρων. Αποσαφηνίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των επιχειρήσεων κατά τη διαπραγμάτευση της πρόσβασης και της διασύνδεσης και εξουσιοδοτεί τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές να επιβάλλουν αναλογικά μέτρα για τη διασφάλιση της διατερματικής συνδεσιμότητας και διαλειτουργικότητας, όπου αυτό δικαιολογείται.
Το μέρος αυτό διατηρεί τα κύρια σκέλη του ισχύοντος συστήματος της συμμετρικής ρύθμισης της πρόσβασης και της ρύθμισης της πρόσβασης με βάση τη ΣΙΑ. Όσον αφορά τη ΣΙΑ, οι κανόνες δίνουν προτεραιότητα στη «φιλική προς τις επενδύσεις» ρύθμιση της πρόσβασης των παθητικών δικτύων (σωλήνες και στύλοι όπου οι φορείς εκμετάλλευσης εγκαθιστούν δικά τους δίκτυα οπτικών ινών) και προωθούν την εναρμόνιση των προϊόντων πρόσβασης. Όσον αφορά τη συμμετρική πρόσβαση, οι κανόνες αποσκοπούν στην τόνωση της υιοθέτησης οπτικών ινών μέσω της διατήρησης της πρόσβασης σε ενδοκτιριακή καλωδίωση, όταν ζητείται. Επιπλέον, οι ΕΡΑ μπορούν να χρησιμοποιούν συμμετρικά μέτρα για την αντιμετώπιση των τοπικών σημείων συμφόρησης, επιβάλλοντας την πρόσβαση σε τοπικά δίκτυα οπτικών ινών. Επίσης, οι συμμετρικοί κανόνες θα πρέπει να καθιστούν δυνατή τη σύνδεση των τελικών χρηστών, των οποίων οι εγκαταστάσεις δεν είναι συνδεδεμένες, μέσω της επιβολής υποχρέωσης στους φορείς εκμετάλλευσης οπτικών ινών που εγκαθιστούν κοντινό δίκτυο να συνδέουν τους εν λόγω χρήστες.
Το μέρος V ενισχύει τις διαδικασίες ενιαίας αγοράς για σχέδια εθνικών μέτρων που επηρεάζουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, διασφαλίζοντας τη συνεπή εφαρμογή σε ολόκληρη την ΕΕ μέσω συντονισμένων μηχανισμών κοινοποίησης, αξιολόγησης και παρέμβασης.
Το μέρος VI καθορίζει τις υποχρεώσεις που σχετίζονται με τις υπηρεσίες, με στόχο να διασφαλιστεί ότι οι τελικοί χρήστες στην ΕΕ μπορούν να επωφελούνται από βασική συνδεσιμότητα και κοινό επίπεδο προστασίας. Εκσυγχρονίζει τις υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας ανανεώνοντας, σύμφωνα με την αρχή 20 του ευρωπαϊκού πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων, το δικαίωμα όλων των καταναλωτών, ιδίως εκείνων με χαμηλό εισόδημα, να έχουν πρόσβαση σε οικονομικά προσιτή υπηρεσία επαρκούς πρόσβασης στο διαδίκτυο και σε υπηρεσίες φωνητικών επικοινωνιών σε σταθερή θέση. Καθορίζει κοινές διαδικασίες για τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη μέλη ορίζουν την «επαρκή» συνδεσιμότητα με βάση το ελάχιστο εύρος ζώνης που παρέχεται στους περισσότερους καταναλωτές. Οι ανωτέρω κοινές διαδικασίες υποστηρίζονται από την καθοδήγηση του BEREC και διασφαλίζουν το εύρος ζώνης που απαιτείται για την κοινωνική και οικονομική συμμετοχή στην κοινωνία. Προβλέπει επίσης μια δομημένη προσέγγιση όσον αφορά την οικονομική προσιτότητα, η οποία εμπερικλείει την παρακολούθηση της εξέλιξης των τιμών λιανικής, μέτρα για τους καταναλωτές με χαμηλό εισόδημα ή ειδικές κοινωνικές ανάγκες, και ειδική στήριξη για την εξασφάλιση ισοδύναμης πρόσβασης για τους τελικούς χρήστες με αναπηρίες, ενώ παρέχει παράλληλα στην Επιτροπή τη δυνατότητα να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις σχετικά με την υπηρεσία επαρκούς πρόσβασης στο διαδίκτυο με βάση τις εθνικές προϋποθέσεις, τα κριτήρια και τη μεθοδολογία που πρέπει να εξετάζονται για την αξιολόγηση της οικονομικής προσιτότητας. Προτείνεται μια νέα και πιο ευέλικτη προσέγγιση όσον αφορά τη χρηματοδότηση χωρίς προσδιορισμό συγκεκριμένου τομέα ή του σχετικού μηχανισμού χρηματοδότησης.
Το μέρος VI διασφαλίζει περαιτέρω τα δικαιώματα των τελικών χρηστών στο ψηφιακό περιβάλλον. Διαφυλάσσει την ανοικτή πρόσβαση στο διαδίκτυο κωδικοποιώντας τα δικαιώματα των τελικών χρηστών όσον αφορά την πρόσβαση και τη διανομή περιεχομένου, καθώς και τη χρήση εφαρμογών και τερματικού εξοπλισμού της επιλογής τους. Το στοιχείο αυτό συμβαδίζει με αυστηρές υποχρεώσεις ουδετερότητας του δικτύου, για τις οποίες ισχύουν μόνο αυστηρά καθορισμένες και αναλογικές εξαιρέσεις, και οι οποίες υπόκεινται σε αυστηρή εποπτεία από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, που συμπληρώνεται από την υποβολή εκθέσεων και τις κατευθυντήριες γραμμές του BEREC. Ενοποιούνται και επικαιροποιούνται οι κανόνες προστασίας των τελικών χρηστών, οι οποίοι παρουσιάζονται σε τρία κεφάλαια.
Το κεφάλαιο «Δικαιώματα των καταναλωτών» καλύπτει τους καταναλωτές και επεκτείνεται στις πολύ μικρές επιχειρήσεις και τους μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς (ορισμένες διατάξεις ισχύουν επίσης για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις) και περιλαμβάνει ειδικούς τομεακούς κανόνες σχετικά με τη διαφάνεια και τις πληροφορίες των συμβάσεων (συμπεριλαμβανομένου υποδείγματος συνοπτικής σύμβασης), τη διάρκεια και την καταγγελία των συμβάσεων, καθώς και τις δεσμοποιημένες προσφορές.
Το κεφάλαιο «Δικαιώματα των τελικών χρηστών» περιλαμβάνει την αλλαγή παρόχου και τη φορητότητα αριθμού και διασφαλίζει την απαγόρευση των διακρίσεων.
Το κεφάλαιο «Ευκολίες και λειτουργίες για τελικούς χρήστες» περιλαμβάνει μέτρα κατά δόλιων δραστηριοτήτων και διασφαλίζει κρίσιμες υπηρεσίες, όπως ανοικτές τηλεφωνικές γραμμές για αγνοούμενα παιδιά, επικοινωνίες έκτακτης ανάγκης και συστήματα προειδοποίησης του κοινού, καθώς και τη χρήση του ευρωπαϊκού πορτοφολιού ψηφιακής ταυτότητας. Αντικατοπτρίζοντας τις τεχνολογικές εξελίξεις και τις νέες προκλήσεις για την προστασία των τελικών χρηστών στο πλαίσιο αυτό, το κεφάλαιο περιλαμβάνει επίσης επικαιροποιημένους κανόνες για την αναγνώριση καλούσας γραμμής, την αναγνώριση της προέλευσης, την αυτόματη προώθηση κλήσεων και τα αυτοματοποιημένα συστήματα κλήσεων. Περιέχει διατάξεις σχετικά με την ισοδύναμη πρόσβαση και τις επιλογές για τελικούς χρήστες με αναπηρίες.
Το μέρος VI διατηρεί επίσης στοχευμένες διατάξεις διαλειτουργικότητας και «μεταφοράς σήματος» και εξουσιοδοτεί την Επιτροπή να τροποποιεί τα τεχνικά παραρτήματα με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, προκειμένου να επικαιροποιούνται ώστε να αντικατοπτρίζουν τις τεχνολογικές και κοινωνικές εξελίξεις.
Το μέρος VII θεσπίζει το πλαίσιο διακυβέρνησης για τη διασφάλιση της συνεκτικής, ανεξάρτητης και αποτελεσματικής λειτουργίας της ενιαίας αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Καθορίζει τους ρόλους, τις εξουσίες και τις διασφαλίσεις που ισχύουν για τις εθνικές ρυθμιστικές και άλλες αρμόδιες αρχές, τους αναθέτει σαφώς καθορισμένα καθήκοντα, διατηρεί τη νομική και λειτουργική ανεξαρτησία τους από τους παράγοντες της αγοράς και τους παρέχει επαρκείς πόρους και δημοσιονομική αυτονομία. Θεσπίζει επίσης κοινές αρχές σχετικά με τον διορισμό, την παύση, τη λογοδοσία και τη διαφάνεια, καθώς και υποχρεώσεις συνεργασίας και συντονισμού σε εθνικό και διασυνοριακό επίπεδο, ενισχύοντας με τη σειρά του την κανονιστική συνέπεια και την αμοιβαία εμπιστοσύνη σε ολόκληρη την ΕΕ.
Το μέρος VII ενοποιεί περαιτέρω τη διακυβέρνηση σε επίπεδο ΕΕ με την ενσωμάτωση και την ενίσχυση των ρόλων του BEREC, του RSPB και της ODN. Αποσαφηνίζει τους στόχους, τα καθήκοντα και την εσωτερική οργάνωση του BEREC, ενισχύοντας την ικανότητά του να προωθεί τη συνεπή εφαρμογή του ρυθμιστικού πλαισίου μέσω γνωμοδοτήσεων, κατευθυντήριων γραμμών, εκθέσεων και βέλτιστων πρακτικών, υποστηριζόμενων από δομημένη συλλογή δεδομένων και παρακολούθηση της αγοράς. Και δεδομένου του γεωπολιτικού πλαισίου, ενισχύει τις αρμοδιότητες του BEREC που συνδέονται με την ανθεκτικότητα και την ετοιμότητα, όπως μέσω της έκδοσης του σχεδίου ετοιμότητας της ΕΕ για τις ψηφιακές υποδομές. Παράλληλα, καθιερώνει ένα αυστηρότερο πλαίσιο για τη στρατηγική διακυβέρνηση του ραδιοφάσματος μέσω του RSPB, καθορίζοντας τον συμβουλευτικό και συντονιστικό του ρόλο στην πολιτική ραδιοφάσματος της ΕΕ, τον διασυνοριακό συντονισμό και τη διεθνή συνεργασία, διασφαλίζοντας παράλληλα στενή συνεργασία με τον BEREC στις περιπτώσεις που διασταυρώνονται ρυθμιστικά θέματα και θέματα ραδιοφάσματος.
Το μέρος VII παρέχει ένα ολοκληρωμένο οργανωτικό και οικονομικό πλαίσιο, καθώς και πλαίσιο λογοδοσίας, για την ODN ως φορέα της Ένωσης που υποστηρίζει τόσο τον BEREC όσο και τον RSPB. Καθορίζει τα καθήκοντα, τη δομή διακυβέρνησης, τον προγραμματισμό, τους δημοσιονομικούς κανόνες και τους κανόνες στελέχωσης της ODN και διασφαλίζει τη διαφάνεια, τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση και την αποτελεσματική εποπτεία, συμπεριλαμβανομένων μηχανισμών καταπολέμησης της απάτης, ελέγχου και αξιολόγησης.
Μέρος VIII: Γενικές και τελικές διατάξεις
Στο μέρος VIII θεσπίζονται οι γενικές, διαδικαστικές και τελικές διατάξεις που διασφαλίζουν την αποτελεσματική, διαφανή και κοινή εφαρμογή του παρόντος κανονισμού σε ολόκληρη την ΕΕ. Καθιερώνεται ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο για την εναρμονισμένη παροχή, ανταλλαγή και δημοσίευση πληροφοριών, το οποίο εξουσιοδοτεί τις εθνικές ρυθμιστικές και άλλες αρμόδιες αρχές, τον BEREC και τον RSPB να ζητούν αναλογικές, αιτιολογημένες και έγκαιρες πληροφορίες από τις επιχειρήσεις, μεταξύ άλλων σχετικά με τη βιωσιμότητα, διασφαλίζοντας παράλληλα την εμπιστευτικότητα, την προστασία των δεδομένων και το επιχειρηματικό απόρρητο. Προβλέπονται επίσης τακτικές γεωγραφικές έρευνες για τις εγκαταστάσεις και τις προβλέψεις δικτύων, οι οποίες καθιστούν δυνατή την ανάληψη τεκμηριωμένης κανονιστικής δράσης και συμβάλλουν ενδεχομένως στη λήψη τεκμηριωμένων αποφάσεων δημόσιας χρηματοδότησης και στον συντονισμένο σχεδιασμό, μεταξύ άλλων κατά τη μετάβαση από τα παραδοσιακά δίκτυα στα δίκτυα οπτικών ινών.
Το μέρος VIII ενισχύει επίσης τον ανοικτό χαρακτήρα, τη συμμετοχή και την κανονιστική συνέπεια μέσω διαρθρωμένων μηχανισμών διαβούλευσης και διαφάνειας. Απαιτεί δημόσια διαβούλευση σχετικά με σχέδια μέτρων με σημαντικό αντίκτυπο στην αγορά, προσβάσιμες διαδικασίες διαβούλευσης και συστηματική συμμετοχή των τελικών χρηστών, συμπεριλαμβανομένων των καταναλωτών και των τελικών χρηστών με αναπηρίες, και άλλων συμφεροντούχων. Σε επίπεδο ΕΕ, θεσπίζει διαδικασίες εναρμόνισης και τυποποίησης που παρέχουν τη δυνατότητα στην Επιτροπή, με την υποστήριξη του BEREC ή του RSPB, να αντιμετωπίσει τις αποκλίσεις που ενέχουν τον κίνδυνο κατακερματισμού της ενιαίας αγοράς, προωθώντας παράλληλα διαλειτουργικά και ανθεκτικά στις μελλοντικές εξελίξεις τεχνικά πρότυπα με τεχνολογικά ουδέτερο τρόπο.
Το μέρος VIII προβλέπει σαφείς κανόνες για την επίλυση διαφορών, τη συμμόρφωση, την επιβολή και την ασφάλεια δικαίου. Θεσπίζει εξωδικαστικούς μηχανισμούς και μηχανισμούς επίλυσης κανονιστικών διαφορών σε εθνικό και διασυνοριακό επίπεδο, οι οποίοι συμπληρώνονται από καθοδήγηση και οικειοθελή συνδιαλλαγή για την ενθάρρυνση συνεργατικών, καινοτόμων και βιώσιμων πρακτικών οικοσυστήματος. Προβλέπει αναλογικές εξουσίες επιβολής, κυρώσεις και διασφαλίσεις, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων προσφυγής, και καθορίζει τη χρήση κατ’ εξουσιοδότηση και εκτελεστικών εξουσιών, τις διαδικασίες επιτροπής, την παρακολούθηση, την επανεξέταση και τις μεταβατικές ρυθμίσεις.
2026/0013 (COD)
Πρόταση
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
σχετικά με τα ψηφιακά δίκτυα, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2120, της οδηγίας 2002/58/ΕΚ και της απόφασης αριθ. 676/2002/ΕΚ και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1971, της οδηγίας (ΕΕ) 2018/1972 και της απόφασης αριθ. 243/2012/ΕΕ (κανονισμός για τα ψηφιακά δίκτυα)
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 114,
Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής,
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών,
Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
(1)Οι τεχνολογίες εξελίσσονται με ταχύτητα, η κίνηση δεδομένων παρουσιάζει σημαντική άνοδο και η ζήτηση για συνδεσιμότητα gigabit αυξάνεται. Οι σύγχρονες και βιώσιμες ψηφιακές υποδομές συνδεσιμότητας και υπολογιστικής αποτελούν κρίσιμους παράγοντες διευκόλυνσης της ψηφιοποίησης και, κατ’ επέκταση, διευκολύνουν τόσο τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα όσο και την κοινωνία ώστε να επωφελούνται πλήρως από τις ψηφιακές υπηρεσίες. Για τον λόγο αυτόν, απαιτείται υψηλής ποιότητας, ασφαλής και ανθεκτική συνδεσιμότητα για όλους και παντού στην Ένωση, συμπεριλαμβανομένης της οικονομικά προσιτής πρόσβασης για τα άτομα με χαμηλά εισοδήματα, και σε όλα τα εδάφη, συμπεριλαμβανομένων των αγροτικών και απομακρυσμένων περιοχών, των νήσων και των ορεινών, αραιοκατοικημένων ή εξόχως απόκεντρων περιοχών.
(2)Η εσωτερική αγορά στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών παραμένει κατακερματισμένη σε 27 εθνικές αγορές και οι ευρωπαϊκοί φορείς εκμετάλλευσης εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν εμπόδια στη διασυνοριακή λειτουργία και επέκτασή τους, με αποτέλεσμα να περιορίζεται η ικανότητά τους να επενδύουν, να καινοτομούν και να ανταγωνίζονται στο διευρυμένο οικοσύστημα συνδεσιμότητας επί ίσοις όροις. Άλλοι παράγοντες που εισέρχονται στο ευρύτερο οικοσύστημα συνδεσιμότητας, όπως οι πάροχοι περιεχομένου και εφαρμογών, επωφελούνται σε μεγάλο βαθμό από το καθεστώς της χώρας εγκατάστασης και, ως εκ τούτου, δραστηριοποιούνται στην Ένωση σε μία ενιαία αγορά. Αυτοί οι άνισοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ των διαφόρων παραγόντων του οικοσυστήματος αναγνωρίστηκαν στη λευκή βίβλο της Επιτροπής με τίτλο «Διαχείριση των αναγκών της Ευρώπης σε ψηφιακές υποδομές», καθώς και στην έκθεση Letta. Στο πλαίσιο αυτό, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο υπογράμμισε στα συμπεράσματά του του Οκτωβρίου 2025 ότι απαιτούνται ιδιαίτερες προσπάθειες για «να εμβαθυνθεί η ενιαία αγορά ηλεκτρονικών επικοινωνιών».
(3)Με την απόφαση (ΕΕ) 2022/2481 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου θεσπίστηκαν οι ψηφιακοί στόχοι του προγράμματος πολιτικής «Ψηφιακή Δεκαετία» για το 2030. Το πρόγραμμα αυτό αντικατοπτρίζει τους στόχους αναμενόμενης συνδεσιμότητας βάσει των οποίων όλοι οι τελικοί χρήστες σε σταθερή θέση καλύπτονται από δίκτυο gigabit έως το σημείο τερματισμού του δικτύου και όλες οι κατοικημένες περιοχές καλύπτονται από ασύρματα δίκτυα υψηλής ταχύτητας επόμενης γενιάς με επιδόσεις τουλάχιστον ισοδύναμες με εκείνες του 5G. Για την επίτευξη των εν λόγω στόχων, οι πολιτικές θα πρέπει να απλουστεύσουν, να επιταχύνουν και να μειώσουν το κόστος της ανάπτυξης σταθερών και ασύρματων δικτύων gigabit σε ολόκληρη την Ένωση, μεταξύ άλλων διά της μείωσης του διοικητικού φόρτου τόσο για τους φορείς εκμετάλλευσης όσο και για τις εθνικές διοικήσεις.
(4)Με την οδηγία (ΕΕ) 2018/1972 θεσπίστηκε ο Ευρωπαϊκός Κώδικας Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών (στο εξής: ΕΚΗΕ). Ο ΕΚΗΕ, μέσω των στόχων του για την προαγωγή της συνδεσιμότητας και της πρόσβασης σε προηγμένα δίκτυα, καθώς και της χρήσης τους, συνέβαλε στην επίτευξη ή διατήρηση αποτελεσματικού ανταγωνισμού στις αγορές για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Τα κράτη μέλη όφειλαν να θεσπίσουν και να δημοσιεύσουν, έως την 21η Δεκεμβρίου 2020, τις αναγκαίες νομοθετικές, ρυθμιστικές και διοικητικές διατάξεις για την εφαρμογή του ΕΚΗΕ στο οικείο εθνικό δίκαιο. Η πλήρης μεταφορά και στα 27 κράτη μέλη ολοκληρώθηκε μόλις το 2024. Τέτοιες μεγάλες καθυστερήσεις από την έκδοση της οδηγίας έως τη μεταφορά της εν λόγω οδηγίας στα νομικά συστήματα των κρατών μελών δεν είναι πλέον κατάλληλες για τους ταχείς μετασχηματισμούς της τεχνολογίας στο τρέχον γεωπολιτικό και οικονομικό πλαίσιο, στο οποίο απαιτούνται κανόνες που μπορούν να έχουν ταχύ αντίκτυπο στην αγορά. Επιπλέον, ορισμένες εθνικές διατάξεις που σχετίζονται με τις διατάξεις του ΕΚΗΕ υπερβαίνουν τα απολύτως αναγκαία για την πληρότητα και τη συμμόρφωση της μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο. Ως εκ τούτου, ο ΕΚΗΕ, καθώς πρόκειται για οδηγία, οδήγησε σε εθνικό κατακερματισμό, με αποτέλεσμα να μην έχει καταστεί δυνατό να δημιουργηθεί μια πραγματική ενιαία αγορά. Κατά συνέπεια, είναι αναγκαίο να μετατραπεί ο ΕΚΗΕ σε κανονισμό και να συγχωνευθούν οι διατάξεις του ΕΚΗΕ με διατάξεις που σχετίζονται με τους στόχους αλλά περιλαμβάνονται σε άλλες οδηγίες, κανονισμούς ή αποφάσεις, συμπεριλαμβανομένου του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1971 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Ως εκ τούτου, η οδηγία 2018/1972, ο κανονισμός (ΕΕ) 2018/1971, η απόφαση αριθ. 243/2012/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, μέρη του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2120 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου θα πρέπει να συγχωνευθούν σε έναν ενιαίο κανονισμό, τον κανονισμό για τα ψηφιακά δίκτυα.
(5)Στη λευκή βίβλο του 2024 με τίτλο «Διαχείριση των αναγκών της Ευρώπης σε ψηφιακές υποδομές», η Επιτροπή παρατήρησε ότι ο τομέας της συνδεσιμότητας υφίσταται σημαντικές τεχνολογικές αλλαγές, στο πλαίσιο των οποίων οι ψηφιακές υποδομές βασίζονται πλέον στο υπολογιστικό νέφος και στην ΤΝ και το οικοσύστημα συνδεσιμότητας διευρύνεται για την παροχή νέων καινοτόμων υπηρεσιών. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να ληφθεί υπόψη η εξέλιξη από τα δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών προς τα «ψηφιακά δίκτυα».
(6)Ο παρών κανονισμός δεν καλύπτει το περιεχόμενο που παρέχεται μέσω δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών που χρησιμοποιούν υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όπως το ραδιοτηλεοπτικά εκπεμπόμενο περιεχόμενο, οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και ορισμένες υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας, και δεν συνιστά εμπόδιο για μέτρα που λαμβάνονται, σε ενωσιακό ή εθνικό επίπεδο, σχετικά με τις εν λόγω υπηρεσίες, σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο ή το εθνικό δίκαιο, με σκοπό την προώθηση της πολιτισμικής και γλωσσικής πολυμορφίας και τη διασφάλιση της υπεράσπισης του πλουραλισμού των μέσων ενημέρωσης. Το περιεχόμενο των τηλεοπτικών προγραμμάτων καλύπτεται από την οδηγία 2010/13/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Η κανονιστική ρύθμιση της πολιτικής στον οπτικοακουστικό τομέα και του περιεχομένου του αποσκοπούν στην επίτευξη στόχων γενικού ενδιαφέροντος, όπως είναι η ελευθερία της έκφρασης, η πολυφωνία των μέσων ενημέρωσης, η αμεροληψία, η πολιτιστική και γλωσσική πολυμορφία, η κοινωνική ένταξη, η προστασία των καταναλωτών και η προστασία των ανηλίκων. Η διάκριση μεταξύ της ρύθμισης των ηλεκτρονικών επικοινωνιών και της ρύθμισης του περιεχομένου δεν εμποδίζει να λαμβάνονται υπόψη οι δεσμοί που υπάρχουν μεταξύ τους, ιδίως όσον αφορά τη διασφάλιση του πλουραλισμού των μέσων ενημέρωσης, της πολιτισμικής πολυμορφίας και της προστασίας του καταναλωτή. Εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων τους, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να συμβάλλουν στη διασφάλιση της εφαρμογής πολιτικών που αποσκοπούν στην προαγωγή των στόχων αυτών.
(7)Ο παρών κανονισμός δεν θίγει την εφαρμογή στον ραδιοεξοπλισμό της οδηγίας 2014/53/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, αλλά καλύπτει τον ραδιοφωνικό εξοπλισμό αυτοκινήτων και τους καταναλωτικούς ραδιοφωνικούς δέκτες, καθώς και τον ψηφιακό τηλεοπτικό εξοπλισμό ευρείας κατανάλωσης. Προκειμένου να παρασχεθούν διασφαλίσεις για τη διατερματική διαλειτουργικότητα, είναι αναγκαίο να ρυθμιστούν ορισμένες πτυχές του ραδιοεξοπλισμού, όπως ορίζεται στην οδηγία 2014/53/ΕΕ, και του εξοπλισμού ευρείας κατανάλωσης που χρησιμοποιείται για την ψηφιακή τηλεόραση, προκειμένου να διευκολυνθεί η πρόσβαση των τελικών χρηστών με αναπηρίες. Είναι σημαντικό οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές να ενθαρρύνουν τη συνεργασία μεταξύ των φορέων εκμετάλλευσης δικτύων και των κατασκευαστών εξοπλισμού για να διευκολύνεται η πρόσβαση των τελικών χρηστών με αναπηρίες στις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Για να εξασφαλιστεί συντονισμένη προσέγγιση όσον αφορά το καθεστώς αδειοδότησης ραδιοφωνικού τερματικού εξοπλισμού, θα πρέπει επίσης να ρυθμιστεί η μη αποκλειστική χρήση του ραδιοφάσματος για την ιδιόχρηση του εν λόγω ραδιοφωνικού τερματικού εξοπλισμού.
(8)Οι απαιτήσεις σχετικά με τις χωρητικότητες των δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών αυξάνονται διαρκώς. Ενώ στο παρελθόν η έμφαση δινόταν κυρίως στο αυξανόμενο συνολικά διαθέσιμο εύρος ζώνης και για κάθε μεμονωμένο χρήστη, άλλες παράμετροι, όπως οι ρυθμοί δεδομένων ανερχόμενης και κατερχόμενης ζεύξης, ο χρόνος αναμονής, η διαθεσιμότητα και η αξιοπιστία αποκτούν όλο και μεγαλύτερη σημασία. Η σημερινή απάντηση στην εν λόγω ζήτηση είναι η τοποθέτηση της οπτικής ίνας όλο και πλησιέστερα προς τον χρήστη και τα μελλοντικά «δίκτυα gigabit» απαιτούν παραμέτρους επιδόσεων που ισοδυναμούν με τις επιδόσεις τις οποίες είναι σε θέση να επιτύχει ένα δίκτυο βασισμένο σε στοιχεία οπτικών ινών τουλάχιστον μέχρι το σημείο τερματισμού του δικτύου. Στην περίπτωση ασύρματης σύνδεσης, αυτό αντιστοιχεί με επιδόσεις δικτύου παρόμοιες με εκείνες που είναι δυνατό να επιτευχθούν με βάση την εγκατάσταση οπτικών ινών έως τον σταθμό βάσης, ο οποίος θεωρείται ως σημείο τερματισμού του δικτύου. Τα εν λόγω δίκτυα gigabit, τόσο σταθερά όσο και κινητά, μπορούν να επιτυγχάνουν ρυθμούς δεδομένων της τάξης τουλάχιστον του ενός gigabit ανά δευτερόλεπτο σε ανερχόμενη και κατερχόμενη ζεύξη, διαθέτουν δε και άλλες προηγμένες παραμέτρους επιδόσεων, όπως χαμηλό χρόνο αναμονής και υψηλή σταθερότητα. Ο όρος «δίκτυο gigabit» αντικαθιστά τον όρο «δίκτυο πολύ υψηλής χωρητικότητας» με επικαιροποιημένα χαρακτηριστικά επιδόσεων που αντιστοιχούν στην εξέλιξη της τεχνολογίας και της αγοράς. Ως εκ τούτου, δυνάμει του παρόντος κανονισμού, κάθε αναφορά σε «δίκτυο πολύ υψηλής χωρητικότητας», όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 της οδηγίας (ΕΕ) 2018/1972, νοείται ως «δίκτυο gigabit», όπως ορίζεται στον παρόντα κανονισμό.
(9)Ορισμένες υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών δυνάμει του παρόντος κανονισμού θα μπορούσαν επίσης να εμπίπτουν στο πεδίο του ορισμού της «υπηρεσίας της κοινωνίας των πληροφοριών» που προβλέπεται στο άρθρο 1 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/1535 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Οι διατάξεις της εν λόγω οδηγίας που διέπουν τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών εφαρμόζονται στις εν λόγω υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών στον βαθμό που ο παρών κανονισμός ή άλλες νομικές πράξεις της Ένωσης δεν περιέχουν ειδικότερες διατάξεις οι οποίες εφαρμόζονται σε υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Ωστόσο, υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών όπως οι υπηρεσίες φωνητικής τηλεφωνίας, οι υπηρεσίες ανταλλαγής μηνυμάτων και οι υπηρεσίες ηλεκτρονικού ταχυδρομείου καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό. H ίδια επιχείρηση, παραδείγματος χάριν ένας πάροχος υπηρεσίας διαδικτύου, μπορεί να προσφέρει ταυτόχρονα μια υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όπως η πρόσβαση στο διαδίκτυο, και υπηρεσίες που δεν καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό, όπως η παροχή περιεχομένου στο διαδίκτυο και όχι σχετικού με τις επικοινωνίες.
(10)Η ίδια επιχείρηση, π.χ. ένας φορέας εκμετάλλευσης καλωδιακής τηλεόρασης, μπορεί να προσφέρει τόσο υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όπως τη διαβίβαση τηλεοπτικών σημάτων, όσο και υπηρεσίες που δεν καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό, όπως την εμπορία προσφοράς υπηρεσιών ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού περιεχομένου, και, συνεπώς, είναι δυνατόν να επιβληθούν πρόσθετες υποχρεώσεις στην εν λόγω επιχείρηση σε σχέση με τις δραστηριότητές της ως παρόχου ή διανομέα περιεχομένου, σύμφωνα με διατάξεις πλην εκείνων που περιέχονται στον παρόντα κανονισμό, με την επιφύλαξη των όρων που προβλέπονται σε παράρτημα του παρόντος κανονισμού.
(11)Προκειμένου να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ορισμού των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, μια υπηρεσία χρειάζεται κανονικά να παρέχεται έναντι αμοιβής. Μολονότι αναγνωρίζεται πλήρως ότι η προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα και ότι, ως εκ τούτου, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν μπορούν να θεωρηθούν εμπόρευμα, η πρόσβαση, η χρήση ή άλλη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο πλαίσιο της παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο όπως η αμοιβή, όταν ο πάροχος μιας υπηρεσίας ζητεί και ο τελικός χρήστης εν γνώσει του παρέχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου άμεσα ή έμμεσα στον πάροχο. Περιλαμβάνει καταστάσεις κατά τις οποίες ο τελικός χρήστης επιτρέπει την πρόσβαση σε πληροφορίες χωρίς να τις παρέχει ενεργώς, όπως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, συμπεριλαμβανομένης της διεύθυνσης IP ή άλλες πληροφορίες που δημιουργούνται αυτόματα, όπως οι πληροφορίες που συγκεντρώνονται και διαβιβάζονται μέσω «cookies» ή παρόμοιων τεχνολογιών. Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να συμμορφώνεται με το δίκαιο της Ένωσης για την προστασία των δεδομένων. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δικαστήριο) σχετικά με το άρθρο 57 ΣΛΕΕ, αμοιβή υφίσταται κατά την έννοια της Συνθήκης επίσης αν ο πάροχος υπηρεσιών πληρώνεται από τρίτο και όχι από τον αποδέκτη της υπηρεσίας. Ως εκ τούτου, η έννοια της αμοιβής θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνει καταστάσεις στις οποίες ο τελικός χρήστης εκτίθεται σε διαφημίσεις.
(12)Οι υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών είναι υπηρεσίες που επιτρέπουν τη διαπροσωπική και διαδραστική ανταλλαγή πληροφοριών και καλύπτουν υπηρεσίες όπως οι παραδοσιακές τηλεφωνικές κλήσεις μεταξύ δύο ατόμων, αλλά επίσης και όλους τους τύπους μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, υπηρεσιών ανταλλαγής μηνυμάτων ή ομάδων συζητήσεων. Οι υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών καλύπτουν μόνο τις επικοινωνίες μεταξύ πεπερασμένου, δηλαδή όχι εν δυνάμει απεριόριστου, αριθμού φυσικών προσώπων ο οποίος προσδιορίζεται από τον αποστολέα της επικοινωνίας. Οι επικοινωνίες που αφορούν νομικά πρόσωπα θα πρέπει να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ορισμού, όταν φυσικά πρόσωπα ενεργούν για λογαριασμό αυτών των νομικών προσώπων ή συμμετέχουν σε τουλάχιστον μία πλευρά της επικοινωνίας. Η διαδραστική επικοινωνία συνεπάγεται ότι η υπηρεσία επιτρέπει στον αποδέκτη των πληροφοριών να αποκρίνεται. Οι υπηρεσίες που δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις αυτές, όπως είναι η γραμμική ευρυεκπομπή, το βίντεο κατά παραγγελία, οι ιστότοποι, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τα ιστολόγια (blog) ή η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ μηχανών, δεν θα πρέπει να θεωρούνται υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών. Σε εξαιρετικές περιστάσεις, μια υπηρεσία δεν θα πρέπει να θεωρείται υπηρεσία διαπροσωπικών επικοινωνιών αν ο μηχανισμός διαπροσωπικής και διαδραστικής επικοινωνίας αποτελεί έλασσον και καθαρά δευτερεύον στοιχείο για άλλη υπηρεσία και, για αντικειμενικούς τεχνικούς λόγους, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς την εν λόγω κύρια υπηρεσία και η ενσωμάτωσή του δεν αποτελεί μέσο για την παράκαμψη της εφαρμογής των κανόνων που διέπουν τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Ως στοιχεία τυχόν εξαίρεσης από τον ορισμό, οι λέξεις «έλασσον» και «καθαρά δευτερεύον» θα πρέπει να ερμηνεύονται στενά και από την αντικειμενική σκοπιά του τελικού χρήστη. Ένα στοιχείο διαπροσωπικών επικοινωνιών θα μπορούσε να θεωρηθούν έλασσον αν η αντικειμενική χρησιμότητά του για τον τελικό χρήστη είναι πολύ περιορισμένη και στην πραγματικότητα σπανίως χρησιμοποιείται από τους τελικούς χρήστες. Ένα παράδειγμα χαρακτηριστικού που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι δεν εμπίπτει στο πεδίο ορισμού των υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών θα μπορούσε να είναι, κατ’ αρχήν, ένας δίαυλος επικοινωνίας σε διαδικτυακά παιχνίδια, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του μηχανισμού επικοινωνίας της υπηρεσίας.
(13)Οι υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών με χρήση αριθμών από εθνικά και διεθνή σχέδια αριθμοδότησης συνδέονται με δημοσίως χορηγούμενους πόρους αριθμοδότησης. Οι εν λόγω υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών περιλαμβάνουν τόσο υπηρεσίες στις οποίες χορηγούνται αριθμοί τελικών χρηστών με σκοπό τη διασφάλιση της διατερματικής συνδεσιμότητας, όσο και υπηρεσίες που επιτρέπουν στους τελικούς χρήστες την πρόσβαση σε πρόσωπα στα οποία έχουν χορηγηθεί αυτοί οι αριθμοί. Η απλή χρήση αριθμού ως αναγνωριστικού δεν θα πρέπει να θεωρείται ισοδύναμη με τη χρήση αριθμού για τη σύνδεση με τους δημοσίως χορηγούμενους αριθμούς και θα πρέπει, ως εκ τούτου, να μη θεωρείται από μόνη της επαρκής για να χαρακτηριστεί μια υπηρεσία ως υπηρεσία διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών. Οι υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών θα πρέπει να υπόκεινται σε υποχρεώσεις, μόνο εφόσον δημόσια συμφέροντα απαιτούν την εφαρμογή ειδικών ρυθμιστικών υποχρεώσεων σε όλα τα είδη υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών, ανεξαρτήτως του αν χρησιμοποιούν αριθμούς για την παροχή των υπηρεσιών τους. Είναι θεμιτή η διαφορετική μεταχείριση των υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών, διότι συμμετέχουν σε δημοσίως εξασφαλισμένο διαλειτουργικό οικοσύστημα και, ως εκ τούτου, επωφελούνται επίσης από αυτό.
(14)Το σημείο τερματισμού του δικτύου αντιπροσωπεύει το όριο, για ρυθμιστικούς σκοπούς, μεταξύ του ρυθμιστικού πλαισίου για τα δίκτυα και τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών και της ρύθμισης του τηλεπικοινωνιακού τερματικού εξοπλισμού. Η εθνική ρυθμιστική αρχή είναι αρμόδια για τον ορισμό του τόπου του σημείου τερματισμού του δικτύου.
(15)Η έννοια της διασύνδεσης θα πρέπει να ερμηνεύεται ως αναφερόμενη πρωτίστως στην τεχνική διασύνδεση μεταξύ δικτύων, ανεξάρτητα από το αν τα εν λόγω δίκτυα είναι δημόσια δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή ιδιωτικά δίκτυα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που ανήκουν ή τελούν υπό τη διαχείριση παρόχων περιεχομένου και εφαρμογών, συμπεριλαμβανομένων των υποδομών διανομής περιεχομένου. Οι τεχνολογικές και εμπορικές εξελίξεις έχουν οδηγήσει σε αυξημένη ανάπτυξη κρυφών μνημών, δικτυακών κόμβων διανομής περιεχομένου και άλλων τεχνικών που ενισχύουν την ανταλλαγή επισκεψιμότητας και βελτιστοποιούν τις διατερματικές επιδόσεις, με αποτέλεσμα να αναπτύσσεται στενότερη τεχνική συνεργασία και συχνότερη διασύνδεση μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών δικτύων.
(16)Οι στόχοι του νέου ρυθμιστικού πλαισίου θα πρέπει επίσης να επικαιροποιηθούν ώστε να αντιμετωπιστούν οι προκλήσεις του τομέα και να διασφαλιστεί ότι μπορεί να προσαρμοστεί στις μελλοντικές εξελίξεις. Με τον τεχνολογικό μετασχηματισμό των δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών προς ψηφιακά δίκτυα που ενσωματώνουν λύσεις βασισμένες στο υπολογιστικό νέφος και την τεχνητή νοημοσύνη (στο εξής: ΤΝ), το οικοσύστημα συνδεσιμότητας επεκτείνεται. Ως εκ τούτου, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να στηρίζει την ανταγωνιστικότητα του τομέα και την ικανότητα διαχείρισης αυτού του μετασχηματισμού. Θα πρέπει να προάγει την καινοτομία και την αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ του ευρέος φάσματος παραγόντων στο διευρυμένο οικοσύστημα συνδεσιμότητας.
(17)Προκειμένου να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα και η ανθεκτικότητα του τομέα, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να διευκολύνει την ανάπτυξη ενιαίας αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών με τη θέσπιση απλουστευμένων και περαιτέρω εναρμονισμένων μέτρων, τη διευκόλυνση της επέκτασης στην Ένωση, τη στήριξη και την παροχή κινήτρων για καινοτομία και επενδύσεις σε σύγχρονα, ανθεκτικά και βιώσιμα δίκτυα και υπηρεσίες. Εν προκειμένω θα πρέπει να περιλαμβάνεται η διευκόλυνση της διασυνοριακής παροχής δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συμπεριλαμβανομένων των πανευρωπαϊκών υπηρεσιών δορυφορικών επικοινωνιών, καθώς και η ανάπτυξη διευρωπαϊκών ψηφιακών δικτύων.
(18)Η ενίσχυση της ανθεκτικότητας των ψηφιακών υποδομών και υπηρεσιών της Ένωσης είναι ζωτικής σημασίας για τον σκοπό της αύξησης της ετοιμότητας έναντι φυσικών καταστροφών, ανθρωπογενών απειλών και κρίσεων, καθώς και παρεμβολών σε δίκτυα και ραδιοσήματα. Για τον σκοπό αυτόν, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να ενισχύσει τη στρατηγική αυτονομία της Ένωσης, εξασφαλίζοντας ανθεκτικές ψηφιακές υποδομές και υπηρεσίες και διασφαλίζοντας την ετοιμότητα για καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, όπως φυσικές επιθέσεις, κυβερνοεπιθέσεις και υβριδικές επιθέσεις και φυσικές καταστροφές, καθιστώντας διαθέσιμα μέτρα μετριασμού, βελτιώνοντας την ανθεκτικότητα, ιδίως την εφεδρεία κρίσιμων τμημάτων δικτύου με βάση τη συνεκτική ενοποίηση επίγειων και μη επίγειων δικτύων, και παρέχοντας στην κοινωνία τις αναγκαίες ικανότητες δικτύου για την αντιμετώπιση κρίσεων.
(19)Δεδομένου ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σημεία συμφόρησης και φραγμοί εισόδου σε επίπεδο υποδομής, μεταξύ άλλων ως συνέπεια της μετάβασης στις οπτικές ίνες, είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ο βιώσιμος ανταγωνισμός μέσω της εφαρμογής απλουστευμένου ρυθμιστικού πλαισίου για την πρόσβαση, το οποίο θα αντιμετωπίσει τις ανεπάρκειες της αγοράς, ώστε οι τελικοί χρήστες να συνεχίσουν να επωφελούνται από μεγαλύτερη επιλογή προηγμένων και οικονομικά προσιτών υπηρεσιών υψηλής ποιότητας.
(20)Στο μέλλον, καθώς θα αναπτύσσεται ο ανταγωνισμός στην αγορά, είναι αναγκαίο να μειωθούν εκ των προτέρων οι τομεακοί κανόνες, και, τελικά, να διασφαλιστεί ότι οι ηλεκτρονικές επικοινωνίες διέπονται αποκλειστικά από το δίκαιο περί ανταγωνισμού. Αυτός ήταν ο στόχος από τότε που θεσπίστηκε το πρώτο ρυθμιστικό πλαίσιο για το δίκτυο και τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών το 2009. Ωστόσο, το ισχύον πλαίσιο οδήγησε σε εθνικό κατακερματισμό και δεν επετεύχθη η ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς, με αποτέλεσμα να απαιτείται περισσότερη συνέπεια στις εκ των προτέρων ρυθμιστικές υποχρεώσεις. Δεδομένου ότι οι αγορές ηλεκτρονικών επικοινωνιών έχουν επιδείξει ισχυρή ανταγωνιστική δυναμική τα τελευταία χρόνια, έχει σημασία να επιβάλλονται εκ των προτέρων ρυθμιστικές υποχρεώσεις μόνο όταν παρατηρείται ανεπάρκεια της αγοράς στις σχετικές αγορές, με την επιφύλαξη του δικαίου περί ανταγωνισμού.
(21)Είναι επίσης αναγκαία η παροχή κατάλληλων κινήτρων για επενδύσεις σε δίκτυα gigabit (συμπεριλαμβανομένων προηγμένων δικτύων 5G, 6G, οπτικών ινών, υποβρύχιων καλωδίων επικοινωνιών, δικτύων κορμού) που στηρίζουν τις καινοτόμες υπηρεσίες διαδικτύου με πλούσιο περιεχόμενο και ενισχύουν τη συνολική ανταγωνιστικότητα της Ένωσης. Ως εκ τούτου, είναι εξαιρετικά σημαντικό να προωθηθούν αποδοτικές επενδύσεις στην ανάπτυξη των εν λόγω δικτύων και λύσεων και να υποστηριχθούν η ευρεία διαθεσιμότητα και υιοθέτηση δικτύων gigabit και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, μεταξύ άλλων με την έγκαιρη μετάβαση σε ένα περιβάλλον 100 % οπτικών ινών σε ολόκληρη την Ένωση.
(22)Για τα κράτη μέλη, τις εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές και τους συμφεροντούχους, ο στόχος συνδεσιμότητας αντιστοιχεί, αφενός, στην επιδίωξη δικτύων και υπηρεσιών της υψηλότερης χωρητικότητας που είναι οικονομικά βιώσιμη σε δεδομένη περιοχή και, αφετέρου, στην επιδίωξη της εδαφικής συνοχής, με την έννοια της σύγκλισης ως προς τη διαθέσιμη χωρητικότητα σε διάφορους τομείς.
(23)Προκειμένου να ευθυγραμμιστεί στενά το πλαίσιο ηλεκτρονικών επικοινωνιών με τους στόχους της Ένωσης που αφορούν τη μετάβασή της σε μια οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα, είναι αναγκαίο να προωθηθούν βιώσιμα δίκτυα και υπηρεσίες μέσω της στήριξης ελκυστικών επενδυτικών συνθηκών για ενεργειακά αποδοτικά δίκτυα και λύσεις με χαμηλές εκπομπές άνθρακα. Ειδικότερα, ο στόχος αυτός θα πρέπει να ευθυγραμμιστεί με την προώθηση συνδεσιμότητας που διευκολύνει την ενεργειακή απόδοση και το ουδέτερο ισοζύγιο διοξειδίου του άνθρακα σε άλλους βιομηχανικούς τομείς και τις επενδύσεις σε ενεργειακά αποδοτικές υποδομές συνδεσιμότητας σύμφωνα με το επικαιροποιημένο πλαίσιο ταξινομίας και τον σχετικό κώδικα δεοντολογίας της Ένωσης για τη βιωσιμότητα των τηλεπικοινωνιακών δικτύων. Είναι επίσης αναγκαίο να ενισχυθεί η συνεργασία μεταξύ των φορέων που συμμετέχουν στη διατερματική παροχή υπηρεσιών όσον αφορά την αποτελεσματική διαχείριση της κίνησης δεδομένων.
(24)Για την επίτευξη των στόχων, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές και άλλες αρμόδιες αρχές θα πρέπει, όπου απαιτείται, να συντονίζουν τις δράσεις τους με τις αρχές άλλων κρατών μελών και με τον Φορέα Ευρωπαϊκών Ρυθμιστικών Αρχών για τις Ηλεκτρονικές Επικοινωνίες (στο εξής: BEREC), τον Φορέα για την Πολιτική Ραδιοφάσματος (στο εξής: RSPB) και την Υπηρεσία Ψηφιακών Δικτύων (στο εξής: ODN).
(25)Σε συνέχεια της έκκλησης του Νεβέρ, της 9ης Μαρτίου 2022, τα κράτη μέλη διενήργησαν εκτίμηση κινδύνου για τις υποδομές και τα δίκτυα επικοινωνιών της Ευρώπης. Για τον μετριασμό των κινδύνων που εντοπίστηκαν, η εν λόγω εκτίμηση υπέβαλε σειρά στρατηγικών και τεχνικών συστάσεων προς τα κράτη μέλη, την Επιτροπή και τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Κυβερνοασφάλεια (στο εξής: ENISA), οι οποίες θα εφαρμοστούν με τη στήριξη του BEREC. Μεταξύ άλλων στρατηγικών συστάσεων, στην εκτίμηση κινδύνου προτείνεται i) να εκτιμηθεί η ανθεκτικότητα των διεθνών διασυνδέσεων, ii) να εκτιμηθεί η κρισιμότητα, η ανθεκτικότητα και η εφεδρεία των βασικών υποδομών του διαδικτύου, όπως τα υποθαλάσσια καλώδια επικοινωνιών, και iii) να ενισχυθούν οι ικανότητες της Ένωσης και η συντονισμένη δράση ώστε να αυξηθεί η ανθεκτικότητα των υποδομών επικοινωνιών. Για την επίτευξη αποτελεσματικής ετοιμότητας και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας, θα πρέπει να ενταθεί η συνεργασία μεταξύ των εθνικών αρμόδιων αρχών και των φορέων σε επίπεδο Ένωσης, μεταξύ άλλων μέσω κοινής καθοδήγησης και έγκαιρης ανταλλαγής πληροφοριών.
(26)Τα δίκτυα και οι υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών αποτελούν κρίσιμο τμήμα της ραχοκοκαλιάς της κοινωνίας και της οικονομίας της Ένωσης. Παρότι η οδηγία (ΕΕ) 2022/2555 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου αφορά την κυβερνοασφάλεια και την ανθεκτικότητα βασικών και σημαντικών, καθώς και κρίσιμων, οντοτήτων, είναι αναγκαίο να ενισχυθεί περαιτέρω η συνολική ανθεκτικότητα, ετοιμότητα και συνέχεια των ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε επίπεδο Ένωσης, μεταξύ άλλων σε καταστάσεις που αφορούν διασυνοριακές ή μεγάλης κλίμακας φυσικές ή ανθρωπογενείς διαταραχές, κρίσεις ή καταστάσεις ανωτέρας βίας που ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τον πληθυσμό. Η ODN θα πρέπει να διαδραματίζει κεντρικό συντονιστικό ρόλο όσον αφορά την ανθεκτικότητα στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, αξιοποιώντας την εμπειρογνωσία της, την εποπτεία της αγοράς και την προοπτική σε επίπεδο Ένωσης. Ως εκ τούτου, η ODN θα πρέπει να ανταλλάσσει απόψεις και να συντονίζεται με τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, την Επιτροπή και άλλα σχετικά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου του ENISA, καθώς και, κατά περίπτωση, με διεθνείς οργανισμούς όπως το ΝΑΤΟ, για θέματα που αφορούν την αξιολόγηση, την παρακολούθηση, την ανάλυση και την ετοιμότητα των δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε επίπεδο Ένωσης, καθώς και την ικανότητά τους να συμβάλλουν στη συνολική ανθεκτικότητα της κοινωνίας και της οικονομίας της Ένωσης, με πλήρη σεβασμό των ρόλων του ENISA, της ομάδας συνεργασίας για την ασφάλεια των συστημάτων δικτύου και πληροφοριών (στο εξής: ομάδα συνεργασίας NIS) και του ευρωπαϊκού δικτύου οργανισμών διασύνδεσης για τις κρίσεις στον κυβερνοχώρο (στο εξής: EU-CyCLONe) βάσει των πλαισίων της Ένωσης για την κυβερνοασφάλεια και την πολιτική προστασία.
(27)Στο πλαίσιο αυτό, η ODN θα πρέπει να επιφορτιστεί με τη διασφάλιση συνεκτικής διασυνοριακής προσέγγισης για τα δίκτυα και τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Ο ρόλος της ODN θα πρέπει να συμπληρώνει και να μη θίγει την οδηγία (ΕΕ) 2022/2555, εστιάζοντας στην ετοιμότητα ολόκληρου του συστήματος, στις εναλλάξιμες υποδομές, στη συνέχεια των διευρωπαϊκών δικτύων και υπηρεσιών και στη συντονισμένη αντιμετώπιση κρίσεων.
(28)Στην Ένωση, όταν προκύπτουν φυσικές ή ανθρωπογενείς διαταραχές, κρίσεις ή καταστάσεις ανωτέρας βίας που ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τον πληθυσμό, η διαθεσιμότητα και οι ειδικές ικανότητες των δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών είναι κρίσιμης σημασίας, καθώς παρέχουν στον πληθυσμό τη δυνατότητα να λαμβάνει εγκαίρως πληροφορίες, να διατηρεί κοινωνικές και οικονομικές αλληλεπιδράσεις και να έχει πρόσβαση σε δημόσιες υπηρεσίες και υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης, και επιτρέπουν στις εθνικές αρχές να επικοινωνούν με τον πληθυσμό και να οργανώνουν τις προσπάθειες διάσωσης και παροχής αρωγής. Με την επιφύλαξη της οδηγίας (ΕΕ) 2022/2555, όλοι οι πάροχοι δημόσιων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, δημοσίως διαθέσιμων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και άλλοι πάροχοι βάσει του καθεστώτος γενικής άδειας θα πρέπει, επομένως, να λαμβάνουν μέτρα που συμβάλλουν στη διασφάλιση της διαθεσιμότητας υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών και υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο όταν προκύπτουν τέτοια συμβάντα. Οι πάροχοι δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών που χρησιμοποιούνται, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, για την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή υπηρεσιών της κοινωνίας των πληροφοριών διαθέσιμων στο κοινό, όπως υποβρύχια καλώδια επικοινωνιών, θα μπορούσαν να διασφαλίζουν την εφεδρεία σε τέτοιες κρίσιμες καταστάσεις. Θα πρέπει, στον βαθμό που είναι τεχνικά εφικτό και εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον, να συνεργάζονται και να συμβάλλουν στη διαθεσιμότητα υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών και υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο, σε περιπτώσεις σοβαρής διαταραχής στα δημοσίως διαθέσιμα δίκτυα και στις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών λόγω επέλευσης των προαναφερθέντων συμβάντων μεγάλης κλίμακας.
(29)Οι τελικοί χρήστες θα πρέπει να είναι σε θέση να ζητούν βοήθεια ή συνδρομή από τις αρμόδιες αρχές μέσω επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης και να λαμβάνουν πληροφορίες από τις αρμόδιες αρχές κατά τρόπο ώστε να μπορούν να τις αντιλαμβάνονται και να τις κατανοούν μέσω προειδοποιήσεων του κοινού σε περίπτωση συμβάντων μεγάλης κλίμακας που ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τον πληθυσμό, όπως καταστροφικές βλάβες του δικτύου ή περιπτώσεις ανωτέρας βίας. Ομοίως, οι κρίσιμες επικοινωνίες, οι οποίες επιτρέπουν στις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης και στις δημόσιες αρχές που είναι αρμόδιες για την ασφάλεια και την προστασία να εκπληρώνουν την αποστολή τους, θα πρέπει να είναι πλήρως διαθέσιμες. Κατά συνέπεια, οι πάροχοι δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών θα πρέπει να λαμβάνουν ειδικά μέτρα για τη διασφάλιση αδιάλειπτων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συμπεριλαμβανομένης της κίνησης στο διαδίκτυο, στον βαθμό που απαιτείται για την αποτελεσματική διαβίβαση επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης και προειδοποιήσεων του κοινού από και προς όλους τους επηρεαζόμενους τελικούς χρήστες ή πληθυσμούς. Οι κρίσιμες επικοινωνίες που παρέχονται συνήθως στο πλαίσιο ειδικού δικτύου εθνικών αρχών μπορούν να υλοποιούνται ως εξειδικευμένη υπηρεσία που υποστηρίζεται από νέες τεχνολογίες, όπως ο τεμαχισμός δικτύου, οι οποίες θα πρέπει να επωφελούνται από επαρκή χωρητικότητα δικτύου για τη διασφάλιση της ποιότητας των υπηρεσιών σε καταστάσεις κρίσης. Εάν είναι αναγκαίο για τη διασφάλιση της ποιότητας των εν λόγω υπηρεσιών, θα πρέπει να δίνεται προτεραιότητα στη σχετική κίνηση και να διασφαλίζεται η εφεδρεία για τη συνεχή διαθεσιμότητα κρίσιμων επικοινωνιών. Τα εθνικά συστήματα κέντρων λήψης κλήσεων έκτακτης ανάγκης και τα συστήματα προειδοποίησης του κοινού θα πρέπει να σχεδιάζονται κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η εφεδρεία και η ανθεκτικότητά τους σε περίπτωση συμβάντων μεγάλης κλίμακας που έχουν τη δυνατότητα να επηρεάσουν αρνητικά τον πληθυσμό.
(30)Προτού προβούν σε σημαντικές αλλαγές στα δίκτυα που χρησιμοποιούνται για την παροχή πρόσβασης σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης, οι πάροχοι υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών και τα κέντρα λήψης κλήσεων έκτακτης ανάγκης (στο εξής: PSAP) θα πρέπει να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα, συμπεριλαμβανομένης της δοκιμής και της επικύρωσης λύσεων, προκειμένου να διασφαλίζεται η συνεχής διαθεσιμότητα και προσβασιμότητα των επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης και των πληροφοριών για τον εντοπισμό του καλούντος για τους τελικούς χρήστες και να εξασφαλίζεται η συνεχής δυνατότητα αποστολής προειδοποιήσεων του κοινού στους τελικούς χρήστες. Οι πάροχοι δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών θα πρέπει να υποβάλουν στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους χάρτη πορείας που θα υποδεικνύει τη διαδικασία μετάβασης και θα περιέχει επαρκείς πληροφορίες για την εκτίμηση του κινδύνου που προκύπτει για τη διαθεσιμότητα υπηρεσιών επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης και τους τελικούς χρήστες που ενδέχεται να επηρεαστούν. Ο εν λόγω χάρτης πορείας θα πρέπει να υποβληθεί προκειμένου να ενημερωθούν εγκαίρως οι χρήστες υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που βασίζονται στην τρέχουσα τεχνολογία και να τους παρασχεθεί η δυνατότητα να προετοιμαστούν ή να προσαρμοστούν στις νέες τεχνολογίες και να αποφευχθεί η διακοπή των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών στις συσκευές που χρησιμοποιούν.
(31)Στο πλαίσιο μακροπρόθεσμων μέτρων ενίσχυσης της ανθεκτικότητας, η ανάπτυξη της ανθεκτικής ολοκληρωμένης συνδεσιμότητας θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να αφορά την ετοιμότητα για την υιοθέτηση τεχνολογίας αιχμής, όπως οι αναδυόμενες τεχνολογίες κβαντικής επικοινωνίας, ώστε να εξασφαλιστεί η επόμενη γενιά ασφαλών επικοινωνιών, ιδίως σε κρίσιμα τμήματα του δικτύου. Εν προκειμένω, είναι αναγκαία η μετάβαση στη μετακβαντική κρυπτογραφία. Επιπλέον, η κβαντική επικοινωνία που υποστηρίζεται από δίκτυα επικοινωνιών που βασίζονται σε οπτικές ίνες θα μπορούσε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο. Η ευρωπαϊκή υποδομή κβαντικής επικοινωνίας (EuroQCI), η οποία έχει σχεδιαστεί για να αποτελέσει αναπόσπαστο μέρος του νέου ασφαλούς διαστημικού συστήματος επικοινωνιών της Ένωσης (υποδομή για ανθεκτικότητα, διασυνδεσιμότητα και ασφάλεια μέσω δορυφόρου — IRIS2), θα μπορούσε να αποτελέσει κινητήρια δύναμη για την επόμενη γενιά ασφαλών επικοινωνιών προς όφελος των κυβερνήσεων και των επιχειρήσεων σε ολόκληρη την Ένωση. Ως εκ τούτου, η ασφάλεια των ευαίσθητων δεδομένων και των κρίσιμων υποδομών θα πρέπει να ενισχυθεί με τη διασφάλιση της έγκαιρης μετάβασης στη μετακβαντική κρυπτογραφία, με τη σταδιακή ενσωμάτωση κβαντικών συστημάτων στις υφιστάμενες υποδομές επικοινωνιών και με την ανάπτυξη ανθεκτικού οικοσυστήματος και κλάδου κβαντικής επικοινωνίας στην Ένωση.
(32)Προκειμένου να διασφαλιστεί η πραγματική ετοιμότητα των δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και των ψηφιακών υποδομών, καθώς και η αδιάλειπτη παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, μεταξύ άλλων σε καταστάσεις φυσικών ή ανθρωπογενών καταστροφών, κρίσεων ή περιπτώσεων ανωτέρας βίας, και με βάση ανθεκτικές εθνικές και διασυνοριακές διασυνδέσεις, θα πρέπει να ενισχυθεί ο ρόλος του BEREC σε επίπεδο Ένωσης στους τομείς της ετοιμότητας και της διαχείρισης κρίσεων. Στο πλαίσιο αυτό, ο BEREC θα πρέπει να συμπληρώσει τις προσπάθειες σε επίπεδο Ένωσης για τη διασφάλιση υψηλού επιπέδου ετοιμότητας και ανθεκτικότητας με την έκδοση έκθεσης με τίτλο «Σχέδιο ετοιμότητας της Ένωσης για ψηφιακές υποδομές» (στο εξής: σχέδιο), η οποία θα εκπονηθεί από την ODN. Το σχέδιο θα πρέπει να αποτελείται από ολοκληρωμένη αξιολόγηση, επιχειρησιακές συστάσεις και πρακτικές διαχείρισης κρίσεων. Τα στοιχεία αυτά θα πρέπει να διασφαλίζουν μια συνεπή προσέγγιση όσον αφορά την ανθεκτικότητα σε ολόκληρη την Ένωση, μεταξύ άλλων όσον αφορά μηχανισμούς χρηματοδότησης που διασφαλίζουν την εφεδρεία και ενισχύουν την ετοιμότητα αντιμετώπισης κρίσεων σε επίπεδο Ένωσης.
(33)Το υπόδειγμα του BEREC για τη συλλογή δεδομένων σχετικά με την ανθεκτικότητα των δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, στα οποία αναμένεται να βασιστεί η κατάρτιση του σχεδίου, θα πρέπει να περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τη χωρητικότητα, την αρχιτεκτονική, τις ικανότητες και τη χρήση τμημάτων δικτύου, τα οποία θεωρούνται καίριας σημασίας για τη διασφάλιση της συνολικής ανθεκτικότητας και συνέχειας των υπηρεσιών σε ενωσιακή κλίμακα. Εν προκειμένω θα πρέπει ιδίως να περιλαμβάνονται ειδικά τμήματα δικτύου, όπως διεθνείς διασυνδέσεις, δίκτυα συγκέντρωσης, κεντρικά δίκτυα και δίκτυα κορμού, υποβρύχια καλώδια επικοινωνιών, συμπεριλαμβανομένων των οικείων σταθμών απόληξης των καλωδίων, δορυφορικά δίκτυα ενσωματωμένα σε επίγεια δίκτυα που είναι ικανά να παρέχουν εφεδρικές υπηρεσίες σε περίπτωση μη διαθεσιμότητας οποιουδήποτε από τα εν λόγω δίκτυα, δίκτυα διανομής περιεχομένου ή δίκτυα που συνδέουν μεγάλες εγκαταστάσεις κέντρων δεδομένων. Όταν είναι αναγκαία η ανταλλαγή, υποβολή ή με άλλον τρόπο κοινοποίηση στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού πληροφοριών που είναι διαβαθμισμένες σύμφωνα με το ενωσιακό ή το εθνικό δίκαιο, θα πρέπει να εφαρμόζονται οι κανόνες για τον χειρισμό των διαβαθμισμένων πληροφοριών. Κατά περίπτωση, θα πρέπει να επιτρέπεται η παράλληλη ανταλλαγή μη διαβαθμισμένων περιλήψεων που καθιστούν δυνατό τον επιχειρησιακό συντονισμό.
(34)Επιπλέον, η ODN θα πρέπει να συμβάλλει, σε επίπεδο Ένωσης, στην παρακολούθηση, την ανάλυση και τη σύνθεση πληροφοριών σχετικά με την αρχιτεκτονική, τη χωρητικότητα, τις τεχνικές ικανότητες και την ανθεκτικότητα των δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, και να στηρίζει τις προσπάθειες συντονισμού που αποσκοπούν στη διασφάλιση της διαθεσιμότητας και των αυξημένων ικανοτήτων των δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών κατά τη διάρκεια φυσικών ή ανθρωπογενών διαταραχών, κρίσεων ή περιπτώσεων ανωτέρας βίας, με πλήρη σεβασμό των εθνικών πλαισίων συντονισμού για την αντιμετώπιση κρίσεων. Στα σχετικά καθήκοντα θα μπορούσαν να περιλαμβάνονται, για παράδειγμα, ο προσδιορισμός τομέων στους οποίους απαιτείται εφεδρεία, η τεκμηρίωση αποφάσεων στρατηγικής πολιτικής και επενδύσεων για τη στήριξη της εφεδρείας, ιδίως για τα διευρωπαϊκά ψηφιακά δίκτυα και τα σχετικά μελλοντικά χρηματοδοτικά προγράμματα, όπως προτείνεται στο πλαίσιο του ψηφιακού σκέλους του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανταγωνιστικότητας βάσει του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου. Η συνολική αξιολόγηση του BEREC που θα εκπονηθεί από την ODN θα πρέπει επίσης να παρέχει επισκόπηση της εφεδρικής χωρητικότητας των δικτύων, καθώς και επισκόπηση των υφιστάμενων και αναδυόμενων μηχανισμών για την ιεράρχηση της κίνησης, συμπεριλαμβανομένων του τεμαχισμού δικτύου και άλλων λύσεων διαχείρισης και βελτιστοποίησης του δικτύου που προστατεύουν και εξασφαλίζουν τις επικοινωνίες. Οι μηχανισμοί αυτοί διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διασφάλιση της συνέχειας των βασικών δικτύων και υπηρεσιών επικοινωνιών σε καταστάσεις αυξημένης ζήτησης, συμφόρησης του δικτύου ή άλλων διαταραχών των επικοινωνιών, οι οποίες ενδέχεται να προκύψουν κατά τη διάρκεια κρίσεων.
(35)Ειδικότερα, οι εξειδικευμένες υπηρεσίες που καθίστανται δυνατές χάρη σε προηγμένες ικανότητες δικτύου, όπως ο τεμαχισμός δικτύου, διαδραματίζουν ολοένα σημαντικότερο ρόλο στην υποστήριξη περιπτώσεων χρήσης με αυξημένες απαιτήσεις ασφάλειας, αξιοπιστίας και χαμηλού χρόνου αναμονής. Εν προκειμένω περιλαμβάνονται εφαρμογές όπως η λειτουργία συστημάτων μη επανδρωμένων αεροσκαφών, συμπεριλαμβανομένων των δρόνων, για τα οποία απαιτούνται εγγυημένα επίπεδα επιδόσεων, ανθεκτικότητας και απομόνωσης από άλλη κίνηση για τη διασφάλιση ασφαλούς και προστατευμένης λειτουργίας. Η διαθεσιμότητα τέτοιων εξειδικευμένων υπηρεσιών μπορεί να δώσει τη δυνατότητα στις δημόσιες αρχές και τους ιδιωτικούς φορείς εκμετάλλευσης να αναπτύξουν αποτελεσματικότερα εφαρμογές που σχετίζονται με την ασφάλεια και είναι κρίσιμες για την προστασία, προωθώντας παράλληλα την καινοτομία και την αποδοτική χρήση των πόρων δικτύου, σύμφωνα με τους στόχους της Ένωσης για την ασφάλεια, την τεχνολογική υπεροχή και την ανάπτυξη προηγμένων ψηφιακών υπηρεσιών. Τα δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών θα πρέπει να αξιοποιηθούν για την ενίσχυση του εντοπισμού δρόνων και άλλων ιπτάμενων στοιχείων, είτε είναι συνδεδεμένα με το δίκτυο είτε όχι. Ειδικότερα, η ανίχνευση σε κυψελοειδή δίκτυα θα πρέπει σταδιακά να αναπτυχθεί και να εφαρμοστεί σε μεγάλη κλίμακα ως υπερκείμενο και συμπληρωματικό σύστημα ανίχνευσης για μη στρατιωτικές και στρατιωτικές εφαρμογές, συμπεριλαμβανομένων της ανίχνευσης, της παρακολούθησης και του εντοπισμού εναέριων απειλών, καθώς και της ανίχνευσης παρεμβολών.
(36)Η ανθεκτικότητα της Ένωσης εξαρτάται όλο και περισσότερο από την ανθεκτική στις μελλοντικές εξελίξεις συνδεσιμότητα και τις μειωμένες στρατηγικές εξαρτήσεις. Για τον σκοπό αυτόν απαιτείται μια μακρόπνοη προσέγγιση που ενισχύει την ικανότητα των επίγειων και μη επίγειων (δορυφορικών) δικτύων να διασυνδέονται και να λειτουργούν απρόσκοπτα, μεταξύ άλλων σε καταστάσεις κρίσης. Η ανθεκτικότητα μπορεί να ενισχυθεί μέσω ολοκληρωμένων, πολυεπίπεδων αρχιτεκτονικών δικτύου που συνδυάζουν επίγεια δίκτυα με μη επίγεια δίκτυα και υποστηρίζονται από εικονικοποίηση, εφεδρεία και αυτοματοποιημένη διαχείριση δικτύου. Η ολοκλήρωση αυτή μπορεί να διατηρήσει βασικές επικοινωνίες σε περίπτωση βλάβης ή συμφόρησης της επίγειας υποδομής και να ενισχύσει τη συνολική συνέχεια της υπηρεσίας. Στο πλαίσιο αυτό, η ODN θα πρέπει να συμμετέχει στην παρακολούθηση της αγοράς και στις τεχνολογικές εξελίξεις, να εντοπίζει σημεία συμφόρησης στη διαλειτουργικότητα και την ανάπτυξη (μεταξύ άλλων μεταξύ επίγειων συστημάτων και συστημάτων μη επίγειων δικτύων και για αναδυόμενες τεχνολογίες) και να παρέχει συστάσεις για τη στήριξη μιας συνεκτικής προσέγγισης σε επίπεδο Ένωσης όσον αφορά την ανθεκτική συνδεσιμότητα.
(37)Η ODN θα πρέπει να είναι σε θέση, κατά περίπτωση, και σε συνεργασία με τους σχετικούς φορείς και τις αρμόδιες αρχές, να αναλύει το τοπίο των απειλών στο οποίο εκτίθενται όλο και περισσότερο τα δίκτυα και οι υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών της Ένωσης. Στο τοπίο αυτό περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, περιστατικά επιβλαβών παρεμβολών στο ραδιοφάσμα. Τα περιστατικά αυτά έχουν αυξηθεί τα τελευταία χρόνια σε ένα πλαίσιο αυξημένων γεωπολιτικών εντάσεων και μπορούν να επηρεάσουν τη διαθεσιμότητα και την ποιότητα των υπηρεσιών, συχνά με διασυνοριακές επιπτώσεις. Στο πλαίσιο αυτό, η ODN θα πρέπει να αναλύει τις τάσεις αυτές και να στηρίζει τις αρμόδιες αρχές εκδίδοντας επιχειρησιακές συστάσεις. Ο ρόλος αυτός θα πρέπει να είναι συμπληρωματικός προς τις εθνικές αρμοδιότητες και να συμβάλλει στη συντονισμένη αντίδραση σε επίπεδο Ένωσης.
(38)Προκειμένου να συμπληρωθεί η συνεπής και συντονισμένη ρυθμιστική αντίδραση σε επίπεδο Ένωσης για την ενίσχυση της ετοιμότητας για την αντιμετώπιση κρίσεων, ο BEREC θα πρέπει να εγκρίνει πρακτικές διαχείρισης κρίσεων στις οποίες θα καθορίζονται κοινές διαδικασίες και ρυθμίσεις συντονισμού για τις εθνικές ρυθμιστικές και άλλες αρμόδιες αρχές, μεταξύ άλλων όσον αφορά τη διαχείριση κρίσεων και την πολιτική προστασία σε περίπτωση φυσικών ή ανθρωπογενών διαταραχών, κρίσεων ή περιπτώσεων ανωτέρας βίας. Οι πρακτικές αυτές θα πρέπει να ευθυγραμμίζονται με τα υφιστάμενα ενωσιακά και εθνικά πλαίσια διαχείρισης κρίσεων και να στηρίζουν τη συνεκτική δράση, μεταξύ άλλων μέσω της ανταλλαγής πληροφοριών με σχετικά συστήματα αντιμετώπισης κρίσεων και συντονισμού πολιτικής προστασίας σε επίπεδο Ένωσης και μέσω μηχανισμών αντιμετώπισης κυβερνοπεριστατικών, όταν σημειώνονται τέτοιου είδους περιστατικά. Το σχέδιο θα πρέπει επίσης να καλύπτει πτυχές που σχετίζονται με την επίγνωση της κατάστασης όσον αφορά σημαντικές διαταραχές που επηρεάζουν τις επικοινωνίες έκτακτης ανάγκης, τις κρίσιμες επικοινωνίες και τη διαβίβαση προειδοποιήσεων του κοινού σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σχετική νομοθεσία της Ένωσης.
(39)Σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2018/1972, τα κράτη μέλη μπορούν να υπάγουν το δικαίωμα των παρόχων δημόσιων δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών μόνο σε ένα μάλλον ευέλικτο καθεστώς γενικής άδειας. Στόχος είναι η τόνωση της ανάπτυξης νέων δικτύων και υπηρεσιών και η παροχή στους παρόχους υπηρεσιών και στους καταναλωτές της δυνατότητας να επωφελούνται από τις οικονομίες κλίμακας της εσωτερικής αγοράς. Ο παρών κανονισμός υποστηρίζει αυτόν τον στόχο και διατηρεί την ελευθερία παροχής δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών βάσει γενικής άδειας στην Ένωση.
(40)Το σύστημα γενικής άδειας που εφαρμόζεται επί του παρόντος βασίζεται σε εναρμονισμένο αλλά μέγιστο κατάλογο όρων με τον οποίο διατηρήθηκαν η ευελιξία των κρατών μελών να αποφασίζουν ποιοι όροι γενικής άδειας θα συνοδεύουν τη γενική άδεια εντός της επικράτειάς τους και πώς θα τους διευκρινίσουν περαιτέρω σε εθνικό επίπεδο και η δυνατότητά τους να απαιτούν από τους παρόχους να υποβάλλουν στην εθνική ρυθμιστική αρχή ή σε άλλες αρμόδιες αρχές κοινοποίηση στην οποία θα αναφέρουν την πρόθεσή τους να αρχίσουν να παρέχουν τις υπηρεσίες. Πρόθεση ήταν η κοινοποίηση να έχει δηλωτικό χαρακτήρα και δεν απαιτούνταν ρητή απόφαση ή διοικητική πράξη της εθνικής ρυθμιστικής αρχής.
(41)Από την αξιολόγηση της οδηγίας (ΕΕ) 2018/1972 αποκαλύφθηκε, ωστόσο, ότι η έλλειψη ενιαίας και συντονισμένης γενικής άδειας, η οποία αναπτύχθηκε και εφαρμόζεται σε μεγάλο βαθμό σε εθνικό επίπεδο, και η απουσία ενιαίας και συνεκτικής προσέγγισης όσον αφορά τις εφαρμοστέες προϋποθέσεις, καθώς και τις διαδικασίες κοινοποίησης, παρά το εναρμονισμένο, μη υποχρεωτικό υπόδειγμα του BEREC, οδήγησαν σε κανονιστικό κατακερματισμό και σε αυξημένους φραγμούς για την επέκταση και τη διασυνοριακή λειτουργία των φορέων εκμετάλλευσης.
(42)Για να αντιμετωπιστούν οι προκλήσεις που θέτει η οδηγία (ΕΕ) 2018/1972 και να δοθεί η δυνατότητα στους παρόχους να επωφελούνται πλήρως από την εσωτερική αγορά ηλεκτρονικών επικοινωνιών, είναι αναγκαίο να θεσπιστεί ένα σύγχρονο καθεστώς γενικής άδειας που θα εφαρμόζεται σε όλους τους τύπους δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών που συμμετέχουν στην παροχή δημοσίως διαθέσιμων ψηφιακών υπηρεσιών και, με ορισμένες εξαιρέσεις, στις δημοσίως διαθέσιμες υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
(43)Όσον αφορά τους παρόχους δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, το σύστημα γενικής άδειας δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε ορισμένους τύπους δικτύων που δεν έχουν ως κύριο σκοπό τη στήριξη της παροχής δημοσίως διαθέσιμων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή ψηφιακών υπηρεσιών. Παραδείγματα αποτελούν τα δίκτυα που χρησιμοποιούνται κυρίως για ιδιωτικές, εσωτερικές ή κλειστές, προκαθορισμένες επικοινωνίες ομάδων χρηστών, συμπεριλαμβανομένων των δικτύων που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για εσωτερικές συνδέσεις μεταξύ ευκολιών των υποδομών επικοινωνιών που δεν προορίζονται κυρίως για δημοσίως διαθέσιμες ψηφιακές υπηρεσίες. Όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, οι υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών θα πρέπει να εξακολουθήσουν να εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της γενικής άδειας. Σε αντίθεση με άλλες κατηγορίες δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, οι υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών δεν επωφελούνται από τη χρήση των δημόσιων πόρων αριθμοδότησης και δεν συμμετέχουν σε δημοσίως εξασφαλισμένο διαλειτουργικό οικοσύστημα. Επομένως, είναι σκόπιμο τα εν λόγω είδη υπηρεσιών να μην υπόκεινται στο καθεστώς γενικής άδειας. Ωστόσο, οι πάροχοι υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών ενδέχεται να υπέχουν ορισμένες υποχρεώσεις δυνάμει του παρόντος κανονισμού.
(44)Το καθεστώς γενικής άδειας θα πρέπει να υπόκειται στη συμμόρφωση με μικρότερο και επικαιροποιημένο κατάλογο πλήρως εναρμονισμένων προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούνται σε όλα τα κράτη μέλη, καθώς και με ορισμένες άλλες προϋποθέσεις που απορρέουν από άλλη ενωσιακή ή εθνική νομοθεσία, αλλά δεν είναι ακόμη πλήρως εναρμονισμένες, όπως οι κανόνες για την πρόσβαση των αρχών επιβολής του νόμου και των δικαστικών αρχών σε δεδομένα, μεταξύ άλλων σχετικά με τη νόμιμη παρακολούθηση και διατήρηση δεδομένων και τις απαιτήσεις ασφάλειας της αλυσίδας εφοδιασμού ΤΠΕ σύμφωνα με τους κανόνες κυβερνοασφάλειας, συμπεριλαμβανομένης της νομοθετικής πράξης για την κυβερνοασφάλεια, η οποία θα αντικαταστήσει τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/881 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.
(45)Επιπλέον, οι πάροχοι που υπόκεινται σε γενική άδεια θα πρέπει να υποβάλλουν κοινοποίηση στην εθνική ρυθμιστική αρχή του κράτους μέλους στο οποίο προτίθενται να προβούν σε παροχή δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή στο οποίο παρέχονται ήδη τέτοια δίκτυα ή υπηρεσίες. Θα πρέπει επίσης να έχουν τη δυνατότητα να υποβάλλουν μόνο μία κοινοποίηση σε ένα κράτος μέλος σε περίπτωση που προτίθενται να παρέχουν δίκτυα ή υπηρεσίες σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη στο πλαίσιο του καθεστώτος ενιαίου διαβατηρίου. Τα δορυφορικά συστήματα δεν θα πρέπει να υπόκεινται στη διαδικασία ενιαίου διαβατηρίου, αλλά σε ειδική διαδικασία σε επίπεδο Ένωσης.
(46)Για την κοινοποίηση θα πρέπει να χρησιμοποιείται υποχρεωτικό υπόδειγμα που διατίθεται από τον BEREC. Θα πρέπει να συνίσταται σε δήλωση φυσικού ή νομικού προσώπου προς την εθνική ρυθμιστική αρχή σχετικά με την πρόθεση έναρξης παροχής δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και στην υποβολή περιορισμένων πληροφοριών που προσδιορίζονται περαιτέρω στο σχετικό υπόδειγμα του BEREC, συμπεριλαμβανομένων στοιχείων ταυτότητας και επικοινωνίας, στοιχείων της επιχείρησης, πληροφοριών σχετικά με τα δίκτυα ή τις υπηρεσίες που προβλέπεται να παρέχονται και τη γεωγραφική περιοχή διαθεσιμότητάς τους, καθώς και την εκτιμώμενη ημερομηνία έναρξης της δραστηριότητας.
(47)Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δεν θα πρέπει να επιβάλλουν πρόσθετες ή χωριστές απαιτήσεις κοινοποίησης. Στο πλαίσιο αυτό, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δεν θα πρέπει να απαιτούν πρόσθετα έγγραφα ως μέρος της γενικής άδειας τα οποία δεν περιέχονται στο υπόδειγμα κοινοποίησης του BEREC. Οι απαιτήσεις κοινοποίησης και οι επικαιροποιήσεις των εν λόγω απαιτήσεων θα πρέπει να περιορίζονται στο ελάχιστο.
(48)Για να ενθαρρυνθεί η παροχή διασυνοριακών δικτύων και υπηρεσιών, οι πάροχοι θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να υποβάλλουν την κοινοποίηση σε οποιαδήποτε επίσημη γλώσσα της Ένωσης ή τουλάχιστον στην αγγλική.
(49)Για να συμβάλουν στην επίτευξη των στόχων ψηφιοποίησης της Ένωσης, όλες οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να αποδέχονται κοινοποιήσεις διαδικτυακά, για παράδειγμα, μέσω σημείου εισόδου στον ιστότοπο της σχετικής αρχής και, όπου απαιτείται, μέσω εναρμονισμένων ψηφιακών λύσεων, όπως τα πορτοφόλια επιχειρήσεων, και δεν θα πρέπει να απαιτούν από τους παρόχους να χρησιμοποιούν ψηφιακά πιστοποιητικά που περιορίζονται στην εθνική επικράτεια, δεν είναι αμοιβαία αναγνωρισμένα σε άλλα κράτη μέλη και δεν συνάδουν με τις ελάχιστες απαιτήσεις που καθορίζονται στην απόφαση 2011/130/ΕΕ της Επιτροπής για τη διασυνοριακή επεξεργασία εγγράφων τα οποία έχουν υπογραφεί ηλεκτρονικά από αρμόδιες αρχές. Για τον ίδιο λόγο, οι πάροχοι δεν θα πρέπει να υποχρεούνται να έχουν εθνικούς εκπροσώπους για να αλληλεπιδρούν με τις εθνικές αρχές. Κατά την ανταλλαγή πληροφοριών ή εγγράφων με ηλεκτρονικά μέσα, οι δημόσιες αρχές θα πρέπει να πληρούν τις απαιτήσεις που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2024/903 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.
(50)Οι αρμόδιες αρχές δεν θα πρέπει να εμποδίζουν την παροχή δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών με οποιονδήποτε τρόπο, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων ελλιπούς κοινοποίησης. Η κοινοποίηση για την έναρξη των δραστηριοτήτων τους δεν θα πρέπει να συνεπάγεται διοικητικές δαπάνες για τους παρόχους δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
(51)Για την υποστήριξη του αποτελεσματικού διασυνοριακού συντονισμού, η ODN θα πρέπει να διατηρεί κεντρική βάση δεδομένων για όλες τις κοινοποιήσεις. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να διαβιβάζουν στην ODN μόνο πλήρεις κοινοποιήσεις.
(52)Μετά την κοινοποίηση, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να επιβεβαιώνουν στον πάροχο με ηλεκτρονικά μέσα την έναρξη παροχής δικτύων ή υπηρεσιών, περιγράφοντας τους όρους, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που ισχύουν στο κράτος μέλος ή στα κράτη μέλη όπου ο πάροχος προτίθεται να παρέχει τα δίκτυα ή τις υπηρεσίες. Όταν ο πάροχος έχει κοινοποιήσει την πρόθεσή του να παρέχει δίκτυα ή υπηρεσίες μόνο εντός της επικράτειας ενός κράτους μέλους, θα πρέπει να συμμορφώνεται με τους εναρμονισμένους όρους της γενικής άδειας και, όσον αφορά τυχόν ιδιαιτερότητες, με τους όρους που ισχύουν στη δικαιοδοσία του εν λόγω κράτους μέλους.
(53)Η επιβεβαίωση ότι οι πάροχοι μπορούν να ξεκινήσουν τις δραστηριότητές τους θα πρέπει να περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των επιχειρήσεων στο πλαίσιο της γενικής άδειας. Οι πάροχοι ενδέχεται να χρειάζονται την εν λόγω επιβεβαίωση, για παράδειγμα για την υποβολή αίτησης για δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος ή πόρων αριθμοδότησης, την απόκτηση πρόσβασης ή διασύνδεσης και δικαιωμάτων εγκατάστασης ευκολιών, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων διέλευσης, και ειδικότερα για τη διευκόλυνση των διαπραγματεύσεων με άλλα, περιφερειακά ή τοπικά, επίπεδα διακυβέρνησης ή με παρόχους υπηρεσιών σε άλλα κράτη μέλη. Θα πρέπει επίσης να είναι δυνατή η παροχή της επιβεβαίωσης υπό μορφή δήλωσης, κατόπιν αιτήματος του παρόχου. Οι δηλώσεις αυτές δεν θα πρέπει αφ’ εαυτές να γεννούν δικαιώματα ούτε θα πρέπει τα τυχόν δικαιώματα δυνάμει της γενικής άδειας, τα δικαιώματα χρήσης ή η άσκηση των δικαιωμάτων αυτών να εξαρτώνται από τη δήλωση. Η δήλωση θα πρέπει να χρησιμεύει ως επιβεβαίωση ή απόδειξη σε άλλες εθνικές ή περιφερειακές αρχές ότι ο πάροχος έχει λάβει άδεια δυνάμει του παρόντος κανονισμού.
(54)Κατά τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος, πόρων αριθμοδότησης ή δικαιωμάτων εγκατάστασης ευκολιών, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να ενημερώνουν τις επιχειρήσεις στις οποίες χορηγούν τα εν λόγω δικαιώματα για τους σχετικούς όρους χρήσης ραδιοφάσματος σε μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης ή στην επιβεβαίωση λειτουργίας βάσει γενικής άδειας.
(55)Οι ειδικές υποχρεώσεις οι οποίες επιβάλλονται σε επιχειρήσεις παροχής δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο λόγω του ορισμού τους ως επιχειρήσεις που έχουν σημαντική ισχύ στην αγορά, θα πρέπει να επιβάλλονται χωριστά από τα γενικά δικαιώματα και τις υποχρεώσεις στο πλαίσιο της γενικής άδειας.
(56)Στην περίπτωση των δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών που δεν παρέχονται στο κοινό, είναι σκόπιμο να επιβάλλονται λιγότεροι και λιγότερο αυστηροί όροι, εάν υπάρχουν, από εκείνους που δικαιολογούνται για τα δίκτυα και τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών που παρέχονται στο κοινό. Ωστόσο, τα δίκτυα αυτά εξακολουθούν να δεσμεύονται, μεταξύ άλλων, από υποχρεώσεις που σχετίζονται με το δημόσιο συμφέρον, όπως για την ανθεκτικότητα του δικτύου, την ετοιμότητα, την κυβερνοασφάλεια, τη νόμιμη παρακολούθηση και τη διατήρηση δεδομένων σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό ή άλλη εφαρμοστέα ενωσιακή ή εθνική νομοθεσία που συμμορφώνεται με το ενωσιακό δίκαιο. Μολονότι δεν υπόκεινται σε γενική άδεια δυνάμει του παρόντος κανονισμού, οι υποχρεώσεις αυτές μπορούν να επιβάλλονται σε παρόχους υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών.
(57)Η διαδικασία ενιαίου διαβατηρίου θα πρέπει να διευκολύνει την παροχή δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε όλα τα κράτη μέλη. Η διαδικασία θα πρέπει να ολοκληρώνεται επιβεβαιώνοντας στον πάροχο την έναρξη παροχής δικτύων ή υπηρεσιών. Θα πρέπει να είναι δυνατή η έκδοση πρόσθετων δηλώσεων, αλλά μόνο κατόπιν αιτήματος του παρόχου και σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές του BEREC για τη γενική άδεια. Για παράδειγμα, εφόσον απαιτείται, στο πλαίσιο της διαδικασίας του ενιαίου διαβατηρίου, ο πάροχος μπορεί να αιτηθεί μέσω της ODN δήλωση που περιγράφει τις συνθήκες υπό τις οποίες ο πάροχος δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών βάσει γενικής άδειας δικαιούται να υποβάλει αίτηση παροχής δικαιωμάτων εγκατάστασης ευκολιών, να διαπραγματευτεί διασύνδεση και να αποκτήσει πρόσβαση σε διασύνδεση, προκειμένου να διευκολυνθεί η άσκηση των εν λόγω δικαιωμάτων, π.χ. σε άλλες δημόσιες αρχές ή σε σχέση με άλλες επιχειρήσεις. Οι δηλώσεις αυτές θα μπορούσαν να περιγράφουν τα κριτήρια και τη διαδικασία σχετικά με τις ειδικές υποχρεώσεις των επιμέρους επιχειρήσεων και θα πρέπει να χορηγούνται μέσω της ODN από την εθνική ρυθμιστική αρχή του κράτους μέλους στο οποίο θα παρέχονται δίκτυα ή υπηρεσίες και κατόπιν αιτήματος του παρόχου. Στις κατευθυντήριες γραμμές του BEREC θα πρέπει να προσδιορίζονται οι λεπτομέρειες σχετικά με τη δυνατότητα υποβολής αιτήματος για την εν λόγω δήλωση.
(58)Είναι σημαντικό να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα του καθεστώτος ενιαίου διαβατηρίου. Ως εκ τούτου, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές ή άλλες αρμόδιες αρχές των κρατών μελών θα πρέπει να υποχρεούνται να συνεργάζονται μεταξύ τους για να υποστηρίζουν τον BEREC και την ODN στην κατάρτιση και την επικαιροποίηση κατευθυντήριων γραμμών και πληροφοριακών πόρων σχετικά με την εναρμονισμένη εφαρμογή των όρων γενικής άδειας στα κράτη μέλη. Για τον σκοπό αυτόν, τα κράτη μέλη θα πρέπει να ορίσουν εθνικά ενιαία σημεία επαφής.
(59)Τα πλήρη οφέλη του καθεστώτος ενιαίου διαβατηρίου μπορούν να αποκομιστούν μόνο εάν μειωθούν στο ελάχιστο οι εθνικές ιδιαιτερότητες που σχετίζονται με τους όρους της γενικής άδειας. Τούτο ισχύει επίσης για τους κανόνες που δεν αποτελούν μέρος του κανονισμού για τα ψηφιακά δίκτυα, όπως στους τομείς της κυβερνοασφάλειας ή της επιβολής του νόμου. Ως εκ τούτου, οι κατευθυντήριες γραμμές του BEREC θα πρέπει να προσδιορίζουν τομείς στους οποίους απαιτείται περαιτέρω ευθυγράμμιση μεταξύ των εθνικών κανόνων ή της εφαρμογής τους. Τα στοιχεία αυτά θα πρέπει να χρησιμεύουν ως βάση για την παρακολούθηση της εφαρμογής των εν λόγω κανόνων από την Επιτροπή, τα αρμόδια όργανα της Ένωσης ή άλλες ομάδες εμπειρογνωμόνων. Προς στήριξη των δραστηριοτήτων αυτών, τα ορισθέντα εθνικά ενιαία σημεία επαφής θα πρέπει να συνεργάζονται στενά με την ODN και μεταξύ τους, όσον αφορά τους όρους της γενικής άδειας που σχετίζονται με την εθνική νομοθεσία και τις εθνικές διαδικασίες, σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο που εφαρμόζεται στην παροχή δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ιδίως όσον αφορά την κυβερνοασφάλεια ή την επιβολή του νόμου.
(60)Ειδικότερα, τα ορισθέντα εθνικά ενιαία σημεία επαφής θα πρέπει να κοινοποιούν στην ODN τυχόν ιδιαιτερότητες όσον αφορά την εθνική εφαρμογή των εναρμονισμένων όρων γενικής άδειας στα αντίστοιχα κράτη μέλη τους, καθώς και τυχόν εθνικές διαδικασίες που έχουν θεσπιστεί για την αποτελεσματική εφαρμογή των όρων γενικής άδειας. Όταν σε ένα κράτος μέλος υπάρχουν διαφορετικές αρχές αρμόδιες για την επιβολή των όρων της γενικής άδειας, οι εν λόγω εθνικές αρχές θα πρέπει να συνεργάζονται στενά με τα ορισθέντα ενιαία σημεία επαφής.
(61)Τα ορισθέντα εθνικά ενιαία σημεία επαφής θα πρέπει επίσης να παρέχουν αμοιβαία συνδρομή όσον αφορά την επιβολή των όρων γενικής άδειας σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές του BEREC.
(62)Η εθνική ρυθμιστική αρχή του κράτους μέλους κοινοποίησης θα πρέπει να έχει την εξουσία να επιβάλλει κυρώσεις για την παραβίαση των όρων της γενικής άδειας, υπό την προϋπόθεση ότι η εθνική ρυθμιστική αρχή της χώρας στην οποία παρέχονται δίκτυα ή υπηρεσίες δεν έχει ήδη επιβάλει κυρώσεις για την παραβίαση των ίδιων όρων. Οι κυρώσεις θα πρέπει να επιβάλλονται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν, σε περίπτωση σοβαρής παραβίασης και, όπου απαιτείται, κατόπιν διαβούλευσης με τις ρυθμιστικές αρχές των θιγόμενων κρατών μελών, την ανάκληση του δικαιώματος παροχής δικτύων και υπηρεσιών σε όλα τα κράτη μέλη που καλύπτονται από το ενιαίο διαβατήριο. Σοβαρή παραβίαση θα μπορούσε να διαπιστωθεί, για παράδειγμα, όταν η μη συμμόρφωση με έναν ή περισσότερους όρους της γενικής άδειας παραμένει παρά τα διορθωτικά μέτρα που έλαβε η εθνική ρυθμιστική αρχή ή άλλη αρμόδια αρχή. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν η εθνική ρυθμιστική αρχή του κράτους μέλους στο οποίο παρέχονται τα δίκτυα ή οι υπηρεσίες έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η παραβίαση των όρων της άδειας μπορεί να έχει αρνητικό αντίκτυπο στην επικράτειά της για λόγους εθνικής ασφάλειας ή δημόσιου συμφέροντος, θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να επιβάλει κυρώσεις εντός της δικαιοδοσίας της. Το εν λόγω έκτακτο μέτρο επιβολής θα πρέπει να λαμβάνεται σε συντονισμό με τις σχετικές αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους κοινοποίησης.
(63)Κατ’ εξαίρεση, στην περίπτωση διαμηχανικών υπηρεσιών με εξωεδαφική χρήση πόρων αριθμοδότησης, θα πρέπει να εφαρμόζονται οι σχετικοί κανόνες του κράτους μέλους κοινοποίησης.
(64)Οι απαιτήσεις σχετικά με το ενιαίο διαβατήριο δεν θα πρέπει να θίγουν τις εξουσίες των κρατών μελών να εμποδίζουν, κατά περίπτωση, την πρόσβαση σε αριθμούς ή υπηρεσίες, όταν αυτό δικαιολογείται για λόγους απάτης ή κατάχρησης.
(65)Θα πρέπει να είναι δυνατόν να επιβάλλονται διοικητικές επιβαρύνσεις σε επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών για τη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων της εθνικής ρυθμιστικής αρχής ή λοιπών αρμόδιων αρχών όσον αφορά τη διαχείριση του συστήματος γενικής αδειοδότησης και τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης. Αυτές οι επιβαρύνσεις θα πρέπει να περιορίζονται στην κάλυψη των πραγματικών διοικητικών δαπανών για τις εν λόγω δραστηριότητες και δεν θα πρέπει να επιβάλλονται σε μικρούς παρόχους. Για τον σκοπό αυτό, θα πρέπει να διασφαλίζεται διαφάνεια όσον αφορά τα έσοδα και τις δαπάνες των εθνικών ρυθμιστικών και λοιπών αρμόδιων αρχών με την υποβολή ετήσιων εκθέσεων σχετικά με το συνολικό ποσό των επιβαρύνσεων που συγκεντρώνονται και των πραγματοποιηθεισών διοικητικών δαπανών, ώστε να επιτρέπεται στις επιχειρήσεις να επαληθεύουν εάν είναι ισορροπημένες.
(66)Τα συστήματα διοικητικών επιβαρύνσεων δεν θα πρέπει να στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό ούτε να εμποδίζουν την είσοδο στην αγορά. Ένα σύστημα γενικών αδειών καθιστά αδύνατο να κατανέμονται διοικητικές δαπάνες και, συνεπώς, επιβαρύνσεις σε επιμέρους επιχειρήσεις, παρά μόνο για τη χορήγηση δικαιώματος χρήσης πόρων αριθμοδότησης, ραδιοφάσματος και δικαιωμάτων εγκατάστασης ευκολιών. Αντί αυτών των κριτηρίων κατανομής των επιβαρύνσεων, μια δίκαιη, απλή και διαφανής εναλλακτική μέθοδος θα μπορούσε να είναι, π.χ., μια κλείδα κατανομής βάσει του κύκλου εργασιών. Όταν οι διοικητικές επιβαρύνσεις είναι πολύ χαμηλές, ένα κατάλληλο σύστημα θα ήταν οι κατ’ αποκοπήν επιβαρύνσεις ή συνδυασμός κατ’ αποκοπήν επιβαρύνσεων με ένα στοιχείο βασιζόμενο στον κύκλο εργασιών. Στον βαθμό που το σύστημα γενικών αδειών επεκτείνεται σε επιχειρήσεις με πολύ μικρό μερίδιο αγοράς, όπως παρόχους δικτύων σε επίπεδο κοινότητας, ή σε παρόχους υπηρεσιών των οποίων το επιχειρηματικό μοντέλο αποφέρει πολύ περιορισμένα έσοδα, ακόμη και στην περίπτωση σημαντικής διείσδυσης στην αγορά όσον αφορά τους όγκους, τα κράτη μέλη θα πρέπει να καθορίζουν κατάλληλο ελάχιστο κατώφλι για την επιβολή διοικητικών επιβαρύνσεων.
(67)Οι τροποποιήσεις θα πρέπει να θεωρούνται τροποποιήσεις ήσσονος σημασίας, το οποίο σημαίνει ότι για τέτοιου είδους περιορισμό, ανάκληση ή τροποποίηση θα πρέπει να απαιτείται προηγούμενη διαβούλευση σχετικά με το δικαίωμα. Το ισχύον ρυθμιστικό πλαίσιο που αφορά το ραδιοφάσμα, κυρίως ο Ευρωπαϊκός Κώδικας Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών, η απόφαση για το ραδιοφάσμα (απόφαση αριθ. 676/2002/ΕΚ) και το πρόγραμμα πολιτικής για το ραδιοφάσμα (απόφαση αριθ. 243/2012/ΕΕ), αναπτύχθηκε σε διαφορετικό γεωπολιτικό πλαίσιο. Εν προκειμένω, η στρατηγική διάσταση του ραδιοφάσματος δεν έχει ληφθεί επαρκώς υπόψη. Το ραδιοφάσμα στηρίζει ζωτικές υπηρεσίες όπως οι κρίσιμες επικοινωνίες, οι επικοινωνίες έκτακτης ανάγκης, ο έλεγχος της εναέριας κυκλοφορίας, η θαλάσσια ναυσιπλοΐα, τα δίκτυα δημόσιας ασφάλειας και προστασίας. Όπως όλα τα βασικά αγαθά, το ραδιοφάσμα και η πρόσβαση σε αυτό θα μπορούσαν να μετατραπούν σε τρωτά σημεία. Επιπλέον, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως όπλο στο πλαίσιο ένοπλων και οικονομικών συγκρούσεων, για παράδειγμα για παρεμβολές και παραποιήσεις σημάτων και για τη διατάραξη βασικών στρατιωτικών και μη στρατιωτικών δραστηριοτήτων από τις μεταφορές έως τον τραπεζικό τομέα.
(68)Το ραδιοφάσμα έχει ύψιστη στρατηγική και γεωπολιτική σημασία για την Ένωση και τα κράτη μέλη της. Είναι απαραίτητο για τη διευκόλυνση της επικοινωνίας, την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης και της κοινωνικής ευημερίας, τη στήριξη της ασφάλειας και της παροχής υπηρεσιών πρωταρχικής σημασίας σε διάφορους τομείς. Το ραδιοφάσμα έχει καταστεί στοιχείο καίριας σημασίας για τη στρατηγική αυτονομία και ασφάλεια της Ένωσης και η διαχείρισή του με συντονισμένο τρόπο είναι απαραίτητη για τη διαφύλαξη της ασφάλειας, της ανθεκτικότητας και της ψηφιακής κυριαρχίας της Ένωσης. Ταυτόχρονα, ορισμένες πολιτικές της Ένωσης βασίζονται στην κατάλληλη πρόσβαση στο ραδιοφάσμα και τη διαχείρισή του, όπως οι πολιτικές για το διάστημα, τη συνδεσιμότητα ή τις μεταφορές. Επιπλέον, η αποτελεσματική και συντονισμένη διαχείριση του ραδιοφάσματος είναι καίριας σημασίας για την εγκατάσταση ασύρματων δικτύων υψηλής ποιότητας, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση για την οικονομική ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα της Ένωσης και για την ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Χάρη στην τεχνολογική πρόοδο, ιδίως στη δυνατότητα των δορυφόρων να επικοινωνούν με μη τροποποιημένες φορητές συσκευές χρήστη, και στη σύγκλιση μεταξύ επίγειων και μη επίγειων δικτύων, καθώς και μεταξύ τηλεπικοινωνιακών δικτύων, υπολογιστικής παρυφών και υπολογιστικού νέφους, η διαχείριση του ραδιοφάσματος ως κοινού ευρωπαϊκού πόρου έχει τη δυνατότητα να μεγιστοποιήσει την αξία του για τα κράτη μέλη και την Ένωση. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαία η αποτελεσματική διαχείριση και αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος με στρατηγικό τρόπο ως κοινού πόρου.
(69)Λόγω της ανάπτυξης νέων ασύρματων τεχνολογιών και εφαρμογών, η ζήτηση για ραδιοφάσμα αυξάνεται, όχι μόνο στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όπως για την παροχή, στους πολίτες και στις επιχειρήσεις, καθολικής συνδεσιμότητας gigabit εν κινήσει, αλλά και σε άλλους τομείς που βασίζονται στο ραδιοφάσμα, όπως οι μεταφορές, η μεταποίηση, το διάστημα και η ενέργεια. Για να καλυφθεί η αυξανόμενη ζήτηση, είναι απαραίτητη μια κατάλληλη διατομεακή προσέγγιση για τη διαχείριση του ραδιοφάσματος, ώστε να διασφαλιστεί η αποδοτική χρήση του.
(70)Η διαχείριση του ραδιοφάσματος θα πρέπει γίνεται κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η αποφυγή επιβλαβών παρεμβολών. Η βασική έννοια των επιβλαβών παρεμβολών θα πρέπει επομένως να οριστεί κατάλληλα ώστε να εξασφαλιστεί ότι η κανονιστική παρέμβαση θα περιορίζεται στον βαθμό που είναι απαραίτητος για την αποτροπή αυτών των παρεμβολών. Θα πρέπει να εφαρμόζονται προηγμένες μέθοδοι για την προστασία από επιβλαβείς παρεμβολές και άλλες μέθοδοι διαχείρισης του ραδιοφάσματος, ώστε να αποφεύγεται, στο μέτρο του δυνατού, η εφαρμογή της αρχής «χωρίς παρεμβολές και χωρίς προστασία», δηλαδή της υποχρέωσης που προβλέπεται στους κανονισμούς ραδιοεπικοινωνιών της ITU για τους σταθμούς που λειτουργούν σε δευτερεύουσα βάση να μην προκαλούν επιβλαβείς παρεμβολές σε πρωτεύουσες υπηρεσίες, και της αρχής ότι δεν μπορούν να αξιώνουν προστασία από παρεμβολές που προκαλούνται από εγκεκριμένες πρωτεύουσες υπηρεσίες.
(71)Η σημασία των εθνικών συνόρων για τον καθορισμό της βέλτιστης χρήσης ραδιοφάσματος μειώνεται όλο και περισσότερο. Ο περιττός κατακερματισμός μεταξύ εθνικών πολιτικών επιφέρει αυξανόμενο κόστος και απώλεια ευκαιριών αγοράς για χρήστες του ραδιοφάσματος και επιβραδύνει την καινοτομία εις βάρος της χρηστής λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, καθώς και των καταναλωτών και της οικονομίας στο σύνολό της. Ο στρατηγικός σχεδιασμός και, όποτε απαιτείται, η εναρμόνιση σε ενωσιακό επίπεδο μπορούν να συμβάλουν ώστε να εξασφαλισθεί ότι οι χρήστες του ραδιοφάσματος θα επωφελούνται πλήρως από την εσωτερική αγορά και ότι τα ενωσιακά συμφέροντα θα μπορούν να προστατεύονται πραγματικά παγκοσμίως.
(72)Οι δραστηριότητες της πολιτικής ραδιοφάσματος στην Ένωση δεν θα πρέπει να θίγουν τα μέτρα που λαμβάνονται σε ενωσιακό ή εθνικό επίπεδο σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο και επιδιώκουν στόχους γενικού συμφέροντος, ιδίως όσον αφορά δημόσια κυβερνητικά και αμυντικά δίκτυα, τη ρύθμιση περιεχομένου και την πολιτική στον οπτικοακουστικό τομέα και στα μέσα επικοινωνίας, καθώς και το δικαίωμα των κρατών μελών να οργανώνουν και να χρησιμοποιούν το ραδιοφάσμα τους για τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια και την άμυνα.
(73)Οι κανόνες για τη διαχείριση του ραδιοφάσματος θα πρέπει να είναι συνεπείς προς το έργο των διεθνών και περιφερειακών οργανισμών που ασχολούνται με τη διαχείριση του ραδιοφάσματος, π.χ. της Διεθνούς Ένωσης Τηλεπικοινωνιών (στο εξής: ITU) και της Ευρωπαϊκής Διάσκεψης των Ταχυδρομικών και Τηλεπικοινωνιακών Οργανισμών (στο εξής: CEPT), ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματική διαχείριση και η εναρμόνιση της χρήσης του ραδιοφάσματος σε ολόκληρη την Ένωση καθώς και μεταξύ των κρατών μελών και άλλων μελών της ITU.
(74)Η ανάγκη να εξασφαλίζεται ότι οι πολίτες δεν εκτίθενται σε ηλεκτρομαγνητικά πεδία σε επίπεδο επιβλαβές για τη δημόσια υγεία είναι επιτακτική. Οι εθνικές αρμόδιες αρχές θα πρέπει να επιδιώκουν τη συνέπεια σε ολόκληρη την Ένωση για να αντιμετωπίσουν αυτό το ζήτημα, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη την προληπτική προσέγγιση που υιοθετείται με τη σύσταση 1999/519/ΕΚ του Συμβουλίου, προκειμένου να καταβάλουν προσπάθειες ώστε να διασφαλίσουν πιο συνεκτικές συνθήκες ανάπτυξης. Οι εθνικές αρμόδιες αρχές θα πρέπει να εφαρμόζουν κατά περίπτωση τη διαδικασία που προβλέπεται στην οδηγία (ΕΕ) 2015/1535, μεταξύ άλλων προκειμένου να εξασφαλίζεται διαφάνεια για τους συμφεροντούχους και να παρέχεται στα λοιπά κράτη μέλη και την Επιτροπή η δυνατότητα να αντιδρούν.
(75)Το ραδιοφάσμα αποτελεί σπάνιο δημόσιο πόρο με σημαντική δημόσια και αγοραία αξία. Συνιστά απαραίτητο στοιχείο για όλα τα είδη ασύρματων δικτύων και υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ραδιοεπικοινωνιακής βάσης. Ως εκ τούτου, οι εθνικές ρυθμιστικές ή άλλες αρμόδιες αρχές θα πρέπει να το κατανέμουν και να το παραχωρούν με αποδοτικό τρόπο, σύμφωνα με εναρμονισμένους στόχους και αρχές που διέπουν τη δράση τους και βάσει αντικειμενικών, διαφανών και αμερόληπτων κριτηρίων, λαμβάνοντας υπόψη τα δημοκρατικά, κοινωνικά, γλωσσικά και πολιτισμικά συμφέροντα που συνδέονται με τη χρήση ραδιοφάσματος. Η απόφαση αριθ. 676/2002/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου δημιουργεί πλαίσιο για την εναρμόνιση του ραδιοφάσματος.
(76)Η έλλειψη συντονισμού μεταξύ κρατών μελών και των οικείων αρμόδιων αρχών κατά την οργάνωση της χρήσης ραδιοφάσματος στην επικράτειά τους μπορεί, αν δεν επιλυθεί με διμερείς διαπραγματεύσεις μεταξύ των κρατών μελών, να προκαλέσει ζητήματα παρεμβολών μεγάλης κλίμακας με σοβαρό αντίκτυπο στην ανάπτυξη της ψηφιακής ενιαίας αγοράς. Τα κράτη μέλη και οι αρμόδιες αρχές τους θα πρέπει να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή διασυνοριακών και επιβλαβών παρεμβολών μεταξύ τους. Η ομάδα για την πολιτική ραδιοφάσματος (στο εξής: RSPG), η οποία συστάθηκε με την απόφαση 2002/622/ΕΚ της Επιτροπής, υποστηρίζει τον αναγκαίο διασυνοριακό συντονισμό και αποτελεί το φόρουμ για την επίλυση διασυνοριακών ζητημάτων μεταξύ των κρατών μελών. Ωστόσο, η συνδρομή της RSPG υπολείπεται σε ζητήματα διασυνοριακού συντονισμού με τρίτες χώρες γενικά ή μεταξύ κρατών μελών όσον αφορά το μη εναρμονισμένο ραδιοφάσμα (π.χ. συχνότητες FM), καθώς δεν υπάρχουν ούτε επαρκής νομική βάση ούτε τα εργαλεία για την ανάληψη δράσης από την RSPG. Η διαδικασία διασυνοριακού συντονισμού θα πρέπει να συνεχιστεί, αλλά θα πρέπει να επεκταθεί στο μη εναρμονισμένο ραδιοφάσμα, για παράδειγμα στις συχνότητες FM που χρησιμοποιούνται για ραδιοφωνικές εκπομπές, δεδομένου ότι το εν λόγω ραδιοφάσμα μπορεί επίσης να έχει υψηλή οικονομική, πολιτιστική και κοινωνική αξία για τους πολίτες της Ένωσης. Επιπλέον, κάθε κάτοχος δικαιώματος χρήσης ραδιοφάσματος θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να κινεί τη διαδικασία παροχής συνδρομής για την επίλυση της παρεμβολής, όταν επηρεάζεται άμεσα από επιβλαβείς παρεμβολές κατά τη νόμιμη χρήση του ραδιοφάσματος που του έχει εκχωρηθεί.
(77)Για δύσκολες υποθέσεις επιζήμιων παρεμβολών μεταξύ κρατών μελών που δεν μπορούν να επιλυθούν με άμεσες διαπραγματεύσεις, παρά τη στήριξη του RSPB, ενδέχεται να απαιτείται η επιβολή δεσμευτικών λύσεων που εγκρίνονται από την Επιτροπή, με βάση τη λύση που προτείνει ο RSPB, για την οριστική επίλυση της υπόθεσης ή για την επιβολή συντονισμένης λύσης βάσει του δικαίου της Ένωσης. Ο εν λόγω μηχανισμός θα πρέπει να εφαρμόζεται εντός συγκεκριμένων προθεσμιών που διασφαλίζουν ότι δεν υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση και να προτείνει κατάλληλες λύσεις, συμπεριλαμβανομένων της ανάκλησης κάθε δικαιώματος που αποτελεί την πηγή της κατάστασης επιβλαβών παρεμβολών και του δικαιώματος αποζημίωσης.
(78)Οι διασυνοριακές παρεμβολές από τρίτες χώρες αποτελούν πρόβλημα που προκαλεί ολοένα και περισσότερες ανησυχίες στα σύνορα της Ένωσης και απειλή όχι μόνο για τα ίδια τα δίκτυα, αλλά και για την ασφάλεια της Ένωσης. Για παράδειγμα, οι παρεμβολές στο Παγκόσμιο Δορυφορικό Σύστημα Πλοήγησης (GNSS) κοντά σε περιοχές ένοπλων συγκρούσεων, όπως στα ανατολικά σύνορα της Ένωσης, έχουν σοβαρές συνέπειες στους τομείς των μεταφορών, των κρίσιμων υποδομών, των ηλεκτρονικών επικοινωνιών και των χρηματοοικονομικών τομέων, διότι οι σύγχρονες υποδομές εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το εν λόγω σύστημα για ακριβή δεδομένα εντοπισμού θέσης, πλοήγησης και χρονισμού (PNT). Στις περιπτώσεις αυτές, δεν αρκεί να βασιζόμαστε στις προσπάθειες της ITU. Είναι αναγκαίο να προβλεφθεί στο δίκαιο της Ένωσης ένας μηχανισμός αλληλεγγύης για την αποτελεσματικότερη στήριξη των επηρεαζόμενων κρατών μελών. Στο πλαίσιο του εν λόγω μηχανισμού αλληλεγγύης, θα πρέπει να ζητηθεί από όλα τα κράτη μέλη να ενεργούν από κοινού και σύμφωνα με συγκεκριμένες δράσεις που καθορίζονται από την Ένωση σε συνεργασία με τον RSPB, και να παρεμβαίνουν μαζί με την Επιτροπή για τη στήριξη των επηρεαζόμενων κρατών μελών. Σε περιπτώσεις επίμονων και σοβαρών επιβλαβών παρεμβολών που παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο, το Συμβούλιο μπορεί να εξετάσει το ενδεχόμενο λήψης περιοριστικών μέτρων δυνάμει του άρθρου 29 της ΣΛΕΕ σύμφωνα με τους στόχους της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας.
(79)Οι τεχνολογικές εξελίξεις, ιδίως οι ραδιοτεχνολογίες επόμενης γενιάς (π.χ. 6G), καθώς και η ΤΝ, βελτιώνουν τη βιωσιμότητα και την αξιοπιστία της κοινής χρήσης του ραδιοφάσματος σε ευρύ φάσμα ζωνών συχνοτήτων, παρέχοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο σε πολλαπλούς χρήστες πρόσβαση σε έναν σπάνιο πόρο, αποτρέποντας παράλληλα επιβλαβείς παρεμβολές και διασφαλίζοντας επαρκή προστασία των κατεστημένων υπηρεσιών. Η αποδοτική, αποτελεσματική και με γνώμονα την καινοτομία χρήση του ραδιοφάσματος είναι απαραίτητη για την επίτευξη των στόχων συνδεσιμότητας της Ένωσης και για τη στήριξη της ανταγωνιστικότητας της Ένωσης. Για την επίτευξη των στόχων αυτών απαιτείται κανονιστική προσέγγιση που να θεωρεί συστηματικά την κοινή χρήση ραδιοφάσματος ως τον κανόνα για τη χορήγηση αδειών ραδιοφάσματος με βάση την αρχή της κοινής χρήσης σε περίπτωση μη χρήσης, ενώ τα αποκλειστικά δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος εφαρμόζονται μόνο όπου είναι αναγκαίο και δικαιολογημένο. Ταυτόχρονα, η πολιτική αυτή θα πρέπει να διασφαλίζει ότι η κοινή χρήση του ραδιοφάσματος ενισχύει τον ανταγωνισμό και δεν τον περιορίζει.
(80)Οι εθνικές αρμόδιες αρχές θα πρέπει να θεωρούν ότι το ραδιοφάσμα που δεν χρησιμοποιείται σε μια επικράτεια ή για ορισμένο χρονικό διάστημα μπορεί να τεθεί σε κοινή χρήση, εκτός εάν ο κάτοχος του δικαιώματος χρήσης αποδείξει ότι δεν είναι τεχνικά εφικτή η κοινή χρήση ή ότι η κοινή χρήση θα επηρεάσει, θα υποβαθμίσει ή θα περιορίσει με άλλον τρόπο τη χρήση του ραδιοφάσματος από τον αρχικό κάτοχο ή ότι σχεδιάζει να χρησιμοποιήσει το ραδιοφάσμα κατά τρόπο που δεν επιτρέπει την κοινή χρήση. Προκειμένου να προσδιοριστεί αν χρησιμοποιείται το ραδιοφάσμα, οι εθνικές αρμόδιες αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη διάφορα στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των σχεδίων ανάπτυξης του κατόχου του δικαιώματος στο άμεσο μέλλον, και των νομικών υποχρεώσεων βάσει του ενωσιακού δικαίου. Οι όροι για την κοινή χρήση βάσει της αρχής της κοινής χρήσης σε περίπτωση μη χρήσης, συμπεριλαμβανομένης της αμοιβής, του τρόπου καθορισμού της διάρκειας της υποχρέωσης κοινής χρήσης και των τεχνικών όρων, θα πρέπει να καθορίζονται εκ των προτέρων κατά τη χορήγηση του δικαιώματος χρήσης.
(81)Οι εθνικές αρμόδιες αρχές θα πρέπει να προωθούν την κοινή χρήση του ραδιοφάσματος, σύμφωνα με το δίκαιο περί ανταγωνισμού, καθορίζοντας τα πλέον κατάλληλα καθεστώτα αδειοδότησης για κάθε σενάριο και θεσπίζοντας κατάλληλους και διαφανείς κανόνες και όρους αδειοδότησης. Η κοινή χρήση ραδιοφάσματος μπορεί να βασίζεται σε γενικές άδειες ή σε χρήση εξαιρούμενη από την αδειοδότηση επιτρέποντας, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις μερισμού, σε διάφορους χρήστες την πρόσβαση στο ίδιο ραδιοφάσμα και τη χρήση του, σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές ή σε διαφορετικές χρονικές στιγμές. Μπορεί επίσης να βασίζεται σε μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης, δυνάμει ρυθμίσεων όπως η άδεια μεριζόμενης πρόσβασης κατά την οποία όλοι οι χρήστες (υφιστάμενοι χρήστες και νέοι χρήστες) συμφωνούν σχετικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη μεριζόμενη πρόσβαση, υπό την εποπτεία των εθνικών αρμόδιων αρχών, έτσι ώστε να διασφαλίζεται ελάχιστη εγγυημένη ποιότητα ραδιομετάδοσης και συμμόρφωση με το δίκαιο ανταγωνισμού. Όταν επιτρέπουν την κοινή χρήση του ραδιοφάσματος στο πλαίσιο διαφορετικών καθεστώτων αδειοδότησης, οι αρμόδιες αρχές δεν θα πρέπει να καθορίζουν ευρέως αποκλίνουσες διάρκειες για την κοινή χρήση, ώστε να διασφαλίζεται ότι το ραδιοφάσμα μπορεί να αναπροσαρμοστεί ή να διατεθεί εκ νέου για ανταγωνιστική εκχώρηση.
(82)Ενώ η κοινή χρήση του ραδιοφάσματος προωθεί την αποδοτική χρήση του, ενδέχεται να μην είναι κατάλληλη σε όλες τις περιστάσεις. Οι εθνικές αρμόδιες αρχές θα πρέπει να μπορούν να περιορίζουν ή να μην προτείνουν την από κοινού χρήση του ραδιοφάσματος για λόγους που σχετίζονται με τον ανταγωνισμό και την χωρίς διακρίσεις πρόσβαση στην αγορά, για λόγους τεχνικής ή οικονομικής σκοπιμότητας, λόγω της ανάγκης αποκλειστικής χρήσης του ραδιοφάσματος για τη διαφύλαξη της δημόσιας ασφάλειας, της εθνικής ασφάλειας, της άμυνας ή της προστασίας βασικών υπηρεσιών, όπως ορίζονται στην οδηγία (ΕΕ) 2022/2557 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Αυτό περιλαμβάνει, κατά περίπτωση, την ανάπτυξη βασικών ασφαλών και κρίσιμων συστημάτων επικοινωνιών για την Ευρώπη, για τα οποία ενδέχεται να απαιτούνται προβλέψιμη πρόσβαση στο ραδιοφάσμα, ενισχυμένη ανθεκτικότητα και εξασφαλισμένες επιδόσεις που δεν μπορούν να διασφαλιστούν στο πλαίσιο της κοινής χρήσης. Κάθε απόφαση περιορισμού ή αποκλεισμού της κοινής χρήσης θα πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένη, αναλογική και να βασίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια.
(83)Η ευελιξία στη διαχείριση του ραδιοφάσματος και η πρόσβαση σε αυτό διασφαλίζεται επί του παρόντος στο πλαίσιο αδειών ουδέτερων από άποψη τεχνολογίας και υπηρεσίας, ώστε οι χρήστες του ραδιοφάσματος να μπορούν να επιλέγουν τις βέλτιστες τεχνολογίες που θα εφαρμόσουν, καθώς και τις υπηρεσίες που θα παρέχονται σε ζώνες ραδιοφάσματος που έχουν δηλωθεί διαθέσιμες για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών στα σχετικά εθνικά σχέδια παραχώρησης συχνοτήτων σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο («αρχή ουδετερότητας ως προς την τεχνολογία και αρχή ουδετερότητας ως προς τις υπηρεσίες»). Κάθε διοικητικός προσδιορισμός των τεχνολογιών και των υπηρεσιών που θα χρησιμοποιηθούν σε μια δεδομένη ζώνη θα πρέπει να βασίζεται σε αναλογικά και αμερόληπτα κριτήρια και θα πρέπει να δικαιολογείται σαφώς, στην περίπτωση των υπηρεσιών βάσει στόχων γενικού συμφέροντος, και να υπόκειται σε τακτική επανεξέταση. Καθώς τέτοιου είδους προσδιορισμός αποτελεί εξαίρεση από τον κανόνα της ουδετερότητας ως προς την τεχνολογία και τις υπηρεσίες και περιορίζει την ελευθερία επιλογής της παρεχόμενης υπηρεσίας ή της χρησιμοποιούμενης τεχνολογίας, κάθε πρόταση τέτοιου προσδιορισμού θα πρέπει να είναι διαφανής και να υποβάλλεται σε δημόσια διαβούλευση.
(84)Οι περιορισμοί στην αρχή της τεχνολογικής ουδετερότητας θα πρέπει να είναι κατάλληλοι και να δικαιολογούνται από την ανάγκη αποφυγής επιβλαβών παρεμβολών, π.χ. με την επιβολή μάσκας εκπομπών και στάθμης ισχύος, την εξασφάλιση της προστασίας της δημόσιας υγείας με τον περιορισμό της έκθεσης του κοινού σε ηλεκτρομαγνητικά πεδία, τη διασφάλιση της καλής λειτουργίας των υπηρεσιών μέσω κατάλληλου επιπέδου τεχνικής ποιότητας των υπηρεσιών, χωρίς ωστόσο να αίρεται η δυνατότητα χρήσης περισσοτέρων της μίας υπηρεσιών στην ίδια ζώνη ραδιοφάσματος, τη διασφάλιση κατάλληλου μερισμού του ραδιοφάσματος, ιδίως όπου η χρήση του υπάγεται μόνο σε γενικές άδειες, την διαφύλαξη της αποτελεσματικής χρήσης του ραδιοφάσματος ή την εκπλήρωση στόχου γενικού συμφέροντος σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο.
(85)Οι εθνικές αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να απαιτούν την παροχή συγκεκριμένης υπηρεσίας σε συγκεκριμένη ζώνη ραδιοφάσματος για την επίτευξη σαφώς καθορισμένων στόχων, όπως η ασφάλεια της ζωής, η δημόσια ασφάλεια και προστασία, η ανάγκη προώθησης της κοινωνικής, περιφερειακής και εδαφικής συνοχής ή η αποφυγή της αναποτελεσματικής χρήσης του ραδιοφάσματος. Οι στόχοι αυτοί περιλαμβάνουν και την προαγωγή της πολιτιστικής και γλωσσικής ποικιλομορφίας και την πολυφωνία των μέσων επικοινωνίας, όπως ορίζεται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο. Εκτός περιπτώσεων που είναι απαραίτητες για την προστασία της ασφάλειας της ζωής, της δημόσιας ασφάλειας και προστασίας, οι εξαιρέσεις δεν θα πρέπει να συνεπάγονται αποκλειστική χρήση ορισμένων υπηρεσιών, αλλά να συνιστούν παραχώρηση προτεραιότητας ώστε να μπορούν, στο μέτρο του δυνατού, να συνυπάρχουν στην ίδια ζώνη ραδιοφάσματος και άλλες υπηρεσίες ή τεχνολογίες. Ο καθορισμός του πεδίου εφαρμογής και του χαρακτήρα κάθε εξαίρεσης που αφορά την προαγωγή της γλωσσικής και πολιτιστικής ποικιλομορφίας και της πολυφωνίας των μέσων επικοινωνίας εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών.
(86)Όταν οι αρμόδιες εθνικές αρχές, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, αποφασίζουν να περιορίσουν την ελευθερία παροχής δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας, θα πρέπει να εξηγούν τους λόγους αυτού του περιορισμού.
(87)Διάφοροι τομείς πολιτικής της Ένωσης βασίζονται στο ραδιοφάσμα, όπως οι ηλεκτρονικές επικοινωνίες, η έρευνα, η τεχνολογική ανάπτυξη, καθώς και οι πολιτικές που αφορούν το διάστημα, τις μεταφορές, την ενέργεια, την κοινή ασφάλεια και άμυνα, τον οπτικοακουστικό και τον πολιτιστικό τομέα. Θα πρέπει να είναι δυνατός ο καθορισμός πολιτικών προσανατολισμών και στόχων για τη διαθεσιμότητα και την αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος όταν αυτό είναι αναγκαίο για την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς στους εν λόγω τομείς πολιτικής της Ένωσης. Ειδικότερα, οι εθνικές αρμόδιες αρχές και η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίζουν ότι διατίθεται επαρκές ραδιοφάσμα για την παροχή καθολικής και υψηλής ποιότητας συνδεσιμότητας σε όλους τους πολίτες και τις επιχειρήσεις της Ένωσης, μεταξύ άλλων όταν ταξιδεύουν ή όταν βρίσκονται σε αγροτικές, απομακρυσμένες ή υπεράκτιες περιοχές. Θα πρέπει να διασφαλίζουν τη διαθεσιμότητα του ραδιοφάσματος και να προστατεύουν το ραδιοφάσμα για την υλοποίηση ενωσιακών προγραμμάτων που σχετίζονται με το διάστημα, ιδίως για τη γεωσκόπηση και τη διαστημική παρατήρηση, τη δορυφορική πλοήγηση και τον εντοπισμό θέσης, και τις ασφαλείς και ανθεκτικές δορυφορικές επικοινωνίες για κυβερνητικούς χρήστες, καθώς και για τα συστήματα μεταφορών και διαχείρισης των μεταφορών, και τις δραστηριότητες της Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας. Δεδομένης της σημασίας των πολιτικών αυτών για την οικονομία και την κοινωνία της ΕΕ, θα πρέπει επίσης να αποσκοπούν στην εξασφάλιση επαρκούς ραδιοφάσματος για οπτικοακουστικές υπηρεσίες και υπηρεσίες παραγωγής περιεχομένου, καθώς και για ερευνητικές και επιστημονικές δραστηριότητες.
(88)Μολονότι εξακολουθούν να ισχύουν οι εν λόγω πολιτικοί προσανατολισμοί και στόχοι που καθορίζονται από το πολυετές πρόγραμμα πολιτικής για το ραδιοφάσμα, το οποίο θεσπίστηκε με την απόφαση αριθ. 243/2012/ΕΕ, οι δράσεις του έχουν σε μεγάλο βαθμό ολοκληρωθεί ή έχουν καταστεί παρωχημένες. Για να αποφευχθούν οι αλληλεπικαλύψεις και να διασφαλιστεί η συνέπεια, οι στόχοι του πολυετούς προγράμματος πολιτικής για το ραδιοφάσμα θα πρέπει να αποτυπωθούν στον παρόντα κανονισμό και η απόφαση αριθ. 243/2012/ΕΕ θα πρέπει να καταργηθεί.
(89)Ενόψει της εφαρμογής των ειδικών τρεχουσών και μελλοντικών πολιτικών της Ένωσης που βασίζονται στο ραδιοφάσμα, ο έγκαιρος προσδιορισμός των αναγκών τους σε ραδιοφάσμα είναι ουσιαστικής σημασίας. Δεδομένου ότι, προκειμένου να αυξηθεί η κανονιστική προβλεψιμότητα, οι ακριβείς ανάγκες και το χρονοδιάγραμμα για τη διαθεσιμότητα του ραδιοφάσματος θα πρέπει να είναι γνωστά κατά την ανάπτυξη ή την έγκριση των εν λόγω πολιτικών, οι εναρμονισμένες λεπτομέρειες των συγκεκριμένων εμπλεκομένων ζωνών και οι συντονισμένοι κανόνες για τη διαθεσιμότητα και τη χρήση τους θα πρέπει να προσδιορίζονται για κάθε περίπτωση από την Επιτροπή σε στρατηγικό έγγραφο που θα εκδίδεται κατόπιν διαβούλευσης με τον RSPB. Έπειτα από κάθε παγκόσμια διάσκεψη ραδιοεπικοινωνιών της ITU (στο εξής: WRC) θα πρέπει να εγκρίνεται ενωσιακή στρατηγική για το ραδιοφάσμα, η οποία θα παρέχει, μεταξύ άλλων, διαφάνεια ως προς τον τρόπο με τον οποίο οι διάφορες αποφάσεις της WRC θα ενσωματωθούν στην έννομη τάξη της Ένωσης. Στόχος της στρατηγικής για το ραδιοφάσμα είναι να αυξηθεί η διαφάνεια της δραστηριότητας που σχετίζεται με το ραδιοφάσμα σε επίπεδο Ένωσης και να ενισχυθεί η προβλεψιμότητα για τις διάφορες αρμόδιες αρχές και τους παράγοντες της αγοράς.
(90)Η στρατηγική της Ένωσης για το ραδιοφάσμα θα μπορούσε να περιλαμβάνει επιχειρησιακούς χάρτες πορείας για το ραδιοφάσμα που θα καθορίζουν συγκεκριμένα ορόσημα και προθεσμίες για τη διαθεσιμότητα και την αδειοδότηση του ραδιοφάσματος, οι οποίοι θα καταρτίζονται μέσω εκτελεστικών πράξεων της Επιτροπής όταν θα είναι γνωστές οι ειδικές περιστάσεις και ανάγκες για το ραδιοφάσμα. Κατά την έγκριση της στρατηγικής και των χαρτών πορείας της Ένωσης για το ραδιοφάσμα, η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τους στόχους πολιτικής της Ένωσης, όπως η ανάγκη διασφάλισης της στρατηγικής αυτονομίας της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των αναγκών της κοινής πολιτικής ασφάλειας και άμυνας, οι στόχοι συνδεσιμότητας της ψηφιακής δεκαετίας, ιδίως για τα δίκτυα 5G και τα προηγμένα ασύρματα δίκτυα, η ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς και η ανάγκη εκπλήρωσης ειδικών τεχνολογικών ή ποιοτικών απαιτήσεων για τις διασυνοριακές υπηρεσίες. Ειδικότερα, η εν λόγω στρατηγική της Ένωσης για το ραδιοφάσμα θα πρέπει να προσδιορίζει το ραδιοφάσμα (τμήματα του ραδιοφάσματος/ζώνες) το οποίο τα κράτη μέλη θα πρέπει να καθιστούν διαθέσιμο βάσει εναρμονισμένων διαδικασιών και όρων με σκοπό την εξυπηρέτηση της κοινής πολιτικής ασφάλειας και άμυνας της Ένωσης. Η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να λαμβάνει υπόψη ότι το ραδιοφάσμα αποτελεί δημόσιο αγαθό με σημαντική κοινωνική, πολιτιστική και οικονομική αξία και ότι θα πρέπει να χρησιμοποιείται με αποτελεσματικό και αποδοτικό τρόπο. Η στρατηγική και οι χάρτες πορείας της Ένωσης για το ραδιοφάσμα θα πρέπει να τηρούν τις σχετικές διεθνείς συμφωνίες που ισχύουν για το ραδιοφάσμα, συμπεριλαμβανομένης της αποφυγής των επιβλαβών παρεμβολών, και θα πρέπει να προωθούν τις αρχές της ουδετερότητας της τεχνολογίας και των υπηρεσιών και της κοινής χρήσης του ραδιοφάσματος, σύμφωνα με το δίκαιο περί ανταγωνισμού. Προκειμένου η στρατηγική και οι χάρτες πορείας της Ένωσης για το ραδιοφάσμα να έχουν αποτέλεσμα, θα πρέπει να θεσπιστεί διαδικασία στο πλαίσιο του RSPB, η οποία θα επιτρέπει στις εθνικές αρμόδιες αρχές, από κοινού με την Επιτροπή, να παρακολουθούν την πρόοδο της εφαρμογής στα κράτη μέλη και να ανταλλάσσουν εμπειρίες, ορθές πρακτικές και πληροφορίες. Επιπλέον, θα πρέπει να διερευνηθούν συνέργειες με τον μηχανισμό παρακολούθησης της ψηφιακής δεκαετίας και του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου.
(91)Δεδομένης της σημασίας που έχει για την ανταγωνιστικότητα της ΕΕ η έγκαιρη εισαγωγή των ασύρματων ευρυζωνικών επικοινωνιών επόμενης γενιάς (6G), συμπεριλαμβανομένων των μη επίγειων στοιχείων τους, ο στόχος αυτός θα πρέπει να αποτελέσει το επίκεντρο της πρώτης στρατηγικής και του πρώτου χάρτη πορείας της Ένωσης για το ραδιοφάσμα. Ωστόσο, η στρατηγική θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνει τις ανάγκες ραδιοφάσματος άλλων πολιτικών της Ένωσης, όπως προκύπτουν, και θα πρέπει να καλύπτει ολιστικά τη χρήση όχι μόνο αδειών, αλλά και μη αδειοδοτημένης χρήσης, όπως για παράδειγμα για τοπικά δίκτυα ραδιοεπικοινωνιών (στο εξής: RLAN).
(92)Για να αξιοποιηθούν πλήρως τα οφέλη της εναρμόνισης δυνάμει της απόφασης αριθ. 676/2002/ΕΚ, η χρήση εναρμονισμένων ζωνών ραδιοφάσματος θα πρέπει να επιτρέπεται εγκαίρως και με συγχρονισμένο τρόπο σε ολόκληρη την Ένωση. Η δυνατότητα χρήσης μιας ζώνης ραδιοφάσματος συνεπάγεται την εκχώρηση ραδιοφάσματος υπό καθεστώς γενικής αδείας ή μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης, ούτως ώστε να καθίσταται δυνατή η χρήση του ραδιοφάσματος μόλις ολοκληρώνεται η διαδικασία της εκχώρησης. Για την εκχώρηση ζωνών ραδιοφάσματος, ενδέχεται να είναι αναγκαίο να ελευθερωθεί μια ζώνη κατειλημμένη από άλλους χρήστες και να αποζημιωθούν οι εν λόγω χρήστες για το άμεσο κόστος της μετάβασης ή της ανακατανομής του ραδιοφάσματος σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Ωστόσο, η εφαρμογή κοινής προθεσμίας ενδέχεται να επηρεαστεί σε ένα συγκεκριμένο κράτος μέλος από ανεπίλυτα ζητήματα διασυνοριακού συντονισμού, από την πολυπλοκότητα της τεχνικής μετάβασης των υφιστάμενων χρηστών δεδομένης ζώνης, από στόχο γενικού συμφέροντος, από ζητήματα που αφορούν τη διαφύλαξη της εθνικής ασφάλειας και άμυνας ή από λόγους ανωτέρας βίας. Σε κάθε περίπτωση, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα για τον περιορισμό της καθυστέρησης στο ελάχιστο όσον αφορά τη γεωγραφική κάλυψη, το χρονοδιάγραμμα και το εύρος του ραδιοφάσματος. Οι εθνικές αρμόδιες αρχές θα πρέπει, ανάλογα με τις σχετικές περιστάσεις, να ζητούν από την Ένωση να παρέχει νομική, πολιτική και τεχνική υποστήριξη για την επίλυση ζητημάτων συντονισμού του ραδιοφάσματος με γειτονικές χώρες, συμπεριλαμβανομένων των υποψήφιων και των υπό ένταξη χωρών.
(93)Με την ταχεία ανάπτυξη των νέων ασύρματων τεχνολογιών και υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης σύγχρονων ικανοτήτων, όπως η ΤΝ, η διαχείριση του ραδιοφάσματος στην Ένωση θα πρέπει να είναι πιο ευέλικτη και προορατική. Στο πλαίσιο αυτό, είναι σημαντικό να δοθεί στους φορείς καινοτομίας και σε άλλους μελλοντικούς χρήστες η δυνατότητα να δρομολογούν τη διαδικασία εναρμόνισης σε επίπεδο Ένωσης, εάν αποδεικνύεται η ανάγκη, μεταξύ άλλων, για την εισαγωγή νέων τεχνολογιών ή την εξάλειψη παλαιών τεχνολογιών που καθιστούν τη χρήση του ραδιοφάσματος αναποτελεσματική ή βλάπτουν τους καταναλωτές. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να δημιουργηθεί μια ανοικτή, διαφανής και αμερόληπτη διαδικασία για την επίσημη υποβολή και επανεξέταση των αιτημάτων εναρμόνισης του ραδιοφάσματος από την Επιτροπή. Η διαδικασία θα πρέπει να περιλαμβάνει δημόσια διαβούλευση που θα συνδράμει την Επιτροπή στο να αποφασίσει αν θα ξεκινήσει νέα διαδικασία και, εάν ναι, το πεδίο εφαρμογής αυτής. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση να αποφασίσει αν θα αρχίσει να επικαιροποιεί ή να αναπτύσσει πολιτική σχετική με το ραδιοφάσμα με την υποστήριξη του RSPB ή αν θα ξεκινήσει την ανάπτυξη εναρμονισμένων τεχνικών και λειτουργικών όρων για τη χρήση συγκεκριμένης ζώνης ραδιοφάσματος από κοινού με την επιτροπή ραδιοφάσματος σύμφωνα με την απόφαση αριθ. 676/2002/ΕΚ. Η μορφή, το περιεχόμενο και ο βαθμός λεπτομέρειας των αιτημάτων, οι λεπτομέρειες της διαδικασίας διεκπεραίωσης των αιτημάτων και, κατά περίπτωση, τυχόν προθεσμίες θα πρέπει να παρασχεθούν σε κατευθυντήριες γραμμές.
(94)Οι γενικές άδειες χρήσης του ραδιοφάσματος μπορούν να διευκολύνουν την πιο αποτελεσματική χρήση του ραδιοφάσματος και να προωθούν την καινοτομία σε ορισμένες περιπτώσεις, είναι δε ευνοϊκές για τον ανταγωνισμό, ενώ τα μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος σε άλλες περιπτώσεις ενδέχεται να είναι το πλέον κατάλληλο καθεστώς αδειοδότησης υπό ορισμένες ειδικές περιστάσεις. Θα πρέπει να εξετάζεται η λύση των μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης, παραδείγματος χάριν, όταν η ύπαρξη ευνοϊκών χαρακτηριστικών διάδοσης του ραδιοφάσματος ή το προβλεπόμενο επίπεδο ισχύος της μετάδοσης συνεπάγεται ότι δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα των παρεμβολών με τη χρήση γενικών αδειών εξαιτίας της απαιτούμενης ποιότητας των υπηρεσιών. Τεχνικά μέτρα όπως λύσεις για τη βελτίωση της ανθεκτικότητας του δέκτη μπορούν να επιτρέψουν τη χρήση γενικών αδειών ή τον μερισμό ραδιοφάσματος και πιθανώς να αποφύγουν τη συστηματική προσφυγή στην αρχή «χωρίς παρεμβολές και χωρίς προστασία». Οι γενικές άδειες μπορούν να συνδυάζονται με μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης. Αυτό θα μπορούσε να είναι ιδιαίτερα χρήσιμο για ζώνες που δεν έχουν καλά χαρακτηριστικά διάδοσης, όπως οι ζώνες χιλιοστομετρικού μήκους κύματος. Για παράδειγμα, μια ζώνη μπορεί να εκχωρείται βάσει μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης σε αστικές περιοχές, ενώ σε αγροτικές περιοχές να διατίθεται βάσει γενικής άδειας. Για την προώθηση συνεπούς προσέγγισης στην Ένωση, η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει σύσταση για τον καθορισμό του καταλληλότερου καθεστώτος αδειοδότησης για τη χρήση ραδιοφάσματος σε συγκεκριμένη εναρμονισμένη ζώνη ραδιοφάσματος ή σε τμήματά της.
(95)Γενικά, εναπόκειται στις αρμόδιες αρχές να αποφασίζουν σχετικά με το πλέον κατάλληλο καθεστώς αδειοδότησης που θα ισχύει για τη συγκεκριμένη ζώνη ραδιοφάσματος ή τμήματα αυτής. Όταν υπάρχει κίνδυνος αποκλινουσών λύσεων που θα μπορούσαν να κατακερματίσουν την εσωτερική αγορά, ιδίως όταν έχουν θεσπιστεί εναρμονισμένοι όροι για μια ζώνη ραδιοφάσματος βάσει της απόφασης αριθ. 676/2002/ΕΚ, και, ως εκ τούτου, να καθυστερήσουν τη διάδοση ασύρματων συστημάτων, η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να αποφασίζει, λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη του RSPB, σχετικά με κοινές λύσεις, αναγνωρίζοντας τα ισχύοντα τεχνικά μέτρα εναρμόνισης. Στόχος των εν λόγω αποφάσεων είναι να προσφερθεί στις αρμόδιες αρχές μια εργαλειοθήκη την οποία θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη όταν προσδιορίζουν τα κατάλληλα συνεπή καθεστώτα αδειοδότησης που θα εφαρμοσθούν σε ζώνη ή τμήμα ζώνης, βάσει παραγόντων όπως η πυκνότητα πληθυσμού, τα χαρακτηριστικά διάδοσης των ζωνών, η απόκλιση μεταξύ αστικής και αγροτικής χρήσης, η ενδεχόμενη ανάγκη προστασίας των υφιστάμενων υπηρεσιών και οι συνακόλουθες επιπτώσεις για τις οικονομίες κλίμακας στην παραγωγή.
(96)Προκειμένου να διευκολυνθεί η ανάπτυξη προηγμένων υπηρεσιών σε μεγαλύτερη κλίμακα, να καταστεί δυνατή η αποδοτικότερη χρήση του ραδιοφάσματος και να μειωθεί το κόστος ανάπτυξης ασύρματων δικτύων, οι μελλοντικοί χρήστες ραδιοφάσματος για δημόσια ή μη δημόσια δίκτυα θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ζητούν, στο μέτρο του δυνατού, να ισχύουν οι ίδιοι όροι αδειοδότησης στα κράτη μέλη στα οποία χρησιμοποιούν ραδιοφάσμα για τα δίκτυά τους. Η Επιτροπή και οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να συνεργάζονται μεταξύ τους, καθώς και με τον RSPB, για την ανάπτυξη κοινών όρων αδειοδότησης. Η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να έχει την εξουσία να καθιστά δεσμευτική τη χρήση των εν λόγω όρων. Η εναρμόνιση των όρων αδειοδότησης αποσκοπεί στη διευκόλυνση της διασυνοριακής παροχής υπηρεσιών και των οικονομιών κλίμακας.
(97)Για την προώθηση της παροχής πανευρωπαϊκών δικτύων και υπηρεσιών υψηλής ποιότητας ή για την εκμετάλλευση οικονομιών κλίμακας, η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να χορηγεί άδειες για τμήμα του ραδιοφάσματος σε επίπεδο Ένωσης. Η ανάπτυξη κάθε νέας γενιάς κινητών δικτύων είναι πιο δαπανηρή από την προηγούμενη. Ως εκ τούτου, δεν είναι οικονομικά εφικτό για όλους τους φορείς εκμετάλλευσης κινητών δικτύων που δραστηριοποιούνται επί του παρόντος στην αγορά της Ένωσης να αναβαθμίσουν τα δίκτυά τους σε 6G. Επομένως, κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής, ο RSPB θα πρέπει να αξιολογήσει, στη γνώμη του σχετικά με τους κοινούς όρους αδειοδότησης, τη δυνατότητα χορήγησης ραδιοφάσματος σε επίπεδο Ένωσης και να προτείνει κατάλληλη διαδικασία αδειοδότησης και όρους χορήγησης, όπως, για παράδειγμα, λειτουργία σε μοντέλο χονδρικής. Η ίδια ανάγκη θα μπορούσε επίσης να προκύψει για την αύξηση του εύρους του ραδιοφάσματος που χρησιμοποιείται για κινητές δορυφορικές υπηρεσίες, με την αναπροσαρμογή της χρήσης του επίγειου ραδιοφάσματος. Προκειμένου να διασφαλιστεί η παροχή πανευρωπαϊκών υπηρεσιών, το εν λόγω αναπροσαρμοσμένο ραδιοφάσμα θα πρέπει επίσης να χορηγείται και να αδειοδοτείται σε επίπεδο Ένωσης. Ο καθορισμός των ίδιων όρων αδειοδότησης σε επίπεδο Ένωσης και, εφόσον ζητηθεί, ενωσιακών όρων αδειοδότησης και εναρμονισμένων όρων χορήγησης σε επίπεδο Ένωσης θα μπορούσε να διευκολύνει την εγκατάσταση και την ανάπτυξη δικτύων και υπηρεσιών υψηλής ποιότητας, όπως υπηρεσίες δορυφορικών επικοινωνιών που παρέχονται με τη χρήση ραδιοφάσματος που παραχωρείται για επίγειες υπηρεσίες ή δίκτυα 6G.
(98)Προκειμένου να μειωθεί η γραφειοκρατία και να επιταχυνθεί η πρόσβαση στο ραδιοφάσμα για το οποίο οι όροι αδειοδότησης έχουν εναρμονιστεί σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη, θα πρέπει να είναι δυνατή η θέσπιση διαδικασίας για τη διευκόλυνση της χορήγησης μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης από περισσότερες από μία εθνικές ρυθμιστικές αρχές, με συντονισμένο τρόπο και σε μία μόνο τοποθεσία υπό μορφή «διαδικασίας υπηρεσίας μίας στάσης». Η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση να προτείνει τρόπους με τους οποίους οι αρμόδιες αρχές θα χειρίζονται τα εν λόγω αιτήματα στο πλαίσιο παροχής υπηρεσίας μίας στάσης.
(99)Όταν η εναρμονισμένη εκχώρηση ραδιοφάσματος σε συγκεκριμένες επιχειρήσεις έχει συμφωνηθεί σε ενωσιακό επίπεδο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εφαρμόζουν αυστηρά τις εν λόγω συμφωνίες, όταν παραχωρούν δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος από το εθνικό πρόγραμμα παραχώρησης χρήσης συχνοτήτων.
(100)Η επαρκώς μακρά διάρκεια των δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος θα αυξήσει την προβλεψιμότητα των επενδύσεων και θα συμβάλει στην ταχύτερη ανάπτυξη δικτύων και στη βελτίωση των υπηρεσιών, καθώς και στη σταθερότητα για την υποστήριξη της εμπορίας και χρονομίσθωσης ραδιοφάσματος. Η ελάχιστη διάρκεια των δικαιωμάτων χρήσης για ασύρματες ευρυζωνικές επικοινωνίες που θεσπίστηκε με την οδηγία (ΕΕ) 2018/1972 αποδείχθηκε ανεπαρκής για την προσέλκυση επαρκών επενδύσεων, ώστε να καταστεί δυνατή η συνέχιση των δραστηριοτήτων και η απόσβεση των επενδύσεων των επιχειρήσεων κινητών επικοινωνιών σε σύγκριση με άλλες τεχνολογίες επικοινωνίας, και να ενθαρρυνθεί η πιο φιλόδοξη ανάπτυξη δικτύων, καθώς και προηγμένων και διασυνοριακών υπηρεσιών.
(101)Ως εκ τούτου, η προβλεψιμότητα των επενδύσεων μπορεί να επιτευχθεί καλύτερα με την παροχή δικαιωμάτων απεριόριστης διάρκειας, τα οποία οι εθνικές αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να υποβάλλουν σε περιοδικές επανεξετάσεις, με αξιόπιστες επιλογές ανάκλησης τις οποίες θα διαχειρίζονται οι αρμόδιες αρχές, συμπεριλαμβανομένων των εθνικών αρχών ανταγωνισμού. Ταυτόχρονα, η απεριόριστη διάρκεια διευκολύνει την ανάπτυξη μιας λειτουργικής δευτερογενούς αγοράς για την εμπορία και τη χρονομίσθωση ραδιοφάσματος. Ωστόσο, ο κίνδυνος να εμποδίσει η απεριόριστη διάρκεια των δικαιωμάτων χρήσης την είσοδο στην αγορά και να μειώσει τον ανταγωνισμό, τη διαθεσιμότητα, την ποιότητα των υπηρεσιών και τα επενδυτικά κίνητρα θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με ισχυρές και αξιόπιστες ρυθμιστικές διασφαλίσεις που προστατεύουν τον ανταγωνισμό και αποτρέπουν την αποθεματοποίηση ραδιοφάσματος, όπως υποχρεώσεις παροχής χονδρικής πρόσβασης ή δυνατότητας μερισμού ραδιοφάσματος υπό την προϋπόθεση της συμμόρφωσης με το δίκαιο περί ανταγωνισμού. Με την επιλογή κατάλληλων όρων αδειοδότησης —όπως οι υποχρεώσεις ανάπτυξης και οι όροι κοινής χρήσης σε περίπτωση μη χρήσης ή απώλειας σε περίπτωση μη χρήσης— και με την επιβολή τους, οι εθνικές αρμόδιες αρχές είναι σε θέση να διασφαλίζουν ότι το ραδιοφάσμα δεν παραμένει σε αδράνεια ούτε δεσμεύεται και διατίθεται σε πιο αποτελεσματικούς ή καινοτόμους ανταγωνιστές. Λαμβανομένης υπόψη της σημασίας της τεχνικής καινοτομίας, οι εθνικές αρμόδιες αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να προβλέπουν δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος για πειραματικούς σκοπούς, μεταξύ άλλων σε έργα επιστημονικής έρευνας και πειραματισμούς που διεξάγονται κατά τον κύκλο ζωής έργων που χρηματοδοτούνται από προγράμματα της ΕΕ, με την επιφύλαξη ειδικών περιορισμών και προϋποθέσεων, συμπεριλαμβανομένης της διάρκειας, που δικαιολογούνται αυστηρά από τον πειραματικό χαρακτήρα των εν λόγω δικαιωμάτων.
(102)Δεδομένου ότι ο μακροπρόθεσμος επενδυτικός προγραμματισμός εξαρτάται από εγγυήσεις για ανανεώσεις των δικαιωμάτων χρήσης όπως ακριβώς και από τη διάρκεια των δικαιωμάτων χρήσης, η ανανέωση θα πρέπει καταρχήν να είναι αυτόματη, εκτός εάν υπάρχουν επιτακτικοί λόγοι που συνηγορούν υπέρ του αντιθέτου. Οι εθνικές αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχουν την εξουσία να μην ανανεώνουν τα δικαιώματα χρήσης ή να τα ανανεώνουν για μικρότερο χρονικό διάστημα ή με τροποποιημένους όρους. Αυτό θα πρέπει να ισχύει όταν πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις για την άρνηση ή την τροποποίηση βάσει κριτηρίων που θα πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικά ώστε να εξασφαλίζονται επαρκείς εγγυήσεις και προβλεψιμότητα. Η άρνηση ανανέωσης θα μπορούσε να βασίζεται σε στόχους δημόσιας πολιτικής βάσει του δικαίου της Ένωσης, καθώς και στους γενικούς στόχους του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένων των αναγκών άμυνας και ασφάλειας. Κάθε απόφαση μη ανανέωσης θα πρέπει να υπόκειται σε ανοικτή, αμερόληπτη και διαφανή διαδικασία και να κοινοποιείται στο πλαίσιο της διαδικασίας της ενιαίας αγοράς ραδιοφάσματος. Προκειμένου να διασφαλιστούν η ασφάλεια δικαίου και ο σεβασμός των θεμιτών προσδοκιών των κατόχων των δικαιωμάτων, η δυνατότητα άρνησης της ανανέωσης θα πρέπει να εξετάζεται εντός κατάλληλου χρονικού διαστήματος τουλάχιστον 5 ετών πριν από τη λήξη των σχετικών δικαιωμάτων.
(103)Οι ανανεώσεις θα πρέπει να συνοδεύονται από επανεξέταση των ετήσιων και εφάπαξ τελών για τη χρήση ραδιοφάσματος, ώστε να διασφαλίζεται ότι τα εν λόγω τέλη εξακολουθούν να προάγουν τη βέλτιστη χρήση, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, των εξελίξεων της αγοράς και της τεχνολογικής εξέλιξης. Η εν λόγω επανεξέταση θα πρέπει να βασίζεται στην αξία των δικαιωμάτων χρήσης, όπως προκύπτει από την τελευταία ανταγωνιστική ή συγκριτική διαδικασία εκχώρησης, προσαρμοσμένη ώστε να αντικατοπτρίζει το κόστος των πρόσθετων όρων και προϋποθέσεων που συνδέονται με αυτήν, όπως οι απαιτήσεις κάλυψης ή ποιότητας των υπηρεσιών. Θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη τα έσοδα ανά σύνδεση, καθώς και η συνολική επιβάρυνση που έχουν οι κάτοχοι δικαιωμάτων από το σύνολο του ραδιοφάσματος που διατηρούν, ώστε να αποφεύγεται το ενδεχόμενο οι πολύ υψηλές τιμές που καταβλήθηκαν σε προηγούμενες δημοπρασίες να εξακολουθούν να επιβαρύνουν υπερβολικά τους κατόχους δικαιωμάτων και να τους εμποδίζουν από το να πραγματοποιούν επενδύσεις σε δίκτυα. Για λόγους ασφάλειας δικαίου, τυχόν προσαρμογές στα ισχύοντα τέλη θα πρέπει να βασίζονται στις ίδιες αρχές με εκείνες που εφαρμόζονται στα τέλη που καθορίζονται στο πλαίσιο της χορήγησης νέων δικαιωμάτων χρήσης.
(104)Η μεταβίβαση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος μπορεί να είναι αποτελεσματικό μέσο αύξησης της αποδοτικής χρήσης του ραδιοφάσματος. Για λόγους ευελιξίας και αποτελεσματικότητας και για να καταστεί δυνατή η αποτίμηση του ραδιοφάσματος από την αγορά, οι εθνικές αρμόδιες αρχές θα πρέπει, εξ ορισμού, να παρέχουν στους χρήστες του ραδιοφάσματος τη δυνατότητα να μεταβιβάζουν ή να χρονομισθώνουν τα οικεία δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος σε τρίτους κατόπιν απλής διαδικασίας και υπό τους όρους που συνοδεύουν τα εν λόγω δικαιώματα και τους κανόνες ανταγωνισμού, υπό την εποπτεία των αρμόδιων εθνικών ρυθμιστικών αρχών. Οι όροι υπό τους οποίους ένα μεμονωμένο δικαίωμα μπορεί να μεταβιβαστεί ή να χρονομισθωθεί από τον κάτοχο του δικαιώματος θα πρέπει να προσδιορίζονται κατά τον χρόνο χορήγησης του εν λόγω δικαιώματος. Για να διευκολύνονται αυτές οι μεταβιβάσεις ή χρονομισθώσεις, εφόσον τηρούνται τα τεχνικά μέτρα εφαρμογής που θεσπίζονται δυνάμει της απόφασης αριθ. 676/2002/ΕΚ, τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να εξετάζουν αιτήματα για διαχωρισμό ή επιμερισμό των δικαιωμάτων ραδιοφάσματος και για αναθεώρηση των όρων χρήσης. Ταυτόχρονα, η εθνική αρμόδια αρχή θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να απορρίπτει τη μεταβίβαση ή τη χρονομίσθωση ραδιοφάσματος για λόγους ασφάλειας ή κυριαρχίας ή για άλλους δημόσιους/πολιτικούς στόχους, συμπεριλαμβανομένης της προώθησης ή της διατήρησης του ουσιαστικού ανταγωνισμού, ή απουσία επαρκών εγγυήσεων ότι το ραδιοφάσμα θα χρησιμοποιηθεί σύμφωνα με τους όρους της άδειας ή για την προβλεπόμενη χρήση.
(105)Οι νέες έννοιες του μερισμού του ραδιοφάσματος απαιτούν ακριβή δεδομένα σε πραγματικό χρόνο σχετικά με την κατάληψη συχνότητας, ώστε να διασφαλίζεται η αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος και η αποφυγή παρεμβολών. Μια δυναμική βάση δεδομένων που επικεντρώνεται σε συγκεκριμένες ζώνες συχνοτήτων αναμένεται να συμβάλει στον εντοπισμό του υποχρησιμοποιούμενου ραδιοφάσματος και να στηρίξει αποδοτικότερες πρακτικές χρήσης και μερισμού του ραδιοφάσματος, σύμφωνα με το δίκαιο περί ανταγωνισμού. Μια τέτοια δυναμική καταγραφή θα μπορούσε επίσης να συμβάλει στην ανάπτυξη και την εφαρμογή επιχειρησιακού χάρτη πορείας για το ραδιοφάσμα.
(106)Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι εθνικές αρμόδιες αρχές δεν θα πρέπει να επιβάλλουν επιβαρύνσεις ή τέλη σχετικά με την παροχή δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών πέραν εκείνων που προβλέπονται από τον παρόντα κανονισμό. Όταν η παροχή ηλεκτρονικών επικοινωνιών βασίζεται σε δημόσιους πόρους για τη χρήση των οποίων απαιτείται ειδική άδεια, οι εθνικές αρμόδιες αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να επιβάλλουν τέλη για να διασφαλίζουν τη βέλτιστη χρήση των εν λόγω πόρων. Τα τέλη θα πρέπει να αντικατοπτρίζουν την αξία των δικαιωμάτων χρήσης, λαμβανομένης υπόψη, μεταξύ άλλων, της οικονομικής και τεχνικής κατάστασης της σχετικής αγοράς, και να καθορίζονται κατά τρόπο που να διασφαλίζει την αποτελεσματική εκχώρηση και χρήση του ραδιοφάσματος. Θα πρέπει να είναι δυνατόν, για παράδειγμα, τα τέλη αυτά να χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων των εθνικών ρυθμιστικών και άλλων εθνικών αρμόδιων αρχών, οι οποίες δεν μπορούν να καλύπτονται από διοικητικές επιβαρύνσεις. Στις περιπτώσεις που, μέσω διαδικασιών ανταγωνιστικής ή συγκριτικής επιλογής, τα τέλη για τη χρήση ραδιοφάσματος συνίστανται, εν όλω ή εν μέρει, σε κατ’ αποκοπήν ποσό, οι ρυθμίσεις πληρωμής θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι η επιβολή των τελών αυτών δεν οδηγεί, στην πράξη, σε επιλογή βασιζόμενη σε κριτήρια άσχετα με τον στόχο της εξασφάλισης της βέλτιστης χρήσης του ραδιοφάσματος.
(107)Η μεθοδολογία για τον υπολογισμό του ύψους των τελών ραδιοφάσματος στην Ένωση διαφέρει σημαντικά μεταξύ των κρατών μελών. Οι αποκλίσεις αυτές μπορούν να δυσχεράνουν την παροχή δικτύων που βασίζονται στο ραδιοφάσμα σε περισσότερα κράτη μέλη. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θα πρέπει να δημοσιεύει, σε τακτική βάση, μελέτες συγκριτικής αξιολόγησης και, κατά περίπτωση, να καταρτίζει άλλες κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τη μεθοδολογία για τον υπολογισμό των ετήσιων τελών ραδιοφάσματος που πρέπει να επιβάλλονται από τις εθνικές αρμόδιες αρχές για το επίγειο ραδιοφάσμα. Η μεθοδολογία αυτή θα πρέπει να βασίζεται στις αρχές της αποτελεσματικής και αποδοτικής χρήσης του ραδιοφάσματος, της διαφάνειας, της απαγόρευσης των διακρίσεων και της αναλογικότητας σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, και να παρέχει στις εθνικές αρμόδιες αρχές τη δυνατότητα να υπολογίζουν τα ακριβή τέλη που πρέπει να επιβληθούν, τα οποία θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν ένα σταθερό ετήσιο τμήμα (ανά KHz ανά κατηγορία ζώνης) και ένα ποσοστό του ετήσιου κύκλου εργασιών που προκύπτει από τη χρήση συχνοτήτων. Κατά τον καθορισμό αυτής της μεθοδολογίας από την Επιτροπή, θα είναι πολύτιμη και θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πείρα του BEREC και των εθνικών ρυθμιστικών αρχών για τη δημιουργία κατάλληλων υποδειγμάτων κόστους. Οι εθνικές αρμόδιες αρχές θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι το ποσό των τελών καλύπτει σε κάθε περίπτωση το κόστος διαχείρισης του ραδιοφάσματος.
(108)Τυχόν επιβαρύνσεις που επιβάλλονται στις επιχειρήσεις για τα δικαιώματα χρήσης του ραδιοφάσματος μπορούν να επηρεάσουν τις αποφάσεις για το αν θα επιδιωχθεί η απόκτηση πόρων ραδιοφάσματος και αν οι πόροι αυτοί θα τεθούν σε χρήση. Οι εθνικές αρμόδιες αρχές θα πρέπει, συνεπώς, να καθορίζουν τις οριακές τιμές κατά τρόπο που να διασφαλίζει την αποδοτική εκχώρηση των εν λόγω δικαιωμάτων, ανεξάρτητα από το είδος της εφαρμοζόμενης διαδικασίας επιλογής. Η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει σύσταση σχετικά με κοινή μεθοδολογία για τον καθορισμό των οριακών τιμών, λαμβάνοντας υπόψη κριτήρια όπως το κόστος ευκαιρίας του ραδιοφάσματος, τα χαρακτηριστικά της ζώνης και το κόστος που συνδέεται με την εκπλήρωση των όρων αδειοδότησης που επιβάλλονται για την προώθηση των στόχων πολιτικής. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη η κατάσταση του ανταγωνισμού στη σχετική αγορά, συμπεριλαμβανομένων πιθανών εναλλακτικών χρήσεων των πόρων. Καταρχήν, οι εθνικές αρμόδιες αρχές δεν θα πρέπει να καθορίζουν οριακές τιμές όταν επιβάλλουν υποχρεώσεις κάλυψης ή ποιότητας των υπηρεσιών, εκτός εάν υπάρχει κίνδυνος αθέμιτης σύμπραξης και/ή μη σοβαρής συμμετοχής που επιμηκύνει αδικαιολόγητα τη διαδικασία, κ.λπ. Η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί για την έκδοση εκτελεστικών πράξεων, εάν με τη σύσταση δεν καταστεί δυνατή η διασφάλιση συνεπών αποτελεσμάτων στην Ένωση με αποτέλεσμα να τεθεί σε κίνδυνο η καθολική ανάπτυξη ασύρματων δικτύων υψηλής ποιότητας στην Ένωση.
(109)Λαμβανομένου υπόψη του υψηλού επιπέδου κόστους του ραδιοφάσματος που οφείλεται στην εξάρτηση της επιλογής με δημοπρασία με βάση τη συγκριτική καταβολή τελών, θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στις δεσμεύσεις έναντι των τελών. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να είναι δυνατή η αντικατάσταση των τελών με δεσμεύσεις που προσφέρονται από τους αιτούντες για την εφαρμογή μέτρων που θα ωφελήσουν άμεσα την ανάπτυξη δικτύων και την ποιότητα των ασύρματων επικοινωνιών. Στην πράξη, αυτό θα μπορούσε να λάβει τη μορφή προκαταβολών που θα επιστρέφονται ή τραπεζικών εγγυήσεων που θα αίρονται όταν εκπληρώνονται οι εν λόγω δεσμεύσεις.
(110)Η απαίτηση για σεβασμό των αρχών της ουδετερότητας ως προς την τεχνολογία και την υπηρεσία κατά τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης, μαζί με την πιθανότητα μεταβίβασης δικαιωμάτων μεταξύ επιχειρήσεων, στηρίζουν την ελευθερία και τα μέσα παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών στο κοινό, διευκολύνοντας έτσι την επίτευξη στόχων γενικού συμφέροντος. Ο παρών κανονισμός δεν θίγει την παραχώρηση ραδιοφάσματος απευθείας σε παρόχους δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή σε οντότητες που χρησιμοποιούν τα εν λόγω δίκτυα ή υπηρεσίες. Οι οντότητες αυτές ενδέχεται να είναι πάροχοι περιεχομένου ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών εκπομπών. Υπεύθυνη για την τήρηση των όρων που συνδέονται με το δικαίωμα χρήσης ραδιοφάσματος και των συναφών όρων που συνδέονται με τη γενική άδεια θα πρέπει να είναι πάντοτε η επιχείρηση στην οποία χορηγείται το δικαίωμα χρήσης ραδιοφάσματος. Ορισμένες υποχρεώσεις που επιβάλλονται σε ραδιοτηλεοπτικούς φορείς για την παροχή υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων επικοινωνίας ενδέχεται να απαιτούν τη χρήση ειδικών κριτηρίων και διαδικασιών για τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος ώστε να επιτυγχάνεται συγκεκριμένος στόχος γενικού συμφέροντος που ορίζεται από τις εθνικές αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο. Ωστόσο, η διαδικασία χορήγησης αυτού του δικαιώματος θα πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να είναι αντικειμενική, διαφανής, αναλογική και να μην εισάγει διακρίσεις.
(111)Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, τυχόν εθνικοί περιορισμοί των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται με το άρθρο 56 της ΣΛΕΕ θα πρέπει να αιτιολογούνται αντικειμενικά και να είναι αναλογικοί και δεν θα πρέπει να υπερβαίνουν τα απαιτούμενα για την επίτευξη των στόχων αυτών. Επιπλέον, ραδιοφάσμα το οποίο χορηγείται χωρίς ανοικτή διαδικασία δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται για άλλους σκοπούς εκτός του στόχου γενικού συμφέροντος για τον οποίο χορηγήθηκε. Στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να παρέχεται στα ενδιαφερόμενα μέρη η δυνατότητα να υποβάλλουν παρατηρήσεις εντός εύλογης περιόδου.
(112)Στο πλαίσιο μιας διαδικασίας αίτησης για τη χορήγηση δικαιωμάτων, οι εθνικές αρμόδιες αρχές θα πρέπει να ελέγχουν εάν ο αιτών θα είναι σε θέση να τηρήσει τους όρους που πρόκειται να συνδεθούν με τα δικαιώματα αυτά. Οι όροι αυτοί θα πρέπει να αντανακλώνται στα κριτήρια επιλεξιμότητας που καθορίζονται με αντικειμενικούς, διαφανείς και αναλογικούς όρους που δεν εισάγουν διακρίσεις πριν από την έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας επιλογής. Για τον σκοπό της εφαρμογής των εν λόγω κριτηρίων, θα πρέπει να είναι δυνατόν να ζητείται από τους αιτούντες να υποβάλουν τις πληροφορίες που απαιτούνται για να αποδείξουν ότι είναι σε θέση να τηρήσουν τους όρους αυτούς. Όταν δεν παρέχονται οι εν λόγω πληροφορίες, η εθνική αρμόδια αρχή θα πρέπει να είναι σε θέση να απορρίπτει την αίτηση για δικαίωμα χρήσης ραδιοφάσματος.
(113)Οι εθνικές αρμόδιες αρχές θα πρέπει, πριν από τη χορήγηση του δικαιώματος, να ελέγχουν μόνο τα στοιχεία που μπορούν ευλόγως να αποδειχθούν από υποψήφιο ο οποίος επιδεικνύει τη συνήθη επιμέλεια, λαμβανομένης δεόντως υπόψη της σημαντικής δημόσιας και αγοραίας αξίας του ραδιοφάσματος ως σπάνιου δημόσιου πόρου. Αυτό δεν θα πρέπει να εμποδίζει τη διενέργεια από την εθνική αρμόδια αρχή μεταγενέστερου ελέγχου της εκπλήρωσης των κριτηρίων επιλεξιμότητας, για παράδειγμα με τη χρήση οροσήμων, σε περίπτωση που τα κριτήρια δεν θα ήταν ευλόγως δυνατό να τηρηθούν αρχικά. Για να διαφυλαχθεί η αποτελεσματική και αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος, οι εθνικές αρμόδιες αρχές δεν θα πρέπει να χορηγούν δικαιώματα όταν από την επανεξέτασή τους προκύπτουν ενδείξεις αδυναμίας των υποψηφίων να τηρήσουν τους όρους, με την επιφύλαξη της δυνατότητας να διευκολύνεται η χρονικά περιορισμένη πειραματική χρήση.
(114)Όταν η ζήτηση ζώνης ραδιοφάσματος υπερβαίνει τη διαθεσιμότητα και, ως αποτέλεσμα, μια εθνική αρμόδια αρχή συμπεραίνει ότι ο αριθμός των δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος πρέπει να περιοριστεί, θα πρέπει να εφαρμόζονται προσήκουσες και διαφανείς διαδικασίες για τη χορήγηση των εν λόγω δικαιωμάτων ώστε να αποφεύγονται διακρίσεις και να βελτιστοποιείται η χρήση του σπάνιου πόρου. Ο περιορισμός αυτός θα πρέπει να είναι δικαιολογημένος, αναλογικός και να βασίζεται σε ενδελεχή αξιολόγηση των συνθηκών της αγοράς, λαμβανομένων δεόντως υπόψη των συνολικών οφελών για τους χρήστες, καθώς και των εθνικών στόχων και των στόχων της εσωτερικής αγοράς. Οι στόχοι που διέπουν κάθε διαδικασία περιορισμού θα πρέπει να καθορίζονται σαφώς εκ των προτέρων και, όπου είναι δυνατόν, να προσδιορίζονται ποσοτικά, με την απόδοση της δέουσας βαρύτητας στην ανάγκη εκπλήρωσης των εθνικών στόχων και των στόχων της εσωτερικής αγοράς. Κατά την εξέταση της πλέον κατάλληλης διαδικασίας επιλογής, οι εθνικές αρμόδιες αρχές θα πρέπει, σύμφωνα με τα μέτρα συντονισμού που λαμβάνονται σε επίπεδο Ένωσης, εγκαίρως και με διαφάνεια, να διαβουλεύονται με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη σχετικά με την αιτιολόγηση, τους στόχους και τους όρους της διαδικασίας, αναφέροντας, μεταξύ άλλων, το αποτέλεσμα κάθε σχετικής αξιολόγησης της ανταγωνιστικής, τεχνικής και οικονομικής κατάστασης της αγοράς. Οι εθνικές αρμόδιες αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να χρησιμοποιούν, μεταξύ άλλων, διαδικασίες ανταγωνιστικής ή συγκριτικής επιλογής για την εκχώρηση ραδιοφάσματος, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, την ανταγωνιστική, τεχνική και οικονομική κατάσταση της αγοράς. Για τη διαχείριση των εν λόγω καθεστώτων, οι εθνικές αρμόδιες αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους στόχους του παρόντος κανονισμού. Αν κράτος μέλος διαπιστώνει ότι είναι δυνατή η διάθεση περαιτέρω δικαιωμάτων σε μια ζώνη, θα πρέπει να κινεί τη σχετική διαδικασία.
(115)Παρότι υποστηρίζουν τη διαφανή και χωρίς διακρίσεις εκχώρηση και αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος, οι δημοπρασίες —ως είδος διαδικασίας επιλογής που βασίζεται σε ανταγωνιστική προσφορά τιμών— θα μπορούσαν να έχουν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία σημαντικής οικονομικής επιβάρυνσης για τους φορείς εκμετάλλευσης εάν δεν σχεδιαστούν με ορθό τρόπο ή εάν οι όροι χορήγησης δεν αντικατοπτρίζουν την κατάσταση στην αγορά. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα σε δημοπρασίες με επενδυτικό προσανατολισμό που εστιάζουν στην επίτευξη ορισμένων δεσμεύσεων ποιότητας και κάλυψης και όχι στην καταβολή τελών.
(116)Το εθελοντικό φόρουμ αξιολόγησης από ομοτίμους που δημιουργήθηκε με την οδηγία (ΕΕ) 2018/1972 ως μέσο αλληλοδιδαχής από ομοτίμους δεν κατόρθωσε να επιτύχει μεγαλύτερη σύγκλιση στη χρήση και τον ορισμό των στοιχείων των διαδικασιών επιλογής και των όρων που συνοδεύουν τα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος, καθώς μόνο το ένα τρίτο περίπου των εθνικών μέτρων αξιολογήθηκαν από ομοτίμους. Δεδομένου ότι τα στοιχεία και οι όροι αυτοί έχουν σημαντικό αντίκτυπο στις συνθήκες της αγοράς και στην κατάσταση του ανταγωνισμού, συμπεριλαμβανομένων των συνθηκών εισόδου και επέκτασης, θα πρέπει να θεσπιστεί νέος μηχανισμός εκ των προτέρων συντονισμού —μια διαδικασία της ενιαίας αγοράς ραδιοφάσματος. Η εν λόγω διαδικασία θα πρέπει να εφαρμόζεται σε κάθε μέτρο που προτείνεται από τις εθνικές αρμόδιες αρχές με σκοπό τη διεξαγωγή διαδικασίας επιλογής ή την τροποποίηση ή ανανέωση δικαιωμάτων χρήσης σε σχέση με εναρμονισμένο ραδιοφάσμα για ασύρματα ευρυζωνικά δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Ένας τέτοιος εκ των προτέρων μηχανισμός είναι αποτελεσματικότερος από την εκ των υστέρων παρέμβαση, καθώς μπορεί να εντοπίσει εκ των προτέρων μέτρα πλημμελώς δικαιολογημένα ή δυσανάλογα. Η κοινοποιούσα αρχή θα πρέπει ιδίως να εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο κάθε προτεινόμενο μέτρο διαμόρφωσης της αγοράς είναι αναγκαίο για τη διατήρηση ή την επίτευξη ουσιαστικού ανταγωνισμού και να περιγράφει τις πιθανές επιπτώσεις του στις υφιστάμενες και μελλοντικές επενδύσεις των συμμετεχόντων στην αγορά, βάσει ανάλυσης της αγοράς. Εάν η κοινοποιούσα αρχή προτίθεται να επιβάλει ορισμένη διάρκεια του δικαιώματος χρήσης, θα πρέπει να παρουσιάσει επιχειρήματα σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θεωρεί ότι η προτεινόμενη διάρκεια είναι επαρκής με βάση τις επενδύσεις που απαιτούνται για την επίτευξη των στόχων της διαδικασίας εκχώρησης και του παρόντος κανονισμού. Η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση να κοινοποιεί κάθε επιφύλαξη που ενδέχεται να έχει σχετικά με σχέδια μέτρων διαμόρφωσης της αγοράς, δηλαδή μέτρων που επηρεάζουν τη δομή ή το επίπεδο του ανταγωνισμού στην αγορά, όπως ανώτατα όρια ραδιοφάσματος, δεσμεύσεις ή υποχρεώσεις χονδρικής πρόσβασης, και, στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να αναφέρει τους λόγους της επιφύλαξης. Η Επιτροπή ενδέχεται να θεωρήσει ότι το μέτρο θα δημιουργήσει φραγμό στην εσωτερική αγορά ή να έχει σοβαρές αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητά του με το δίκαιο της Ένωσης, ιδίως με τους στόχους του παρόντος κανονισμού. Η Επιτροπή θα μπορεί επίσης να κοινοποιεί τυχόν επιφυλάξεις που ενδέχεται να προκύψουν σε περίπτωση περιορισμένης διάρκειας, όταν θεωρεί ότι η διάρκεια αυτή είναι ανεπαρκής. Κατά την αξιολόγησή της, η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει κάθε πιθανό αντίκτυπο που θα έχει η διάρκεια των δικαιωμάτων χρήσης στον ανταγωνισμό. Για να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητά της, η διαδικασία θα πρέπει να παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα αρνησικυρίας, εάν τούτο κριθεί αναγκαίο, όσον αφορά τη διάρκεια των δικαιωμάτων χρήσης και τα μέτρα διαμόρφωσης της αγοράς. Η εν λόγω νέα διαδικασία της ενιαίας αγοράς ραδιοφάσματος θα πρέπει να αντικαταστήσει το φόρουμ αξιολόγησης από ομοτίμους.
(117)Όταν υποστηρίζονται από ισχυρά οικονομικά στοιχεία και είναι καλά σχεδιασμένα, τα μέτρα διαμόρφωσης της αγοράς και η περιορισμένη διάρκεια ισχύος των αδειών μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στη διασφάλιση του ουσιαστικού ανταγωνισμού στις αγορές ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Μέτρα που λαμβάνονται ειδικά για την προώθηση του ανταγωνισμού κατά τη χορήγηση ή την ανανέωση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος θα πρέπει να αποφασίζονται από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές και άλλες εθνικές αρμόδιες αρχές, οι οποίες διαθέτουν την απαιτούμενη οικονομική και τεχνική γνώση και γνώση της αγοράς. Οι όροι εκχώρησης ραδιοφάσματος μπορούν να επηρεάζουν την κατάσταση του ανταγωνισμού σε αγορές ηλεκτρονικών επικοινωνιών και τους όρους εισόδου. Η περιορισμένη πρόσβαση στο ραδιοφάσμα, ιδίως όταν το ραδιοφάσμα είναι εν ανεπαρκεία, μπορεί να δημιουργήσει φραγμό εισόδου ή να παρεμποδίσει τις επενδύσεις, την ανάπτυξη δικτύων, την παροχή νέων υπηρεσιών ή εφαρμογών, την καινοτομία και τον ανταγωνισμό. Τα νέα δικαιώματα χρήσης, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αποκτώνται μέσω μεταβίβασης ή χρονομίσθωσης, καθώς και η εισαγωγή νέων ευέλικτων κριτηρίων για τη χρήση ραδιοφάσματος μπορούν επίσης να επηρεάσουν τον υφιστάμενο ανταγωνισμό. Ορισμένοι όροι που χρησιμοποιούνται για την προώθηση του ανταγωνισμού, όταν εφαρμόζονται αδικαιολόγητα, μπορούν να έχουν άλλες συνέπειες· για παράδειγμα, τα ανώτατα όρια και οι δεσμεύσεις ραδιοφάσματος μπορούν να δημιουργήσουν τεχνητή έλλειψη, οι υποχρεώσεις χονδρικής πρόσβασης μπορούν να περιορίσουν αδικαιολόγητα τα επιχειρηματικά μοντέλα σε περίπτωση ανυπαρξίας ισχύος στην αγορά και τα όρια στις μεταβιβάσεις μπορούν να δυσχεράνουν την ανάπτυξη δευτερογενών αγορών. Ως εκ τούτου, απαιτείται συνεπής και αντικειμενικός έλεγχος περί ανταγωνισμού για την επιβολή αυτών των όρων, ο οποίος και θα πρέπει να εφαρμόζεται με συντονισμένο τρόπο. Η χρήση αυτών των μέτρων θα πρέπει, επομένως, να βασίζεται σε διεξοδική και αντικειμενική αξιολόγηση, από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, των σχετικών συνθηκών της αγοράς και του ανταγωνισμού, βάσει ανάλυσης της αγοράς. Οι εθνικές αρμόδιες αρχές θα πρέπει, ωστόσο, πάντοτε να διασφαλίζουν την αποτελεσματική και αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος και να αποφεύγουν τη στρέβλωση του ανταγωνισμού εξαιτίας αποθεματοποίησης που αντιβαίνει στον ανταγωνισμό.
(118)Μέτρα που παρεμβαίνουν στη δομή της αγοράς, όπως ανώτατα όρια ή δεσμεύσεις ραδιοφάσματος, μπορούν να επιβάλλονται μόνο όταν λιγότερο παρεμβατικά μέτρα, όπως υποχρεώσεις χονδρικής πρόσβασης, δεν επαρκούν για τη διασφάλιση ουσιαστικού ανταγωνισμού σε επίπεδο λιανικής. Πριν από την επιβολή υποχρεώσεων χονδρικής πρόσβασης, οι εθνικές αρμόδιες αρχές θα πρέπει να αξιολογούν αν οι αγορές λιανικής θα ήταν αποτελεσματικά ανταγωνιστικές χωρίς παρέμβαση σε επίπεδο χονδρικής. Η αξιολόγηση θα πρέπει να είναι ολιστική και να λαμβάνει υπόψη διάφορες παραμέτρους, όπως, μεταξύ άλλων, τις τιμές τιμοκαταλόγου για καταναλωτικά και επιχειρηματικά προϊόντα μαζικής αγοράς, τις εκπτώσεις, συμπεριλαμβανομένων των στοχευμένων εκπτώσεων, καθώς και τις επενδύσεις και την ποιότητα των υπηρεσιών. Κατά τον καθορισμό των δικαιωμάτων χρήσης που υπόκεινται σε τέτοιου είδους υποχρεώσεις, η εθνική αρμόδια αρχή θα πρέπει να εξετάζει τη διαθέσιμη χωρητικότητα για την υποστήριξη των προσφορών χονδρικής.
(119)Η τεράστια αύξηση της ζήτησης ραδιοφάσματος και της ζήτησης από τελικούς χρήστες για ασύρματη ευρυζωνική χωρητικότητα καθιστά αναγκαία την εξεύρεση εναλλακτικών, συμπληρωματικών λύσεων φασματικώς αποδοτικής πρόσβασης, συμπεριλαμβανομένων των συστημάτων ασύρματης πρόσβασης χαμηλής ισχύος με μικρή εμβέλεια λειτουργίας, όπως τα RLAN και τα δίκτυα σημείων κυψελωτής πρόσβασης χαμηλής ισχύος και μικρού μεγέθους. Αυτά τα συμπληρωματικά συστήματα ασύρματης πρόσβασης, ιδίως τα δημοσίως προσβάσιμα σημεία πρόσβασης RLAN, αυξάνουν την πρόσβαση στο διαδίκτυο για τους τελικούς χρήστες, καθώς και την αποφόρτωση της κυκλοφορίας στην κινητή τηλεφωνία για τους φορείς εκμετάλλευσης κινητής τηλεφωνίας. Τα RLAN χρησιμοποιούν εναρμονισμένο ραδιοφάσμα χωρίς να απαιτείται μεμονωμένη άδεια ή δικαίωμα χρήσης ραδιοφάσματος. Τα περισσότερα σημεία πρόσβασης RLAN χρησιμοποιούνται μέχρι στιγμής από ιδιώτες χρήστες ως τοπική ασύρματη επέκταση της σταθερής ευρυζωνικής σύνδεσής τους. Οι τελικοί χρήστες, εντός των ορίων της δικής τους συνδρομής υπηρεσιών διαδικτύου, δεν θα πρέπει να εμποδίζονται να μοιράζονται την πρόσβαση στο RLAN τους με άλλους, ώστε να αυξάνεται ο αριθμός των διαθέσιμων σημείων πρόσβασης, ιδίως σε πυκνοκατοικημένες περιοχές, να μεγιστοποιείται η ασύρματη χωρητικότητα δεδομένων μέσω επαναχρησιμοποίησης του ραδιοφάσματος και να δημιουργούνται οικονομικά αποδοτικές συμπληρωματικές ασύρματες ευρυζωνικές υποδομές προσβάσιμες σε άλλους τελικούς χρήστες. Επομένως, θα πρέπει να καταργηθούν περιττοί περιορισμοί στην ανάπτυξη και τη διασύνδεση σημείων πρόσβασης RLAN.
(120)Οι δημόσιες αρχές ή οι πάροχοι δημόσιων υπηρεσιών που χρησιμοποιούν RLAN στους χώρους τους για το προσωπικό, τους επισκέπτες ή τους πελάτες τους, για παράδειγμα για τη διευκόλυνση της πρόσβασης σε υπηρεσίες ηλεκτρονικής διακυβέρνησης ή για πληροφορίες σχετικά με τις δημόσιες μεταφορές ή τη διαχείριση της οδικής κυκλοφορίας, θα πρέπει επίσης να παρέχουν πρόσβαση σε τέτοια σημεία πρόσβασης για γενική χρήση από πολίτες, ως επικουρική υπηρεσία σε υπηρεσίες που προσφέρουν στο κοινό στους εν λόγω χώρους, στον βαθμό που αυτό επιτρέπεται από τους κανόνες περί ανταγωνισμού και δημόσιων συμβάσεων. Επιπλέον, ο πάροχος τέτοιας τοπικής πρόσβασης σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών εντός ή πέριξ ιδιωτικού ακινήτου ή περιορισμένου δημόσιου χώρου σε μη εμπορική βάση ή ως επικουρική υπηρεσία σε άλλη δραστηριότητα που δεν εξαρτάται από αυτήν την πρόσβαση (όπως τα κομβικά σημεία RLAN που διατίθενται σε πελάτες άλλων εμπορικών δραστηριοτήτων ή στο ευρύ κοινό στην εν λόγω περιοχή) μπορεί να υπόκειται σε συμμόρφωση με γενικές άδειες για δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος, αλλά δεν θα πρέπει να υπόκειται σε όρους ή απαιτήσεις που συνοδεύουν γενικές άδειες οι οποίες ισχύουν για παρόχους δημόσιων δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή σε υποχρεώσεις σχετικά με τους τελικούς χρήστες ή τη διασύνδεση. Ωστόσο, ο πάροχος αυτός θα πρέπει να εξακολουθεί να υπόκειται στους κανόνες περί ευθύνης που καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2022/2065 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Αναδύονται περαιτέρω τεχνολογίες, όπως οι επικοινωνίες ορατού φωτός, οι οποίες θα συμπληρώνουν τις τρέχουσες ραδιοφασματικές δυνατότητες των RLAN και των σημείων ασύρματης πρόσβασης, ώστε να συμπεριλαμβάνονται σημεία πρόσβασης με βάση την οπτική επικοινωνία ορατού φωτός, και θα οδηγήσουν σε υβριδικά τοπικά δίκτυα που θα επιτρέπουν την οπτική ασύρματη επικοινωνία.
(121)Δεδομένου ότι τα σημεία ασύρματης πρόσβασης χαμηλής ισχύος και μικρής εμβέλειας, όπως φεμτοκυψέλες, πικοκυψέλες, μητροκυψέλλες ή μικροκυψέλλες, μπορούν να είναι πολύ μικρά και να χρησιμοποιούν διακριτικό εξοπλισμό παρόμοιο με των οικιακών δρομολογητών RLAN, που δεν απαιτούν άδειες πέραν των αναγκαίων για τη χρήση του ραδιοφάσματος, και λαμβανομένου υπόψη του θετικού αντικτύπου τέτοιων σημείων πρόσβασης στη χρήση του ραδιοφάσματος και στην ανάπτυξη ασύρματων επικοινωνιών, οποιοσδήποτε περιορισμός στην ανάπτυξή τους θα πρέπει να περιορίζεται στον μέγιστο δυνατό βαθμό. Ως εκ τούτου, για να διευκολύνουν την ανάπτυξη σημείων ασύρματης πρόσβασης μικρής εμβέλειας και με την επιφύλαξη κάθε ισχύουσας απαίτησης σχετικής με τη διαχείριση του ραδιοφάσματος, οι εθνικές αρμόδιες αρχές, κατ’ αρχήν, δεν θα πρέπει να υπάγουν σε επιμέρους άδειες την εγκατάσταση τέτοιων συσκευών σε κτίρια που δεν είναι επισήμως προστατευόμενα ως μέρος συγκεκριμένου περιβάλλοντος ή λόγω της ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής ή ιστορικής τους αξίας, εκτός αν υπάρχουν λόγοι δημόσιας ασφάλειας. Για τον σκοπό αυτόν, τα χαρακτηριστικά τους, όπως οι μέγιστες διαστάσεις, το βάρος και τα χαρακτηριστικά εκπομπών, θα πρέπει να καθορίζονται σε επίπεδο Ένωσης κατ’ αναλογικό τρόπο για την τοπική ανάπτυξη και ώστε να διασφαλίζεται υψηλό επίπεδο προστασίας της δημόσιας υγείας. Για τη λειτουργία των σημείων ασύρματης πρόσβασης μικρής εμβέλειας, θα πρέπει να εφαρμόζεται το άρθρο 7 της οδηγίας 2014/53/ΕΕ. Τούτο δεν θίγει τα δικαιώματα ιδιωτικής ιδιοκτησίας που ορίζονται στο ενωσιακό ή το εθνικό δίκαιο. Η διαδικασία για την εξέταση των αιτήσεων έκδοσης αδείας θα πρέπει να εξορθολογισθεί και να μη θίγει τυχόν εμπορικές συμφωνίες και κάθε συναφής διοικητική επιβάρυνση θα πρέπει να περιορίζεται στα διοικητικά έξοδα που συνδέονται με την επεξεργασία της αίτησης. Η διαδικασία αξιολόγησης του αιτήματος για την έκδοση αδείας θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν λιγότερο χρονοβόρα και να μην υπερβαίνει, κατ’ αρχήν, το τετράμηνο.
(122)Τα δημόσια κτίρια και οι λοιπές δημόσιες υποδομές δέχονται επισκέψεις και χρησιμοποιούνται καθημερινά από σημαντικό αριθμό τελικών χρηστών που χρειάζονται συνδεσιμότητα για να χρησιμοποιήσουν ψηφιακές δημόσιες υπηρεσίες, ψηφιακές μεταφορές και άλλες υπηρεσίες. Άλλες δημόσιες υποδομές, όπως οι στύλοι φωτισμού και οι φωτεινοί σηματοδότες, προσφέρουν ιδιαίτερα πολύτιμες τοποθεσίες για την εγκατάσταση μικρών κυψελών, παραδείγματος χάριν, λόγω της πυκνότητάς τους. Χωρίς να θίγεται η δυνατότητα των εθνικών αρμόδιων αρχών να υπάγουν την ανάπτυξη σημείων ασύρματης πρόσβασης μικρής εμβέλειας σε προγενέστερες επιμέρους άδειες, οι φορείς εκμετάλλευσης θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα πρόσβασης σε αυτούς τους δημόσιους χώρους, προκειμένου να εξυπηρετείται επαρκώς η ζήτηση. Οι εθνικές αρμόδιες αρχές θα πρέπει, ως εκ τούτου, να διασφαλίζουν ότι τα εν λόγω δημόσια κτίρια και άλλες δημόσιες υποδομές διατίθενται υπό εύλογους όρους για την εγκατάσταση μικρών κυψελών με σκοπό τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1309 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και με την επιφύλαξη των αρχών που ορίζονται στον εν λόγω κανονισμό. Ο κανονισμός (ΕΕ) 2024/1309 ακολουθεί μια λειτουργική προσέγγιση και επιβάλλει υποχρεώσεις πρόσβασης σε υλική υποδομή μόνο όταν αποτελεί μέρος ενός δικτύου και μόνο εάν ανήκει σε φορέα εκμετάλλευσης δικτύου ή χρησιμοποιείται από τέτοιον φορέα, αφήνοντας έτσι πολλά κτίρια που ανήκουν σε δημόσιες αρχές ή χρησιμοποιούνται από αυτές εκτός του πεδίου εφαρμογής της. Αντιθέτως, δεν είναι αναγκαίο να υπάρχει ειδική υποχρέωση για την υλική υποδομή, όπως σωλήνες ή στύλοι, που χρησιμοποιείται για ευφυή συστήματα μεταφορών και η οποία ανήκει σε φορείς εκμετάλλευσης δικτύου (παρόχους υπηρεσιών μεταφορών ή παρόχους δημόσιων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών) και φιλοξενεί τμήματα δικτύου, με αποτέλεσμα να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1309.
(123)Το άρθρο 4 της απόφασης αριθ. 676/2002/ΕΚ σχετικά με τη λειτουργία της επιτροπής ραδιοφάσματος θα πρέπει να τροποποιηθεί. Προκειμένου να κατοχυρωθεί η ασφάλεια και η τεχνολογική κυριαρχία της Ένωσης και των κρατών μελών της, θα πρέπει να θεσπιστεί μηχανισμός που θα επιτρέπει στην Επιτροπή και στα κράτη μέλη να συζητούν θέματα και να αποφασίζουν σχετικά με την κοινή θέση χωρίς τη συμμετοχή τρίτων χωρών και συμφεροντούχων. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να απαιτεί από τα κράτη μέλη να καθορίζουν, στο πλαίσιο της επιτροπής ραδιοφάσματος, κοινές θέσεις σχετικά με την ανάπτυξη ορισμένων τεχνικών εκτελεστικών μέτρων που ενδέχεται να επηρεάσουν την ασφάλεια ή την τεχνολογική κυριαρχία της Ένωσης ή των κρατών μελών της, πριν από τις συζητήσεις στην CEPT.
(124)Οι δορυφορικές επικοινωνίες διαδραματίζουν ζωτικό ρόλο στη διασφάλιση της ασφάλειας, της ανθεκτικότητας και της στρατηγικής αυτονομίας της Ένωσης. Οι πρόσφατες τεχνολογικές εξελίξεις, η εξελισσόμενη δυναμική της αγοράς, οι γεωπολιτικές προκλήσεις και οι ανησυχίες για τον ανταγωνισμό που σχετίζονται με τα δορυφορικά δίκτυα απαιτούν ενισχυμένη δράση σε επίπεδο Ένωσης. Οι φορείς εκμετάλλευσης δορυφόρων επιδιώκουν όλο και περισσότερο πανευρωπαϊκή πρόσβαση στην αγορά και οι ρυθμιστικές αρχές υφίστανται αυξανόμενες πιέσεις να θεσπίσουν κατάλληλα ρυθμιστικά πλαίσια που να ευθυγραμμίζονται με τις πολιτικές και τους στόχους της Ένωσης. Είναι αναγκαίο να απλουστευθούν και να ενοποιηθούν οι κανόνες για την παροχή δικτύων και υπηρεσιών δορυφορικών επικοινωνιών και τη χρήση του δορυφορικού ραδιοφάσματος, να διευκολυνθεί η δημιουργία διασυνοριακών υπηρεσιών και δικτύων και να αποφευχθούν ρυθμιστικά κενά όσον αφορά τους όρους πρόσβασης στις δορυφορικές αγορές της Ένωσης.
(125)Η RSPG, στη γνώμη που εξέδωσε στις 16 Ιουνίου 2021 σχετικά με το πρόγραμμα πολιτικής για το ραδιοφάσμα, τόνισε ότι η πολιτική για το ραδιοφάσμα θα πρέπει να στηρίζει την ανάπτυξη καινοτόμων δορυφορικών συστημάτων που διασφαλίζουν την ελεγχόμενη από την ΕΕ συνδεσιμότητα και την παροχή αξιόπιστων, ανθεκτικών και οικονομικά αποδοτικών κρατικών δορυφορικών υπηρεσιών. Ως εκ τούτου, είναι απαραίτητο ένα ενισχυμένο ενωσιακό πλαίσιο για να καταστεί η Ένωση εξέχων παράγοντας στην παγκόσμια διαστημική βιομηχανία, να παράσχει μια ισχυρή βάση για την ανάπτυξη και τη λειτουργία πανευρωπαϊκών δορυφορικών υποδομών και να μεριμνήσει για την αποτελεσματική επιβολή των διασφαλίσεων για την ασφάλεια και τον ανταγωνισμό. Επιπλέον, το πλαίσιο αυτό αναμένεται να είναι απαραίτητο για την εφαρμογή της ευρωπαϊκής στρατηγικής για την Ένωση Ετοιμότητας, η οποία εγκρίθηκε στις 26 Μαρτίου 2025 και τονίζει, μεταξύ άλλων, την ανάγκη να αναπτυχθούν ελάχιστα κριτήρια ετοιμότητας για βασικές υπηρεσίες, όπως οι υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ώστε να διασφαλιστεί η ανθεκτικότητα ζωτικών κοινωνικών λειτουργιών, και να προωθηθεί η εκ σχεδιασμού διττή χρήση, για την ανάπτυξη ασφαλούς επικοινωνίας και συνδεσιμότητας σε ολόκληρη την Ένωση.
(126)Σύμφωνα με το άρθρο 216 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, η Ένωση έχει εξωτερική αρμοδιότητα και μπορεί να συνάπτει συμφωνίες με διεθνείς οργανισμούς, όταν το προβλέπουν οι Συνθήκες ή όταν είναι αναγκαίο για την επίτευξη των στόχων των πολιτικών της Ένωσης. Η διαχείριση του ραδιοφάσματος και η χρήση των ραδιοσυχνοτήτων, μεταξύ άλλων και για τις δορυφορικές επικοινωνίες, είναι τομείς που ρυθμίζονται σε μεγάλο βαθμό από τη νομοθεσία της Ένωσης που θεσπίστηκε βάσει του άρθρου 114 της ΣΛΕΕ, και ιδίως από την οδηγία (ΕΕ) 2019/1872 και την απόφαση αριθ. 676/2002/ΕΚ. Η χρήση του ραδιοφάσματος από δορυφόρους έχει εγγενώς διεθνή χαρακτήρα, καθώς διέπεται από παγκόσμιους μηχανισμούς συντονισμού στην ITU και καθιστά δυνατή τη διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών σε περισσότερες χώρες. Ταυτόχρονα, το δορυφορικό ραδιοφάσμα συνιστά στρατηγικό πόρο για τις παγκόσμιες αγορές επικοινωνιών, καθώς επηρεάζει την ανταγωνιστικότητα, τις επενδύσεις και τη διαθεσιμότητα παροχής καινοτόμων υπηρεσιών σε ολόκληρη την Ένωση. Δεδομένης αυτής της διττής διάστασης, αφενός μεν διεθνούς και αφετέρου της αγοράς, είναι αναγκαία μια συνεκτική και μακρόπνοη ενωσιακή προσέγγιση για τη διασφάλιση της αποδοτικής χρήσης του δορυφορικού ραδιοφάσματος, του αποτελεσματικού συντονισμού και της ορθής λειτουργίας της εσωτερικής ενιαίας αγοράς.
(127)Μία από τις βασικές διαδικασίες για τη διασφάλιση της λειτουργίας χωρίς παρεμβολές είναι ο συντονισμός των δορυφορικών δικτύων πριν από την εκκίνησή τους. Σύμφωνα με τους κανονισμούς ραδιοεπικοινωνιών της ITU, κρατική αρχή που καταθέτει τα στοιχεία νέου δορυφορικού συστήματος θα πρέπει να συντονίζεται με όλα τα συστήματα που έχουν ήδη δρομολογηθεί ή κατατεθεί, τα οποία ενδέχεται να επηρεαστούν από το νέο δορυφορικό σύστημα, και να προσαρμόσει τις παραμέτρους, ώστε να μην προκαλεί επιβλαβείς παρεμβολές στα εν λόγω συστήματα. Προκειμένου να ενισχυθεί η διαφάνεια εντός της Ένωσης όσον αφορά τις καταθέσεις στην ITU και τα μητρώα αυτής, οι εθνικές αρμόδιες αρχές θα πρέπει να ενημερώνουν την Επιτροπή και άλλες εθνικές αρμόδιες αρχές στον RSPB για τέτοιου είδους δραστηριότητες. Επιπλέον, θα πρέπει να δημιουργηθεί μηχανισμός που θα διασφαλίζει ότι μια κρατική αρχή μπορεί να ζητήσει στήριξη από άλλες εθνικές αρμόδιες αρχές και την Ένωση για τη διενέργεια του συντονισμού της ITU, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος να επηρεαστούν συμφέροντα και πολιτικές της Ένωσης.
(128)Η εναρμόνιση και η διαχείριση του ραδιοφάσματος για δορυφορική χρήση σε διεθνές επίπεδο μέσω της ITU δεν έχουν ως αποτέλεσμα την εναρμόνιση των εθνικών διαδικασιών αδειοδότησης για την παροχή υπηρεσιών δορυφορικών επικοινωνιών και για τη χρήση του σχετικού ραδιοφάσματος. Οι εφαρμοστέοι κανόνες και όροι που διέπουν τα δορυφορικά δίκτυα και τις υπηρεσίες δορυφορικών επικοινωνιών παραμένουν κατακερματισμένοι μεταξύ των κρατών μελών, εμποδίζοντας τους φορείς εκμετάλλευσης δορυφόρων στην Ένωση από το να επιτύχουν την αναγκαία κλίμακα για την παροχή διασυνοριακών ή πανευρωπαϊκών υπηρεσιών συνδεσιμότητας. Οι υπηρεσίες αυτές καθίστανται όλο και πιο απαραίτητες για τη σύνδεση υποεξυπηρετούμενων και απομακρυσμένων περιοχών, την ενίσχυση της ανθεκτικότητας και τη στήριξη της ανάπτυξης νέων τεχνολογιών. Για την αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων, η παροχή δορυφορικών δικτύων και υπηρεσιών θα πρέπει να υπόκειται σε γενική άδεια σε επίπεδο Ένωσης, υπό όρους που καταρτίζονται από την Επιτροπή από κοινού με τα κράτη μέλη. Δεδομένης της ποικιλομορφίας των δορυφορικών δικτύων και υπηρεσιών, οι εν λόγω όροι αδειοδότησης θα ήταν καλύτερο να καταρτιστούν μέσω εκτελεστικών πράξεων και σε στενή συνεργασία με τον RSPB, δεδομένης της εξαιρετικά μεγάλης πείρας των εθνικών αρχών ραδιοφάσματος στη χορήγηση δορυφορικών αδειών. Η κοινοποίηση στην Επιτροπή βάσει της εν λόγω γενικής άδειας θα παρέχει σε μια επιχείρηση τα ίδια δικαιώματα σε ολόκληρη την Ένωση χωρίς να απαιτείται χωριστή κοινοποίηση σε μεμονωμένα κράτη μέλη.
(129)Θα πρέπει να θεσπιστεί εναρμονισμένο και κεντρικό ενωσιακό πλαίσιο για την αδειοδότηση της χρήσης του δορυφορικού ραδιοφάσματος, η εφαρμογή του οποίου θα υποστηρίζεται από τις εθνικές αρμόδιες αρχές των κρατών μελών. Ένα τέτοιο πλαίσιο, το οποίο θα χορηγεί δικαιώματα χρήσης σε επίπεδο Ένωσης υπό κοινούς όρους, θα ενισχύσει την ασφάλεια δικαίου, θα μειώσει τον κατακερματισμό και θα ενισχύσει τη στρατηγική αυτονομία, την ασφάλεια και την κυριαρχία της Ένωσης στις δορυφορικές επικοινωνίες, συμπληρώνοντας παράλληλα τους στόχους του κανονισμού της ΕΕ για το διάστημα και του οράματος για την ευρωπαϊκή διαστημική οικονομία. Η χορήγηση δορυφορικών αδειών σε επίπεδο Ένωσης, μέσω διαδικασίας στην οποία συμμετέχουν η Επιτροπή και ο RSPB, με την υποστήριξη της ODN, σε όλα τα στάδια από την κατανομή, την αδειοδότηση έως την επιβολή, θα μειώσει τον διοικητικό φόρτο, θα ενισχύσει τη διαφάνεια όσον αφορά την πρόσβαση στην αγορά και θα διασφαλίσει τη συνεπή διαχείριση της ανεπάρκειας του ραδιοφάσματος και των παρεμβολών. Θα διασφαλίσει επίσης την ακεραιότητα της εσωτερικής αγοράς, θα προωθήσει ασφαλείς και ανταγωνιστικές υπηρεσίες και θα ευθυγραμμίσει τις πολιτικές για το ραδιοφάσμα με τους στρατηγικούς στόχους της Ένωσης, στηρίζοντας ως εκ τούτου τις ασφαλείς, επεκτάσιμες και στρατηγικά αυτόνομες δορυφορικές επικοινωνίες.
(130)Το ραδιοφάσμα που χρησιμοποιείται για δορυφορικά δίκτυα και υπηρεσίες θα πρέπει να υπόκειται σε άδεια της Ένωσης που θα χορηγείται από την Επιτροπή με τη συνδρομή του RSPB. Θα πρέπει να εγκριθεί ευρωπαϊκός πίνακας κατανομής δορυφορικών συχνοτήτων, ώστε να παρέχεται διαφάνεια στους φορείς εκμετάλλευσης δορυφόρων όσον αφορά το ραδιοφάσμα στο οποίο μπορούν να έχουν πρόσβαση για συγκεκριμένες δορυφορικές υπηρεσίες. Ενώ για ορισμένες ζώνες δορυφορικού ραδιοφάσματος η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει ότι η πρόσβασή τους θα είναι δυνατή βάσει γενικής άδειας, όπως για το διαδίκτυο των πραγμάτων, για άλλες θα πρέπει να δοθεί προτίμηση σε μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης, δεδομένης της ανάγκης αποφυγής επιβλαβών παρεμβολών, διασφάλισης της ποιότητας των υπηρεσιών, της ανθεκτικότητας του δικτύου και της ασφάλειας των επικοινωνιών.
(131)Επιπλέον, προκειμένου να καταστεί δυνατή η παροχή πανευρωπαϊκών δορυφορικών δικτύων και υπηρεσιών, οι όροι αδειοδότησης για τη χρήση του δορυφορικού ραδιοφάσματος θα πρέπει να είναι οι ίδιοι σε ολόκληρη την Ένωση. Οι εν λόγω όροι αδειοδότησης θα πρέπει ιδίως να εγγυώνται την τήρηση των εφαρμοστέων κανόνων των κανονισμών ραδιοεπικοινωνιών της ITU σχετικά με τον συντονισμό των δορυφόρων και την αποφυγή επιβλαβών παρεμβολών, καθώς και τον συντονισμό με άλλα δορυφορικά συστήματα, υφιστάμενα και μελλοντικά, ο οποίος είναι ιδιαίτερα σημαντικός για τα υφιστάμενα και σχεδιαζόμενα δορυφορικά συστήματα στο πλαίσιο προγραμμάτων της Ένωσης. Οι όροι αδειοδότησης για την παροχή δορυφορικών δικτύων ή υπηρεσιών θα πρέπει επίσης να επιδιώκουν τη συνοχή με την αναθεωρημένη νομοθετική πράξη για την κυβερνοασφάλεια, η οποία πρόκειται να αντικαταστήσει τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/881 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.
(132)Δεδομένου ότι το μεγαλύτερο μέρος του δορυφορικού ραδιοφάσματος θα μπορούσε να διαμοιραστεί αποτελεσματικά σε διαφορετικούς παρόχους, η πλειονότητα των αδειών της Ένωσης θα χορηγείται με βάση την αρχή της εξυπηρέτησης κατά σειρά προτεραιότητας. Έως σήμερα, μόνο οι κάτοχοι του δικαιώματος χρήσης της ζώνης των 2 GHz για πανευρωπαϊκή παροχή της κινητής δορυφορικής υπηρεσίας (στο εξής: MSS) επιλέγονταν με την ενωσιακή διαδικασία επιλογής βάσει της απόφασης αριθ. 626/2008/ΕΚ. Δεδομένου ότι στο μέλλον ενδέχεται και άλλες δορυφορικές ζώνες να μετατραπούν σε σπάνιο πόρο, θα πρέπει να καθιερωθεί κατάλληλη διαδικασία επιλογής στον κανονισμό για την επιλογή κατόχων δικαιωμάτων χρήσης σε ζώνες υπό τέτοιες συνθήκες. Για τη διαδικασία αυτή θα πρέπει να αντληθεί έμπνευση από τη διαδικασία που προβλέπεται στην απόφαση αριθ. 626/2008/ΕΚ, στην οποία προβλέπεται διαδικασία συγκριτικής επιλογής. Οι διαδικασίες συγκριτικής επιλογής θα πρέπει να επικεντρώνονται στην ανάπτυξη καινοτόμων δορυφορικών επικοινωνιών, καθώς και στην προώθηση της ενσωμάτωσης των ευρωπαϊκών τεχνολογιών στο νέο διαστημικό οικοσύστημα. Το στοιχείο αυτό είναι ζωτικής σημασίας για την τόνωση των βιομηχανικών και επιστημονικών ικανοτήτων της Ένωσης και την ενίσχυση της στρατηγικής αυτονομίας και των αλυσίδων εφοδιασμού της Ευρώπης στον διαστημικό τομέα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι ανταγωνιστικές διαδικασίες, όπως οι δημοπρασίες, μπορεί να είναι καταλληλότερες για να διασφαλίζεται ότι το ραδιοφάσμα εκχωρείται στις επιχειρήσεις που μπορούν να το αξιοποιήσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Στις περιπτώσεις αυτές, θα πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα ώστε να διασφαλίζεται ότι λαμβάνονται δεόντως υπόψη άλλοι στόχοι πολιτικής, όπως η ανάγκη εξασφάλισης ευρείας κάλυψης της επικράτειας της Ένωσης.
(133)Στη γνώμη που εξέδωσε στις 17 Ιουνίου 2025 σχετικά με την προσέγγιση πολιτικής σε επίπεδο ΕΕ όσον αφορά τη δορυφορική συνδεσιμότητα απευθείας σε συσκευές και συναφή ζητήματα ενιαίας αγοράς, η RSPG επισήμανε την ανάγκη για έναν μηχανισμό διασφάλισης που θα παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να αντιδρούν συλλογικά προς όφελος των συμφερόντων της ΕΕ σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης με τις κοινές απαιτήσεις των υπηρεσιών δορυφορικών επικοινωνιών. Πράγματι, μολονότι υπάρχει καθιερωμένη διαδικασία, στο πλαίσιο της ITU, για τη διμερή επίλυση υποθέσεων διασυνοριακών παρεμβολών μεταξύ κρατικών αρχών, η διαδικασία αυτή είναι χρονοβόρα και δεν συνοδεύεται από επαρκείς εγγυήσεις για την αποτελεσματική και έγκαιρη αντιμετώπιση των παρεμβολών. Ως εκ τούτου, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να θεσπίσει τα εργαλεία για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με τους όρους αδειοδότησης που ορίζονται στον κανονισμό, ιδίως τις υποχρεώσεις συντονισμού και πρόληψης επιβλαβών παρεμβολών στην επικράτεια της Ένωσης. Επιπλέον, μολονότι η αδειοδότηση δορυφορικών δικτύων και υπηρεσιών και η χρήση του σχετικού ραδιοφάσματος θα πρέπει να πραγματοποιούνται σε επίπεδο Ένωσης, η παρακολούθηση της συμμόρφωσης με τους όρους της άδειας θα πρέπει να επωφελείται από τη συνεργασία της Επιτροπής με τις εθνικές αρμόδιες αρχές, οι οποίες έχουν δικαιοδοσία, ικανότητα και εμπειρογνωσία στον έλεγχο της συμμόρφωσης και στον εντοπισμό ζητημάτων σχετικών με επιβλαβείς παρεμβολές.
(134)Προκειμένου να διασφαλιστεί η συντονισμένη παρακολούθηση και επιβολή των αδειών της Ένωσης, η Επιτροπή θα πρέπει, λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη του RSPB, να θεσπίσει αναλυτικές ρυθμίσεις που καθορίζουν τις λεπτομέρειες επιβολής. Η Επιτροπή μπορεί επίσης να επιβάλλει πρόστιμα ή περιοδικές χρηματικές ποινές για παραβίαση των όρων της άδειας ή άλλων διατάξεων του τίτλου σχετικά με τη χρήση του δορυφορικού ραδιοφάσματος. Τα πρόστιμα αυτά θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παράβασης και, όταν η παράβαση συνίσταται σε παράβαση εθνικών κανόνων, τυχόν κυρώσεις που έχουν ήδη επιβληθεί από τις εθνικές αρχές. Οι εθνικές αρμόδιες αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να προειδοποιούν την Επιτροπή για κάθε παραβίαση των όρων αδειοδότησης ή των διατάξεων του τίτλου σχετικά με τη χρήση του δορυφορικού ραδιοφάσματος. Για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εφαρμόζουν πλήρως στην επικράτειά τους την απόφαση επιβολής διορθωτικών μέτρων ή κυρώσεων, συμπεριλαμβανομένης της έσχατης λύσης της επιβολής απαγόρευσης σε επιχείρηση να παρέχει δορυφορικά δίκτυα ή υπηρεσίες στην Ένωση. Ωστόσο, στις περιπτώσεις αυτές, κράτος μέλος του οποίου η συνδεσιμότητα θα διαταραχθεί σοβαρά από τυχόν αναστολή ή παύση της δραστηριότητας φορέα εκμετάλλευσης δορυφόρου θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να ζητήσει από την Επιτροπή να αναβάλει την εφαρμογή του εν λόγω συντονισμένου μέτρου στην εθνική του επικράτεια για ανανεώσιμη περίοδο έως έξι μηνών.
(135)Οι τεχνολογικές εξελίξεις οδηγούν στη σταδιακή ενσωμάτωση επίγειων και μη επίγειων δικτύων σε μια ενοποιημένη αρχιτεκτονική επικοινωνιών, η οποία συνδυάζει επίγειες υποδομές με μη επίγεια στοιχεία, ιδίως δορυφορικές συστοιχίες χαμηλής γήινης τροχιάς (LEO), με αποτέλεσμα να διασφαλίζεται καθολική, ανθεκτική και υψηλών επιδόσεων συνδεσιμότητα σε παγκόσμια κλίμακα. Ο παγκόσμιος ανταγωνισμός για την τυποποίηση και την πρόσβαση σε δορυφορικό ραδιοφάσμα για κινητές τεχνολογίες επόμενης γενιάς καταδεικνύει τη στρατηγική σημασία του ραδιοφάσματος ως κρίσιμου πόρου. Απαιτούνται ειδικές νομικές διατάξεις στον εν λόγω τομέα για την αποτελεσματική αντιμετώπιση αυτών των εξελίξεων, με την ενίσχυση των κανόνων που διέπουν τη διαχείριση του δορυφορικού ραδιοφάσματος, ώστε να μπορέσει η Ένωση να διασφαλίσει τη στρατηγική αυτονομία της όσον αφορά την ανάπτυξη ασφαλών και ανθεκτικών επίγειων και μη επίγειων δικτύων 5G και 6G. Ταυτόχρονα, λόγω της έλλειψης ραδιοφάσματος για δορυφορικές κινητές υπηρεσίες, αυξάνεται η ανάγκη μερισμού του ραδιοφάσματος μεταξύ επίγειων και μη επίγειων χρηστών. Η εν λόγω κοινή χρήση θα πρέπει να πραγματοποιείται κατά τρόπο που δεν θέτει σε κίνδυνο την παροχή των επίγειων υπηρεσιών. Για να διασφαλιστεί η απρόσκοπτη συνέχεια των τρεχουσών χρήσεων και εφαρμογών, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να διασφαλίζει ότι η κοινή χρήση του ραδιοφάσματος μεταξύ επίγειων και δορυφορικών συστημάτων μπορεί να λαμβάνει χώρα μόνο με τη σύμφωνη γνώμη του κύριου κατόχου του επίγειου δικαιώματος χρήσης και υπό την ευθύνη του. Σε ένα πλαίσιο ολοκληρωμένων υπηρεσιών δορυφορικών και κινητών επικοινωνιών που καθίστανται δυνατές χάρη στις τεχνολογίες 6G, τα παραδοσιακά όρια μεταξύ επίγειων και δορυφορικών δικτύων καθίστανται ασαφή. Ως εκ τούτου, απαιτείται ένα συντονισμένο και μακρόπνοο ρυθμιστικό πλαίσιο προκειμένου να αποφευχθεί ο κατακερματισμός της αγοράς και οι παρεμβολές στο ραδιοφάσμα, ιδίως στις ζώνες συχνοτήτων που θα χρησιμοποιούνται από κοινού τόσο από τους φορείς εκμετάλλευσης επίγειων κινητών επικοινωνιών όσο και από τους φορείς εκμετάλλευσης δορυφόρων.
(136)Ενόψει της εφαρμογής των ειδικών τρεχουσών και μελλοντικών πολιτικών της Ένωσης που βασίζονται σε πόρους αριθμοδότησης, ο έγκαιρος προσδιορισμός των αναγκών τόσο για τρέχουσες όσο και για καινοτόμες υπηρεσίες είναι ουσιαστικής σημασίας. Η ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς της Ένωσης έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της παροχής διασυνοριακών υπηρεσιών που συχνά βασίζονται σε πόρους αριθμοδότησης. Προκειμένου οι υπηρεσίες αυτές να ευδοκιμήσουν και να αποφέρουν τα αναμενόμενα κοινωνικά οφέλη και την προσδοκώμενη οικονομική ανάπτυξη, θα πρέπει να διασφαλιστεί κανονιστική συνέπεια και προβλεψιμότητα όσον αφορά τον σχεδιασμό, την κατανομή και τη διαχείριση των πόρων αριθμοδότησης στην Ένωση. Η Επιτροπή θα πρέπει να χαράξει μακρόπνοη στρατηγική αριθμοδότησης, βασιζόμενη στη συμβολή όλων των ενδιαφερόμενων μερών και λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τη γνώμη του BEREC, η οποία θα αποτελέσει τη βάση του ενωσιακού σχεδίου αριθμοδότησης.
(137)Η διαθεσιμότητα πανευρωπαϊκών πόρων αριθμοδότησης θα επιτρέψει τη συνέπεια και την απλούστευση της χρήσης των πόρων αριθμοδότησης από παρόχους διασυνοριακών ή πανευρωπαϊκών υπηρεσιών. Η Επιτροπή, βασιζόμενη στη στήριξη των κρατών μελών, θα πρέπει να είναι σε θέση να λαμβάνει μέτρα, μεταξύ άλλων μέσω της έκδοσης εκτελεστικών πράξεων, για την έγκριση του ενωσιακού σχεδίου αριθμοδότησης, για τη διευκόλυνση της υποβολής αίτησης για πεδία αριθμοδότησης στην ITU και για τον καθορισμό των όρων που μπορούν να συνοδεύουν το δικαίωμα χρήσης πόρων αριθμοδότησης από το ενωσιακό σχέδιο αριθμοδότησης, συμπεριλαμβανομένων των τελών για δικαιώματα χρήσης των εν λόγω πόρων και της δυνατότητας μεταφοράς των εν λόγω τελών στην ODN. Παρότι η εκχώρηση των πανευρωπαϊκών πόρων αριθμοδότησης θα πρέπει να πραγματοποιείται από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, καθώς αυτές βρίσκονται στην πλέον κατάλληλη θέση για να διασφαλίζουν την επιβολή των όρων που συνοδεύουν τα μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης, η ODN, σε συνεργασία με τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές και υπό την εποπτεία του BEREC, θα πρέπει να τηρεί επικαιροποιημένη βάση δεδομένων των πανευρωπαϊκών πόρων αριθμοδότησης, ώστε να έχει κεντρική επισκόπηση της διαθεσιμότητάς τους.
(138)Η ανάπτυξη πανευρωπαϊκών υπηρεσιών, ιδίως διαμηχανικών υπηρεσιών, θα διευκολυνθεί περαιτέρω με τη διαθεσιμότητα εναρμονισμένων αριθμών σε ολόκληρη την Ένωση, ενώ η διαχείριση των εν λόγω πόρων αριθμοδότησης από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές σε συνεργασία με την ODN θα εξασφαλίσει ένα ενιαίο σύνολο όρων με τους οποίους θα πρέπει να συμμορφώνονται οι εν λόγω πάροχοι υπηρεσιών. Για τον σκοπό αυτόν, τα κράτη μέλη θα πρέπει να στηρίξουν την Επιτροπή ώστε να αποκτήσει πεδία πόρων αριθμοδότησης από την ITU, μεταξύ άλλων υποβάλλοντας αίτηση για τα εν λόγω συγκεκριμένα πεδία αριθμοδότησης για λογαριασμό τους. Όταν παρουσιάζεται ανάγκη εναρμόνισης των πόρων αριθμοδότησης στην Ένωση για την υποστήριξη της ανάπτυξης πανευρωπαϊκών υπηρεσιών ή διασυνοριακών υπηρεσιών, ιδίως νέων υπηρεσιών με βάση τη διαμηχανική επικοινωνία, όπως είναι τα συνδεδεμένα αυτοκίνητα, και εφόσον η διαχείριση των πόρων αυτών με κεντρικό τρόπο από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές σε συνεργασία με την ODN θα καταστήσει απλούστερες και διαφανέστερες τις διαδικασίες κατανομής για τους παρόχους υπηρεσιών, η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις.
(139)Για την αποτελεσματική στήριξη της ελεύθερης κυκλοφορίας αγαθών, υπηρεσιών και προσώπων εντός της Ένωσης, θα πρέπει να είναι δυνατή η χρήση ορισμένων εθνικών πόρων αριθμοδότησης, ιδίως ορισμένων μη γεωγραφικών αριθμών, με εξωεδαφικό τρόπο, δηλαδή εκτός της επικράτειας του χορηγούντος κράτους μέλους. Λαμβανομένου υπόψη του σημαντικού κινδύνου απάτης όσον αφορά τις διαπροσωπικές επικοινωνίες, αυτή η εξωεδαφική χρήση θα πρέπει να επιτρέπεται μόνο για την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών εκτός των υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών. Η επιβολή των σχετικών εθνικών νομοθετικών διατάξεων, ιδίως των κανόνων προστασίας των καταναλωτών και άλλων κανόνων που αφορούν τη χρήση πόρων αριθμοδότησης, θα πρέπει να διασφαλίζεται από τα κράτη μέλη χωρίς να λαμβάνεται υπόψη πού χορηγήθηκαν τα δικαιώματα χρήσης και πού χρησιμοποιούνται οι πόροι αριθμοδότησης εντός της Ένωσης.
(140)Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές των κρατών μελών όπου χρησιμοποιούνται πόροι αριθμοδότησης από άλλο κράτος μέλος δεν έχουν τον έλεγχο αυτών των πόρων αριθμοδότησης. Έχει συνεπώς ουσιώδη σημασία η εθνική ρυθμιστική αρχή του κράτους μέλους που χορηγεί τα δικαιώματα εξωεδαφικής χρήσης να διασφαλίζει επίσης την αποτελεσματική προστασία των τελικών χρηστών στα κράτη μέλη όπου χρησιμοποιούνται οι εν λόγω αριθμοί. Προκειμένου να επιτυγχάνεται αποτελεσματική προστασία, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές που χορηγούν δικαιώματα εξωεδαφικής χρήσης θα πρέπει να ορίζουν προϋποθέσεις όσον αφορά τον σεβασμό εκ μέρους του παρόχου των κανόνων για την προστασία των καταναλωτών και άλλων κανόνων σχετικά με τη χρήση πόρων αριθμοδότησης στα κράτη μέλη όπου πρόκειται να χρησιμοποιηθούν οι πόροι αριθμοδότησης.
(141)Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές των κρατών μελών όπου χρησιμοποιούνται πόροι αριθμοδότησης θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ζητούν τη στήριξη των εθνικών ρυθμιστικών αρχών που χορήγησαν τα δικαιώματα χρήσης των πόρων αριθμοδότησης για τη βοήθεια στην επιβολή των εθνικών τους κανόνων. Τα μέτρα επιβολής από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές που χορήγησαν τα δικαιώματα χρήσης θα πρέπει να περιλαμβάνουν αποτρεπτικές κυρώσεις, ιδίως, σε περίπτωση σοβαρής παραβίασης, την ανάκληση του δικαιώματος εξωεδαφικής χρήσης των πόρων αριθμοδότησης που έχουν χορηγηθεί στην εκάστοτε επιχείρηση. Οι απαιτήσεις σχετικά με την εξωεδαφική χρήση δεν θα πρέπει να θίγουν την εξουσία των εθνικών ρυθμιστικών αρχών να εμποδίζουν την πρόσβαση σε αριθμούς ή υπηρεσίες, όταν αυτό δικαιολογείται για λόγους απάτης ή κατάχρησης. Η εξωεδαφική χρήση πόρων αριθμοδότησης θα πρέπει να τελεί υπό την επιφύλαξη των κανόνων της Ένωσης που αφορούν την παροχή υπηρεσιών περιαγωγής, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που αφορούν την αποτροπή μη φυσιολογικής ή καταχρηστικής χρήσης των υπηρεσιών περιαγωγής οι οποίες υπόκεινται σε ρύθμιση των τιμών λιανικής και επωφελούνται από ρυθμιζόμενα τέλη περιαγωγής χονδρικής. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να συνάπτουν ειδικές συμφωνίες για την εξωεδαφική χρήση πόρων αριθμοδότησης με τρίτες χώρες.
(142)Η πρόσβαση σε πόρους αριθμοδότησης βάσει διαφανών, αντικειμενικών και αμερόληπτων κριτηρίων είναι απαραίτητη για τον ανταγωνισμό των επιχειρήσεων στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να χορηγούν δικαιώματα χρήσης πόρων αριθμοδότησης σε άλλες επιχειρήσεις εκτός από τους παρόχους δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, λαμβανομένης υπόψη της αυξανόμενης σημασίας των αριθμών για διάφορες υπηρεσίες διαδικτύου των πραγμάτων. Η διαχείριση όλων των εθνικών σχεδίων αριθμοδότησης θα πρέπει να πραγματοποιείται από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, συμπεριλαμβανομένων των κωδίκων σημείων που χρησιμοποιούνται στη διευθυνσιοδότηση δικτύου.
(143)Για να δοθεί η δυνατότητα στα ενδιαφερόμενα μέρη να ενημερώνονται, οι αποφάσεις σχετικά με τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης πόρων αριθμοδότησης θα πρέπει να δημοσιεύονται. Η εκπλήρωση της απαίτησης δημοσίευσης θα πρέπει να είναι δυνατή διά της δημοσιοποίησης των εν λόγω αποφάσεων σε ιστότοπο.
(144)Το μέρος προέλευσης θα πρέπει να μπορεί να έχει πρόσβαση σε όλους τους αριθμούς που περιλαμβάνονται στα εθνικά σχέδια αριθμοδότησης άλλων κρατών μελών, καθώς και να έχει πρόσβαση σε υπηρεσίες, χρησιμοποιώντας μη γεωγραφικούς αριθμούς, συμπεριλαμβανομένων των αριθμών ατελών κλήσεων και των αριθμών πρόσθετου τέλους εντός της Ένωσης, εκτός από τις περιπτώσεις που ο αποδέκτης έχει επιλέξει, για εμπορικούς λόγους, να περιορίσει την πρόσβαση από συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές. Το μέρος προέλευσης θα πρέπει επίσης να μπορεί να έχει πρόσβαση στους καθολικούς διεθνείς αριθμούς ατελών κλήσεων.
(145)Η διασυνοριακή πρόσβαση στους πόρους αριθμοδότησης και στις συνδεδεμένες υπηρεσίες δεν θα πρέπει να παρεμποδίζεται εκτός από αντικειμενικά αιτιολογημένες περιπτώσεις, όπως η καταπολέμηση της απάτης ή κατάχρησης (π.χ. σε σχέση με ορισμένες υπηρεσίες πρόσθετου τέλους) όταν ο αριθμός έχει οριστεί ότι έχει μόνο εθνικό πεδίο εφαρμογής (π.χ. εθνικός βραχύς κωδικός) ή όταν είναι οικονομικά ανέφικτο. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να έχουν την εξουσία να εμποδίζουν, μεταξύ άλλων με προληπτικό τρόπο, βάσει κατά περίπτωση ανάλυσης των κινδύνων που ενέχει ένα συγκεκριμένο μοτίβο χρήσης, την πρόσβαση σε αριθμούς ή υπηρεσίες, όταν αυτό δικαιολογείται για λόγους απάτης ή κατάχρησης. Τα τέλη που επιβάλλονται στα μέρη που καλούν από περιοχές εκτός του εκάστοτε κράτους μέλους δεν χρειάζεται να είναι τα ίδια με εκείνα που επιβάλλονται στα μέρη που καλούν από περιοχές εντός του κράτους μέλους αυτού. Οι χρήστες θα πρέπει να ενημερώνονται εκ των προτέρων, πλήρως και με σαφήνεια σχετικά με τυχόν χρεώσεις που επιβάλλονται στους αριθμούς ατελών κλήσεων, όπως τα τέλη διεθνών κλήσεων που επιβάλλονται σε αριθμούς που είναι προσβάσιμοι μέσω των τυποποιημένων διεθνών διακριτικών κλήσης. Όταν τα έσοδα διασύνδεσης ή άλλων υπηρεσιών παρακρατούνται από παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών για λόγους απάτης ή κατάχρησης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι τα παρακρατηθέντα έσοδα υπηρεσιών επιστρέφονται στους τελικούς χρήστες που επηρεάστηκαν από τη σχετική απάτη ή κατάχρηση όπου είναι δυνατόν.
(146)Η συνδεσιμότητα υψηλής ταχύτητας και υψηλής ποιότητας είναι απαραίτητη για τη συνοχή της κοινωνίας της Ένωσης και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας της Ένωσης. Τα δίκτυα οπτικής ίνας μέχρι την κατοικία (FTTH) αποτελούν το πλέον ανθεκτικό στον χρόνο μέσο παροχής ασφαλούς, αξιόπιστης και ενεργειακά αποδοτικής σταθερής συνδεσιμότητας, ικανής να επιτύχει τους στόχους της Ένωσης για τον ψηφιακό μετασχηματισμό και το κλίμα, ενώ παράλληλα μειώνουν το κόστος συντήρησης και λειτουργίας για τους φορείς εκμετάλλευσης.
(147)Για να επιταχυνθεί η μετάβαση σε οπτικές ίνες, ιδίως η ανάπτυξη δικτύων FTTH, και να αυξηθεί η χρήση των υπηρεσιών που παρέχονται μέσω των εν λόγω δικτύων, είναι αναγκαίο να προγραμματιστεί και να εφαρμοστεί η κατάργηση των παραδοσιακών δικτύων χαλκού με τακτικό και έγκαιρο τρόπο. Για τον σκοπό αυτόν, θα πρέπει να δημιουργηθεί ένα δομημένο πλαίσιο για τη σταδιακή και αναλογική μετάβαση από τα δίκτυα χαλκού στα δίκτυα οπτικών ινών. Η χρήση των δικτύων χαλκού προς το γενικό συμφέρον θα πρέπει να ρυθμιστεί, με την επιφύλαξη της ιδιοκτησίας των πάγιων στοιχείων του δικτύου, η οποία θα πρέπει να εξακολουθήσει να διέπεται από το εθνικό δίκαιο.
(148)Η κατάργηση των δικτύων χαλκού θα πρέπει να τηρεί τις αρχές της προβλεψιμότητας, της διαφάνειας και της αναλογικότητας. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να καθοριστούν αντικειμενικές προϋποθέσεις, διαδικαστικά στάδια και διασφαλίσεις που θα διέπουν την κατάργηση των δικτύων χαλκού, με παράλληλη πρόβλεψη αναλογικών εξαιρέσεων. Σε συνδυασμό με μια επαρκώς μακρά μεταβατική περίοδο, τα μέτρα αυτά προστατεύουν τα συμφέροντα των τελικών χρηστών, ενισχύουν την ασφάλεια δικαίου για τις επιχειρήσεις και αποφεύγουν τις στρεβλώσεις του ανταγωνισμού. Η εν λόγω μεταβατική περίοδος επαρκεί για να παρασχεθεί στους φορείς εκμετάλλευσης δικτύων χαλκού η δυνατότητα να οργανώσουν, να προετοιμαστούν και να ολοκληρώσουν την κατάργηση των δικτύων χαλκού. Η περίοδος αυτή θα πρέπει να επιτρέπει επίσης στους φορείς εκμετάλλευσης δικτύων χαλκού να προβαίνουν σε αναβάθμιση των υφιστάμενων δικτύων τους σε δίκτυα FTTH ή να εγκαθιστούν δίκτυα FTTH, όπου το κρίνουν οικονομικά και εμπορικά δικαιολογημένο. Επιπλέον, η προθεσμία ενός έτους από τη δεσμευτική νομική πράξη που επιβάλλει την κατάργηση των δικτύων χαλκού παρέχει στους φορείς εκμετάλλευσης δικτύων χαλκού επαρκή χρόνο για να προγραμματίσουν την έναρξη της κατάργησης των δικτύων χαλκού και να εφαρμόσουν όλα τα αναγκαία μέτρα πριν από την έναρξη αυτή.
(149)Για να υποστηριχθεί η συνεκτική και αποτελεσματική προετοιμασία της κατάργησης των δικτύων χαλκού, απαιτείται συντονισμένη δράση σε ενωσιακό και εθνικό επίπεδο στα κράτη μέλη στα οποία οι υπηρεσίες που βασίζονται σε δίκτυα χαλκού εξακολουθούν να λειτουργούν μετά τις 30 Ιουνίου 2029. Τα εν λόγω κράτη μέλη διαδραματίζουν καίριο ρόλο στην επίτευξη ταχείας και ομαλής μετάβασης στις οπτικές ίνες προς όφελος των τελικών χρηστών. Κάθε τέτοιο κράτος μέλος θα πρέπει να καταρτίσει εθνικό σχέδιο μετάβασης σε δίκτυο οπτικών ινών, στο οποίο θα καθορίζεται η στρατηγική του για τη μετάβαση σε δίκτυο οπτικών ινών. Το εν λόγω σχέδιο θα πρέπει να περιγράφει την κάλυψη του δικτύου για τις σχετικές τεχνολογίες, να προσδιορίζει πρωτοβουλίες ανάπτυξης και να καθορίζει μέτρα για τη στήριξη της έγκαιρης και ομαλής μετάβασης από το δίκτυο χαλκού στο δίκτυο οπτικών ινών.
(150)Τα σχέδια μετάβασης σε οπτικές ίνες θα πρέπει να στηρίζουν την επίτευξη των στόχων συνδεσιμότητας της ψηφιακής δεκαετίας, ιδίως της συνδεσιμότητας gigabit. Για να διασφαλιστεί ότι οι επενδυτικές ανάγκες για τη μετάβαση σε δίκτυα οπτικών ινών μπορούν να προσδιοριστούν με επαρκή βαθμό λεπτομέρειας σε αρχικό στάδιο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν υπόψη τις συστάσεις που τους απευθύνονται στις οικείες εκθέσεις για την ψηφιακή δεκαετία κατά την κατάρτιση των σχεδίων εθνικής και περιφερειακής εταιρικής σχέσης (στο εξής: ΕΠΕΣ) στο πλαίσιο του επόμενου πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου και να προσαρμόσουν αναλόγως τους εθνικούς στρατηγικούς χάρτες πορείας για την ψηφιακή δεκαετία. Τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να λάβουν υπόψη τις εξελισσόμενες ανάγκες τους, ιδίως στην προοπτική της προόδου στους τομείς της μετάβασης στις οπτικές ίνες και της κατάργησης των δικτύων χαλκού, κατά την αναθεώρηση των οικείων σχεδίων ΕΠΕΣ, στο πλαίσιο της ενδιάμεσης επανεξέτασης.
(151)Για τον σχεδιασμό και τη διαχείριση της κατάργησης του δικτύου χαλκού με δομημένο και διαφανή τρόπο, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να προσδιορίσουν συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές κατάργησης του δικτύου χαλκού (στο εξής: περιοχές CSO), χρησιμοποιώντας εναρμονισμένα κριτήρια με βάση καθοδήγηση που θα εκδοθεί από την Επιτροπή. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να επανεξετάζουν τις εν λόγω περιοχές με βάση την ανάπτυξη του δικτύου και τις εξελίξεις της αγοράς.
(152)Η προϋπόθεση βιωσιμότητας που σχετίζεται με την κάλυψη οπτικών ινών μπορεί να πληρούται ανεξάρτητα από το αν τα εν λόγω δίκτυα εγκαθίστανται από τον κατεστημένο φορέα εκμετάλλευσης ή από εναλλακτικούς φορείς. Για τους σκοπούς της αξιολόγησης του αν διατίθενται οικονομικά προσιτές υπηρεσίες συνδεσιμότητας λιανικής συγκρίσιμης ποιότητας στους τελικούς χρήστες που λαμβάνουν υπηρεσίες βασιζόμενες στο δίκτυο χαλκού, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να εφαρμόζουν αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια, λαμβάνοντας υπόψη τις εθνικές συνθήκες, τις τοπικές συνθήκες ανάπτυξης και τα σχετικά δεδομένα της αγοράς.
(153)Τα κράτη μέλη θα πρέπει να θέσουν ως στόχο την έναρξη της κατάργησης του δικτύου χαλκού σε σημαντικό ποσοστό των περιοχών CSO πολύ πριν από την 31η Δεκεμβρίου 2035. Για τον σκοπό αυτόν, θα πρέπει να λάβουν κατάλληλα μέτρα, σύμφωνα με το οικείο εθνικό σχέδιο μετάβασης σε οπτικές ίνες, ώστε να μεγιστοποιήσουν τον αριθμό των περιοχών CSO στις οποίες πληρούνται οι προϋποθέσεις βιωσιμότητας σε αρχικό στάδιο.
(154)Στις περιπτώσεις στις οποίες πληρούνται οι προϋποθέσεις βιωσιμότητας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να επιβάλουν την κατάργηση του δικτύου χαλκού εντός καθορισμένων προθεσμιών, έπειτα από τη δημοσίευση των σχετικών αξιολογήσεων από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές. Αυτή η προοδευτική προσέγγιση διευκολύνει την ομαλή μετάβαση, μειώνει την αβεβαιότητα και παρέχει επαρκή χρόνο στους φορείς εκμετάλλευσης και τους τελικούς χρήστες για να προσαρμοστούν.
(155)Όταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις βιωσιμότητας σε μια περιοχή CSO, τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να επιβάλουν την κατάργηση του δικτύου χαλκού στις εν λόγω περιοχές πριν από την 31η Δεκεμβρίου 2035 και το δίκτυο χαλκού μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί. Ωστόσο, έως την 31η Δεκεμβρίου 2035, η κατάργηση του δικτύου χαλκού θα πρέπει, κατά κανόνα, να έχει επιβληθεί σε όλες τις περιοχές CSO. Αυτός ο μακροπρόθεσμος στόχος δίνει ένα σαφές μήνυμα για τις επενδύσεις, ενώ παράλληλα παρέχει επαρκή ευελιξία για την αντιμετώπιση των διαφορών στην πρόοδο της ανάπτυξης δικτύων μεταξύ των κρατών μελών και των περιφερειών.
(156)Σε εξαιρετικές περιπτώσεις στις οποίες η εγκατάσταση οπτικών ινών δεν είναι οικονομικά βιώσιμη και δεν διατίθεται λύση επαρκούς συνδεσιμότητας ικανή να αντικαταστήσει τις υπηρεσίες που βασίζονται σε δίκτυο χαλκού, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να μην επιβάλουν την κατάργηση του δικτύου χαλκού. Οι εξαιρέσεις αυτές είναι αναγκαίες για να αποφευχθούν δυσανάλογες επιπτώσεις στους τελικούς χρήστες και να διασφαλιστεί η συνέχεια της παροχής βασικών υπηρεσιών. Στο πλαίσιο αυτό, οι λύσεις επαρκούς συνδεσιμότητας αναφέρονται σε λύσεις ικανές να διασφαλίσουν τη συνέχεια της παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών συγκρίσιμης ποιότητας με εκείνη που παρέχεται από το δίκτυο χαλκού στην ίδια περιοχή. Η διαθεσιμότητα τέτοιων λύσεων επαρκούς συνδεσιμότητας θα πρέπει να προσδιορίζεται από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, συμπεριλαμβανομένης της ποιότητας και της οικονομικής προσιτότητας, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών της αγοράς.
(157)Για τη διασφάλιση της ομαλής μετάβασης και της προστασίας των τελικών χρηστών, τα κράτη μέλη θα πρέπει να προβλέψουν κατάλληλες διασφαλίσεις πριν από την κατάργηση των δικτύων χαλκού. Στις διασφαλίσεις αυτές θα πρέπει να περιλαμβάνεται η έγκαιρη και σαφής ενημέρωση, καθώς και η λήψη μέτρων για την εξασφάλιση της συνέχειας ή της μετάβασης κρίσιμων υπηρεσιών σε λειτουργικά ισοδύναμες εναλλακτικές.
(158)Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να εποπτεύουν την εφαρμογή της κατάργησης του δικτύου χαλκού και να διασφαλίζουν ότι οι φορείς εκμετάλλευσης συμμορφώνονται με τα εγκεκριμένα σχέδια κατάργησης, τα χρονοδιαγράμματα και τις υποχρεώσεις ενημέρωσης. Θα πρέπει να επιβάλλονται αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης.
(159)Είναι αναγκαία η παροχή κατάλληλων κινήτρων για επενδύσεις σε δίκτυα gigabit που στηρίζουν τις καινοτόμες υπηρεσίες διαδικτύου με πλούσιο περιεχόμενο και ενισχύουν τη γενική ανταγωνιστικότητα της Ένωσης. Έχει συνεπώς ζωτική σημασία να προωθηθούν οι αποτελεσματικές επενδύσεις στην ανάπτυξη των εν λόγω δικτύων και ταυτοχρόνως να διασφαλισθεί ο ανταγωνισμός, δεδομένου ότι εξακολουθούν να υφίστανται σημεία συμφόρησης και φραγμοί εισόδου σε επίπεδο υποδομής, και να ενισχυθούν οι δυνατότητες επιλογής των καταναλωτών μέσω της ρυθμιστικής προβλεψιμότητας και συνέπειας.
(160)O καλύτερος τρόπος για να ενθαρρυνθεί ο ανταγωνισμός προϋποθέτει επαρκείς από οικονομική άποψη επενδύσεις σε νέες αλλά και σε υπάρχουσες υποδομές, οι οποίες θα συμπληρώνονται από κανονιστικές ρυθμίσεις, όπου απαιτείται, ώστε να διασφαλίζονται οι επιλογές των καταναλωτών και των επιχειρήσεων όσον αφορά τις υπηρεσίες. Αποδοτικός κρίνεται ο βασισμένος στις υποδομές ανταγωνισμός όταν το εύρος της αλληλεπικάλυψης των υποδομών επιτρέπει στους επενδυτές να προσβλέπουν εύλογα σε ικανοποιητικές αποδόσεις.
(161)Θα πρέπει να διασφαλισθεί ότι υπάρχουν διαδικασίες για την παροχή δικαιωμάτων εγκατάστασης ευκολιών, οι οποίες είναι έγκαιρες, αμερόληπτες και διαφανείς ώστε να εγγυώνται όρους θεμιτού και αποτελεσματικού ανταγωνισμού. Οι άδειες που εκδίδονται σε παρόχους δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και τους επιτρέπουν να αποκτήσουν πρόσβαση σε δημόσια ή ιδιωτική ιδιοκτησία αποτελούν βασικούς παράγοντες για τη σύσταση δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή για νέα στοιχεία δικτύων. Περιττές περιπλοκές και καθυστερήσεις στις διαδικασίες χορήγησης δικαιωμάτων διέλευσης ενδέχεται επομένως να αποτελούν σημαντικά εμπόδια στην ανάπτυξη του ανταγωνισμού. Κατά συνέπεια, η απόκτηση δικαιωμάτων διέλευσης από εξουσιοδοτημένες επιχειρήσεις θα πρέπει να απλουστευθεί. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να συντονίζουν την απόκτηση δικαιωμάτων διέλευσης, παρέχοντας σχετικές πληροφορίες στους δικτυακούς τόπους τους.
(162)Είναι απαραίτητο να ενισχυθούν οι εξουσίες των κρατών μελών όσον αφορά κατόχους δικαιωμάτων διέλευσης ώστε να διασφαλισθεί η είσοδος ή εγκατάσταση νέου δικτύου κατά δίκαιο, αποτελεσματικό και περιβαλλοντικά υπεύθυνο τρόπο και ανεξάρτητα από κάθε υποχρέωση επιχείρησης που ορίζεται ότι έχει σημαντική ισχύ στην αγορά να παραχωρεί πρόσβαση στο δικό του δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Ο βελτιωμένος μερισμός ευκολιών μπορεί να μειώσει το περιβαλλοντικό κόστος ανάπτυξης υποδομής ηλεκτρονικών επικοινωνιών, καθώς και να εξυπηρετήσει τη δημόσια υγεία, τη δημόσια ασφάλεια και να εκπληρώσει πολεοδομικούς και χωροταξικούς στόχους. Ως εκ τούτου, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχουν την εξουσία να απαιτούν από επιχειρήσεις που έχουν επωφεληθεί από δικαιώματα εγκατάστασης ευκολιών επί δημόσιου ή ιδιωτικού ακινήτου, επάνω ή κάτω από αυτό, τον μερισμό των εν λόγω ευκολιών ή των ακινήτων, περιλαμβανομένης της φυσικής συνεγκατάστασης, έπειτα από κατάλληλη περίοδο δημόσιας διαβούλευσης, κατά τη διάρκεια της οποίας όλοι οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να έχουν την ευκαιρία να εκφράσουν τις απόψεις τους, στους συγκεκριμένους τομείς όπου τέτοιου είδους λόγοι γενικού συμφέροντος επιβάλλουν αυτόν τον μερισμό. Για παράδειγμα, αυτό μπορεί να συμβαίνει σε περίπτωση υψηλής συμφόρησης του υπεδάφους ή όταν υπάρχει ανάγκη υπέρβασης φυσικού εμποδίου. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει ιδίως να είναι σε θέση να επιβάλουν μερισμό στοιχείων δικτύων και συναφών ευκολιών, π.χ. αγωγών, σωληνώσεων, ιστών, φρεατίων, κυτίων σύνδεσης, κεραιών, πύργων και άλλων φερουσών κατασκευών, κτιρίων ή εισόδων κτιρίων, και καλύτερο συντονισμό τεχνικών έργων για λόγους περιβαλλοντικής βιωσιμότητας των δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή για άλλους λόγους δημόσιας πολιτικής. Αντιθέτως, θα πρέπει να εναπόκειται στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές η θέσπιση των κανόνων για την κατανομή του κόστους του μερισμού ευκολιών ή ακινήτου, ώστε να διασφαλίζεται ότι παρέχεται κατάλληλη ανταμοιβή για τον κίνδυνο μεταξύ των σχετικών επιχειρήσεων. Για παράδειγμα, σε συμμετρικό πλαίσιο, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, κατά περίπτωση, τυχόν κατευθυντήριες γραμμές που εκδίδονται από την Επιτροπή ή τον BEREC, σύμφωνα με το άρθρο 3, το άρθρο 5 παράγραφος 6 και το άρθρο 11 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1309. Λαμβανομένων υπόψη των υποχρεώσεων που επιβάλλονται από τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/1309, οι αρμόδιες αρχές, ιδίως οι τοπικές αρχές, θα πρέπει επίσης να καθιερώσουν κατάλληλες διαδικασίες συντονισμού, σε συνεργασία με τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, όσον αφορά τα δημόσια έργα και επίσης άλλες κατάλληλες δημόσιες ευκολίες ή ακίνητα, συμπεριλαμβανομένων διαδικασιών που διασφαλίζουν ότι οι ενδιαφερόμενοι λαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με τις κατάλληλες δημόσιες ευκολίες ή ακίνητα και τα εκτελούμενα και προγραμματισμένα δημόσια έργα, ότι ενημερώνονται εγκαίρως για τα έργα αυτά και ότι ο μερισμός διευκολύνεται στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό.
(163)Όταν απαιτείται από φορείς εκμετάλλευσης κινητής τηλεφωνίας να χρησιμοποιούν από κοινού πύργους ή ιστούς για περιβαλλοντικούς λόγους, αυτή η υποχρεωτική από κοινού χρήση θα μπορούσε να συνεπάγεται τη μείωση των ανώτατων επιτρεπόμενων επιπέδων μεταδιδόμενης ισχύος για κάθε φορέα για λόγους δημόσιας υγείας και τούτο θα μπορούσε να οδηγήσει, εν συνεχεία, στην υποχρέωση των φορέων να εγκαταστήσουν περισσότερους αναμεταδότες για τη διασφάλιση εθνικής κάλυψης. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να επιδιώκουν να συνεκτιμούν τους εκάστοτε προβληματισμούς για το περιβάλλον και τη δημόσια υγεία, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την προληπτική προσέγγιση.
(164)Οι υποχρεώσεις σχετικά με την πρόσβαση και τη διασύνδεση θα πρέπει να ισχύουν μόνο για τα δημόσια δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Οι πάροχοι μη δημόσιων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών δεν θα πρέπει να υπόκεινται στις εν λόγω υποχρεώσεις. Μπορούν, εντούτοις, να επωφελούνται από πρόσβαση στα δημόσια δίκτυα υπό τους όρους που καθορίζουν τα κράτη μέλη. Ωστόσο, ως μέσο διατερματικής διανομής της κίνησης, οι πάροχοι δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών πλην των δημόσιων μεταβιβάζουν όλο και περισσότερο την κίνηση σε παρόχους δημόσιων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών υπό μορφή ανταλλαγής κίνησης ή διαβίβασης επί πληρωμή (peering or transit). Σε ορισμένες περιπτώσεις, η κίνηση αυτή μπορεί να δημιουργήσει δυσανάλογες ή μη βιώσιμες επενδυτικές ανάγκες για τους αποδέκτες παρόχους δημόσιων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Οι καταστάσεις αυτές θα πρέπει να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές για τη διευκόλυνση της συνεργασίας οικοσυστημάτων που εξέδωσε ο BEREC και, κατά περίπτωση, μέσω του προβλεπόμενου μηχανισμού οικειοθελούς συνδιαλλαγής.
(165)Σε μια ανοιχτή και ανταγωνιστική αγορά, δεν θα πρέπει να υπάρχουν περιορισμοί που αποτρέπουν τις επιχειρήσεις να διαπραγματεύονται ρυθμίσεις πρόσβασης και διασύνδεσης μεταξύ τους, ιδίως σε διασυνοριακές συμφωνίες, με την επιφύλαξη των κανόνων περί ανταγωνισμού όπως ορίζονται στη ΣΛΕΕ. Κατά την επίτευξη μιας αποτελεσματικότερης και πραγματικά πανευρωπαϊκής αγοράς, με ουσιαστικό ανταγωνισμό και μεγαλύτερες δυνατότητες επιλογής και ανταγωνιστικών υπηρεσιών στους τελικούς χρήστες, οι επιχειρήσεις που λαμβάνουν αιτήσεις πρόσβασης ή διασύνδεσης από άλλες επιχειρήσεις που υπόκεινται σε γενική άδεια για να παρέχουν δίκτυα ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών στο κοινό θα πρέπει, κατ’ αρχήν, να συνάπτουν τις σχετικές συμφωνίες επί εμπορικής βάσεως και να διαπραγματεύονται καλόπιστα.
(166)Σε αγορές όπου εξακολουθούν να υπάρχουν μεγάλες διαφορές ως προς τη διαπραγματευτική ισχύ μεταξύ επιχειρήσεων και όπου ορισμένες επιχειρήσεις στηρίζονται σε υποδομή που παρέχεται από τρίτους για την παροχή των υπηρεσιών τους, είναι σκόπιμη η θέσπιση ενός ρυθμιστικού πλαισίου, ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματική λειτουργία της αγοράς. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να έχουν την εξουσία, σε περίπτωση αποτυχίας των εμπορικών διαπραγματεύσεων, να εξασφαλίζουν κατάλληλη πρόσβαση και διασύνδεση καθώς και διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών προς το συμφέρον των τελικών χρηστών. Συγκεκριμένα, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να διασφαλίζουν τη διατερματική συνδεσιμότητα επιβάλλοντας αναλογικές υποχρεώσεις στις επιχειρήσεις που υπόκεινται σε γενική άδεια και ελέγχουν την πρόσβαση στους τελικούς χρήστες. Ο έλεγχος των μέσων πρόσβασης ενδέχεται να συνεπάγεται κυριότητα ή έλεγχο του φυσικού (σταθερού ή κινητού) συνδέσμου με τον τελικό χρήστη ή τη δυνατότητα αλλαγής ή αφαίρεσης του εθνικού αριθμού ή αριθμών που χρειάζονται για την πρόσβαση στο σημείο τερματισμού του δικτύου ενός τελικού χρήστη. Τούτο θα μπορούσε, παραδείγματος χάριν, να είναι απαραίτητο εάν οι φορείς εκμετάλλευσης δικτύου περιόριζαν αδικαιολόγητα τις επιλογές των τελικών χρηστών όσον αφορά την πρόσβαση σε πύλες και υπηρεσίες του διαδικτύου.
(167)Υπό το πρίσμα της αρχής της μη διακριτικής μεταχείρισης, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι όλες οι επιχειρήσεις, ανεξάρτητα από το μέγεθός τους και το επιχειρηματικό τους μοντέλο, είτε καθετοποιημένο είτε διαχωρισμένο, μπορούν να διασυνδέονται με εύλογους όρους και προϋποθέσεις, με σκοπό την παροχή διατερματικής συνδεσιμότητας και πρόσβασης στο διαδίκτυο.
(168)Τα εθνικά, νομοθετικά ή διοικητικά μέτρα που συνδέουν τους όρους και τις προϋποθέσεις πρόσβασης ή διασύνδεσης με τις δραστηριότητες του μέρους που επιθυμεί τη διασύνδεση, και ειδικότερα με το ύψος της επένδυσής του σε υποδομή δικτύου και όχι με τις παρεχόμενες υπηρεσίες διασύνδεσης ή πρόσβασης, ενδέχεται να προξενήσουν στρέβλωση της αγοράς και, επομένως, να μη συμβιβάζονται με τους κανόνες περί ανταγωνισμού.
(169)Οι φορείς εκμετάλλευσης δικτύου που ελέγχουν την πρόσβαση των δικών τους πελατών ενεργούν βάσει αποκλειστικών αριθμών ή διευθύνσεων μιας δημοσιευμένης σειράς αριθμών ή διευθύνσεων. Άλλοι φορείς εκμετάλλευσης δικτύου χρειάζεται να μπορούν να παρέχουν τηλεπικοινωνιακή κίνηση στους πελάτες αυτούς και, επομένως, να είναι σε θέση να διασυνδέονται άμεσα ή έμμεσα μεταξύ τους. Είναι, επομένως, σκόπιμο να καθοριστούν δικαιώματα και υποχρεώσεις για τη διαπραγμάτευση της διασύνδεσης.
(170)Η διαλειτουργικότητα είναι επωφελής για τους τελικούς χρήστες και αποτελεί σημαντικό στόχο του ρυθμιστικού πλαισίου της ΕΕ. Η ενθάρρυνση της διαλειτουργικότητας αποτελεί έναν από τους στόχους των εθνικών ρυθμιστικών και λοιπών αρμόδιων αρχών, όπως καθορίζονται στο εν λόγω πλαίσιο. Το εν λόγω πλαίσιο θα πρέπει επίσης να προβλέπει ότι η Επιτροπή πρέπει να δημοσιεύει κατάλογο προτύπων ή προδιαγραφών που καλύπτουν την προσφορά υπηρεσιών, τις τεχνικές διεπαφές ή τις λειτουργίες δικτύου, ως βάση για την ενθάρρυνση της εναρμόνισης των ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να ενθαρρύνουν τη χρήση των δημοσιευμένων προτύπων ή προδιαγραφών, στον βαθμό που αυτό είναι απολύτως απαραίτητο για τη διασφάλιση της διαλειτουργικότητας των υπηρεσιών και για τη διεύρυνση της ελευθερίας επιλογής των χρηστών.
(171)Επί του παρόντος, τόσο η διατερματική συνδεσιμότητα όσο και η πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης εξαρτώνται από το κατά πόσο οι τελικοί χρήστες χρησιμοποιούν υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών. Η αυξημένη αποκλειστική χρήση υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών από αυξανόμενο αριθμό τελικών χρηστών θα μπορούσε να συνεπάγεται έλλειψη επαρκούς διαλειτουργικότητας μεταξύ των υπηρεσιών επικοινωνιών. Κατά συνέπεια, θα μπορούσαν να ανακύψουν σημαντικοί φραγμοί για την είσοδο στην αγορά και εμπόδια για την περαιτέρω καινοτομία, που θα απειλήσουν αισθητά την αποτελεσματική διατερματική συνδεσιμότητα μεταξύ τελικών χρηστών.
(172)Σε περίπτωση που ανακύπτουν τέτοια ζητήματα διαλειτουργικότητας, η Επιτροπή θα πρέπει να δύναται να ζητά την εκπόνηση έκθεσης από τον BEREC η οποία θα παρέχει τεκμηριωμένη αξιολόγηση της κατάστασης της αγοράς σε επίπεδο Ένωσης και κρατών μελών. Λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση του BEREC και άλλα διαθέσιμα στοιχεία καθώς και τις επιπτώσεις στην εσωτερική αγορά, η Επιτροπή θα πρέπει να αποφασίζει κατά πόσο υφίσταται ανάγκη ρυθμιστικής παρέμβασης, μεταξύ άλλων από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές ή λοιπές αρμόδιες αρχές. Εάν η Επιτροπή κρίνει ότι αυτή η ρυθμιστική παρέμβαση είναι αναγκαία σε επίπεδο Ένωσης ή ότι θα πρέπει να εξεταστεί από τις εθνικές ρυθμιστικές ή άλλες αρμόδιες αρχές, θα πρέπει να είναι εξουσιοδοτημένη να εγκρίνει εκτελεστικές πράξεις στις οποίες θα διευκρινίζονται ο χαρακτήρας και το πεδίο εφαρμογής πιθανών ρυθμιστικών παρεμβάσεων, μεταξύ άλλων από τις εθνικές ρυθμιστικές ή άλλες αρμόδιες αρχές, στις οποίες περιλαμβάνονται, ειδικότερα, υποχρεώσεις να δημοσιεύεται και να επιτρέπεται η χρήση, η τροποποίηση και η αναδιανομή των σχετικών πληροφοριών από αρχές και παρόχους, καθώς και μέτρα για την επιβολή της υποχρεωτικής χρήσης προτύπων ή προδιαγραφών σε όλους ή σε συγκεκριμένους παρόχους.
(173)Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να αξιολογούν, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες εθνικές περιστάσεις, κατά πόσον οποιαδήποτε παρέμβαση είναι απαραίτητη και δικαιολογημένη για να διασφαλίζεται η διατερματική συνδεσιμότητα και, αν ναι, να επιβάλλουν αναλογικές υποχρεώσεις σύμφωνα με τις εκτελεστικές πράξεις της Επιτροπής στους παρόχους υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών με σημαντικό επίπεδο κάλυψης και χρήσης από τους χρήστες. Οι πάροχοι με περιορισμένο αριθμό τελικών χρηστών ή περιορισμένη γεωγραφική κάλυψη, οι οποίοι θα συνέβαλλαν μόνον οριακά στην επίτευξη του συγκεκριμένου στόχου, δεν θα πρέπει κανονικά να υπόκεινται σε αυτές τις υποχρεώσεις διαλειτουργικότητας.
(174)Σε περιπτώσεις όπου οι επιχειρήσεις στερούνται την πρόσβαση σε βιώσιμες εναλλακτικές επιλογές των μη αναπαραγώγιμων συρμάτων, καλωδίων και συναφών ευκολιών στο εσωτερικό κτιρίων ή μέχρι το πρώτο σημείο συγκέντρωσης ή διανομής και προκειμένου να προωθηθεί η δημιουργία ανταγωνιστικών αποτελεσμάτων προς συμφέρον των τελικών χρηστών, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να έχουν την εξουσία να επιβάλλουν υποχρεώσεις πρόσβασης σε όλες τις επιχειρήσεις, ανεξάρτητα από ορισμό ως επιχείρηση με σημαντική ισχύ στην αγορά. Στο πλαίσιο αυτό, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη όλους τους τεχνικούς και οικονομικούς φραγμούς για τη μελλοντική αναπαραγωγή δικτύων. Ωστόσο, δεδομένου ότι τέτοιες υποχρεώσεις μπορούν σε ορισμένες περιπτώσεις να είναι παρεμβατικές, μπορούν να υπονομεύουν τα κίνητρα για επενδύσεις και μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα την ενίσχυση της θέσης παραγόντων με σημαντική ισχύ στην αγορά, θα πρέπει να επιβάλλονται μόνο όταν αυτό είναι δικαιολογημένο και ανάλογο για την επίτευξη βιώσιμου ανταγωνισμού στις αντίστοιχες αγορές. Το γεγονός και μόνο ότι υφίστανται ήδη περισσότερες από μία τέτοιες υποδομές δεν θα πρέπει αναγκαστικά να ερμηνεύεται ως ένδειξη αναπαραγωγιμότητας των πάγιων στοιχείων. Εφόσον απαιτείται, σε συνδυασμό με τις εν λόγω υποχρεώσεις πρόσβασης, οι επιχειρήσεις θα πρέπει επίσης να δύνανται να επικαλεστούν τις υποχρεώσεις παροχής πρόσβασης στην υλική υποδομή βάσει του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1309. Οι υποχρεώσεις που ενδεχομένως επιβάλλει η εθνική ρυθμιστική αρχή και τυχόν αποφάσεις που έχουν ληφθεί από λοιπές αρμόδιες αρχές δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1309, για να διασφαλίζεται η πρόσβαση σε υλική υποδομή στο εσωτερικό κτιρίων ή σε υλική υποδομή μέχρι το σημείο πρόσβασης, θα πρέπει να είναι συνεπείς.
(175)Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα, στον βαθμό που είναι αναγκαίο, να επιβάλλουν στις επιχειρήσεις υποχρεώσεις παροχής πρόσβασης σε ορισμένες ευκολίες, συγκεκριμένα στις διεπαφές προγραμματισμού εφαρμογών (στο εξής: ΔΠΕ) και τους ηλεκτρονικούς οδηγούς προγραμμάτων (στο εξής: ΗΟΠ), ώστε να διασφαλίζεται όχι μόνο η προσβασιμότητα των τελικών χρηστών σε υπηρεσίες ψηφιακών ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών, αλλά και σε συναφείς συμπληρωματικές υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων υπηρεσιών συνδεόμενων με το πρόγραμμα που είναι ειδικά σχεδιασμένες για τη βελτίωση της προσβασιμότητας των τελικών χρηστών με αναπηρίες, καθώς και συνδεόμενων με το πρόγραμμα υπηρεσιών συνδεδεμένης τηλεόρασης.
(176) Όταν οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές εκτιμούν το σημείο συγκέντρωσης ή διανομής μέχρι το οποίο προτίθενται να επιβάλουν πρόσβαση, είναι σημαντικό να επιλέγουν ένα σημείο σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές του BEREC. Η επιλογή, όπου είναι δυνατόν, σημείου εγγύτερα στους τελικούς χρήστες θα είναι επωφελέστερη για τον ανταγωνισμό όσον αφορά τις υποδομές και για την ανάπτυξη δικτύων gigabit. Θα μπορούσε επίσης να δικαιολογηθεί η επιβολή υποχρεώσεων πρόσβασης σε σύρματα και καλώδια πέρα από το πρώτο σημείο συγκέντρωσης ή διανομής, όταν αποδεικνύεται ότι η αναπαραγωγή αντιμετωπίζει υψηλούς και όχι παροδικούς υλικούς ή οικονομικούς φραγμούς, με αποτέλεσμα προβλήματα ανταγωνισμού ή αστοχίες της αγοράς σε επίπεδο λιανικής εις βάρος των τελικών χρηστών. Η εκτίμηση της αναπαραγωγιμότητας στοιχείων του δικτύου απαιτεί ανάλυση της αγοράς, αλλά η εθνική ρυθμιστική αρχή δεν θα πρέπει να υποχρεούται να επιβάλλει τις εν λόγω υποχρεώσεις. Από την άλλη, η εν λόγω ανάλυση της αγοράς απαιτεί επαρκή οικονομική αξιολόγηση των συνθηκών της αγοράς, προκειμένου να κριθεί αν τηρούνται τα κριτήρια που είναι αναγκαία για την επιβολή υποχρεώσεων πέρα από το πρώτο σημείο συγκέντρωσης ή διανομής. Οι εν λόγω υποχρεώσεις πρόσβασης είναι πιθανότερο να είναι αναγκαίες σε γεωγραφικές περιοχές όπου το επιχειρηματικό εγχείρημα εγκατάστασης εναλλακτικών υποδομών δεν είναι βιώσιμο ή ενέχει μεγαλύτερο κίνδυνο, για παράδειγμα εξαιτίας της χαμηλής πυκνότητας πληθυσμού. Αντιθέτως, συνήθως η πυκνή συγκέντρωση νοικοκυριών θα μπορούσε να αποτελεί ένδειξη ότι η επιβολή αυτών των υποχρεώσεων είναι περιττή.
(177)Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να εξετάσουν αν οι εν λόγω συμμετρικές υποχρεώσεις ενδέχεται να ενισχύσουν τη θέση των επιχειρήσεων που έχουν οριστεί ότι έχουν σημαντική ισχύ στην αγορά. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να μπορούν να επιβάλλουν την πρόσβαση σε ενεργά ή εικονικά στοιχεία δικτύου που χρησιμοποιούνται για την παροχή υπηρεσιών σε αυτήν την υποδομή πέρα από το πρώτο σημείο συγκέντρωσης ή διανομής, εάν η πρόσβαση σε παθητικά στοιχεία θα ήταν οικονομικώς μη αποδοτική ή πρακτικώς ανέφικτη και εάν η εθνική ρυθμιστική αρχή κρίνει ότι, χωρίς αυτήν την παρέμβαση, θα υπονομευόταν ο σκοπός της υποχρέωσης πρόσβασης. Για να ενισχυθεί η συνεπής ρυθμιστική πρακτική σε ολόκληρη την Ένωση, η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να ζητεί από την εθνική ρυθμιστική αρχή να αποσύρει τα σχέδια μέτρων για την επέκταση των υποχρεώσεων πρόσβασης πέραν του πρώτου σημείου συγκέντρωσης ή διανομής.
(178)Για λόγους συμμόρφωσης με την αρχή της αναλογικότητας, μπορεί να είναι σκόπιμο οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές να αποκλείουν ορισμένες κατηγορίες επιχειρήσεων από υποχρεώσεις που υπερβαίνουν το πρώτο σημείο συγκέντρωσης ή διανομής, που θα πρέπει να καθορίζεται από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, με την αιτιολογία ότι υποχρέωση πρόσβασης που δεν βασίζεται στον ορισμό επιχείρησης ως επιχείρησε με σημαντική ισχύ στην αγορά θα έθετε σε κίνδυνο τις επιχειρηματικές προοπτικές τους για προσφάτως αναπτυγμένα στοιχεία δικτύου, ιδίως από μικρά τοπικά έργα. Επιχειρήσεις μόνο χονδρικής δεν θα πρέπει να υπόκεινται στις εν λόγω υποχρεώσεις πρόσβασης αν προσφέρουν, σε εμπορική βάση, αποτελεσματική εναλλακτική πρόσβαση σε δίκτυο gigabit, με δίκαιους, αμερόληπτους και εύλογους όρους και προϋποθέσεις, μεταξύ άλλων και όσον αφορά την τιμή. Η εν λόγω εξαίρεση θα πρέπει να δύναται να επεκταθεί και σε άλλους παρόχους υπό τους ίδιους όρους. Η εξαίρεση δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε παρόχους που λαμβάνουν δημόσια χρηματοδότηση.
(179)Ο μερισμός παθητικών υποδομών που χρησιμοποιούνται για την παροχή υπηρεσιών ασύρματων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, σύμφωνα με τις αρχές του δικαίου ανταγωνισμού, μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμος για τη μεγιστοποίηση της συνδεσιμότητας gigabit σε ολόκληρη την Ένωση, ιδίως σε λιγότερο πυκνοκατοικημένες περιοχές όπου είναι πρακτικώς ανέφικτη η αναπαραγωγή και οι τελικοί χρήστες κινδυνεύουν να στερηθούν αυτήν τη συνδεσιμότητα. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει, κατ’ εξαίρεση, να είναι σε θέση να επιβάλλουν αυτόν τον μερισμό ή την τοπική πρόσβαση περιαγωγής, σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, εφόσον η δυνατότητα αυτή έχει προσδιοριστεί με σαφήνεια στους αρχικούς όρους για τη χορήγηση του δικαιώματος χρήσης και εφόσον αποδεικνύουν τα οφέλη αυτού του μερισμού όσον αφορά την υπέρβαση ανυπέρβλητων οικονομικών ή φυσικών εμποδίων λόγω των οποίων η πρόσβαση σε δίκτυα ή υπηρεσίες είναι ιδιαιτέρως προβληματική ή απούσα και λαμβανομένων υπόψη διάφορων παραγόντων, συμπεριλαμβανομένης ιδίως της ανάγκης για κάλυψη κατά μήκος σημαντικών διαδρομών μεταφορών, για επιλογή και για υψηλότερη ποιότητα υπηρεσιών για τους τελικούς χρήστες, καθώς και της ανάγκης να διατηρηθούν κίνητρα ανάπτυξης των υποδομών. Στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει πρόσβαση από τους τελικούς χρήστες και ο μερισμός παθητικών υποδομών δεν αρκεί από μόνος του για την αντιμετώπιση της κατάστασης, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να μπορούν να επιβάλλουν υποχρεώσεις όσον αφορά τον μερισμό ενεργητικών υποδομών. Στην περίπτωση αυτή, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές ή άλλες αρμόδιες αρχές θα πρέπει να διατηρούν την ευελιξία να επιλέγουν την πλέον κατάλληλη υποχρέωση μερισμού ή πρόσβασης, η οποία θα πρέπει να είναι αναλογική και δικαιολογημένη με βάση τη φύση του εντοπισθέντος προβλήματος.
(180)Ενώ σε ορισμένες περιστάσεις είναι ενδεδειγμένο μια εθνική ρυθμιστική αρχή ή λοιπή αρμόδια αρχή να επιβάλει υποχρεώσεις σε επιχειρήσεις ανεξαρτήτως ορισμού ως επιχείρηση με σημαντική ισχύ στην αγορά αποβλέποντας στην επίτευξη στόχων όπως η διατερματική συνδεσιμότητα ή η διαλειτουργικότητα υπηρεσιών, είναι απαραίτητο να διασφαλίζεται ότι τέτοιες υποχρεώσεις επιβάλλονται σε συμμόρφωση με το ρυθμιστικό πλαίσιο και, ειδικότερα, με τις εφαρμοστέες διαδικασίες κοινοποίησης. Οι υποχρεώσεις αυτές θα πρέπει να επιβάλλονται μόνο όταν δικαιολογούνται για λόγους κατοχύρωσης των στόχων και εφόσον είναι αντικειμενικές, διαφανείς, αναλογικές και αμερόληπτες σύμφωνα με τις σχετικές διαδικασίες κοινοποίησης.
(181)Στο πλαίσιο της μετάβασης σε οπτικές ίνες, είναι εξαιρετικά σημαντικό να διασφαλιστεί ότι οι τελικοί χρήστες θα συνδεθούν με τα διαθέσιμα δίκτυα οπτικών ινών που διέρχονται από τις εγκαταστάσεις τους εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.
(182)Προκειμένου να εξασφαλιστεί η σύνδεση των τελικών χρηστών, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να υποχρεώνουν κάθε πάροχο δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών να εγκαθιστά, με εύλογη πρόσθετη επέκταση, ζεύξη σύνδεσης μεταξύ της κατοικίας του αιτούντος τελικού χρήστη και του πλησιέστερου σημείου διανομής ή σύνδεσης που προορίζεται για την εξυπηρέτηση των εγκαταστάσεών του.
(183)Καταρχήν, οι τιμές για τη σύνδεση αυτή δεν θα πρέπει να υπερβαίνουν τα συνήθη τέλη σύνδεσης στο οικείο κράτος μέλος. Ωστόσο, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν να επιτρέπουν την επιβολή πρόσθετου τέλους, λαμβανομένων υπόψη των γεωγραφικών συνθηκών και οποιωνδήποτε άλλων σχετικών συνθηκών, υπό την προϋπόθεση ότι το κόστος που καταβάλλουν οι τελικοί χρήστες είναι δίκαιο και εύλογο και ότι μπορούν να παρεμβαίνουν για τον καθορισμό μέγιστων τιμών, όταν απαιτείται. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν τις υφιστάμενες συμβάσεις και τους εμπορικούς όρους και προϋποθέσεις που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ των παρόχων υπηρεσιών λιανικής και των τελικών χρηστών ως σημείο αναφοράς για να διαπιστώνουν αν οι τιμές και οι όροι και προϋποθέσεις είναι δίκαιοι και εύλογοι.
(184)Η μετάβαση σε οπτικές ίνες, η ανάγκη να διασφαλιστεί ότι οι τελικοί χρήστες είναι συνδεδεμένοι με δίκτυα οπτικών ινών στις κατοικίες τους και οι αναφερόμενες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι φορείς εκμετάλλευσης κατά την εγκατάσταση οπτικών ινών σε πολυκατοικίες για την κάλυψη της ζήτησης των τελικών χρηστών δικαιολογούν εξαίρεση από το άρθρο 11 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1309. Στις περιπτώσεις αυτές, όταν η σύνδεση του αιτούντος τελικού χρήστη απαιτεί την εγκατάσταση ενδοκτιριακής καλωδίωσης και συναφών ευκολιών εντός πολυκατοικίας, οι ιδιοκτήτες ή οι διαχειριστές της πολυκατοικίας δεν θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να αρνηθούν την εν λόγω εγκατάσταση. Ωστόσο, για να αποφευχθούν οι υπερβολικές παρεμβάσεις σε ιδιωτικές ιδιοκτησίες και η περιττή αλληλεπικάλυψη υποδομών εντός του κτιρίου τους, θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να αρνηθούν την εγκατάσταση δεύτερης ενδοκτιριακής καλωδίωσης και συναφών ευκολιών. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει στη συνέχεια να εξασφαλίζουν ότι η πρόσβαση στο δίκτυο παρέχεται σε συμμετρική βάση.
(185)Προκειμένου να αντιμετωπισθούν τα ανυπέρβλητα οικονομικά ή φυσικά εμπόδια κατά την παροχή στους τελικούς χρήστες υπηρεσιών ή δικτύων που στηρίζονται στη χρήση του ραδιοφάσματος και όπου εξακολουθούν να υπάρχουν κενά στην κάλυψη κινητής τηλεφωνίας, μπορεί ως λύση να απαιτηθεί η πρόσβαση και ο μερισμός παθητικών υποδομών ή, όπου αυτό δεν επαρκεί, ο μερισμός ενεργητικών υποδομών ή συμφωνίες τοπικής πρόσβασης περιαγωγής. Με την επιφύλαξη του επιμερισμού των υποχρεώσεων που συνοδεύουν τα δικαιώματα χρήσης βάσει διατάξεων αδειοδότησης και εκχώρησης δικαιωμάτων χρήσης, και ιδίως μέτρων για την προώθηση του ανταγωνισμού, όταν οι εθνικές ρυθμιστικές ή άλλες αρμόδιες αρχές προτίθενται να λάβουν μέτρα για να επιβάλουν τον μερισμό παθητικών υποδομών ή, όταν η πρόσβαση και ο μερισμός παθητικών υποδομών δεν επαρκούν, τον μερισμό ενεργητικών υποδομών ή συμφωνίες τοπικής πρόσβασης περιαγωγής, μπορούν ωστόσο να κληθούν επίσης να εξετάσουν τον ενδεχόμενο κίνδυνο για τους συμμετέχοντες στην αγορά σε υποεξυπηρετούμενες περιοχές.
(186)Στον τομέα της ψηφιακής τηλεόρασης, οι κανόνες του ανταγωνισμού ενδέχεται να μην επαρκούν πάντα από μόνοι τους για να διασφαλίσουν την πολιτιστική πολυμορφία και τον πλουραλισμό των μέσων ενημέρωσης. Οι εξελίξεις στην τεχνολογία και την αγορά καθιστούν αναγκαία την αναθεώρηση των υποχρεώσεων παροχής πρόσβασης υπό δίκαιους και εύλογους όρους που δεν εισάγουν διακρίσεις, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, από κράτος μέλος για την εθνική αγορά του, ιδίως τον προσδιορισμό του κατά πόσον είναι αιτιολογημένη η επέκταση των υποχρεώσεων σε ΗΟΠ και ΔΠΕ, στο μέτρο που απαιτείται για να εξασφαλιστεί η δυνατότητα πρόσβασης των τελικών χρηστών σε συγκεκριμένες ψηφιακές υπηρεσίες ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να ορίζουν τις ψηφιακές υπηρεσίες ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών στις οποίες οφείλεται να διασφαλίζεται η πρόσβαση των τελικών χρηστών με τα νομοθετικά, ρυθμιστικά ή διοικητικά μέσα που κρίνουν αναγκαία.
(187)Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν επίσης να επιτρέπουν στην εθνική ρυθμιστική αρχή τους να επανεξετάζει τις υποχρεώσεις για την υπό όρους πρόσβαση σε ψηφιακές υπηρεσίες ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών προκειμένου να εκτιμά, μέσω ανάλυσης της αγοράς, εάν θα ανακαλέσει ή θα τροποποιήσει τους όρους για τις επιχειρήσεις που δεν κατέχουν σημαντική ισχύ στη σχετική αγορά. Η ανάκληση ή η τροποποίηση αυτή δεν θα πρέπει να επηρεάζει αρνητικά την πρόσβαση των τελικών χρηστών στις υπηρεσίες αυτές ούτε τις δυνατότητες πραγματικού ανταγωνισμού.
(188)Σε ορισμένες περιπτώσεις, υπάρχει ανάγκη επιβολής υποχρεώσεων εκ των προτέρων προκειμένου να διασφαλισθεί η ανάπτυξη ανταγωνιστικής αγοράς, οι συνθήκες της οποίας ευνοούν την ανάπτυξη και αξιοποίηση δικτύων και υπηρεσιών gigabit και τη μεγιστοποίηση των οφελών για τους τελικούς χρήστες. Κατά την αξιολόγηση της ανάγκης για εκ των προτέρων ρυθμιστική παρέμβαση, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη αν η πρόσβαση χονδρικής είναι διαθέσιμη σε κάθε ενδιαφερόμενη επιχείρηση βάσει είτε ήδη υφιστάμενης ρύθμισης [ιδίως βάσει του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1309] είτε εμπορικών όρων που επιτρέπουν βιώσιμα ανταγωνιστικά αποτελέσματα για τους τελικούς χρήστες στην αγορά λιανικής. Εάν οι εν λόγω δυνατότητες πρόσβασης δεν είναι επαρκείς, η εθνική ρυθμιστική αρχή θα πρέπει να αξιολογεί χωρίς καθυστέρηση αν είναι αναγκαίο να επιβληθούν οι υποχρεώσεις σε επιχειρήσεις που έχουν οριστεί ως κατέχουσες σημαντική ισχύ στην αγορά. Είναι απαραίτητο οι εκ των προτέρων ρυθμιστικές υποχρεώσεις να επιβάλλονται μόνο σε αγορά χονδρικής στην οποία μία ή περισσότερες επιχειρήσεις κατέχουν σημαντική ισχύ στην αγορά, με σκοπό να διασφαλίζεται ο βιώσιμος ανταγωνισμός και όπου το ενωσιακό και το εθνικό δίκαιο ανταγωνισμού δεν επαρκούν για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Η έννοια της σημαντικής ισχύος στην αγορά θα πρέπει να συνάδει με την έννοια της δεσπόζουσας θέσης, όπως ορίζεται στη νομολογία του Δικαστηρίου.
(189)Η Επιτροπή έχει συντάξει κατευθυντήριες γραμμές σε ενωσιακό επίπεδο, σύμφωνα με τις αρχές του δικαίου ανταγωνισμού, τις οποίες να ακολουθούν οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές όταν αξιολογούν κατά πόσο είναι αποτελεσματικός ο ανταγωνισμός σε μια δεδομένη αγορά και όταν εκτιμούν τη σημαντική ισχύ στην αγορά. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να αναλύουν κατά πόσο μια αγορά προϊόντων ή υπηρεσιών είναι πράγματι ανταγωνιστική σε έναν συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο, ο οποίος μπορεί να είναι το σύνολο ή τμήμα της επικράτειας του συγκεκριμένου κράτους μέλους ή γειτονικές περιοχές κρατών μελών, εκλαμβανόμενες ως ενιαίο σύνολο. Στην ανάλυση του αποτελεσματικού ανταγωνισμού θα πρέπει να περιλαμβάνεται ανάλυση του κατά πόσον η αγορά έχει ανταγωνιστικές προοπτικές και, κατά συνέπεια, κατά πόσον η τυχόν έλλειψη αποτελεσματικού ανταγωνισμού θα έχει διάρκεια. Η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάζει τακτικά τις κατευθυντήριες γραμμές, ιδίως στην περίπτωση αναθεώρησης της ισχύουσας νομοθεσίας, λαμβάνοντας υπόψη τη νομολογία του Δικαστηρίου, την οικονομική βιβλιογραφία και την πραγματική εμπειρία της αγοράς, με σκοπό να διασφαλίζει ότι αυτές παραμένουν επίκαιρες σε μια ταχέως εξελισσόμενη αγορά. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να συνεργάζονται μεταξύ τους, στις περιπτώσεις που η σχετική αγορά έχει λάβει διακρατική διάσταση.
(190)Κατά την τακτική αξιολόγηση των τάσεων της αγοράς στην Ένωση, η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις παρατηρήσεις των συμφεροντούχων. Τα αποτελέσματα της διαβούλευσης με τους συμφεροντούχους θα πρέπει να δημοσιοποιούνται σε έκθεση. Κατά την αξιολόγηση του αν απαιτείται η έκδοση σύστασης της Επιτροπής για τις σχετικές αγορές προϊόντων και υπηρεσιών (στο εξής: σύσταση για τις αγορές), η Επιτροπή θα αξιολογεί αν οποιαδήποτε σχετική αγορά προϊόντων και υπηρεσιών επιτυγχάνει στη δοκιμασία των τριών κριτηρίων. Η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει τη σύσταση για τις αγορές, κατόπιν δημόσιας διαβούλευσης, μεταξύ άλλων με τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, και λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη του BEREC.
(191)Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να ορίζουν τις σχετικές γεωγραφικές αγορές εντός της επικράτειάς τους, λαμβάνοντας υπόψη τη σύσταση για τις αγορές, όταν η εν λόγω σύσταση εκδίδεται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και λαμβάνοντας υπόψη τις εθνικές και τοπικές περιστάσεις. Κατά συνέπεια, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει τουλάχιστον να αναλύουν τις αγορές που περιλαμβάνονται στη σύσταση για τις αγορές, καθώς και τις αγορές που απαριθμούνται μεν, αλλά δεν ρυθμίζονται πλέον στο συγκεκριμένο εθνικό ή τοπικό πλαίσιο. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει επίσης να αναλύουν αγορές που δεν περιλαμβάνονται στη σύσταση για τις αγορές, αλλά ρυθμίζονται εντός της επικράτειας της δικαιοδοσίας τους με βάση προηγούμενες αναλύσεις της αγοράς, ή άλλες αγορές, εφόσον έχουν επαρκείς λόγους να θεωρούν ότι πληρούνται τα τρία κριτήρια. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει επίσης να αποφασίζουν αν υπάρχει ανάγκη διενέργειας ανασκόπησης της αγοράς με βάση τα αποτελέσματα των πληροφοριών που συλλέγονται στο πλαίσιο της διαδικασίας γεωγραφικής έρευνας.
(192)Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι γεωγραφικές αγορές ορίζονται ως εθνικές ή υποεθνικές, για παράδειγμα λόγω του εθνικού ή τοπικού χαρακτήρα ανάπτυξης του δικτύου που καθορίζει τα όρια της δυνητικής ισχύος των επιχειρήσεων στην αγορά όσον αφορά τη χονδρική προμήθεια, αλλά εξακολουθεί να υπάρχει σημαντική διασυνοριακή ζήτηση από μία ή περισσότερες κατηγορίες τελικών χρηστών. Αυτό μπορεί να ισχύει ιδίως για τη ζήτηση από επιχειρηματικούς τελικούς χρήστες με δραστηριότητες σε πολλαπλές εγκαταστάσεις σε διαφορετικά κράτη μέλη. Αν αυτή η διακρατική ζήτηση δεν καλύπτεται επαρκώς από τους προμηθευτές, για παράδειγμα αν είναι κατακερματισμένοι κατά μήκος εθνικών συνόρων ή τοπικά, ανακύπτει δυνητικός φραγμός για το εμπόριο στην εσωτερική αγορά. Ως εκ τούτου, ο BEREC θα πρέπει να παρέχει κατευθυντήριες γραμμές στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές σχετικά με κοινές ρυθμιστικές προσεγγίσεις, για να διασφαλίζει ότι η διακρατική ζήτηση είναι δυνατόν να καλυφθεί με ικανοποιητικό τρόπο που να παρέχει μια βάση για τη διαλειτουργικότητα προϊόντων χονδρικής πρόσβασης σε ολόκληρη την Ένωση και να επιτρέπει τις αποδοτικότητες και τις οικονομίες κλίμακας παρά τον κατακερματισμό από την πλευρά της προσφοράς. Οι κατευθυντήριες γραμμές του BEREC θα πρέπει να διαμορφώνουν τις επιλογές των εθνικών ρυθμιστικών αρχών για την επιδίωξη του στόχου της εσωτερικής αγοράς κατά την επιβολή ρυθμιστικών υποχρεώσεων σε επιχειρήσεις που έχουν οριστεί ως κατέχουσες σημαντική ισχύ στην αγορά στο εθνικό επίπεδο, παρέχοντας παράλληλα καθοδήγηση για την εναρμόνιση των τεχνικών προδιαγραφών των προϊόντων χονδρικής πρόσβασης, ικανών να ανταποκριθούν στην εν λόγω διαπιστωθείσα διακρατική ζήτηση, προς το συμφέρον της εσωτερικής αγοράς.
(193)Προκειμένου να καθορίσουν κατά πόσο μια επιχείρηση κατέχει σημαντική ισχύ σε μια συγκεκριμένη αγορά, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να ενεργούν σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο και να λαμβάνουν υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής σχετικά με την ανάλυση της αγοράς και την αξιολόγηση της σημαντικής ισχύος στην αγορά.
(194)Για τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, αφετηρία για τον προσδιορισμό των αγορών χονδρικής που επιδέχονται εκ των προτέρων ρύθμιση θα πρέπει να είναι η ανάλυση των αντίστοιχων αγορών λιανικής. Η ανάλυση του πραγματικού ανταγωνισμού στο επίπεδο λιανικής και χονδρικής θα πρέπει να διενεργείται με μακρόπνοη προοπτική για συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα και θα πρέπει να διέπεται από το δίκαιο, συμπεριλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της σχετικής νομολογίας του Δικαστηρίου. Αν εξάγεται το συμπέρασμα ότι η αγορά λιανικής θα ήταν πραγματικά ανταγωνιστική χωρίς εκ των προτέρων ρύθμιση της ή των αντίστοιχων αγορών χονδρικής, αυτό θα πρέπει να οδηγεί την εθνική ρυθμιστική αρχή στο συμπέρασμα ότι δεν χρειάζεται πλέον ρύθμιση στο αντίστοιχο επίπεδο χονδρικής.
(195)Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι αγορές αναλύονται με συνεπή τρόπο και, όπου είναι δυνατόν, ταυτόχρονα. Επιπλέον, η κοινοποίηση θα πρέπει να είναι πλήρης, συμπεριλαμβανομένων του ορισμού της αγοράς, του ορισμού όσον αφορά τη ΣΙΑ και των σχετικών διορθωτικών μέτρων, ώστε να διασφαλίζεται ότι τα διορθωτικά μέτρα που επιβάλλονται είναι αναλογικά και αντικατοπτρίζουν την πραγματική κατάσταση της αγοράς και να διασφαλίζεται η διαφάνεια για τους συμμετέχοντες στην αγορά στον μέγιστο δυνατό βαθμό.
(196)Η ρύθμιση της αγοράς χονδρικής θα πρέπει να επιλύει τα προβλήματα σε επίπεδο λιανικής. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να διενεργούν την αξιολόγησή τους για κάθε επιμέρους αγορά χονδρικής για την οποία εξετάζεται το ενδεχόμενο ρύθμισης, αρχής γενομένης με διορθωτικά μέτρα για την πρόσβαση σε τεχνικά έργα υποδομής, διότι αυτά τα διορθωτικά μέτρα οδηγούν συνήθως σε πιο βιώσιμο ανταγωνισμό, μεταξύ άλλων ανταγωνισμό υποδομών, και στη συνέχεια αναλύοντας οποιεσδήποτε υπό εξέταση αγορές χονδρικής που επιδέχονται εκ των προτέρων ρύθμιση, ανάλογα με την ενδεχόμενη καταλληλότητά τους για αντιμετώπιση εντοπισθέντων προβλημάτων ανταγωνισμού σε επίπεδο λιανικής. Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το συγκεκριμένο διορθωτικό μέτρο που πρέπει να επιβληθεί, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις συνέπειες της επιβολής οποιουδήποτε συγκεκριμένου διορθωτικού μέτρου το οποίο, εάν είναι εφικτό μόνο για ορισμένες τοπολογίες δικτύου, θα μπορούσε να αποτελέσει αντικίνητρο για την ανάπτυξη δικτύων gigabit προς το συμφέρον των τελικών χρηστών.
(197)Με την επιφύλαξη της αρχής της ουδετερότητας της τεχνολογίας, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να παρέχουν, μέσω των επιβαλλομένων διορθωτικών μέτρων και, ει δυνατόν, πριν από την ανάπτυξη των υποδομών, κίνητρα για την ανάπτυξη μιας ευέλικτης και ανοικτής αρχιτεκτονικής δικτύου, που θα περιορίζουν τελικά τον φόρτο και την πολυπλοκότητα των διορθωτικών μέτρων τα οποία θα επιβληθούν σε μεταγενέστερο στάδιο. Σε κάθε στάδιο της αξιολόγησης, η εθνική ρυθμιστική αρχή, πριν αποφασίσει αν θα πρέπει να επιβληθεί οποιοδήποτε πρόσθετο, επαχθέστερο διορθωτικό μέτρο, θα πρέπει να επιδιώκει να διαπιστώσει αν η σχετική αγορά λιανικής θα ήταν πραγματικά ανταγωνιστική, λαμβάνοντας επίσης υπόψη οποιεσδήποτε συναφείς εμπορικές ρυθμίσεις ή άλλες περιστάσεις της αγοράς χονδρικής, καθώς και άλλα είδη ρύθμισης ήδη ισχύουσας, και οποιαδήποτε ρύθμιση έχει ήδη κριθεί ως ενδεδειγμένη από την εθνική ρυθμιστική αρχή για επιχείρηση που έχει οριστεί ως κατέχουσα σημαντική ισχύ στην αγορά. Η εν λόγω αξιολόγηση, η οποία έχει ως στόχο να διασφαλιστεί ότι επιβάλλονται μόνο τα πλέον κατάλληλα διορθωτικά μέτρα που είναι απαραίτητα για την αποτελεσματική αντιμετώπιση οποιωνδήποτε προβλημάτων εντοπίζονται κατά την ανάλυση της αγοράς, δεν εμποδίζει μια εθνική ρυθμιστική αρχή να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ένα μείγμα διορθωτικών μέτρων αυτού του είδους, ακόμη και διαφορετικής έντασης, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, αποτελεί τον λιγότερο παρεμβατικό τρόπο αντιμετώπισης του προβλήματος. Ακόμη και αν οι διαφορές αυτές δεν έχουν ως αποτέλεσμα τον ορισμό διακριτών γεωγραφικών αγορών, θα πρέπει να μπορούν να δικαιολογήσουν τη διαφοροποίηση των ενδεδειγμένων διορθωτικών μέτρων που επιβάλλονται με βάση τη διαφοροποιημένη ένταση των ανταγωνιστικών περιορισμών.
(198)Σε περίπτωση που εθνική ρυθμιστική αρχή ανακαλεί κανονιστική ρύθμιση αγοράς χονδρικής, θα πρέπει να ορίζει κατάλληλη χρονική περίοδο προειδοποίησης ώστε να διασφαλίζεται η βιώσιμη μετάβαση σε απορρυθμισμένη αγορά. Κατά τον ορισμό της εν λόγω χρονικής περιόδου προειδοποίησης, η εθνική ρυθμιστική αρχή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις υφιστάμενες συμφωνίες μεταξύ παρόχων πρόσβασης και αιτούντων πρόσβαση που έχουν συναφθεί με βάση τις επιβληθείσες ρυθμιστικές υποχρεώσεις. Ειδικότερα, οι συμφωνίες αυτές μπορούν να παρέχουν συμβατική νομική προστασία στους αιτούντες πρόσβαση για ορισμένο χρονικό διάστημα. Η εθνική ρυθμιστική αρχή λαμβάνει επίσης υπόψη την πραγματική δυνατότητα των συμμετεχόντων στην αγορά να αξιοποιούν τυχόν εμπορικές προσφορές πρόσβασης χονδρικής ή συνεπένδυσης που μπορεί να είναι παρούσες στην αγορά, καθώς και την ανάγκη να αποφεύγεται παρατεταμένη περίοδος πιθανού ρυθμιστικού αρμπιτράζ. Για μεταβατικές ρυθμίσεις που θεσπίζονται από την εθνική ρυθμιστική αρχή θα πρέπει να εξετάζεται η έκταση και το χρονοδιάγραμμα της ρυθμιστικής εποπτείας προϋφιστάμενων συμφωνιών, μόλις αρχίζει η χρονική περίοδος προειδοποίησης.
(199)Προκειμένου οι συντελεστές της αγοράς να γνωρίζουν με βεβαιότητα τους όρους των κανονιστικών ρυθμίσεων, απαιτείται καθορισμός προθεσμίας για τις περιπτώσεις ανασκόπησης της αγοράς. Είναι σημαντικό να διεξάγεται ανάλυση της αγοράς σε τακτική βάση και εντός εύλογης και ενδεδειγμένης προθεσμίας. Εάν μια εθνική ρυθμιστική αρχή δεν αναλύσει μια αγορά εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, υπάρχει κίνδυνος να τεθεί σε κίνδυνο η εσωτερική αγορά.
(200)Λόγω του υψηλού επιπέδου τεχνολογικής καινοτομίας και των πολύ δυναμικών αγορών στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, είναι ανάγκη να είναι δυνατή η ταχεία προσαρμογή των κανονιστικών ρυθμίσεων κατά συντονισμένο και εναρμονισμένο τρόπο σε ενωσιακή κλίμακα, καθώς, όπως προκύπτει από την εμπειρία, οι αποκλίσεις μεταξύ των εθνικών ρυθμιστικών αρχών στην υλοποίηση του ρυθμιστικού πλαισίου ενδέχεται να δημιουργήσουν φραγμούς στην εσωτερική αγορά.
(201)Για λόγους μεγαλύτερης σταθερότητας και προβλεψιμότητας των ρυθμιστικών μέτρων, η μέγιστη επιτρεπόμενη περίοδος μεταξύ αναλύσεων της αγοράς θα πρέπει να παραμείνει πέντε έτη, υπό την προϋπόθεση να μην απαιτείται νέα ανάλυση για τις αλλαγές της αγοράς κατά την ενδιάμεση περίοδο και με την επιφύλαξη της δυνατότητας επιβολής προσωρινών μέτρων. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να συμμορφώνονται με την υποχρέωσή τους να αναλύουν τις αγορές και να κοινοποιούν το αντίστοιχο σχέδιο μέτρου τουλάχιστον ανά πενταετία, ώστε να διασφαλίζεται ότι η εφαρμοστέα ρύθμιση αντικατοπτρίζει τις συνθήκες ανταγωνισμού στην αγορά. Για τον λόγο αυτόν, μόνο κοινοποίηση που περιλαμβάνει νέα αξιολόγηση του ορισμού της αγοράς και της σημαντικής ισχύος στην αγορά θα πρέπει να θεωρείται ότι σηματοδοτεί την αρχή νέου πενταετούς κύκλου της αγοράς.
(202)Η επιβολή ειδικών υποχρεώσεων σε μια επιχείρηση που έχει οριστεί ότι έχει σημαντική ισχύ στην αγορά δεν απαιτεί πρόσθετη ανάλυση της αγοράς, αλλά μάλλον αιτιολόγηση ότι η συγκεκριμένη υποχρέωση είναι κατάλληλη και αναλογική σε σχέση με τη φύση του συγκεκριμένου προβλήματος στην εν λόγω αγορά και στη σχετική αγορά λιανικής.
(203)Κατά την εξέταση της αναλογικότητας των προς επιβολή υποχρεώσεων και όρων, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τις διαφορετικές συνθήκες ανταγωνισμού που επικρατούν στους διάφορους τομείς εντός των αντίστοιχων κρατών μελών και ιδίως τα αποτελέσματα της διεξαχθείσας γεωγραφικής έρευνας.
(204)Η επανεξέταση των υποχρεώσεων που επιβάλλονται σε επιχειρήσεις που έχουν οριστεί ως κατέχουσες σημαντική ισχύ στην αγορά κατά τη διάρκεια της περιόδου ανάλυσης της αγοράς αναμένεται να παρέχει στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές τη δυνατότητα να λαμβάνουν υπόψη τον αντίκτυπο των νέων εξελίξεων της αγοράς στις συνθήκες ανταγωνισμού. Η διαφάνεια, η αμεροληψία, ο λογιστικός διαχωρισμός, ο έλεγχος των τιμών και η κοστολόγηση θα μπορούσαν να θεωρηθούν συμπληρωματικά στοιχεία της επιβολής προϊόντων εναρμονισμένης πρόσβασης της Ένωσης. Όταν επιβάλλονται στις επιχειρήσεις υποχρεώσεις δυνάμει των οποίων πρέπει να ανταποκρίνονται στις εύλογες αιτήσεις πρόσβασης και χρήσης στοιχείων του δικτύου και συναφών ευκολιών, οι αιτήσεις αυτές θα πρέπει να απορρίπτονται μόνον βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, όπως η τεχνική σκοπιμότητα ή η ανάγκη διατήρησης της ακεραιότητας του δικτύου. Όταν απορρίπτεται η αίτηση πρόσβασης, το θιγόμενο μέρος θα πρέπει να μπορεί να υποβάλλει την υπόθεση στις διαδικασίες επίλυσης των διαφορών δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Δεν μπορεί να απαιτηθεί από μία επιχείρηση με υποχρεώσεις κατ’ εντολήν πρόσβασης να παρέχει τύπους πρόσβασης τους οποίους δεν είναι σε θέση να παράσχει. Η επιβολή από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές πρόσβασης που αυξάνει τον ανταγωνισμό βραχυπρόθεσμα δεν θα πρέπει να περιορίζει τα κίνητρα των ανταγωνιστών για επενδύσεις σε εναλλακτικές ευκολίες που θα εξασφαλίσουν πιο βιώσιμο ανταγωνισμό ή υψηλότερες επιδόσεις και οφέλη για τους τελικούς χρήστες μακροπρόθεσμα. Κατά την επιλογή της λιγότερο παρεμβατικής ρυθμιστικής παρέμβασης και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα μπορούσαν, για παράδειγμα, να αποφασίσουν να επανεξετάσουν τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται στις επιχειρήσεις που έχουν οριστεί ως κατέχουσες σημαντική ισχύ στην αγορά και να τροποποιήσουν οποιανδήποτε προηγούμενη απόφαση, μεταξύ άλλων καταργώντας υποχρεώσεις και επιβάλλοντας ή όχι νέες υποχρεώσεις πρόσβασης όταν είναι προς το συμφέρον των χρηστών και του βιώσιμου ανταγωνισμού υπηρεσιών. Δεδομένου ότι οι τεχνικές λεπτομέρειες της υποχρέωσης πρόσβασης μπορούν να διαδραματίσουν καίριο ρόλο στην ικανότητα των παρόχων πρόσβασης να αναπαράγουν αποτελεσματικά τις υπηρεσίες τους και να ανταγωνίζονται σε επίπεδο λιανικής, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να επιβάλλουν τεχνικούς και λειτουργικούς όρους στον πάροχο ή στους δικαιούχους της κατ’ εντολήν πρόσβασης σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης. Συγκεκριμένα, η επιβολή τεχνικών προτύπων θα πρέπει να είναι σύμφωνη με την οδηγία (ΕΕ) 2015/1535. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει, όταν επιβάλλουν υποχρεώσεις για την πρόσβαση σε νέες και βελτιωμένες υποδομές, να διασφαλίζουν ότι οι προϋποθέσεις πρόσβασης αντανακλούν τις περιστάσεις στις οποίες βασίζεται η απόφαση για επενδύσεις, λαμβάνοντας υπόψη μεταξύ άλλων το κόστος ανάπτυξης, το αναμενόμενο ποσοστό απορρόφησης των νέων προϊόντων και υπηρεσιών και τα αναμενόμενα επίπεδα τιμών λιανικής. Πέραν τούτου, προκειμένου να παρασχεθεί βεβαιότητα σχεδιασμού στους επενδυτές, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές πρέπει να είναι ικανές να ορίσουν, εάν συντρέχει λόγος, όρους και προϋποθέσεις, υπό την προϋπόθεση ότι δεν εισάγουν διακρίσεις. Οποιεσδήποτε προϋποθέσεις πρόσβασης επιβληθούν οφείλουν να συνάδουν με την ανάγκη διασφάλισης αποτελεσματικού ανταγωνισμού στις υπηρεσίες που προσφέρονται σε καταναλωτές και επιχειρήσεις.
(205)Η κατ’ εντολήν πρόσβαση σε υποδομή δικτύου είναι δυνατόν να αιτιολογείται ως μέσο αύξησης του ανταγωνισμού, όμως οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές είναι ανάγκη να λαμβάνουν εξίσου υπόψη τα δικαιώματα που έχει ο ιδιοκτήτης υποδομής να αξιοποιεί την υποδομή του προς όφελός του και τα δικαιώματα άλλων φορέων παροχής υπηρεσιών να έχουν πρόσβαση σε ευκολίες που είναι ουσιώδεις για την παροχή ανταγωνιστικών υπηρεσιών. Η κατ’ εντολήν πρόσβαση σε υποδομή δικτύου είναι δυνατόν να αιτιολογείται ως μέσο αύξησης του ανταγωνισμού, όμως οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές είναι ανάγκη να λαμβάνουν εξίσου υπόψη τα δικαιώματα που έχει ο ιδιοκτήτης υποδομής να αξιοποιεί την υποδομή του προς όφελός του και τα δικαιώματα άλλων φορέων παροχής υπηρεσιών να έχουν πρόσβαση σε ευκολίες που είναι ουσιώδεις για την παροχή εκ μέρους τους ανταγωνιστικών υπηρεσιών. Ο έλεγχος των τιμών ενδέχεται να απαιτείται όταν από την ανάλυση συγκεκριμένης αγοράς προκύπτει αναποτελεσματικός ανταγωνισμός. Ιδιαίτερα, επιχειρήσεις που έχουν οριστεί ως κατέχουσες σημαντική ισχύ στην αγορά θα πρέπει να αποφεύγουν τη συμπίεση τιμών, κατά την οποία η διαφορά μεταξύ των λιανικών τιμών τους και των τιμών διασύνδεσης ή πρόσβασης που χρεώνουν σε ανταγωνιστές, οι οποίοι παρέχουν παρεμφερείς λιανικές υπηρεσίες, δεν επαρκεί για την εξασφάλιση βιώσιμου ανταγωνισμού. Όταν μια εθνική ρυθμιστική αρχή υπολογίζει το κόστος που συνεπάγεται η εγκατάσταση υπηρεσίας την οποία εντέλλεται ο παρών κανονισμός, είναι σκόπιμο να επιτρέπεται εύλογη απόδοση του επενδυμένου κεφαλαίου από τους φορείς εκμετάλλευσης που κατέχουν σημαντική ισχύ στην αγορά, συμπεριλαμβανομένων των ανάλογων εργατικών και οικοδομικών δαπανών, με την ανάλογη προσαρμογή του κεφαλαίου, εφόσον χρειάζεται, ώστε να αντανακλώνται οι τρέχουσες αποτιμήσεις πάγιων στοιχείων και η αποδοτικότητα της λειτουργίας. Η μέθοδος ανάκτησης του κόστους θα πρέπει να είναι ανάλογη των περιστάσεων, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης προώθησης της αποδοτικότητας, του βιώσιμου ανταγωνισμού και της ανάπτυξης δικτύων gigabit, και θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη συνδεσιμότητα gigabit. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να μπορούν να αποφασίζουν να διατηρήσουν ή να μην επιβάλουν ελεγχόμενες τιμές πρόσβασης χονδρικής σε δίκτυα επόμενης γενιάς, εάν υπάρχουν επαρκείς διασφαλίσεις του ανταγωνισμού. Πιο συγκεκριμένα, προκειμένου να προλαμβάνονται οι υπερβολικές τιμές σε αγορές όπου υπάρχουν επιχειρήσεις που έχουν οριστεί ως κατέχουσες σημαντική ισχύ στην αγορά, η ευελιξία στην τιμολόγηση θα πρέπει να συνοδεύεται από πρόσθετες διασφαλίσεις για την προστασία του ανταγωνισμού και των συμφερόντων των τελικών χρηστών, όπως αυστηρές υποχρεώσεις μη διακριτικής μεταχείρισης, μέτρα για την εξασφάλιση της τεχνικής και οικονομικής αναπαραγωγιμότητας των προϊόντων επόμενου σταδίου, καθώς και αποδεδειγμένη πίεση στις τιμές λιανικής που προκύπτει από τον ανταγωνισμό υποδομών ή τιμή αναφοράς που απορρέει από άλλα ρυθμιζόμενα προϊόντα πρόσβασης, ή και τα δύο. Αυτές οι διασφαλίσεις του ανταγωνισμού δεν θίγουν τον προσδιορισμό από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές των λοιπών περιστάσεων υπό τις οποίες θα ήταν σκόπιμο να μην επιβάλλονται ελεγχόμενες τιμές πρόσβασης για ορισμένες εισροές χονδρικής, όπως όταν η υψηλή ελαστικότητα της ζήτησης από τους τελικούς χρήστες ως προς την τιμή καθιστά ασύμφορη για την επιχείρηση που έχει οριστεί ως κατέχουσα σημαντική ισχύ στην αγορά την εφαρμογή τιμών αισθητά πάνω από το επίπεδο ανταγωνισμού ή όταν η χαμηλότερη πυκνότητα του πληθυσμού μειώνει τα κίνητρα για την ανάπτυξη δικτύων gigabit και η εθνική ρυθμιστική αρχή κρίνει ότι η αποτελεσματική και αμερόληπτη πρόσβαση διασφαλίζεται μέσω των επιβαλλόμενων υποχρεώσεων.
(206)Τα πάγια στοιχεία που αφορούν τεχνικά έργα υποδομής και μπορούν να φιλοξενήσουν δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών έχουν ζωτική σημασία για την επιτυχή ανάπτυξη νέων δικτύων λόγω του υψηλού κόστους επικάλυψής τους και των σημαντικών εξοικονομήσεων που μπορούν να γίνουν όταν είναι δυνατό να επαναχρησιμοποιηθούν. Ως εκ τούτου, επιπλέον των κανόνων για την υλική υποδομή που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2024/1309, είναι αναγκαίο ειδικό διορθωτικό μέτρο σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου πάγια στοιχεία που αφορούν τεχνικά έργα υποδομής ανήκουν σε επιχείρηση που έχει οριστεί ως κατέχουσα σημαντική ισχύ στην αγορά. Όταν υφίστανται πάγια στοιχεία που αφορούν τεχνικά έργα υποδομής και είναι επαναχρησιμοποιήσιμα, το θετικό αποτέλεσμα της επίτευξης αποτελεσματικής πρόσβασης σε αυτά για την ανάπτυξη ανταγωνιστικών υποδομών είναι πολύ υψηλό και, ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να διασφαλίζεται ότι η πρόσβαση στα εν λόγω πάγια στοιχεία μπορεί να χρησιμοποιείται ως αυτοτελές διορθωτικό μέτρο για τη βελτίωση της δυναμικής του ανταγωνισμού και της ανάπτυξης σε κάθε αγορά επόμενου σταδίου, το οποίο θα πρέπει να εξετάζεται πριν από την αξιολόγηση της ανάγκης να επιβληθούν οποιαδήποτε άλλα πιθανά διορθωτικά μέτρα, και όχι απλώς ως επικουρικό διορθωτικό μέτρο για άλλα προϊόντα ή υπηρεσίες χονδρικής ή ως διορθωτικό μέτρο περιορισμένο σε επιχειρήσεις που κάνουν χρήση αυτών των άλλων προϊόντων ή υπηρεσιών χονδρικής. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να αποτιμούν τα επαναχρησιμοποιήσιμα παραδοσιακά πάγια στοιχεία που αφορούν τεχνικά έργα υποδομής με βάση τη ρυθμιστική λογιστική αξία, μετά την αφαίρεση της σωρευμένης απόσβεσης κατά τη στιγμή του υπολογισμού, τιμαριθμοποιημένη με κατάλληλο δείκτη τιμών, όπως ο δείκτης τιμών λιανικής, και εξαιρουμένων των πάγιων στοιχείων που έχουν αποσβεσθεί πλήρως, κατά τη διάρκεια περιόδου τουλάχιστον 40 ετών, αλλά εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται. Όταν, βάσει επίσης των πληροφοριών που συλλέγονται σχετικά με την ανάπτυξη υποδομών gigabit, προκύπτει ότι η πρόσβαση σε υλική υποδομή αποτελεί κρίσιμη προϋπόθεση για τα δίκτυα που έχουν αναπτυχθεί και, ως εκ τούτου, για την αγορά επόμενου σταδίου, ο προσδιορισμός χωριστής αγοράς της υλικής υποδομής μπορεί επίσης να θεωρηθεί ότι παρέχει μακροπρόθεσμη κανονιστική προβλεψιμότητα.
(207)Για να προωθηθεί η υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς στον τομέα των ψηφιακών δικτύων και υπηρεσιών, είναι σημαντικό να εναρμονιστούν περαιτέρω, όπου είναι δυνατόν, τα προϊόντα πρόσβασης. Ως εκ τούτου, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να προβλέπει τις απαιτήσεις σύμφωνα με τις οποίες προϊόν χονδρικής πρόσβασης θα μπορεί να θεωρείται ευρωπαϊκό εναρμονισμένο προϊόν χονδρικής πρόσβασης, το οποίο θα μπορεί να επιβληθεί από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές όλων των κρατών μελών. Στα εναρμονισμένα προϊόντα πρόσβασης μπορεί να περιλαμβάνονται αποδεσμοποίηση FTTH, εικονική αδεσμοποίητη τοπική πρόσβαση, όπως τα προϊόντα που συνήθως επιβάλλονται στις αγορές χονδρικής που εξυπηρετούν μαζικούς πελάτες. Επιπλέον, στα εν λόγω εναρμονισμένα προϊόντα θα μπορούσαν να περιλαμβάνονται χρονομισθωμένες γραμμές ethernet και παράμετροι ποιότητας της υπηρεσίας στις αγορές που εξυπηρετούν επιχειρηματικούς πελάτες, όταν χρειάζεται.
(208)Κατά συνέπεια, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να αξιολογούν κατά πόσον η αντικατάσταση των υποχρεώσεων που είχαν επιβληθεί προηγουμένως σε επιχειρήσεις με σημαντική ισχύ στην αγορά για την παροχή χονδρικής πρόσβασης σε δίκτυα gigabit με την υποχρέωση προμήθειας ευρωπαϊκού εναρμονισμένου προϊόντος πρόσβασης θα ήταν κατάλληλη και αναλογική.
(209)Λαμβανομένων υπόψη των συνεχών εξελίξεων στην αγορά και της τεχνολογικής προόδου, η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των τεχνικών απαιτήσεων για τα ευρωπαϊκά προϊόντα πρόσβασης ανάλογα με τις ανάγκες.
(210)Όταν η εθνική ρυθμιστική αρχή έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ένα ευρωπαϊκό εναρμονισμένο προϊόν πρόσβασης θα είναι κατάλληλο και αναλογικό, θα πρέπει να το επιβάλλει στη σχετική επιχείρηση την κατέχουσα σημαντική ισχύ. Η επιβολή των ευρωπαϊκών εναρμονισμένων προϊόντων πρόσβασης θα πρέπει να υπερισχύει της επιβολής τυχόν άλλων διορθωτικών μέτρων. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να επιβάλλουν υποχρεώσεις πρόσβασης και χρήσης συγκεκριμένων στοιχείων του δικτύου και συναφών ευκολιών μόνον όταν ένα ευρωπαϊκό εναρμονισμένο προϊόν πρόσβασης δεν θα επαρκούσε για την αντιμετώπιση των προβλημάτων ανταγωνισμού σε μια συγκεκριμένη αγορά.
(211)Η τιμολόγηση της πρόσβασης σε νεόδμητα τεχνικά έργα υποδομής των επιχειρήσεων που έχουν οριστεί ως κατέχουσες σημαντική ισχύ στην αγορά για την ανάπτυξη δικτύων gigabit από εναλλακτικούς φορείς εκμετάλλευσης θα μπορούσε να έχει αντίκτυπο στα κίνητρα του φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ να κατασκευάσει νέα τεχνικά έργα υποδομής με επαρκή χωρητικότητα για τη φιλοξενία εναλλακτικών δικτύων. Η τιμή για την πρόσβαση στα νεόδμητα τεχνικά έργα υποδομής θα πρέπει να αντικατοπτρίζει τις τρέχουσες συνθήκες της αγοράς και θα πρέπει να βασίζεται στο πλήρες πραγματικό κόστος με το οποίο επιβαρύνεται ο φορέας εκμετάλλευσης με ΣΙΑ, εφόσον διασφαλίζεται αυστηρή απαγόρευση των διακρίσεων στους όρους και στις προϋποθέσεις πρόσβασης στην εν λόγω υποδομή. Μια τέτοια προσέγγιση θα παρείχε τα κατάλληλα κίνητρα για επενδύσεις σε νέα τεχνικά έργα υποδομής. Επιπλέον, ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς, η κατασκευή σημαντικών νέων τεχνικών έργων υποδομής μπορεί να αντιπροσωπεύει για τον φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ ένα επενδυτικό προφίλ κινδύνου υψηλότερο από το προφίλ κινδύνου που συνδέεται με την επαναχρησιμοποίηση παλαιότερων τεχνικών έργων υποδομής. Το εν λόγω προφίλ κινδύνου θα περιλαμβάνει κινδύνους όσον αφορά τις πραγματοποιηθείσες δαπάνες και τα αναμενόμενα έσοδα, οι οποίοι θα πρέπει να αξιολογούνται από τις ΕΡΑ. Ωστόσο, όταν εφαρμόζεται αποτελεσματικά η υποχρέωση ισοδυναμίας της πρόσβασης (ισοδυναμία εισροών ή εκροών) και υπάρχει αποδεδειγμένος περιορισμός στις τιμές λιανικής αγοράς, ο οποίος συμπληρώνεται από την οικονομική αναπαραγωγιμότητα των προϊόντων επόμενου σταδίου, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει καταρχήν να απέχουν από την επιβολή ρυθμιζόμενων τιμών. Οι υποχρεώσεις αυτές θα πρέπει να συνίστανται, για παράδειγμα, σε δοκιμές τεχνικής και οικονομικής αναπαραγωγιμότητας, σε συνδυασμό με μηχανισμούς παρακολούθησης. Ο περιορισμός των τιμών στην αγορά λιανικής θα μπορούσε να προκύψει από τον ανταγωνισμό υποδομών, από σαφείς δεσμεύσεις που αναλαμβάνουν εναλλακτικοί πάροχοι για την ανάπτυξη δικτύων gigabit σε υποεξυπηρετούμενες περιοχές, όπως προκύπτει από γεωγραφικές έρευνες, και από ρυθμιζόμενα προϊόντα αναφοράς που υπόκεινται σε καθορισμό των τιμών με γνώμονα το κόστος. Όταν μια εθνική ρυθμιστική αρχή επιβάλλει υποχρεώσεις χρησιμοποίησης συστήματος κοστολόγησης για λόγους υποστήριξης του ελέγχου τιμών, θα πρέπει να μπορεί είτε να διενεργεί ετήσιο έλεγχο για να διασφαλίζεται η συμμόρφωση με το εν λόγω σύστημα κοστολόγησης, υπό τον όρο ότι διαθέτει το αναγκαίο εξειδικευμένο προσωπικό, είτε να αναθέτει τη διενέργεια του εν λόγω ελέγχου σε άλλον εξειδικευμένο φορέα, ανεξάρτητο από την συγκεκριμένη επιχείρηση. Το σύστημα χρέωσης στην Ένωση για τον τερματισμό φωνητικών κλήσεων χονδρικής βασίζεται στο σύστημα χρέωσης δικτύου καλούντος. Από ανάλυση της δυνατότητας υποκατάστασης μεταξύ προσφοράς και ζήτησης προκύπτει ότι, επί του παρόντος ή στο ορατό μέλλον, δεν υπάρχουν υποκατάστατα σε επίπεδο χονδρικής που ενδεχομένως να περιορίζουν τον καθορισμό τελών τερματισμού σε δεδομένο δίκτυο. Λαμβανομένου υπόψη του αμφίδρομου χαρακτήρα πρόσβασης των αγορών τερματισμού, στα περαιτέρω προβλήματα ανταγωνισμού συγκαταλέγονται οι διεπιδοτήσεις μεταξύ φορέων εκμετάλλευσης. Αυτά τα δυνητικά προβλήματα ανταγωνισμού είναι κοινά στις αγορές τερματισμού, τόσο σταθερών όσο και κινητών φωνητικών κλήσεων. Ως εκ τούτου, υπό το πρίσμα της ικανότητας και των κινήτρων των φορέων εκμετάλλευσης τερματισμού να αυξήσουν τις τιμές σημαντικά πάνω από το κόστος, η κοστοστρέφεια θεωρείται η καταλληλότερη μεσοπρόθεσμη αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού. Οι μελλοντικές εξελίξεις της αγοράς ενδέχεται να μεταβάλουν τη δυναμική των αγορών αυτών στον βαθμό που η κανονιστική ρύθμιση δεν θα είναι πλέον αναγκαία.
(212)Προκειμένου να μειωθεί η ρυθμιστική επιβάρυνση για την αντιμετώπιση των προβλημάτων ανταγωνισμού σχετικά με τον τερματισμό φωνητικών κλήσεων χονδρικής με συνεπή τρόπο σε ολόκληρη την Ένωση, η Επιτροπή θα πρέπει να συνεχίσει να θεσπίζει, μέσω κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, ένα ενιαίο μέγιστο τέλος τερματισμού κλήσεων κινητής τηλεφωνίας και ένα ενιαίο μέγιστο τέλος τερματισμού κλήσεων σταθερής τηλεφωνίας που ισχύουν σε ολόκληρη την Ένωση. Θα πρέπει να καθοριστούν λεπτομερή κριτήρια και παράμετροι βάσει των οποίων καθορίζονται οι τιμές των τελών τερματισμού φωνητικών κλήσεων. Τα τέλη τερματισμού έχουν σημειώσει σταθερή μείωση σε ολόκληρη την Ένωση, τάση που αναμένεται να συνεχιστεί.
(213)Με στόχο τη συνεκτίμηση των εξελίξεων της αγοράς, των κοινωνικών και τεχνολογικών εξελίξεων, συμπεριλαμβανομένης της εξέλιξης των τεχνικών προτύπων, τη διαχείριση των κινδύνων που αφορούν την ασφάλεια των δικτύων και υπηρεσιών και την εξασφάλιση αποτελεσματικής πρόσβασης σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης μέσω επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 της ΣΛΕΕ όσον αφορά τον καθορισμό ενιαίου σε ενωσιακό επίπεδο μέγιστου τέλους τερματισμού φωνητικών κλήσεων σε αγορές σταθερών και κινητών επικοινωνιών· μέτρα πρόληψης της απάτης· μέτρα σχετικά με την έγκριση μέτρων για τις επικοινωνίες έκτακτης ανάγκης στην Ένωση· και την τροποποίηση των παραρτημάτων του παρόντος κανονισμού προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι τεχνολογικές και κοινωνικές εξελίξεις ή οι αλλαγές στη ζήτηση της αγοράς. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό η Επιτροπή να διεξάγει, κατά τις προπαρασκευαστικές της εργασίες, τις κατάλληλες διαβουλεύσεις, μεταξύ άλλων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, και οι διαβουλεύσεις αυτές να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου. Πιο συγκεκριμένα, προκειμένου να εξασφαλίζεται ίση συμμετοχή στην κατάρτιση των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα κατά τον ίδιο χρόνο με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, και οι εμπειρογνώμονές τους έχουν συστηματικά πρόσβαση σε συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που ασχολούνται με την κατάρτιση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.
(214)Είναι ήδη δυνατόν σήμερα σε ορισμένες αγορές και στο πλαίσιο ανάλυσης της αγοράς, να μπορούν οι επιχειρήσεις που έχουν οριστεί ως κατέχουσες σημαντική ισχύ στην αγορά να προτείνουν την ανάληψη δεσμεύσεων που αποσκοπούν στην αντιμετώπιση των προβλημάτων ανταγωνισμού που διαπίστωσε η εθνική ρυθμιστική αρχή και τις οποίες η εθνική ρυθμιστική αρχή λαμβάνει υπόψη κατά τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τις ενδεδειγμένες ρυθμιστικές υποχρεώσεις. Τα εν λόγω διορθωτικά μέτρα μπορεί επίσης να συνίστανται στη μεταβίβαση πάγιων στοιχείων του δικτύου τοπικής πρόσβασης ή σημαντικού μέρους τους σε χωριστή νομική οντότητα υπό διαφορετική ιδιοκτησία ή στη σύσταση χωριστής επιχειρηματικής οντότητας. Κάθε νέα εξέλιξη της αγοράς θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τα πλέον ενδεδειγμένα διορθωτικά μέτρα που μπορούν να διασφαλίσουν μακροπρόθεσμη αποτελεσματικότητα. Ωστόσο, και με την επιφύλαξη των διατάξεων για τη ρυθμιστική αντιμετώπιση των επιχειρήσεων μόνο χονδρικής, η καθαυτή φύση των δεσμεύσεων που προτείνονται δεν περιορίζει τη διακριτική ευχέρεια που αναγνωρίζεται στην εθνική ρυθμιστική αρχή να επιβάλλει διορθωτικά μέτρα στις επιχειρήσεις που έχουν οριστεί ως κατέχουσες σημαντική ισχύ στην αγορά. Για ενίσχυση της διαφάνειας και ασφάλεια δικαίου σε ολόκληρη την Ένωση, θα πρέπει να καθοριστεί στον παρόντα κανονισμό η διαδικασία βάσει της οποίας οι επιχειρήσεις προσφέρουν την ανάληψη δεσμεύσεων και οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές τις αξιολογούν, λαμβάνοντας υπόψη τις απόψεις των συμμετεχόντων στην αγορά μέσω δοκιμής αγοράς, και, εφόσον ενδείκνυται, τις καταστούν υποχρεωτικές για την επιχείρηση που αναλαμβάνει τις δεσμεύσεις και εκτελεστές από την εθνική ρυθμιστική αρχή. Εκτός εάν η εθνική ρυθμιστική αρχή έχει προχωρήσει σε δεσμεύσεις και έχει αποφασίσει να μην επιβάλλει υποχρεώσεις, η εν λόγω διαδικασία ισχύει με την επιφύλαξη της εφαρμογής της διαδικασίας ανάλυσης της αγοράς και της υποχρέωσης να επιβάλλονται κατάλληλα και αναλογικά διορθωτικά μέτρα για την αντιμετώπιση των διαπιστωμένων αστοχιών της αγοράς.
(215)Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να καθιστούν τις δεσμεύσεις υποχρεωτικές, εν όλω ή εν μέρει, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, το οποίο δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το διάστημα για το οποίο προσφέρονται, μετά τη διεξαγωγή δοκιμής αγοράς μέσω δημόσιας διαβούλευσης των ενδιαφερόμενων μερών. Όταν οι δεσμεύσεις έχουν καταστεί υποχρεωτικές, η εθνική ρυθμιστική αρχή θα πρέπει να εξετάσει τις συνέπειες της απόφασης αυτής στην οικεία ανάλυση της αγοράς και να τις λάβει υπόψη κατά την επιλογή των πλέον κατάλληλων ρυθμιστικών μέτρων. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να αξιολογούν τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνονται με μακρόπνοη προοπτική βιωσιμότητας, ιδίως όταν επιλέγουν την περίοδο για την οποία αυτές καθίστανται δεσμευτικές, και θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την ανάγκη διασφάλισης σταθερών και προβλέψιμων συνθηκών της αγοράς. Οι δεσμευτικές υποχρεώσεις που σχετίζονται με τη διαδικασία εθελούσιου διαχωρισμού από καθετοποιημένη επιχείρηση που έχει οριστεί ως κατέχουσα σημαντική ισχύ σε μία ή περισσότερες σχετικές αγορές μπορούν να προσδώσουν προβλεψιμότητα και διαφάνεια μέσω του καθορισμού της διαδικασίας εφαρμογής του σχεδιαζόμενου διαχωρισμού της επιχείρησης που έχει οριστεί ως κατέχουσα σημαντική ισχύ στην αγορά. Για την παροχή συνδρομής στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές κατά την εποπτεία της συμμόρφωσης των μερών, οι δεσμεύσεις μπορεί να περιλαμβάνουν τον διορισμό επιβλέποντα εντολοδόχου, του οποίου η ταυτότητα και η εντολή θα πρέπει να εγκρίνονται από την εθνική ρυθμιστική αρχή, και την υποχρέωση της επιχείρησης που τις παρέχει να υποβάλλει περιοδικές εκθέσεις εφαρμογής.
(216)Οι ιδιοκτήτες δικτύου των οποίων το επιχειρηματικό μοντέλο περιορίζεται στην παροχή υπηρεσιών χονδρικής σε άλλους μπορούν να είναι επωφελείς για τη δημιουργία ακμάζουσας αγοράς χονδρικής, με θετικές επιπτώσεις στον ανταγωνισμό λιανικής επόμενου σταδίου. Επιπλέον, το επιχειρηματικό τους μοντέλο, αν και λιγότερο ελκυστικό για τους βραχυπρόθεσμους επενδυτές, μπορεί να είναι ελκυστικό για τους υποψήφιους επενδυτές σε λιγότερο ευμετάβλητα πάγια στοιχεία υποδομών και με πιο μακροπρόθεσμες προοπτικές για ανάπτυξη δικτύων gigabit. Ωστόσο, η παρουσία επιχείρησης αποκλειστικά χονδρικής δεν οδηγεί αναγκαστικά σε πραγματικά ανταγωνιστικές αγορές λιανικής και είναι δυνατό οι επιχειρήσεις αποκλειστικά χονδρικής να οριστούν ως κατέχουσες σημαντική ισχύ σε συγκεκριμένες αγορές προϊόντων και γεωγραφικές αγορές. Ορισμένοι κίνδυνοι για τον ανταγωνισμό που απορρέουν από τη συμπεριφορά επιχειρήσεων οι οποίες ακολουθούν επιχειρηματικά μοντέλα αποκλειστικά χονδρικής ενδέχεται να είναι χαμηλότεροι από ό,τι για τις καθετοποιημένες επιχειρήσεις, εφόσον το μοντέλο αποκλειστικά χονδρικής είναι γνήσιο και δεν υφίστανται κίνητρα για την εισαγωγή διακρίσεων μεταξύ παρόχων επόμενου σταδίου. Η ρυθμιστική αντίδραση θα πρέπει, ως εκ τούτου, να είναι αναλογικά λιγότερο επεμβατική, αλλά θα πρέπει να διατηρήσει ιδίως τη δυνατότητα εισαγωγής υποχρεώσεων όσον αφορά τον καθορισμό θεμιτού και εύλογου τιμήματος. Από την άλλη πλευρά, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να παρεμβαίνουν αν ανακύπτουν προβλήματα ανταγωνισμού σε βάρος των τελικών χρηστών. Αυτό θα ήταν ιδιαίτερα σημαντικό σε περιοχές στις οποίες, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας κατάργησης του δικτύου χαλκού, μια επιχείρηση μόνο χονδρικής μπορεί να παραμείνει ως ο μοναδικός πάροχος δικτύου gigabit. Επιχείρηση που δραστηριοποιείται σε αγορά χονδρικής και παρέχει υπηρεσίες λιανικής αποκλειστικά σε επιχειρηματικούς χρήστες μεγαλύτερους από μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις θα πρέπει να θεωρείται ως επιχείρηση μόνο χονδρικής.
(217)Ο ενωσιακός μηχανισμός που παρέχει στην Επιτροπή το δικαίωμα να απαιτεί από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές να αποσύρουν σχεδιαζόμενα μέτρα όσον αφορά τον καθορισμό της αγοράς και τον ορισμό των επιχειρήσεων ως επιχειρήσεις που κατέχουν σημαντική ισχύ στην αγορά έχει συμβάλει σημαντικά στην επίτευξη συνεπούς προσέγγισης όσον αφορά τον προσδιορισμό των συνθηκών υπό τις οποίες είναι δυνατόν να υπάρξει εκ των προτέρων κανονιστική ρύθμιση και εκείνων υπό τις οποίες οι επιχειρήσεις υπάγονται σε τέτοια ρύθμιση. Από την εμπειρία των διαδικασιών των άρθρων 32 και 33 της οδηγίας (ΕΕ) 2018/1972 προκύπτει ότι ανακολουθίες στην εφαρμογή διορθωτικών μέτρων από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές υπό παρόμοιες συνθήκες αγοράς υπονομεύουν την εσωτερική αγορά ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Κατά συνέπεια, εξακολουθεί να είναι αναγκαίο να εξουσιοδοτηθούν η Επιτροπή και ο BEREC, στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους, ώστε να διασφαλίζουν υψηλότερο επίπεδο συνέπειας κατά την εφαρμογή των διορθωτικών μέτρων όσον αφορά τα σχέδια μέτρων που προτείνουν οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές. Σε σχέση με σχέδια μέτρων που είτε αφορούν την επέκταση των υποχρεώσεων πέρα από το πρώτο σημείο συγκέντρωσης ή διανομής, όποτε χρειάζεται για την αντιμετώπιση υψηλών και μη παροδικών οικονομικών ή υλικών φραγμών στην αναπαραγωγή, σε επιχειρήσεις ανεξαρτήτως του ορισμού τους ως επιχειρήσεων κατεχουσών σημαντική ισχύ στην αγορά, είτε αφορούν τη ρυθμιστική αντιμετώπιση νέων στοιχείων δικτύων gigabit, εξακολουθεί να είναι αναγκαίο η Επιτροπή να έχει τη δυνατότητα να απαιτεί από εθνική ρυθμιστική αρχή την απόσυρση σχεδίου μέτρου. Η Επιτροπή, προκειμένου να επωφεληθεί από την πείρα των εθνικών ρυθμιστικών αρχών στην ανάλυση της αγοράς, θα πρέπει να διαβουλεύεται με τον BEREC προτού λάβει την απόφασή της ή διατυπώσει τη γνώμη της.
(218)Κατά την αξιολόγηση των σχεδίων μέτρων, η Επιτροπή θα πρέπει να συνεχίσει να δεσμεύεται από σαφή προθεσμία, ώστε να διασφαλίζεται η διεξοδική αλλά ταχεία αξιολόγηση. Ωστόσο, δεν δικαιολογείται πλέον η πρόβλεψη διαφορετικών προθεσμιών για την αξιολόγηση των ανασκοπήσεων της αγοράς, αφενός, και των διορθωτικών μέτρων, αφετέρου. Μια ενιαία προθεσμία και για τις δύο αξιολογήσεις θα βελτιώσει τη συνοχή και θα συμβάλει στη δημιουργία απλουστευμένου και αποτελεσματικότερου ρυθμιστικού πλαισίου.
(219)Προς το συμφέρον των πολιτών και των συμφεροντούχων και προκειμένου να παρέχεται στους ενδιαφερόμενους η δυνατότητα να γνωστοποιούν τις απόψεις τους, θα πρέπει να ενισχυθεί η διαφάνεια κατά την εφαρμογή του ενωσιακού μηχανισμού για την εδραίωση της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών, μεταξύ άλλων με τη θέσπιση της υποχρέωσης των εθνικών ρυθμιστικών αρχών να δημοσιεύουν κάθε σχέδιο μέτρου ταυτόχρονα με την κοινοποίησή του στην Επιτροπή, στον BEREC και στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές άλλων κρατών μελών. Κάθε τέτοιο σχέδιο μέτρου θα πρέπει να είναι αιτιολογημένο και να περιέχει λεπτομερή ανάλυση της αγοράς.
(220)Η εθνική διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη θα πρέπει να διεξάγεται πριν από τη διαβούλευση σε ενωσιακό επίπεδο για τους σκοπούς της ενοποίησης της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών και στα πλαίσια της διαδικασίας για τη συνεπή εφαρμογή διορθωτικών μέτρων, ώστε να είναι δυνατόν να εκφρασθούν οι απόψεις των ενδιαφερόμενων μερών στη διαβούλευση σε ενωσιακό επίπεδο. Έτσι θα αποφευχθεί η ανάγκη δεύτερης διαβούλευσης σε ενωσιακό επίπεδο σε περίπτωση αλλαγών σε σχεδιαζόμενο μέτρο συνεπεία της εθνικής διαβούλευσης.
(221)Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να καλούνται να συνεργάζονται μεταξύ τους, με τον BEREC και με την Επιτροπή, κατά διαφανή τρόπο, ώστε να διασφαλίζεται η συνεπής εφαρμογή του παρόντος κανονισμού σε όλα τα κράτη μέλη.
(222)Η διακριτική ευχέρεια των εθνικών ρυθμιστικών αρχών θα πρέπει να συμβιβαστεί με την ανάπτυξη συνεπούς ρυθμιστικής πρακτικής και με τη συνεπή εφαρμογή του ρυθμιστικού πλαισίου, ώστε να υπάρξει αποτελεσματική συμβολή στην ανάπτυξη και ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει επομένως να υποστηρίζουν τις σχετικές δραστηριότητες εσωτερικής αγοράς της Επιτροπής και του BEREC.
(223)Μέτρα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών είναι τα μέτρα που θα μπορούσαν να επηρεάζουν, άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, τη μορφή του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών κατά τρόπο που θα μπορούσε να δημιουργήσει φραγμό στην εσωτερική αγορά. Αυτά περιλαμβάνουν μέτρα που έχουν σημαντικό αντίκτυπο σε επιχειρήσεις ή χρήστες σε άλλα κράτη μέλη και συμπεριλαμβάνουν: μέτρα που επηρεάζουν τις τιμές για τους χρήστες σε άλλα κράτη μέλη· μέτρα που επηρεάζουν την ικανότητα μιας επιχείρησης που είναι εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος να παρέχει υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ιδίως μέτρα που επηρεάζουν την ικανότητα παροχής υπηρεσιών σε διακρατική βάση· και μέτρα που επηρεάζουν τη δομή της αγοράς ή την πρόσβαση στην αγορά, δημιουργώντας επιπτώσεις για τις επιχειρήσεις άλλων κρατών μελών. Η αντιμετώπιση των μέτρων αυτών είναι υψίστης σημασίας, καθώς επιδίωξη του παρόντος κανονισμού είναι η σταδιακή επίτευξη μιας εσωτερικής αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών και ψηφιακών δικτύων.
(224)Όταν η Επιτροπή έχει λάβει απόφαση με την οποία απαιτεί από εθνική ρυθμιστική αρχή να αποσύρει σχεδιαζόμενο μέτρο, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να αποσύρουν το σχέδιο μέτρου τους ή να υποβάλουν αναθεωρημένο μέτρο στην Επιτροπή. Ορίζεται προθεσμία για την κοινοποίηση του αναθεωρημένου μέτρου στην Επιτροπή από την εθνική ρυθμιστική αρχή, ώστε να ενημερώνονται οι συντελεστές της αγοράς για τη διάρκεια της ανασκόπησης της αγοράς και να αυξηθεί η ασφάλεια δικαίου.
(225)Ενώ είναι σημαντικό να εξασφαλιστεί επαρκής χρόνος στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές για τη διεξαγωγή διεξοδικών αναλύσεων/ανασκοπήσεων της αγοράς, θα πρέπει επίσης να τους δοθεί η δυνατότητα να αντιμετωπίζουν άμεσα καταστάσεις που απαιτούν επείγοντα μέτρα.
(226)Ως εκ τούτου, θα πρέπει να θεσπιστεί εξαίρεση από το γενικό χρονοδιάγραμμα που προβλέπεται για τις ανασκοπήσεις της αγοράς, ώστε να μπορούν οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές να εγκρίνουν προσωρινά μέτρα. Τα εν λόγω προσωρινά μέτρα θα πρέπει να εφαρμόζονται για περιορισμένο χρονικό διάστημα και δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται περισσότερες από μία φορές για την αντιμετώπιση του ίδιου προβλήματος.
(227)Λόγω των στενών χρονικών ορίων του μηχανισμού διαβούλευσης σε ενωσιακό επίπεδο, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εξουσίες για έκδοση συστάσεων ή κατευθυντήριων γραμμών που να αποβλέπουν σε απλούστευση των διαδικασιών ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ της Επιτροπής και των εθνικών ρυθμιστικών αρχών, π.χ. σε περιπτώσεις σταθερών αγορών ή ελασσόνων αλλαγών σε προηγουμένως κοινοποιημένα μέτρα. Θα πρέπει ιδίως να εξουσιοδοτηθεί η Επιτροπή να επιτρέπει την εξαίρεση από την υποχρέωση κοινοποίησης ώστε να εξομαλύνονται οι διαδικασίες σε ορισμένες περιπτώσεις. Εν τέλει, η Επιτροπή θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να εκδίδει, αναλόγως των αναγκών και λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη του BEREC, συστάσεις όσον αφορά την ταυτοποίηση των σχετικών αγορών προϊόντων και υπηρεσιών, τις κοινοποιήσεις στο πλαίσιο της διαδικασίας για την εδραίωση της εσωτερικής αγοράς και την εναρμονισμένη εφαρμογή των διατάξεων του ρυθμιστικού πλαισίου.
(228)Ο αυξημένος ανταγωνισμός και οι περισσότερες επιλογές για τις υπηρεσίες επικοινωνιών έχουν οδηγήσει σταδιακά σε μείωση του πεδίου εφαρμογής της καθολικής υπηρεσίας. Στοιχεία όπως οι τηλεφωνικοί κατάλογοι ή η παροχή κοινόχρηστων τηλεφώνων καταργήθηκαν σταδιακά από το πεδίο εφαρμογής της καθολικής υπηρεσίας. Ως εκ τούτου, η έννοια της καθολικής υπηρεσίας θα πρέπει να συνεχίσει να εξελίσσεται ώστε να αντανακλά την πρόοδο της τεχνολογίας, την εξέλιξη της αγοράς και τις μεταβολές στις απαιτήσεις των χρηστών.
(229)Η καθολική υπηρεσία θα πρέπει να παραμείνει δίχτυ ασφάλειας για να διασφαλίζεται ότι διατίθεται τουλάχιστον ένα σύνολο ελάχιστων υπηρεσιών σε όλους και σε προσιτή τιμή στους καταναλωτές, σε περιπτώσεις όπου ο κίνδυνος κοινωνικού αποκλεισμού που προκύπτει από την έλλειψη αυτής της πρόσβασης αποτρέπει τους πολίτες από την πλήρη κοινωνική και οικονομική συμμετοχή στην κοινωνία.
(230)Θεμελιώδης απαίτηση της καθολικής υπηρεσίας είναι να διασφαλίζει ότι όλοι οι καταναλωτές έχουν πρόσβαση, σε προσιτή τιμή, σε υπηρεσίες επαρκούς πρόσβασης στο διαδίκτυο και φωνητικών επικοινωνιών σε σταθερή θέση. Όπου υπάρχουν περιορισμοί για την πρόσβαση, τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να εξετάζουν το ενδεχόμενο να εξασφαλίζουν την οικονομική προσιτότητα των υπηρεσιών επαρκούς πρόσβασης στο διαδίκτυο και φωνητικών επικοινωνιών εκτός σταθερής θέσης, όταν κρίνουν ότι αυτό είναι αναγκαίο για να εξασφαλίζεται η πλήρης κοινωνική και οικονομική συμμετοχή των καταναλωτών στην κοινωνία. Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δοθεί στη διασφάλιση της ισοδύναμης πρόσβασης των καταναλωτών με αναπηρίες σε σταθερή θέση. Δεν θα πρέπει να υπάρχουν περιορισμοί στα τεχνικά μέσα με τα οποία παρέχονται οι υπηρεσίες επαρκούς πρόσβασης στο διαδίκτυο και φωνητικών επικοινωνιών σε σταθερή θέση, έτσι ώστε να είναι εξίσου δυνατή η χρήση ενσύρματων ή ασύρματων τεχνολογιών με τεχνολογικά ουδέτερο τρόπο, ούτε ως προς το ποιες επιχειρήσεις θα είναι επιφορτισμένες με μέρος ή με το σύνολο των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας.
(231)Η ταχύτητα πρόσβασης στο διαδίκτυο, όπως φαίνεται από την πλευρά του χρήστη, εξαρτάται από διάφορους παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης της σύνδεσης των παρόχων με το διαδίκτυο, καθώς και της εφαρμογής για την οποία χρησιμοποιείται η σύνδεση. Εναπόκειται στα κράτη μέλη, λαμβάνοντας υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές του BEREC, να ορίσουν την επαρκή πρόσβαση στο διαδίκτυο υπό το πρίσμα του ελάχιστου εύρους ζώνης που έχει στη διάθεσή της η πλειονότητα των καταναλωτών στην επικράτεια ενός κράτους μέλους ώστε να καθίσταται δυνατό επαρκές επίπεδο κοινωνικής ένταξης και συμμετοχής στην ψηφιακή οικονομία και κοινωνία στην επικράτειά τους. Η υπηρεσία επαρκούς πρόσβασης στο διαδίκτυο θα πρέπει να έχει επαρκές εύρος ζώνης για την υποστήριξη της πρόσβασης τουλάχιστον σε βασικές υπηρεσίες που αντανακλούν τις υπηρεσίες που χρησιμοποιούνται από την πλειονότητα των καταναλωτών, καθώς και της χρήσης αυτών των υπηρεσιών. Για τον σκοπό αυτόν, στις κατευθυντήριες γραμμές του BEREC, προκειμένου αυτές να συμβάλλουν στη συνεπή εφαρμογή στα κράτη μέλη, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η εξέλιξη της χρήσης του διαδικτύου για τον προσδιορισμό των διαδικτυακών υπηρεσιών που χρησιμοποιούνται από την πλειονότητα των καταναλωτών σε ολόκληρη την Ένωση και είναι απαραίτητες για την κοινωνική και οικονομική συμμετοχή στην κοινωνία. Ο BEREC θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα δεδομένα που συλλέγονται ετησίως από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές σχετικά με την εξέλιξη και το επίπεδο των τιμών λιανικής των υπηρεσιών επαρκούς πρόσβασης στο διαδίκτυο και των υπηρεσιών φωνητικών επικοινωνιών σε ποιότητα που καθορίζεται στις αντίστοιχες εθνικές επικράτειες. Πριν από την έκδοση των κατευθυντήριων γραμμών, ο BEREC θα πρέπει να διαβουλεύεται με τους συμφεροντούχους, συμπεριλαμβανομένων των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών που εκπροσωπούν ευάλωτους καταναλωτές. Η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό της υπηρεσίας επαρκούς πρόσβασης στο διαδίκτυο και του εύρους ζώνης που απαιτείται για την κοινωνική και οικονομική συμμετοχή στην κοινωνία. Τα δικαιώματα τελικού χρήστη που ισχύουν για τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών θα πρέπει επίσης να ισχύουν για κάθε υπηρεσία επαρκούς πρόσβασης στο διαδίκτυο και φωνητικών επικοινωνιών.
(232)Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές, σε συντονισμό με άλλες αρμόδιες αρχές, θα πρέπει να παρακολουθούν την εξέλιξη και τις λεπτομέρειες των τιμών λιανικής για υπηρεσίες επαρκούς πρόσβασης στο διαδίκτυο και φωνητικών επικοινωνιών που χρησιμοποιούνται από τους καταναλωτές, ώστε να αξιολογούν την ανάγκη για μέτρα οικονομικής προσιτότητας. Η παρακολούθηση αυτή θα πρέπει να πραγματοποιείται σε ετήσια βάση και όχι συχνότερα, ώστε να διασφαλίζεται ότι δεν επιβαρύνει υπερβολικά από διοικητική άποψη ούτε τις εθνικές ρυθμιστικές και άλλες αρμόδιες αρχές ούτε τους παρόχους των εν λόγω υπηρεσιών. Η παρακολούθηση θα μπορούσε να περιλαμβάνει τις λεπτομέρειες των προσφορών τιμολογιακών επιλογών ή πακέτων για καταναλωτές με χαμηλό εισόδημα ή ειδικές κοινωνικές ανάγκες, συμπεριλαμβανομένων των καταναλωτών με αναπηρίες, και θα πρέπει να αποτελεί τη βάση για τη θέσπιση μέτρων οικονομικής προσιτότητας.
(233)Η ανάγκη για μέτρα οικονομικής προσιτότητας ποικίλλει μεταξύ των κρατών μελών και μια εναρμονισμένη προσέγγιση για τα κριτήρια και τη μεθοδολογία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την αξιολόγηση της οικονομικής προσιτότητας των υπηρεσιών επαρκούς πρόσβασης στο διαδίκτυο και φωνητικών επικοινωνιών θα πρέπει να διασφαλίζει τη συνέπεια των προσεγγίσεων, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη τις διαφορετικές καταστάσεις στα διάφορα κράτη μέλη. Για την εναρμόνιση των κριτηρίων και της μεθοδολογίας που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την αξιολόγηση της οικονομικής προσιτότητας, η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις. Τα κριτήρια θα πρέπει να περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων παραγόντων, την πλέον προσιτή τιμή που διατίθεται στην αγορά και το ποσοστό που αποτελεί αυτή στο εισόδημα του καταναλωτή, λαμβανομένων υπόψη των καταναλωτών με χαμηλό εισόδημα ή ειδικές κοινωνικές ανάγκες. Επιπλέον, οι οικονομικές και κοινωνικές πτυχές που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνουν την αγοραστική δύναμη και τα εθνικά καθεστώτα στήριξης, ιδίως για τους ευάλωτους καταναλωτές.
(234)Ως προσιτή τιμή νοείται τιμή που καθορίζεται από τα κράτη μέλη σε εθνικό επίπεδο με βάση τα κοινά κριτήρια και τη μεθοδολογία που προσδιορίζονται στην εκτελεστική πράξη της Επιτροπής. Όπου τα κράτη μέλη βεβαιώνονται ότι οι τιμές λιανικής για υπηρεσίες επαρκούς πρόσβασης στο διαδίκτυο και φωνητικών επικοινωνιών δεν είναι οικονομικά προσιτές για καταναλωτές με χαμηλά εισοδήματα ή ειδικές κοινωνικές ανάγκες, συμπεριλαμβανομένων των ηλικιωμένων, των καταναλωτών με αναπηρίες και των καταναλωτών που κατοικούν σε αγροτικές ή γεωγραφικά απομονωμένες περιοχές, θα πρέπει να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα. Προς τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να παρέχουν στους καταναλωτές αυτούς άμεση στήριξη για σκοπούς επικοινωνίας, που θα μπορούσε να είναι μέρος κοινωνικών επιδομάτων, κουπονιών για τους καταναλωτές αυτούς ή άμεσων πληρωμών σε αυτούς. Εναλλακτικά ή επιπροσθέτως, τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να ζητούν από όλους τους παρόχους τέτοιων υπηρεσιών να προσφέρουν βασικές τιμολογιακές επιλογές ή πακέτα, συμπεριλαμβανομένων μειωμένων μηνιαίων τελών συνδρομής.
(235)Οι εν λόγω ειδικές τιμολογιακές επιλογές ή πακέτα για την αντιμετώπιση των αναγκών των καταναλωτών με χαμηλό εισόδημα ή με ειδικές κοινωνικές ανάγκες θα πρέπει να παρέχουν υπηρεσίες επαρκούς πρόσβασης στο διαδίκτυο και φωνητικών επικοινωνιών, χωρίς πρόσθετες δεσμοποιημένες υπηρεσίες, προκειμένου να μειωθούν οι επιπτώσεις στη λειτουργία της αγοράς.
(236)Όταν ένα κράτος μέλος απαιτεί από τους παρόχους να προσφέρουν στους καταναλωτές με χαμηλό εισόδημα ή ειδικές κοινωνικές ανάγκες τιμολογιακές επιλογές ή πακέτα διαφορετικά από εκείνα που παρέχονται υπό τους συνήθεις εμπορικούς όρους, οι εν λόγω τιμολογιακές επιλογές ή πακέτα θα πρέπει να παρέχονται από όλους τους παρόχους υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο και φωνητικών επικοινωνιών. Η απαίτηση από όλους τους παρόχους υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο και φωνητικών επικοινωνιών να προσφέρουν τιμολογιακές επιλογές ή πακέτα δεν θα πρέπει να δημιουργεί υπερβολική διοικητική ή οικονομική επιβάρυνση για τους εν λόγω παρόχους ή για τα κράτη μέλη.
(237)Λόγω του μειωμένου πεδίου εφαρμογής των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας, η ανάγκη χρήσης ειδικών ανά τομέα ορισμών είναι περιορισμένη. Η δημόσια χρηματοδοτική στήριξη μπορεί να αποδειχθεί αναγκαία για την κάλυψη μέρους ή του συνόλου του ειδικού καθαρού κόστους που προκύπτει από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας, συμπεριλαμβανομένου εύλογου κέρδους, με παράλληλη αποφυγή της υπεραντιστάθμισης. Στην περίπτωση αυτή, δεδομένης της ύπαρξης κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις όσον αφορά τη δημόσια χρηματοδότηση, ιδίως για τις υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος (στο εξής: δέσμη μέτρων για τις ΥΓΟΣ), θα πρέπει να καταργηθούν οι ειδικοί τομεακοί κανόνες για τον ορισμό των επιχειρήσεων και τον υπολογισμό της πιθανής αντιστάθμισης για την παροχή καθολικής υπηρεσίας για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες. Εάν χορηγείται δημόσια αντιστάθμιση για την παροχή καθολικής υπηρεσίας, αυτή πρέπει να συμμορφώνεται με τους εφαρμοστέους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις, ιδίως με το άρθρο 106 παράγραφος 2, τα άρθρα 107 και 108 της ΣΛΕΕ και τη δέσμη μέτρων για τις ΥΓΟΣ. Η απλούστευση που αφορά την κατάργηση του ειδικού ανά τομέα ορισμού της υποχρέωσης καθολικής υπηρεσίας και της σχετικής μεθόδου υπολογισμού του καθαρού κόστους θα μπορούσε να αυξήσει την ευελιξία των κρατών μελών κατά την επιλογή της μεθόδου χρηματοδότησης των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας, μειώνοντας ενδεχομένως τον διοικητικό φόρτο για τους παρόχους και διασφαλίζοντας παράλληλα τη συμβατότητα με την εσωτερική αγορά.
(238)Η οικονομική προσιτότητα δεν θα πρέπει να αποτελεί φραγμό στην πρόσβαση των καταναλωτών στη δέσμη υπηρεσιών συνδεσιμότητας. Το δικαίωμα σύναψης σύμβασης με πάροχο θα πρέπει να συνεπάγεται ότι οι καταναλωτές με χαμηλό εισόδημα ή ειδικές κοινωνικές ανάγκες που δικαιούνται επιλογές ή πακέτα κοινωνικού τιμολογίου θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να συνάπτουν σύμβαση για την παροχή οικονομικά προσιτών υπηρεσιών επαρκούς πρόσβασης στο διαδίκτυο και φωνητικών επικοινωνιών τουλάχιστον σε σταθερή θέση. Προκειμένου να ελαχιστοποιούνται οι οικονομικοί κίνδυνοι, όπως η μη εξόφληση λογαριασμών, οι πάροχοι θα πρέπει να είναι ελεύθεροι να παρέχουν τη σύμβαση με όρους προπληρωμής, βάσει οικονομικά προσιτών επιμέρους προπληρωμένων μονάδων.
(239)Η οικονομική προσιτότητα για τους μεμονωμένους καταναλωτές θα πρέπει να βασίζεται στο δικαίωμά τους να συνάπτουν σύμβαση με πάροχο. Άλλα δικαιώματα, για παράδειγμα οι αναλυτικοί λογαριασμοί, η διαθεσιμότητα αριθμού για επαρκές χρονικό διάστημα και η ικανότητα παρακολούθησης και ελέγχου των δαπανών αποτελούν στον παρόντα κανονισμό δικαιώματα τελικού χρήστη για όλους τους καταναλωτές και θα πρέπει να ισχύουν και για τους καταναλωτές που επωφελούνται από μέτρα οικονομικής προσιτότητας της καθολικής υπηρεσίας.
(240)Δεν θα πρέπει να είναι υποχρεωτική για τους καταναλωτές η πρόσβαση σε υπηρεσίες που δεν επιθυμούν και θα πρέπει, επομένως, να είναι δυνατό οι επιλέξιμοι καταναλωτές να περιορίζουν, κατόπιν αιτήματος, την οικονομικά προσιτή καθολική υπηρεσία στην υπηρεσία φωνητικών επικοινωνιών.
(241)Τα κράτη μέλη θα πρέπει να θεσπίσουν μέτρα για την προώθηση της δημιουργίας αγοράς οικονομικά προσιτών προϊόντων και υπηρεσιών με διευκολύνσεις για τους καταναλωτές με αναπηρίες, συμπεριλαμβανομένου του εξοπλισμού με υποστηρικτικές τεχνολογίες. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί, μεταξύ άλλων, με αναφορά σε ευρωπαϊκά πρότυπα ή με τη στήριξη της εφαρμογής των απαιτήσεων σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2019/882 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εισαγάγουν κατάλληλα μέτρα και να λαμβάνουν ειδικά μέτρα, για παράδειγμα αν η αγορά δεν παράγει οικονομικά προσιτά προϊόντα και υπηρεσίες που να ενσωματώνουν διευκολύνσεις για καταναλωτές με αναπηρίες υπό τις συνήθεις οικονομικές συνθήκες. Τα μέτρα αυτά θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν την άμεση οικονομική στήριξη των καταναλωτών. Το κόστος των υπηρεσιών μεσολαβητικής αναμετάδοσης για τους καταναλωτές με αναπηρίες θα πρέπει να είναι ισοδύναμο με το μέσο κόστος των υπηρεσιών φωνητικών επικοινωνιών.
(242)Οι υπηρεσίες μεσολαβητικής αναμετάδοσης αναφέρονται σε υπηρεσίες που επιτρέπουν την αμφίδρομη επικοινωνία ανάμεσα σε απομακρυσμένους τελικούς χρήστες διαφορετικών τρόπων επικοινωνίας (π.χ. κειμένου, νοηματικής γλώσσας, ομιλίας) εξασφαλίζοντας τη μετατροπή μεταξύ των εν λόγω τρόπων επικοινωνίας, συνήθως με τη μεσολάβηση ανθρώπου. Το κείμενο σε πραγματικό χρόνο ορίζεται σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2019/882. Όταν ένα κράτος μέλος αποφασίζει να αποζημιώσει τις επιχειρήσεις που παρέχουν βασικές τιμολογιακές επιλογές ή πακέτα, για παράδειγμα όταν η παροχή συνεπάγεται αθέμιτη οικονομική επιβάρυνση, θα πρέπει να διασφαλίζει τη συμβατότητα του εν λόγω μέτρου με την εσωτερική αγορά, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων ανταγωνισμού.
(243)Για επικοινωνίες δεδομένων με ρυθμούς δεδομένων που αρκούν για την εξασφάλιση επαρκούς πρόσβασης στο διαδίκτυο, οι συνδέσεις σταθερής τηλεφωνίας είναι σχεδόν καθολικά διαθέσιμες και χρησιμοποιούνται από την πλειονότητα των πολιτών της Ένωσης, οι δε υπηρεσίες που βασίζονται σε ασύρματες τεχνολογίες έχουν ακόμη μεγαλύτερη απήχηση. Ωστόσο, υπάρχουν διαφορές μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά τη διαθεσιμότητα και την οικονομική προσιτότητα των υπηρεσιών επαρκούς πρόσβασης στο διαδίκτυο σε σταθερή θέση στις αστικές και τις αγροτικές περιοχές.
(244)Η αγορά έχει να διαδραματίσει ηγετικό ρόλο στην εξασφάλιση της διαθεσιμότητας της πρόσβασης στο διαδίκτυο, με συνεχώς αυξανόμενη χωρητικότητα. Σε περιοχές όπου η αγορά δεν θα απέδιδε, άλλα εργαλεία δημόσιας πολιτικής για τη στήριξη της διαθεσιμότητας συνδέσεων επαρκούς πρόσβασης στο διαδίκτυο φαίνονται, καταρχήν, οικονομικώς πιο αποδοτικά και λιγότερο στρεβλωτικά για την αγορά από τις υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας, για παράδειγμα η χρησιμοποίηση χρηματοδοτικών μέσων όπως αυτά που διατίθενται στο πλαίσιο του προγράμματος InvestEU και του Ταμείου Ευρυζωνικών Δικτύων «Συνδέοντας την Ευρώπη» που υποστηρίζεται από τον μηχανισμό «Συνδέοντας την Ευρώπη», η χρήση ενωσιακής δημόσιας χρηματοδότησης την οποία διαχειρίζονται τα κράτη μέλη, η εθνική χρηματοδότηση και η επιβολή υποχρεώσεων κάλυψης για τα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος ώστε να στηριχθεί η ανάπτυξη ευρυζωνικών δικτύων σε λιγότερο πυκνοκατοικημένες περιοχές. Ένας από τους στόχους των μέτρων δημόσιας πολιτικής μπορεί επίσης να είναι η παροχή σε τελικούς χρήστες της δυνατότητας να αγοράσουν υπηρεσίες επαρκούς πρόσβασης στο διαδίκτυο τις οποίες διαφορετικά δεν θα αγόραζαν, παραδείγματος χάριν, κατά περίπτωση, μέσω άμεσης στήριξης ή κουπονιών συνδεσιμότητας για τη χρηματοδότηση των μηνιαίων τελών, του τυποποιημένου κόστους εγκατάστασης σύνδεσης, του απαραίτητου τερματικού εξοπλισμού ή περιορισμένης εσωτερικής καλωδίωσης, π.χ. όταν είναι αναγκαία και επικουρική για την παροχή της υπηρεσίας. Όταν ένα κράτος μέλος προτίθεται να χορηγήσει χρηματοδοτική στήριξη για τον σκοπό αυτόν, θα πρέπει να διασφαλίζει τη συμβατότητα του εν λόγω μέτρου με την εσωτερική αγορά, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων ανταγωνισμού.
(245)Εάν, μετά την πραγματοποίηση της δέουσας αξιολόγησης, λαμβανομένων υπόψη των αποτελεσμάτων της γεωγραφικής έρευνας για την ανάπτυξη δικτύων που διενεργείται από την αρμόδια αρχή, προκύψει ότι ούτε η αγορά ούτε οι μηχανισμοί δημόσιας παρέμβασης είναι πιθανό να παρέχουν σε καταναλωτές, πολύ μικρές επιχειρήσεις, μικρές επιχειρήσεις και μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς ορισμένων περιοχών σύνδεση ικανή να παρέχει υπηρεσία επαρκούς πρόσβασης στο διαδίκτυο, όπως ορίζεται από τα κράτη μέλη, και υπηρεσίες φωνητικών επικοινωνιών σε σταθερή θέση, το κράτος μέλος θα πρέπει να μπορεί να αναθέτει, κατ’ εξαίρεση, σε διαφορετικούς παρόχους ή σύνολα παρόχων την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών στα διάφορα αντίστοιχα μέρη της εθνικής επικράτειας. Πέραν της γεωγραφικής έρευνας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν, όπου είναι απαραίτητο, τυχόν πρόσθετα στοιχεία ώστε να διαπιστώσουν σε ποιον βαθμό είναι διαθέσιμες υπηρεσίες επαρκούς πρόσβασης στο διαδίκτυο και φωνητικών επικοινωνιών σε σταθερή θέση. Τα πρόσθετα στοιχεία θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν δεδομένα που είναι διαθέσιμα στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές μέσω διαδικασίας ανάλυσης της αγοράς και δεδομένων που συλλέγονται από τους χρήστες. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να περιορίζουν τις υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας προς στήριξη της διαθεσιμότητας υπηρεσίας επαρκούς πρόσβασης στο διαδίκτυο στην κύρια έδρα ή κατοικία του τελικού χρήστη.
(246)Στις περιπτώσεις που, προκειμένου να διασφαλιστεί η διαθεσιμότητα υπηρεσιών επαρκούς πρόσβασης στο διαδίκτυο και φωνητικών επικοινωνιών, όταν η εν λόγω υπηρεσία δεν μπορεί να εξασφαλιστεί υπό τις συνήθεις εμπορικές συνθήκες ή με άλλα εργαλεία δημόσιας πολιτικής, ένα κράτος μέλος αποφασίζει να αναθέσει σε μία ή περισσότερες επιχειρήσεις να εγγυηθούν τη διαθεσιμότητα αυτή σε ολόκληρη την εθνική επικράτεια ή σε τμήματα αυτής και να χορηγήσει χρηματοδοτική στήριξη για τον σκοπό αυτόν, θα πρέπει να διασφαλίζει τη συμβατότητα του εν λόγω μέτρου με την εσωτερική αγορά, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων ανταγωνισμού.
(247)Οι απαιτήσεις για εξασφάλιση της εδαφικής κάλυψης σε εθνικό επίπεδο που επιβάλλονται κατά τη διαδικασία ανάθεσης είναι πιθανό να αποκλείουν ή να αποθαρρύνουν ορισμένες επιχειρήσεις από το να υποβάλουν αίτηση για να γίνουν πάροχοι καθολικής υπηρεσίας. Η ανάθεση σε παρόχους υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας για εκτεταμένο ή αόριστο χρονικό διάστημα ενδέχεται επίσης να οδηγήσει σε αποκλεισμό ορισμένων παρόχων. Όταν ένα κράτος μέλος αποφασίζει να αναθέσει σε όλους τους παρόχους την παροχή τιμολογιακών επιλογών ή πακέτων για λόγους οικονομικής προσιτότητας, θα μπορούσε να αναθέσει μόνο σε έναν ή σε ορισμένους από αυτούς την παροχή του στοιχείου διαθεσιμότητας της καθολικής υπηρεσίας.
(248)Μετά τη σταδιακή μείωση του πεδίου εφαρμογής της καθολικής υπηρεσίας, συνεχίστηκε η σταδιακή κατάργηση της παροχής δημόσιων τηλεφωνικών θαλάμων και τηλεφωνικών καταλόγων και υπηρεσιών πληροφοριών καταλόγου στο πλαίσιο του καθεστώτος καθολικής υπηρεσίας. Το γεγονός αυτό καθιστά παρωχημένες τις διατάξεις της οδηγίας (ΕΕ) 2018/1972 που αφορούν το καθεστώς των υφιστάμενων καθολικών υπηρεσιών πέραν του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας (ΕΕ) 2018/1972.
(249)Η οικονομική προσιτότητα των υπηρεσιών επαρκούς πρόσβασης στο διαδίκτυο και φωνητικών επικοινωνιών συνδέεται με την ενημέρωση των χρηστών σχετικά με τις δαπάνες χρήσης και με το σχετικό κόστος της χρήσης σε σχέση με άλλες υπηρεσίες, καθώς και με τη δυνατότητα να ελέγχουν τις δαπάνες τους. Στις εν λόγω διευκολύνσεις που παρέχονται από τους παρόχους οικονομικά προσιτής καθολικής υπηρεσίας σε επιλέξιμους καταναλωτές συμπεριλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η δυνατότητα, από πλευράς των καταναλωτών, επιλεκτικής φραγής κλήσεων, όπως οι δαπανηρές κλήσεις σε υπηρεσίες πρόσθετου τέλους, η δυνατότητα ελέγχου των δαπανών τους με τη βοήθεια μέσων προπληρωμής και η δυνατότητα τμηματικής αποπληρωμής των αρχικών τελών σύνδεσης.
(250)Με εξαίρεση τις περιπτώσεις επανειλημμένης καθυστέρησης ή μη εξόφλησης των λογαριασμών, οι καταναλωτές που δικαιούνται οικονομικά προσιτά τιμολόγια θα πρέπει, όσο εκκρεμεί η επίλυση της διαφοράς, να προστατεύονται από την άμεση αποσύνδεση από το δίκτυο, λόγω μη εξόφλησης λογαριασμού και, ιδίως στην περίπτωση διαφορών που αφορούν μεγάλους λογαριασμούς για υπηρεσίες πρόσθετου τέλους, να εξακολουθούν να έχουν πρόσβαση στις βασικές υπηρεσίες φωνητικών επικοινωνιών και στο ελάχιστο επίπεδο υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο.
(251)Προκειμένου να εξασφαλιστεί σταθερότητα και να υποστηριχθεί η σταδιακή μετάβαση από τους ειδικούς τομεακούς κανόνες για την οργάνωση και τη χρηματοδότηση της καθολικής υπηρεσίας στο νομικό πλαίσιο που ισχύει για τις ΥΓΟΣ, οι υφιστάμενοι ορισμοί επιχειρήσεων για την παροχή καθολικής υπηρεσίας στα κράτη μέλη βάσει της οδηγίας (ΕΕ) 2018/1972 δεν θα πρέπει να επηρεαστούν, υπό την προϋπόθεση ότι είναι σε ισχύ 6 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού. Οι επιχειρήσεις θα πρέπει να διατηρήσουν το καθεστώς τους έως τη λήξη των σχετικών ορισμών, υπό την προϋπόθεση ότι οι υπηρεσίες ή συγκρίσιμες υπηρεσίες δεν είναι διαθέσιμες υπό τις συνήθεις εμπορικές συνθήκες.
(252)Οι μελλοντικές κοινωνικές, οικονομικές και τεχνολογικές εξελίξεις, συμπεριλαμβανομένης της μετάβασης σε οπτικές ίνες, ενδέχεται να αλλάξουν την ανάγκη για διαθεσιμότητα ή οικονομική προσιτότητα της καθολικής υπηρεσίας. Ως εκ τούτου, ο BEREC θα πρέπει να παρακολουθεί τη διαθεσιμότητα και την οικονομική προσιτότητα όσον αφορά την επαρκή πρόσβαση στο διαδίκτυο και τις φωνητικές επικοινωνίες στα κράτη μέλη και να δημοσιεύσει γνώμη η οποία θα περιλαμβάνει αξιολόγηση του αντίκτυπου των εν λόγω εξελίξεων στην πρακτική εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος κανονισμού. Ο BEREC στη γνώμη του θα μπορεί να λαμβάνει υπόψη τις πιθανές διασφαλίσεις που εγκρίνουν τα κράτη μέλη για τους καταναλωτές με χαμηλό εισόδημα ή ειδικές κοινωνικές ανάγκες στο πλαίσιο της κατάργησης των δικτύων χαλκού. Η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη του BEREC, θα πρέπει να υποβάλει έκθεση, ιδίως με σκοπό να προτείνει ότι το πεδίο εφαρμογής των κανόνων σχετικά με τη διαθεσιμότητα ή την οικονομική προσιτότητα της καθολικής υπηρεσίας θα πρέπει να μεταβληθεί ή να επαναπροσδιοριστεί.
(253)Ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/2120 θέσπισε κοινούς κανόνες για τη διασφάλιση ισότιμης και μη διακριτικής μεταχείρισης της κίνησης κατά την παροχή υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο και των σχετικών δικαιωμάτων των τελικών χρηστών και αποσκοπούσε στην προστασία των τελικών χρηστών και, ταυτόχρονα, στη διασφάλιση της συνεχούς λειτουργίας του οικοσυστήματος του διαδικτύου ως κινητήριας δύναμης της καινοτομίας.
(254)Η παρούσα αναδιατύπωση του ευρωπαϊκού ρυθμιστικού πλαισίου για τα ηλεκτρονικά δίκτυα και υπηρεσίες στον παρόντα κανονισμό προσφέρει την ευκαιρία να συγχωνευθούν στον παρόντα κανονισμό οι διατάξεις για μέτρα σχετικά με το ανοικτό διαδίκτυο που περιέχονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2015/2120, χωρίς να θιγούν οι θεμελιώδεις αρχές της ισότιμης και μη διακριτικής μεταχείρισης της κίνησης κατά την παροχή υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο, ούτε και το δικαίωμα των τελικών χρηστών να έχουν πρόσβαση και να διανέμουν πληροφορίες και περιεχόμενο, να χρησιμοποιούν και να παρέχουν εφαρμογές και υπηρεσίες και να χρησιμοποιούν τερματικό εξοπλισμό της επιλογής τους.
(255)Στη δεύτερη έκθεση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2120 επιβεβαιώθηκε ότι οι αρχές που διέπουν την πρόσβαση στο ανοικτό διαδίκτυο εξακολουθούν να είναι κατάλληλες για τον επιδιωκόμενο σκοπό και να επιτυγχάνουν κατάλληλη ισορροπία μεταξύ της προστασίας των τελικών χρηστών και της διευκόλυνσης της τεχνολογικής προόδου. Ωστόσο, δεδομένης της σημαντικής εξέλιξης των τεχνολογιών δικτύωσης από το 2015, είναι αναγκαίο να καθοριστούν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα πρέπει να προσφέρονται εξειδικευμένες επιχειρηματικές υπηρεσίες. Οι εν λόγω εξειδικευμένες επιχειρηματικές υπηρεσίες καθίστανται αναπόσπαστο μέρος της προσφοράς δικτύου για τη διασύνδεση κέντρων δεδομένων, την παροχή υπολογιστικής παρυφών και τις υπηρεσίες ΤΝ. Η εξασφάλιση μικρού χρόνου αναμονής και εγγυημένης ποιότητας υπηρεσιών αποτελούν βασικά χαρακτηριστικά των εξειδικευμένων επιχειρηματικών υπηρεσιών. Οι κρίσιμες κρατικές υπηρεσίες θα πρέπει επίσης να θεωρούνται υπηρεσίες προτεραιότητας, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι τα δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών ανταποκρίνονται στην αυξημένη ζήτηση για ανάγκες ασφάλειας και άμυνας, όπως ο εντοπισμός, η αντίδραση και η κινητικότητα. Ενώ ο BEREC έχει εξουσιοδοτηθεί να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές για τη στήριξη της συνεπούς εφαρμογής από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, ενδέχεται να απαιτείται πρόσθετη καθοδήγηση σε επίπεδο Ένωσης για τη διασφάλιση εναρμονισμένης προσέγγισης όσον αφορά τις αναδυόμενες υπηρεσίες και τεχνολογίες, συμπεριλαμβανομένων του τεμαχισμού δικτύου, των πειραματικών υπηρεσιών και των διαφοροποιημένων περιπτώσεων βιομηχανικής χρήσης. Ως εκ τούτου, η εξουσιοδότηση της Επιτροπής για την έκδοση εκτελεστικής πράξης σχετικά με την εφαρμογή εξειδικευμένων υπηρεσιών αναμένεται να συμβάλει στην ασφάλεια δικαίου και την κανονιστική συνοχή σε ολόκληρη την Ένωση, παρέχοντας σαφή κριτήρια συμμόρφωσης, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, παραμέτρων ή ελάχιστων επιπέδων ποιότητας της υπηρεσίας που πρέπει να διασφαλίζονται για τις γενικές υπηρεσίες πρόσβασης στο διαδίκτυο. Η εν λόγω εκτελεστική πράξη θα πρέπει να συμπληρώνει τις κατευθυντήριες γραμμές του BEREC, να στηρίζει την ομοιόμορφη εφαρμογή του πλαισίου και να ενθαρρύνει τις επενδύσεις και την καινοτομία σε προηγμένες υπηρεσίες συνδεσιμότητας και ιδίως στο τμήμα μεταξύ επιχειρήσεων, ενισχύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την ανταγωνιστικότητα της ψηφιακής οικονομίας της Ένωσης, και διασφαλίζοντας επίσης την απόδοση προτεραιότητας στις κρίσιμες κρατικές υπηρεσίες.
(256)Προκειμένου να διευκολυνθεί η συγκρισιμότητα σε ολόκληρη την Ένωση και να μειωθεί το κόστος συμμόρφωσης, ο BEREC θα πρέπει να εγκρίνει κατευθυντήριες γραμμές για τις σχετικές παραμέτρους ποιότητας της υπηρεσίας για τις υπηρεσίες πρόσβασης στο διαδίκτυο, τις οποίες θα πρέπει να λαμβάνουν ιδιαιτέρως υπόψη οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές σε συντονισμό με άλλες αρμόδιες αρχές κατά την επιβολή των σχετικών με τα δικαιώματα των τελικών χρηστών υποχρεώσεων ποιότητας της υπηρεσίας. Στις κατευθυντήριες γραμμές του για τις υπηρεσίες πρόσβασης στο διαδίκτυο, ο BEREC θα πρέπει να προσδιορίζει τις παραμέτρους ποιότητας της υπηρεσίας που θα υπολογίζονται για τους σκοπούς των απαιτήσεων πληροφόρησης για τις συμβάσεις και για τις πληροφορίες που πρέπει να δημοσιεύονται για λόγους διαφάνειας, λαμβάνοντας υπόψη τα πρότυπα και τις τεχνικές προδιαγραφές που εκδίδονται από ευρωπαϊκούς και διεθνείς οργανισμούς τυποποίησης. Οι παράμετροι θα πρέπει να περιλαμβάνουν τουλάχιστον παραμέτρους για τον μηχανισμό παρακολούθησης των υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο, σχετικές παραμέτρους για τους τελικούς χρήστες με αναπηρίες, τις ταχύτητες καταφόρτωσης και αναφόρτωσης σύμφωνα με τις απαιτούμενες πληροφορίες για τις ταχύτητες στο πλαίσιο των πληροφοριών για τις συμβάσεις με υπηρεσίες πρόσβασης στο διαδίκτυο και των πληροφοριών που πρέπει να δημοσιεύονται, τον χρόνο αναμονής, τις διακυμάνσεις χρόνου επιστροφής πακέτων και την απώλεια πακέτων. Οι σχετικές παράμετροι για τελικούς χρήστες με αναπηρίες θα πρέπει να περιλαμβάνουν επίσης παραμέτρους για υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών.
(257)Η αποκλίνουσα εφαρμογή των κανόνων για την προστασία των τελικών χρηστών έχει δημιουργήσει σημαντικούς φραγμούς στην εσωτερική αγορά που επηρεάζουν τόσο τους παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών όσο και τους τελικούς χρήστες. Αυτοί οι φραγμοί θα πρέπει να μειωθούν με την εφαρμογή των ίδιων κανόνων που εξασφαλίζουν υψηλό κοινό επίπεδο προστασίας σε ολόκληρη την Ένωση. Η ισορροπημένη πλήρης εναρμόνιση των δικαιωμάτων των τελικών χρηστών που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό αναμένεται να αυξήσει σημαντικά την ασφάλεια δικαίου, τόσο για τους τελικούς χρήστες όσο και για τους παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, και αναμένεται να μειώσει σημαντικά τους φραγμούς εισόδου και τα περιττά βάρη συμμόρφωσης που απορρέουν από τον κατακερματισμό των κανόνων. Η πλήρης εναρμόνιση συμβάλλει στην άρση των φραγμών για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς που προκύπτουν από τις εν λόγω εθνικές διατάξεις που αφορούν τα δικαιώματα των τελικών χρηστών, οι οποίες προστατεύουν, ταυτόχρονα, τους εθνικούς παρόχους έναντι του ανταγωνισμού από άλλα κράτη μέλη. Η πλήρης εναρμόνιση των δικαιωμάτων τους αυξάνει την εμπιστοσύνη των τελικών χρηστών στην εσωτερική αγορά, διότι επωφελούνται από εξίσου υψηλό επίπεδο προστασίας όταν χρησιμοποιούν υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όχι μόνο στο κράτος μέλος τους, αλλά επίσης και ενώ ζουν, εργάζονται ή ταξιδεύουν σε άλλα κράτη μέλη.
(258)Οι συμβάσεις αποτελούν σημαντικό μέσο στη διάθεση των τελικών χρηστών για τη διασφάλιση διαφάνειας στην πληροφόρηση και ασφάλειας δικαίου. Οι περισσότεροι πάροχοι υπηρεσιών που λειτουργούν σε ανταγωνιστικό περιβάλλον συνάπτουν συμβάσεις με τους πελάτες τους για λόγους προσέλκυσης πελατών. Οι υποχρεώσεις σχετικά με τις απαιτήσεις πληροφόρησης για τις συμβάσεις καλύπτουν τις υπηρεσίες πρόσβασης στο διαδίκτυο και τις υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών. Οι υπηρεσίες που συνίστανται, εν όλω ή εν μέρει, στη μεταφορά σημάτων, όπως οι υπηρεσίες μετάδοσης που χρησιμοποιούνται για διαμηχανικές υπηρεσίες, δεν καλύπτονται από τις πρόσθετες απαιτήσεις πληροφόρησης για τις συμβάσεις. Οι απαιτήσεις πληροφόρησης, οι οποίες ενδέχεται επίσης να προβλέπονται από την οδηγία 2011/83/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, δεν θα πρέπει να οδηγούν σε αλληλεπικάλυψη των πληροφοριών στα προσυμβατικά και τα συμβατικά έγγραφα. Οι σχετικές πληροφορίες που παρέχονται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, συμπεριλαμβανομένων τυχόν πιο περιοριστικών και πιο λεπτομερών απαιτήσεων πληροφόρησης, θα πρέπει να θεωρείται ότι πληρούν τις αντίστοιχες απαιτήσεις της οδηγίας 2011/83/ΕΕ. Επιπλέον, οι απαιτήσεις του ισχύοντος δικαίου της Ένωσης για την προστασία του καταναλωτή που αφορούν τις συμβάσεις, ιδίως η οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου και η οδηγία 2011/83/ΕΕ, εφαρμόζονται στις συναλλαγές με καταναλωτές στον τομέα των δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 για την προστασία των δεδομένων εφαρμόζεται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
(259)Ορισμένες από αυτές τις διατάξεις για την προστασία των τελικών χρηστών οι οποίες εφαρμόζονται μόνο στους καταναλωτές, δηλαδή οι διατάξεις για τις πληροφορίες της σύμβασης, τη μέγιστη διάρκεια σύμβασης και τις δέσμες, θα πρέπει να ωφελούν όχι μόνο τους καταναλωτές αλλά επίσης τις πολύ μικρές επιχειρήσεις, καθώς και τους μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς όπως ορίζονται στο ενωσιακό ή το εθνικό δίκαιο. Η διαπραγματευτική θέση αυτών των κατηγοριών επιχειρήσεων και οργανισμών είναι συγκρίσιμη με αυτή των καταναλωτών και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να απολαύουν το ίδιο επίπεδο προστασίας εκτός αν παραιτηθούν ρητά από τα δικαιώματα αυτά. Οι υποχρεώσεις σχετικά με τις πληροφορίες της σύμβασης στον παρόντα κανονισμό, συμπεριλαμβανομένων εκείνων της οδηγίας 2011/83/ΕΕ που αναφέρονται στον παρόντα κανονισμό, θα πρέπει να ισχύουν ανεξάρτητα από το κατά πόσον καταβάλλεται κάποια πληρωμή και από το ποσό της πληρωμής που πρέπει να καταβάλει ο πελάτης. Οι υποχρεώσεις σχετικά με τις πληροφορίες της σύμβασης, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που περιέχονται στην οδηγία 2011/83/ΕΕ, θα πρέπει να εφαρμόζονται αυτομάτως στις πολύ μικρές επιχειρήσεις και τους μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς, εκτός αν αυτές προτιμούν να διαπραγματευτούν εξατομικευμένους όρους σύμβασης με παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Αντίθετα με τις πολύ μικρές επιχειρήσεις και τους μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς, οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις διαθέτουν συνήθως μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ και, επομένως, δεν εξαρτώνται από τις ίδιες συμβατικές απαιτήσεις πληροφόρησης όπως οι καταναλωτές. Οι διατάξεις σχετικά με την αλλαγή παρόχου και τη φορητότητα αριθμού, οι οποίες είναι σημαντικές και για μεγαλύτερες επιχειρήσεις, θα πρέπει να εξακολουθήσουν να ισχύουν για όλους τους τελικούς χρήστες. Οι μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί είναι νομικές οντότητες οι οποίες δεν πραγματοποιούν κέρδη για τους ιδιοκτήτες ή τα μέλη τους. Κατά κανόνα, οι μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί είναι φιλανθρωπικές οργανώσεις ή άλλου είδους οργανώσεις δημοσίου συμφέροντος. Επομένως, λαμβάνοντας υπόψη τη συγκρίσιμη κατάσταση, είναι θεμιτό να αντιμετωπίζονται αυτοί οι οργανισμοί στον παρόντα κανονισμό με τον ίδιο τρόπο όπως και οι πολύ μικρές επιχειρήσεις, όσον αφορά τα δικαιώματα των τελικών χρηστών. Επιπλέον, οι καταναλωτές που δικαιούνται οικονομικώς προσιτά τιμολόγια βάσει της καθολικής υπηρεσίας δικαιούνται το ίδιο επίπεδο προστασίας με όλους τους άλλους καταναλωτές.
(260)Οι ιδιαιτερότητες του τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών απαιτούν, πέραν των οριζόντιων κανόνων για τις συμβάσεις, περιορισμένο αριθμό πρόσθετων διατάξεων προστασίας των τελικών χρηστών. Οι τελικοί χρήστες θα πρέπει να ενημερώνονται, μεταξύ άλλων, για το προσφερόμενο επίπεδο ποιότητας των υπηρεσιών, για τους όρους όσον αφορά τις προωθητικές ενέργειες και την καταγγελία των συμβάσεων, για τα εφαρμοστέα τιμολογιακά προγράμματα και για τα τιμολόγια για υπηρεσίες που υπόκεινται σε ιδιαίτερους όρους τιμολόγησης. Οι πληροφορίες αυτές είναι σημαντικές για τους παρόχους υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο και δημοσίως διαθέσιμων υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών. Ένας πάροχος δημοσίως διαθέσιμων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών δεν θα πρέπει να υπόκειται στις υποχρεώσεις όσον αφορά απαιτήσεις πληροφοριών για συμβάσεις, όταν ο εν λόγω πάροχος και οι συνδεδεμένες εταιρείες ή πρόσωπα δεν λαμβάνουν καμία αμοιβή που να συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όπως όταν ένα πανεπιστήμιο προσφέρει στους επισκέπτες δωρεάν πρόσβαση στο δίκτυο Wi-Fi στις εγκαταστάσεις του χωρίς να λαμβάνει οποιαδήποτε αμοιβή, ούτε μέσω πληρωμής από τους χρήστες ούτε μέσω διαφημιστικών εσόδων. Αυτό δεν θα πρέπει να θίγει τις απαιτήσεις πληροφόρησης σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης για την προστασία των δεδομένων.
(261)Είναι ουσιώδες οι απαιτούμενες σχετικές πληροφορίες να παρέχονται πριν από τη σύναψη της σύμβασης και σε σαφή και κατανοητή γλώσσα και σε σταθερό μέσο ή, όταν αυτό δεν είναι εφικτό και με την επιφύλαξη του ορισμού ή των απαιτήσεων σχετικά με το σταθερό μέσο που καθορίζονται στην οδηγία 2011/83/ΕΕ, σε έγγραφο το οποίο καθιστά διαθέσιμο ο πάροχος και κοινοποιεί στον χρήστη και το οποίο οι καταναλωτές μπορούν εύκολα να καταφορτώσουν, να ανοίξουν και να συμβουλευθούν στις συσκευές που χρησιμοποιούν συνήθως. Οι πάροχοι θα πρέπει επίσης να παρέχουν περίληψη των ουσιωδών συμβατικών όρων. Οι πληροφορίες που παρέχονται πριν από τη σύναψη της σύμβασης, καθώς και η περίληψη, θα πρέπει να αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της τελικής σύμβασης. Η περίληψη της σύμβασης θα πρέπει να είναι περιεκτική και να διαβάζεται εύκολα, το μήκος της δεν θα πρέπει ιδανικά να ξεπερνά το αντίστοιχο μίας μονής σελίδας Α4 ή, όταν μια σειρά υπηρεσιών ομαδοποιούνται σε μία ενιαία σύμβαση, το αντίστοιχο τριών μονών σελίδων Α4. Προκειμένου να ανταποκρίνεται στις τεχνολογικές και κοινωνικές εξελίξεις, καθώς και στις εξελίξεις της αγοράς, και να μειώνει το κόστος συμμόρφωσης, η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τις εν λόγω περιλήψεις συμβάσεων που θα χρησιμοποιούνται από τους παρόχους σύμφωνα με τα κύρια στοιχεία των απαιτήσεων πληροφόρησης που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό.
(262)Με την επιφύλαξη της ουσιώδους υποχρέωσης του παρόχου που αφορά την ασφάλεια, η σύμβαση θα πρέπει να αναφέρει σαφώς τη μορφή των μέτρων τα οποία ενδέχεται να λάβει ο πάροχος σε περίπτωση συμβάντων ασφάλειας ή απειλών και τρωτών σημείων. Επιπλέον, η σύμβαση θα πρέπει επίσης να προσδιορίζει τυχόν ρυθμίσεις αποζημίωσης και επιστροφής χρημάτων που θα είναι διαθέσιμες εάν ο πάροχος αντιδράσει ανεπαρκώς σε συμβάν ασφάλειας, μεταξύ άλλων όταν συμβάν ασφάλειας, το οποίο κοινοποιείται στον πάροχο, επέρχεται λόγω γνωστών τρωτών σημείων του λογισμικού ή του υλισμικού, για τα οποία έχουν εκδοθεί διορθώσεις από τον κατασκευαστή ή τον προγραμματιστή και ο πάροχος υπηρεσιών δεν έχει εφαρμόσει τις εν λόγω διορθώσεις ή δεν έχει λάβει οποιοδήποτε άλλο κατάλληλο αντίμετρο.
(263)Οι διατάξεις σχετικά με τη διασφάλιση της πρόσβασης στο ανοικτό διαδίκτυο θα πρέπει να συμπληρώνονται από αποτελεσματικές διατάξεις για τον τελικό χρήστη οι οποίες να αντιμετωπίζουν θέματα που συνδέονται ιδιαίτερα με τις υπηρεσίες πρόσβασης στο διαδίκτυο και να παρέχουν τη δυνατότητα στους καταναλωτές να προβαίνουν σε συνειδητές επιλογές. Οι πάροχοι υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο θα πρέπει να ενημερώνουν τους καταναλωτές κατά τρόπο σαφή σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι πρακτικές διαχείρισης της κίνησης που εφαρμόζονται μπορούν να έχουν αντίκτυπο στην ποιότητα των υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο, την ιδιωτική ζωή των καταναλωτών και την προστασία των προσωπικών δεδομένων, καθώς και σχετικά με τον πιθανό αντίκτυπο των υπηρεσιών εκτός των υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο στις οποίες γίνονται συνδρομητές στην ποιότητα και στη διαθεσιμότητα των αντίστοιχων υπηρεσιών τους πρόσβασης στο διαδίκτυο. Προκειμένου οι καταναλωτές να μπορούν να διαθέτουν επιλογή στις περιπτώσεις αυτές, οι πάροχοι υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο θα πρέπει συνεπώς να ενημερώνουν τους καταναλωτές αναφέροντας στη σύμβαση την ταχύτητα με την οποία μπορούν να παρέχουν ρεαλιστικά τις υπηρεσίες τους. Ως κανονικά διαθέσιμη ταχύτητα νοείται η ταχύτητα που ο τελικός χρήστης θα μπορούσε να αναμένει ότι θα έχει στη διάθεσή του τις περισσότερες φορές όταν έχει πρόσβαση στην υπηρεσία. Οι πάροχοι υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο θα πρέπει εξάλλου να ενημερώνουν τους καταναλωτές σχετικά με τα διαθέσιμα μέσα αποκατάστασης σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης των επιδόσεων. Κάθε σημαντική και συνεχής ή τακτικά επαναλαμβανόμενη απόκλιση, εφόσον τεκμηριώνεται από μηχανισμό παρακολούθησης πιστοποιημένο από την εθνική ρυθμιστική αρχή, μεταξύ της πραγματικής επίδοσης της υπηρεσίας και της επίδοσης που αναφέρεται στη σύμβαση θα πρέπει να θεωρείται ότι συνιστά μη συμμόρφωση των επιδόσεων για τους σκοπούς του καθορισμού των μέσων αποκατάστασης που διαθέτει ο καταναλωτής σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Η μεθοδολογία θα πρέπει να καθοριστεί στις κατευθυντήριες γραμμές του BEREC.
(264)Οι τελικοί χρήστες συχνά δεν γνωρίζουν το κόστος της καταναλωτικής τους συμπεριφοράς ή δυσκολεύονται να εκτιμήσουν την οικεία κατανάλωση χρόνου ή δεδομένων κατά τη χρήση υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Για να αυξηθεί η διαφάνεια και να καταστεί δυνατή η βελτίωση του ελέγχου των προϋπολογισμών τους για επικοινωνίες, είναι σημαντικό να παρέχονται στους τελικούς χρήστες διευκολύνσεις που να τους επιτρέπουν να παρακολουθούν την κατανάλωσή τους εγκαίρως. Επιπλέον, προκειμένου να εξασφαλίζουν προστασία από «φουσκωμένους λογαριασμούς», οι πάροχοι θα πρέπει να παρέχουν δωρεάν προειδοποιήσεις σε περιπτώσεις αφύσικης ή υπερβολικής κατανάλωσης, μεταξύ άλλων όσον αφορά τις υπηρεσίες πρόσθετου τέλους και άλλες υπηρεσίες που υπόκεινται σε ιδιαίτερους όρους τιμολόγησης. Στους αναλυτικούς λογαριασμούς για τη χρήση της πρόσβασης στο διαδίκτυο θα πρέπει να φαίνεται μόνο ο χρόνος, η διάρκεια και η κατανάλωση στη διάρκεια μιας συνεδρίας χρήσης, αλλά να μη φαίνονται οι ιστότοποι ή τα τελικά σημεία διαδικτύου με τα οποία έγινε σύνδεση στη διάρκεια μιας τέτοιας συνεδρίας χρήσης. Σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2018/1972, τα κράτη μέλη ήταν σε θέση να διασφαλίσουν ότι οι αρμόδιες αρχές σε συντονισμό, κατά περίπτωση, με τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούσαν να απαιτήσουν από τους παρόχους υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο ή δημοσίως διαθέσιμων υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών να καθιστούν διαθέσιμο το σύνολο ή μέρος των πρόσθετων ευκολιών που περιλαμβάνονται στην οδηγία (ΕΕ) 2018/1972. Τα κράτη μέλη είχαν επίσης τη δυνατότητα να επεκταθούν πέραν των διευκολύνσεων προκειμένου να εξασφαλίσουν υψηλότερο επίπεδο προστασίας των καταναλωτών. Οι πρόσθετες αυτές διευκολύνσεις θα πρέπει να παρέχονται στους καταναλωτές καθολικής υπηρεσίας που επωφελούνται από μέτρα οικονομικής προσιτότητας. Επιπλέον, οι αναλυτικοί λογαριασμοί, κατά περίπτωση, και ορισμένα μέτρα ελέγχου του κόστους αποτελούν υποχρεωτικές ευκολίες που πρέπει να παρέχονται δωρεάν σε όλους τους καταναλωτές. Τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να θεσπίσουν στο εθνικό τους δίκαιο άλλες αποκλίνουσες απαιτήσεις για πρόσθετες διευκολύνσεις. Ωστόσο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να διατηρήσουν τις διατάξεις σχετικά με τις ευκολίες που ορίζονταν στην οδηγία (ΕΕ) 2018/1972, συμπεριλαμβανομένων των ευκολιών που απαιτούν από τους παρόχους να παρέχουν πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με το επίπεδο κατανάλωσης και να αποτρέπουν προσωρινά την περαιτέρω χρήση της σχετικής υπηρεσίας πέραν ενός χρηματικού ορίου ή ορίου όγκου.
(265)Η διαθεσιμότητα διαφανών, επικαιροποιημένων και συγκρίσιμων πληροφοριών όσον αφορά τις προσφορές και τις υπηρεσίες αποτελεί καίριο στοιχείο για τους καταναλωτές ανταγωνιστικών αγορών στις οποίες υπάρχουν αρκετοί πάροχοι που προσφέρουν υπηρεσίες. Οι καταναλωτές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να συγκρίνουν εύκολα τις τιμές διαφόρων υπηρεσιών που προσφέρονται στην αγορά με βάση πληροφορίες που δημοσιεύονται σε ευκόλως προσβάσιμη μορφή. Προκειμένου να τους παρέχεται η δυνατότητα να συγκρίνουν εύκολα τις τιμές και τις υπηρεσίες, οι πάροχοι υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο ή δημοσίως διαθέσιμων υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών θα πρέπει να δημοσιεύουν για μεγαλύτερη διαφάνεια πληροφορίες, μεταξύ άλλων σχετικά με τα τιμολόγια, την ποιότητα των υπηρεσιών, τους όρους που αφορούν τον παρεχόμενο τερματικό εξοπλισμό, και άλλα σχετικά στοιχεία. Οι επιχειρήσεις βασίζονται συνήθως σε συμβατικές ρήτρες που έχουν αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης και δεν εξαρτώνται από τις ίδιες απαιτήσεις δημοσίευσης των προσφορών με τους καταναλωτές.
(266)Οι πάροχοι υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών που έχουν υποχρέωση να παρέχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης μέσω επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης, σε εξαιρετικές περιστάσεις, δηλαδή λόγω έλλειψης τεχνικής δυνατότητας εφαρμογής, ενδέχεται να μην είναι σε θέση να παρέχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης ή εντοπισμό του καλούντος, ή και στα δύο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, θα πρέπει να ενημερώνουν επαρκώς τους πελάτες τους με τη σύμβαση. Οι εν λόγω πάροχοι θα πρέπει να παρέχουν στους πελάτες τους σαφείς και διαφανείς πληροφορίες στην αρχική σύμβαση και να τις επικαιροποιούν σε περίπτωση οποιασδήποτε μεταβολής όσον αφορά την παροχή πρόσβασης σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης, παραδείγματος χάριν στα τιμολόγια. Οι πληροφορίες αυτές θα πρέπει να περιλαμβάνουν όλους τους περιορισμούς που αφορούν την εδαφική κάλυψη επί τη βάσει των προγραμματισμένων τεχνικών παραμέτρων για τη λειτουργία της υπηρεσίας επικοινωνιών και της διαθέσιμης υποδομής. Όταν η υπηρεσία δεν παρέχεται από σύνδεση που υφίσταται διαχείριση ώστε να παρέχει ειδική ποιότητα υπηρεσιών, οι πληροφορίες θα πρέπει να περιλαμβάνουν επίσης το επίπεδο αξιοπιστίας της πρόσβασης και των πληροφοριών για τον εντοπισμό του καλούντος σε σύγκριση με υπηρεσία παρεχόμενη μέσω αυτής της σύνδεσης, λαμβανομένων υπόψη των τρεχόντων προτύπων τεχνολογίας και ποιότητας καθώς και κάθε παράμετρο ποιότητας υπηρεσίας που καθορίζεται στον παρόντα κανονισμό.
(267)Λόγω των αυξημένων δυνατοτήτων των τελικών χρηστών να αναζητούν και να συγκρίνουν ευρύ φάσμα προσφορών χρησιμοποιώντας προηγμένα ψηφιακά εργαλεία αναζήτησης, ιδιωτικά ή δημόσια, η υποχρεωτική παροχή εργαλείων σύγκρισης από τις σχετικές αρμόδιες αρχές έχει απολέσει μέρος της σημασίας της. Τα εργαλεία σύγκρισης, όπως οι ιστότοποι, αποτελούν αποτελεσματικό μέσο για τους τελικούς χρήστες ώστε να αξιολογούν τα προτερήματα διαφόρων παρόχων υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο και υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών, όταν παρέχονται έναντι άμεσων χρηματικών καταβολών είτε περιοδικών είτε βάσει κατανάλωσης, και να συγκεντρώνουν αμερόληπτες πληροφορίες, ιδίως με τη σύγκριση τιμών, τιμολογίων και ποιοτικών παραμέτρων σε ένα μέρος. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να πιστοποιούν τα εν λόγω εργαλεία, κατόπιν αιτήματος του παρόχου του εργαλείου, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι είναι λειτουργικά ανεξάρτητα από τους παρόχους υπηρεσιών και ότι κανένας πάροχος υπηρεσιών δεν τυγχάνει ευνοϊκής μεταχείρισης στα αποτελέσματα αναζήτησης.
(268)Προκειμένου να επωφελούνται πλήρως από το ανταγωνιστικό περιβάλλον, οι καταναλωτές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να κάνουν επιλογές μετά από ενημέρωση και να αλλάζουν πάροχο όταν αυτό εξυπηρετεί το βέλτιστο συμφέρον τους. Είναι εξαιρετικά σημαντικό να διασφαλισθεί ότι είναι σε θέση να το πράττουν χωρίς να αντιμετωπίζουν νομικά, τεχνικά ή πρακτικά κωλύματα, στα οποία συγκαταλέγονται οι συμβατικοί όροι, οι διαδικασίες και τα τέλη. Αυτό δεν αποκλείει τον καθορισμό από τους παρόχους εύλογων ελάχιστων συμβατικών περιόδων έως και 24 μηνών στις συμβάσεις καταναλωτή. Ωστόσο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να διατηρούν διατάξεις για συντομότερη μέγιστη διάρκεια και να επιτρέπουν στους καταναλωτές να αλλάζουν τιμολογιακά προγράμματα ή να καταγγέλλουν τη σύμβαση εντός της περιόδου σύμβασης χωρίς να επιβαρύνονται με επιπλέον κόστος ανάλογα με τις εθνικές συνθήκες, όπως είναι τα επίπεδα ανταγωνισμού και η σταθερότητα των επενδύσεων σε δίκτυα. Ανεξάρτητα από τη σύμβαση παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, οι καταναλωτές ενδέχεται να προτιμούν και να επωφελούνται από μεγαλύτερη περίοδο επιστροφής για υλικές συνδέσεις. Αυτές οι δεσμεύσεις των καταναλωτών μπορούν να αποτελέσουν σημαντικό παράγοντα για τη διευκόλυνση της ανάπτυξης δικτύων gigabit έως τον τελικό χρήστη ή πολύ κοντά στους χώρους του τελικού χρήστη, μεταξύ άλλων μέσω συστημάτων συνάθροισης της ζήτησης που επιτρέπουν στους επενδυτές δικτύων να μειώνουν τους κινδύνους αρχικής αξιοποίησης. Ωστόσο, τα δικαιώματα των καταναλωτών να αλλάζουν παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών δεν θα πρέπει να περιορίζονται από τέτοιες περιόδους επιστροφής στις συμβάσεις για υλικές συνδέσεις και οι συμβάσεις αυτές δεν θα πρέπει να καλύπτουν τερματικό εξοπλισμό ή εξοπλισμό πρόσβασης στο διαδίκτυο, όπως τηλεφωνικές συσκευές, δρομολογητές ή μόντεμ. Θα πρέπει να διασφαλίζεται η ισότιμη μεταχείριση των οντοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των παρόχων, με τη χρηματοδότηση της ανάπτυξης υλικής σύνδεσης gigabit μέχρι τους χώρους ενός τελικού χρήστη, μεταξύ άλλων όταν η χρηματοδότηση αυτή γίνεται με σύμβαση που προβλέπει την πληρωμή σε δόσεις. Οι υποχρεώσεις σχετικά με τη διάρκεια της σύμβασης θα πρέπει να εφαρμόζονται στις πολύ μικρές επιχειρήσεις και τους μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς, εκτός αν αυτές προτιμούν να διαπραγματευτούν εξατομικευμένους όρους σύμβασης με παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Αντίθετα με τις πολύ μικρές επιχειρήσεις, οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις διαθέτουν συνήθως μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ και, επομένως, δεν εξαρτώνται από τις ίδιες απαιτήσεις σχετικά με τη διάρκεια της σύμβασης όπως οι καταναλωτές. Οι υποχρεώσεις σχετικά με την καταγγελία της σύμβασης θα πρέπει να εφαρμόζονται στις πολύ μικρές επιχειρήσεις, τις μικρές επιχειρήσεις, τις μεσαίες επιχειρήσεις και τους μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς, εκτός αν αυτές προτιμούν να διαπραγματευθούν εξατομικευμένους όρους σύμβασης με τον πάροχο υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
(269)Είναι δυνατή η αυτόματη παράταση των συμβάσεων για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Στις περιπτώσεις αυτές οι καταναλωτές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να καταγγέλλουν τη σύμβασή τους χωρίς να επιβαρύνονται με επιπλέον κόστος μετά τη λήξη της αρχικής περιόδου της σύμβασης.
(270)Τυχόν αλλαγές των συμβατικών όρων που προτείνονται από τους παρόχους διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών εκτός των υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών, οι οποίες δεν είναι προς όφελος του καταναλωτή, για παράδειγμα όσον αφορά επιβαρύνσεις, τιμολόγια, περιορισμούς του όγκου δεδομένων, ταχύτητες δεδομένων, κάλυψη ή την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για νόμιμους λόγους σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης για την προστασία δεδομένων πέραν της συναίνεσης, θα πρέπει να παρέχουν το δικαίωμα στον καταναλωτή να καταγγείλει τη σύμβαση χωρίς κανένα κόστος, ακόμη και αν συνδυάζονται με ορισμένες επωφελείς αλλαγές. Οποιαδήποτε αλλαγή των συμβατικών όρων από τον πάροχο θα πρέπει συνεπώς να δίνει το δικαίωμα στον καταναλωτή να καταγγείλει τη σύμβαση, εκτός αν κάθε αλλαγή είναι καθ’ αυτή επωφελής για τον καταναλωτή ή οι αλλαγές είναι αμιγώς διοικητικής φύσης, όπως η αλλαγή της διεύθυνσης του παρόχου, και δεν έχουν αρνητικό αντίκτυπο στον καταναλωτή ή οι αλλαγές επιβάλλονται αυστηρά από νομοθετικές ή ρυθμιστικές αλλαγές, όπως νέες απαιτήσεις για τις πληροφορίες της σύμβασης που επιβάλλονται από το ενωσιακό ή το εθνικό δίκαιο. Το κατά πόσον μια αλλαγή είναι αποκλειστικά προς όφελος του καταναλωτή θα πρέπει να αξιολογείται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων. Το δικαίωμα του καταναλωτή να καταγγείλει τη σύμβαση θα πρέπει να αποκλείεται μόνο αν ο πάροχος είναι σε θέση να αποδείξει ότι όλες οι αλλαγές στη σύμβαση είναι αποκλειστικά προς όφελος του καταναλωτή ή είναι αμιγώς διοικητικής φύσης χωρίς αρνητικό αντίκτυπο στον καταναλωτή.
(271)Όταν νόμιμη ρήτρα τιμαριθμικής αναπροσαρμογής των τιμών, η οποία διευκρινίζεται σύμφωνα με τις απαιτήσεις πληροφόρησης για τις συμβάσεις που απαιτούν την περιγραφή της μεθόδου με την οποία η τιμή μπορεί να ποικίλλει νόμιμα, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης, η εφαρμογή της δεν θα συνιστά αλλαγή των συμβατικών όρων, αλλά εφαρμογή υφιστάμενης συμβατικής διάταξης, όταν η ρήτρα είναι σύμφωνη με το ενωσιακό και το εθνικό δίκαιο.
(272)Οι καταναλωτές θα πρέπει να ενημερώνονται για τυχόν αλλαγές στους συμβατικούς όρους με σταθερό μέσο. Οι διατάξεις για την καταγγελία της σύμβασης δεν θα πρέπει να θίγουν άλλες διατάξεις του ενωσιακού ή εθνικού δικαίου σχετικά με τους λόγους καταγγελίας των συμβάσεων ή αλλαγής των συμβατικών όρων και προϋποθέσεων εκ μέρους του παρόχου υπηρεσιών ή του καταναλωτή.
(273)Σε ό,τι αφορά τον τερματικό εξοπλισμό, στη σύμβαση πελάτη θα πρέπει να γίνεται σαφής μνεία, αφενός, όλων των όρων τους οποίους επιβάλλει ο πάροχος στη χρήση τέτοιου εξοπλισμού, όπως είναι το «κλείδωμα της κάρτας SIM» στις συσκευές κινητών επικοινωνιών, εάν τέτοιου είδους όροι δεν απαγορεύονται από το εθνικό δίκαιο, και αφετέρου όλων των τελών που συνεπάγεται η καταγγελία της σύμβασης, είτε πριν από τη συμφωνημένη προθεσμία είτε στην καθορισμένη ημερομηνία λήξης της, περιλαμβανομένου του κόστους για τη διατήρηση του εξοπλισμού από τον πελάτη. Σε περίπτωση που ο καταναλωτής επιλέξει να διατηρήσει τερματικό εξοπλισμό που παρέχεται ως δέσμη κατά τη στιγμή σύναψης της σύμβασης, οποιαδήποτε οφειλόμενη αποζημίωση δεν θα πρέπει να υπερβαίνει την κατά χρονική αναλογία αξία του που υπολογίζεται με βάση την αξία τη στιγμή σύναψης της σύμβασης ή το τμήμα του τέλους υπηρεσίας που απομένει έως τη λήξη της σύμβασης, ανάλογα με το ποιο ποσό είναι μικρότερο. Κάθε περιορισμός στη χρήση τερματικού εξοπλισμού σε άλλα δίκτυα πρέπει να αίρεται ατελώς από τον πάροχο το αργότερο με την καταβολή της εν λόγω αποζημίωσης.
(274)Οι δέσμες που περιέχουν τουλάχιστον είτε υπηρεσία πρόσβασης στο διαδίκτυο ή δημοσίως διαθέσιμη υπηρεσία διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών, καθώς και άλλες υπηρεσίες, όπως δημοσίως διαθέσιμες υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών, γραμμική ευρυεκπομπή και διαμηχανικές υπηρεσίες ή τερματικό εξοπλισμό, έχουν καταστεί όλο και περισσότερο διαδεδομένες και αποτελούν σημαντικό στοιχείο του ανταγωνισμού. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να θεωρείται ότι υπάρχει δέσμη όταν τα στοιχεία της δέσμης παρέχονται ή πωλούνται από τον ίδιο πάροχο βάσει της ίδιας ή στενά σχετιζόμενης ή συνδεόμενης σύμβασης. Αν και οι δέσμες συχνά αποφέρουν οφέλη για τους καταναλωτές, μπορούν να δυσχεράνουν ή να καταστήσουν πιο δαπανηρή την αλλαγή παρόχου και να δημιουργήσουν κινδύνους συμβατικού «εγκλωβισμού». Όταν διαφορετικές υπηρεσίες και τερματικός εξοπλισμός εντός μίας δέσμης υπόκεινται σε αποκλίνοντες κανόνες σχετικά με την καταγγελία της σύμβασης και την αλλαγή παρόχου ή σχετικά με συμβατικές δεσμεύσεις όσον αφορά την απόκτηση τερματικού εξοπλισμού, οι καταναλωτές ουσιαστικά συναντούν εμπόδια στα δικαιώματά τους, δυνάμει του παρόντος κανονισμού, να στραφούν σε ανταγωνιστικές προσφορές για ολόκληρη τη δέσμη ή για μέρη αυτής. Ορισμένες ουσιώδεις διατάξεις του παρόντος κανονισμού σχετικά με τις συνοπτικές πληροφορίες της σύμβασης, τη διαφάνεια, τη διάρκεια και την καταγγελία των συμβάσεων και την αλλαγή παρόχου θα πρέπει συνεπώς να εφαρμόζονται σε όλα τα στοιχεία μιας δέσμης, συμπεριλαμβανομένων του τερματικού εξοπλισμού, άλλων υπηρεσιών όπως το ψηφιακό περιεχόμενο ή οι ψηφιακές υπηρεσίες, και των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που δεν καλύπτονται άμεσα από το πεδίο εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων. Όλες οι υποχρεώσεις των τελικών χρηστών όσον αφορά δεδομένη υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών όταν παρέχεται ή πωλείται ως μεμονωμένη υπηρεσία θα πρέπει επίσης να ισχύουν όταν αποτελεί μέρος δέσμης με τουλάχιστον μια υπηρεσία πρόσβασης στο διαδίκτυο ή δημοσίως διαθέσιμη υπηρεσία διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών. Άλλα συμβατικά ζητήματα, όπως τα διορθωτικά μέτρα που εφαρμόζονται σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς τους όρους της σύμβασης, θα πρέπει να διέπονται από τους κανόνες που εφαρμόζονται για το αντίστοιχο στοιχείο της δέσμης, για παράδειγμα από τους κανόνες των συμβάσεων για την πώληση αγαθών ή την προμήθεια ψηφιακού περιεχομένου. Ωστόσο, το δικαίωμα καταγγελίας οποιουδήποτε στοιχείου δέσμης που περιέχει τουλάχιστον μια υπηρεσία πρόσβασης στο διαδίκτυο ή δημοσίως διαθέσιμη υπηρεσία διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών πριν από τη λήξη της συμφωνηθείσας περιόδου της σύμβασης λόγω μη συμμόρφωσης ή αδυναμία προμήθειας θα πρέπει να δίνει στον καταναλωτή το δικαίωμα να καταγγείλει όλα τα στοιχεία της δέσμης. Επίσης, για να διατηρηθεί η δυνατότητά τους να αλλάζουν εύκολα πάροχο, οι καταναλωτές δεν θα πρέπει να εγκλωβίζονται σε έναν πάροχο μέσω συμβατικής εκ των πραγμάτων επέκτασης της αρχικής περιόδου σύμβασης.
(275)Η δυνατότητα αλλαγής παρόχων είναι καίριας σημασίας για τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό σε ανταγωνιστικό περιβάλλον. Η διαθεσιμότητα διαφανών, ακριβών και έγκαιρων πληροφοριών σχετικά με την αλλαγή παρόχου αναμένεται να αυξήσει την εμπιστοσύνη των τελικών χρηστών στη διαδικασία αλλαγής και να ενισχύσει την προθυμία τους να συμμετέχουν ενεργά στην ανταγωνιστική διαδικασία. Οι πάροχοι υπηρεσιών θα πρέπει να διασφαλίζουν τη συνέχιση της υπηρεσίας, ώστε οι τελικοί χρήστες να μπορούν να αλλάζουν παρόχους χωρίς να παρεμποδίζονται από τον κίνδυνο απώλειας της υπηρεσίας και, όπου είναι τεχνικά εφικτό, να πραγματοποιείται η αλλαγή την ημερομηνία που έχουν ζητήσει οι τελικοί χρήστες. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η αλλαγή μπορεί να μην είναι δυνατή για αντικειμενικούς τεχνικούς λόγους, όπως σε καταστάσεις όπου διαφορετικά θα ανέκυπτε κίνδυνος για την ασφαλή λειτουργία του τερματικού εξοπλισμού ή την ακεραιότητά του. Αυτό θα μπορούσε ενδεχομένως να ισχύει για κάρτες SIM ή eSIM που είναι ενσωματωμένες σε τερματικό εξοπλισμό και χρησιμοποιούνται τόσο για μετάδοση διαμηχανικών υπηρεσιών όσο και για την πρόσβαση στο διαδίκτυο. Σχετικό παράδειγμα θα μπορούσε να είναι ένα αυτοκίνητο όπου η ίδια κάρτα eSIM χρησιμοποιείται και για την επικαιροποίηση του λογισμικού του οχήματος και για την πρόσβαση στο διαδίκτυο για το σύστημα ενημέρωσης και ψυχαγωγίας.
(276)Η φορητότητα αριθμού αποτελεί βασικό μέσο διευκόλυνσης των επιλογών του καταναλωτή και του αποτελεσματικού ανταγωνισμού σε ανταγωνιστικές αγορές ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Οι τελικοί χρήστες που υποβάλλουν σχετικό αίτημα θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα διατήρησης των ίδιων αριθμών, ανεξαρτήτως του παρόχου υπηρεσιών και για περιορισμένο χρονικό διάστημα στη διάρκεια της αλλαγής παρόχου υπηρεσιών. Η παροχή της ευκολίας αυτής μεταξύ συνδέσεων με το δημόσιο τηλεφωνικό δίκτυο σε σταθερές και σε μη σταθερές θέσεις δεν καλύπτεται από τις διατάξεις για αλλαγή παρόχου και φορητότητας αριθμού.
(277)Οι επιπτώσεις της φορητότητας των αριθμών ενισχύονται σημαντικά όταν υπάρχει διαφανής πληροφόρηση για τις τιμές, τόσο για τους τελικούς χρήστες που μεταφέρουν τους αριθμούς τους όσο και για τους τελικούς χρήστες που καλούν όσους έχουν μεταφέρει τους αριθμούς τους. Στο μέτρο του εφικτού, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να διευκολύνουν την κατάλληλη διαφάνεια τιμών στο πλαίσιο της εφαρμογής της φορητότητας αριθμού.
(278)Όταν εξασφαλίζουν ότι οι τιμές για διασύνδεση που σχετίζεται με την παροχή φορητότητας αριθμού αντανακλούν το κόστος, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να μπορούν επίσης να λαμβάνουν υπόψη τις τιμές που ισχύουν σε συγκρίσιμες αγορές.
(279)Η φορητότητα αριθμού θα πρέπει να υλοποιείται με την ελάχιστη καθυστέρηση, έτσι ώστε ο αριθμός να ενεργοποιείται μέσα σε μία εργάσιμη ημέρα και ο τελικός χρήστης να μην υφίσταται απώλεια υπηρεσιών για περισσότερο από μία εργάσιμη ημέρα από τη συμφωνηθείσα ημερομηνία. Το δικαίωμα μεταφοράς αριθμού θα πρέπει να αναγνωρίζεται στον τελικό χρήστη που έχει τη σχετική σύμβαση (προπληρωμής ή εκ των υστέρων πληρωμής) με τον πάροχο. Προκειμένου να καθίσταται ευκολότερη η υπηρεσία μίας στάσης ώστε η εμπειρία της αλλαγής παρόχου να είναι ομαλή για τους τελικούς χρήστες, ο πάροχος ηλεκτρονικών επικοινωνιών στο κοινό στον οποίο μεταφέρεται ο αριθμός θα πρέπει να καθοδηγεί τη διαδικασία αλλαγής. Για να συμβάλει στη συνεπή εφαρμογή των κανόνων αλλαγής παρόχου και φορητότητας αριθμού στα κράτη μέλη, ο BEREC θα πρέπει να εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τη συνολική διαδικασία για την αλλαγή παρόχου και τη μεταφορά αριθμού, λαμβάνοντας υπόψη τις τεχνολογικές εξελίξεις. Εν προκειμένω θα πρέπει να περιλαμβάνονται, όπου είναι εφικτό, η απαίτηση η μεταφορά να ολοκληρώνεται μέσω ασύρματης παροχής, εκτός εάν ζητηθεί κάτι διαφορετικό από τον τελικό χρήστη, καθώς και λεπτομέρειες σχετικά με τη διαδικασία αποζημίωσης σε περίπτωση καθυστερήσεων ή κατάχρησης των διαδικασιών μεταφοράς και αλλαγής παρόχου, απώλειας ραντεβού υπηρεσίας και εγκατάστασης ή μη συμμόρφωσης του παρόχου με τις υποχρεώσεις που σχετίζονται με την αλλαγή παρόχου και τη φορητότητα αριθμού.
(280)Τα κράτη μέλη θα πρέπει να θεσπίσουν κανόνες για τις κυρώσεις σε περίπτωση μη συμμόρφωσης παρόχου προς τις υποχρεώσεις που αφορούν την αλλαγή παρόχου και τη μεταφορά αριθμού, οι οποίες προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, συμπεριλαμβανομένων των καθυστερήσεων ή των καταχρήσεων στη μεταφορά από πάροχο ή για λογαριασμό του. Η πείρα σε ορισμένα κράτη μέλη έχει δείξει ότι υπάρχει κίνδυνος οι τελικοί χρήστες να μεταφερθούν σε άλλον πάροχο χωρίς τη συναίνεσή τους. Αν και αυτό είναι ζήτημα που θα πρέπει κυρίως να αντιμετωπίζεται από τις αρχές επιβολής του νόμου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να επιβάλλουν κατάλληλες κυρώσεις, οι οποίες είναι αναγκαίες για να ελαχιστοποιούνται αυτοί οι κίνδυνοι και να διασφαλίζεται ότι οι τελικοί χρήστες προστατεύονται καθ’ όλη τη διαδικασία αλλαγής παρόχου, χωρίς η διαδικασία να καθίσταται λιγότερο ελκυστική για αυτούς. Το δικαίωμα μεταφοράς αριθμού δεν θα πρέπει να περιορίζεται με συμβατικούς όρους.
(281)Για να διασφαλιστεί ότι η αλλαγή παρόχου και η μεταφορά αριθμού πραγματοποιούνται εντός των προθεσμιών που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να προβλέπουν την καταβολή αποζημίωσης σε τελικούς χρήστες από παρόχους εύκολα και έγκαιρα, σε περίπτωση που δεν τηρείται μια συμφωνία μεταξύ παρόχου και τελικού χρήστη. Τα εν λόγω μέτρα θα πρέπει να είναι ανάλογα προς τη διάρκεια της καθυστέρησης κατά την εκτέλεση της συμφωνίας. Τα μέτρα αυτά θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν αποζημίωση για καθυστερήσεις που υπερβαίνουν τη μία ημέρα στην ενεργοποίηση της υπηρεσίας, τη μεταφορά αριθμού ή την απώλεια υπηρεσιών, καθώς και σε περίπτωση που οι πάροχοι δεν εμφανιστούν σε συμφωνημένα ραντεβού υπηρεσίας ή εγκατάστασης. Η πρόσθετη αποζημίωση θα μπορούσε επίσης να πάρει τη μορφή αυτόματης μείωσης της αμοιβής όταν ο μεταφέρων πάροχος πρέπει να συνεχίσει να παρέχει τις υπηρεσίες του μέχρις ότου ενεργοποιηθούν οι υπηρεσίες του παρόχου στον οποίο γίνεται η μεταφορά.
(282)Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, ορισμένες διατάξεις για τα δικαιώματα τελικών χρηστών στον παρόντα κανονισμό δεν θα πρέπει να εφαρμόζονται σε πολύ μικρές επιχειρήσεις οι οποίες παρέχουν μόνο υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, ο ορισμός των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, που περιλαμβάνει και τις πολύ μικρές επιχειρήσεις, πρέπει να ερμηνεύεται στενά. Προκειμένου να περιλαμβάνονται μόνον οι επιχειρήσεις που είναι πράγματι ανεξάρτητες πολύ μικρές επιχειρήσεις, είναι απαραίτητο να εξετάζεται η δομή των πολύ μικρών επιχειρήσεων που αποτελούν οικονομικό όμιλο, η ισχύς του οποίου υπερβαίνει την ισχύ μιας πολύ μικρής επιχείρησης, και να διασφαλίζεται ότι ο ορισμός της πολύ μικρής επιχείρησης δεν καταστρατηγείται για αμιγώς τυπικούς λόγους.
(283)Η ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών απαιτεί την άρση των φραγμών για τους τελικούς χρήστες, ώστε να έχουν διασυνοριακή πρόσβαση σε υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε ολόκληρη την Ένωση. Οι πάροχοι υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών στο κοινό δεν θα πρέπει να αρνούνται ούτε να περιορίζουν την πρόσβαση, ούτε να προβαίνουν σε διακρίσεις σε βάρος των τελικών χρηστών. Ωστόσο, θα πρέπει να είναι δυνατή η διαφοροποίηση βάσει και εντός των ορίων που καθορίζονται στο δίκαιο της Ένωσης, για παράδειγμα βάσει των μέτρων που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 2022/612 για την πρόληψη της καταχρηστικής ή μη φυσιολογικής χρήσης των ρυθμιζόμενων υπηρεσιών περιαγωγής λιανικής.
(284)Οι τελικοί χρήστες είναι όλο και πιο ευάλωτοι σε δόλιες δραστηριότητες που διεξάγονται μέσω υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών. Αρκετά κράτη μέλη έχουν θεσπίσει εθνικά μέτρα για την καταπολέμηση των εξελισσόμενων συστημάτων απάτης, όπως η παραποίηση του αριθμού καλούντος (CLI spoofing), το ηλεκτρονικό ψάρεμα (phishing), το ψάρεμα με μηνύματα SMS (smishing) και το ψάρεμα μέσω τηλεφωνικών κλήσεων (vishing). Ωστόσο, τα μέτρα αυτά παραμένουν ασυντόνιστα και αντικατοπτρίζουν πρωτίστως τις εθνικές προοπτικές, παρέχοντας στους απατεώνες τη δυνατότητα να μεταφέρουν τις δραστηριότητές τους σε δικαιοδοσίες όπου οι πρακτικές αυτές δεν αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά. Η ODN θα πρέπει να διευκολύνει τη συλλογή σχετικών πληροφοριών και βέλτιστων πρακτικών, ώστε να μπορεί ο BEREC να εκδίδει τεχνικές και νομικές κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τα μέτρα που μπορούν να προστατεύσουν αποτελεσματικά τους τελικούς χρήστες από δόλιες δραστηριότητες στην Ένωση. Οι κατευθυντήριες γραμμές του BEREC θα πρέπει να παρέχουν στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να θεσπίζουν συντονισμένα μέτρα προς εφαρμογή από τις υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών, με πλήρη σεβασμό της νομοθεσίας της Ένωσης για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις για τη συμπλήρωση της αποτελεσματικότητας των μέτρων που εφαρμόζουν οι υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών για την προστασία των τελικών χρηστών από δόλιες δραστηριότητες.
(285)Λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες πτυχές που αφορούν τις καταγγελίες για εξαφάνιση παιδιών, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διατηρήσουν τη δέσμευσή τους να διασφαλίσουν ότι στις επικράτειές τους είναι πλέον διαθέσιμη μια εύρυθμα λειτουργούσα υπηρεσία για την καταγγελία εξαφάνισης παιδιών στον αριθμό «116000». Τα κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι επιτυγχάνεται επαρκές επίπεδο ποιότητας της υπηρεσίας κατά τη λειτουργία του αριθμού «116000».
(286)Παράλληλα με τον αριθμό «116000» της ανοικτής τηλεφωνικής γραμμής για αγνοούμενα παιδιά, πολλά κράτη μέλη διασφαλίζουν επίσης ότι τα παιδιά έχουν πρόσβαση σε φιλική προς τα παιδιά υπηρεσία που διαχειρίζεται γραμμή υποστήριξης η οποία βοηθά τα παιδιά που χρειάζονται φροντίδα και προστασία μέσω της χρήσης του αριθμού «116111». Αυτά τα κράτη μέλη και η Επιτροπή θα πρέπει να διασφαλίσουν ότι οι πολίτες, και ιδίως τα παιδιά και τα εθνικά συστήματα προστασίας των παιδιών, γνωρίζουν την ύπαρξη της γραμμής υποστήριξης «116111».
(287)Προκειμένου να προωθούν ζητήματα δημοσίου συμφέροντος σε ό,τι αφορά τη χρήση υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο και δημοσίως διαθέσιμων υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών και να ενθαρρύνουν την προστασία των δικαιωμάτων ή ελευθεριών άλλων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να παράγουν και να διαδίδουν ή να έχουν διαδώσει, με τη βοήθεια των παρόχων τέτοιων υπηρεσιών, πληροφορίες δημοσίου συμφέροντος σχετικά με τη χρήση τέτοιων υπηρεσιών. Θα πρέπει να είναι δυνατόν να περιλαμβάνουν πληροφορίες δημοσίου συμφέροντος σχετικά με τις πλέον κοινές παραβιάσεις και τις έννομες συνέπειές τους, για παράδειγμα σχετικά με την παραβίαση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, άλλες παράνομες χρήσεις και τη διάδοση υλικού επιβλαβούς περιεχομένου, καθώς και συμβουλές και τρόποι προστασίας κατά κινδύνων που απειλούν την προσωπική ασφάλεια, για παράδειγμα εκείνων που προέρχονται από γνωστοποίηση προσωπικών στοιχείων σε ορισμένες περιπτώσεις, καθώς και κινδύνους για την ιδιωτική ζωή και τα προσωπικά δεδομένα, και τη διαθεσιμότητα εύχρηστου και διαμορφώσιμου λογισμικού ή επιλογών λογισμικού για την προστασία των παιδιών ή των ευπαθών ατόμων. Επιπλέον, οι τελικοί χρήστες θα πρέπει να ενημερώνονται για τους κινδύνους για την προσωπική ασφάλεια, την ιδιωτική ζωή και τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα κατά τη χρήση υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο και δημοσίως διαθέσιμων υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών, μεταξύ άλλων για την προστασία από δόλιες δραστηριότητες που διαπράττονται μέσω των εν λόγω υπηρεσιών, και θα πρέπει να τους γνωστοποιούνται οι τρόποι με τους οποίους μπορούν να προστατευθούν από τους εν λόγω κινδύνους. Οι πληροφορίες αυτές θα μπορούσαν να συντονίζονται μέσω διαδικασίας συνεργασίας. Αυτές οι πληροφορίες δημοσίου συμφέροντος θα πρέπει να ενημερώνονται εφόσον τούτο καθίσταται αναγκαίο και να παρουσιάζονται σε ευνόητη μορφή, όπως ορίζεται σε κάθε κράτος μέλος, καθώς και στους δικτυακούς τόπους των εθνικών δημόσιων αρχών. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να υποχρεώνουν τους παρόχους υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο και δημοσίως διαθέσιμων υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών να διαδίδουν αυτές τις τυποποιημένες πληροφορίες σε όλους τους πελάτες τους κατά τον τρόπο που οι εθνικές δημόσιες αρχές κρίνουν ως τον πιο κατάλληλο. Ωστόσο, η διάδοση των εν λόγω πληροφοριών δημοσίου συμφέροντος δεν θα πρέπει να επιβαρύνει υπερβολικά τους παρόχους. Αν συμβαίνει αυτό, τα κράτη μέλη θα πρέπει να ζητούν από τους παρόχους τη διάδοση των πληροφοριών αυτών με τα μέσα που χρησιμοποιούν οι τελευταίοι στην επικοινωνία τους με τους τελικούς χρήστες κατά τη συνήθη επαγγελματική δραστηριότητά τους.
(288)Ελλείψει σχετικών κανόνων του ενωσιακού δικαίου, το περιεχόμενο, οι εφαρμογές και οι υπηρεσίες μπορούν να θεωρηθούν νόμιμες ή επιβλαβείς σύμφωνα με το εθνικό ουσιαστικό και δικονομικό δίκαιο. Οι πάροχοι δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών θα πρέπει να ενεργούν σύμφωνα με τις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2065, είτε το περιεχόμενο, οι εφαρμογές ή οι υπηρεσίες είναι νόμιμα είτε είναι επιβλαβή. Ο παρών κανονισμός και η οδηγία 2002/58/ΕΚ δεν θίγουν τον κανονισμό (ΕΕ) 2022/2065, ο οποίος μεταξύ άλλων περιλαμβάνει κανόνα για την «απλή μετάδοση» για τους ενδιάμεσους παρόχους υπηρεσιών, όπως ορίζεται στον κανονισμό αυτόν.
(289)Οι τελικοί χρήστες θα πρέπει να έχουν δυνατότητα πρόσβασης σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης μέσω επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης ατελώς και χωρίς να υποχρεούνται να χρησιμοποιήσουν οποιοδήποτε μέσο πληρωμής, από οποιαδήποτε συσκευή που παρέχει δυνατότητα υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών, μεταξύ άλλων όταν ταξιδεύουν εντός της Ένωσης. Οι επικοινωνίες έκτακτης ανάγκης αποτελούν μέσο επικοινωνίας, το οποίο περιλαμβάνει υπηρεσίες φωνητικών επικοινωνιών, μηνύματα, βίντεο ή άλλου είδους επικοινωνίες, για παράδειγμα κείμενο σε πραγματικό χρόνο, πλήρη συνομιλία και υπηρεσίες μεσολαβητικής αναμετάδοσης. Τα κράτη μέλη, λαμβάνοντας υπόψη τις δυνατότητες και τον τεχνικό εξοπλισμό των PSAP, θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να προσδιορίζουν ποιες υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών είναι κατάλληλες για υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας να περιορίζουν τις επιλογές αυτές στις υπηρεσίες φωνητικών επικοινωνιών και τις ισοδύναμες υπηρεσίες για τους τελικούς χρήστες με αναπηρίες ή να προσθέτουν επιπλέον εναλλακτικές δυνατότητες όπως συμφωνείται με τα εθνικά PSAP. Οι επικοινωνίες έκτακτης ανάγκης μπορούν να ενεργοποιηθούν εκ μέρους προσώπου με σύστημα επί του οχήματος, όπως το σύστημα eCall, όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2015/758. Τα ευρωπαϊκά πορτοφόλια ψηφιακής ταυτότητας που εκδίδονται δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 910/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου παρέχουν στους τελικούς χρήστες τη δυνατότητα πρόσβασης σε ψηφιακό κόμβο για βασικές υπηρεσίες. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίσουν ότι οι τελικοί χρήστες θα είναι επίσης σε θέση να πραγματοποιούν επικοινωνίες έκτακτης ανάγκης χρησιμοποιώντας το ψηφιακό πορτοφόλι τους.
(290)Οι επικοινωνίες έκτακτης ανάγκης και οι πληροφορίες εντοπισμού του καλούντος πρέπει να δρομολογούνται προς το πλέον κατάλληλο PSAP χωρίς καθυστέρηση, ώστε να είναι δυνατή η κατάλληλη ανταπόκριση σε επικοινωνίες έκτακτης ανάγκης, καθώς και η κατάλληλη διεκπεραίωσή τους. Η αποτελεσματική δρομολόγηση των επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης θα πρέπει να διασφαλίζεται επίσης στο πλαίσιο της τεχνολογικής μετάβασης από τεχνολογίες κυκλωματομεταγωγής σε τεχνολογίες πακετομεταγωγής. Το πλέον κατάλληλο PSAP καθορίζεται συνήθως από το κράτος μέλος βάσει εδαφικής αρμοδιότητας για τη διεκπεραίωση επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης ή βάσει της αρμοδιότητας διεκπεραίωσης συγκεκριμένου τύπου επικοινωνίας, για παράδειγμα ένα PSAP που είναι εξοπλισμένο για τη διεκπεραίωση κειμένου σε πραγματικό χρόνο ή επικοινωνίας στη νοηματική γλώσσα. Οι υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών που παρέχονται μέσω τεχνολογιών πακετομεταγωγής και παρέχουν φωνή, κείμενο —συμπεριλαμβανομένου κειμένου σε πραγματικό χρόνο— και βίντεο μπορούν να δρομολογηθούν στον τομέα του δημόσιου δικτύου ή στον τομέα PSAP. Ανάλογα με την εθνική οργάνωση των PSAP, ενώ η επικοινωνία έκτακτης ανάγκης φθάνει στο σύστημα PSAP μέσω των δημόσιων δικτύων, ενδέχεται να απαιτείται περαιτέρω δρομολόγηση εντός του δικτύου IP των PSAP για να φθάσει στον πλέον κατάλληλο PSAP. Για την εξασφάλιση της διαθεσιμότητας αποτελεσματικών επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης προς όφελος όλων των τελικών χρηστών, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν την έγκαιρη δρομολόγηση προς το πλέον κατάλληλο PSAP όλων των τύπων επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης και των πληροφοριών εντοπισμού του καλούντος που είναι εξουσιοδοτημένες στην επικράτειά τους. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να επιβάλλουν την πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης μέσω επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης από υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών, εφόσον το εθνικό σύστημα PSAP επιτρέπει τη λήψη των εν λόγω επικοινωνιών με δρομολόγηση στο πλέον κατάλληλο PSAP και τη λήψη πληροφοριών για τον εντοπισμό του καλούντος. Εν προκειμένω μπορεί να περιλαμβάνεται ο ορισμός από ένα κράτος μέλος μίας μόνο πύλης IP για τη λήψη επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης. Ωστόσο, οι εν λόγω πάροχοι θα πρέπει να ενημερώνουν τους τελικούς χρήστες σε περίπτωση που δεν υποστηρίζεται η πρόσβαση στον ενιαίο ευρωπαϊκό αριθμό έκτακτης ανάγκης «112» ή σε πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος.
(291)Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξετάσουν τη δυνατότητα του PSAP να διαχειρίζεται τις επικοινωνίες έκτακτης ανάγκης σε πάνω από μία γλώσσα.
(292)Τα κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν ειδικά μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν ότι στις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης, συμπεριλαμβανομένου του ενιαίου ευρωπαϊκού αριθμού έκτακτης ανάγκης «112», έχουν εξίσου πρόσβαση οι τελικοί χρήστες με αναπηρίες, ιδίως οι τελικοί χρήστες που πάσχουν από κώφωση ή βαρηκοΐα, οι τελικοί χρήστες με προβλήματα ομιλίας και οι τελικοί χρήστες που πάσχουν συγχρόνως από κώφωση και τύφλωση, και σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2019/882. Η αρχή της ισοτιμίας συνεπάγεται ότι οι τελικοί χρήστες με αναπηρίες θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα πρόσβασης σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης μέσω επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης με τρόπο λειτουργικά ισοδύναμο με εκείνον με τον οποίο οι άλλοι τελικοί χρήστες έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης, ιδίως καλώντας τον αριθμό «112» μέσω φωνητικών υπηρεσιών.
(293)Οι πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος, που ισχύουν για όλες τις επικοινωνίες έκτακτης ανάγκης, βελτιώνουν το επίπεδο προστασίας και ασφάλειας των τελικών χρηστών και βοηθούν τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, εφόσον η μετάδοση των επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης και των συναφών δεδομένων στις εκάστοτε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης είναι εγγυημένη από το εθνικό σύστημα των PSAP. Η λήψη και η χρήση πληροφοριών για τον εντοπισμό του καλούντος, οι οποίες περιλαμβάνουν τόσο πληροφορίες εντοπισμού βάσει δικτύου, όταν το δίκτυο που διασφαλίζει τη συνδεσιμότητα παρέχει τις εν λόγω πληροφορίες στον πάροχο υπηρεσιών ή στο PSAP, όσο και βελτιωμένες πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος μέσω χειροσυσκευής, όταν η συσκευή ραδιοεξοπλισμού τις καθιστά διαθέσιμες για μετάδοση, θα πρέπει να συμμορφώνονται με όλες τις άλλες απαιτήσεις του ενωσιακού δικαίου σχετικά με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Οι επιχειρήσεις που παρέχουν εντοπισμό βάσει δικτύου θα πρέπει να διαθέτουν πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος στις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης αμέσως μόλις η κλήση ληφθεί από την εν λόγω υπηρεσία, ανεξαρτήτως της χρησιμοποιούμενης τεχνολογίας. Ωστόσο, οι τεχνολογίες εντοπισμού βάσει χειροσυσκευής έχουν αποδειχθεί σημαντικά ακριβέστερες και οικονομικά αποδοτικότερες λόγω της διαθεσιμότητας των δεδομένων που παρέχονται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υπέρθεσης για τη Γεωστατική Πλοήγηση και το δορυφορικό σύστημα Galileo και από άλλα παγκόσμια δορυφορικά συστήματα πλοήγησης και δεδομένων Wi-Fi. Ως εκ τούτου, οι πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος που αντλούνται βάσει χειροσυσκευής θα πρέπει να συμπληρώνουν τις πληροφορίες για τον εντοπισμό βάσει δικτύου, ακόμη και αν ο εντοπισμός βάσει χειροσυσκευής είναι διαθέσιμος μόνο μετά την αποκατάσταση της επικοινωνίας έκτακτης ανάγκης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίσουν ότι, όταν είναι διαθέσιμες, οι πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος που αντλούνται βάσει χειροσυσκευής θα καθίστανται διαθέσιμες στο πιο κατάλληλο PSAP. Αυτό ενδεχομένως δεν είναι πάντα δυνατό, για παράδειγμα όταν η θέση δεν είναι διαθέσιμη στη χειροσυσκευή ή μέσω της χρησιμοποιούμενης υπηρεσίας διαπροσωπικών επικοινωνιών ή όταν δεν είναι τεχνικά δυνατόν να αποκτηθεί αυτή η πληροφορία. Πέραν τούτου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι τα PSAP είναι σε θέση να ανακτούν και να διαχειρίζονται τις πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος, όταν αυτό είναι εφικτό. Η εξακρίβωση και η μετάδοση πληροφοριών για τον εντοπισμό του καλούντος θα πρέπει να είναι ατελείς τόσο για τον τελικό χρήστη όσο και για την αρχή που χειρίζεται την επικοινωνία έκτακτης ανάγκης, ανεξάρτητα από τα μέσα διαπίστωσης, για παράδειγμα μέσω της χειροσυσκευής ή του δικτύου, ή από τα μέσα μετάδοσης, για παράδειγμα μέσω φωνητικού διαύλου, SMS ή βάσει IP.
(294)Έχει σημασία να αυξηθεί η ευαισθητοποίηση όσον αφορά τον ενιαίο ευρωπαϊκό αριθμό έκτακτης ανάγκης «112» προκειμένου να βελτιωθεί το επίπεδο προστασίας και ασφάλειας των πολιτών που ταξιδεύουν στην Ένωση. Για τον σκοπό αυτό, οι πολίτες θα πρέπει να είναι πλήρως ενήμεροι, ιδίως μέσω πληροφοριών που παρέχονται σε διεθνείς τερματικούς σταθμούς λεωφορείων, σε σιδηροδρομικούς σταθμούς, σε λιμένες ή αερολιμένες, καθώς και στους τηλεφωνικούς καταλόγους, σε πληροφοριακό υλικό προς τους τελικούς χρήστες ή σε υλικό που συνοδεύει τους λογαριασμούς, ότι ο ενιαίος ευρωπαϊκός αριθμός έκτακτης ανάγκης «112» μπορεί να χρησιμοποιείται ως ενιαίος αριθμός κλήσης έκτακτης ανάγκης όταν ταξιδεύουν σε άλλα κράτη μέλη. Αυτό αποτελεί πρωτίστως ευθύνη των κρατών μελών, αλλά η Επιτροπή θα πρέπει να συνεχίσει να υποστηρίζει και να συμπληρώνει τις πρωτοβουλίες των κρατών μελών για καλύτερη συνειδητοποίηση της χρήσης του ενιαίου ευρωπαϊκού αριθμού έκτακτης ανάγκης «112» και να αξιολογεί περιοδικά τις γνώσεις των πολιτών σχετικά με τον αριθμό αυτό και την εξέλιξη της χρήσης του.
(295)Προκειμένου να ανταποκριθεί στις τεχνολογικές εξελίξεις σχετικά με την πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης με χρήση του ψηφιακού πορτοφολιού, τις ακριβείς πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος, την ισοδύναμη πρόσβαση για τελικούς χρήστες με αναπηρίες και τη δρομολόγηση κλήσεων προς το πλέον κατάλληλο PSAP, η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί για την έγκριση, μέσω κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, των μέτρων που είναι αναγκαία για την εξασφάλιση αποτελεσματικών επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης στην Ένωση. Τα μέτρα αυτά θα πρέπει να λαμβάνονται με την επιφύλαξη της οργάνωσης των υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης στα κράτη μέλη.
(296)Ένας πολίτης σε ένα κράτος μέλος που χρειάζεται να επικοινωνήσει με τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης σε άλλο κράτος μέλος δεν μπορεί να το πράξει επειδή το PSAP της χώρας προέλευσης ενδέχεται να μη διαθέτει στοιχεία επικοινωνίας του συστήματος PSAP σε άλλα κράτη μέλη. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να τηρείται ασφαλής βάση δεδομένων σε επίπεδο Ένωσης με τους αριθμούς πρόσβασης στα συστήματα PSAP κάθε κράτους μέλους. Για τον σκοπό αυτόν, η ODN θα πρέπει να τηρεί ασφαλή βάση δεδομένων με τους αριθμούς E.164 για την επικοινωνία με τα συστήματα PSAP των κρατών μελών, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι τα PSAP ενός κράτους μέλους μπορούν να δεχθούν κλήση από το PSAP άλλου κράτους μέλους.
(297)Οι πάροχοι υπηρεσιών κινητών διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στις εθνικές στρατηγικές ετοιμότητας και, ως εκ τούτου, οι προειδοποιήσεις του κοινού θα πρέπει να μεταδίδονται από τους εν λόγω παρόχους σε όλους τους ενδιαφερόμενους τελικούς χρήστες. Οι εκάστοτε τελικοί χρήστες θα πρέπει να θεωρείται ότι είναι εκείνοι οι οποίοι βρίσκονται στις γεωγραφικές περιοχές που ενδέχεται να πληγούν από επικείμενες ή εν εξελίξει σοβαρές καταστάσεις έκτακτης ανάγκης και καταστροφές κατά την περίοδο της προειδοποίησης, όπως καθορίζεται από τις αρμόδιες αρχές.
(298)Όταν η πραγματική εξάπλωση όλων των σχετικών τελικών χρηστών, ανεξάρτητα από τον τόπο ή το κράτος μέλος διαμονής τους, διασφαλίζεται και ανταποκρίνεται στο ανώτατο επίπεδο ασφάλειας των δεδομένων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να προβλέπουν τη μετάδοση προειδοποιήσεων του κοινού με τη χρήση ευρωπαϊκών πορτοφολιών ψηφιακής ταυτότητας που εκδίδονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 910/2014, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι οι πολίτες της Ένωσης προστατεύονται αποτελεσματικά όταν ταξιδεύουν σε άλλο κράτος μέλος.
(299)Ως αναγνώριση της προέλευσης νοούνται οι πληροφορίες ταυτοποίησης της πηγής της επικοινωνίας ή του τελικού σημείου υπηρεσίας ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όπως η φωνητική επικοινωνία μέσω πρωτοκόλλου διαδικτύου (VoIP) σε δίκτυα πακετομεταγωγής, οι οποίες μπορούν να μεταδίδονται στο τερματικό του αποδέκτη ή του τελικού χρήστη κατά τη δημιουργία της επικοινωνίας. Στα δίκτυα κυκλωματομεταγωγής, η ένδειξη του αριθμού του καλούντος στον καλούμενο πριν από την πραγματοποίηση της κλήσης είναι γνωστή ως αναγνώριση καλούσας γραμμής.
(300)Για την αναγνώριση της προέλευσης μπορούν να χρησιμοποιούνται αναγνωριστικά ως πρωτόκολλα σηματοδοσίας άλλα από τους αριθμούς E.164 ή τα εθνικά σχέδια αριθμοδότησης για τη μετάδοση των στοιχείων αναγνώρισης της πηγής ή του τελικού σημείου στον τερματικό εξοπλισμό του καλούμενου ή του αποδέκτη κατά την πραγματοποίηση της κλήσης ή της επικοινωνίας. Οι πάροχοι υπηρεσιών διασύνδεσης, συμπεριλαμβανομένων των παρόχων υπηρεσιών διαβίβασης, θα πρέπει να διασφαλίζουν τη μετάδοση των πραγματικών στοιχείων αναγνώρισης της προέλευσης ή αναγνώρισης της καλούσας γραμμής στις εθνικές και διεθνείς συμφωνίες διασύνδεσης σύμφωνα με τους εθνικούς ή διεθνείς κανονισμούς ή κανόνες των εμπλεκόμενων χωρών.
(301)Είναι ανάγκη να προστατεύεται το δικαίωμα του καλούντος να μην επιτρέπει την ένδειξη της ταυτότητας της γραμμής/την αναγνώριση της προέλευσης από την οποία πραγματοποιείται η κλήση (CLIR), καθώς και το δικαίωμα του καλουμένου να αρνείται κλήσεις από γραμμές χωρίς προσδιορισμένη ταυτότητα. Ορισμένοι τελικοί χρήστες, και ιδίως οι γραμμές παροχής βοήθειας ή παρεμφερείς οργανισμοί, ενδιαφέρονται να κατοχυρώνεται η ανωνυμία του καλούντος.
(302)Ένα κέντρο λήψης κλήσεων έκτακτης ανάγκης που εμφανίζει γενική ένδειξη ταυτότητας της γραμμής κατά την ανταπόκριση σε επικοινωνία έκτακτης ανάγκης δεν θα πρέπει να θεωρείται γραμμή χωρίς προσδιορισμένη ταυτότητα.
(303)Όσον αφορά την αναγνώριση συνδεδεμένης γραμμής, είναι ανάγκη να προστατεύεται το δικαίωμα και το έννομο συμφέρον του καλουμένου να μην επιτρέπει την ένδειξη της ταυτότητας της γραμμής με την οποία είναι εκάστοτε συνδεδεμένος ο καλών (COLR).
(304)Η χρήση ειδικού κωδικού ή προθέματος δεν θα πρέπει να απαλλάσσει τα νομικά ή φυσικά πρόσωπα που πραγματοποιούν κλήσεις άμεσης εμπορικής προώθησης από την υποχρέωση ένδειξης της καλούσας γραμμής τους ή αναγνώρισης της προέλευσής τους.
(305)Σε ειδικές περιπτώσεις, υπάρχει αιτιολογία για την παρεμπόδιση της απάλειψης της ένδειξης της ταυτότητας της καλούσας γραμμής ή της αναγνώρισης της προέλευσης. Τα δικαιώματα των τελικών χρηστών στην ιδιωτική ζωή και στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα όσον αφορά την αναγνώριση καλούσας γραμμής/προέλευσης θα πρέπει να περιορίζονται όταν αυτό είναι αναγκαίο για τον εντοπισμό κακόβουλων και ενοχλητικών κλήσεων κατόπιν καταγγελίας κατά της εν λόγω χρήσης στις αρμόδιες αρχές ή κατά τη δημιουργία επικοινωνίας έκτακτης ανάγκης και όσον αφορά την αναγνώριση καλούσας γραμμής ή προέλευσης και τα δεδομένα θέσης, όταν αυτό είναι αναγκαίο για να μπορούν οι υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης και τα PSAP να ανταποκριθούν αποτελεσματικά και να χειριστούν επικοινωνίες έκτακτης ανάγκης.
(306)Υπάρχει τεχνολογία που παρέχει στους παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών τη δυνατότητα να περιορίζουν τη λήψη κακόβουλων, ενοχλητικών ή άλλων δόλιων κλήσεων από τους τελικούς χρήστες με διάφορους τρόπους, συμπεριλαμβανομένης της φραγής σιωπηρών κλήσεων, και να βοηθούν τις αρμόδιες αρχές στον εντοπισμό των εν λόγω κλήσεων. Οι κλήσεις αυτές θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν κλήσεις που προέρχονται από μη έγκυρους αριθμούς, δηλαδή αριθμούς που δεν υπάρχουν στο σχέδιο αριθμοδότησης, ή έγκυρους αριθμούς που δεν αποδίδονται σε πάροχο υπηρεσίας διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών ή που δεν έχουν χορηγηθεί σε τελικό χρήστη. Οι πάροχοι δημοσίως διαθέσιμων υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών θα πρέπει να προστατεύουν τους τελικούς χρήστες προσφέροντάς τους δωρεάν τη δυνατότητα να ζητούν τη φραγή τέτοιων κλήσεων, στις περιπτώσεις που αυτό είναι τεχνικά εφικτό, ή τη διακοπή της αυτόματης προώθησης κλήσεων από τρίτο στον τερματικό εξοπλισμό του τελικού χρήστη. Για τον σκοπό αυτόν, οι πάροχοι θα πρέπει να αναπτύξουν τεχνολογία αιχμής, όπως λύσεις επαλήθευσης ταυτότητας. Οι πάροχοι θα πρέπει να ενημερώνουν τους τελικούς χρήστες σχετικά με την ύπαρξη των εν λόγω λειτουργιών μέσω πληροφοριών που συνοδεύουν τη σύμβαση και με άλλα μέσα, για παράδειγμα με δημοσίευση στην ιστοσελίδα τους, κατά περίπτωση. Η δυνατότητα φραγής ανεπιθύμητων κλήσεων θα πρέπει να θεωρείται τεχνικά εφικτή, εκτός εάν ο πάροχος αποδεικνύει την ύπαρξη αντικειμενικών τεχνικών εμποδίων, τα οποία ενδέχεται να υπάρχουν, για παράδειγμα, σε δίκτυα PSTN. Οι πάροχοι υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών θα πρέπει να είναι σε θέση να λαμβάνουν μέτρα επαλήθευσης ταυτότητας για την επαλήθευση της ταυτότητας των χρηστών σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2022/2555.
(307)Δημοσίως διαθέσιμος κατάλογος είναι κάθε κατάλογος ή υπηρεσία που περιέχει στοιχεία των τελικών χρηστών όπως τηλεφωνικούς αριθμούς (συμπεριλαμβανομένων των αριθμών κινητών τηλεφώνων), διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, στοιχεία επικοινωνίας και περιλαμβάνει υπηρεσίες παροχής πληροφοριών. Η κύρια λειτουργία των υπηρεσιών καταλόγου είναι να επιτρέπουν την ταυτοποίηση των προσώπων αυτών. Η αυξανόμενη διαθεσιμότητα και χρήση ψηφιακών εναλλακτικών λύσεων, όπως οι επιγραμμικές μηχανές αναζήτησης, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και οι τηλεφωνικοί κατάλογοι του διαδικτύου που προσφέρουν επικαιροποιημένο τρόπο εξεύρεσης στοιχείων επικοινωνίας, δεν δικαιολογούν τη διατήρηση της υποχρέωσης των παρόχων υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών. Επιπλέον, πολλές υπηρεσίες πληροφοριών καταλόγου είναι πλέον διαθέσιμες ως εφαρμογές ή διαδικτυακά, οι οποίες παρέχουν στους χρήστες τη δυνατότητα να αναζητούν πληροφορίες ψηφιακά. Επίσης, είναι σκόπιμο για τη διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή και στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα να ζητείται η συγκατάθεση των τελικών χρηστών που είναι φυσικά πρόσωπα πριν από την προσθήκη των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τους αφορούν σε κατάλογο. Με διαφορετικό τρόπο από αυτόν που προβλέπεται για τα φυσικά πρόσωπα, θα πρέπει επίσης να προστατεύονται τα έννομα συμφέροντα των νομικών οντοτήτων που σχετίζονται με την προσθήκη των δεδομένων τους σε κατάλογο. Από την εφαρμογή της οδηγίας 2002/58/ΕΚ αναδείχθηκαν αποκλίνουσες πρακτικές μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά την άσκηση της επιλογής των τελικών χρηστών που είναι φυσικά πρόσωπα για την προσθήκη των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τους αφορούν σε κατάλογο. Ενίοτε, τα κράτη μέλη προβλέπουν στην εθνική τους νομοθεσία ότι οι τελικοί χρήστες έχουν το δικαίωμα να αντιταχθούν στην προσθήκη των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τους αφορούν ή ότι η ανάκληση της συγκατάθεσης ενός φυσικού προσώπου δεν κοινοποιείται σε τρίτους που επεξεργάζονται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα από τους καταλόγους, γεγονός που μπορεί όχι μόνο να μειώσει το επίπεδο προστασίας σε ολόκληρη την Ένωση, αλλά και να εκθέσει τους τελικούς χρήστες σε δόλιες πρακτικές από κακόβουλους παράγοντες. Το αίτημα συγκατάθεσης, μεταξύ άλλων για την κοινοποίηση στοιχείων επικοινωνίας σε ηλεκτρονική ή έντυπη μορφή, ανεξάρτητα από τον πάροχο, θα πρέπει να συνάδει με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679.
(308)Σύμφωνα με τους στόχους του Χάρτη και τις υποχρεώσεις που κατοχυρώνονται στη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες, το ρυθμιστικό πλαίσιο θα πρέπει να διασφαλίζει ότι όλοι οι τελικοί χρήστες, περιλαμβανομένων των τελικών χρηστών με αναπηρίες, των ηλικιωμένων καθώς και των χρηστών με ειδικές κοινωνικές ανάγκες, έχουν εύκολη και ισοδύναμη πρόσβαση σε οικονομικά προσιτές υπηρεσίες υψηλής ποιότητας, ανεξάρτητα από τον τόπο κατοικίας τους στην Ένωση. Στη δήλωση 22, η οποία προσαρτάται στη Συνθήκη του Άμστερνταμ, προβλέπεται ότι τα θεσμικά όργανα της Ένωσης πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους τις ανάγκες των ατόμων με αναπηρίες κατά την κατάρτιση μέτρων στο πλαίσιο του άρθρου 114 της ΣΛΕΕ.
(309)Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι τελικοί χρήστες με αναπηρίες επωφελούνται από τον ανταγωνισμό και τη δυνατότητα επιλογής παρόχων υπηρεσιών από την οποία επωφελείται και η πλειονότητα των τελικών χρηστών, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να προσδιορίζουν, κατά περίπτωση και λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες εθνικές συνθήκες, και ύστερα από διαβούλευση με τελικούς χρήστες με αναπηρίες, απαιτήσεις προστασίας του καταναλωτή για τελικούς χρήστες με αναπηρίες τις οποίες πρέπει να πληρούν οι πάροχοι δημοσίως διαθέσιμων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Αυτές οι απαιτήσεις μπορεί να περιλαμβάνουν, συγκεκριμένα, την απαίτηση από τους παρόχους να προσφέρουν στους τελικούς χρήστες με αναπηρίες τις υπηρεσίες τους υπό ισοδύναμους όρους και προϋποθέσεις, συμπεριλαμβανομένων των τιμών, των τιμολογίων και της ποιότητας, με αυτούς που προσφέρουν και στους άλλους τελικούς χρήστες τους, ανεξάρτητα από το ενδεχόμενο επιπλέον κόστος που επιβαρύνει τους εν λόγω παρόχους. Κατά τη λήψη των μέτρων σχετικά με την ισοδύναμη πρόσβαση και την επιλογή, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να ενθαρρύνουν τη συμμόρφωση με τα σχετικά πρότυπα και προδιαγραφές που καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού για την τυποποίηση. Οι απαιτήσεις προστασίας των καταναλωτών για τους τελικούς χρήστες με αναπηρίες μπορούν να εφαρμόζονται και στις ρυθμίσεις χονδρικής μεταξύ παρόχων. Προκειμένου να αποφεύγεται η δημιουργία υπερβολικής επιβάρυνσης για τους παρόχους υπηρεσιών, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να ελέγχουν κατά πόσο οι στόχοι της ισοδύναμης πρόσβασης και επιλογής είναι δυνατό να επιτευχθούν χωρίς αυτά τα μέτρα.
(310)Οι τελικοί χρήστες θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να απολαύουν εγγύησης διαλειτουργικότητας για το σύνολο του εξοπλισμού ραδιοφωνικής λήψης σε καινούργια οχήματα κατηγορίας Μ και ψηφιακής τηλεόρασης που πωλείται στην Ένωση. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να επιβάλλουν ελάχιστα εναρμονισμένα πρότυπα σε σχέση με τον εν λόγω εξοπλισμό. Τα πρότυπα αυτά θα μπορούσαν να αναπροσαρμόζονται κατά καιρούς, ανάλογα με την τεχνολογική πρόοδο και τις εξελίξεις στην αγορά.
(311)Όταν τα κράτη μέλη αποφασίζουν να εγκρίνουν μέτρα σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2015/1535 για τη διαλειτουργικότητα των ραδιοφωνικών δεκτών ευρείας κατανάλωσης, οι επιπτώσεις στην αγορά ραδιοφωνικών δεκτών χαμηλής αξίας θα πρέπει να είναι περιορισμένες και οι δέκτες θα πρέπει να είναι ικανοί να λαμβάνουν και να αναπαράγουν ραδιοφωνικές υπηρεσίες που παρέχονται μέσω ψηφιακών επίγειων ραδιοφωνικών εκπομπών ή μέσω δικτύων ΙΡ, ώστε να διασφαλίζουν ότι διατηρείται η διαλειτουργικότητα. Αυτό μπορεί να βελτιώσει επίσης τη δημόσια ασφάλεια, επιτρέποντας στους χρήστες να βασίζονται σε ευρύτερο σύνολο τεχνολογιών για να έχουν πρόσβαση και να λαμβάνουν πληροφορίες έκτακτης ανάγκης στα κράτη μέλη.
(312)Οι διατάξεις για τη διαλειτουργικότητα του ραδιοφωνικού και τηλεοπτικού εξοπλισμού ευρείας κατανάλωσης δεν εμποδίζουν τη δυνατότητα των ραδιοφωνικών δεκτών αυτοκινήτων σε καινούργια οχήματα κατηγορίας Μ να λαμβάνει και να αναπαράγει επίσης ραδιοφωνικές υπηρεσίες που παρέχονται μέσω αναλογικών επίγειων ραδιοφωνικών εκπομπών και οι διατάξεις αυτές δεν εμποδίζουν τα κράτη μέλη να επιβάλλουν υποχρεώσεις, ώστε να διασφαλίζουν ότι οι ψηφιακοί ραδιοφωνικοί δέκτες έχουν τη δυνατότητα να λαμβάνουν και να αναπαράγουν αναλογικές επίγειες ραδιοφωνικές εκπομπές.
(313)Με την επιφύλαξη του ενωσιακού δικαίου, ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να εμποδίζει τα κράτη μέλη να θεσπίζουν τεχνικούς κανονισμούς που αφορούν τον ψηφιακό επίγειο τηλεοπτικό εξοπλισμό, για την προετοιμασία της μετάβασης των καταναλωτών σε νέα επίγεια πρότυπα μετάδοσης, και για να αποφευχθεί η προμήθεια εξοπλισμού που δεν θα είναι συμβατός με τα πρότυπα που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν.
(314)Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξακολουθήσουν να έχουν τη δυνατότητα να καθορίζουν αναλογικές υποχρεώσεις «μεταφοράς σήματος» σε επιχειρήσεις που βρίσκονται στη δικαιοδοσία τους, για την εξυπηρέτηση θεμιτών στόχων δημόσιας πολιτικής· οι εν λόγω υποχρεώσεις θα πρέπει όμως να επιβάλλονται μόνο όπου είναι απαραίτητο για την κάλυψη στόχων δημόσιου συμφέροντος, σαφώς καθορισμένων από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, ενώ θα πρέπει να είναι αναλογικές και διαφανείς. Οι υποχρεώσεις «μεταφοράς σήματος» θα πρέπει να είναι δυνατό να εφαρμόζονται σε ειδικευμένους ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς διαύλους ευρυεκπομπής και συμπληρωματικές υπηρεσίες που προσφέρονται από ειδικευμένο πάροχο υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας. Οι υποχρεώσεις τις οποίες επιβάλλουν τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι αναλογικές και διαφανείς, βάσει σαφώς καθορισμένων στόχων δημοσίου συμφέροντος. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να παρέχουν αντικειμενική αιτιολόγηση των υποχρεώσεων «μεταφοράς σήματος» που επιβάλλουν με το εθνικό τους δίκαιο, ώστε να διασφαλίζουν ότι οι εν λόγω υποχρεώσεις είναι διαφανείς, αναλογικές και σαφώς ορισμένες. Οι υποχρεώσεις θα πρέπει να σχεδιάζονται κατά τρόπο ώστε να παρέχονται επαρκή κίνητρα για αποδοτικές επενδύσεις στις υποδομές.
(315)Τα δίκτυα και οι υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών που χρησιμοποιούνται για τη μετάδοση ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών εκπομπών στο κοινό περιλαμβάνουν την καλωδιακή τηλεόραση, την τηλεόραση μέσω πρωτοκόλλου διαδικτύου, τα δορυφορικά και τα επίγεια δίκτυα εκπομπών. Ενδέχεται επίσης να περιλαμβάνουν άλλα δίκτυα στο μέτρο που ένας σημαντικός αριθμός τελικών χρηστών χρησιμοποιεί τα δίκτυα αυτά ως το κύριο μέσο λήψης των ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών εκπομπών. Οι υποχρεώσεις «μεταφοράς σήματος» που αφορούν τις αναλογικές τηλεοπτικές μεταδόσεις θα πρέπει να εξετάζονται μόνο όταν η έλλειψη μιας τέτοιας υποχρέωσης θα προκαλούσε σημαντική διαταραχή σε σημαντικό αριθμό τελικών χρηστών ή όταν δεν υπάρχουν άλλα μέσα μετάδοσης για συγκεκριμένα τηλεοπτικά κανάλια. Οι υποχρεώσεις «μεταφοράς σήματος» μπορούν να περιλαμβάνουν και τη μετάδοση υπηρεσιών ειδικά σχεδιασμένων για να διευκολύνουν την ισοδύναμη πρόσβαση των τελικών χρηστών με αναπηρίες. Συνακολούθως, οι συμπληρωματικές υπηρεσίες περιλαμβάνουν υπηρεσίες σχεδιασμένες για τη βελτίωση της προσβασιμότητας από τελικούς χρήστες με αναπηρίες, όπως υπηρεσίες τηλεεικονογραφίας, υποτιτλισμού για τελικούς χρήστες που είναι κωφοί ή έχουν προβλήματα ακοής, ακουστικής περιγραφής, προφορικής εκφοράς υποτίτλων και διερμηνείας στη νοηματική γλώσσα, θα μπορούσαν δε να περιλαμβάνουν πρόσβαση στα σχετικά μη επεξεργασμένα δεδομένα όπου είναι απαραίτητο. Δεδομένης της αυξανόμενης παροχής και λήψης υπηρεσιών συνδεδεμένης τηλεόρασης και της συνεχιζόμενης σημασίας των ΗΟΠ για τις επιλογές των τελικών χρηστών, η μετάδοση σχετικών με το πρόγραμμα δεδομένων που είναι απαραίτητα για την υποστήριξη των λειτουργιών συνδεδεμένης τηλεόρασης και ΗΟΠ μπορεί να περιλαμβάνεται σε υποχρεώσεις «μεταφοράς σήματος». Αυτά τα σχετικά με το πρόγραμμα δεδομένα θα πρέπει να μπορούν να περιλαμβάνουν πληροφορίες για το περιεχόμενο του προγράμματος και τον τρόπο πρόσβασης σε αυτό, αλλά όχι το ίδιο το περιεχόμενο του προγράμματος.
(316)Οι υποχρεώσεις «μεταφοράς σήματος» θα πρέπει να υπόκεινται σε επανεξέταση από τα κράτη μέλη ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι τεχνολογικές εξελίξεις και οι εξελίξεις στην αγορά και να διασφαλίζεται ότι εξακολουθούν να είναι ανάλογες προς τους επιδιωκόμενους στόχους. Οι εν λόγω υποχρεώσεις θα μπορούσαν, ανάλογα με την περίπτωση, να συνεπάγονται την πρόβλεψη αναλογικής αποζημίωσης η οποία θα πρέπει να ορίζεται στο εθνικό δίκαιο. Στην περίπτωση αυτή, το εθνικό δίκαιο θα πρέπει επίσης να καθορίζει την εφαρμοστέα μεθοδολογία για τον υπολογισμό της κατάλληλης αποζημίωσης. Η μεθοδολογία αυτή θα πρέπει να αποφεύγει την ασυνέπεια με τα διορθωτικά μέτρα για την πρόσβαση τα οποία μπορεί να επιβληθούν από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές σε παρόχους υπηρεσιών μετάδοσης που χρησιμοποιούνται για ευρυεκπομπή οι οποίοι έχουν οριστεί ως κατέχοντες σημαντική ισχύ στην αγορά. Ωστόσο, όταν μια σύμβαση ορισμένου χρόνου προβλέπει διαφορετική μεθοδολογία, η μεθοδολογία αυτή θα πρέπει να μπορεί να συνεχίσει να εφαρμόζεται για όσο διαρκεί η σύμβαση. Ελλείψει εθνικής πρόβλεψης για την αποζημίωση, οι πάροχοι ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών διαύλων ευρυεκπομπής και οι πάροχοι δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών που χρησιμοποιούνται για τη μετάδοση των εν λόγω ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών διαύλων ευρυεκπομπής θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να συμφωνούν συμβατικά στην αναλογική αποζημίωση.
(317)Το ρυθμιστικό πλαίσιο και οι δομές διακυβέρνησής του, συμπεριλαμβανομένων της Επιτροπής, των εθνικών ρυθμιστικών και άλλων αρμόδιων αρχών, του BEREC και της Υπηρεσίας του BEREC, έχουν αποφέρει ικανοποιητικά αποτελέσματα όσον αφορά την εναρμόνιση της εσωτερικής αγοράς. Ωστόσο, οι εθνικές αγορές εξακολουθούν να είναι κατακερματισμένες και δεν έχει επιτευχθεί εσωτερική αγορά ηλεκτρονικών δικτύων και υπηρεσιών. Αυτό επηρεάζει τους παρόχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών που ασκούν διασυνοριακές επιχειρηματικές δραστηριότητες ή δραστηριοποιούνται σε σημαντικό αριθμό κρατών μελών, ακόμη και στις περιπτώσεις στις οποίες υπάρχουν κατευθυντήριες γραμμές του BEREC. Από την αξιολόγηση προέκυψαν ειδικότερα τρία προβληματικά ζητήματα, πρώτον, η ισχυρή εθνική επιρροή στον BEREC που μπορεί να επηρεάσει τον αντίκτυπο των εκροών του στην εσωτερική αγορά, δεύτερον, η ασύμμετρη επέκταση των αρμοδιοτήτων των εθνικών ρυθμιστικών αρχών που δημιουργεί ασυνέπειες στις συνεισφορές των εθνικών ρυθμιστικών αρχών στο έργο του BEREC και, τρίτον, οι περιορισμοί των πόρων και οι διαρθρωτικές αδυναμίες που επηρεάζουν την ικανότητα του BEREC να εκτελεί τα καθήκοντα που του έχουν ανατεθεί. Ως εκ τούτου, το πλαίσιο διακυβέρνησης πρέπει να εξελιχθεί ώστε να στηρίξει την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε ολόκληρη την Ένωση, διασφαλίζοντας συνεπείς προσεγγίσεις κατά την εφαρμογή των κανόνων και μεγαλύτερο συντονισμό μεταξύ των εθνικών ρυθμιστικών και άλλων αρμόδιων αρχών σε εθνικό επίπεδο, μεταξύ των οργάνων και των οργανισμών της Ένωσης σε ενωσιακό επίπεδο, και μεταξύ του εθνικού και του ενωσιακού επιπέδου.
(318)Ορισμένα καθήκοντα θα πρέπει να αναληφθούν μόνο από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, δηλαδή από όργανα που είναι ανεξάρτητα τόσο από τον τομέα όσο και από οποιαδήποτε εξωτερική παρέμβαση ή πολιτική πίεση. Για να διασφαλιστεί ότι οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές είναι όλες ικανές για την εκτέλεση των αναγκαίων καθηκόντων και ότι οι εκροές του BEREC αντιπροσωπεύουν ικανοποιητικά τη θέση των κρατών μελών, τα καθήκοντα αυτά θα πρέπει να επεκταθούν, για παράδειγμα, σε καθήκοντα που σχετίζονται με τον χειρισμό των κοινοποιήσεων και τη διαδικασία ενιαίου διαβατηρίου στο πλαίσιο του καθεστώτος γενικής άδειας, σε καθήκοντα που σχετίζονται με την εφαρμογή μέτρων για τη μετάβαση σε οπτικές ίνες ή σε καθήκοντα που σχετίζονται με τη στήριξη της ετοιμότητας και της ανθεκτικότητας. Ειδικότερα, δεδομένης της εμπειρογνωσίας τους όσον αφορά τη ρύθμιση της αγοράς και τον ανταγωνισμό, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να είναι αρμόδιες να αποφασίζουν σχετικά με τις πτυχές των διαδικασιών εκχώρησης ραδιοφάσματος που διαμορφώνουν την αγορά και επηρεάζουν τον ανταγωνισμό. Εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να αναθέτουν άλλα ρυθμιστικά καθήκοντα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είτε στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές είτε σε λοιπές αρμόδιες αρχές. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να προάγουν τη σταθερότητα των αρμοδιοτήτων των εθνικών ρυθμιστικών αρχών λαμβανομένης υπόψη της ανάθεσης των καθηκόντων που προέκυψε από τη μεταφορά του κανονιστικού πλαισίου ηλεκτρονικών επικοινωνιών της Ένωσης, ιδίως όσων σχετίζονται με τον ανταγωνισμό στην αγορά ή την είσοδο στην αγορά. Στις περιπτώσεις που τα καθήκοντα ανατίθενται σε λοιπές αρμόδιες αρχές, αυτές θα πρέπει να απευθύνονται στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές για γνωμοδότηση πριν από τη λήψη απόφασης. Σύμφωνα με την αρχή της καλής συνεργασίας, οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές θα πρέπει να ανταλλάσσουν πληροφορίες για την άσκηση των καθηκόντων τους.
(319)Τα κράτη μέλη θα πρέπει να κοινοποιούν στην Επιτροπή τα στοιχεία των εθνικών ρυθμιστικών και λοιπών αρμόδιων αρχών. Για αρχές αρμόδιες για τη χορήγηση δικαιωμάτων διέλευσης, η υποχρέωση κοινοποίησης θα πρέπει να μπορεί να τηρείται με παραπομπή στο ενιαίο σημείο πληροφόρησης που συστήνεται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/1309.
(320)Σύμφωνα με την αρχή του διαχωρισμού ρυθμιστικών και εκτελεστικών αρμοδιοτήτων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εγγυώνται την ανεξαρτησία των εθνικών ρυθμιστικών και λοιπών αρμόδιων αρχών ούτως ώστε να εξασφαλίζεται η αμεροληψία των αποφάσεών τους. Αυτή η απαίτηση ανεξαρτησίας εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της θεσμικής αυτονομίας και των συνταγματικών υποχρεώσεων των κρατών μελών ή της αρχής της ουδετερότητας όσον αφορά τους κανόνες των κρατών μελών που διέπουν το καθεστώς ιδιοκτησίας που ορίζεται στο άρθρο 345 ΣΛΕΕ.
(321)Για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή του ρυθμιστικού πλαισίου και να αυξηθεί η εξουσία και η προβλεψιμότητα των αποφάσεων των εθνικών αρμόδιων αρχών, αυτές θα πρέπει να προστατεύονται έναντι εξωτερικών παρεμβάσεων ή πολιτικών πιέσεων που μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο την ανεξάρτητη αξιολόγησή τους στα θέματα των οποίων επιλαμβάνονται. Η εξωτερική αυτή επιρροή καθιστά έναν εθνικό νομοθετικό φορέα ακατάλληλο να αναλάβει δράση ως εθνική ρυθμιστική αρχή στο πλαίσιο του ρυθμιστικού πλαισίου. Προς τούτο, πρέπει καταρχάς να θεσπιστούν κανόνες από τα κράτη μέλη όσον αφορά τους λόγους για την απόλυση του επικεφαλής της εθνικής ρυθμιστικής αρχής, ώστε να αρθεί κάθε εύλογη αμφιβολία ως προς την ουδετερότητα του εν λόγω φορέα και τη θωράκισή του έναντι εξωτερικών παραγόντων. Προκειμένου να αποφεύγονται αυθαίρετες απολύσεις, το απολυθέν μέλος θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να ζητά από τα αρμόδια δικαστήρια να ελέγχουν την ύπαρξη βάσιμου λόγου απόλυσης, που να συγκαταλέγεται μεταξύ των προβλεπόμενων στον παρόντα κανονισμό. Αυτή η απόλυση θα πρέπει να συνδέεται μόνο με τα προσωπικά ή επαγγελματικά προσόντα του επικεφαλής ή του μέλους. Είναι σημαντικό οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές να έχουν δικό τους προϋπολογισμό, που να τους παρέχει ιδίως τη δυνατότητα να προσλαμβάνουν επαρκή αριθμό ειδικευμένου προσωπικού. Για τη διασφάλιση διαφάνειας θα πρέπει ο προϋπολογισμός αυτός να δημοσιεύεται ετησίως. Εντός των ορίων του προϋπολογισμού τους, θα πρέπει να διαθέτουν αυτονομία στη διαχείριση των ανθρώπινων και οικονομικών πόρων τους. Για να διασφαλίζεται η αμεροληψία, τα κράτη μέλη που διατηρούν την κυριότητα ή τον έλεγχο επιχειρήσεων που συνεισφέρουν στον προϋπολογισμό των εθνικών ρυθμιστικών ή λοιπών αρμόδιων αρχών μέσω διοικητικών επιβαρύνσεων θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι υφίσταται αποτελεσματικός διαρθρωτικός διαχωρισμός των δραστηριοτήτων που συνδέονται με την άσκηση της κυριότητας ή του ελέγχου από την άσκηση ελέγχου επί του προϋπολογισμού.
(322)Υπάρχει ανάγκη να ενισχυθεί περαιτέρω η ανεξαρτησία των εθνικών ρυθμιστικών αρχών ώστε να εξασφαλίζεται η θωράκιση των επικεφαλής και των μελών τους έναντι εξωτερικών πιέσεων, με την πρόβλεψη ελάχιστων προσόντων διορισμού και ελάχιστης διάρκειας της θητείας τους. Επιπλέον, για να αντιμετωπιστεί ο κίνδυνος ρυθμιστικής άλωσης, να διασφαλιστεί η συνέχεια και να ενισχυθεί η ανεξαρτησία, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξετάσουν το ενδεχόμενο περιορισμού της δυνατότητας ανανέωσης της εντολής του επικεφαλής ή των μελών του συμβουλίου και να δημιουργήσουν κατάλληλο σύστημα περιτροπής για το συμβούλιο και την ανώτερη διοίκηση. Αυτό θα μπορούσε να διευθετηθεί, για παράδειγμα, με τον διορισμό των πρώτων μελών του συλλογικού οργάνου για διαφορετικές χρονικές περιόδους, προκειμένου οι θητείες τους, καθώς και εκείνες των διαδόχων τους, να μη λήγουν την ίδια χρονική στιγμή.
(323)Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να λογοδοτούν και να απαιτείται να υποβάλλουν εκθέσεις σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο ασκούν τα καθήκοντά τους. Η υποχρέωση αυτή θα πρέπει κανονικά να λαμβάνει τη μορφή υποχρέωσης ετήσιας υποβολής εκθέσεων και όχι αιτημάτων ad hoc παροχής στοιχείων, τα οποία, αν είναι δυσανάλογα, θα μπορούσαν να περιορίζουν την ανεξαρτησία τους ή να τις παρεμποδίζουν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
(324)Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να διαθέτουν επαρκείς χρηματοδοτικούς και ανθρώπινους πόρους για την εκτέλεση των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί. Για να ενισχυθεί ο BEREC, για να γίνει πιο αντιπροσωπευτικός και για να διαφυλαχθούν η εμπειρογνωμοσύνη του, η εμπειρία του και η γνώση του της ειδικής κατάστασης στο πλήρες φάσμα των εθνικών αγορών, κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να διασφαλίζει ότι η οικεία εθνική ρυθμιστική αρχή διαθέτει επαρκείς οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους οι οποίοι είναι αναγκαίοι για την πλήρη συμμετοχή στις εργασίες του BEREC.
(325)Ο BEREC συστάθηκε αρχικά από την Επιτροπή το 2002 ως ομάδα εργασίας εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής, η ομάδα των ευρωπαϊκών ρυθμιστικών αρχών για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (στο εξής: ERG), με σκοπό να συμβουλεύει και να επικουρεί την Επιτροπή στην εδραίωση της εσωτερικής αγοράς για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, διασφαλίζοντας την ανάπτυξη συνεκτικής ρυθμιστικής πρακτικής και τη συνεπή εφαρμογή του ρυθμιστικού πλαισίου της Ένωσης για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες. Με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1211/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου συστάθηκε ο BEREC ως φορέας της Ένωσης αποτελούμενος από εθνικές ρυθμιστικές αρχές, ο οποίος αντικατέστησε την ERG και υποστηριζόταν από την Υπηρεσία, έναν κοινοτικό φορέα με νομική προσωπικότητα που συστάθηκε για την εκτέλεση των καθηκόντων που αναφέρονται στον εν λόγω κανονισμό, ιδίως την παροχή υπηρεσιών επαγγελματικής και διοικητικής υποστήριξης στον BEREC. Για την αποτελεσματική υποστήριξη του BEREC, στην Υπηρεσία δόθηκε νομική, διοικητική και οικονομική αυτονομία. Με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1971 ιδρύθηκε ο Οργανισμός για την υποστήριξη του BEREC (στο εξής: Υπηρεσία του BEREC) ως οργανισμός της Ένωσης για την υποστήριξη του BEREC. Συνολικά, η αξιολόγηση του BEREC και της Υπηρεσίας του BEREC κατέδειξε ότι και τα δύο όργανα υπήρξαν αποτελεσματικά όσον αφορά την εκπλήρωση των καθηκόντων και των στόχων τους και, ως εκ τούτου, η δομή λειτούργησε ικανοποιητικά και μπορεί να διατηρηθεί.
(326)Για την εκτέλεση των καθηκόντων του, ο BEREC θα πρέπει να συγκεντρώνει εμπειρογνωσία από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές και προσωπικό από την ODN. Στόχος του BEREC θα πρέπει να είναι η διασφάλιση της συμμετοχής όλων των εθνικών ρυθμιστικών αρχών στην εκπλήρωση των ρυθμιστικών καθηκόντων του και στη λειτουργία του.
(327)Ο BEREC λειτουργεί ως φόρουμ συνεργασίας μεταξύ των εθνικών ρυθμιστικών αρχών και ανάμεσα στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές και την Επιτροπή, κατά την άσκηση του πλήρους φάσματος των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους βάσει του ενωσιακού ρυθμιστικού πλαισίου. Ο BEREC χρησιμεύει επίσης ως φορέας προβληματισμού, συζήτησης και παροχής συμβουλών για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
(328)Τα θεσμικά όργανα της Ένωσης και οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν τη βοήθεια και τις συμβουλές του BEREC, μεταξύ άλλων για τις σχετικές ρυθμιστικές επιπτώσεις τυχόν ζητημάτων που αφορούν τη συνολική δυναμική των ψηφιακών αγορών ή αναφορικά με τη σχέση, τις συζητήσεις και τις ανταλλαγές τους με τρίτα μέρη, καθώς και τη διάδοση ρυθμιστικών βέλτιστων πρακτικών σε αυτά. Επιπλέον της συμβολής του στη δημόσια διαβούλευση της Επιτροπής, ο BEREC θα πρέπει, όταν του ζητείται, να παρέχει συμβουλές στην Επιτροπή για την κατάρτιση των νομοθετικών προτάσεων. Θα πρέπει επίσης να μπορεί ο BEREC να παρέχει συμβουλές στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, κατόπιν αιτήματός τους ή με δική του πρωτοβουλία.
(329)Λαμβανομένων υπόψη της αυξανόμενης σύγκλισης μεταξύ των κλάδων που παρέχουν υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών και της οριζόντιας διάστασης των ρυθμιστικών ζητημάτων που σχετίζονται με την ανάπτυξή τους, ο BEREC και η ODN θα πρέπει να συνεργάζονται με τους ακόλουθους φορείς, με την επιφύλαξη του ρόλου τους: τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, άλλους φορείς, υπηρεσίες, οργανισμούς, όργανα και συμβουλευτικές ομάδες της Ένωσης, ιδίως τον RSPB, τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679, την ομάδα των ευρωπαϊκών ρυθμιστικών αρχών για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων που συστάθηκε με την οδηγία 2010/13/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Ασφάλεια Δικτύων και Πληροφοριών που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 526/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, τον Οργανισμό του ευρωπαϊκού GNSS που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 912/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, το δίκτυο συνεργασίας για την προστασία των καταναλωτών που δημιουργήθηκε δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2006/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, το ευρωπαϊκό δίκτυο ανταγωνισμού και τους ευρωπαϊκούς οργανισμούς τυποποίησης, καθώς και με υφιστάμενες επιτροπές (όπως η επιτροπή επικοινωνιών και η επιτροπή ραδιοφάσματος). Κατά περίπτωση, ο BEREC και η ODN θα πρέπει επίσης να συνεργάζονται με τις σχετικές αρμόδιες αρχές των κρατών μελών που είναι υπεύθυνες για θέματα ανταγωνισμού, προστασίας των καταναλωτών, κυβερνοασφάλειας και προστασίας δεδομένων, και με τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών, ιδίως τις ρυθμιστικές αρχές που είναι αρμόδιες στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή ομάδες των εν λόγω αρχών, καθώς και με διεθνείς οργανισμούς, όταν κρίνεται αναγκαίο για την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Θα πρέπει επίσης να μπορεί ο BEREC να ζητεί τη γνώμη ενδιαφερόμενων μερών μέσω δημόσιας διαβούλευσης.
(330)Ο BEREC, ως τεχνικός φορέας με εμπειρογνωμοσύνη στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες και αποτελούμενος από εκπροσώπους των εθνικών ρυθμιστικών αρχών και της Επιτροπής, βρίσκεται στην καλύτερη θέση για να αναλάβει καθήκοντα όπως η συμβολή σε αποτελεσματικές διαδικασίες εσωτερικής αγοράς για σχέδια εθνικών μέτρων όσον αφορά τη ρύθμιση της αγοράς, η παροχή απαραίτητων κατευθυντήριων γραμμών προς τις εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές προκειμένου να διασφαλιστούν κοινά κριτήρια και μια συνεπής ρυθμιστική προσέγγιση. Η ODN θα πρέπει να είναι εξοπλισμένη για να υποστηρίζει τον BEREC σε όλα τα ρυθμιστικά του καθήκοντα. Αυτό ισχύει με την επιφύλαξη των καθηκόντων που ορίζονται για τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, οι οποίες βρίσκονται πλησιέστερα στις αγορές ηλεκτρονικών επικοινωνιών και τις τοπικές συνθήκες τους.
(331)Για να συμβάλει στην επίτευξη των στόχων του παρόντος κανονισμού, εκτός από τα τρέχοντα καθήκοντά του, ο BEREC θα πρέπει να προωθήσει την αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ των παρόχων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται σε στενά συνδεδεμένους τομείς, εκδίδοντας κατευθυντήριες γραμμές για τη διευκόλυνση της συνεργασίας οικοσυστημάτων επί τεχνικών και εμπορικών θεμάτων που σχετίζονται με την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή υπηρεσιών της κοινωνίας των πληροφοριών και καινοτόμων προϊόντων και υπηρεσιών προς όφελος, ιδίως, των τελικών χρηστών, σύμφωνα με τους κανόνες του δικαίου περί ανταγωνισμού. Ο BEREC θα πρέπει επίσης να αναλάβει νέα καθήκοντα σχετικά με την ανθεκτικότητα και την ετοιμότητα, συμπεριλαμβανομένης της έκδοσης σχεδίου ετοιμότητας της Ένωσης για τις ψηφιακές υποδομές, το οποίο θα εκπονηθεί από την ODN. Ο BEREC θα πρέπει επίσης να εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τεχνικά και νομικά μέτρα που μπορούν να προστατεύουν αποτελεσματικά τους τελικούς χρήστες από δόλιες δραστηριότητες στην Ένωση.
(332)Τα μέλη του ρυθμιστικού συμβουλίου του BEREC θα πρέπει να διορίζονται από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές συνήθως μεταξύ των επικεφαλής της εθνικής ρυθμιστικής αρχής ή των μελών του συλλογικού οργάνου της. Ο εκ περιτροπής ρόλος του προέδρου του ρυθμιστικού συμβουλίου του BEREC έχει στόχο να διασφαλίζει τη συνέχεια του έργου του BEREC. Θα πρέπει επίσης να προάγεται η εναλλαγή των αντιπροέδρων.
(333)Ο BEREC θα πρέπει να είναι σε θέση να ενεργεί προς το συμφέρον της Ένωσης, ανεξάρτητα από τυχόν εξωτερικές παρεμβάσεις, μεταξύ των οποίων πολιτικές πιέσεις ή εμπορικές παρεμβολές. Είναι, επομένως, σημαντικό να διασφαλίζεται ότι τα πρόσωπα που στελεχώνουν το ρυθμιστικό συμβούλιο έχουν τα υψηλότερα εχέγγυα προσωπικής και επαγγελματικής ανεξαρτησίας. Ο επικεφαλής μιας εθνικής ρυθμιστικής αρχής, ένα μέλος του συλλογικού οργάνου της, ή οι αντικαταστάτες οποιουδήποτε εξ αυτών, έχουν το ίδιο επίπεδο προσωπικής και επαγγελματικής ανεξαρτησίας. Πιο συγκεκριμένα, θα πρέπει να ενεργεί ανεξάρτητα και αντικειμενικά, δεν θα πρέπει να ζητεί ούτε να δέχεται υποδείξεις κατά την άσκηση των καθηκόντων του και θα πρέπει να προστατεύεται από την αυθαίρετη απόλυση. Το καθήκον του αναπληρωματικού μέλους στο ρυθμιστικό συμβούλιο θα μπορούσε επίσης να εκτελείται από τον επικεφαλής της εθνικής ρυθμιστικής αρχής, ένα μέλος του συλλογικού οργάνου της, τον αντικαταστάτη τους ή άλλο μέλος του προσωπικού της εθνικής ρυθμιστικής αρχής το οποίο, ενεργεί εξ ονόματος και σύμφωνα με το πλαίσιο της εντολής του μέλους του ρυθμιστικού συμβουλίου που αντικαθιστά.
(334)Ο BEREC θα πρέπει να παρέχει εμπειρογνωσία και να εμπνέει εμπιστοσύνη χάρη στην ανεξαρτησία του, την ποιότητα των συμβουλών και των πληροφοριών που παρέχει, τη διαφάνεια των διαδικασιών και μεθόδων λειτουργίας του και την επιμέλεια με την οποία ασκεί τα καθήκοντά του με την υποστήριξη της ODN. Η ανεξαρτησία του BEREC δεν θα πρέπει να εμποδίζει το ρυθμιστικό του συμβούλιο να βασίζεται σε σχέδια των ομάδων εργασίας κατά την εξέταση διαφόρων ζητημάτων υπό την καθοδήγησή του.
(335)Η RSPG συστάθηκε αρχικά με την απόφαση 2002/622/ΕΚ με σκοπό να συμβάλει στην ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς και να στηρίξει την ανάπτυξη πολιτικής ραδιοφάσματος σε επίπεδο Ένωσης. Η απόφαση 2002/622/ΕΚ αντικαταστάθηκε αργότερα με την απόφαση της Επιτροπής, της 11ης Ιουνίου 2019. Η RSPG επικουρεί και συμβουλεύει την Επιτροπή σε θέματα πολιτικής ραδιοφάσματος. Μεταξύ των θεμάτων αυτών περιλαμβάνονται η διάθεση ραδιοφάσματος, η εναρμόνιση και η κατανομή του ραδιοφάσματος, η παροχή πληροφοριών σχετικά με την κατανομή, τη διάθεση και τη χρήση του ραδιοφάσματος, οι μέθοδοι χορήγησης δικαιωμάτων χρήσης του ραδιοφάσματος, ο αναδασμός, η μετεγκατάσταση, η διατήρηση και η αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος, καθώς και η προστασία της ανθρώπινης υγείας. Η RSPG παρέχει συμβουλές στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, κατόπιν αιτήματός τους σε θέματα ραδιοφάσματος. Η RSPG έχει καταστεί το φόρουμ για τον συντονισμό της υλοποίησης από τα κράτη μέλη των υποχρεώσεών τους που αφορούν το ραδιοφάσμα δυνάμει της οδηγίας (ΕΕ) 2018/1972 και διαδραματίζει κεντρικό ρόλο σε ουσιώδη πεδία για την εσωτερική αγορά, όπως είναι ο διασυνοριακός συντονισμός του ραδιοφάσματος και η τυποποίηση.
(336)Γενικά, τα παραδοτέα της RSPG παρείχαν πολύτιμες πληροφορίες για περαιτέρω εκτιμήσεις της Επιτροπής, συνέβαλαν στην ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς και στη στήριξη της ανάπτυξης πολιτικής ραδιοφάσματος σε επίπεδο Ένωσης, και επικροτήθηκαν από τους συμφεροντούχους. Ωστόσο, η RSPG στις γνώμες της δεν αξιοποίησε πλήρως την εντολή της να συμβουλεύει τα θεσμικά όργανα της Ένωσης σχετικά με ευρύτερες πτυχές της πολιτικής ραδιοφάσματος εν γένει (π.χ. οικονομικά, πολιτικά, πολιτιστικά, στρατηγικά και κοινωνικά ζητήματα, καθώς και ζητήματα ασφάλειας και υγείας), εν μέρει λόγω έλλειψης κατάλληλης δομής στήριξης. Η στενή συνεργασία μεταξύ του BEREC και της RSPG σε περιπτώσεις στις οποίες τα ζητήματα ραδιοφάσματος έχουν κανονιστικές επιπτώσεις που προβλέπονται στην οδηγία (ΕΕ) 2018/1972, περιορίστηκε στην πράξη σε λίγες κοινές γνώμες ή εκθέσεις. Τόσο ο BEREC όσο και η RSPG βασίστηκαν στους πόρους των μελών τους για τις ουσιαστικές εργασίες, το οποίο σημαίνει ότι τυχόν περιορισμοί που αντιμετωπίζουν οι εθνικές αρχές, είτε πρόκειται για δημοσιονομικούς περιορισμούς είτε για περιορισμούς όσον αφορά τη στελέχωση ή τον φόρτο εργασίας, αντικατοπτρίζονται στην ικανότητά τους να συμβάλλουν αποτελεσματικά στο έργο του BEREC και της RSPG.
(337)Λόγω των νέων καθηκόντων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, όπως στον τομέα της χρήσης του ραδιοφάσματος από δορυφόρους και στη διαδικασία ενιαίας αγοράς ραδιοφάσματος, απαιτείται η ενίσχυση της RSPG. Θα πρέπει να εξελιχθεί από συμβουλευτική ομάδα της Επιτροπής σε φορέα παρόμοιο με τον BEREC, με επαρκή διοικητική και επαγγελματική υποστήριξη από την ODN. Ως εκ τούτου, ο παρών κανονισμός θεσπίζει τον RSPB, ο οποίος αντικαθιστά την RSPG. Ο RSPB θα πρέπει να συνεχίσει να έχει συμβουλευτικό ρόλο στην ανάπτυξη πολιτικής ραδιοφάσματος στην Ένωση. Η Επιτροπή ή το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο μπορούν ανά πάσα στιγμή να ζητούν από τον RSPB την έκδοση γνώμης ή έκθεσης για οποιοδήποτε ζήτημα πολιτικής ραδιοφάσματος. Στις γνώμες του, ο RSPB θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, τεχνικές, οικονομικές, πολιτικές, πολιτιστικές, στρατηγικές, υγειονομικές και κοινωνικές πτυχές, καθώς και τις διάφορες δυνητικά αντικρουόμενες ανάγκες των χρηστών του ραδιοφάσματος, προκειμένου να διασφαλίζεται η επίτευξη δίκαιης, αμερόληπτης και αναλογικής ισορροπίας. Επιπλέον, ο RSPB θα πρέπει να αναλάβει νέα καθήκοντα βάσει του παρόντος κανονισμού.
(338)Δεδομένου ότι τα καθήκοντα που σχετίζονται με την πολιτική ραδιοφάσματος απαιτούν εμπειρογνωσία από διάφορες εθνικές αρμόδιες αρχές με αρμοδιότητα σε θέματα ραδιοφάσματος, μεταξύ άλλων από φορείς που λαμβάνουν πολιτικές αποφάσεις, τα καθήκοντα του RSPB δεν μπορούν να ανατεθούν στον BEREC, ο οποίος αποτελείται από εθνικές ρυθμιστικές αρχές που δεν έχουν κατ’ ανάγκη αρμοδιότητες σε θέματα πολιτικής ραδιοφάσματος.
(339)Ο RSPB θα πρέπει να αποτελείται από το συμβούλιο του RSPB και τις ομάδες εργασίας. Οι ομάδες εργασίας θα πρέπει να εκτελούν τις προπαρασκευαστικές εργασίες για τις συζητήσεις του συμβουλίου του RSPB με παρόμοιο τρόπο όπως το έπρατταν οι υποομάδες για την RSPG.
(340)Το συμβούλιο του RSPB θα πρέπει να περιλαμβάνει εμπειρογνώμονες υψηλού επιπέδου από τα κράτη μέλη με αρμοδιότητες σχετικές με τη στρατηγική πολιτική ραδιοφάσματος. Οι εμπειρογνώμονες αυτοί μπορούν να προέρχονται από εθνικές ρυθμιστικές ή άλλες αρμόδιες αρχές. Στις συνεδριάσεις του RSPB, οι εθνικές αντιπροσωπείες θα πρέπει να παρουσιάζουν ενοποιημένη και συντονισμένη εθνική άποψη, ανεξάρτητα από το αν η αρμοδιότητα για το ραδιοφάσμα επιμερίζεται μεταξύ διαφορετικών εθνικών φορέων, όχι μόνο σε σχέση με την εσωτερική αγορά αλλά και με τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια, την πολιτική προστασία και τις αμυντικές πολιτικές, καθώς οι πολιτικές αυτές μπορούν να επηρεάσουν την οργάνωση του ραδιοφάσματος στο σύνολό του.
(341)Η ισχύουσα ρύθμιση της RSPG ότι ο πρόεδρος έχει διετή θητεία και ότι στο τέλος της αντικαθίσταται από αναπληρωτή πρόεδρο αποδείχθηκε επωφελής για τη διασφάλιση της συνέχειας του έργου της RSPG. Ως εκ τούτου, παρόμοια ρύθμιση θα πρέπει να ισχύσει για τον πρόεδρο και τον αντιπρόεδρο του συμβουλίου του RSPB.
(342)Η CEPT θα πρέπει να προσκαλείται ως παρατηρητής στις εργασίες του RSPB, δεδομένου ότι οι δραστηριότητες του RSPB έχουν σημαντικό αντίκτυπο στο ραδιοφάσμα σε πανευρωπαϊκό επίπεδο και ότι η CEPT και οι συνδεδεμένοι με αυτή φορείς διαθέτουν εκτεταμένη τεχνική εμπειρογνωσία στη διαχείριση του ραδιοφάσματος. Η αξιοποίηση της εμπειρογνωσίας της CEPT είναι επίσης σκόπιμη δεδομένων των αρμοδιοτήτων που της έχουν παραχωρηθεί δυνάμει της απόφασης αριθ. 676/2002/ΕΚ για την εκπόνηση τεχνικών εκτελεστικών μέτρων στους τομείς της κατανομής του ραδιοφάσματος και της διαθεσιμότητας των πληροφοριών. Δεδομένης της σημασίας που έχει η τυποποίηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την ανάπτυξη εξοπλισμού που κάνει χρήση του ραδιοφάσματος, εξίσου σημαντική είναι η σύνδεση του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Τηλεπικοινωνιακών Προτύπων (ETSI) υπό το καθεστώς παρατηρητή.
(343)Επιπλέον, όταν είναι αναγκαίο και κατά περίπτωση, το ρυθμιστικό συμβούλιο του BEREC, το συμβούλιο του RSPB και το διοικητικό συμβούλιο της ODN θα πρέπει να είναι σε θέση να προσκαλούν οποιοδήποτε πρόσωπο του οποίου η γνώμη ενδέχεται να είναι συναφής, για παράδειγμα με βάση τον ρόλο και την εμπειρογνωσία του, να συμμετάσχει στις συνεδριάσεις τους ως παρατηρητής. Το εν λόγω καθεστώς παρατηρητή δεν θα πρέπει να είναι μόνιμο και, κατά συνέπεια, θα πρέπει να εκδίδεται πρόσκληση συμμετοχής στις συνεδριάσεις του ρυθμιστικού συμβουλίου, του συμβουλίου του RSPB ή του διοικητικού συμβουλίου για συγκεκριμένη συνεδρίαση. Δεδομένου του ευαίσθητου και εμπιστευτικού χαρακτήρα ορισμένων συζητήσεων που ενδέχεται να κληθούν να πραγματοποιήσουν τα μέλη του BEREC και του RSPB, ώστε να φέρουν εις πέρας εργασίες σχετικές, για παράδειγμα, με την ανθεκτικότητα ή με την ισχυρή ενωσιακή διάσταση, είναι αναγκαίο να εξουσιοδοτηθεί η Επιτροπή να ζητεί τον περιορισμό της συμμετοχής στις συνεδριάσεις του BEREC και του RSPB. Η ίδια δυνατότητα υποβολής αιτήματος περιορισμού της συμμετοχής θα πρέπει να παρέχεται στους προέδρους του BEREC και του RSPB, οι οποίοι μπορούν να υποβάλουν τέτοιο αίτημα σε συμφωνία με τον διευθυντή της ODN.
(344)Το ρυθμιστικό συμβούλιο του BEREC, το συμβούλιο του RSPB και το διοικητικό συμβούλιο της ODN θα πρέπει να πραγματοποιούν τουλάχιστον δύο τακτικές συνεδριάσεις ανά έτος. Με βάση την πείρα του παρελθόντος και του ενισχυμένου ρόλου του BEREC και του RSPB, το ρυθμιστικό συμβούλιο του BEREC, το συμβούλιο του RSPB και το διοικητικό συμβούλιο της ODN μπορεί να χρειαστεί να πραγματοποιούν πρόσθετες συνεδριάσεις. Για την περαιτέρω ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ του BEREC και του RSPB, μπορούν να συγκαλούνται κοινές συνεδριάσεις του ρυθμιστικού συμβουλίου και του συμβουλίου του RSPB για τη συζήτηση θεμάτων που αφορούν τόσο τον BEREC όσο και τον RSPB.
(345)Προκειμένου να αυξηθεί περαιτέρω η διάσταση της ενιαίας αγοράς των κατευθυντήριων γραμμών, γνωμών, εκθέσεων και άλλων εγγράφων του BEREC και του RSPB, η απλή πλειοψηφία θα πρέπει να καταστεί ο κανόνας για την ψηφοφορία.
(346)Από την πείρα προκύπτει ότι τα περισσότερα καθήκοντα του BEREC και του RSPB εκτελούνται καλύτερα μέσω ομάδων εργασίας. Οι ομάδες εργασίας του BEREC θα πρέπει πάντα να διασφαλίζουν την ίση συνεκτίμηση των απόψεων και των συνεισφορών όλων των εθνικών ρυθμιστικών αρχών, ενώ οι ομάδες εργασίας του RSPB θα πρέπει να διασφαλίζουν την ίση συνεκτίμηση των απόψεων και των συνεισφορών όλων των μελών του RSPB. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές και, κατά περίπτωση, οι αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για το ραδιοφάσμα θα πρέπει να ανταποκρίνονται άμεσα σε αιτήματα διορισμού προκειμένου να εξασφαλίζεται η ταχεία σύσταση ομάδων εργασίας, ιδίως εκείνων που σχετίζονται με διαδικασίες με χρονικά όρια. Οι ομάδες εργασίας θα πρέπει να είναι ανοικτές στη συμμετοχή εμπειρογνωμόνων από την Επιτροπή. Για να ενισχυθεί περαιτέρω ο αντίκτυπος των εκροών του BEREC και του RSPB στην εσωτερική αγορά, το ειδικευμένο προσωπικό της ODN θα πρέπει επίσης να υποστηρίζει συστηματικά και να συμβάλλει στις δραστηριότητες των ομάδων εργασίας. Ως εκ τούτου, το ρυθμιστικό συμβούλιο του BEREC και το συμβούλιο του RSPB θα πρέπει να συγκροτήσουν ομάδες εργασίας, μέσω της ODN, και να διορίσουν τους προέδρους τους, στις οποίες ομάδες θα εκπροσωπούνται, όπου είναι δυνατόν, διαφορετικές εθνικές ρυθμιστικές και, κατά περίπτωση, αρμόδιες αρχές υπεύθυνες για το ραδιοφάσμα, καθώς και η ODN, δεδομένης της εμπειρογνωσίας και της διαθεσιμότητας του προσωπικού της ODN.
(347)Στο πλαίσιο της διαδικασίας εσωτερικής αγοράς, όταν η ομάδα εργασίας του BEREC αξιολογεί σχέδιο εθνικού μέτρου που προτείνεται από εθνική ρυθμιστική αρχή και καταρτίζει σχέδιο γνώμης, κατά περίπτωση, δεν θα πρέπει να επηρεάζεται από τις απόψεις της Επιτροπής ή της εθνικής ρυθμιστικής αρχής που πρότεινε το μέτρο. Ομοίως, οι ομάδες εργασίας του RSPB και του BEREC που ασχολούνται με τα κοινοποιηθέντα σχέδια εθνικών μέτρων στο πλαίσιο της διαδικασίας ενιαίας αγοράς ραδιοφάσματος δεν θα πρέπει να επηρεάζονται ούτε από τις απόψεις της αρμόδιας αρχής που προτείνει το μέτρο ούτε από τις απόψεις της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, κατ’ εξαίρεση, οι εμπειρογνώμονες της Επιτροπής και της οικείας εθνικής ρυθμιστικής αρχής ή αρμόδιας αρχής υπεύθυνης για το ραδιοφάσμα δεν θα πρέπει να παρίστανται στις συνεδριάσεις της σχετικής ομάδας εργασίας του BEREC ή του RSPB.
(348)Η RSPG έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην προετοιμασία της Ένωσης για τις WRC προσδιορίζοντας, από κοινού με την Επιτροπή, σημεία των ημερήσιων διατάξεων των WRC που ενδέχεται να επηρεάζουν το δίκαιο, τις πολιτικές ή τα προγράμματα της Ένωσης και συντάσσοντας συστάσεις για τη θέση που πρέπει να λάβει η Ένωση στις WRC. Δεδομένου ότι οι συστάσεις αυτές δεν θα πρέπει να επηρεάζονται από καμία διοίκηση τρίτης χώρας, τα μέλη της σχετικής υποομάδας της RSPG είναι μόνο εμπειρογνώμονες από τα κράτη μέλη και την Επιτροπή. Η ρύθμιση αυτή θα πρέπει να συνεχιστεί και μετά την ανάληψη των καθηκόντων της RSPG από τον RSPB.
(349)Κατά περίπτωση και ανάλογα με την κατανομή καθηκόντων στις αρχές σε κάθε κράτος μέλος, θα πρέπει να καλούνται να συμμετέχουν και άλλες αρμόδιες αρχές, οι δε απόψεις τους θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στη σχετική ομάδα εργασίας του BEREC, όταν απαιτείται η εμπειρογνωσία τους. Εάν εμπειρογνώμονες από άλλες αρμόδιες αρχές δεν είναι σε θέση να παραστούν στις εν λόγω συνεδριάσεις, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να αποδεικνύουν ότι οι απόψεις τους έχουν ληφθεί υπόψη. Σε κάθε περίπτωση, η ανεξαρτησία του BEREC θα πρέπει να διατηρείται. Κατά κανόνα, οι ομάδες εργασίας του BEREC και του RSPB θα πρέπει να έχουν συγκεκριμένες εντολές και θα πρέπει να διαλύονται μόλις ολοκληρώσουν την εντολή τους. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το έργο του BEREC και του RSPB θα είναι περισσότερο ευέλικτο και οι εμπειρογνώμονες θα συμμετέχουν όπου απαιτείται και για το χρονικό διάστημα που είναι αναγκαίο. Από την άλλη πλευρά, θα πρέπει να είναι δυνατή η δημιουργία μόνιμων ομάδων εργασίας του BEREC ή του RSPB όταν οι δραστηριότητές τους είναι επαναλαμβανόμενες.
(350)Η τρέχουσα πρακτική της RSPG να εργάζεται βάσει διετούς προγράμματος εργασίας αποδείχθηκε θετική, καθώς εξασφάλιζε διετή συνέχεια των δραστηριοτήτων χωρίς να δημιουργεί περιττό διοικητικό φόρτο. Κατέστησε δυνατή τη συμμετοχή των εθνικών εμπειρογνωμόνων με πιο ορθολογικό τρόπο, καθώς η δραστηριότητα της RSPG οργανωνόταν ανάλογα με τον επείγοντα και ευαίσθητο χαρακτήρα της δραστηριότητας, επιτρέποντας έτσι την ολοκλήρωση όλων των δραστηριοτήτων τουλάχιστον εντός της διετούς περιόδου. Η ορθή αυτή πρακτική θα πρέπει να συνεχιστεί στον RSPB και θα πρέπει να υιοθετηθεί επίσης από τον BEREC. Η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση να ζητεί τη γνώμη του BEREC ή του RSPB ανά πάσα στιγμή εντός του διετούς κύκλου, ακόμη και αν η δραστηριότητα που βασίζεται στο αίτημα θα συνεχιστεί στον επόμενο διετή κύκλο.
(351)Προκειμένου να μειωθεί ο διοικητικός φόρτος, ο BEREC και ο RSPB θα πρέπει να εκδίδουν ο καθένας έκθεση σχετικά με τις δραστηριότητές τους ανά διετία, σύμφωνα με τα αντίστοιχα προγράμματα εργασίας τους.
(352)Για να διασφαλιστεί η συνεκτική και συνεπής εφαρμογή του ρυθμιστικού πλαισίου της Ένωσης για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες και την πολιτική ραδιοφάσματος, είναι αναγκαίο να ενισχυθεί η συνεργασία μεταξύ του BEREC και του RSPB. Δεδομένης της αυξανόμενης αλληλεξάρτησης μεταξύ της ρύθμισης των ηλεκτρονικών επικοινωνιών και της διαχείρισης του ραδιοφάσματος, η διαρθρωμένη, τακτική και συστηματική συνεργασία, μεταξύ άλλων μέσω κοινών συνεδριάσεων και κοινών ομάδων εργασίας, είναι απαραίτητη για την αποφυγή του κανονιστικού κατακερματισμού, την ενίσχυση της συνοχής των πολιτικών και τη στήριξη της αποτελεσματικής λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς.
(353)Για την ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ του BEREC και του RSPB, ο πρόεδρος του ρυθμιστικού συμβουλίου του BEREC και ο πρόεδρος του συμβουλίου του RSPB θα πρέπει να συνεδριάζουν τουλάχιστον δύο φορές ετησίως. Για την αντιμετώπιση ζητημάτων για τα οποία διαπιστώνεται ότι απαιτείται στενή συνεργασία μεταξύ του BEREC και του RSPB, οι πρόεδροι θα πρέπει να υποβάλλουν προτάσεις στα αντίστοιχα συμβούλιά τους για κοινές δραστηριότητες, μεταξύ άλλων για τη σύσταση κοινών ειδικών ομάδων. Τα ζητήματα που χαρακτηρίζονται ως ζητήματα που χρήζουν στενής συνεργασίας θα πρέπει επίσης να περιγράφονται στα προγράμματα εργασίας του BEREC και του RSPB. Οι τομείς στους οποίους συνιστάται μεγαλύτερη συνεργασία θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν ρυθμιστικά ζητήματα αμοιβαίου ενδιαφέροντος, ιδίως τη ρύθμιση της αγοράς και τον ανταγωνισμό που σχετίζεται με το ραδιοφάσμα, καθώς και τις δορυφορικές επικοινωνίες, τους καθετοποιημένους κλάδους, τα δίκτυα 5G και 6G και τις μελλοντικές κινητές επικοινωνίες.
(354)Ο ρόλος της Υπηρεσίας του BEREC, η οποία επί του παρόντος παρέχει κυρίως διοικητική υποστήριξη στον BEREC, θα πρέπει να ενισχυθεί ώστε να παρέχει στον BEREC και στον RSPB υποστήριξη σε διοικητικά θέματα και εμπειρογνωσία σχετικά με την ουσία των καθηκόντων που τους ανατίθενται. Για τον σκοπό αυτόν, η δομή της Υπηρεσίας του BEREC θα πρέπει να προσαρμοστεί και οι δημοσιονομικοί πόροι της να αυξηθούν. Η νέα επίσημη ονομασία της Υπηρεσίας του BEREC θα πρέπει να είναι «Υπηρεσία Ψηφιακών Δικτύων». Η ονομασία «ODN» θα πρέπει να χρησιμοποιείται ως σύντομος τίτλος της Υπηρεσίας.
(355)Δεδομένης της αυξανόμενης πολυπλοκότητας και της στρατηγικής σημασίας των δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και των υποδομών ψηφιακών δικτύων, καθώς και της αυξανόμενης αλληλεξάρτησής τους με την πολιτική ραδιοφάσματος, είναι αναγκαίο να δημιουργηθεί μια ενισχυμένη δομή στήριξης σε επίπεδο Ένωσης. Η ODN θα πρέπει να διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην παροχή εμπειρογνωσίας, αναλυτικής ικανότητας και συντονισμού για την υποστήριξη του BEREC και του RSPB, με πλήρη σεβασμό των αντίστοιχων εντολών και της ανεξαρτησίας τους. Η ενισχυμένη και διαρθρωμένη στήριξη σε επίπεδο Ένωσης είναι απαραίτητη για τη διασφάλιση της συνεπούς εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, την ενίσχυση της κανονιστικής συνοχής και της συνοχής των πολιτικών, την αποφυγή του κατακερματισμού της εσωτερικής αγοράς και τη στήριξη της αποτελεσματικής υλοποίησης των ψηφιακών στόχων της Ένωσης.
(356)Η ODN θα πρέπει να παρέχει κάθε επαγγελματική και διοικητική υποστήριξη που είναι αναγκαία για το έργο του BEREC και του RSPB, συμπεριλαμβανομένης της οικονομικής, οργανωτικής και υλικοτεχνικής υποστήριξης, και θα πρέπει να συμβάλλει στο έργο του BEREC και του RSPB.
(357)Για να διασφαλιστεί ότι ο BEREC λαμβάνει επαρκή στήριξη όσον αφορά τα καθήκοντά του και για να ενισχυθεί ο αντίκτυπος των εκροών του στην εσωτερική αγορά, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να αναθέσει στην ODN σαφή και καθορισμένο ρόλο και καθήκοντα, όπως η ενεργός συμμετοχή και συμβολή σε όλες τις δραστηριότητες των ομάδων εργασίας του BEREC, η κατάρτιση του σχεδίου για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας και της ετοιμότητας των δικτύων, των υπηρεσιών και άλλων ψηφιακών υποδομών ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε επίπεδο Ένωσης σε περίπτωση φυσικών ή ανθρωπογενών διαταραχών, κρίσεων ή περιπτώσεων ανωτέρας βίας που ενδέχεται να έχουν σημαντικές δυσμενείς επιπτώσεις στον πληθυσμό ή στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, και η στήριξη του συντονισμού μεταξύ των εθνικών ρυθμιστικών αρχών και άλλων αρμόδιων αρχών για τη διευκόλυνση της έκδοσης ενιαίων αδειών λειτουργίας εντός της Ένωσης. Δεδομένου ότι, για την εκτέλεση των καθηκόντων που της έχουν ανατεθεί ως προς την υποστήριξη του BEREC, του RSPB ή της Επιτροπής, η ODN πρέπει να συλλέγει δεδομένα και να τα αναλύει, είναι σκόπιμο να ανατεθεί στην ODN το καθήκον να εκδίδει ενημερωτικές ετήσιες εκθέσεις σχετικά με την πρόοδο προς την ενιαία αγορά ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Οι εκθέσεις αυτές θα πρέπει να περιγράφουν την κατάσταση της αγοράς, τη δομή της αγοράς και τον αντίκτυπο των μέτρων που εφαρμόζονται βάσει του παρόντος κανονισμού στην εσωτερική αγορά, συμπεριλαμβανομένων των εκ των υστέρων επιπτώσεων των συγκεντρώσεων στην αγορά. Η Επιτροπή μπορεί να τις λαμβάνει υπόψη κατά την κατάρτιση των εκθέσεων για την ψηφιακή δεκαετία.
(358)Στην ODN θα πρέπει επίσης να ανατεθούν καθήκοντα υποστήριξης του RSPB, παραδείγματος χάριν η παροχή αναλυτικής, διοικητικής και υλικοτεχνικής υποστήριξης στο συμβούλιο του RSPB και στις ομάδες εργασίας του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους ανατίθενται με τον παρόντα κανονισμό. Η ODN θα πρέπει επίσης να επικουρεί την Επιτροπή και τον RSPB στη διαδικασία χορήγησης της ενωσιακής άδειας για την παροχή δορυφορικών δικτύων και υπηρεσιών και τη χρήση ραδιοφάσματος για δορυφόρους και, κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής, θα πρέπει να την επικουρεί στη διεξαγωγή διαδικασίας επιλογής σε επίπεδο Ένωσης. Η ODN θα πρέπει επίσης να λειτουργεί ως υπηρεσία μίας στάσης που δημιουργείται από την Επιτροπή για να διευκολύνει τη χορήγηση ραδιοφάσματος υπό κοινούς όρους αδειοδότησης.
(359)Δεδομένου ότι αντικαθιστά την Υπηρεσία του BEREC, η ODN θα πρέπει να είναι φορέας της Ένωσης με νομική προσωπικότητα και να διαθέτει νομική, διοικητική και οικονομική αυτονομία. Ως αποκεντρωμένος οργανισμός της Ένωσης, η ODN θα πρέπει να λειτουργεί στο πλαίσιο της εντολής της και σύμφωνα με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο. Δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι αντιπροσωπεύει θέσεις της Ένωσης σε εξωτερικό ακροατήριο ή ότι δεσμεύει την Ένωση με νομικές υποχρεώσεις. Η έδρα της θα πρέπει να παραμείνει στη Ρίγα, όπως αποφασίστηκε από τους αντιπροσώπους των κυβερνήσεων των κρατών μελών. Η πρώτη συμφωνία για την έδρα μεταξύ της κυβέρνησης της Δημοκρατίας της Λετονίας και της Υπηρεσίας άρχισε να ισχύει στις 5 Αυγούστου 2011. Στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από νέα συμφωνία για την έδρα, η οποία υπεγράφη την 21η Δεκεμβρίου 2020, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 47 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1971.
(360)Η ODN θα πρέπει να αποτελείται από το διοικητικό συμβούλιο και τον διευθυντή.
(361)Το διοικητικό συμβούλιο της ODN θα πρέπει να αποφασίζει για διοικητικά θέματα, όπως ο προϋπολογισμός, το προσωπικό και οι έλεγχοι, και το ρυθμιστικό συμβούλιο του BEREC θα πρέπει να επικεντρώνεται σε ρυθμιστικά θέματα που σχετίζονται με τα καθήκοντα του BEREC. Το διοικητικό συμβούλιο θα πρέπει να απαρτίζεται από εκπροσώπους των εθνικών ρυθμιστικών αρχών, της Επιτροπής και του RSPB. Καταρχήν, οι εκπρόσωποι των εθνικών ρυθμιστικών αρχών στο διοικητικό συμβούλιο θα πρέπει να είναι τα ίδια πρόσωπα με εκείνα που έχουν οριστεί στο ρυθμιστικό συμβούλιο του BEREC, αλλά οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ορίζουν άλλους εκπροσώπους που πληρούν τις ίδιες απαιτήσεις. Δεδομένου ότι η ODN είναι επιφορτισμένη με τη στήριξη και του RSPB, ο πρόεδρος του RSPB θα πρέπει να είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι ανάγκες του RSPB αντιμετωπίζονται επαρκώς.
(362)Ο παρών κανονισμός προβλέπει ότι το διοικητικό συμβούλιο αναθέτει συναφείς εξουσίες αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής στον διευθυντή, ο οποίος εξουσιοδοτείται να μεταβιβάζει περαιτέρω τις εν λόγω εξουσίες. Στόχος της διάταξης αυτής είναι να συμβάλει στην αποτελεσματική διαχείριση του προσωπικού.
(363)Ο διευθυντής θα πρέπει να συνεχίσει να είναι ο εκπρόσωπος της ODN όσον αφορά νομικά και διοικητικά ζητήματα. Το διοικητικό συμβούλιο θα πρέπει να διορίζει τον διευθυντή, με τη σύμφωνη γνώμη του εκπροσώπου του RSPB και έπειτα από ανοιχτή και διαφανή διαδικασία επιλογής, προκειμένου να διασφαλίζονται η αυστηρή αξιολόγηση των υποψηφίων και ένα υψηλό επίπεδο ανεξαρτησίας.
(364)Η ODN θα πρέπει να είναι στελεχωμένη επαρκώς για τον σκοπό της εκτέλεσης των καθηκόντων της. Όλα τα καθήκοντα που ανατίθενται στην ODN, συμπεριλαμβανομένων των επαγγελματικών και διοικητικών υπηρεσιών που υποστηρίζουν τον BEREC και τον RSPB στην εκτέλεση των καθηκόντων τους, σε συνδυασμό με τη συμμόρφωση με τον δημοσιονομικό, τον υπηρεσιακό και άλλους εφαρμοστέους κανονισμούς, και η αυξημένη βαρύτητα των λειτουργικών καθηκόντων που απαιτούνται από την ODN έναντι των διοικητικών θα πρέπει να αξιολογούνται δεόντως και να αποτυπώνονται στον προγραμματισμό των πόρων.
(365)Λόγω της νομικής φύσης της ως οργανισμού της Ένωσης, ο κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2019/715 της Επιτροπής θα πρέπει να εφαρμόζεται στην ODN.
(366)Προκειμένου να διασφαλίζεται η αυτονομία και η ανεξαρτησία της ODN και να παρέχεται στήριξη στο έργο του BEREC και του RSPB, η ODN θα πρέπει να διαθέτει δικό της προϋπολογισμό. Ο προϋπολογισμός θα πρέπει να είναι επαρκής και θα πρέπει να αντικατοπτρίζει τα πρόσθετα καθήκοντα που ανατίθενται και τον ενισχυμένο ρόλο του BEREC, του RSPB και της ODN. Η ODN θα πρέπει να χρηματοδοτείται κυρίως από τον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης. Ωστόσο, για να διασφαλιστεί ότι διαθέτει επαρκή προϋπολογισμό για την εκτέλεση των καθηκόντων της, η ODN θα πρέπει να είναι σε θέση να εισπράττει τέλη από επιχειρήσεις για την απόκτηση και τη διατήρηση ενωσιακών δορυφορικών αδειών και πανευρωπαϊκών πόρων αριθμοδότησης. Το ύψος των εν λόγω τελών και οι λεπτομέρειες για τις πληρωμές θα πρέπει να καθοριστούν από την Επιτροπή σε εκτελεστικές πράξεις. Η χρηματοδότηση της ODN θα πρέπει να υπόκειται στη συμφωνία της αρμόδιας για τον προϋπολογισμό αρχής όπως ορίζεται στο σημείο 27 της διοργανικής συμφωνίας της 16ης Δεκεμβρίου 2020 μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Προκειμένου να επεκταθεί περαιτέρω η συνεπής εφαρμογή του ρυθμιστικού πλαισίου για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, το ρυθμιστικό συμβούλιο του BEREC, το συμβούλιο του RSPB, οι ομάδες εργασίας, κατά περίπτωση, και το διοικητικό συμβούλιο θα πρέπει να είναι ανοιχτά στη συμμετοχή των αρχών τρίτων χωρών που είναι αρμόδιες στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή της πολιτικής ραδιοφάσματος, όταν οι εν λόγω τρίτες χώρες έχουν συνάψει συμφωνίες με την Ένωση για τον σκοπό αυτόν, όπως τα κράτη ΕΟΧ-ΕΖΕΣ και οι υποψήφιες προς ένταξη στην ΕΕ χώρες.
(367)Ο BEREC και ο RSPB θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να συνάπτουν ρυθμίσεις συνεργασίας, οι οποίες δεν θα πρέπει να δημιουργούν νομικές υποχρεώσεις, με τους αρμόδιους φορείς, υπηρεσίες, οργανισμούς και συμβουλευτικές ομάδες της Ένωσης, με αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών και με διεθνείς οργανισμούς. Στόχος των εν λόγω ρυθμίσεων συνεργασίας μπορεί να είναι, για παράδειγμα, η ανάπτυξη σχέσεων συνεργασίας και η ανταλλαγή απόψεων επί ρυθμιστικών ζητημάτων. Η Επιτροπή θα πρέπει να διασφαλίζει ότι οι αναγκαίες ρυθμίσεις συνεργασίας είναι συμβατές με την πολιτική και τις προτεραιότητες της Ένωσης, και ότι ο BEREC και ο RSPB λειτουργούν στο πλαίσιο της εντολής τους και σύμφωνα με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο και δεν θεωρείται ότι αντιπροσωπεύουν τη θέση της Ένωσης σε εξωτερικό ακροατήριο ή ότι δεσμεύουν την Ένωση με νομικές υποχρεώσεις. Η συμμετοχή στις εργασίες του BEREC, του RSPB και της ODN, χωρίς δικαίωμα ψήφου, των αρχών τρίτων χωρών με κύρια ευθύνη στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή του ραδιοφάσματος θα πρέπει να είναι δυνατή μόνο όταν υφίστανται οι σχετικές ρυθμίσεις συνεργασίας.
(368)Προκειμένου να επεκταθεί περαιτέρω η συνεπής εφαρμογή του ρυθμιστικού πλαισίου για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, το ρυθμιστικό συμβούλιο του BEREC, το συμβούλιο του RSPB, οι ομάδες εργασίας και το διοικητικό συμβούλιο θα πρέπει να είναι ανοιχτά στη συμμετοχή των αρχών τρίτων χωρών που είναι αρμόδιες στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή της πολιτικής ραδιοφάσματος, όταν οι εν λόγω τρίτες χώρες έχουν συνάψει συμφωνίες με την Ένωση για τον σκοπό αυτόν, όπως τα κράτη ΕΟΧ-ΕΖΕΣ και οι υποψήφιες προς ένταξη στην ΕΕ χώρες.
(369)Για να διασφαλίζεται υψηλό επίπεδο εμπιστευτικότητας και να αποφεύγονται οι συγκρούσεις συμφερόντων, οι κανόνες για τα εν λόγω ζητήματα που εφαρμόζονται στα μέλη των οργανωτικών οργάνων του BEREC, του RSPB και της ODN θα πρέπει να εφαρμόζονται στους αναπληρωτές τους.
(370)Οι ΕΡΑ θα πρέπει να συνεργάζονται με τον BEREC και την ODN και θα πρέπει να τους παρέχουν έγκαιρες και ακριβείς πληροφορίες για να διασφαλίζεται ότι ο BEREC και η ODN είναι σε θέση να εκπληρώνουν τα καθήκοντά τους. Ο BEREC και η ODN θα πρέπει επίσης, δυνάμει της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας, να μοιράζονται με την Επιτροπή, τις ΕΡΑ και άλλες αρμόδιες αρχές όλες τις απαραίτητες πληροφορίες. Κατά περίπτωση, θα πρέπει να διασφαλίζεται η εμπιστευτικότητα των πληροφοριών. Όταν αξιολογεί αν ένα αίτημα είναι δεόντως αιτιολογημένο, ο BEREC θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη αν οι πληροφορίες που ζητούνται σχετίζονται με την εκτέλεση καθηκόντων που έχουν ανατεθεί αποκλειστικά στις σχετικές αρχές. Το ίδιο θα ισχύει, τηρουμένων των αναλογιών, για τον RSPB και τις αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για το ραδιοφάσμα.
(371)Η ODN θα πρέπει να δημιουργήσει ένα κοινό σύστημα πληροφοριών και επικοινωνιών για να αποφεύγεται η επικάλυψη των αιτημάτων παροχής πληροφοριών και να διευκολύνεται η επικοινωνία μεταξύ όλων των εμπλεκόμενων αρχών.
(372)Η Επιτροπή θα πρέπει να διενεργεί τακτική αξιολόγηση της λειτουργίας του BEREC, του RSPB και της ODN και της αποτελεσματικότητας της θεσμικής δομής τους σε ένα μεταβαλλόμενο ψηφιακό περιβάλλον. Εάν, ως αποτέλεσμα της εν λόγω αξιολόγησης, η Επιτροπή διαπιστώσει ότι η θεσμική δομή που θεσπίζεται με τον παρόντα κανονισμό είναι αναποτελεσματική για την επίτευξη των στόχων του, ιδίως για τη διασφάλιση της συνεπούς εφαρμογής του ρυθμιστικού πλαισίου για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, θα πρέπει να προτείνει τις αναγκαίες τροποποιήσεις.
(373)Την Υπηρεσία του BEREC που συστάθηκε ως αποκεντρωμένος οργανισμός με νομική προσωπικότητα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1971 διαδέχεται η ODN που συστήνεται με τον παρόντα κανονισμό όσον αφορά κάθε κυριότητα και όλες τις συμφωνίες, συμπεριλαμβανομένου του καθορισμού της έδρας, νομικές υποχρεώσεις, συμβάσεις εργασίας, χρηματοπιστωτικές υποχρεώσεις και ευθύνες. Προκειμένου να διασφαλιστεί η συνέχεια των εργασιών του BEREC, της RSPG και της ODN, τα τρέχοντα μέλη του ρυθμιστικού συμβουλίου του BEREC, της RSPG και ο διευθυντής και τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Υπηρεσίας του BEREC θα πρέπει να συνεχίσουν να ασκούν τα καθήκοντά τους έως τη λήξη της θητείας τους.
(374)Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές, λοιπές αρμόδιες αρχές και ο BEREC χρειάζεται να συγκεντρώνουν πληροφορίες από συντελεστές της αγοράς προκειμένου να ανταποκρίνονται αποτελεσματικά στα καθήκοντά τους, συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης της συμμόρφωσης των γενικών όρων και προϋποθέσεων με τον παρόντα κανονισμό χωρίς να αναστέλλεται η εφαρμογή των εν λόγω όρων και προϋποθέσεων κατά τη διάρκεια της αξιολόγησης. Κατ’ εξαίρεση, μπορεί επίσης να είναι απαραίτητο να συγκεντρωθούν πληροφορίες από άλλες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε τομείς που έχουν στενή σχέση με τον τομέα των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όπως από παρόχους περιεχομένου, οι οποίοι κατέχουν πληροφορίες οι οποίες ενδέχεται να είναι αναγκαίες για την άσκηση των καθηκόντων τους σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο. Ενδέχεται να είναι επίσης απαραίτητο να συγκεντρώνονται τέτοιου είδους πληροφορίες για λογαριασμό της Επιτροπής, προκειμένου αυτή να εκπληρώνει τις αντίστοιχες υποχρεώσεις της βάσει του ενωσιακού δικαίου. Τα αιτήματα πληροφόρησης θα πρέπει να είναι αναλογικά και να μην επιβάλλουν υπέρμετρα βάρη στις επιχειρήσεις. Οι πληροφορίες που συλλέγουν οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές θα πρέπει να είναι δημοσίως διαθέσιμες, εκτός εάν πρόκειται για εμπιστευτικές πληροφορίες δυνάμει των εθνικών κανόνων για την πρόσβαση του κοινού σε πληροφορίες και εάν υπόκεινται σε ενωσιακούς και εθνικούς κανόνες περί εμπορικού απορρήτου.
(375)Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές ασκούν αποτελεσματικά τα ρυθμιστικά τους καθήκοντα, θα πρέπει στα δεδομένα που συλλέγουν να περιλαμβάνονται λογιστικά δεδομένα για τις αγορές λιανικής που συνδέονται με αγορές χονδρικής στις περιπτώσεις που επιχείρηση ορίζεται ότι κατέχει σημαντική ισχύ στην αγορά και επομένως υπόκειται σε κανονιστική ρύθμιση εκ μέρους της εθνικής ρυθμιστικής αρχής. Στα δεδομένα αυτά θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνονται δεδομένα που θα παρέχουν στην εθνική ρυθμιστική αρχή τη δυνατότητα αξιολόγησης της συμμόρφωσης με όρους που συνοδεύουν δικαιώματα χρήσης, του πιθανού αντικτύπου από προγραμματισμένη αναβάθμιση ή αλλαγή στην τοπολογία δικτύου για την εξέλιξη του ανταγωνισμού ή σε προϊόντα χονδρικής που διατίθενται σε άλλα μέρη. Οι πληροφορίες σχετικά με τη συμμόρφωση προς υποχρεώσεις κάλυψης που συνοδεύουν δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος είναι ουσιώδους σημασίας για τη διασφάλιση της πληρότητας των γεωγραφικών ερευνών των αναπτύξεων δικτύου. Στο πλαίσιο αυτό, η αρμόδια αρχή θα πρέπει να είναι σε θέση να απαιτεί την παροχή πληροφοριών με ανάλυση σε τοπικό επίπεδο και σε επαρκές επίπεδο λεπτομέρειας ώστε να διεξάγει γεωγραφική έρευνα δικτύων. Θα πρέπει να αναπτυχθούν κοινά υποδείγματα και κοινές προσεγγίσεις για την υποβολή χρηματοοικονομικών και στατιστικών δεδομένων, κατηγοριών δικτύων και υπηρεσιών και άλλων πληροφοριών για την αγορά από τους παρόχους υπηρεσιών. Οι αλλαγές στις απαιτήσεις υποβολής εκθέσεων, αφού θεσπιστούν, θα πρέπει να διατηρούνται κατά το δυνατόν στο ελάχιστο.
(376)Για τη στήριξη των ενωσιακών στόχων βιωσιμότητας, είναι εξαιρετικά σημαντικό η Ένωση να προσελκύσει επενδύσεις σε βιώσιμες δραστηριότητες στον τομέα των δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Κανονισμοί όπως, μεταξύ άλλων, ο κανονισμός (ΕΕ) 2020/852 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και η οδηγία (ΕΕ) 2022/2464 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου επιτρέπουν στις χρηματοπιστωτικές και μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις να έχουν κοινό ορισμό των οικονομικών δραστηριοτήτων που μπορούν να θεωρηθούν βιώσιμες. Τα δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών καλύπτονται κυρίως από τον κώδικα δεοντολογίας της Ένωσης για τη βιωσιμότητα των τηλεπικοινωνιακών δικτύων, όπως έχει προγραμματιστεί στην ανακοίνωση της Επιτροπής, της 18ης Οκτωβρίου 2022, με τίτλο «Ψηφιοποίηση του ενεργειακού συστήματος — Σχέδιο δράσης της ΕΕ». Σύμφωνα με την αρχή «μόνον άπαξ», είναι αναγκαίο οι εθνικές ρυθμιστικές και άλλες αρμόδιες αρχές να αξιολογούν αν οι πληροφορίες σχετικά με τη βιωσιμότητα που έχουν ήδη παρασχεθεί από επιχειρήσεις σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο επαρκούν ώστε οι ίδιες και ο BEREC να εκτελούν τα ρυθμιστικά τους καθήκοντα βάσει του ενωσιακού δικαίου. Εν προκειμένω, ο BEREC θα πρέπει, στο πλαίσιο των οριζόντιων κατευθυντήριων γραμμών του σχετικά με την ενημέρωση και την υποβολή εκθέσεων, να χαρτογραφήσει τις υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων σχετικά με τη βιωσιμότητα. Ο BEREC θα πρέπει να συνεργάζεται με άλλες αρμόδιες αρχές ώστε να διασφαλίζει την αποτελεσματική συλλογή και επεξεργασία δεδομένων από άλλες σχετικές με τη βιωσιμότητα εκθέσεις που απαιτούνται από το ενωσιακό ή το εθνικό δίκαιο κατά την εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου, με σκοπό την ελαχιστοποίηση του διοικητικού φόρτου και την περαιτέρω χρήση των υφιστάμενων σχετικών δεδομένων.
(377)Πληροφορίες που κρίνονται εμπιστευτικές από μια αρμόδια αρχή, σύμφωνα με τους ενωσιακούς και εθνικούς κανόνες για την εμπιστευτικότητα, το εμπορικό απόρρητο και την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, θα πρέπει να είναι δυνατόν να ανταλλάσσονται με την Επιτροπή, τον BEREC και τυχόν άλλες αρχές, εφόσον αυτή η ανταλλαγή είναι αναγκαία. Οι ανταλλασσόμενες πληροφορίες θα πρέπει να περιορίζονται σε ό,τι ενδείκνυται και αναλογεί στους σκοπούς μιας τέτοιας ανταλλαγής.
(378)Δεν θα πρέπει να θίγονται οι υποχρεώσεις των κρατών μελών να παρέχουν πληροφορίες για την προάσπιση των ενωσιακών συμφερόντων δυνάμει διεθνών συμφωνιών, καθώς και οι υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων δυνάμει νομοθεσίας η οποία δεν αφορά ειδικά τον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όπως το δίκαιο του ανταγωνισμού.
(379)Για να μειωθεί ο φόρτος των αιτημάτων παροχής πληροφοριών από παρόχους δικτύων και υπηρεσιών και την εκάστοτε αρμόδια αρχή, ο BEREC θα πρέπει να εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με το πεδίο εφαρμογής των αιτημάτων παροχής πληροφοριών και υποβολής εκθέσεων, τα υποδείγματα, τους μορφότυπους, το χρονοδιάγραμμα και τη συχνότητα. Οι κατευθυντήριες γραμμές του BEREC θα πρέπει να εναρμονίζουν την τακτική και συστηματική υποβολή στοιχείων που αφορούν τη γενική άδεια, τα μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης για σπάνιους πόρους και τις ειδικές υποχρεώσεις, η δε υποβολή στοιχείων δεν θα πρέπει να απαιτείται πάνω από μία φορά ετησίως, και θα πρέπει επίσης να πραγματοποιείται με χρήση των υποδειγμάτων του BEREC. Τυχόν αιτήματα παροχής πληροφοριών και υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων θα πρέπει να είναι αναλογικά, αντικειμενικώς αιτιολογημένα και να περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία. Ειδικότερα, θα πρέπει να αποφεύγεται η επανάληψη αιτημάτων παροχής πληροφοριών από την αρμόδια αρχή και από τον BEREC, καθώς και η συστηματική και τακτική απόδειξη της συμμόρφωσης με όλους τους όρους δυνάμει γενικής άδειας ή δικαιώματος χρήσης. Οι επιχειρήσεις θα πρέπει να γνωρίζουν την επιδιωκόμενη χρήση των ζητούμενων πληροφοριών. Η παροχή πληροφοριών δεν θα πρέπει να αποτελεί όρο για την είσοδο στην αγορά. Για στατιστικούς λόγους και για την τήρηση ορθών πληροφοριών στη βάση δεδομένων των κοινοποιήσεων, ενδέχεται να απαιτείται κοινοποίηση από τους παρόχους δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όταν παύουν τις δραστηριότητές τους.
(380)Η ρυθμιστική παρέμβαση πρέπει να στηρίζεται σε λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με την ανάπτυξη δικτύων προκειμένου να είναι αποτελεσματική και να επικεντρώνεται στις περιοχές όπου χρειάζεται. Οι πληροφορίες αυτές είναι απαραίτητες για την προώθηση των επενδύσεων, την ενίσχυση της συνδεσιμότητας σε ολόκληρη την Ένωση και την παροχή πληροφοριών σε όλες τις οικείες αρχές και τους πολίτες. Θα πρέπει να περιλαμβάνουν έρευνες όσον αφορά τόσο την ανάπτυξη δικτύων gigabit όσο και σημαντικές αναβαθμίσεις ή επεκτάσεις δικτύων που ενδέχεται να μην ανταποκρίνονται στα χαρακτηριστικά επιδόσεων των δικτύων gigabit από όλες τις απόψεις, όπως η ανάπτυξη οπτικής ίνας έως το κυτίο σύνδεσης σε συνδυασμό με ενεργές τεχνολογίες όπως η διανυσμάτωση. Η συλλογή πληροφοριών θα πρέπει επίσης να υποστηρίζει τη διαδικασία κατάργησης των δικτύων χαλκού με όλες τις σχετικές πληροφορίες. Οι σχετικές προβλέψεις θα πρέπει να αφορούν διάστημα μέχρι τριών ετών. Το επίπεδο λεπτομέρειας και εδαφικής ανάλυσης των πληροφοριών που θα πρέπει να συλλέγουν οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχει ως γνώμονα τον συγκεκριμένο ρυθμιστικό στόχο και θα πρέπει να είναι επαρκές για τους ρυθμιστικούς σκοπούς που εξυπηρετεί. Ως εκ τούτου, το μέγεθος της εδαφικής ενότητας θα ποικίλλει επίσης μεταξύ κρατών μελών, ανάλογα με τις ρυθμιστικές ανάγκες στις συγκεκριμένες εθνικές περιστάσεις και τη διαθεσιμότητα τοπικών δεδομένων. Οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχουν γνώμονα τις κατευθυντήριες γραμμές του BEREC σχετικά με τις βέλτιστες πρακτικές για την προσέγγιση αυτού του καθήκοντος, ενώ οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές θα μπορούν να στηρίζονται στην υπάρχουσα εμπειρία των εθνικών ρυθμιστικών και/ή λοιπών αρμόδιων αρχών για τη διεξαγωγή γεωγραφικών ερευνών για την ανάπτυξη δικτύων. Με την επιφύλαξη του σεβασμού των εμπιστευτικών πληροφοριών και του επιχειρηματικού απορρήτου, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει, όταν οι πληροφορίες δεν είναι ήδη διαθέσιμες στην αγορά, να καθιστούν τα δεδομένα άμεσα διαθέσιμα, σε ανοιχτό μορφότυπο σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2019/1024 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και χωρίς περιορισμούς όσον αφορά την επαναχρησιμοποίηση των πληροφοριών που συλλέγονται στις εν λόγω έρευνες, και θα πρέπει να καθιστούν διαθέσιμα εργαλεία στους τελικούς χρήστες όσον αφορά την ποιότητα των υπηρεσιών για να συμβάλλουν στη βελτίωση της ενημέρωσής τους σχετικά με τις διαθέσιμες υπηρεσίες συνδεσιμότητας. Κατά τη συγκέντρωση οποιωνδήποτε πληροφοριών αυτού του είδους, όλες οι εμπλεκόμενες αρχές θα πρέπει να τηρούν την αρχή της εμπιστευτικότητας και να αποφεύγουν να προκαλούν ανταγωνιστικό μειονέκτημα σε οποιαδήποτε επιχείρηση.
(381)Όταν από γεωγραφικές έρευνες, ενδεχομένως σε συνδυασμό με άλλα σχετικά δεδομένα, προκύπτουν ζητήματα ανταγωνισμού, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να διενεργούν ανασκόπηση της αγοράς, όταν αυτό είναι δικαιολογημένο.
(382)Οι αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με την ανάπτυξη ευρυζωνικών δικτύων είναι απαραίτητες για την ακριβή στόχευση των κρατικών ενισχύσεων, την επαλήθευση των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας και την αποτελεσματική προώθηση του ανταγωνισμού. Οι περιοδικές έρευνες ενδέχεται να μην αποτυπώνουν τον δυναμικό χαρακτήρα της ανάπτυξης των δικτύων οπτικών ινών. Ως εκ τούτου, οι βέλτιστες πρακτικές υποδεικνύουν να εξελιχθεί η χαρτογράφηση των εγκαταστάσεων δικτύου από στατική έρευνα σε συνεχή έρευνα, ιδανικά με βάση το μοντέλο συλλογής δεδομένων βάσει ΔΠΕ, δημιουργώντας ένα «ψηφιακό δίδυμο σε πραγματικό χρόνο» της συνδεσιμότητας της Ένωσης, στην οποία θα περιλαμβάνεται τόσο η επίγεια όσο και η μη επίγεια (δορυφορική) συνδεσιμότητα.
(383)Για τη συμμόρφωση με τους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις, το επιδοτούμενο δίκτυο πρέπει να παρέχει, μεταξύ άλλων, επαρκή ουσιαστική αλλαγή σε σύγκριση με υφιστάμενα και σχεδιαζόμενα δίκτυα που υπάρχουν ήδη ή προβλέπεται να αναπτυχθούν. Για τον σκοπό αυτόν ενδέχεται να απαιτείται χαρτογράφηση συγκεκριμένων κατώτατων ορίων ταχύτητας.
(384)Για τον ορθό υπολογισμό της διαθεσιμότητας (εξυπηρετούμενες εγκαταστάσεις), της ετοιμότητας (συνδεδεμένες εγκαταστάσεις) και της χρήσης (ενεργοποιημένες εγκαταστάσεις) της γεωγραφικής εμβέλειας κάλυψης της συνδεσιμότητας των δικτύων gigabit, των ποσοστών χρήσης, καθώς και των μεριδίων αγοράς, απαιτείται ακριβής παρονομαστής. Για να διασφαλιστεί η αξιοπιστία των υπολογισμών αυτών, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές και άλλες αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχουν πρόσβαση στην έγκυρη καταμέτρηση των νοικοκυριών και των φυσικών χώρων ανά σημείο διεύθυνσης, όπως τηρείται από τις εθνικές στατιστικές υπηρεσίες ή τις κτηματολογικές αρχές. Η πρόσβαση σε αυτά τα αξιόπιστα δεδομένα είναι απαραίτητη τόσο για τον υπολογισμό της ακριβούς κάλυψης της συνδεσιμότητας και των ποσοστών διείσδυσης για τον σκοπό της παρακολούθησης των στόχων της ψηφιακής δεκαετίας όσο και για τη διασφάλιση αξιόπιστης και συνεπούς ανάλυσης της αγοράς σε ολόκληρη την Ένωση.
(385)Η πρόσβαση σε δίκτυα gigabit αποτελεί προϋπόθεση για την κοινωνική ένταξη και την οικονομική ανάπτυξη, ωστόσο οι παράγοντες από την πλευρά της ζήτησης επηρεάζουν σημαντικά τη δυνατότητα διεκδίκησης της αγοράς και τη βιωσιμότητα των επενδύσεων. Για την αποτελεσματική διενέργεια αναλύσεων της αγοράς, τον καθορισμό των σχετικών αγορών και τη στόχευση των δημόσιων παρεμβάσεων, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να διακρίνουν μεταξύ των «κενών στις υποδομές» (όπου δεν υπάρχουν δίκτυα) και των «κενών στη χρήση» (όπου υπάρχουν δίκτυα αλλά παραμένουν αχρησιμοποίητα). Ως εκ τούτου, μπορεί να είναι χρήσιμη η σύγκριση γεωχωρικών δεδομένων δικτύου και κοινωνικοοικονομικών μικροδεδομένων για την αξιολόγηση των πιθανών περιορισμών που επηρεάζουν την κάλυψη, τη ζήτηση και την ψηφιακή ένταξη.
(386)Τα δεδομένα σχετικά με τη σύνθεση, την ηλικιακή διάρθρωση και το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών θα μπορούσαν να είναι σημαντικά για την αξιολόγηση της ελαστικότητας της ζήτησης και των πιθανών φραγμών στην υιοθέτηση ευρυζωνικών υπηρεσιών. Επιπλέον, όπου υπάρχουν διαθέσιμοι δείκτες εισοδήματος και φτώχειας, μπορούν να χρησιμοποιούνται για την αυτόματη επαλήθευση της επιλεξιμότητας για κοινωνικά κουπόνια. Η επεξεργασία αυτών των παραμέτρων θα παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να στοχεύουν τις δημόσιες επιδοτήσεις στη στήριξη των πλέον ευάλωτων πολιτών, περιορίζοντας παράλληλα κάθε πιθανή στρέβλωση του ανταγωνισμού.
(387)Η πείρα έχει δείξει ότι συχνά εξακολουθούν να υφίστανται τεχνικά εμπόδια στο πλαίσιο της τελικής σύνδεσης με τον χρήστη, τα οποία είναι διαφορετικά από την ανάπτυξη του κοντινού δικτύου. Ως εκ τούτου, τα στατιστικά στοιχεία σχετικά με τα φυσικά χαρακτηριστικά των κτιρίων, συμπεριλαμβανομένων του έτους κατασκευής, του τύπου κατοικίας (πολυκατοικίες έναντι μονοκατοικιών) και του καθεστώτος ιδιοκτησίας, είναι συναφή. Η πρόσβαση σε αυτά τα δεδομένα θα μπορούσε να διευκολύνει τις ρυθμιστικές αρχές στον εντοπισμό «κάθετων σημείων συμφόρησης», όπως το κόστος εσωτερικής καλωδίωσης που μπορεί να λειτουργήσει ως φραγμός στις επενδύσεις, και στην ανάλογη προσαρμογή των μοντέλων κόστους για την τιμολόγηση της χονδρικής πρόσβασης.
(388)Για την αποτελεσματική εκτέλεση των ρυθμιστικών καθηκόντων, συμπεριλαμβανομένου του ορισμού των υποεθνικών γεωγραφικών αγορών και της στόχευσης των κρατικών ενισχύσεων, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν να ζητούν την επεξεργασία γεωχωρικών δεδομένων δικτύου σε συνδυασμό με αναλυτικά κοινωνικοοικονομικά και φυσικά μικροδεδομένα σε επίπεδο μεμονωμένων σημείων διεύθυνσης. Όταν η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι απαραίτητη για την εκτέλεση των εν λόγω καθηκόντων, η εν λόγω επεξεργασία διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο ε) και το άρθρο 6 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679. Για τη διασφάλιση της πλήρους συμμόρφωσης με τις αρχές του στατιστικού απορρήτου που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 223/2009, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να προωθεί τη χρήση ασφαλούς περιβάλλοντος επεξεργασίας ή ισοδύναμων ασφαλών τεχνικών διεπαφών. Το περιβάλλον αυτό διασφαλίζει ότι, ενώ διενεργείται ανάλυση μικροδεδομένων για λόγους ακρίβειας, δεν δημοσιοποιούνται εμπιστευτικά δεδομένα στη ρυθμιστική αρχή και κάθε υποβολή δημόσιων δεδομένων που προκύπτει από την εν λόγω ανάλυση πρέπει να είναι σε συγκεντρωτική μορφή σε επίπεδο που να εμποδίζει την εκ νέου ταύτιση συγκεκριμένων στατιστικών μονάδων, διασφαλίζοντας συνήθως ελάχιστο όριο τουλάχιστον τριών μονάδων.
(389)Για να διασφαλιστεί η συνοχή σε ολόκληρη την εσωτερική αγορά, ο BEREC θα πρέπει να είναι σε θέση να επικαιροποιεί τις κατευθυντήριες γραμμές του ώστε να προσδιορίζει τα τεχνικά πρότυπα για το ασφαλές περιβάλλον επεξεργασίας και τους ορισμούς των δεδομένων για τους κοινωνικοοικονομικούς δείκτες, διασφαλίζοντας ότι η επιβάρυνση για τις εθνικές στατιστικές υπηρεσίες ελαχιστοποιείται μέσω τυποποιημένων ΔΠΕ.
(390)Αν και οι συμμετέχοντες στην αγορά έχουν τη δυνατότητα να αλλάξουν τα σχέδια ανάπτυξής τους για απρόβλεπτους, αντικειμενικούς και τεκμηριωμένους λόγους, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να παρεμβαίνουν, μεταξύ άλλων όταν υπάρχει αντίκτυπος στη δημόσια χρηματοδότηση, και, εάν κριθεί σκόπιμο, να επιβάλουν ποινές στην περίπτωση που τα εν λόγω σχέδια, εκ προθέσεως ή λόγω βαριάς αμέλειας, υποβλήθηκαν από επιχείρηση ή δημόσια αρχή με παραπλανητικές, εσφαλμένες ή ελλιπείς πληροφορίες. Όσον αφορά τις ποινές, ως βαριά αμέλεια θα πρέπει να νοείται μια κατάσταση στην οποία μια επιχείρηση ή μια δημόσια αρχή παρέχει παραπλανητικές, εσφαλμένες ή ελλιπείς πληροφορίες λόγω της συμπεριφοράς της ή εσωτερικής οργάνωσης που παραμελεί σοβαρά τη δέουσα επιμέλεια όσον αφορά τις παρεχόμενες πληροφορίες. Η έννοια της βαριάς αμέλειας δεν θα πρέπει να προϋποθέτει ότι η επιχείρηση ή η δημόσια αρχή γνωρίζει ότι οι παρεχόμενες πληροφορίες είναι παραπλανητικές, εσφαλμένες ή ελλιπείς, αλλά ότι θα γνώριζε, εάν είχε ενεργήσει ή οργανωθεί με τη δέουσα επιμέλεια. Είναι σημαντικό οι ποινές να είναι αρκούντως αποτρεπτικές δεδομένων των αρνητικών επιπτώσεων στον ανταγωνισμό και στα έργα που χρηματοδοτούνται με δημόσιους πόρους. Οι διατάξεις σχετικά με τις ποινές δεν θα πρέπει να θίγουν τυχόν δικαιώματα για αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.
(391)Η γεφύρωση του ψηφιακού χάσματος στην Ένωση είναι απαραίτητη προκειμένου να αποκτήσουν όλοι οι πολίτες της Ένωσης τη δυνατότητα να έχουν πρόσβαση σε διαδικτυακές και ψηφιακές υπηρεσίες. Για τον σκοπό αυτόν, στην περίπτωση συγκεκριμένων και σαφώς καθορισμένων περιοχών, οι σχετικές αρχές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να καλέσουν τις επιχειρήσεις και τις δημόσιες αρχές να δηλώσουν την πρόθεσή τους να αναπτύξουν δίκτυα gigabit στις εν λόγω περιοχές, παρέχοντάς τους επαρκή χρόνο ώστε να παράσχουν πλήρως εμπεριστατωμένη απάντηση. Οι πληροφορίες που περιέχονται στις προβλέψεις θα πρέπει να απηχούν τις οικονομικές προοπτικές του τομέα των δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και τις επενδυτικές προθέσεις των επιχειρήσεων κατά τον χρόνο συλλογής των δεδομένων, ώστε να καθίσταται δυνατός ο προσδιορισμός της διαθέσιμης συνδεσιμότητας σε διάφορες περιοχές. Όταν μια επιχείρηση ή δημόσια αρχή δηλώνει την πρόθεση να αναπτύξει δίκτυα σε μια περιοχή, η εθνική ρυθμιστική ή λοιπή αρμόδια αρχή θα πρέπει να μπορεί να απαιτήσει από άλλες επιχειρήσεις και δημόσιες αρχές να δηλώσουν κατά πόσον προτίθενται να αναπτύξουν δίκτυα gigabit. Η εν λόγω διαδικασία, η οποία βασίζεται στην ειλικρινή και καλόπιστη ανταπόκριση των συμμετεχόντων της αγοράς, αναμένεται να εξασφαλίσει διαφάνεια για τις επιχειρήσεις και τις δημόσιες αρχές που έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον για ανάπτυξη δικτύων στην περιοχή, ώστε, κατά τον σχεδιασμό των επιχειρηματικών τους σχεδίων, να μπορούν να αξιολογήσουν τον πιθανό ανταγωνισμό που θα αντιμετωπίσουν από άλλα δίκτυα. Για την επίτευξη προβλέψιμων επενδυτικών συνθηκών, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να ανταλλάσσουν πληροφορίες με επιχειρήσεις και δημόσιες αρχές που εκφράζουν ενδιαφέρον για ανάπτυξη δικτύων gigabit σχετικά με το κατά πόσον υπάρχουν ή προβλέπονται για την εν λόγω περιοχή άλλοι τύποι αναβαθμίσεων δικτύων.
(392)Είναι σημαντικό οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές να διαβουλεύονται με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη επί των προτεινόμενων αποφάσεων, να τους παρέχουν επαρκές χρονικό διάστημα, ανάλογο με την περιπλοκότητα του ζητήματος, για να διαβιβάζουν τις παρατηρήσεις τους, και να λαμβάνουν υπόψη τους τις παρατηρήσεις τους πριν να λάβουν τελική απόφαση. Προκειμένου να διασφαλισθεί ότι οι αποφάσεις που λαμβάνονται σε εθνικό επίπεδο δεν θα έχουν αρνητικές επιπτώσεις στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς ή σε άλλους στόχους της ΣΛΕΕ, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει επίσης να ανακοινώνουν ορισμένα ειδικά σχέδια αποφάσεων που αφορούν, ιδίως, τη λειτουργία της αγοράς και τον ανταγωνισμό στην Επιτροπή και στις άλλες εθνικές ρυθμιστικές αρχές, προκειμένου να τους παρέχεται η ευκαιρία να υποβάλλουν τις παρατηρήσεις τους. Είναι σκόπιμο οι αρμόδιες αρχές να διαβουλεύονται με τα ενδιαφερόμενα μέρη στις περιπτώσεις που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό σχετικά με όλα τα σχέδια μέτρων που μπορεί να έχουν αντίκτυπο στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών.
(393)Σε ανταγωνιστικό περιβάλλον, οι απόψεις των ενδιαφερομένων μερών, συμπεριλαμβανομένων των χρηστών και των καταναλωτών, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Για τη δέουσα υπεράσπιση των συμφερόντων των πολιτών, τα κράτη μέλη θα πρέπει να καθιερώσουν κατάλληλο μηχανισμό διαβούλευσης. Ένας τέτοιος μηχανισμός θα μπορούσε να λάβει τη μορφή οργάνου το οποίο, ανεξάρτητα από την εθνική ρυθμιστική αρχή, καθώς και από τους παρόχους υπηρεσιών, θα διεξάγει έρευνα επί θεμάτων που αφορούν τους καταναλωτές, όπως η καταναλωτική συμπεριφορά και οι μηχανισμοί αλλαγής προμηθευτή, και το οποίο θα λειτουργεί με διαφάνεια και θα συνεισφέρει στους υφιστάμενους μηχανισμούς διαβούλευσης με τους συμφεροντούχους. Πέραν τούτου, θα μπορούσε να καθιερωθεί ένας μηχανισμός με σκοπό να καταστήσει δυνατή την ενδεδειγμένη συνεργασία επί θεμάτων που σχετίζονται με την προαγωγή νόμιμου περιεχομένου. Οποιεσδήποτε διαδικασίες συνεργασίας εγκρίνονται σύμφωνα με τον μηχανισμό αυτό δεν θα πρέπει πάντως να επιτρέπουν τη συστηματική παρακολούθηση χρήσης του διαδικτύου.
(394)Η τυποποίηση θα πρέπει να παραμείνει πρωτίστως διαδικασία καθοδηγούμενη από την αγορά. Παρόλα αυτά, πιθανώς να υπάρχουν ακόμη περιπτώσεις κατά τις οποίες είναι σκόπιμο να απαιτείται η συμμόρφωση με συγκεκριμένα πρότυπα σε ενωσιακό επίπεδο, ώστε να βελτιωθούν η διαλειτουργικότητα και η ελευθερία επιλογής των χρηστών και να ενθαρρυνθεί η διασυνδεσιμότητα στην εσωτερική αγορά. Σε εθνικό επίπεδο, τα κράτη μέλη υπόκεινται στην οδηγία (ΕΕ) 2015/1535. Οι διαδικασίες τυποποίησης στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να ισχύουν με την επιφύλαξη των οδηγιών 2014/30/ΕΕ και 2014/35/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2014/53/ΕΕ.
(395)Η εναρμόνιση και ο συντονισμός του ραδιοφάσματος, καθώς και η κανονιστική ρύθμιση του εξοπλισμού που υποστηρίζεται από την τυποποίηση βάσει της οδηγίας 2014/53/ΕΕ, είναι συμπληρωματικοί και χρειάζεται να συντονίζονται στενά για να επιτυγχάνουν αποτελεσματικά τους κοινούς τους στόχους, με την υποστήριξη της RSPB. Ο συντονισμός μεταξύ του περιεχομένου και του συγχρονισμού των εντολών προς τη CEPT δυνάμει της απόφασης αριθ. 676/2002/ΕΚ και των αιτημάτων τυποποίησης προς φορείς τυποποίησης, όπως το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Τυποποίησης στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, καθώς και όσον αφορά τις παραμέτρους ραδιοφωνικών δεκτών, θα πρέπει να διευκολύνει την καθιέρωση μελλοντικών συστημάτων, να στηρίζει τις ευκαιρίες μερισμού του ραδιοφάσματος και να εξασφαλίζει την αποδοτική διαχείριση του ραδιοφάσματος.
(396)Τα αιτήματα τυποποίησης προς φορείς τυποποίησης, όπως το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Τυποποίησης στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, μεταξύ άλλων όσον αφορά τις παραμέτρους ραδιοφωνικών δεκτών, θα πρέπει να διευκολύνουν την καθιέρωση μελλοντικών συστημάτων, να στηρίζουν τις ευκαιρίες μερισμού του ραδιοφάσματος και να εξασφαλίζουν την αποδοτική διαχείριση του ραδιοφάσματος.
(397)Η Ένωση και τα κράτη μέλη έχουν αναλάβει δεσμεύσεις όσον αφορά τα πρότυπα και το ρυθμιστικό πλαίσιο των δικτύων και υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου.
(398)Οι διαδικασίες εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών είναι δυνατό να αποτελέσουν ταχύ και οικονομικά αποδοτικό τρόπο για την επιβολή των δικαιωμάτων των τελικών χρηστών, ιδίως για τους καταναλωτές και τις πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις όπως ορίζονται στο παράρτημα της σύστασης 2003/361/ΕΚ της Επιτροπής. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να επιτρέπουν στην εθνική ρυθμιστική αρχή ή σε λοιπή αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για τα δικαιώματα των τελικών χρηστών ή σε τουλάχιστον έναν ανεξάρτητο φορέα με αποδεδειγμένη εμπειρία στον τομέα των δικαιωμάτων των τελικών χρηστών να ενεργεί ως οντότητα εναλλακτικής επίλυσης διαφορών. Όσον αφορά την εν λόγω επίλυση διαφορών, οι αρχές ή άλλοι φορείς που έχουν κοινοποιηθεί ως φορείς εναλλακτικής επίλυσης διαφορών θα πρέπει να πληρούν στο ακέραιο τις απαιτήσεις ποιότητας της οδηγίας 2013/11/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, ιδίως δεν θα πρέπει να υπόκεινται σε εντολές. Δεδομένου ότι πολλά κράτη μέλη έχουν καθιερώσει διαδικασίες επίλυσης διαφορών και για τελικούς χρήστες εκτός από καταναλωτές, για τους οποίους δεν εφαρμόζεται η οδηγία 2013/11/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, είναι εύλογο να διατηρηθεί η διαδικασία επίλυσης τομεακών διαφορών τόσο για καταναλωτές όσο και, εφόσον τα κράτη μέλη την επεκτείνουν, για άλλους τελικούς χρήστες, ιδίως τις πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις. Όσον αφορά την εξωδικαστική επίλυση διαφορών, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να διατηρούν ή να θεσπίζουν κανόνες που υπερβαίνουν τους κανόνες της οδηγίας 2013/11/ΕΕ προκειμένου να διασφαλίσουν υψηλότερο επίπεδο προστασίας των καταναλωτών.
(399)Στην περίπτωση διαφοράς μεταξύ επιχειρήσεων που εδρεύουν στο ίδιο κράτος μέλος επί αντικειμένου που καλύπτεται από τον παρόντα κανονισμό, παραδείγματος χάριν όσον αφορά τις υποχρεώσεις για την πρόσβαση και τη διασύνδεση ή τους τρόπους μεταφοράς καταλόγων τελικών χρηστών, θα πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα στο θιγόμενο μέρος το οποίο συμμετείχε καλόπιστα στις διαπραγματεύσεις αλλά δεν μπόρεσε να καταλήξει σε συμφωνία να απευθύνεται στην εθνική ρυθμιστική αρχή για την επίλυση της διαφοράς. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να επιβάλλουν τη λύση στα μέρη. Η παρέμβαση μιας εθνικής ρυθμιστικής αρχής στην επίλυση διαφοράς μεταξύ παρόχων δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών στο κοινό ή συναφών ευκολιών εντός ενός κράτους μέλους θα πρέπει να επιδιώκει τη διασφάλιση της συμμόρφωσης προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό.
(400)Εκτός από τα δικαιώματα προσφυγής που παρέχονται βάσει του ενωσιακού ή του εθνικού δικαίου, υφίσταται η ανάγκη να ξεκινά μια απλή διαδικασία, κατόπιν αιτήματος ενός των μερών της διαφοράς, για την επίλυση διασυνοριακών διαφορών μεταξύ επιχειρήσεων που παρέχουν ή διαθέτουν άδεια να παρέχουν δίκτυα ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε διαφορετικά κράτη μέλη.
(401)Ένα σημαντικό καθήκον που έχει ανατεθεί στον BEREC είναι η κατά περίπτωση έκδοση γνώμης σε σχέση με διασυνοριακές διαφορές. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει επομένως να αποτυπώνουν τυχόν υποβληθείσες γνώμες από τον BEREC στα μέτρα τους για την επιβολή ενδεχόμενης υποχρέωσης σε επιχείρηση ή για την επίλυση της διαφοράς με άλλον τρόπο σε ανάλογες περιπτώσεις.
(402)Οι εξελίξεις της τεχνολογίας και της αγοράς όσον αφορά τα δίκτυα και τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών και όσον αφορά τα δίκτυα και τις υπηρεσίες υπολογιστικού νέφους και ΤΝ οδηγούν σε αυξημένη αλληλεπίδραση, συνεργασία και εμπορικές συμφωνίες μεταξύ ευρέος φάσματος επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένων των παρόχων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, των παρόχων περιεχομένου και εφαρμογών, των προγραμματιστών λογισμικού και ΤΝ, καθώς και των κατασκευαστών εξοπλισμού και συσκευών δικτύου. Δεδομένων αυτών των εξελίξεων, ο BEREC θα πρέπει να συνδράμει τις επιχειρήσεις μέσω κατευθυντήριων γραμμών, οι οποίες θα καλύπτουν, μεταξύ άλλων, τις βέλτιστες πρακτικές για τη διευκόλυνση της συνεργασίας μεταξύ των παραγόντων της αγοράς στο ευρύτερο οικοσύστημα συνδεσιμότητας σύμφωνα με τους κανόνες του δικαίου περί ανταγωνισμού. Οι κατευθυντήριες γραμμές θα πρέπει να είναι προσανατολισμένες στο μέλλον και να καθιστούν δυνατή τη μελλοντική ρηξικέλευθη καινοτομία και ανάπτυξη περιπτώσεων χρήσης που συμβάλλουν στην επίτευξη των στόχων της Ένωσης στο πλαίσιο της Πυξίδας Ανταγωνιστικότητας. Ο BEREC, με την υποστήριξη της ODN, μπορεί να συνεργάζεται στενά με εκπροσώπους του κλάδου και άλλους σχετικούς συμφεροντούχους. Για τον σκοπό αυτόν, ο BEREC μπορεί να συγκροτήσει ειδική ομάδα συνεργασίας των συμφεροντούχων για τη διευκόλυνση του διαρθρωμένου διαλόγου, της ανταλλαγής βέλτιστων πρακτικών και τεχνικής εμπειρογνωσίας, και για τη στήριξη της συνεπούς και αποτελεσματικής εφαρμογής των κατευθυντήριων γραμμών.
(403)Οι πτυχές συνεργασίας βάσει των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών του BEREC θα πρέπει να περιλαμβάνουν συμφωνίες επιπέδου υπηρεσιών μεταξύ παρόχων δικτύων, πτυχές που σχετίζονται με τη δίκαιη, εύλογη και αναλογική χρήση των πόρων του άλλου μέρους, ιδίως σε περιπτώσεις όπως η μεταβίβαση της κίνησης IP μέσω διασύνδεσης, ανταλλαγής κίνησης και διαβίβασης επί πληρωμή με σκοπό την παροχή υπηρεσιών της κοινωνίας των πληροφοριών ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών με αποδοτικό, οικονομικά βιώσιμο και αξιόπιστο τρόπο, ιδίως προς όφελος του τελικού χρήστη. Ειδικότερα, οι συμφωνίες μεταξύ των εν λόγω παραγόντων σχετικά με τη μεταβίβαση της κίνησης δεν θα πρέπει να δημιουργούν δυσανάλογες ή οικονομικά μη βιώσιμες επενδυτικές ανάγκες για τους παρόχους δικτύων, και τα οφέλη που προκύπτουν από την αυξημένη κίνηση θα πρέπει να επιμερίζονται κατά τρόπο που να ευνοεί τη συνέχιση των επενδύσεων, την καινοτομία και την ανθεκτικότητα του δικτύου. Ως εκ τούτου, οι κατευθυντήριες γραμμές θα πρέπει να καλύπτουν πρακτικές που επιτρέπουν την επωφελή τεχνική συνεργασία σε ολόκληρο το ευρύτερο οικοσύστημα συνδεσιμότητας και ψηφιακών υπηρεσιών.
(404)Οι κατευθυντήριες γραμμές του BEREC θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνουν την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τα αναμενόμενα πρότυπα κίνησης, συμπεριλαμβανομένων των ανώτατων επιπέδων, και τη γενική πρόβλεψη της κίνησης, προκειμένου να υποστηριχθεί ο βελτιστοποιημένος σχεδιασμός του δικτύου και η διαχείριση της συμφόρησης. Επιπλέον, οι κατευθυντήριες γραμμές θα πρέπει να εξετάζουν πρόσθετες πτυχές της ενεργειακά αποδοτικής, οικονομικά βιώσιμης και αξιόπιστης μεταβίβασης κίνησης από διατερματική άποψη, συμπεριλαμβανομένης της προώθησης πιο εναρμονισμένης χρήσης τεχνικών συμπίεσης δεδομένων, όπως οι κωδικο-αποκωδικοποιητές, προκειμένου να μειωθεί η κατανάλωση ενέργειας και να βελτιωθεί η αποδοτικότητα της χρήσης του δικτύου. Ταυτόχρονα, και με στόχο τη δημιουργία κινήτρων για την παροχή καινοτόμων υπηρεσιών, οι κατευθυντήριες γραμμές του BEREC μπορούν επίσης να παρέχουν καθοδήγηση σχετικά με πλαίσια από κοινού καινοτομίας, μεταξύ δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και άλλων επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή σε στενά συνδεδεμένους τομείς. Επιπλέον, οι κατευθυντήριες γραμμές μπορούν να παρέχουν ορθές πρακτικές για την ουδέτερη ανάπτυξη υπηρεσιών φιλοξενίας και πολλαπλών υπολογιστικών νεφών σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών, μειώνοντας τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν οι προγραμματιστές ΤΝ και οι πάροχοι περιεχομένου στην καινοτομία, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2023/2854 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, να προωθούν πρότυπα διαλειτουργικότητας και άλλα σχετικά μέτρα που θα δημιουργούν κίνητρα για την ανάπτυξη καινοτόμων προϊόντων και υπηρεσιών που απαιτούν τη συνεργασία μεταξύ παρόχων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή μεταξύ των εν λόγω παρόχων και άλλων επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή σε στενά συνδεδεμένους τομείς. Τα εν λόγω καινοτόμα προϊόντα και υπηρεσίες μπορεί να περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την από κοινού ανάπτυξη υπηρεσιών υπολογιστικής παρυφών, ώστε οι πόροι υπολογιστικού νέφους που απαιτούνται για την παροχή υπηρεσιών χαμηλού χρόνου αναμονής να έρθουν πιο κοντά στους συνδρομητές κινητής τηλεφωνίας, την παροχή επιχειρηματικών/βιομηχανικών πλατφορμών του διαδικτύου των πραγμάτων που απαιτούν τη συνεργασία μεταξύ παρόχων υπηρεσιών υπολογιστικού νέφους και ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ή την από κοινού ανάπτυξη από παρόχους δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και παρόχους περιεχομένου και εφαρμογών κρυφών μνημών εντός δικτύων για τη βελτιστοποίηση της μετάδοσης συνεχούς ροής. Τα θέματα που εξετάζονται στις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές, συμπεριλαμβανομένων των θεμάτων που αφορούν τη διασύνδεση μεταξύ δημοσίως διαθέσιμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και δικτύων που ανήκουν σε επιχειρήσεις πλην των δημοσίως διαθέσιμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, δεν θα πρέπει να υπόκεινται σε μηχανισμό επίλυσης διαφορών, ο οποίος θα πρέπει να περιορίζεται στην επιβολή των υποχρεώσεων που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό και δεν θα πρέπει να επεκτείνεται σε ρυθμίσεις συνεργατικού ή εθελοντικού χαρακτήρα.
(405)Προκειμένου να προωθηθεί η αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ των παρόχων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και άλλων επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή σε στενά συνδεδεμένους τομείς, είναι σκόπιμο να καθιερωθεί διαδικασία οικειοθελούς συνδιαλλαγής για τη διευκόλυνση του διαλόγου σχετικά με τεχνικές και εμπορικές ρυθμίσεις. Η διαδικασία αυτή παρέχει ένα δομημένο και ουδέτερο φόρουμ, το οποίο υποστηρίζεται από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές σε συνεργασία με τον BEREC για την ενθάρρυνση φιλικών λύσεων, τη μείωση της πιθανότητας παρατεταμένων διαμαχών και την ενίσχυση της ρυθμιστικής συνέπειας. Προκειμένου να διασφαλιστεί η συνεκτική και εναρμονισμένη εφαρμογή αυτής της διαδικασίας οικειοθελούς συνδιαλλαγής σε ολόκληρη την Ένωση, θα πρέπει να διασφαλιστεί η στενή συνεργασία με τον BEREC καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένης της συνεδρίασης συνδιαλλαγής και της έκθεσής της. Ειδικότερα, ο BEREC θα πρέπει να εκδίδει γνώμη σε μεμονωμένες υποθέσεις που κινούνται από τα μέρη στο πλαίσιο διαδικασιών συνδιαλλαγής υπό την καθοδήγηση εθνικών ρυθμιστικών αρχών. Επιπλέον, οι κατευθυντήριες γραμμές για τη συνεργασία οικοσυστημάτων θα πρέπει να παρέχουν καθοδήγηση στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές σχετικά με την αξιολόγηση των σχετικών εμπορικών και τεχνικών θεμάτων, καθώς και σχετικά με τις επιλογές για αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ των μερών. Ενθαρρύνοντας τη συνεργασία και την αμοιβαία κατανόηση, η διαδικασία αυτή μπορεί να συμβάλει στην αποτελεσματικότερη, οικονομικά βιωσιμότερη και πιο αξιόπιστη παροχή της κίνησης IP, να στηρίξει τη διαλειτουργικότητα και την ποιότητα των υπηρεσιών και να διευκολύνει την ανάπτυξη καινοτόμων υπηρεσιών που βασίζονται στη συνεργασία, διατηρώντας παράλληλα τη συμβατική ελευθερία.
(406)Όταν αυτό αιτιολογείται αντικειμενικά, τα κράτη μέλη ενδέχεται να χρειάζεται να τροποποιούν δικαιώματα, όρους, διαδικασίες, επιβαρύνσεις και τέλη, σχετικά με γενικές άδειες και δικαιώματα χρήσης. Οι εν λόγω προτεινόμενες τροποποιήσεις θα πρέπει να κοινοποιούνται εγκαίρως και με τον προσήκοντα τρόπο σε όλους τους ενδιαφερόμενους, δίδοντάς τους την κατάλληλη ευκαιρία να εκφράσουν τις απόψεις τους. Θα πρέπει να αποφεύγονται περιττές διαδικασίες στην περίπτωση τροποποιήσεων ήσσονος σημασίας σε υφιστάμενα δικαιώματα εγκατάστασης ευκολιών ή δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος ή πόρων αριθμοδότησης, όταν οι τροποποιήσεις αυτές δεν έχουν επιπτώσεις σε συμφέροντα τρίτων. Ως ήσσονος σημασίας τροποποιήσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων λογίζονται εκείνες οι τροποποιήσεις που είναι κυρίως διοικητικού χαρακτήρα, δεν μεταβάλλουν τον ουσιαστικό χαρακτήρα των γενικών αδειών και των μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης και άρα δεν μπορούν να προσδώσουν οποιοδήποτε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στις άλλες επιχειρήσεις.
(407)Λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία που έχει η εξασφάλιση της ασφάλειας δικαίου και προκειμένου να προαχθεί η ρυθμιστική προβλεψιμότητα για την παροχή ενός ασφαλούς περιβάλλοντος για τις επενδύσεις, ιδίως για νέες ασύρματες ευρυζωνικές επικοινωνίες, οποιοσδήποτε περιορισμός ή ανάκληση υφιστάμενων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος ή πόρων αριθμοδότησης ή δικαιώματος εγκατάστασης ευκολιών θα πρέπει να υπόκειται σε προβλέψιμες και διαφανείς αιτιολογήσεις και διαδικασίες. Ως εκ τούτου, θα μπορούσαν να επιβάλλονται αυστηρότερες απαιτήσεις ή μηχανισμός κοινοποίησης, όταν έχουν ανατεθεί δικαιώματα χρήσης βάσει ανταγωνιστικών ή συγκριτικών διαδικασιών και στην περίπτωση των εναρμονισμένων ζωνών ραδιοφάσματος προς χρήση για υπηρεσίες ασύρματων ευρυζωνικών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Οι αιτιολογήσεις σχετικά με την αποτελεσματική και αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος και την τεχνολογική εξέλιξη θα μπορούσαν να στηρίζονται στα τεχνικά μέτρα εφαρμογής που θεσπίζονται δυνάμει της απόφασης αριθ. 676/2002/ΕΚ. Επιπλέον, εκτός εάν οι προτεινόμενες τροποποιήσεις είναι ήσσονος σημασίας, εφόσον οι γενικές άδειες και τα μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος χρειάζεται να περιοριστούν, να ανακληθούν ή να τροποποιηθούν χωρίς τη συγκατάθεση του κατόχου του δικαιώματος, αυτό μπορεί να γίνει ύστερα από διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη. Δεδομένου ότι οι περιορισμοί ή η ανάκληση γενικών αδειών ή δικαιωμάτων μπορεί να έχουν σημαντικές συνέπειες για τους κατόχους τους, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να προσέχουν ιδιαίτερα και να αξιολογούν εκ των προτέρων τη δυνητική βλάβη που ενδέχεται να προκαλέσουν αυτά τα μέτρα πριν από την έγκρισή τους.
(408)Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να παρακολουθούν και να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση με τους όρους και τις προϋποθέσεις της γενικής άδειας ραδιοφάσματος και των δικαιωμάτων χρήσης και ιδίως να διασφαλίζουν την αποτελεσματική και αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος, καθώς και τη συμμόρφωση με υποχρεώσεις κάλυψης και ποιότητας υπηρεσιών, μέσω διοικητικών κυρώσεων, συμπεριλαμβανομένων οικονομικών κυρώσεων και ασφαλιστικών μέτρων και ανακλήσεων δικαιωμάτων χρήσης σε περίπτωση παραβίασης των εν λόγω όρων και προϋποθέσεων. Οι επιχειρήσεις θα πρέπει να παρέχουν, κατά το δυνατό, τις πλέον ακριβείς και ολοκληρωμένες πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές για να τους παρέχουν τη δυνατότητα να εκπληρώνουν τα οικεία καθήκοντα εποπτείας.
(409)Κάθε μέρος το οποίο αποτελεί αποδέκτη απόφασης αρμόδιας αρχής, συμπεριλαμβανομένης της απόφασης μη εξέτασης αιτήσεων για τη χορήγηση δικαιωμάτων εγκατάστασης ευκολιών, θα πρέπει να έχει το δικαίωμα προσφυγής σε όργανο ανεξάρτητο από τα εμπλεκόμενα μέρη και από οποιαδήποτε εξωτερική παρέμβαση ή πολιτική πίεση. Η εν λόγω διαδικασία προσφυγής δεν θα πρέπει να θίγει τον καταμερισμό των αρμοδιοτήτων εντός των εθνικών δικαστικών συστημάτων και τα δικαιώματα νομικών οντοτήτων ή φυσικών προσώπων βάσει του εθνικού δικαίου. Σε κάθε περίπτωση, τα κράτη μέλη θα πρέπει να παρέχουν αποτελεσματικό έλεγχο νομιμότητας έναντι τέτοιων αποφάσεων.
(410)Προκειμένου να διασφαλισθεί ασφάλεια δικαίου για τους συντελεστές της αγοράς, τα όργανα προσφυγής θα πρέπει να εκτελούν αποτελεσματικά τα καθήκοντά τους. Συγκεκριμένα, οι διαδικασίες προσφυγής θα πρέπει ιδίως να μην έχουν υπερβολικά μεγάλη διάρκεια. Προσωρινά μέτρα με τα οποία αναστέλλονται τα αποτελέσματα της απόφασης αρμόδιας αρχής θα πρέπει να λαμβάνονται μόνον όταν συντρέχει επείγουσα ανάγκη για την αποτροπή σοβαρής και ανεπανόρθωτης βλάβης του μέρους που αιτείται τη λήψη των εν λόγω μέτρων και μόνο εφόσον τούτο απαιτείται από τη στάθμιση των συμφερόντων.
(411)Προκειμένου να διασφαλιστούν ενιαίοι όροι εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες έκδοσης αποφάσεων για την επίλυση διασυνοριακών επιβλαβών παρεμβολών μεταξύ των κρατών μελών· για να προσδιορίσει μια εναρμονισμένη ή συντονισμένη προσέγγιση με σκοπό την αντιμετώπιση της ασυνεπούς εφαρμογής των γενικών ρυθμιστικών προσεγγίσεων εκ μέρους των εθνικών ρυθμιστικών αρχών σχετικά με τη ρύθμιση των αγορών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, καθώς και θεμάτων σχετικών με την αριθμοδότηση, συμπεριλαμβανομένων των πεδίων αριθμών, της φορητότητας αριθμών και των αναγνωριστικών, και θεμάτων σχετικών με τα συστήματα μετατροπής αριθμών και διευθύνσεων και την πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης μέσω του ενιαίου ευρωπαϊκού αριθμού έκτακτης ανάγκης «112»· για να καθιστά υποχρεωτική την εφαρμογή προτύπων ή προδιαγραφών ή για να αφαιρεί πρότυπα ή προδιαγραφές από το υποχρεωτικό μέρος του καταλόγου προτύπων· για να εγκρίνει τα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα για την κατάλληλη διαχείριση του κινδύνου όσον αφορά την ασφάλεια των δικτύων και υπηρεσιών, καθώς και τις συνθήκες, τη μορφή και τις διαδικασίες που εφαρμόζονται στην κοινοποίηση των συμβάντων ασφάλειας· για να προσδιορίζει σχετικές λεπτομέρειες που αφορούν εμπορεύσιμα μεμονωμένα δικαιώματα δημοσιοποιημένα σε τυποποιημένη ηλεκτρονική μορφή κατά τη δημιουργία των δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος· για να προσδιορίζει τα φυσικά και τεχνικά χαρακτηριστικά των σημείων ασύρματης πρόσβασης μικρής εμβέλειας· για να εξουσιοδοτεί ή να εμποδίζει μία εθνική ρυθμιστική αρχή να επιβάλλει ορισμένες υποχρεώσεις πρόσβασης ή διασύνδεσης στις επιχειρήσεις που έχουν οριστεί ως κατέχουσες σημαντική ισχύ στην αγορά· για να εναρμονίζει συγκεκριμένους αριθμούς ή πεδία αριθμοδότησης για την αντιμετώπιση της μη καλυπτόμενης διασυνοριακής ή πανευρωπαϊκής ζήτησης πόρων αριθμοδότησης· και για να καθορίζει το υπόδειγμα συνοπτικής σύμβασης που πρέπει να παρέχεται στους καταναλωτές. Οι εν λόγω αρμοδιότητες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.
(412)Η δημοσίευση πληροφοριών από τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζει ότι οι συντελεστές της αγοράς και οι ενδεχόμενοι νεοεισερχόμενοι σε αυτήν κατανοούν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και γνωρίζουν πού να αναζητούν τις σχετικές λεπτομερείς πληροφορίες. Η δημοσίευση στην εθνική επίσημη εφημερίδα επιτρέπει στα ενδιαφερόμενα μέρη σε άλλα κράτη μέλη να εντοπίζουν τις σχετικές πληροφορίες.
(413)Προκειμένου να καθοριστεί η σωστή εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου, η Επιτροπή είναι ανάγκη να γνωρίζει ποιες επιχειρήσεις έχουν οριστεί ως κατέχουσες σημαντική ισχύ στην αγορά και ποιες υποχρεώσεις έχουν επιβληθεί στους συντελεστές της αγοράς από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές. Συνεπώς, εκτός από τη δημοσίευση των εν λόγω πληροφοριών σε εθνικό επίπεδο, είναι αναγκαία και η υποβολή των πληροφοριών αυτών από τα κράτη μέλη στην Επιτροπή. Όταν τα κράτη μέλη υποχρεούνται να αποστέλλουν πληροφορίες στην Επιτροπή, οι πληροφορίες αυτές θα πρέπει να μπορούν να αποστέλλονται με ηλεκτρονικά μέσα, εφόσον έχουν συμφωνηθεί κατάλληλες διαδικασίες επαλήθευσης.
(414)Η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάζει τακτικά τη λειτουργία του παρόντος κανονισμού, ιδίως προκειμένου να καθορίζεται η ανάγκη τροποποιήσεων υπό το πρίσμα των μεταβαλλόμενων συνθηκών στην τεχνολογία ή τις αγορές. Κατά τις αξιολογήσεις της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή θα πρέπει να εκτιμά κατά πόσον, αναλόγως των εξελίξεων της αγοράς και σε συνάρτηση με τον ανταγωνισμό και την προστασία των καταναλωτών, εξακολουθεί να υφίσταται η ανάγκη για τις διατάξεις που αφορούν ειδική κατά τομέα προληπτική ρύθμιση ή αν χρειάζεται τροποποίηση ή κατάργηση των εν λόγω διατάξεων.
(415)Ζητήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 42 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725, η γνώμη του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, ο οποίος γνωμοδότησε στις [ΗΗ Μήνας 2026].
(416)Είναι αναγκαίο να προβλεφθεί μεταβατική περίοδος ώστε η Επιτροπή να θεσπίσει το καθεστώς χορήγησης ενωσιακών δορυφορικών αδειών, το οποίο θα πρέπει να αντικαταστήσει τις εθνικές άδειες. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η Επιτροπή θα πρέπει να καθορίσει τους όρους που ισχύουν για την παροχή δορυφορικών δικτύων και υπηρεσιών δορυφορικών επικοινωνιών και τη χρήση του ραδιοφάσματος και να θεσπίσει τη διαδικασία υποβολής, από τις επιχειρήσεις, των αιτήσεων χορήγησης ενωσιακής άδειας, μεταξύ άλλων τα χρονοδιαγράμματα και τις πρακτικές λεπτομέρειες. Επιπλέον, θα πρέπει να υπάρχει επαρκής χρόνος ώστε οι κάτοχοι δικαιωμάτων χρήσης ή οι χρήστες ραδιοφάσματος βάσει του εθνικού δικαίου να αιτηθούν ενωσιακή άδεια και η Επιτροπή να διεκπεραιώσει τα εν λόγω αιτήματα.
ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:
1.ΜΕΡΟΣ I — ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ, ΣΤΟΧΟΙ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ
Άρθρο 1
Αντικείμενο
1.Ο παρών κανονισμός θεσπίζει κανόνες για την παροχή δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συναφών ευκολιών και συναφών υπηρεσιών, για τον στρατηγικό σχεδιασμό και τη διαχείριση του ραδιοφάσματος, καθώς και για ορισμένες πτυχές του τερματικού εξοπλισμού.
2.Ο παρών κανονισμός θεσπίζει επίσης πλαίσιο διακυβέρνησης για τον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, το οποίο αποτελείται από τις εθνικές ρυθμιστικές και άλλες αρμόδιες αρχές, τον Φορέα Ευρωπαϊκών Ρυθμιστικών Αρχών για τις Ηλεκτρονικές Επικοινωνίες (στο εξής: BEREC), τον Φορέα για την Πολιτική Ραδιοφάσματος (στο εξής: RSPB) και την Υπηρεσία Ψηφιακών Δικτύων (στο εξής: ODN), καθορίζοντας τα καθήκοντα του BEREC, του RSPB και της ODN, καθώς και εκείνα των εθνικών ρυθμιστικών αρχών και, κατά περίπτωση, άλλων αρμόδιων αρχών, και θεσπίζει σύνολο διαδικασιών για την εφαρμογή του σχετικού νομικού πλαισίου σε ολόκληρη την Ένωση.
Άρθρο 2
Ορισμοί
Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
1)«δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών»: τα συστήματα μετάδοσης, είτε βασίζονται σε χωρητικότητα μόνιμων υποδομών ή κεντρικής διαχείρισης είτε όχι, και, κατά περίπτωση, ο εξοπλισμός μεταγωγής ή δρομολόγησης και οι λοιποί πόροι, περιλαμβανομένων μη ενεργών στοιχείων δικτύου, που επιτρέπουν τη μεταφορά σημάτων μέσω καλωδίου, ραδιοσημάτων, οπτικού ή άλλου ηλεκτρομαγνητικού μέσου, περιλαμβανομένων των δορυφορικών δικτύων, των σταθερών και κινητών δικτύων, των συστημάτων ηλεκτρικών καλωδίων, εφόσον χρησιμοποιούνται για τη μετάδοση σημάτων, των δικτύων που χρησιμοποιούνται για ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές, καθώς και των δικτύων καλωδιακής τηλεόρασης, ασχέτως του τύπου των μεταφερόμενων πληροφοριών·
2)«δίκτυο gigabit»: είτε δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών που αποτελείται εξ ολοκλήρου από στοιχεία οπτικών ινών έως το σημείο τερματισμού του δικτύου, είτε δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών που είναι ικανό να σημειώνει, υπό τις συνήθεις συνθήκες ωρών αιχμής, παρόμοιες επιδόσεις δικτύου όσον αφορά το διαθέσιμο εύρος ζώνης ανερχόμενης και κατερχόμενης ζεύξης, την ανθεκτικότητα, τις σχετικές με τα σφάλματα παραμέτρους, καθώς και τον χρόνο αναμονής και τη διακύμανσή του·
ο ορισμός αυτός αντικαθιστά τον ορισμό του «δικτύου πολύ υψηλής χωρητικότητας» του άρθρου 2 σημείο 2) της οδηγίας (ΕΕ) 2018/1972·
3)«υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών»: οι υπηρεσίες που παρέχονται συνήθως έναντι αμοιβής μέσω δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και των οποίων η παροχή περιλαμβάνει, με εξαίρεση τις υπηρεσίες που παρέχουν περιεχόμενο μεταδιδόμενο με χρήση δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή που ασκούν έλεγχο επί του περιεχομένου, τις ακόλουθες υπηρεσίες:
α)υπηρεσίες πρόσβασης στο διαδίκτυο·
β)υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών·
γ)υπηρεσίες που συνίστανται, εν όλω ή εν μέρει, στη μεταφορά σημάτων όπως οι υπηρεσίες μετάδοσης που χρησιμοποιούνται για την παροχή διαμηχανικών υπηρεσιών και για την ευρυεκπομπή·
4)«εξυπηρετούμενες εγκαταστάσεις»: εγκαταστάσεις τελικού χρήστη για τις οποίες ο φορέας εκμετάλλευσης έχει αναπτύξει το οικείο δίκτυο πρόσβασης έως το σημείο εξυπηρέτησης (δηλαδή το πρώτο σημείο συγκέντρωσης ή διανομής που προορίζεται για την εξυπηρέτηση των εν λόγω εγκαταστάσεων), κατά τρόπο ώστε, από την παραλαβή του αιτήματος, ο φορέας εκμετάλλευσης να μπορεί να καθιστά διαθέσιμη την υπηρεσία πρόσβασης εντός τεσσάρων εβδομάδων με εύλογη πρόσθετη κατασκευή (δηλαδή εκτελώντας μόνο την τυποποιημένη ειδική για τις εγκαταστάσεις τελική σύνδεση και ενεργοποίηση, χωρίς να επεκτείνει το δίκτυο πρόσβασης πέραν του σημείου εξυπηρέτησης·
5)«συνδεδεμένες εγκαταστάσεις»: εγκαταστάσεις τελικού χρήστη στις οποίες η υποδομή του δικτύου πρόσβασης έχει επεκταθεί φυσικά από το σημείο εξυπηρέτησης και τερματίζεται εντός των εγκαταστάσεων του τελικού χρήστη·
6)«βασική υπηρεσία που παρέχεται μέσω δικτύου χαλκού»: υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών που παρέχεται μέσω παραδοσιακής υποδομής πρόσβασης από χαλκό στον βαθμό που υποστηρίζει βασικές λειτουργίες ή λειτουργίες πρωταρχικής σημασίας, όπως επικοινωνίες έκτακτης ανάγκης, συστήματα τηλεβοήθειας, συστήματα συναγερμού, ελέγχου και παρακολούθησης, που χρησιμοποιούνται στους τομείς της ύδρευσης, της ενέργειας και των μεταφορών·
7)«υπηρεσία πρόσβασης στο διαδίκτυο»: δημοσίως διαθέσιμη υπηρεσία που παρέχει πρόσβαση στο διαδίκτυο και, ως εκ τούτου, συνδετικότητα σε όλα ουσιαστικά τα τερματικά σημεία διαδικτύου, ανεξάρτητα από την τεχνολογία δικτύου και τον τερματικό εξοπλισμό που χρησιμοποιείται·
8)«υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών»: οι υπηρεσίες που παρέχονται συνήθως έναντι αμοιβής και με τις οποίες παρέχεται η δυνατότητα απευθείας διαπροσωπικής και διαδραστικής ανταλλαγής πληροφοριών μέσω δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών μεταξύ πεπερασμένου αριθμού προσώπων, κατά την οποία τα πρόσωπα που αρχίζουν την επικοινωνία ή συμμετέχουν σε αυτήν καθορίζουν τον αποδέκτη ή τους αποδέκτες της και δεν περιλαμβάνουν υπηρεσίες με τις οποίες παρέχεται η δυνατότητα διαπροσωπικής και διαδραστικής επικοινωνίας απλώς ως έλασσον χαρακτηριστικό που συνδέεται άρρηκτα με άλλη υπηρεσία·
9)«υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών»: οι υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών που συνδέονται με δημόσια εκχωρούμενους πόρους αριθμοδότησης, δηλαδή με αριθμό ή αριθμούς που υπάρχουν σε εθνικά ή διεθνή σχέδια αριθμοδότησης, ή που παρέχουν τη δυνατότητα επικοινωνίας με αριθμό ή αριθμούς που υπάρχουν σε εθνικά ή διεθνή σχέδια αριθμοδότησης·
10)«υπηρεσία διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών»: η υπηρεσία διαπροσωπικών επικοινωνιών η οποία δεν συνδέεται με δημόσια εκχωρούμενους πόρους αριθμοδότησης, δηλαδή με αριθμό ή αριθμούς που υπάρχουν σε εθνικά ή διεθνή σχέδια αριθμοδότησης, ή η οποία δεν παρέχει τη δυνατότητα επικοινωνίας με αριθμό ή αριθμούς που υπάρχουν σε εθνικά ή διεθνή σχέδια αριθμοδότησης·
11)«δημόσιο δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών»: το δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών, το οποίο χρησιμοποιείται, εξ ολοκλήρου ή κυρίως, για την παροχή δημοσίως διαθέσιμων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που υποστηρίζουν τη μεταφορά πληροφοριών μεταξύ σημείων τερματισμού δικτύου·
12)«σημείο τερματισμού δικτύου»: το υλικό σημείο στο οποίο παρέχεται στον τελικό χρήστη πρόσβαση στο δημόσιο δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών και το οποίο, στην περίπτωση δικτύων που αφορούν μεταγωγή ή δρομολόγηση, καθορίζεται μέσω ειδικής διεύθυνσης δικτύου, η οποία μπορεί να συνδέεται με το όνομα ή τον αριθμό του τελικού χρήστη·
13)«συναφείς ευκολίες»: οι συναφείς υπηρεσίες, οι υλικές υποδομές και άλλες εγκαταστάσεις ή στοιχεία που σχετίζονται με δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών και καθιστούν δυνατή ή στηρίζουν την παροχή υπηρεσιών μέσω του εν λόγω δικτύου ή υπηρεσίας ή έχουν τη δυνατότητα αυτή, περιλαμβάνουν δε κτίρια ή εισόδους κτιρίων, καλωδιώσεις κτιρίων, κεραίες, πύργους και άλλες φέρουσες κατασκευές, αγωγούς, σωληνώσεις, ιστούς, φρεάτια και κυτία σύνδεσης·
14)«συναφής υπηρεσία»: η υπηρεσία που σχετίζεται με δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών και καθιστά δυνατή ή στηρίζει την παροχή, την παροχή με ίδια μέσα ή την αυτοματοποιημένη παροχή υπηρεσίας μέσω του εν λόγω δικτύου ή υπηρεσίας ή έχει τη δυνατότητα αυτή, περιλαμβάνει δε συστήματα μετατροπής αριθμών ή συστήματα που παρέχουν παρόμοιες λειτουργικές δυνατότητες, συστήματα υπό όρους πρόσβασης και ηλεκτρονικούς οδηγούς προγραμμάτων (ΗΟΠ), καθώς και άλλες υπηρεσίες όπως υπηρεσία ταυτοποίησης, εντοπισμού θέσης και παρουσίας·
15)«σύστημα υπό όρους πρόσβασης»: κάθε τεχνικό μέτρο, σύστημα ταυτοποίησης και/ή ρύθμιση, όπου η πρόσβαση σε προστατευόμενη υπηρεσία ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης σε κατανοητή μορφή, εξαρτάται από τη συνδρομή ή κάποια άλλη μορφή προγενέστερης επιμέρους άδειας·
16)«χρήστης»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που χρησιμοποιεί ή ζητά δημοσίως διαθέσιμη υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών·
17)«τελικός χρήστης»: χρήστης που δεν παρέχει δημόσια δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή δημοσίως διαθέσιμες υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών·
18)«καταναλωτής»: κάθε φυσικό πρόσωπο που χρησιμοποιεί ή ζητά δημοσίως διαθέσιμη υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών για σκοπούς που δεν εμπίπτουν στο πεδίο της εμπορικής, επιχειρηματικής, βιοτεχνικής ή επαγγελματικής του δραστηριότητας·
19)«παροχή δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών»: η σύσταση, η λειτουργία, ο έλεγχος και η διάθεση τέτοιων δικτύων·
20)«διεπαφή προγραμματισμού εφαρμογών» ή «ΔΠΕ»: η διεπαφή λογισμικού μεταξύ των εφαρμογών, τις οποίες θέτουν σε διάθεση οι ραδιοτηλεοπτικοί φορείς ή οι πάροχοι υπηρεσιών, και των πόρων στους μετατροπείς-αποκωδικοποιητές που προορίζονται για σύνδεση σε τηλεοπτικούς δέκτες ή σε σύνθετους ψηφιακούς τηλεοπτικούς ή ραδιοφωνικούς δέκτες·
21)«κατανομή ραδιοφάσματος»: ο καθορισμός δεδομένης ζώνης ραδιοφάσματος προς χρήση ενός ή περισσότερων τύπων ραδιοεπικοινωνιακών υπηρεσιών, κατά περίπτωση, υπό ειδικές συνθήκες·
22)«επιβλαβείς παρεμβολές»: οι παρεμβολές οι οποίες θέτουν σε κίνδυνο τη λειτουργία υπηρεσίας ραδιοπλοήγησης ή άλλων υπηρεσιών ασφάλειας ή οι οποίες, καθ’ οποιονδήποτε τρόπο, υποβαθμίζουν σοβαρά, εμποδίζουν ή επανειλημμένα διακόπτουν μια ραδιοεπικοινωνιακή υπηρεσία που λειτουργεί σύμφωνα με τους εφαρμοστέους διεθνείς, ενωσιακούς ή εθνικούς κανονισμούς·
23)«γενική άδεια»: νομικό πλαίσιο που εξασφαλίζει δικαιώματα και θεσπίζει υποχρεώσεις για την παροχή δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών στην εσωτερική αγορά, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό·
24)«σημείο ασύρματης πρόσβασης μικρής εμβέλειας»: ο εξοπλισμός ασύρματης πρόσβασης σε δίκτυο χαμηλής ισχύος μικρού μεγέθους που λειτουργεί σε μικρή εμβέλεια, χρησιμοποιώντας ραδιοφάσμα για το οποίο έχει χορηγηθεί άδεια, ραδιοφάσμα εξαιρούμενο από την αδειοδότηση ή συνδυασμό αυτών, ο οποίος μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέρος δημόσιου δικτύου ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ο οποίος μπορεί να είναι εξοπλισμένος με μία ή περισσότερες κεραίες περιορισμένης οπτικής ενόχλησης και ο οποίος επιτρέπει την ασύρματη πρόσβαση από τους χρήστες σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ανεξάρτητα από την τοπολογία του υφιστάμενου δικτύου, είτε κινητού είτε σταθερού·
25)«ασύρματο τοπικό δίκτυο» ή «RLAN»: το σύστημα ασύρματης πρόσβασης χαμηλής ισχύος, που λειτουργεί σε μικρή εμβέλεια, με χαμηλό κίνδυνο παρεμβολών σε άλλα τέτοια συστήματα που έχουν αναπτυχθεί σε μικρή απόσταση από άλλους χρήστες, χρησιμοποιώντας, σε μη αποκλειστική βάση, εναρμονισμένο ραδιοφάσμα·
26)«εναρμονισμένο ραδιοφάσμα»: το ραδιοφάσμα για το οποίο έχουν καθοριστεί εναρμονισμένες τεχνικές προϋποθέσεις σχετικά με τη διαθεσιμότητα και την αποτελεσματική χρήση του μέσω μέτρου εφαρμογής σύμφωνα με το άρθρο 4 της απόφασης αριθ. 676/2002/ΕΚ·
27)«κοινή χρήση ραδιοφάσματος» ή «μεριζόμενη χρήση ραδιοφάσματος»: η πρόσβαση, σε ισότιμη ή ιεραρχική σειρά προστασίας, δύο ή περισσότερων τεχνολογιών ή χρηστών, στις ίδιες ζώνες ή διαύλους ραδιοφάσματος, για τον σκοπό της διασφάλισης της αποδοτικής χρήσης του, η οποία μπορεί να βασίζεται σε καθορισμένη συμφωνία κοινής χρήσης (μερισμού) μεταξύ των χρηστών, να επιτρέπεται βάσει γενικής άδειας, μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος ή συνδυασμού αυτών· περιλαμβάνει ρυθμιστικές προσεγγίσεις, όπως η άδεια μεριζόμενης πρόσβασης, ώστε να εξασφαλίζονται για όλους τους χρήστες προβλέψιμοι και αξιόπιστοι όροι μερισμού·
28)«πρόσβαση»: η διάθεση ευκολιών ή υπηρεσιών σε άλλη επιχείρηση, βάσει καθορισμένων όρων, είτε σε αποκλειστική είτε σε μη αποκλειστική βάση, για τον σκοπό παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, υπηρεσιών της κοινωνίας των πληροφοριών ή υπηρεσιών περιεχομένου ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών· καλύπτει, μεταξύ άλλων: την πρόσβαση σε δίκτυα και σε στοιχεία δικτύου ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφείς ευκολίες, που μπορούν να αφορούν τη σύνδεση εξοπλισμού διά σταθερών ή μη σταθερών μέσων (εν προκειμένω περιλαμβάνονται συγκεκριμένα η πρόσβαση στον τοπικό βρόχο και σε ευκολίες και υπηρεσίες απαραίτητες για την παροχή υπηρεσιών μέσω τοπικού βρόχου)· την πρόσβαση σε υλική υποδομή, μεταξύ άλλων κτίρια, σωλήνες και ιστούς· την πρόσβαση σε συναφή συστήματα λογισμικού, μεταξύ άλλων συστήματα λειτουργικής υποστήριξης· την πρόσβαση στα συστήματα πληροφοριών ή στις βάσεις δεδομένων για προπαραγγελία, εφοδιασμό, παραγγελία, αιτήσεις συντήρησης και επισκευής, και για τιμολόγηση· την πρόσβαση σε μετάφραση αριθμών ή σε συστήματα που παρέχουν ισοδύναμες λειτουργικές δυνατότητες· την πρόσβαση σε σταθερά και κινητά δίκτυα, ιδίως για περιαγωγή· την πρόσβαση σε συστήματα υπό όρους πρόσβασης για υπηρεσίες ψηφιακής τηλεόρασης, και την πρόσβαση σε υπηρεσίες εικονικού δικτύου·
29)«διασύνδεση»: ειδικός τύπος πρόσβασης που εφαρμόζεται μεταξύ παρόχων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών μέσω φυσικής και λογικής ζεύξης δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών που χρησιμοποιούνται από την ίδια ή διαφορετική επιχείρηση προκειμένου να παρέχεται στους χρήστες μιας επιχείρησης η δυνατότητα να επικοινωνούν με χρήστες της ίδιας ή άλλης επιχείρησης ή να έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες που παρέχονται από άλλη επιχείρηση όταν οι υπηρεσίες αυτές παρέχονται από τα εμπλεκόμενα μέρη ή από άλλα μέρη που έχουν πρόσβαση στο δίκτυο·
30)«φορέας εκμετάλλευσης»: η επιχείρηση που παρέχει ή της επιτρέπεται να παρέχει ένα δημόσιο δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή μια συναφή ευκολία·
31)«τοπικός βρόχος»: φυσική διαδρομή που χρησιμοποιείται από σήματα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συνδέει το σημείο τερματισμού του δικτύου με κεντρικό κατανεμητή ή με την αντίστοιχη ευκολία στο σταθερό δημόσιο δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών·
32)«κλήση»: σύνδεση που πραγματοποιείται μέσω δημοσίως διαθέσιμης υπηρεσίας διαπροσωπικών επικοινωνιών που επιτρέπει αμφίδρομη επικοινωνία ομιλίας σε πραγματικό χρόνο·
33)«υπηρεσία φωνητικών επικοινωνιών»: δημοσίως διαθέσιμη υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών για τη δημιουργία και τη λήψη, άμεσα ή έμμεσα, εθνικών κλήσεων ή εθνικών και διεθνών κλήσεων, μέσω αριθμού ή αριθμών που υπάρχουν σε εθνικό ή διεθνές σχέδιο αριθμοδότησης·
34)«γεωγραφικός αριθμός»: αριθμός ο οποίος περιλαμβάνεται στο εθνικό σχέδιο αριθμοδότησης, μέρος της ακολουθίας των ψηφίων του οποίου έχει γεωγραφική σημασία και χρησιμοποιείται για τη δρομολόγηση κλήσεων προς τον φυσικό τόπο του σημείου τερματισμού δικτύου·
35)«μη γεωγραφικός αριθμός»: αριθμός που περιλαμβάνεται στο εθνικό σχέδιο αριθμοδότησης και δεν είναι γεωγραφικός αριθμός, όπως αριθμοί κινητών τηλεφώνων, αριθμοί ατελούς κλήσης και αριθμοί πρόσθετου τέλους·
36)«υπηρεσίες πλήρους συνομιλίας»: υπηρεσίες συνομιλίας σε πραγματικό χρόνο με χρήση πολυμέσων που παρέχουν αμφίδρομη συμμετρική μεταφορά βίντεο κίνησης σε πραγματικό χρόνο, καθώς και κειμένου και φωνής σε πραγματικό χρόνο μεταξύ δύο χρηστών που βρίσκονται σε δύο ή περισσότερες τοποθεσίες·
37)«κέντρο λήψης κλήσεων έκτακτης ανάγκης» ή «PSAP»: η φυσική τοποθεσία όπου λαμβάνονται επικοινωνίες έκτακτης ανάγκης, υπό την ευθύνη δημόσιας αρχής ή ιδιωτικού οργανισμού που αναγνωρίζεται από το κράτος μέλος·
38)«πλέον κατάλληλο PSAP»: PSAP το οποίο έχει συσταθεί από τις αρμόδιες αρχές, προς το οποίο δρομολογούνται επικοινωνίες έκτακτης ανάγκης και το οποίο είναι αρμόδιο να διαβιβάζει συναφείς πληροφορίες σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης από τη σχετική περιοχή παρέμβασης·
39)«επικοινωνίες έκτακτης ανάγκης»: οι επικοινωνίες μέσω υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών μεταξύ του τελικού χρήστη και του PSAP με στόχο να ζητηθεί και να ληφθεί βοήθεια έκτακτης ανάγκης από υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης·
40)«αποτελεσματικές επικοινωνίες έκτακτης ανάγκης»: επικοινωνίες έκτακτης ανάγκης που διασφαλίζουν την έγκαιρη επικοινωνία μεταξύ του τελικού χρήστη και του πλέον κατάλληλου PSAP και καθιστούν εγκαίρως διαθέσιμες συναφείς πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών για τον εντοπισμό του καλούντος·
41)«συναφείς πληροφορίες»: οι πληροφορίες που διαβιβάζονται μέσω επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης από τον τελικό χρήστη ή αντλούνται και μεταδίδονται αυτόματα από τον τερματικό εξοπλισμό του τελικού χρήστη ή το σχετικό δίκτυο, ώστε να είναι δυνατός ο έγκαιρος εντοπισμός των μέσων παρέμβασης των υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης και η ταχεία άφιξη των υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης στον τόπο παρέμβασης·
42)«υπηρεσία έκτακτης ανάγκης»: η υπηρεσία, που αναγνωρίζεται ως τέτοια από το κράτος μέλος, η οποία παρέχει άμεση και ταχεία συνδρομή σε καταστάσεις όπου υπάρχει, ιδίως, άμεσος κίνδυνος για τη ζωή ή τη σωματική ακεραιότητα, την ατομική ή δημόσια υγεία ή την ασφάλεια, την ιδιωτική ή δημόσια περιουσία ή για το περιβάλλον, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο·
43)«πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος»: τα υπό επεξεργασία δεδομένα, σε δημόσιο δίκτυο κινητής τηλεφωνίας, που προέρχονται από την υποδομή δικτύου ή από χειροσυσκευές και που υποδεικνύουν τη γεωγραφική θέση του κινητού τερματικού εξοπλισμού του τελικού χρήστη και, σε δημόσιο δίκτυο σταθερής τηλεφωνίας, τα δεδομένα σχετικά με τη φυσική διεύθυνση του σημείου τερματισμού του δικτύου·
44)«τερματικός εξοπλισμός»: ο εξοπλισμός τερματικών κατά την έννοια του άρθρου 1 σημείο 1) της οδηγίας 2008/63/ΕΚ της Επιτροπής·
45)«υπηρεσίες δορυφορικών επικοινωνιών»: υπηρεσίες για την παροχή των οποίων χρησιμοποιείται, εν όλω ή εν μέρει, η εγκατάσταση ραδιοεπικοινωνίας από δορυφορικούς σταθμούς εδάφους ή τα συμπληρωματικά επίγεια και εναέρια σκέλη τους προς διαστημικό σταθμό («ανερχόμενες ζεύξεις») και/ή εγκατάσταση ραδιοεπικοινωνίας από διαστημικό σταθμό προς δορυφορικούς σταθμούς εδάφους ή τα συμπληρωματικά επίγεια και εναέρια σκέλη τους («κατερχόμενες ζεύξεις»)·
46)«παροχή δορυφορικών δικτύων»: η εγκατάσταση και λειτουργία δορυφορικών συστημάτων, δορυφορικών σταθμών εδάφους και, κατά περίπτωση, των συμπληρωματικών επίγειων και εναέριων σκελών τους·
47)«δορυφορικός σταθμός εδάφους»: εξοπλισμός στη Γη, ο οποίος μπορεί να χρησιμοποιηθεί είτε μόνο για μετάδοση («εκπομπή»), είτε για μετάδοση και λήψη («εκπομπή/λήψη»), είτε μόνο για λήψη («μόνο λήψη») σημάτων ραδιοεπικοινωνίας μέσω δορυφόρων ή άλλων διαστημικών συστημάτων. Ο όρος περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, σταθμούς εδάφους, τερματικούς σταθμούς και επίγειο εξοπλισμό που απαιτείται για την επικοινωνία με δορυφόρους ή άλλους διαστημικούς σταθμούς·
48)«συμπληρωματικά επίγεια και εναέρια σκέλη»: σταθμοί εδάφους ή εναέριοι σταθμοί δορυφορικών δικτύων που χρησιμοποιούνται σε σταθερές ή μεταβαλλόμενες θέσεις, προκειμένου να βελτιωθεί η διαθεσιμότητα υπηρεσιών δορυφορικών επικοινωνιών σε γεωγραφικές περιοχές εντός του ίχνους του δορυφόρου ή των δορυφόρων του συστήματος, όπου οι επικοινωνίες με έναν ή περισσότερους διαστημικούς σταθμούς δεν μπορούν να εξασφαλιστούν με την απαιτούμενη ποιότητα·
49)«δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα»: δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα όπως ορίζονται στο άρθρο 4 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679·
50)«συγκατάθεση»: συγκατάθεση όπως ορίζεται στο άρθρο 4 σημείο 11) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.
Άρθρο 3
Γενικοί στόχοι και αρχές
1.Στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού, τα κράτη μέλη, οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές, καθώς και ο BEREC, ο RSPB, η ODN και η Επιτροπή επιδιώκουν, σύμφωνα με τις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους, την επίτευξη των ακόλουθων γενικών στόχων, οι οποίοι παρατίθενται χωρίς σειρά προτεραιότητας:
α)να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα του τομέα της συνδεσιμότητας και του κλάδου γενικότερα, διευκολύνοντας τις επενδύσεις σε προηγμένες ψηφιακές υποδομές, συμπεριλαμβανομένων λύσεων που βασίζονται στο υπολογιστικό νέφος και την ΤΝ, καθιστώντας δυνατή την παροχή καινοτόμων υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων αξιόπιστων υπηρεσιών εγγυημένης ποιότητας, και διευκολύνοντας τη συνεργασία μεταξύ παραγόντων του ευρύτερου ψηφιακού οικοσυστήματος·
β)να αναπτύξουν ενιαία αγορά ηλεκτρονικών επικοινωνιών που διευκολύνει τη διασυνοριακή λειτουργία δικτύων και παροχή υπηρεσιών εντός της Ένωσης, την ανάπτυξη διευρωπαϊκών ψηφιακών δικτύων και την παροχή καινοτόμων δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συμπεριλαμβανομένων των πανευρωπαϊκών υπηρεσιών δορυφορικών επικοινωνιών·
γ)να ενισχύσουν την ανθεκτικότητα και την ετοιμότητα των δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε επίπεδο Ένωσης, προωθώντας τη συνεργασία μεταξύ δημόσιων αρχών και παρόχων δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών κατά την ανάπτυξη των αναγκαίων ικανοτήτων ανθεκτικότητας και κατά την κατοχύρωση των συμφερόντων ασφάλειας και άμυνας της Ένωσης και των κρατών μελών της·
δ)να προωθήσουν τις επενδύσεις στη συνδεσιμότητα και την ευρεία διαθεσιμότητα, την πρόσβαση και τη χρήση δικτύων gigabit, συμπεριλαμβανομένων των σταθερών, κινητών και ασύρματων δικτύων, προς όφελος όλων των πολιτών και των επιχειρήσεων της Ένωσης, όσον αφορά την τιμή, την ποιότητα και τις επιλογές·
ε)να εξασφαλίσουν την παροχή υψηλής ποιότητας, οικονομικά προσιτών και δημοσίως διαθέσιμων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε όλους τους τελικούς χρήστες μέσω του αποτελεσματικού ανταγωνισμού στα δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και τις συναφείς ευκολίες, συμπεριλαμβανομένου του αποτελεσματικού ανταγωνισμού με βάση τις υποδομές, καθώς και στις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών και τις συναφείς υπηρεσίες σε ολόκληρη την Ένωση·
στ)να προωθήσουν τα συμφέροντα των πολιτών της Ένωσης και να διασφαλίσουν την προστασία των δικαιωμάτων των τελικών χρηστών, συμπεριλαμβανομένης της ισότιμης και χωρίς διακρίσεις μεταχείρισης της κίνησης κατά την παροχή υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο, ώστε όλοι οι τελικοί χρήστες να συνεχίσουν να επωφελούνται από ευρεία επιλογή προηγμένων, οικονομικά προσιτών και υψηλής ποιότητας υπηρεσιών· και να εγγυηθούν υψηλό και κοινό επίπεδο προστασίας, ιδίως για τους ευάλωτους καταναλωτές, συμπεριλαμβανομένων της οικονομικά προσιτής τιμολόγησης, των επιλογών και της ισοδύναμης πρόσβασης·
ζ)να προωθήσουν τη βιωσιμότητα διευκολύνοντας τις επενδύσεις σε ενεργειακώς αποδοτικά και χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών ψηφιακά δίκτυα και λύσεις, και να παράσχουν κίνητρα για την αποδοτικότητα της διατερματικής κίνησης·
η)να στηρίξουν τους στόχους άλλων πολιτικών της Ένωσης που βασίζονται στο ραδιοφάσμα, συμπεριλαμβανομένων του διαστήματος και της κοινής πολιτικής ασφάλειας και άμυνας.
2.Κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους ή την εκτέλεση των καθηκόντων τους για την επίτευξη των γενικών στόχων, οι εθνικές ρυθμιστικές και άλλες αρμόδιες αρχές, ο BEREC, ο RSPB, η ODN και η Επιτροπή ενεργούν αμερόληπτα, αντικειμενικά, με διαφάνεια και με αναλογικό τρόπο που δεν εισάγει διακρίσεις. Ειδικότερα, εφαρμόζουν τις ακόλουθες αρχές:
α)προωθούν την κανονιστική προβλεψιμότητα ώστε να διασφαλίζονται συνεπείς ρυθμιστικές προσεγγίσεις, μέσω της αμοιβαίας συνεργασίας·
β)διασφαλίζουν ότι, σε παρόμοιες περιπτώσεις, τα μέτρα εφαρμόζονται με συνέπεια και δεν γίνεται διάκριση στην αντιμετώπιση των παρόχων δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών·
γ)λαμβάνουν δεόντως υπόψη τον δυνητικό κανονιστικό και διοικητικό φόρτο που επιβάλλουν οι ρυθμιστικές αποφάσεις και καταβάλλουν προσπάθειες ώστε να τον περιορίσουν όσο το δυνατόν περισσότερο·
δ)εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης με τεχνολογικά ουδέτερο τρόπο, στον βαθμό που αυτό συνάδει με την επίτευξη των γενικών στόχων που παρατίθενται στο παρόν άρθρο·
ε)λαμβάνουν δεόντως υπόψη τις διαφορετικές συνθήκες όσον αφορά τις υποδομές, τον ανταγωνισμό και τις περιστάσεις που αντιμετωπίζουν οι τελικοί χρήστες και, ειδικότερα, οι καταναλωτές στις διάφορες γεωγραφικές ζώνες του ίδιου κράτους μέλους.
2.ΜΕΡΟΣ II — ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ
Άρθρο 4
Ο ρόλος των δικτύων και των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών στη διασφάλιση της ανθεκτικότητας
Λαμβανομένου υπόψη του ουσιαστικού ρόλου που διαδραματίζουν τα δίκτυα και οι υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών για τη συνολική ανθεκτικότητα της κοινωνίας και της οικονομίας της Ένωσης, οι πάροχοι δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού, ο BEREC, η ODN, οι εθνικές ρυθμιστικές και αρμόδιες αρχές που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 1 της οδηγίας (ΕΕ) 2022/2555, οι εθνικές αρχές διαχείρισης κρίσεων και πολιτικής προστασίας, συμπεριλαμβανομένων των αρχών διαχείρισης κυβερνοκρίσεων που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1 της οδηγίας (ΕΕ) 2022/2555, συμβάλλουν, στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους, στην πρόβλεψη, την πρόληψη και την αντιμετώπιση φυσικών ή ανθρωπογενών διαταραχών, κρίσεων ή περιπτώσεων ανωτέρας βίας που ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τον πληθυσμό, μέσω της συνεκτικής εφαρμογής των υποχρεώσεων που σχετίζονται με την ετοιμότητα βάσει του παρόντος κανονισμού και σύμφωνα με τους σχετικούς ενωσιακούς και εθνικούς μηχανισμούς πολιτικής προστασίας, καθώς και διαχείρισης και αντιμετώπισης κρίσεων.
Άρθρο 5
Διαθεσιμότητα και ικανότητες των δικτύων και των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών
1.Οι πάροχοι δημόσιων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, δημοσίως διαθέσιμων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και άλλοι πάροχοι που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 2, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές, οι εθνικές αρμόδιες αρχές που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 1 της οδηγίας (ΕΕ) 2022/2555 και άλλες αρμόδιες αρχές, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, των εθνικών αρχών διαχείρισης κρίσεων και πολιτικής προστασίας, μεταξύ των οποίων οι αρχές διαχείρισης κυβερνοκρίσεων που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1 της οδηγίας (ΕΕ) 2022/2555, συνεργάζονται για τη διασφάλιση της συνεχούς διαθεσιμότητας δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, καθώς και των αναγκαίων ικανοτήτων τους για την πρόβλεψη, την πρόληψη, την προετοιμασία έναντι και την αντιμετώπιση φυσικών ή ανθρωπογενών διαταραχών, κρίσεων ή περιπτώσεων ανωτέρας βίας που ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τον πληθυσμό.
Στο πλαίσιο αυτό, οι αρχές και οι πάροχοι που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο λαμβάνουν πλήρως υπόψη το σχέδιο ετοιμότητας της Ένωσης για τις ψηφιακές υποδομές που καταρτίζεται από τον BEREC και αναφέρεται στο άρθρο 6.
2.Με την επιφύλαξη της οδηγίας (ΕΕ) 2022/2555, οι πάροχοι που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και τα PSAP λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα, λαμβάνοντας υπόψη το σχέδιο ετοιμότητας της Ένωσης για τις ψηφιακές υποδομές που καταρτίζεται από τον BEREC και αναφέρεται στο άρθρο 6 του παρόντος κανονισμού, για να διασφαλίζουν την αδιάλειπτη διαθεσιμότητα κρίσιμων επικοινωνιών και επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης, καθώς και την αδιάλειπτη μετάδοση προειδοποιήσεων του κοινού, σε περίπτωση φυσικών ή ανθρωπογενών διαταραχών, κρίσεων ή περιπτώσεων ανωτέρας βίας που ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τον πληθυσμό.
3.Κατά την εφαρμογή νέων τεχνολογιών στα δίκτυα ή τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών τους, οι πάροχοι δημόσιων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και δημοσίως διαθέσιμων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και τα PSAP λαμβάνουν όλα τα αναγκαία προπαρασκευαστικά μέτρα, συμπεριλαμβανομένης της δοκιμής και επικύρωσης λύσεων, ώστε να διασφαλίζουν τη διαθεσιμότητα των επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης και των υπηρεσιών προειδοποίησης του κοινού εντός της Ένωσης.
4.Όταν η μετάβαση σε άλλες τεχνολογίες δικτύου μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη διακοπή υπηρεσιών σε χρησιμοποιούμενες συσκευές τελικού χρήστη, οι πάροχοι δημόσιων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και δημοσίως διαθέσιμων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ενημερώνουν τις εθνικές αρμόδιες αρχές και τους τελικούς χρήστες τουλάχιστον 2 έτη νωρίτερα, παρέχοντας χάρτη πορείας που αποτυπώνει τη διαδικασία μετάβασης.
Άρθρο 6
Σχέδιο ετοιμότητας της Ένωσης για τις ψηφιακές υποδομές
1.Έως [12 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού] ο BEREC εκδίδει έκθεση με τίτλο «Σχέδιο ετοιμότητας της Ένωσης για τις ψηφιακές υποδομές» (στο εξής: σχέδιο), με σκοπό την ενίσχυση της ανθεκτικότητας και της ετοιμότητας των δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και άλλων ψηφιακών υποδομών σε επίπεδο Ένωσης σε περίπτωση φυσικών ή ανθρωπογενών διαταραχών, κρίσεων ή περιπτώσεων ανωτέρας βίας που ενδέχεται να έχουν σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στον πληθυσμό ή στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.
2.Το σχέδιο περιλαμβάνει:
α)ολοκληρωμένη αξιολόγηση της αρχιτεκτονικής, της χωρητικότητας, των ικανοτήτων και της χρήσης των δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών των παρόχων που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1, η οποία εκπονείται με βάση τις πληροφορίες που συλλέγονται σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού και διαβιβάζονται στην ODN σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού·
β)σύνολο επιχειρησιακών συστάσεων σχετικά με τα μέτρα ανθεκτικότητας του δικτύου με βάση, μεταξύ άλλων, την αξιολόγηση που αναφέρεται στο στοιχείο α)·
γ)πρακτικές διαχείρισης κρίσεων.
Η αξιολόγηση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο α) παρέχει, μεταξύ άλλων, επισκόπηση της τοπολογίας του δικτύου σε επίπεδο Ένωσης, προσδιορίζει τη διαφοροποίηση δρομολόγησης, πιθανά σημεία συμφόρησης ή σημεία αστοχίας και τους τομείς όπου απαιτούνται μέτρα που σχετίζονται με την ανθεκτικότητα, όπως στρατηγικές επενδύσεις για τη στήριξη της εφεδρείας, ιδίως για τα διευρωπαϊκά ψηφιακά δίκτυα. Κατά τον χειρισμό της αξιολόγησης τηρούνται οι εφαρμοστέοι ενωσιακοί και εθνικοί κανόνες για την προστασία των διαβαθμισμένων πληροφοριών. Οι πληροφορίες που περιέχονται σε αυτήν παρουσιάζονται σε συγκεντρωτική μορφή, ώστε να αποτρέπεται ο ακριβής γεωεντοπισμός ευαίσθητων πάγιων στοιχείων.
Οι επιχειρησιακές συστάσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο β) περιλαμβάνουν συστάσεις που διασφαλίζουν την τεχνική ικανότητα των δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών να ενοποιούνται με διάφορους τύπους επίγειων και μη επίγειων δικτύων, όπως δορυφορικά δίκτυα, ικανότητες για την εξασφάλιση της συνέχειας δικτύων και υπηρεσιών βασικών επικοινωνιών σε καταστάσεις αυξημένης ζήτησης, συμφόρησης του δικτύου ή φυσικών ή ανθρωπογενών διαταραχών, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, απειλών διακοπής λειτουργίας του συστήματος, όπως εσκεμμένες επιβλαβείς παρεμβολές, ή άλλα μέτρα που θεωρούνται καθοριστικής σημασίας για τη διασφάλιση της διαθεσιμότητας των υπηρεσιών και των απαραίτητων ικανοτήτων δικτύου.
Οι πρακτικές διαχείρισης κρίσεων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) αφορούν τις εθνικές ρυθμιστικές και άλλες αρμόδιες αρχές και αποσκοπούν σε εναρμονισμένες διαδικασίες, ρυθμίσεις συντονισμού και επιχειρησιακά πρωτόκολλα που πρέπει να εφαρμόζονται σε περίπτωση φυσικών ή ανθρωπογενών διαταραχών, κρίσεων ή περιπτώσεων ανωτέρας βίας. Οι πρακτικές διαχείρισης κρίσεων είναι συνεπείς και συμπληρωματικές προς τους σχετικούς ενωσιακούς και εθνικούς μηχανισμούς πολιτικής προστασίας, καθώς και διαχείρισης και αντιμετώπισης κρίσεων.
Άρθρο 7
Συνεργασία και συλλογή δεδομένων για την παροχή στήριξης κατά την κατάρτιση του σχεδίου
1.Για την παροχή στήριξης στον BEREC, η ODN καταρτίζει το προσχέδιο σε στενή συνεργασία με την Επιτροπή και, όσον αφορά την ετοιμότητα και την ανθεκτικότητα των δικτύων και των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, με την ομάδα συνεργασίας που συστάθηκε με το άρθρο 14 της οδηγίας (ΕΕ) 2022/2555, και σε διαβούλευση με τον ENISA και τις αρμόδιες ευρωπαϊκές αρχές αντιμετώπισης κρίσεων και συντονισμού της πολιτικής προστασίας, κατά περίπτωση. Το σχέδιο επανεξετάζεται και επικαιροποιείται τακτικά με βάση, μεταξύ άλλων, τις πληροφορίες που συλλέγονται σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.
2.Για την παροχή στήριξης κατά την κατάρτιση του σχεδίου, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές συλλέγουν, ανά διετία, πληροφορίες σχετικά με την αρχιτεκτονική, τη χωρητικότητα, τις ικανότητες και τη χρήση των δημόσιων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, των δημοσίως διαθέσιμων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και, κατά περίπτωση, των δικτύων που χρησιμοποιούνται, εξ ολοκλήρου ή κυρίως, για την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή υπηρεσιών της κοινωνίας των πληροφοριών που διατίθενται δημοσίως, εφόσον οι πληροφορίες αυτές δεν έχουν ήδη καταστεί διαθέσιμες σε αυτές ή σε άλλες εθνικές αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το ενωσιακό ή το εθνικό δίκαιο.
3.Τα αιτήματα παροχής πληροφοριών βάσει της παραγράφου 2 είναι αιτιολογημένα, αναλογικά και περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία για την εκτέλεση των καθηκόντων που σχετίζονται με την ανθεκτικότητα και την ετοιμότητα. Οι πληροφορίες διαβιβάζονται στην ODN ανά διετία.
4.Έως [6 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού], ο BEREC, σε στενή συνεργασία με την Επιτροπή και τον ENISA, δημοσιεύει κοινό υπόδειγμα που πρέπει να χρησιμοποιείται από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές για τη συλλογή των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 2.
Άρθρο 8
Συνεργασία με την Επιτροπή, άλλα όργανα ή ομάδες εμπειρογνωμόνων της Ένωσης
1.Όταν μια φυσική ή ανθρωπογενής διαταραχή, κρίση ή περίπτωση ανωτέρας βίας συνεπάγεται ή συμπίπτει με περιστατικό μεγάλης κλίμακας στον τομέα της κυβερνοασφάλειας κατά την έννοια του άρθρου 6 σημείο 7) της οδηγίας (ΕΕ) 2022/2555, ο BEREC παρέχει στο ευρωπαϊκό δίκτυο οργανισμών διασύνδεσης για τις κρίσεις στον κυβερνοχώρο (EU-CyCLONe) και στην Επιτροπή σχετικές πληροφορίες για τη διασφάλιση κοινής επίγνωσης της κατάστασης και συνοχής στην αντιμετώπιση κρίσεων.
2.Κατόπιν αιτήματος, η ODN κοινοποιεί στην Επιτροπή λεπτομέρειες της ανάλυσης που χρησιμοποιήθηκε για την κατάρτιση του σχεδίου σύμφωνα με το άρθρο 6. Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τις πληροφορίες αυτές κατά την ανάπτυξη και την εφαρμογή χρηματοδοτικών μέσων, συμπεριλαμβανομένων στρατηγικών επενδύσεων σε διευρωπαϊκά ψηφιακά δίκτυα ή κατά τη θέσπιση πολιτικών ή μέτρων για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας και της ετοιμότητας των δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, κατά περίπτωση.
3.Τα καθήκοντα και οι δράσεις που προβλέπονται στο παρόν μέρος δεν επηρεάζουν τα καθήκοντα του ENISA, του δικτύου ομάδων αντιμετώπισης περιστατικών ασφάλειας σε υπολογιστές (δίκτυο CSIRT), του EU-CyCLONe, της ομάδας συνεργασίας που συστάθηκε με την οδηγία (ΕΕ) 2022/2555 ή άλλων ομάδων εμπειρογνωμόνων ή συστημάτων συντονισμού βάσει του δικαίου της Ένωσης για την πολιτική προστασία.
3.ΜΕΡΟΣ III — ΑΔΕΙΟΔΟΤΗΣΗ ΚΑΙ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΩΝ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΕΝΙΑΙΑΣ ΑΓΟΡΑΣ
Άρθρο 9
Γενική άδεια
1.Η ελευθερία παροχής δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών υπόκειται στους όρους και τις υποχρεώσεις που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίζουν την ελευθερία παροχής δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 52 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, δηλαδή για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας. Κάθε τέτοιος περιορισμός αιτιολογείται δεόντως και κοινοποιείται στην Επιτροπή.
2.Το καθεστώς γενικής άδειας εφαρμόζεται στους παρόχους δημόσιων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και στους παρόχους δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών που χρησιμοποιούνται, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, για την παροχή διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή υπηρεσιών της κοινωνίας των πληροφοριών.
3.Το καθεστώς γενικής άδειας δεν εφαρμόζεται στις υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών.
4.Στο πλαίσιο του καθεστώτος γενικής άδειας, το δικαίωμα παροχής δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών υπόκειται μόνο στους ακόλουθους όρους:
α)τη συμμόρφωση, όπως ισχύει για τον εκάστοτε πάροχο, με τις απαιτήσεις ανθεκτικότητας και ετοιμότητας των δικτύων κατά τη διάρκεια φυσικών ή ανθρωπογενών διαταραχών, κρίσεων ή περιπτώσεων ανωτέρας βίας σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και τους όρους χρήσης για την επικοινωνία από τις δημόσιες αρχές προς το ευρύ κοινό με σκοπό την προειδοποίηση του κοινού σχετικά με επικείμενες απειλές και για τον μετριασμό των συνεπειών μειζόνων καταστροφών·
β)τη συμμόρφωση, όπως ισχύει για τον εκάστοτε πάροχο, με τους όρους χρήσης για κρίσιμες υπηρεσίες επικοινωνιών κατά τη διάρκεια μειζόνων καταστροφών ή εθνικών καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, ώστε να διασφαλίζεται η επικοινωνία μεταξύ των υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης και των αρχών·
γ)τη συμμόρφωση, όπως ισχύει για τον εκάστοτε πάροχο, με τα πρότυπα ή τις προδιαγραφές που αναφέρονται στο άρθρο 187·
δ)τη συμμόρφωση, όπως ισχύει για τον εκάστοτε πάροχο, με τους κανόνες κυβερνοασφάλειας, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων ασφάλειας της αλυσίδας εφοδιασμού ΤΠΕ που επιβάλλονται σύμφωνα με τη νομοθετική πράξη για την κυβερνοασφάλεια, η οποία πρόκειται να αντικαταστήσει τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/881 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου·
ε)τη διευκόλυνση της συμμορφούμενης με το ενωσιακό δίκαιο, όπως ισχύει για τον εκάστοτε πάροχο, πρόσβασης των αρχών επιβολής του νόμου και των δικαστικών αρχών σε δεδομένα, μεταξύ άλλων για νόμιμη συνακρόαση και διατήρηση δεδομένων σύμφωνα με την εφαρμοστέα ενωσιακή ή εθνική νομοθεσία, στα κράτη μέλη όπου παρέχεται η υπηρεσία·
στ)τη διατήρηση της ακεραιότητας των δημόσιων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, μεταξύ άλλων με την επιβολή όρων για την πρόληψη ηλεκτρονικών παρεμβολών μεταξύ δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, σύμφωνα με την οδηγία 2014/30/ΕΕ, όπως ισχύει για τον εκάστοτε πάροχο·
ζ)τη συμμόρφωση, όπως ισχύει για τον εκάστοτε πάροχο, με τις απαιτήσεις ή τα μέτρα για τη διασύνδεση σύμφωνα με το άρθρο 66·
η)όσον αφορά τα δίκτυα και τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, τη συμμόρφωση, όπως ισχύει για τον εκάστοτε πάροχο, με τις σχετικές διεθνείς συμφωνίες που αφορούν τη χρήση σπάνιων πόρων οι οποίοι δεν υπόκεινται στη χορήγηση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης·
θ)τη διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, όπως ισχύει για τον εκάστοτε πάροχο·
ι)κατά περίπτωση, διοικητικές επιβαρύνσεις σύμφωνα με το άρθρο 12.
Εφαρμόζονται πρόσθετοι όροι για τη χρήση του ραδιοφάσματος σύμφωνα με τα άρθρα 20 και 21, όπως ισχύουν για τον εκάστοτε πάροχο.
Οι πρόσθετοι όροι για τη χρήση πόρων αριθμοδότησης που εκχωρούνται από τα εθνικά σχέδια αριθμοδότησης και, κατά περίπτωση, από το ενωσιακό σχέδιο αριθμοδότησης, εφαρμόζονται σύμφωνα με τα άρθρα 46 και 50, όπως ισχύουν για τον εκάστοτε πάροχο.
Άρθρο 10
Διαδικασία ενιαίου διαβατηρίου
1.Βάσει του καθεστώτος γενικής άδειας, όταν ένας πάροχος προτίθεται να παρέχει δίκτυα ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, υποβάλλει κοινοποίηση στην εθνική ρυθμιστική αρχή ενός εξ αυτών των κρατών μελών στο πλαίσιο της διαδικασίας ενιαίου διαβατηρίου.
2.Ο πάροχος δεν υποχρεούται να εξασφαλίσει απόφαση ή άλλη διοικητική πράξη οποιασδήποτε ρυθμιστικής αρχής του κράτους μέλους κοινοποίησης, στο οποίο προτίθεται να δραστηριοποιηθεί, πριν από την άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη γενική άδεια.
3.Η κοινοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πραγματοποιείται μέσω υποδείγματος κοινοποίησης σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές του BEREC που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 125 το αργότερο 6 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού. Ο BEREC επικαιροποιεί τις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές, όταν απαιτείται.
4.Η ρυθμιστική αρχή στην οποία απευθύνεται η κοινοποίηση διαβιβάζει την κοινοποίηση που λαμβάνει στην ODN χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Όταν η κοινοποίηση αφορά την έναρξη της παροχής δικτύων και υπηρεσιών σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη, η ODN τη διαβιβάζει προς ενημέρωση στις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών στα οποία προτίθεται να δραστηριοποιηθεί ο πάροχος χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.
5.Όταν η κοινοποίηση αφορά την πρόθεση παρόχου που δραστηριοποιείται ήδη σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη να επεκτείνει τις δραστηριότητές του σε πρόσθετα κράτη μέλη, η ODN διαβιβάζει την εν λόγω κοινοποίηση προς ενημέρωση στις αρμόδιες αρχές όλων των ενδιαφερόμενων κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των κρατών μελών στα οποία ο πάροχος παρέχει ήδη δίκτυα ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
6.Στο πλαίσιο της διαδικασίας ενιαίου διαβατηρίου, η αρχή στην οποία απευθύνεται η κοινοποίηση επιβεβαιώνει στον πάροχο την άδεια παροχής δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών εντός μίας εβδομάδας από την υποβολή της κοινοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Η επιβεβαίωση περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με όλους τους όρους της γενικής άδειας που ισχύουν στο κράτος μέλος ή στα κράτη μέλη όπου πρόκειται να παρασχεθούν δίκτυα ή υπηρεσίες, καθώς και τις σχετικές υποχρεώσεις και τα δικαιώματα που απορρέουν από την άδεια. Όταν η κοινοποίηση αφορά την πρόθεση παρόχου που δραστηριοποιείται ήδη σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη να επεκτείνει τις δραστηριότητές του σε πρόσθετα κράτη μέλη, η επιβεβαίωση περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τους όρους της γενικής άδειας που ισχύουν στα πρόσθετα κράτη μέλη.
7.Μόλις επιβεβαιωθεί η κοινοποίηση, ο πάροχος μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματα που απορρέουν από τη γενική άδεια και να ξεκινήσει τη δραστηριότητα, με την επιφύλαξη, όπου απαιτείται, των διατάξεων σχετικά με τα δικαιώματα χρήσης δυνάμει του παρόντος κανονισμού.
8.Η ODN διατηρεί δημοσίως διαθέσιμη ενωσιακή βάση δεδομένων για τις κοινοποιήσεις που υποβάλλονται στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές. Οι αρχές στις οποίες απευθύνονται οι κοινοποιήσεις επικαιροποιούν τις πληροφορίες σχετικά με όλες τις ληφθείσες κοινοποιήσεις στη βάση δεδομένων τουλάχιστον κάθε δύο μήνες.
9.Για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών που έχουν κοινοποιηθεί πριν από [6 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού], δεν απαιτείται νέα κοινοποίηση. Οι πάροχοι μπορούν να κοινοποιούν στην εθνική ρυθμιστική αρχή στην οποία απευθύνονται οι κοινοποιήσεις την απόκτηση νέας γενικής άδειας για υφιστάμενα δίκτυα ή υπηρεσίες στο πλαίσιο της διαδικασίας ενιαίου διαβατηρίου. Κατά την ανάπτυξη νέων δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, οι πάροχοι υπόκεινται στη διαδικασία ενιαίου διαβατηρίου όσον αφορά τα εν λόγω νέα δίκτυα ή υπηρεσίες.
Άρθρο 11
Κατευθυντήριες γραμμές και αμοιβαία συνδρομή
1.Έως [6 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού], ο BEREC, σε στενή συνεργασία με την Επιτροπή και άλλες αρμόδιες αρχές, συμπεριλαμβανομένων των σημείων επαφής που ορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, δημοσιεύει κατευθυντήριες γραμμές για να διασφαλίσει ότι όλοι οι όροι που απαριθμούνται στο άρθρο 9 παράγραφος 4 εφαρμόζονται με συνεκτικό, αμερόληπτο και αναλογικό τρόπο και είναι προσβάσιμοι στους παρόχους μέσω της ιστοσελίδας της ODN.
2.Κάθε κράτος μέλος ορίζει ένα εθνικό ενιαίο σημείο επαφής επιφορτισμένο να επικοινωνεί με την ODN και να τηρεί επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με την εθνική νομοθεσία και τις διαδικασίες που εφαρμόζονται στην παροχή δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ιδίως εκείνες που σχετίζονται με τους όρους γενικής άδειας, συμπεριλαμβανομένων των όρων που αφορούν την κυβερνοασφάλεια, την πρόσβαση σε δεδομένα και την προστασία των δεδομένων, καθώς και τις υποχρεώσεις που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό.
3.Οι διαδικασίες που αφορούν την κοινοποίηση, την επιβεβαίωση για την έναρξη των δραστηριοτήτων και την αμοιβαία συνδρομή για την επιβολή και οι ρυθμίσεις για την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των εθνικών αρμόδιων αρχών και της ODN σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/903 μπορούν να εξειδικευτούν περαιτέρω από την Επιτροπή μέσω εκτελεστικών πράξεων. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 199 παράγραφος 4.
4.Με την επιφύλαξη των εξουσιών επιβολής των κρατών μελών όσον αφορά το εφαρμοστέο δίκαιο στη δικαιοδοσία τους, στο πλαίσιο του καθεστώτος ενιαίου διαβατηρίου, η εθνική ρυθμιστική αρχή του κράτους μέλους κοινοποίησης έχει την εξουσία να επιβάλλει κυρώσεις σε περίπτωση παραβίασης των όρων αδειοδότησης. Σε περίπτωση σοβαρής παραβίασης, τα πιθανά μέτρα, εφόσον είναι αναγκαία αφού ζητηθεί η γνώμη των ρυθμιστικών αρχών των επηρεαζόμενων κρατών μελών, περιλαμβάνουν την ανάκληση του δικαιώματος δραστηριοποίησης στο κράτος μέλος ή στα κράτη μέλη που καλύπτονται από το ενιαίο διαβατήριο.
5.Όταν η εθνική ρυθμιστική αρχή του κράτους μέλους όπου παρέχονται τα δίκτυα ή οι υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η παραβίαση των όρων της άδειας μπορεί να έχει σοβαρό αρνητικό αντίκτυπο στην επικράτειά της για λόγους εθνικής ασφάλειας ή δημόσιου συμφέροντος, έχει το δικαίωμα να επιβάλει κυρώσεις εντός της δικαιοδοσίας της και, κατά περίπτωση, αφού ζητηθεί η γνώμη των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους κοινοποίησης.
Άρθρο 12
Διοικητικές επιβαρύνσεις
1.Όταν τα κράτη μέλη επιβάλλουν διοικητικές επιβαρύνσεις σε επιχειρήσεις που παρέχουν δίκτυα ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών βάσει γενικής άδειας ή στις οποίες έχει χορηγηθεί δικαίωμα χρήσης, οι εν λόγω επιβαρύνσεις:
α)καλύπτουν συνολικά μόνο τις διοικητικές δαπάνες που προκύπτουν από τη διαχείριση, τον έλεγχο και την επιβολή του συστήματος γενικών αδειών και των δικαιωμάτων χρήσης και των ειδικών υποχρεώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 67, στο άρθρο 68 παράγραφος 1 και στα άρθρα 69 και 77, οι οποίες μπορούν να περιλαμβάνουν δαπάνες για διεθνή συνεργασία, για εναρμόνιση και για τυποποίηση, ανάλυση αγοράς, παρακολούθηση της συμμόρφωσης και άλλους ελέγχους της αγοράς, καθώς και, κατά περίπτωση, εργασίες που περιλαμβάνουν την εκπόνηση και επιβολή διοικητικών αποφάσεων, όπως αποφάσεων για την πρόσβαση και τη διασύνδεση·
β)επιβάλλονται στις επιμέρους επιχειρήσεις με αντικειμενικό, διαφανή και αναλογικό τρόπο.
2.Οι επιχειρήσεις με κύκλο εργασιών μικρότερο από ένα ορισμένο όριο ή με δραστηριότητες που δεν ανέρχονται σε ένα ελάχιστο μερίδιο αγοράς ή έχουν πολύ περιορισμένο εδαφικό πεδίο εφαρμογής δεν υπόκεινται σε διοικητικές επιβαρύνσεις.
3.Όταν επιβάλλονται διοικητικές επιβαρύνσεις, οι εθνικές ρυθμιστικές ή λοιπές αρμόδιες αρχές δημοσιεύουν ετήσια ανασκόπηση των διοικητικών δαπανών τους και του συνολικού ποσού των επιβαρύνσεων που συγκέντρωσαν. Όπου υπάρχει διαφορά μεταξύ του συνολικού ποσού των επιβαρύνσεων και των διοικητικών δαπανών, γίνονται κατάλληλες αναπροσαρμογές.
4.ΜEΡΟΣ IV — ΠOΡΟΙ (ΡΑΔΙΟΦΑΣΜΑ ΚΑΙ ΑΡΙΘΜΟΔOΤΗΣΗ)
4.1.ΤΙΤΛΟΣ I: ΡΑΔΙΟΦΑΣΜΑ
4.1.1.ΚΕΦΑΛΑΙΟ I: Αρχές και στόχοι
Τμήμα 1: Διεθνείς κανόνες για τη χρήση και τη διαχείριση του ραδιοφάσματος
Άρθρο 13
Στρατηγικός σχεδιασμός και διαχείριση του ραδιοφάσματος
1.Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή διαχειρίζονται το ραδιοφάσμα στην εσωτερική αγορά με συντονισμένο τρόπο, λαμβάνοντας υπόψη την αξία του ως κοινού ευρωπαϊκού πόρου, στο πλαίσιο συντρέχουσας αρμοδιότητας, με σκοπό την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης, την προστασία των αξιών και της ασφάλειας της Ένωσης, για την επίτευξη των στόχων που ορίζονται στο άρθρο 3, ιδίως της ενιαίας αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών, καθώς και για την επιδίωξη της ασφάλειας και της ψηφιακής κυριαρχίας.
2.Η Επιτροπή, επικουρούμενη από τον RSPB, και οι εθνικές αρμόδιες αρχές συνεργάζονται για τον στρατηγικό σχεδιασμό του ραδιοφάσματος και τον συντονισμό των προσεγγίσεων πολιτικής ραδιοφάσματος.
3.Οι εθνικές αρμόδιες αρχές διαχειρίζονται το ραδιοφάσμα αποτελεσματικά και αποδοτικά σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και με τους κανονισμούς ραδιοεπικοινωνιών της Διεθνούς Ένωσης Τηλεπικοινωνιών (ITU) και άλλες συμφωνίες που εγκρίνονται στο πλαίσιο της ITU και εφαρμόζονται στο ραδιοφάσμα. Καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για την εξάλειψη κάθε δυνητικής ή πραγματικής πηγής διασυνοριακών ή εθνικών επιβλαβών παρεμβολών και λαμβάνουν μέτρα σχετικά με το ραδιοφάσμα για την ελαχιστοποίηση των κινδύνων για την ασφάλεια κατά την παροχή δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
4.Όταν ο παρών κανονισμός εξουσιοδοτεί την Επιτροπή να διαχειρίζεται το ραδιοφάσμα, αυτή υπόκειται στις ίδιες αρχές και τηρεί τις ίδιες υποχρεώσεις με τις αρμόδιες αρχές, εκτός εάν ο παρών κανονισμός ή άλλη ενωσιακή νομοθεσία προβλέπει διαφορετικά.
Άρθρο 14
Επιβλαβείς παρεμβολές
1.Οι κάτοχοι δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος έχουν το δικαίωμα να χρησιμοποιούν τις συχνότητές τους χωρίς επιβλαβείς παρεμβολές, με την επιφύλαξη των εθνικών προγραμμάτων μερισμού ραδιοσυχνοτήτων και των διεθνών συμφωνιών.
2.Οι εθνικές αρμόδιες αρχές συνεργάζονται μεταξύ τους και, κατά περίπτωση, μέσω του RSPB, κατά τον διασυνοριακό συντονισμό της χρήσης του ραδιοφάσματος. Καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για την επίλυση τυχόν προβλημάτων ή διαφορών σε σχέση με τον διασυνοριακό συντονισμό ή τις διασυνοριακές επιβλαβείς παρεμβολές που εμποδίζουν τη χρήση του ραδιοφάσματος στο έδαφος της Ένωσης.
3.Σε περίπτωση ανεπίλυτου διασυνοριακού συντονισμού ή διασυνοριακών επιβλαβών παρεμβολών μεταξύ κρατών μελών, κάθε εθνική αρμόδια αρχή ή κάθε κάτοχος δικαιώματος χρήσης ραδιοφάσματος μπορεί να ζητήσει από τον RSPB να μεσολαβήσει για την επίλυση του ζητήματος. Ο RSPB μπορεί να εκδώσει γνώμη προτείνοντας συντονισμένη λύση. Κατόπιν αιτήματος αρμόδιας αρχής, ο RSPB εκδίδει την εν λόγω γνώμη.
4.Εάν το διασυνοριακό ζήτημα μεταξύ κρατών μελών δεν επιλυθεί εντός 12 μηνών από το αίτημα που αναφέρεται στην παράγραφο 3, η Επιτροπή, κατόπιν αιτήματος εθνικής αρμόδιας αρχής οποιουδήποτε θιγόμενου κράτους μέλους ή κατόχου δικαιώματος χρήσης ραδιοφάσματος, ή με δική της πρωτοβουλία, λαμβάνει απόφαση μέσω εκτελεστικής πράξης για την επίλυση του διασυνοριακού ζητήματος, λαμβάνοντας υπόψη τυχόν γνώμη του RSPB σύμφωνα με την παράγραφο 3.
5.Όταν ένα διασυνοριακό ζήτημα αφορά τρίτη χώρα, συμπεριλαμβανομένης υποψήφιας και προσχωρούσας χώρας, η Επιτροπή και οι εθνικές αρμόδιες αρχές στο πλαίσιο της RSPG, κατόπιν αιτήματος οποιασδήποτε εθνικής αρμόδιας αρχής από θιγόμενο κράτος μέλος, συνεργάζονται για την παροχή νομικής, πολιτικής και τεχνικής υποστήριξης για την επίλυση του εν λόγω ζητήματος, ώστε τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη να μπορούν να τηρούν τις υποχρεώσεις τους και να ασκούν τα δικαιώματά τους για χρήση ραδιοφάσματος βάσει του ενωσιακού δικαίου.
6.Εάν το διασυνοριακό ζήτημα στο οποίο εμπλέκεται τρίτη χώρα δεν επιλυθεί εντός 12 μηνών από το αίτημα που αναφέρεται στην παράγραφο 5, η Επιτροπή μπορεί, κατόπιν αιτήματος εθνικής αρμόδιας αρχής από το θιγόμενο κράτος μέλος και έπειτα από διαβούλευση με τον RSPB, να εκδώσει απόφαση μέσω εκτελεστικής πράξης για τον καθορισμό της συνδρομής ή της συνεισφοράς που πρέπει να παρέχουν τα κράτη μέλη, με την υποστήριξη της Επιτροπής, για την επίλυση του εν λόγω ζητήματος, ανεξάρτητα από το αν επηρεάζονται ή όχι από την επιβλαβή παρεμβολή.
7.Όταν το διασυνοριακό ζήτημα με τρίτη χώρα δεν μπορεί να επιλυθεί με τη συνδρομή ή τη συμβολή που αναφέρεται στην παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου, το Συμβούλιο μπορεί να εξετάσει το ενδεχόμενο θέσπισης περιοριστικών μέτρων δυνάμει του άρθρου 29 της ΣΕΕ, σύμφωνα με τους στόχους της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας.
8.Οι εκτελεστικές πράξεις που αναφέρονται στις παραγράφους 4 και 6 του παρόντος άρθρου εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 199 παράγραφος 4 με τη συνδρομή της επιτροπής που αναφέρεται στο άρθρο 199 παράγραφος 2 (στο εξής: επιτροπή ραδιοφάσματος).
Τμήμα 2: Αρχές
Άρθρο 15
Αρχή της κοινής (μεριζόμενης) χρήσης του ραδιοφάσματος
1.Με την επιφύλαξη της εξαίρεσης που προβλέπεται στο δεύτερο εδάφιο, το ραδιοφάσμα βάσει γενικής άδειας και μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης επιμερίζεται μεταξύ παρόχων της ίδιας υπηρεσίας (ενδοϋπηρεσιακός μερισμός) ή διαφορετικών υπηρεσιών (διυπηρεσιακός μερισμός), με την επιφύλαξη της συμμόρφωσης με το δίκαιο περί ανταγωνισμού.
Οι εθνικές αρμόδιες αρχές μπορούν να περιορίζουν την κοινή (μεριζόμενη) χρήση του ραδιοφάσματος όταν αυτό είναι αναγκαίο για λόγους που αφορούν:
α)τη διασφάλιση του ανταγωνισμού και της χωρίς διακρίσεις πρόσβασης στην αγορά·
β)τεχνική ή οικονομική σκοπιμότητα·
γ)όταν απαιτούνται αποκλειστικά δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος για τη διαφύλαξη της δημόσιας ασφάλειας, της εθνικής ασφάλειας, της άμυνας ή της προστασίας βασικών υπηρεσιών·
δ)την αποφυγή επιβλαβών παρεμβολών·
ε)τον διασυνοριακό συντονισμό.
2.Οι εθνικές αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι το εκχωρηθέν ραδιοφάσμα χρησιμοποιείται αποδοτικά. Για τον σκοπό αυτόν, μπορούν να απαιτούν από τον κάτοχο των δικαιωμάτων ραδιοφάσματος, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων που αφορούν την άμυνα και την ασφάλεια, να μοιράζεται οποιοδήποτε μέρος του ραδιοφάσματος δεν χρησιμοποιείται εντός δεδομένης γεωγραφικής περιοχής ή χρονικής περιόδου, υπό την προϋπόθεση ότι η κοινή (μεριζόμενη) χρήση του ραδιοφάσματος δεν επηρεάζει, υποβαθμίζει ή άλλως περιορίζει τη χρήση του ραδιοφάσματος από τον αρχικό κάτοχο και ότι η κοινή χρήση συμμορφώνεται με το δίκαιο περί ανταγωνισμού.
Άρθρο 16
Αρχές της ουδετερότητας ως προς την τεχνολογία και τις υπηρεσίες
1.Κάθε τύπος τεχνολογίας μπορεί να χρησιμοποιείται για την παροχή δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών εντός του ραδιοφάσματος που δηλώνεται διαθέσιμο για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών στο εθνικό πρόγραμμα μερισμού ραδιοσυχνοτήτων, σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο.
Οι εθνικές αρμόδιες αρχές μπορούν να περιορίζουν το εν λόγω δικαίωμα μόνον όταν αυτό είναι αναγκαίο και αναλογικό για λόγους που αφορούν:
α)την αποφυγή επιβλαβών παρεμβολών·
β)την προστασία της δημόσιας υγείας από ηλεκτρομαγνητικά πεδία που παρουσιάζουν κινδύνους, λαμβανομένης υπόψη της σύστασης 1999/519/ΕΚ·
γ)την εξασφάλιση της τεχνικής ποιότητας των υπηρεσιών·
δ)την εξασφάλιση της μεγιστοποίησης του μερισμού ραδιοφάσματος·
ε)τη διαφύλαξη της αποδοτικής χρήσης του ραδιοφάσματος·
στ)τη διασφάλιση της εκπλήρωσης στόχων σύμφωνα με την παράγραφο 2.
3.Κάθε τύπος υπηρεσίας ηλεκτρονικών επικοινωνιών μπορεί να παρέχεται στο ραδιοφάσμα που δηλώνεται διαθέσιμο για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών στο εθνικό πρόγραμμα μερισμού ραδιοσυχνοτήτων σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο.
Οι εθνικές αρμόδιες αρχές μπορούν να περιορίζουν το δικαίωμα αυτό μόνο για την εκπλήρωση απαίτησης δυνάμει των κανονισμών ραδιοεπικοινωνιών της ITU με βάση αναλογικά κριτήρια που δεν εισάγουν διακρίσεις. Μια εθνική αρμόδια αρχή έχει το δικαίωμα να ζητήσει την παροχή συγκεκριμένης υπηρεσίας σε συγκεκριμένη ζώνη μόνον όταν αυτό δικαιολογείται για λόγους που αφορούν:
α)την προστασία της ασφάλειας της ζωής·
β)την προαγωγή της κοινωνικής, περιφερειακής ή εδαφικής συνοχής·
γ)την αποφυγή της αναποτελεσματικής χρήσης του ραδιοφάσματος·
δ)την προαγωγή της πολιτιστικής και γλωσσικής ποικιλομορφίας και της πολυφωνίας των μέσων επικοινωνίας, π.χ. την παροχή υπηρεσιών ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών·
ε)την ανάγκη διαφύλαξης της δημόσιας ασφάλειας, της εθνικής ασφάλειας, της άμυνας ή της προστασίας βασικών υπηρεσιών.
Οι εθνικές αρμόδιες αρχές μπορούν να απαγορεύουν την παροχή οποιασδήποτε άλλης υπηρεσίας σε συγκεκριμένη ζώνη μόνον όταν αυτό δικαιολογείται από την ανάγκη προστασίας της ασφάλειας της ζωής.
4.1.2.ΚΕΦΑΛΑΙΟ II: Κατανομή
Τμήμα 1: Στρατηγική για το ραδιοφάσμα και χάρτες πορείας για την κατανομή του
Άρθρο 17
Στρατηγική και χάρτες πορείας της Ένωσης για το ραδιοφάσμα
1.Έπειτα από διαβούλευση με τους συμφεροντούχους και τον RSPB, η Επιτροπή χαράσσει μακρόπνοη στρατηγική της Ένωσης για το ραδιοφάσμα και την επικαιροποιεί μετά από κάθε παγκόσμια διάσκεψη ραδιοεπικοινωνιών, εφόσον απαιτείται.
2.Η στρατηγική της Ένωσης για το ραδιοφάσμα καθοδηγεί τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό του ραδιοφάσματος, την καινοτομία και την αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος σε ολόκληρη την Ένωση. Προσδιορίζει δε τις ανάγκες ραδιοφάσματος και διασφαλίζει τη διαθεσιμότητα και, κατά περίπτωση, προστατεύει το ραδιοφάσμα που είναι αναγκαίο για την εκπλήρωση των στόχων των διαφόρων τομέων πολιτικής της Ένωσης που περιλαμβάνουν τη χρήση ραδιοφάσματος, συμπεριλαμβανομένης της άμυνας και της ασφάλειας, για κρίσιμες επικοινωνίες και άλλους σκοπούς, συμπεριλαμβανομένης της ανίχνευσης. Η διαθεσιμότητα ραδιοφάσματος για τη διαφύλαξη της δημόσιας ασφάλειας, της εθνικής ασφάλειας, της άμυνας ή της προστασίας βασικών υπηρεσιών υπό εναρμονισμένους όρους λαμβάνεται υπόψη στη στρατηγική της Ένωσης για το ραδιοφάσμα και αντικατοπτρίζεται επαρκώς στα εθνικά προγράμματα μερισμού ραδιοσυχνοτήτων.
3.Με βάση τη στρατηγική της Ένωσης για το ραδιοφάσμα, η Επιτροπή μπορεί, κατά περίπτωση, μέσω εκτελεστικών πράξεων, να εκδίδει χάρτες πορείας της Ένωσης για το ραδιοφάσμα.
Κάθε χάρτης πορείας της Ένωσης για το ραδιοφάσμα προσδιορίζει τις ανάγκες ραδιοφάσματος που σχετίζονται με συγκεκριμένη τεχνολογία ή υπηρεσία ραδιοφάσματος και καθορίζει χρονοδιαγράμματα για την τεχνική εναρμόνιση της χρήσης του ραδιοφάσματος σύμφωνα με την απόφαση αριθ. 676/2002/ΕΚ και, κατά περίπτωση, προθεσμίες για την αδειοδότηση της χρήσης του εν λόγω ραδιοφάσματος σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, οι οποίες μπορούν να παρεκκλίνουν από την προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 18 παράγραφος 1. Αυτό ισχύει με την επιφύλαξη της δυνατότητας παρέκκλισης από την προθεσμία του άρθρου 18 παράγραφος 1 σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφοι 2 και 3.
Οι εκτελεστικές πράξεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 199 παράγραφος 4 με τη συνδρομή της επιτροπής που αναφέρεται στο άρθρο 199 παράγραφος 2. Ο RSPB παρακολουθεί τις τεχνικές, οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις που σχετίζονται με τη χρήση του ραδιοφάσματος και, όπου απαιτείται, συνιστά την επικαιροποίηση οποιουδήποτε χάρτη πορείας της Ένωσης για το ραδιοφάσμα.
4.Εντός 9 μηνών από την έγκριση των χαρτών πορείας της Ένωσης για το ραδιοφάσμα, οι εθνικές αρμόδιες αρχές υποβάλλουν στην Επιτροπή και στον RSPB τους οικείους εθνικούς χάρτες πορείας για το ραδιοφάσμα, στους οποίους αναφέρονται, κατά περίπτωση, τα εθνικά μέτρα που απαιτούνται για την εφαρμογή ενός χάρτη πορείας της Ένωσης για το ραδιοφάσμα και τα χρονοδιαγράμματά τους. Οι εθνικές αρμόδιες αρχές δημοσιεύουν τους εθνικούς χάρτες πορείας για το ραδιοφάσμα και τους επικαιροποιούν τακτικά.
5.Οι εθνικές αρμόδιες αρχές υποβάλλουν τακτικά εκθέσεις στην Επιτροπή και στον RSPB σχετικά με την εφαρμογή των οικείων εθνικών χαρτών πορείας για το ραδιοφάσμα. Η Επιτροπή και οι εθνικές αρμόδιες αρχές στο πλαίσιο του RSPB συνεργάζονται για τον εντοπισμό και την αντιμετώπιση τυχόν ελλείψεων σε τομείς όπου η πρόοδος προς την επίτευξη ενός ή περισσότερων στόχων του χάρτη πορείας της Ένωσης για το ραδιοφάσμα θεωρείται ανεπαρκής από την Επιτροπή ή τον RSPB.
Άρθρο 18
Συγχρονισμός των εκχωρήσεων
1.Όταν η χρήση ραδιοφάσματος έχει εναρμονιστεί σύμφωνα με την απόφαση αριθ. 676/2002/ΕΚ για ασύρματα ευρυζωνικά δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, οι εθνικές αρμόδιες αρχές την αδειοδοτούν εντός 24 μηνών από την έγκριση του εν λόγω μέτρου, ή το συντομότερο δυνατόν μετά την άρση οποιασδήποτε απόφασης με την οποία επιτρέπεται εναλλακτική χρήση κατ’ εξαίρεση σύμφωνα με την παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου.
2.Η προθεσμία που ορίζεται στην παράγραφο 1 μπορεί να παραταθεί για συγκεκριμένη ζώνη στον βαθμό που απαιτείται για μία από τις ακόλουθες περιστάσεις:
α)περιορισμό στη χρήση της εν λόγω ζώνης βάσει του στόχου γενικού συμφέροντος που προβλέπεται στο άρθρο 16 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο στοιχείο α) ή δ)·
β)ανεπίλυτα ζητήματα διασυνοριακού συντονισμού που συντελούν σε επιβλαβείς παρεμβολές με τρίτες χώρες, υπό τον όρο ότι το θιγόμενο κράτος μέλος έχει ζητήσει, όπου κρίνεται σκόπιμο, τη συνδρομή της Ένωσης δυνάμει του άρθρου 14 παράγραφος 5·
γ)την ανάγκη διαφύλαξης της εθνικής ασφάλειας και άμυνας·
δ)σε περίπτωση ανωτέρας βίας.
Η οικεία εθνική αρμόδια αρχή επανεξετάζει την παράταση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο τουλάχιστον ανά διετία και κατόπιν αιτήματος υποψήφιου χρήστη του ραδιοφάσματος ή της Επιτροπής.
3.Η προθεσμία που ορίζεται στην παράγραφο 1 μπορεί να παραταθεί για συγκεκριμένη ζώνη στον βαθμό που απαιτείται και έως 24 μήνες στην περίπτωση που:
α)υπάρχουν ανεπίλυτα ζητήματα διασυνοριακού συντονισμού που συντελούν σε επιβλαβείς παρεμβολές μεταξύ κρατών μελών, υπό τον όρο ότι το θιγόμενο κράτος μέλος λαμβάνει εγκαίρως όλα τα απαραίτητα μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφοι 3 και 4·
β)είναι αναγκαίο και περίπλοκο να διασφαλιστεί η τεχνική μετάβαση υφιστάμενων χρηστών της εν λόγω ζώνης.
4.Σε περίπτωση παράτασης βάσει της παραγράφου 2 ή 3, η ενδιαφερόμενη εθνική αρμόδια αρχή ενημερώνει εγκαίρως τις άλλες εθνικές αρμόδιες αρχές και την Επιτροπή, αναφέροντας τους λόγους.
5.Παρά την παράγραφο 1, οι εθνικές αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν εναλλακτική χρήση του συνόλου ή μέρους εναρμονισμένης ζώνης ραδιοφάσματος, όταν:
α)από δημόσια διαβούλευση που πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 184 και από μελλοντοστρεφή αξιολόγηση της ζήτησης της αγοράς, σύμφωνα με το άρθρο 32, καταδεικνύεται έλλειψη σημαντικής ζήτησης για εναρμονισμένη χρήση της ζώνης ραδιοφάσματος στο άμεσο μέλλον·
β)η εν λόγω εναλλακτική χρήση δεν αποτρέπει ούτε εμποδίζει τη διαθεσιμότητα ή τη χρήση της εν λόγω ζώνης σε άλλα κράτη μέλη.
Η εθνική αρμόδια αρχή ενημερώνει την Επιτροπή και τις άλλες εθνικές αρμόδιες αρχές, μέσω της ODN, για την απόφασή της, καθώς και για τους σχετικούς λόγους, και την επανεξετάζει τακτικά.
6.Η Επιτροπή μπορεί, μέσω εκτελεστικής πράξης, να καθορίζει κοινές ημερομηνίες για την αδειοδότηση της χρήσης συγκεκριμένου εναρμονισμένου ραδιοφάσματος σύμφωνα με την παράγραφο 1 και κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 1, 2 και 3.
Η εν λόγω εκτελεστική πράξη εκδίδεται σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 199 παράγραφος 4.
Τμήμα 2: Αίτημα κατανομής/εναρμόνισης
Άρθρο 19
Αίτημα εναρμόνισης του ραδιοφάσματος
1.Κάθε ενδιαφερόμενο μέρος μπορεί να υποβάλει αιτιολογημένο αίτημα στην Επιτροπή προκειμένου να εξετάσει το ενδεχόμενο εναρμόνισης των όρων για τη διαθεσιμότητα και/ή την αποδοτική χρήση συγκεκριμένης ζώνης συχνοτήτων σύμφωνα με το άρθρο 4 της απόφασης αριθ. 676/2002/ΕΚ.
2.Κατόπιν σχετικού αιτήματος, η Επιτροπή διοργανώνει δημόσια διαβούλευση και υποβάλλει το εν λόγω αίτημα είτε στον RSPB για έκθεση ή γνώμη είτε στην επιτροπή ραδιοφάσματος είτε και στα δύο όργανα. Εφόσον της ζητηθεί, η επιτροπή ραδιοφάσματος εκδίδει γνώμη σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 2 της απόφασης αριθ. 676/2002/ΕΚ.
Στο εν λόγω αίτημα παρέχεται αιτιολογημένη απάντηση εντός εύλογης προθεσμίας.
3.Η Επιτροπή δημοσιεύει το αίτημα και την απάντηση.
4.1.3.ΚΕΦΑΛΑΙΟ III: Εκχώρηση
Τμήμα 1: Αρχές
Άρθρο 20
Γενική άδεια για τη χρήση ραδιοφάσματος
1.Το ραδιοφάσμα χρησιμοποιείται βάσει γενικής άδειας υπό την προϋπόθεση της συμμόρφωσης με τους όρους της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, εκτός εάν απαιτείται μεμονωμένο δικαίωμα χρήσης σύμφωνα με το άρθρο 21.
2.Οι επιχειρήσεις που έχουν λάβει άδεια χρήσης ραδιοφάσματος βάσει γενικής άδειας υπόκεινται μόνο στους ακόλουθους όρους:
α)να παρέχουν υπηρεσία ή να χρησιμοποιούν τύπο τεχνολογίας εάν επιβάλλεται περιορισμός σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο ή το άρθρο 16 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, απαιτήσεων κάλυψης και ποιότητας υπηρεσιών·
β)να χρησιμοποιούν το ραδιοφάσμα αποτελεσματικά και αποδοτικά σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό·
γ)να εφαρμόζουν τους τεχνικούς και λειτουργικούς όρους που είναι αναγκαίοι για την αποφυγή επιβλαβών παρεμβολών και για την προστασία της δημόσιας υγείας έναντι ηλεκτρομαγνητικών πεδίων, λαμβανομένης υπόψη της σύστασης 1999/519/ΕΚ, όταν οι όροι αυτοί διαφέρουν από τους όρους χρήσης του ραδιοφάσματος βάσει της γενικής άδειας.
δ)να συμμορφώνονται με τους κανόνες κυβερνοασφάλειας, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων για την αλυσίδα εφοδιασμού ΤΠΕ σύμφωνα με την πράξη για την κυβερνοασφάλεια, η οποία πρόκειται να αντικαταστήσει τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/881.
Άρθρο 21
Μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος
1.Οι εθνικές αρμόδιες αρχές μπορούν να θέσουν τα μεμονωμένα δικαιώματα ως προϋπόθεση για τη χρήση ραδιοφάσματος μόνον όταν αυτό είναι αναγκαίο για τη μεγιστοποίηση της αποδοτικής χρήσης του ραδιοφάσματος βάσει της ζήτησης και λαμβάνοντας υπόψη τα ακόλουθα:
α)τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του εκάστοτε ραδιοφάσματος·
β)την ανάγκη αποφυγής επιβλαβών παρεμβολών·
γ)την ανάπτυξη αξιόπιστων όρων μερισμού του ραδιοφάσματος, κατά περίπτωση·
δ)την ανάγκη να εξασφαλίζεται η τεχνική ποιότητα των επικοινωνιών η υπηρεσιών·
ε)στόχους γενικού συμφέροντος όπως καθορίζονται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο·
στ)την ανάγκη να διαφυλάσσεται η αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος.
2.Οι επιχειρήσεις που κατέχουν μεμονωμένο δικαίωμα χρήσης ραδιοφάσματος μπορούν, επιπλέον των όρων του άρθρου 20 παράγραφος 2, να υπόκεινται μόνο σε όρους οι οποίοι καθορίζονται από την εθνική αρμόδια αρχή πριν από την εκχώρηση ή την ανανέωση του εν λόγω δικαιώματος και οι οποίοι αφορούν:
α)το χρονικό πλαίσιο και τη μέγιστη διάρκεια σύμφωνα με το άρθρο 24, με την επιφύλαξη των τυχόν τροποποιήσεων του εθνικού προγράμματος μερισμού ραδιοσυχνοτήτων.
β)τη μεταβίβαση ή χρονομίσθωση δικαιωμάτων σύμφωνα με το άρθρο 26·
γ)την καταβολή τελών για δικαιώματα χρήσης σύμφωνα με το άρθρο 29·
δ)την εκπλήρωση τυχόν ανειλημμένης δέσμευσης στο πλαίσιο διαδικασίας αδειοδότησης ή ανανέωσης άδειας πριν από τη χορήγηση της άδειας ή, κατά περίπτωση, την πρόσκληση για αίτηση χορήγησης δικαιωμάτων χρήσης·
ε)τη συγκέντρωση ή την παροχή δυνατότητας πρόσβασης στο ραδιοφάσμα για άλλους χρήστες σε συγκεκριμένες περιοχές ή σε εθνικό επίπεδο ή τον μερισμό ραδιοφάσματος σύμφωνα με το άρθρο 27·
στ)τη χρήση ζωνών ραδιοφάσματος σύμφωνα με τις σχετικές διεθνείς συμφωνίες·
ζ)ειδικές προϋποθέσεις για την πειραματική χρήση ζωνών ραδιοφάσματος·
η)μερισμό παθητικών ή ενεργητικών υποδομών που στηρίζονται στο ραδιοφάσμα·
θ)εμπορικές συμφωνίες πρόσβασης σε περιαγωγή·
ι)από κοινού ανάπτυξη υποδομών για την παροχή δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που στηρίζονται στη χρήση ραδιοφάσματος.
Οι αρμόδιες αρχές δεν θέτουν όρους βάσει του πρώτου εδαφίου στοιχεία ε), η), θ) ή ι) της παρούσας παραγράφου, εκτός εάν αυτό δικαιολογείται σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 32.
3.Οι αρμόδιες αρχές διαβουλεύονται με τα ενδιαφερόμενα μέρη και τα ενημερώνουν, εγκαίρως και με διαφάνεια, σχετικά με τους όρους που πρόκειται να συνοδεύουν τα μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης πριν από την επιβολή τους. Καθορίζουν δε εκ των προτέρων τα κριτήρια για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης με τους εν λόγω όρους και τα διαβιβάζουν στα ενδιαφερόμενα μέρη με διαφανή τρόπο.
4.Η αρμόδια αρχή μπορεί να συνδυάζει μεμονωμένα δικαιώματα με γενική άδεια για τη χρήση ραδιοφάσματος, λαμβάνοντας υπόψη τυχόν πιθανές επιπτώσεις στον ανταγωνισμό, στην καινοτομία και την είσοδο στην αγορά.
5. Ο RSPB συλλέγει ορθές πρακτικές σχετικά με την επιλογή μεταξύ γενικών αδειών και μεμονωμένων δικαιωμάτων.
Τμήμα 2: Εναρμόνιση
Άρθρο 22
Κοινοί όροι αδειοδότησης για τη χρήση ραδιοφάσματος
1.Οι υποψήφιοι χρήστες του ραδιοφάσματος σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, για δημόσια και μη δημόσια δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών, μπορούν να ζητήσουν από τις εθνικές αρμόδιες αρχές των οικείων κρατών μελών να καθορίσουν από κοινού, με τη συνδρομή του RSPB, κοινούς όρους αδειοδότησης για τη μείωση του κόστους ανάπτυξης ή των περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Οι εθνικές αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με τα αιτήματα αυτά.
2.Με την επιφύλαξη του άρθρου 39 του παρόντος κανονισμού, όταν η Επιτροπή ή τουλάχιστον δύο ενδιαφερόμενες εθνικές αρμόδιες αρχές υποβάλλουν αιτιολογημένο αίτημα, ανεξάρτητα από το αν το αίτημα υποβάλλεται από παρόχους δημόσιων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή όχι, o RSPB, έπειτα από διαβούλευση με τους συμφεροντούχους, καταρτίζει πρόταση για κοινούς όρους αδειοδότησης, μεταξύ άλλων όσον αφορά τον βέλτιστο τρόπο μερισμού του ραδιοφάσματος μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών δικτύων, σύμφωνα με το δίκαιο περί ανταγωνισμού. Η Επιτροπή μπορεί, μέσω εκτελεστικής πράξης, λαμβάνοντας υπόψη την πρόταση του RSPB και, κατά περίπτωση, τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 39 παράγραφος 4, να θεσπίσει κοινούς όρους αδειοδότησης που θα είναι δεσμευτικοί σε όλα τα κράτη μέλη και θα καθορίζουν κοινό μορφότυπο που πρέπει να χρησιμοποιείται.
3.Κατόπιν αιτήματος δύο ή περισσότερων εθνικών αρμόδιων αρχών ή της Επιτροπής, ο RSPB εξετάζει τη δυνατότητα και τους τρόπους αδειοδότησης μέρους του ραδιοφάσματος σε επίπεδο Ένωσης και προτείνει την κατάλληλη διαδικασία αδειοδότησης και τους όρους χορήγησης για να διασφαλιστεί σε ολόκληρη την Ένωση η ύπαρξη υπηρεσιών ασύρματων ευρυζωνικών ηλεκτρονικών επικοινωνιών υψηλής ποιότητας (ασύρματες ευρυζωνικές υπηρεσίες), συμπεριλαμβανομένων υπηρεσιών δορυφορικών επικοινωνιών απευθείας σε συσκευές. Έπειτα από διαβούλευση με τον RSPB, η Επιτροπή μπορεί να συμπληρώνει τον παρόντα κανονισμό, μέσω κατ’ εξουσιοδότηση πράξης σύμφωνα με το άρθρο 198, καθορίζοντας τις διαδικασίες και τους όρους χορήγησης για την αδειοδότηση της χρήσης ραδιοφάσματος σε συγκεκριμένη εναρμονισμένη ζώνη ραδιοφάσματος, ή μέρη αυτής, σε επίπεδο Ένωσης.
4.Κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας αδειοδότησης, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει τη συνδρομή του RSPB, της ODN, της επιτροπής επικοινωνιών ή εξωτερικών εμπειρογνωμόνων.
5.Όταν έχουν καθοριστεί οι κοινοί όροι αδειοδότησης σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή μπορεί να καθορίζει, μέσω εκτελεστικών πράξεων, τις λεπτομέρειες διαδικασίας υπηρεσίας μίας στάσης που επιτρέπει σε μια επιχείρηση να υποβάλλει στην ODN αιτήματα για δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη, καθώς και να προσδιορίζει τις διαδικαστικές ρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένων των διοικητικών προθεσμιών.
6.Οι εθνικές αρμόδιες αρχές χορηγούν τα δικαιώματα και τις άδειες εντός των προθεσμιών που ορίζονται στο άρθρο 30 παράγραφος 8.
7.Οι εκτελεστικές πράξεις που αναφέρονται στις παραγράφους 4 και 4 του παρόντος άρθρου θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 199 παράγραφος 4.
Άρθρο 23
Εναρμονισμένη εκχώρηση ραδιοφάσματος
Οι εθνικές αρμόδιες αρχές δεν επιβάλλουν περαιτέρω όρους, πρόσθετα κριτήρια ή διαδικασίες όταν οι κάτοχοι δικαιωμάτων χρήσης εναρμονισμένου ραδιοφάσματος έχουν επιλεγεί βάσει κοινής διαδικασίας επιλογής σε επίπεδο Ένωσης ή όταν ισχύουν ενωσιακοί εναρμονισμένοι όροι αδειοδότησης.
Τμήμα 3: Εναρμονισμένοι κανόνες που εφαρμόζονται στους όρους αδειοδότησης
Άρθρο 24
Διάρκεια ισχύος δικαιωμάτων
1.Τα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος χορηγούνται καταρχήν για απεριόριστη διάρκεια. Τα μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης που χορηγούνται για απεριόριστο χρονικό διάστημα για ραδιοφάσμα που χρησιμοποιείται για ασύρματα ευρυζωνικά δίκτυα και υπηρεσίες υπόκεινται σε τακτικές επανεξετάσεις από τις εθνικές αρμόδιες αρχές, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεων κάλυψης και ποιότητας των υπηρεσιών. Οι εν λόγω επανεξετάσεις δεν διενεργούνται νωρίτερα από κάθε 20 έτη μετά τη χορήγηση του εκάστοτε μεμονωμένου δικαιώματος χρήσης ραδιοφάσματος. Οι περιοδικές επανεξετάσεις κοινοποιούνται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 31.
2.Μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος που χορηγούνται για απεριόριστο χρονικό διάστημα μπορούν να ανακληθούν ανά πάσα στιγμή για οποιονδήποτε από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 25 παράγραφος 2 και με 5ετή προειδοποίηση σε όλες τις άλλες περιπτώσεις. Κατ’ εξαίρεση, όταν μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης εναρμονισμένου ραδιοφάσματος για ασύρματες ευρυζωνικές υπηρεσίες, τα οποία έχουν χορηγηθεί για απεριόριστη διάρκεια, ανακαλούνται εντός των πρώτων 40 ετών από την έκδοσή τους, εφαρμόζεται το άρθρο 195.
3.Κατ’ εξαίρεση από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος μπορούν να χορηγούνται για περιορισμένο χρονικό διάστημα που θεωρείται κατάλληλο βάσει των επιδιωκόμενων στόχων σύμφωνα με το άρθρο 30 παράγραφος 4, όταν υπάρχει ανάγκη προώθησης του ανταγωνισμού ή αποφυγής τυχόν στρέβλωσής του, σύμφωνα με το άρθρο 32.
Όταν τα μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος χορηγούνται για περιορισμένο χρονικό διάστημα, η αρμόδια αρχή καθορίζει εκ των προτέρων τη μέγιστη διάρκεια, με την επιφύλαξη τυχόν μεταγενέστερων τροποποιήσεων του εθνικού προγράμματος μερισμού ραδιοσυχνοτήτων, και την προσδιορίζει στις αποφάσεις για τη χορήγηση μεμονωμένων δικαιωμάτων.
4.Όταν οι αρμόδιες αρχές επιβάλλουν περιορισμένη διάρκεια σε μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης εναρμονισμένου ραδιοφάσματος, προκειμένου να καθίσταται δυνατή η χρήση του για ασύρματες ευρυζωνικές υπηρεσίες, οι κάτοχοι των εν λόγω δικαιωμάτων χρήσης έχουν το δικαίωμα χρήσης ραδιοφάσματος για περίοδο τουλάχιστον 40 ετών.
Όταν τα μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος χορηγούνται για περιορισμένο χρονικό διάστημα, υπόκεινται σε ανανέωση σύμφωνα με το άρθρο 25.
5.Σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, οι εθνικές αρμόδιες αρχές μπορούν να επιβάλλουν διάρκεια μικρότερη των 40 ετών, για εναρμονισμένο ή μη εναρμονισμένο ραδιοφάσμα, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
α)σε περιορισμένες γεωγραφικές περιοχές, όπου η πρόσβαση σε δίκτυα υψηλής ταχύτητας είναι ιδιαιτέρως ελλιπής ή ανύπαρκτη·
β)για συγκεκριμένα βραχυπρόθεσμα έργα·
γ)για πειραματική χρήση με την επιβολή ειδικών υποχρεώσεων·
δ)για χρήσεις ραδιοφάσματος που, σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφοι 1 και 2, μπορούν να συνυπάρξουν με ασύρματες ευρυζωνικές υπηρεσίες·
ε)για εναλλακτική χρήση του ραδιοφάσματος σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 5.
6.Οι εθνικές αρμόδιες αρχές μπορούν να προσαρμόζουν τη διάρκεια των δικαιωμάτων χρήσης που ορίζεται στο παρόν άρθρο, ώστε να διασφαλίζεται η ταυτόχρονη λήξη της διάρκειας των δικαιωμάτων σε μία ή περισσότερες ζώνες, ή με σκοπό την αξιολόγηση της ανάγκης ανανέωσης σύμφωνα με το άρθρο 25, στην τελευταία δε περίπτωση μόνο για περίοδο δύο ετών, η οποία μπορεί να ανανεωθεί άπαξ.
Άρθρο 25
Ανανέωση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης εναρμονισμένου ραδιοφάσματος
1.Κάθε δικαίωμα χρήσης εναρμονισμένου ραδιοφάσματος που υπόκειται σε περιορισμένη διάρκεια ανανεώνεται αυτόματα για παρόμοια διάρκεια και με παρόμοιους όρους κατόπιν αιτήματος του κατόχου του.
2.Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, η αρμόδια αρχή, αφού δώσει σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη τη δυνατότητα να εκφράσουν τις απόψεις τους μέσω δημόσιας διαβούλευσης σύμφωνα με το άρθρο 184, μπορεί να αποφασίσει, τουλάχιστον πέντε έτη πριν από τη λήξη του δικαιώματος, να μην ανανεώσει αυτόματα το δικαίωμα χρήσης και είτε να αφήσει το δικαίωμα να λήξει και να διοργανώσει ανοικτή, διαφανή και χωρίς διακρίσεις διαδικασία αδειοδότησης για τη χορήγηση νέων δικαιωμάτων είτε να ανανεώσει τα υφιστάμενα δικαιώματα με διαφορετική διάρκεια ή διαφορετικούς όρους για έναν ή περισσότερους από τους ακόλουθους λόγους:
α)την εκπλήρωση των στόχων που καθορίζονται στο άρθρο 3 και στο άρθρο 30 παράγραφος 4, καθώς και των στόχων δημόσιας πολιτικής δυνάμει του ενωσιακού δικαίου ή του εθνικού δικαίου, λαμβανομένης επίσης υπόψη της σημασίας των υφιστάμενων επενδύσεων·
β)την εφαρμογή νέου τεχνικού μέτρου εφαρμογής που θεσπίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 4 της απόφασης αριθ. 676/2002/ΕΚ·
γ)τη σοβαρή μη τήρηση των όρων που συνοδεύουν το σχετικό δικαίωμα χρήσης από τον κάτοχό του·
δ)την ανάγκη προώθησης του ανταγωνισμού, ή αποφυγής τυχόν στρέβλωσής του, σύμφωνα με το άρθρο 32·
ε)την ανάγκη βελτίωσης της αποδοτικότητας της χρήσης του ραδιοφάσματος υπό το πρίσμα των εξελίξεων στην τεχνολογία ή την αγορά·
στ)την περίπτωση δωρεάν χορήγησης ραδιοφάσματος.
Όταν η εθνική αρμόδια αρχή εξετάζει το ενδεχόμενο να μην ανανεώσει το δικαίωμα χρήσης εναρμονισμένου ραδιοφάσματος για τους λόγους που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο δ), προβαίνει σε νέα διαδικασία επιλογής μόνον εφόσον υπάρχουν στοιχεία αξιόπιστης ζήτησης της αγοράς από επιχειρήσεις πλην εκείνων που κατέχουν δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος στη σχετική ζώνη και εφόσον έχει διαπιστώσει ότι ο αριθμός των υποδομών που μπορούν να είναι οικονομικά βιώσιμες στην αγορά είναι μεγαλύτερος από τον αριθμό των κατεστημένων φορέων εκμετάλλευσης.
3.Εκτός εάν η απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 ληφθεί το αργότερο 5 έτη πριν από τη λήξη των σχετικών δικαιωμάτων, τα υφιστάμενα δικαιώματα ανανεώνονται αυτόματα σύμφωνα με την παράγραφο 1.
4.Η απόφαση ανανέωσης συνοδεύεται από επανεξέταση των ετήσιων και εφάπαξ τελών που σχετίζονται με τη χρήση του ραδιοφάσματος, η οποία διενεργείται βάσει του άρθρου 29. Κατά τον καθορισμό του ύψους των τελών, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη, μεταξύ άλλων, τις ιστορικές τιμές, τους διεθνείς δείκτες αναφοράς, την εξέλιξη των μέσων εσόδων ανά MHz ανά σύνδεση, λαμβάνοντας υπόψη όλο το ραδιοφάσμα που χρησιμοποιείται για την αντίστοιχη υπηρεσία, καθώς και το κόστος ευκαιρίας του ραδιοφάσματος.
5.Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται επίσης στα δικαιώματα χρήσης εναρμονισμένου ραδιοφάσματος που χορηγήθηκαν πριν από την [ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού] και λήγουν εντός χρονικής περιόδου τουλάχιστον επτά ετών μετά την εν λόγω ημερομηνία.
Άρθρο 26
Μεταβίβαση ή χρονομίσθωση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος
1.Οι κάτοχοι δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος εκτός του ραδιοφάσματος που έχει εκχωρηθεί για εκπομπές που συνδέονται με το γενικό συμφέρον ή με πολιτιστικό στόχο και εκτός του ραδιοφάσματος που έχει χορηγηθεί δωρεάν, έχουν το δικαίωμα να μεταβιβάζουν ή να χρονομισθώνουν τα δικαιώματα χρήσης τους σύμφωνα με το παρόν άρθρο και με την επιφύλαξη της συμμόρφωσης με το δίκαιο περί ανταγωνισμού.
2.Ο κάτοχος δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος κοινοποιεί την πρόθεσή του να μεταβιβάσει ή να χρονομισθώσει δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος, καθώς και την πραγματική ημερομηνία μεταβίβασής τους, στην αρμόδια εθνική αρχή, η οποία δημοσιοποιεί τις πληροφορίες αυτές.
Από την ημερομηνία της μεταβίβασης ή της χρονομίσθωσης, ο εκδοχέας ή ο μισθωτής δεσμεύεται από τους αρχικούς όρους που συνοδεύουν τα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος, συμπεριλαμβανομένων, για παράδειγμα, αυστηρών όρων κατά της αποθεματοποίησης ραδιοφάσματος και όρων για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής και αποδοτικής χρήσης του ραδιοφάσματος, εκτός εάν αποφασιστεί διαφορετικά από την αρμόδια εθνική αρχή σύμφωνα με την παράγραφο 3. Σε περίπτωση χρονομίσθωσης, ο αρχικός εκδοχέας δεσμεύεται από τους αρχικούς όρους από κοινού με τον εκμισθωτή. Σε περίπτωση εναρμονισμένου ραδιοφάσματος, κάθε τέτοια μεταβίβαση συμμορφώνεται με την εν λόγω εναρμονισμένη χρήση.
3.Η μεταβίβαση ή χρονομίσθωση των εν λόγω δικαιωμάτων χρήσης δεν απορρίπτεται, εκτός εάν υπάρχει σαφής κίνδυνος στρέβλωσης του ανταγωνισμού από τη συσσώρευση δικαιωμάτων χρήσης, ιδίως σύμφωνα με το άρθρο 32, ή υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες ως προς το αν ο νέος χρήστης είναι σε θέση να εκπληρώσει τους αρχικούς όρους του δικαιώματος χρήσης.
Λαμβανομένων υπόψη του πλαισίου και των συνθηκών της μεταβίβασης του δικαιώματος χρήσης ραδιοφάσματος, ιδίως αν ο εκδοχέας ελέγχεται άμεσα ή έμμεσα, για παράδειγμα μέσω σημαντικής χρηματοδότησης, συμπεριλαμβανομένων επιδοτήσεων, από την κυβέρνηση τρίτης χώρας ή εκτελεί εξερχόμενα έργα ή προγράμματα υπό κρατική καθοδήγηση, οι εθνικές αρμόδιες αρχές έχουν την εξουσία να εμποδίζουν τη μεταβίβαση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος, η οποία είναι αναγκαία και αναλογική για οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:
α)ανθεκτικότητα·
β)ασφάλεια, συμπεριλαμβανομένης της αδιάλειπτης παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών·
γ)άμυνα·
δ)διατήρηση της δημόσιας τάξης, η διαταραχή ή η κατάχρηση της οποίας θα μπορούσε να έχει σημαντικό αντίκτυπο σε κράτος μέλος ή στην Ένωση.
Οποιαδήποτε διοικητική επιβάρυνση επιβάλλεται σε επιχειρήσεις σε σχέση με την επεξεργασία αίτησης για τη μεταβίβαση, τον μερισμό ή τη χρονομίσθωση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος συμμορφώνεται με το άρθρο 12.
4.Οι εθνικές αρμόδιες αρχές αξιολογούν αν πληρούνται οι προϋποθέσεις για να καταστούν τα τρέχοντα δικαιώματα χρήσης μεταβιβάσιμα και χρονομισθώσιμα σύμφωνα με το παρόν άρθρο και τροποποιούν, κατά περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 194, τους όρους που συνοδεύουν τα υφιστάμενα δικαιώματα χρήσης εγκαίρως μετά την/τις [ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού] και διασφαλίζουν ότι τα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος ή το σχετικό ραδιοφάσμα μπορούν στον μέγιστο δυνατό βαθμό να διαχωριστούν ή να επιμεριστούν.
Άρθρο 27
Κοινή (μεριζόμενη) χρήση του ραδιοφάσματος
1.Σύμφωνα με το άρθρο 15, και με την επιφύλαξη της κάλυψης ή άλλων υποχρεώσεων που επιβάλλονται στους κατόχους μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων, καθώς και των υποχρεώσεων που αναλαμβάνονται στο πλαίσιο ανταγωνιστικής ή συγκριτικής διαδικασίας, οι κάτοχοι δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος λαμβάνουν μέτρα για να οργανώνουν, να επιτρέπουν και να προσφέρουν τον μερισμό των δικαιωμάτων χρήσης τους, όταν ο μερισμός αυτός είναι τεχνικά εφικτός και με την επιφύλαξη της συμμόρφωσης με το δίκαιο περί ανταγωνισμού.
2.Κάθε τρίτος που ενδιαφέρεται να χρησιμοποιήσει μέρος του ραδιοφάσματος σε συγκεκριμένη επικράτεια ή χρονική περίοδο μπορεί να εκδηλώσει το ενδιαφέρον του στην εθνική αρμόδια αρχή.
Οι κάτοχοι δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος έχουν το δικαίωμα να αρνούνται την κοινή (μεριζόμενη) χρήση του ραδιοφάσματος όταν αποδεικνύουν ότι χρησιμοποιούν το ραδιοφάσμα ή ότι έχουν καταρτίσει σχέδια για τη χρήση του στο άμεσο μέλλον, κατά τρόπο που καθιστά τον μερισμό τεχνικά ανέφικτο. Οι κάτοχοι δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος δεσμεύονται να τηρούν τα εν λόγω σχέδια. Εάν κάτοχος δικαιώματος χρήσης δεν ενεργεί σύμφωνα με το σχέδιό του, εφαρμόζεται το άρθρο 196.
Κατά την αξιολόγηση της σκοπιμότητας της κοινής χρήσης ραδιοφάσματος, οι εθνικές αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη τα σχέδια ανάπτυξης των κατόχων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος για ολόκληρη τη διάρκεια του δικαιώματός τους. Οι εθνικές αρμόδιες αρχές εφαρμόζουν τη διαδικασία του άρθρου 188 τηρουμένων των αναλογιών. Μπορούν να επιτρέπουν την κοινή (μεριζόμενη) χρήση του ραδιοφάσματος για περιορισμένο χρονικό διάστημα ή να προβλέπουν περιοδική επανεξέταση. Οι εθνικές αρμόδιες αρχές έχουν την εξουσία να εμποδίζουν την κοινή χρήση του ραδιοφάσματος για τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 26 παράγραφος 3.
3.Οι όροι για την κοινή χρήση του ραδιοφάσματος καθορίζονται στο δικαίωμα χρήσης ραδιοφάσματος σύμφωνα με το άρθρο 21.
Οι όροι αυτοί καθορίζουν τα ακόλουθα:
α)την προτεραιότητα χρήσης, τους κανόνες συνύπαρξης και το είδος της προστασίας έναντι επιβλαβών παρεμβολών μεταξύ του κύριου και του δευτερεύοντος κατόχου·
β)τον τύπο χρήσης που επιτρέπεται στον νέο χρήστη σε σύγκριση με την αρχική επιτρεπόμενη χρήση·
γ)αν μπορεί να επιβληθεί κοινή χρήση (μερισμός) του ραδιοφάσματος σε περίπτωση παράβασης υποχρέωσης που συνδέεται με το δικαίωμα χρήσης, όπως υποχρέωσης κάλυψης.
4.Κάθε υποχρέωση που συνοδεύει το δικαίωμα χρήσης ραδιοφάσματος μπορεί να εκπληρώνεται είτε από τον αρχικό είτε από τον νέο χρήστη ή και από τους δύο. Αμφότεροι οι χρήστες δεσμεύονται από τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο δικαίωμα χρήσης και ρυθμίζουν τον μερισμό του ραδιοφάσματος.
5.Έως την/τις [12 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού], ο RSPB, σε στενή συνεργασία με την Επιτροπή και τον BEREC, εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές για να συμβάλει στη συνεπή εφαρμογή του παρόντος άρθρου και του άρθρου 15.
Άρθρο 28
Βάση δεδομένων
1.Η ODN δημιουργεί δυναμική βάση δεδομένων για τον γεωεντοπισμό και την παρακολούθηση των ευκαιριών χρήσης του ραδιοφάσματος προκειμένου να προωθήσει και να επιτρέψει την κοινή (μεριζόμενη) χρήση συγκεκριμένων ζωνών ραδιοφάσματος, ώστε να βελτιωθεί η αποδοτικότητα της χρήσης του ραδιοφάσματος, με σκοπό την υποστήριξη των πολιτικών της Ένωσης.
Η βάση δεδομένων περιλαμβάνει επικαιροποιημένες πληροφορίες που συλλέγονται και παρέχονται από τα κράτη μέλη και τους κατόχους δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος σχετικά με τον γεωεντοπισμό των υφιστάμενων χρήσεων του ραδιοφάσματος, ώστε να μπορούν οι υποψήφιοι χρήστες του ραδιοφάσματος να έχουν πρόσβαση στο εν λόγω ραδιοφάσμα.
Η βάση δεδομένων είναι άμεσα προσβάσιμη σε κάθε υποψήφιο χρήστη του ραδιοφάσματος.
2.Για τους σκοπούς της διασφάλισης της ενιαίας εφαρμογής της παραγράφου 1, η Επιτροπή, έπειτα από διαβούλευση με τον RSPB, μπορεί, μέσω εκτελεστικών πράξεων, να καθορίζει τις ζώνες ραδιοφάσματος που καλύπτονται από τη βάση δεδομένων και να αναπτύσσει πρακτικές ρυθμίσεις και ενιαίους μορφότυπους για τη συλλογή και την παροχή δεδομένων από τις εθνικές αρμόδιες αρχές στην Επιτροπή.
Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 199 παράγραφος 4.
3.Η δημιουργία και η χρήση της βάσης δεδομένων διασφαλίζουν την προστασία της ιδιωτικής ζωής, καθώς και τους κανόνες περί επιχειρηματικού απορρήτου, ιδίως βάσει του άρθρου 8 της απόφασης αριθ. 676/2002/ΕΚ, και το δικαίωμα των κρατών μελών να αποκρύπτουν πληροφορίες σημαντικές για την εθνική ασφάλεια. Ελαχιστοποιεί στον μέγιστο δυνατό βαθμό τον διοικητικό φόρτο και τις υφιστάμενες υποχρεώσεις των κρατών μελών βάσει άλλης ενωσιακής νομοθεσίας, ιδίως τις υποχρεώσεις παροχής συγκεκριμένων πληροφοριών.
4.Η ODN διαχειρίζεται τη βάση δεδομένων.
Άρθρο 29
Συνεισφορές για δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος
1.Οι εθνικές αρμόδιες αρχές μπορούν να επιβάλλουν πληρωμή για τα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος υπό μορφήν εφάπαξ ή ετήσιου τέλους, ή συνδυασμού αυτών, που καθορίζεται σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
2.Τα ετήσια τέλη και τα εφάπαξ τέλη που δεν σχετίζονται με διαδικασία συγκριτικής ή ανταγωνιστικής επιλογής είναι αντικειμενικώς αιτιολογημένα, διαφανή, δεν εισάγουν διακρίσεις και είναι αναλογικά προς τον επιδιωκόμενο σκοπό τους, διασφαλίζουν τη βέλτιστη χρήση του ραδιοφάσματος και λαμβάνουν υπόψη τους γενικούς στόχους του παρόντος κανονισμού. Τα τέλη καθορίζονται σε ύψος που καλύπτει τουλάχιστον, συνολικά, τις διοικητικές δαπάνες με τις οποίες επιβαρύνονται οι εθνικές αρμόδιες αρχές κατά τη διαχείριση, τον έλεγχο και την επιβολή των κανόνων για το ραδιοφάσμα σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο α).
Έως την/τις [12 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού], η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη τις γνώμες του BEREC και του RSPB, εκδίδει σύσταση σχετικά με κοινή μεθοδολογία για τον καθορισμό ετήσιων τελών, όπως αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, η οποία μπορεί να λαμβάνει υπόψη διάφορα χαρακτηριστικά του ραδιοφάσματος, όπως τη χωρητικότητα μιας ζώνης ραδιοφάσματος και την ανεπάρκειά της, καθώς και την υπηρεσία που πρόκειται να παρασχεθεί.
3.Τα εφάπαξ τέλη σε διαδικασία συγκριτικής επιλογής, εάν υπάρχουν, ή οι οριακές τιμές σε ανταγωνιστική διαδικασία επιλογής καθορίζονται σε επίπεδο που διασφαλίζει την αποδοτική εκχώρηση και χρήση του ραδιοφάσματος, καθώς και τις επενδύσεις και την ανάπτυξη δικτύων και υπηρεσιών.
Κάθε οριακή τιμή ορίζεται ως ελάχιστη πληρωμή για την απόκτηση του δικαιώματος χρήσης ραδιοφάσματος.
Πριν από την επιβολή οριακής τιμής ή τον καθορισμό του ύψους της, η αρμόδια εθνική αρχή λαμβάνει υπόψη το κόστος που συνεπάγονται οι όροι που συνοδεύουν τα εν λόγω δικαιώματα.
Έως την/τις [12 μήνες μετά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού], η Επιτροπή, έπειτα από διαβούλευση με τον BEREC και τον RSPB, εκδίδει σύσταση σχετικά με κοινή μεθοδολογία για τον καθορισμό οριακής τιμής, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, το κόστος ευκαιρίας του ραδιοφάσματος και τα χαρακτηριστικά της ζώνης.
4.Οι εθνικές αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη τις συστάσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου. Εάν δεν τηρηθεί οποιαδήποτε από τις συστάσεις και εξακολουθούν να υπάρχουν αποκλίσεις χωρίς αντικειμενική αιτιολόγηση, η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει απόφαση μέσω εκτελεστικής πράξης για τη διασφάλιση της εναρμονισμένης εφαρμογής.
Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 199 παράγραφος 4.
5.Οποιαδήποτε καταβολή τυχόν τελών εφαρμόζεται μόνον όταν το ραδιοφάσμα είναι πράγματι διαθέσιμο για χρήση και παρέχεται η δυνατότητα καταβολής των εν λόγω τελών σε ετήσιες δόσεις.
6.Τα ετήσια ή εφάπαξ τέλη επιστρέφονται, κατόπιν αιτήματος, βάσει της εκπλήρωσης προκαθορισμένων δεσμεύσεων από τον κάτοχο δικαιώματος χρήσης ραδιοφάσματος. Η δυνατότητα και το ποσοστό της εν λόγω επιστροφής χαρακτηρίζονται από διαφάνεια, δικαιοσύνη και αμεροληψία, ανακοινώνονται δε πριν από κάθε διαδικασία επιλογής, εκχώρησης, ανανέωσης ή επανεξέτασης.
Τμήμα 4: Διαδικασίες χορήγησης και επιλογής
Άρθρο 30
Χορήγηση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος και διαδικασία επιλογής
1.Οι εθνικές αρμόδιες αρχές χορηγούν μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος δυνάμει του άρθρου 21 κατόπιν αιτήματος και σύμφωνα με ανοικτές, διαφανείς, αναλογικές και εκ των προτέρων καθορισμένες διαδικασίες που δεν εισάγουν διακρίσεις, σε οποιαδήποτε επιχείρηση, υπό την προϋπόθεση ότι είναι σε θέση να συμμορφωθεί με τους όρους που συνοδεύουν το εν λόγω δικαίωμα. Οι αιτούντες παρέχουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για να αποδείξουν την ικανότητά τους να συμμορφώνονται με τους όρους που συνοδεύουν το δικαίωμα χρήσης ραδιοφάσματος.
2.Οι εθνικές αρμόδιες αρχές αξιολογούν τις αιτήσεις για χορήγηση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος σύμφωνα με αντικειμενικά, διαφανή, αναλογικά και εκ των προτέρων καθορισμένα κριτήρια επιλεξιμότητας που δεν εισάγουν διακρίσεις και ανταποκρίνονται στους όρους που συνοδεύουν τα εν λόγω δικαιώματα. Δεν προβαίνουν σε διακρίσεις εις βάρος των φορέων εκμετάλλευσης συναφών ευκολιών και των φορέων εκμετάλλευσης δικτύων χονδρικής όταν υποβάλλουν αίτηση για μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος για την παροχή δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, και προσδιορίζουν τον τρόπο με τον οποίο οι εν λόγω φορείς εκμετάλλευσης μπορούν να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις κάλυψης, ποιότητας ή άλλες υποχρεώσεις.
3.Παρά τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου, ειδικά κριτήρια και διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένης εξαίρεσης από την απαίτηση για ανοικτές διαδικασίες, μπορούν να ισχύουν σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η χορήγηση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος σε παρόχους υπηρεσιών περιεχομένου ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών εκπομπών είναι απαραίτητη για την επίτευξη στόχου γενικού συμφέροντος, όπως καθορίζεται δυνάμει του ενωσιακού δικαίου ή του εθνικού δικαίου σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο.
4.Όπου δικαιολογείται, η εθνική αρμόδια αρχή μπορεί να περιορίζει τον αριθμό των μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος. Στην περίπτωση αυτή, καθορίζει και αιτιολογεί την επιλεγμένη διαδικασία επιλογής και τους επιδιωκόμενους στόχους, αναφέροντας το αποτέλεσμα κάθε σχετικής αξιολόγησης της ανταγωνιστικής, τεχνικής και οικονομικής κατάστασης της αγοράς.
5.Οι εθνικές αρμόδιες αρχές παρέχουν σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένων των χρηστών και των καταναλωτών, την ευκαιρία να εκφράσουν τις απόψεις τους σχετικά με οποιαδήποτε πτυχή της διαδικασίας που αναφέρεται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, ειδικά όσον αφορά τυχόν περιορισμούς, τη διαδικασία επιλογής και τα κριτήρια επιλογής, εντός εύλογης χρονικής περιόδου τουλάχιστον 30 ημερών, και λαμβάνουν υπόψη τις απόψεις των ενδιαφερόμενων μερών.
6.Όταν η εθνική αρμόδια αρχή προτίθεται να περιορίσει τον αριθμό των μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης εναρμονισμένου ραδιοφάσματος για ασύρματα ευρυζωνικά δίκτυα και υπηρεσίες, κοινοποιεί σχέδιο τελικού μέτρου σύμφωνα με το άρθρο 31 και δεν προβαίνει στην επιλογή προτού ολοκληρωθεί η ενωσιακή διαδικασία ενιαίας αγοράς ραδιοφάσματος.
7.Οι εθνικές αρμόδιες αρχές δημοσιεύουν κάθε απόφαση σχετικά με τη διαδικασία επιλογής και τους σχετικούς κανόνες, συμπεριλαμβανομένων των κριτηρίων επιλογής και των όρων που θα συνοδεύουν τα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος, αναφέροντας σαφώς τους σχετικούς λόγους, και προκηρύσσουν πρόσκληση υποβολής αιτήσεων για χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης.
8.Οι εθνικές αρμόδιες αρχές λαμβάνουν, ανακοινώνουν και δημοσιοποιούν τις αποφάσεις για τη χορήγηση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος το συντομότερο δυνατόν μετά την παραλαβή της πλήρους αίτησης και εντός έξι εβδομάδων στην περίπτωση ραδιοφάσματος που έχει δηλωθεί διαθέσιμο για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών στα εθνικά προγράμματα μερισμού ραδιοσυχνοτήτων, με δυνατότητα παράτασης έως τους οκτώ μήνες στην περίπτωση διαδικασίας επιλογής, με την επιφύλαξη τυχόν ειδικού χρονοδιαγράμματος που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 17.
Η εν λόγω προθεσμία ισχύει με την επιφύλαξη ισχυουσών διεθνών συμφωνιών που αφορούν τη χρήση του ραδιοφάσματος ή των τροχιακών θέσεων.
9.Η εθνική αρμόδια αρχή επανεξετάζει, κατά περίπτωση, κάθε περιορισμό ανά τακτά χρονικά διαστήματα ή κατόπιν εύλογου αιτήματος των θιγόμενων επιχειρήσεων. Εάν μια αρμόδια αρχή συμπεράνει ότι μπορούν να χορηγηθούν περαιτέρω δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος ή συνδυασμός γενικής άδειας και μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης, προβαίνει σε δημοσίευση του σχετικού συμπεράσματος και κινεί τη διαδικασία χορήγησης των εν λόγω δικαιωμάτων.
10.Ο RSPB συλλέγει ορθές πρακτικές σχετικά με τις διαδικασίες αδειοδότησης και τους σχετικούς όρους χορήγησης, όπως π.χ. για τον ευνοϊκό σε επενδύσεις σχεδιασμό δημοπρασιών, καθώς και τις υποχρεώσεις κάλυψης. Η Επιτροπή μπορεί να προτείνει τις πλέον κατάλληλες πτυχές και όρους επιλογής των ευνοϊκών σε επενδύσεις διαδικασιών αδειοδότησης για την αδειοδότηση της χρήσης εναρμονισμένου ραδιοφάσματος σε μία ή περισσότερες ζώνες με σκοπό την επίτευξη των στόχων του προγράμματος πολιτικής για την ψηφιακή δεκαετία, συμπεριλαμβανομένης τυχόν τροποποίησής του.
11.Οι εθνικές αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη τις συστάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 10 και αιτιολογούν στην Επιτροπή κάθε απόκλιση από αυτές. Σε περίπτωση που η εν λόγω απόκλιση έχει ως αποτέλεσμα την ασυνεπή εφαρμογή των ευνοϊκών σε επενδύσεις διαδικασιών αδειοδότησης ή όρων επιλογής, η οποία εξακολουθεί να υφίσταται για τουλάχιστον 2 έτη μετά την έκδοση σύστασης και ενέχει τον κίνδυνο δημιουργίας φραγμών στην εσωτερική αγορά λόγω ασυνεπών επιπέδων ανάπτυξης ασύρματων δικτύων υψηλής ποιότητας, η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει απόφαση μέσω εκτελεστικής πράξης για τη διασφάλιση της εναρμονισμένης εφαρμογής τους.
Η εν λόγω εκτελεστική πράξη εκδίδεται σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 199 παράγραφος 4.
12.Το παρόν άρθρο ισχύει υπό την επιφύλαξη της μεταβίβασης δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος σύμφωνα με το άρθρο 26.
Άρθρο 31
Ενωσιακή διαδικασία ενιαίας αγοράς ραδιοφάσματος
1.Όταν η εθνική αρμόδια αρχή προτίθεται να διεξαγάγει διαδικασία επιλογής σύμφωνα με το άρθρο 30 παράγραφος 6, ή να τροποποιήσει ή να ανανεώσει υπό διαφορετικούς όρους, μεταξύ άλλων όσον αφορά τη διάρκεια και τα δικαιώματα χρήσης εναρμονισμένου ραδιοφάσματος για ασύρματα ευρυζωνικά δίκτυα και υπηρεσίες, δημοσιεύει το οικείο σχέδιο τελικού μέτρου και το κοινοποιεί στην Επιτροπή, στον RSPB, στον BEREC και στις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών, ταυτόχρονα, αναφέροντας τους λόγους για το μέτρο και εξηγώντας τον τρόπο με τον οποίο το μέτρο:
α)προάγει την ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς, τη διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών, καθώς και τον ανταγωνισμό, μεγιστοποιεί τα οφέλη για τον καταναλωτή και γενικά επιτυγχάνει τους στόχους που καθορίζονται στα άρθρα 3 και 13, καθώς και στην απόφαση αριθ. 676/2002/ΕΚ·
β)διασφαλίζει την αποτελεσματική και αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος·
γ)διασφαλίζει σταθερές και προβλέψιμες επενδυτικές συνθήκες για τους υφιστάμενους και μελλοντικούς χρήστες του ραδιοφάσματος κατά την ανάπτυξη δικτύων για την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που εξαρτώνται από το ραδιοφάσμα.
Κατά περίπτωση, η αρμόδια αρχή εξηγεί επίσης τους λόγους για τους οποίους προτείνει:
α)τυχόν μέτρο διαμόρφωσης της αγοράς βάσει του άρθρου 32 παράγραφος 2 και συμπεριλαμβάνει το αποτέλεσμα της διενεργηθείσας ανάλυσης·
β)περιορισμένη διάρκεια του δικαιώματος χρήσης ραδιοφάσματος σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 3.
2.Οι εθνικές αρμόδιες αρχές, ο RSPB, ο BEREC και η Επιτροπή μπορούν να υποβάλουν παρατηρήσεις σχετικά με το σχέδιο μέτρου εντός προθεσμίας 30 εργάσιμων ημερών, η οποία δεν παρατείνεται.
3.Το σχέδιο τελικού μέτρου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δεν εγκρίνεται για άλλες 60 εργάσιμες ημέρες, εάν η Επιτροπή έχει κοινοποιήσει στη σχετική εθνική αρμόδια αρχή ότι έχει επιφυλάξεις ως προς την αιτιολόγηση για την έκταση της διάρκειας ή την αναλογικότητα του σχεδίου μέτρων διαμόρφωσης της αγοράς ή της συμβατότητάς τους με το δίκαιο της ΕΕ και ιδίως με τους στόχους που αναφέρονται στο άρθρο 3. Στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή ενημερώνει τον RSPB, τον BEREC και τις εθνικές αρμόδιες αρχές σχετικά με τις επιφυλάξεις της και ταυτοχρόνως τις δημοσιοποιεί.
4.Εντός 30 εργάσιμων ημερών από την κοινοποίηση των επιφυλάξεων της Επιτροπής, ο RSPB και ο BEREC εκδίδουν τις γνώμες τους σχετικά με τις επιφυλάξεις της Επιτροπής, αναφέροντας αν θεωρούν ότι το σχέδιο μέτρου θα πρέπει να διατηρηθεί, να τροποποιηθεί ή να αποσυρθεί και, κατά περίπτωση, υποβάλλουν συγκεκριμένες προτάσεις για τον σκοπό αυτόν. Οι εν λόγω γνώμες αιτιολογούνται και δημοσιοποιούνται.
5.Εάν στη γνώμη που εκδίδει η RSPG ή ο BEREC συμμερίζεται εν μέρει ή πλήρως την επιφύλαξη της Επιτροπής, συνεργάζεται στενά με την οικεία εθνική αρμόδια αρχή και την Επιτροπή για την εξεύρεση του καταλληλότερου και αποτελεσματικότερου μέτρου.
6.Εντός 60 εργάσιμων ημερών από την κοινοποίηση των επιφυλάξεών της, η Επιτροπή μπορεί να λάβει μία από τις ακόλουθες αποφάσεις:
α)απόφαση με την οποία απαιτεί από την κοινοποιούσα αρμόδια αρχή να τροποποιήσει ή να αποσύρει το σχέδιο μέτρου·
β)απόφαση με την οποία αίρει τις επιφυλάξεις της που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου.
Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τις γνώμες του RSPB, του BEREC και των λοιπών εθνικών αρμόδιων αρχών πριν λάβει απόφαση δυνάμει της παρούσας παραγράφου.
Η απόφαση της Επιτροπής που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο α) συνοδεύεται από λεπτομερή και αντικειμενική ανάλυση των λόγων για τους οποίους το σχέδιο μέτρου διαμόρφωσης της αγοράς ή η περιορισμένη διάρκεια δεν θα πρέπει να εγκριθούν ή εξήγηση του τρόπου με τον οποίο θα πρέπει να τροποποιηθούν.
7.Όταν η Επιτροπή έχει εκδώσει απόφαση με την οποία απαιτεί από την κοινοποιούσα αρχή να αποσύρει το σχέδιο μέτρου, η οικεία αρχή δεν εγκρίνει το εν λόγω μέτρο. Αφού προβεί σε δημόσια διαβούλευση, σύμφωνα με το άρθρο 184, η εθνική αρμόδια αρχή κοινοποιεί εντός έξι μηνών από την ημερομηνία της απόφασης της Επιτροπής νέο σχέδιο μέτρου στον RSPB, στον BEREC, στις λοιπές εθνικές αρμόδιες αρχές και στην Επιτροπή.
8.Εκτός από τις περιπτώσεις που καλύπτονται από την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου και σε περίπτωση που η Επιτροπή λάβει απόφαση με την οποία ζητεί ανάκληση, η οικεία αρμόδια αρχή λαμβάνει υπόψη τις παρατηρήσεις των λοιπών αρμόδιων αρχών, του RSPB, του BEREC και της Επιτροπής και μπορεί να εγκρίνει το προκύπτον μέτρο. Όταν η οικεία εθνική αρμόδια αρχή λαμβάνει το μέτρο, το κοινοποιεί αμελλητί στην Επιτροπή. Η αρμόδια αρχή κοινοποιεί στην Επιτροπή, στον RSPB, στον BEREC και στις λοιπές εθνικές αρμόδιες αρχές όλα τα εγκεκριμένα τελικά μέτρα που εμπίπτουν στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.
9.Η ODN τηρεί αρχείο των ενωσιακών διαδικασιών ενιαίας αγοράς ραδιοφάσματος δυνάμει του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 32
Ανταγωνισμός
1.Τα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών χορηγούνται, τροποποιούνται ή ανανεώνονται κατά τέτοιον τρόπο ώστε να προωθείται ο αποτελεσματικός ανταγωνισμός και να αποφεύγονται στρεβλώσεις του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.
2.Όταν οι εθνικές αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για τη διαχείριση του ραδιοφάσματος χορηγούν, τροποποιούν ή ανανεώνουν δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος σε σχέση με εναρμονισμένο ραδιοφάσμα για ασύρματα ευρυζωνικά δίκτυα και υπηρεσίες, παραπέμπουν στην εθνική ρυθμιστική αρχή την απόφαση σχετικά με κάθε μέτρο που θα μπορούσε να επηρεάσει τον ανταγωνισμό, όπως:
α)να περιορίζουν την ποσότητα των ζωνών ραδιοφάσματος για το οποίο χορηγούνται δικαιώματα χρήσης σε οποιαδήποτε επιχείρηση ή, σε αιτιολογημένες περιπτώσεις, να θέτουν όρους για τα εν λόγω δικαιώματα χρήσης, όπως είναι η παροχή χονδρικής πρόσβασης ή περιαγωγής σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο, σε ορισμένες ζώνες ή σε ορισμένα σύνολα ζωνών με παρόμοια χαρακτηριστικά·
β)να δεσμεύουν, εάν είναι σκόπιμο και δικαιολογημένο λαμβανομένης υπόψη ειδικής κατάστασης στην εθνική αγορά, ορισμένο μέρος ζώνης ραδιοφάσματος ή συνόλου ζωνών για εκχώρηση σε νεοεισερχομένους·
γ)να αρνούνται να χορηγήσουν νέα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος ή να εγκρίνουν νέες χρήσεις ραδιοφάσματος σε ορισμένες ζώνες ή να θέτουν όρους για τη χορήγηση νέων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος ή για την αδειοδότηση νέων χρήσεων ραδιοφάσματος, προκειμένου να αποφεύγεται η στρέβλωση του ανταγωνισμού λόγω οποιασδήποτε εκχώρησης, μεταβίβασης ή συσσώρευσης δικαιωμάτων χρήσης·
δ)να εισάγουν όρους που να απαγορεύουν ή να επιβάλλουν όρους στις μεταβιβάσεις δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος, που δεν υπόκεινται σε ενωσιακό ή εθνικό έλεγχο των συγκεντρώσεων, εφόσον αυτές οι μεταβιβάσεις ενδέχεται να έχουν ως αποτέλεσμα σημαντική στρέβλωση του ανταγωνισμού·
ε)να τροποποιούν τα ισχύοντα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, εφόσον αυτό είναι αναγκαίο για να διορθωθεί εκ των υστέρων η στρέβλωση του ανταγωνισμού λόγω οποιασδήποτε μεταβίβασης ή συσσώρευσης δικαιωμάτων χρήσης.
Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές προτείνουν τέτοια μέτρα μόνο βάσει ανάλυσης της αγοράς που διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 73 παράγραφος 2, και ιδίως μελλοντοστρεφούς αξιολόγησης των συνθηκών ανταγωνισμού της αγοράς και εκτίμησης των πιθανών επιπτώσεων των εν λόγω μέτρων στη διατήρηση ή την επίτευξη αποτελεσματικού ανταγωνισμού, καθώς και στις υφιστάμενες και μελλοντικές επενδύσεις.
3.Κατά την επιλογή των κατάλληλων μέτρων βάσει της παραγράφου 2, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές τηρούν την αναλογικότητα και επιβάλλουν το λιγότερο παρεμβατικό μέτρο που είναι ικανό να διασφαλίσει τον ανταγωνισμό σε επίπεδο λιανικής:
α)πριν από την επιβολή μέτρων που επηρεάζουν τη δομή της αγοράς, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές αξιολογούν τον αριθμό των υποδομών που μπορούν να είναι οικονομικά βιώσιμες στην αγορά σε σχέση με τα χαρακτηριστικά του εκχωρούμενου ραδιοφάσματος και τις συναφείς επενδυτικές απαιτήσεις που είναι αναγκαίες για την επίτευξη της επιδιωκόμενης ποιότητας υπηρεσιών·
β)πριν από την επιβολή οποιασδήποτε υποχρέωσης χονδρικής πρόσβασης, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές επανεξετάζουν τις σχετικές αγορές, σε μακρόπνοη βάση, και αξιολογούν αν οι αγορές λιανικής θα ήταν όντως ανταγωνιστικές ελλείψει της παρέμβασης χονδρικής.
Έως την/τις [12 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού], ο BEREC, σε στενή συνεργασία με την Επιτροπή, καταρτίζει κατευθυντήριες γραμμές για τη συνεπή εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.
4.Τα προτεινόμενα μέτρα βάσει της παραγράφου 2 αποτελούν μέρος σχεδίου μέτρου που υποβάλλεται από αρμόδια αρχή στη διαδικασία του άρθρου 31.
5.Κατά την εφαρμογή της παραγράφου 2, οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές συμμορφώνονται με τις διαδικασίες που καθορίζονται στα άρθρα 184, 194 και 195.
Τμήμα 7: Ανάπτυξη και χρήση εξοπλισμού ασύρματου δικτύου
Άρθρο 33
Πρόσβαση σε ασύρματα τοπικά δίκτυα
1.Οι αρμόδιες αρχές επιτρέπουν την παροχή πρόσβασης μέσω RLAN σε δημόσιο δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών, καθώς και τη χρήση του εναρμονισμένου ραδιοφάσματος για την εν λόγω παροχή, μόνο με την επιφύλαξη των εφαρμοστέων όρων για τη γενική άδεια που αφορούν τη χρήση ραδιοφάσματος όπως αναφέρεται στο άρθρο 20 παράγραφος 2.
Όταν η εν λόγω παροχή δεν αποτελεί μέρος οικονομικής δραστηριότητας ή είναι βοηθητική για οικονομική δραστηριότητα ή δημόσια υπηρεσία η οποία δεν εξαρτάται από τη μεταφορά σημάτων στα δίκτυα αυτά, οποιαδήποτε επιχείρηση, δημόσια αρχή ή οποιοσδήποτε τελικός χρήστης που παρέχει την εν λόγω πρόσβαση δεν υπόκειται σε καμία γενική άδεια για την παροχή δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών σύμφωνα με το άρθρο 9, σε υποχρεώσεις όσον αφορά τα δικαιώματα των τελικών χρηστών σύμφωνα με το μέρος VI τίτλος III ούτε σε υποχρεώσεις διασύνδεσης των δικτύων τους σύμφωνα με το άρθρο 65 παράγραφος 1.
2.Το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2065 εφαρμόζεται στην ευθύνη των παρόχων της εν λόγω πρόσβασης μέσω RLAN.
3.Οι πάροχοι δημόσιων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή δημοσίως διαθέσιμων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών έχουν το δικαίωμα να επιτρέπουν την πρόσβαση στα δίκτυά τους σε άλλους παρόχους τέτοιων δικτύων και υπηρεσιών ή στο κοινό μέσω RLAN, με την επιφύλαξη της συμμόρφωσης με τους ισχύοντες όρους γενικής άδειας και της συναίνεσης του τελικού χρήστη κατόπιν ενημέρωσης, όταν το RLAN βρίσκεται στον χώρο του τελικού χρήστη.
4.Σύμφωνα με το άρθρο 93, οι πάροχοι δημόσιων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή δημοσίως διαθέσιμων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών δεν περιορίζουν μονομερώς ούτε εμποδίζουν τους τελικούς χρήστες:
α)να έχουν πρόσβαση σε RLAN της επιλογής τους, τα οποία παρέχονται από τρίτους·
β)να επιτρέπουν αμοιβαία ή, γενικότερα, την πρόσβαση στα δίκτυα των εν λόγω παρόχων από άλλους τελικούς χρήστες μέσω RLAN, καθώς και βάσει πρωτοβουλιών τρίτων που συνενώνονται και καθιστούν διαθέσιμα στο κοινό τα RLAN διαφορετικών τελικών χρηστών.
5.Οι τελικοί χρήστες μπορούν να επιτρέπουν την πρόσβαση, αμοιβαία ή άλλως, στα RLAN τους από άλλους τελικούς χρήστες, καθώς και βάσει πρωτοβουλιών τρίτων που συνενώνονται και καθιστούν τα RLAN διαφόρων τελικών χρηστών διαθέσιμα στο κοινό.
6.Δεν εφαρμόζεται αδικαιολόγητος περιορισμός στην παροχή πρόσβασης σε RLAN στο κοινό:
α)από φορείς του δημόσιου τομέα ή σε δημόσιους χώρους πλησίον των χώρων στους οποίους στεγάζονται οι εν λόγω φορείς του δημόσιου τομέα, όταν η παροχή αυτή είναι βοηθητική για τις δημόσιες υπηρεσίες που παρέχονται στους εν λόγω χώρους·
β)από πρωτοβουλίες μη κυβερνητικών οργανώσεων ή φορέων του δημόσιου τομέα που συνενώνονται και καθιστούν αμοιβαία ή γενικότερα διαθέσιμη την πρόσβαση στα RLAN διαφόρων τελικών χρηστών, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, των RLAN στα οποία παρέχεται δημόσια πρόσβαση σύμφωνα με το στοιχείο α).
Άρθρο 34
Ανάπτυξη και λειτουργία σημείων ασύρματης πρόσβασης μικρής εμβέλειας
1.Η ανάπτυξη σημείων ασύρματης πρόσβασης μικρής εμβέλειας δεν περιορίζεται αδικαιολόγητα και υπόκειται σε εθνικώς συνεπείς κανόνες. Οι εν λόγω κανόνες δημοσιεύονται πριν από την εφαρμογή τους.
Ειδικότερα, η ανάπτυξη σημείων ασύρματης πρόσβασης μικρής εμβέλειας που συμμορφώνονται με τα χαρακτηριστικά που ορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 4 εξαιρείται από κάθε μεμονωμένη πολεοδομική άδεια ή άλλη μεμονωμένη προηγούμενη άδεια.
Κατά παρέκκλιση από το δεύτερο εδάφιο, η ανάπτυξη σημείων ασύρματης πρόσβασης μικρής εμβέλειας σε κτίρια ή χώρους αρχιτεκτονικής, ιστορικής ή φυσικής αξίας που προστατεύονται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο ή, κατά περίπτωση, για λόγους δημόσιας ασφάλειας, μπορεί να υπόκειται σε αδειοδότηση. Τα άρθρα 7, 8 και 9 του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1309 εφαρμόζονται για τη χορήγηση των εν λόγω αδειών.
2.Η Επιτροπή, μέσω εκτελεστικών πράξεων, καθορίζει τα φυσικά και τεχνικά χαρακτηριστικά, όπως το μέγιστο μέγεθος, το βάρος και, κατά περίπτωση, την ισχύ εκπομπών σημείων ασύρματης πρόσβασης μικρής εμβέλειας.
Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 199 παράγραφος 4.
Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις επανεξετάζονται τακτικά ώστε να προσαρμόζονται στην τεχνολογική πρόοδο, καθώς και στις ανάγκες ανάπτυξης δικτύων.
3.Το παρόν άρθρο δεν θίγει τις βασικές απαιτήσεις που ορίζονται στην οδηγία 2014/53/ΕΕ και το καθεστώς αδειοδότησης που εφαρμόζεται για τη χρήση του σχετικού ραδιοφάσματος.
4.Με την επιφύλαξη, κατά περίπτωση, του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1309, οι φορείς εκμετάλλευσης έχουν δικαίωμα πρόσβασης σε οποιαδήποτε υλική υποδομή ελέγχεται από εθνικές, περιφερειακές ή τοπικές δημόσιες αρχές και πληροί τις τεχνικές προδιαγραφές για να φιλοξενήσει σημεία ασύρματης πρόσβασης μικρής εμβέλειας ή είναι απαραίτητη για τη σύνδεση τέτοιων σημείων πρόσβασης με ένα κεντρικό δίκτυο, συμπεριλαμβανομένου του εξοπλισμού οδών, όπως είναι οι φανοστάτες, οι πινακίδες των δρόμων, οι φωτεινοί σηματοδότες, οι διαφημιστικές πινακίδες, οι στάσεις λεωφορείων και τραμ και οι σταθμοί του μετρό. Όλα τα εύλογα αιτήματα χορήγησης πρόσβασης ικανοποιούνται βάσει δίκαιων, εύλογων, διαφανών και αμερόληπτων όρων και προϋποθέσεων, τα οποία δημοσιοποιούνται μέσω ενιαίου σημείου ενημέρωσης.
5.Με την επιφύλαξη οποιασδήποτε εμπορικής συμφωνίας, η ανάπτυξη σημείων ασύρματης πρόσβασης μικρής εμβέλειας δεν υπόκειται σε κανένα τέλος ή επιβάρυνση πέραν των διοικητικών επιβαρύνσεων σύμφωνα με το άρθρο 12.
Άρθρο 35
Τεχνικοί κανόνες σχετικά με τα ηλεκτρομαγνητικά πεδία
Οι διαδικασίες που ορίζονται στην οδηγία (ΕΕ) 2015/1535 εφαρμόζονται όσον αφορά οποιοδήποτε σχέδιο μέτρου των αρμόδιων αρχών το οποίο θα επιβάλει απαιτήσεις, σχετικά με την ανάπτυξη σημείων ασύρματης πρόσβασης μικρής εμβέλειας, όσον αφορά τα ηλεκτρομαγνητικά πεδία διαφορετικές από τις απαιτήσεις που προβλέπονται στη σύσταση 1999/519/ΕΚ ή σε μεταγενέστερες συστάσεις που την αντικαθιστούν.
4.2.ΤΙΤΛΟΣ II: ΧΡΗΣΗ ΤΟΥ ΡΑΔΙΟΦΑΣΜΑΤΟΣ ΑΠΟ ΔΟΡΥΦΟΡΟΥΣ
Άρθρο 36
Διεθνές πλαίσιο και ενιαία αγορά
Η Επιτροπή διαχειρίζεται τη χρήση του ραδιοφάσματος για την παροχή δορυφορικών δικτύων ή υπηρεσιών δορυφορικών επικοινωνιών μόνο σύμφωνα με τις διεθνείς υποχρεώσεις και δεσμεύσεις της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των αποφάσεων που εκδίδει το Συμβούλιο δυνάμει του άρθρου 218 της ΣΛΕΕ, κατά τρόπο που αντικατοπτρίζει πλήρως τη διεθνή διάσταση και τη στρατηγική σημασία του για την Ένωση και τα κράτη μέλη, και προς υποστήριξη του στόχου της ανάπτυξης ενιαίας αγοράς για τις υπηρεσίες δορυφορικών επικοινωνιών.
Άρθρο 37
Κατάθεση και συντονισμός δορυφορικών συστημάτων στην ITU
1.Κατόπιν αιτήματος υποψήφιου χρήστη του ραδιοφάσματος, η αρμόδια αρχή ραδιοφάσματος ενημερώνει την Επιτροπή και τις λοιπές εθνικές αρμόδιες αρχές, στο πλαίσιο του RSPB, σχετικά με κάθε αίτημα κατάθεσης, συντονισμού ή καταχώρισης στην ITU δορυφορικού συστήματος που προορίζεται για την κάλυψη περισσότερων του ενός κρατών μελών ή δορυφορικού σταθμού εδάφους και, κατά περίπτωση, των συμπληρωματικών επίγειων και εναέριων σκελών του. Η οικεία εθνική αρμόδια αρχή αναφέρει αν χρειάζεται στήριξη από άλλες εθνικές αρμόδιες αρχές και από την Ένωση για τη διενέργεια του συντονισμού της ITU, προκειμένου να υπερασπιστεί και να προωθήσει τα συμφέροντα και τις πολιτικές των κρατών μελών και της Ένωσης. Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή μπορούν να υποβάλουν παρατηρήσεις επί του αιτήματος. Αποφεύγοντας περιττές καθυστερήσεις στη διαδικασία κατάθεσης, το οικείο κράτος μέλος διασφαλίζει ότι οι παρατηρήσεις αυτές λαμβάνονται δεόντως υπόψη.
2.Μόλις λάβει αίτημα συντονισμού, βάσει των κανόνων της ITU, των συχνοτήτων ή της τροχιακής θέσης δορυφορικού συστήματος ή δορυφορικού σταθμού εδάφους και, κατά περίπτωση, των συμπληρωματικών επίγειων και εναέριων σκελών του, βάσει των κανόνων της ITU, η οικεία εθνική αρμόδια αρχή ενημερώνει αμέσως την Επιτροπή και τις λοιπές αρμόδιες αρχές μέσω του RSPB.
3.Όταν δύο ή περισσότερες εθνικές αρμόδιες αρχές λαμβάνουν αιτήματα σχετικά με την ίδια ζώνη συχνοτήτων ή την ίδια τροχιακή θέση, ο RSPB, υποστηριζόμενος από την ODN, συντονίζει τη θέση της Ένωσης για έγκαιρη και συνεπή απάντηση της Ένωσης στην ITU.
Άρθρο 38
Γενική άδεια σε επίπεδο Ένωσης για την παροχή δορυφορικών δικτύων και υπηρεσιών δορυφορικών επικοινωνιών
1.Η ενωσιακή άδεια δυνάμει του άρθρου 39 περιλαμβάνει γενική άδεια για την παροχή δορυφορικών δικτύων ή υπηρεσιών δορυφορικών επικοινωνιών, όπως ορίζεται στο παρόν άρθρο.
2.Κατ’ εξαίρεση από το άρθρο 9, η παροχή δορυφορικών δικτύων, συμπεριλαμβανομένων δορυφορικών σταθμών εδάφους και, κατά περίπτωση, συμπληρωματικών επίγειων και εναέριων σκελών και υπηρεσιών δορυφορικών επικοινωνιών στην Ένωση ή σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη μπορεί να υπόκειται μόνο στους όρους που καθορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου.
Οι πάροχοι υποβάλλουν κοινοποίηση στην Επιτροπή και δεν χρειάζεται να λάβουν ρητή απόφαση ή άδεια ή οποιαδήποτε άλλη διοικητική πράξη από άλλες αρμόδιες αρχές. Η ODN επικουρεί την Επιτροπή στον χειρισμό των κοινοποιήσεων.
3.Η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη του RSPB, μπορεί, μέσω εκτελεστικών πράξεων, να καθορίζει τους όρους που συνοδεύουν τη γενική άδεια για την παροχή δορυφορικών δικτύων ή υπηρεσιών δορυφορικών επικοινωνιών, εντός των ορίων που καθορίζονται στο άρθρο 9 παράγραφος 4. Οι όροι περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων:
α)την εγκατάσταση στην Ένωση·
β)την καταβολή των διοικητικών επιβαρύνσεων σύμφωνα με το άρθρο 12, τηρουμένων των αναλογιών·
γ)τη διατήρηση της ακεραιότητας, της ασφάλειας και της ανθεκτικότητας των δορυφορικών δικτύων και υπηρεσιών δορυφορικών επικοινωνιών·
δ)τη διατήρηση μόνιμου ελέγχου επί της μετάδοσης όλων των ραδιοσταθμών, συμπεριλαμβανομένων των δορυφορικών σταθμών εδάφους και, κατά περίπτωση, των συμπληρωματικών επίγειων και εναέριων σκελών τους, που χρησιμοποιούν το ραδιοφάσμα που έχει αδειοδοτηθεί βάσει της ενωσιακής άδειας, ακόμη και όταν ανήκουν ή έχουν εγκατασταθεί από τρίτους ή τελούν υπό τη διαχείριση τρίτων ή δεν βρίσκονται εντός της Ένωσης·
ε)υποχρεώσεις διατήρησης δεδομένων ή νόμιμης συνακρόασης. Η εκτελεστική πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο καθορίζει αντικειμενικά κριτήρια για τον προσδιορισμό των υποχρεώσεων σχετικά με τη διατήρηση δεδομένων και τη νόμιμη συνακρόαση, οι οποίες τίθενται ως προϋπόθεση για τη χορήγηση δορυφορικής άδειας της ΕΕ.
Οι εκτελεστικές πράξεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 199 παράγραφος 4.
4.Η ενωσιακή γενική άδεια παρέχει στις επιχειρήσεις τα ελάχιστα δικαιώματα που απορρέουν από τη γενική άδεια που προβλέπεται στο άρθρο 9 σε όλα τα κράτη μέλη.
5.Τα άρθρα 12, 194 και 195 εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών στις διοικητικές επιβαρύνσεις, στην τροποποίηση, στους περιορισμούς και στην ανάκληση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τη γενική άδεια.
Άρθρο 39
Ενωσιακή άδεια για τη χρήση δορυφορικού ραδιοφάσματος
1.Η χρήση ραδιοφάσματος για την παροχή υπηρεσιών δορυφορικών επικοινωνιών στην Ένωση ή σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη υπόκειται σε ενωσιακή άδεια, η οποία χορηγείται από την Επιτροπή.
2.Η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη τυχόν γνώμη του RSPB, καταρτίζει και επικαιροποιεί, μέσω εκτελεστικής πράξης, τον ευρωπαϊκό πίνακα κατανομής δορυφορικών συχνοτήτων, στον οποίο προσδιορίζονται οι ζώνες ραδιοφάσματος που είναι διαθέσιμες για υπηρεσίες δορυφορικών επικοινωνιών στην Ένωση. Η Επιτροπή εναρμονίζει το ραδιοφάσμα που διατίθεται για υπηρεσίες δορυφορικών επικοινωνιών σύμφωνα με την απόφαση αριθ. 676/2002/ΕΚ και αδειοδοτεί τη χρήση εναρμονισμένου ραδιοφάσματος για υπηρεσίες δορυφορικών επικοινωνιών. Η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει ότι η πρόσβαση σε ορισμένες ζώνες δορυφορικού ραδιοφάσματος είναι δυνατή βάσει γενικής άδειας. Στην περίπτωση αυτή, καθορίζει τους όρους αδειοδότησης για τη χρήση ραδιοφάσματος στις εν λόγω ζώνες, συμπεριλαμβανομένων τυχόν εφαρμοστέων τελών.
3.Όταν η Επιτροπή εξετάζει, με δική της πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος αρμόδιας αρχής ή αιτούντος, το ενδεχόμενο περιορισμού του αριθμού των ενωσιακών αδειών σε δεδομένη ζώνη ραδιοφάσματος λόγω της ανεπάρκειας του ραδιοφάσματος ή για λόγους γενικού συμφέροντος, παρέχει στα ενδιαφερόμενα μέρη την ευκαιρία να εκφράσουν τις απόψεις τους στο πλαίσιο δημόσιας διαβούλευσης σύμφωνα με το άρθρο 184. Με βάση το αποτέλεσμα της διαβούλευσης, η Επιτροπή μπορεί να λάβει τα αναγκαία μέτρα για τον περιορισμό του αριθμού των αδειών.
4.Μέσω εκτελεστικών πράξεων, οι οποίες πρέπει να εκδοθούν έως την/τις [12 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού] και λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών των σχετικών ζωνών ραδιοφάσματος και τυχόν γνώμης του RSPB, η Επιτροπή προσδιορίζει τους όρους αδειοδότησης και χρήσης για τις διάφορες ζώνες ραδιοφάσματος, διασφαλίζοντας ότι οι αδειοδοτημένοι φορείς εκμετάλλευσης υπόκεινται στις ακόλουθες απαιτήσεις:
α)είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση·
β)συμμορφώνονται με τους κανονισμούς ραδιοεπικοινωνιών της ITU διασφαλίζοντας:
(I)την εφαρμογή των σχετικών διαδικασιών συντονισμού και κοινοποίησης των κανονισμών ραδιοεπικοινωνιών, συμπεριλαμβανομένης της καταχώρισης στο κεντρικό διεθνές μητρώο συχνοτήτων (Master International Frequency Register, στο εξής: MIFR) της ITU, με σεβασμό προς το καθεστώς και τις ημερομηνίες προστασίας της ITU και με καλόπιστη διεξαγωγή·
(II)τη συμμόρφωση με τις σχετικές διεθνείς συμφωνίες συντονισμού·
(III)ότι δεν δημιουργούνται επιβλαβείς παρεμβολές σε άλλα δορυφορικά δίκτυα ή συστήματα ούτε σε σταθμούς που λειτουργούν σύμφωνα με τους κανονισμούς ραδιοεπικοινωνιών της ITU·
(IV)τη λειτουργία χωρίς παρεμβολές και χωρίς προστασία, όταν η κατάθεση δεν έχει ακόμη κοινοποιηθεί και καταχωριστεί στο MIFR ή λειτουργεί βάσει του κανονισμού ραδιοεπικοινωνιών αριθ. 4.4 της ITU·
γ)συντονίζονται με οποιοδήποτε δορυφορικό σύστημα έχει αδειοδοτηθεί στην Ένωση·
δ)χρησιμοποιούν το ραδιοφάσμα για την παροχή υπηρεσιών δορυφορικών επικοινωνιών σύμφωνα με τους κανονισμούς ραδιοεπικοινωνιών της ITU, συμπεριλαμβανομένης της αποφυγής επιβλαβών παρεμβολών και, κατά περίπτωση, σύμφωνα με κάθε πράξη τεχνικής εναρμόνισης που εκδίδεται δυνάμει της απόφασης αριθ. 626/2002/ΕΚ·
ε)σε περίπτωση κατάθεσης στην ITU που πραγματοποιείται από τρίτη χώρα, αποδεικνύουν ότι η δικαιοδοσία της εν λόγω χώρας προβλέπει την αποτελεσματική επίλυση επιβλαβών παρεμβολών και εφαρμόζει εργαλεία για την άμεση λογοδοσία σε περίπτωση παράνομης χρήσης·
στ)την καταβολή τελών ραδιοφάσματος που καθορίζονται βάσει μεθοδολογίας την οποία ορίζει η Επιτροπή, μέσω κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, σύμφωνα με τα κριτήρια του άρθρου 29 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο·
ζ)τυχόν πρόσθετους αντικειμενικούς και διαφανείς όρους οι οποίοι δεν εισάγουν διακρίσεις και είναι απαραίτητοι για την προστασία των πολιτικών της Ένωσης που βασίζονται σε δορυφορικά δίκτυα ή υπηρεσίες δορυφορικών επικοινωνιών, συμπεριλαμβανομένων των όρων που ισχύουν για την πειραματική χρήση του ραδιοφάσματος.
5.Έως την/τις [36 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού], η Επιτροπή αντικαθιστά τις εθνικές άδειες που ισχύουν την/στις [6 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού] για τη χρήση ραδιοφάσματος με ενωσιακές άδειες.
6.Οι εκτελεστικές πράξεις που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 4 του παρόντος άρθρου θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 199 παράγραφος 4.
Άρθρο 40
Διαδικασία χορήγησης ενωσιακής άδειας
1.Κάθε επιχείρηση υποβάλλει στην Επιτροπή αίτηση για ενωσιακή άδεια χρήσης ραδιοφάσματος για την παροχή υπηρεσιών δορυφορικών επικοινωνιών και δορυφορικών δικτύων. Η Επιτροπή δημοσιεύει τις αιτήσεις αυτές αμέσως μετά την παραλαβή τους.
Κατά την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή επικουρείται από την ODN και από μόνιμη ομάδα εργασίας του RSPB για τις δορυφορικές άδειες. Η ομάδα αυτή απαρτίζεται από εκπροσώπους των κρατών μελών με εμπειρογνωσία στις δορυφορικές επικοινωνίες.
2.Η αίτηση προσδιορίζει τις ανάγκες ραδιοφάσματος και περιέχει τις πληροφορίες που απαιτούνται για την ταυτοποίηση της επιχείρησης, σύντομη περιγραφή της υπηρεσίας δορυφορικών επικοινωνιών και τις πληροφορίες που απαιτούνται για την επαλήθευση της συμμόρφωσης με τους όρους που καθορίζονται στο άρθρο 39.
3.Η Επιτροπή εξετάζει το αίτημα με τη συνδρομή της ομάδας εργασίας του RSPB για τις δορυφορικές άδειες και της ODN. Ο RSPB υποβάλλει γνώμη στην Επιτροπή εντός 10 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή του αιτήματος.
4.Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστική πράξη για τη χορήγηση της ενωσιακής άδειας εάν ο αιτών συμμορφώνεται με τους όρους του άρθρου 39 ή αρνείται να χορηγήσει την ενωσιακή άδεια σε όλες τις άλλες περιπτώσεις.
Εφόσον απαιτείται, ο RSPB μπορεί να αναβάλει την υποβολή της γνώμης του και να ζητήσει από την Επιτροπή να λάβει κατάλληλα μέτρα για την εναρμόνιση των τεχνικών όρων για τη χρήση του ραδιοφάσματος σύμφωνα με την απόφαση αριθ. 626/2002/ΕΚ ή άλλων όρων των ενωσιακών αδειών.
5.Όταν, σύμφωνα με το άρθρο 39 παράγραφος 3, η Επιτροπή αποφασίζει να επιλέξει κατόχους δικαιωμάτων στο πλαίσιο διαδικασίας επιλογής, διεξάγει την εν λόγω διαδικασία σύμφωνα με το παράρτημα VI, εκτός εάν προβλέπεται ειδική διαδικασία στο ενωσιακό δίκαιο.
6.Η Επιτροπή εκδίδει έως την/τις [12 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού] εκτελεστική πράξη για τον καθορισμό των λεπτομερειών και των χρονοδιαγραμμάτων που ισχύουν για τη διαδικασία χορήγησης ενωσιακής άδειας.
Οι εκτελεστικές πράξεις που αναφέρονται στις παραγράφους 4 και 6 του παρόντος άρθρου θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 199 παράγραφος 4.
Άρθρο 41
Ισχύς της ενωσιακής άδειας
1.Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 9, η ενωσιακή άδεια παρέχει στον κάτοχό της το δικαίωμα παροχής δορυφορικών δικτύων ή υπηρεσιών δορυφορικών επικοινωνιών και το δικαίωμα χρήσης ραδιοφάσματος σε ολόκληρη την Ένωση ή στα συγκεκριμένα κράτη μέλη που ορίζονται στην άδεια. Δεν απαιτείται εθνική άδεια για την παροχή δορυφορικών δικτύων, υπηρεσιών δορυφορικών επικοινωνιών ή για τη χρήση ραδιοφάσματος για την παροχή αυτών σε οποιοδήποτε κράτος μέλος.
2.Η ενωσιακή άδεια παρέχει τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις σε κάθε κράτος μέλος κατά τρόπο παρόμοιο με άδεια που χορηγείται από το εν λόγω κράτος μέλος για την παροχή υπηρεσιών δορυφορικών επικοινωνιών ή δορυφορικών δικτύων ή για τη χρήση ραδιοφάσματος.
3.Η ενωσιακή άδεια δεν απαλλάσσει τον κάτοχό της από τις υποχρεώσεις συντονισμού που απορρέουν από τους κανονισμούς ραδιοεπικοινωνιών της ITU, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεων μερισμού ραδιοφάσματος, όσον αφορά υφιστάμενα ή μελλοντικά δορυφορικά δίκτυα ή υπηρεσίες δορυφορικών επικοινωνιών.
4.Ο κάτοχος ενωσιακής άδειας:
α)κατά περίπτωση, τηρεί κάθε δέσμευση που έχει αναλάβει με την αίτησή του ή κατά τη διάρκεια της διαδικασίας επιλογής, ανεξαρτήτως εάν η συνδυασμένη ζήτηση ραδιοφάσματος υπερβαίνει το διαθέσιμο εύρος·
β)χρησιμοποιεί τα δικαιώματα χρήσης του κατά τρόπο που να συνάδει με τις πολιτικές της Ένωσης που βασίζονται στο ραδιοφάσμα, ιδίως μη προκαλώντας επιβλαβείς παρεμβολές σε οποιοδήποτε δορυφορικό σύστημα χρηματοδοτείται στο πλαίσιο προγραμμάτων της Ένωσης, και παρέχοντας πρόσβαση στο ραδιοφάσμα στο πλαίσιο των δικαιωμάτων του κατόπιν αιτήματος των αρμόδιων αρχών σε περιόδους κρίσεων·
γ)υποβάλλει στην Επιτροπή ετήσια έκθεση στην οποία περιγράφεται λεπτομερώς η κατάσταση της ανάπτυξης του δορυφορικού δικτύου και/ή της υπηρεσίας δορυφορικών επικοινωνιών του.
Άρθρο 42
Διάρκεια και ανανέωση της ενωσιακής άδειας
1.Η διάρκεια της ενωσιακής άδειας καθορίζεται από την Επιτροπή. Το άρθρο 24 εφαρμόζεται, τηρουμένων των αναλογιών, στα δικαιώματα που χορηγούνται βάσει ενωσιακής άδειας.
Κατ’ εξαίρεση του άρθρου 24 παράγραφος 5, σε περίπτωση που δικαιολογείται, η Επιτροπή μπορεί να συντομεύσει τη διάρκεια της ενωσιακής άδειας στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α)για συγκεκριμένα βραχυπρόθεσμα έργα·
β)για πειραματική χρήση σε τροχιά·
γ)για τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο και εφαρμόζονται στα κράτη μέλη.
2.Σε περίπτωση αιτήματος ανανέωσης του δικαιώματος χρήσης, ο RSPB υποβάλλει γνώμη στην Επιτροπή εντός 10 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή αιτήματος της Επιτροπής. Η ενωσιακή άδεια μπορεί να ανανεωθεί από την Επιτροπή, λαμβανομένης υπόψη τυχόν γνώμης του RSPB. Το άρθρο 25 εφαρμόζεται, τηρουμένων των αναλογιών, στην ανανέωση των δικαιωμάτων που χορηγούνται βάσει ενωσιακής άδειας.
3.Τα άρθρα 194 και 195 σχετικά με την τροποποίηση, τον περιορισμό και την ανάκληση δικαιωμάτων χρήσης εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, στα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος.
Άρθρο 43
Εποπτεία και διορθωτικά μέτρα
1.Η Επιτροπή και οι εθνικές αρμόδιες αρχές που συνεργάζονται στο πλαίσιο της επιτροπής που αναφέρεται στο άρθρο 199 παράγραφος 1 και ο RSPB παρακολουθούν τη συμμόρφωση των δορυφορικών δικτύων και των υπηρεσιών δορυφορικών επικοινωνιών που λειτουργούν βάσει ενωσιακής άδειας με τους όρους των άρθρων 38 και 39, καθώς και με το ενωσιακό δίκαιο και τους εφαρμοστέους κανονισμούς ραδιοεπικοινωνιών της ITU, και λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση τυχόν μη συμμόρφωσης.
Η Επιτροπή θεσπίζει, μέσω εκτελεστικών πράξεων, λεπτομερείς ρυθμίσεις για τη συντονισμένη παρακολούθηση και επιβολή των ενωσιακών αδειών, συμπεριλαμβανομένων όρων για τη συντονισμένη αναστολή ή ανάκληση αδειών. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 199 παράγραφος 3.
2.Η Επιτροπή εξετάζει κάθε εικαζόμενη συγκεκριμένη παράβαση όρου που συνοδεύει ενωσιακή άδεια ή οποιασδήποτε διάταξης του παρόντος τίτλου. Ο RSPB, με την υποστήριξη της ODN, επικουρεί την Επιτροπή στην ανωτέρω εξέταση.
Εάν μια εθνική αρμόδια αρχή είναι της γνώμης ότι κάτοχος ενωσιακής άδειας δεν συμμορφώνεται με οποιονδήποτε όρο αδειοδότησης ή με οποιαδήποτε διάταξη του παρόντος κανονισμού, θέτει το ζήτημα υπόψη της Επιτροπής και του RSPB.
Εάν η Επιτροπή διαπιστώσει ότι κάτοχος ενωσιακής άδειας δεν συμμορφώνεται με οποιονδήποτε από τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 38 ή στο άρθρο 39, ενημερώνει τον εν λόγω φορέα εκμετάλλευσης για τα πορίσματά της.
3.Σε περίπτωση παράβασης οποιουδήποτε όρου άδειας ή οποιασδήποτε διάταξης του παρόντος τίτλου, η Επιτροπή θεσπίζει, μέσω εκτελεστικών πράξεων, κατάλληλα και αναλογικά διορθωτικά μέτρα, τα οποία συνίστανται:
α)στην (προσωρινή ή μόνιμη) απαγόρευση της χρήσης ορισμένων ζωνών ραδιοφάσματος για δορυφορικούς σταθμούς εδάφους και, κατά περίπτωση, των συμπληρωματικών επίγειων και εναέριων σκελών τους στην Ένωση, με την επιφύλαξη αστικών και ποινικών κυρώσεων βάσει του εθνικού δικαίου·
β)στην αναστολή ή την ανάκληση της ενωσιακής άδειας.
Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 199 παράγραφος 4.
Η Επιτροπή μπορεί να επιβάλλει πρόστιμα ή περιοδικές κυρώσεις για παραβάσεις των όρων αδειοδότησης ή των διατάξεων του παρόντος τίτλου στον κάτοχο ενωσιακής άδειας, τα οποία καθορίζονται λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας και της διάρκειας της παράβασης και δεν υπερβαίνουν το 5 % του συνολικού παγκόσμιου κύκλου εργασιών του κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος. Το Δικαστήριο αποφαίνεται κατά πλήρη δικαιοδοσία βάσει του άρθρου 261 της ΣΛΕΕ επί των προσφυγών που ασκούνται κατά των αποφάσεων της Επιτροπής, με τις οποίες καθορίζεται πρόστιμο ή περιοδική χρηματική ποινή· μπορεί να ακυρώσει, να μειώσει ή να αυξήσει το πρόστιμο ή την περιοδική χρηματική ποινή που έχει επιβληθεί.
Η Επιτροπή ενημερώνει τα κράτη μέλη σχετικά με τα μέτρα επιβολής τα οποία λαμβάνει δυνάμει του παρόντος άρθρου.
4.Παρά τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου, σε περίπτωση μη καταβολής τελών ραδιοφάσματος και μη συμμόρφωσης με τους όρους του άρθρου 38 παράγραφος 3, εφαρμόζεται η διαδικασία του άρθρου 196, τηρουμένων των αναλογιών.
Άρθρο 44
Επιβολή
1.Κάθε μέτρο που αποφασίζεται από την Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 43, επιβάλλεται από τις αρμόδιες εθνικές αρχές στο ακέραιο και εντός της προθεσμίας που ορίζεται από την Επιτροπή. Κατ’ εξαίρεση, μια εθνική αρμόδια αρχή μπορεί να ζητήσει από την Επιτροπή να αναβάλει την εφαρμογή του μέτρου της στην εθνική της επικράτεια για ανανεώσιμη περίοδο έως 6 μηνών, όταν το εν λόγω μέτρο είναι πιθανό να διαταράξει σοβαρά τη συνδεσιμότητα στην επικράτειά της. Η Επιτροπή περιορίζει όσο το δυνατόν περισσότερο τη διάρκεια της εξαίρεσης αυτής, παρέχοντας, κατά περίπτωση, κίνητρα στους τελικούς χρήστες να στραφούν σε εναλλακτικά δορυφορικά δίκτυα ή υπηρεσίες δορυφορικών επικοινωνιών.
2.Κάθε μέτρο της Επιτροπής ισχύει εν αναμονή της έκβασης δικαστικής ή άλλης προσφυγής κατά της απόφασης της Επιτροπής ή κατά εθνικού μέτρου επιβολής, εκτός εάν ληφθούν προσωρινά μέτρα κατάλληλα για τον επαρκή μετριασμό ή την εξάλειψη της εν λόγω παρεμβολής σύμφωνα με την παράγραφο 3.
3.Όταν απαιτείται επείγουσα δράση για την αποφυγή επιβλαβών παρεμβολών στο έδαφός της, μια εθνική αρμόδια αρχή μπορεί, με δική της πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής, να λαμβάνει κατάλληλα προσωρινά μέτρα, συμπεριλαμβανομένης της αναστολής της εφαρμογής της ενωσιακής άδειας στο έδαφός της. Όταν ενεργεί με δική της πρωτοβουλία, η εθνική αρμόδια αρχή ενημερώνει την Επιτροπή και τον RSPB για τους λόγους της δράσης της εντός πέντε εργάσιμων ημερών. Η Επιτροπή ενημερώνει τον RSPB και τις λοιπές εθνικές αρμόδιες αρχές. Η Επιτροπή κινεί αμέσως τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 43.
Άρθρο 45
Συντονισμός μεταξύ δορυφορικής και επίγειας χρήσης του ραδιοφάσματος
1.Η κοινή (μεριζόμενη) χρήση του ραδιοφάσματος μεταξύ επίγειων και δορυφορικών συστημάτων είναι δυνατή μόνο με τη συμφωνία και υπό την ευθύνη του κύριου κατόχου του επίγειου δικαιώματος χρήσης, όταν υπάρχει τέτοιος κύριος κάτοχος, και αποσκοπεί στη διασφάλιση της αποδοτικής χρήσης του ραδιοφάσματος, στην πρόληψη των επιβλαβών παρεμβολών σε επίγεια δίκτυα που παρέχουν ασύρματες ευρυζωνικές υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών και στην επαρκή προστασία αυτών και άλλων σχετικών κατεστημένων ασύρματων ευρυζωνικών υπηρεσιών και εφαρμογών, διασφαλίζοντας την απρόσκοπτη συνέχεια της τρέχουσας λειτουργίας και τη μελλοντική εξέλιξη και ανάπτυξη όλων των σχετικών ραδιοφωνικών υπηρεσιών και εφαρμογών που χρησιμοποιούν επί του παρόντος τις εν λόγω ζώνες και παρακείμενες ζώνες.
2.Όταν της ζητείται να συντονίσει τη χρήση του ραδιοφάσματος μεταξύ επίγειων και διαστημικών εφαρμογών σύμφωνα με τους κανόνες της ITU σε σχέση με το εναρμονισμένο ραδιοφάσμα, η οικεία αρμόδια αρχή κοινοποιεί το εν λόγω αίτημα στην Επιτροπή για άμεση διαβίβαση στα μέλη της επιτροπής ραδιοφάσματος.
3.Η επιτροπή εκδίδει γνώμη στην οποία προτείνει την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο αίτημα συντονισμού της ITU, λαμβάνοντας υπόψη τυχόν ιδιαιτερότητες της χρήσης του εν λόγω ραδιοφάσματος σε κάθε κράτος μέλος. Η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει εκτελεστική πράξη σχετικά με τους όρους συντονισμένης συνύπαρξης στην Ένωση σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 199 παράγραφος 4.
4.Όπου απαιτείται για να εξασφαλιστεί η συντονισμένη προστασία των δικαιωμάτων που χορηγούνται από τα κράτη μέλη για την επίγεια χρήση εναρμονισμένου ραδιοφάσματος ή η συντονισμένη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης του εν λόγω ραδιοφάσματος για την παροχή υπηρεσιών δορυφορικών επικοινωνιών σε κοινή βάση με ασύρματες ευρυζωνικές υπηρεσίες, η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει συστάσεις για την εναρμονισμένη εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και τον συντονισμένο μερισμό του ραδιοφάσματος μεταξύ επίγειων και δορυφορικών χρήσεων.
4.3.ΤΙΤΛΟΣ III: ΠΟΡΟΙ ΑΡΙΘΜΟΔΟΤΗΣΗΣ
Άρθρο 46
Στρατηγικός σχεδιασμός και διαχείριση των πόρων αριθμοδότησης
1.Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή διαχειρίζονται τους πόρους αριθμοδότησης στην εσωτερική αγορά με συντονισμένο τρόπο ως κοινό πόρο της Ένωσης στο πλαίσιο συντρέχουσας αρμοδιότητας, με σκοπό την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης μέσω της διευκόλυνσης της καινοτομίας και της συνεπούς παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών βάσει αριθμών στην Ένωση, την προστασία των αξιών και της ασφάλειας της Ένωσης, για την επίτευξη των στόχων που προβλέπονται στο άρθρο 3.
2.Η Επιτροπή, επικουρούμενη από την ODN, και οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές συνεργάζονται για τον στρατηγικό σχεδιασμό των πόρων αριθμοδότησης στην Ένωση και τον προσδιορισμό της δυνητικής χρήσης πόρων αριθμοδότησης για διασυνοριακές ή πανευρωπαϊκές υπηρεσίες.
3.Η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη του BEREC και αφού δώσει σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη την ευκαιρία να εκφράσουν τις απόψεις τους, καταρτίζει μακρόπνοη ενωσιακή στρατηγική αριθμοδότησης όσον αφορά τη συνεπή διαχείριση των πόρων αριθμοδότησης στα κράτη μέλη και σε επίπεδο Ένωσης.
4.Βάσει της ενωσιακής στρατηγικής αριθμοδότησης που αναφέρεται στην παράγραφο 3, η Επιτροπή, επικουρούμενη από την ODN, καταρτίζει το ενωσιακό σχέδιο αριθμοδότησης που προβλέπει τους πόρους αριθμοδότησης που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν στην Ένωση από τις αντίστοιχες διασυνοριακές ή πανευρωπαϊκές υπηρεσίες.
Το ενωσιακό σχέδιο αριθμοδότησης, οι λεπτομέρειες σχετικά με την υποβολή αίτησης για πεδία αριθμοδότησης της ITU για το ενωσιακό σχέδιο αριθμοδότησης και οι όροι που μπορούν να συνοδεύουν το δικαίωμα χρήσης πόρων αριθμοδότησης από το ενωσιακό σχέδιο αριθμοδότησης, συμπεριλαμβανομένων των τελών για δικαιώματα χρήσης των εν λόγω πόρων, μπορούν να θεσπίζονται από την Επιτροπή μέσω εκτελεστικών πράξεων.
Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 199 παράγραφος 3.
Άρθρο 47
Πανευρωπαϊκοί πόροι αριθμοδότησης
1.Η Επιτροπή μπορεί να λαμβάνει μέτρα για την εναρμόνιση συγκεκριμένων αριθμών ή πεδίων αριθμοδότησης ή να υποβάλλει αίτηση για πεδία αριθμοδότησης στην ITU, ώστε να εξασφαλίζεται η διαθεσιμότητα πόρων αριθμοδότησης για διασυνοριακές ή πανευρωπαϊκές υπηρεσίες, σύμφωνα με το ενωσιακό σχέδιο αριθμοδότησης, μέσω εκτελεστικών πράξεων δυνάμει του άρθρου 46 παράγραφος 4.
2.Τα κράτη μέλη υποστηρίζουν την εναρμόνιση συγκεκριμένων αριθμών ή πεδίων αριθμοδότησης εντός της Ένωσης και την υποβολή αίτησης για πανευρωπαϊκούς πόρους αριθμοδότησης στην ITU, εφόσον προωθεί την ενιαία αγορά ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή την ανάπτυξη πανευρωπαϊκών υπηρεσιών.
3.Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές διαχειρίζονται, σε συνεργασία με την ODN, την εκχώρηση αριθμών ή πεδίων αριθμών από τους πανευρωπαϊκούς πόρους αριθμοδότησης και επιβάλλουν τους όρους που συνοδεύουν τα μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης από τους πανευρωπαϊκούς πόρους αριθμοδότησης.
4.Η ODN δημιουργεί και επικαιροποιεί βάση δεδομένων των πανευρωπαϊκών πόρων αριθμοδότησης με βάση τις πληροφορίες που παρέχονται εγκαίρως από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές σχετικά με την εκχώρηση αριθμών και τους δικαιούχους των αριθμών. Εντός έξι μηνών από την έγκριση του ενωσιακού σχεδίου αριθμοδότησης, η ODN θεσπίζει τη διαδικασία και το σύστημα παροχής πληροφοριών δυνάμει της παρούσας παραγράφου και του άρθρου 48 παράγραφος 4 τέταρτο εδάφιο.
Άρθρο 48
Εθνικοί πόροι αριθμοδότησης
1.Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές ελέγχουν τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης όλων των εθνικών πόρων αριθμοδότησης και τη διαχείριση των εθνικών σχεδίων αριθμοδότησης και παρέχουν επαρκείς πόρους αριθμοδότησης για την παροχή δημοσίως διαθέσιμων υπηρεσιών ηλεκτρονικών υπηρεσιών. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές καθορίζουν αντικειμενικές, διαφανείς και αμερόληπτες διαδικασίες για τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης των εθνικών πόρων αριθμοδότησης.
2.Κατόπιν αιτήματος, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές χορηγούν επίσης δικαιώματα χρήσης για πόρους αριθμοδότησης από τα εθνικά σχέδια αριθμοδότησης για την παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών σε επιχειρήσεις εκτός από παρόχους δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, υπό την προϋπόθεση ότι διατίθενται επαρκείς πόροι αριθμοδότησης για να ικανοποιείται η τρέχουσα και η προβλέψιμη μελλοντική ζήτηση. Οι επιχειρήσεις αυτές αποδεικνύουν την ικανότητά τους να διαχειρίζονται τους πόρους αριθμοδότησης και να πληρούν όλες τις σχετικές απαιτήσεις που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 49. Οι εθνικές ρυθμιστικές ή λοιπές αρμόδιες αρχές δύνανται να αναστέλλουν την περαιτέρω χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης για πόρους αριθμοδότησης σε αυτές τις επιχειρήσεις αν αποδεικνύεται ότι υπάρχει κίνδυνος εξάντλησης των πόρων αριθμοδότησης.
Προκειμένου να συμβάλει στη συνεπή εφαρμογή της παρούσας παραγράφου, ο BEREC διατηρεί κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με κοινά κριτήρια για την αξιολόγηση της ικανότητας διαχείρισης των πόρων αριθμοδότησης και του κινδύνου εξάντλησης των πόρων αριθμοδότησης και τις επικαιροποιεί κατά περίπτωση, έπειτα από διαβούλευση με τους συμφεροντούχους και σε στενή συνεργασία με την Επιτροπή.
3.Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές εφαρμόζουν τα εθνικά σχέδια και διαδικασίες αριθμοδότησης κατά τρόπο που διασφαλίζει την ίση μεταχείριση όλων των παρόχων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που είναι δημοσίως διαθέσιμες και των επιχειρήσεων που είναι επιλέξιμες σύμφωνα με την παράγραφο 2. Επιχειρήσεις στις οποίες έχει χορηγηθεί το δικαίωμα χρήσης πόρων αριθμοδότησης δεν προβαίνουν σε διακρίσεις σε βάρος άλλων παρόχων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών όσον αφορά τους πόρους αριθμοδότησης που χρησιμοποιούνται για την παροχή πρόσβασης στις υπηρεσίες τους.
4.Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές καθιστούν διαθέσιμη σειρά μη γεωγραφικών αριθμών που είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν για την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών εκτός από τις υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών, σε ολόκληρη την επικράτεια της Ένωσης, με την επιφύλαξη του κανονισμού (ΕΕ) 2022/612 και του άρθρου 52 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού. Σε περίπτωση που έχουν χορηγηθεί δικαιώματα χρήσης πόρων αριθμοδότησης σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου σε επιχειρήσεις εκτός από τους παρόχους δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, η παρούσα παράγραφος εφαρμόζεται στις συγκεκριμένες υπηρεσίες για την παροχή των οποίων έχουν χορηγηθεί τα δικαιώματα χρήσης.
Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές διασφαλίζουν ότι οι όροι που απαριθμούνται στο άρθρο 50 και μπορούν να επισυνάπτονται για τα δικαιώματα χρήσης πόρων αριθμοδότησης που χρησιμοποιούνται για την παροχή υπηρεσιών εκτός του κράτους μέλους του κωδικού χώρας, καθώς και η επιβολή τους, είναι τόσο αυστηροί όσο οι όροι και η επιβολή που εφαρμόζονται σε υπηρεσίες που παρέχονται εντός του κράτους μέλους του κωδικού χώρας, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Οι εθνικές ρυθμιστικές ή λοιπές αρμόδιες αρχές εξασφαλίζουν επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 49 παράγραφος 6, ότι οι πάροχοι που χρησιμοποιούν πόρους αριθμοδότησης του κωδικού χώρας τους σε άλλα κράτη μέλη συμμορφώνονται με τους κανόνες προστασίας των καταναλωτών και λοιπούς εθνικούς κανόνες σχετικά με τη χρήση πόρων αριθμοδότησης που εφαρμόζονται στα εν λόγω κράτη μέλη όπου χρησιμοποιούνται οι πόροι αριθμοδότησης. Η υποχρέωση αυτή ισχύει με την επιφύλαξη των εκτελεστικών εξουσιών των αρμόδιων αρχών των εν λόγω κρατών μελών.
Η ODN επικουρεί τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, κατόπιν αιτήματός τους, στον συντονισμό των δραστηριοτήτων τους, ώστε να διασφαλίζεται η αποδοτική διαχείριση των πόρων αριθμοδότησης με δικαίωμα εξωεδαφικής χρήσης εντός της Ένωσης.
Για να διευκολυνθεί η παρακολούθηση, από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, της συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις της παρούσας παραγράφου, ο BEREC, επικουρούμενος από την ODN, διατηρεί βάση δεδομένων για τους πόρους αριθμοδότησης με δικαίωμα εξωεδαφικής χρήσης εντός της Ένωσης. Για τον σκοπό αυτόν, οι εθνικές ρυθμιστικές ή λοιπές αρμόδιες αρχές διαβιβάζουν σε περιοδική βάση στην ODN τις σχετικές πληροφορίες.
5.Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δημοσιεύουν τα εθνικά σχέδια αριθμοδότησης, καθώς και όλες τις μεταγενέστερες προσθήκες ή τροποποιήσεις τους, με την επιφύλαξη μόνο των περιορισμών που επιβάλλονται για λόγους εθνικής ασφάλειας.
6.Για πρώτη φορά έως την/τις [12 μήνες μετά την έναρξη ισχύος] και στη συνέχεια ανά διετία, ο BEREC εκδίδει έκθεση σχετικά με τις εθνικές πρακτικές όσον αφορά τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης εθνικών και πανευρωπαϊκών πόρων αριθμοδότησης, με έμφαση στις αποκλίνουσες πρακτικές εντός της Ένωσης.
Άρθρο 49
Διαδικασία χορήγησης δικαιωμάτων χρήσης πόρων αριθμοδότησης
1.Όταν είναι απαραίτητη η χορήγηση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης πόρων αριθμοδότησης, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές χορηγούν τα δικαιώματα αυτά, κατόπιν αιτήματος, σε κάθε επιχείρηση για την παροχή δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που καλύπτονται από γενική άδεια κατά το άρθρο 9 και το άρθρο 181 παράγραφος 3 στοιχείο γ) και με την επιφύλαξη τυχόν άλλων κανόνων που διασφαλίζουν την αποδοτική χρήση των εν λόγω πόρων αριθμοδότησης σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.
2.Τα δικαιώματα χρήσης πόρων αριθμοδότησης χορηγούνται μέσω ανοικτών, αντικειμενικών, διαφανών, αμερόληπτων και αναλογικών διαδικασιών.
Κατά τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης πόρων αριθμοδότησης, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές προσδιορίζουν κατά πόσον τα εν λόγω δικαιώματα μπορούν να μεταβιβαστούν από τον κάτοχο των δικαιωμάτων και υπό ποιους όρους.
Σε περίπτωση που εθνικές ρυθμιστικές αρχές χορηγούν δικαιώματα χρήσης πόρων αριθμοδότησης για περιορισμένη χρονική περίοδο, η διάρκεια της εν λόγω χρονικής περιόδου είναι κατάλληλη για τη σχετική υπηρεσία δεδομένου του επιδιωκόμενου στόχου, λαμβανομένης δεόντως υπόψη της αναγκαίας περιόδου για την απόσβεση της επένδυσης.
3.Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές λαμβάνουν αποφάσεις για τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης πόρων αριθμοδότησης το συντομότερο δυνατό μετά την παραλαβή της πλήρους αίτησης και εντός τριών εβδομάδων στην περίπτωση πόρων αριθμοδότησης που έχουν χορηγηθεί για συγκεκριμένους σκοπούς στο πλαίσιο του εθνικού σχεδίου αριθμοδότησης. Οι εν λόγω αποφάσεις δημοσιοποιούνται.
4.Όταν οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές έχουν αποφασίσει, έπειτα από διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη σύμφωνα με το άρθρο 186, ότι τα δικαιώματα χρήσης πόρων αριθμοδότησης εξαιρετικής οικονομικής αξίας πρέπει να χορηγούνται με διαδικασίες ανταγωνιστικής ή συγκριτικής επιλογής, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν να παρατείνουν τη χρονική περίοδο των τριών εβδομάδων που αναφέρεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου κατά τρεις εβδομάδες το πολύ.
5.Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δεν περιορίζουν τον αριθμό των προς χορήγηση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης, εκτός εάν αυτό είναι απαραίτητο για τη διασφάλιση της αποδοτικής χρήσης των πόρων αριθμοδότησης.
6.Εάν τα δικαιώματα χρήσης πόρων αριθμοδότησης περιλαμβάνουν την εξωεδαφική χρήση τους εντός της Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 48 παράγραφος 4, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θέτουν ειδικούς όρους στα εν λόγω δικαιώματα χρήσης προκειμένου να διασφαλίζεται η συμμόρφωση με όλους τους συναφείς εθνικούς κανόνες προστασίας των καταναλωτών και το εθνικό δίκαιο σχετικά με τη χρήση πόρων αριθμοδότησης που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη όπου χρησιμοποιούνται οι πόροι αριθμοδότησης.
Κατόπιν αιτήματος από εθνική ρυθμιστική αρχή κράτους μέλους όπου χρησιμοποιούνται οι πόροι αριθμοδότησης, με το οποίο αποδεικνύεται παράβαση των συναφών κανόνων προστασίας των καταναλωτών ή της εθνικής νομοθεσίας σχετικά με τη χρήση πόρων αριθμοδότησης του εν λόγω κράτους μέλους, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές του κράτους μέλους στο οποίο έχουν χορηγηθεί τα δικαιώματα χρήσης των πόρων αριθμοδότησης, επιβάλλουν τους όρους που τίθενται δυνάμει του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με το άρθρο 199, μεταξύ άλλων σε σοβαρές περιπτώσεις, με την ανάκληση των δικαιωμάτων εξωεδαφικής χρήσης για τους πόρους αριθμοδότησης που χορηγήθηκαν στην εκάστοτε επιχείρηση.
Η ODN διευκολύνει και συντονίζει την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των εθνικών ρυθμιστικών αρχών των διαφόρων εμπλεκομένων κρατών μελών και διασφαλίζει τον κατάλληλο συντονισμό των εργασιών μεταξύ τους.
7.Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται επίσης όταν οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές χορηγούν δικαιώματα χρήσης πόρων αριθμοδότησης σε επιχειρήσεις εκτός από παρόχους δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών σύμφωνα με το άρθρο 48 παράγραφος 2.
Άρθρο 50
Όροι που δύνανται να συνοδεύουν δικαιώματα χρήσης πόρων αριθμοδότησης
Όταν οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θέτουν όρους για το δικαίωμα χρήσης πόρων αριθμοδότησης, οι όροι αυτοί περιορίζονται στα εξής:
α)καθορισμός της υπηρεσίας για την οποία χρησιμοποιείται ο αριθμός, συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε απαιτήσεων που συνδέονται με την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας και, για λόγους σαφήνειας, αρχές τιμολόγησης και ανώτατες τιμές που μπορούν να ισχύσουν στη συγκεκριμένη περιοχή αριθμών προς εξασφάλιση της προστασίας των καταναλωτών σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο στ)·
β)πραγματική και αποδοτική χρήση πόρων αριθμοδότησης σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό·
γ)απαιτήσεις φορητότητας του αριθμού σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό·
δ)μέγιστη διάρκεια σύμφωνα με το άρθρο 49, με την επιφύλαξη των τυχόν τροποποιήσεων του εθνικού σχεδίου αριθμοδότησης·
ε)μεταβίβαση δικαιωμάτων με πρωτοβουλία του κατόχου των δικαιωμάτων και όροι για την εν λόγω μεταβίβαση, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, συμπεριλαμβανομένου οποιουδήποτε όρου σύμφωνα με τον οποίο το δικαίωμα χρήσης αριθμού πρέπει να είναι δεσμευτικό για όλες τις επιχειρήσεις στις οποίες μεταφέρονται τα δικαιώματα·
στ)τέλη για δικαιώματα χρήσης σύμφωνα με το άρθρο 51·
ζ)ενδεχόμενες υποχρεώσεις που έχει αναλάβει η επιχείρηση, η οποία αποκτά τα δικαιώματα χρήσης κατά τη διαδικασία ανταγωνιστικής ή συγκριτικής επιλογής·
η)υποχρεώσεις δυνάμει σχετικών διεθνών συμφωνιών που αφορούν τη χρήση αριθμών·
θ)υποχρεώσεις που αφορούν την εξωεδαφική χρήση αριθμών εντός της Ένωσης ώστε να εξασφαλίζεται η συμμόρφωση με κανόνες προστασίας των καταναλωτών και άλλους σχετικούς με αριθμούς κανόνες σε άλλα κράτη μέλη εκτός από το κράτος μέλος του κωδικού χώρας·
ι)δυνατότητα πρόσβασης των τελικών χρηστών σε αριθμούς του εθνικού σχεδίου αριθμοδότησης, σε καθολικούς διεθνείς αριθμούς ατελών κλήσεων, σε σχέδια αριθμοδότησης άλλων κρατών μελών και σε αριθμούς των πανευρωπαϊκών πόρων αριθμοδότησης.
Άρθρο 51
Τέλη για δικαιώματα χρήσης πόρων αριθμοδότησης
Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν να επιβάλλουν τέλη για τα δικαιώματα χρήσης πόρων αριθμοδότησης τα οποία αντανακλούν την ανάγκη διασφάλισης της βέλτιστης χρήσης των εν λόγω πόρων. Τα εν λόγω τέλη είναι αντικειμενικά δικαιολογημένα, διαφανή, αμερόληπτα και αναλογικά προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και λαμβάνουν υπόψη τους γενικούς στόχους του άρθρου 3.
Άρθρο 52
Πρόσβαση σε αριθμούς και υπηρεσίες
1.Όπου είναι οικονομικά εφικτό, εκτός εάν ένας αποδέκτης έχει επιλέξει για εμπορικούς λόγους να περιορίσει την πρόσβαση των μερών προέλευσης που βρίσκονται σε συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές, οι πάροχοι υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών βάσει αριθμών λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν ότι τα μέρη προέλευσης μπορούν να έχουν πρόσβαση σε όλα τα ακόλουθα:
α)σε μη γεωγραφικούς αριθμούς και υπηρεσίες που χρησιμοποιούν τέτοιους αριθμούς εντός της Ένωσης·
β)σε όλους τους αριθμούς που παρέχονται στην Ένωση, ανεξαρτήτως της τεχνολογίας και των συσκευών που χρησιμοποιεί ο φορέας εκμετάλλευσης, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται οι αριθμοί που υπάρχουν στα εθνικά σχέδια αριθμοδότησης των κρατών μελών και οι καθολικοί διεθνείς αριθμοί ατελών κλήσεων (UIFN)·
γ)στους αριθμούς των πανευρωπαϊκών πόρων αριθμοδότησης.
2.Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές έχουν την εξουσία να απαιτούν από τους παρόχους δημόσιων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή δημοσίως διαθέσιμων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών να λαμβάνουν προληπτικά μέτρα εμποδίζοντας την πρόσβαση σε αριθμούς ή υπηρεσίες, όταν αυτό δικαιολογείται για λόγους απάτης ή κατάχρησης και να απαιτούν, σε τέτοιες περιπτώσεις, από τους παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών να παρακρατούν σχετικά έσοδα διασύνδεσης ή άλλων υπηρεσιών.
5.ΜΕΡΟΣ V — ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΣΕ ΟΠΤΙΚΕΣ ΙΝΕΣ, ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΑΓΟΡΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ
5.1.ΤΙΤΛΟΣ I: ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΣΕ ΔΙΚΤΥΑ ΟΠΤΙΚΩΝ ΙΝΩΝ
Άρθρο 53
Πεδίο εφαρμογής του παρόντος τίτλου
Ο παρών τίτλος εφαρμόζεται στα κράτη μέλη στα οποία τα δίκτυα χαλκού παραμένουν σε λειτουργία μετά τις 30 Ιουνίου 2029.
Άρθρο 54
Επιβολή της κατάργησης των δικτύων χαλκού
1.Πριν από την 31η Δεκεμβρίου 2035 τα κράτη μέλη επιβάλλουν την κατάργηση των δικτύων χαλκού στις περιοχές κατάργησης του δικτύου χαλκού (περιοχές CSO), εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 57 παράγραφος 1.
2.Έως την 31η Δεκεμβρίου 2035 τα κράτη μέλη επιβάλλουν την κατάργηση των δικτύων χαλκού σε όλες τις περιοχές κατάργησης του δικτύου χαλκού.
3.Κατ’ εξαίρεση της παραγράφου 2, σε περιοχές κατάργησης του δικτύου χαλκού στις οποίες η ανάπτυξη οπτικών ινών δεν είναι οικονομικά βιώσιμη και δεν διατίθεται λύση επαρκούς συνδεσιμότητας ικανή να αντικαταστήσει τις υπηρεσίες που βασίζονται σε δίκτυο χαλκού, τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να μην επιβάλουν την κατάργηση των δικτύων χαλκού.
4.Για τους σκοπούς των παραγράφων 1 και 2, τα κράτη μέλη επιβάλλουν την κατάργηση των δικτύων χαλκού με την έκδοση δεσμευτικής νομικής πράξης. Κάθε τέτοια νομική πράξη ορίζει ημερομηνία έναρξης για την κατάργηση των δικτύων χαλκού, η οποία δεν υπερβαίνει το ένα έτος μετά την έκδοσή της και απαιτεί την ολοκλήρωση της κατάργησης των δικτύων χαλκού εντός τριών ετών από την εν λόγω ημερομηνία έναρξης. Για εντολές που επιβάλλονται σύμφωνα με την παράγραφο 1, η νομική πράξη εκδίδεται εντός έξι μηνών από τη δημοσίευση του καταλόγου που αναφέρεται στο άρθρο 58 παράγραφος 3. Για εντολές που επιβάλλονται σύμφωνα με την παράγραφο 2, η νομική πράξη εκδίδεται το αργότερο έως την 31η Δεκεμβρίου 2035.
Άρθρο 55
Περιοχές κατάργησης του δικτύου χαλκού
1.Η κατάργηση των δικτύων χαλκού οργανώνεται σε περιοχές κατάργησης του δικτύου χαλκού που καλύπτουν όλες τις γεωγραφικές περιοχές στις οποίες λειτουργούν δίκτυα χαλκού.
2.Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές οριοθετούν τις περιοχές κατάργησης του δικτύου χαλκού, λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια που ορίζονται στις κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής.
3.Έως την 31η Μαΐου 2028 οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δημοσιεύουν τον κατάλογο των περιοχών κατάργησης του δικτύου χαλκού.
4.Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές επανεξετάζουν και, κατά περίπτωση, επικαιροποιούν τον κατάλογο των περιοχών κατάργησης του δικτύου χαλκού προς υποστήριξη της έγκαιρης και συντεταγμένης κατάργησης των δικτύων χαλκού. Κάθε επικαιροποιημένος κατάλογος δημοσιεύεται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.
Άρθρο 56
Εθνικό σχέδιο μετάβασης σε οπτικές ίνες
1.Έως την 31η Οκτωβρίου 2029 κάθε κράτος μέλος καταρτίζει σχέδιο μετάβασης σε οπτικές ίνες και το κοινοποιεί στην Επιτροπή.
2.Το σχέδιο μετάβασης σε οπτικές ίνες καθορίζει τη στρατηγική του κράτους μέλους για τη μετάβαση σε δίκτυα οπτικών ινών σε εθνικό επίπεδο, ειδικότερα για τη μετάβαση από τα δίκτυα χαλκού σε δίκτυα FTTH. Περιλαμβάνει δε τα ακόλουθα στοιχεία:
α)πληροφορίες σχετικά με την κάλυψη των δικτύων χαλκού και οπτικών ινών·
β)περιγραφή των μέτρων που εφαρμόζονται ή σχεδιάζονται για την προώθηση της ανάπτυξης των οπτικών ινών και της μετάβασης σε δίκτυα FTTH·
γ)κατάλογο των περιοχών κατάργησης του δικτύου χαλκού, στον οποίο αναφέρεται, για κάθε τομέα, αν πληρούνται οι προϋποθέσεις βιωσιμότητας που ορίζονται στο άρθρο 57 παράγραφος 1, μαζί με τα αντίστοιχα ορόσημα μετάβασης και, κατά περίπτωση, τα μέτρα διευκόλυνσης.
3.Έως την 30ή Ιουνίου 2034 τα κράτη μέλη επικαιροποιούν το σχέδιο μετάβασής τους σε οπτικές ίνες και κοινοποιούν το επικαιροποιημένο σχέδιο στην Επιτροπή.
4.Στο επικαιροποιημένο σχέδιο μετάβασης σε οπτικές ίνες αναφέρεται η πρόοδος όσον αφορά την εφαρμογή του αρχικού σχεδίου. Περιλαμβάνει δε τα ακόλουθα στοιχεία:
α)πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση της κατάργησης των δικτύων χαλκού σε κάθε περιοχή κατάργησης του δικτύου χαλκού·
β)κατάλογο των περιοχών κατάργησης του δικτύου χαλκού στις οποίες η ανάπτυξη των οπτικών ινών είναι οικονομικά βιώσιμη, αλλά θα ολοκληρωθεί μόνο μετά την 31η Δεκεμβρίου 2035, μαζί με πληροφορίες σχετικά με τη διαθεσιμότητα λύσεων επαρκούς συνδεσιμότητας ικανών να αντικαταστήσουν τις υπηρεσίες που βασίζονται σε δίκτυο χαλκού·
γ)κατάλογο των περιοχών κατάργησης του δικτύου χαλκού στις οποίες η ανάπτυξη των οπτικών ινών δεν είναι οικονομικά βιώσιμη.
5.Η Επιτροπή μπορεί να υποβάλει παρατηρήσεις σχετικά με το αρχικό και το επικαιροποιημένο σχέδιο μετάβασης σε οπτικές ίνες εντός ενός μηνός από την παραλαβή του. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη τις παρατηρήσεις αυτές.
Άρθρο 57
Προϋποθέσεις βιωσιμότητας
1.Για τους σκοπούς του παρόντος τίτλου, οι προϋποθέσεις βιωσιμότητας συνίστανται στις ακόλουθες απαιτήσεις:
α)τουλάχιστον το 95 % των εγκαταστάσεων εντός της περιοχής κατάργησης του δικτύου χαλκού εξυπηρετούνται από δίκτυο οπτικών ινών, κατά την έννοια του άρθρου 2 σημείο 3)·
β)διατίθενται οικονομικά προσιτές υπηρεσίες συνδεσιμότητας λιανικής συγκρίσιμης ποιότητας στους τελικούς χρήστες που εξαρτώνται από υπηρεσίες που βασίζονται σε δίκτυο χαλκού.
2.Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές καθορίζουν, σύμφωνα με τις εθνικές συνθήκες, αντικειμενικές και διαφανείς παραμέτρους και κριτήρια οικονομικής προσιτότητας.
Άρθρο 58
Αξιολόγηση των προϋποθέσεων βιωσιμότητας
1.Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές αξιολογούν, για κάθε περιοχή κατάργησης του δικτύου χαλκού, αν πληρούνται οι προϋποθέσεις βιωσιμότητας που ορίζονται στο άρθρο 57 παράγραφος 1.
2.Για την αξιολόγηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές λαμβάνουν υπόψη τα δεδομένα που συλλέγονται σύμφωνα με το άρθρο 183.
3.Έως τις 30 Ιουνίου 2029 οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δημοσιεύουν κατάλογο των περιοχών κατάργησης του δικτύου χαλκού στις οποίες πληρούνται οι προϋποθέσεις βιωσιμότητας. Στη συνέχεια, για περίοδο πέντε ετών, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δημοσιεύουν, τουλάχιστον κάθε 12 μήνες, κατάλογο των περιοχών κατάργησης του δικτύου χαλκού που πληρούν μετέπειτα τις εν λόγω προϋποθέσεις.
Άρθρο 59
Διασφαλίσεις
1.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι τελικοί χρήστες που επηρεάζονται από την κατάργηση των δικτύων χαλκού ενημερώνονται σαφώς, εγκαίρως και με προσβάσιμο τρόπο σχετικά με τα ακόλουθα:
α)το αναμενόμενο χρονοδιάγραμμα της κατάργησης των δικτύων χαλκού·
β)τυχόν αναγκαίες αλλαγές στην υπηρεσία συνδεσιμότητας ή στον τερματικό εξοπλισμό τους·
γ)τις εναλλακτικές υπηρεσίες συνδεσιμότητας που έχουν στη διάθεσή τους.
2.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν τη συνέχεια των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που υποστηρίζουν βασικές υπηρεσίες οι οποίες βασίζονται σε δίκτυο χαλκού. Οι φορείς εκμετάλλευσης λαμβάνουν τα αναγκαία τεχνικά και εμπορικά μέτρα για να εξασφαλίσουν τη συνέχιση της λειτουργίας των εν λόγω υπηρεσιών ή τη μετάβασή τους σε λειτουργικά ισοδύναμες εναλλακτικές λύσεις.
3.Λαμβάνοντας υπόψη τις εθνικές συνθήκες, τα κράτη μέλη θεσπίζουν διασφαλίσεις σύμφωνα με τα άρθρα 88 και 90 για να συνεχίσουν να εξασφαλίζουν οικονομικά προσιτές υπηρεσίες επαρκούς πρόσβασης στο διαδίκτυο και φωνητικών επικοινωνιών για τους καταναλωτές που αναφέρονται στο άρθρο 88 παράγραφος 2 και τους τελικούς χρήστες που αναφέρονται στο άρθρο 90 παράγραφος 1 μετά την κατάργηση των δικτύων χαλκού.
4.Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές αξιολογούν την ανάγκη διασφαλίσεων για την προστασία των τελικών χρηστών που εξαρτώνται από υπηρεσίες που βασίζονται σε δίκτυο χαλκού, συμπεριλαμβανομένων μέτρων που σχετίζονται με τις διαδικασίες αλλαγής παρόχου και την οικονομική προσιτότητα των εναλλακτικών υπηρεσιών συνδεσιμότητας, και συμβουλεύουν αναλόγως τα κράτη μέλη.
5.Πριν από την έκδοση δεσμευτικής νομικής πράξης που επιβάλλει την κατάργηση των δικτύων χαλκού σύμφωνα με το άρθρο 54, και σε κάθε περίπτωση το αργότερο έως την 31η Δεκεμβρίου 2035, τα κράτη μέλη θεσπίζουν κατάλληλες διασφαλίσεις για την προστασία των τελικών χρηστών που εξαρτώνται από υπηρεσίες που βασίζονται σε δίκτυο χαλκού.
Άρθρο 60
Σχέδια κατάργησης των δικτύων χαλκού από τους φορείς εκμετάλλευσης
1.Οι φορείς εκμετάλλευσης καταρτίζουν ένα ή περισσότερα σχέδια κατάργησης των δικτύων χαλκού για τις περιοχές CSO στις οποίες επιβάλλεται η κατάργηση των δικτύων χαλκού. Το σχέδιο περιλαμβάνει χρονοδιαγράμματα, τεχνικά μέτρα, δραστηριότητες επικοινωνίας και ρυθμίσεις για τη μετάβαση των αιτούντων πρόσβαση και των τελικών χρηστών.
2.Οι φορείς εκμετάλλευσης υποβάλλουν τα οικεία σχέδια κατάργησης των δικτύων χαλκού στην εθνική ρυθμιστική αρχή εντός έξι μηνών από την έκδοση της δεσμευτικής νομικής πράξης σύμφωνα με το άρθρο 54 παράγραφος 4.
3.Η εθνική ρυθμιστική αρχή αξιολογεί τα σχέδια εντός δύο μηνών από την παραλαβή τους και είτε τα εγκρίνει είτε τα εγκρίνει με την επιφύλαξη τροποποιήσεων.
4.Οι φορείς εκμετάλλευσης εφαρμόζουν τα σχέδια κατάργησης των δικτύων χαλκού, όπως έχουν εγκριθεί από την εθνική ρυθμιστική αρχή, συμπεριλαμβανομένων τυχόν τροποποιήσεων που ζητούνται. Οι φορείς εκμετάλλευσης υποβάλλουν έκθεση προόδου στην εθνική ρυθμιστική αρχή ανά διαστήματα τα οποία καθορίζει η ίδια.
Άρθρο 61
Εποπτεία και επιβολή
Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές εποπτεύουν την υλοποίηση της κατάργησης των δικτύων χαλκού σύμφωνα με τα εγκεκριμένα σχέδια κατάργησης των δικτύων χαλκού και διαθέτουν τις εξουσίες που προβλέπονται στο άρθρο 196.
5.2.ΤΙΤΛΟΣ II: ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΕ ΓΗ
Άρθρο 62
Τέλη για δικαιώματα εγκατάστασης ευκολιών
Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιβάλλουν τέλη για τα δικαιώματα εγκατάστασης ευκολιών επί, υπεράνω ή υποκάτω δημόσιου ή ιδιωτικού ακινήτου, οι οποίες χρησιμοποιούνται για την παροχή δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφών ευκολιών, υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω τέλη είναι αντικειμενικώς αιτιολογημένα, διαφανή, δεν εισάγουν διακρίσεις, είναι αναλογικά προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και λαμβάνουν υπόψη τους γενικούς στόχους του παρόντος κανονισμού.
Άρθρο 63
Δικαιώματα διέλευσης
1.Όταν μια αρμόδια αρχή εξετάζει αίτηση για τη χορήγηση οποιουδήποτε από τα ακόλουθα δικαιώματα, εφαρμόζει την παράγραφο 2:
α)το δικαίωμα εγκατάστασης ευκολιών επί, υπεράνω ή υποκάτω δημόσιου ή ιδιωτικού ακινήτου σε επιχείρηση στην οποία επιτρέπεται να παρέχει δημόσια δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών·
β)το δικαίωμα εγκατάστασης ευκολιών επί, υπεράνω ή υποκάτω δημόσιου ακινήτου σε επιχείρηση στην οποία επιτρέπεται να παρέχει δίκτυα επικοινωνιών, εκτός των δημόσιων δικτύων.
2.Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, οι αρμόδιες αρχές:
α)ενεργούν βάσει απλών, αποτελεσματικών, διαφανών και προσιτών στο κοινό διαδικασιών που εφαρμόζονται χωρίς διακρίσεις και χωρίς καθυστέρηση και σε κάθε περίπτωση λαμβάνουν την απόφασή τους εντός εξαμήνου από την υποβολή της αίτησης, εξαιρουμένων των περιπτώσεων απαλλοτρίωσης·
β)ακολουθούν τις αρχές της διαφάνειας και της αμεροληψίας κατά τον καθορισμό των προϋποθέσεων για τα δικαιώματα αυτά.
Οι διαδικασίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο α) μπορεί να διαφέρουν αναλόγως του εάν ο αιτών παρέχει δημόσια δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή όχι.
3.Όταν οι δημόσιες ή οι τοπικές αρχές διατηρούν την κυριότητα ή τον έλεγχο επιχειρήσεων που παρέχουν δημόσια δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή δημοσίως διαθέσιμες υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, υπάρχει ουσιαστικός διαρθρωτικός διαχωρισμός της λειτουργίας που είναι αρμόδια να χορηγεί τα δικαιώματα της παραγράφου 1 από τις δραστηριότητες που συνδέονται με κυριότητα ή έλεγχο.
Άρθρο 64
Συνεγκατάσταση και μερισμός στοιχείων των δικτύων και συναφών ευκολιών για παρόχους δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών
1.Στην περίπτωση που φορέας εκμετάλλευσης έχει ασκήσει το δικαίωμα, δυνάμει του εθνικού δικαίου, να εγκαθιστά ευκολίες επί, υπεράνω ή υποκάτω δημόσιου ή ιδιωτικού ακινήτου, ή έκανε χρήση διαδικασίας για την απαλλοτρίωση ή χρήση ακινήτου, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιβάλλουν τη συνεγκατάσταση και τον μερισμό των στοιχείων του δικτύου και των συναφών ευκολιών που δημιουργήθηκαν σε αυτή τη βάση, με σκοπό την προώθηση της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας των δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, την προστασία της δημόσιας υγείας και της δημόσιας ασφάλειας ή την επίτευξη πολεοδομικών και χωροταξικών στόχων.
2.Η συνεγκατάσταση ή ο μερισμός στοιχείων του δικτύου και ευκολιών που έχουν δημιουργηθεί και ο μερισμός ακινήτου μπορούν να επιβληθούν μόνο μετά από επαρκές χρονικό διάστημα δημόσιας διαβούλευσης, κατά τη διάρκεια της οποίας παρέχεται σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη δυνατότητα να εκφράσουν τις απόψεις τους και μόνο στις συγκεκριμένες περιοχές στις οποίες κρίνεται αναγκαίος αυτός ο μερισμός με σκοπό την επίτευξη των στόχων που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο. Οι αρμόδιες αρχές δύνανται να επιβάλλουν τον μερισμό των εν λόγω ευκολιών ή του ακινήτου, περιλαμβανομένων της γης, κτιρίων, εισόδων σε κτίρια, καλωδιώσεων κτιρίων, ιστών, κεραιών, πύργων και άλλων φερουσών κατασκευών, αγωγών, σωληνώσεων, φρεατίων, κυτίων σύνδεσης, ή μέτρα που διευκολύνουν τον συντονισμό των δημόσιων έργων. Όπου απαιτείται, ένα κράτος μέλος δύναται να ορίσει εθνική ρυθμιστική αρχή ή λοιπή αρμόδια αρχή για ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα καθήκοντα:
α)τη λειτουργία με την ιδιότητα του ενιαίου σημείου πληροφορίας·
β)τον καθορισμό κανόνων για την κατανομή του κόστους του μερισμού ευκολιών ή ακινήτων και του συντονισμού τεχνικών έργων, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, των σχετικών κατευθυντήριων γραμμών που εκδίδονται από τον BEREC ή την Επιτροπή σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/1309.
3.Τα μέτρα που λαμβάνονται από αρμόδια αρχή σύμφωνα με το παρόν άρθρο είναι αντικειμενικά, διαφανή, αμερόληπτα και αναλογικά. Κατά περίπτωση, τα εν λόγω μέτρα εφαρμόζονται σε συντονισμό με τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές.
5.3.ΤΙΤΛΟΣ III: ΔΙΑΣΥΝΔΕΣΗ
5.3.1.ΚΕΦΑΛΑΙΟ I: Γενικές διατάξεις και αρχές
Άρθρο 65
Γενικό πλαίσιο για την πρόσβαση και τη διασύνδεση
1.Οι επιχειρήσεις στο ίδιο κράτος μέλος ή σε διαφορετικά κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα να διαπραγματεύονται μεταξύ τους συμφωνίες σχετικά με τεχνικές και εμπορικές ρυθμίσεις πρόσβασης ή διασύνδεσης, σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο. Η επιχείρηση που ζητά πρόσβαση ή διασύνδεση δεν απαιτείται να έχει άδεια λειτουργίας στο κράτος μέλος όπου ζητείται η πρόσβαση ή η διασύνδεση, όταν δεν παρέχει υπηρεσίες και δεν εκμεταλλεύεται δίκτυο στο εν λόγω κράτος μέλος.
2.Με την επιφύλαξη του άρθρου 115, οι επιχειρήσεις, όταν χορηγούν πρόσβαση ή διασύνδεση, δεν υποχρεούνται να παρέχουν σε διαφορετικές επιχειρήσεις διαφορετικούς όρους και προϋποθέσεις για ισοδύναμες υπηρεσίες, ή μέτρα που επιβάλλουν υποχρεώσεις άσχετες με τις όντως παρεχόμενες υπηρεσίες πρόσβασης και διασύνδεσης, υπό την επιφύλαξη των όρων που καθορίζονται στο άρθρο 9.
Άρθρο 66
Δικαιώματα και υποχρεώσεις επιχειρήσεων
1.Οι φορείς εκμετάλλευσης δημόσιων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών έχουν δικαίωμα και, όταν ζητείται από άλλες επιχειρήσεις που διαθέτουν άδεια σύμφωνα με το άρθρο 9, υποχρέωση να διαπραγματεύονται μεταξύ τους τη διασύνδεση με σκοπό να παρέχουν δημοσίως διαθέσιμες υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, προκειμένου να διασφαλίζουν παροχή και διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών σε ολόκληρη την Ένωση. Οι φορείς εκμετάλλευσης παρέχουν πρόσβαση και διασύνδεση σε άλλες επιχειρήσεις υπό όρους και προϋποθέσεις συμβατές με τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται από την εθνική ρυθμιστική αρχή σύμφωνα με τα άρθρα 68, 67 και 77.
2.Με την επιφύλαξη του άρθρου 183, οι επιχειρήσεις που συλλέγουν πληροφορίες από άλλη επιχείρηση πριν, κατά ή μετά τη διαδικασία διαπραγμάτευσης ρυθμίσεων πρόσβασης ή διασύνδεσης χρησιμοποιούν τις πληροφορίες αυτές μόνο για τον σκοπό για τον οποίο παρασχέθηκαν και να τηρούν πάντοτε την εμπιστευτικότητα των πληροφοριών που μεταδόθηκαν ή αποθηκεύτηκαν. Οι εν λόγω επιχειρήσεις δεν γνωστοποιούν τις ληφθείσες πληροφορίες σε κανένα άλλο μέρος, συμπεριλαμβανομένων άλλων υπηρεσιών, θυγατρικών ή εταίρων, στους οποίους θα μπορούσαν να παράσχουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
3.Οι διαπραγματεύσεις διεξάγονται μέσω ουδέτερων διαμεσολαβητών όταν αυτό επιβάλλουν οι συνθήκες ανταγωνισμού.
Άρθρο 67
Συστήματα υπό όρους πρόσβασης και λοιπές ευκολίες
1.Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στο παράρτημα I μέρος I εφαρμόζονται όσον αφορά την υπό όρους πρόσβαση σε ψηφιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες που μεταδίδονται σε θεατές και ακροατές στην Ένωση, ανεξάρτητα από τον τρόπο μετάδοσης. Κατόπιν ανάλυσης της αγοράς που ορίζεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν τους εν λόγω όρους σε άλλες ευκολίες που αναφέρονται στο παράρτημα I μέρος II.
2.Οι προϋποθέσεις που ισχύουν σύμφωνα με το παρόν άρθρο δεν θίγουν τη δυνατότητα των κρατών μελών να επιβάλλουν υποχρεώσεις σε σχέση με τον τρόπο παρουσίασης των ΗΟΠ και παρόμοιων ευκολιών απαρίθμησης και πλοήγησης.
3.Παρά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν να επανεξετάζει τους όρους που ισχύουν σύμφωνα με το παρόν άρθρο, διεξάγοντας ανάλυση της αγοράς σύμφωνα με το άρθρο 73 παράγραφος 1 για να αποφασίσουν εάν θα διατηρηθούν, θα τροποποιηθούν ή θα ανακληθούν οι ισχύοντες όροι.
5.3.2. ΚΕΦΑΛΑΙΟ II: Συμμετρικοί κανόνες πρόσβασης
Άρθρο 68
Εξουσίες και καθήκοντα των εθνικών ρυθμιστικών και λοιπών αρμόδιων αρχών όσον αφορά την πρόσβαση και τη διασύνδεση
1.Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές ή, στην περίπτωση της παραγράφου 2 πρώτο εδάφιο στοιχεία β) και γ) του παρόντος άρθρου, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές ή λοιπές αρμόδιες αρχές, ενεργώντας με γνώμονα την επίτευξη των στόχων που καθορίζονται στο άρθρο 3, ενθαρρύνουν και, κατά περίπτωση, εξασφαλίζουν, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, επαρκή πρόσβαση και διασύνδεση, καθώς και τη διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών, ασκώντας τις αρμοδιότητές τους ώστε να προωθούν την αποδοτικότητα, τον βιώσιμο ανταγωνισμό, την ανάπτυξη δικτύων gigabit, τους παράγοντες διευκόλυνσης καινοτόμων υπηρεσιών, την αποδοτική επένδυση και καινοτομία και τη βιώσιμη παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, υπηρεσιών και περιεχομένου της κοινωνίας της πληροφορίας, και να παρέχουν το μέγιστο όφελος στους τελικούς χρήστες.
Παρέχουν καθοδήγηση και δημοσιοποιούν τις διαδικασίες που εφαρμόζονται για την απόκτηση πρόσβασης και διασύνδεσης, ώστε να εξασφαλίζεται ότι οι επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, και οι πάροχοι δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών περιορισμένης γεωγραφικής εμβέλειας μπορούν να επωφελούνται από τις επιβαλλόμενες υποχρεώσεις.
2.Ειδικότερα, και με την επιφύλαξη των μέτρων που μπορούν να ληφθούν για τις επιχειρήσεις που έχουν οριστεί ως κατέχουσες σημαντική ισχύ στην αγορά, σύμφωνα με το άρθρο 77, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές ή, στην περίπτωση των στοιχείων β) και γ) του παρόντος εδαφίου, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές ή λοιπές αρμόδιες αρχές μπορούν να επιβάλλουν:
α)στον βαθμό που είναι απαραίτητο για να εξασφαλισθεί η δυνατότητα διατερματικής συνδεσιμότητας, υποχρεώσεις στις επιχειρήσεις που υπόκεινται σε γενική άδεια και ελέγχουν την πρόσβαση στους τελικούς χρήστες, συμπεριλαμβανομένης, σε δικαιολογημένες περιπτώσεις, της υποχρέωσης να διασυνδέουν τα δίκτυά τους όταν αυτό δεν συμβαίνει ήδη·
β)σε δικαιολογημένες περιπτώσεις και στον βαθμό που είναι απαραίτητο, υποχρεώσεις σε επιχειρήσεις που υπόκεινται σε γενική άδεια και ελέγχουν την πρόσβαση στους τελικούς χρήστες να καθιστούν τις υπηρεσίες τους διαλειτουργικές·
γ)σε δικαιολογημένες περιπτώσεις, όταν η διατερματική συνδεσιμότητα μεταξύ των τελικών χρηστών κινδυνεύει λόγω έλλειψης διαλειτουργικότητας μεταξύ των υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών, και στον βαθμό που είναι αναγκαίο να διασφαλίζεται η διατερματική συνδεσιμότητα μεταξύ των τελικών χρηστών, υποχρεώσεις σε σχετικούς παρόχους υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών, που επιτυγχάνουν σημαντικό επίπεδο κάλυψης και χρήσης από τους χρήστες, προκειμένου να καταστούν οι υπηρεσίες τους διαλειτουργικές·
δ)στον βαθμό που είναι απαραίτητο για να εξασφαλίζεται η δυνατότητα πρόσβασης των τελικών χρηστών σε υπηρεσίες ψηφιακών ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών και συναφείς συμπληρωματικές υπηρεσίες που προσδιορίζει το κράτος μέλος, υποχρεώσεις σε φορείς εκμετάλλευσης να παρέχουν πρόσβαση στις λοιπές ευκολίες οι οποίες αναφέρονται στο παράρτημα I μέρος II, υπό δίκαιες, εύλογες και αμερόληπτες προϋποθέσεις.
Οι υποχρεώσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) επιβάλλονται μόνο:
(I)στον βαθμό που απαιτείται για τη διασφάλιση της διαλειτουργικότητας των υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών και είναι δυνατό να περιλαμβάνουν αναλογικές υποχρεώσεις για τους παρόχους των υπηρεσιών αυτών όσον αφορά τη δημοσίευση και την έγκριση της χρήσης, της τροποποίησης και της αναδιανομής σχετικών πληροφοριών από τις αρχές και άλλους παρόχους, ή της χρήσης και της εφαρμογής προτύπων ή προδιαγραφών που απαριθμούνται στο άρθρο 187 παράγραφος 1 ή οποιωνδήποτε άλλων συναφών ευρωπαϊκών ή διεθνών προτύπων·
(II)όταν η Επιτροπή, κατόπιν διαβούλευσης με τον BEREC και λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη του, έχει διαπιστώσει σημαντική απειλή για τη διατερματική συνδεσιμότητα μεταξύ των τελικών χρηστών σε ολόκληρη την Ένωση ή τουλάχιστον σε τρία κράτη μέλη και έχει θεσπίσει εκτελεστικά μέτρα που καθορίζουν τη φύση και το πεδίο εφαρμογής τυχόν υποχρεώσεων που είναι δυνατό να επιβληθούν.
Τα εκτελεστικά μέτρα που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 199 παράγραφος 4.
Άρθρο 69
Συμμετρικά μέτρα
1.Με την επιφύλαξη του άρθρου 68 παράγραφοι 1 και 2, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δύνανται, κατόπιν εύλογου αιτήματος, να επιβάλλουν υποχρεώσεις για χορήγηση πρόσβασης σε σύρματα και καλώδια και σε συναφείς ευκολίες στο εσωτερικό κτιρίων ή μέχρι το πρώτο σημείο συγκέντρωσης ή διανομής, όπως καθορίζεται από την εθνική ρυθμιστική αρχή, όταν αυτό το σημείο βρίσκεται εκτός του κτιρίου. Όταν αυτό δικαιολογείται επειδή η αναπαραγωγή των εν λόγω στοιχείων δικτύου θα ήταν οικονομικώς μη αποδοτική ή πρακτικώς ανέφικτη, οι υποχρεώσεις αυτές μπορούν να επιβάλλονται σε παρόχους δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή στους ιδιοκτήτες των εν λόγω συρμάτων και καλωδίων, σε περίπτωση που οι εν λόγω ιδιοκτήτες δεν είναι πάροχοι δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Οι επιβαλλόμενοι όροι πρόσβασης είναι δυνατό να περιλαμβάνουν ειδικούς κανόνες για την πρόσβαση σε τέτοια στοιχεία δικτύου και σε συναφείς ευκολίες και υπηρεσίες, για τη διαφάνεια και τη μη διακριτική μεταχείριση και για δίκαιους και εύλογους όρους και προϋποθέσεις.
2.Όταν μια εθνική ρυθμιστική αρχή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 ενδέχεται να μην αντιμετωπίζουν επαρκώς τους υψηλούς και μη παροδικούς οικονομικούς ή υλικούς φραγμούς στην αναπαραγωγή, στους οποίους οφείλεται υφιστάμενη ή αναδυόμενη κατάσταση της αγοράς που περιορίζει σημαντικά τα ανταγωνιστικά αποτελέσματα για τους τελικούς χρήστες, μπορεί να επιβάλλει τις υποχρεώσεις πρόσβασης, πέρα από το πρώτο σημείο συγκέντρωσης ή διανομής, υπό δίκαιους και εύλογους όρους και προϋποθέσεις, εκτός εάν απαιτείται κοστοστρέφεια βάσει ειδικών και αιτιολογημένων περιστάσεων. Για τον καθορισμό της επέκτασης της υποχρέωσης πέρα από το πρώτο σημείο συγκέντρωσης ή διανομής, η εθνική ρυθμιστική αρχή λαμβάνει ιδιαιτέρως υπόψη τις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές του BEREC.
3.Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δεν επιβάλλουν υποχρεώσεις σύμφωνα με την παράγραφο 2 σε παρόχους δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών όταν καθορίζουν οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:
α)ο πάροχος διαθέτει τα χαρακτηριστικά που απαριθμούνται στο άρθρο 84 παράγραφος 1 και καθιστά διαθέσιμο ένα βιώσιμο και παρεμφερές εναλλακτικό μέσο για την επικοινωνία με τελικούς χρήστες παρέχοντας πρόσβαση σε δίκτυο gigabit σε οποιαδήποτε επιχείρηση, υπό δίκαιους και εύλογους όρους και προϋποθέσεις που δεν εισάγουν διακρίσεις· οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν να επεκτείνουν την εν λόγω εξαίρεση σε άλλους παρόχους που προσφέρουν πρόσβαση σε δίκτυο gigabit υπό δίκαιους και εύλογους όρους και προϋποθέσεις που δεν εισάγουν διακρίσεις·
β)η επιβολή υποχρεώσεων θα έθετε σε κίνδυνο την οικονομική ή χρηματοοικονομική βιωσιμότητα της ανάπτυξης νέου δικτύου, ιδίως από μικρά τοπικά σχέδια.
3.Οι υποχρεώσεις και οι όροι που επιβάλλονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο είναι αντικειμενικοί, διαφανείς, αναλογικοί και δεν εισάγουν διακρίσεις. Εφαρμόζονται σύμφωνα με τις διαδικασίες που αναφέρονται στα άρθρα 85 και 184. Οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές που έχουν επιβάλει τέτοιου είδους υποχρεώσεις και προϋποθέσεις αξιολογούν τα αποτελέσματα αυτών εντός πέντε ετών από τη θέσπιση του προηγούμενου μέτρου που θεσπίστηκε σε σχέση με τις ίδιες επιχειρήσεις και αξιολογούν το κατά πόσον θα ήταν σκόπιμο να τις ανακαλέσουν ή να τις τροποποιήσουν λαμβανομένων υπόψη των εξελισσόμενων συνθηκών. Οι εν λόγω αρχές κοινοποιούν τα αποτελέσματα της αξιολόγησής τους σύμφωνα με τις διαδικασίες που αναφέρονται στα άρθρα 85 και 184.
4.Για τον σκοπό των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν να παρεμβαίνουν αυτοβούλως εφόσον δικαιολογείται, προκειμένου να διασφαλίσουν τους στόχους πολιτικής του άρθρου 3, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.
5.Έως την 31η Οκτωβρίου 2029 ο BEREC αξιολογεί την αποτελεσματικότητα των κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με κοινές προσεγγίσεις για τον προσδιορισμό του σημείου τερματισμού δικτύου σε διαφορετικές τοπολογίες δικτύου, συμβάλλοντας στον συνεπή καθορισμό της τοποθεσίας των σημείων τερματισμού δικτύου από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές.
Άρθρο 70
Τοπική περιαγωγή
1.Με την επιφύλαξη του άρθρου 68 παράγραφος 1 και 2, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές έχουν την εξουσία να επιβάλλουν στις επιχειρήσεις που παρέχουν ή διαθέτουν άδεια να παρέχουν δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών, υποχρεώσεις σχετικά με τον μερισμό παθητικών υποδομών ή υποχρεώσεις για τη σύναψη συμφωνιών τοπικής πρόσβασης σε περιαγωγή, και στις δύο περιπτώσεις εάν αυτό είναι άμεσα αναγκαίο για την τοπική παροχή υπηρεσιών που στηρίζονται στη χρήση ραδιοφάσματος, σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο και υπό την προϋπόθεση ότι κανένα βιώσιμο και παρεμφερές εναλλακτικό μέσο πρόσβασης για τους τελικούς χρήστες δεν καθίσταται διαθέσιμο σε καμία επιχείρηση βάσει δίκαιων και εύλογων όρων και προϋποθέσεων. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δύνανται να επιβάλλουν τις εν λόγω υποχρεώσεις μόνο όταν η δυνατότητα αυτή προβλέπεται με σαφήνεια κατά τη χορήγηση των δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος και όταν δικαιολογείται από το γεγονός ότι, στην περιοχή που υπόκειται στις εν λόγω υποχρεώσεις, η καθοδηγούμενη από την αγορά ανάπτυξη υποδομών για την παροχή δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που στηρίζονται στη χρήση ραδιοφάσματος υπόκειται σε ανυπέρβλητα οικονομικά ή υλικά εμπόδια και επομένως η πρόσβαση των τελικών χρηστών σε δίκτυα ή υπηρεσίες είναι ιδιαιτέρως ελλιπής ή απούσα. Στις περιπτώσεις στις οποίες μόνο η πρόσβαση και ο μερισμός παθητικών υποδομών δεν επαρκούν για την αντιμετώπιση της κατάστασης, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δύνανται να επιβάλλουν υποχρεώσεις όσον αφορά τον μερισμό ενεργών υποδομών.
2.Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές λαμβάνουν υπόψη:
α)την ανάγκη να μεγιστοποιηθεί η συνδεσιμότητα σε ολόκληρη την Ένωση, κατά μήκος βασικών διαδρομών μεταφορών και σε ιδιαίτερες εδαφικές περιοχές, και τη δυνατότητα να αυξηθεί σημαντικά η επιλογή και να βελτιωθεί η ποιότητα των υπηρεσιών για τους τελικούς χρήστες·
β)την αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος·
γ)τη δυνατότητα τεχνικής εφαρμογής του μερισμού και τους συναφείς όρους·
δ)την κατάσταση του ανταγωνισμού με βάση τις υποδομές, καθώς και του ανταγωνισμού με βάση τις υπηρεσίες·
ε)την τεχνολογική καινοτομία·
στ)την επιτακτική ανάγκη για στήριξη των κινήτρων του φορέα υποδοχής για ανάπτυξη των υποδομών εξαρχής.
3.Στην περίπτωση επίλυσης διαφορών, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δύνανται, μεταξύ άλλων, να επιβάλλουν στον δικαιούχο της υποχρέωσης μερισμού ή πρόσβασης την υποχρέωση συγκέντρωσης ή μερισμού του ραδιοφάσματος με τον φορέα υποδοχής υποδομών στη σχετική περιοχή ή την υποχρέωση παροχής πρόσβασης στο ραδιοφάσμα σε άλλους χρήστες σε συγκεκριμένες περιοχές ή σε εθνικό επίπεδο.
Άρθρο 71
Συμμετρικά μέτρα για τη μετάβαση σε οπτικές ίνες
1.Η εθνική ρυθμιστική αρχή επιβάλλει σε πάροχο που αναπτύσσει δίκτυο οπτικής ίνας μέχρι την κατοικία (FTTH) στην περιοχή όπου έχει επιβληθεί κατάργηση των δικτύων χαλκού την υποχρέωση σύνδεσης, κατόπιν αιτήματος του χρήστη, των νοικοκυριών που εξυπηρετούνται από το δίκτυο οπτικών ινών του. Όταν στην περιοχή δραστηριοποιούνται περισσότεροι του ενός πάροχοι, η εθνική ρυθμιστική αρχή μπορεί να επιβάλει τις εν λόγω υποχρεώσεις μόνο σε έναν από τους παρόχους, βάσει διαφανών και αναλογικών κριτηρίων που δεν εισάγουν διακρίσεις.
2.Στην ανάλυση της αγοράς που διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 73 παράγραφος 1 στο πλαίσιο της κατάργησης των δικτύων χαλκού, η εθνική ρυθμιστική αρχή καθορίζει τους όρους για τις υποχρεώσεις πρόσβασης, συμπεριλαμβανομένου του υπολογισμού της ανάκτησης του κόστους, ανάλογα με τις ανάγκες.
3.Εάν η εθνική ρυθμιστική αρχή καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το κόστος υπερβαίνει το κανονικό τέλος σύνδεσης και ότι ενδέχεται να δικαιολογείται πρόσθετο τέλος σύνδεσης, εξασφαλίζει ότι το εν λόγω πρόσθετο τέλος, όταν βαρύνει τους τελικούς χρήστες, είναι δίκαιο και εύλογο. Η εθνική ρυθμιστική αρχή μπορεί να αποφασίσει να καθορίσει το μέγιστο ύψος των τελών σύνδεσης που πρέπει να καταβάλλουν οι τελικοί χρήστες.
4.Στις περιοχές στις οποίες έχει επιβληθεί κατάργηση του δικτύου χαλκού, όταν η σύνδεση νοικοκυριών απαιτεί από τους παρόχους δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών να εγκαταστήσουν νέα σύρματα και καλώδια οπτικών ινών και συναφείς ευκολίες εντός πολυκατοικίας, ο ιδιοκτήτης ή ο διαχειριστής της εν λόγω πολυκατοικίας επιτρέπει τη σχετική εγκατάσταση κατόπιν αιτήματος οποιουδήποτε κατοίκου της πολυκατοικίας.
5.Η υποχρέωση να επιτρέπεται η εγκατάσταση συρμάτων και καλωδίων οπτικών ινών και συναφών ευκολιών εντός πολυκατοικίας θεωρείται ότι εκπληρώνεται άπαξ και ένας μόνο πάροχος δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών εγκαταστήσει το δίκτυο. Η εθνική ρυθμιστική αρχή επιβάλλει μέτρα δυνάμει του άρθρου 68 παράγραφος 1 και του άρθρου 69, όπου απαιτείται, για να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική πρόσβαση άλλων παρόχων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών στα νέα σύρματα και καλώδια οπτικών ινών και στις συναφείς ευκολίες.
6.Η εθνική ρυθμιστική αρχή μπορεί να ζητήσει από οποιονδήποτε άλλο πάροχο δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών να προχωρήσει στην εν λόγω εγκατάσταση, όταν ο πάροχος δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών που εξυπηρετεί την πολυκατοικία παρέχει τεκμηριωμένη αιτιολόγηση που αποδεικνύει την αδυναμία συμμόρφωσης με την εν λόγω υποχρέωση.
5.4.ΤΙΤΛΟΣ IV: ΑΓΟΡΕΣ ΚΑΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ
5.4.1.ΚΕΦΑΛΑΙΟ I Ανάλυση της αγοράς και σημαντική ισχύς στην αγορά
Άρθρο 72
Ορισμός της αγοράς
1.Όταν οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές προτίθενται να ορίσουν σχετικές αγορές κατάλληλες για τις εθνικές συνθήκες, το πράττουν σύμφωνα με τις αρχές του δικαίου περί ανταγωνισμού. Κατά τον καθορισμό των σχετικών γεωγραφικών αγορών εντός της επικράτειάς τους, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές λαμβάνουν υπόψη τον βαθμό ανταγωνισμού των υποδομών.
Η Επιτροπή αναλύει τακτικά τις συνολικές τάσεις στην Ένωση, με βάση τα αποτελέσματα της διαβούλευσης με τους συμφεροντούχους, και αξιολογεί, σε συνάρτηση με το άρθρο 73 παράγραφος 1 στοιχεία α), β) και γ), αν απαιτείται η έκδοση σύστασης για τις σχετικές αγορές προϊόντων και υπηρεσιών (σύσταση για τις αγορές). Η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει τη σύσταση για τις αγορές, κατόπιν δημόσιας διαβούλευσης, μεταξύ άλλων με τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, και λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη του BEREC.
Η σύσταση καθορίζει τις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, τα χαρακτηριστικά των οποίων δύνανται να αιτιολογούν την επιβολή ρυθμιστικών υποχρεώσεων που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό, με την επιφύλαξη των αγορών που είναι δυνατόν να ορίζονται σε ειδικές περιπτώσεις βάσει του δικαίου περί ανταγωνισμού. Οι εν λόγω αγορές προϊόντων και υπηρεσιών ορίζονται σύμφωνα με τις αρχές του δικαίου περί ανταγωνισμού. Όταν η Επιτροπή αποφασίζει να εκδώσει τη σύσταση για τις αγορές, την επανεξετάζει τακτικά.
Όταν μια αγορά περιλαμβάνεται στη σύσταση για τις αγορές, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές προβαίνουν σε ανασκόπηση της αγοράς. Οι αγορές στις οποίες επιβάλλεται εκ των προτέρων κανονιστική ρύθμιση επανεξετάζονται ανά πενταετία προκειμένου να διαπιστώνεται αν πληρούνται τα κριτήρια που αναφέρονται στο άρθρο 73 παράγραφος 1.
2.Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές, κατά περίπτωση, λαμβάνουν επίσης υπόψη τα αποτελέσματα της ανάλυσης της γεωγραφικής έρευνας που διεξάγεται σύμφωνα με το άρθρο 183 παράγραφος 12.
Άρθρο 73
Διαδικασία ανάλυσης της αγοράς
1.Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές διαπιστώνουν κατά πόσο η επιβολή των ρυθμιστικών υποχρεώσεων που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό δικαιολογείται από σχετική αγορά που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 72. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές διενεργούν ανάλυση, κατά περίπτωση σε συνεργασία με τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού.
Πριν από την κατάργηση των δικτύων χαλκού, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές διενεργούν ανασκοπήσεις των σχετικών αγορών που καλύπτουν τουλάχιστον τις περιοχές που επηρεάζονται από την κατάργηση των δικτύων χαλκού.
Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές ακολουθούν τις διαδικασίες που ορίζονται στα άρθρα 85 και 184 κατά τη διενέργεια αναλύσεων της αγοράς και προχωρούν εγκαίρως, ολοκληρώνοντας τη διαδικασία εντός περιόδου ενός έτους.
Η επιβολή ρυθμιστικών υποχρεώσεων που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό είναι δυνατό να δικαιολογείται από αγορά, εφόσον πληρούνται όλα τα ακόλουθα κριτήρια:
α)υφίστανται υψηλοί και μη παροδικοί διαρθρωτικοί, νομικοί ή ρυθμιστικοί φραγμοί εισόδου·
β)υφίσταται διάρθρωση της αγοράς που δεν τείνει προς τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό εντός του σχετικού χρονικού ορίζοντα, αν ληφθεί υπόψη η κατάσταση του ανταγωνισμού στη βάση υποδομών και των λοιπών πηγών ανταγωνισμού, που αποτελούν το αίτιο των φραγμών εισόδου·
γ)το δίκαιο περί ανταγωνισμού και μόνο δεν επαρκεί για την κατάλληλη αντιμετώπιση της ανεπάρκειας ή των ανεπαρκειών που έχουν εντοπιστεί στην αγορά.
Όταν εθνική ρυθμιστική αρχή διενεργεί ανάλυση αγοράς που περιλαμβάνεται στη σύσταση, θεωρεί ότι πληρούνται τα στοιχεία α), β) και γ), εκτός αν η εθνική ρυθμιστική αρχή διαπιστώνει ότι ένα ή περισσότερα από τα κριτήρια αυτά δεν πληρούνται υπό τις συγκεκριμένες εθνικές περιστάσεις.
2.Όταν μια εθνική ρυθμιστική αρχή διενεργεί την ανάλυση που απαιτείται από την παράγραφο 1, εξετάζει, με μακρόπνοη προοπτική, τον τρόπο με τον οποίο θα εξελίσσονταν οι αγορές ελλείψει της κανονιστικής ρύθμισης που επιβάλλεται βάσει του παρόντος άρθρου. Η εθνική ρυθμιστική αρχή λαμβάνει υπόψη στην ανάλυσή της όλα τα ακόλουθα:
α)εξελίξεις της αγοράς που επηρεάζουν την πιθανότητα της σχετικής αγοράς να τείνει προς τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό·
β)όλους τους σχετικούς ανταγωνιστικούς περιορισμούς, σε επίπεδο χονδρικής και λιανικής, ανεξαρτήτως του αν οι πηγές αυτών των περιορισμών θεωρείται ότι είναι δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών, υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή άλλα είδη υπηρεσιών ή εφαρμογών που είναι συγκρίσιμα από τη σκοπιά του τελικού χρήστη, και ανεξαρτήτως του αν αυτοί οι περιορισμοί αποτελούν μέρος της σχετικής αγοράς·
γ)άλλα είδη ρυθμίσεων ή μέτρων που επιβάλλονται και επηρεάζουν τη σχετική αγορά ή τη σχετική λιανική αγορά ή αγορές καθ’ όλη τη σχετική περίοδο, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά, υποχρεώσεων που επιβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα 64, 68 και 69·
δ)τις ρυθμίσεις που επιβάλλονται σε άλλες σχετικές αγορές βάσει του παρόντος άρθρου.
3.Μια εθνική ρυθμιστική αρχή δεν επιβάλλει ειδικές ρυθμιστικές υποχρεώσεις σύμφωνα με το άρθρο 77 και αίρει προηγούμενες υποχρεώσεις που είχαν επιβληθεί σύμφωνα με το άρθρο 77, όταν συμπεραίνει ότι η επιβολή ρυθμιστικών υποχρεώσεων σύμφωνα με τη διαδικασία των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου δεν δικαιολογείται από σχετική αγορά, ή όταν δεν πληρούνται οι όροι της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου.
4.Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές εξετάζουν το ενδεχόμενο επιβολής κατάλληλης περιόδου προειδοποίησης για την άρση των διορθωτικών μέτρων, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη να διασφαλίζονται η βιώσιμη μετάβαση για τους δικαιούχους των εν λόγω υποχρεώσεων και τους τελικούς χρήστες, οι επιλογές των τελικών χρηστών και ότι η ρύθμιση δεν συνεχίζεται για περισσότερο απ’ όσο είναι αναγκαίο. Κατά τον καθορισμό αυτής της χρονικής περιόδου προειδοποίησης, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δύνανται να καθορίζουν ειδικούς όρους και χρονικές περιόδους προειδοποίησης όσον αφορά υφιστάμενες συμφωνίες πρόσβασης.
5.Εφόσον εθνική ρυθμιστική αρχή διαπιστώσει ότι, σε συγκεκριμένη αγορά δικαιολογείται η επιβολή ρυθμιστικών υποχρεώσεων σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου, εντοπίζει τυχόν επιχειρήσεις οι οποίες μεμονωμένα ή από κοινού με άλλες κατέχουν σημαντική ισχύ στην εν λόγω σχετική αγορά σύμφωνα με το άρθρο 76. Η εθνική ρυθμιστική αρχή επιβάλλει στις εν λόγω επιχειρήσεις τις ενδεδειγμένες ειδικές ρυθμιστικές υποχρεώσεις σύμφωνα με το άρθρο 77 ή διατηρεί ή τροποποιεί τις εν λόγω υποχρεώσεις, εφόσον αυτές υφίστανται ήδη αν θεωρεί ότι τα αποτελέσματα για τους τελικούς χρήστες δεν θα ήταν όντως ανταγωνιστικά ελλείψει των υποχρεώσεων αυτών.
6.Τα μέτρα που λαμβάνονται σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 4 του παρόντος άρθρου υπόκεινται στις διαδικασίες των άρθρων 85 και 184. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές διενεργούν ανάλυση της σχετικής αγοράς και κοινοποιούν το αντίστοιχο σχέδιο μέτρου σύμφωνα με το άρθρο 85 εντός πέντε ετών από τη θέσπιση προηγούμενου μέτρου, εφόσον η εθνική ρυθμιστική αρχή έχει ορίσει τη σχετική αγορά και έχει προσδιορίσει τις επιχειρήσεις που διαθέτουν σημαντική ισχύ στην αγορά.
Άρθρο 74
Διαδικασία ταυτοποίησης διακρατικών αγορών
1.Εάν η Επιτροπή ή τουλάχιστον δύο ενδιαφερόμενες εθνικές ρυθμιστικές αρχές υποβάλουν αιτιολογημένο αίτημα, μαζί με υποστηρικτικά στοιχεία, ο BEREC διενεργεί ανάλυση δυνητικής διακρατικής αγοράς. Έπειτα από διαβούλευση με τους συμφεροντούχους και λαμβάνοντας υπόψη την ανάλυση του BEREC, η Επιτροπή δύναται να εκδίδει αποφάσεις για την ταυτοποίηση διακρατικών αγορών σύμφωνα με τις αρχές του δικαίου περί ανταγωνισμού.
2.Στην περίπτωση των διακρατικών αγορών που ταυτοποιούνται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, οι ενδιαφερόμενες εθνικές ρυθμιστικές αρχές πραγματοποιούν από κοινού την ανάλυση αγοράς λαμβάνοντας υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές περί ΣΙΑ και αποφασίζουν, έπειτα από συνεννόηση, για την τυχόν επιβολή, διατήρηση, τροποποίηση ή άρση των ρυθμιστικών υποχρεώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 73 παράγραφος 4. Οι ενδιαφερόμενες εθνικές ρυθμιστικές αρχές γνωστοποιούν από κοινού στην Επιτροπή τα σχέδια μέτρων τους σχετικά με την ανάλυση της αγοράς και τυχόν ρυθμιστικές υποχρεώσεις δυνάμει του άρθρου 85.
3.Δύο ή περισσότερες εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν επίσης να γνωστοποιούν από κοινού τα σχέδια μέτρων τους σχετικά με την ανάλυση της αγοράς και τυχόν ρυθμιστικές υποχρεώσεις σε περίπτωση απουσίας διακρατικών αγορών, όταν θεωρούν ότι οι συνθήκες της αγοράς στις αντίστοιχες δικαιοδοσίες τους είναι επαρκώς ομοιογενείς.
Άρθρο 75
Διαδικασία ταυτοποίησης διακρατικής ζήτησης
Ο BEREC διενεργεί ανάλυση διακρατικής ζήτησης από τελικούς χρήστες για προϊόντα και υπηρεσίες που παρέχονται εντός της Ένωσης, όταν λάβει αιτιολογημένο αίτημα συνοδευόμενο από υποστηρικτικά στοιχεία από την Επιτροπή ή από τουλάχιστον δύο από τις ενδιαφερόμενες εθνικές ρυθμιστικές αρχές, σύμφωνα με το οποίο υπάρχει σοβαρό πρόβλημα ζήτησης που πρέπει να αντιμετωπιστεί. Ο BEREC δύναται επίσης να διενεργεί αυτήν την ανάλυση, όταν λάβει αιτιολογημένο αίτημα από συμμετέχοντες στην αγορά συνοδευόμενο από επαρκή υποστηρικτικά στοιχεία και κρίνει ότι υπάρχει σοβαρό πρόβλημα ζήτησης που πρέπει να αντιμετωπιστεί. Η ανάλυση του BEREC δεν θίγει τυχόν πορίσματα περί διακρατικών αγορών σύμφωνα με το άρθρο 74 παράγραφος 1 και τυχόν πορίσματα των εθνικών ρυθμιστικών αρχών περί εθνικών ή υποεθνικών γεωγραφικών αγορών σύμφωνα με το άρθρο 72.
Άρθρο 76
Επιχειρήσεις με σημαντική ισχύ στην αγορά
1.Όταν μια εθνική ρυθμιστική αρχή διαπιστώνει ότι μια επιχείρηση έχει σημαντική ισχύ στην αγορά σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 73, εφαρμόζεται η παράγραφος 2 του παρόντος άρθρου.
2.Μια επιχείρηση θεωρείται ότι κατέχει σημαντική ισχύ στην αγορά εφόσον, είτε μεμονωμένα είτε σε συνεργασία με άλλες επιχειρήσεις, κατέχει θέση ισοδύναμη με δεσπόζουσα θέση, δηλαδή θέση οικονομικής ισχύος που της επιτρέπει να συμπεριφέρεται, σε σημαντικό βαθμό, ανεξάρτητα από τους ανταγωνιστές, τους πελάτες και, τελικά, τους καταναλωτές.
3.Ειδικότερα, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές, όταν εκτιμούν κατά πόσον δύο ή περισσότερες επιχειρήσεις κατέχουν κοινή δεσπόζουσα θέση σε μια αγορά, ενεργούν σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, λαμβάνοντας υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την ανάλυση της αγοράς και την εκτίμηση της σημαντικής ισχύος στην αγορά, τις οποίες δημοσιεύει η Επιτροπή σύμφωνα με την παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου.
4.Εάν μια επιχείρηση κατέχει σημαντική ισχύ σε μια συγκεκριμένη αγορά, είναι δυνατόν να οριστεί επίσης ως κατέχουσα σημαντική ισχύ και σε μια στενά συνδεδεμένη με αυτήν αγορά, εάν οι δεσμοί μεταξύ των δύο αγορών επιτρέπουν στην επιχείρηση να αξιοποιήσει στο πλαίσιο της στενά συνδεδεμένης με αυτήν αγοράς την ισχύ που κατέχει στη συγκεκριμένη αγορά, αυξάνοντας με τον τρόπο αυτό την ισχύ της στην αγορά. Κατά συνέπεια, διορθωτικά μέτρα που έχουν ως στόχο να αποτρέψουν αυτήν την αξιοποίηση της ισχύος μπορούν να εφαρμοστούν στη στενά συνδεδεμένη με αυτή αγορά δυνάμει των άρθρων 77 έως 84.
5.Κατόπιν διαβούλευσης με τον BEREC, η Επιτροπή δημοσιεύει κατευθυντήριες γραμμές για την ανάλυση της αγοράς και την εκτίμηση της σημαντικής ισχύος στην αγορά («κατευθυντήριες γραμμές περί ΣΙΑ»), οι οποίες είναι σύμφωνες με τις σχετικές αρχές του δικαίου περί ανταγωνισμού. Οι κατευθυντήριες γραμμές περί ΣΙΑ περιλαμβάνουν καθοδήγηση προς τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές σχετικά με την εφαρμογή της έννοιας της σημαντικής ισχύος στην αγορά στο συγκεκριμένο πλαίσιο της εκ των προτέρων ρύθμισης των αγορών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, λαμβανομένων υπόψη των τριών κριτηρίων που αναφέρονται στο άρθρο 73 παράγραφος 1.
5.4.2.ΚΕΦΑΛΑΙΟ II: Διορθωτικά μέτρα που επιβάλλονται σε επιχειρήσεις με σημαντική ισχύ στην αγορά
Άρθρο 77
Επιβολή, τροποποίηση ή άρση υποχρεώσεων που επιβάλλονται σε επιχειρήσεις με σημαντική ισχύ στην αγορά
1.Κατά την αξιολόγηση των συνθηκών ανταγωνισμού σε συγκεκριμένη αγορά και της ανάγκης για ρυθμιστική παρέμβαση, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές εξετάζουν, σύμφωνα με το άρθρο 73 παράγραφος 2, σε πρώτο βαθμό την επίδραση των υφιστάμενων κανονισμών στην ανταγωνιστική δυναμική, την πιθανή δέσμευση που προσφέρεται ή τα διορθωτικά μέτρα που επιβάλλονται στο πλαίσιο διαδικασιών βάσει του εθνικού ή του ενωσιακού δικαίου περί ανταγωνισμού ή εμπορικών συμφωνιών.
2.Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όταν μια επιχείρηση ορίζεται ως κατέχουσα σημαντική ισχύ σε συγκεκριμένη αγορά κατόπιν ανάλυσης της αγοράς που διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 73, η εθνική ρυθμιστική αρχή επιλέγει τον λιγότερο παρεμβατικό τρόπο αντιμετώπισης των πιθανών προβλημάτων που εντοπίζονται στην ανάλυση της αγοράς. Κατά την αξιολόγηση αυτή, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές λαμβάνουν υπόψη τις δεσμεύσεις τις οποίες προσφέρουν οι φορείς εκμετάλλευσης που έχουν οριστεί ως κατέχοντες σημαντική ισχύ στην αγορά βάσει του άρθρου 83.
3.Οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο:
α)έχουν ως βάση τη φύση του προβλήματος που εντοπίστηκε από εθνική ρυθμιστική αρχή στην ανάλυση της αγοράς, κατά περίπτωση λαμβανομένης υπόψη της ταυτοποίησης διακρατικής ζήτησης δυνάμει του άρθρου 75·
β)είναι αναλογικές, λαμβανομένων υπόψη του κόστους και των οφελών·
γ)είναι δικαιολογημένες λαμβανομένων υπόψη των στόχων που ορίζει το άρθρο 3·
δ)επιβάλλονται κατόπιν διαβούλευσης σύμφωνα με τα άρθρα 85 και 184.
4.Όταν μια επιχείρηση ορίζεται ως κατέχουσα σημαντική ισχύ στην αγορά, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν, κατά περίπτωση, να επιβάλλουν υποχρεώσεις, όπως υποχρεώσεις διαφάνειας και μη διάκρισης, κατά το πρώτο στάδιο της αξιολόγησης.
Όταν μια εθνική ρυθμιστική αρχή θεωρεί ότι οι υποχρεώσεις που αναφέρονται ανωτέρω δεν είναι επαρκείς ή κατάλληλες, εξετάζει αν η επιβολή των υποχρεώσεων αυτών σε συνδυασμό με τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 80 και μόνο θα αποτελούσε αναλογικό και επαρκές μέσο για την επίτευξη των στόχων που ορίζονται στο άρθρο 3.
Με την επιφύλαξη του άρθρου 80, όταν κρίνουν ότι απαιτούνται πρόσθετες υποχρεώσεις πρόσβασης, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές επιβάλλουν τις υποχρεώσεις παροχής εναρμονισμένης πρόσβασης που ορίζονται στο άρθρο 81.
Στην αποκλειστική περίπτωση που οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές παράσχουν τεκμηριωμένη αιτιολόγηση που αποδεικνύει ότι οι εν λόγω υποχρεώσεις που επιβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα 80 και 81 δεν αντιμετωπίζουν τα προβλήματα ανταγωνισμού που έχουν εντοπιστεί στην οικεία αγορά, μπορούν να επιβάλουν άλλες υποχρεώσεις για την πρόσβαση σε συγκεκριμένα στοιχεία και υπηρεσίες ενεργού ή εικονικού δικτύου και τη χρήση ειδικών στοιχείων δικτύου και συναφών ευκολιών σύμφωνα με το άρθρο 78.
Εκτός από τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο τέταρτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, όταν οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 77 έως 84 δεν είναι κατάλληλες, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν να επιβάλουν την υποχρέωση λογιστικού διαχωρισμού, την υποχρέωση ελέγχου των τιμών και υποχρεώσεις κοστολόγησης.
Οι επιβαλλόμενες υποχρεώσεις δεν έχουν αναδρομική ισχύ. Σε δεόντως αιτιολογημένες εξαιρετικές περιστάσεις, οι υποχρεώσεις μπορούν να επιβληθούν με ημερομηνία έναρξης διαφορετική από εκείνη που προβλέπεται συνήθως.
5.Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές κοινοποιούν στην Επιτροπή τις αποφάσεις για την επιβολή, τροποποίηση ή άρση υποχρεώσεων επιχειρήσεων, σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 85.
6.Σε περίπτωση εξελίξεων στην αγορά, συμπεριλαμβανομένων εμπορικών συμφωνιών, ή δεσμεύσεων, οι οποίες δεν απαιτούν αλλαγή του ορισμού της αγοράς ή της αξιολόγησης της σημαντικής ισχύος στην αγορά και δεν δικαιολογούν νέα ανάλυση της αγοράς σύμφωνα με το άρθρο 73, η εθνική ρυθμιστική αρχή αξιολογεί χωρίς καθυστέρηση αν είναι αναγκαίες η επανεξέταση των υποχρεώσεων που επιβάλλονται σε επιχειρήσεις που έχουν οριστεί ως κατέχουσες σημαντική ισχύ στην αγορά και η τροποποίηση τυχόν προηγούμενης απόφασης, μεταξύ άλλων με την άρση υποχρεώσεων ή την επιβολή νέων υποχρεώσεων, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι εν λόγω υποχρεώσεις εξακολουθούν να πληρούν τις προϋποθέσεις της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου. Οι τροποποιήσεις αυτές επιβάλλονται μόνο κατόπιν διαβουλεύσεων σύμφωνα με τα άρθρα 85 και 184.
7.Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές επιβάλλουν τις υποχρεώσεις με την επιφύλαξη οποιουδήποτε από τα ακόλουθα:
α)των άρθρων 67, 68 και 69·
β)των άρθρων 50, 52, 64 και 100 και των σχετικών διατάξεων της οδηγίας 2002/58/ΕΚ που περιέχουν υποχρεώσεις για επιχειρήσεις πλην εκείνων που έχουν οριστεί ως κατέχουσες σημαντική ισχύ στην αγορά·
γ)της ανάγκης συμμόρφωσης με διεθνείς υποχρεώσεις.
8.Προκειμένου να συμβάλλει στη συνεπή εφαρμογή των διορθωτικών μέτρων, η Επιτροπή μπορεί, σε στενή συνεργασία με τον BEREC, να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές για να επικουρεί τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές σχετικά με τη συνεπή εφαρμογή των υποχρεώσεών τους δυνάμει του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 78
Υποχρεώσεις πρόσβασης και χρήσης ειδικών στοιχείων δικτύου και συναφών ευκολιών
1.Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δύνανται, σύμφωνα με το άρθρο 77, να επιβάλλουν σε επιχειρήσεις υποχρεώσεις να ικανοποιούν εύλογα αιτήματα για πρόσβαση και χρήση ειδικών στοιχείων δικτύου και συναφών ευκολιών, πλην εκείνων που προσδιορίζονται στα άρθρα 80 και 81, σε περιπτώσεις όπου οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές κρίνουν ότι η άρνηση πρόσβασης ή τυχόν παράλογοι όροι και προϋποθέσεις με ανάλογο αποτέλεσμα θα δυσχέραιναν τη δημιουργία βιώσιμης ανταγωνιστικής αγοράς σε επίπεδο λιανικού εμπορίου και δεν θα ήταν προς το συμφέρον του τελικού χρήστη. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν να ζητήσουν από τις επιχειρήσεις, μεταξύ άλλων:
α)την παροχή σε τρίτους πρόσβασης σε ειδικά υλικά στοιχεία δικτύου και συναφείς ευκολίες, καθώς και δυνατότητα χρήσης τους, κατά περίπτωση, συμπεριλαμβανομένης της αδεσμοποίητης πρόσβασης στον τοπικό βρόχο και υποβρόχο·
β)την παροχή σε τρίτους πρόσβασης σε ειδικά στοιχεία και υπηρεσίες ενεργού ή εικονικού δικτύου·
γ)την καλόπιστη διαπραγμάτευση με επιχειρήσεις που ζητούν πρόσβαση·
δ)τη μη ανάκληση ήδη χορηγηθείσας πρόσβασης σε ευκολίες·
ε)την παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών χονδρικώς για μεταπώληση από τρίτους·
στ)τη χορήγηση ελεύθερης πρόσβασης σε τεχνικές διεπαφές, πρωτόκολλα ή άλλες βασικές τεχνολογίες που είναι απαραίτητες για τη διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών ή των υπηρεσιών εικονικού δικτύου·
ζ)την παροχή συντοπισμού ή άλλων μορφών μερισμού συναφών ευκολιών
η)την παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών που είναι αναγκαίες για τη διασφάλιση της διαλειτουργικότητας διατερματικών υπηρεσιών που παρέχονται σε χρήστες ή περιαγωγής σε κινητά δίκτυα·
θ)την παροχή πρόσβασης σε συστήματα επιχειρησιακής υποστήριξης ή παρόμοια συστήματα λογισμικού, απαραίτητα για την εξασφάλιση δίκαιου ανταγωνισμού στην παροχή των υπηρεσιών·
ι)τη διασύνδεση δικτύων ή ευκολιών δικτύου·
ια)την παροχή πρόσβασης σε συναφείς υπηρεσίες, όπως υπηρεσία ταυτοποίησης, εντοπισμού θέσης και παρουσίας.
Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές έχουν την εξουσία να εξαρτούν τις υποχρεώσεις αυτές από όρους δίκαιου, εύλογου και έγκαιρου χαρακτήρα.
2.Όταν οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές εξετάζουν εάν ενδείκνυται να επιβάλουν κάποια από τις ενδεχόμενες ειδικές υποχρεώσεις της παραγράφου 1, και ιδίως όταν αξιολογούν, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, εάν και πώς θα πρέπει να επιβάλλονται οι υποχρεώσεις αυτές, αναλύουν κατά πόσον άλλες μορφές πρόσβασης σε εισροές χονδρικής, είτε στην ίδια είτε σε συναφή αγορά χονδρικής, θα αρκούσαν για να αντιμετωπιστεί το διαπιστωμένο πρόβλημα κατά τα συμφέροντα των τελικών χρηστών. Η εν λόγω αξιολόγηση περιλαμβάνει προσφορές εμπορικής πρόσβασης, ρυθμιζόμενη πρόσβαση δυνάμει των άρθρων 68 και 69, ή υφιστάμενη ή σχεδιασμένη ρυθμιζόμενη πρόσβαση σε άλλες εισροές χονδρικής δυνάμει του παρόντος άρθρου. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές λαμβάνουν υπόψη ειδικότερα τους ακόλουθους παράγοντες:
α)την τεχνική και οικονομική βιωσιμότητα της χρήσης ή της εγκατάστασης ανταγωνιστικών ευκολιών, ανάλογα με τον ρυθμό ανάπτυξης της αγοράς και λαμβανομένων υπόψη της φύσης και του τύπου διασύνδεσης ή πρόσβασης περί του οποίου πρόκειται, περιλαμβανομένης της βιωσιμότητας άλλων προϊόντων ανάντη πρόσβασης, όπως η πρόσβαση σε αγωγούς·
β)την αναμενόμενη τεχνολογική εξέλιξη που επηρεάζει τον σχεδιασμό και τη διαχείριση του δικτύου·
γ)την ανάγκη να διασφαλίζεται τεχνολογική ουδετερότητα που να επιτρέπει στα μέρη να σχεδιάζουν και να διαχειρίζονται τα δικά τους δίκτυα·
δ)τη σκοπιμότητα παροχής της προσφερόμενης πρόσβασης σε συνάρτηση με τις διαθέσιμες δυνατότητες·
ε)την αρχική επένδυση του κατόχου της ευκολίας, λαμβανομένων υπόψη των δημόσιων επενδύσεων που τυχόν έγιναν και των συναφών με την πραγματοποίηση της επένδυσης κινδύνων ιδίως σε σχέση με τις επενδύσεις σε δίκτυα gigabit και τα συναφή επίπεδα επικινδυνότητας·
στ)την ανάγκη μακροπρόθεσμης διασφάλισης του ανταγωνισμού, με ιδιαίτερη προσοχή στον ανταγωνισμό βάσει οικονομικά αποδοτικών υποδομών και σε καινοτόμα επιχειρηματικά μοντέλα που στηρίζουν τον βιώσιμο ανταγωνισμό, όπως αυτά που βασίζονται στη συνεπένδυση σε δίκτυα·
ζ)κατά περίπτωση, τυχόν συναφή δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας·
η)την παροχή πανευρωπαϊκών υπηρεσιών.
3.Όταν επιβάλλουν υποχρεώσεις σε επιχείρηση για παροχή πρόσβασης σύμφωνα με το παρόν άρθρο, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές εξουσιοδοτούνται να καθορίζουν τεχνικές ή λειτουργικές προϋποθέσεις που οφείλουν να πληρούν ο πάροχος ή οι δικαιούχοι αυτής της πρόσβασης εφόσον αυτό είναι απαραίτητο για την εξασφάλιση της ομαλής λειτουργίας του δικτύου. Οι υποχρεώσεις για την τήρηση ειδικών τεχνικών προτύπων ή προδιαγραφών συμμορφώνονται προς τα πρότυπα και τις προδιαγραφές που ορίζονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 189.
Άρθρο 79
Υποχρεώσεις ελέγχου τιμών και κοστολόγησης
1.Η εθνική ρυθμιστική αρχή δύναται, σύμφωνα με το άρθρο 77, να επιβάλλει υποχρεώσεις σχετικά με την ανάκτηση κόστους και τον έλεγχο τιμών, που περιλαμβάνουν υποχρέωση καθορισμού των τιμών με γνώμονα το κόστος και υποχρέωση όσον αφορά τα συστήματα κοστολόγησης, για την παροχή ειδικών τύπων διασύνδεσης ή πρόσβασης, σε περιπτώσεις όπου η ανάλυση της αγοράς καταδεικνύει ότι η έλλειψη αποτελεσματικού ανταγωνισμού σημαίνει ότι η ενδιαφερόμενη επιχείρηση μπορεί να διατηρεί τις τιμές σε υπερβολικά υψηλά επίπεδα ή να συμπιέζει τις τιμές, εις βάρος των τελικών χρηστών.
Κατά τον καθορισμό του κατά πόσον οι υποχρεώσεις ελέγχου τιμών θα είναι κατάλληλες, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές λαμβάνουν υπόψη την ανάγκη να προωθηθούν ο ανταγωνισμός και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα των τελικών χρηστών σχετικά με την ανάπτυξη και χρήση δικτύων gigabit. Ειδικότερα, για να ενθαρρύνουν τις επενδύσεις από την επιχείρηση, μεταξύ άλλων στα δίκτυα gigabit, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές λαμβάνουν υπόψη την επένδυση της επιχείρησης, ιδίως όταν έχουν πραγματοποιηθεί νέες επενδύσεις. Όταν οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θεωρούν ότι ενδείκνυνται οι υποχρεώσεις σε έλεγχο τιμών, επιτρέπουν στην επιχείρηση έναν εύλογο συντελεστή απόδοσης επί του επαρκούς επενδυμένου κεφαλαίου, συνυπολογίζοντας οιουσδήποτε κινδύνους ενέχει ενδεχομένως ένα συγκεκριμένο νέο επενδυτικό σχέδιο δικτύου.
Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές εξετάζουν το ενδεχόμενο να μην επιβάλουν ή να μη διατηρήσουν υποχρεώσεις δυνάμει του παρόντος άρθρου, εφόσον διαπιστώνουν ότι υφίσταται αποδεδειγμένη πίεση στις τιμές λιανικής και ότι τυχόν υποχρεώσεις που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 77, συμπεριλαμβανομένης ιδίως τυχόν δοκιμής οικονομικής αναπαραγωγιμότητας, διασφαλίζουν αποτελεσματική και αμερόληπτη πρόσβαση.
Όταν οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές κρίνουν σκόπιμες τις υποχρεώσεις επιβολής ελέγχου τιμών για την πρόσβαση σε υφιστάμενα στοιχεία δικτύου, λαμβάνουν επίσης υπόψη τα οφέλη των προβλέψιμων και σταθερών τιμών χονδρικής για τη διασφάλιση αποτελεσματικής εισόδου στην αγορά και επαρκών κινήτρων για όλες τες επιχειρήσεις ώστε να αναπτύσσουν νέα και ενισχυμένα δίκτυα.
2.Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές εξασφαλίζουν ότι κάθε επιβαλλόμενος μηχανισμός ανάκτησης κόστους ή μέθοδος τιμολόγησης προάγει την ανάπτυξη νέων και ενισχυμένων δικτύων, την οικονομική απόδοση και τον βιώσιμο ανταγωνισμό και μεγιστοποιεί το διατηρήσιμο όφελος για τους τελικούς χρήστες. Εν προκειμένω, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δύνανται επίσης να λαμβάνουν υπόψη τις διαθέσιμες τιμές σε συγκρίσιμες ανταγωνιστικές αγορές.
3.Όταν μία επιχείρηση έχει υποχρέωση καθορισμού των τιμών της με γνώμονα το κόστος, η ενδιαφερόμενη επιχείρηση φέρει το βάρος της απόδειξης ότι τα τέλη υπολογίζονται βάσει του κόστους, λαμβανομένου υπόψη ενός εύλογου συντελεστή απόδοσης της επένδυσης. Για τον υπολογισμό του κόστους αποτελεσματικής παροχής υπηρεσιών, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν να χρησιμοποιούν μεθόδους κοστολόγησης ανεξάρτητες από εκείνες που χρησιμοποιεί η επιχείρηση. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δύνανται να απαιτούν από την επιχείρηση να αιτιολογεί πλήρως τις τιμές που επιβάλλει και, κατά περίπτωση, δύνανται να απαιτούν προσαρμογή των τιμών.
4.Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές εξασφαλίζουν ότι, όταν η εφαρμογή συστήματος κοστολόγησης επιβάλλεται για λόγους υποστήριξης του ελέγχου των τιμών, τίθεται στη διάθεση του κοινού περιγραφή του συστήματος κοστολόγησης, στην οποία εμφαίνονται τουλάχιστον οι βασικές κατηγορίες κόστους και οι κανόνες για την κατανομή του. Ένας ειδικευμένος ανεξάρτητος φορέας ελέγχει τη συμμόρφωση με το σύστημα κοστολόγησης και δημοσιεύει ετησίως δήλωση σχετικά με τη συμμόρφωση.
Άρθρο 80
Πρόσβαση σε παθητικά δίκτυα
1.Μια εθνική ρυθμιστική αρχή δύναται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 77, να επιβάλλει σε επιχειρήσεις υποχρεώσεις να καλύπτουν εύλογα αιτήματα για πρόσβαση σε ανενεργές οπτικές ίνες και τεχνικά έργα και για χρήση αυτών, μεταξύ άλλων, ενδεικτικά, σε κτίρια ή εισόδους σε κτίρια, καλωδιώσεις κτιρίων, περιλαμβανομένων συρμάτων, κεραίες, πύργους και άλλες φέρουσες κατασκευές, στύλους, ιστούς, αγωγούς, σωληνώσεις, θαλάμους επιθεώρησης, φρεάτια και κυτία σύνδεσης, σε καταστάσεις όπου η εθνική ρυθμιστική αρχή, έχοντας εξετάσει την ανάλυση της αγοράς, συμπεραίνει ότι η άρνηση πρόσβασης ή η παροχή πρόσβασης υπό παράλογους όρους και προϋποθέσεις με ανάλογο αποτέλεσμα θα δυσχέραινε τη δημιουργία βιώσιμης ανταγωνιστικής αγοράς και δεν θα ήταν προς το συμφέρον του τελικού χρήστη.
2.Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δύνανται να επιβάλλουν σε επιχείρηση υποχρεώσεις να παρέχει πρόσβαση κατά το παρόν άρθρο, ασχέτως εάν τα πάγια στοιχεία που επηρεάζονται από την υποχρέωση αποτελούν μέρος της σχετικής αγοράς σύμφωνα με την ανάλυση της αγοράς, με την προϋπόθεση ότι η υποχρέωση είναι αναγκαία και αναλογική για την επίτευξη των στόχων του άρθρου 3.
Άρθρο 81
Εναρμονισμένα προϊόντα πρόσβασης
1.Με την επιφύλαξη του άρθρου 80, η εθνική ρυθμιστική αρχή αξιολογεί αν είναι δικαιολογημένο και αναλογικό να επιβάλει σε φορέα εκμετάλλευσης που έχει οριστεί ως κατέχων σημαντική ισχύ σε συγκεκριμένη αγορά, ως αποτέλεσμα ανάλυσης της αγοράς που διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 73, υποχρέωση προσφοράς εναρμονισμένων προϊόντων πρόσβασης της Ένωσης πριν από την επιβολή άλλων προϊόντων πρόσβασης.
2.Όταν η εθνική ρυθμιστική αρχή αποφασίζει να επιβάλει άλλα προϊόντα πρόσβασης, εξηγεί τους λόγους για τους οποίους είναι καταλληλότερα από τα εναρμονισμένα προϊόντα πρόσβασης για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που έχουν εντοπιστεί.
3.Τα εναρμονισμένα προϊόντα της Ένωσης μπορούν να περιλαμβάνουν προϊόντα τοπικής πρόσβασης.
4.Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει εντός [6 μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού] εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των τεχνικών προδιαγραφών, των τυποποιημένων στοιχείων κόστους, των μεθοδολογιών κόστους για τα εναρμονισμένα προϊόντα και της προσφοράς αναφοράς σε σχέση με το/τα εναρμονισμένο/-α προϊόν/-τα πρόσβασης, λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη του BEREC. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 199 παράγραφος 4.
5.Τα εναρμονισμένα προϊόντα πρόσβασης πληρούν τις ακόλουθες ουσιαστικές απαιτήσεις:
α)δυνατότητα να προσφέρονται ως προϊόν πρόσβασης σε κάθε πάροχο δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που δραστηριοποιείται στην Ένωση·
β)μέγιστο βαθμό διαλειτουργικότητας δικτύου και υπηρεσιών και διαχείριση δικτύου μεταξύ φορέων εκμετάλλευσης χωρίς διακρίσεις σύμφωνα με την τοπολογία του δικτύου·
γ)ικανότητα εξυπηρέτησης τελικών χρηστών με ανταγωνιστικούς όρους·
δ)καλή σχέση κόστους-αποτελεσματικότητας, λαμβανομένης υπόψη της ικανότητας υλοποίησης σε υφιστάμενα και νεοκατασκευασθέντα δίκτυα και της συνύπαρξης με άλλα προϊόντα πρόσβασης που μπορούν να παρέχονται στην ίδια υποδομή δικτύου·
ε)επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα, ιδίως όσον αφορά τον περιορισμό, στο μέτρο του δυνατού, των εμποδίων στην υλοποίηση και του κόστους εγκατάστασης για τους παρόχους πρόσβασης και τους αιτούντες πρόσβαση·
στ)τήρηση των κανόνων για την προστασία της ιδιωτικής ζωής, των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, της ασφάλειας και της ακεραιότητας των δικτύων και της διαφάνειας σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης.
6.Όταν μια εθνική ρυθμιστική αρχή έχει διαπιστώσει ότι η υποχρέωση προσφοράς των εν λόγω εναρμονισμένων προϊόντων πρόσβασης αντικαθιστά τις υποχρεώσεις χονδρικής πρόσβασης που είχαν επιβληθεί προηγουμένως, καθορίζει κατάλληλη μεταβατική περίοδο διάρκειας τουλάχιστον 6 μηνών πριν από την κατάργηση των τελευταίων αυτών μέτρων.
Άρθρο 82
Τέλη τερματισμού
1.Η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη του BEREC, καθορίζει, μέσω κατ’ εξουσιοδότηση πράξης που συμπληρώνει τον παρόντα κανονισμό, ενιαίο μέγιστο τέλος τερματισμού κλήσεων κινητής τηλεφωνίας σε επίπεδο Ένωσης και ενιαίο μέγιστο τέλος τερματισμού κλήσεων σταθερής τηλεφωνίας σε επίπεδο Ένωσης (στο εξής, από κοινού: τέλη τερματισμού φωνητικών κλήσεων σε επίπεδο Ένωσης), τα οποία επιβάλλονται σε οποιονδήποτε πάροχο υπηρεσιών τερματισμού κλήσεων κινητής τηλεφωνίας ή τερματισμού κλήσεων σταθερής τηλεφωνίας, αντίστοιχα, σε οποιοδήποτε κράτος μέλος. Η Επιτροπή επανεξετάζει την εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξη ανά πενταετία μετά την [ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού] και εξετάζει σε κάθε τέτοια περίπτωση, εφαρμόζοντας τα κριτήρια που αναφέρονται στο άρθρο 73 παράγραφος 1, αν εξακολουθεί να είναι αναγκαίος ο καθορισμός τελών τερματισμού φωνητικών κλήσεων σε επίπεδο Ένωσης. Εάν η Επιτροπή αποφασίσει, μετά την επανεξέτασή της, σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, να μην επιβάλει μέγιστο τέλος τερματισμού κλήσεων κινητής τηλεφωνίας ή μέγιστο τέλος τερματισμού κλήσεων σταθερής τηλεφωνίας, ή τίποτα από τα δύο, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν να διεξάγουν αναλύσεις αγοράς για τις αγορές τερματισμού φωνητικών κλήσεων σύμφωνα με το άρθρο 73, προκειμένου να εκτιμήσουν κατά πόσον είναι απαραίτητη η επιβολή ρυθμιστικών υποχρεώσεων. Όταν μια εθνική ρυθμιστική αρχή επιβάλλει, συνεπεία της εν λόγω ανάλυσης, τέλη τερματισμού κλήσεων σε σχετική αγορά χονδρικής με γνώμονα το κόστος, τηρεί τις αρχές, τα κριτήρια και τις παραμέτρους που ορίζονται στο παράρτημα II, το δε σχέδιο μέτρου της υπόκειται στις διαδικασίες των άρθρων 85 και 184.
2.Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές παρακολουθούν στενά και διασφαλίζουν τη συμμόρφωση με την εφαρμογή των τελών τερματισμού φωνητικών κλήσεων σε επίπεδο Ένωσης από τους παρόχους υπηρεσιών τερματισμού φωνητικών κλήσεων. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δύνανται ανά πάσα στιγμή να απαιτήσουν από τον πάροχο υπηρεσιών τερματισμού φωνητικών κλήσεων να τροποποιήσει το τέλος που χρεώνει σε άλλες επιχειρήσεις, εάν δεν συμμορφώνεται με την κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που αναφέρεται στην παράγραφο 1.
Άρθρο 83
Διαδικασία δεσμεύσεων
1.Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές ενημερώνουν τους φορείς εκμετάλλευσης σχετικά με τη δυνατότητα να προσφέρουν δεσμεύσεις για την αντιμετώπιση των εντοπισθέντων προβλημάτων ανταγωνισμού.
2.Οι επιχειρήσεις που ορίζονται ως κατέχουσες σημαντική ισχύ στην αγορά μπορούν να προσφέρουν στην εθνική ρυθμιστική αρχή δεσμεύσεις σχετικά με τους όρους πρόσβασης, συνεπένδυσης ή και των δύο που ισχύουν για τα δίκτυά τους, όσον αφορά, μεταξύ άλλων:
α)ρυθμίσεις συνεργασίας που συνδέονται με την αξιολόγηση των κατάλληλων και αναλογικών υποχρεώσεων σύμφωνα με το άρθρο 77·
β)συνεπένδυση σε δίκτυα gigabit·
γ)αποτελεσματική και χωρίς διακρίσεις πρόσβαση τρίτων κατά τη διάρκεια περιόδου εφαρμογής εθελούσιου διαχωρισμού, συμπεριλαμβανομένης της μεταβίβασης των οικείων πάγιων στοιχείων δικτύου τοπικής πρόσβασης ή σημαντικού μέρους αυτών σε χωριστή νομική οντότητα υπό διαφορετική ιδιοκτησία, ή της σύστασης χωριστής επιχειρηματικής οντότητας, από καθετοποιημένη επιχείρηση, και μετά την εφαρμογή της προτεινόμενης μορφής διαχωρισμού.
Η προσφορά δεσμεύσεων είναι επαρκώς λεπτομερής όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής, τη διάρκεια και το χρονοδιάγραμμα, καθώς και τον τρόπο υλοποίησής τους, ώστε να μπορεί η εθνική ρυθμιστική αρχή να διενεργεί την αξιολόγησή της σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου. Οι δεσμεύσεις αυτές μπορούν να εκτείνονται πέραν των περιόδων για τη διενέργεια ανάλυσης της αγοράς που προβλέπει το άρθρο 73 παράγραφος 6.
3.Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές εξετάζουν αν οι δεσμεύσεις αποτελούν από μόνες τους αναλογικό και επαρκές μέσο για την αντιμετώπιση των εντοπισθέντων προβλημάτων ανταγωνισμού. Για την αξιολόγηση τυχόν δεσμεύσεων που προσφέρει επιχείρηση σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, η εθνική ρυθμιστική αρχή διενεργεί, εκτός των περιπτώσεων κατά τις οποίες οι δεσμεύσεις αυτές δεν πληρούν σαφώς μία ή περισσότερες από τις σχετικές προϋποθέσεις ή κριτήρια, δοκιμή αγοράς, ιδίως για τους προσφερόμενους όρους, διεξάγοντας δημόσια διαβούλευση με ενδιαφερόμενα μέρη, ιδίως των τρίτων μερών που επηρεάζονται άμεσα. Οι δυνητικοί συνεπενδυτές ή οι αιτούντες πρόσβαση μπορούν να διατυπώσουν απόψεις για τη συμμόρφωση των δεσμεύσεων τις οποίες έχουν προσφέρει με τις προϋποθέσεις του άρθρου 77, κατά περίπτωση, και μπορούν να προτείνουν αλλαγές.
4.Όσον αφορά τις δεσμεύσεις που προσφέρονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο, η εθνική ρυθμιστική αρχή, κατά την αξιολόγηση των υποχρεώσεων δυνάμει του άρθρου 77 παράγραφος 3, λαμβάνει ιδίως υπόψη:
α)αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τον δίκαιο και εύλογο χαρακτήρα των προσφερόμενων δεσμεύσεων·
β)τον ανοικτό χαρακτήρα των δεσμεύσεων προς όλους τους συμμετέχοντες της αγοράς·
γ)την έγκαιρη διαθεσιμότητα της πρόσβασης υπό δίκαιους, εύλογους και αμερόληπτους όρους, πριν από την έναρξη των σχετικών υπηρεσιών λιανικής·
δ)τη συνολική επάρκεια των προσφερόμενων δεσμεύσεων για την εξασφάλιση βιώσιμου ανταγωνισμού στις αγορές επόμενου σταδίου και τη διευκόλυνση της συνεργατικής ανάπτυξης και χρήσης δικτύων gigabit προς το συμφέρον των τελικών χρηστών.
Λαμβάνοντας υπόψη όλες τις απόψεις που εκφράζονται κατά τη διαβούλευση, καθώς και τον βαθμό στον οποίο οι απόψεις αυτές είναι αντιπροσωπευτικές των διάφορων συμφεροντούχων, η εθνική ρυθμιστική αρχή κοινοποιεί στην επιχείρηση που έχει οριστεί ως κατέχουσα σημαντική ισχύ στην αγορά τα προκαταρκτικά της συμπεράσματα ως προς το αν οι προσφερόμενες δεσμεύσεις συμμορφώνονται με τους στόχους, τα κριτήρια και τις διαδικασίες που καθορίζονται στο παρόν άρθρο και, κατά περίπτωση, στο άρθρο 77, και υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί να εξετάσει το ενδεχόμενο να καταστήσει τις δεσμεύσεις υποχρεωτικές. Η επιχείρηση μπορεί να αναθεωρήσει την αρχική της προσφορά ώστε να ληφθούν υπόψη τα προκαταρκτικά συμπεράσματα της εθνικής ρυθμιστικής αρχής και να ικανοποιηθούν τα κριτήρια που ορίζονται στο παρόν άρθρο και, κατά περίπτωση, στο άρθρο 77.
5.Η εθνική ρυθμιστική αρχή μπορεί να εκδώσει απόφαση που να καθιστά τις δεσμεύσεις υποχρεωτικές, εν όλω ή εν μέρει.
6.Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 73 παράγραφος 6, η εθνική ρυθμιστική αρχή μπορεί να καταστήσει ορισμένες ή όλες τις δεσμεύσεις υποχρεωτικές για συγκεκριμένη χρονική περίοδο, η οποία μπορεί να συμπίπτει με τη συνολική περίοδο για την οποία προσφέρονται, και, σε περίπτωση δεσμεύσεων συνεπένδυσης που γίνονται υποχρεωτικές, τις καθιστά υποχρεωτικές για χρονικό διάστημα τουλάχιστον επτά ετών. Σε περίπτωση που η εθνική ρυθμιστική αρχή καθιστά υποχρεωτικές δεσμεύσεις δυνάμει του παρόντος άρθρου, εξετάζει σύμφωνα με το άρθρο 77 τις επιπτώσεις αυτής της απόφασης για την ανάπτυξη της αγοράς και την καταλληλόλητα τυχόν υποχρεώσεων που έχει επιβάλει ή, ελλείψει των εν λόγω υποχρεώσεων, θα είχε την πρόθεση να επιβάλει σύμφωνα με τα άρθρα 77 έως 81. Κατά την κοινοποίηση του σχετικού σχεδίου μέτρου δυνάμει του άρθρου 77 σύμφωνα με το άρθρο 85, η εθνική ρυθμιστική αρχή συνοδεύει το σχέδιο μέτρου που κοινοποιείται με την απόφαση που αφορά τις δεσμεύσεις.
7.Η εθνική ρυθμιστική αρχή παρακολουθεί, επιβλέπει και διασφαλίζει τη συμμόρφωση με τις δεσμεύσεις που έχει καταστήσει υποχρεωτικές σύμφωνα με την παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου με τον ίδιο τρόπο που παρακολουθεί, επιβλέπει και διασφαλίζει τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 77 και εξετάζει το ενδεχόμενο παράτασης της χρονικής περιόδου για την οποία έχουν καταστεί δεσμευτικές όταν εκπνέει η αρχική χρονική περίοδος. Εάν η εθνική ρυθμιστική αρχή καταλήξει στο συμπέρασμα ότι μια επιχείρηση δεν έχει συμμορφωθεί με τις δεσμεύσεις που κατέστησαν δεσμευτικές σύμφωνα με την παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου, μπορεί να επιβάλει ποινές στην εν λόγω επιχείρηση σύμφωνα με το άρθρο 196. Με την επιφύλαξη της διαδικασίας για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με τις ειδικές υποχρεώσεις δυνάμει του άρθρου 196, η εθνική ρυθμιστική αρχή έχει τη δυνατότητα να επανεκτιμά τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 77.
8.Οι παράγραφοι 1, 2 και 3 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε επιχειρήσεις που μπορούν να προσφέρουν δεσμεύσεις για την αποφυγή των ρυθμιστικών μέτρων δυνάμει του άρθρου 69.
Άρθρο 84
Επιχειρήσεις μόνον χονδρικής
1.Μια εθνική ρυθμιστική αρχή που ορίζει επιχείρηση απούσα από όλες τις αγορές λιανικής για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών στη σχετική γεωγραφική αγορά ως κατέχουσα σημαντική ισχύ στην αγορά σε μία ή περισσότερες αγορές χονδρικής σύμφωνα με το άρθρο 73, εξετάζει κατά πόσον η επιχείρηση αυτή διαθέτει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:
α)όλες οι εταιρείες και επιχειρηματικές μονάδες εντός της επιχείρησης, όλες οι εταιρείες που ελέγχονται από τον ίδιο τελικό δικαιούχο, αλλά δεν ανήκουν κατ’ ανάγκη εξ ολοκλήρου σε αυτόν, και κάθε μέτοχος ικανός να ασκεί έλεγχο επί της επιχείρησης, ασκούν δραστηριότητες, τρέχουσες και προγραμματισμένες για το μέλλον, μόνο σε αγορές χονδρικής για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών και, ως εκ τούτου, δεν ασκούν δραστηριότητες σε καμία αγορά λιανικής για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών που παρέχονται σε τελικούς χρήστες στη σχετική γεωγραφική αγορά ή σε οποιαδήποτε άλλη αγορά θα μπορούσε να επηρεάσει τη συμπεριφορά της επιχείρησης στη σχετική αγορά χονδρικής·
β)η επιχείρηση δεν υποχρεούται να ασχοληθεί με ενιαία και διακριτή επιχείρηση που λειτουργεί σε επόμενο στάδιο και δραστηριοποιείται στην αγορά λιανικής για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών που παρέχονται σε τελικούς χρήστες στη σχετική γεωγραφική αγορά και σε οποιαδήποτε άλλη αγορά θα μπορούσε να επηρεάσει τη συμπεριφορά της επιχείρησης στη σχετική αγορά χονδρικής, λόγω αποκλειστικής συμφωνίας ή συμφωνίας που εκ των πραγμάτων ισοδυναμεί με αποκλειστική συμφωνία.
2.Αν η εθνική ρυθμιστική αρχή συμπεραίνει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, μπορεί να επιβάλει στην εν λόγω επιχείρηση μόνο τις υποχρεώσεις του άρθρου 78 και την απαγόρευση των διακρίσεων ή υποχρέωση που αφορά τον καθορισμό θεμιτού και εύλογου τιμήματος μόνον όταν αυτό δικαιολογείται με βάση ανάλυση της αγοράς που περιλαμβάνει και αξιολόγηση των προοπτικών της πιθανής συμπεριφοράς της επιχείρησης που έχει οριστεί ως κατέχουσα σημαντική ισχύ στην αγορά.
3.Η εθνική ρυθμιστική αρχή επανεξετάζει τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται στην επιχείρηση σύμφωνα με το παρόν άρθρο ανά πάσα στιγμή, αν συμπεραίνει ότι δεν πληρούνται πλέον οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου και εφαρμόζει, κατά περίπτωση, τα άρθρα 73 και 77 έως 83. Οι επιχειρήσεις ενημερώνουν χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση την εθνική ρυθμιστική αρχή για τυχόν αλλαγή των περιστάσεων που σχετίζονται με την παράγραφο 1 στοιχεία α) και β) του παρόντος άρθρου.
4.Η εθνική ρυθμιστική αρχή επανεξετάζει επίσης τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται στην επιχείρηση σύμφωνα με το παρόν άρθρο αν, με βάση αποδεικτικά στοιχεία των όρων και των προϋποθέσεων που προσφέρονται από την επιχείρηση στους επόμενου σταδίου πελάτες της, η αρχή συμπεραίνει ότι έχουν ανακύψει ή ενδέχεται να ανακύψουν προβλήματα ανταγωνισμού σε βάρος των τελικών χρηστών για τα οποία απαιτείται η επιβολή μίας ή περισσότερων από τις υποχρεώσεις που ορίζονται στα άρθρα 77 έως 81 ή η τροποποίηση των υποχρεώσεων που επιβάλλονται σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου. Η επιβολή υποχρεώσεων και η επανεξέτασή τους σύμφωνα με το παρόν άρθρο εφαρμόζονται σύμφωνα με τις διαδικασίες των άρθρων 85 και 184.
5.4.3.ΚΕΦΑΛΑΙΟ III: Διαδικασίες της εσωτερικής αγοράς για τη ρύθμιση της αγοράς
Άρθρο 85
Εδραίωση της εσωτερικής αγοράς στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών
1.Κατά την άσκηση των καθηκόντων τους στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές λαμβάνουν ιδιαιτέρως υπόψη τους όλους τους στόχους που καθορίζονται στο άρθρο 3.
2.Εάν δεν προβλέπεται άλλως σε συστάσεις ή κατευθυντήριες γραμμές που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 186, μετά την ολοκλήρωση της δημόσιας διαβούλευσης, εφόσον εθνική ρυθμιστική αρχή προτίθεται να λάβει μέτρο το οποίο:
α)εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 68, 69 και 71 έως 84·
β)είναι πιθανόν να επηρεάσει στις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών·
δημοσιεύει το σχέδιο μέτρου και το κοινοποιεί στην Επιτροπή, τον BEREC και στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές άλλων κρατών μελών, ταυτοχρόνως, μαζί με την αιτιολόγηση για το μέτρο, σύμφωνα με το άρθρο 184 παράγραφος 4. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές, ο BEREC και η Επιτροπή διαβιβάζουν εντός 30 εργάσιμων ημερών τα σχόλιά τους για το εν λόγω σχέδιο μέτρου. Η προθεσμία των 30 εργάσιμων ημερών δεν παρατείνεται.
3.Το σχέδιο μέτρου που αναφέρεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου δεν εκδίδεται για άλλες 90 εργάσιμες ημέρες, εφόσον το εν λόγω μέτρο αποσκοπεί:
α)στον καθορισμό σχετικής αγοράς και στην αξιολόγηση του αν επιδέχεται εκ των προτέρων ρύθμιση σύμφωνα με το άρθρο 72·
β)στη λήψη απόφασης σχετικά με τον καθορισμό ή όχι επιχείρησης ως κατέχουσας, είτε μεμονωμένα είτε από κοινού με άλλους, σημαντική ισχύ στην αγορά, βάσει του άρθρου 73·
γ)στην επιβολή, τροποποίηση ή άρση υποχρέωσης επιχείρησης κατ’ εφαρμογή του άρθρου 69 παράγραφος 2 ή του άρθρου 77, με εξαίρεση τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα 80 και 81,
και η Επιτροπή έχει επισημάνει στην εθνική ρυθμιστική αρχή ότι θεωρεί πως το σχέδιο μέτρου θα δημιουργούσε φραγμό στην εσωτερική αγορά ή εάν έχει σοβαρές αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητά του με το ενωσιακό δίκαιο και ιδίως με τους στόχους που αναφέρονται στο άρθρο 3. Η εν λόγω προθεσμία των 90 εργάσιμων ημερών δεν παρατείνεται. Η Επιτροπή ενημερώνει τον BEREC και τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές σχετικά με τις επιφυλάξεις της στην περίπτωση αυτή και ταυτοχρόνως τις δημοσιοποιεί.
4.Εντός 30 εργάσιμων ημερών από την έναρξη της περιόδου 90 εργάσιμων ημερών που αναφέρεται στην παράγραφο 3, ο BEREC εκδίδει γνώμη σχετικά με τις επιφυλάξεις της Επιτροπής που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο, αναφέροντας αν θεωρεί ότι το σχέδιο μέτρου θα πρέπει να διατηρηθεί, να τροποποιηθεί ή να αποσυρθεί και, εφόσον απαιτείται, υποβάλλει συγκεκριμένες προτάσεις προς τον σκοπό αυτόν. Η εν λόγω γνώμη αιτιολογείται και δημοσιοποιείται.
5.Εάν στη γνωμοδότησή του ο BEREC συμμερίζεται εν μέρει ή πλήρως τις σοβαρές αμφιβολίες της Επιτροπής, συνεργάζεται στενά με την ενδιαφερόμενη εθνική ρυθμιστική αρχή και την Επιτροπή για την εξεύρεση του καταλληλότερου και αποτελεσματικότερου μέτρου.
6.Εντός της προθεσμίας των 90 εργάσιμων ημερών της παραγράφου 3, η Επιτροπή μπορεί:
α)να λάβει απόφαση με την οποία απαιτεί από την οικεία εθνική ρυθμιστική αρχή να μην εγκρίνει το σχέδιο μέτρου, όταν οι επιφυλάξεις της Επιτροπής έχουν βασιστεί στην παράγραφο 3 στοιχεία α), β) ή γ)·
β)να αποφασίσει να άρει τις επιφυλάξεις της κατά την παράγραφο 3·
γ)για σχέδια μέτρων που εμπίπτουν στο άρθρο 69 παράγραφος 2, να λάβει απόφαση με την οποία απαιτεί από την οικεία εθνική ρυθμιστική αρχή να αποσύρει το σχέδιο μέτρου.
Η Επιτροπή λαμβάνει ιδιαιτέρως υπόψη της τη γνώμη του BEREC πριν από τη λήψη απόφασης.
Η απόφαση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχεία α) και γ) συνοδεύεται από λεπτομερή και αντικειμενική ανάλυση των λόγων για τους οποίους η Επιτροπή θεωρεί ότι το σχέδιο μέτρου δεν πρέπει να θεσπιστεί, καθώς και από συγκεκριμένες προτάσεις για την τροποποίησή του.
7.Όταν η Επιτροπή έχει εκδώσει απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 6 στοιχείο γ) του παρόντος άρθρου, με την οποία απαιτεί από την εθνική ρυθμιστική αρχή να αποσύρει σχέδιο μέτρου, η εθνική ρυθμιστική αρχή δεν εγκρίνει το εν λόγω μέτρο. Αφού προβεί σε δημόσια διαβούλευση σύμφωνα με το άρθρο 186, η εθνική ρυθμιστική αρχή κοινοποιεί εντός δεκαοκτώ μηνών από την ημερομηνία της απόφασης της Επιτροπής νέο σχέδιο μέτρου.
8.Εκτός από τις περιπτώσεις που καλύπτονται από την παράγραφο 3 και την παράγραφο 6 στοιχεία α) και γ), η οικεία εθνική ρυθμιστική αρχή λαμβάνει ιδιαιτέρως υπόψη τις παρατηρήσεις των λοιπών εθνικών ρυθμιστικών αρχών, του BEREC και της Επιτροπής και μπορεί να εγκρίνει το προκύπτον σχέδιο μέτρου και, εφόσον το πράξει, το κοινοποιεί στην Επιτροπή. Η εθνική ρυθμιστική αρχή κοινοποιεί στην Επιτροπή και στον BEREC όλα τα εγκεκριμένα τελικά μέτρα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 2.
Άρθρο 86
Προσωρινά μέτρα
1.Όταν μια εθνική ρυθμιστική αρχή κρίνει ότι πρέπει να αναληφθεί δράση επειγόντως προκειμένου να διασφαλιστεί ο ανταγωνισμός ή να προστατευθούν τα συμφέροντα των χρηστών, κατά παρέκκλιση από τη διαδικασία του άρθρου 85, μπορεί να λαμβάνει αμέσως αναλογικά και προσωρινά μέτρα, τα οποία ισχύουν για περίοδο που δεν υπερβαίνει τους δεκαοκτώ μήνες. Ανακοινώνει αμελλητί στην Επιτροπή, στις άλλες εθνικές ρυθμιστικές αρχές και στον BEREC τα μέτρα αυτά, πλήρως αιτιολογημένα.
2.Μετά τη λήξη της δεκαοκτάμηνης περιόδου, το προσωρινό μέτρο είτε ανακαλείται είτε αντικαθίσταται από μόνιμο μέτρο που υπόκειται σε προηγούμενη διαβούλευση σε εθνικό και ενωσιακό επίπεδο σύμφωνα με τα άρθρα 85 και 184.
3.Η εθνική ρυθμιστική αρχή δεν θεσπίζει προσωρινό μέτρο για την αντιμετώπιση του ίδιου προβλήματος ανταγωνισμού για το οποίο έχει ήδη θεσπιστεί προσωρινό μέτρο.
6.ΜΕΡΟΣ VI — ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ
6.1.ΤΙΤΛΟΣ I: ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ
Άρθρο 87
Καθολική υπηρεσία
1.Όλοι οι καταναλωτές στην Ένωση δικαιούνται να έχουν πρόσβαση σε οικονομικά προσιτή υπηρεσία επαρκούς πρόσβασης στο διαδίκτυο και σε υπηρεσίες φωνητικών επικοινωνιών στην ποιότητα που καθορίζεται στην επικράτειά τους, σε σταθερή θέση.
2.Κάθε κράτος μέλος, δεδομένου του ελάχιστου εύρους ζώνης που έχει στη διάθεσή της η πλειονότητα των καταναλωτών εντός της επικράτειάς του, και λαμβάνοντας υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές του BEREC που προβλέπονται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, ορίζει την υπηρεσία επαρκούς πρόσβασης στο διαδίκτυο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 με σκοπό να διασφαλίζεται το εύρος ζώνης που είναι αναγκαίο για την κοινωνική και οικονομική συμμετοχή στην κοινωνία.
Έως την/τις [12 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού], ο BEREC, έπειτα από διαβούλευση με τους συμφεροντούχους και σε στενή συνεργασία με την Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη τα διαθέσιμα δεδομένα της Επιτροπής (Eurostat), εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές για την υποστήριξη του ορισμού της υπηρεσίας επαρκούς πρόσβασης στο διαδίκτυο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και του προσδιορισμού του εύρους ζώνης που απαιτείται για την κοινωνική και οικονομική συμμετοχή στην κοινωνία. Οι κατευθυντήριες γραμμές επικαιροποιούνται τακτικά για να αποτυπώνουν τις τεχνολογικές προόδους και τις μεταβολές των τάσεων της καταναλωτικής χρήσης.
Άρθρο 88
Παροχή οικονομικά προσιτής καθολικής υπηρεσίας
1.Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές σε συντονισμό με λοιπές αρμόδιες αρχές παρακολουθούν ετησίως την εξέλιξη και το επίπεδο των λιανικών τιμών των διαθέσιμων στην αγορά υπηρεσιών που αναφέρονται στο άρθρο 87 παράγραφος 1, ιδίως σε σχέση με τις εθνικές τιμές και το εθνικό εισόδημα του καταναλωτή.
2.Όταν τα κράτη μέλη διαπιστώνουν ότι, λαμβανομένων υπόψη των εθνικών συνθηκών, οι τιμές λιανικής για τις υπηρεσίες που αναφέρονται στο άρθρο 87 παράγραφος 1 δεν είναι οικονομικά προσιτές, επειδή οι καταναλωτές με χαμηλό εισόδημα ή ειδικές κοινωνικές ανάγκες αποκλείονται από την πρόσβαση στις εν λόγω υπηρεσίες, λαμβάνουν μέτρα για να διασφαλίσουν την οικονομική προσιτότητα υπηρεσιών επαρκούς πρόσβασης στο διαδίκτυο και υπηρεσιών φωνητικών επικοινωνιών για τους καταναλωτές αυτούς τουλάχιστον σε σταθερή θέση.
3.Όταν τα κράτη μέλη αποφασίζουν να απαιτήσουν τιμολογιακές επιλογές ή πακέτα, αυτά προσφέρονται από όλους τους παρόχους. Οι προσφορές αυτές είναι εύκολα προσβάσιμες για τους καταναλωτές με χαμηλό εισόδημα ή ειδικές κοινωνικές ανάγκες. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές σε συντονισμό με άλλες αρμόδιες αρχές εξασφαλίζουν, κατά περίπτωση, ότι οι όροι υπό τους οποίους οι επιχειρήσεις παρέχουν τιμολογιακές επιλογές ή πακέτα είναι πλήρως διαφανείς και ότι δημοσιεύονται και εφαρμόζονται σύμφωνα με τις αρχές της μη διακριτικής μεταχείρισης και της αποδοτικότητας.
Οι καταναλωτές που δικαιούνται τις τιμολογιακές επιλογές ή τα πακέτα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου έχουν το δικαίωμα να συνάπτουν σύμβαση με πάροχο υπηρεσίας επαρκούς πρόσβασης στο διαδίκτυο και υπηρεσιών φωνητικών επικοινωνιών.
Εφόσον το ζητήσει ο καταναλωτής, η σύμβαση περιορίζεται σε υπηρεσίες φωνητικών επικοινωνιών.
4.Τα κράτη μέλη παρέχουν στήριξη, ως ενδείκνυται, στους καταναλωτές με αναπηρίες και λαμβάνουν άλλα ειδικά μέτρα, κατά περίπτωση, με σκοπό να διασφαλίζεται ότι ο σχετικός τερματικός εξοπλισμός και ο ειδικός εξοπλισμός και οι υπηρεσίες που βελτιώνουν την ισοδύναμη πρόσβαση, συμπεριλαμβανομένων, όπου απαιτείται, των υπηρεσιών πλήρους συνομιλίας και των υπηρεσιών μεσολαβητικής αναμετάδοσης, είναι διαθέσιμοι και οικονομικά προσιτοί.
5.Τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν την πλέον αποτελεσματική και κατάλληλη προσέγγιση για τα μέτρα που αναφέρονται στο παρόν άρθρο, τηρώντας παράλληλα τις αρχές της αντικειμενικότητας, της διαφάνειας, της απαγόρευσης των διακρίσεων και της αναλογικότητας και διασφαλίζοντας τη συμβατότητα με την εσωτερική αγορά, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων ανταγωνισμού.
Άρθρο 89
Καθορισμός της υπηρεσίας επαρκούς πρόσβασης στο διαδίκτυο, του αναγκαίου εύρους ζώνης, των κριτηρίων και της μεθοδολογίας για την οικονομική προσιτότητα
Η Επιτροπή μπορεί, λαμβάνοντας υπόψη τις τεχνολογικές εξελίξεις και τις μεταβολές των μοτίβων χρήσης των καταναλωτών, να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό της μεθοδολογίας ορισμού της υπηρεσίας επαρκούς πρόσβασης στο διαδίκτυο, συμπεριλαμβανομένου του εύρους ζώνης που είναι αναγκαίο για την κοινωνική και οικονομική συμμετοχή στην κοινωνία που αναφέρεται στο άρθρο 87 υπό το πρίσμα των εθνικών συνθηκών. Οι εκτελεστικές πράξεις περιλαμβάνουν επίσης τα κριτήρια και τη μεθοδολογία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές σε συντονισμό με τις λοιπές αρμόδιες αρχές για να διαπιστώνεται αν οι τιμές λιανικής των υπηρεσιών που αναφέρονται στο άρθρο 87 παράγραφος 1 είναι οικονομικά προσιτές για τους καταναλωτές με χαμηλό εισόδημα ή ειδικές κοινωνικές ανάγκες που αναφέρονται στο άρθρο 88.
Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 199 παράγραφος 4.
Άρθρο 90
Διαθεσιμότητα της καθολικής υπηρεσίας
1.Όταν κράτος μέλος διαπιστώσει, λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα της γεωγραφικής έρευνας που διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 183, καθώς και τυχόν πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία όπου είναι απαραίτητο, ότι η διαθεσιμότητα, σε σταθερή θέση, υπηρεσίας επαρκούς πρόσβασης στο διαδίκτυο, όπως ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 87 παράγραφος 2, και υπηρεσιών φωνητικών επικοινωνιών δεν είναι δυνατό να εξασφαλιστεί υπό τις συνήθεις εμπορικές συνθήκες στην εθνική επικράτεια ή σε διαφορετικά μέρη αυτής, τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν εργαλεία δημόσιας πολιτικής και, σε περίπτωση που άλλα εργαλεία δημόσιας πολιτικής δεν απέφεραν το επιθυμητό αποτέλεσμα, μπορούν να επιβάλλουν υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας ώστε να διασφαλίσουν ότι ικανοποιούνται όλα τα εύλογα αιτήματα καταναλωτών, πολύ μικρών επιχειρήσεων, μικρών επιχειρήσεων και μη κερδοσκοπικών οργανισμών για πρόσβαση σε αυτές τις υπηρεσίες στα σχετικά μέρη της επικράτειάς τους.
2.Όταν άλλα μέτρα ή εργαλεία δημόσιας πολιτικής δεν απέφεραν το επιθυμητό αποτέλεσμα και τα κράτη μέλη αποφασίζουν να επιβάλουν τις υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας που αναφέρονται στην παράγραφο 1, μπορούν να αναθέσουν σε μία ή περισσότερες επιχειρήσεις την εκπλήρωση των εν λόγω υποχρεώσεων σε ολόκληρη την εθνική επικράτεια ή να καλύψουν συγκεκριμένα τμήματα της εθνικής επικράτειας.
Τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν την πλέον αποτελεσματική και κατάλληλη προσέγγιση για τα μέτρα που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο, τηρώντας παράλληλα τις αρχές της αντικειμενικότητας, της διαφάνειας, της απαγόρευσης των διακρίσεων και της αναλογικότητας, διασφαλίζοντας τη συμβατότητα με την εσωτερική αγορά, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων ανταγωνισμού.
Άρθρο 91
Έλεγχος των δαπανών και των πρόσθετων ευκολιών και υπηρεσιών
1.Κατά την παροχή ευκολιών και υπηρεσιών πέραν εκείνων που αναφέρονται στο άρθρο 87, οι πάροχοι υπηρεσίας επαρκούς πρόσβασης στο διαδίκτυο και υπηρεσιών φωνητικών επικοινωνιών σύμφωνα με τα άρθρα 87, 88 και 90 καθορίζουν όρους και προϋποθέσεις έτσι ώστε ο επιλέξιμος τελικός χρήστης να μην είναι υποχρεωμένος να πληρώνει για ευκολίες ή υπηρεσίες που δεν είναι απαραίτητες ούτε υποχρεωτικές για τη ζητούμενη υπηρεσία.
2.Οι πάροχοι υπηρεσίας επαρκούς πρόσβασης στο διαδίκτυο και υπηρεσιών φωνητικών επικοινωνιών που αναφέρονται στο άρθρο 87, οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες δυνάμει του άρθρου 88, προσφέρουν τις ακόλουθες ειδικές ευκολίες και υπηρεσίες στους καταναλωτές που επωφελούνται από μέτρα δυνάμει του άρθρου 88, κατά περίπτωση, προκειμένου οι καταναλωτές να μπορούν να παρακολουθούν και να ελέγχουν τις δαπάνες για τα εξής:
α)επιλεκτική φραγή για εξερχόμενες κλήσεις ή SMS ή μηνύματα με πολυμέσα (MMS) πρόσθετου τέλους ή, όπου είναι τεχνικά εφικτό, για άλλα είδη παρεμφερών εφαρμογών·
β)συστήματα προπληρωμής·
γ)σταδιακή αποπληρωμή τελών σύνδεσης·
δ)αναλογικά, αμερόληπτα και δημοσιευμένα μέτρα, τα οποία διασφαλίζουν τη δέουσα προειδοποίηση για κάθε επικείμενη διακοπή ή αποσύνδεση υπηρεσίας, για την κάλυψη της μη εξόφλησης λογαριασμών που εκδίδονται από παρόχους και μέτρα για την αποφυγή αδικαιολόγητης αποσύνδεσης των υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένου κατάλληλου μηχανισμού για τον έλεγχο του συνεχούς ενδιαφέροντος για τη χρήση της υπηρεσίας·
ε)συμβουλές σχετικά με τα τιμολόγια·
στ)έλεγχο του κόστους, συμπεριλαμβανομένης της δωρεάν αποστολής ειδοποιήσεων προς τους καταναλωτές σε περίπτωση διαπίστωσης συστηματικά ασυνήθιστης ή υπερβολικής κατανάλωσης·
ζ)ευκολία απενεργοποίησης της χρέωσης τρίτου μέρους.
Άρθρο 92
Μεταβατικές διατάξεις σχετικά με τους ορισμούς επιχειρήσεων βάσει της οδηγίας (ΕΕ) 2018/1972 και την επανεξέταση της καθολικής υπηρεσίας
1.Επιχειρήσεις οι οποίες πριν από την/τις [6 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού] είχαν οριστεί για την παροχή ειδικών τιμολογιακών επιλογών ή πακέτων ή για τη διασφάλιση της διαθεσιμότητας, σε σταθερή θέση, υπηρεσίας επαρκούς ευρυζωνικής πρόσβασης στο διαδίκτυο και υπηρεσιών φωνητικών επικοινωνιών δυνάμει της οδηγίας (ΕΕ) 2018/1972 διατηρούν το καθεστώς τους έως τη λήξη των εν λόγω ορισμών.
2.Ο BEREC παρακολουθεί τη διαθεσιμότητα και την οικονομική προσιτότητα όσον αφορά την επαρκή πρόσβαση στο διαδίκτυο και τις φωνητικές επικοινωνίες υπό το πρίσμα των εξελίξεων της αγοράς και της τεχνολογίας και, έως τις 30 Ιουνίου 2033, δημοσιεύει γνώμη σχετικά με τις εξελίξεις αυτές και τον αντίκτυπό τους στην εφαρμογή της διαθεσιμότητας και της οικονομικής προσιτότητας.
3.Έως τις 30 Ιουνίου 2034 η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη του BEREC, επανεξετάζει το πεδίο εφαρμογής της οικονομικά προσιτής καθολικής υπηρεσίας του άρθρου 88 και τη διαθεσιμότητα της καθολικής υπηρεσίας του άρθρου 90, ιδίως με σκοπό να προτείνει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο τη μεταβολή ή τον επαναπροσδιορισμό του πεδίου εφαρμογής.
Η επανεξέταση πραγματοποιείται υπό το πρίσμα των κοινωνικών, οικονομικών και τεχνολογικών εξελίξεων, συμπεριλαμβανομένης της μετάβασης σε οπτικές ίνες, και στο πλαίσιο αυτής λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, οι επικρατούσες τεχνολογίες που χρησιμοποιούνται από την πλειονότητα των καταναλωτών. Η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση σχετικά με τα πορίσματα της επανεξέτασης.
6.2.ΤΙΤΛΟΣ II: ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΟ ΑΝΟΙΚΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ
Άρθρο 93
Διασφάλιση πρόσβασης στο ανοικτό διαδίκτυο
1.Μέσω της υπηρεσίας πρόσβασης στο διαδίκτυο που διαθέτουν, οι τελικοί χρήστες έχουν το δικαίωμα να έχουν πρόσβαση και να διανέμουν πληροφορίες και περιεχόμενο, να χρησιμοποιούν και να παρέχουν εφαρμογές και υπηρεσίες και να χρησιμοποιούν τερματικό εξοπλισμό της επιλογής τους, ανεξαρτήτως του τόπου του τελικού χρήστη ή του παρόχου ή του τόπου, της προέλευσης ή του προορισμού της πληροφορίας, του περιεχομένου, της εφαρμογής ή της υπηρεσίας. Η παρούσα παράγραφος δεν θίγει το ενωσιακό δίκαιο ούτε το εθνικό δίκαιο που συμμορφώνεται με το ενωσιακό δίκαιο, σχετικά με τη νομιμότητα του περιεχομένου, των εφαρμογών ή των υπηρεσιών.
2.Οι συμφωνίες μεταξύ των παρόχων υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο και των τελικών χρηστών σχετικά με τις εμπορικές και τεχνικές προϋποθέσεις και τα χαρακτηριστικά των υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο, όπως η τιμή, ο όγκος των δεδομένων ή η ταχύτητα, καθώς και οποιεσδήποτε εμπορικές πρακτικές των παρόχων υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο, δεν περιορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων των τελικών χρηστών όπως προσδιορίζονται στην παράγραφο 1.
3.Οι πάροχοι υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο, όταν παρέχουν υπηρεσίες πρόσβασης στο διαδίκτυο, αντιμετωπίζουν ισότιμα κάθε κίνηση, χωρίς αποκλεισμούς, περιορισμούς ή παρεμβάσεις και ανεξαρτήτως του αποστολέα και του παραλήπτη, του περιεχομένου στο οποίο έχει γίνει πρόσβαση ή του διανεμηθέντος περιεχομένου, των χρησιμοποιούμενων ή παρεχόμενων εφαρμογών ή υπηρεσιών ή του χρησιμοποιούμενου τερματικού εξοπλισμού.
Το πρώτο εδάφιο δεν εμποδίζει τους παρόχους υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο από το να εφαρμόζουν εύλογα μέτρα διαχείρισης της κίνησης. Για να θεωρηθούν εύλογα, τα μέτρα αυτά πρέπει να είναι διαφανή και αναλογικά, να μην εισάγουν διακρίσεις και να μη βασίζονται σε εμπορικά κριτήρια, αλλά σε αντικειμενικά διαφορετικές απαιτήσεις τεχνικής ποιότητας των υπηρεσιών για συγκεκριμένες κατηγορίες κίνησης. Τα εν λόγω μέτρα δεν παρακολουθούν το συγκεκριμένο περιεχόμενο και δεν διατηρούνται πέραν του απαιτουμένου.
Οι πάροχοι υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο δεν εφαρμόζουν μέτρα διαχείρισης της κίνησης που υπερβαίνουν αυτά που ορίζονται στο δεύτερο εδάφιο και, κυρίως, δεν παρεμποδίζουν, επιβραδύνουν, αλλοιώνουν, περιορίζουν, εισάγουν παρεμβολές, υποβαθμίζουν ή επιβάλλουν διακρίσεις έναντι συγκεκριμένου περιεχομένου, εφαρμογών ή υπηρεσιών ή συγκεκριμένων κατηγοριών αυτών, εκτός αν αυτό είναι αναγκαίο και μόνο για όσο διάστημα είναι αναγκαίο, ούτως ώστε:
α)να συμμορφωθούν με τις ενωσιακές νομοθετικές πράξεις ή την εθνική νομοθεσία που συμμορφώνεται με το ενωσιακό δίκαιο, στην οποία υπάγεται ο πάροχος υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο, ή με τα μέτρα που συμμορφώνονται με το ενωσιακό δίκαιο που θέτει σε εφαρμογή τις εν λόγω ενωσιακές νομοθετικές πράξεις ή εθνική νομοθεσία, μεταξύ άλλων και με τις αποφάσεις δικαστηρίων ή δημόσιων αρχών που διαθέτουν τις σχετικές αρμοδιότητες·
β)να διασφαλίσουν την ακεραιότητα και την ασφάλεια του δικτύου, των υπηρεσιών που παρέχονται μέσω του εν λόγω δικτύου και του τερματικού εξοπλισμού των τελικών χρηστών·
γ)να προλάβουν την εμφάνιση εμποδίων λόγω συμφόρησης του δικτύου και να αμβλύνουν τις επιπτώσεις από τυχόν εξαιρετική ή προσωρινή συμφόρηση του δικτύου, υπό την προϋπόθεση ότι ανάλογες κατηγορίες κίνησης αντιμετωπίζονται ισότιμα.
4.Οποιοδήποτε μέτρο διαχείρισης της κίνησης μπορεί να συνεπάγεται επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μόνο στον βαθμό που αυτή η επεξεργασία είναι απαραίτητη και αναλογική για την επίτευξη των σκοπών που καθορίζονται στην παράγραφο 3. Η επεξεργασία αυτή διενεργείται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Τα μέτρα διαχείρισης της κίνησης συμμορφώνονται επίσης με την οδηγία 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.
5.Οι πάροχοι ηλεκτρονικών επικοινωνιών στο κοινό, συμπεριλαμβανομένων των παρόχων υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο, και οι πάροχοι περιεχομένου, εφαρμογών και υπηρεσιών είναι ελεύθεροι να προσφέρουν υπηρεσίες πέραν των υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο, βελτιστοποιημένες για συγκεκριμένο περιεχόμενο, εφαρμογές ή υπηρεσίες ή συνδυασμό αυτών, εφόσον η βελτιστοποίηση είναι αναγκαία ώστε να ικανοποιείται η απαίτηση για συγκεκριμένο επίπεδο ποιότητας του περιεχομένου, των εφαρμογών ή των υπηρεσιών. Οι πάροχοι ηλεκτρονικών επικοινωνιών στο κοινό, συμπεριλαμβανομένων των παρόχων υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο, μπορούν να προσφέρουν ή να διευκολύνουν τέτοιες υπηρεσίες μόνο εάν η χωρητικότητα του δικτύου επαρκεί για την παροχή τέτοιων υπηρεσιών πέραν των υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο. Τέτοιου είδους υπηρεσίες δεν χρησιμοποιούνται ούτε παρέχονται ως υποκατάστατο των υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο και δεν υπονομεύουν τη διαθεσιμότητα ή τη γενική ποιότητα των υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο για τους τελικούς χρήστες.
6.Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις που περιγράφουν λεπτομερώς τους όρους που αναφέρονται στο παρόν άρθρο για την προσφορά υπηρεσιών εκτός των υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο, οι οποίες είναι βελτιστοποιημένες για συγκεκριμένο περιεχόμενο, εφαρμογές ή υπηρεσίες, ή συνδυασμό αυτών.
Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 199 παράγραφος 4.
Άρθρο 94
Εποπτεία και επιβολή της πρόσβασης στο ανοικτό διαδίκτυο
1.Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές παρακολουθούν στενά και διασφαλίζουν τη συμμόρφωση προς το άρθρο 93 και προάγουν τη συνεχή διαθεσιμότητα της χωρίς αποκλεισμούς πρόσβασης στο διαδίκτυο σε επίπεδα ποιότητας που αντικατοπτρίζουν τις εξελίξεις στην τεχνολογία. Για τους σκοπούς αυτούς, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν να επιβάλλουν απαιτήσεις σχετικά με τεχνικά χαρακτηριστικά, ελάχιστες απαιτήσεις ποιότητας υπηρεσιών και άλλα κατάλληλα και αναγκαία μέτρα σε έναν ή περισσότερους παρόχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών στο κοινό, συμπεριλαμβανομένων των παρόχων υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο.
2.Οι πάροχοι ηλεκτρονικών επικοινωνιών στο κοινό, συμπεριλαμβανομένων των παρόχων υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο, παρέχουν ανά διετία στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές πληροφορίες σχετικές με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 93, ιδίως πληροφορίες σχετικά με τη διαχείριση της χωρητικότητας και της κίνησης του δικτύου τους, καθώς και αιτιολόγηση τυχόν εφαρμοζόμενων μέτρων διαχείρισης της κίνησης.
3.Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές κοινοποιούν στον BEREC επικαιροποιήσεις σχετικά με τις κύριες πρακτικές τους και τα εθνικά πορίσματα όσον αφορά την πρόσβαση στο ανοικτό διαδίκτυο με βάση τις πληροφορίες που λαμβάνουν σύμφωνα με την παράγραφο 2. Με βάση τις πληροφορίες από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, ο BEREC δημοσιεύει, έως 24 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού και στη συνέχεια ανά διετία, έκθεση σχετικά με τις κύριες πρακτικές και τα πορίσματα όσον αφορά την πρόσβαση στο ανοικτό διαδίκτυο στην Ένωση.
4.Έως την/τις [12 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού], ο BEREC, σε στενή συνεργασία με την Επιτροπή, δημοσιεύει κοινό υπόδειγμα που πρέπει να χρησιμοποιείται για τη συλλογή των απαιτούμενων πληροφοριών σύμφωνα με την παράγραφο 2.
5.Ο BEREC, έπειτα από διαβούλευση με τους συμφεροντούχους και σε στενή συνεργασία με την Επιτροπή, εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές για την τήρηση των υποχρεώσεων των εθνικών ρυθμιστικών αρχών δυνάμει του παρόντος άρθρου. Οι κατευθυντήριες γραμμές περιγράφουν επίσης λεπτομερώς τις σχετικές παραμέτρους ποιότητας των υπηρεσιών για τις υπηρεσίες πρόσβασης στο διαδίκτυο, συμπεριλαμβανομένων των παραμέτρων για τον μηχανισμό παρακολούθησης που αναφέρεται στο άρθρο 97 παράγραφος 4 δεύτερο εδάφιο, των παραμέτρων που αφορούν τους τελικούς χρήστες με αναπηρίες, των εφαρμοστέων μεθόδων μέτρησης, του περιεχομένου και του μορφότυπου των πληροφοριών, όπως προβλέπεται στο παράρτημα III, της δημοσίευσης, όπως προβλέπεται στο παράρτημα IV, και των μηχανισμών πιστοποίησης της ποιότητας. Οι σχετικές παράμετροι για τους τελικούς χρήστες με αναπηρίες περιλαμβάνουν επίσης παραμέτρους για τις δημοσίως διαθέσιμες υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών.
Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές λαμβάνουν υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές του BEREC κατά την επιβολή των υποχρεώσεων ποιότητας των υπηρεσιών.
6.3.ΤΙΤΛΟΣ III: ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΕΛΙΚΩΝ ΧΡΗΣΤΩΝ
6.3.1.ΚΕΦΑΛΑΙΟ I Δικαιώματα των καταναλωτών
Άρθρο 95
Απαιτήσεις πληροφοριών για συμβάσεις
1.Προτού ο καταναλωτής δεσμευθεί με σύμβαση ή με οποιαδήποτε αντίστοιχη προσφορά, και επιπλέον των απαιτήσεων δυνάμει της οδηγίας 2011/83/ΕΕ, οι πάροχοι υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο ή δημοσίως διαθέσιμων υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών παρέχουν τις πληροφορίες που απαριθμούνται στο παράρτημα III του παρόντος κανονισμού στον βαθμό που οι εν λόγω πληροφορίες σχετίζονται με υπηρεσία την οποία παρέχουν.
Οι πληροφορίες παρέχονται με σαφή και κατανοητό τρόπο σε σταθερό μέσο όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 10) της οδηγίας 2011/83/ΕΕ ή, όταν η παροχή σε σταθερό μέσο δεν είναι εφικτή, σε έγγραφο που μεταφορτώνεται εύκολα το οποίο διατίθεται από τον πάροχο. Ο πάροχος εφιστά με ενεργό τρόπο την προσοχή του καταναλωτή στη διαθεσιμότητα αυτού του εγγράφου και στη σημασία της μεταφόρτωσής του για σκοπούς τεκμηρίωσης, μελλοντικής αναφοράς και ακριβούς αναπαραγωγής.
Οι πληροφορίες παρέχονται, κατόπιν αιτήματος, σε μορφότυπο που είναι προσβάσιμος για τους τελικούς χρήστες με αναπηρίες σύμφωνα με τις απαιτήσεις προσβασιμότητας του παραρτήματος I της οδηγίας (ΕΕ) 2019/882.
2.Οι πάροχοι υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο ή δημοσίως διαθέσιμων υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών παρέχουν στους καταναλωτές σύντομη και ευανάγνωστη συνοπτική σύμβαση. Στην εν λόγω συνοπτική σύμβαση προσδιορίζονται τα κύρια στοιχεία των απαιτήσεων πληροφοριών σύμφωνα με την παράγραφο 1. Αυτά τα κύρια στοιχεία περιλαμβάνουν:
α)την ονομασία, τη διεύθυνση και τα στοιχεία επικοινωνίας του παρόχου και, εφόσον είναι διαφορετικά, τα στοιχεία επικοινωνίας για την υποβολή καταγγελιών·
β)τα κύρια χαρακτηριστικά κάθε παρεχόμενης υπηρεσίας·
γ)τις αντίστοιχες τιμές για την ενεργοποίηση της υπηρεσίας ηλεκτρονικών επικοινωνιών και για οποιαδήποτε περιοδικά ή καταναλωτικά τέλη, όταν η υπηρεσία παρέχεται έναντι άμεσης καταβολής χρημάτων·
δ)τη διάρκεια της σύμβασης και τους όρους για την ανανέωση και την καταγγελία της·
ε)τον βαθμό στον οποίο τα προϊόντα και οι υπηρεσίες είναι σχεδιασμένα για τελικούς χρήστες με αναπηρίες·
στ)στ) όσον αφορά τις υπηρεσίες πρόσβασης στο διαδίκτυο, σύνοψη των πληροφοριών που απαιτούνται σύμφωνα με το παράρτημα III τμήμα 5 στοιχεία δ) και ε).
Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό υποδείγματος συνοπτικής σύμβασης το οποίο θα χρησιμοποιούν οι πάροχοι για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους βάσει της παρούσας παραγράφου.
Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 199 παράγραφος 4.
Οι πάροχοι που υπόκεινται στις υποχρεώσεις της παραγράφου 1 συμπληρώνουν δεόντως το εν λόγω υπόδειγμα συνοπτικής σύμβασης με τις απαιτούμενες πληροφορίες και παρέχουν τη συνοπτική σύμβαση ατελώς στους καταναλωτές, πριν δεσμευθεί ο καταναλωτής από τη σύμβαση ή οποιαδήποτε αντίστοιχη προσφορά, συμπεριλαμβανομένων των εξ αποστάσεως συμβάσεων. Εάν, για αντικειμενικούς τεχνικούς λόγους, είναι αδύνατη η παροχή της συνοπτικής σύμβασης τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, παρέχεται αργότερα χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και πριν δεσμευθεί ο καταναλωτής από σύμβαση ή οποιαδήποτε αντίστοιχη προσφορά.
3.Οι πληροφορίες που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 καθίστανται αναπόσπαστο τμήμα της σύμβασης και δεν μεταβάλλονται εκτός ρητής συμφωνίας των συμβαλλόμενων μερών.
4.Όταν ο πάροχος έχει συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις πληροφοριών σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2, θεωρείται ότι έχει συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις πληροφοριών του άρθρου 5 παράγραφος 1 στοιχείο α) ή του άρθρου 6 παράγραφος 1 στοιχείο α), του άρθρου 5 παράγραφος 1 στοιχείο β) ή του άρθρου 6 παράγραφος 1 στοιχεία β) και γ), του άρθρου 5 παράγραφος 1 στοιχείο γ) ή του άρθρου 6 παράγραφος 1 στοιχείο ε), του άρθρου 5 παράγραφος 1 στοιχείο στ), του άρθρου 6 παράγραφος 1 στοιχεία ιε) και ιστ) και του άρθρου 8 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο της οδηγίας 2011/83/ΕΕ.
5.Όταν υπηρεσίες πρόσβασης στο διαδίκτυο ή δημοσίως διαθέσιμες υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών χρεώνονται βάσει κατανάλωσης είτε χρόνου ή όγκου, οι πάροχοί τους προσφέρουν στους καταναλωτές τη δυνατότητα να παρακολουθούν και να ελέγχουν τη χρήση και το κόστος καθεμίας από τις εν λόγω υπηρεσίες. Η διευκόλυνση αυτή περιλαμβάνει την πρόσβαση σε έγκαιρη πληροφόρηση σχετικά με το επίπεδο κατανάλωσης των υπηρεσιών που περιλαμβάνονται σε τιμολογιακό πρόγραμμα. Ειδικότερα, οι πάροχοι γνωστοποιούν στους καταναλωτές προτού καλυφθούν τα όρια κατανάλωσης, τα οποία εμπεριέχονται στο τιμολογιακό τους πρόγραμμα, και όταν έχει ολοκληρωθεί η κατανάλωση υπηρεσίας που εμπεριέχεται στο τιμολογιακό τους πρόγραμμα.
6.Οι πάροχοι προσφέρουν δωρεάν στους καταναλωτές το βασικό επίπεδο αναλυτικών λογαριασμών, κατά περίπτωση, ώστε οι καταναλωτές να μπορούν:
α)να επαληθεύουν και να ελέγχουν τη χρέωσή τους για τη χρήση υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο ή υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών·
β)να παρακολουθούν κατάλληλα τη χρήση και τις δαπάνες τους, ελέγχοντας έτσι σε εύλογο βαθμό τους λογαριασμούς τους.
Οι εν λόγω αναλυτικοί λογαριασμοί περιλαμβάνουν ρητή αναφορά της ταυτότητας του προμηθευτή και της διάρκειας των υπηρεσιών που χρεώνονται από τυχόν αριθμούς πρόσθετου τέλους, εκτός αν ο καταναλωτής έχει ζητήσει να μην αναφέρονται οι εν λόγω πληροφορίες.
Κλήσεις οι οποίες είναι δωρεάν για τον καλούντα τελικό χρήστη, περιλαμβανομένων των κλήσεων σε γραμμές βοήθειας, δεν απαιτείται να εμφανίζονται στον αναλυτικό λογαριασμό του καλούντος καταναλωτή.
Οι καταναλωτές έχουν το δικαίωμα να λαμβάνουν μη αναλυτικούς λογαριασμούς. Τα δικαιώματα των καταναλωτών που λαμβάνουν αναλυτικούς λογαριασμούς συμβιβάζονται με το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή των καλούντων καταναλωτών και των καλούμενων καταναλωτών, μεταξύ άλλων με τη διασφάλιση ότι οι εν λόγω καταναλωτές έχουν στη διάθεσή τους επαρκείς εναλλακτικές μεθόδους επικοινωνίας ή πληρωμών που ενισχύουν την προστασία της ιδιωτικής ζωής.
7.Τα κράτη μέλη δεν διατηρούν ούτε θεσπίζουν στο εθνικό τους δίκαιο διατάξεις προστασίας των καταναλωτών που παρεκκλίνουν από το παρόν άρθρο, συμπεριλαμβανομένων περισσότερο ή λιγότερο αυστηρών διατάξεων για την εξασφάλιση διαφορετικού επιπέδου προστασίας. Αυτό ισχύει με την επιφύλαξη του δικαιώματος των κρατών μελών να διατηρούν διατάξεις σχετικά με πρόσθετες ευκολίες δυνάμει της οδηγίας (ΕΕ) 2018/1972.
Άρθρο 96
Διαφάνεια
1.Εάν οι πάροχοι υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο ή δημοσίως διαθέσιμων υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών εξαρτούν από όρους και προϋποθέσεις την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών στους καταναλωτές, δημοσιεύουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στο παράρτημα IV του παρόντος κανονισμού σε μορφή που είναι σαφής, περιεκτική, μηχαναγνώσιμη και προσβάσιμη για τους τελικούς χρήστες με αναπηρίες, σύμφωνα με τις απαιτήσεις προσβασιμότητας που καθορίζονται στο παράρτημα I της οδηγίας (ΕΕ) 2019/882. Οι εν λόγω πληροφορίες επικαιροποιούνται τακτικά.
2.Τα κράτη μέλη δεν διατηρούν ούτε θεσπίζουν στο εθνικό τους δίκαιο διατάξεις προστασίας των τελικών χρηστών που παρεκκλίνουν από το παρόν άρθρο, συμπεριλαμβανομένων περισσότερο ή λιγότερο αυστηρών διατάξεων για την εξασφάλιση διαφορετικού επιπέδου προστασίας.
Άρθρο 97
Διάρκεια και καταγγελία της σύμβασης
1.Οι όροι και οι διαδικασίες καταγγελίας της σύμβασης δεν λειτουργούν ως αντικίνητρο για την αλλαγή παρόχου υπηρεσιών. Οι συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ καταναλωτών και παρόχων δημοσίως διαθέσιμων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, εκτός των υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών και εκτός των υπηρεσιών μετάδοσης που χρησιμοποιούνται για την παροχή διαμηχανικών υπηρεσιών, δεν επιβάλλουν περίοδο δέσμευσης άνω των 24 μηνών. Αυτό ισχύει με την επιφύλαξη του δικαιώματος των κρατών μελών να διατηρούν διατάξεις που επιβάλλουν συντομότερες μέγιστες περιόδους συμβατικής δέσμευσης.
Η παρούσα παράγραφος δεν εφαρμόζεται όσον αφορά τη διάρκεια σύμβασης που προβλέπει την πληρωμή σε δόσεις, αν ο καταναλωτής έχει συμφωνήσει σε ξεχωριστή σύμβαση να καταβάλλει πληρωμές σε δόσεις αποκλειστικά για την εγκατάσταση υλικής σύνδεσης, ιδίως με δίκτυα gigabit. Οι συμβάσεις που προβλέπουν την πληρωμή σε δόσεις και αφορούν την εγκατάσταση υλικής σύνδεσης δεν περιλαμβάνουν τερματικό εξοπλισμό, όπως δρομολογητή ή μόντεμ, και δεν αποκλείουν τους καταναλωτές από το να ασκήσουν τα δικαιώματά τους βάσει των παραγράφων 2 έως 6.
2.Όταν σύμβαση ή εθνική νομοθεσία προβλέπει αυτόματη παράταση για σύμβαση υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ορισμένης διάρκειας εκτός των υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών και εκτός των υπηρεσιών μετάδοσης που χρησιμοποιούνται για την παροχή διαμηχανικών υπηρεσιών, οι τελικοί χρήστες έχουν το δικαίωμα, μετά την εν λόγω παράταση, να καταγγέλλουν τη σύμβαση ανά πάσα στιγμή με μέγιστη προθεσμία προειδοποίησης ενός μήνα και χωρίς καμία οικονομική επιβάρυνση εκτός των τελών για τη λήψη των υπηρεσιών κατά την περίοδο προειδοποίησης. Πριν από την αυτόματη παράταση της σύμβασης, οι πάροχοι ενημερώνουν τους καταναλωτές, με εμφανή τρόπο, εγκαίρως και σε σταθερό μέσο, σχετικά με τη λήξη της συμβατικής δέσμευσης και σχετικά με τα μέσα για την καταγγελία της σύμβασης. Επιπλέον, ταυτόχρονα, οι πάροχοι παρέχουν στους καταναλωτές συμβουλές για τα καλύτερα τιμολόγια σε σχέση με τις υπηρεσίες τους.
3.Οι καταναλωτές έχουν το δικαίωμα να καταγγέλλουν τη σύμβασή τους χωρίς καμία περαιτέρω οικονομική επιβάρυνση κατόπιν κοινοποίησης αλλαγών στους συμβατικούς όρους που προτείνονται από τον πάροχο δημοσίως διαθέσιμων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, πλην των υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών, εκτός αν οι προτεινόμενες αλλαγές είναι αποκλειστικά προς όφελος του καταναλωτή, είναι αυστηρώς διοικητικού χαρακτήρα και δεν έχουν αρνητικές επιπτώσεις στον καταναλωτή, ή επιβάλλονται άμεσα από το ενωσιακό ή εθνικό δίκαιο.
Οι πάροχοι κοινοποιούν κάθε αλλαγή των συμβατικών όρων στους καταναλωτές, τουλάχιστον ένα μήνα νωρίτερα, και ταυτόχρονα τους ενημερώνουν για το δικαίωμά τους να καταγγείλουν τη σύμβασή τους χωρίς καμία περαιτέρω οικονομική επιβάρυνση αν δεν αποδέχονται τους νέους όρους. Το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης μπορεί να ασκείται εντός ενός μηνός από την κοινοποίηση. Η κοινοποίηση γίνεται με σαφή και κατανοητό τρόπο σε σταθερό μέσο.
4.Οποιαδήποτε σημαντική συνεχιζόμενη ή συχνά επαναλαμβανόμενη απόκλιση μεταξύ της πραγματικής εκτέλεσης μιας υπηρεσίας ηλεκτρονικών επικοινωνιών, εκτός των υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο ή των υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών, και της εκτέλεσης που αναφέρεται στη σύμβαση εκλαμβάνεται ως βάση για την ενεργοποίηση των διορθωτικών μέσων που έχει στη διάθεσή του ο καταναλωτής σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος καταγγελίας της σύμβασης ατελώς.
Για τις υπηρεσίες πρόσβασης στο διαδίκτυο, κάθε σημαντική, συνεχής ή τακτικά επαναλαμβανόμενη απόκλιση μεταξύ των πραγματικών επιδόσεων της υπηρεσίας πρόσβασης στο διαδίκτυο, όσον αφορά την ταχύτητα ή άλλες παραμέτρους ποιότητας των υπηρεσιών, και των επιδόσεων που δηλώνει ο πάροχος υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο, σύμφωνα με το παράρτημα III τμήμα 5 στοιχεία α) έως δ), εφόσον τα σχετικά γεγονότα έχουν τεκμηριωθεί από τον μηχανισμό παρακολούθησης, ο οποίος προσδιορίζεται στις κατευθυντήριες γραμμές του BEREC που αναφέρονται στο άρθρο 94 παράγραφος 5 και είναι πιστοποιημένος από την εθνική ρυθμιστική αρχή, θεωρείται ότι συνιστά μη συμμόρφωση των επιδόσεων για τους σκοπούς της ενεργοποίησης των μέσων αποκατάστασης που διαθέτει ο καταναλωτής σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.
5.Σε περίπτωση που ο καταναλωτής έχει το δικαίωμα καταγγελίας σύμβασης για δημοσίως διαθέσιμες υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, εκτός των υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών, πριν από τη λήξη της συμφωνημένης διάρκειας της σύμβασης σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό ή άλλες διατάξεις του ενωσιακού ή του εθνικού δικαίου, ο καταναλωτής δεν οφείλει καμία αποζημίωση πέραν αυτής που αφορά τη διατήρηση επιδοτούμενου τερματικού εξοπλισμού.
Σε περίπτωση που ο καταναλωτής επιλέξει να διατηρήσει τερματικό εξοπλισμό που παρέχεται ως δέσμη κατά τη στιγμή σύναψης της σύμβασης, οποιαδήποτε οφειλόμενη αποζημίωση δεν υπερβαίνει την κατά χρονική αναλογία αξία του όπως συμφωνήθηκε κατά τη στιγμή σύναψης της σύμβασης ή το τμήμα του τέλους υπηρεσίας που απομένει έως τη λήξη της σύμβασης, ανάλογα με το ποιο ποσό είναι μικρότερο.
Ο πάροχος αίρει κάθε όρο για τη χρήση τερματικού εξοπλισμού σε άλλα δίκτυα ατελώς και το αργότερο κατά την καταβολή της αποζημίωσης.
6.Τα κράτη μέλη δεν διατηρούν ούτε θεσπίζουν στο εθνικό τους δίκαιο διατάξεις προστασίας των τελικών χρηστών που παρεκκλίνουν από το παρόν άρθρο, συμπεριλαμβανομένων περισσότερο ή λιγότερο αυστηρών διατάξεων για την εξασφάλιση διαφορετικού επιπέδου προστασίας. Αυτό ισχύει με την επιφύλαξη του δικαιώματος των κρατών μελών να διατηρούν τις διατάξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1.
Άρθρο 98
Δεσμοποιημένες προσφορές
1.Όταν δέσμη υπηρεσιών ή δέσμη υπηρεσιών και τερματικού εξοπλισμού που προσφέρεται σε καταναλωτή περιλαμβάνει τουλάχιστον υπηρεσία πρόσβασης στο διαδίκτυο ή δημοσίως διαθέσιμη υπηρεσία διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών, εφαρμόζονται το άρθρο 95 παράγραφος 2, το άρθρο 96 παράγραφος 1, το άρθρο 97 και το άρθρο 100 παράγραφος 1 σε όλα τα στοιχεία της δέσμης, συμπεριλαμβανομένων, τηρουμένων των αναλογιών, των στοιχείων εκείνων που διαφορετικά δεν καλύπτονται από τις εν λόγω διατάξεις.
2.Σε περίπτωση που ο καταναλωτής έχει δικαίωμα καταγγελίας, δυνάμει του ενωσιακού δικαίου ή του εθνικού δικαίου σε σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, οποιουδήποτε στοιχείου της δέσμης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πριν από τη λήξη της συμφωνημένης διάρκειας της σύμβασης λόγω αδυναμίας συμμόρφωσης με τη σύμβαση ή αδυναμίας παροχής, ο καταναλωτής έχει το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση όσον αφορά όλα τα στοιχεία της δέσμης.
3.Οποιαδήποτε συνδρομή σε πρόσθετες υπηρεσίες ή τερματικό εξοπλισμό που παρέχεται ή διανέμεται από τον ίδιο πάροχο υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο ή δημοσίως διαθέσιμων υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών δεν οδηγεί σε παράταση της αρχικής διάρκειας της σύμβασης, στην οποία προστίθενται οι εν λόγω υπηρεσίες ή ο τερματικός εξοπλισμός, εκτός αν ο καταναλωτής συμφωνήσει ρητά για το αντίθετο κατά τη σύναψη της συνδρομής σε πρόσθετες υπηρεσίες ή τερματικό εξοπλισμό.
4.Τα κράτη μέλη δεν διατηρούν ούτε θεσπίζουν στο εθνικό τους δίκαιο διατάξεις προστασίας των τελικών χρηστών που παρεκκλίνουν από το παρόν άρθρο, συμπεριλαμβανομένων περισσότερο ή λιγότερο αυστηρών διατάξεων για την εξασφάλιση διαφορετικού επιπέδου προστασίας.
Άρθρο 99
Δικαιώματα των πολύ μικρών, των μικρών και των μεσαίων επιχειρήσεων ή των μη κερδοσκοπικών οργανισμών
Το άρθρο 95, το άρθρο 97 παράγραφος 1 και το άρθρο 98 παράγραφοι 1 και 3 εφαρμόζονται επίσης στους τελικούς χρήστες που είναι πολύ μικρές επιχειρήσεις ή μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί, εκτός εάν έχουν συμφωνήσει ρητώς να παραιτηθούν από το σύνολο ή μέρη των δικαιωμάτων που ορίζονται στις εν λόγω διατάξεις. Το άρθρο 97 παράγραφοι 2, 3 και 5 εφαρμόζεται επίσης στους τελικούς χρήστες που είναι πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις ή μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί, εκτός εάν έχουν συμφωνήσει ρητώς να παραιτηθούν από το σύνολο ή μέρη των δικαιωμάτων που ορίζονται στις εν λόγω διατάξεις.
6.3.2.ΚΕΦΑΛΑΙΟ II: Δικαιώματα των τελικών χρηστών
Άρθρο 100
Αλλαγή παρόχου και φορητότητα αριθμού
1.Στην περίπτωση αλλαγής μεταξύ παρόχων υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο, οι εκάστοτε πάροχοι παρέχουν στον τελικό χρήστη επαρκείς πληροφορίες πριν και κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αλλαγής και διασφαλίζουν τη συνέχεια της υπηρεσίας πρόσβασης στο διαδίκτυο, εκτός αν δεν είναι τεχνικά εφικτό. Ο πάροχος στον οποίο μεταφέρεται ο αριθμός εξασφαλίζει ότι η ενεργοποίηση της υπηρεσίας πρόσβασης στο διαδίκτυο επέρχεται εντός του συντομότερου δυνατού χρόνου κατά την ημερομηνία και εντός του χρονικού πλαισίου που συμφωνείται ρητώς με τον τελικό χρήστη. Ο μεταφέρων πάροχος εξακολουθεί να παρέχει την υπηρεσία του πρόσβασης στο διαδίκτυο με τους ίδιους όρους μέχρι την ενεργοποίηση της υπηρεσίας πρόσβασης στο διαδίκτυο από τον υποδεχόμενο πάροχο. Η απώλεια υπηρεσίας κατά τη διαδικασία αλλαγής δεν υπερβαίνει τη μία εργάσιμη ημέρα.
Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές διασφαλίζουν ότι η διαδικασία αλλαγής παρόχου είναι αποτελεσματική και απλή για τον τελικό χρήστη.
2.Οι τελικοί χρήστες κάτοχοι αριθμών που υπάρχουν στο εθνικό σχέδιο αριθμοδότησης έχουν το δικαίωμα, μετά από σχετικό αίτημα, να διατηρούν τους αριθμούς τους, ανεξαρτήτως της επιχείρησης που παρέχει την υπηρεσία. Το δικαίωμα αυτό ισχύει:
α)εφόσον πρόκειται για γεωγραφικούς αριθμούς, σε συγκεκριμένο τόπο·
β)εφόσον πρόκειται για μη γεωγραφικούς αριθμούς, σε οποιονδήποτε τόπο.
Το δικαίωμα που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο δεν ισχύει για τη μεταφορά αριθμών μεταξύ δικτύων που παρέχουν υπηρεσίες σε σταθερές θέσεις και δικτύων κινητής τηλεφωνίας.
3.Όταν ο τελικός χρήστης καταγγέλλει σύμβαση, ο τελικός χρήστης έχει το δικαίωμα μεταφοράς αριθμού από το εθνικό σχέδιο αριθμοδότησης στον ίδιο ή σε άλλον πάροχο επί τουλάχιστον έναν μήνα μετά την ημερομηνία της καταγγελίας, εκτός εάν ο τελικός χρήστης παραιτηθεί του δικαιώματος αυτού.
4.Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές εξασφαλίζουν ότι η τιμολόγηση μεταξύ παρόχων υπηρεσιών όσον αφορά την παροχή φορητότητας του αριθμού αντανακλά το κόστος, και ότι δεν εφαρμόζονται άμεσες χρεώσεις σε τελικούς χρήστες.
5.Η μεταφορά αριθμών και η επακόλουθη ενεργοποίησή τους πραγματοποιείται εντός της συντομότερης δυνατής προθεσμίας, στην ημερομηνία που έχει συμφωνηθεί ρητώς με τον τελικό χρήστη. Σε κάθε περίπτωση, η ενεργοποίηση του αριθμού των τελικών χρηστών που έχουν συνάψει συμφωνία για τη μεταφορά ενός αριθμού σε νέο πάροχο γίνεται μέσα σε μια εργάσιμη ημέρα από την ημερομηνία που έχει συμφωνηθεί με τον τελικό χρήστη. Σε περίπτωση αποτυχίας της διαδικασίας μεταφοράς, ο μεταφέρων πάροχος επανενεργοποιεί τον αριθμό και τις σχετικές υπηρεσίες του τελικού χρήστη μέχρι την επιτυχή ολοκλήρωση της μεταφοράς. Ο μεταφέρων πάροχος εξακολουθεί να παρέχει τις υπηρεσίες του με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις μέχρι την ενεργοποίηση των υπηρεσιών του υποδεχόμενου παρόχου. Σε κάθε περίπτωση, η απώλεια υπηρεσίας κατά τη διαδικασία αλλαγής παρόχου και μεταφοράς αριθμού δεν μπορεί να υπερβαίνει τη μία εργάσιμη ημέρα. Οι φορείς εκμετάλλευσης, των οποίων τα δίκτυα ή οι ευκολίες πρόσβασης χρησιμοποιούνται είτε από τον μεταφέροντα είτε από τον υποδεχόμενο πάροχο είτε από αμφότερους, εξασφαλίζουν ότι δεν υπάρχει απώλεια υπηρεσίας που θα καθυστερούσε τη διαδικασία αλλαγής παρόχου και μεταφοράς αριθμού.
6.Ο υποδεχόμενος πάροχος συντονίζει τις διαδικασίες αλλαγής και μεταφοράς που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 5 και τόσο ο υποδεχόμενος πάροχος όσο και ο μεταφέρων πάροχος συνεργάζονται με καλή πίστη. Δεν καθυστερούν ούτε καταχρώνται τις διαδικασίες αλλαγής και μεταφοράς, ούτε επίσης προβαίνουν σε μεταφορά αριθμών ή αλλαγή τελικών χρηστών χωρίς τη ρητή συγκατάθεσή των τελικών χρηστών. Οι συμβάσεις των τελικών χρηστών με τον μεταφέροντα πάροχο λύονται αυτομάτως μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας αλλαγής.
Έως την/τις [12 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού], ο BEREC, έπειτα από διαβούλευση με τους συμφεροντούχους και σε στενή συνεργασία με την Επιτροπή, εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές που προσδιορίζουν τις λεπτομέρειες των διαδικασιών αλλαγής παρόχου και μεταφοράς, λαμβάνοντας υπόψη την τεχνική σκοπιμότητα και την ανάγκη διατήρησης της συνέχειας της υπηρεσίας για τους τελικούς χρήστες. Οι κατευθυντήριες γραμμές περιγράφουν επίσης λεπτομερώς τη διαδικασία αποζημίωσης των τελικών χρηστών από τους παρόχους τους σε περίπτωση καθυστερήσεων ή κατάχρησης των διαδικασιών μεταφοράς και αλλαγής παρόχου, απώλειας ραντεβού υπηρεσίας και εγκατάστασης ή μη συμμόρφωσης του παρόχου με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο παρόν άρθρο. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές καθορίζουν τις λεπτομέρειες των διαδικασιών αλλαγής παρόχου και μεταφοράς λαμβάνοντας υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές του BEREC. Αυτό περιλαμβάνει, εφόσον είναι τεχνικά εφικτό, την απαίτηση να ολοκληρωθεί η μεταφορά μέσω ασύρματης παροχής, εκτός εάν ζητηθεί κάτι διαφορετικό από τον τελικό χρήστη.
Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές λαμβάνουν επίσης κατάλληλα μέτρα με τα οποία να διασφαλίζεται ότι οι τελικοί χρήστες ενημερώνονται επαρκώς και προστατεύονται καθ’ όλη τη διάρκεια των διαδικασιών αλλαγής και μεταφοράς και δεν μεταφέρονται σε άλλον πάροχο παρά τη θέλησή τους.
Οι μεταφέροντες πάροχοι επιστρέφουν κατόπιν αιτήματος κάθε πιστωτικό υπόλοιπο στους καταναλωτές με τη χρήση προπληρωμένων υπηρεσιών. Η επιστροφή μπορεί να υπόκειται σε τέλος μόνον εάν αυτό προβλέπεται στη σύμβαση. Οποιοδήποτε παρόμοιο τέλος είναι ανάλογο και αντίστοιχο με το πραγματικό κόστος που επωμίζεται ο μεταφέρων πάροχος για την προσφορά της επιστροφής.
7.Τα κράτη μέλη δεν διατηρούν ούτε θεσπίζουν στο εθνικό τους δίκαιο διατάξεις προστασίας των τελικών χρηστών που παρεκκλίνουν από το παρόν άρθρο, συμπεριλαμβανομένων περισσότερο ή λιγότερο αυστηρών διατάξεων για την εξασφάλιση διαφορετικού επιπέδου προστασίας. Αυτό ισχύει με την επιφύλαξη του δικαιώματος των κρατών μελών να θεσπίζουν ή να διατηρούν κανόνες για την αποζημίωση των τελικών χρηστών από τους παρόχους τους σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του παρόχου με τις υποχρεώσεις που καθορίζονται στο παρόν άρθρο, καθώς και σε περίπτωση είτε καθυστερήσεων ή καταχρήσεων στις διαδικασίες μεταφοράς και αλλαγής παρόχου είτε απώλειας ραντεβού υπηρεσίας και εγκατάστασης.
Άρθρο 101
Εξαίρεση ορισμένων πολύ μικρών επιχειρήσεων
Με την εξαίρεση του άρθρου 102, ο παρών τίτλος δεν ισχύει για πολύ μικρές επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών, εκτός εάν παρέχουν επίσης άλλες υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
Πριν από τη σύναψη σύμβασης, η πολύ μικρή επιχείρηση που επωφελείται από την εν λόγω εξαίρεση ενημερώνει τους τελικούς χρήστες σχετικά με την εξαίρεση βάσει της πρώτης παραγράφου.
Άρθρο 102
Μη διακριτική μεταχείριση
Οι πάροχοι δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών δεν εφαρμόζουν διαφορετικές απαιτήσεις ή γενικούς όρους πρόσβασης ή χρήσης δικτύων ή υπηρεσιών στους τελικούς χρήστες, εκτός εάν αυτό δικαιολογείται εντός των ορίων του ενωσιακού δικαίου.
6.3.3.ΚΕΦΑΛΑΙΟ III: Ευκολίες και λειτουργίες για τελικούς χρήστες
Άρθρο 103
Προστασία των τελικών χρηστών από δόλιες δραστηριότητες
1.Οι πάροχοι υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο και δημοσίως διαθέσιμων υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών συνεργάζονται με τις εθνικές αρμόδιες αρχές για τον προσδιορισμό αποτελεσματικών μέτρων για την πρόληψη δόλιων δραστηριοτήτων που διαπράττονται με τη χρήση των εν λόγω υπηρεσιών, οι οποίες επηρεάζουν τους τελικούς χρήστες, διασφαλίζοντας παράλληλα την πλήρη συμμόρφωση με τη νομοθεσία της Ένωσης για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
2.Η ODN συλλέγει πληροφορίες από εθνικές ρυθμιστικές ή λοιπές αρμόδιες αρχές, σχετικούς ευρωπαϊκούς και παγκόσμιους οργανισμούς και συμφεροντούχους, συμπεριλαμβανομένων της Ευρωπόλ και του ENISA, σχετικά με τις δόλιες δραστηριότητες που διαπράττονται με τη χρήση των υπηρεσιών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, και ειδικότερα εκείνων που έχουν διασυνοριακό χαρακτήρα.
3.Ο BEREC, έπειτα από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων και τον ENISA, εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τεχνικά και νομικά μέτρα που θα μπορούσαν να προστατεύσουν αποτελεσματικά τους τελικούς χρήστες από δόλιες δραστηριότητες στην Ένωση, ιδίως μέτρα που βασίζονται στην εξουσιοδότηση των εθνικών ρυθμιστικών αρχών ή των αρμόδιων αρχών να προβαίνουν σε φραγή αριθμών και υπηρεσιών σύμφωνα με το άρθρο 52 παράγραφος 2. Οι πρώτες τέτοιες κατευθυντήριες γραμμές του BEREC εκδίδονται την/στις [12 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού]. Ο BEREC επικαιροποιεί τις κατευθυντήριες γραμμές όταν είναι αναγκαίο, αλλά τουλάχιστον ανά διετία μετά την έκδοσή τους.
4.Οι εθνικές αρμόδιες αρχές θεσπίζουν μέτρα για την πρόληψη των δόλιων δραστηριοτήτων που διαπράττονται με τη χρήση των υπηρεσιών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, λαμβάνοντας υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές που εκδίδονται δυνάμει της παραγράφου 3.
5.Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 198 για τη συμπλήρωση της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου σχετικά με τα μέτρα που είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας, του συντονισμού και της συμπληρωματικότητας των μέτρων πρόληψης της απάτης εντός της Ένωσης.
Άρθρο 104
Ανοικτή τηλεφωνική γραμμή για αγνοούμενα παιδιά και γραμμή υποστήριξης για παιδιά
1.Οι πάροχοι υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών εξασφαλίζουν τη δωρεάν πρόσβαση των τελικών χρηστών, συμπεριλαμβανομένων των τελικών χρηστών με αναπηρίες, στην υπηρεσία που διαχειρίζεται ανοικτή τηλεφωνική γραμμή για αναφορά περιστατικών που αφορούν αγνοούμενα παιδιά. Όταν ταξιδεύουν εντός της Ένωσης, οι τελικοί χρήστες έχουν δωρεάν πρόσβαση στην υπηρεσία της χώρας επίσκεψης. Η ανοικτή τηλεφωνική γραμμή διατίθεται στον αριθμό «116000».
2.Τα κράτη μέλη λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για να διασφαλίσουν ότι η αρχή ή η επιχείρηση στην οποία έχει εκχωρηθεί ο αριθμός «116000» διαθέτει τους απαραίτητους πόρους για τη λειτουργία της ανοικτής τηλεφωνικής γραμμής.
3.Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή εξασφαλίζουν ότι οι τελικοί χρήστες ενημερώνονται καταλλήλως για την ύπαρξη και τη χρήση των υπηρεσιών που παρέχονται στους αριθμούς «116000» και, όταν ενδείκνυται, «116111».
Άρθρο 105
Διανομή πληροφοριών δημόσιου συμφέροντος
Οι πάροχοι υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο ή δημοσίως διαθέσιμων υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών διανέμουν ατελώς πληροφορίες δημόσιου συμφέροντος σε υφιστάμενους και νέους τελικούς χρήστες, κατά περίπτωση, με τα μέσα που χρησιμοποιούν συνήθως για τις επικοινωνίες τους με τους τελικούς χρήστες. Οι πληροφορίες δημόσιου συμφέροντος παρέχονται από τις αρμόδιες δημόσιες αρχές σε τυποποιημένη μορφή και καλύπτουν τουλάχιστον τα ακόλουθα θέματα:
α)χρήσεις υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο και δημοσίως διαθέσιμων υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών με σκοπό την άσκηση παράνομων δραστηριοτήτων ή τη διάδοση επιβλαβούς περιεχομένου, ιδίως όταν ενδέχεται να θίγεται ο σεβασμός των δικαιωμάτων και των ελευθεριών άλλων, του δικαιώματος προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, της πνευματικής ιδιοκτησίας και των συγγενικών δικαιωμάτων·
β)τα μέσα προστασίας από κινδύνους για την προσωπική ασφάλεια, την ιδιωτική ζωή και τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα κατά τη χρήση υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο και δημοσίως διαθέσιμων υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας από δόλιες δραστηριότητες που διαπράττονται με τη χρήση των εν λόγω υπηρεσιών.
Άρθρο 106
Επικοινωνία έκτακτης ανάγκης και ενιαίος ευρωπαϊκός αριθμός έκτακτης ανάγκης
1.Οι πάροχοι δημοσίως διαθέσιμων υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών παρέχουν στους τελικούς χρήστες πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης μέσω επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης, κατόπιν εντολής του κράτους μέλους. Οι εν λόγω επικοινωνίες έκτακτης ανάγκης παρέχονται δωρεάν και χωρίς τη χρήση οποιουδήποτε μέσου πληρωμής, μεταξύ άλλων με τη χρήση του ενιαίου ευρωπαϊκού αριθμού έκτακτης ανάγκης «112» και οποιουδήποτε εθνικού αριθμού έκτακτης ανάγκης ορίζεται από τα κράτη μέλη.
Οι πάροχοι υπηρεσιών επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης διασφαλίζουν ότι τα PSAP μπορούν να καλούν τους τελικούς χρήστες από τους οποίους προήλθε η επικοινωνία έκτακτης ανάγκης ή να πραγματοποιούν διαπροσωπική επικοινωνία χρησιμοποιώντας την ίδια υπηρεσία διαπροσωπικών επικοινωνιών με εκείνη από την οποία έλαβαν την επικοινωνία, δωρεάν και, όταν αυτό δεν είναι οικονομικά εφικτό, σε τιμή λιανικής που δεν υπερβαίνει την εγχώρια τιμή λιανικής του παρόχου που εξυπηρετεί το PSAP.
Τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν την πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης μέσω επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης από υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών, εφόσον το εθνικό σύστημα PSAP επιτρέπει τη δρομολόγηση στο πλέον κατάλληλο PSAP και τη λήψη πληροφοριών για τον εντοπισμό του καλούντος.
Οι πάροχοι υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών οι οποίες δεν είναι δημοσίως διαθέσιμες αλλά επιτρέπουν κλήσεις σε δημόσια δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών εξασφαλίζουν την πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης με χρήση του ενιαίου ευρωπαϊκού αριθμού έκτακτης ανάγκης «112» όταν δεν υπάρχει διαθέσιμη εναλλακτική και εύκολη πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης.
2.Το αργότερο 24 μήνες μετά την έκδοση της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης που αναφέρεται στην παράγραφο 8, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι τελικοί χρήστες μπορούν να πραγματοποιούν επικοινωνίες έκτακτης ανάγκης μέσω εφαρμογής για φορητές συσκευές σε συνδυασμό με τα ευρωπαϊκά πορτοφόλια ψηφιακής ταυτότητας που εκδίδονται δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 910/2014.
3.Οι πάροχοι υπηρεσιών διαπροσωπικών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 εφαρμόζουν τα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα για τη διασφάλιση αποτελεσματικής επικοινωνίας έκτακτης ανάγκης για τους τελικούς χρήστες τους όταν ταξιδεύουν εντός της Ένωσης.
4.Οι πάροχοι υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών και τα εθνικά συστήματα PSAP διασφαλίζουν ότι οι επικοινωνίες έκτακτης ανάγκης και οι πληροφορίες εντοπισμού του καλούντος δρομολογούνται χωρίς καθυστέρηση στο πλέον κατάλληλο PSAP. Οι εθνικοί οργανισμοί των PSAP διασφαλίζουν ότι όλες οι επικοινωνίες έκτακτης ανάγκης, μεταξύ άλλων και όταν χρησιμοποιείται ο ενιαίος ευρωπαϊκός αριθμός έκτακτης ανάγκης «112», απαντώνται και διεκπεραιώνονται δεόντως.
5.Οι πάροχοι που αναφέρονται στην παράγραφο 1 εξασφαλίζουν ότι η πρόσβαση των τελικών χρηστών με αναπηρίες σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης είναι διαθέσιμη μέσω επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης και ισότιμη με την πρόσβαση των άλλων τελικών χρηστών, μεταξύ άλλων μέσω της συμμόρφωσης με την οδηγία (ΕΕ) 2019/882.
Κατά την επιβολή μέσων πρόσβασης σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης μέσω επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης για τελικούς χρήστες με αναπηρίες, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, με την επιφύλαξη της τεχνικής σκοπιμότητας, πληρούνται οι ακόλουθες απαιτήσεις λειτουργικής ισοδυναμίας:
α)η επικοινωνία έκτακτης ανάγκης καθιστά δυνατή τη διμερή αμφίδρομη επικοινωνία μεταξύ του τελικού χρήστη με αναπηρία και του PSAP·
β)η επικοινωνία έκτακτης ανάγκης είναι διαθέσιμη με απρόσκοπτο τρόπο, χωρίς προεγγραφή, σε τελικούς χρήστες με αναπηρίες που ταξιδεύουν εντός της Ένωσης·
γ)η επικοινωνία έκτακτης ανάγκης παρέχεται δωρεάν σε τελικούς χρήστες με αναπηρίες·
δ)η επικοινωνία έκτακτης ανάγκης δρομολογείται χωρίς καθυστέρηση προς το πλέον κατάλληλο PSAP, το οποίο είναι δεόντως ειδικευμένο και εξοπλισμένο ώστε να ανταποκρίνεται στην επικοινωνία έκτακτης ανάγκης από τελικούς χρήστες με αναπηρίες και να την επεξεργάζεται με κατάλληλο τρόπο·
ε)διασφαλίζονται ισοδύναμα επίπεδα ακρίβειας και αξιοπιστίας των πληροφοριών εντοπισμού του καλούντος στο πλαίσιο της επικοινωνίας έκτακτης ανάγκης για τελικούς χρήστες με αναπηρίες, με αυτά που αφορούν τις κλήσεις έκτακτης ανάγκης που πραγματοποιούνται από άλλους τελικούς χρήστες·
στ)οι τελικοί χρήστες με αναπηρίες έχουν τη δυνατότητα να ενημερώνονται σχετικά με τα μέσα πρόσβασης σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης μέσω επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό που ενημερώνονται και οι άλλοι τελικοί χρήστες όσον αφορά τις κλήσεις έκτακτης ανάγκης στον αριθμό «112», είτε μέσω του σχεδιασμού των μέσων πρόσβασης είτε μέσω μέτρων ενημέρωσης.
6.Οι πάροχοι επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης εξασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος καθίστανται διαθέσιμες στο πλέον κατάλληλο PSAP χωρίς καθυστέρηση μετά την ενεργοποίηση της επικοινωνίας έκτακτης ανάγκης. Εν προκειμένω περιλαμβάνονται πληροφορίες εντοπισμού βάσει δικτύου και, όταν η συσκευή ραδιοεξοπλισμού τις καθιστά διαθέσιμες για μετάδοση, πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος που αντλούνται βάσει χειροσυσκευής. Οι πάροχοι επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης εξασφαλίζουν ότι ο προσδιορισμός και η μετάδοση των πληροφοριών για τον εντοπισμό του καλούντος είναι δωρεάν για τον τελικό χρήστη και το PSAP, όσον αφορά όλες τις επικοινωνίες έκτακτης ανάγκης στον ενιαίο ευρωπαϊκό αριθμό έκτακτης ανάγκης «112». Οι οργανισμοί των PSAP διασφαλίζουν ότι εφαρμόζονται τα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα για τη λήψη και την επεξεργασία των πληροφοριών για τον εντοπισμό του καλούντος. Τα κράτη μέλη μπορούν να επεκτείνουν τις εν λόγω υποχρεώσεις ώστε να καλύπτονται επίσης οι επικοινωνίες έκτακτης ανάγκης σε εθνικούς αριθμούς έκτακτης ανάγκης.
7.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι τελικοί χρήστες, συμπεριλαμβανομένων των τελικών χρηστών περιαγωγής, και οι τελικοί χρήστες με αναπηρίες ενημερώνονται επαρκώς σχετικά με τα μέσα πρόσβασης σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης μέσω επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης, μεταξύ άλλων με τη χρήση του ενιαίου ευρωπαϊκού αριθμού έκτακτης ανάγκης «112», καθώς και σχετικά με τα μέσα πρόσβασης για τους τελικούς χρήστες με αναπηρίες. Οι εν λόγω πληροφορίες παρέχονται σε προσβάσιμους μορφότυπους που αντιστοιχούν σε διάφορους τύπους αναπηρίας, σύμφωνα με τις απαιτήσεις προσβασιμότητας που ορίζονται στο παράρτημα I της οδηγίας (ΕΕ) 2019/882. Η Επιτροπή υποστηρίζει και συμπληρώνει τη δράση των κρατών μελών.
8.Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 198 για τη συμπλήρωση των παραγράφων 1, 2, 3, 5 και 6 του παρόντος άρθρου με τον καθορισμό των μέτρων που είναι αναγκαία για τη διασφάλιση αποτελεσματικής επικοινωνίας έκτακτης ανάγκης στην Ένωση όσον αφορά τεχνικές προδιαγραφές που επιτρέπουν την πραγματοποίηση επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης μέσω εφαρμογής για φορητές συσκευές σε συνδυασμό με τα ευρωπαϊκά πορτοφόλια ψηφιακής ταυτότητας, λύσεις σχετικά με τις πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος, εναρμονισμένα ευρωπαϊκά κριτήρια εντοπισμού του καλούντος, ισοδύναμη πρόσβαση των τελικών χρηστών με αναπηρίες και δρομολόγηση προς το πλέον κατάλληλο PSAP.
9.Τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην ODN τους αριθμούς E.164 για την επικοινωνία με τα συστήματα PSAP των κρατών μελών. Ο BEREC, επικουρούμενος από την ODN, δημιουργεί και διατηρεί βάση δεδομένων με τους αριθμούς που χρησιμοποιούν τα συστήματα PSAP των κρατών μελών για να επικοινωνούν μεταξύ τους από ένα κράτος μέλος σε άλλο.
Άρθρο 107
Διαβίβαση προειδοποιήσεων του κοινού
1.Οι πάροχοι υπηρεσιών κινητών διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών διαβιβάζουν προειδοποιήσεις του κοινού στους ενδιαφερόμενους τελικούς χρήστες, μέσω της τεχνολογίας που επιβάλλεται από τα κράτη μέλη στα οποία παρέχουν την υπηρεσία, στις γεωγραφικές περιοχές που ενδέχεται να πληγούν από επικείμενες ή εν εξελίξει σοβαρές καταστάσεις έκτακτης ανάγκης και καταστροφές κατά τη διάρκεια της περιόδου προειδοποίησης, όπως καθορίζεται από τις αρμόδιες αρχές.
2.Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τη θέσπιση τεχνικών διατάξεων σχετικά με τη διαβίβαση προειδοποιήσεων του κοινού μέσω εφαρμογής για φορητές συσκευές σε συνδυασμό με τα ευρωπαϊκά πορτοφόλια ψηφιακής ταυτότητας που εκδίδονται δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 910/2014 σε όλους τους ενδιαφερόμενους τελικούς χρήστες, συμπεριλαμβανομένων των τελικών χρηστών περιαγωγής. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 199 παράγραφος 3.
3.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, ένα έτος μετά την πρώτη εκτελεστική πράξη που εκδίδεται δυνάμει της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, οι προειδοποιήσεις του κοινού διαβιβάζονται επίσης σε όλους τους ενδιαφερόμενους τελικούς χρήστες μέσω εφαρμογής για φορητές συσκευές σε συνδυασμό με τα ευρωπαϊκά πορτοφόλια ψηφιακής ταυτότητας που εκδίδονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 910/2014.
Άρθρο 108
Ένδειξη της ταυτότητας και περιορισμός της αναγνώρισης καλούσας και συνδεδεμένης γραμμής και της αναγνώρισης προέλευσης
1.Οι πάροχοι δημόσιων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, δημοσίως διαθέσιμων υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών ή πρόσβασης στο διαδίκτυο παρέχουν αναγνώριση καλούσας γραμμής ή προέλευσης.
Εξασφαλίζουν ότι το μέρος προέλευσης είναι σε θέση, με απλά μέσα και ατελώς, να απαλείφει ανά επικοινωνία την ένδειξη της ταυτότητας της καλούσας γραμμής ή της αναγνώρισης προέλευσης στο σημείο τερματισμού της φωνητικής του επικοινωνίας.
2.Ο πάροχος του δικτύου ή της υπηρεσίας διασφαλίζει ότι ο αποδέκτης είναι σε θέση, με απλά μέσα και ατελώς, εφόσον κάνει λελογισμένη χρήση αυτής της λειτουργίας, να απαλείφει την ένδειξη της ταυτότητας της καλούσας γραμμής ή την αναγνώριση προέλευσης των εισερχόμενων κλήσεων.
3.Πριν από την εγκατάσταση της φωνητικής επικοινωνίας και την ένδειξη της ταυτότητας της καλούσας γραμμής ή την αναγνώριση προέλευσης, ο πάροχος υπηρεσιών διασφαλίζει ότι ο αποδέκτης είναι σε θέση, με απλά μέσα και ατελώς, να απορρίπτει εισερχόμενες φωνητικές επικοινωνίες όταν το μέρος προέλευσης έχει ασκήσει το δικαίωμά του που προβλέπεται στην παράγραφο 1.
4.Όταν παρέχεται ένδειξη της ταυτότητας της συνδεδεμένης γραμμής, ο πάροχος της υπηρεσίας διασφαλίζει ότι ο αποδέκτης είναι σε θέση, με απλά μέσα και ατελώς, να απαλείφει την ένδειξη της ταυτότητας της συνδεδεμένης γραμμής με την οποία είναι συνδεδεμένος ο καλών τελικός χρήστης.
5.Η παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο ισχύει επίσης όσον αφορά τις φωνητικές επικοινωνίες που πραγματοποιούνται από την Ένωση προς τρίτες χώρες. Η παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο και οι παράγραφοι 2, 3 και 4 ισχύουν επίσης για τις εισερχόμενες φωνητικές επικοινωνίες που προέρχονται από τρίτες χώρες.
6.Όταν εμφανίζεται η ένδειξη της ταυτότητας της καλούσας ή συνδεδεμένης γραμμής ή η αναγνώριση προέλευσης, οι πάροχοι δημοσίως διαθέσιμων υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο ή διαπροσωπικών επικοινωνιών ενημερώνουν το κοινό σχετικά με τα δικαιώματα που ορίζονται στην παράγραφο 1 δεύτερο εδάφιο και στις παραγράφους 2 έως 4 του παρόντος άρθρου και τις εξαιρέσεις δυνάμει του άρθρου 109.
Άρθρο 109
Εξαιρέσεις για τον εντοπισμό κακόβουλων ή ενοχλητικών επικοινωνιών και επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης
1.Το δικαίωμα του καλούντος ή του μέρους προέλευσης να μην εμφανίζει την αναγνώριση καλούσας γραμμής ή την αναγνώριση προέλευσης που αναφέρεται στο άρθρο 108 παράγραφος 2 μπορεί να παρακαμφθεί από τους παρόχους δημόσιων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή δημοσίως διαθέσιμων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, σε προσωρινή βάση, ώστε να μπορούν οι αρμόδιες αρχές ή οι τελικοί χρήστες να εντοπίζουν κακόβουλες ή ενοχλητικές επικοινωνίες κατόπιν καταγγελίας στις αρχές.
2.Οι πάροχοι που αναφέρονται στο άρθρο 108 παράγραφος 1 παρακάμπτουν την παρεμπόδιση της αναγνώρισης καλούσας γραμμής ή της αναγνώρισης προέλευσης και επεξεργάζονται δεδομένα θέσης του μέρους προέλευσης με σκοπό την παροχή των εν λόγω πληροφοριών στο πλέον κατάλληλο PSAP σύμφωνα με το άρθρο 106 παράγραφος 6.
Άρθρο 110
Αυτόματη προώθηση κλήσεων και αυτοματοποιημένα συστήματα κλήσεων
1.Οι πάροχοι δημοσίως διαθέσιμων υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών εφαρμόζουν σύγχρονα μέτρα ώστε να περιορίζουν, κατόπιν αιτήματος του καλούμενου τελικού χρήστη, τη λήψη κακόβουλων ή ενοχλητικών κλήσεων, παρέχοντας δωρεάν τις ακόλουθες δυνατότητες:
α)τη φραγή, όπου είναι τεχνικά εφικτό, εισερχόμενων κλήσεων από συγκεκριμένους αριθμούς ή από ανώνυμες πηγές·
β)τη διακοπή της αυτόματης προώθησης κλήσεων από τρίτο προς τον τερματικό εξοπλισμό του τελικού χρήστη.
2.Οι πάροχοι υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών που προσφέρουν αυτοματοποιημένα συστήματα κλήσεων δεν εμποδίζουν το δικαίωμα ένδειξης της ταυτότητας της καλούσας γραμμής ή αναγνώρισης προέλευσης στην καλούμενη γραμμή ή στον αποδέκτη και εμφανίζουν την ταυτότητα ή τον αριθμό επικοινωνίας μαζί τους.
Άρθρο 111
Ισότιμη πρόσβαση και επιλογές για τελικούς χρήστες με αναπηρίες
1.Οι πάροχοι δημοσίως διαθέσιμων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών εξασφαλίζουν ότι οι τελικοί χρήστες με αναπηρίες:
α)έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών συμβατικών πληροφοριών που παρέχονται δυνάμει του άρθρου 95, ισοδύναμες με τις παρεχόμενες στην πλειονότητα των τελικών χρηστών·
β)έχουν τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ των επιχειρήσεων και των υπηρεσιών που διαθέτει η πλειονότητα των τελικών χρηστών.
Οι αρμόδιες αρχές καθορίζουν απαιτήσεις προς τον σκοπό αυτόν, τις οποίες πρέπει να πληρούν οι πάροχοι.
2.Κατά τη λήψη των μέτρων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, οι αρμόδιες αρχές ενθαρρύνουν τη συμμόρφωση προς τα σχετικά πρότυπα ή προδιαγραφές που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 187.
Άρθρο 112
Διαλειτουργικότητα ραδιοφωνικών δεκτών αυτοκινήτων και ραδιοφωνικών δεκτών ευρείας κατανάλωσης και ψηφιακού τηλεοπτικού εξοπλισμού ευρείας κατανάλωσης
1.Οι ραδιοφωνικοί δέκτες αυτοκινήτων και ο ψηφιακός τηλεοπτικός εξοπλισμός ευρείας κατανάλωσης είναι διαλειτουργικοί σύμφωνα με το παράρτημα V.
2.Όταν τα κράτη μέλη αποφασίζουν να θεσπίσουν μέτρα για τη διασφάλιση της διαλειτουργικότητας άλλων ραδιοφωνικών δεκτών ευρείας κατανάλωσης, τα μέτρα αυτά δεν εφαρμόζονται σε προϊόντα στα οποία ο ραδιοφωνικός δέκτης είναι αμιγώς βοηθητικός, όπως τα έξυπνα τηλέφωνα, ούτε σε εξοπλισμό που χρησιμοποιείται από ραδιοερασιτέχνες.
3.Οι πάροχοι ψηφιακών τηλεοπτικών υπηρεσιών διασφαλίζουν, όταν ενδείκνυται, ότι ο ψηφιακός τηλεοπτικός εξοπλισμός που παρέχουν στους τελικούς χρήστες είναι διαλειτουργικός έτσι ώστε, όταν είναι τεχνικά εφικτό, ο ψηφιακός τηλεοπτικός εξοπλισμός να μπορεί να επαναχρησιμοποιηθεί με άλλους παρόχους ψηφιακών τηλεοπτικών υπηρεσιών.
Με την επιφύλαξη του άρθρου 5 παράγραφος 2 της οδηγίας 2012/19/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, με την καταγγελία της σύμβασης, οι τελικοί χρήστες έχουν τη δυνατότητα να επιστρέψουν δωρεάν και εύκολα τον ψηφιακό τηλεοπτικό εξοπλισμό, εκτός εάν ο πάροχος αποδείξει ότι είναι πλήρως διαλειτουργικός με τις υπηρεσίες ψηφιακής τηλεόρασης άλλων παρόχων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων στους οποίους στράφηκε ο τελικός χρήστης.
Ο ψηφιακός τηλεοπτικός εξοπλισμός ο οποίος συμμορφώνεται με εναρμονισμένα πρότυπα, τα στοιχεία αναφοράς των οποίων έχουν δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή με μέρη αυτών, θεωρείται ότι συμμορφώνεται με την απαίτηση διαλειτουργικότητας που ορίζεται στο δεύτερο εδάφιο και καλύπτεται από τα εν λόγω πρότυπα ή τα μέρη τους.
4.Τα κράτη μέλη δεν διατηρούν ούτε θεσπίζουν στο εθνικό τους δίκαιο διατάξεις προστασίας των τελικών χρηστών που παρεκκλίνουν από το παρόν άρθρο, συμπεριλαμβανομένων περισσότερο ή λιγότερο αυστηρών διατάξεων για την εξασφάλιση διαφορετικού επιπέδου προστασίας.
Άρθρο 113
Υποχρεώσεις «μεταφοράς σήματος»
1.Τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν εύλογες υποχρεώσεις «μεταφοράς σήματος», για τη μετάδοση συγκεκριμένων καναλιών ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών και συναφών συμπληρωματικών υπηρεσιών, ιδίως υπηρεσιών προσβασιμότητας για να καταστεί δυνατή η δέουσα πρόσβαση των τελικών χρηστών με αναπηρίες και συνδεδεμένων τηλεοπτικών υπηρεσιών και ΗΟΠ που υποστηρίζουν δεδομένα, σε επιχειρήσεις υπό τη δικαιοδοσία τους, οι οποίες παρέχουν δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών που χρησιμοποιούνται για τη διανομή καναλιών ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών εκπομπών στο κοινό, όταν σημαντικός αριθμός τελικών χρηστών των δικτύων και των υπηρεσιών αυτών τα χρησιμοποιεί ως το κύριο μέσο λήψης καναλιών ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών. Οι εν λόγω υποχρεώσεις επιβάλλονται μόνον όταν είναι αναγκαίες για την επίτευξη των στόχων γενικού συμφέροντος όπως ορίζονται σαφώς από κάθε κράτος μέλος, και είναι αναλογικές και διαφανείς.
2.Τα κράτη μέλη επανεξετάζουν τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 όταν υπάρχει σχετική αλλαγή στις συνθήκες της εθνικής αγοράς ή όταν μεταβάλλονται οι στόχοι γενικού συμφέροντος που αναφέρονται στην παράγραφο 1.
3.Ούτε η παράγραφος 1 του παρόντος άρθρου ούτε το άρθρο 65 παράγραφος 2 θίγουν τη δυνατότητα των κρατών μελών να καθορίζουν, ενδεχομένως, κατάλληλη αποζημίωση για τα μέτρα που λαμβάνονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα ότι, σε παρόμοιες περιστάσεις, δεν γίνονται διακρίσεις στη μεταχείριση παρόχων δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Εφόσον προβλέπεται αποζημίωση, τα κράτη μέλη ορίζουν σαφώς την υποχρέωση αποζημίωσης στο εθνικό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, των κριτηρίων για τον υπολογισμό της εν λόγω αποζημίωσης. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι εφαρμόζεται με αναλογικό και διαφανή τρόπο.
Άρθρο 114
Προσαρμογή των παραρτημάτων IV, V και VI
Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 198, για να τροποποιεί τα παραρτήματα IV, V και VI, προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι τεχνολογικές και κοινωνικές εξελίξεις ή οι μεταβολές της ζήτησης της αγοράς.
7.ΜΕΡΟΣ VII — ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ
7.1.ΤΙΤΛΟΣ I: ΕΘΝΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΛΟΙΠΕΣ ΑΡΜΟΔΙΕΣ ΑΡΧΕΣ
Άρθρο 115
Εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές
1.Εντός του πεδίου εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, η εθνική ρυθμιστική αρχή είναι υπεύθυνη τουλάχιστον για τα ακόλουθα καθήκοντα:
α)τον χειρισμό των κοινοποιήσεων και της διαδικασίας ενιαίου διαβατηρίου στο πλαίσιο του συστήματος γενικών αδειών·
β)την εφαρμογή κανονιστικής ρύθμισης των αγορών, συμπεριλαμβανομένης της επιβολής υποχρεώσεων πρόσβασης και διασύνδεσης·
γ)τη συλλογή δεδομένων, μεταξύ άλλων σχετικά με την ανθεκτικότητα και τη βιωσιμότητα, τα οποία ενδέχεται να χρειάζονται οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές για την εκτέλεση των καθηκόντων τους·
δ)την εφαρμογή των μέτρων για τη μετάβαση σε οπτικές ίνες, συμπεριλαμβανομένου του καθορισμού των περιοχών κατάργησης του δικτύου χαλκού, καθώς και της αξιολόγησης και της εποπτείας των σχεδίων κατάργησης των δικτύων χαλκού που υποβάλλονται από τους φορείς εκμετάλλευσης δικτύων·
ε)τη μέριμνα για την επίλυση διαφορών μεταξύ επιχειρήσεων·
στ)την παροχή της οικειοθελούς συνδιαλλαγής για τη συνεργασία οικοσυστημάτων·
ζ)τη διαχείριση και αδειοδότηση του ραδιοφάσματος ή, όταν τα καθήκοντα αυτά ανατίθενται σε λοιπές αρμόδιες αρχές, τη λήψη αποφάσεων όσον αφορά τα στοιχεία διαμόρφωσης της αγοράς και τα στοιχεία ανταγωνισμού των εθνικών διαδικασιών σχετικά με τα δικαιώματα χρήσης του ραδιοφάσματος για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών·
η)τη συμβολή στην προστασία των δικαιωμάτων των τελικών χρηστών στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, σε συντονισμό, κατά περίπτωση, με λοιπές αρμόδιες αρχές·
θ)την εποπτεία και την επιβολή της πρόσβασης στο ανοικτό διαδίκτυο·
ι)την παρακολούθηση της εξέλιξης και του επιπέδου των τιμών λιανικής των υπηρεσιών·
ια)τη διασφάλιση της φορητότητας αριθμού·
ιβ)τη χορήγηση πόρων αριθμοδότησης και τη διαχείριση σχεδίων αριθμοδότησης·
ιγ)την παροχή στήριξης όσον αφορά την ετοιμότητα και την ανθεκτικότητα·
ιδ)την εκτέλεση οποιουδήποτε άλλου καθήκοντος που ο παρών κανονισμός ή άλλη ενωσιακή νομοθεσία αναθέτει αποκλειστικά στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές.
2.Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές υποστηρίζουν ενεργά τους στόχους του BEREC για την προώθηση μεγαλύτερου ρυθμιστικού συντονισμού και συνέπειας.
3.Τα κράτη μέλη δημοσιεύουν τις ονομασίες των εθνικών ρυθμιστικών και λοιπών αρμόδιων αρχών και τα αντίστοιχα καθήκοντά τους δυνάμει του παρόντος κανονισμού σε εύκολα προσβάσιμη μορφή.
Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή όλες τις εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές στις οποίες ανατίθενται καθήκοντα βάσει του παρόντος κανονισμού, τις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους, καθώς και τυχόν σχετικές μεταβολές.
Άρθρο 116
Ανεξαρτησία εθνικών ρυθμιστικών και λοιπών αρμόδιων αρχών
1.Οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 115 είναι νομικά διακριτές και λειτουργικά ανεξάρτητες από κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παρέχει δίκτυα, εξοπλισμό ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Τα κράτη μέλη τα οποία διατηρούν την κυριότητα ή τον έλεγχο επιχειρήσεων παροχής δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών διασφαλίζουν τον αποτελεσματικό διαρθρωτικό διαχωρισμό της ρυθμιστικής λειτουργίας από τις δραστηριότητες που έχουν σχέση με την κυριότητα ή τον έλεγχο.
2.Οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές ασκούν τις εξουσίες τους με αμερόληπτο, διαφανή και έγκαιρο τρόπο. Οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές διαθέτουν επαρκείς τεχνικούς, χρηματοδοτικούς και ανθρώπινους πόρους για την εκτέλεση των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί.
Άρθρο 117
Διορισμός και παύση των μελών των εθνικών ρυθμιστικών αρχών
1.Ο επικεφαλής εθνικής ρυθμιστικής αρχής ή, κατά περίπτωση, τα μέλη του συλλογικού οργάνου που ασκεί αυτό το καθήκον στο πλαίσιο εθνικής ρυθμιστικής αρχής ή οι αναπληρωτές τους, διορίζονται για θητεία τουλάχιστον τριών ετών και επιλέγονται μεταξύ προσώπων με αναγνωρισμένο κύρος και επαγγελματική πείρα, με βάση τα προσόντα, τις ικανότητες, τις γνώσεις και την πείρα τους και κατόπιν ανοικτής και διαφανούς διαδικασίας επιλογής.
2.Ο επικεφαλής εθνικής ρυθμιστικής αρχής ή, ενδεχομένως, τα μέλη του συλλογικού οργάνου που ασκεί αυτό το καθήκον στο πλαίσιο εθνικής ρυθμιστικής αρχής ή οι αναπληρωτές τους, μπορούν να απολυθούν κατά τη διάρκεια της θητείας τους μόνο εφόσον πριν τον διορισμό τους δεν καλύπτουν πλέον τους όρους που απαιτούνται για την εκτέλεση των καθηκόντων τους όπως αυτά καθορίζονται στο εθνικό δίκαιο.
3.Η απόφαση απόλυσης του επικεφαλής της εν λόγω εθνικής ρυθμιστικής αρχής, ή ενδεχομένως των μελών του συλλογικού οργάνου που ασκούν αυτό το καθήκον, λαμβάνει δημοσιότητα κατά τη χρονική στιγμή της απόλυσης. Ο απολυθείς επικεφαλής της εθνικής ρυθμιστικής αρχής ή, ενδεχομένως, τα μέλη του συλλογικού οργάνου που ασκούν αυτό το καθήκον λαμβάνουν δήλωση των λόγων απόλυσής τους. Σε περίπτωση μη δημοσίευσης της δήλωσης των λόγων απόλυσης, η εν λόγω δήλωση δημοσιοποιείται κατόπιν αιτήματος του εν λόγω προσώπου. Η εν λόγω απόφαση υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, τόσο επί πραγματικών όσο και επί νομικών ζητημάτων.
Άρθρο 118
Πολιτική ανεξαρτησία και λογοδοσία των εθνικών ρυθμιστικών αρχών
1.Υπό την επιφύλαξη του άρθρου 122 παράγραφος 9, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές ενεργούν ανεξάρτητα και αντικειμενικά, μεταξύ άλλων στην ανάπτυξη των εσωτερικών διαδικασιών και στην οργάνωση του προσωπικού, λειτουργούν με διαφάνεια και λογοδοσία σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο και δεν ζητούν ούτε λαμβάνουν οδηγίες από κανέναν άλλον φορέα σε σχέση με την εκτέλεση των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί βάσει εθνικών νομοθετικών ρυθμίσεων που εφαρμόζουν το ενωσιακό δίκαιο. Αυτό δεν εμποδίζει την επιτήρηση σύμφωνα με το εθνικό συνταγματικό δίκαιο. Εξουσία αναστολής ή ακύρωσης αποφάσεων των εθνικών ρυθμιστικών αρχών διαθέτουν αποκλειστικά τα όργανα προσφυγής που έχουν συγκροτηθεί σύμφωνα με το άρθρο 197.
Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές υποβάλλουν ετήσια έκθεση, τουλάχιστον σχετικά με την κατάσταση της αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών, τις αποφάσεις που εκδίδουν, τους ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους τους και τον τρόπο κατανομής των εν λόγω πόρων, καθώς και σχετικά με μελλοντικά σχέδια. Οι εκθέσεις τους δημοσιοποιούνται.
Άρθρο 119
Ρυθμιστική ικανότητα των εθνικών ρυθμιστικών αρχών
1.Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές διαθέτουν χωριστούς ετήσιους προϋπολογισμούς και έχουν αυτονομία κατά την εκτέλεση του διατεθέντος προϋπολογισμού. Οι εν λόγω προϋπολογισμοί δημοσιοποιούνται.
2.Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές διαθέτουν επαρκείς οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους για την εκτέλεση των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί και για την ενεργό συμμετοχή και συμβολή τους στο έργο του BEREC. Η οικονομική αυτονομία δεν εμποδίζει την εποπτεία ή τον έλεγχο σύμφωνα με το εθνικό συνταγματικό δίκαιο. Κάθε έλεγχος στον προϋπολογισμό των εθνικών ρυθμιστικών αρχών πραγματοποιείται με διαφάνεια και δημοσιοποιείται.
Άρθρο 120
Συνεργασία με τις εθνικές αρχές και τον BEREC
1.Στα κράτη μέλη όπου υπάρχουν περισσότερες από μία υπεύθυνες εθνικές αρχές ή αρμόδιες αρχές, οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές συνεργάζονται και συντονίζονται μεταξύ τους, ανάλογα με τις ανάγκες.
Οι εν λόγω αρχές ανταλλάσσουν μεταξύ τους τις πληροφορίες που απαιτούνται για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.
Σε σχέση με τις ανταλλασσόμενες πληροφορίες, η αποδέκτρια αρχή εξασφαλίζει το ίδιο επίπεδο εμπιστευτικότητας με τη διαβιβάζουσα αρχή.
2.Οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές του ίδιου κράτους μέλους ή διαφορετικών κρατών μελών, όπου κρίνεται απαραίτητο, συνάπτουν ρυθμίσεις συνεργασίας μεταξύ τους για την ενίσχυση της ρυθμιστικής συνεργασίας.
3.Όταν αρμοδιότητες δυνάμει του παρόντος κανονισμού ή άλλης ενωσιακής νομοθεσίας ανατίθενται από τα κράτη μέλη σε λοιπές αρμόδιες αρχές, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές ενεργούν ως εθνικοί συντονιστές, διασφαλίζοντας ότι οι απόψεις των αρμόδιων αρχών λαμβάνονται πλήρως υπόψη σε όλες τις συζητήσεις και τις εκροές του BEREC.
Ειδικότερα, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές παρέχουν στην ODN σχετικές επαφές στο πλαίσιο των εθνικών αρμόδιων αρχών, ώστε η ODN να είναι σε θέση να εκτελεί τα καθήκοντά της σύμφωνα με τα άρθρα 146 και 147.
7.2.ΤΙΤΛΟΣ II: ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΟΥ BEREC
Άρθρο 121
Στόχοι του BEREC
1.Ο Φορέας Ευρωπαϊκών Ρυθμιστικών Αρχών για τις Ηλεκτρονικές Επικοινωνίες (στο εξής: BEREC) ιδρύεται διά του παρόντος με τις αρμοδιότητες που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Ο BEREC δεν διαθέτει νομική προσωπικότητα και ενεργεί εντός του πεδίου εφαρμογής του παρόντος κανονισμού και των κανονισμών (ΕΕ) 2022/612 και (ΕΕ) 2015/2120.
Ο BEREC αντικαθιστά και διαδέχεται τον Φορέα Ευρωπαϊκών Ρυθμιστικών Αρχών για τις Ηλεκτρονικές Επικοινωνίες (BEREC) που ιδρύθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1971.
2.Ο BEREC επιδιώκει τους στόχους που ορίζονται στο άρθρο 3. Συγκεκριμένα, ο BEREC έχει ως στόχο να διασφαλίζει τη συνεπή εφαρμογή του ρυθμιστικού πλαισίου της Ένωσης για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες εντός του πεδίου εφαρμογής που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.
3.Ο BEREC ασκεί τα καθήκοντά του εγκαίρως και με ανεξαρτησία, αμεροληψία και διαφάνεια.
4.Ο BEREC στηρίζεται στην εμπειρογνωσία που διαθέτουν οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές και η ODN.
Άρθρο 122
Γενικά καθήκοντα του BEREC
1.Τα γενικά ρυθμιστικά και συμβουλευτικά καθήκοντα που μπορεί να εκτελεί ο BEREC είναι τα ακόλουθα:
α)επικουρεί και παρέχει συμβουλές στις εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή και συνεργάζεται με τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές και την Επιτροπή, κατόπιν αιτήματος ή ιδίας πρωτοβουλίας, σχετικά με κάθε τεχνικό ζήτημα που αφορά τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του·
β)εκδίδει γνώμες, κατευθυντήριες γραμμές και εκθέσεις, όπως αναφέρονται στα άρθρα 124, 125 και 126, καθώς και συστάσεις και κοινές θέσεις, και διαδίδει βέλτιστες ρυθμιστικές πρακτικές που απευθύνονται στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές για την ενθάρρυνση της συνεπούς και ορθής εφαρμογής του κανονιστικού πλαισίου για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες.
Κατά περίπτωση, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από τον BEREC να εκδώσει γνώμες, κατευθυντήριες γραμμές και εκθέσεις, ακόμη και αν δεν αναφέρονται ρητώς στα άρθρα 124, 125 και 126.
2.Ο BEREC αξιολογεί τις ανάγκες για ρυθμιστική καινοτομία και συντονίζει τις δράσεις μεταξύ των εθνικών ρυθμιστικών και λοιπών αρμόδιων αρχών για να καταστήσει δυνατή την ανάπτυξη νέων καινοτόμων ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
3.Για θέματα που αφορούν το ραδιοφάσμα, ο BEREC συμμετέχει στην ενωσιακή διαδικασία ενιαίας αγοράς ραδιοφάσματος.
4.Η Επιτροπή μπορεί να ζητεί τη γνώμη του BEREC κατά την εξέταση συγκεντρώσεων με ενωσιακή διάσταση στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
5.Ο BEREC προωθεί την αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ των παρόχων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή σε στενά συνδεδεμένους τομείς, σύμφωνα με το άρθρο 191 παράγραφος 2.
6.Ο BEREC εκτελεί άλλα καθήκοντα που του ανατίθενται δυνάμει του παρόντος κανονισμού ή άλλων νομικών πράξεων της Ένωσης, ιδίως δυνάμει των κανονισμών (ΕΕ) 2022/612 και (ΕΕ) 2015/2120.
7.Ο BEREC δημοσιοποιεί τα καθήκοντά του και επικαιροποιεί τις εν λόγω πληροφορίες όταν του ανατίθενται νέα καθήκοντα.
8.Ο BEREC δημοσιοποιεί όλες τις τελικές του γνώμες, κατευθυντήριες γραμμές, εκθέσεις, συστάσεις, κοινές θέσεις, βέλτιστες πρακτικές και κάθε μελέτη που του έχει ανατεθεί, καθώς και τα σχετικά σχέδια εγγράφων για τον σκοπό των δημόσιων διαβουλεύσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 10.
9.Με την επιφύλαξη της συμμόρφωσης με τη σχετική νομοθεσία της Ένωσης και άλλες πράξεις που εκδίδονται από την Επιτροπή, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές και η Επιτροπή λαμβάνουν ιδιαιτέρως υπόψη τυχόν κατευθυντήριες γραμμές, γνώμες, συστάσεις, κοινές θέσεις και βέλτιστες πρακτικές που έχει εγκρίνει ο BEREC σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, με στόχο τη διασφάλιση της συνεπούς εφαρμογής του κανονιστικού πλαισίου για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες εντός του πεδίου εφαρμογής που αναφέρεται στο άρθρο 121.
Όταν εθνική ρυθμιστική αρχή παρεκκλίνει από τις κατευθυντήριες γραμμές που αναφέρονται στο άρθρο 125 αναφέρει τους σχετικούς λόγους.
10.Ο BEREC διαβουλεύεται, κατά περίπτωση, με τα ενδιαφερόμενα μέρη και τους δίνει την ευκαιρία να υποβάλουν παρατηρήσεις εντός εύλογης χρονικής περιόδου, λαμβάνοντας υπόψη την πολυπλοκότητα του ζητήματος. Οι εν λόγω διαβουλεύσεις πραγματοποιούνται όσο το δυνατόν νωρίτερα στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Η εν λόγω περίοδος δεν είναι μικρότερη από 30 ημέρες, εκτός εάν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις. Ο BEREC δημοσιοποιεί, με την επιφύλαξη του άρθρου 169, τα αποτελέσματα τέτοιων δημόσιων διαβουλεύσεων.
11.Ο BEREC, κατά περίπτωση, διαβουλεύεται και συνεργάζεται με τις σχετικές εθνικές αρχές, όπως αυτές που είναι αρμόδιες στους τομείς του ανταγωνισμού, της προστασίας των καταναλωτών, της κυβερνοασφάλειας και της προστασίας δεδομένων.
12.Ο BEREC, κατά περίπτωση, συνεργάζεται με τους αρμόδιους φορείς, υπηρεσίες, οργανισμούς και συμβουλευτικές ομάδες της Ένωσης, καθώς και με τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών και με διεθνείς οργανισμούς, σύμφωνα με το άρθρο 166 παράγραφος 1.
Άρθρο 123
Ανάλυση, παρακολούθηση και συλλογή πληροφοριών
1.Ο BEREC αναλύει τις δυνητικές διακρατικές αγορές όπως αναφέρονται στο άρθρο 74 και τη διακρατική ζήτηση από τελικούς χρήστες όπως αναφέρεται στο άρθρο 75.
2.Ο BEREC προωθεί τον εκσυγχρονισμό, τον συντονισμό και την τυποποίηση της συλλογής δεδομένων από τις εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές. Ο BEREC θέτει τα εν λόγω δεδομένα στη διάθεση του κοινού σε ανοικτό, επαναχρησιμοποιήσιμο και μηχαναγνώσιμο μορφότυπο στον ιστότοπό του και στην ψηφιακή πύλη της ΕΕ.
3.Ο BEREC δημιουργεί και διατηρεί βάσεις δεδομένων για:
α)τις κοινοποιήσεις που διαβιβάζονται στις αρμόδιες αρχές από παρόχους δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που υπόκεινται σε γενική άδεια, σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 8 του παρόντος κανονισμού·
β)τους πόρους αριθμοδότησης με δικαίωμα εξωεδαφικής χρήσης εντός της Ένωσης, σύμφωνα με το άρθρο 48 παράγραφος 4 τέταρτο εδάφιο·
γ)τους αριθμούς E.164 των PSAP των κρατών μελών, σύμφωνα με το άρθρο 106 παράγραφος 9·
δ)τις βάσεις δεδομένων σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2022/618.
Άρθρο 124
Γνώμες του BEREC
1.Ο BEREC εκδίδει μη δεσμευτικές γνώμες, όπως αναφέρεται στον παρόντα κανονισμό και στον κανονισμό (ΕΕ) 2022/612, και ιδίως σχετικά με:
α)τη μακρόπνοη ενωσιακή στρατηγική αριθμοδότησης όσον αφορά τη συνεπή διαχείριση των πόρων αριθμοδότησης στα κράτη μέλη και σε επίπεδο Ένωσης, σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφος 3·
β)τη διατερματική συνδεσιμότητα μεταξύ τελικών χρηστών, σύμφωνα με το άρθρο 68 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο σημείο ii)·
γ)τις αγορές που επιδέχονται εκ των προτέρων ρύθμιση, σύμφωνα με το άρθρο 72 παράγραφος 1·
δ)τις τεχνικές προδιαγραφές, τα τυποποιημένα στοιχεία κόστους, τις μεθοδολογίες κόστους και την προσφορά αναφοράς σε σχέση με το/τα προϊόν/-τα πρόσβασης της Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 81·
ε)τον καθορισμό ενιαίου μέγιστου τέλους τερματισμού κλήσεων κινητής τηλεφωνίας σε ολόκληρη την Ένωση και του ενιαίου μέγιστου τέλους τερματισμού κλήσεων σταθερής τηλεφωνίας σε ολόκληρη την Ένωση, σύμφωνα με το άρθρο 82·
στ)τα σχέδια εθνικών μέτρων που αφορούν τις διαδικασίες της εσωτερικής αγοράς για τη ρύθμιση της αγοράς σύμφωνα με το άρθρο 85·
ζ)τις εξελίξεις της αγοράς και της τεχνολογίας και τον αντίκτυπό τους στην εφαρμογή της διαθεσιμότητας και της οικονομικής προσιτότητας επαρκούς πρόσβασης στο διαδίκτυο και φωνητικών επικοινωνιών, σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 2·
η)τα σχέδια αποφάσεων και συστάσεων σχετικά με την εναρμόνιση, σύμφωνα με το άρθρο 186·
θ)την επίλυση διασυνοριακών διαφορών, σύμφωνα με το άρθρο 190·
ι)τα στοιχεία της υπόθεσης που υποβάλλεται σε διαδικασία οικειοθελούς συνδιαλλαγής, σύμφωνα με το άρθρο 192 παράγραφος 2.
2.Για θέματα που αφορούν το ραδιοφάσμα, ο BEREC εκδίδει τις ακόλουθες γνώμες:
α)σχετικά με κοινές μεθοδολογίες καθορισμού ετήσιων τελών ραδιοφάσματος και οριακών τιμών σύμφωνα με το άρθρο 29·
β)κατά περίπτωση, σύμφωνα με την ενωσιακή διαδικασία ενιαίας αγοράς ραδιοφάσματος που αναφέρεται στο άρθρο 31.
Άρθρο 125
Κατευθυντήριες γραμμές του BEREC
Ο BEREC εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την εφαρμογή του κανονιστικού πλαισίου της Ένωσης για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, ιδίως όπως αναφέρεται στον παρόντα κανονισμό, σχετικά με:
α)κοινό υπόδειγμα για τη συλλογή πληροφοριών σχετικά με την αρχιτεκτονική, τη χωρητικότητα, τις δυνατότητες και τη χρήση των δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 4·
β)τους όρους γενικής άδειας στο πλαίσιο της διαδικασίας ενιαίου διαβατηρίου, ώστε να διασφαλίζεται ότι όλοι οι όροι που απαριθμούνται στο άρθρο 9 παράγραφος 4 του παρόντος κανονισμού εφαρμόζονται με συνεκτικό και αναλογικό τρόπο χωρίς διακρίσεις, σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 1·
γ)το υπόδειγμα κοινοποίησης σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 3·
δ)τη συνεπή εφαρμογή των μέτρων διαμόρφωσης της αγοράς σύμφωνα με το άρθρο 32 παράγραφος 3·
ε)κοινά κριτήρια για την αξιολόγηση της ικανότητας διαχείρισης των πόρων αριθμοδότησης και του κινδύνου εξάντλησης των πόρων αριθμοδότησης σύμφωνα με το άρθρο 48 παράγραφος 2·
στ)τον ορισμό της υπηρεσίας επαρκούς πρόσβασης στο διαδίκτυο και τον προσδιορισμό του εύρους ζώνης που είναι αναγκαίο για την κοινωνική και οικονομική συμμετοχή στην κοινωνία, σύμφωνα με το άρθρο 87 παράγραφος 2·
ζ)σχετικά κριτήρια ώστε να ενισχυθεί η συνεπής εφαρμογή του άρθρου 69 παράγραφος 2·
η)κοινές προσεγγίσεις για τον προσδιορισμό του σημείου τερματισμού του δικτύου σε διάφορες τοπολογίες δικτύου σύμφωνα με το άρθρο 69 παράγραφος 6·
θ)κοινό υπόδειγμα που πρέπει να χρησιμοποιείται για τη συλλογή των πληροφοριών που απαιτούνται βάσει του άρθρου 94 παράγραφος 4·
ι)την τήρηση των υποχρεώσεων των εθνικών ρυθμιστικών αρχών όσον αφορά τη διασφάλιση της πρόσβασης στο ανοικτό διαδίκτυο, σύμφωνα με το άρθρο 94 παράγραφος 5, όπου περιγράφονται επίσης λεπτομερώς οι σχετικές παράμετροι ποιότητας των υπηρεσιών για τις υπηρεσίες πρόσβασης στο διαδίκτυο, συμπεριλαμβανομένων των παραμέτρων για τον μηχανισμό παρακολούθησης που αναφέρεται στο άρθρο 97 παράγραφος 4 δεύτερο εδάφιο, των παραμέτρων που αφορούν τους τελικούς χρήστες με αναπηρίες, των εφαρμοστέων μεθόδων μέτρησης, του περιεχομένου και του μορφότυπου των πληροφοριών, όπως προβλέπεται στο παράρτημα III του παρόντος κανονισμού, και της δημοσίευσης, όπως προβλέπεται στο παράρτημα IV του παρόντος κανονισμού, και των μηχανισμών πιστοποίησης της ποιότητας·
ια)τον προσδιορισμό των λεπτομερειών των διαδικασιών αλλαγής παρόχου και μεταφοράς, σύμφωνα με το άρθρο 100 παράγραφος 6 του παρόντος κανονισμού·
ιβ)τεχνικά και νομικά μέτρα που θα μπορούσαν να προστατεύσουν αποτελεσματικά τους τελικούς χρήστες από δόλιες δραστηριότητες, σύμφωνα με το άρθρο 103 παράγραφος 3·
ιγ)την εναρμόνιση των αιτημάτων παροχής πληροφοριών και υποβολής εκθέσεων, όπως περιγράφονται στο άρθρο 181 παράγραφοι 1, 3 και 7 για σχετικά θέματα, συμπεριλαμβανομένων του πεδίου εφαρμογής, του χρονοδιαγράμματος, της συχνότητας, του μορφότυπου και των διαδικασιών συλλογής πληροφοριών, σύμφωνα με το άρθρο 182 παράγραφος 1·
ιδ)τη συνεπή τήρηση υποχρεώσεων όσον αφορά τις γεωγραφικές έρευνες και προβλέψεις σύμφωνα με το άρθρο 183·
ιε)τη διευκόλυνση της συνεργασίας οικοσυστημάτων σε σχέση με τεχνικά και εμπορικά θέματα που αφορούν την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή υπηρεσιών της κοινωνίας των πληροφοριών, καθώς και την παροχή καινοτόμων προϊόντων και υπηρεσιών, σύμφωνα με το άρθρο 191 παράγραφος 1·
ιστ)μπορούν να εκδίδονται και άλλες κατευθυντήριες γραμμές με στόχο τη διασφάλιση της συνεπούς εφαρμογής του κανονιστικού πλαισίου για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες και της συνέπειας των κανονιστικών αποφάσεων των εθνικών ρυθμιστικών αρχών κατόπιν αιτήματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου ή της Επιτροπής, ιδίως για ρυθμιστικά θέματα που έχουν διασυνοριακή διάσταση ή επηρεάζουν σημαντικό αριθμό κρατών μελών·
ιζ)τυχόν κατευθυντήριες γραμμές σύμφωνα με τους κανονισμούς (ΕΕ) 2022/612 και (ΕΕ) 2015/2120, κατά περίπτωση.
Άρθρο 126
Εκθέσεις του BEREC
Ο BEREC εκδίδει εκθέσεις σχετικά με τεχνικά θέματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά του, ιδίως όσον αφορά:
α)το σχέδιο, συμπεριλαμβανομένης ολοκληρωμένης αξιολόγησης της αρχιτεκτονικής, της χωρητικότητας, των δυνατοτήτων και της χρήσης των δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών των παρόχων που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1, ένα σύνολο επιχειρησιακών συστάσεων και πρακτικών διαχείρισης κρίσεων, σύμφωνα με το άρθρο 6·
β)τις εθνικές πρακτικές όσον αφορά τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης εθνικών και πανευρωπαϊκών αριθμών, με έμφαση στις αποκλίνουσες πρακτικές εντός της Ένωσης, σύμφωνα με το άρθρο 48 παράγραφος 6·
γ)τις κύριες πρακτικές και τα πορίσματα όσον αφορά την πρόσβαση στο ανοικτό διαδίκτυο στην Ένωση, σύμφωνα με το άρθρο 94 παράγραφος 3·
δ)τα αποτελέσματα της εφαρμογής των κατευθυντήριων γραμμών στην αποτελεσματική συνεργασία οικοσυστημάτων και στη λειτουργία του μηχανισμού οικειοθελούς συνδιαλλαγής, σύμφωνα με το άρθρο 193 παράγραφος 1·
ε)την εθνική εφαρμογή και λειτουργία της γενικής άδειας και τον αντίκτυπό τους στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, σύμφωνα με το άρθρο 204 παράγραφος 4·
και τυχόν εκθέσεις σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2022/612.
Άρθρο 127
Σύνθεση του ρυθμιστικού συμβουλίου του BEREC
1.Το ρυθμιστικό συμβούλιο απαρτίζεται από ένα μέλος από κάθε κράτος μέλος. Κάθε μέλος έχει δικαίωμα ψήφου.
Κάθε μέλος διορίζεται από την εθνική ρυθμιστική αρχή η οποία έχει πρωταρχική ευθύνη την επίβλεψη της καθημερινής λειτουργίας των αγορών δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών βάσει του παρόντος κανονισμού. Το μέλος διορίζεται από τον επικεφαλής της εθνικής ρυθμιστικής αρχής, ένα μέλος του συλλογικού οργάνου της ή από τον αντικαταστάτη οποιουδήποτε εξ αυτών.
2.Κάθε μέλος του ρυθμιστικού συμβουλίου έχει έναν αναπληρωτή, ο οποίος διορίζεται από την εθνική ρυθμιστική αρχή. Το αναπληρωματικό μέλος εκπροσωπεί το τακτικό μέλος σε περίπτωση απουσίας του. Ο αναπληρωτής είναι ένα από τα ακόλουθα πρόσωπα: ο επικεφαλής της εθνικής ρυθμιστικής αρχής, ένα μέλος του συλλογικού οργάνου της, ο αντικαταστάτης τους, ο αντικαταστάτης οποιουδήποτε εξ αυτών ή μέλος του προσωπικού της εθνικής ρυθμιστικής αρχής.
3.Τα μέλη του ρυθμιστικού συμβουλίου και οι αναπληρωτές τους διορίζονται με βάση τα γνωστικά προσόντα τους στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, λαμβανομένων υπόψη των σχετικών δεξιοτήτων τους στους τομείς της διαχείρισης, της διοίκησης και του προϋπολογισμού. Για να διασφαλίζεται η συνέχεια του έργου του ρυθμιστικού συμβουλίου, όλες οι αρμόδιες για τους διορισμούς εθνικές ρυθμιστικές αρχές καταβάλλουν προσπάθειες ώστε να περιορίζεται η εναλλαγή των μελών τους και, ει δυνατόν, επίσης των αναπληρωτών, επιδιώκουν δε την επίτευξη ισόρροπης εκπροσώπησης ανδρών και γυναικών.
4.Η Επιτροπή συμμετέχει σε όλες τις συζητήσεις του ρυθμιστικού συμβουλίου χωρίς δικαίωμα ψήφου, και εκπροσωπείται σε ενδεδειγμένο υψηλό επίπεδο.
5.Δημοσιεύεται ενημερωμένος κατάλογος των μελών του ρυθμιστικού συμβουλίου και των αναπληρωτών τους, μαζί με τις δηλώσεις συμφερόντων τους.
Άρθρο 128
Ανεξαρτησία του ρυθμιστικού συμβουλίου του BEREC
1.Το ρυθμιστικό συμβούλιο ενεργεί ανεξάρτητα και αντικειμενικά προς το συμφέρον της Ένωσης, ανεξάρτητα από τυχόν ιδιαίτερα εθνικά ή προσωπικά συμφέροντα.
2.Με την επιφύλαξη του συντονισμού που αναφέρεται στο άρθρο 120 παράγραφος 1, τα μέλη του ρυθμιστικού συμβουλίου και των αναπληρωτών τους δεν ζητούν ούτε δέχονται υποδείξεις από καμία κυβέρνηση, όργανο, πρόσωπο ή φορέα.
Άρθρο 129
Καθήκοντα του ρυθμιστικού συμβουλίου του BEREC
1.Το ρυθμιστικό συμβούλιο έχει τα ακόλουθα καθήκοντα:
α)εκπληρώνει τα καθήκοντα του BEREC που ορίζονται στα άρθρα 122 έως 126, δηλαδή εκδίδει τις γνώμες, κατευθυντήριες γραμμές, εκθέσεις, συστάσεις και κοινές θέσεις και διανείμει βέλτιστες πρακτικές όπως αναφέρονται στα εν λόγω άρθρα, βασιζόμενο, για όλα αυτά, στο προπαρασκευαστικό έργο που επιτελούν οι ομάδες εργασίας·
β) λαμβάνει διοικητικές αποφάσεις σχετικά με την εσωτερική οργάνωση των εργασιών του BEREC με την επιφύλαξη των διοικητικών αποφάσεων σχετικά με την οργάνωση της ODN·
γ)εγκρίνει το διετές πρόγραμμα εργασίας του BEREC, που αναφέρεται στο άρθρο 141·
δ)εγκρίνει τη διετή έκθεση δραστηριοτήτων του BEREC, που αναφέρεται στο άρθρο 142·
ε)εγκρίνει κανόνες για την πρόληψη και τη διαχείριση συγκρούσεων συμφερόντων, όπως αναφέρονται στο άρθρο 173 παράγραφος 5, καθώς και όσον αφορά τα μέλη των ομάδων εργασίας·
στ)εγκρίνει, τους λεπτομερείς κανόνες σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή του BEREC, σύμφωνα με το άρθρο 167·
ζ)εγκρίνει και ενημερώνει τακτικά τα σχέδια επικοινωνίας και διάδοσης όπως αναφέρονται στο άρθρο 168 παράγραφος 1, βάσει ανάλυσης των αναγκών·
η)εγκρίνει, αποφασίζοντας με πλειοψηφία δύο τρίτων των μελών του και δημοσιοποιεί τον εσωτερικό κανονισμό του·
θ)εγκρίνει, από κοινού με τον διευθυντή της ODN, τη σύναψη ρυθμίσεων συνεργασίας με αρμόδιους φορείς, υπηρεσίες, οργανισμούς και συμβουλευτικές ομάδες της Ένωσης, καθώς και με τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών και με διεθνείς οργανισμούς, σύμφωνα με το άρθρο 166 παράγραφος 1·
ι)συγκροτεί ομάδες εργασίας, σε συντονισμό με την ODN, και διορίζει τους προέδρους τους σύμφωνα με το άρθρο 140·
ια)παρέχει καθοδήγηση στον διευθυντή της ODN όσον αφορά την εκτέλεση των καθηκόντων της ODN σε σχέση με τα καθήκοντα του BEREC.
2.Το ρυθμιστικό συμβούλιο του BEREC επανεξετάζει τον εσωτερικό κανονισμό του έως την/τις [6 μήνες από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].
Άρθρο 130
Πρόεδρος και αντιπρόεδροι του ρυθμιστικού συμβουλίου του BEREC
1.Το ρυθμιστικό συμβούλιο του BEREC διορίζει, αποφασίζοντας με πλειοψηφία των δύο τρίτων των μελών του, πρόεδρο και τουλάχιστον έναν αντιπρόεδρο μεταξύ των μελών του.
2.Ο αντιπρόεδρος αναλαμβάνει τα καθήκοντα του προέδρου, σε περίπτωση αδυναμίας του τελευταίου να ασκήσει τα καθήκοντά του.
3.Η εντολή του προέδρου είναι μονοετής και μπορεί να ανανεωθεί μία φορά. Ο εσωτερικός κανονισμός προβλέπει όσο το δυνατόν μεγαλύτερη συνέχεια όσον αφορά τον επικεφαλής του συμβουλίου.
4.Ο πρόεδρος του ρυθμιστικού συμβουλίου του BEREC δεν ζητεί ούτε δέχεται υποδείξεις από καμία κυβέρνηση, όργανο, πρόσωπο ή φορέα.
5.Ο πρόεδρος υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με την εκτέλεση των καθηκόντων του BEREC κατόπιν σχετικού αιτήματος.
7.3.ΤΙΤΛΟΣ III: ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΟΥ RSPB
Άρθρο 131
Ίδρυση και στόχοι του RSPB
1.Ο Φορέας για την Πολιτική Ραδιοφάσματος (στο εξής: RSPB) ιδρύεται διά του παρόντος χωρίς νομική προσωπικότητα και με τις αρμοδιότητες που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό.
2.Ο RSPB αντικαθιστά και αναλαμβάνει τα καθήκοντα της ομάδας για την πολιτική ραδιοφάσματος (στο εξής: RSPG), η οποία συστάθηκε με την απόφαση της Επιτροπής, της 11ης Ιουνίου 2019.
3.Ο RSPB επιδιώκει τους στόχους που ορίζονται στο άρθρο 3 του παρόντος κανονισμού. Ειδικότερα, ο RSPB έχει ως στόχο να διασφαλίζει τη συνεπή εφαρμογή του κανονιστικού πλαισίου για το ραδιοφάσμα και να στηρίζει την ανάπτυξη πολιτικής για το ραδιοφάσμα σε επίπεδο Ένωσης.
4.Ο RSPB ασκεί τα καθήκοντά του εγκαίρως και με αμεροληψία και διαφάνεια.
5.Ο RSPB στηρίζεται στην εμπειρογνωσία που διαθέτουν οι εθνικές αρμόδιες αρχές και η ODN.
Άρθρο 132
Καθήκοντα του RSPB για την υποστήριξη της Επιτροπής και άλλων θεσμικών οργάνων της Ένωσης
1.Ο RSPB επικουρεί και συμβουλεύει την Επιτροπή:
α)σε στρατηγικά θέματα πολιτικής ραδιοφάσματος στην Ένωση·
β)σχετικά με τον συντονισμό των προσεγγίσεων πολιτικής ραδιοφάσματος στην Ένωση·
γ)εκδίδοντας γνώμες σχετικά με τις συστάσεις της Επιτροπής όσον αφορά την εναρμονισμένη εφαρμογή των διατάξεων του κανονιστικού πλαισίου για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες στον τομέα του ραδιοφάσματος, με την επιφύλαξη του ρόλου του BEREC·
δ)σχετικά με τον συντονισμό και τη συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής, των κρατών μελών και των συναφών αρμόδιων αρχών σε σχέση με την εφαρμογή της νομοθεσίας, των προγραμμάτων και των πολιτικών της Ένωσης για το ραδιοφάσμα που βρίσκονται σε ισχύ·
ε)κατά περίπτωση, σχετικά με τους εναρμονισμένους όρους όσον αφορά τη διάθεση και την αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος, οι οποίοι είναι απαραίτητοι για την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.
2.Ο RSPB επικουρεί την Επιτροπή:
α)κατά την ανάπτυξη της στρατηγικής της Ένωσης για το ραδιοφάσμα σύμφωνα με το άρθρο 17 και κατά την παρακολούθηση των τεχνικών, οικονομικών και κοινωνικών εξελίξεων, για την υποβολή προτάσεων επικαιροποίησης οποιουδήποτε χάρτη πορείας της Ένωσης για το ραδιοφάσμα σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 3·
β)σε περιπτώσεις αιτήματος για κατανομή ραδιοφάσματος από ενδιαφερόμενο μέρος, όταν το θέμα επηρεάζει την πολιτική ραδιοφάσματος, σύμφωνα με το άρθρο 19·
γ)κατά τον καθορισμό των σχετικών κοινών όρων αδειοδότησης και, κατά περίπτωση, κατά την υποβολή προτάσεων για την κατάλληλη διαδικασία αδειοδότησης και τους όρους χορήγησης, σύμφωνα με το άρθρο 22·
δ)κατά τη σύσταση κοινών μεθοδολογιών για τον καθορισμό των ετήσιων τελών και των οριακών τιμών σύμφωνα με το άρθρο 29·
ε)κατά την ανάπτυξη κοινών πτυχών διαδικασιών αδειοδότησης που ευνοούν τις επενδύσεις και όρων επιλογής για την αδειοδότηση της χρήσης εναρμονισμένου ραδιοφάσματος σύμφωνα με το άρθρο 30 παράγραφος 10·
στ)κατά περίπτωση, κατά τον καθορισμό των όρων που συνοδεύουν τη γενική άδεια σύμφωνα με το άρθρο 38 παράγραφος 3·
ζ)κατά την κατάρτιση του ευρωπαϊκού πίνακα κατανομής δορυφορικών συχνοτήτων σύμφωνα με το άρθρο 39 παράγραφος 2·
η)κατά τον καθορισμό των όρων αδειοδότησης και χρήσης διαφόρων ζωνών ραδιοφάσματος σύμφωνα με το άρθρο 39 παράγραφος 4·
θ)κατά την αξιολόγηση των αιτήσεων για ενωσιακές άδειες σύμφωνα με το άρθρο 40·
ι)κατά τη διατύπωση σύστασης για τον συντονισμένο μερισμό του ραδιοφάσματος μεταξύ επίγειων και δορυφορικών χρήσεων σύμφωνα με το άρθρο 45 παράγραφος 4.
3.Ο RSPB επικουρεί επίσης την Επιτροπή στις προπαρασκευαστικές εργασίες της σχετικά με προτάσεις προς το Συμβούλιο για την έκδοση αποφάσεων σύμφωνα με το άρθρο 218 παράγραφος 9 της ΣΛΕΕ για τον καθορισμό των θέσεων που πρέπει να ληφθούν εξ ονόματος της Ένωσης σε διεθνείς οργανισμούς αρμόδιους για θέματα ραδιοφάσματος.
4.Κατά περίπτωση, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από τον RSPB να εκδώσει γνώμες ή εκθέσεις, ακόμη και αν δεν αναφέρονται ρητά στο παρόν άρθρο.
5.Ο RSPB διαβουλεύεται, κατά περίπτωση, με τα ενδιαφερόμενα μέρη και τους δίνει την ευκαιρία να υποβάλουν παρατηρήσεις εντός εύλογης χρονικής περιόδου, λαμβάνοντας υπόψη την πολυπλοκότητα του ζητήματος. Οι εν λόγω διαβουλεύσεις πραγματοποιούνται όσο το δυνατόν νωρίτερα στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Η περίοδος διαβούλευσης δεν είναι μικρότερη από 45 ημέρες, εκτός εάν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις. Ο RSPB δημοσιοποιεί, με την επιφύλαξη του άρθρου 169, τα αποτελέσματα τέτοιων δημόσιων διαβουλεύσεων.
6.Ο RSPB επικουρεί και συμβουλεύει το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, κατόπιν αιτήματός τους, σχετικά με τον στρατηγικό σχεδιασμό και τον συντονισμό των προσεγγίσεων πολιτικής ραδιοφάσματος στην Ένωση.
Άρθρο 133
Καθήκοντα του RSPB για την υποστήριξη των εθνικών αρμόδιων αρχών
1.Ο RSPB επικουρεί τις εθνικές αρμόδιες αρχές στη συνεργασία μεταξύ τους και με την Επιτροπή για την υποστήριξη του στρατηγικού σχεδιασμού και του συντονισμού των προσεγγίσεων πολιτικής ραδιοφάσματος στην Ένωση, με τους εξής τρόπους:
α)αναπτύσσοντας βέλτιστες πρακτικές για ζητήματα σχετικά με το ραδιοφάσμα, με στόχο την εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου, μεταξύ άλλων με τη συλλογή ορθών πρακτικών σχετικά με:
(I)το καταλληλότερο καθεστώς αδειοδότησης σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφος 5·
(II)τις διαδικασίες αδειοδότησης για το ραδιοφάσμα και τους όρους επιλογής σύμφωνα με το άρθρο 30 παράγραφος 10·
β)διευκολύνοντας τον συντονισμό μεταξύ των κρατών μελών με σκοπό την εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου και τη συμβολή στην ανάπτυξη ενιαίας αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών, μεταξύ άλλων διά της ενίσχυσης της ανταλλαγής πληροφοριών, της συνεργασίας και της μάθησης από ομοτίμους μεταξύ των κρατών μελών·
γ)συντονίζοντας τις προσεγγίσεις των κρατών μελών όσον αφορά την άσκηση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος και δημοσιεύοντας εκθέσεις και γνώμες για ζητήματα σχετικά με το ραδιοφάσμα·
δ)κατά περίπτωση, διοργανώνοντας συνεδριάσεις ώστε να δίνεται η δυνατότητα στις εθνικές αρμόδιες αρχές, κατόπιν αιτήματός τους, να συζητούν και να ανταλλάσσουν απόψεις και εμπειρίες σχετικά με τις διαδικασίες αδειοδότησης και τους όρους χρήσης του ραδιοφάσματος·
ε)διοργανώνοντας τακτικές συζητήσεις με την Επιτροπή σχετικά με διάφορα στρατηγικά ζητήματα που αφορούν το ραδιοφάσμα·
στ)διοργανώνοντας εργαστήρια και ακροάσεις με εκπροσώπους των συμφεροντούχων και της ακαδημαϊκής κοινότητας σχετικά με τις τεχνικές, οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις που αφορούν το ραδιοφάσμα.
2.Ο RSPB επικουρεί τις αρμόδιες αρχές και την Επιτροπή:
α)μεσολαβώντας για την επίλυση οποιουδήποτε ζητήματος διασυνοριακού συντονισμού ή διασυνοριακών επιβλαβών παρεμβολών ή διαφοράς μεταξύ κρατών μελών ή με τρίτες χώρες και εκδίδει σχετικές γνώμες, σύμφωνα με το άρθρο 14·
β)παρακολουθώντας την εφαρμογή των εθνικών χαρτών πορείας για το ραδιοφάσμα σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 5·
γ)εφαρμόζοντας τον μερισμό του ραδιοφάσματος με την έκδοση κατευθυντήριων γραμμών σύμφωνα με το άρθρο 27 παράγραφος 5·
δ)προσδιορίζοντας τις ζώνες ραδιοφάσματος που πρέπει να καλύπτονται και την πρακτική ρύθμιση των βάσεων δεδομένων σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 2·
ε)σε σχέση με τις καταθέσεις και τον συντονισμό δορυφορικών συστημάτων στην ITU σύμφωνα με το άρθρο 37·
στ)παρακολουθώντας τη συμμόρφωση των δορυφορικών συστημάτων που λειτουργούν βάσει ενωσιακής άδειας, καθώς και εξετάζοντας και αντιμετωπίζοντας κατάλληλα τις σχετικές παραβάσεις σύμφωνα με το άρθρο 43, μεταξύ άλλων εκδίδοντας σχετικές γνώμες·
ζ)ανταλλάσσοντας πληροφορίες σχετικά με επείγουσες δράσεις, σύμφωνα με το άρθρο 44 παράγραφος 3.
3.Ο RSPB συμμετέχει στην ενωσιακή διαδικασία ενιαίας αγοράς ραδιοφάσματος σύμφωνα με το άρθρο 31 και διατυπώνει παρατηρήσεις και γνώμες στις περιπτώσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.
Άρθρο 134
Σύνθεση του συμβουλίου του RSPB
1.Για τη στελέχωση του συμβουλίου του RSPB κάθε κράτος μέλος διορίζει ένα μέλος των αρμόδιων για την πολιτική ραδιοφάσματος αρχών. Κάθε μέλος έχει δικαίωμα ψήφου.
2.Το μέλος του συμβουλίου που διορίζεται από κάθε κράτος μέλος είναι εκπρόσωπος υψηλού επιπέδου με συνολική ευθύνη για τη στρατηγική πολιτική ραδιοφάσματος.
3.Η Επιτροπή συμμετέχει σε όλες τις συνεδριάσεις του συμβουλίου του RSPB χωρίς δικαίωμα ψήφου και εκπροσωπείται σε ενδεδειγμένα υψηλό επίπεδο.
4.Κάθε μέλος του συμβουλίου του RSPB, καθώς και η Επιτροπή, διορίζει έναν αναπληρωτή εκπρόσωπο, ο οποίος αντικαθιστά το μέλος κατά την απουσία του.
5.Κατάλογος με τα ονόματα και τους δεσμούς των εκπροσώπων των μελών του συμβουλίου του RSPB, καθώς και των αναπληρωτών τους, δημοσιοποιείται στον ιστότοπο του RSPB.
Άρθρο 135
Καθήκοντα του συμβουλίου του RSPB
1.Το συμβούλιο του RSPB έχει τα ακόλουθα καθήκοντα:
α)εκπληρώνει τα καθήκοντα του RSPB που ορίζονται στα άρθρα 132 και 133, δηλαδή εκδίδει τις γνώμες και εκθέσεις και διαδίδει βέλτιστες πρακτικές, βασιζόμενο, για όλα αυτά, στο προπαρασκευαστικό έργο που επιτελούν οι ομάδες εργασίας·
β)λαμβάνει διοικητικές αποφάσεις σχετικά με την εσωτερική οργάνωση των εργασιών του RSPB, με την επιφύλαξη των διοικητικών αποφάσεων σχετικά με την οργάνωση της ODN·
γ)εγκρίνει το διετές πρόγραμμα εργασίας του RSPB, που αναφέρεται στο άρθρο 141·
δ)εγκρίνει τη διετή έκθεση δραστηριοτήτων του RSPB, που αναφέρεται στο άρθρο 142·
ε)εγκρίνει κανόνες σχετικά με την πρόληψη και τη διαχείριση συγκρούσεων συμφερόντων, όπως αναφέρονται στο άρθρο 173 παράγραφος 5, καθώς και όσον αφορά τα μέλη των ομάδων εργασίας·
στ)εγκρίνει λεπτομερείς κανόνες σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή του RSPB, σύμφωνα με το άρθρο 167·
ζ)εγκρίνει και ενημερώνει τακτικά τα σχέδια επικοινωνίας και διάδοσης που αναφέρονται στο άρθρο 168 παράγραφος 1, βάσει ανάλυσης των αναγκών·
η)εγκρίνει και δημοσιοποιεί τον εσωτερικό κανονισμό του με πλειοψηφία των δύο τρίτων των μελών του·
θ)εγκρίνει, από κοινού με τον διευθυντή της ODN, τη σύναψη ρυθμίσεων συνεργασίας με αρμόδιους φορείς, υπηρεσίες, οργανισμούς και συμβουλευτικές ομάδες της Ένωσης, καθώς και με τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών και με διεθνείς οργανισμούς, σύμφωνα με το άρθρο 166 παράγραφος 1·
ι)συγκροτεί ομάδες εργασίας, σε συντονισμό με την ODN, και διορίζει τους προέδρους τους σύμφωνα με το άρθρο 140·
ια)παρέχει καθοδήγηση στον διευθυντή της ODN όσον αφορά την εκτέλεση των καθηκόντων της ODN σε σχέση με τα καθήκοντα του RSPB.
2.Το συμβούλιο του RSPB επανεξετάζει τον εσωτερικό κανονισμό του έως την/τις [6 μήνες από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].
Άρθρο 136
Πρόεδρος και αντιπρόεδρος του συμβουλίου του RSPB
1.Το συμβούλιο του RSPB διορίζει, αποφασίζοντας με πλειοψηφία των δύο τρίτων των μελών του, πρόεδρο και αντιπρόεδρο μεταξύ των μελών του.
2.Ο αντιπρόεδρος αναλαμβάνει τα καθήκοντα του προέδρου, σε περίπτωση αδυναμίας του τελευταίου να ασκήσει τα καθήκοντά του.
3.Η εντολή του προέδρου είναι διετής και μπορεί να ανανεωθεί μία φορά. Ο εσωτερικός κανονισμός προβλέπει όσο το δυνατόν μεγαλύτερη συνέχεια όσον αφορά τον επικεφαλής του συμβουλίου.
4.Ο πρόεδρος υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με την εκτέλεση των καθηκόντων του RSPB κατόπιν σχετικού αιτήματος.
7.4.ΤΙΤΛΟΣ IV: ΚΟΙΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥ BEREC ΚΑΙ ΤΟΥ RSPB
Άρθρο 137
Οργανωτική δομή του BEREC και του RSPB
Ο BEREC και ο RSPB περιλαμβάνουν έκαστος:
α)συμβούλιο·
β)ομάδες εργασίας.
Άρθρο 138
Συνεδριάσεις του ρυθμιστικού συμβουλίου του BEREC και του συμβουλίου του RSPB
1.Οι πρόεδροι του ρυθμιστικού συμβουλίου του BEREC και του συμβουλίου του RSPB συγκαλούν τις συνεδριάσεις του ρυθμιστικού συμβουλίου του BEREC και του συμβουλίου του RSPB, αντίστοιχα, και καθορίζουν τις ημερήσιες διατάξεις των εν λόγω συνεδριάσεων, οι οποίες δημοσιοποιούνται.
2.Το ρυθμιστικό συμβούλιο του BEREC και το συμβούλιο του RSPB θα πρέπει να πραγματοποιούν τουλάχιστον δύο τακτικές συνεδριάσεις ανά έτος.
Έκτακτες συνεδριάσεις συγκαλούνται με πρωτοβουλία του προέδρου, κατόπιν αιτήματος τουλάχιστον τριών μελών του ρυθμιστικού συμβουλίου ή κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής.
3.Ο διευθυντής της ODN συμμετέχει σε όλες τις συζητήσεις, χωρίς δικαίωμα ψήφου.
4.Οι πρόεδροι του ρυθμιστικού συμβουλίου του BEREC και του συμβουλίου του RSPB, αντίστοιχα, μπορούν να προσκαλούν οποιοδήποτε άτομο, του οποίου η γνώμη ενδέχεται να παρουσιάζει ενδιαφέρον, να συμμετέχει στις συνεδριάσεις τους ως παρατηρητής.
5.Τα τακτικά και τα αναπληρωματικά μέλη του ρυθμιστικού συμβουλίου του BEREC και του συμβουλίου του RSPB, αντίστοιχα, μπορούν, υπό τους όρους των εσωτερικών τους κανονισμών, να επικουρούνται στις συνεδριάσεις από τους συμβούλους τους ή άλλους εμπειρογνώμονες.
6.Όταν το ρυθμιστικό συμβούλιο του BEREC και το συμβούλιο του RSPB, αντίστοιχα, το κρίνουν σκόπιμο, μπορούν να προσκαλούν σχετικούς εκπροσώπους του κλάδου στις αντίστοιχες συνεδριάσεις τους, μόνο για παρουσίαση θέσεων.
7.Η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει τον περιορισμό της συμμετοχής σε συζητήσεις που αφορούν ευαίσθητα και εμπιστευτικά θέματα, τα οποία η Επιτροπή θεωρεί ισχυρής ενωσιακής διάστασης. Ο πρόεδρος, σε συμφωνία με τον διευθυντή της ODN, μπορεί να ζητήσει τον περιορισμό της συμμετοχής σε συζητήσεις σχετικά με την ανθεκτικότητα ή την ασφάλεια, οι οποίες ενδέχεται να απαιτούνται για την εκτέλεση καθηκόντων δυνάμει του παρόντος κανονισμού.
8.Η ODN παρέχει γραμματειακή υποστήριξη στο ρυθμιστικό συμβούλιο του BEREC και στο συμβούλιο του RSPB.
Άρθρο 139
Κανόνες ψηφοφορίας
1.Οι αποφάσεις του ρυθμιστικού συμβουλίου του BEREC και του συμβουλίου του RSPB λαμβάνονται με απλή πλειοψηφία των μελών τους, εκτός εάν ορίζεται άλλως στον παρόντα κανονισμό.
Οι αποφάσεις του ρυθμιστικού συμβουλίου του BEREC και του συμβουλίου του RSPB δημοσιοποιούνται και αναφέρουν τυχόν επιφυλάξεις οποιουδήποτε μέλους κατόπιν αιτήματός του.
2.Κάθε μέλος του ρυθμιστικού συμβουλίου του BEREC και του συμβουλίου του RSPB διαθέτει μία ψήφο. Εάν ένα μέλος απουσιάζει, ο αναπληρωτής δικαιούται να ασκήσει το εν λόγω δικαίωμα ψήφου του εν λόγω μέλους.
Σε περίπτωση απουσίας τόσο ενός μέλους όσο και του αναπληρωτή, το δικαίωμα ψήφου μπορεί να εκχωρηθεί σε άλλο μέλος, σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στον αντίστοιχο εσωτερικό κανονισμό.
Ο πρόεδρος μπορεί να μεταβιβάζει το δικαίωμα ψήφου σε κάθε περίπτωση. Ο πρόεδρος συμμετέχει στην ψηφοφορία εκτός αν έχει μεταβιβάσει τα δικαιώματα ψήφου.
3.Ο αντίστοιχος εσωτερικός κανονισμός του ρυθμιστικού συμβουλίου του BEREC και του συμβουλίου του RSPB ορίζει λεπτομερώς τους κανόνες της ψηφοφορίας, συμπεριλαμβανομένων των όρων αντιπροσώπευσης ενός μέλους από άλλο μέλος, της απαρτίας και των προθεσμιών για τη σύγκληση των συνεδριάσεων. Επιπλέον, ο εσωτερικός κανονισμός διασφαλίζει ότι παρέχονται στα μέλη του ρυθμιστικού συμβουλίου του BEREC και του συμβουλίου του RSPB οι πλήρεις ημερήσιες διατάξεις και τα σχέδια προτάσεων αρκετά πριν από κάθε συνεδρίαση, προκειμένου να έχουν τη δυνατότητα να προτείνουν τροποποιήσεις πριν από την ψηφοφορία. Ο εσωτερικός κανονισμός μπορεί, μεταξύ άλλων, να προβλέπει διαδικασία για ψηφοφορία σε επείγοντα θέματα, γραπτή διαδικασία, καθώς και άλλες πρακτικές ρυθμίσεις για τη λειτουργία του ρυθμιστικού συμβουλίου του BEREC και του συμβουλίου του RSPB.
Άρθρο 140
Ομάδες εργασίας
1.Όπου δικαιολογείται, το ρυθμιστικό συμβούλιο του BEREC και το συμβούλιο του RSPB μπορούν να συγκροτούν ομάδες εργασίας, έπειτα από διαβούλευση με την ODN, για την εφαρμογή των προγραμμάτων εργασίας τους.
2.Το ρυθμιστικό συμβούλιο του BEREC και το συμβούλιο του RSPB διορίζουν τους προέδρους των αντίστοιχων ομάδων εργασίας τους με εκπροσώπηση, στο μέτρο του δυνατού, διαφόρων εθνικών ρυθμιστικών αρχών, μελών του RSPB και της ODN.
3.Στις ομάδες εργασίας του BEREC μπορούν να συμμετέχουν εμπειρογνώμονες από όλες τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές. Στις ομάδες εργασίας του RSPB μπορούν να συμμετέχουν όλα τα μέλη του RSPB. Εμπειρογνώμονες της ODN και της Επιτροπής έχουν δικαίωμα συμμετοχής σε όλες τις ομάδες εργασίας. Το προσωπικό της ODN συμβάλλει επίσης στο ρυθμιστικό έργο των ομάδων εργασίας και τους παρέχει διοικητική υποστήριξη.
4.Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 3:
α)οι εμπειρογνώμονες της Επιτροπής και της οικείας εθνικής ρυθμιστικής αρχής δεν συμμετέχουν στις ομάδες εργασίας του BEREC που συγκροτούνται για την εκτέλεση των καθηκόντων που αναφέρονται στο άρθρο 124 παράγραφος 1 στοιχείο στ)·
β)οι εμπειρογνώμονες της Επιτροπής και της οικείας εθνικής ρυθμιστικής αρχής δεν συμμετέχουν στις ομάδες εργασίας του RSPB και του BEREC που συγκροτούνται για την εκτέλεση των καθηκόντων που αναφέρονται στο άρθρο 133 παράγραφος 3 και στο άρθρο 124 παράγραφος 2 στοιχείο β), αντίστοιχα·
γ)στην ομάδα εργασίας του RSPB που συγκροτείται για την εκτέλεση των καθηκόντων που αναφέρονται στο άρθρο 132 παράγραφος 3 συμμετέχουν μόνον εμπειρογνώμονες από τις αρχές των κρατών μελών, την Επιτροπή και την ODN.
5.Στις ομάδες εργασίας του BEREC που συγκροτούνται για την εκτέλεση καθηκόντων σχετικών με αρμοδιότητες που ανατίθενται σε εθνικό επίπεδο σε άλλες αρμόδιες αρχές, οι εμπειρογνώμονες από άλλες αρμόδιες αρχές που έχουν κοινοποιηθεί σύμφωνα με το άρθρο 115 παράγραφος 3 καλούνται να συμμετάσχουν και οι απόψεις τους λαμβάνονται υπόψη. Εάν εμπειρογνώμονες από άλλες αρμόδιες αρχές δεν είναι σε θέση να παραστούν στις εν λόγω συνεδριάσεις, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές διασφαλίζουν ότι οι απόψεις των εν λόγω άλλων αρμόδιων αρχών έχουν ληφθεί υπόψη.
Οι αντίστοιχοι πρόεδροι του ρυθμιστικού συμβουλίου του BEREC και του συμβουλίου του RSPB ή οι πρόεδροι των ομάδων εργασίας μπορούν να προσκαλέσουν μεμονωμένους εμπειρογνώμονες αναγνωρισμένων προσόντων στο σχετικό πεδίο για να συμμετάσχουν στις συνεδριάσεις των ομάδων εργασίας, αν κριθεί απαραίτητο, κατά περίπτωση.
6.Οι ομάδες εργασίας κατά κανόνα διαλύονται μετά την εκπλήρωση της εντολής τους.
7.Το ρυθμιστικό συμβούλιο του BEREC και το συμβούλιο του RSPB εγκρίνουν αντίστοιχα εσωτερικό κανονισμό σχετικά με τον καθορισμό των πρακτικών ρυθμίσεων για τη λειτουργία των ομάδων εργασίας.
Άρθρο 141
Πρόγραμμα εργασίας
1.Έπειτα από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή, καθώς και με άλλα ενδιαφερόμενα μέρη σύμφωνα με το άρθρο 122 παράγραφος 10 και το άρθρο 132 παράγραφος 5 αντίστοιχα, το ρυθμιστικό συμβούλιο του BEREC και το συμβούλιο του RSPB εγκρίνουν το αντίστοιχο διετές πρόγραμμα εργασίας τους έως την 31η Δεκεμβρίου του έτους που προηγείται του διετούς κύκλου.
2.Το ρυθμιστικό συμβούλιο του BEREC και το συμβούλιο του RSPB διαβιβάζουν το αντίστοιχο πρόγραμμα εργασίας τους στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή, αμέσως μόλις εγκριθεί.
Άρθρο 142
Διετής έκθεση δραστηριοτήτων
Το ρυθμιστικό συμβούλιο του BEREC και το συμβούλιο του RSPB εγκρίνουν την αντίστοιχη διετή έκθεσή τους σχετικά με τις αντίστοιχες δραστηριότητές τους. Το ρυθμιστικό συμβούλιο του BEREC διαβιβάζει τη διετή έκθεση δραστηριοτήτων του στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή έως τις 15 Ιουνίου κάθε δεύτερου έτους.
Άρθρο 143
Συνεργασία μεταξύ του BEREC και του RSPB
1.Ο BEREC και ο RSPB συνεργάζονται σε συνεχή και συστηματική βάση επί θεμάτων αμοιβαίου ενδιαφέροντος, ιδίως όπου διασταυρώνονται η κανονιστική ρύθμιση των ηλεκτρονικών επικοινωνιών και η πολιτική για το ραδιοφάσμα. Για τον σκοπό αυτόν, ο BEREC και ο RSPB συγκροτούν κοινές ομάδες εργασίας, κατά περίπτωση, διασφαλίζουν τακτικές ανταλλαγές πληροφοριών και εμπειρογνωσίας και συντονίζουν τα αντίστοιχα προγράμματα εργασίας τους με σκοπό την προώθηση της κανονιστικής συνέπειας και της αποτελεσματικής εφαρμογής της πολιτικής.
2.Ο πρόεδρος του ρυθμιστικού συμβουλίου του BEREC και ο πρόεδρος του συμβουλίου του RSPB συνεδριάζουν τουλάχιστον δύο φορές ετησίως προκειμένου να προσδιορίσουν ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος που απαιτούν στενή και συστηματική συνεργασία μεταξύ του BEREC και της RSPB. Οι πρόεδροι υποβάλλουν προτάσεις στα αντίστοιχα συμβούλιά τους για την έγκριση κοινών δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, μηχανισμών διαρθρωμένης συνεργασίας. Τα ζητήματα αυτά λαμβάνονται υπόψη κατά την κατάρτιση των διετών προγραμμάτων εργασίας του BEREC και του RSPB.
3.Εφόσον απαιτείται, συγκαλούνται κοινές συνεδριάσεις του ρυθμιστικού συμβουλίου του BEREC και του συμβουλίου του RSPB για την εξέταση θεμάτων που αφορούν και τους δύο φορείς και για τη διασφάλιση συνεπών και συνεκτικών ρυθμιστικών και πολιτικών προσεγγίσεων.
7.5.ΤΙΤΛΟΣ V: ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΨΗΦΙΑΚΩΝ ΔΙΚΤΥΩΝ
7.5.1.ΚΕΦΑΛΑΙΟ I: Καθήκοντα και οργάνωση της ODN
Άρθρο 144
Σύσταση
Η ODN αντικαθιστά και διαδέχεται τον Οργανισμό για την υποστήριξη του BEREC (στο εξής: Υπηρεσία του BEREC), που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1971.
Άρθρο 145
Γενική εντολή της ODN
1.Η ODN ενεργεί στο πλαίσιο του πεδίου εφαρμογής του παρόντος κανονισμού για τη στήριξη της ανάπτυξης της ενιαίας αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
2.Κατά την εκπλήρωση της εντολής της, η ODN υποστηρίζει και επικουρεί τον BEREC στην εκτέλεση των καθηκόντων του δυνάμει του παρόντος κανονισμού, μεταξύ άλλων μέσω της παροχής τεχνικής εμπειρογνωσίας, αναλυτικής ικανότητας, συντονιστικής υποστήριξης και επιχειρησιακής συνδρομής, με την επιφύλαξη της ανεξαρτησίας του BEREC και των εξουσιών λήψης αποφάσεων που αυτός διαθέτει. Η ODN υποστηρίζει επίσης ενεργά και επικουρεί τον RSPB στην εκτέλεση των καθηκόντων του, ιδίως διασφαλίζοντας στενό συντονισμό μεταξύ της πολιτικής και της ρύθμισης των ηλεκτρονικών επικοινωνιών και του ραδιοφάσματος, και διευκολύνοντας τη διαρθρωμένη συνεργασία όταν ανακύπτουν ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος.
3.Η ODN εκτελεί οποιαδήποτε άλλα καθήκοντα της ανατίθενται δυνάμει του παρόντος κανονισμού ή άλλων πράξεων της Ένωσης, υπό την προϋπόθεση ότι τα καθήκοντα αυτά είναι συμβατά με την εντολή της και συμβάλλουν στην επίτευξη των στόχων που αναφέρονται στο άρθρο 3.
Άρθρο 146
Καθήκοντα της ODN
1.Η ODN έχει τα ακόλουθα καθήκοντα:
α)παρέχει υπηρεσίες εξειδικευμένης, επαγγελματικής, διοικητικής και υλικοτεχνικής υποστήριξης στον BEREC κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, μεταξύ άλλων συμμετέχοντας και συμβάλλοντας σε όλες τις δραστηριότητες των ομάδων εργασίας, σύμφωνα με το άρθρο 140·
β)συλλέγει δεδομένα και πληροφορίες από τις εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές και ανταλλάσσει και διαβιβάζει πληροφορίες σχετικά με τα καθήκοντα που ανατίθενται στον BEREC σύμφωνα με το άρθρο 103 παράγραφος 2 και τα άρθρα 122 έως 126·
γ)καταρτίζει, βάσει των πληροφοριών που αναφέρονται στο στοιχείο β), τακτικά σχέδια εκθέσεων σχετικά με συγκεκριμένες πτυχές των εξελίξεων στην ενωσιακή αγορά ηλεκτρονικών επικοινωνιών όπως η περιαγωγή και οι εκθέσεις συγκριτικής ανάλυσης, προς υποβολή στον BEREC·
δ)διαδίδει βέλτιστες ρυθμιστικές πρακτικές μεταξύ των εθνικών ρυθμιστικών και λοιπών αρμόδιων αρχών, σύμφωνα με το άρθρο 122 παράγραφος 1 στοιχείο β)·
ε)επικουρεί τον BEREC στη δημιουργία και τη διαχείριση μητρώων και βάσεων δεδομένων σύμφωνα με το άρθρο 123 παράγραφος 3 και συστήματος πληροφοριών και επικοινωνιών σύμφωνα με το άρθρο 172·
στ)δημιουργεί και διαχειρίζεται βάση δεδομένων για τους πανευρωπαϊκούς πόρους αριθμοδότησης, σύμφωνα με το άρθρο 47 παράγραφος 4·
ζ)επικουρεί τον BEREC στη διεξαγωγή δημόσιων διαβουλεύσεων, σύμφωνα με το άρθρο 122 παράγραφος 10·
η)συμβάλλει στην προετοιμασία των εργασιών και παρέχει άλλη διοικητική και σχετική με το περιεχόμενο υποστήριξη για τη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας του ρυθμιστικού συμβουλίου του BEREC·
θ)βοηθά στη σύσταση ομάδων εργασίας, κατόπιν αιτήματος του ρυθμιστικού συμβουλίου του BEREC, συμβάλλει στο ρυθμιστικό έργο και παρέχει διοικητική υποστήριξη για τη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας των εν λόγω ομάδων·
ι)καταρτίζει το σχέδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 7·
ια)διαβιβάζει τις κοινοποιήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 στις εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές προς διευκόλυνση της διαδικασίας ενιαίου διαβατηρίου σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 4·
ιβ)διατηρεί δημοσίως διαθέσιμη ενωσιακή βάση δεδομένων για τις κοινοποιήσεις που υποβάλλονται στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 8·
ιγ)επικουρεί την Επιτροπή στον στρατηγικό σχεδιασμό των πόρων αριθμοδότησης στην Ένωση και στον προσδιορισμό της δυνητικής χρήσης πόρων αριθμοδότησης για διασυνοριακές ή πανευρωπαϊκές υπηρεσίες, καθώς και στην κατάρτιση ενωσιακού σχεδίου αριθμοδότησης σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφοι 2 και 4·
ιδ)συνεργάζεται με τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές για την εκχώρηση αριθμών και τη διαχείριση των πανευρωπαϊκών πόρων αριθμοδότησης, σύμφωνα με το άρθρο 47 παράγραφος 3·
ιε)θεσπίζει τη διαδικασία και το σύστημα παροχής πληροφοριών, σύμφωνα με το άρθρο 47 παράγραφος 4·
ιστ)επικουρεί τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές στον συντονισμό των δραστηριοτήτων σχετικά με τους πόρους αριθμοδότησης με δικαίωμα εξωεδαφικής χρήσης, σύμφωνα με το άρθρο 48 παράγραφος 4·
ιζ)επικουρεί τον BEREC στην κατάρτιση των εναρμονισμένων υποδειγμάτων, σύμφωνα με το άρθρο 182·
ιη)εκτελεί άλλα καθήκοντα που της ανατίθενται δυνάμει του παρόντος κανονισμού ή άλλων νομικών πράξεων της Ένωσης.
2.Έως την/τις [δύο έτη μετά την έναρξη εφαρμογής] και στη συνέχεια κάθε έτος, η ODN δημοσιεύει έκθεση σχετικά με την πρόοδο προς την ενιαία αγορά ηλεκτρονικών επικοινωνιών, περιγράφοντας ιδίως την κατάσταση της αγοράς, τη δομή της αγοράς και τον αντίκτυπο των μέτρων που εφαρμόζονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού στην εσωτερική αγορά, συμπεριλαμβανομένων των εκ των υστέρων επιπτώσεων των συγκεντρώσεων στην αγορά. Πριν από τη δημοσίευση, υποβάλλεται στον BEREC και στον RSPB σχέδιο έκθεσης προς έγκριση. Οι εκθέσεις αυτές δημοσιεύονται.
Άρθρο 147
Καθήκοντα της ODN για την υποστήριξη του RSPB
Η ODN έχει τα ακόλουθα καθήκοντα:
α)παρέχει υπηρεσίες εξειδικευμένης, επαγγελματικής, διοικητικής και υλικοτεχνικής υποστήριξης στον RSPB κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, μεταξύ άλλων συμμετέχοντας και συμβάλλοντας σε όλες τις δραστηριότητες των ομάδων εργασίας, σύμφωνα με το άρθρο 140·
β)συλλέγει δεδομένα και πληροφορίες από τις εθνικές αρμόδιες αρχές και ανταλλάσσει και διαβιβάζει πληροφορίες σχετικά με τα καθήκοντα που ανατίθενται στον RSPB σύμφωνα με τα άρθρα 132 και 133·
γ)επικουρεί τον RSPB στη διεξαγωγή δημόσιων διαβουλεύσεων, σύμφωνα με το άρθρο 132 παράγραφος 5·
δ)συμβάλλει στην προετοιμασία των εργασιών και παρέχει άλλη διοικητική και σχετική με το περιεχόμενο υποστήριξη για τη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας του συμβουλίου του RSPB·
ε)βοηθά στη σύσταση ομάδων εργασίας, κατόπιν αιτήματος του συμβουλίου του RSPB, συμβάλλει στο ρυθμιστικό έργο και παρέχει διοικητική υποστήριξη για τη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας των εν λόγω ομάδων·
στ)επικουρεί την Επιτροπή, κατόπιν αιτήματος, στη διεξαγωγή της διαδικασίας αδειοδότησης σε επίπεδο Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 4·
ζ)ενεργεί ως ενιαίο σημείο επαφής για την υποβολή αιτήσεων και κοινοποιήσεων σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 5·
η)δημιουργεί και διαχειρίζεται δυναμικές βάσεις δεδομένων για τον γεωεντοπισμό και την παρακολούθηση των ευκαιριών χρήσης του ραδιοφάσματος σύμφωνα με το άρθρο 28·
θ)τηρεί αρχείο των ενωσιακών διαδικασιών ενιαίας αγοράς ραδιοφάσματος σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 9·
ι)παρέχει στήριξη στον RSPB για τον συντονισμό της θέσης της Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 37 παράγραφος 3·
ια)επικουρεί την Επιτροπή στον χειρισμό των κοινοποιήσεων σύμφωνα με το άρθρο 38 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο·
ιβ)επικουρεί την Επιτροπή και τον RSPB στη διαδικασία χορήγησης της ενωσιακής άδειας σύμφωνα με το άρθρο 40 και, εφόσον ζητηθεί από την Επιτροπή, επικουρεί την Επιτροπή στη διεξαγωγή διαδικασίας επιλογής σύμφωνα με το παράρτημα VI·
ιγ)στηρίζει τον RSPB στην παροχή συνδρομής στην Επιτροπή κατά την εξέταση εικαζόμενων παραβάσεων των όρων σύμφωνα με το άρθρο 43 παράγραφος 2.
Άρθρο 148
Νομική προσωπικότητα της ODN
1.Η ODN είναι φορέας της Ένωσης. Διαθέτει νομική προσωπικότητα.
2.Σε κάθε κράτος μέλος, η ODN διαθέτει την ευρύτερη νομική ικανότητα που αναγνωρίζεται σε νομικά πρόσωπα από το εθνικό δίκαιο. Δύναται ιδίως να αποκτά και να διαθέτει κινητή και ακίνητη περιουσία και να παρίσταται ενώπιον δικαστηρίου.
3.Η ODN εκπροσωπείται από τον διευθυντή της.
4.Η ODN έχει την αποκλειστική ευθύνη για τα καθήκοντα και τις εξουσίες που της ανατίθενται.
5.Η ODN έχει την έδρα της στη Ρίγα.
Άρθρο 149
Οργανωτική δομή της ODN
Η ODN απαρτίζεται από:
α)διοικητικό συμβούλιο·
β)διευθυντή.
Άρθρο 150
Σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου
1.Το διοικητικό συμβούλιο απαρτίζεται από τα πρόσωπα που έχουν διοριστεί ως μέλη του ρυθμιστικού συμβουλίου του BEREC, τον πρόεδρο του συμβουλίου του RSPB και έναν εκπρόσωπο της Επιτροπής. Κάθε μέλος του διοικητικού συμβουλίου έχει δικαίωμα ψήφου.
Κάθε αρμόδια για τους διορισμούς εθνική ρυθμιστική αρχή, όπως αναφέρεται στο άρθρο 127 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, δύναται να ορίσει πρόσωπο άλλο από το μέλος του ρυθμιστικού συμβουλίου του BEREC ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου. Το πρόσωπο αυτό είναι ο επικεφαλής της εθνικής ρυθμιστικής αρχής, ένα μέλος του συλλογικού οργάνου της ή ο αντικαταστάτης ενός εκ των δύο.
2.Για κάθε μέλος του διοικητικού συμβουλίου υπάρχει αναπληρωματικό μέλος. Τα αναπληρωματικά μέλη εκπροσωπούν το τακτικό μέλος σε περίπτωση απουσίας του.
Οι αναπληρωτές κάθε μέλους είναι τα πρόσωπα που διορίζονται αναπληρωτές των μελών του ρυθμιστικού συμβουλίου του BEREC. Ο εκπρόσωπος της Επιτροπής έχει επίσης έναν αναπληρωτή. Ο αναπληρωτής του προέδρου του συμβουλίου του RSPB είναι ο αντιπρόεδρος του συμβουλίου του RSPB.
Κάθε αρμόδια για τους διορισμούς εθνική ρυθμιστική αρχή, όπως αναφέρεται στο άρθρο 127 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, δύναται να ορίσει πρόσωπο άλλο από τον αναπληρωτή του μέλους του ρυθμιστικού συμβουλίου του BEREC ως αναπληρωτή του μέλους του διοικητικού συμβουλίου. Το πρόσωπο αυτό είναι ο επικεφαλής της εθνικής ρυθμιστικής αρχής, ένα μέλος του συλλογικού οργάνου της, ο αντικαταστάτης οποιουδήποτε εξ αυτών ή μέλος του προσωπικού της εθνικής ρυθμιστικής αρχής.
3.Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και οι αναπληρωτές τους δεν ζητούν ούτε δέχονται υποδείξεις από καμία κυβέρνηση, όργανο, πρόσωπο ή φορέα.
4.Δημοσιεύεται ενημερωμένος κατάλογος των μελών του διοικητικού συμβουλίου, και των αναπληρωτών τους, μαζί με τις δηλώσεις συμφερόντων τους.
Άρθρο 151
Διοικητικά καθήκοντα του διοικητικού συμβουλίου
1.Το διοικητικό συμβούλιο έχει τα ακόλουθα διοικητικά καθήκοντα:
α)διασφαλίζει ότι η ODN εκτελεί όλα τα καθήκοντα που της ανατίθενται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη να εξασφαλίζει την κατάλληλη υποστήριξη του RSPB και να εκτελεί τα καθήκοντά της σύμφωνα με τα άρθρα 146 και 147·
β)παρέχει γενικές κατευθύνσεις για τις δραστηριότητες της ODN και εγκρίνει, σε ετήσια βάση, το ενιαίο έγγραφο προγραμματισμού της ODN με πλειοψηφία των δύο τρίτων των μελών του, λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη του BEREC και του RSPB και αφού λάβει τη γνώμη της Επιτροπής και σύμφωνα με το άρθρο 157·
γ)εγκρίνει, με πλειοψηφία των δύο τρίτων των μελών του που έχουν δικαίωμα ψήφου, τον ετήσιο προϋπολογισμό της ODN και ασκεί άλλα καθήκοντα σε σχέση με τον προϋπολογισμό της ODN, σύμφωνα με το κεφάλαιο II του παρόντος τίτλου·
δ)εγκρίνει, δημοσιοποιεί και προβαίνει σε αξιολόγηση της ενοποιημένης ετήσιας έκθεσης δραστηριοτήτων σχετικά με τις δραστηριότητες της ODN, η οποία αναφέρεται στο άρθρο 161, και διαβιβάζει τόσο την έκθεση όσο και την αξιολόγησή του, έως την 1η Ιουλίου κάθε έτους, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στο Ελεγκτικό Συνέδριο·
ε)θεσπίζει τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στην ODN σύμφωνα με το άρθρο 163·
στ)εγκρίνει στρατηγική για την καταπολέμηση της απάτης, ανάλογη προς τους κινδύνους απάτης, λαμβάνοντας υπόψη το κόστος και τα οφέλη των προς εφαρμογή μέτρων·
ζ)εξασφαλίζει την κατάλληλη συνέχεια στα πορίσματα και στις συστάσεις που προκύπτουν από τις εσωτερικές ή εξωτερικές εκθέσεις ελέγχου και αξιολογήσεις, καθώς και από τις έρευνες της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (στο εξής: OLAF) και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας·
η)εγκρίνει κανόνες για την πρόληψη και τη διαχείριση συγκρούσεων συμφερόντων, όπως αναφέρονται στο άρθρο 173 παράγραφος 5·
θ)εγκρίνει και ενημερώνει τακτικά τα σχέδια επικοινωνίας και διάδοσης που αναφέρονται στο άρθρο 168 παράγραφος 2, βάσει ανάλυσης των αναγκών·
ι)θεσπίζει πρακτικά μέτρα σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα της ODN, σύμφωνα με το άρθρο 167·
ια)θεσπίζει τον εσωτερικό κανονισμό του·
ιβ)εγκρίνει τη σύναψη ρυθμίσεων συνεργασίας, σύμφωνα με το άρθρο 166·
ιγ)θεσπίζει εκτελεστικούς κανόνες για την εφαρμογή του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με το άρθρο 110 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης·
ιδ)με την επιφύλαξη της απόφασης που αναφέρεται στην παράγραφο 2 πρώτο εδάφιο, ασκεί, έναντι του προσωπικού της ODN, τις εξουσίες που αναθέτει ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή και τις εξουσίες που αναθέτει το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό στην αρμόδια αρχή για τη σύναψη συμβάσεων εργασίας (στο εξής: εξουσίες αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής)·
ιε)διορίζει τον διευθυντή και, ανάλογα με την περίπτωση, παρατείνει τη διάρκεια της θητείας του ή τον παύει από τα καθήκοντά του σύμφωνα με το άρθρο 156·
ιστ)διορίζει υπόλογο, δυνάμει του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό, ο οποίος λειτουργεί με πλήρη ανεξαρτησία κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του·
ιζ)λαμβάνει όλες τις αποφάσεις σχετικά με τη συγκρότηση των εσωτερικών δομών της ODN και, όπου απαιτείται, σχετικά με την τροποποίησή τους, συνεκτιμώντας τις ανάγκες που αφορούν τις δραστηριότητες της ODN και λαμβάνοντας υπόψη τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση.
Σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο στοιχείο ιστ), η ODN μπορεί να διορίζει τον ίδιο υπόλογο με άλλο οργανισμό ή θεσμικό όργανο της Ένωσης. Ειδικότερα, η ODN και η Επιτροπή μπορούν να συμφωνήσουν ότι ο υπόλογος της Επιτροπής ενεργεί και ως υπόλογος της ODN.
2.Το διοικητικό συμβούλιο εκδίδει, σύμφωνα με το άρθρο 110 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, απόφαση βάσει του άρθρου 2 παράγραφος 1 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και του άρθρου 6 του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό, για την ανάθεση στον διευθυντή σχετικών εξουσιών αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής και για τον καθορισμό των προϋποθέσεων υπό τις οποίες η εν λόγω ανάθεση εξουσιών μπορεί να ανασταλεί. Ο διευθυντής έχει το δικαίωμα να μεταβιβάζει περαιτέρω τις εν λόγω εξουσίες.
Όταν το επιβάλλουν εξαιρετικές περιστάσεις, το διοικητικό συμβούλιο δύναται, με την έκδοση απόφασης, να αναστείλει προσωρινά την ανάθεση στον διευθυντή των εξουσιών αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής και των εξουσιών που ο τελευταίος μεταβίβασε περαιτέρω, και να τις ασκήσει το ίδιο ή να τις μεταβιβάσει σε ένα από τα μέλη του ή σε μέλος του προσωπικού εκτός του διευθυντή.
3.Το διοικητικό συμβούλιο θεσπίζει τον εσωτερικό κανονισμό του έως την/τις [6 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].
Άρθρο 152
Πρόεδρος και αναπληρωτές πρόεδροι του διοικητικού συμβουλίου
1.Ο πρόεδρος και οι αναπληρωτές πρόεδροι του διοικητικού συμβουλίου είναι τα πρόσωπα που έχουν διοριστεί ως πρόεδρος και αντιπρόεδροι του ρυθμιστικού συμβουλίου του BEREC. Ισχύει δε η ίδια διάρκεια θητείας.
Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, το διοικητικό συμβούλιο δύναται, με πλειοψηφία των δύο τρίτων των μελών του, να διορίζει άλλα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ως πρόεδρο ή αναπληρωτή πρόεδρο ή προέδρους εκ των μελών του που εκπροσωπούν τα κράτη μέλη. Η διάρκεια της θητεία τους είναι η ίδια με του προέδρου και των αντιπροέδρων του ρυθμιστικού συμβουλίου του BEREC.
2.Ένας εκ των αναπληρωτών προέδρων αναλαμβάνει, σύμφωνα με τον εσωτερικό κανονισμό, τα καθήκοντα του προέδρου, σε περίπτωση αδυναμίας του τελευταίου να ασκήσει τα καθήκοντά του.
3.Ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με την εκτέλεση των καθηκόντων της ODN κατόπιν σχετικού αιτήματος.
Άρθρο 153
Συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου
1.Ο πρόεδρος συγκαλεί τις συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου.
2.Ο διευθυντής της ODN συμμετέχει στις συζητήσεις, εξαιρουμένων όσων σχετίζονται με το άρθρο 156, χωρίς δικαίωμα ψήφου.
3.Το διοικητικό συμβούλιο πραγματοποιεί τουλάχιστον δύο τακτικές συνεδριάσεις ετησίως. Επιπλέον, ο πρόεδρος συγκαλεί έκτακτες συνεδριάσεις με δική του πρωτοβουλία, κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής ή κατόπιν αιτήματος τουλάχιστον τριών μελών του διοικητικού συμβουλίου.
4.Το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να προσκαλεί οποιοδήποτε άτομο του οποίου η γνώμη ενδέχεται να παρουσιάζει ενδιαφέρον προκειμένου να παραστεί στις συνεδριάσεις του ως παρατηρητής.
5.Τα μέλη του διοικητικού Συμβουλίου και οι αναπληρωτές τους μπορούν, υπό τους όρους του εσωτερικού του κανονισμού, να επικουρούνται στις συνεδριάσεις από συμβούλους ή εμπειρογνώμονες.
6.Η ODN παρέχει γραμματειακή υποστήριξη στο διοικητικό συμβούλιο.
Άρθρο 154
Κανόνες ψηφοφορίας του διοικητικού συμβουλίου
1.Οι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου λαμβάνονται με απόλυτη πλειοψηφία των μελών του, εκτός εάν ορίζεται άλλως στον παρόντα κανονισμό.
2.Όταν το διοικητικό συμβούλιο ψηφίζει για θέματα που σχετίζονται με τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) 2019/715 και τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων και το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η απόφαση υπόκειται σε θετική ψήφο του εκπροσώπου της Επιτροπής στο διοικητικό συμβούλιο.
3.Κάθε μέλος διαθέτει μία ψήφο. Σε περίπτωση απουσίας μέλους με δικαίωμα ψήφου, το δικαίωμα ψήφου του δικαιούται να ασκήσει ο αναπληρωτής του.
4.Ο πρόεδρος μπορεί να μεταβιβάσει το δικαίωμα ψήφου σε κάθε περίπτωση. Συμμετέχει στην ψηφοφορία εκτός αν έχει μεταβιβάσει τα δικαιώματα ψήφου.
5.Λεπτομερέστερες ρυθμίσεις σχετικά με την ψηφοφορία, ιδίως όσον αφορά τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένα μέλος μπορεί να ενεργεί εξ ονόματος άλλου μέλους, καθορίζονται στον εσωτερικό κανονισμό του διοικητικού συμβουλίου.
Άρθρο 155
Καθήκοντα και αρμοδιότητες του διευθυντή
1.Ο διευθυντής είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος της ODN και είναι επιφορτισμένος με τη διοικητική διαχείριση της ODN. Ο διευθυντής λογοδοτεί στο διοικητικό συμβούλιο.
2.Ο διευθυντής προετοιμάζει τις συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου και επικουρεί τον πρόεδρο του ρυθμιστικού συμβουλίου του BEREC και τον πρόεδρο του συμβουλίου του RSPB στην προετοιμασία των συνεδριάσεων των αντίστοιχων οργάνων τους.
3.Ο διευθυντής είναι ανεξάρτητος κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και δεν ζητεί ούτε δέχεται υποδείξεις από καμία κυβέρνηση, όργανο, πρόσωπο ή φορέα.
4.Ο διευθυντής υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με την εκτέλεση των καθηκόντων του κατόπιν σχετικού αιτήματος.
5.Ο διευθυντής είναι αρμόδιος για την εκτέλεση των καθηκόντων της ODN σύμφωνα με την καθοδήγηση που παρέχουν το ρυθμιστικό συμβούλιο του BEREC, το συμβούλιο του RSPB και το διοικητικό συμβούλιο. Συγκεκριμένα, ο διευθυντής είναι αρμόδιος για τα ακόλουθα:
α)την καθημερινή διοίκηση της ODN·
β)την προετοιμασία των εργασιών του διοικητικού συμβουλίου και τη συμμετοχή, χωρίς δικαίωμα ψήφου, στις εργασίες του διοικητικού συμβουλίου·
γ)την εφαρμογή των διοικητικών αποφάσεων που εκδίδουν το ρυθμιστικό συμβούλιο του BEREC, το συμβούλιο του RSPB και το διοικητικό συμβούλιο·
δ)την κατάρτιση του ενιαίου εγγράφου προγραμματισμού που αναφέρεται στο άρθρο 157 και την υποβολή του προς έγκριση στο διοικητικό συμβούλιο έπειτα από διαβούλευση με την Επιτροπή τουλάχιστον τέσσερις εβδομάδες πριν από τη σχετική συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου·
ε)την παροχή βοήθειας στο ρυθμιστικό συμβούλιο του BEREC και στο συμβούλιο του RSPB για την κατάρτιση των εκθέσεων δραστηριοτήτων τους όπως αναφέρονται στο άρθρο 142·
στ)την παροχή βοήθειας στο ρυθμιστικό συμβούλιο του BEREC και στο συμβούλιο του RSPB για την κατάρτιση των αντίστοιχων προγραμμάτων εργασίας τους, όπως αναφέρονται στο άρθρο 141·
ζ)την εφαρμογή του ενιαίου εγγράφου προγραμματισμού και την υποβολή έκθεσης σχετικά με την εφαρμογή του στο διοικητικό συμβούλιο·
η)την κατάρτιση του σχεδίου ετήσιας έκθεσης σχετικά με τις δραστηριότητες της ODN όπως αναφέρεται στο άρθρο 161 και την υποβολή του στο διοικητικό συμβούλιο προς αξιολόγηση και έγκριση·
θ)την κατάρτιση σχεδίου δράσης σε συνέχεια των πορισμάτων εσωτερικών ή εξωτερικών εκθέσεων ελέγχου και αξιολογήσεων, καθώς και ερευνών της OLAF, και την υποβολή έκθεσης προόδου τουλάχιστον μία φορά κατ’ έτος στο διοικητικό συμβούλιο·
ι)την προστασία των χρηματοοικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, με την εφαρμογή προληπτικών μέτρων κατά της απάτης, της διαφθοράς και οποιωνδήποτε άλλων έκνομων δραστηριοτήτων μέσω της διενέργειας αποτελεσματικών ελέγχων και, εφόσον διαπιστώνονται παρατυπίες, με την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών και, κατά περίπτωση, την επιβολή αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών διοικητικών μέτρων, συμπεριλαμβανομένων χρηματικών κυρώσεων·
ια)τη χάραξη στρατηγικής της ODN για την καταπολέμηση της απάτης και την υποβολή της στο διοικητικό συμβούλιο προς έγκριση·
ιβ)την κατάρτιση σχεδίου των δημοσιονομικών κανόνων που εφαρμόζονται στην ODN·
ιγ)την κατάρτιση του σχεδίου προβλέψεων των εσόδων και των δαπανών της ODN και την εκτέλεση του προϋπολογισμού της, σύμφωνα με το άρθρο 158·
ιδ)την έγκριση, από κοινού με το ρυθμιστικό συμβούλιο του BEREC, ή το συμβούλιο του RSPB κατά περίπτωση, της σύναψης ρυθμίσεων συνεργασίας με αρμόδιους φορείς, υπηρεσίες, οργανισμούς και συμβουλευτικές ομάδες της Ένωσης, καθώς και με τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών και με διεθνείς οργανισμούς, σύμφωνα με το άρθρο 166.
6.Ο διευθυντής, υπό την εποπτεία του διοικητικού συμβουλίου, λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα, ιδιαίτερα σε σχέση με την έκδοση εσωτερικών διοικητικών οδηγιών και τη δημοσίευση ανακοινώσεων, ώστε να διασφαλίζεται η λειτουργία της ODN σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.
7.Ο διευθυντής, υπό την προϋπόθεση της εκ των προτέρων συγκατάθεσης της Επιτροπής, του διοικητικού συμβουλίου και των ενδιαφερομένων κρατών μελών, αποφασίζει αν είναι αναγκαία, για τον σκοπό της αποδοτικής και αποτελεσματικής άσκησης των καθηκόντων της ODN, η τοποθέτηση ενός ή περισσοτέρων μελών του προσωπικού σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη. Στην απόφαση διευκρινίζεται το πεδίο των δραστηριοτήτων που πρόκειται να διεξαχθούν, κατά τέτοιον τρόπο ώστε να αποφεύγονται το αδικαιολόγητο κόστος και η αλληλεπικάλυψη διοικητικών καθηκόντων της ODN. Πριν από τη λήψη της εν λόγω απόφασης, ο αντίκτυπός της στην κατανομή του προσωπικού και τον προϋπολογισμό εμφαίνεται στο πολυετές έγγραφο προγραμματισμού που αναφέρεται στο άρθρο 157.
Άρθρο 156
Διορισμός του διευθυντή
1.Ο διευθυντής προσλαμβάνεται ως έκτακτος υπάλληλος της ODN σύμφωνα με το άρθρο 2 στοιχείο α) του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό.
2.Ο διευθυντής διορίζεται από το διοικητικό συμβούλιο, με ανοιχτή και διαφανή διαδικασία επιλογής, με βάση την αξία του, τις δεξιότητές του στους τομείς της διαχείρισης, της διοίκησης και του προϋπολογισμού, καθώς και τις δεξιότητες και την πείρα του όσον αφορά τα δίκτυα και τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Ο διορισμός υπόκειται στη θετική γνώμη του εκπροσώπου του RSPB στο διοικητικό συμβούλιο.
3.Ο κατάλογος των υποψηφίων δεν προτείνεται μόνο από τον πρόεδρο ή από αναπληρωτή του προέδρου. Ο εσωτερικός κανονισμός του διοικητικού συμβουλίου ορίζει λεπτομερώς τις ρυθμίσεις που διέπουν τη διαδικασία προς ανάδειξη του αριθμού των επιλέξιμων υποψηφίων, καθώς και μια διαδικασία ψηφοφορίας.
4.Προτού διορισθεί, ο επιλεγείς από το διοικητικό συμβούλιο υποψήφιος καλείται σε ακρόαση ενώπιον της αρμόδιας επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
5.Για τον σκοπό της σύναψης της σύμβασης με τον διευθυντή, η ODN εκπροσωπείται από τον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου.
6.Η διάρκεια της θητείας του διευθυντή είναι πενταετής. Εν ευθέτω χρόνω, πριν από τη λήξη της περιόδου αυτής, το διοικητικό συμβούλιο διενεργεί αξιολόγηση στην οποία λαμβάνεται υπόψη η αξιολόγηση των επιδόσεων του διευθυντή, καθώς και των καθηκόντων και προκλήσεων της ODN. Η εν λόγω αξιολόγηση υποβάλλεται στην Επιτροπή.
7.Το διοικητικό συμβούλιο, λαμβάνοντας υπόψη την αξιολόγηση που αναφέρεται στην παράγραφο 6, με την επιφύλαξη θετικής γνώμης του συμβουλίου του RSPB, δύναται να παρατείνει τη θητεία του διευθυντή, για διάστημα που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη. Ο διευθυντής του οποίου η θητεία έχει παραταθεί δεν συμμετέχει σε νέα διαδικασία επιλογής για την ίδια θέση.
8.Ο διευθυντής μπορεί να απαλλαγεί από τα καθήκοντά του μόνο με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου κατόπιν πρότασης της Επιτροπής ή τουλάχιστον των δύο τρίτων των μελών του διοικητικού συμβουλίου και με την επιφύλαξη της θετικής γνώμης του συμβουλίου της RSPB. Οι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου σχετικά με τον διορισμό, την παράταση της θητείας ή την απομάκρυνση του διευθυντή λαμβάνονται με πλειοψηφία των δύο τρίτων των μελών του.
7.5.2.ΚΕΦΑΛΑΙΟ II: Προϋπολογισμός και προγραμματισμός της ODN
Άρθρο 157
Ετήσιος και πολυετής προγραμματισμός
1.Κάθε έτος, ο διευθυντής καταρτίζει σχέδιο εγγράφου προγραμματισμού που περιέχει ετήσια και πολυετή προγράμματα (στο εξής: ενιαίο έγγραφο προγραμματισμού), σύμφωνα με το άρθρο 32 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2019/715, λαμβάνοντας υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές που όρισε η Επιτροπή.
Το διοικητικό συμβούλιο εγκρίνει το σχέδιο ενιαίου εγγράφου προγραμματισμού έως τις 31 Ιανουαρίου κάθε έτους και το διαβιβάζει στην Επιτροπή για να ζητήσει τη γνώμη της. Το σχέδιο ενιαίου εγγράφου προγραμματισμού διαβιβάζεται επίσης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.
Το διοικητικό συμβούλιο εγκρίνει στη συνέχεια το ενιαίο έγγραφο προγραμματισμού, λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής. Διαβιβάζει το ενιαίο έγγραφο προγραμματισμού, καθώς και κάθε τελευταία ενημερωμένη έκδοση του, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή.
Το ενιαίο έγγραφο προγραμματισμού οριστικοποιείται μετά την έγκριση του γενικού προϋπολογισμού της Ένωσης και, εφόσον κριθεί αναγκαίο, προσαρμόζεται ανάλογα.
2.Το ετήσιο έγγραφο προγραμματισμού περιλαμβάνει αναλυτικούς στόχους και αναμενόμενα αποτελέσματα, συμπεριλαμβανομένων δεικτών επιδόσεων. Περιλαμβάνει περιγραφή των δράσεων που θα χρηματοδοτηθούν και αναφέρει τους χρηματοοικονομικούς και ανθρώπινους πόρους που διατίθενται για κάθε δράση, σύμφωνα με τις αρχές κατάρτισης και διαχείρισης του προϋπολογισμού βάσει δραστηριοτήτων, όπως προβλέπει το άρθρο 164. Το ετήσιο έγγραφο προγραμματισμού συνάδει με το πρόγραμμα εργασίας του BEREC και του RSPB, όπως αναφέρεται στο άρθρο 141, και με το πολυετές έγγραφο προγραμματισμού της ODN που αναφέρεται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου. Καθορίζει με σαφήνεια τα καθήκοντα που προστίθενται, τροποποιούνται ή καταργούνται σε σχέση με το προηγούμενο οικονομικό έτος.
3.Το διοικητικό συμβούλιο τροποποιεί, όταν είναι αναγκαίο, το ετήσιο έγγραφο προγραμματισμού μετά την έγκριση των προγραμμάτων εργασίας του BEREC και του RSPB που αναφέρονται στο άρθρο 141, καθώς και σε περίπτωση ανάθεσης νέου καθήκοντος στον BEREC, στον RSPB ή στην ODN.
Οποιαδήποτε ουσιαστική τροποποίηση στο ετήσιο έγγραφο προγραμματισμού εγκρίνεται σύμφωνα με την ίδια διαδικασία όπως εκείνη που εφαρμόζεται για το αρχικό ετήσιο έγγραφο προγραμματισμού. Το Διοικητικό Συμβούλιο δύναται να μεταβιβάζει στον διευθυντή την εξουσία να επιφέρει μη ουσιαστικές τροποποιήσεις στο ετήσιο έγγραφο προγραμματισμού.
4.Το πολυετές έγγραφο προγραμματισμού καθορίζει τον συνολικό στρατηγικό προγραμματισμό, ο οποίος περιλαμβάνει στόχους, αναμενόμενα αποτελέσματα και δείκτες επιδόσεων. Καθορίζει επίσης τον προγραμματισμό των πόρων, συμπεριλαμβανομένων του πολυετούς προϋπολογισμού και του προσωπικού.
Ο προγραμματισμός των πόρων επικαιροποιείται σε ετήσια βάση. Ο στρατηγικός προγραμματισμός επικαιροποιείται κατά περίπτωση, και ιδίως για την αντιμετώπιση θεμάτων που ανακύπτουν από την αξιολόγηση κατά το άρθρο 179.
5.Το ενιαίο έγγραφο προγραμματισμού της ODN περιλαμβάνει την εφαρμογή των στρατηγικών του BEREC και του RSPB για τις σχέσεις με τους αρμόδιους φορείς, υπηρεσίες, οργανισμούς και συμβουλευτικές ομάδες της Ένωσης, με τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών και με διεθνείς οργανισμούς, σύμφωνα με το άρθρο 166 παράγραφος 3, καθώς και τις δράσεις που συνδέονται με την εν λόγω στρατηγική και τον προσδιορισμό των σχετικών πόρων.
Άρθρο 158
Κατάρτιση του προϋπολογισμού
1.Κάθε έτος, ο διευθυντής καταρτίζει προσωρινό σχέδιο προβλέψεων των εσόδων και των δαπανών της ODN (στο εξής: σχέδιο προβλέψεων) για το επόμενο οικονομικό έτος, το οποίο περιλαμβάνει και τον πίνακα προσωπικού, και το υποβάλλει στο διοικητικό συμβούλιο.
Οι πληροφορίες που περιέχονται στο σχέδιο προβλέψεων είναι συμβατές με το σχέδιο ενιαίου εγγράφου προγραμματισμού που αναφέρεται στο άρθρο 157 παράγραφος 1.
2.Βάσει του προσωρινού σχεδίου προβλέψεων, το διοικητικό συμβούλιο εκδίδει σχέδιο προβλέψεων των εσόδων του Οργανισμού για το επόμενο οικονομικό έτος και το διαβιβάζει στην Επιτροπή έως την 31η Ιανουαρίου κάθε έτους.
3.Η Επιτροπή υποβάλλει το σχέδιο προβλέψεων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (στο εξής: αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή) μαζί με το σχέδιο γενικού προϋπολογισμού της Ένωσης.
4.Βάσει του σχεδίου προβλέψεων, η Επιτροπή εγγράφει στο σχέδιο γενικού προϋπολογισμού της Ένωσης τις προβλέψεις που κρίνει αναγκαίες για τον πίνακα προσωπικού και το ποσό της συνεισφοράς από τον γενικό προϋπολογισμό, και καταθέτει το σχέδιο αυτό στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή σύμφωνα με τα άρθρα 313 και 314 της ΣΛΕΕ.
5.Η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εγκρίνει τις πιστώσεις για τη συνεισφορά που προορίζεται για την ODN.
6.Η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εγκρίνει τον πίνακα προσωπικού της ODN.
7.Το διοικητικό συμβούλιο εγκρίνει τον προϋπολογισμό της ODN. Ο προϋπολογισμός καθίσταται οριστικός μετά την τελική έγκριση του γενικού προϋπολογισμού της Ένωσης. Όταν είναι αναγκαίο, αναπροσαρμόζεται αναλόγως.
8.Για τυχόν έργα κατασκευής κτιρίων που ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στον προϋπολογισμό της ODN, εφαρμόζεται ο κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2019/715.
Άρθρο 159
Διάρθρωση του προϋπολογισμού
1.Για κάθε οικονομικό έτος, το οποίο αντιστοιχεί στο ημερολογιακό έτος, καταρτίζονται προβλέψεις για το σύνολο των εσόδων και των δαπανών της ODN και εγγράφονται στον προϋπολογισμό της.
2.Ο προϋπολογισμός της ODN είναι ισοσκελισμένος ως προς τα έσοδα και τις δαπάνες.
3.Με την επιφύλαξη άλλων πόρων, τα έσοδα της ODN συνίστανται σε οποιονδήποτε συνδυασμό των ακόλουθων:
α)συνεισφορά από την Ένωση·
β)τυχόν τέλη που καταβάλλουν οι επιχειρήσεις για την απόκτηση και τη διατήρηση ενωσιακών δορυφορικών αδειών, τα οποία καθορίζονται μέσω εκτελεστικής πράξης της Επιτροπής που αναφέρεται στο άρθρο 39 παράγραφος 4, τέλη για δικαιώματα χρήσης πανευρωπαϊκών πόρων αριθμοδότησης, τα οποία καθορίζονται μέσω εκτελεστικής πράξης της Επιτροπής που αναφέρεται στο άρθρο 46 παράγραφος 4, τέλη για δημοσιεύσεις και κάθε άλλη υπηρεσία που παρέχεται από την ODN·
γ)τυχόν συνεισφορές σε είδος ή εθελοντικές χρηματοδοτικές συνεισφορές από τα κράτη μέλη και από τρίτες χώρες ή από τις ρυθμιστικές αρχές που είναι αρμόδιες στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών των τρίτων χωρών που συμμετέχουν στις εργασίες της ODN, όπως προβλέπεται στο άρθρο 166.
4.Τα έσοδα που συγκεντρώνει η ODN δεν υπονομεύουν την ουδετερότητα, την ανεξαρτησία ή την αμεροληψία της.
5.Η Επιτροπή εξετάζει τακτικά το επίπεδο των τελών που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχείο β) βάσει αξιολόγησης και, εφόσον απαιτείται, προσαρμόζει τη μεθοδολογία ή το ύψος των εν λόγω τελών και τον τρόπο καταβολής τους.
6.Η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή επανεξετάζει, όποτε απαιτείται, το ύψος της συνεισφοράς της Ένωσης βάσει αξιολόγησης των αναγκών και λαμβάνοντας υπόψη το ύψος των τελών.
7.Οι δαπάνες της ODN περιλαμβάνουν τις αμοιβές του προσωπικού, τις διοικητικές δαπάνες και τις δαπάνες υποδομής, καθώς και τις επιχειρησιακές δαπάνες.
Άρθρο 160
Εκτέλεση του προϋπολογισμού
1.Ο διευθυντής εκτελεί τον προϋπολογισμό της ODN.
2.Κάθε έτος, ο διευθυντής υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο όλες τις πληροφορίες σχετικά με τα πορίσματα των διαδικασιών αξιολόγησης.
Άρθρο 161
Ενοποιημένη ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων
Το διοικητικό συμβούλιο εγκρίνει την ενοποιημένη ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων, σύμφωνα με το άρθρο 48 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2019/715, λαμβάνοντας υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές που όρισε η Επιτροπή.
Άρθρο 162
Απόδοση λογαριασμών και απαλλαγή
1.Ο υπόλογος της ODN υποβάλλει τους προσωρινούς λογαριασμούς για το οικονομικό έτος στον υπόλογο της Επιτροπής και στο Ελεγκτικό Συνέδριο έως την 1η Μαρτίου του επόμενου οικονομικού έτους.
2.Η ODN υποβάλλει την έκθεση σχετικά με τη δημοσιονομική και οικονομική διαχείριση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στο Ελεγκτικό Συνέδριο έως την 31η Μαρτίου του επόμενου οικονομικού έτους.
3.Μετά την παραλαβή των παρατηρήσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με τους προσωρινούς λογαριασμούς της ODN, ο υπόλογος της ODN καταρτίζει τους οριστικούς λογαριασμούς της ODN με δική του ευθύνη. Ο διευθυντής υποβάλλει τους οριστικούς λογαριασμούς προς γνωμοδότηση στο διοικητικό συμβούλιο.
4.Το διοικητικό συμβούλιο εκδίδει γνώμη σχετικά με τους οριστικούς λογαριασμούς της ODN.
5.Ο διευθυντής υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στο Ελεγκτικό Συνέδριο τους οριστικούς λογαριασμούς, συνοδευόμενους από τη γνώμη του διοικητικού συμβουλίου, έως την 1η Ιουλίου του επόμενου οικονομικού έτους.
6.Οι οριστικοί λογαριασμοί της ODN δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης έως τις 15 Νοεμβρίου του επόμενου έτους.
7.Ο διευθυντής υποβάλλει στο Ελεγκτικό Συνέδριο απάντηση στις παρατηρήσεις του έως τις 30 Σεπτεμβρίου του επόμενου οικονομικού έτους. Ο διευθυντής υποβάλλει την απάντηση αυτή και στο διοικητικό συμβούλιο.
8.Ο διευθυντής υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, κατόπιν αιτήματος του τελευταίου, κάθε πληροφορία που απαιτείται για την ομαλή εφαρμογή της διαδικασίας απαλλαγής για το συγκεκριμένο οικονομικό έτος, σύμφωνα με το άρθρο 267 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2024/2509 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.
9.Πριν από τις 15 Μαΐου του έτους Ν+2 και έπειτα από σύσταση του Συμβουλίου που αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο χορηγεί απαλλαγή στον διευθυντή όσον αφορά την εκτέλεση του προϋπολογισμού του έτους Ν.
Άρθρο 163
Δημοσιονομικοί κανόνες
Οι δημοσιονομικοί κανόνες που ισχύουν για την ODN θεσπίζονται από το διοικητικό συμβούλιο έπειτα από διαβούλευση με την Επιτροπή. Οι εν λόγω κανόνες δεν αποκλίνουν από τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) 2019/715 εκτός εάν η απόκλιση αυτή απαιτείται για τη λειτουργία της ODN και κατόπιν προηγούμενης συμφωνίας της Επιτροπής.
Άρθρο 164
Προσωπικό της ODN
1.Στο προσωπικό της ODN εφαρμόζονται ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης και το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό, καθώς και οι κανόνες που θεσπίζονται κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των θεσμικών οργάνων της Ένωσης για την εφαρμογή του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό.
2.Σύμφωνα με την αρχή της διαχείρισης των ανθρώπινων πόρων βάσει των δραστηριοτήτων, η ODN διαθέτει το προσωπικό που απαιτείται για την εκτέλεση των καθηκόντων της.
3.Ο αριθμός των μελών του προσωπικού και οι αντίστοιχοι οικονομικοί πόροι προτείνονται σύμφωνα με το άρθρο 157 παράγραφοι 2 και 4 και το άρθρο 158 παράγραφος 1, λαμβανομένων υπόψη των άρθρων 146 και 147 και όλων των άλλων καθηκόντων που ανατίθενται στην ODN δυνάμει του παρόντος κανονισμού ή άλλων νομικών πράξεων της Ένωσης, καθώς και της ανάγκης συμμόρφωσης με τους κανονισμούς που ισχύουν για όλους τους αποκεντρωμένους οργανισμούς της Ένωσης.
4.Η ODN μπορεί να χρησιμοποιεί αποσπασμένους εθνικούς εμπειρογνώμονες ή άλλο προσωπικό που δεν απασχολείται από αυτήν. Στο προσωπικό αυτό δεν εφαρμόζονται ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης και το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό.
5.Το διοικητικό συμβούλιο εκδίδει απόφαση για τον καθορισμό κανόνων σχετικά με την απόσπαση εθνικών εμπειρογνωμόνων στην ODN.
7.5.3.ΚΕΦΑΛΑΙΟ III: Γενικές διατάξεις
Άρθρο 165
Προνόμια και ασυλίες
Το πρωτόκολλο περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης εφαρμόζεται στην ODN και στο προσωπικό της.
Άρθρο 166
Συνεργασία με όργανα της Ένωσης, τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς
1.Στον βαθμό που είναι αναγκαίο για την επίτευξη των στόχων που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό και για την εκτέλεση των καθηκόντων τους, και με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων των κρατών μελών και των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, ο BEREC, ο RSPB και η ODN δύνανται να συνεργάζονται με αρμόδιους φορείς, υπηρεσίες, οργανισμούς και συμβουλευτικές ομάδες της Ένωσης, με τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών και με διεθνείς οργανισμούς.
Για τον σκοπό αυτόν, ο BEREC, ο RSPB και η ODN μπορούν, κατόπιν προηγούμενης έγκρισης της Επιτροπής, να συνάπτουν ρυθμίσεις συνεργασίας. Οι εν λόγω ρυθμίσεις δεν δημιουργούν έννομες υποχρεώσεις.
2.Το ρυθμιστικό συμβούλιο του BEREC, το συμβούλιο του RSPB, οι ομάδες εργασίας και το διοικητικό συμβούλιο είναι ανοικτά στη συμμετοχή αρχών τρίτων χωρών με κύρια αρμοδιότητα στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή της πολιτικής ραδιοφάσματος, κατά περίπτωση, αν οι εν λόγω τρίτες χώρες έχουν συνάψει σχετικές συμφωνίες με την Ένωση.
Βάσει των σχετικών διατάξεων των εν λόγω συμφωνιών, θεσπίζονται ρυθμίσεις συνεργασίας που ορίζουν, ιδίως, τη φύση, την έκταση και τον τρόπο συμμετοχής, χωρίς δικαίωμα ψήφου, των εν λόγω αρχών αυτών των τρίτων χωρών στις εργασίες του BEREC, του RSPB και της ODN, συμπεριλαμβανομένων διατάξεων σχετικά με τη συμμετοχή στις πρωτοβουλίες που αναλαμβάνουν ο BEREC και ο RSPB, τις χρηματοδοτικές συνεισφορές και τη διάθεση προσωπικού στην ODN. Ως προς τα ζητήματα προσωπικού, οι εν λόγω ρυθμίσεις τηρούν πάντοτε τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης.
3.Στο πλαίσιο του διετούς προγράμματος εργασίας που αναφέρεται στο άρθρο 141, το ρυθμιστικό συμβούλιο του BEREC και το συμβούλιο του RSPB εγκρίνουν, αντίστοιχα, τη στρατηγική του BEREC και του RSPB για τις σχέσεις με αρμόδιους φορείς, υπηρεσίες, οργανισμούς και συμβουλευτικές ομάδες της Ένωσης, καθώς και με αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών και με διεθνείς οργανισμούς σχετικά με ζητήματα για τα οποία είναι αρμόδιοι, αντίστοιχα, ο BEREC και ο RSPB. Η Επιτροπή, ο BEREC, ο RSPB και η ODN συνάπτουν κατάλληλη ρύθμιση συνεργασίας με σκοπό να διασφαλιστεί ότι ο BEREC, ο RSPB και η ODN λειτουργούν εντός των ορίων της εντολής τους και του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου.
Άρθρο 167
Πρόσβαση στα έγγραφα και προστασία των δεδομένων
1.Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου εφαρμόζεται στα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή του BEREC, του RSPB και της ODN.
2.Το διοικητικό συμβούλιο της ODN επικαιροποιεί, εφόσον απαιτείται, τους λεπτομερείς κανόνες που θεσπίζονται για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 στα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή του BEREC, του RSPB και της ODN. Η ODN είναι υπεύθυνη για τη διεκπεραίωση των αιτημάτων πρόσβασης στα εν λόγω έγγραφα.
3.Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την ODN υπόκειται στον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1725.
Άρθρο 168
Διαφάνεια και επικοινωνία
1.Ο BEREC και ο RSPB, με την υποστήριξη της ODN, μπορούν να αναλαμβάνουν δραστηριότητες επικοινωνίας με δική τους πρωτοβουλία στο πεδίο των αρμοδιοτήτων τους σύμφωνα με τα συναφή σχέδια επικοινωνίας και διάδοσης που εγκρίνονται από το ρυθμιστικό συμβούλιο του BEREC και το συμβούλιο του RSPB. Η κατανομή των πόρων εντός του προϋπολογισμού της ODN για την εν λόγω υποστήριξη δραστηριοτήτων επικοινωνίας δεν επηρεάζει αρνητικά την αποτελεσματική άσκηση των καθηκόντων του BEREC όπως αναφέρονται στα άρθρα 122 έως 126 και των καθηκόντων του RSPB όπως αναφέρονται στα άρθρα 132 και 133 ή των καθηκόντων της ODN όπως αναφέρονται στα άρθρα 146 και 147.
2.Οι δραστηριότητες επικοινωνίας της ODN εκτελούνται σύμφωνα με τα συναφή σχέδια επικοινωνίας και διάδοσης που εγκρίνονται από το διοικητικό συμβούλιο.
Άρθρο 169
Εμπιστευτικότητα
1.Με την επιφύλαξη του άρθρου 167 παράγραφος 1 και του άρθρου 171 παράγραφος 2, ο BEREC, ο RSPB και η ODN δεν αποκαλύπτουν σε τρίτους πληροφορίες που επεξεργάζονται ή λαμβάνουν, σχετικά με τις οποίες έχει υποβληθεί τεκμηριωμένο αίτημα για πλήρη ή μερική τήρηση του απορρήτου.
2.Τα μέλη και άλλοι συμμετέχοντες στις συνεδριάσεις του ρυθμιστικού συμβουλίου του BEREC, του συμβουλίου του RSPB, του διοικητικού συμβουλίου και των ομάδων εργασίας, ο διευθυντής, οι αποσπασμένοι εθνικοί εμπειρογνώμονες και το λοιπό προσωπικό που δεν απασχολείται από την ODN συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις εμπιστευτικότητας.
3.Το ρυθμιστικό συμβούλιο του BEREC, το συμβούλιο του RSPB και το διοικητικό συμβούλιο καθορίζουν τις πρακτικές ρυθμίσεις για την εφαρμογή των κανόνων εμπιστευτικότητας που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2.
Άρθρο 170
Κανόνες ασφάλειας για την προστασία των διαβαθμισμένων και των ευαίσθητων μη διαβαθμισμένων πληροφοριών
Ο BEREC, ο RSPB και η ODN θεσπίζουν δικούς τους κανόνες ασφάλειας που είναι ισοδύναμοι με τους κανόνες ασφάλειας της Επιτροπής για την προστασία των διαβαθμισμένων πληροφοριών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των ευαίσθητων μη διαβαθμισμένων πληροφοριών, μεταξύ άλλων, διατάξεις περί ανταλλαγής, επεξεργασίας και αποθήκευσης τέτοιων πληροφοριών, όπως καθορίζονται στις αποφάσεις της Επιτροπής (ΕΕ, Ευρατόμ) 2015/443 και (ΕΕ, Ευρατόμ) 2015/444. Εναλλακτικά, ο BEREC, ο RSPB ή η ODN μπορούν να εκδώσουν απόφαση εφαρμογής των κανόνων της Επιτροπής, τηρουμένων των αναλογιών.
Άρθρο 171
Ανταλλαγή πληροφοριών
1.Κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος του BEREC, του RSPB ή της ODN, η Επιτροπή και οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές παρέχουν στον BEREC, στον RSPB ή στην ODN όλες τις απαραίτητες πληροφορίες, κατά τρόπο έγκαιρο και ακριβή, για την εκτέλεση των καθηκόντων τους, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν πρόσβαση στις συναφείς πληροφορίες και ότι το αίτημα για πληροφορίες είναι απαραίτητο σε σχέση με τη φύση του υπό εξέταση καθήκοντος.
Ο BEREC, ο RSPB ή η ODN μπορούν επίσης να ζητήσουν να τους παρέχονται αυτές οι πληροφορίες ανά τακτά διαστήματα και σε ειδικά προσδιορισμένους μορφότυπους. Τα αιτήματα αυτά υποβάλλονται, ει δυνατόν, με τη χρήση ενιαίων μορφότυπων υποβολής στοιχείων.
2.Κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής, κράτους μέλους ή εθνικής ρυθμιστικής ή άλλης αρμόδιας αρχής, ο BEREC, ο RSPB ή η ODN παρέχουν, κατά τρόπο έγκαιρο και ακριβή, κάθε πληροφορία που είναι απαραίτητη ώστε η Επιτροπή, το κράτος μέλος, η εθνική ρυθμιστική ή άλλη αρμόδια αρχή να μπορούν να εκτελέσουν τα καθήκοντά τους, δυνάμει της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας. Η Επιτροπή, το κράτος μέλος, η εθνική ρυθμιστική ή άλλη αρμόδια αρχή διασφαλίζουν σύμφωνα με το ενωσιακό και το εθνικό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένου του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001, την εμπιστευτικότητα των πληροφοριών που ο BEREC, ο RSPB ή η ODN θεωρούν εμπιστευτικές. Το επιχειρηματικό απόρρητο δεν εμποδίζει την έγκαιρη ανταλλαγή πληροφοριών.
3.Πριν από την υποβολή αιτήματος για πληροφορίες σύμφωνα με το παρόν άρθρο και για να αποφευχθεί η αλληλεπικάλυψη των υποχρεώσεων υποβολής εκθέσεων, ο BEREC, ο RSPB ή η ODN λαμβάνει υπόψη τυχόν συναφείς υπάρχουσες πληροφορίες που είναι δημοσίως διαθέσιμες.
4.Εάν οι πληροφορίες δεν καθίστανται διαθέσιμες εγκαίρως από τις εθνικές ρυθμιστικές ή λοιπές αρμόδιες αρχές ή το κράτος μέλος, ο BEREC, ο RSPB ή η ODN μπορούν να απευθύνουν αιτιολογημένο αίτημα είτε προς άλλες εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές του οικείου κράτους μέλους, είτε απευθείας στις σχετικές επιχειρήσεις που παρέχουν δίκτυα, υπηρεσίες και συναφείς ευκολίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Ο BEREC, ο RSPB ή η ODN ενημερώνουν τις εθνικές ρυθμιστικές ή λοιπές αρμόδιες αρχές οι οποίες δεν έχουν παράσχει τις πληροφορίες, για τα αιτήματα σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο.
Κατόπιν αιτήματος του BEREC, του RSPB ή της ODN, οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές επικουρούν τον BEREC ή τον RSPB στη συλλογή των πληροφοριών.
5.Οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές έχουν την εξουσία να ζητούν από άλλες υπεύθυνες εθνικές αρχές ή επιχειρήσεις παροχής δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συναφείς εγκαταστάσεις ή συναφείς υπηρεσίες να υποβάλουν όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την εκτέλεση των καθηκόντων τους που αναφέρονται στο παρόν άρθρο.
Οι άλλες υπεύθυνες εθνικές αρχές ή οι επιχειρήσεις όπως αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο παρέχουν τις πληροφορίες αυτές αμέσως, κατόπιν αιτήματος και σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα και τον βαθμό λεπτομέρειας που απαιτείται.
Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές έχουν την εξουσία να εφαρμόζουν τα εν λόγω αιτήματα παροχής πληροφοριών επιβάλλοντας κατάλληλες, αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις.
Άρθρο 172
Σύστημα πληροφοριών και επικοινωνιών
1.Η ODN συγκροτεί και διαχειρίζεται σύστημα πληροφοριών και επικοινωνιών με τουλάχιστον τις ακόλουθες λειτουργίες:
α)κοινή πλατφόρμα ανταλλαγής πληροφοριών που παρέχει στον BEREC, στον RSPB, στην Επιτροπή και στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές και στις αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για το ραδιοφάσμα τις απαραίτητες πληροφορίες για τη συνεπή εφαρμογή του κανονιστικού πλαισίου της Ένωσης για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες·
β)ειδική διεπαφή για τα αιτήματα παροχής πληροφοριών και την κοινοποίηση των εν λόγω αιτημάτων όπως αναφέρονται στο άρθρο 171, για πρόσβαση από τον BEREC, τον RSPB, την ODN, την Επιτροπή και τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, και τις αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για το ραδιοφάσμα·
γ)πλατφόρμα για τον έγκαιρο προσδιορισμό της ανάγκης συντονισμού μεταξύ των εθνικών ρυθμιστικών αρχών και των αρμόδιων αρχών που είναι υπεύθυνες για το ραδιοφάσμα.
2.Το διοικητικό συμβούλιο εγκρίνει τις τεχνικές και λειτουργικές προδιαγραφές με σκοπό τη δημιουργία του συστήματος πληροφοριών και επικοινωνιών που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Το διοικητικό συμβούλιο διασφαλίζει ότι το σύστημα συμμορφώνεται με τη νομοθεσία για τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας και με το απαιτούμενο επίπεδο εμπιστευτικότητας.
Άρθρο 173
Δήλωση συμφερόντων
1.Τα μέλη του ρυθμιστικού συμβουλίου του BEREC, του συμβουλίου του RSPB, του διοικητικού συμβουλίου της ODN, ο διευθυντής, οι αποσπασμένοι εθνικοί εμπειρογνώμονες και το λοιπό προσωπικό που δεν απασχολείται από την ODN υποβάλλουν έκαστος γραπτή δήλωση στην οποία αναφέρουν τη δέσμευσή τους και την απουσία ή ύπαρξη τυχόν άμεσων ή έμμεσων συμφερόντων για τα οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι θίγουν την ανεξαρτησία τους.
2.Οι εν λόγω δηλώσεις που υποβάλλονται όταν τα πρόσωπα αυτά αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους είναι ακριβείς και πλήρεις, και ενημερώνονται όποτε υπάρχει κίνδυνος να προκύψει άμεσο ή έμμεσο συμφέρον το οποίο μπορεί ενδεχομένως να θεωρηθεί ότι επηρεάζει την ανεξαρτησία των προσώπων που υποβάλλουν τη δήλωση.
3.Οι δηλώσεις τις οποίες υποβάλλουν τα μέλη του ρυθμιστικού συμβουλίου του BEREC, του συμβουλίου του RSPB, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ODN και ο διευθυντής δημοσιοποιούνται.
4.Τα μέλη του ρυθμιστικού συμβουλίου του BEREC, του συμβουλίου του RSPB, του διοικητικού συμβουλίου της ODN και των ομάδων εργασίας, καθώς και άλλοι συμμετέχοντες στις συνεδριάσεις αυτών, ο διευθυντής, οι αποσπασμένοι εθνικοί εμπειρογνώμονες και το λοιπό προσωπικό που δεν απασχολείται από την ODN δηλώνουν έκαστος με ακρίβεια και πληρότητα, το αργότερο κατά την έναρξη κάθε συνεδρίασης, τυχόν συμφέροντα για τα οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι θίγουν την ανεξαρτησία τους σε σχέση με τα θέματα της ημερήσιας διάταξης και δεν συμμετέχουν στη συζήτηση και την ψηφοφορία επί των εν λόγω θεμάτων.
5.Το ρυθμιστικό συμβούλιο του BEREC, το συμβούλιο του RSPB και το διοικητικό συμβούλιο της ODN θεσπίζουν τους κανόνες για την πρόληψη και τη διαχείριση συγκρούσεων συμφερόντων και ιδίως για τις πρακτικές ρυθμίσεις όσον αφορά την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2.
Άρθρο 174
Καταπολέμηση της απάτης
1.Έως την/τις [6 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού], η ODN προσχωρεί στη διοργανική συμφωνία της 25ης Μαΐου 1999 σχετικά με τις εσωτερικές έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) και θεσπίζει κατάλληλες διατάξεις που εφαρμόζονται σε όλο το προσωπικό της ODN, χρησιμοποιώντας το υπόδειγμα που παρατίθεται στο παράρτημα της εν λόγω συμφωνίας.
2.Το Ελεγκτικό Συνέδριο έχει την εξουσία να ελέγχει, βάσει παραστατικών και επιτόπιου ελέγχου, όλους τους δικαιούχους επιχορηγήσεων, τους εργολάβους και τους υπεργολάβους που έλαβαν κονδύλια της Ένωσης από την ODN.
3.Η OLAF μπορεί να διενεργεί έρευνες, συμπεριλαμβανομένων επιτόπιων ελέγχων και εξακριβώσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις και διαδικασίες που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και στον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96 του Συμβουλίου, με στόχο τη διαπίστωση απάτης, διαφθοράς ή άλλης παράνομης ενέργειας εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης σε σχέση με συμφωνία ή απόφαση επιχορήγησης ή σύμβαση χρηματοδοτούμενη από την ODN.
4.Με την επιφύλαξη των παραγράφων 1, 2 και 3, οι συμφωνίες συνεργασίας με τρίτες χώρες και με διεθνείς οργανισμούς, οι συμβάσεις, οι συμφωνίες επιχορήγησης και οι αποφάσεις επιχορήγησης περιέχουν διατάξεις οι οποίες εξουσιοδοτούν ρητά το Ελεγκτικό Συνέδριο και την OLAF να διεξάγουν λογιστικούς ελέγχους και έρευνες, σύμφωνα με τις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους.
Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1939, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μπορεί να διερευνά και να ασκεί δίωξη σε περιπτώσεις απάτης και άλλων παράνομων δραστηριοτήτων που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης, όπως προβλέπεται στην οδηγία (ΕΕ) 2017/1371.
Άρθρο 175
Ευθύνη
1.Η συμβατική ευθύνη της ODN διέπεται από το δίκαιο που εφαρμόζεται στη σχετική σύμβαση.
2.Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δικαστήριο) είναι αρμόδιο να αποφαίνεται δυνάμει τυχόν ρήτρας διαιτησίας που περιλαμβάνεται σε σύμβαση που συνάπτει η ODN.
3.Σε περίπτωση εξωσυμβατικής ευθύνης, η ODN, σύμφωνα με τις γενικές αρχές που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών, αποκαθιστά κάθε ζημία που προκαλείται από τις υπηρεσίες ή το προσωπικό της κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
4.Αρμόδιο για την εκδίκαση των διαφορών αποζημίωσης για τις ζημίες που αναφέρονται στην παράγραφο 3 είναι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
5.Η προσωπική ευθύνη των μελών του προσωπικού έναντι της ODN διέπεται από τις διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης ή του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό.
Άρθρο 176
Διοικητικές έρευνες
Οι δραστηριότητες του BEREC, του RSPB και της ODN υπόκεινται στις έρευνες του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σύμφωνα με το άρθρο 228 της ΣΛΕΕ.
Άρθρο 177
Γλωσσικό καθεστώς
1.Στην ODN εφαρμόζεται ο κανονισμός αριθ. 1.
2.Οι μεταφραστικές και όλες οι άλλες γλωσσικές υπηρεσίες που απαιτούνται από την ODN, πλην της διερμηνείας, παρέχονται από το Μεταφραστικό Κέντρο των Οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο δημιουργήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2965/94 του Συμβουλίου.
Άρθρο 178
Συμφωνία σχετικά με την έδρα και όροι λειτουργίας
1.Η συμφωνία για την έδρα μεταξύ του Οργανισμού για την υποστήριξη του Φορέα Ευρωπαϊκών Ρυθμιστικών Αρχών για τις Ηλεκτρονικές Επικοινωνίες και της κυβέρνησης της Δημοκρατίας της Λετονίας, της 21ης Δεκεμβρίου 2020, μπορεί να επανεξεταστεί μετά από έγκριση του διοικητικού συμβουλίου.
2.Το κράτος μέλος υποδοχής εξασφαλίζει τις απαραίτητες συνθήκες για την εύρυθμη και αποτελεσματική λειτουργία της ODN, συμπεριλαμβανομένης της πολύγλωσσης και με ευρωπαϊκό προσανατολισμό εκπαίδευσης και των κατάλληλων δρομολογίων των μέσων μεταφοράς.
Άρθρο 179
Αξιολόγηση
1.Έως την/τις [60 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού] και στη συνέχεια ανά πενταετία, η Επιτροπή διενεργεί αξιολόγηση, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές της, προκειμένου να αξιολογήσει τις επιδόσεις του BEREC, του RSPB και της ODN σε σχέση με τους στόχους, την εντολή, τα καθήκοντα και την τοποθεσία τους. Ειδικότερα, η αξιολόγηση εξετάζει την ενδεχόμενη ανάγκη τροποποίησης της δομής ή της εντολής του BEREC, του RSPB και της ODN και τις δημοσιονομικές επιπτώσεις μιας τέτοιας τροποποίησης.
2.Αν η Επιτροπή κρίνει ότι δεν δικαιολογείται πλέον η συνέχιση της λειτουργίας του BEREC, του RSPB ή της ODN σε σχέση με τους προκαθορισμένους στόχους, την εντολή και τα καθήκοντά τους, μπορεί να εισηγηθεί αντιστοίχως την τροποποίηση ή την κατάργηση του παρόντος κανονισμού.
3.Η Επιτροπή διαβιβάζει τα πορίσματα της αξιολόγησης της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και το διοικητικό συμβούλιο και δημοσιοποιεί τα εν λόγω πορίσματα.
Άρθρο 180
Μεταβατικές διατάξεις σχετικά με τον BEREC, τη διαδοχή της RSPG από τον RSPB και τη διαδοχή της Υπηρεσίας του BEREC από την ODN
1.Η ODN διαδέχεται την Υπηρεσία του BEREC που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1971 όσον αφορά όλα τα δικαιώματα ιδιοκτησίας, τις συμφωνίες, τις νομικές υποχρεώσεις, τις συμβάσεις εργασίας, τις οικονομικές δεσμεύσεις και ευθύνες.
2.Ειδικότερα, ο παρών κανονισμός δεν επηρεάζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του προσωπικού της Υπηρεσίας του BEREC.
3.Από την/τις [6 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού], ο διευθυντής που διορίζεται βάσει του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1971 ενεργεί ως διευθυντής με τα καθήκοντα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό. Δεν θίγονται οι λοιποί όροι της σύμβασης του διευθυντή.
4.Το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει να ανανεώσει τη θητεία του διευθυντή που αναφέρεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου για μία επιπλέον θητεία. Το άρθρο 156 παράγραφοι 6 και 7 εφαρμόζεται κατ’ αναλογία. Η σωρευτική θητεία του διευθυντή δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη.
5.Το ρυθμιστικό συμβούλιο του BEREC και το διοικητικό συμβούλιο που αναφέρονται στα άρθρα 127 και 150 του παρόντος κανονισμού απαρτίζονται από τα μέλη του ρυθμιστικού συμβουλίου του BEREC και του διοικητικού συμβουλίου που αναφέρονται στα άρθρα 7 και 15 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1971, έως ότου διοριστούν νέοι εκπρόσωποι, με εξαίρεση τον πρόεδρο της RSPG που αναφέρεται στην παράγραφο 8 του παρόντος άρθρου, ο οποίος καθίσταται μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ODN από την/τις [6 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].
6.Οι πρόεδροι και οι αντιπρόεδροι του ρυθμιστικού συμβουλίου του BEREC και του διοικητικού συμβουλίου της ODN, οι οποίοι έχουν διοριστεί με βάση τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1971, παραμένουν σε υπηρεσία ως πρόεδρος και αντιπρόεδροι του ρυθμιστικού συμβουλίου του BEREC κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 130 του παρόντος κανονισμού και ως πρόεδρος και αναπληρωτές πρόεδροι του διοικητικού συμβουλίου κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 152 του παρόντος κανονισμού για το υπόλοιπο της μονοετούς θητείας τους.
7.Το συμβούλιο του RSPB που αναφέρεται στο άρθρο 134 του παρόντος κανονισμού απαρτίζεται από τα μέλη της RSPG που αναφέρονται στο άρθρο 3 της απόφασης της Επιτροπής, της 11ης Ιουνίου 2019, έως ότου διοριστούν νέοι εκπρόσωποι.
8.Ο πρόεδρος και οι αναπληρωτές πρόεδροι της RSPG, οι οποίοι ασκούν καθήκοντα την/στις [ημερομηνία εφαρμογής], εξακολουθούν να ασκούν καθήκοντα προέδρου και αντιπροέδρου του συμβουλίου του RSPB έως τη λήξη της θητείας τους.
9.Οι ρυθμίσεις συνεργασίας που καταρτίζονται δυνάμει του άρθρου 35 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1971 εξακολουθούν να ισχύουν για τον BEREC και την ODN. Τα μέλη της RSPG χωρίς δικαίωμα ψήφου καθίστανται συμμετέχοντες στον RSPB χωρίς δικαίωμα ψήφου, υπό την προϋπόθεση ότι καταρτίζονται ρυθμίσεις συνεργασίας σύμφωνα με το άρθρο 166 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο του παρόντος κανονισμού.
8.ΜΕΡΟΣ VIII — ΓΕΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
8.1.ΤΙΤΛΟΣ I: ΠΑΡΟΧΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ, ΕΡΕΥΝΕΣ ΚΑΙ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
Άρθρο 181
Παροχή πληροφοριών
1.Οι επιχειρήσεις παροχής δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συναφών ευκολιών ή συναφών υπηρεσιών παρέχουν στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, στις λοιπές αρμόδιες αρχές, στον BEREC και στον RSPB όλες τις πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων των χρηματοοικονομικών πληροφοριών, οι οποίες απαιτούνται για την εκτέλεση των καθηκόντων τους και τη διασφάλιση της συμμόρφωσής τους προς τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού ή προς τις αποφάσεις ή γνώμες που εκδίδονται σύμφωνα με αυτόν. Όταν οι παρεχόμενες πληροφορίες δεν επαρκούν για την εκτέλεση των ρυθμιστικών καθηκόντων τους βάσει του ενωσιακού δικαίου, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές, οι λοιπές αρμόδιες αρχές, ο BEREC και ο RSPB έχουν το δικαίωμα να ζητούν τις εν λόγω πληροφορίες από άλλες σχετικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή σε στενά συνδεδεμένους τομείς, καθώς και από τα ενιαία σημεία πληροφόρησης που έχουν συσταθεί σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/1309.
2.Κάθε αίτημα παροχής πληροφοριών είναι ανάλογο προς την εκτέλεση των καθηκόντων που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό και αιτιολογημένο. Όταν οι εθνικές ρυθμιστικές ή λοιπές αρμόδιες αρχές απαιτούν από τις επιχειρήσεις να παρέχουν πληροφορίες, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1, τις ενημερώνουν σχετικά με τον ειδικό σκοπό για τον οποίο θα χρησιμοποιηθούν οι πληροφορίες. Οι επιχειρήσεις παρέχουν τις ζητούμενες πληροφορίες αμέσως και σε κάθε περίπτωση εντός των καθορισμένων προθεσμιών.
3.Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν να απαιτούν από τις επιχειρήσεις να παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τη γενική άδεια και την ενωσιακή άδεια χρήσης ραδιοφάσματος από δορυφορικές επικοινωνίες, τα δικαιώματα χρήσης ή τις ειδικές υποχρεώσεις, οι οποίες είναι αναλογικές και αντικειμενικά αιτιολογημένες, ιδίως για τους εξής σκοπούς:
α)την επαλήθευση, σε συστηματική βάση ή κατά περίπτωση, της συμμόρφωσης με τους όρους ή τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 9 παράγραφος 4, στα άρθρα 20, 21, 29, 38, 39, 49, 50, 51, 67, στο άρθρο 68 παράγραφος 1, στα άρθρα 69 και 77·
β)την κατά περίπτωση επαλήθευση της συμμόρφωσης με τους όρους γενικής άδειας ή τις υποχρεώσεις και τους όρους των δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος ή πόρων αριθμοδότησης, σε περίπτωση κατάθεσης καταγγελίας ή όταν η αρμόδια αρχή έχει άλλους λόγους να αμφισβητεί τη συμμόρφωση με έναν όρο ή σε περίπτωση που η αρμόδια αρχή διεξάγει έρευνα με δική της πρωτοβουλία·
γ)τη διεξαγωγή διαδικασιών και την αξιολόγηση αιτήσεων για τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης·
δ)τη δημοσίευση συγκριτικών επισκοπήσεων της ποιότητας και της τιμής των υπηρεσιών προς όφελος των καταναλωτών·
ε)την αντιπαραβολή σαφώς καθορισμένων στατιστικών στοιχείων, εκθέσεων ή μελετών·
στ)τη διεξαγωγή αναλύσεων της αγοράς για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένων δεδομένων σχετικά με τις αγορές του επόμενου σταδίου ή τις αγορές λιανικής που συνδέονται ή σχετίζονται με τις αγορές που αποτελούν αντικείμενο της ανάλυσης της αγοράς, καθώς και λογιστικών δεδομένων για τις αγορές λιανικής από τις επιχειρήσεις που έχουν οριστεί ως κατέχουσες σημαντική ισχύ στην αγορά·
ζ)τη διασφάλιση της αποδοτικής χρήσης και της αποτελεσματικής διαχείρισης του ραδιοφάσματος και των πόρων αριθμοδότησης·
η)την αξιολόγηση των μελλοντικών εξελίξεων στα δίκτυα ή στις υπηρεσίες που ενδέχεται να έχουν αντίκτυπο στις υπηρεσίες χονδρικής που διατίθενται σε ανταγωνιστές, καθώς και πληροφορίες σχετικά με τα δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και τις συναφείς ευκολίες, οι οποίες αναλύονται σε τοπικό επίπεδο και είναι επαρκώς λεπτομερείς όσον αφορά την εδαφική κάλυψη, τη διαθέσιμη για τους τελικούς χρήστες συνδεσιμότητα ή για τη διεξαγωγή γεωγραφικών ερευνών σύμφωνα με το άρθρο 183·
θ)την ανταπόκριση σε αιτιολογημένα αιτήματα παροχής πληροφοριών που υποβάλλονται από τον BEREC ή τον RSPB.
ι)Οι πληροφορίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχεία α) και β) και δ) έως θ) δεν απαιτούνται εκ των προτέρων ή ως προϋπόθεση για την είσοδο στην αγορά.
4.Η εθνική ρυθμιστική αρχή στην οποία παρέχονται δίκτυα και υπηρεσίες μπορεί να ζητήσει από την αρμόδια αρχή που ορίζεται σύμφωνα με την πράξη για την κυβερνοασφάλεια, η οποία πρόκειται να αντικαταστήσει τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/881, να επαληθεύσει τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις ασφάλειας της αλυσίδας εφοδιασμού ΤΠΕ και να κοινοποιήσει τα πορίσματα, όταν η εν λόγω επαλήθευση είναι αναγκαία για τους σκοπούς της αξιολόγησης της συμμόρφωσης με τους όρους γενικής άδειας σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 4 στοιχείο δ) και το άρθρο 20.
5.Όσον αφορά τα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος, οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 3 αφορούν ιδίως την αποτελεσματική και αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος, καθώς και τη συμμόρφωση με τυχόν υποχρεώσεις κάλυψης και ποιότητας υπηρεσιών που συνοδεύουν τα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος και τον έλεγχό τους.
6.Οι εθνικές ρυθμιστικές ή οι λοιπές αρμόδιες αρχές δεν επαναλαμβάνουν αιτήματα παροχής πληροφοριών που έχουν ήδη υποβληθεί από τον BEREC ή τον RSPB δυνάμει των παραγράφων 1 ή 3 του παρόντος άρθρου όταν ο BEREC ή ο RSPB έχει θέσει στη διάθεση των αρχών αυτών τις πληροφορίες που έλαβε.
7.Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές απαιτούν από τους παρόχους να υποβάλλουν στοιχεία σχετικά με τη γενική άδεια, τα δικαιώματα χρήσης και τις ειδικές υποχρεώσεις το πολύ άπαξ ετησίως.
Άρθρο 182
Εναρμονισμένα αιτήματα παροχής πληροφοριών και υποβολής εκθέσεων
1.Για τους σκοπούς της εναρμόνισης των αιτημάτων παροχής πληροφοριών και υποβολής εκθέσεων προς τις επιχειρήσεις δυνάμει του άρθρου 181 παράγραφοι 1, 3 και 7, και σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 2 στοιχείο γ) και το άρθρο 202, έως την/τις [12 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού], ο BEREC, σε στενή συνεργασία με την Επιτροπή, εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με συναφή θέματα, μεταξύ άλλων όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής, το χρονοδιάγραμμα, τη συχνότητα και τη μορφή των αιτημάτων παροχής πληροφοριών και υποβολής εκθέσεων και τις διαδικασίες συλλογής πληροφοριών. Οι κατευθυντήριες γραμμές περιλαμβάνουν επίσης υποδείγματα για αιτήματα παροχής πληροφοριών και υποβολής εκθέσεων.
2.Κατά περίπτωση, ο RSPB καταρτίζει υποδείγματα για τα αιτήματα παροχής πληροφοριών. Οι πληροφορίες ζητούνται και υποβάλλονται σύμφωνα με τα υποδείγματα που καταρτίζονται.
3.Η Επιτροπή μπορεί, μέσω εκτελεστικής πράξης, να εναρμονίσει τις μεθοδολογίες για τη συλλογή πληροφοριών από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές.
Η εκτελεστική πράξη που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο εκδίδεται σύμφωνα με τη διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 199 παράγραφος 4.
4.Κατά τη συλλογή πληροφοριών σχετικά με τη βιωσιμότητα που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο ζ), οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές έχουν πρώτα πρόσβαση στις πληροφορίες που παρέχονται από τις επιχειρήσεις σύμφωνα με άλλη σχετική ενωσιακή νομοθεσία. Εάν οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι οι πληροφορίες αυτές δεν επαρκούν για την εκπλήρωση των καθηκόντων που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό, ο BEREC μπορεί να επικαιροποιήσει τις κατευθυντήριες γραμμές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, προβλέποντας τη συλλογή των πρόσθετων δεδομένων που απαιτούνται.
5.Οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές παρέχουν στην Επιτροπή, κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος, τις απαραίτητες πληροφορίες για την εκτέλεση των καθηκόντων της βάσει της ΣΛΕΕ. Οι ζητούμενες από την Επιτροπή πληροφορίες είναι ανάλογες προς την εκπλήρωση των καθηκόντων αυτών. Στις περιπτώσεις που οι παρεχόμενες πληροφορίες αναφέρονται σε πληροφορίες οι οποίες είχαν προηγουμένως παρασχεθεί από επιχειρήσεις, κατόπιν αιτήματος της αρχής, οι επιχειρήσεις αυτές ενημερώνονται σχετικά. Στον βαθμό που αυτό είναι αναγκαίο και πλην ρητού και αιτιολογημένου αιτήματος της παρέχουσας τις πληροφορίες αρχής περί του αντιθέτου, η Επιτροπή θέτει τις παρασχεθείσες πληροφορίες στη διάθεση μιας άλλης τέτοιας αρχής άλλου κράτους μέλους.
6.Με την επιφύλαξη των απαιτήσεων της παραγράφου 7, οι πληροφορίες που παρέχονται σε μια αρχή μπορούν να διατίθενται σε άλλη τέτοια αρχή στο ίδιο ή σε διαφορετικό κράτος μέλος, στον BEREC και στον RSPB, κατόπιν τεκμηριωμένου αιτήματος, εάν αυτό είναι αναγκαίο για να μπορεί οποιαδήποτε από τις εν λόγω αρχές, ή ο BEREC ή ο RSPB, να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους δυνάμει του ενωσιακού δικαίου.
7.Εάν οι πληροφορίες που συγκεντρώνονται δυνάμει του άρθρου 181 παράγραφοι 1 και 3, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που συλλέγονται στο πλαίσιο γεωγραφικής έρευνας δυνάμει του άρθρου 183, θεωρούνται εμπιστευτικές από μια εθνική ρυθμιστική ή λοιπή αρμόδια αρχή σύμφωνα με τους ενωσιακούς και τους εθνικούς κανόνες για την εμπιστευτικότητα των πληροφοριών, η Επιτροπή, ο BEREC και κάθε άλλη ενδιαφερόμενη αρμόδια αρχή προστατεύουν την εν λόγω εμπιστευτικότητα. Η Επιτροπή, ο BEREC και οποιεσδήποτε άλλες ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές δεν εμποδίζονται να ανταλλάσσουν πληροφορίες μεταξύ τους εγκαίρως για τους σκοπούς της επανεξέτασης, της παρακολούθησης και της εποπτείας της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.
8.Σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες για την πρόσβαση του κοινού σε πληροφορίες και με την επιφύλαξη των ενωσιακών και των εθνικών κανόνων περί εμπορικού απορρήτου και περί προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δημοσιεύουν τις πληροφορίες που συμβάλλουν στη δημιουργία ανοικτής και ανταγωνιστικής αγοράς.
9.Οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές δημοσιεύουν τους όρους πρόσβασης του κοινού στις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 7, συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών για την παροχή της εν λόγω πρόσβασης.
Άρθρο 183
Γεωγραφικές έρευνες αναπτύξεων δικτύου
1.Οι εθνικές ρυθμιστικές ή λοιπές αρμόδιες αρχές διεξάγουν γεωγραφική έρευνα σχετικά με την εμβέλεια των δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών που είναι ικανά να παρέχουν ευρυζωνικές υπηρεσίες (στο εξής: ευρυζωνικά δίκτυα) έως την/τις [12 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού] και στη συνέχεια την επικαιροποιούν τουλάχιστον ανά τρία έτη.
2.Η γεωγραφική έρευνα περιλαμβάνει έρευνα σχετικά με την τρέχουσα γεωγραφική εμβέλεια της διαθεσιμότητας (εξυπηρετούμενες εγκαταστάσεις), της ετοιμότητας (συνδεδεμένες εγκαταστάσεις) και της χρήσης (ενεργοποιημένες εγκαταστάσεις, όπου η υπηρεσία είναι ενεργή και λειτουργική) κάθε δικτύου ηλεκτρονικών επικοινωνιών, κατά περίπτωση, με διάκριση μεταξύ οικιστικών, επιχειρηματικών και δημόσιων τμημάτων, εντός της επικράτειάς τους, όπως απαιτείται για τα καθήκοντα των εθνικών ρυθμιστικών ή λοιπών αρμόδιων αρχών δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Η γεωγραφική έρευνα συμβάλλει επίσης στην εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις, εφόσον πληρούνται οι σχετικές απαιτήσεις.
3.Η γεωγραφική έρευνα περιλαμβάνει πρόβλεψη, για περίοδο που καθορίζεται από την οικεία αρχή, της εμβέλειας των ευρυζωνικών δικτύων εντός της επικράτειάς της, συμπεριλαμβανομένων τουλάχιστον των εξυπηρετούμενων εγκαταστάσεων και, κατά περίπτωση, των εγκαταστάσεων που είναι συνδεδεμένες με δίκτυα gigabit. Η γεωγραφική έρευνα συμβάλλει στη χαρτογράφηση που απαιτείται για την εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις, εφόσον πληρούνται οι σχετικές απαιτήσεις.
4.Η πρόβλεψη που αναφέρεται στην παράγραφο 3 περιλαμβάνει όλες τις σχετικές πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με σχεδιαζόμενη ανάπτυξη, από οποιαδήποτε επιχείρηση ή δημόσια αρχή, τουλάχιστον δικτύων gigabit. Για τον σκοπό αυτόν, οι εθνικές ρυθμιστικές ή λοιπές αρμόδιες αρχές ζητούν από τις επιχειρήσεις και τις δημόσιες αρχές να παρέχουν τις εν λόγω πληροφορίες στον βαθμό που είναι διαθέσιμες και μπορούν να παρασχεθούν με εύλογη προσπάθεια.
5.Η εθνική ρυθμιστική αρχή αποφασίζει, σε σχέση με τα καθήκοντα που έχουν ανατεθεί ειδικά σε αυτήν δυνάμει του παρόντος κανονισμού, τον βαθμό στον οποίο είναι σκόπιμο να βασίζεται στο σύνολο ή σε μέρος των πληροφοριών που συλλέγονται στο πλαίσιο τέτοιας πρόβλεψης.
6.Όταν δεν διενεργείται γεωγραφική έρευνα από την εθνική ρυθμιστική αρχή, διενεργείται σε συνεργασία με αυτήν στον βαθμό που ενδέχεται να έχει σημασία για τα καθήκοντά της. Οι πληροφορίες που συλλέγονται στο πλαίσιο της γεωγραφικής έρευνας έχουν το κατάλληλο επίπεδο τοπικής λεπτομέρειας, φτάνοντας στο επίπεδο της διεύθυνσης, όπου απαιτείται, περιλαμβάνουν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με την ποιότητα των υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων τουλάχιστον των ταχυτήτων καταφόρτωσης και αναφόρτωσης, του μέσου μετάδοσης (ασύρματου ή ενσύρματου) και της χρησιμοποιούμενης τεχνολογίας, και υποβάλλονται σε επεξεργασία σύμφωνα με το άρθρο 182 παράγραφος 6.
7.Οι εθνικές ρυθμιστικές ή λοιπές αρμόδιες αρχές δύνανται να ορίσουν περιοχή με σαφή εδαφικά όρια όπου, βάσει των πληροφοριών που έχουν συλλεχθεί και τυχόν πρόβλεψης που έχει καταρτιστεί σύμφωνα με την παράγραφο 1, καθορίζεται ότι, στη διάρκεια της σχετικής περιόδου πρόβλεψης, καμία επιχείρηση ή δημόσια αρχή δεν έχει αναπτύξει δίκτυο gigabit ούτε σχεδιάζει την ανάπτυξή του ή τη σημαντική αναβάθμιση του υφιστάμενου δικτύου ηλεκτρονικών επικοινωνιών της σε δίκτυο gigabit. Οι εθνικές ρυθμιστικές ή λοιπές αρμόδιες αρχές δημοσιεύουν τις ορισθείσες περιοχές.
8.Εντός της ορισθείσας περιοχής, οι σχετικές αρχές δύνανται να καλέσουν επιχειρήσεις και δημόσιες αρχές να δηλώσουν την πρόθεσή τους να αναπτύξουν δίκτυα gigabit κατά τη διάρκεια της σχετικής περιόδου πρόβλεψης. Όταν μετά την εν λόγω πρόσκληση μια επιχείρηση ή δημόσια αρχή δηλώσει τέτοια πρόθεση, η σχετική αρχή δύναται να απαιτήσει από άλλες επιχειρήσεις και δημόσιες αρχές να δηλώσουν τυχόν πρόθεσή να αναπτύξουν δίκτυα gigabit. Η σχετική αρχή διευκρινίζει τις πληροφορίες που πρέπει να περιλαμβάνονται στις εν λόγω δηλώσεις, προκειμένου να διασφαλίζεται τουλάχιστον παρόμοιο επίπεδο λεπτομέρειας με εκείνο που λαμβάνεται υπόψη σε τυχόν πρόβλεψη που πραγματοποιείται δυνάμει της παραγράφου 1.
9.Οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές συλλέγουν δεδομένα σύμφωνα με αποδοτική, αυτοματοποιημένη κατά το δυνατόν, αντικειμενική, διαφανή και χωρίς διακρίσεις διαδικασία, στο πλαίσιο της οποίας καμία επιχείρηση δεν αποκλείεται εκ των προτέρων.
10.Οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές και οι τοπικές, περιφερειακές και εθνικές αρχές που είναι υπεύθυνες για την κατανομή των δημόσιων κονδυλίων για την ανάπτυξη δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, για τον σχεδιασμό εθνικών σχεδίων ευρυζωνικότητας, για τον καθορισμό υποχρεώσεων κάλυψης που συνοδεύουν τα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος και για τον έλεγχο της διαθεσιμότητας των υπηρεσιών που εμπίπτουν στις υποχρεώσεις παροχής καθολικής υπηρεσίας στην επικράτειά τους λαμβάνουν υπόψη τα αποτελέσματα της γεωγραφικής έρευνας και του τυχόν ορισμού περιοχών σύμφωνα με τις παραγράφους 1, 2 και 3. Για τους σκοπούς της κατανομής των δημόσιων πόρων για την ανάπτυξη δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, λαμβάνονται υπόψη τα αποτελέσματα των γεωγραφικών ερευνών και οποιωνδήποτε από τις ορισθείσες περιοχές σύμφωνα με τις παραγράφους 1, 2 και 3, στον βαθμό που είναι συναφή και κατάλληλα για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις. Οι αρχές που διενεργούν τη γεωγραφική έρευνα παρέχουν τα εν λόγω αποτελέσματα με την προϋπόθεση ότι η αποδέκτρια αρχή εξασφαλίζει το ίδιο επίπεδο εμπιστευτικότητας και προστασίας του επιχειρηματικού απορρήτου με τη διαβιβάζουσα αρχή, ενημερώνουν δε τα μέρη που παρείχαν τις πληροφορίες. Τα αποτελέσματα αυτά διατίθενται επίσης στον BEREC και στην Επιτροπή κατόπιν αιτήματός τους και υπό τις ίδιες προϋποθέσεις.
11.Εάν οι σχετικές πληροφορίες δεν είναι διαθέσιμες στην αγορά, οι αρμόδιες αρχές καθιστούν τα δεδομένα από τις γεωγραφικές έρευνες που δεν υπόκεινται σε όρους εμπορικού απορρήτου άμεσα διαθέσιμα σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2019/1024 ώστε να καθίσταται δυνατή η επαναχρησιμοποίησή τους. Επίσης, σε περίπτωση που δεν διατίθενται στην αγορά εργαλεία αυτού του είδους, καθιστούν διαθέσιμα εργαλεία πληροφόρησης που επιτρέπουν στους τελικούς χρήστες να προσδιορίσουν τη διαθεσιμότητα συνδεσιμότητας σε διάφορες περιοχές, με επίπεδο λεπτομέρειας που είναι χρήσιμο προς υποστήριξη της επιλογής τους όσον αφορά τον φορέα εκμετάλλευσης ή πάροχο υπηρεσιών.
12.Η εθνική ρυθμιστική αρχή αναλύει τα αποτελέσματα των πληροφοριών που συλλέγονται στο πλαίσιο γεωγραφικής έρευνας δυνάμει του παρόντος άρθρου και αποφασίζει αν είναι αναγκαία η διενέργεια ανασκόπησης της αγοράς κατά την έννοια των άρθρων 72 και 73. Η εθνική ρυθμιστική αρχή δημοσιοποιεί τα αποτελέσματα της ανάλυσης αυτής υπό μορφή έκθεσης.
13.Κατά την περίοδο της μετάβασης σε οπτικές ίνες, η έκθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 12 του παρόντος άρθρου περιλαμβάνει την ανάλυση των πληροφοριών σχετικά με τις γεωγραφικές έρευνες, καθώς και την ανάλυση των πληροφοριών που συλλέγονται σύμφωνα με το άρθρο 181 ή άλλες διαθέσιμες πηγές σχετικά με τις τιμές και την ποιότητα των διαθέσιμων υπηρεσιών μέσω δικτύων χαλκού και τις τιμές μέσω δικτύων οπτικών ινών. Η έκθεση χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση των προϋποθέσεων βιωσιμότητας που ορίζονται στο άρθρο 57. Η πρώτη έκθεση δημοσιεύεται το αργότερο την/στις [12 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].
Άρθρο 184
Μηχανισμός διαβούλευσης και διαφάνειας
1.Εκτός των περιπτώσεων που εμπίπτουν στα άρθρο 86, 188 ή 189, σε περίπτωση που εθνικές ρυθμιστικές ή λοιπές αρμόδιες αρχές προτίθενται να λάβουν μέτρα σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό ή προτίθενται να προβλέψουν περιορισμούς σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφοι 1 και 2, και εφόσον τα εν λόγω μέτρα ή περιορισμοί έχουν σημαντικό αντίκτυπο στη σχετική αγορά, παρέχουν στα ενδιαφερόμενα μέρη δυνατότητα σχολιασμού του σχεδίου μέτρου εντός εύλογης χρονικής περιόδου, λαμβάνοντας υπόψη την περιπλοκότητα του ζητήματος και σε κάθε περίπτωση τουλάχιστον 30 ημερών.
2.Για τους σκοπούς του άρθρου 31 του παρόντος κανονισμού, οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την Επιτροπή, τον RSPB, τον BEREC και τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών κατά τη στιγμή της δημοσίευσης σχετικά με κάθε σχέδιο μέτρου που εμπίπτει στο πεδίο της διαδικασίας συγκριτικής ή ανταγωνιστικής επιλογής σύμφωνα με το άρθρο 30 παράγραφος 4 του παρόντος κανονισμού και αφορά τη χρήση εναρμονισμένου ραδιοφάσματος, προκειμένου να καταστεί δυνατή η χρήση του για ασύρματα ευρυζωνικά δίκτυα και υπηρεσίες.
3.Οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές δημοσιεύουν τις εθνικές τους διαδικασίες διαβούλευσης μέσω ενιαίου σημείου πληροφόρησης από το οποίο είναι δυνατή η πρόσβαση σε όλες τις τρέχουσες διαβουλεύσεις.
4.Οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές δημοσιοποιούν τα αποτελέσματα της διαδικασίας διαβούλευσης, με εξαίρεση την περίπτωση των εμπιστευτικών πληροφοριών σύμφωνα με τους ενωσιακούς και τους εθνικούς κανόνες σχετικά με το εμπορικό απόρρητο.
Άρθρο 185
Διαβούλευση των ενδιαφερόμενων μερών
1.Οι αρμόδιες αρχές, σε συντονισμό, κατά περίπτωση, με τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές λαμβάνουν υπόψη τις απόψεις των τελικών χρηστών, ιδίως των καταναλωτών, και των τελικών χρηστών με αναπηρίες, των κατασκευαστών και των επιχειρήσεων που παρέχουν δίκτυα ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, για θέματα που άπτονται των δικαιωμάτων του συνόλου των τελικών χρηστών και των καταναλωτών, περιλαμβανομένης της ισοδύναμης πρόσβασης και της επιλογής για τους τελικούς χρήστες με αναπηρίες, όσον αφορά τις δημοσίως διαθέσιμες υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ιδίως όταν έχουν σημαντικές επιπτώσεις στην αγορά.
2.Οι αρμόδιες αρχές, σε συντονισμό, κατά περίπτωση, με τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές θεσπίζουν μηχανισμό διαβούλευσης, προσβάσιμο σε τελικούς χρήστες με αναπηρίες, ώστε στις αποφάσεις τους για θέματα που αφορούν τον τελικό χρήστη και τα δικαιώματα του καταναλωτή όσον αφορά δημοσίως διαθέσιμες υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών να λαμβάνονται δεόντως υπόψη τα συμφέροντα των καταναλωτών στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
3.Τα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούν να αναπτύσσουν υπό την καθοδήγηση των αρμόδιων αρχών σε συντονισμό, κατά περίπτωση, με τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές μηχανισμούς οι οποίοι προβλέπουν τη συμμετοχή των καταναλωτών, των οργανώσεων χρηστών και των παρόχων υπηρεσιών και αποβλέπουν στη βελτίωση της γενικής ποιότητας της παροχής υπηρεσιών, μεταξύ άλλων με την ανάπτυξη και την παρακολούθηση κωδίκων συμπεριφοράς και προτύπων λειτουργίας.
4.Με την επιφύλαξη εθνικών κανόνων σύμφωνων με το ενωσιακό δίκαιο που προάγουν στόχους πολιτικής για τον πολιτισμό και τα μέσα επικοινωνίας, όπως η πολιτιστική και γλωσσική ποικιλομορφία και η πολυφωνία των μέσων επικοινωνίας, οι αρμόδιες αρχές σε συντονισμό, κατά περίπτωση, με τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν να προωθούν τη συνεργασία μεταξύ επιχειρήσεων που παρέχουν δίκτυα ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών και τομέων που ενδιαφέρονται για την προαγωγή νόμιμου περιεχομένου στα δίκτυα και τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Η συνεργασία αυτή μπορεί να περιλαμβάνει και συντονισμό των πληροφοριών δημοσίου ενδιαφέροντος οι οποίες πρέπει να παρέχονται βάσει του άρθρου 105.
8.2.ΤΙΤΛΟΣ II: ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΕΝΑΡΜΟΝΙΣΗΣ
Άρθρο 186
Διαδικασίες εναρμόνισης
1.Εφόσον η Επιτροπή διαπιστώσει ότι η ύπαρξη αποκλίσεων κατά την υλοποίηση, εκ μέρους των εθνικών ρυθμιστικών ή λοιπών αρμόδιων αρχών, των ρυθμιστικών καθηκόντων που προσδιορίζονται στον παρόντα κανονισμό ενδέχεται να δημιουργήσει φραγμό στην εσωτερική αγορά, η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη της τη γνώμη του BEREC, ή, κατά περίπτωση, του RSPB, μπορεί να εκδώσει συστάσεις ή, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, αποφάσεις μέσω εκτελεστικών πράξεων για να διασφαλίσει την εναρμονισμένη εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και με σκοπό την προαγωγή της επίτευξης των γενικών στόχων του άρθρου 3.
2.Οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη τους τις συστάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Εφόσον μια εθνική ρυθμιστική ή λοιπή αρμόδια αρχή επιλέγει να μην ακολουθήσει μια σύσταση, ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή, αιτιολογώντας τη θέση της.
3.Οι αποφάσεις που εγκρίνονται κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1 περιλαμβάνουν αποκλειστικά τον προσδιορισμό εναρμονισμένης ή συντονισμένης μεθόδου για την αντιμετώπιση των ακόλουθων θεμάτων:
α)μη συνεκτική εφαρμογή των γενικών ρυθμιστικών προσεγγίσεων εκ μέρους των εθνικών ρυθμιστικών αρχών σχετικά με τη ρύθμιση των αγορών ηλεκτρονικών επικοινωνιών κατ’ εφαρμογή των άρθρων 72 και 73, σε περίπτωση που δημιουργεί φραγμό στην εσωτερική αγορά· αυτές οι αποφάσεις δεν αναφέρονται σε συγκεκριμένες κοινοποιήσεις εκδιδόμενες από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές σύμφωνα με το άρθρο 85· σε αυτήν την περίπτωση, η Επιτροπή προτείνει σχέδιο απόφασης μόνον αφού:
(I)έχουν παρέλθει δύο τουλάχιστον έτη από την έγκριση σύστασης της Επιτροπής με το ίδιο θέμα·
(II)έχει λάβει υπόψη τη γνώμη του BEREC όσον αφορά την επιχειρηματολογία υπέρ της έγκρισης παρόμοιας απόφασης, την οποία οφείλει να εκδώσει ο BEREC εντός τριών μηνών από το σχετικό αίτημα της Επιτροπής·
β)θέματα σχετικά με την αριθμοδότηση, συμπεριλαμβανομένων των πεδίων αριθμών, της φορητότητας αριθμών και των αναγνωριστικών και θέματα σχετικά με τα συστήματα μετατροπής αριθμών και διευθύνσεων και την πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης μέσω επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης.
4.Οι εκτελεστικές πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 199 παράγραφος 4.
5.Ο BEREC μπορεί, με δική του πρωτοβουλία, να συμβουλεύσει την Επιτροπή σχετικά με την έγκριση μέτρου κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1.
6.Εάν η Επιτροπή δεν έχει εκδώσει σύσταση ή απόφαση εντός ενός έτους από την ημερομηνία έγκρισης γνώμης από τον BEREC, όπου αναφέρεται η ύπαρξη αποκλίσεων κατά την εκτέλεση από τις εθνικές ρυθμιστικές ή λοιπές αρμόδιες αρχές των ρυθμιστικών καθηκόντων που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό που θα μπορούσε να δημιουργήσει φραγμό στην εσωτερική αγορά, ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τους λόγους για τους οποίους δεν το έπραξε, και δημοσιοποιεί την αιτιολόγηση αυτή.
Σε περίπτωση που η Επιτροπή έχει εκδώσει σύσταση σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, αλλά η μη συνεκτική εφαρμογή που δημιουργεί φραγμούς στην εσωτερική αγορά εξακολουθεί να υφίσταται τα επόμενα δύο έτη, η Επιτροπή, με την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, εκδίδει απόφαση για την αντιμετώπιση των θεμάτων που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, μέσω εκτελεστικών πράξεων σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 199 παράγραφος 4.
Σε περίπτωση που η Επιτροπή δεν έχει εκδώσει απόφαση εντός ενός επιπλέον έτους από οποιαδήποτε σύσταση που έχει εκδοθεί δυνάμει του δεύτερου εδαφίου 1, ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τους λόγους για τους οποίους δεν το έπραξε, και δημοσιοποιεί την αιτιολόγηση αυτή.
Άρθρο 187
Τυποποίηση
1.Η Επιτροπή καταρτίζει και δημοσιεύει, στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατάλογο μη υποχρεωτικών προτύπων ή τεχνικών προδιαγραφών που χρησιμεύει ως βάση για την ενθάρρυνση της εναρμονισμένης παροχής δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφών ευκολιών και υπηρεσιών. Εφόσον είναι αναγκαίο, η Επιτροπή μπορεί, έπειτα από διαβούλευση με την επιτροπή που έχει συσταθεί με την οδηγία (ΕΕ) 2015/1535, σύμφωνα με το άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012, να ζητήσει από έναν ή περισσότερους ευρωπαϊκούς οργανισμούς τυποποίησης να καταρτίσουν πρότυπα.
2.Τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν τη χρήση των προτύπων ή τεχνικών προδιαγραφών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 για την παροχή υπηρεσιών, τεχνικών διεπαφών ή λειτουργιών δικτύων, στον βαθμό που αυτό είναι απολύτως απαραίτητο για την εξασφάλιση της διαλειτουργικότητας των υπηρεσιών, της διατερματικής συνδεσιμότητας, της διευκόλυνσης της αλλαγής παρόχου και της φορητότητας αριθμών και αναγνωριστικών, καθώς και για τη βελτίωση της ελευθερίας επιλογής του χρήστη.
3.Εφόσον πρότυπα ή τεχνικές προδιαγραφές δεν έχουν δημοσιευθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1, τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν την εφαρμογή των προτύπων ή τεχνικών προδιαγραφών που θεσπίζονται από τους Ευρωπαϊκούς Οργανισμούς Τυποποίησης. Ελλείψει αυτών των προτύπων ή προδιαγραφών, τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν την εφαρμογή διεθνών προτύπων ή συστάσεων που εγκρίνουν η ITU, η Ευρωπαϊκή Διάσκεψη των Ταχυδρομικών και Τηλεπικοινωνιακών Οργανισμών (στο εξής: CEPT), ο Διεθνής Οργανισμός Τυποποίησης (στο εξής: ISO) ή η Διεθνής Ηλεκτροτεχνική Επιτροπή (στο εξής: IEC).
4.Εφόσον υφίστανται διεθνή πρότυπα, τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν τους Ευρωπαϊκούς Οργανισμούς Τυποποίησης να χρησιμοποιούν τα εν λόγω πρότυπα ή τα σχετικά στοιχεία τους, ως βάση για τα πρότυπα που καταρτίζουν, εκτός εάν τα διεθνή πρότυπα ή τα σχετικά τους στοιχεία είναι αναποτελεσματικά. Τυχόν πρότυπα ή τεχνικές προδιαγραφές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ή στην παρούσα παράγραφο δεν παρεμποδίζουν την πρόσβαση, όπως ενδέχεται να απαιτείται δυνάμει του παρόντος κανονισμού, όπου αυτό είναι εφικτό.
5.Εάν η εφαρμογή των πρότυπων ή προδιαγραφών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, δεν είναι ορθή και, συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να εξασφαλισθεί η διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, η εφαρμογή των προτύπων ή προδιαγραφών αυτών μπορεί να καθίσταται υποχρεωτική, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στην παράγραφο 6, στον βαθμό που αυτό είναι απολύτως απαραίτητο για την εξασφάλιση της εν λόγω διαλειτουργικότητας και για τη βελτίωση της ελευθερίας επιλογής του χρήστη.
6.Εάν η Επιτροπή προτίθεται να καταστήσει υποχρεωτική την εφαρμογή ορισμένων προτύπων ή τεχνικών προδιαγραφών, δημοσιεύει ανακοίνωση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και καλεί όλους τους ενδιαφερομένους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους. Η Επιτροπή, μέσω εκτελεστικών πράξεων, καθιστά υποχρεωτική την εφαρμογή των σχετικών προτύπων ή τεχνικών προδιαγραφών, παραπέμποντας σε αυτά ως υποχρεωτικά πρότυπα ή υποχρεωτικές τεχνικές προδιαγραφές στον κατάλογο προτύπων ή τεχνικών προδιαγραφών που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
7.Εάν η Επιτροπή κρίνει ότι τα πρότυπα ή οι τεχνικές προδιαγραφές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν συμβάλλουν πλέον στην παροχή εναρμονισμένων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, δεν ανταποκρίνονται πλέον στις ανάγκες των καταναλωτών ή παρεμποδίζουν την τεχνολογική εξέλιξη, τα αποσύρει από τον κατάλογο των προτύπων ή τεχνικών προδιαγραφών που αναφέρεται στην παράγραφο 1.
8.Όταν η Επιτροπή κρίνει ότι τα πρότυπα ή προδιαγραφές που αναφέρονται στην παράγραφο 6, δεν συμβάλλουν πλέον στην παροχή εναρμονισμένων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, δεν ανταποκρίνονται πλέον στις ανάγκες των καταναλωτών ή παρεμποδίζουν την τεχνολογική εξέλιξη, μπορεί να αποσύρει, μέσω εκτελεστικών πράξεων, τα εν λόγω πρότυπα ή προδιαγραφές από τον κατάλογο των προτύπων ή προδιαγραφών στον οποίο αναφέρεται η παράγραφος 1.
9.Οι εκτελεστικές πράξεις που αναφέρονται στις παραγράφους 6 και 8 του παρόντος άρθρου θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 199 παράγραφος 4.
10.Το παρόν άρθρο δεν ισχύει για καμία από τις στοιχειώδεις απαιτήσεις, τις προδιαγραφές διεπαφής ή τα εναρμονισμένα πρότυπα, στα οποία εφαρμόζεται η οδηγία 2014/53/ΕΕ.
8.3.ΤΙΤΛΟΣ III: ΕΠΙΛΥΣΗ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Άρθρο 188
Εξωδικαστική επίλυση διαφορών
1.Η εθνική ρυθμιστική αρχή ή άλλη αρμόδια αρχή υπεύθυνη για την εφαρμογή των άρθρων 95, 96, 97, 98 και 100 του παρόντος κανονισμού, ή τουλάχιστον ένας ανεξάρτητος φορέας με αποδεδειγμένη σχετική πείρα, περιλαμβάνεται στον κατάλογο των φορέων εναλλακτικής επίλυσης διαφορών σύμφωνα με το άρθρο 20 παράγραφος 2 της οδηγίας 2013/11/ΕΕ, με σκοπό την επίλυση διαφορών μεταξύ παρόχων και καταναλωτών, καθώς και, κατά περίπτωση και στο πλαίσιο της εντολής του σχετικού φορέα, πολύ μικρών επιχειρήσεων και μικρών επιχειρήσεων, οι οποίες προκύπτουν από τον παρόντα κανονισμό και αφορούν την εκτέλεση των συμβάσεων.
2.Με την επιφύλαξη της οδηγίας 2013/11/ΕΕ, όταν στις διαφορές αυτές εμπλέκονται μέρη από διαφορετικά κράτη μέλη, οι αρμόδιοι φορείς που αναφέρονται στην παράγραφο 1 συντονίζουν τις προσπάθειές τους προκειμένου να επιτύχουν την επίλυση της διαφοράς.
3.Οι πάροχοι υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο θεσπίζουν διαφανείς, απλές και αποτελεσματικές διαδικασίες για τον χειρισμό των καταγγελιών τελικών χρηστών σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο άρθρο 93 και των καταγγελιών καταναλωτών, πολύ μικρών επιχειρήσεων και μη κερδοσκοπικών οργανισμών σχετικά με τα δικαιώματα που ορίζονται στο παράρτημα III τμήμα 5.
Άρθρο 189
Επίλυση διαφοράς μεταξύ επιχειρήσεων
1.Σε περίπτωση διαφοράς που προκύπτει σε σχέση με υφιστάμενες υποχρεώσεις που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό μεταξύ παρόχων δημόσιων δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε ένα κράτος μέλος, ή μεταξύ των επιχειρήσεων αυτών και άλλων επιχειρήσεων στο κράτος μέλος που επωφελούνται από τις υποχρεώσεις πρόσβασης ή διασύνδεσης ή μεταξύ παρόχων δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε κράτος μέλος και παρόχων συναφών ευκολιών, η ενδιαφερόμενη εθνική ρυθμιστική αρχή εκδίδει, κατόπιν αιτήματος ενός εκ των μερών, δεσμευτική απόφαση για την επίλυση της διαφοράς, το ταχύτερο δυνατό με βάση σαφείς και αποδοτικές διαδικασίες, και, πάντως, εντός τεσσάρων μηνών, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις. Όλα τα μέρη συνεργάζονται πλήρως με την εθνική ρυθμιστική αρχή.
2.Κατά την επίλυση μιας διαφοράς, η εθνική ρυθμιστική αρχή λαμβάνει αποφάσεις που αποσκοπούν στην επίτευξη των γενικών στόχων τους οποίους θέτει το άρθρο 3. Οι υποχρεώσεις που μπορεί να επιβάλει η εθνική ρυθμιστική αρχή σε μια επιχείρηση, στο πλαίσιο της επίλυσης διαφοράς, συμμορφώνονται με τον παρόντα κανονισμό.
3.Η απόφαση της εθνικής ρυθμιστικής αρχής δημοσιοποιείται, τηρουμένων των απαιτήσεων περί εμπορικού απορρήτου. Η εθνική ρυθμιστική αρχή παρέχει στα ενδιαφερόμενα μέρη πλήρη έκθεση των λόγων επί των οποίων βασίζεται η απόφαση.
4.Η διαδικασία που αναφέρεται στις παραγράφους 1, 2 και 3 δεν στερεί από κανένα μέρος τη δυνατότητα να προσφύγει στα δικαστήρια.
Άρθρο 190
Επίλυση διασυνοριακών διαφορών
1.Σε περίπτωση διαφοράς στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού μεταξύ επιχειρήσεων από διαφορετικά κράτη μέλη εφαρμόζονται οι παράγραφοι 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω διατάξεις δεν εφαρμόζονται σε διαφορές σχετικά με τον συντονισμό ραδιοφάσματος που καλύπτεται από το άρθρο 14.
2.Κάθε μέρος μπορεί να παραπέμψει τη διαφορά στην οικεία εθνική ρυθμιστική αρχή ή στις οικείες εθνικές ρυθμιστικές αρχές. Όταν η διαφορά επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, η αρμόδια εθνική ρυθμιστική αρχή ή οι αρμόδιες εθνικές ρυθμιστικές αρχές κοινοποιούν τη διαφορά στον BEREC με στόχο τη συνεκτική επίλυση της διαφοράς, σύμφωνα με τους στόχους του άρθρου 3.
3.Όταν πραγματοποιείται τέτοια κοινοποίηση, ο BEREC εκδίδει γνώμη με την οποία καλεί την οικεία εθνική ρυθμιστική αρχή ή τις οικείες εθνικές ρυθμιστικές αρχές να προβούν σε συγκεκριμένες ενέργειες για την επίλυση της διαφοράς ή να μην προβούν σε ενέργειες, στο συντομότερο δυνατό χρονικό πλαίσιο και, σε κάθε περίπτωση, εντός τεσσάρων μηνών, πλην εξαιρετικών περιστάσεων.
4.Η οικεία εθνική ρυθμιστική αρχή ή οι οικείες εθνικές ρυθμιστικές αρχές αναμένουν τη γνώμη του BEREC προτού προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια για την επίλυση της διαφοράς. Σε εξαιρετικές περιστάσεις, εφόσον υπάρχει επείγουσα ανάγκη ανάληψης δράσης, προκειμένου να διασφαλιστεί ο ανταγωνισμός ή να προστατευτούν τα συμφέροντα των τελικών χρηστών, οποιαδήποτε από τις αρμόδιες εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορεί, είτε κατόπιν αιτήματος των μερών είτε με δική της πρωτοβουλία, να λάβει προσωρινά μέτρα.
5.Οποιαδήποτε υποχρέωση επιβάλλει η εθνική ρυθμιστική αρχή σε επιχείρηση στο πλαίσιο της επίλυσης της διαφοράς είναι σύμφωνη με τον παρόντα κανονισμό, λαμβάνει υπόψη τη γνώμη που εκδίδει ο BEREC, και εγκρίνεται εντός ενός μηνός από την έκδοση της εν λόγω γνώμης.
6.Η διαδικασία της παραγράφου 2 δεν στερεί από κανένα μέρος τη δυνατότητα να προσφύγει στα δικαστήρια.
8.4.ΤΙΤΛΟΣ IV: ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΟΙΚΟΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ
Άρθρο 191
Καθοδήγηση για τη διευκόλυνση της συνεργασίας οικοσυστημάτων
1.Έως την/τις [12 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού], ο BEREC, έπειτα από διαβούλευση με τους συμφεροντούχους και σε στενή συνεργασία με την Επιτροπή, δημοσιεύει κατευθυντήριες γραμμές για να βοηθήσει τους παρόχους δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και άλλες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή σε στενά συνδεδεμένους τομείς, στην εφαρμογή πρακτικών του κλάδου και στη διευκόλυνση της συνεργασίας σε τεχνικά και εμπορικά θέματα που σχετίζονται με την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας με αποδοτικό, οικονομικά βιώσιμο και αξιόπιστο τρόπο, καθώς και σε σχέση με την παροχή καινοτόμων προϊόντων και υπηρεσιών, προς όφελος των τελικών χρηστών. Οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές καλύπτουν θέματα εκτός του πεδίου των υποχρεώσεων που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό, τα οποία έχουν αντίκτυπο στην παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας.
2.Με την υποστήριξη της ODN, ο BEREC προωθεί την αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ των παρόχων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή σε στενά συνδεδεμένους τομείς, διασφαλίζοντας ότι η συνεργασία αυτή συνάδει με τις κατευθυντήριες γραμμές που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Ο BEREC διευκολύνει τη συνεκτική εφαρμογή των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών, ενθαρρύνει την ανάπτυξη κοινών τεχνικών και εμπορικών πρακτικών και παρακολουθεί τα αποτελέσματά τους στην παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας με αποδοτικό, οικονομικά βιώσιμο και αξιόπιστο τρόπο.
Άρθρο 192
Μηχανισμός οικειοθελούς συνδιαλλαγής
1.Κατόπιν αιτήματος παρόχων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή άλλων επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή σε στενά συνδεδεμένους τομείς, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές προσφέρουν τη δυνατότητα συνεδρίασης συνδιαλλαγής μεταξύ δύο παρόχων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή μεταξύ ενός τέτοιου παρόχου και άλλης επιχείρησης που δραστηριοποιείται στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή σε στενά συνδεδεμένους τομείς, σχετικά με τεχνικές και εμπορικές ρυθμίσεις που υπόκεινται στις κατευθυντήριες γραμμές που αναφέρονται στο άρθρο 191 παράγραφος 1. Η συνεδρίαση συνδιαλλαγής συγκαλείται από την εθνική ρυθμιστική αρχή του μέρους που υποβάλλει το αίτημα συνδιαλλαγής, εκτός εάν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.
2.Εντός 1 εβδομάδας από το αίτημα για οικειοθελή συνδιαλλαγή, η εθνική ρυθμιστική αρχή ενημερώνει τον BEREC για τα στοιχεία της υπόθεσης. Εντός δύο μηνών από το αίτημα, ο BEREC εκδίδει γνώμη σχετικά με τα στοιχεία της υπόθεσης και τις επιλογές για αποτελεσματική συνεργασία σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές που αναφέρονται στο άρθρο 191.
3.Σε συνεργασία με τον BEREC, η εθνική ρυθμιστική αρχή που ορίζεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου συγκαλεί τη συνεδρίαση των μερών το αργότερο τρεις μήνες μετά την υποβολή του αιτήματος για τον μηχανισμό οικειοθελούς συνδιαλλαγής. Το αργότερο ένα μήνα μετά τη συνεδρίαση, λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη του BEREC, η εθνική ρυθμιστική αρχή υποβάλλει εγγράφως απολογισμό της συνεδρίασης, ο οποίος περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)τις απόψεις των εμπλεκόμενων μερών·
β) πιθανά επόμενα βήματα·
γ)στοιχεία της συμφωνίας, κατά περίπτωση και εάν αμφότερα τα μέρη ήταν παρόντα στη συνεδρίαση·
δ)επιλογές που προτάθηκαν από την εθνική ρυθμιστική αρχή για αποτελεσματική συνεργασία, εάν αμφότερα τα μέρη ήταν παρόντα στη συνεδρίαση και δεν επιτεύχθηκε συμφωνία.
Άρθρο 193
Υποβολή εκθέσεων και επανεξέταση της λειτουργίας της συνεργασίας οικοσυστημάτων
Έως την/τις [24 μήνες μετά την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού και στη συνέχεια ανά διετία], ο BEREC δημοσιεύει έκθεση σχετικά με τα αποτελέσματα της εφαρμογής των κατευθυντήριων γραμμών που αναφέρονται στο άρθρο 191 παράγραφος 1 στην αποτελεσματική συνεργασία οικοσυστημάτων, καθώς και στη λειτουργία του μηχανισμού οικειοθελούς συνδιαλλαγής που αναφέρεται στο άρθρο 192.
Έως την/τις [36 μήνες μετά την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού], λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση του BEREC που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η Επιτροπή επανεξετάζει τη λειτουργία της συνεργασίας οικοσυστημάτων.
8.5.ΤΙΤΛΟΣ V: ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ
Άρθρο 194
Τροποποίηση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη γενική άδεια και μεμονωμένες άδειες για σπάνιους πόρους
1.Τα δικαιώματα, οι όροι και οι διαδικασίες που αφορούν γενικές άδειες και δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος ή πόρων αριθμοδότησης ή δικαιώματα για εγκατάσταση ευκολιών μπορούν να τροποποιηθούν μόνο σε αντικειμενικά αιτιολογημένες περιπτώσεις και κατά αναλογικό τρόπο, συνεκτιμώντας, κατά περίπτωση, τις ειδικές συνθήκες που ισχύουν για μεταβιβάσιμα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος ή πόρων αριθμοδότησης.
2.Με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία οι προτεινόμενες τροποποιήσεις είναι ήσσονος σημασίας και έχουν συμφωνηθεί με τον κάτοχο των δικαιωμάτων ή της γενικής άδειας, η πρόθεση διενέργειας των σχετικών τροποποιήσεων κοινοποιείται αρκετά νωρίτερα. Στους κατόχους των δικαιωμάτων ή της γενικής άδειας και σε άλλα ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένων των χρηστών και των καταναλωτών, παρέχεται επαρκής χρόνος για να εκφράσουν τις απόψεις τους σχετικά με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις. Το εν λόγω χρονικό διάστημα, εκτός εκτάκτων περιπτώσεων, είναι τουλάχιστον τέσσερις εβδομάδες. Οι εθνικές αρμόδιες αρχές δημοσιεύουν τις τροποποιήσεις μαζί με την αιτιολόγησή τους.
Άρθρο 195
Περιορισμός ή ανάκληση δικαιωμάτων
1.Με την επιφύλαξη του άρθρου 196 παράγραφοι 10 και 11, οι αρμόδιες αρχές δεν περιορίζουν ούτε ανακαλούν δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος ή πόρων αριθμοδότησης που έχουν χορηγηθεί για ορισμένη χρονική περίοδο πριν από τη λήξη της χρονικής περιόδου για την οποία αυτά έχουν χορηγηθεί, εκτός αιτιολογημένων περιπτώσεων δυνάμει της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου και, κατά περίπτωση, σύμφωνα με τα άρθρα 20, 21 ή 50, καθώς και δυνάμει των σχετικών εθνικών διατάξεων όσον αφορά την αποζημίωση για την ανάκληση δικαιωμάτων.
2.Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να περιορίζουν ή να ανακαλούν δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος, πλην εκείνων που χορηγούνται για αόριστο χρονικό διάστημα, όταν απαιτείται για τη διασφάλιση αποδοτικής και αποτελεσματικής χρήσης του ραδιοφάσματος, ή την εφαρμογή των τεχνικών μέτρων εναρμόνισης που θεσπίζονται δυνάμει του άρθρου 4 της απόφασης αριθ. 676/2002/ΕΚ. Κάθε τέτοια απόφαση βασίζεται σε προκαθορισμένες και σαφώς ορισμένες διαδικασίες βάσει του εθνικού δικαίου, σύμφωνα με τις αρχές της αναλογικότητας και της απαγόρευσης των διακρίσεων. Όταν τα δικαιώματα χρήσης έχουν εκχωρηθεί για συγκεκριμένη διάρκεια, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά κατά τον χρόνο χορήγησης του δικαιώματος, οι κάτοχοι των δικαιωμάτων έχουν το δικαίωμα να αποζημιώνονται κατάλληλα για το άμεσο κόστος της μετάβασης ή της ανακατανομής του ραδιοφάσματος σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.
3.Η τροποποίηση της χρήσης του ραδιοφάσματος ως αποτέλεσμα της εφαρμογής του άρθρου 16 παράγραφος 1 ή 2 δεν δικαιολογεί από μόνη της την ανάκληση δικαιώματος χρήσης ραδιοφάσματος.
4.Τυχόν πρόθεση για περιορισμό ή ανάκληση δικαιωμάτων από γενική άδεια ή μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος ή πόρων αριθμοδότησης χωρίς τη συγκατάθεση του κατόχου των δικαιωμάτων υπόκειται σε διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη σύμφωνα με το άρθρο 185.
Άρθρο 196
Συμμόρφωση με τους όρους γενικής άδειας και τις υποχρεώσεις και τους όρους των δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος και πόρων αριθμοδότησης, ειδικές υποχρεώσεις και μέτρα σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης
1.Οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές παρακολουθούν και εποπτεύουν τη συμμόρφωση με τους όρους γενικής άδειας που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 4, με τις υποχρεώσεις και τους όρους των δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος που αναφέρονται στα άρθρα 20, 21, 22, 24, 25, 26, 27, 29, 33 και 34 και πόρων αριθμοδότησης που αναφέρονται στα άρθρα 46, 49 και 50 και με τις ειδικές υποχρεώσεις που αναφέρονται στο μέρος V.
2.Οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές έχουν την εξουσία να ζητούν από τις επιχειρήσεις που υπόκεινται στη γενική άδεια ή απολαύουν δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος ή πόρων αριθμοδότησης να παρέχουν όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται για την επαλήθευση της συμμόρφωσης με τους όρους της γενικής άδειας ή τις υποχρεώσεις και τους όρους των δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος και πόρων αριθμοδότησης ή με τις ειδικές υποχρεώσεις που αναφέρονται στο μέρος V, σύμφωνα με το άρθρο 181.
3.Εάν η αρμόδια αρχή διαπιστώσει ότι μια επιχείρηση δεν τηρεί έναν ή περισσότερους όρους της γενικής άδειας ή τις υποχρεώσεις και τους όρους των δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος και πόρων αριθμοδότησης ή τις ειδικές υποχρεώσεις που αναφέρονται στο μέρος V, κοινοποιεί στην επιχείρηση τα σχετικά πορίσματα και παρέχει στην επιχείρηση τη δυνατότητα να εκθέσει τις απόψεις της, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.
4.Η αρμόδια αρχή έχει τη δυνατότητα να απαιτήσει την παύση της παράβασης στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 3, είτε αμέσως είτε εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, και λαμβάνει κατάλληλα και αναλογικά μέτρα που αποβλέπουν στην εξασφάλιση της συμμόρφωσης.
Στο πλαίσιο αυτό, οι αρμόδιες αρχές έχουν την εξουσία να επιβάλλουν:
α)κατά περίπτωση, αποτρεπτικές χρηματικές κυρώσεις, οι οποίες μπορεί να περιλαμβάνουν περιοδικές κυρώσεις με αναδρομικό αποτέλεσμα·
β)διαταγή να διακοπεί ή να καθυστερήσει η παροχή υπηρεσίας ή δέσμης υπηρεσιών η οποία, εάν συνεχιζόταν, θα κατέληγε σε σοβαρή στρέβλωση του ανταγωνισμού, ενώ εκκρεμεί η συμμόρφωση με υποχρεώσεις πρόσβασης που έχουν επιβληθεί μετά από ανάλυση αγοράς σύμφωνα με το άρθρο 73.
Οι αρμόδιες αρχές ανακοινώνουν τα μέτρα και τους λόγους στους οποίους βασίζονται στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση χωρίς καθυστέρηση και προβλέπουν εύλογο χρονικό διάστημα για τη συμμόρφωση της επιχείρησης προς το μέτρο.
5.Τα κράτη μέλη καθορίζουν το σύστημα των κυρώσεων, συμπεριλαμβανομένων των προστίμων και, κατά περίπτωση, των μη ποινικών προκαθορισμένων ή περιοδικών κυρώσεων, που επιβάλλονται για παραβάσεις των διατάξεων του παρόντος κανονισμού ή οποιασδήποτε νομικά δεσμευτικής απόφασης που εκδίδει η Επιτροπή, η εθνική ρυθμιστική ή λοιπή αρμόδια αρχή δυνάμει του παρόντος κανονισμού, και λαμβάνουν κάθε αναγκαίο μέτρο για να διασφαλίζεται η εφαρμογή τους. Οι προβλεπόμενες κυρώσεις είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.
6.Παρά τις παραγράφους 3 και 4 του παρόντος άρθρου, τα κράτη μέλη εξουσιοδοτούν την αρμόδια αρχή να επιβάλλει, ανάλογα με την περίπτωση, χρηματικές κυρώσεις στις επιχειρήσεις που δεν παρέχουν πληροφορίες, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που επιβάλλει το άρθρο 181 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο στοιχείο α) ή β) και τις υποχρεώσεις διαφάνειας, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος που ορίζεται από την αρμόδια αρχή.
7.Τα κράτη μέλη προβλέπουν κυρώσεις στο πλαίσιο της διαδικασίας που αναφέρεται στο άρθρο 183 παράγραφος 8 μόνο όταν επιχείρηση ή δημόσια αρχή έχει παράσχει παραπλανητικές, εσφαλμένες ή ελλιπείς πληροφορίες εκ προθέσεως ή λόγω βαριάς αμέλειας.
8.Κατά τον προσδιορισμό του ποσού των προστίμων ή των περιοδικών κυρώσεων που πρέπει να επιβληθούν σε επιχείρηση ή δημόσια αρχή που παρέχει εκ προθέσεως ή λόγω βαριάς αμέλειας παραπλανητικές, εσφαλμένες ή ελλιπείς πληροφορίες στο πλαίσιο της διαδικασίας που αναφέρεται στο άρθρο 183 παράγραφος 8, λαμβάνεται υπόψη, μεταξύ άλλων, το κατά πόσον η συμπεριφορά της επιχείρησης ή της δημόσιας αρχής είχε αρνητικό αντίκτυπο στον ανταγωνισμό και, ιδιαίτερα, κατά πόσον σε αντίθεση με τις αρχικά παρασχεθείσες πληροφορίες ή τυχόν επικαιροποίηση αυτών η επιχείρηση ή η δημόσια αρχή είτε ανέπτυξε, επέκτεινε ή αναβάθμισε δίκτυο είτε δεν έχει αναπτύξει δίκτυο, και δεν έχει αιτιολογήσει αντικειμενικά αυτήν την αλλαγή του σχεδίου.
9.Σε περιπτώσεις σοβαρής παράβασης ή επανειλημμένων παραβάσεων των όρων της γενικής άδειας ή των υποχρεώσεων και των όρων για τα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος και πόρων αριθμοδότησης ή των ειδικών υποχρεώσεων που αναφέρονται στο μέρος V, εάν τα μέτρα για την εξασφάλιση της συμμόρφωσης που αναφέρονται στις παραγράφους 3 και 4 του παρόντος άρθρου δεν φέρουν αποτέλεσμα, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές εμποδίζουν την περαιτέρω παροχή δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών από μια επιχείρηση ή να αναστέλλουν ή να ανακαλούν τα εν λόγω δικαιώματα χρήσης. Αυτές οι κυρώσεις μπορούν να επιβληθούν ώστε να καλύπτουν τη χρονική περίοδο κάθε παράβασης, ακόμη και εάν η παράβαση έχει στη συνέχεια διορθωθεί.
10.Κατόπιν αιτήματος της αρμόδιας αρχής που ορίζεται σύμφωνα με την πράξη για την κυβερνοασφάλεια που πρόκειται να αντικαταστήσει τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/881 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, αφού εξαντληθούν τα διορθωτικά μέτρα μη συμμόρφωσης δυνάμει της πράξης για την κυβερνοασφάλεια, η εθνική ρυθμιστική αρχή στην οποία παρέχονται δίκτυα και υπηρεσίες ανακαλεί το δικαίωμα παροχής δικτύων και υπηρεσιών βάσει γενικής άδειας ή μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 4 στοιχείο δ) και το άρθρο 20 σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ο πάροχος δεν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις ασφάλειας της αλυσίδας εφοδιασμού ΤΠΕ της πράξης για την κυβερνοασφάλεια.
11.Παρά τις παραγράφους 3, 4 και 9 του παρόντος άρθρου και με την επιφύλαξη του άρθρου 39 σχετικά με ενωσιακή άδεια για τη χρήση δορυφορικού ραδιοφάσματος, η αρμόδια αρχή μπορεί να λαμβάνει έκτακτα προσωρινά μέτρα προς αντιμετώπιση της κατάστασης πριν από τη λήψη τελικής απόφασης, εάν έχει αποδείξεις ότι υφίσταται παράβαση των όρων της γενικής άδειας, των υποχρεώσεων και των όρων των δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος και πόρων αριθμοδότησης ή των ειδικών υποχρεώσεων που αναφέρονται στο μέρος V, η οποία συνιστά άμεση και σοβαρή απειλή για τη δημόσια ασφάλεια, τη δημόσια τάξη ή τη δημόσια υγεία ή ενέχει τον κίνδυνο να προξενήσει σοβαρά οικονομικά ή λειτουργικά προβλήματα σε άλλους παρόχους ή χρήστες δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή άλλους χρήστες του ραδιοφάσματος. Η αρμόδια αρχή παρέχει στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση τη δυνατότητα να εκθέσει την άποψή της και να προτείνει διορθωτικά μέτρα. Εφόσον απαιτείται, η αρμόδια αρχή μπορεί να επιβεβαιώνει τα προσωρινά μέτρα, τα οποία έχουν μέγιστη ισχύ τριών μηνών, αλλά μπορούν, σε περιπτώσεις μη ολοκλήρωσης των διαδικασιών εκτέλεσης, να παραταθούν για περαιτέρω χρονική περίοδο έως και τριών μηνών.
Άρθρο 197
Δικαίωμα προσφυγής
1.Κάθε χρήστης ή επιχείρηση που παρέχει δίκτυα ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή συναφείς ευκολίες έχει, όταν θίγεται από απόφαση αρμόδιας αρχής, δικαίωμα προσφυγής κατά της εν λόγω αποφάσεως ενώπιον οργάνου προσφυγής ανεξάρτητου από τους διαδίκους και από οποιαδήποτε εξωτερική παρέμβαση ή πολιτική πίεση που ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την ανεξάρτητη αξιολόγησή του στα θέματα των οποίων επιλαμβάνεται. Το εν λόγω όργανο προσφυγής, το οποίο μπορεί να είναι δικαστήριο, διαθέτει την απαιτούμενη εμπειρία για την αποτελεσματική εκτέλεση των καθηκόντων του.
2.Έως την ολοκλήρωση της προσφυγής ισχύει η απόφαση της αρμόδιας αρχής, εκτός εάν ληφθούν προσωρινά μέτρα σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.
3.Εάν το όργανο προσφυγής που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δεν έχει δικαιοδοτικό χαρακτήρα, αιτιολογεί πάντοτε εγγράφως τις αποφάσεις του. Επίσης, στην περίπτωση αυτή, η απόφασή του υπόκειται σε αναθεώρηση από δικαστήριο, κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ.
4.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν την αποτελεσματικότητα του μηχανισμού προσφυγής.
8.6.ΤΙΤΛΟΣ VI: ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 198
Άσκηση της εξουσιοδότησης
1.Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.
2.Η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που αναφέρεται στο άρθρο 22 παράγραφος 3, στο άρθρο 39 παράγραφος 4 στοιχείο στ), στο άρθρο 82 παράγραφος 1, στο άρθρο 103 παράγραφος 5, στο άρθρο 106 παράγραφος 8 και στο άρθρο 114 ανατίθεται στην Επιτροπή για περίοδο πέντε ετών από την [ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού]. Η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση σχετικά με τις εξουσίες που της έχουν ανατεθεί το αργότερο εννέα μήνες πριν από τη λήξη της πενταετούς περιόδου. Η εξουσιοδότηση ανανεώνεται σιωπηρά για περιόδους ίδιας διάρκειας, εκτός αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο προβάλουν σχετικές αντιρρήσεις το αργότερο τρεις μήνες πριν από τη λήξη κάθε περιόδου.
3.Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 22 παράγραφος 3, στο άρθρο 82 παράγραφος 1, στο άρθρο 103 παράγραφος 5, στο άρθρο 106 παράγραφος 8 και στο άρθρο 114 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης επιφέρει τη λήξη της εξουσιοδότησης που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που προσδιορίζεται σε αυτή. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη.
4.Πριν από την έκδοση μιας κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή διεξάγει διαβουλεύσεις με εμπειρογνώμονες που ορίζουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις αρχές της διοργανικής συμφωνίας της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου.
5.Μόλις εκδώσει μια κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.
6.Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 22 παράγραφος 3, του άρθρου 82 παράγραφος 1, του άρθρου 103 παράγραφος 5, του άρθρου 106 παράγραφος 8 και του άρθρου 114 τίθεται σε ισχύ μόνον εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός περιόδου δύο μηνών από την ημέρα που η πράξη κοινοποιείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο ή αν, πριν λήξει η προθεσμία αυτή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έχουν ενημερώσει αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλλουν αντιρρήσεις. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά δύο μήνες κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.
Άρθρο 199
Διαδικασία επιτροπής
1.Η Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή επικοινωνιών που συστάθηκε με την οδηγία (ΕΕ) 2018/1972. Η εν λόγω επιτροπή αποτελεί επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.
2.Για τις εκτελεστικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 14 παράγραφος 8, στο άρθρο 17 παράγραφος 3 και στο άρθρο 45 παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή ραδιοφάσματος που συστάθηκε με το άρθρο 3 παράγραφος 1 της απόφασης αριθ. 676/2002/ΕΚ. Η εν λόγω επιτροπή αποτελεί επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.
3.Οσάκις γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.
4.Οσάκις γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.
Άρθρο 200
Ανταλλαγή πληροφοριών
1.Η Επιτροπή παρέχει όλες τις σχετικές πληροφορίες στην επιτροπή επικοινωνιών σχετικά με το αποτέλεσμα των τακτικών διαβουλεύσεων με τους αντιπροσώπους των φορέων εκμετάλλευσης δικτύων, των παρόχων υπηρεσιών, των χρηστών, των καταναλωτών, των κατασκευαστών και των συνδικαλιστικών οργανώσεων, καθώς και των τρίτων χωρών και των διεθνών οργανισμών.
2.Η επιτροπή επικοινωνιών, λαμβάνοντας υπόψη την πολιτική της Ένωσης στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ενθαρρύνει την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών και μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής σχετικά με την κατάσταση και την εξέλιξη των ρυθμιστικών ενεργειών στον τομέα των δικτύων και των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
Άρθρο 201
Δημοσίευση πληροφοριών
1.Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι επικαιροποιημένες πληροφορίες που αφορούν την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού δημοσιοποιούνται με τρόπο που εγγυάται την εύκολη πρόσβαση όλων των ενδιαφερομένων μερών στις εν λόγω πληροφορίες. Δημοσιεύουν ανακοίνωση στην εθνική επίσημη εφημερίδα τους, όπου αναφέρεται ο τρόπος και ο τόπος δημοσίευσης των πληροφοριών αυτών. Η πρώτη σχετική ανακοίνωση δημοσιεύεται πριν την/τις [24 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού] και, στη συνέχεια, δημοσιεύεται ανακοίνωση κάθε φορά που μεταβάλλονται οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται σε αυτήν.
2.Τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή αντίγραφο όλων αυτών των ανακοινώσεων κατά τη δημοσίευσή τους. Η Επιτροπή διαβιβάζει τις πληροφορίες στην επιτροπή επικοινωνιών ανάλογα με την περίπτωση.
3.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι όλες οι συναφείς πληροφορίες για δικαιώματα, όρους, διαδικασίες, επιβαρύνσεις, τέλη και αποφάσεις που αφορούν γενικές άδειες, δικαιώματα χρήσης και δικαιώματα εγκατάστασης ευκολιών δημοσιεύονται και ενημερώνονται με κατάλληλο τρόπο, ώστε οι εν λόγω πληροφορίες να είναι ευχερώς προσιτές σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη.
4.Όταν οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 3 τηρούνται από διάφορες βαθμίδες της διοίκησης, ιδίως οι πληροφορίες που αφορούν τις διαδικασίες και τους όρους για δικαιώματα εγκατάστασης ευκολιών, η αρμόδια αρχή καταβάλλει κάθε εύλογη προσπάθεια, λαμβάνοντας υπόψη το σχετικό κόστος, για την εκπόνηση εύχρηστης επισκόπησης όλων αυτών των πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με τις εκάστοτε αρμόδιες βαθμίδες της διοίκησης και τις υπεύθυνες αρχές, προκειμένου να διευκολύνεται η υποβολή αιτήσεων για δικαιώματα εγκατάστασης ευκολιών.
5.Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι ειδικές υποχρεώσεις που επιβάλλονται σε επιχειρήσεις δυνάμει του παρόντος κανονισμού, δημοσιεύονται και ότι προσδιορίζονται οι ειδικές αγορές προϊόντων και υπηρεσιών και οι γεωγραφικές αγορές. Υπαγόμενα στην ανάγκη να προστατεύσουν το εμπορικό απόρρητο, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι διατίθενται στο κοινό επικαιροποιημένες πληροφορίες, κατά τρόπον που εγγυάται την εύκολη πρόσβαση όλων των ενδιαφερομένων στις πληροφορίες αυτές.
6.Τα κράτη μέλη παρέχουν στην Επιτροπή τις πληροφορίες που δημοσιοποιούν σύμφωνα με την παράγραφο 5. Η Επιτροπή διαθέτει τις εν λόγω πληροφορίες σε εύκολα προσβάσιμη μορφή και τις διανέμει, κατά περίπτωση, στην επιτροπή επικοινωνιών.
Άρθρο 202
Χρήση ευρωπαϊκών πορτοφολιών επιχειρήσεων
Κατά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, τα κράτη μέλη, οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές, καθώς και ο BEREC, ο RSPB, η ODN και η Επιτροπή, ενεργοποιούν και χρησιμοποιούν τα ευρωπαϊκά πορτοφόλια επιχειρήσεων, όπως έχουν θεσπιστεί με τον κανονισμό [XXX] του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.
Άρθρο 203
Κοινοποίηση και παρακολούθηση
Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές κοινοποιούν στην Επιτροπή τα ονόματα των επιχειρήσεων οι οποίες ορίζονται ότι κατέχουν σημαντική ισχύ στην αγορά για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, καθώς και τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται σε αυτούς δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Οποιαδήποτε αλλαγή επηρεάζει τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται σε επιχειρήσεις ή τις υποχρεώσεις των επιχειρήσεων που θίγονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού, κοινοποιείται αμελλητί στην Επιτροπή.
Άρθρο 204
Διαδικασία επανεξέτασης
1.Έως την/τις [60 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού] και στη συνέχεια ανά πενταετία, η Επιτροπή επανεξετάζει τη λειτουργία του παρόντος κανονισμού και υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.
2.Οι εν λόγω επανεξετάσεις αξιολογούν ιδίως τις επιπτώσεις για την αγορά των άρθρων 69 και 83 και αν οι εξουσίες εκ των προτέρων παρέμβασης και άλλου είδους παρέμβασης δυνάμει του παρόντος κανονισμού επαρκούν προκειμένου οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές να είναι σε θέση να διασφαλίζουν ότι ο ανταγωνισμός σε αγορές ηλεκτρονικών επικοινωνιών συνεχίζει να αναπτύσσεται προς όφελος των τελικών χρηστών.
3.Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή μπορεί να ζητεί πληροφορίες από τα κράτη μέλη, οι οποίες παρέχονται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.
4.Ο BEREC δημοσιεύει, έως την/τις [36 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού] και στη συνέχεια ανά τριετία, έκθεση σχετικά με την εφαρμογή και τη λειτουργία της γενικής άδειας σε εθνικό επίπεδο, και σχετικά με τον αντίκτυπό τους στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.
5.Η Επιτροπή μπορεί, λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση του BEREC, να υποβάλει νομοθετική πρόταση για την τροποποίηση των εν λόγω διατάξεων, όταν κρίνει ότι είναι αναγκαίο για την αντιμετώπιση εμποδίων στη σωστή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.
Άρθρο 205
Μεταβατικές διατάξεις σχετικά με το υπόδειγμα συνοπτικής σύμβασης
Ο εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2019/2243 της Επιτροπής εξακολουθεί να εφαρμόζεται, τηρουμένων των αναλογιών, για τους σκοπούς του καθορισμού υποδείγματος συνοπτικής σύμβασης προς χρήση από τους παρόχους υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο ή δημοσίως διαθέσιμων υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους δυνάμει του άρθρου 95 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, έως την ημερομηνία εφαρμογής της εκτελεστικής πράξης που αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο.
Άρθρο 206
Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2120
Ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/2120 τροποποιείται ως εξής:
α)ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Κανονισμός (ΕΕ) 2015/2120 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2015, για τη θέσπιση μέτρων σχετικά με τα τέλη λιανικής για τις ρυθμιζόμενες ενδοενωσιακές επικοινωνίες»·
β)στο άρθρο 1, απαλείφονται οι παράγραφοι 1 και 2·
γ)στο άρθρο 2, απαλείφονται τα σημεία 1) και 2)·
δ)τα άρθρα 3, 4, 5 και 9 απαλείφονται·
ε)στο άρθρο 6, απαλείφεται το πρώτο εδάφιο·
στ)το άρθρο 10 τροποποιείται ως εξής:
α)στην παράγραφο 2, απαλείφονται τα στοιχεία α), β), γ) και δ)·
β)οι παράγραφοι 3 και 4 απαλείφονται.
Άρθρο 207
Τροποποίηση της οδηγίας 2002/58/ΕΚ
Τα άρθρα 7, 8, 10, 11 και 12 της οδηγίας 2002/58/ΕΚ απαλείφονται.
Οι παραπομπές στο άρθρο 8 της οδηγίας 2002/58/ΕΚ νοούνται ως παραπομπές στο άρθρο 109 του παρόντος κανονισμού.
Άρθρο 208
Τροποποίηση της απόφασης αριθ. 676/2002/ΕΚ
Στο άρθρο 4 της απόφασης αριθ. 676/2002/ΕΚ, παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:
«2α. Για την ανάπτυξη των τεχνικών εκτελεστικών μέτρων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, τα οποία ενδέχεται να επηρεάσουν την ασφάλεια ή την τεχνολογική κυριαρχία της Ένωσης ή των κρατών μελών της, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από τα κράτη μέλη να καθορίσουν κοινές θέσεις ενόψει της συμμετοχής τους στις δραστηριότητες της CEPT.
Η Επιτροπή ενεργεί σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 3 παράγραφος 3.»
Άρθρο 209
Κατάργηση
Ο κανονισμός (ΕΕ) 2018/1971, η οδηγία (ΕΕ) 2018/1972 και η απόφαση αριθ. 243/2012/ΕΕ καταργούνται από την/τις [6 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].
Οι παραπομπές στον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1971, στην οδηγία (ΕΕ) 2018/1972 και στην απόφαση αριθ. 243/2012/ΕΕ νοούνται ως παραπομπές στον παρόντα κανονισμό.
Άρθρο 210
Έναρξη ισχύος και εφαρμογή
1.Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την [εικοστή ημέρα] από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
2.Εφαρμόζεται από την/τις [6 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].
3.Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2:
α)Τα άρθρα 38, 39 και 40 εφαρμόζονται από την/τις [12 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].
Οι εθνικές αρμόδιες αρχές στις οποίες έχουν ανατεθεί αρμοδιότητες χορήγησης γενικών αδειών δυνάμει της οδηγίας (ΕΕ) 2018/1972 εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντά τους το αργότερο έως την/τις [6 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].
Οι επιχειρήσεις στις οποίες έχει χορηγηθεί άδεια παροχής δορυφορικών επικοινωνιών σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2018/1972 εξακολουθούν να κατέχουν τα δικαιώματα και να υπόκεινται στους αντίστοιχους όρους και υποχρεώσεις έως την/τις [36 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού]·
β)το άρθρο 115 παράγραφος 1 στοιχείο α) εφαρμόζεται από την/τις [12 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].
Οι αρμόδιες αρχές, εκτός των εθνικών ρυθμιστικών αρχών, στις οποίες έχουν ανατεθεί αρμοδιότητες χορήγησης γενικών αδειών δυνάμει της οδηγίας (ΕΕ) 2018/1972, δύνανται να συνεχίσουν να ασκούν τα καθήκοντά τους το αργότερο έως την/τις [12 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].
Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.
Βρυξέλλες,
Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Για το Συμβούλιο
Η Πρόεδρος
Ο/Η Πρόεδρος
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΚΑΙ ΨΗΦΙΑΚΟ ΔΕΛΤΙΟ
1.
ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ/ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ
3
1.1.
Τίτλος της πρότασης/πρωτοβουλίας
3
1.2.
Σχετικοί τομείς πολιτικής
3
1.3.
Στόχοι
3
1.3.1.
Γενικοί στόχοι
3
1.3.2.
Ειδικοί στόχοι
3
1.3.3.
Αναμενόμενα αποτελέσματα και επιπτώσεις
3
1.3.4.
Δείκτες επιδόσεων
3
1.4.
Η πρόταση/πρωτοβουλία αφορά:
4
1.5.
Αιτιολόγηση της πρότασης/πρωτοβουλίας
4
1.5.1.
Βραχυπρόθεσμη ή μακροπρόθεσμη κάλυψη αναγκών, συμπεριλαμβανομένου λεπτομερούς χρονοδιαγράμματος για τη σταδιακή υλοποίηση της πρωτοβουλίας
4
1.5.2.
Προστιθέμενη αξία της ενωσιακής παρέμβασης (που μπορεί να προκύπτει από διάφορους παράγοντες, π.χ. οφέλη από τον συντονισμό, ασφάλεια δικαίου, μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα ή συμπληρωματικότητα). Για τους σκοπούς του παρόντος σημείου «προστιθέμενη αξία της ενωσιακής παρέμβασης» είναι η αξία που απορρέει από την ενωσιακή δράση και η οποία προστίθεται στην αξία που θα είχε δημιουργηθεί αν τα κράτη μέλη ενεργούσαν μεμονωμένα.
4
1.5.3.
Διδάγματα από ανάλογες εμπειρίες του παρελθόντος
4
1.5.4.
Συμβατότητα με το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο και ενδεχόμενες συνέργειες με άλλα κατάλληλα μέσα
5
1.5.5.
Αξιολόγηση των διάφορων διαθέσιμων επιλογών χρηματοδότησης, συμπεριλαμβανομένων των δυνατοτήτων ανακατανομής
5
1.6.
Διάρκεια της πρότασης/πρωτοβουλίας και των δημοσιονομικών επιπτώσεών της
6
1.7.
Προβλεπόμενες μέθοδοι εκτέλεσης του προϋπολογισμού
6
2.
ΜΕΤΡΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ
8
2.1.
Κανόνες παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων
8
2.2.
Συστήματα διαχείρισης και ελέγχου
8
2.2.1.
Αιτιολόγηση των μεθόδων εκτέλεσης του προϋπολογισμού, των μηχανισμών εκτέλεσης της χρηματοδότησης, των όρων πληρωμής και της στρατηγικής ελέγχου που προτείνονται
8
2.2.2.
Πληροφορίες σχετικά με τους κινδύνους που έχουν εντοπιστεί και τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου που έχουν δημιουργηθεί για τον μετριασμό τους
8
2.2.3.
Εκτίμηση και αιτιολόγηση της οικονομικής αποδοτικότητας των ελέγχων (λόγος του κόστους του ελέγχου προς την αξία των σχετικών κονδυλίων που αποτελούν αντικείμενο διαχείρισης) και αξιολόγηση του εκτιμώμενου επιπέδου κινδύνου σφάλματος (κατά την πληρωμή και κατά το κλείσιμο)
8
2.3.
Μέτρα για την πρόληψη περιπτώσεων απάτης και παρατυπίας
9
3.
ΕΚΤΙΜΩΜΕΝΕΣ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ/ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ
10
3.1.
Τομείς του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου και γραμμές δαπανών του προϋπολογισμού που επηρεάζονται
10
3.2.
Εκτιμώμενες δημοσιονομικές επιπτώσεις της πρότασης στις πιστώσεις
12
3.2.1.
Συνοπτική παρουσίαση των εκτιμώμενων επιπτώσεων στις επιχειρησιακές πιστώσεις
12
3.2.1.1.
Πιστώσεις από τον ψηφισθέντα προϋπολογισμό
12
3.2.1.2.
Πιστώσεις από εξωτερικά έσοδα με ειδικό προορισμό
17
3.2.2.
Εκτιμώμενο αποτέλεσμα που χρηματοδοτείται από επιχειρησιακές πιστώσεις
22
3.2.3.
Συνοπτική παρουσίαση των εκτιμώμενων επιπτώσεων στις διοικητικές πιστώσεις
24
3.2.3.1. Πιστώσεις από τον ψηφισθέντα προϋπολογισμό
24
3.2.3.2. Πιστώσεις από εξωτερικά έσοδα για ειδικό προορισμό
24
3.2.3.3.
Σύνολο πιστώσεων
24
3.2.4.
Εκτιμώμενες ανάγκες σε ανθρώπινους πόρους
25
3.2.4.1.
Χρηματοδοτούμενες από τον ψηφισθέντα προϋπολογισμό
25
3.2.4.2.
Χρηματοδοτούμενες από εξωτερικά έσοδα με ειδικό προορισμό
26
3.2.4.3.
Σύνολο εκτιμώμενων αναγκών σε ανθρώπινους πόρους
26
3.2.5.
Επισκόπηση των εκτιμώμενων επιπτώσεων στις επενδύσεις ψηφιακής τεχνολογίας
28
3.2.6.
Συμβατότητα με το ισχύον πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο
28
3.2.7.
Συμμετοχή τρίτων στη χρηματοδότηση
28
3.3.
Εκτιμώμενες επιπτώσεις στα έσοδα
29
4.
Ψηφιακές διαστάσεις
29
4.1.
Απαιτήσεις ψηφιακής σημασίας
30
4.2.
Δεδομένα
30
4.3.
Ψηφιακές λύσεις
31
4.4.
Αξιολόγηση διαλειτουργικότητας
31
4.5.
Μέτρα στήριξης της ψηφιακής εφαρμογής
32
1.ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ/ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ
1.1.Τίτλος της πρότασης/πρωτοβουλίας
Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τα ψηφιακά δίκτυα
1.2.Σχετικοί τομείς πολιτικής
Η πρόταση αφορά τομείς πολιτικής που συνδέονται με την ανάπτυξη δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, με έμφαση στη διασφάλιση ομαλής και έγκαιρης μετάβασης σε υψηλής ποιότητας, ανθεκτικά και μελλοντοστρεφή ψηφιακά δίκτυα. Αποσκοπεί στον καθορισμό των κανονιστικών προϋποθέσεων για μια ενιαία αγορά συνδεσιμότητας που θα παρέχει κίνητρα για επενδύσεις σε σταθερά, κινητά και δορυφορικά δίκτυα (συμπεριλαμβανομένων των οπτικών ινών, των υψηλής ποιότητας δικτύων 5G, των μελλοντικών δικτύων 6G και των προηγμένων συστημάτων κινητών δορυφορικών επικοινωνιών) και θα στηρίζει τις απαιτήσεις συνδεσιμότητας που προκύπτουν από αναδυόμενες τεχνολογίες, όπως η ΤΝ, το διαδίκτυο των πραγμάτων (IoT), η κβαντική επικοινωνία και οι προηγμένες υπηρεσίες υπολογιστικού νέφους. Με τον εκσυγχρονισμό του ισχύοντος πλαισίου, η πρωτοβουλία αποσκοπεί στη διευκόλυνση των αποδοτικών επενδύσεων, στην προώθηση του βιώσιμου ανταγωνισμού και στη μείωση των τεχνολογικών εξαρτήσεων, στηρίζοντας έτσι τη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα και ανθεκτικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η πρόταση επιδιώκει την άρση των φραγμών που εξακολουθούν να υφίστανται στη διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, καθώς και τη βελτίωση της κανονιστικής συνοχής και προβλεψιμότητας σε όλα τα κράτη μέλη. Για τον σκοπό αυτόν, προβλέπει προσαρμογές των ρυθμιστικών αρμοδιοτήτων και των δομών διακυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένης της ενισχυμένης εναρμόνισης των όρων αδειοδότησης ραδιοφάσματος και της συνεπέστερης εφαρμογής των κανόνων της ΕΕ. Τα μέτρα αυτά αποσκοπούν στην ενίσχυση της λειτουργίας της ενιαίας αγοράς, στη διευκόλυνση των οικονομιών κλίμακας για τους παρόχους και στη διασφάλιση ότι οι καταναλωτές και οι επιχειρήσεις σε ολόκληρη την Ένωση μπορούν να επωφεληθούν από υπηρεσίες συνδεσιμότητας υψηλής ποιότητας.
Επιπλέον, η πρωτοβουλία συμβάλλει στις πολιτικές της Ένωσης σχετικά με την ασφάλεια, την ανθεκτικότητα και την ετοιμότητα. Τα δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συμπεριλαμβανομένων των δορυφορικών συστημάτων, αποτελούν κρίσιμες υποδομές που είναι απαραίτητες για τη λειτουργία της οικονομίας, των δημόσιων υπηρεσιών και της κοινωνίας γενικότερα. Ως εκ τούτου, η πρόταση περιλαμβάνει μέτρα για τη στήριξη της ανάπτυξης και της ενσωμάτωσης προηγμένων μη επίγειων δικτύων, την αντιμετώπιση των προκλήσεων των παρεμβολών και την ενίσχυση της αξιοπιστίας και της ασφάλειας της συνδεσιμότητας σε όλες τις περιφέρειες. Με την ενίσχυση της ψηφιακής ανθεκτικότητας της Ευρώπης, τη διασφάλιση ισχυρών ικανοτήτων επικοινωνίας και τη στήριξη της στρατηγικής αυτονομίας σε βασικούς τεχνολογικούς τομείς, η πρωτοβουλία ανταποκρίνεται στις προτεραιότητες που περιγράφονται σε πρόσφατες εκθέσεις υψηλού επιπέδου και συμβάλλει στους ευρύτερους στόχους ετοιμότητας και ασφάλειας της Ένωσης.
1.3.Στόχοι
1.3.1.Γενικοί στόχοι
Γενικός στόχος της πρωτοβουλίας είναι να προετοιμάσει την ΕΕ για τη μετάβαση σε υψηλής ποιότητας, αξιόπιστα και ανθεκτικά μελλοντικά ψηφιακά δίκτυα, σύμφωνα με τις προτεραιότητες για την ανταγωνιστικότητα, την ενιαία αγορά και την ετοιμότητα που προσδιορίζονται στις εκθέσεις Draghi, Letta και Niinistö. Η διασφάλιση προηγμένης συνδεσιμότητας για όλες τις περιφέρειες, συμπεριλαμβανομένων των αγροτικών και απομακρυσμένων περιοχών, είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της οικονομικής ισχύος, των κοινωνικών προτύπων και της τεχνολογικής υπεροχής της Ευρώπης.
Για να επιτευχθεί αυτό, η πρόταση αποσκοπεί στη θέσπιση κανόνων που διευκολύνουν τις επενδύσεις σε σύγχρονα ψηφιακά δίκτυα και την ανάπτυξή τους. Αυτό σημαίνει στήριξη της μετάβασης από τις παλαιές γραμμές χαλκού στις οπτικές ίνες, επιτάχυνση της ανάπτυξης υψηλής ποιότητας δικτύων 5G και μελλοντικών δικτύων 6G και διευκόλυνση της ανάπτυξης άλλων ασύρματων υποδομών καθώς και υποδομών υπολογιστικού νέφους. Αυτά τα προηγμένα δίκτυα είναι απαραίτητα για τεχνολογίες που εξαρτώνται από γρήγορα δεδομένα σε πραγματικό χρόνο και από την ΤΝ, όπως οι συνδεδεμένες συσκευές, τα αυτόνομα αυτοκίνητα, τα έξυπνα ενεργειακά συστήματα και η αυτοματοποιημένη βιομηχανία. Η ενίσχυση αυτών των θεμελίων θα βοηθήσει την ΕΕ να παραμείνει ανταγωνιστική στην παγκόσμια οικονομία.
Ο στόχος περιλαμβάνει επίσης την εμβάθυνση της ενιαίας αγοράς συνδεσιμότητας με τη βελτίωση της κανονιστικής συνοχής, της προβλεψιμότητας και της διασυνοριακής παροχής υπηρεσιών. Τέλος, απηχώντας την έκθεση Niinistö, η πρόταση τονίζει τον ρόλο των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συμπεριλαμβανομένων των δορυφορικών συστημάτων, στην ενίσχυση της ασφάλειας, της ανθεκτικότητας και της ετοιμότητας της ΕΕ.
1.3.2.Ειδικοί στόχοι
Ειδικός στόχος αριθ. 1
Ταχεία ανάπτυξη και χρήση των οπτικών ινών
Ο στόχος αυτός επικεντρώνεται στην επιτάχυνση της ανάπτυξης δικτύων οπτικών ινών και στην προώθηση της υιοθέτησης υπηρεσιών με βάση τις οπτικές ίνες σε ολόκληρη την ΕΕ. Αποσκοπεί στην παροχή συνδεσιμότητας υψηλής ταχύτητας και υψηλής ποιότητας για την κοινωνία και την οικονομία, στηρίζοντας παράλληλα τον βιώσιμο ανταγωνισμό και τις αποδοτικές επενδύσεις. Η πρωτοβουλία επιδιώκει επίσης να διευκολύνει τη διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών και να εξορθολογίσει το κανονιστικό πλαίσιο, ώστε να καταστεί η αγορά αποδοτικότερη για όλους τους συμφεροντούχους.
Ειδικός στόχος αριθ. 2
Γεφύρωση του χάσματος όσον αφορά την ποιότητα των δικτύων κινητής τηλεφωνίας
Ο στόχος αυτός επιδιώκει τη βελτίωση των επιδόσεων των δικτύων κινητής τηλεφωνίας ώστε να αντιστοιχούν σε αυτές των φορέων που κατέχουν ηγετική θέση παγκοσμίως. Δίνει έμφαση στις επενδύσεις σε υψηλής ποιότητας δίκτυα 5G, στην πύκνωση των δικτύων και στη μελλοντική ανάπτυξη του 6G για την ενίσχυση των ταχυτήτων καταφόρτωσης και αναφόρτωσης, τη μείωση του χρόνου αναμονής και την παροχή καλύτερης συνολικής συνδεσιμότητας για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις. Η επίτευξη αυτού του στόχου θα απελευθερώσει το πλήρες δυναμικό καινοτομίας των δικτύων κινητής τηλεφωνίας σε πολλούς τομείς σε ολόκληρη την ενιαία αγορά.
Ειδικός στόχος αριθ. 3
Επέκταση της λειτουργίας πανευρωπαϊκών δικτύων και της παροχής υπηρεσιών
Ο στόχος αυτός αποσκοπεί στη διευκόλυνση της λειτουργίας των δικτύων και της παροχής υπηρεσιών σε ολόκληρη την ενιαία αγορά και στην ανάπτυξη προηγμένων υποδομών, συμπεριλαμβανομένων των δορυφορικών συστοιχιών LEO, παράλληλα με τα επίγεια δίκτυα. Επιδιώκει να άρει τους κανονιστικούς φραγμούς, να προωθήσει την ενοποίηση δορυφορικών και επίγειων τεχνολογιών και να στηρίξει μετασχηματιστικές τεχνολογίες, όπως δίκτυα υπολογιστικού νέφους που χρησιμοποιούν και υποστηρίζουν ΤΝ, ενισχύοντας παράλληλα τη βιομηχανική ικανότητα και τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης στον διαστημικό και τον ψηφιακό τομέα.
Αυτό συνδέεται στενά με τον στόχο 4 της εμβάθυνσης της ενιαίας αγοράς συνδεσιμότητας, μεταξύ άλλων μέσω ενός ενισχυμένου συστήματος διακυβέρνησης.
1.3.3.Αναμενόμενα αποτελέσματα και επιπτώσεις
Να προσδιοριστούν τα αποτελέσματα που αναμένεται να έχει η πρόταση/πρωτοβουλία όσον αφορά τους στοχευόμενους δικαιούχους / τις στοχευόμενες ομάδες.
1. Μετάβαση σε οπτικές ίνες
Τα προτεινόμενα μέτρα για την ανάπτυξη των οπτικών ινών επικεντρώνονται στην επιτάχυνση της ανάπτυξης και της υιοθέτησης των δικτύων FTTH, παράλληλα με τη βελτίωση της ρύθμισης της πρόσβασης. Διατηρούνται τα αποτελεσματικά στοιχεία του υφιστάμενου πλαισίου, αλλά δίδεται έμφαση σε ρυθμιστικά μέτρα που βασίζονται στην αγορά και είναι λιγότερο παρεμβατικά, κατά περίπτωση. Τα αναμενόμενα αποτελέσματα των προτεινόμενων μέτρων περιλαμβάνουν αυξημένη κάλυψη οπτικών ινών (έως 98 % έως το 2035) και αυξημένα ποσοστά χρήσης (έως 78 %), υψηλότερες ταχύτητες διαδικτύου, θετικές επιπτώσεις στο ΑΕΠ και μειωμένες εκπομπές CO2. Στους δικαιούχους περιλαμβάνονται καταναλωτές και επιχειρήσεις που αποκτούν πρόσβαση σε ταχύτερη και πιο αξιόπιστη συνδεσιμότητα, ενώ οι φορείς εκμετάλλευσης δικτύων επωφελούνται από σαφέστερους κανόνες και προβλέψιμους επενδυτικούς όρους.
2. Διαχείριση του ραδιοφάσματος
Όσον αφορά το ραδιοφάσμα, τα προτεινόμενα μέτρα εξισορροπούν την αναγκαία εναρμόνιση με την ευελιξία για τα κράτη μέλη, διασφαλίζοντας ήπια εναρμόνιση σε αρχικό στάδιο και ισχυρότερα μέτρα μόνον εάν εξακολουθούν να υφίστανται ανισότητες. Η προσέγγιση αυτή παρέχει ασφάλεια δικαίου, μειώνει τους επενδυτικούς κινδύνους και στηρίζει τη μεγάλης κλίμακας και διασυνοριακή ανάπτυξη ραδιοφάσματος για δίκτυα 5G και μελλοντικά δίκτυα 6G. Στις στοχευόμενες ομάδες περιλαμβάνονται φορείς εκμετάλλευσης κινητών επικοινωνιών, επενδυτές και τελικοί χρήστες που θα επωφεληθούν από την ταχύτερη ανάπτυξη δικτύων, την ενισχυμένη κάλυψη και τις καινοτόμες υπηρεσίες, ενώ παράλληλα θα καταστεί δυνατή η οικονομικά αποδοτική συνδεσιμότητα σε περιοχές όπου οι οπτικές ίνες δεν είναι βιώσιμες, μεταξύ άλλων μέσω σταθερής ασύρματης πρόσβασης ή δορυφορικών λύσεων.
3. Αδειοδότηση
Η πρόταση εισάγει ενιαία αδειοδότηση για επίγεια δίκτυα και αδειοδότηση σε επίπεδο ΕΕ για το δορυφορικό ραδιοφάσμα, μειώνοντας τον διοικητικό φόρτο και τον φόρτο συμμόρφωσης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο διασφαλίζονται η κανονιστική συνέπεια, η διαφάνεια και η προβλεψιμότητα, προς όφελος ιδίως των ΜΜΕ και των νεοεισερχόμενων στην αγορά, μέσω της μείωσης των φραγμών εισόδου και της διευκόλυνσης της ταχύτερης ανάπτυξης των υπηρεσιών. Οι φορείς εκμετάλλευσης δορυφόρων επωφελούνται από εναρμονισμένες διαδικασίες, μειωμένο κανονιστικό κατακερματισμό και στρατηγική χρήση του ραδιοφάσματος, υποστηρίζοντας πανευρωπαϊκά ή παγκόσμια έργα συνδεσιμότητας και ενισχύοντας την ανθεκτικότητα, την ασφάλεια και τη συνέχεια της υπηρεσίας για τους τελικούς χρήστες.
4. Διακυβέρνηση
Το προτεινόμενο σύστημα διακυβέρνησης διασφαλίζει τη συνέχεια, ενισχύοντας παράλληλα τον συντονισμό σε επίπεδο ΕΕ. Βασίζεται στην υφιστάμενη δομή του BEREC και της Υπηρεσίας του BEREC, αναβαθμίζοντας την RSPG από ομάδα εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής σε φορέα παρόμοιο με τον BEREC, υποστηριζόμενο από γραμματεία που παρέχεται από την Υπηρεσία Ψηφιακών Δικτύων (ODN), η οποία θα αντικαταστήσει την Υπηρεσία του BEREC. Αυτό ενισχύει την αποτελεσματικότητα της διαχείρισης του ραδιοφάσματος και βελτιώνει τη συνοχή μεταξύ του BEREC και της RSPG. Η εξουσία λήψης αποφάσεων παραμένει στην Επιτροπή, διατηρώντας ισχυρή διάσταση ενιαίας αγοράς, ενώ η Υπηρεσία Ψηφιακών Δικτύων (που βασίζεται στην ενισχυμένη Υπηρεσία του BEREC) παρέχει διοικητικές και υποστηρικτικές υπηρεσίες και στους δύο φορείς. Η προσέγγιση αυτή διασφαλίζει τα επιθυμητά οφέλη, συμπεριλαμβανομένης της βελτίωσης του συντονισμού, της παρακολούθησης και της συμβουλευτικής υποστήριξης, με μέτριο κόστος, και συμπληρώνει τα άλλα μέτρα για τις οπτικές ίνες, το ραδιοφάσμα και την αδειοδότηση.
1.3.4.Δείκτες επιδόσεων
Να προσδιοριστούν οι δείκτες για την παρακολούθηση της προόδου και των επιτευγμάτων.
1. Ταχεία ανάπτυξη και χρήση των οπτικών ινών
Η πρόοδος όσον αφορά την ανάπτυξη και την υιοθέτηση δικτύων οπτικών ινών θα παρακολουθείται με τη χρήση δεικτών που θα μετρούν τόσο την κάλυψη όσο και τη χρήση. Οι βασικοί δείκτες μέτρησης περιλαμβάνουν τον αριθμό των εξυπηρετούμενων με FTTH κατοικιών και το ποσοστό των καλυπτόμενων νοικοκυριών, τον αριθμό των συνδεδεμένων με FTTH κατοικιών και το ποσοστό χρήσης των υπηρεσιών FTTH. Οι δείκτες αυτοί θα επιτρέψουν την αξιολόγηση της ταχύτητας με την οποία αναπτύσσονται και υιοθετούνται τα δίκτυα οπτικών ινών σε ολόκληρη την ΕΕ, καθώς και του αν η πρωτοβουλία επιτυγχάνει να καταστήσει δυνατή την ψηφιακή συνδεσιμότητα υψηλής ταχύτητας και υψηλής ποιότητας για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις.
2. Γεφύρωση του χάσματος όσον αφορά την ποιότητα των δικτύων κινητής τηλεφωνίας
Για την παρακολούθηση των βελτιώσεων στην ποιότητα των δικτύων κινητής τηλεφωνίας, η πρωτοβουλία θα χρησιμοποιεί συνδυασμό δεικτών κάλυψης, ραδιοφάσματος και ποιότητας των υπηρεσιών. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η αυτόνομη κάλυψη και διαθεσιμότητα 5G, η πληθυσμιακή κάλυψη 5G μεσαίας ζώνης και η ετοιμότητα ραδιοφάσματος που μετράται σε MHz ανά πληθυσμό σε πρωτοπόρες ζώνες 5G και μελλοντικές πρωτοπόρες ζώνες 6G. Οι πρόσθετοι δείκτες καλύπτουν την ποιότητα των υπηρεσιών και την εμπειρία των χρηστών, τον χρόνο λήψης της άδειας ραδιοφάσματος, τον αριθμό των αδειών με όρους μερισμού και το εύρος του ραδιοφάσματος που χρησιμοποιείται από πολλαπλούς χρήστες ή κατηγορίες. Από κοινού, οι εν λόγω δείκτες μέτρησης θα δείξουν αν η ΕΕ παρέχει δυνατότητες για καινοτόμες εφαρμογές και αν συμβαδίζει με τους φορείς που κατέχουν ηγετική θέση παγκοσμίως στον τομέα της κινητής συνδεσιμότητας.
3. Αύξηση της λειτουργίας πανευρωπαϊκών δικτύων και της παροχής υπηρεσιών
Η αποτελεσματικότητα των προσπαθειών για την επέκταση των πανευρωπαϊκών δικτύων και υπηρεσιών θα αξιολογηθεί μέσω δεικτών που σχετίζονται με τις άδειες των παρόχων και τις δορυφορικές λειτουργίες. Εν προκειμένω περιλαμβάνονται ο αριθμός των παρόχων που χρησιμοποιούν το διασυνοριακό καθεστώς γενικής άδειας, ο αριθμός των νέων κατόχων δορυφορικών αδειών της ΕΕ και ο αριθμός των φορέων εκμετάλλευσης που επιλέγονται μέσω κεντρικών διαδικασιών για εναρμονισμένες δορυφορικές ζώνες. Στους πρόσθετους δείκτες μέτρησης περιλαμβάνονται ο χρόνος που απαιτείται για την ολοκλήρωση των διαδικασιών δορυφορικών αδειών και ο αριθμός των ζητημάτων παρεμβολών που αντιμετωπίζονται έγκαιρα και αποτελεσματικά, αντικατοπτρίζοντας την αξιοπιστία και την ενοποίηση των πανευρωπαϊκών ψηφιακών υποδομών.
4. Εμβάθυνση της ενιαίας αγοράς συνδεσιμότητας
Η παρακολούθηση της επίτευξης των στόχων της ενιαίας αγοράς θα πραγματοποιείται με τη χρήση δεικτών που παρακολουθούν τις κανονιστικές εκροές και τις προσπάθειες εναρμόνισης. Αυτό περιλαμβάνει τον αριθμό των εκροών υψηλής ποιότητας που συνδέονται άμεσα με τους στόχους της ενιαίας αγοράς, οι οποίες μετρούνται με βάση το ποσοστό των προγραμματισμένων εκροών που παραδίδονται σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα, καθώς και την ποιότητά τους (αντίκτυπος, υιοθέτηση, κανονιστική συνάφεια) και την ποσότητά τους (όγκος εκροών, όπως κατευθυντήριες γραμμές ή γνώμες του BEREC). Η πρόοδος θα παρακολουθείται από την Υπηρεσία Ψηφιακών Δικτύων, η οποία θα παρέχει συνεχή αξιολόγηση του βαθμού στον οποίο οι δομές διακυβέρνησης και οι ρυθμιστικές αρμοδιότητες στηρίζουν αποτελεσματικά μια πλήρως ενοποιημένη αγορά ψηφιακών επικοινωνιών της ΕΕ.
1.4.Η πρόταση/πρωτοβουλία αφορά:
νέα δράση
νέα δράση έπειτα από δοκιμαστικό σχέδιο / προπαρασκευαστική ενέργεια
την παράταση υφιστάμενης δράσης
συγχώνευση ή αναπροσανατολισμό μίας ή περισσότερων δράσεων προς άλλη/νέα δράση
1.5.Αιτιολόγηση της πρότασης/πρωτοβουλίας
1.5.1.Βραχυπρόθεσμη ή μακροπρόθεσμη κάλυψη αναγκών, συμπεριλαμβανομένου λεπτομερούς χρονοδιαγράμματος για τη σταδιακή υλοποίηση της πρωτοβουλίας
Η έναρξη ισχύος του κανονισμού για τα ψηφιακά δίκτυα αναμένεται εντός 20 ημερών από τη δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα. Η έναρξη εφαρμογής θα πρέπει να πραγματοποιηθεί εντός έξι μηνών, με αξιοσημείωτες εξαιρέσεις για τους κανόνες που απαιτούν πρόσθετη μεταβατική περίοδο. Εν προκειμένω νοούνται, για παράδειγμα, ιδίως οι κατευθυντήριες γραμμές του BEREC και οι εκτελεστικές / κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις της Επιτροπής που προβλέπονται στον κανονισμό για τα ψηφιακά δίκτυα, ώστε να παρέχεται στον BEREC, στον RSPB και στην Επιτροπή, με την υποστήριξη της Υπηρεσίας Ψηφιακών Δικτύων, επαρκής χρόνος για την προετοιμασία και την έκδοσή τους.
1.5.2.Προστιθέμενη αξία της ενωσιακής παρέμβασης (που μπορεί να προκύπτει από διάφορους παράγοντες, π.χ. οφέλη από τον συντονισμό, ασφάλεια δικαίου, μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα ή συμπληρωματικότητα). Για τους σκοπούς του παρόντος σημείου «προστιθέμενη αξία της ενωσιακής παρέμβασης» είναι η αξία που απορρέει από την ενωσιακή δράση και η οποία προστίθεται στην αξία που θα είχε δημιουργηθεί αν τα κράτη μέλη ενεργούσαν μεμονωμένα.
Λόγοι ανάληψης δράσης σε ενωσιακό επίπεδο (εκ των προτέρων)
Η ενίσχυση της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας απαιτεί ταχείες, ασφαλείς και ανθεκτικές ψηφιακές υποδομές. Το τοπίο της ψηφιακής συνδεσιμότητας εξελίσσεται ταχέως, ωθούμενο από την ενσωμάτωση τεχνολογιών τηλεπικοινωνιών, δορυφόρων, υπολογιστικού νέφους και παρυφών, καθώς και της εικονικοποίησης και της ΤΝ. Στο πλαίσιο αυτό, οι κατακερματισμένες εθνικές προσεγγίσεις ενέχουν τον κίνδυνο δημιουργίας ασυνεπών κανονιστικών πλαισίων και επαχθών διοικητικών πρακτικών, οι οποίες θα μπορούσαν να παρεμποδίσουν τις επενδύσεις, την καινοτομία και την ορθή λειτουργία της ενιαίας αγοράς. Η εμπειρία από τον ΕΚΗΕ είχε ως αποτέλεσμα την αργή εφαρμογή και την υπερβολική ρύθμιση λόγω της αποκλίνουσας μεταφοράς των οδηγιών της ΕΕ στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελών. Δεδομένου του διασυνοριακού χαρακτήρα των προκλήσεων, απαιτείται δράση σε επίπεδο ΕΕ για τη διασφάλιση εναρμονισμένου νομικού περιβάλλοντος, τη διευκόλυνση του συντονισμένου σχεδιασμού και την αποτελεσματική και αποδοτική αντιμετώπιση των τομεακών προκλήσεων.
Ενωσιακή προστιθέμενη αξία που αναμένεται να επιτευχθεί (εκ των υστέρων)
Η συμμετοχή της ΕΕ αναμένεται να αποφέρει σαφή προστιθέμενη αξία πέραν των όσων θα μπορούσαν να επιτύχουν τα κράτη μέλη μεμονωμένα. Με την ανάληψη δράσης σε επίπεδο ΕΕ, η πρωτοβουλία μπορεί:
Να εξασφαλίσει ασφάλεια δικαίου και εναρμόνιση σε ολόκληρη την Ένωση, αποφεύγοντας τους κατακερματισμένους εθνικούς κανόνες που θα μπορούσαν να περιορίσουν τις ευκαιρίες εντός της ενιαίας αγοράς.
Να επιταχύνει την ανάπτυξη ψηφιακών υποδομών μέσω συντονισμένης εφαρμογής και μείωσης των διοικητικών φραγμών.
Να επιτύχει μεγαλύτερη συνολική αποτελεσματικότητα και αποδοτικότητα αντιμετωπίζοντας τις προκλήσεις σε ενωσιακή κλίμακα και όχι αποσπασματικά σε εθνικό επίπεδο.
Να δημιουργήσει συμπληρωματικότητα μεταξύ των εθνικών πρωτοβουλιών, μειώνοντας το κόστος και μεγιστοποιώντας τα οφέλη των επενδύσεων σε όλα τα κράτη μέλη.
Συνολικά, η δράση σε επίπεδο ΕΕ αναμένεται να αποφέρει ταχύτερα, συνεκτικότερα και οικονομικά αποδοτικότερα αποτελέσματα, δημιουργώντας οφέλη που δεν θα μπορούσαν να επιτευχθούν εάν τα κράτη μέλη ενεργούσαν ανεξάρτητα.
1.5.3.Διδάγματα από ανάλογες εμπειρίες του παρελθόντος
Η πρόταση του αντίστοιχου κανονισμού βασίζεται στην πρακτική πείρα από την εφαρμογή των κανόνων για τον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όπως περιγράφεται λεπτομερώς στο συνοδευτικό έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής [παράρτημα 11 — Αξιολόγηση του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών (ΕΚΗΕ), του κανονισμού BEREC, του προγράμματος πολιτικής για το ραδιοφάσμα (RSPP), του κανονισμού για το ανοικτό διαδίκτυο και ορισμένων πτυχών της οδηγίας για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες]. Η έκθεση αξιολόγησης του ισχύοντος νομικού πλαισίου εντοπίζει σειρά συγκεκριμένων ελλείψεων στους τομείς της ύπαρξης παραδοσιακών δικτύων χαλκού και της ρύθμισης της πρόσβασης, της πολιτικής ραδιοφάσματος, του καθεστώτος γενικής άδειας, των διατάξεων για τους τελικούς χρήστες, των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας και της διακυβέρνησης. Η πρόταση βασίζεται επίσης σε εκτενείς διαβουλεύσεις με τους συμφεροντούχους σύμφωνα με τη στρατηγική διαβούλευσης με τους συμφεροντούχους, όπως συνοψίζεται στο παράρτημα 2 του εγγράφου εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής.
1.5.4.Συμβατότητα με το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο και ενδεχόμενες συνέργειες με άλλα κατάλληλα μέσα
Η πρόταση είναι συμβατή με το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο, δεδομένου ότι οι επικαιροποιημένοι κανόνες διασφαλίζουν τη συνέχεια του κανονιστικού πλαισίου για την αγορά ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
Προβλέπονται μικρές πρόσθετες δαπάνες για τη διασφάλιση της εφαρμογής των νέων στοιχείων του κανονισμού από την Επιτροπή και πρόσθετα έσοδα από εξωτερικές πηγές για τη στήριξη της ορθής λειτουργίας του εκσυγχρονισμένου αποκεντρωμένου οργανισμού (της ODN).
Ταυτόχρονα, ο παρών κανονισμός βασίζεται σε ορισμένα θεμελιώδη στοιχεία της οδηγίας για τον Ευρωπαϊκό Κώδικα Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών (ΕΚΗΕ), όπως το κανονιστικό μοντέλο και το μοντέλο διακυβέρνησης, προσαρμοσμένα στις ανάγκες του δυναμικά μεταβαλλόμενου τομέα της συνδεσιμότητας, λαμβάνοντας υπόψη μια σταδιακή προσέγγιση της κανονιστικής ρύθμισης στον τομέα αυτόν.
Η πρόταση αξιοποιεί και διασφαλίζει τον συντονισμό με τις δομές και τους μηχανισμούς που έχουν αναπτυχθεί στο πλαίσιο άλλων νομοθετικών πράξεων για την ανθεκτικότητα και την κυβερνοασφάλεια, όπως η οδηγία (ΕΕ) 2022/2555 (οδηγία NIS 2) και η οδηγία (ΕΕ) 2022/2557 (οδηγία CER).
Η πρόταση είναι επίσης συμβατή με την πρόταση κανονισμού σχετικά με την ασφάλεια, την ανθεκτικότητα και τη βιωσιμότητα των διαστημικών δραστηριοτήτων στην Ένωση [SEC(2025) 335 final (κανονισμός για το διάστημα)] και την πρόταση δέσμης μέτρων Omnibus για τον ψηφιακό τομέα [πρόταση για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) 2016/679, (ΕΕ) 2018/1724, (ΕΕ) 2018/1725, (ΕΕ) 2023/2854 και των οδηγιών 2002/58/ΕΚ, (ΕΕ) 2022/2555 και (ΕΕ) 2022/2557 όσον αφορά την απλούστευση του νομοθετικού πλαισίου για τον ψηφιακό τομέα, και για την κατάργηση των κανονισμών (ΕΕ) 2018/1807, (ΕΕ) 2019/1150, (ΕΕ) 2022/868 και της οδηγίας (ΕΕ) 2019/1024], οι οποίες επί του παρόντος τελούν υπό διαπραγμάτευση.
1.5.5.Αξιολόγηση των διάφορων διαθέσιμων επιλογών χρηματοδότησης, συμπεριλαμβανομένων των δυνατοτήτων ανακατανομής
Η διαχείριση των τομέων δράσης που ανατίθενται στην ODN ανταποκρίνεται στην υφιστάμενη εντολή της και στα γενικά καθήκοντα της Υπηρεσίας του BEREC. Ωστόσο, οι νέοι τομείς εργασίας —όπως αυτοί που αφορούν ζητήματα ραδιοφάσματος και τον RSPB, τις διαδικασίες αδειοδότησης, τις πτυχές της εσωτερικής αγοράς και την ανθεκτικότητα— θα απαιτήσουν εξειδικευμένα προφίλ ή νέες αναθέσεις που δεν μπορούν να απορροφηθούν από τα τρέχοντα επίπεδα στελέχωσης ή να καλυφθούν αποκλειστικά μέσω εσωτερικής ανακατανομής.
Ομοίως, η διαχείριση των τομέων δράσης που έχουν ανατεθεί στην Επιτροπή εξακολουθεί να ευθυγραμμίζεται με την εντολή της, αλλά το διευρυνόμενο πεδίο εφαρμογής των μέτρων που σχετίζονται με το ραδιοφάσμα θα απαιτήσει πρόσθετη εμπειρογνωσία. Η αυξανόμενη τεχνική και επιχειρησιακή πολυπλοκότητα των διαδικασιών επιλογής και αδειοδότησης που σχετίζονται με τους δορυφόρους, συμπεριλαμβανομένης της εποπτείας και της συντονισμένης επιβολής των αρχών της ITU, απαιτεί ειδικούς με προηγμένη γνώση της διαχείρισης του ραδιοφάσματος, των τεχνολογιών παρακολούθησης, των δορυφόρων και των διεθνών μηχανισμών συντονισμού. Οι νέες αρμοδιότητες όσον αφορά τον έλεγχο των εθνικών μέτρων, την ανάλυση των αιτημάτων, την αξιολόγηση των πλαισίων συμμόρφωσης και τη συμβολή σε μελλοντικές κανονιστικές πράξεις απαιτούν επίσης ενισχυμένες οικονομικές, τεχνικές και ρυθμιστικές ικανότητες. Επιπλέον, οι αναδυόμενες τεχνολογικές εξελίξεις και τα δυναμικά σενάρια χρήσης του ραδιοφάσματος απαιτούν εμπειρογνώμονες ειδικευμένους στον σχεδιασμό και στην εποπτεία καινοτόμων εργαλείων και μεθοδολογιών που βασίζονται σε δεδομένα. Επιπλέον, θα απαιτηθεί εμπειρογνωσία στα συστήματα αδειοδότησης και στις σχετικές διαδικασίες και κανόνες, μεταξύ άλλων στον τομέα της εθνικής ασφάλειας. Όσον αφορά την ανθεκτικότητα και την ετοιμότητα, θα χρειαστούν δεξιότητες όσον αφορά τη χαρτογράφηση δικτύου, την αξιολόγηση των δυνατοτήτων του δικτύου και τη διαχείριση κρίσεων. Συνολικά, η κλίμακα, η ευαισθησία και ο διασυνοριακός χαρακτήρας αυτών των νέων καθηκόντων απαιτούν την πρόσληψη ειδικών εμπειρογνωμόνων για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής και της συνοχής σε ολόκληρη την Ένωση.
Για ορισμένα οριζόντια καθήκοντα —όπως η διοικητική υποστήριξη, οι νομικές συμβουλές και η διαχείριση συμβάσεων— ο Οργανισμός μπορεί να αξιοποιήσει υφιστάμενους πόρους, βελτιώνοντας την αποδοτικότητα. Θα αναπτυχθούν επίσης συνέργειες με εσωτερικές τεχνικές δομές, όπως αυτές που υποστηρίζουν την ανταλλαγή πληροφοριών με τα κέντρα παρακολούθησης της ασφάλειας των κρατών μελών.
1.6.Διάρκεια της πρότασης/πρωτοβουλίας και των δημοσιονομικών επιπτώσεών της
Περιορισμένη διάρκεια
με ισχύ από [ΗΗ/MM]ΕΕΕΕ έως [ΗΗ/MM]ΕΕΕΕ
δημοσιονομικές επιπτώσεις από το ΕΕΕΕ έως το ΕΕΕΕ για πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων και από το ΕΕΕΕ έως το ΕΕΕΕ για πιστώσεις πληρωμών.
Απεριόριστη διάρκεια
περίοδος σταδιακής εφαρμογής από το 2028 έως το 2030,
και στη συνέχεια πλήρης εφαρμογή.
1.7.Προβλεπόμενες μέθοδοι εκτέλεσης του προϋπολογισμού
Άμεση διαχείριση από την Επιτροπή
από τις υπηρεσίες της, συμπεριλαμβανομένου του προσωπικού της στις αντιπροσωπείες της Ένωσης
από τους εκτελεστικούς οργανισμούς
Επιμερισμένη διαχείριση με τα κράτη μέλη
Έμμεση διαχείριση με ανάθεση καθηκόντων εκτέλεσης του προϋπολογισμού:
σε τρίτες χώρες ή οργανισμούς που αυτές έχουν ορίσει
σε διεθνείς οργανισμούς και στους οργανισμούς αυτών (να προσδιοριστούν)
στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων
στους οργανισμούς που αναφέρονται στα άρθρα 70 και 71 του δημοσιονομικού κανονισμού
σε οργανισμούς δημοσίου δικαίου
σε οργανισμούς που διέπονται από το ιδιωτικό δίκαιο και είναι επιφορτισμένοι με δημόσια υπηρεσία, στον βαθμό που τους παρέχονται επαρκείς οικονομικές εγγυήσεις
σε οργανισμούς που διέπονται από το ιδιωτικό δίκαιο κράτους μέλους, στους οποίους έχει ανατεθεί η εκτέλεση σύμπραξης δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και στους οποίους παρέχονται επαρκείς οικονομικές εγγυήσεις
σε οργανισμούς ή πρόσωπα επιφορτισμένα με την εφαρμογή συγκεκριμένων δράσεων στην κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφαλείας βάσει του τίτλου V της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα οποία προσδιορίζονται στην αντίστοιχη βασική πράξη
σε οργανισμούς που είναι εγκατεστημένοι σε κράτος μέλος, διέπονται από το ιδιωτικό δίκαιο κράτους μέλους ή το δίκαιο της Ένωσης και είναι επιλέξιμοι για να τους ανατεθεί, σύμφωνα με ειδικούς τομεακούς κανόνες, η εκτέλεση κονδυλίων της Ένωσης ή δημοσιονομικών εγγυήσεων, στον βαθμό που οι εν λόγω οργανισμοί ελέγχονται από οργανισμούς δημοσίου δικαίου ή από οργανισμούς που διέπονται από το ιδιωτικό δίκαιο και είναι επιφορτισμένοι με δημόσια υπηρεσία και τους παρέχονται επαρκείς οικονομικές εγγυήσεις υπό μορφή από κοινού και εις ολόκληρον ευθύνης από τους ελέγχοντες οργανισμούς ή ισοδύναμες χρηματοοικονομικές εγγυήσεις και οι οποίες μπορεί να περιορίζονται, για κάθε δράση, στο μέγιστο ποσό της ενωσιακής στήριξης.
Παρατηρήσεις
Για την Επιτροπή προβλέπεται άμεση διαχείριση και, στην περίπτωση της νέας Υπηρεσίας Ψηφιακών Δικτύων, η μέθοδος εκτέλεσης του προϋπολογισμού είναι η έμμεση διαχείριση σύμφωνα με το άρθρο 70 του δημοσιονομικού κανονισμού.
2.ΜΕΤΡΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ
2.1.Κανόνες παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων
Ο κανονισμός θα επανεξεταστεί και θα αξιολογηθεί πέντε έτη μετά την έναρξη ισχύος του. Η Επιτροπή θα υποβάλει εκθέσεις όσον αφορά τα πορίσματα της αξιολόγησης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.
Επιπλέον, ο BEREC θα πρέπει να στηρίζει την παρακολούθηση της εφαρμογής σε εθνικό επίπεδο και να συμβάλλει στη συνέπεια της εσωτερικής αγοράς. Ο BEREC δημοσιεύει ανά τριετία έκθεση σχετικά με την εφαρμογή και τη λειτουργία της γενικής άδειας σε εθνικό επίπεδο, καθώς και σχετικά με τον αντίκτυπό τους στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.
Για τη στήριξη της συνεπούς εφαρμογής και της αποτελεσματικής παρακολούθησης του κανονισμού, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι σχετικές πληροφορίες σχετικά με τον ορισμό των επιχειρήσεων και τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται σε αυτές τίθενται εγκαίρως στη διάθεση της Επιτροπής.
2.2.Συστήματα διαχείρισης και ελέγχου
2.2.1.Αιτιολόγηση των μεθόδων εκτέλεσης του προϋπολογισμού, των μηχανισμών εκτέλεσης της χρηματοδότησης, των όρων πληρωμής και της στρατηγικής ελέγχου που προτείνονται
Ο κανονισμός θεσπίζει νέο πλαίσιο πολιτικής για εναρμονισμένους κανόνες που διέπουν την παροχή δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών στην εσωτερική αγορά, στηρίζοντας παράλληλα τους στόχους πολιτικής της Ένωσης για την ευημερία των καταναλωτών, τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα, την ασφάλεια και την ανθεκτικότητα, καθώς και τη βιωσιμότητα. Ο κανονισμός για τα ψηφιακά δίκτυα αποσκοπεί στην απλούστευση και τη βελτίωση του συντονισμού του κανονιστικού πλαισίου, επιτρέποντας στους παρόχους να δραστηριοποιούνται και να καινοτομούν αποτελεσματικότερα στην ενιαία αγορά. Οι στόχοι αυτοί απαιτούν ενισχυμένο συντονισμό και επιχειρησιακή ικανότητα σε επίπεδο ΕΕ, τα οποία με τη σειρά τους απαιτούν στοχευμένους και αναλογικούς δημοσιονομικούς πόρους.
Ο κανονισμός εισάγει αναλογικές αλλαγές στο μοντέλο διακυβέρνησης, θεσπίζοντας ένα σύστημα διακυβέρνησης τόσο για τη ρύθμιση της αγοράς (BEREC) όσο και για τη διαχείριση του ραδιοφάσματος (RSPB), το οποίο είναι προσαρμοσμένο στα νέα καθήκοντα σε επίπεδο ΕΕ με σαφή διάσταση ενιαίας αγοράς, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι η λήψη αποφάσεων παραμένει στο πλέον αποτελεσματικό επίπεδο. Το επιλεγμένο μοντέλο διακυβέρνησης βασίζεται σε υφιστάμενες δομές και εντολές, περιορίζοντας έτσι την ανάγκη για νέες οντότητες και επιτρέποντας την εκτέλεση του προϋπολογισμού μέσω καθιερωμένων διοικητικών και οικονομικών ρυθμίσεων, διασφαλίζοντας την οικονομική αποδοτικότητα και την προβλεψιμότητα των δαπανών.
Οι νέοι κανόνες απαιτούν ενισχυμένο μηχανισμό συνεκτικότητας για τη διασυνοριακή εφαρμογή των υποχρεώσεων που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό. Αυτό απαιτεί μια ενισχυμένη Υπηρεσία του BEREC που θα παρέχει διοικητική, τεχνική και αναλυτική υποστήριξη στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές και στα θεσμικά όργανα της ΕΕ, με στόχο τη διασφάλιση της ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης και της ευθυγράμμισης με τους στόχους πολιτικής σε επίπεδο ΕΕ. Η Υπηρεσία του BEREC (η οποία θα αντικατασταθεί από την Υπηρεσία Ψηφιακών Δικτύων) είναι η πλέον κατάλληλη για την εκτέλεση αυτών των καθηκόντων λόγω της υφιστάμενης εμπειρογνωσίας, της δομής διακυβέρνησης και της επιχειρησιακής ικανότητάς της. Κατά συνέπεια, ο προϋπολογισμός θα εκτελεστεί υπό άμεση διαχείριση για την Επιτροπή και υπό έμμεση διαχείριση για τον αποκεντρωμένο οργανισμό (Υπηρεσία Ψηφιακών Δικτύων), όπως αναφέρεται στα άρθρα 70 και 71 του δημοσιονομικού κανονισμού, κυρίως μέσω δαπανών προσωπικού και επιχειρησιακών πιστώσεων για την Υπηρεσία του BEREC / την ODN και την Επιτροπή. Η χρηματοδότηση θα καλύψει τις δαπάνες προσωπικού, τις δραστηριότητες συντονισμού, την αναλυτική υποστήριξη, τα εργαλεία ΤΠ και τις συνεδριάσεις, χρησιμοποιώντας ετήσιες πιστώσεις σύμφωνα με τον πολυετή προγραμματισμό.
Για την εκτέλεση αυτών των νέων καθηκόντων, απαιτούνται πρόσθετοι ανθρώπινοι πόροι. Για την εφαρμογή και την επιβολή του κανονισμού εκτιμάται ότι απαιτούνται 25 επιπλέον ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης (ΙΠΑ) για την ODN και 5 επιπλέον ΙΠΑ για την Επιτροπή, κυρίως για διασυνοριακά καθήκοντα που σχετίζονται με τη διαχείριση του ραδιοφάσματος, το σύστημα γενικών αδειών, τις δορυφορικές άδειες και την αριθμοδότηση. Τα προτεινόμενα επίπεδα στελέχωσης συνδέονται άμεσα με τον όγκο και την πολυπλοκότητα των νέων αρμοδιοτήτων και αντικατοπτρίζουν την πλέον οικονομικά αποδοτική επιλογή, αποφεύγοντας τις αλληλεπικαλύψεις σε εθνικό επίπεδο και μειώνοντας τον διοικητικό φόρτο για τους συμμετέχοντες στην αγορά.
Οι πληρωμές θα ακολουθούν τις συνήθεις διαδικασίες του προϋπολογισμού της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των αναλήψεων υποχρεώσεων και των πληρωμών που πραγματοποιούνται σε ετήσια βάση, σύμφωνα με τον δημοσιονομικό κανονισμό και εντός των ανώτατων ορίων του ισχύοντος πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου, υποστηριζόμενες από τις ετήσιες συνεισφορές από τα τέλη που καλύπτουν τις δαπάνες των πρόσθετων καθηκόντων, συμπεριλαμβανομένων των μακροπρόθεσμων δαπανών. Οι δαπάνες θα υπόκεινται στο πλαίσιο εσωτερικού ελέγχου της Επιτροπής, συμπεριλαμβανομένων των εκ των προτέρων ελέγχων, των εκ των υστέρων ελέγχων, της παρακολούθησης των επιδόσεων και της υποβολής εκθέσεων. Αυτή η στρατηγική ελέγχου διασφαλίζει τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση, τη νομιμότητα και την κανονικότητα των δαπανών, καθώς και την αποτελεσματική χρήση των κονδυλίων της Ένωσης, επιτρέποντας παράλληλα την έγκαιρη εφαρμογή του κανονισμού.
2.2.2.Πληροφορίες σχετικά με τους κινδύνους που έχουν εντοπιστεί και τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου που έχουν δημιουργηθεί για τον μετριασμό τους
Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα μέλη του BEREC και του RSPB έχουν τη δυνατότητα να πραγματοποιούν τεκμηριωμένες αναλύσεις βάσει πραγματικών στοιχείων, προβλέπεται ότι θα πρέπει να υποστηρίζονται από την Υπηρεσία Ψηφιακών Δικτύων (ODN), η οποία αντικαθιστά την Υπηρεσία του BEREC, και ότι θα πρέπει να παρέχεται πρόσθετη εμπειρογνωσία από το προσωπικό της ODN όπου απαιτείται.
Οι διατάξεις του κανονισμού για τα ψηφιακά δίκτυα οι οποίες αφορούν τη διακυβέρνηση παρέχουν ολοκληρωμένο οργανωτικό και οικονομικό πλαίσιο, καθώς και πλαίσιο λογοδοσίας, για την ODN ως φορέα της Ένωσης που υποστηρίζει τόσο τον BEREC όσο και τον RSPB. Ο κανονισμός για τα ψηφιακά δίκτυα καθορίζει τα καθήκοντα, τη δομή διακυβέρνησης, τον προγραμματισμό, τους δημοσιονομικούς κανόνες και τους κανόνες στελέχωσης της ODN και διασφαλίζει τη διαφάνεια, τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση και την αποτελεσματική εποπτεία, συμπεριλαμβανομένων των μηχανισμών ελέγχου, αξιολόγησης και καταπολέμησης της απάτης.
2.2.3.Εκτίμηση και αιτιολόγηση της οικονομικής αποδοτικότητας των ελέγχων (λόγος του κόστους του ελέγχου προς την αξία των σχετικών κονδυλίων που αποτελούν αντικείμενο διαχείρισης) και αξιολόγηση του εκτιμώμενου επιπέδου κινδύνου σφάλματος (κατά την πληρωμή και κατά το κλείσιμο)
Για τις δαπάνες των συνεδριάσεων που αφορούν δύο επιτροπές: την επιτροπή επικοινωνιών (COCOM) και την επιτροπή ραδιοφάσματος (RSC), δεδομένης της χαμηλής αξίας ανά συναλλαγή (π.χ. επιστροφή των εξόδων μετακίνησης αντιπροσώπου για μια συνεδρίαση, έξοδα τροφοδοσίας), οι τυπικές διαδικασίες ελέγχου φαίνεται ότι είναι επαρκείς.
Οι δαπάνες του RSPB που θα αντικαταστήσει την τρέχουσα RSPG (και τις υποομάδες της) θα αναληφθούν από την ODN, η οποία θα παρέχει διοικητική υποστήριξη στον RPSB. Όσον αφορά τις λειτουργικές και επιχειρησιακές δαπάνες της ODN, εφαρμόζεται σύστημα εσωτερικού ελέγχου σύμφωνα με το οργανωτικό και οικονομικό πλαίσιο και το πλαίσιο λογοδοσίας του κανονισμού για τα ψηφιακά δίκτυα (μέρος VII Διακυβέρνηση).
2.3.Μέτρα για την πρόληψη περιπτώσεων απάτης και παρατυπίας
Τα ισχύοντα μέτρα πρόληψης περιπτώσεων απάτης που εφαρμόζονται στην Επιτροπή θα καλύπτουν τις πρόσθετες πιστώσεις που είναι αναγκαίες για τον παρόντα κανονισμό.
3.ΕΚΤΙΜΩΜΕΝΕΣ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ/ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ
3.1.Τομείς του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου και γραμμές δαπανών του προϋπολογισμού που επηρεάζονται
Υφιστάμενες γραμμές του προϋπολογισμού
Κατά σειρά τομέων του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου και γραμμών του προϋπολογισμού
|
Τομέας του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου
|
Γραμμή του προϋπολογισμού
|
Είδος δαπάνης
|
Συμμετοχή
|
|
|
Αριθμός
|
ΔΠ/ΜΔΠ
|
χωρών ΕΖΕΣ
|
υποψήφιων χωρών και δυνάμει υποψήφιων μελών
|
άλλων τρίτων χωρών
|
άλλα έσοδα με ειδικό προορισμό
|
|
|
Υπηρεσία του BEREC / ODN
|
ΔΠ/ΜΔΠ
|
ΝΑΙ
|
ΟΧΙ
|
ΟΧΙ
|
ΟΧΙ
|
|
|
Έσοδα από τέλη (δεν έχει αποφασιστεί αν η Επιτροπή ή η ODN θα εισπράττει τα τέλη) [XX.YY.YY.YY]
|
ΔΠ/ΜΔΠ
|
ΝΑΙ
|
ΟΧΙ
|
ΟΧΙ
|
ΟΧΙ
|
|
|
[XX.YY.YY.YY]
|
ΔΠ/ΜΔΠ
|
ΝΑΙ
|
ΟΧΙ
|
ΟΧΙ
|
ΟΧΙ
|
3.2.Εκτιμώμενες δημοσιονομικές επιπτώσεις της πρότασης στις πιστώσεις
3.2.1.Συνοπτική παρουσίαση των εκτιμώμενων επιπτώσεων στις επιχειρησιακές πιστώσεις
Η πρόταση/πρωτοβουλία δεν συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση επιχειρησιακών πιστώσεων
Η πρόταση/πρωτοβουλία συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση επιχειρησιακών πιστώσεων, όπως εξηγείται κατωτέρω.
3.2.1.1.Πιστώσεις από τον ψηφισθέντα προϋπολογισμό
σε εκατ. EUR (με τρία δεκαδικά ψηφία)
|
Τομέας του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου
|
|
|
|
ΓΔ: CNECT
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
ΣΥΝΟΛΟ ΠΔΠ 2028-2034
|
|
|
2028
|
2029
|
2030
|
2031
|
2032
|
2033
|
2034
|
|
|
Επιχειρησιακές πιστώσεις < eCOMM>
|
|
Γραμμή του προϋπολογισμού
|
Αναλήψεις υποχρεώσεων
|
(1α)
|
0,600
|
0,600
|
0,600
|
0,600
|
0,600
|
0,600
|
0,600
|
4,200
|
|
|
Πληρωμές
|
(2α)
|
|
0,600
|
0,600
|
0,600
|
0,600
|
0,600
|
0,600
|
3,600
|
|
Γραμμή του προϋπολογισμού
|
Αναλήψεις υποχρεώσεων
|
(1β)
|
|
|
|
|
|
|
|
0
|
|
|
Πληρωμές
|
(2β)
|
|
|
|
|
|
|
|
0
|
|
Πιστώσεις διοικητικού χαρακτήρα χρηματοδοτούμενες από το κονδύλιο ειδικών προγραμμάτων
|
|
Γραμμή του προϋπολογισμού
|
|
(3)
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων
|
Αναλήψεις υποχρεώσεων
|
=1α+1β+3
|
0,600
|
0,600
|
0,600
|
0,600
|
0,600
|
0,600
|
0,600
|
4,200
|
|
για τη ΓΔ CNECT
|
Πληρωμές
|
=2α+2β+3
|
|
0,600
|
0,600
|
0,600
|
0,600
|
0,600
|
0,600
|
3,600
|
σε εκατ. EUR (με τρία δεκαδικά ψηφία)
|
[Οργανισμός]: <Υπηρεσία του BEREC / Υπηρεσία Ψηφιακών Δικτύων>
|
Έτος 2028
|
Έτος 2029
|
Έτος 2030
|
Έτος 2031
|
Έτος 2032
|
Έτος 2033
|
Έτος 2034
|
ΣΥΝΟΛΟ ΠΔΠ 2028-2034
|
|
Γραμμή του προϋπολογισμού: / Συνεισφορά από τον προϋπολογισμό της ΕΕ στον οργανισμό BEREC / στην Υπηρεσία ODN
|
|
|
|
|
|
|
|
|
. <……>..Υποχρεωτικός πίνακας
|
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
ΣΥΝΟΛΟ ΠΔΠ 2028-2034
|
|
|
2028
|
2029
|
2030
|
2031
|
2032
|
2033
|
2034
|
|
|
ΣΥΝΟΛΟ επιχειρησιακών πιστώσεων (συμπεριλαμβανομένης της συνεισφοράς στον αποκεντρωμένο οργανισμό)
|
Αναλήψεις υποχρεώσεων
|
(4)
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
Πληρωμές
|
(5)
|
0
|
0,600
|
0,600
|
0,600
|
0,600
|
0,600
|
0,600
|
3,600
|
|
ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων διοικητικού χαρακτήρα χρηματοδοτούμενων από το κονδύλιο ειδικών προγραμμάτων
|
(6)
|
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
|
|
ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων του ΤΟΜΕΑ <7>
|
Αναλήψεις υποχρεώσεων
|
=4+6
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου
|
Πληρωμές
|
=5+6
|
0
|
0,600
|
0,600
|
0,600
|
0,600
|
0,600
|
0,600
|
3,600
|
Τομέας του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου
|
4
|
«Διοικητικές δαπάνες»
|
|
ΓΔ: <CNECT>
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
ΣΥΝΟΛΟ ΠΔΠ 2028-2034
|
|
|
2028
|
2029
|
2030
|
2031
|
2032
|
2033
|
2034
|
|
|
Ανθρώπινοι πόροι
|
7,293
|
7,592
|
7,786
|
7,786
|
7,786
|
7,786
|
7,786
|
53,815
|
|
Άλλες διοικητικές δαπάνες
|
0,429
|
0,429
|
0,429
|
0,429
|
0,429
|
0,429
|
0,429
|
3,003
|
|
ΣΥΝΟΛΟ ΓΔ <CNECT>
|
Πιστώσεις
|
7,722
|
8,021
|
8,215
|
8,215
|
8,215
|
8,215
|
8,215
|
56,818
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων του ΤΟΜΕΑ 4 του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου
|
(Σύνολο αναλήψεων υποχρεώσεων = Σύνολο πληρωμών)
|
7,722
|
8,021
|
8,215
|
8,215
|
8,215
|
8,215
|
8,215
|
56,818
|
σε εκατ. EUR (με τρία δεκαδικά ψηφία)
|
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
ΣΥΝΟΛΟ ΠΔΠ 2028-2034
|
|
|
2028
|
2029
|
2030
|
2031
|
2032
|
2033
|
2034
|
|
|
ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων των ΤΟΜΕΩΝ 1 έως 4
|
Αναλήψεις υποχρεώσεων
|
8,322
|
8,621
|
8,815
|
8,815
|
8,815
|
8,815
|
8,815
|
61,018
|
|
του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου
|
Πληρωμές
|
0,000
|
0,600
|
0,600
|
0,600
|
0,600
|
0,600
|
0,600
|
3,600
|
3.2.3.Συνοπτική παρουσίαση των εκτιμώμενων επιπτώσεων στις διοικητικές πιστώσεις
Η πρόταση/πρωτοβουλία δεν συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση πιστώσεων διοικητικού χαρακτήρα.
Η πρόταση/πρωτοβουλία συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση πιστώσεων διοικητικού χαρακτήρα, όπως εξηγείται κατωτέρω:
3.2.3.1. Πιστώσεις από τον ψηφισθέντα προϋπολογισμό
|
ΨΗΦΙΣΘΕΙΣΕΣ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
ΣΥΝΟΛΟ 2028-2034
|
|
|
2028
|
2029
|
2030
|
2031
|
2032
|
2033
|
2034
|
|
|
ΤΟΜΕΑΣ 4
|
|
Ανθρώπινοι πόροι
|
7,293
|
7,592
|
7,786
|
7,786
|
7,786
|
7,786
|
7,786
|
53,815
|
|
Άλλες διοικητικές δαπάνες
|
0,429
|
0,429
|
0,429
|
0,429
|
0,429
|
0,429
|
0,429
|
3,003
|
|
Μερικό σύνολο του ΤΟΜΕΑ 4
|
7,722
|
8,021
|
8,215
|
8,215
|
8,215
|
8,215
|
8,215
|
56,818
|
|
|
|
Ανθρώπινοι πόροι
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
|
Άλλες δαπάνες διοικητικού χαρακτήρα
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
|
Μερικό σύνολο εκτός του ΤΟΜΕΑ 4
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
|
|
|
ΣΥΝΟΛΟ
|
7. 722
|
8,021
|
8,215
|
8,215
|
8,215
|
8,215
|
8,215
|
56,818
|
Οι απαιτούμενες πιστώσεις για ανθρώπινους πόρους και άλλες δαπάνες διοικητικού χαρακτήρα θα καλυφθούν από τις πιστώσεις της ΓΔ που έχουν ήδη διατεθεί για τη διαχείριση της δράσης και/ή έχουν ανακατανεμηθεί εντός της ΓΔ, οι οποίες θα συμπληρωθούν, αν χρειαστεί, με τυχόν πρόσθετα κονδύλια που μπορεί να χορηγηθούν στην αρμόδια για τη διαχείριση ΓΔ στο πλαίσιο της ετήσιας διαδικασίας κατανομής και λαμβανομένων υπόψη των δημοσιονομικών περιορισμών.
Τα αριθμητικά στοιχεία για το προσωπικό και οι πιστώσεις που ζητούνται θα πρέπει να θεωρούνται ενδεικτικά και δεν μπορούν να προδικάζουν την έκβαση των εν εξελίξει διαπραγματεύσεων για το μελλοντικό πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο.
3.2.4.Εκτιμώμενες ανάγκες σε ανθρώπινους πόρους
Η πρόταση/πρωτοβουλία δεν συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση ανθρώπινων πόρων.
Η πρόταση/πρωτοβουλία συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση ανθρώπινων πόρων, όπως εξηγείται κατωτέρω.
3.2.4.1.Χρηματοδοτούμενες από τον ψηφισθέντα προϋπολογισμό
Εκτίμηση η οποία πρέπει να εκφράζεται σε μονάδες ισοδυνάμων πλήρους απασχόλησης (ΙΠΑ)
|
ΨΗΦΙΣΘΕΙΣΕΣ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
|
|
2028
|
2029
|
2030
|
2031
|
2032
|
2033
|
2034
|
|
Θέσεις απασχόλησης του πίνακα προσωπικού (θέσεις μόνιμων και έκτακτων υπαλλήλων)
|
|
20 01 02 01 (στην έδρα και στις αντιπροσωπείες της Επιτροπής)
|
30 (καθαρό)
|
31 (καθαρό)
|
32
|
32
|
32
|
32
|
32
|
|
20 01 02 03 (στις αντιπροσωπείες της ΕΕ)
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
|
(Έμμεση έρευνα)
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
|
(Άμεση έρευνα)
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
|
Άλλες γραμμές του προϋπολογισμού (να προσδιοριστούν)
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
|
• Εξωτερικό προσωπικό (σε ΙΠΑ)
|
|
20 02 01 (AC, END από το συνολικό κονδύλιο)
|
14 (καθαρό)
|
15 (καθαρό)
|
15
|
15
|
15
|
15
|
15
|
|
20 02 03 (AC, AL, END και JPD στις αντιπροσωπείες της ΕΕ)
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
|
Γραμμή διοικητικής στήριξης
|
– στην έδρα
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
|
[XX.01.YY.YY]
|
– στις αντιπροσωπείες της ΕΕ
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
|
(AC, END — έμμεση έρευνα)
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
|
(AC, END — άμεση έρευνα)
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
|
Άλλες γραμμές του προϋπολογισμού (να προσδιοριστούν) — τομέας 4
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
|
Άλλες γραμμές του προϋπολογισμού (να προσδιοριστούν) — εκτός του τομέα 4
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
|
ΣΥΝΟΛΟ
|
44
|
46
|
47
|
47
|
47
|
47
|
47
|
Προσωπικό που απαιτείται για την εφαρμογή της πρότασης (σε ΙΠΑ):
|
|
Θα καλυφθεί από το εν ενεργεία προσωπικό που είναι διαθέσιμο στις υπηρεσίες της Επιτροπής
|
Έκτακτο πρόσθετο προσωπικό*
|
|
|
|
Θα χρηματοδοτηθεί από τον τομέα 4 ή από τη γραμμή για την έρευνα
|
Θα χρηματοδοτηθεί από τη γραμμή BA
|
Θα χρηματοδοτηθεί από τέλη
|
|
Θέσεις απασχόλησης στον πίνακα προσωπικού
|
29
|
3
|
Ά.Α.
|
|
|
Εξωτερικό προσωπικό (CA, SNEs, INT)
|
13
|
2
|
|
|
Συνολικά, 42 ΙΠΑ που ζητούνται για την πρωτοβουλία υπάρχουν ήδη εντός της ΓΔ CNECT και θα ανακατανεμηθούν, αποτελούμενα από 29 θέσεις απασχόλησης του πίνακα προσωπικού και 13 μέλη εξωτερικού προσωπικού (συμβασιούχους υπαλλήλους και αποσπασμένους εθνικούς εμπειρογνώμονες). Επιπλέον αυτών των υφιστάμενων πόρων, η πρωτοβουλία απαιτεί 5 ΙΠΑ έκτακτου πρόσθετου προσωπικού (3 μόνιμους υπαλλήλους και 2 μέλη εξωτερικού προσωπικού — συμβασιούχους υπαλλήλους ή αποσπασμένους εθνικούς εμπειρογνώμονες), που ζητούνται επιπλέον των σημερινών επιπέδων στελέχωσης, προκειμένου να διασφαλιστεί η πλήρης και αποτελεσματική υλοποίηση της πρωτοβουλίας.
Τα νέα καθήκοντα που εισάγονται με την πρόταση —ιδίως εκείνα που συνδέονται με τη διαχείριση του ραδιοφάσματος, τις δορυφορικές άδειες, τον εκ των προτέρων έλεγχο της χορήγησης ραδιοφάσματος και τον στενότερο συντονισμό με τον BEREC και την RSPG, παράλληλα με την υποστήριξη της εναρμόνισης των όρων της γενικής άδειας και της διαδικασίας ενιαίου διαβατηρίου— δεν μπορούν να απορροφηθούν από τους υφιστάμενους ανθρώπινους πόρους της ΓΔ CNECT.
Η επικεφαλής μονάδα για θέματα ραδιοφάσματος και δορυφόρων που είναι υπεύθυνη για τους εν λόγω τομείς είναι πολύ μικρή και διαχειρίζεται ήδη ευρύ χαρτοφυλάκιο τεχνικά πολύπλοκων και χρονικά ευαίσθητων φακέλων που σχετίζονται με όλες τις πτυχές της πολιτικής ραδιοφάσματος της ΕΕ. Εκτός από τα υφιστάμενα καθήκοντά της, η ίδια ομάδα φιλοξενεί επί του παρόντος τη λειτουργία της γραμματείας ολόκληρης της RSPG, η οποία διεκπεραιώνεται από 1,5 ΙΠΑ, παρά τον σταθερά αυξανόμενο φόρτο εργασίας και τον αυξανόμενο αριθμό των ζητημάτων ραδιοφάσματος που χρήζουν συντονισμού σε επίπεδο ΕΕ. Οι εσωτερικές αξιολογήσεις δείχνουν ότι η μονάδα δεν έχει την ικανότητα να αναλάβει πρόσθετες αρμοδιότητες χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τις βασικές εν εξελίξει εργασίες ή να υποβαθμίσει την ποιότητα και τον έγκαιρο χαρακτήρα του συντονισμού της πολιτικής ραδιοφάσματος και των δορυφορικών πολιτικών σε επίπεδο ΕΕ.
Η ανακατανομή εντός της ΓΔ CNECT δεν αποτελεί εφικτή επιλογή. Άλλες μονάδες δεν έχουν πλεονάζον προσωπικό ούτε διαθέτουν την εξειδικευμένη τεχνική εμπειρογνωσία που απαιτείται για την αποτελεσματική εργασία σχετικά με τις δορυφορικές επικοινωνίες, την προηγμένη μηχανική ραδιοφάσματος, τη διαχείριση παρεμβολών ή το αναδυόμενο οικοσύστημα από δορυφόρους σε συσκευές. Πρόκειται για εξαιρετικά καινοτόμους και τεχνικά απαιτητικούς τομείς, στους οποίους τα προφίλ γενικών καθηκόντων ή η ανακατανομή προσωπικού από μη συναφείς τομείς πολιτικής δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τους ειδικούς εμπειρογνώμονες. Τα καθήκοντα που προβλέπονται στην πρόταση απαιτούν βαθιά, ειδική γνώση στον συγκεκριμένο τομέα και συνεχή συνεργασία με τις εθνικές αρχές, τον κλάδο και τους διεθνείς φορείς. Δεδομένου του συνδυασμού μιας πολύ μικρής υφιστάμενης ομάδας, του υψηλού φόρτου εργασίας που ήδη υπάρχει —συμπεριλαμβανομένης της γραμματείας της RSPG που αποτελείται από ένα πρόσωπο— και του εξειδικευμένου χαρακτήρα των εργασιών για τους δορυφόρους και το ραδιοφάσμα, απαιτούνται πρόσθετες ειδικές θέσεις για να μπορέσει η Επιτροπή να εκπληρώσει τις νέες αρμοδιότητες που της ανατίθενται βάσει της πρότασης.
Το είδος του προσωπικού καθορίζεται στον ανωτέρω πίνακα.
Τα αριθμητικά στοιχεία για το προσωπικό και οι πιστώσεις που ζητούνται θα πρέπει να θεωρούνται ενδεικτικά και δεν μπορούν να προδικάζουν την έκβαση των εν εξελίξει διαπραγματεύσεων για το μελλοντικό πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο.
Περιγραφή των προς εκτέλεση καθηκόντων της Επιτροπής:
|
Μόνιμοι και έκτακτοι υπάλληλοι
|
Νέα καθήκοντα:
1.Δορυφορική άδεια της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων πιθανών μελλοντικών διαδικασιών επιλογής, και εποπτεία και επιβολή της συμμόρφωσης με τους όρους που ισχύουν για τη δορυφορική άδεια για το δορυφορικό ραδιοφάσμα και
2.Συντονισμένη επιβολή της ΕΕ για τους δορυφόρους όσον αφορά τις επιβλαβείς παρεμβολές και τον συντονισμό των καταθέσεων στην ITU
3.Εκ των προτέρων έλεγχος δημοπρασιών — έκδοση επιστολών παρατηρήσεων / αποφάσεων (παρόμοια με τις αγορές σταθερών επικοινωνιών και τη διαδικασία διορθωτικών μέτρων)
4.Αίτημα για θέσπιση κανόνων
5.Εργασίες σχετικά με προγραμματισμένες κατ’ εξουσιοδότηση / εκτελεστικές πράξεις (π.χ. εναρμονισμένοι όροι, μεθοδολογία κόστους, δορυφόροι)
6.Εργασίες για μεγαλύτερη εναρμόνιση του συστήματος γενικής άδειας και της σχετικής διαδικασίας χορήγησης ενιαίου διαβατηρίου, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων για την εθνική ασφάλεια.
|
|
Εξωτερικό προσωπικό
|
Νέα καθήκοντα:
7.Δορυφορική άδεια της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων πιθανών μελλοντικών διαδικασιών επιλογής, και εποπτεία και επιβολή της συμμόρφωσης με τους όρους που ισχύουν για τη δορυφορική άδεια για το δορυφορικό ραδιοφάσμα και
8.Συντονισμένη επιβολή της ΕΕ για τους δορυφόρους όσον αφορά τις επιβλαβείς παρεμβολές και τον συντονισμό των καταθέσεων στην ITU
9.Εκ των προτέρων έλεγχος δημοπρασιών — έκδοση επιστολών παρατηρήσεων / αποφάσεων (παρόμοια με τις αγορές σταθερών επικοινωνιών και τη διαδικασία διορθωτικών μέτρων)
10.Αίτημα για θέσπιση κανόνων
11.[Πιθανή έναρξη του έργου σχετικά με δυναμικές βάσεις δεδομένων για τον γεωεντοπισμό και την παρακολούθηση των ευκαιριών χρήσης του ραδιοφάσματος]
12.Εργασίες σχετικά με προγραμματισμένες κατ’ εξουσιοδότηση / εκτελεστικές πράξεις (π.χ. εναρμονισμένοι όροι, μεθοδολογία κόστους, δορυφόροι),
13.Εργασίες για μεγαλύτερη εναρμόνιση του συστήματος γενικής άδειας και της σχετικής διαδικασίας χορήγησης ενιαίου διαβατηρίου, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων για την εθνική ασφάλεια.
|
3.2.5.Επισκόπηση των εκτιμώμενων επιπτώσεων στις επενδύσεις ψηφιακής τεχνολογίας
|
ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων ψηφιακού τομέα και πιστώσεων ΤΠ
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
ΣΥΝΟΛΟ ΠΔΠ 2028-2034
|
|
|
2028
|
2029
|
2030
|
2031
|
2032
|
2033
|
2034
|
|
|
ΤΟΜΕΑΣ 4
|
|
Δαπάνες ΤΠ (εσωτερικές)
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
|
Μερικό σύνολο του ΤΟΜΕΑ 4
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
|
Εκτός του ΤΟΜΕΑ 4
|
|
Δαπάνες ΤΠ για πολιτικές που υποστηρίζουν επιχειρησιακά προγράμματα
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
|
Μερικό σύνολο εκτός του ΤΟΜΕΑ 4
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
|
|
|
ΣΥΝΟΛΟ
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
3.2.6.Συμβατότητα με το ισχύον πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο
Η πρόταση/πρωτοβουλία:
μπορεί να χρηματοδοτηθεί εξ ολοκλήρου με ανακατανομή εντός του οικείου τομέα του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου (ΠΔΠ)
συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση του αδιάθετου περιθωρίου στο πλαίσιο του αντίστοιχου τομέα του ΠΔΠ και/ή τη χρήση ειδικών μηχανισμών, όπως ορίζεται στον κανονισμό για το ΠΔΠ.
Εκτός από τους υφιστάμενους πόρους στην Επιτροπή / ΓΔ CNECT, η πρωτοβουλία απαιτεί 5 ΙΠΑ έκτακτου πρόσθετου προσωπικού (3 μόνιμους υπαλλήλους και 2 μέλη εξωτερικού προσωπικού — συμβασιούχους υπαλλήλους ή αποσπασμένους εθνικούς εμπειρογνώμονες), που ζητούνται προκειμένου να διασφαλιστεί η πλήρης και αποτελεσματική υλοποίηση της πρωτοβουλίας.
συνεπάγεται αναθεώρηση του ΠΔΠ.
3.2.7.Συμμετοχή τρίτων στη χρηματοδότηση
Η πρόταση/πρωτοβουλία:
δεν προβλέπει συγχρηματοδότηση από τρίτους
προβλέπει τη συγχρηματοδότηση από τρίτους που εκτιμάται κατωτέρω:
Πιστώσεις σε εκατ. EUR (με τρία δεκαδικά ψηφία)
|
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Σύνολο
|
|
|
2028
|
2029
|
2030
|
2031
|
2032
|
2033
|
2034
|
|
|
Εθελοντικές συνεισφορές τρίτων χωρών
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
|
ΣΥΝΟΛΟ συγχρηματοδοτούμενων πιστώσεων
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
3.2.8.Εκτιμώμενοι ανθρώπινοι πόροι και χρησιμοποίηση των απαιτούμενων πιστώσεων σε αποκεντρωμένο οργανισμό
Απαιτούμενο προσωπικό (μονάδες ισοδυνάμων πλήρους απασχόλησης — εξ ολοκλήρου χρηματοδοτούμενες από τέλη, όπως εξηγείται στο σημείο 3.3)
|
Οργανισμός: Υπηρεσία Ψηφιακών Δικτύων
|
Έτος 2028
|
Έτος 2029
|
Έτος 2030
|
Έτος 2031
|
Έτος 2032
|
Έτος 2033
|
Έτος 2034
|
|
Έκτακτοι υπάλληλοι
(βαθμοί AD)
|
1
|
4
|
8
|
10
|
10
|
10
|
10
|
|
Έκτακτοι υπάλληλοι
(βαθμοί AST)
|
|
|
|
|
|
|
|
|
Μερικό σύνολο έκτακτων υπαλλήλων (AD+AST)
|
1
|
4
|
8
|
10
|
10
|
10
|
10
|
|
Συμβασιούχοι υπάλληλοι
|
1
|
3
|
5
|
5
|
5
|
5
|
5
|
|
Αποσπασμένοι εθνικοί εμπειρογνώμονες
|
2
|
6
|
8
|
10
|
10
|
10
|
10
|
|
Μερικό σύνολο συμβασιούχων υπαλλήλων και αποσπασμένων εθνικών εμπειρογνωμόνων
|
3
|
9
|
13
|
15
|
15
|
15
|
15
|
|
ΣΥΝΟΛΟ προσωπικού
|
4
|
13
|
21
|
25
|
25
|
25
|
25
|
Πιστώσεις που καλύπτονται από τέλη σε εκατ. EUR (με τρία δεκαδικά ψηφία)
|
Οργανισμός: <Υπηρεσία Ψηφιακών Δικτύων>.>
|
Έτος 2028
|
Έτος 2029
|
Έτος 2030
|
Έτος 2031
|
Έτος 2032
|
Έτος 2033
|
Έτος 2034
|
ΣΥΝΟΛΟ 2028-2034
|
|
Τίτλος 1: Δαπάνες προσωπικού
|
0,495
|
1,673
|
2,833
|
3,415
|
3,415
|
3,415
|
3,415
|
18,661
|
|
Τίτλος 2: Δαπάνες υποδομών και λειτουργίας
|
0,348
|
0,348
|
0,348
|
0,348
|
0,348
|
0,348
|
0,348
|
2,348
|
|
Τίτλος 3: Λειτουργικές δαπάνες
|
0,264
|
0,264
|
0,264
|
0,264
|
0,264
|
0,264
|
0,264
|
1,848
|
|
ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων που καλύπτονται από τέλη
|
1,107
|
2,285
|
3,445
|
4,027
|
4,027
|
4,027
|
4,027
|
22,857
|
Επισκόπηση / συνοπτική παρουσίαση των ανθρώπινων πόρων και των πιστώσεων (έσοδα από τέλη) σε εκατ. EUR που απαιτούνται για την πρόταση/πρωτοβουλία σε αποκεντρωμένο οργανισμό
|
Οργανισμός: Υπηρεσία του BEREC / ODN
|
Έτος 2028
|
Έτος 2029
|
Έτος 2030
|
Έτος 2031
|
Έτος 2032
|
Έτος 2033
|
Έτος 2034
|
ΣΥΝΟΛΟ 2028-2034
|
|
Έκτακτοι υπάλληλοι (AD+AST)
|
1
|
4
|
8
|
10
|
10
|
10
|
10
|
10
|
|
Συμβασιούχοι υπάλληλοι
|
1
|
3
|
5
|
5
|
5
|
5
|
5
|
5
|
|
Αποσπασμένοι εθνικοί εμπειρογνώμονες
|
2
|
6
|
8
|
10
|
10
|
10
|
10
|
10
|
|
Σύνολο προσωπικού
|
4
|
13
|
21
|
25
|
25
|
25
|
25
|
25
|
|
Πιστώσεις που καλύπτονται από τον προϋπολογισμό της ΕΕ
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
|
Πιστώσεις που καλύπτονται από τέλη
(κατά περίπτωση)
|
0,495
|
1,673
|
2,833
|
3,415
|
3,415
|
3,415
|
3,415
|
18,661
|
|
Συγχρηματοδοτούμενες πιστώσεις
(κατά περίπτωση)
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
|
ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων
|
0,495
|
1,673
|
2,833
|
3,415
|
3,415
|
3,415
|
3,415
|
18,661
|
Τα αριθμητικά στοιχεία για το προσωπικό και οι πιστώσεις που ζητούνται θα πρέπει να θεωρούνται ενδεικτικά και δεν μπορούν να προδικάζουν την έκβαση των εν εξελίξει διαπραγματεύσεων για το μελλοντικό πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο.
Περιγραφή των προς εκτέλεση καθηκόντων της Υπηρεσίας Ψηφιακών Δικτύων
|
Μόνιμοι και έκτακτοι υπάλληλοι
|
1. Με τη συμμετοχή της ODN στις ομάδες εργασίας του BEREC, οι υπάλληλοι του οργανισμού θα συμμετέχουν στις σχετικές με το αντικείμενο δραστηριότητες σε όλους τους ρυθμιστικούς άξονες εργασίας του BEREC. Αυτό σημαίνει ότι το προσωπικό της Υπηρεσίας του BEREC θα συμμετέχει επίσης σε καθήκοντα που έχουν ήδη ανατεθεί στον BEREC στο πλαίσιο του ΕΚΗΕ, για τα οποία επί του παρόντος παρέχει μόνο διοικητική και υλικοτεχνική υποστήριξη.
2. Η ODN θα είναι επιφορτισμένη με τη δημοσίευση ολοκληρωμένης έκθεσης σχετικά με την εσωτερική αγορά δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, η οποία θα περιγράφει την κατάσταση, τις τάσεις και θα καλύπτει τις επιπτώσεις των συγκεντρώσεων στην αγορά και τις προκλήσεις στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Ειδικότερα, θα πρέπει να υποβάλλει έκθεση σχετικά με τον αντίκτυπο των μέτρων που εφαρμόζονται δυνάμει του κανονισμού για τα ψηφιακά δίκτυα στην εσωτερική αγορά. Η πρώτη έκθεση θα μπορούσε να δημοσιευθεί δύο έτη μετά την έναρξη εφαρμογής, ώστε να δοθεί επαρκής χρόνος για τη συλλογή δεδομένων σχετικά με τα αποτελέσματα των μέτρων του κανονισμού για τα ψηφιακά δίκτυα, και στη συνέχεια θα πρέπει να δημοσιεύεται σε ετήσια βάση.
3. Στο πλαίσιο του κανονισμού για τα ψηφιακά δίκτυα, η RSPG θα εξελιχθεί από ομάδα εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής σε αυτόνομο φορέα παρόμοιο με τον BEREC (Φορέας για την Πολιτική Ραδιοφάσματος ή RSPB). Η ODN θα αναλάβει τη γραμματειακή υποστήριξη της RSPG που παρέχεται επί του παρόντος από την Επιτροπή· ωστόσο, πέραν της διοικητικής και οργανωτικής συνδρομής, η ODN θα υποστηρίζει τον RSPB και επί της ουσίας.
Ειδικότερα:
4. Θα παρέχει αναλυτική, διοικητική και υλικοτεχνική υποστήριξη στον RSPB και στις ομάδες εργασίας του.
5. Θα συλλέγει βέλτιστες πρακτικές σχετικά με την επιλογή μεταξύ γενικών αδειών και μεμονωμένων δικαιωμάτων, σχετικά με τις διαδικασίες αδειοδότησης και τους σχετικούς όρους χορήγησης, όπως π.χ. για τον ευνοϊκό προς τις επενδύσεις σχεδιασμό δημοπρασιών, τη μεθοδολογία για τον υπολογισμό των οριακών τιμών, τα ετήσια τέλη, καθώς και τις υποχρεώσεις κάλυψης.
6. Θα ενεργεί ως ενιαίο σημείο επαφής για την υποβολή αιτήσεων και κοινοποιήσεων, ώστε να διευκολύνεται η χορήγηση δικαιωμάτων και αδειών χρήσης ραδιοφάσματος όταν δημιουργηθεί η διαδικασία της υπηρεσίας μίας στάσης από την Επιτροπή.
7. Θα δημιουργήσει και θα διαχειρίζεται δυναμικές βάσεις δεδομένων για τον γεωεντοπισμό και την παρακολούθηση των ευκαιριών χρήσης του ραδιοφάσματος.
8. Θα επικουρεί τον RSPB στη διοργάνωση και την προεδρία των φόρουμ της διαδικασίας ενιαίας αγοράς ραδιοφάσματος και στην τήρηση των πρακτικών των εργασιών τους.
9. Θα ενεργεί ως σημείο επαφής για πληροφορίες σχετικά με αιτήματα συντονισμού, βάσει των κανόνων της ITU, για συχνότητες, τροχιακή θέση δορυφορικού συστήματος ή σταθμό εδάφους.
10. Εφόσον ζητηθεί από την Επιτροπή, θα επικουρεί την Επιτροπή στη διαδικασία έκδοσης/χορήγησης της ενωσιακής άδειας για δορυφόρους. Ομοίως, εφόσον της ζητηθεί από την Επιτροπή, θα επικουρεί την Επιτροπή στη διεξαγωγή διαδικασιών επιλογής στις περιπτώσεις ανεπάρκειας του δορυφορικού φάσματος.
11. Θα επικουρεί την Επιτροπή και τον RSPB στην εποπτεία και την επιβολή των δορυφορικών αδειών της ΕΕ. Θα ενεργεί ως σημείο κοινοποίησης για περιπτώσεις στις οποίες κάτοχος ενωσιακής άδειας δεν συμμορφώνεται με τους ισχύοντες όρους βάσει της ενωσιακής άδειας.
12. Θα διαχειρίζεται την τιμολόγηση των τελών από τις δημοπρασίες για δορυφορικό ραδιοφάσμα και τις διαδικασίες αδειοδότησης σε επίπεδο ΕΕ.
|
|
Εξωτερικό προσωπικό
|
Επιπλέον, το εξωτερικό προσωπικό της Υπηρεσίας του BEREC έχει τα ακόλουθα καθήκοντα για την υποστήριξη του έργου του BEREC:
1. παρέχει υποστήριξη από εμπειρογνώμονες στον BEREC κατά την εκπλήρωση των ρυθμιστικών καθηκόντων του, μεταξύ άλλων συμβάλλοντας με την εμπειρογνωσία των εμπειρογνωμόνων της νέας Υπηρεσίας του BEREC σε όλες τις δραστηριότητες των ομάδων εργασίας·
2. στηρίζει τον συντονισμό μεταξύ εθνικών ρυθμιστικών αρχών και λοιπών αρμόδιων αρχών στο πλαίσιο του νέου μηχανισμού ενιαίου διαβατηρίου και διευκολύνει την έκδοση δηλώσεων χορήγησης διαβατηρίου·
3. στηρίζει τον BEREC στην παρακολούθηση της διαθεσιμότητας των υπηρεσιών, της χωρητικότητας και της χρήσης των δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ώστε να συμβάλει στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας και της ετοιμότητας των δικτύων· αναλύει πληροφορίες σχετικά με τη διαθεσιμότητα υπηρεσιών, τη χωρητικότητα και τη χρήση δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και άλλων σχετικών ψηφιακών υποδομών· και στηρίζει τον BEREC στην κατάρτιση κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με την ανθεκτικότητα·
4. συλλέγει δεδομένα και πληροφορίες από τις ΕΡΑ και τις αρμόδιες αρχές και ανταλλάσσει και διαβιβάζει πληροφορίες σε σχέση με τα νέα ρυθμιστικά καθήκοντα που ανατίθενται στον BEREC, όπως η ανθεκτικότητα και η ετοιμότητα του δικτύου και ο νέος μηχανισμός χορήγησης ενιαίου διαβατηρίου·
5. εκπονεί τακτικά σχέδια εκθέσεων σχετικά με συγκεκριμένες πτυχές των εξελίξεων της ευρωπαϊκής αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όπως εκθέσεις συγκριτικής αξιολόγησης για τα νέα θέματα που αναφέρονται ανωτέρω, οι οποίες θα υποβάλλονται στον BEREC·
6. υπό την εποπτεία του BEREC, επικουρεί τον BEREC στη δημιουργία και την ανάπτυξη μητρώων και βάσεων δεδομένων (για τις κοινοποιήσεις επιχειρήσεων που υπόκεινται σε γενική άδεια και είναι αναγκαίες για τη νέα διαδικασία χορήγησης διαβατηρίων βάσει του κανονισμού για τα ψηφιακά δίκτυα, τους πόρους αριθμοδότησης και τους αριθμούς E.164 των υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης των κρατών μελών)·
7. επικουρεί τον BEREC στη διεξαγωγή δημόσιων διαβουλεύσεων στους νέους τομείς που εμπίπτουν στο πλαίσιο του κανονισμού για τα ψηφιακά δίκτυα.
|
3.3.Εκτιμώμενες επιπτώσεις στα έσοδα
Η πρόταση/πρωτοβουλία δεν έχει δημοσιονομικές επιπτώσεις στα έσοδα.
Η πρόταση/πρωτοβουλία έχει τις δημοσιονομικές επιπτώσεις που περιγράφονται κατωτέρω:
στους ιδίους πόρους
στα λοιπά έσοδα
Να αναφερθεί αν τα έσοδα προορίζονται για γραμμές δαπανών
σε εκατ. EUR (με τρία δεκαδικά ψηφία)
|
Γραμμή εσόδων του προϋπολογισμού:
|
Διαθέσιμες πιστώσεις για το τρέχον οικονομικό έτος
|
Επιπτώσεις της πρότασης/πρωτοβουλίας
|
|
|
|
Έτος 2028
|
Έτος 2029
|
Έτος 2030
|
Έτος 2031
|
Έτος 2032
|
Έτος 2033
|
Έτος 2034
|
|
Υπηρεσία του BEREC / ODN
|
|
2,337
|
3,515
|
4,675
|
5,257
|
5,257
|
5,257
|
5,257
|
Η τρέχουσα γραμμή δαπανών του προϋπολογισμού της Υπηρεσίας του BEREC, η οποία θα αντικατασταθεί από την Υπηρεσία Ψηφιακών Δικτύων, θα συνεχίσει να χρηματοδοτεί το αμετάβλητο τμήμα της Υπηρεσίας Ψηφιακών Δικτύων (η συνεισφορά της ΕΕ στην Υπηρεσία του BEREC δεν θα μεταβληθεί). Ταυτόχρονα, οι πρόσθετες δαπάνες για την Υπηρεσία Ψηφιακών Δικτύων που περιγράφονται ανωτέρω θα χρηματοδοτηθούν από τα τέλη αδειοδότησης δορυφορικού ραδιοφάσματος και, εάν υπάρχουν, από τα τέλη των δικαιωμάτων χρήσης πανευρωπαϊκών πόρων αριθμοδότησης και από εθελοντικές συνεισφορές και συνεισφορές σε είδος από τα κράτη μέλη.
Άλλες παρατηρήσεις (π.χ. μέθοδος/τύπος για τον υπολογισμό των επιπτώσεων στα έσοδα ή τυχόν άλλες πληροφορίες).
Οι πρόσθετες δαπάνες θα καλυφθούν από δύο κύριες πηγές:
— μέρος των τελών ραδιοφάσματος από διαδικασίες επιλογής που διεξάγονται σε επίπεδο ΕΕ για δορυφορικές άδειες (εκ των οποίων η πρώτη θα πραγματοποιηθεί το 2027 για τη ζώνη MSS των 2 GHz). Σε περίπτωση που η διαδικασία επιλογής δεν διεξαχθεί το 2027, τα ισχύοντα δικαιώματα χρήσης που λήγουν τον Μάιο του 2027 θα πρέπει να παραταθούν. Στην περίπτωση αυτή, τα τέλη θα επιβάλλονται στους κατεστημένους φορείς εκμετάλλευσης ως αντάλλαγμα για την παράταση, διασφαλίζοντας έτσι την πλήρη ανάκτηση του κόστους·
— τις διοικητικές επιβαρύνσεις / τα τέλη ραδιοφάσματος για την αδειοδότηση σε επίπεδο ΕΕ.
Η μέθοδος υπολογισμού τους θα καθορίζεται κατά περίπτωση για κάθε διαδικασία επιλογής και θα καλύπτει τουλάχιστον τις πρόσθετες δαπάνες που ζητούνται. Για τα πρώτα έτη έως τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, τα αναγκαία έσοδα θα εισπράττονται από την ολοκλήρωση της πρώτης ήδη προβλεπόμενης διαδικασίας επιλογής. Το ύψος των τελών (τα οποία θα καλύπτουν σε μεγάλο βαθμό το κόστος) θα αναφέρεται πριν από τη διαδικασία και, δεδομένης της ανεπάρκειας αυτού του ραδιοφάσματος, το τέλος αναμένεται να εισπραχθεί αποτελεσματικά.
Με την κατανομή του ποσού αυτού σε όλη τη διάρκεια μακράς περιόδου άνω των 10 ετών, θα μπορούν να χρηματοδοτηθούν οι πρόσθετες δαπάνες από το 2028. Το μέρος των εσόδων από τα τέλη το οποίο υπερβαίνει τις δαπάνες που πρέπει να καλυφθούν θα μεταφερθεί, π.χ. στον συνολικό προϋπολογισμό της ΕΕ.
Τυχόν συμπληρωματικά έσοδα από άλλα τέλη δορυφορικής άδειας της ΕΕ, άδειας αριθμοδότησης της ΕΕ, καθώς και εθελοντικές συνεισφορές και συνεισφορές σε είδος από τα κράτη μέλη, τις χώρες του ΕΟΧ, της ΕΖΕΣ και τρίτες χώρες που συμμετέχουν στις εργασίες του BEREC και της ODN, καθώς και από τον RSPB και την ODN, είτε θα χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη των πρόσθετων δαπανών από το 2028 παράλληλα με τα έσοδα από την προγραμματισμένη επιλογή είτε θα μεταφερθούν, π.χ. στον συνολικό προϋπολογισμό της ΕΕ.
4.Ψηφιακές διαστάσεις
4.1.Απαιτήσεις ψηφιακής σημασίας
Γενική περιγραφή των απαιτήσεων ψηφιακής σημασίας και των σχετικών κατηγοριών (δεδομένα, ψηφιοποίηση και αυτοματοποίηση των διαδικασιών, ψηφιακές λύσεις και/ή ψηφιακές δημόσιες υπηρεσίες)
|
Αναφορά στην απαίτηση
|
Περιγραφή της απαίτησης
|
Φορείς που επηρεάζονται ή τους οποίους αφορά η απαίτηση
|
Γενικές διαδικασίες
|
Κατηγορίες
|
|
Μέρος II — Ετοιμότητα και ανθεκτικότητα
|
Ροές δεδομένων σχετικά με το σχέδιο ετοιμότητας της Ένωσης για τις ψηφιακές υποδομές· ή στο πλαίσιο της αντιμετώπισης κρίσεων.
|
BEREC
ODN
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Εθνικές ρυθμιστικές αρχές
ENISA
EU-CyCLONe
|
Εκπόνηση και διάδοση εκθέσεων
Συνεργασία σε θεσμικό επίπεδο (συμπεριλαμβανομένης της αντιμετώπισης κρίσεων)
|
Δεδομένα
|
|
Μέρος III — Αδειοδότηση και χορήγηση διαβατηρίων στο πλαίσιο της ενιαίας αγοράς
|
Ροές δεδομένων σχετικά με τη γενική άδεια, τη διαδικασία ενιαίου διαβατηρίου, την αμοιβαία συνδρομή και τις διοικητικές επιβαρύνσεις.
Ψηφιακή λύση: δημοσίως διαθέσιμη ενωσιακή βάση δεδομένων για τις κοινοποιήσεις που υποβάλλονται στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές (κεντρική βάση δεδομένων για την εφαρμογή του συστήματος ενιαίου διαβατηρίου).
|
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Κράτη μέλη (εθνικές ρυθμιστικές αρχές)
Πάροχοι δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών
BEREC
ODN
|
Αδειοδότηση στο πλαίσιο της αγοράς
|
Δεδομένα
Ψηφιακή λύση
Ψηφιακή δημόσια υπηρεσία
|
|
Μέρος IV — Πόροι (ραδιοφάσμα και αριθμοδότηση)·
Τίτλος I, Φάσμα — Κεφάλαιο I, Αρχές και στόχοι
|
Ροές δεδομένων σχετικά με τον στρατηγικό σχεδιασμό και τη διαχείριση του ραδιοφάσματος.
Έμμεσες ροές δεδομένων που αφορούν τη συνεργασία στο πλαίσιο του διασυνοριακού συντονισμού της χρήσης του ραδιοφάσματος (μεταξύ άλλων για τον σκοπό της αντιμετώπισης επιβλαβών παρεμβολών).
|
Αρμόδιες αρχές των κρατών μελών
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
RSPB
Κάτοχοι δικαιώματος χρήσης ραδιοφάσματος
Τρίτες χώρες
|
Στρατηγικός σχεδιασμός και διαχείριση
Διασυνοριακή συνεργασία των εθνικών αρχών
|
Δεδομένα
|
|
Μέρος IV — Πόροι (ραδιοφάσμα και αριθμοδότηση)·
Τίτλος I, Φάσμα — Κεφάλαιο II, Κατανομή
|
Ροές δεδομένων σχετικά με τη στρατηγική και τους χάρτες πορείας της Ένωσης για το ραδιοφάσμα, τον συγχρονισμό των εκχωρήσεων και τα αιτήματα εναρμόνισης του ραδιοφάσματος.
|
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αρμόδιες αρχές των κρατών μελών
RSPB
Αποστολείς αιτήματος εναρμόνισης
Επιτροπή ραδιοφάσματος
|
Στρατηγικός σχεδιασμός
Συνεργασία σε θεσμικό επίπεδο
Διαχείριση αιτημάτων
|
Δεδομένα
|
|
Μέρος IV — Πόροι (ραδιοφάσμα και αριθμοδότηση)·
Τίτλος I, Φάσμα — Κεφάλαιο III, Εκχωρήσεις
|
Ροές δεδομένων που αφορούν μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος, κοινούς όρους αδειοδότησης για τη χρήση ραδιοφάσματος, κοινή (μεριζόμενη) χρήση του ραδιοφάσματος και διαδικασίες επιλογής στην ενιαία αγορά ραδιοφάσματος.
Ψηφιακή λύση: δυναμική βάση δεδομένων για τον γεωεντοπισμό και την παρακολούθηση των ευκαιριών χρήσης του ραδιοφάσματος, ώστε να προωθηθεί και να καταστεί δυνατή η κοινή χρήση συγκεκριμένων ζωνών του ραδιοφάσματος
|
Αρμόδιες αρχές των κρατών μελών
Ενδιαφερόμενα μέρη (σε σχέση με τα μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης)
RSPB και RSPG
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
ODN
Επιτροπή επικοινωνιών ή εξωτερικοί εμπειρογνώμονες
BEREC
|
Άδεια και δικαιώματα χρήσης
Βάση δεδομένων
|
Δεδομένα
Ψηφιακή λύση
Ψηφιακή δημόσια υπηρεσία
|
|
Μέρος IV — Πόροι (ραδιοφάσμα και αριθμοδότηση)·
Τίτλος II, Χρήση του ραδιοφάσματος από δορυφόρους
|
Ροές δεδομένων που αφορούν:
-την κατάθεση και τον συντονισμό δορυφορικών συστημάτων στη Διεθνή Ένωση Τηλεπικοινωνιών (ITU)·
-τις γενικές άδειες για την παροχή δορυφορικών δικτύων και/ή υπηρεσιών δορυφορικών επικοινωνιών·
-την ενωσιακή άδεια για τη χρήση δορυφόρου/ραδιοφάσματος·
-την εποπτεία και τα διορθωτικά μέτρα στο πλαίσιο της συμμόρφωσης των δορυφορικών δικτύων και των υπηρεσιών δορυφορικών επικοινωνιών που λειτουργούν βάσει ενωσιακής άδειας·
-την επίλυση δορυφορικών παρεμβολών· και
-αιτήματα για τον συντονισμό της χρήσης του ραδιοφάσματος μεταξύ επίγειων και διαστημικών εφαρμογών.
|
Υποψήφιοι χρήστες του ραδιοφάσματος
Αρμόδιες αρχές ραδιοφάσματος
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
ΙΤU
RSPB
Πάροχοι δορυφορικών δικτύων και/ή υπηρεσιών δορυφορικών επικοινωνιών
Κάτοχοι ενωσιακής άδειας (για τους οποίους διαπιστώνεται παράβαση των όρων)
Επιτροπή ραδιοφάσματος
|
Διαχείριση αιτημάτων
Αδειοδότηση
Εποπτεία και διορθωτικά μέτρα
|
Δεδομένα
|
|
Μέρος IV — Πόροι (ραδιοφάσμα και αριθμοδότηση)·
Τίτλος III, Πόροι αριθμοδότησης
|
Ροές δεδομένων που αφορούν: πανευρωπαϊκούς πόρους αριθμοδότησης· εθνικούς πόρους αριθμοδότησης· και τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης πόρων αριθμοδότησης.
Ψηφιακή λύση: Βάση δεδομένων των πανευρωπαϊκών πόρων αριθμοδότησης
|
Εθνικές ρυθμιστικές αρχές
ODN
BEREC
Επιχειρήσεις παροχής δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών
|
Βάση δεδομένων
Ανταλλαγή πληροφοριών (συμπεριλαμβανομένης της δημοσίευσης)
Διάδοση της έκθεσης
Διαδικασία χορήγησης δικαιωμάτων
|
Δεδομένα
Ψηφιακή λύση
Ψηφιακή δημόσια υπηρεσία
|
|
Μέρος V — Μετάβαση σε οπτικές ίνες, λειτουργία των αγορών και ανταγωνισμός·
Τίτλος I, Μετάβαση σε δίκτυα οπτικών ινών
|
Δεδομένα και ροές δεδομένων:
-Επικαιροποίηση και δημοσίευση των περιοχών κατάργησης του δικτύου χαλκού, δημοσίευση των περιοχών κατάργησης του δικτύου χαλκού στις οποίες πληρούνται οι προϋποθέσεις βιωσιμότητας
-Κοινοποίηση του εθνικού σχεδίου μετάβασης σε οπτικές ίνες
-Έμμεσες ροές πληροφοριών για τους τελικούς χρήστες σε περιοχές που επηρεάζονται από την κατάργηση του δικτύου χαλκού
-Υποβολή των σχεδίων κατάργησης των δικτύων χαλκού από τους φορείς εκμετάλλευσης στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές
|
Εθνικές ρυθμιστικές αρχές
Κράτη μέλη
Φορείς εκμετάλλευσης·
|
Ανταλλαγή πληροφοριών
Υποβολή πληροφοριών
Δημοσίευση πληροφοριών
|
Δεδομένα
|
|
Μέρος V — Μετάβαση σε οπτικές ίνες, λειτουργία των αγορών και ανταγωνισμός·
Τίτλος III, Διασυνδέσεις
Κεφάλαιο II: Συμμετρικοί κανόνες πρόσβασης
|
Δεδομένα και ροές δεδομένων:
-Εκπόνηση κατευθυντήριων γραμμών και δημοσιοποίηση των διαδικασιών για την απόκτηση πρόσβασης και διασύνδεσης
-Κοινοποίηση του αποτελέσματος της αξιολόγησης του κανονιστικού πλαισίου σύμφωνα με το άρθρο 69
|
Εθνικές ρυθμιστικές αρχές
|
Κατάρτιση κατευθυντήριων γραμμών και δημοσίευση πληροφοριών
Κοινοποίηση πληροφοριών
|
Δεδομένα
|
|
Μέρος V — Μετάβαση σε οπτικές ίνες, λειτουργία των αγορών και ανταγωνισμός·
Τίτλος IV: Αγορές και ανταγωνισμός
Κεφάλαιο I — Ανάλυση της αγοράς και σημαντική ισχύς στην αγορά
|
Δεδομένα και ροές δεδομένων:
-Σύσταση για τον προσδιορισμό των αγορών προϊόντων και υπηρεσιών στις οποίες δικαιολογείται η επιβολή ρυθμιστικών υποχρεώσεων
-Ανάλυση της αγοράς και κοινοποίηση των αντίστοιχων σχεδίων ρυθμιστικών μέτρων
-Έμμεσες ροές πληροφοριών σχετικά με την ταυτοποίηση διακρατικών αγορών και ζήτησης
-Κατευθυντήριες γραμμές για την ανάλυση της αγοράς και την αξιολόγηση της σημαντικής ισχύος στην αγορά
|
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Εθνικές ρυθμιστικές αρχές
BEREC
|
Κατάρτιση σύστασης
Κοινοποίηση πληροφοριών
Κατάρτιση κατευθυντήριων γραμμών
|
Δεδομένα
|
|
Μέρος V — Μετάβαση σε οπτικές ίνες, λειτουργία των αγορών και ανταγωνισμός·
Τίτλος IV: Αγορές και ανταγωνισμός
Κεφάλαιο II: Διορθωτικά μέτρα που επιβάλλονται σε επιχειρήσεις με σημαντική ισχύ στην αγορά
|
Δεδομένα και ροές δεδομένων:
-Περιγραφή του συστήματος κοστολόγησης η οποία τίθεται στη διάθεση του κοινού
-Πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία ανάληψης δεσμεύσεων
|
Εθνικές ρυθμιστικές αρχές
Φορείς εκμετάλλευσης·
|
Δημοσιοποίηση
Υποβολή πληροφοριών
|
Δεδομένα
|
|
Μέρος V — Μετάβαση σε οπτικές ίνες, λειτουργία των αγορών και ανταγωνισμός·
Τίτλος IV: Αγορές και ανταγωνισμός
ΚΕΦΑΛΑΙΟ III: Διαδικασίες της εσωτερικής αγοράς για τη ρύθμιση της αγοράς
|
Ροή πληροφοριών σχετικά με την εδραίωση της εσωτερικής αγοράς στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών
|
Εθνικές ρυθμιστικές αρχές
BEREC
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
|
Έκδοση γνωμών
Υποβολή πληροφοριών
|
Δεδομένα
|
|
Μέρος VI — Υπηρεσίες
Τίτλος II: Πρόσβαση στο ανοικτό διαδίκτυο
|
Δεδομένα και ροές δεδομένων:
-Υποβολή πληροφοριών σχετικά με την πρόσβαση στο ανοικτό διαδίκτυο
-Ανταλλαγή πληροφοριών με τον BEREC
-Έκθεση του BEREC σχετικά με τις κύριες πρακτικές και τα πορίσματα των εθνικών ρυθμιστικών αρχών
-Κοινό υπόδειγμα του BEREC για τη συλλογή πληροφοριών από τους παρόχους
-Κατευθυντήριες γραμμές του BEREC σχετικά με την τήρηση των υποχρεώσεων των εθνικών ρυθμιστικών αρχών
|
Πάροχοι υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών στο κοινό
Εθνικές ρυθμιστικές αρχές
BEREC
|
Ανταλλαγή πληροφοριών
Κατάρτιση κατευθυντήριων γραμμών
Κατάρτιση υποδείγματος
Υποβολή εκθέσεων
|
Δεδομένα
|
|
Μέρος VI — Υπηρεσίες
Τίτλος III: Δικαιώματα τελικών χρηστών
Κεφάλαιο I: Δικαιώματα των καταναλωτών
|
Δεδομένα και ροές δεδομένων:
-Απαιτήσεις πληροφοριών για συμβάσεις
-Πληροφορίες διαφάνειας
-Απαιτήσεις πληροφοριών σχετικά με τη διάρκεια και τη λήξη της σύμβασης
|
Πάροχοι υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο
Καταναλωτές
|
Ανταλλαγή πληροφοριών
|
Δεδομένα
|
|
Μέρος VI — Υπηρεσίες
Τίτλος III: Δικαιώματα τελικών χρηστών
Κεφάλαιο II: Δικαιώματα των τελικών χρηστών
|
Δεδομένα και ροές δεδομένων:
-Απαιτήσεις πληροφοριών σχετικά με την αλλαγή παρόχου και τη φορητότητα αριθμού
|
Πάροχοι υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο
Καταναλωτές
ODN
BEREC
Πολύ μικρές επιχειρήσεις
|
Ανταλλαγή πληροφοριών
Κατάρτιση κατευθυντήριων γραμμών
Ενημέρωση
|
Δεδομένα
|
|
Μέρος VI — Υπηρεσίες
Τίτλος III: Δικαιώματα τελικών χρηστών
Κεφάλαιο III: Ευκολίες και λειτουργίες για τελικούς χρήστες
Ψηφιακή λύση σύμφωνα με το άρθρο 107 παράγραφος 13. Η αρχική νομική βάση είναι το άρθρο 109 παράγραφος 8 της οδηγίας (ΕΕ) 2018/1972 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2018, για τη θέσπιση του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών (Αναδιατύπωση)
|
Δεδομένα και ροές δεδομένων που σχετίζονται με τις απαιτήσεις για την προστασία των τελικών χρηστών και τις υπηρεσίες επικοινωνιών (πρόληψη της απάτης, υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης, λειτουργίες κλήσεων, διαλειτουργικότητα εξοπλισμού)
Ψηφιακή λύση:
-Τα κράτη μέλη αναφέρουν στην ODN, με σκοπό τη διατήρηση βάσης δεδομένων από την ODN υπό την εποπτεία του BEREC, τους αριθμούς E.164 για επικοινωνία με τα συστήματα PSAP των κρατών μελών, ώστε να διασφαλίζεται ότι είναι σε θέση να επικοινωνούν μεταξύ τους από το ένα κράτος μέλος στο άλλο.
|
Τελικοί χρήστες
Πάροχοι υπηρεσιών
Κράτη μέλη
ENISA
ODN
|
Συλλογή πληροφοριών
Ανταλλαγή πληροφοριών
Υποβολή εκθέσεων
|
Δεδομένα
Ψηφιακή λύση
|
|
Μέρος VII — Διακυβέρνηση
Τίτλος I: Εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές
|
Δεδομένα και ροές δεδομένων:
-Κοινοποίηση σε όλες τις εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές
-Υποβολή εκθέσεων σχετικά με τον προϋπολογισμό από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές
-Έμμεσα στοιχεία που προκύπτουν από τον έλεγχο του προϋπολογισμού
|
Κράτη μέλη
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Εθνικές ρυθμιστικές αρχές
|
Δημοσίευση πληροφοριών
Κοινοποίηση
Υποβολή εκθέσεων
|
Δεδομένα
|
|
Μέρος VII — Διακυβέρνηση
Τίτλος II: Καθήκοντα και οργάνωση του BEREC
|
Δεδομένα και ροές δεδομένων που σχετίζονται με τα καθήκοντα και την οργάνωση του BEREC
|
BEREC, ODN, εθνικές ρυθμιστικές αρχές, Επιτροπή, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Συμβούλιο και άλλοι συμφεροντούχοι
|
Δημοσίευση πληροφοριών
Εποπτεία
|
Δεδομένα
|
|
Μέρος VII — Διακυβέρνηση
Τίτλος IV: Κοινές διατάξεις και συνεργασία μεταξύ του BEREC και του RSPB
|
Δεδομένα και ροές δεδομένων
-Ροές πληροφοριών σχετικά με τις κοινές διατάξεις και τη συνεργασία μεταξύ του BEREC και του RSPB, συμπεριλαμβανομένων των διετών προγραμμάτων εργασίας και των κοινοποιήσεων, καθώς και των εκθέσεων δραστηριοτήτων.
|
BEREC
Συμβούλιο του RSPB
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Συμβούλιο
Επιτροπή
Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή
|
Υποβολή έκθεσης
|
Δεδομένα
|
|
Μέρος VII — Διακυβέρνηση
Τίτλος V: Υπηρεσία Ψηφιακών Δικτύων
Κεφάλαιο I: Καθήκοντα και οργάνωση της ODN
|
Δεδομένα και ροές δεδομένων:
-Ροές πληροφοριών σχετικά με τα καθήκοντα και την οργάνωση της ODN
|
ODN
ENISA
BEREC
RSPB
Επιτροπή
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Συμβούλιο
Ελεγκτικό Συνέδριο
|
Υποβολή εκθέσεων
Κατάρτιση εγγράφων και εκθέσεων
|
Δεδομένα
|
|
Μέρος VII — Διακυβέρνηση
Τίτλος V: Υπηρεσία Ψηφιακών Δικτύων
Κεφάλαιο II: Προϋπολογισμός και προγραμματισμός της ODN
|
Δεδομένα και ροές δεδομένων:
-Ροές πληροφοριών σχετικά με τον προϋπολογισμό και τον προγραμματισμό της ODN
|
ODN, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Συμβούλιο, Ελεγκτικό Συνέδριο
|
Υποβολή πληροφοριών
Δημοσίευση πληροφοριών
|
Δεδομένα
|
|
Μέρος VII — Διακυβέρνηση
Τίτλος V: Υπηρεσία Ψηφιακών Δικτύων
Κεφάλαιο III: Γενικές διατάξεις
|
Δεδομένα και ροές δεδομένων:
-Ροές πληροφοριών σχετικά με τις γενικές διατάξεις της ODN, συμπεριλαμβανομένης της συνεργασίας με τον BEREC και τον RSPB
Ψηφιακές λύσεις:
-Ψηφιακές λύσεις για τη δημιουργία συστήματος πληροφοριών και επικοινωνιών σύμφωνα με το άρθρο 174
|
ODN, BEREC, RSPB, Επιτροπή, εθνικές ρυθμιστικές αρχές, αρμόδιες αρχές, κράτη μέλη, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Συμβούλιο
|
Ανταλλαγή πληροφοριών
Υποβολή δηλώσεων
Υποβολή εκθέσεων
|
Δεδομένα
Ψηφιακές λύσεις
|
|
ΜΕΡΟΣ VIII: Γενικές και τελικές διατάξεις
ΤΙΤΛΟΣ I: Παροχή πληροφοριών, έρευνες και μηχανισμοί διαβούλευσης
|
Δεδομένα και ροές δεδομένων:
-Ροές πληροφοριών σχετικά με την παροχή πληροφοριών, τις έρευνες και τους μηχανισμούς διαβούλευσης
|
Επιχειρήσεις παροχής δικτύων/υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, εθνικές ρυθμιστικές αρχές, λοιπές αρμόδιες αρχές, BEREC, RSPB, Επιτροπή, αρχές των κρατών μελών, δημόσιες αρχές, ενιαία σημεία πληροφόρησης, τελικοί χρήστες, καταναλωτές, κατασκευαστές
|
Υποβολή πληροφοριών
Ανταλλαγή πληροφοριών
|
Δεδομένα
|
|
ΜΕΡΟΣ VIII: Γενικές και τελικές διατάξεις
ΤΙΤΛΟΣ II: Διαδικασίες εναρμόνισης
|
Δεδομένα και ροές δεδομένων:
-Ροές πληροφοριών σχετικά με τις δραστηριότητες τυποποίησης
|
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εθνικές ρυθμιστικές αρχές, λοιπές αρμόδιες αρχές, BEREC, RSPB, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Συμβούλιο, ευρωπαϊκοί οργανισμοί τυποποίησης, κοινό
|
Δημοσίευση προτύπων
Υποβολή πληροφοριών
|
Δεδομένα
|
|
ΜΕΡΟΣ VIII: Γενικές και τελικές διατάξεις
ΤΙΤΛΟΣ III: Επίλυση διαφορών
|
Δεδομένα και ροές δεδομένων:
-Ροές πληροφοριών σχετικά με την επίλυση διαφορών
|
Εθνικές ρυθμιστικές αρχές
BEREC
|
Δημοσιοποίηση
Αποστολή κοινοποιήσεων
|
Δεδομένα
|
|
ΜΕΡΟΣ VIII: Γενικές και τελικές διατάξεις
ΤΙΤΛΟΣ IV: Συνεργασία οικοσυστημάτων
|
Δεδομένα και ροές δεδομένων:
-Ροές πληροφοριών σχετικά με τη συνεργασία οικοσυστημάτων
|
BEREC, ODN, Επιτροπή, εθνικές ρυθμιστικές αρχές, πάροχοι δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή σε στενά συνδεδεμένους τομείς, συμφεροντούχοι
|
Δημοσίευση πληροφοριών
Υποβολή πληροφοριών
|
Δεδομένα
|
|
ΜΕΡΟΣ VIII: Γενικές και τελικές διατάξεις
ΤΙΤΛΟΣ VI: Τελικές διατάξεις
|
Δεδομένα και ροές δεδομένων:
-Ροές γενικών πληροφοριών
|
Επιτροπή, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Συμβούλιο, κράτη μέλη, εθνικές ρυθμιστικές αρχές, επιτροπή επικοινωνιών, επιτροπή ραδιοφάσματος, BEREC, RSPB, ODN, επιχειρήσεις, εμπειρογνώμονες, συμφεροντούχοι
|
Αποστολή κοινοποιήσεων
Δημοσίευση πληροφοριών
|
Δεδομένα
|
4.2.Δεδομένα
Γενική περιγραφή των δεδομένων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής
|
Είδος δεδομένων
|
Αναφορά στις απαιτήσεις
|
Πρότυπο και/ή προδιαγραφή (κατά περίπτωση)
|
Περιγραφή ροής δεδομένων
|
|
«Σχέδιο ετοιμότητας της Ένωσης για τις ψηφιακές υποδομές» και πληροφορίες που χρησιμοποιήθηκαν για την κατάρτιση του εν λόγω σχεδίου
|
Μέρος II — Ετοιμότητα και ανθεκτικότητα
|
Περιγραφή του τι θα πρέπει να περιλαμβάνει το σχέδιο παρέχεται στο νομικό κείμενο.
Ο BEREC δημοσιεύει κοινό υπόδειγμα προς χρήση από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές για τη συλλογή των πληροφοριών που θα τροφοδοτήσουν το σχέδιο.
|
Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές παρέχουν στην ODN τις απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με την αρχιτεκτονική, τη χωρητικότητα, τις δυνατότητες και τη χρήση των δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε διετή βάση.
Ροές δεδομένων που προκύπτουν από τη συνεργασία της ODN, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της ομάδας συνεργασίας που συστάθηκε δυνάμει του άρθρου 14 της οδηγίας (ΕΕ) 2022/2555, του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Κυβερνοασφάλεια (ENISA) και των αρμόδιων ευρωπαϊκών αρχών για την αντιμετώπιση κρίσεων και τον συντονισμό της πολιτικής προστασίας κατά την κατάρτιση του σχεδίου.
Ροές δεδομένων που προκύπτουν από τη διάθεση του σχεδίου.
Κατόπιν αιτήματος, η ODN κοινοποιεί στην Επιτροπή λεπτομέρειες της ανάλυσης που χρησιμοποιήθηκε για την κατάρτιση του σχεδίου.
Ο BEREC δημοσιεύει το κοινό υπόδειγμα για τη συλλογή πληροφοριών από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, μόλις αυτό καταστεί διαθέσιμο.
|
|
Πληροφορίες για τη διασφάλιση κοινής επίγνωσης της κατάστασης και συνοχής στην αντιμετώπιση κρίσεων
|
Μέρος II — Ετοιμότητα και ανθεκτικότητα
|
//
|
Όταν μια φυσική ή ανθρωπογενής διαταραχή, κρίση ή ανωτέρα βία αφορά ή συμπίπτει με περιστατικό μεγάλης κλίμακας στον τομέα της κυβερνοασφάλειας, ο BEREC παρέχει τις σχετικές πληροφορίες στην Επιτροπή και στο ευρωπαϊκό δίκτυο οργανισμών διασύνδεσης για τις κρίσεις στον κυβερνοχώρο (EU-CyCLONe).
|
|
Δεδομένα σε σχέση με την αδειοδότηση στο πλαίσιο της αγοράς και τη διαδικασία ενιαίου διαβατηρίου
|
Μέρος III — Αδειοδότηση και χορήγηση διαβατηρίων στο πλαίσιο της ενιαίας αγοράς
|
//
Η κοινοποίηση της πρόθεσης παροχής δικτύων ή υπηρεσιών πραγματοποιείται σύμφωνα με υπόδειγμα κοινοποίησης που πρόκειται να καταστεί διαθέσιμο από τον BEREC.
Περιγραφή, εφόσον παρέχεται, των πληροφοριών που πρέπει να περιλαμβάνονται στην επιβεβαίωση της άδειας.
|
Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή την επιβολή οποιουδήποτε περιορισμού στην ελευθερία παροχής δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
Ένας πάροχος που προτίθεται να παρέχει δίκτυα ή υπηρεσίες σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη υποβάλλει κοινοποίηση στην εθνική ρυθμιστική αρχή ενός από αυτά τα κράτη μέλη στο πλαίσιο της διαδικασίας ενιαίου διαβατηρίου.
Οι αρμόδιες αρχές στις οποίες απευθύνεται η κοινοποίηση διαβιβάζουν την κοινοποίηση που λαμβάνουν στην ODN.
Όταν η κοινοποίηση αφορά περισσότερα του ενός κράτη μέλη, η ODN τη διαβιβάζει προς ενημέρωση στις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών στα οποία προτίθεται να δραστηριοποιηθεί ο πάροχος.
Όταν η κοινοποίηση αφορά την πρόθεση παρόχου που δραστηριοποιείται ήδη σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη να επεκτείνει τις δραστηριότητές του σε πρόσθετα κράτη μέλη, η ODN διαβιβάζει την εν λόγω κοινοποίηση προς ενημέρωση στις αρμόδιες αρχές όλων των ενδιαφερόμενων κρατών μελών.
Η αρχή στην οποία απευθύνεται η κοινοποίηση επιβεβαιώνει στον πάροχο την άδεια παροχής δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
Οι αρχές στις οποίες απευθύνονται οι κοινοποιήσεις επικαιροποιούν τις πληροφορίες σχετικά με όλες τις ληφθείσες κοινοποιήσεις στη δημοσίως διαθέσιμη ενωσιακή βάση δεδομένων τουλάχιστον μία φορά κάθε δύο μήνες.
|
|
Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με το καθεστώς γενικής άδειας και δεδομένα στο πλαίσιο της αμοιβαίας συνδρομής
|
Μέρος III — Αδειοδότηση και χορήγηση διαβατηρίων στο πλαίσιο της ενιαίας αγοράς
|
//
|
Ο BEREC δημοσιεύει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με το καθεστώς γενικής άδειας, διασφαλίζοντας ότι οι σχετικές πληροφορίες είναι προσβάσιμες για τους παρόχους μέσω της ιστοσελίδας της ODN.
Κάθε κράτος μέλος ορίζει ένα εθνικό ενιαίο σημείο επαφής.
Το εθνικό ενιαίο σημείο επαφής διατηρεί επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με την εθνική νομοθεσία και τις διαδικασίες που εφαρμόζονται στην παροχή δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
Έμμεσες ροές δεδομένων που αφορούν την αμοιβαία συνδρομή μεταξύ των αρμόδιων αρχών των διαφόρων κρατών μελών.
|
|
Πληροφορίες σχετικά με τις διοικητικές δαπάνες και επιβαρύνσεις
|
Μέρος III — Αδειοδότηση και χορήγηση διαβατηρίων στο πλαίσιο της ενιαίας αγοράς
|
//
|
Όταν επιβάλλονται διοικητικές επιβαρύνσεις, οι εθνικές ρυθμιστικές ή λοιπές αρμόδιες αρχές δημοσιεύουν ετήσια ανασκόπηση των διοικητικών δαπανών τους και του συνολικού ποσού των επιβαρύνσεων που συγκέντρωσαν.
|
|
Πληροφορίες σχετικά με τον στρατηγικό σχεδιασμό και τη διαχείριση του ραδιοφάσματος (μεταξύ άλλων με σκοπό την αντιμετώπιση επιβλαβών παρεμβολών)
|
Μέρος IV — Πόροι (ραδιοφάσμα και αριθμοδότηση)·
Τίτλος I, Φάσμα — Κεφάλαιο I, Αρχές και στόχοι
|
//
|
Οι αρμόδιες αρχές πρέπει να ενημερώνουν την Επιτροπή και τις λοιπές σχετικές αρμόδιες αρχές για την απόφαση να επιτραπεί εναλλακτική χρήση της ζώνης ραδιοφάσματος που έχει εναρμονιστεί σύμφωνα με την απόφαση αριθ. 676/2002/ΕΚ.
Οι κάτοχοι δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος μπορούν να ζητήσουν από τον RSPB να επιλύσει ζητήματα που αφορούν τον διασυνοριακό συντονισμό ή τις διασυνοριακές επιβλαβείς παρεμβολές.
Ο RSPB μπορεί να εκδώσει γνώμη προτείνοντας συντονισμένη λύση (και πράγματι εκδίδει την εν λόγω γνώμη εφόσον το ζητήσει ο προαναφερόμενος κάτοχος δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος).
Όταν τα διασυνοριακά ζητήματα δεν επιλύονται εντός συγκεκριμένου χρονικού πλαισίου, οι αρμόδιες αρχές οποιουδήποτε θιγόμενου κράτους μέλους ή οι κάτοχοι δικαιώματος χρήσης ραδιοφάσματος μπορούν να ζητήσουν από την Επιτροπή να παρέμβει.
|
|
Στρατηγική και χάρτες πορείας της Ένωσης για το ραδιοφάσμα
|
Μέρος IV — Πόροι (ραδιοφάσμα και αριθμοδότηση)·
Τίτλος I, Φάσμα — Κεφάλαιο II, Κατανομή
|
//
Σύντομες απαιτήσεις περιεχομένου για τους εθνικούς χάρτες πορείας για το ραδιοφάσμα.
|
Η Επιτροπή καταρτίζει στρατηγική της Ένωσης για το ραδιοφάσμα.
Εντός 9 μηνών από την κατάρτιση των χαρτών πορείας της Ένωσης για το ραδιοφάσμα, οι αρμόδιες αρχές υποβάλλουν στην Επιτροπή και στον RSPB τους οικείους εθνικούς χάρτες πορείας για το ραδιοφάσμα.
Οι αρμόδιες αρχές δημοσιεύουν τους εθνικούς χάρτες πορείας για το ραδιοφάσμα και τους επικαιροποιούν τακτικά.
Οι αρμόδιες αρχές υποβάλλουν τακτικά εκθέσεις στην Επιτροπή και στον RSPB σχετικά με την εφαρμογή των οικείων εθνικών χαρτών πορείας για το ραδιοφάσμα.
|
|
Αιτήματα για επανεξέταση των παρατάσεων των προθεσμιών για την έγκριση εναλλακτικής χρήσης κατ’ εξαίρεση (όταν η χρήση του ραδιοφάσματος έχει εναρμονιστεί με τεχνικά μέτρα εφαρμογής σύμφωνα με την απόφαση αριθ. 676/2002/ΕΚ)
|
Μέρος IV — Πόροι (ραδιοφάσμα και αριθμοδότηση)·
Τίτλος I, Φάσμα — Κεφάλαιο II, Κατανομή
|
//
|
Υποψήφιος χρήστης του ραδιοφάσματος ή η Επιτροπή μπορεί να απευθύνει τέτοια αιτήματα επανεξέτασης στην οικεία αρμόδια αρχή.
|
|
Αιτήματα εναρμόνισης του ραδιοφάσματος
|
Μέρος IV — Πόροι (ραδιοφάσμα και αριθμοδότηση)·
Τίτλος I, Φάσμα — Κεφάλαιο II, Κατανομή
|
//
|
Κάθε ενδιαφερόμενο μέρος μπορεί να υποβάλει αιτιολογημένο αίτημα στην Επιτροπή προκειμένου να εξετάσει το ενδεχόμενο εναρμόνισης των όρων για τη διαθεσιμότητα και/ή την αποδοτική χρήση συγκεκριμένης ζώνης συχνοτήτων.
Κατόπιν σχετικού αιτήματος, η Επιτροπή διοργανώνει δημόσια διαβούλευση και υποβάλλει το εν λόγω αίτημα και/είτε στον RSPB για έκθεση ή γνώμη και/είτε στην επιτροπή ραδιοφάσματος (η οποία μπορεί επίσης να εκδώσει γνώμη).
Η Επιτροπή διαβιβάζει εύλογη απάντηση στον φορέα προέλευσης του αιτήματος (εντός εύλογης προθεσμίας, κατά προτίμηση έξι μήνες από την παραλαβή).
Η Επιτροπή δημοσιεύει το αίτημα και την απάντηση.
|
|
Πληροφορίες σχετικά με τα μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης
|
Μέρος IV — Πόροι (ραδιοφάσμα και αριθμοδότηση)·
Τίτλος I, Φάσμα — Κεφάλαιο III, Εκχωρήσεις
|
//
|
Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν τα ενδιαφερόμενα μέρη σχετικά με τους όρους που πρόκειται να συνοδεύουν τα μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης πριν από την επιβολή τους. Ομοίως, όσον αφορά τα κριτήρια για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης.
Ο RSPB συλλέγει ορθές πρακτικές σχετικά με την επιλογή μεταξύ γενικών αδειών και μεμονωμένων δικαιωμάτων.
|
|
Δεδομένα σχετικά με τους κοινούς όρους αδειοδότησης για τη χρήση ραδιοφάσματος
|
Μέρος IV — Πόροι (ραδιοφάσμα και αριθμοδότηση)·
Τίτλος I, Φάσμα — Κεφάλαιο III, Εκχωρήσεις
|
//
|
Οι υποψήφιοι χρήστες του ραδιοφάσματος σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη (ή η Επιτροπή) μπορούν να ζητήσουν από τις αρμόδιες αρχές του οικείου κράτους μέλους να καθορίσουν από κοινού, στο πλαίσιο του RSPB, κοινούς όρους αδειοδότησης.
Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με τα αιτήματα αυτά.
Έμμεσες ροές δεδομένων σε περίπτωση που η Επιτροπή ζητήσει τη συνδρομή του RSPB, της ODN, της επιτροπής επικοινωνιών ή εξωτερικών εμπειρογνωμόνων για τη διεξαγωγή της διαδικασίας αδειοδότησης.
|
|
Άλλα δεδομένα σχετικά με τα μεμονωμένα δικαιώματα
|
Μέρος IV — Πόροι (ραδιοφάσμα και αριθμοδότηση)·
Τίτλος I, Φάσμα — Κεφάλαιο III, Εκχωρήσεις
|
//
|
Αιτήματα κατόχων μεμονωμένων δικαιωμάτων για την ανανέωσή τους.
Ο κάτοχος των δικαιωμάτων χρήσης κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή την πρόθεσή του να μεταβιβάσει ή να χρονομισθώσει δικαιώματα χρήσης. Η εν λόγω αρμόδια αρχή δημοσιοποιεί τις πληροφορίες αυτές.
Κάθε τρίτος που ενδιαφέρεται να χρησιμοποιήσει μέρος του ραδιοφάσματος σε συγκεκριμένη επικράτεια ή χρονική περίοδο έχει το δικαίωμα να εκδηλώσει το ενδιαφέρον του στην αρμόδια αρχή.
|
|
Δεδομένα για τη δυναμική βάση δεδομένων για τον γεωεντοπισμό και την παρακολούθηση των ευκαιριών χρήσης του ραδιοφάσματος
|
Μέρος IV — Πόροι (ραδιοφάσμα και αριθμοδότηση)·
Τίτλος I, Φάσμα — Κεφάλαιο III, Εκχωρήσεις
|
Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των ζωνών ραδιοφάσματος που καλύπτονται από τη βάση δεδομένων και την ανάπτυξη πρακτικών ρυθμίσεων και ενιαίων μορφότυπων για τη συλλογή και την παροχή δεδομένων από τις αρμόδιες αρχές στην Επιτροπή.
|
Η βάση δεδομένων περιλαμβάνει επικαιροποιημένες πληροφορίες που συλλέγονται και παρέχονται από τα κράτη μέλη.
|
|
Δεδομένα που χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο της διαδικασίας ενιαίας αγοράς ραδιοφάσματος
|
Μέρος IV — Πόροι (ραδιοφάσμα και αριθμοδότηση)·
Τίτλος I, Φάσμα — Κεφάλαιο III, Εκχωρήσεις
|
Ελάχιστες απαιτήσεις περιεχομένου.
|
Όταν προτίθενται να διεξαγάγουν διαδικασία επιλογής (ή να τροποποιήσουν ή να ανανεώσουν ορισμένα δικαιώματα), οι αρμόδιες αρχές δημοσιεύουν το οικείο σχέδιο τελικού μέτρου και το κοινοποιούν στην Επιτροπή, στον RSPB, στον BEREC και στις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών.
Οι αρμόδιες αρχές, ο RSPB, ο BEREC και η Επιτροπή μπορούν να υποβάλουν παρατηρήσεις σχετικά με το σχέδιο μέτρου εντός προθεσμίας 30 εργάσιμων ημερών.
Η Επιτροπή ενημερώνει τον BEREC και τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές σχετικά με τις επιφυλάξεις της στην περίπτωση αυτή και ταυτοχρόνως τις δημοσιοποιεί.
Εντός 30 εργάσιμων ημερών από την κοινοποίηση των επιφυλάξεων της Επιτροπής, ο RSPB και ο BEREC εκδίδουν τις γνώμες τους σχετικά με την κοινοποίηση της Επιτροπής.
Εντός 60 εργάσιμων ημερών από την κοινοποίηση των επιφυλάξεών της, η Επιτροπή μπορεί να λάβει απόφαση.
Η αρμόδια αρχή κοινοποιεί εντός έξι μηνών από την ημερομηνία της απόφασης της Επιτροπής νέο σχέδιο μέτρου στον RSPB, στον BEREC και στην Επιτροπή.
Η ODN τηρεί αρχείο των ενωσιακών διαδικασιών ενιαίας αγοράς ραδιοφάσματος.
|
|
Δεδομένα στο πλαίσιο της κατάθεσης και του συντονισμού δορυφορικών συστημάτων στη Διεθνή Ένωση Τηλεπικοινωνιών (ITU)
|
Μέρος IV — Πόροι (ραδιοφάσμα και αριθμοδότηση)·
Τίτλος II, Χρήση του ραδιοφάσματος από δορυφόρους
|
//
|
Μια αρμόδια αρχή ραδιοφάσματος ενημερώνει την Επιτροπή και τις λοιπές αρμόδιες αρχές στο πλαίσιο του RSPB σχετικά με κάθε αίτημα κατάθεσης, συντονισμού ή καταχώρισης στην ITU δορυφορικού συστήματος που προορίζεται να καλύψει περισσότερα του ενός κράτη μέλη ή σταθμούς εδάφους.
-Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή μπορούν να υποβάλουν παρατηρήσεις επί του αιτήματος.
Μόλις λάβει αίτημα συντονισμού βάσει των κανόνων της ITU όσον αφορά τις συχνότητες ή την τροχιακή θέση δορυφορικού συστήματος ή τον σταθμό εδάφους, η οικεία αρμόδια αρχή ενημερώνει την Επιτροπή και τις λοιπές αρμόδιες αρχές μέσω του RSPB.
-Έμμεσες ροές δεδομένων στο πλαίσιο του συντονιστικού ρόλου του RSPB όταν δύο ή περισσότερες αρμόδιες αρχές λαμβάνουν αιτήματα σχετικά με την ίδια ζώνη συχνοτήτων ή την ίδια τροχιακή θέση.
Όταν δέχεται αίτημα για συντονισμό της χρήσης του ραδιοφάσματος μεταξύ επίγειων και διαστημικών εφαρμογών σύμφωνα με τους κανόνες της ITU σε σχέση με το ραδιοφάσμα που έχει εναρμονιστεί σύμφωνα με την απόφαση αριθ. 676/2002/ΕΚ, η οικεία αρμόδια αρχή κοινοποιεί το εν λόγω αίτημα στην Επιτροπή για άμεση διαβίβαση στα μέλη της επιτροπής ραδιοφάσματος.
|
|
Δεδομένα σχετικά με άδειες χρήσης δορυφορικού ραδιοφάσματος σε επίπεδο Ένωσης
|
Μέρος IV — Πόροι (ραδιοφάσμα και αριθμοδότηση)·
Τίτλος II, Χρήση του ραδιοφάσματος από δορυφόρους
|
//
|
Οι πάροχοι υποβάλλουν κοινοποίηση στην Επιτροπή.
Έμμεσες ροές δεδομένων στα κράτη μέλη που υπόκεινται σε ενωσιακή άδεια, η οποία χορηγείται από την Επιτροπή.
Οι αρμόδιες αρχές ή οι αιτούντες μπορούν να ζητήσουν από την Επιτροπή να εξετάσει το ενδεχόμενο περιορισμού του αριθμού των ενωσιακών αδειών σε μια δεδομένη ζώνη ραδιοφάσματος. Στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή παρέχει στα ενδιαφερόμενα μέρη την ευκαιρία να εκφράσουν τις απόψεις τους στο πλαίσιο δημόσιας διαβούλευσης.
Κάθε επιχείρηση υποβάλλει στην Επιτροπή αίτηση για ενωσιακή άδεια χρήσης ραδιοφάσματος για την παροχή υπηρεσιών δορυφορικών επικοινωνιών και δορυφορικών δικτύων.
-Η Επιτροπή δημοσιεύει τις αιτήσεις αυτές αμέσως μετά την παραλαβή τους.
-Ο RSPB υποβάλλει γνώμη στην Επιτροπή εντός 10 εργάσιμων ημερών.
|
|
Δεδομένα στο πλαίσιο της εποπτείας και των διορθωτικών μέτρων (συμπεριλαμβανομένης της επίλυσης δορυφορικών παρεμβολών)
|
Μέρος IV — Πόροι (ραδιοφάσμα και αριθμοδότηση)·
Τίτλος II, Χρήση του ραδιοφάσματος από δορυφόρους
|
//
|
Έμμεσες ροές δεδομένων στο πλαίσιο της εξέτασης από την Επιτροπή (με τη συνδρομή του RSPB) εικαζόμενων παραβάσεων των όρων που συνοδεύουν την ενωσιακή άδεια ή των νομικών διατάξεων.
-Εάν μια αρμόδια αρχή είναι της γνώμης ότι κάτοχος ενωσιακής άδειας δεν συμμορφώνεται, θέτει το ζήτημα υπόψη της Επιτροπής και του RSPB.
-Εάν η Επιτροπή διαπιστώσει ότι κάτοχος ενωσιακής άδειας δεν συμμορφώνεται, ενημερώνει τον εν λόγω φορέα εκμετάλλευσης για τα πορίσματά της.
-Η Επιτροπή ενημερώνει τα κράτη μέλη σχετικά με τα μέτρα επιβολής τα οποία λαμβάνει.
Όταν μια αρμόδια αρχή αποφασίζει να αναβάλει την εφαρμογή οποιουδήποτε μέτρου έχει αποφασιστεί από την Επιτροπή, ενημερώνει εκ των προτέρων την Επιτροπή.
Όταν μια αρμόδια αρχή λαμβάνει προσωρινά μέτρα, με δική της πρωτοβουλία, για την αποφυγή επιβλαβών παρεμβολών στο έδαφός της, ενημερώνει την Επιτροπή και τις λοιπές αρμόδιες αρχές.
-Αντιστρόφως, η Επιτροπή μπορεί επίσης να ζητήσει τη λήψη τέτοιων προσωρινών μέτρων.
|
|
Δεδομένα στο πλαίσιο του στρατηγικού σχεδιασμού και της διαχείρισης των πόρων αριθμοδότησης
|
Μέρος IV — Πόροι (ραδιοφάσμα και αριθμοδότηση)·
Τίτλος III, Πόροι αριθμοδότησης
|
//
|
Έμμεσες ροές δεδομένων στο πλαίσιο της συνεργασίας μεταξύ της Επιτροπής, της ODN και των εθνικών ρυθμιστικών αρχών για τους σκοπούς του στρατηγικού σχεδιασμού των πόρων αριθμοδότησης στην Ένωση και του προσδιορισμού της δυνητικής χρήσης πόρων αριθμοδότησης για διασυνοριακές ή πανευρωπαϊκές υπηρεσίες.
|
|
Δεδομένα σχετικά με τους πανευρωπαϊκούς πόρους αριθμοδότησης
|
Μέρος IV — Πόροι (ραδιοφάσμα και αριθμοδότηση)·
Τίτλος III, Πόροι αριθμοδότησης
|
//
Έξι μήνες μετά την έγκριση του ενωσιακού σχεδίου αριθμοδότησης, η ODN θεσπίζει τη διαδικασία και το σύστημα παροχής πληροφοριών.
|
Έμμεση ροή δεδομένων που παρέχεται από τη συνεργασία των εθνικών ρυθμιστικών αρχών με την ODN κατά την εκχώρηση αριθμών ή πεδίων αριθμών για πανευρωπαϊκούς πόρους αριθμοδότησης.
Πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται εγκαίρως από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές σχετικά με την εκχώρηση αριθμών και τους δικαιούχους των αριθμών (δεδομένα που απαιτούνται για την τροφοδότηση της βάσης δεδομένων των πανευρωπαϊκών πόρων αριθμοδότησης που έχει δημιουργηθεί από την ODN).
|
|
Δεδομένα σχετικά με τους εθνικούς πόρους αριθμοδότησης
|
Μέρος IV — Πόροι (ραδιοφάσμα και αριθμοδότηση)·
Τίτλος III, Πόροι αριθμοδότησης
|
//
|
Επιχειρήσεις πλην των παρόχων δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών μπορούν να ζητούν από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές να τους χορηγούν δικαιώματα χρήσης πόρων αριθμοδότησης από τα εθνικά σχέδια αριθμοδότησης για την παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών.
Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν να ζητούν τη συνδρομή της ODN για τον συντονισμό των δραστηριοτήτων τους, ώστε να διασφαλίζεται η αποδοτική διαχείριση των πόρων αριθμοδότησης.
Οι εθνικές ρυθμιστικές ή λοιπές αρμόδιες αρχές διαβιβάζουν σε περιοδική βάση στην ODN τα δεδομένα που απαιτούνται για τη βάση δεδομένων σχετικά με τους πόρους αριθμοδότησης με δικαίωμα εξωεδαφικής χρήσης εντός της Ένωσης.
Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δημοσιεύουν τα εθνικά σχέδια αριθμοδότησης, καθώς και όλες τις μεταγενέστερες προσθήκες ή τροποποιήσεις τους.
Ανά διετία, ο BEREC υποβάλλει έκθεση σχετικά με τις εθνικές πρακτικές όσον αφορά τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης εθνικών και πανευρωπαϊκών πόρων αριθμοδότησης.
|
|
Δεδομένα στο πλαίσιο της χορήγησης δικαιωμάτων χρήσης πόρων αριθμοδότησης
|
Μέρος IV — Πόροι (ραδιοφάσμα και αριθμοδότηση)·
Τίτλος III, Πόροι αριθμοδότησης
|
//
|
Οι επιχειρήσεις μπορούν να ζητούν τη χορήγηση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης πόρων αριθμοδότησης από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές.
Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές λαμβάνουν απόφαση σχετικά με την προαναφερθείσα αίτηση και δημοσιοποιούν τις εν λόγω αποφάσεις.
Η εθνική ρυθμιστική αρχή κράτους μέλους μπορεί να υποβάλλει αίτημα, αποδεικνύοντας την παράβαση των σχετικών κανόνων προστασίας των καταναλωτών ή της εθνικής νομοθεσίας, στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές του κράτους μέλους όπου έχουν χορηγηθεί τα δικαιώματα χρήσης των πόρων αριθμοδότησης.
Έμμεσες ροές δεδομένων στο πλαίσιο της ανάθεσης στην ODN του καθήκοντος να διευκολύνει και να συντονίζει την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των εθνικών ρυθμιστικών αρχών των διαφόρων εμπλεκόμενων κρατών μελών και να διασφαλίζει τον κατάλληλο συντονισμό των εργασιών μεταξύ τους.
|
|
Πληροφορίες για την κατάργηση των δικτύων χαλκού και δεδομένα για τον σχεδιασμό της μετάβασης
|
Μέρος V — Μετάβαση σε οπτικές ίνες, λειτουργία των αγορών και ανταγωνισμός·
Τίτλος I, Μετάβαση σε δίκτυα οπτικών ινών
|
Οι περιοχές κατάργησης του δικτύου χαλκού οριοθετούνται λαμβανομένων υπόψη των κατευθυντήριων γραμμών της Επιτροπής που πρέπει να εκδοθούν έως τις 29 Φεβρουαρίου 2028.
Οι προϋποθέσεις βιωσιμότητας απαιτούν τα δίκτυα οπτικών ινών να διέρχονται σε κοντινή απόσταση από το 95 % τουλάχιστον των κατοικιών στην περιοχή κατάργησης του δικτύου χαλκού.
Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές καθορίζουν αντικειμενικές και διαφανείς παραμέτρους και κριτήρια για την αξιολόγηση της κοντινής απόστασης, της εύλογης προσπάθειας, του εύλογου κόστους και της οικονομικής προσιτότητας.
|
Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δημοσιεύουν τον κατάλογο των περιοχών κατάργησης του δικτύου χαλκού και τυχόν επικαιροποιήσεις, μαζί με καταλόγους των περιοχών κατάργησης του δικτύου χαλκού όπου πληρούνται οι προϋποθέσεις βιωσιμότητας (που θα δημοσιευθούν έως τις 30 Ιουνίου 2029 και στη συνέχεια τουλάχιστον κάθε 12 μήνες για πέντε έτη).
Τα κράτη μέλη καταρτίζουν και κοινοποιούν στην Επιτροπή σχέδιο μετάβασης σε οπτικές ίνες έως την 31η Οκτωβρίου 2029, το οποίο περιέχει πληροφορίες σχετικά με την κάλυψη των δικτύων χαλκού και οπτικών ινών, τα μέτρα ανάπτυξης, το καθεστώς των περιοχών κατάργησης του δικτύου χαλκού και τα ορόσημα μετάβασης, με επικαιροποιημένο σχέδιο που πρέπει να κοινοποιηθεί έως τις 30 Ιουνίου 2034, στο οποίο θα αναφέρεται η πρόοδος της υλοποίησης.
Οι φορείς εκμετάλλευσης υποβάλλουν τα οικεία σχέδια κατάργησης των δικτύων χαλκού στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές εντός έξι μηνών από την έγκριση της εντολής και υποβάλλουν έκθεση σχετικά με την πρόοδο της υλοποίησης ανά διαστήματα που καθορίζονται από την αρχή.
Οι τελικοί χρήστες στις επηρεαζόμενες περιοχές ενημερώνονται σχετικά με τον χρόνο κατάργησης των δικτύων χαλκού, τις αναγκαίες αλλαγές υπηρεσίας ή εξοπλισμού και τις διαθέσιμες εναλλακτικές υπηρεσίες.
|
|
Διαδικασίες πρόσβασης και διασύνδεσης και αποτελέσματα της κανονιστικής αξιολόγησης
|
Μέρος V — Μετάβαση σε οπτικές ίνες, λειτουργία των αγορών και ανταγωνισμός·
Τίτλος III, Διασυνδέσεις
Κεφάλαιο II: Συμμετρικοί κανόνες πρόσβασης
|
Οι διαδικασίες πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των ΜΜΕ και των παρόχων με περιορισμένη γεωγραφική εμβέλεια, μπορούν να επωφεληθούν από τις επιβαλλόμενες υποχρεώσεις.
Οι υποχρεώσεις και οι όροι πρέπει να είναι αντικειμενικοί, διαφανείς, αναλογικοί και να μην εισάγουν διακρίσεις, καθώς και να εφαρμόζονται σύμφωνα με τα άρθρα 186 και 85.
|
Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές παρέχουν καθοδήγηση και δημοσιοποιούν τις διαδικασίες που εφαρμόζονται για την απόκτηση πρόσβασης και διασύνδεσης.
Οι εθνικές ρυθμιστικές ή λοιπές αρμόδιες αρχές που έχουν επιβάλει υποχρεώσεις και όρους δυνάμει του άρθρου 69 αξιολογούν τα αποτελέσματά τους έως πέντε έτη μετά τη θέσπιση του προηγούμενου μέτρου και κοινοποιούν το αποτέλεσμα της αξιολόγησής τους σύμφωνα με τις διαδικασίες που αναφέρονται στα άρθρα 186 και 85.
|
|
Ορισμοί της αγοράς, αποτελέσματα της ανάλυσης της αγοράς, ρυθμιστικά μέτρα και έγγραφα καθοδήγησης
|
Μέρος V — Μετάβαση σε οπτικές ίνες, λειτουργία των αγορών και ανταγωνισμός·
Τίτλος IV: Αγορές και ανταγωνισμός
Κεφάλαιο I — Ανάλυση της αγοράς και σημαντική ισχύς στην αγορά
|
Η σύσταση προσδιορίζει τις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών που ορίζονται σύμφωνα με τις αρχές του δικαίου περί ανταγωνισμού.
Η ανάλυση της αγοράς πρέπει να ακολουθεί τις διαδικασίες των άρθρων 186 και 85, να διενεργείται εγκαίρως και να ολοκληρώνεται εντός ενός έτους. Οι αγορές στις οποίες επιβάλλεται εκ των προτέρων ρύθμιση επανεξετάζονται ανά πενταετία προκειμένου να διαπιστώνεται αν πληρούνται τα τρία κριτήρια του άρθρου 72 παράγραφος 1.
Οι κατευθυντήριες γραμμές περί ΣΙΑ συνάδουν με τις σχετικές αρχές του δικαίου περί ανταγωνισμού και περιλαμβάνουν καθοδήγηση σχετικά με την εφαρμογή της έννοιας της σημαντικής ισχύος στην αγορά για την εκ των προτέρων ρύθμιση των αγορών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
|
Η Επιτροπή εκδίδει σύσταση στην οποία προσδιορίζονται οι σχετικές αγορές προϊόντων και υπηρεσιών μετά από δημόσια διαβούλευση και λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη του BEREC, και την επανεξετάζει τακτικά ανά πενταετία.
Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές διενεργούν ανάλυση της αγοράς και κοινοποιούν τα αντίστοιχα σχέδια ρυθμιστικών μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 85 εντός πέντε ετών από τη θέσπιση προηγούμενου μέτρου.
Ο BEREC διενεργεί ανάλυση δυνητικών διακρατικών αγορών κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος της Επιτροπής ή τουλάχιστον δύο εθνικών ρυθμιστικών αρχών, ή ανάλυση διακρατικής ζήτησης από τελικούς χρήστες κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος της Επιτροπής, τουλάχιστον δύο εθνικών ρυθμιστικών αρχών ή συμμετεχόντων στην αγορά.
Η Επιτροπή δημοσιεύει κατευθυντήριες γραμμές περί ΣΙΑ έπειτα από διαβούλευση με τον BEREC.
|
|
Πληροφορίες του συστήματος κοστολόγησης και δεδομένα επαλήθευσης της συμμόρφωσης
|
Μέρος V — Μετάβαση σε οπτικές ίνες, λειτουργία των αγορών και ανταγωνισμός·
Τίτλος IV: Αγορές και ανταγωνισμός
Κεφάλαιο II: Διορθωτικά μέτρα που επιβάλλονται σε επιχειρήσεις με σημαντική ισχύ στην αγορά
|
Πρέπει να τίθεται στη διάθεση του κοινού περιγραφή του συστήματος κοστολόγησης η οποία να παρουσιάζει τουλάχιστον τις κύριες κατηγορίες στις οποίες ομαδοποιούνται οι δαπάνες και τους κανόνες που χρησιμοποιούνται για την κατανομή των δαπανών. Το σύστημα πρέπει να ελέγχεται από ειδικευμένο ανεξάρτητο φορέα
|
Οι επιχειρήσεις που έχουν οριστεί ως κατέχουσες σημαντική ισχύ στην αγορά και υπόκεινται σε υποχρεώσεις κοστολόγησης θέτουν στη διάθεση του κοινού περιγραφή του συστήματος κοστολόγησής τους.
Ένας ειδικευμένος ανεξάρτητος φορέας ελέγχει τη συμμόρφωση με το σύστημα κοστολόγησης και δημοσιεύει ετησίως δήλωση σχετικά με τη συμμόρφωση. Όταν μια επιχείρηση έχει υποχρέωση καθορισμού των τιμών με γνώμονα το κόστος, παρέχει πλήρη αιτιολόγηση των τιμών της στην εθνική ρυθμιστική αρχή, συμπεριλαμβανομένων αποδείξεων περί του ότι τα τέλη προκύπτουν από το κόστος και περιλαμβάνουν εύλογο ποσοστό απόδοσης της επένδυσης.
Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν να απαιτούν από τις επιχειρήσεις να προσαρμόζουν τις τιμές με βάση τις πληροφορίες αυτές.
|
|
Πληροφορίες σχετικά με τις δεσμεύσεις που προσφέρονται από φορείς εκμετάλλευσης με σημαντική ισχύ στην αγορά
|
Μέρος V — Μετάβαση σε οπτικές ίνες, λειτουργία των αγορών και ανταγωνισμός·
Τίτλος IV: Αγορές και ανταγωνισμός
Κεφάλαιο II: Διορθωτικά μέτρα που επιβάλλονται σε επιχειρήσεις με σημαντική ισχύ στην αγορά
|
Οι δεσμεύσεις είναι επαρκώς λεπτομερείς όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής, τη διάρκεια, το χρονοδιάγραμμα και τον τρόπο υλοποίησης, ώστε να είναι δυνατή η αξιολόγηση από την εθνική ρυθμιστική αρχή.
|
Οι επιχειρήσεις που ορίζονται ως κατέχουσες σημαντική ισχύ στην αγορά μπορούν να προσφέρουν δεσμεύσεις στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές σχετικά με τους όρους πρόσβασης, συνεπένδυσης ή και των δύο.
Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές διεξάγουν δημόσια διαβούλευση (δοκιμή αγοράς) σχετικά με τις προσφερόμενες δεσμεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη, ιδίως με τους άμεσα επηρεαζόμενους τρίτους. Οι δυνητικοί συνεπενδυτές ή οι αιτούντες πρόσβαση μπορούν να διατυπώσουν απόψεις σχετικά με τη συμμόρφωση και να προτείνουν αλλαγές. Η εθνική ρυθμιστική αρχή κοινοποιεί προκαταρκτικά συμπεράσματα στην επιχείρηση, η οποία μπορεί να αναθεωρήσει την αρχική της προσφορά.
Μόλις οι δεσμεύσεις καταστούν υποχρεωτικές, η επιχείρηση ενημερώνει την εθνική ρυθμιστική αρχή χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση για τυχόν μεταβολές των συνθηκών που σχετίζονται με τις δεσμεύσεις. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές παρακολουθούν, εποπτεύουν και διασφαλίζουν τη συμμόρφωση με τις υποχρεωτικές δεσμεύσεις.
|
|
Σχέδια ρυθμιστικών μέτρων, παρατηρήσεις, γνώμες, αποφάσεις και εγκεκριμένο τελικό μέτρο
|
Μέρος V — Μετάβαση σε οπτικές ίνες, λειτουργία των αγορών και ανταγωνισμός·
Τίτλος IV: Αγορές και ανταγωνισμός
Κεφάλαιο III: Διαδικασίες της εσωτερικής αγοράς για τη ρύθμιση της αγοράς
|
Τα σχέδια μέτρων πρέπει να δημοσιεύονται και να κοινοποιούνται ταυτόχρονα στην Επιτροπή, στον BEREC και στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές άλλων κρατών μελών, αναφέροντας τους λόγους σύμφωνα με το άρθρο 20 παράγραφος 3.
Ο BEREC εκδίδει γνώμη εντός 30 εργάσιμων ημερών από την έναρξη της περιόδου των 90 ημερών. Τα προσωρινά μέτρα δυνάμει του άρθρου 86 ισχύουν για 12 μήνες κατ’ ανώτατο όριο.
|
Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές κοινοποιούν στην Επιτροπή, στον BEREC και στις λοιπές εθνικές ρυθμιστικές αρχές σχέδια μέτρων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 69, του άρθρου 72 και των άρθρων 73 έως 84 και θα μπορούσαν να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Οι εν λόγω οντότητες μπορούν να υποβάλουν παρατηρήσεις εντός 30 εργάσιμων ημερών.
Εάν η Επιτροπή επισημάνει σοβαρές αμφιβολίες ή φραγμούς στην εσωτερική αγορά, ο BEREC εκδίδει γνώμη εντός 30 εργάσιμων ημερών.
Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές κοινοποιούν όλα τα εγκεκριμένα τελικά μέτρα στην Επιτροπή και στον BEREC. Όσον αφορά τα προσωρινά μέτρα, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές τα κοινοποιούν χωρίς καθυστέρηση στην Επιτροπή, στις λοιπές εθνικές ρυθμιστικές αρχές και στον BEREC.
Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει συστάσεις ή κατευθυντήριες γραμμές μετά από δημόσια διαβούλευση, ζητώντας τη γνώμη των εθνικών ρυθμιστικών αρχών και λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη τη γνώμη του BEREC.
|
|
Πληροφορίες σχετικά με τη διαχείριση της χωρητικότητας του δικτύου, τα μέτρα διαχείρισης της κίνησης, τις παραμέτρους ποιότητας των υπηρεσιών, δεδομένα συμμόρφωσης και πορίσματα από την επιβολή της νομοθεσίας
|
Μέρος VI — Υπηρεσίες
Τίτλος II: Πρόσβαση στο ανοικτό διαδίκτυο
|
Υποβολή εκθέσεων ανά διετία από τους παρόχους, οι οποίες καλύπτουν τη διαχείριση του δικτύου / της κίνησης και τις αιτιολογήσεις.
Υπόδειγμα του BEREC έως την/τις [ημερομηνία έγκρισης + 1 έτος]. Στις κατευθυντήριες γραμμές του BEREC περιγράφονται λεπτομερώς οι παράμετροι ποιότητας των υπηρεσιών, οι μέθοδοι μέτρησης, ο μορφότυπος των πληροφοριών (παράρτημα III), ο μορφότυπος δημοσίευσης (παράρτημα IV) και οι μηχανισμοί πιστοποίησης της ποιότητας, συμπεριλαμβανομένων των παραμέτρων για τελικούς χρήστες με αναπηρίες.
|
Οι πάροχοι υποβάλλουν ανά διετία στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές πληροφορίες σχετικά με τη χωρητικότητα του δικτύου και τη διαχείριση της κίνησης. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές ανταλλάσσουν πληροφορίες με τον BEREC. Ο BEREC δημοσιεύει διετείς εκθέσεις σχετικά με τις πρακτικές και τα πορίσματα των εθνικών ρυθμιστικών αρχών, κοινό υπόδειγμα συλλογής και κατευθυντήριες γραμμές εφαρμογής, έπειτα από διαβούλευση με τους συμφεροντούχους και σε συνεργασία με την Επιτροπή. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές λαμβάνουν ιδιαιτέρως υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές του BEREC για την επιβολή της νομοθεσίας.
|
|
Πληροφορίες σχετικά με τις συμβάσεις, πληροφορίες διαφάνειας, δεδομένα επιδόσεων, κοινοποιήσεις σχετικά με τροποποιήσεις συμβάσεων, δεδομένα παρακολούθησης της κατανάλωσης
|
Μέρος VI — Υπηρεσίες
Τίτλος III: Δικαιώματα τελικών χρηστών
Κεφάλαιο I: Δικαιώματα των καταναλωτών
|
Παροχή πληροφοριών με σαφή και κατανοητό τρόπο σε σταθερό μέσο ή έγγραφο που μπορεί εύκολα να τηλεφορτωθεί (άρθρο 96 παράγραφος 2).
Το υπόδειγμα συνοπτικής σύμβασης μπορεί να καθοριστεί από την Επιτροπή έπειτα από διαβούλευση με τον BEREC.
Δημοσίευση πληροφοριών διαφάνειας με σαφή, περιεκτικό και μηχαναγνώσιμο τρόπο σύμφωνα με το παράρτημα IV.
Προσβάσιμος μορφότυπος σύμφωνα με το παράρτημα 1 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/882 για τελικούς χρήστες με αναπηρίες. Παρακολούθηση των επιδόσεων σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές του BEREC (άρθρο 95 παράγραφος 3).
|
Οι πάροχοι υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο ή δημοσίως διαθέσιμων υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών παρέχουν στους καταναλωτές πληροφορίες σχετικά με τη σύμβαση (παράρτημα III) και συνοπτική σύμβαση πριν από τη σύναψη της σύμβασης.
Οι πάροχοι δημοσιεύουν πληροφορίες διαφάνειας (παράρτημα IV) σε μηχαναγνώσιμο μορφότυπο.
Οι πάροχοι προσφέρουν ευκολίες παρακολούθησης της κατανάλωσης με έγκαιρη ενημέρωση σχετικά με τα επίπεδα χρήσης και κοινοποιήσεις πριν από την κάλυψη των ορίων.
Οι πάροχοι ενημερώνουν τους καταναλωτές τουλάχιστον ένα μήνα πριν από τυχόν τροποποιήσεις συμβάσεων σε σταθερό μέσο.
Τα δεδομένα επιδόσεων για τις υπηρεσίες πρόσβασης στο διαδίκτυο παρακολουθούνται σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές του BEREC και πιστοποιούνται από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές.
|
|
Πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία αλλαγής παρόχου, δεδομένα φορητότητας αριθμού, χρονοδιαγράμματα μεταφοράς, δεδομένα για τη συνέχεια των υπηρεσιών, πληροφορίες σχετικά με την αποζημίωση, αρχεία συγκατάθεσης
|
Μέρος VI — Υπηρεσίες
Τίτλος III: Δικαιώματα τελικών χρηστών
Κεφάλαιο II: Δικαιώματα των τελικών χρηστών
|
//
|
Οι υποδεχόμενοι και μεταφέροντες πάροχοι υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο παρέχουν πληροφορίες στους τελικούς χρήστες κατά τη διαδικασία αλλαγής παρόχου.
Και οι δύο πάροχοι ανταλλάσσουν δεδομένα για τη διασφάλιση της συνέχειας και της ενεργοποίησης εντός συμφωνημένων χρονοδιαγραμμάτων.
Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές λαμβάνουν πληροφορίες για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης και τη διασφάλιση της ενημέρωσης και της προστασίας των τελικών χρηστών.
Ο BEREC καταρτίζει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις λεπτομέρειες της διαδικασίας και την αποζημίωση έπειτα από διαβούλευση με τους συμφεροντούχους και σε συνεργασία με την Επιτροπή.
Οι πολύ μικρές επιχειρήσεις ενημερώνουν τους τελικούς χρήστες σχετικά με τις εξαιρέσεις πριν από τη σύναψη της σύμβασης.
|
|
Πληροφορίες για δόλιες δραστηριότητας, δεδομένα επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης, δεδομένα προειδοποιήσεων του κοινού, δεδομένα αναγνώρισης καλούσας γραμμής, πληροφορίες δημόσιου συμφέροντος, πληροφορίες προσβασιμότητας τελικού χρήστη με αναπηρία
|
Μέρος VI — Υπηρεσίες
Τίτλος III: Δικαιώματα τελικών χρηστών
Κεφάλαιο III: Ευκολίες και λειτουργίες για τελικούς χρήστες
|
Πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος σύμφωνα με εναρμονισμένα ευρωπαϊκά κριτήρια (κατ’ εξουσιοδότηση πράξη έως την/τις [ημερομηνία έκδοσης + 2 έτη]). Πληροφορίες δημόσιου συμφέροντος σε τυποποιημένο μορφότυπο. Αναγνώριση καλούσας γραμμής με απλά μέσα και ατελώς. Προσβασιμότητα σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2019/882.
|
Η ODN συλλέγει πληροφορίες σχετικά με απάτες από τις εθνικές αρχές, την Ευρωπόλ και τους συμφεροντούχους Ο BEREC εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές για την πρόληψη της απάτης έπειτα από διαβούλευση με τον ENISA.
Τα κράτη μέλη αναφέρουν τους αριθμούς E.164 των PSAP στην ODN για τη διατήρηση της βάσης δεδομένων υπό την εποπτεία του BEREC.
Οι πάροχοι διανέμουν πληροφορίες δημόσιου συμφέροντος από τις δημόσιες αρχές στους τελικούς χρήστες. Οι πάροχοι διασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος διαβιβάζονται στα PSAP χωρίς καθυστέρηση κατά τη διάρκεια επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης.
Οι πάροχοι διαβιβάζουν προειδοποιήσεις του κοινού στους τελικούς χρήστες στις πληττόμενες γεωγραφικές περιοχές. Οι πάροχοι εφαρμόζουν μηχανισμούς ένδειξης της ταυτότητας και περιορισμού της αναγνώρισης καλούσας γραμμής ανά αίτημα τελικού χρήστη.
|
|
Ονομασίες των εθνικών ρυθμιστικών και λοιπών αρμόδιων αρχών και αντίστοιχα καθήκοντά τους, κοινοποίηση των εθνικών ρυθμιστικών και λοιπών αρμόδιων αρχών και των αρμοδιοτήτων τους, ετήσιες εκθέσεις των εθνικών ρυθμιστικών αρχών, ετήσιοι προϋπολογισμοί των εθνικών ρυθμιστικών αρχών
|
Μέρος VII — Διακυβέρνηση
Τίτλος I: Εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές
|
Δημοσίευση σε εύκολα προσβάσιμη μορφή. Ετήσια υποβολή εκθέσεων. Ο έλεγχος του προϋπολογισμού ασκείται με διαφανή τρόπο και δημοσιοποιείται.
|
Τα κράτη μέλη δημοσιεύουν τις ονομασίες των εθνικών ρυθμιστικών και λοιπών αρμόδιων αρχών και τα καθήκοντά τους. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή όλες τις αρχές στις οποίες έχουν ανατεθεί καθήκοντα δυνάμει του παρόντος κανονισμού και τις αρμοδιότητές τους, συμπεριλαμβανομένων τυχόν αλλαγών. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές υποβάλλουν ετήσιες εκθέσεις σχετικά με την κατάσταση της αγοράς, τις αποφάσεις, την κατανομή των πόρων και τα μελλοντικά σχέδια. Οι ετήσιοι προϋπολογισμοί των εθνικών ρυθμιστικών αρχών δημοσιεύονται. Ο έλεγχος του προϋπολογισμού ασκείται με διαφάνεια και δημοσιοποιείται.
|
|
Ρυθμιστικά καθήκοντα του BEREC (δημόσιος κατάλογος), γνώμες του BEREC, κατευθυντήριες γραμμές, εκθέσεις, συστάσεις, κοινές θέσεις, βέλτιστες πρακτικές, κατ’ ανάθεση μελέτες, αποτελέσματα δημόσιας διαβούλευσης, δεδομένα που συλλέγονται από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, διετές πρόγραμμα εργασίας, διετής έκθεση δραστηριοτήτων, τακτικά και αναπληρωματικά μέλη του ρυθμιστικού συμβουλίου, εσωτερικός κανονισμός, ρυθμίσεις συνεργασίας με αρμόδιους/-ες φορείς/αρχές
|
Μέρος VII — Διακυβέρνηση
Τίτλος II: Καθήκοντα και οργάνωση του BEREC
|
Ανοικτός, επαναχρησιμοποιήσιμος, μηχαναγνώσιμος μορφότυπος. Δημοσιεύσεις στον ιστότοπο του BEREC και στην ψηφιακή πύλη της ΕΕ.
|
Ο BEREC δημοσιεύει κατάλογο ρυθμιστικών καθηκόντων και επικαιροποιεί τον κατάλογο όταν ανατίθενται νέα καθήκοντα. Ο BEREC δημοσιεύει τελικές γνώμες, κατευθυντήριες γραμμές, εκθέσεις, συστάσεις, κοινές θέσεις, βέλτιστες πρακτικές, κατ’ ανάθεση μελέτες και σχέδια εγγράφων για δημόσια διαβούλευση. Δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων της δημόσιας διαβούλευσης. Ο BEREC εποπτεύει την ODN όσον αφορά τη δημιουργία και τη διατήρηση βάσεων δεδομένων σχετικά με τις κοινοποιήσεις, τους πόρους αριθμοδότησης, τα PSAP, τις υπηρεσίες προστιθέμενης αξίας και την πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης. Δεδομένα που συλλέγονται από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές και δημοσιεύονται σε ανοικτό, μηχαναγνώσιμο μορφότυπο στον ιστότοπο του BEREC / στην ψηφιακή πύλη της ΕΕ. Κατάλογος των τακτικών και αναπληρωματικών μελών του συμβουλίου με δηλώσεις συμφερόντων που δημοσιοποιούνται. Ο BEREC εγκρίνει και δημοσιεύει διετές πρόγραμμα εργασίας, διετή έκθεση δραστηριοτήτων και εσωτερικό κανονισμό.
|
|
Διετές πρόγραμμα εργασίας του RSPB και διετής έκθεση δραστηριοτήτων του RSPB, και ανταλλαγές πληροφοριών μεταξύ του BEREC και του RSPB
|
Μέρος VII — Διακυβέρνηση
Τίτλος IV: Κοινές διατάξεις και συνεργασία μεταξύ του BEREC και του RSPB
|
//
|
Το συμβούλιο του RSPB διαβιβάζει το διετές πρόγραμμα εργασίας του στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή, και τη διετή έκθεση δραστηριοτήτων του στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή.
Ο BEREC και ο RSPB διασφαλίζουν τακτικές ανταλλαγές πληροφοριών και εμπειρογνωσίας σε θέματα αμοιβαίου ενδιαφέροντος.
|
|
Ετήσιος προϋπολογισμός της ODN και ενοποιημένη ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων
Ετήσια έκθεση σχετικά με την πρόοδο προς την ενιαία αγορά ηλεκτρονικών επικοινωνιών
|
Μέρος VII — Διακυβέρνηση
Τίτλος V: Υπηρεσία Ψηφιακών Δικτύων
Κεφάλαιο I: Καθήκοντα και οργάνωση της ODN
|
//
|
Ο διευθυντής καταρτίζει το σχέδιο ετήσιας έκθεσης σχετικά με τις δραστηριότητες της ODN για αξιολόγηση και έγκριση από το διοικητικό συμβούλιο. Το διοικητικό συμβούλιο υποβάλλει την ενοποιημένη ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων και την αξιολόγησή του στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στο Ελεγκτικό Συνέδριο έως την 1η Ιουλίου κάθε έτους.
Η ODN, σε συντονισμό με τον ENISA, δημοσιεύει ετήσια έκθεση σχετικά με την πρόοδο προς την ενιαία αγορά ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Πριν από τη δημοσίευση υποβάλλεται στον BEREC και στον RSPB σχέδιο έκθεσης προς έγκριση.
|
|
Ενιαίο έγγραφο προγραμματισμού, ετήσιος προϋπολογισμός, ενοποιημένη ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων και χρηματοοικονομικοί λογαριασμοί της ODN
|
Μέρος VII — Διακυβέρνηση
Τίτλος V: Υπηρεσία Ψηφιακών Δικτύων
Κεφάλαιο II: Προϋπολογισμός και προγραμματισμός της ODN
|
//
|
Η ODN διαβιβάζει το σχέδιο στην Επιτροπή, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο. Αφού λάβει τη γνώμη της Επιτροπής, η ODN εγκρίνει το τελικό ενιαίο έγγραφο προγραμματισμού και τον προϋπολογισμό.
Η ODN υποβάλλει τους προσωρινούς λογαριασμούς στον υπόλογο της Επιτροπής και στο Ελεγκτικό Συνέδριο έως την 1η Μαρτίου. Ο διευθυντής υποβάλλει τους οριστικούς λογαριασμούς στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στο Ελεγκτικό Συνέδριο έως την 1η Ιουλίου, μαζί με τη γνώμη του διοικητικού συμβουλίου και την ενοποιημένη ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων.
|
|
Ανταλλαγή πληροφοριών, πρόσβαση σε έγγραφα, δηλώσεις συμφερόντων, δραστηριότητες επικοινωνίας και αξιολογήσεις
|
Μέρος VII — Διακυβέρνηση
Τίτλος V: Υπηρεσία Ψηφιακών Δικτύων
Κεφάλαιο III: Γενικές διατάξεις
|
Κοινά υποδείγματα
|
Η Επιτροπή και οι εθνικές αρχές ανταλλάσσουν πληροφορίες με τον BEREC, τον RSPB και την ODN κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος, χρησιμοποιώντας κοινούς μορφότυπους υποβολής εκθέσεων, όπου είναι δυνατόν. Η ODN διαχειρίζεται σύστημα πληροφοριών και επικοινωνιών που επιτρέπει την εν λόγω ανταλλαγή.
Τα μέλη του συμβουλίου, ο διευθυντής και το προσωπικό υποβάλλουν δηλώσεις συμφερόντων, οι οποίες δημοσιεύονται όσον αφορά τα μέλη του συμβουλίου και τον διευθυντή. Ο BEREC, ο RSPB και η ODN παρέχουν πληροφορίες στο κοινό σχετικά με τις δραστηριότητές τους και τα αποτελέσματά τους.
Η Επιτροπή διενεργεί ανά πενταετία αξιολογήσεις του BEREC, του RSPB και της ODN, υποβάλλοντας τα πορίσματά της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στο διοικητικό συμβούλιο και στο κοινό. Οι πολίτες και τα νομικά πρόσωπα μπορούν να ζητήσουν πρόσβαση στα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή του BEREC, του RSPB και της ODN.
|
|
Παροχή πληροφοριών, γεωγραφικές έρευνες και μηχανισμοί διαβούλευσης, αποτελέσματα ερευνών
|
ΜΕΡΟΣ VIII: Γενικές και τελικές διατάξεις
ΤΙΤΛΟΣ I: Παροχή πληροφοριών, έρευνες και μηχανισμοί διαβούλευσης
|
Κατευθυντήριες γραμμές του BEREC, κοινοί μορφότυποι και υποδείγματα υποβολής εκθέσεων
|
Οι επιχειρήσεις παροχής δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών παρέχουν πληροφορίες στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, στις λοιπές αρμόδιες αρχές, στον BEREC και στον RSPB κατόπιν αιτήματος. Οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές ανταλλάσσουν τις πληροφορίες αυτές με την Επιτροπή, τον BEREC, τον RSPB και τις αρχές άλλων κρατών μελών κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος.
Οι εθνικές ρυθμιστικές ή λοιπές αρμόδιες αρχές διεξάγουν γεωγραφικές έρευνες σχετικά με την ανάπτυξη ευρυζωνικών δικτύων, συλλέγοντας δεδομένα σχετικά με την τρέχουσα εμβέλεια και τις μελλοντικές προβλέψεις από επιχειρήσεις και δημόσιες αρχές. Τα αποτελέσματα αυτών των ερευνών κοινοποιούνται στις τοπικές, περιφερειακές και εθνικές αρχές, στον BEREC και στην Επιτροπή.
Οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές δημοσιεύουν σχέδια μέτρων για δημόσια διαβούλευση και δημοσιοποιούν τα αποτελέσματα. Οι αρχές διαβουλεύονται με τους τελικούς χρήστες, τους καταναλωτές, τους κατασκευαστές και τις επιχειρήσεις σχετικά με θέματα που αφορούν τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
|
|
Δραστηριότητες τυποποίησης και μέτρα εναρμόνισης
|
ΜΕΡΟΣ VIII: Γενικές και τελικές διατάξεις
ΤΙΤΛΟΣ II: Διαδικασίες εναρμόνισης
|
Ευρωπαϊκά πρότυπα· διεθνή πρότυπα (ITU, CEPT, ISO, IEC)
|
Η Επιτροπή δημοσιεύει καταλόγους μη υποχρεωτικών προτύπων και τεχνικών προδιαγραφών στην Επίσημη Εφημερίδα. Οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την Επιτροπή όταν επιλέγουν να μην ακολουθήσουν τις συστάσεις της Επιτροπής, αιτιολογώντας τη θέση τους.
Ο BEREC υποβάλλει γνώμες στην Επιτροπή σχετικά με θέματα εναρμόνισης και μπορεί να παρέχει συμβουλές σχετικά με προτεινόμενα μέτρα. Η Επιτροπή ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο όταν δεν εκδίδει συστάσεις ή αποφάσεις, δημοσιοποιώντας τους λόγους.
|
|
Διαδικασίες επίλυσης διαφορών και αποφάσεις
|
ΜΕΡΟΣ VIII: Γενικές και τελικές διατάξεις
ΤΙΤΛΟΣ III: Επίλυση διαφορών
|
//
|
Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές εκδίδουν δεσμευτικές αποφάσεις για την επίλυση διαφορών μεταξύ επιχειρήσεων εντός τεσσάρων μηνών και δημοσιοποιούν τις αποφάσεις. Σε περίπτωση διασυνοριακών διαφορών, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές ενημερώνουν τον BEREC, ο οποίος εκδίδει γνώμες με τις οποίες τις καλεί να λάβουν συγκεκριμένα μέτρα.
|
|
Καθοδήγηση και συνδιαλλαγή σχετικά με τη συνεργασία οικοσυστημάτων
|
ΜΕΡΟΣ VIII: Γενικές και τελικές διατάξεις
ΤΙΤΛΟΣ IV: Συνεργασία οικοσυστημάτων
|
Κατευθυντήριες γραμμές του BEREC σχετικά με τη συνεργασία οικοσυστημάτων
|
Ο BEREC δημοσιεύει κατευθυντήριες γραμμές για τη διευκόλυνση της συνεργασίας μεταξύ των παρόχων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και των επιχειρήσεων σε στενά συνδεδεμένους τομείς. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές ενημερώνουν τον BEREC εντός μίας εβδομάδας για αιτήματα οικειοθελούς συνδιαλλαγής και συγκαλούν συνεδριάσεις συνδιαλλαγής. Ο BEREC εκδίδει γνώμες εντός δύο μηνών σχετικά με τα στοιχεία της υπόθεσης και τις επιλογές συνεργασίας.
Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές υποβάλλουν γραπτά πρακτικά των συνεδριάσεων εντός ενός μηνός, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη τις γνώμες του BEREC. Ο BEREC δημοσιεύει έκθεση σχετικά με τις επιπτώσεις της συνεργασίας οικοσυστημάτων. Η Επιτροπή επανεξετάζει τη λειτουργία της συνεργασίας οικοσυστημάτων με βάση την έκθεση του BEREC.
|
|
Διοικητικές διαδικασίες, κοινοποιήσεις και υποβολή εκθέσεων
|
ΜΕΡΟΣ VIII: Γενικές και τελικές διατάξεις
ΤΙΤΛΟΣ VI: Τελικές διατάξεις
|
//
|
Η Επιτροπή κοινοποιεί τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο. Τα κράτη μέλη δημοσιεύουν ανακοινώσεις σχετικά με την εφαρμογή στις εθνικές επίσημες εφημερίδες και υποβάλλουν αντίγραφα στην Επιτροπή, η οποία διανέμει τις πληροφορίες στην επιτροπή επικοινωνιών. Τα κράτη μέλη δημοσιεύουν πληροφορίες σχετικά με τα δικαιώματα, τις άδειες και τις υποχρεώσεις, παρέχοντας τις πληροφορίες αυτές στην Επιτροπή για σκοπούς προσβασιμότητας του κοινού. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές κοινοποιούν στην Επιτροπή τις επιχειρήσεις με σημαντική ισχύ στην αγορά και τις επιβληθείσες υποχρεώσεις. Τα κράτη μέλη παρέχουν τις ζητούμενες πληροφορίες στην Επιτροπή για σκοπούς επανεξέτασης. Ο BEREC δημοσιεύει εκθέσεις σχετικά με την εφαρμογή των γενικών αδειών ανά τριετία. Η Επιτροπή επανεξετάζει τη λειτουργία του κανονισμού ανά πενταετία και υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.
|
Ευθυγράμμιση με την ευρωπαϊκή στρατηγική για τα δεδομένα
Η παρούσα νομοθετική πρωτοβουλία συνάδει με τη χρήση δεδομένων που βρίσκονται στην κατοχή ιδιωτών από κρατικές αρχές (μεταξύ επιχειρήσεων και δημόσιων αρχών — B2G), προκειμένου να διασφαλιστεί η τεκμηριωμένη χάραξη πολιτικής και λήψη αποφάσεων πολιτικής.
Ευθυγράμμιση με την αρχή «μόνον άπαξ»
Στην περίπτωση αυτή τηρείται η αρχή «μόνον άπαξ», ώστε να ελαχιστοποιηθεί ο διοικητικός φόρτος για τις εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην ενιαία αγορά. Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή διασφαλίζουν την προστασία των εμπιστευτικών επιχειρηματικών πληροφοριών.
4.3.Ψηφιακές λύσεις
Γενική περιγραφή των ψηφιακών λύσεων
|
Ψηφιακή λύση
|
Αναφορές στις απαιτήσεις
|
Κύριες απαιτούμενες λειτουργίες
|
Αρμόδιος φορέας
|
Πώς εξυπηρετείται η προσβασιμότητα;
|
Πώς εξετάζεται η δυνατότητα περαιτέρω χρήσης;
|
Χρήση τεχνολογιών ΤΝ (κατά περίπτωση)
|
|
Ενωσιακή βάση δεδομένων κοινοποιήσεων
|
Μέρος III — Αδειοδότηση και χορήγηση διαβατηρίων στο πλαίσιο της ενιαίας αγοράς
|
Δημοσίως διαθέσιμη ενωσιακή βάση δεδομένων για τις κοινοποιήσεις που υποβάλλονται στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές για την εφαρμογή του συστήματος ενιαίου διαβατηρίου.
|
ODN
|
Δεν προσδιορίζεται
|
Δεν προσδιορίζεται
|
Δεν προσδιορίζεται
|
|
Δυναμική βάση δεδομένων ραδιοφάσματος
|
Μέρος IV — Πόροι (ραδιοφάσμα και αριθμοδότηση)·
Τίτλος I, Φάσμα — Κεφάλαιο III, Εκχωρήσεις
|
Δυναμική βάση δεδομένων για τον γεωεντοπισμό και την παρακολούθηση των ευκαιριών χρήσης του ραδιοφάσματος.
Η βάση δεδομένων περιλαμβάνει επικαιροποιημένες πληροφορίες που συλλέγονται και παρέχονται από τα κράτη μέλη σχετικά με τον γεωεντοπισμό των υφιστάμενων χρήσεων του ραδιοφάσματος.
Η εν λόγω βάση δεδομένων είναι άμεσα προσβάσιμη σε κάθε υποψήφιο χρήστη του ραδιοφάσματος.
|
ODN
|
Δεν προσδιορίζεται
|
Δεν προσδιορίζεται
|
Δεν προσδιορίζεται
|
|
Βάση δεδομένων πανευρωπαϊκών πόρων αριθμοδότησης
|
Μέρος IV — Πόροι (ραδιοφάσμα και αριθμοδότηση)·
Τίτλος III, Πόροι αριθμοδότησης
|
Βάση δεδομένων των πανευρωπαϊκών πόρων αριθμοδότησης με βάση τις πληροφορίες τις οποίες παρέχουν οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές σχετικά με την εκχώρηση αριθμών και τους δικαιούχους των αριθμών.
(*) Η ODN είναι επιφορτισμένη με τη θέσπιση της διαδικασίας και του συστήματος παροχής πληροφοριών. Αυτό μπορεί να αποτελέσει μια ακόμη ψηφιακή λύση ή να ενσωματωθεί στην υπό εξέταση βάση δεδομένων.
|
ODN
|
Δεν προσδιορίζεται
|
Δεν προσδιορίζεται
|
Δεν προσδιορίζεται
|
|
Σύστημα πληροφοριών και επικοινωνιών της ODN
|
Μέρος VII — Διακυβέρνηση
Τίτλος V: Υπηρεσία Ψηφιακών Δικτύων
Κεφάλαιο III: Γενικές διατάξεις
Άρθρο 41 του κανονισμού BEREC
|
Κοινή πλατφόρμα για την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ του BEREC, του RSPB, της Επιτροπής, των εθνικών ρυθμιστικών αρχών και των αρμόδιων αρχών που είναι υπεύθυνες για το ραδιοφάσμα
Ειδική διεπαφή για αιτήματα παροχής πληροφοριών και κοινοποιήσεις (άρθρο 173)
Πλατφόρμα για τον έγκαιρο προσδιορισμό των αναγκών συντονισμού μεταξύ των εθνικών ρυθμιστικών αρχών και των αρμόδιων αρχών που είναι υπεύθυνες για το ραδιοφάσμα
|
ODN (τεχνικές και λειτουργικές προδιαγραφές που εγκρίνονται από το διοικητικό συμβούλιο)
|
Δεν προσδιορίζεται
|
Δεν προσδιορίζεται
|
Δεν προσδιορίζεται
|
4.4.Αξιολόγηση διαλειτουργικότητας
Γενική περιγραφή των ψηφιακών δημόσιων υπηρεσιών που επηρεάζονται από τις απαιτήσεις
|
Ψηφιακή δημόσια υπηρεσία ή κατηγορία ψηφιακών δημόσιων υπηρεσιών
|
Περιγραφή
|
Αναφορές στις απαιτήσεις
|
Λύσεις για τη διαλειτουργική Ευρώπη
(ΑΝΕΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΥ)
|
Άλλες λύσεις διαλειτουργικότητας
|
|
Αδειοδότηση και χορήγηση διαβατηρίων στο πλαίσιο της ενιαίας αγοράς
|
Θεσπίζει το ενιαίο πλαίσιο χορήγησης διαβατηρίων για την παροχή δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών βάσει καθεστώτος γενικής άδειας.
Περιλαμβάνει τη διατήρηση μιας δημοσίως διαθέσιμης ενωσιακής βάσης δεδομένων για τις κοινοποιήσεις που υποβάλλονται στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, καθώς και διάφορες ροές δεδομένων.
|
Μέρος III — Αδειοδότηση και χορήγηση διαβατηρίων στο πλαίσιο της ενιαίας αγοράς
|
//
|
Δεν προσδιορίζεται.
|
|
Πλαίσιο για τη διαχείριση, την κατανομή και τη χρήση βασικών πόρων ηλεκτρονικών επικοινωνιών (ραδιοφάσμα και αριθμοδότηση)
|
Ειδικότερα:
-βάση δεδομένων πανευρωπαϊκών πόρων αριθμοδότησης· και
-δυναμική βάση δεδομένων για τον γεωεντοπισμό και την παρακολούθηση των ευκαιριών χρήσης του ραδιοφάσματος.
Μια δυναμική βάση δεδομένων που επικεντρώνεται σε συγκεκριμένες ζώνες συχνοτήτων αναμένεται να συμβάλει στον εντοπισμό του υποχρησιμοποιούμενου ραδιοφάσματος και να στηρίξει αποδοτικότερες πρακτικές χρήσης και μερισμού του ραδιοφάσματος.
|
Μέρος IV — Πόροι (ραδιοφάσμα και αριθμοδότηση)·
Τίτλος I, Φάσμα — Κεφάλαιο III, Εκχωρήσεις· Τίτλος III, Πόροι αριθμοδότησης
|
//
|
Δεν προσδιορίζεται.
|
Αντίκτυπος των απαιτήσεων στη διασυνοριακή διαλειτουργικότητα ανά ψηφιακή δημόσια υπηρεσία
Ψηφιακή δημόσια υπηρεσία #1 — Αδειοδότηση και χορήγηση διαβατηρίων στο πλαίσιο της ενιαίας αγοράς
|
Αξιολόγηση
|
Μέτρα
|
Πιθανοί εναπομείναντες φραγμοί (κατά περίπτωση)
|
|
Ευθυγράμμιση με τις υφιστάμενες ψηφιακές και τομεακές πολιτικές
Να αναφερθούν οι εφαρμοζόμενες ψηφιακές και τομεακές πολιτικές που έχουν προσδιοριστεί
|
Εισάγει ένα εξορθολογισμένο σύστημα βάσει κοινοποιήσεων το οποίο παρέχει στους παρόχους τη δυνατότητα να δραστηριοποιούνται σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη βάσει ενιαίας άδειας, βελτιώνοντας έτσι τη νομική διαλειτουργικότητα.
|
|
|
Οργανωτικά μέτρα για την ομαλή διασυνοριακή παροχή ψηφιακών δημόσιων υπηρεσιών
Να αναφερθούν τα προβλεπόμενα μέτρα διακυβέρνησης
|
Στο πλαίσιο της διαδικασίας ενιαίου διαβατηρίου, ορίζεται ότι ο πάροχος υποβάλλει κοινοποίηση στην εθνική ρυθμιστική αρχή ενός από τα κράτη μέλη στα οποία προτίθεται να παρέχει δίκτυα ή υπηρεσίες. Εφαρμόζονται πρόσθετες ροές δεδομένων που διέπουν τη μορφή του συντονισμού μεταξύ του κράτους μέλους και της ODN.
Κάθε κράτος μέλος ορίζει ένα εθνικό ενιαίο σημείο επαφής.
Η ODN είναι επιφορτισμένη με την τήρηση κεντρικής βάσης δεδομένων για όλες τις κοινοποιήσεις που παρέχονται στο πλαίσιο της διαδικασίας ενιαίου διαβατηρίου. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να διαβιβάζουν στην ODN μόνο πλήρεις κοινοποιήσεις
|
|
|
Μέτρα που λαμβάνονται για τη διασφάλιση κοινής κατανόησης των δεδομένων
Να αναφερθούν τα μέτρα αυτά
|
Η κοινοποίηση της πρόθεσης παροχής δικτύων ή υπηρεσιών πραγματοποιείται σύμφωνα με υπόδειγμα κοινοποίησης που πρόκειται να καταστεί διαθέσιμο από τον BEREC.
|
|
|
Χρήση από κοινού συμφωνημένων ανοικτών τεχνικών προδιαγραφών και προτύπων
Να αναφερθούν τα μέτρα αυτά
|
Δεν έχει προσδιοριστεί κανένα στο παρόν στάδιο.
|
|
Ψηφιακή δημόσια υπηρεσία #2 — Πλαίσιο για τη διαχείριση, την κατανομή και τη χρήση βασικών πόρων ηλεκτρονικών επικοινωνιών (ραδιοφάσμα και αριθμοδότηση)
|
Αξιολόγηση
|
Μέτρα
|
Πιθανοί εναπομείναντες φραγμοί (κατά περίπτωση)
|
|
Ευθυγράμμιση με τις υφιστάμενες ψηφιακές και τομεακές πολιτικές
Να αναφερθούν οι εφαρμοζόμενες ψηφιακές και τομεακές πολιτικές που έχουν προσδιοριστεί
|
//
|
|
|
Οργανωτικά μέτρα για την ομαλή διασυνοριακή παροχή ψηφιακών δημόσιων υπηρεσιών
Να αναφερθούν τα προβλεπόμενα μέτρα διακυβέρνησης
|
Η ODN δημιουργεί και διαχειρίζεται δυναμικές βάσεις δεδομένων για τον γεωεντοπισμό και την παρακολούθηση των ευκαιριών χρήσης του ραδιοφάσματος.
Η ODN, σε συνεργασία με τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, και υπό την εποπτεία του BEREC, δημιουργεί και επικαιροποιεί τη βάση δεδομένων των πανευρωπαϊκών πόρων αριθμοδότησης.
|
|
|
Μέτρα που λαμβάνονται για τη διασφάλιση κοινής κατανόησης των δεδομένων
Να αναφερθούν τα μέτρα αυτά
|
Η Επιτροπή, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη τις απόψεις του RSPB, μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των ζωνών ραδιοφάσματος που καλύπτονται από τη δυναμική βάση δεδομένων και για την ανάπτυξη ενιαίων μορφότυπων για τη συλλογή και την παροχή δεδομένων από τις αρμόδιες αρχές.
Έξι μήνες μετά την έγκριση του ενωσιακού σχεδίου αριθμοδότησης, η ODN καθορίζει τη διαδικασία για την παροχή πληροφοριών που θα τροφοδοτούν τη βάση δεδομένων πανευρωπαϊκών πόρων αριθμοδότησης.
|
|
|
Χρήση από κοινού συμφωνημένων ανοικτών τεχνικών προδιαγραφών και προτύπων
|
Η ODN καθορίζει τεχνικές προδιαγραφές για τη δυναμική βάση δεδομένων για τον γεωεντοπισμό και την παρακολούθηση των ευκαιριών χρήσης του ραδιοφάσματος, καθώς και για τη βάση δεδομένων πανευρωπαϊκών πόρων αριθμοδότησης, σε μεταγενέστερη ημερομηνία.
|
|
4.5.Μέτρα στήριξης της ψηφιακής εφαρμογής
Γενική περιγραφή των μέτρων στήριξης της ψηφιακής εφαρμογής
|
Περιγραφή του μέτρου
|
Αναφορές στις απαιτήσεις
|
Ρόλος της Επιτροπής
(κατά περίπτωση)
|
Εμπλεκόμενοι φορείς
(κατά περίπτωση)
|
Αναμενόμενο χρονοδιάγραμμα
(κατά περίπτωση)
|
|
Οι ρυθμίσεις για την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των εθνικών αρμόδιων αρχών και της ODN σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/903 μπορούν να προσδιοριστούν περαιτέρω από την Επιτροπή μέσω εκτελεστικών πράξεων.
|
Άρθρο 11
|
Έκδοση εκτελεστικών πράξεων
|
//
|
Μετά την έγκριση του κανονισμού για τα ψηφιακά δίκτυα
|
|
Οι εκτελεστικές πράξεις μπορούν να καθορίζουν τις ζώνες ραδιοφάσματος που καλύπτονται από τη βάση δεδομένων και να αναπτύσσουν πρακτικές ρυθμίσεις και ενιαίους μορφότυπους για τη συλλογή και την παροχή δεδομένων από τις αρμόδιες αρχές στην Επιτροπή.
|
Άρθρο 28
|
Έκδοση εκτελεστικών πράξεων
|
RSPB (οι απόψεις του πρέπει να λαμβάνονται υπόψη)
|
Μετά την έγκριση του κανονισμού για τα ψηφιακά δίκτυα
|
|
Η ODN θεσπίζει τη διαδικασία και το σύστημα παροχής πληροφοριών βάσει του άρθρου 47 παράγραφος 4 και του άρθρου 48 παράγραφος 4 τέταρτο εδάφιο.
|
Άρθρο 47
|
//
|
ODN
|
Έξι μήνες μετά την έγκριση του ενωσιακού σχεδίου αριθμοδότησης
|
|
Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των τεχνικών προδιαγραφών, των τυποποιημένων στοιχείων κόστους, των μεθοδολογιών κόστους για τα εναρμονισμένα προϊόντα και της προσφοράς αναφοράς σε σχέση με το/τα εναρμονισμένο/-α προϊόν/-τα πρόσβασης, βάσει γνώμης του BEREC.
|
Άρθρο 81
|
Έκδοση εκτελεστικών πράξεων
|
BEREC
|
6 μήνες μετά την έκδοση του παρόντος κανονισμού
|
|
Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τη θέσπιση τεχνικών διατάξεων σχετικά με τη μετάδοση προειδοποιήσεων του κοινού με χρήση του ψηφιακού πορτοφολιού που εκδίδεται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 910/2014 σε όλους τους ενδιαφερόμενους τελικούς χρήστες, συμπεριλαμβανομένων των τελικών χρηστών περιαγωγής.
|
Άρθρο 108
|
Έκδοση εκτελεστικών πράξεων
|
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Τελικοί χρήστες
|
//
|
|
Η Επιτροπή μπορεί, μεταξύ άλλων μέσω εκτελεστικής πράξης, να εναρμονίσει τις μεθοδολογίες για τη συλλογή πληροφοριών από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές.
|
Άρθρο 184
|
Έκδοση εκτελεστικών πράξεων
|
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
|
//
|
|
Η Επιτροπή, μέσω εκτελεστικών πράξεων, καθιστά υποχρεωτική την εφαρμογή των σχετικών προτύπων ή τεχνικών προδιαγραφών, αναφέροντάς τα/τις ως υποχρεωτικά πρότυπα ή υποχρεωτικές τεχνικές προδιαγραφές στον κατάλογο προτύπων ή τεχνικών προδιαγραφών που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
|
Άρθρο 189
|
Έκδοση εκτελεστικών πράξεων και προτύπων
|
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
|
//
|
|
Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει, έπειτα από διαβούλευση με τον BEREC, κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις για τον καθορισμό των μέτρων που είναι αναγκαία για τη διασφάλιση αποτελεσματικών επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης στην Ένωση όσον αφορά τεχνικές προδιαγραφές που επιτρέπουν την πραγματοποίηση επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης με χρήση του ψηφιακού πορτοφολιού, λύσεις σχετικά με τις πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος, εναρμονισμένα ευρωπαϊκά κριτήρια εντοπισμού του καλούντος, ισοδύναμη πρόσβαση των τελικών χρηστών με αναπηρίες και δρομολόγηση στο πλέον κατάλληλο PSAP.
|
Άρθρο 107
|
Έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων
|
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
BEREC
|
Ημερομηνία έκδοσης + 2 έτη για την πρώτη κατ’ εξουσιοδότηση πράξη
|
|
Το διοικητικό συμβούλιο εγκρίνει τις τεχνικές και λειτουργικές προδιαγραφές με σκοπό τη δημιουργία του συστήματος πληροφοριών και επικοινωνιών που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Το εν λόγω σύστημα υπόκειται στα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας και του απαιτούμενου βαθμού εμπιστευτικότητας.
|
Άρθρο 174
|
//
|
Διοικητικό συμβούλιο της ODN
|
//
|