ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Βρυξέλλες, 24.6.2026
COM(2026) 585 final
ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
ΕΚΘΕΣΗ ΣΥΓΚΛΙΣΗΣ 2026
(συντάχθηκε σύμφωνα με το άρθρο 140 παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης)
{SWD(2026) 585 final}
1.ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ
Το ευρώ προορίζεται να αποτελέσει το ενιαίο νόμισμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνολικά. Σήμερα χρησιμοποιείται από περίπου 355 εκατομμύρια ανθρώπους σε 21 κράτη μέλη στη ζώνη του ευρώ. Στα πρακτικά οφέλη του ευρώ συγκαταλέγονται οι σταθερότερες τιμές, το χαμηλότερο κόστος συναλλαγών για φυσικά πρόσωπα και επιχειρήσεις, πιο διαφανείς και ανταγωνιστικές αγορές και αυξημένο εμπόριο εντός της Ένωσης και με τον υπόλοιπο κόσμο. Το ευρώ είναι επί του παρόντος το δεύτερο πιο χρησιμοποιούμενο νόμισμα παγκοσμίως.
Σύμφωνα με το άρθρο 140 παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), τουλάχιστον ανά διετία, ή μετά από αίτημα κράτους μέλους για το οποίο ισχύει παρέκκλιση, η Επιτροπή και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) υποβάλλουν στο Συμβούλιο έκθεση για την πρόοδο που έχουν επιτελέσει τα κράτη μέλη για τα οποία ισχύει παρέκκλιση στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους για την επίτευξη της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης. Οι τελευταίες τακτικές εκθέσεις σύγκλισης της Επιτροπής και της ΕΚΤ εγκρίθηκαν τον Ιούνιο του 2024.
Στις 25 Φεβρουαρίου 2025, η Βουλγαρία υπέβαλε αίτημα για ad hoc αξιολόγηση της σύγκλισης. Μετά την εκπόνηση έκθεσης σύγκλισης για τη Βουλγαρία και βάσει πρότασης της Επιτροπής, το Συμβούλιο αποφάσισε τον Ιούλιο του 2025 ότι η Βουλγαρία πληρούσε τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την υιοθέτηση του ευρώ από την 1η Ιανουαρίου 2026.
Η παρούσα έκθεση σύγκλισης του 2026 καλύπτει τα ακόλουθα πέντε κράτη μέλη για τα οποία ισχύει παρέκκλιση: Τσεχία, Ουγγαρία, Πολωνία, Ρουμανία και Σουηδία. Το έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής που συνοδεύει την παρούσα έκθεση παρέχει πιο λεπτομερή αξιολόγηση του βαθμού σύγκλισης σε αυτά τα κράτη μέλη.
Το άρθρο 140 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ προβλέπει ότι οι εκθέσεις περιλαμβάνουν εξέταση της συμβατότητας της εθνικής νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένων των καταστατικών των εθνικών κεντρικών τραπεζών, με τα άρθρα 130 και 131 της ΣΛΕΕ και με το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (στο εξής: καταστατικό ΕΣΚΤ/ΕΚΤ). Οι εκθέσεις πρέπει επίσης να εξετάζουν κατά πόσον έχει επιτευχθεί υψηλός βαθμός σταθερής σύγκλισης στο οικείο κράτος μέλος, i) με αναφορά στην εκπλήρωση των τεσσάρων κριτηρίων σύγκλισης (σταθερότητα τιμών, δημοσιονομική κατάσταση της χώρας, σταθερότητα της συναλλαγματικής ισοτιμίας και μακροπρόθεσμα επιτόκια)· και ii) λαμβάνοντας υπόψη άλλους παράγοντες σχετικούς με την οικονομική ολοκλήρωση και σύγκλιση που αναφέρονται στο άρθρο 140 παράγραφος 1 τελευταίο εδάφιο της ΣΛΕΕ. Τα τέσσερα κριτήρια σύγκλισης αποσαφηνίζονται περαιτέρω σε πρωτόκολλο που προσαρτάται στις Συνθήκες (πρωτόκολλο 13 για τα κριτήρια σύγκλισης).
Η αξιολόγηση της σύγκλισης στην παρούσα έκθεση παρουσιάζεται στο πλαίσιο διαφόρων σημαντικών οικονομικών και πολιτικών εξελίξεων κατά τη διάρκεια του 2025 και του πρώτου εξαμήνου του 2026. Το 2025 η αύξηση των εμπορικών δασμών των ΗΠΑ, αν και χαμηλότερη από ό,τι είχε αρχικά ανακοινωθεί, και η αστάθεια της αμερικανικής εμπορικής πολιτικής διατάραξαν τις παγκόσμιες εμπορικές ροές και οδήγησαν σε αυξημένη πολιτική αβεβαιότητα. Ωστόσο, παρά το δύσκολο αυτό εξωτερικό περιβάλλον, η οικονομία της ΕΕ επέδειξε ανθεκτικότητα και συνέχισε να αναπτύσσεται με σταθερό ρυθμό. Μετά από συγκρατημένη οικονομική ανάπτυξη της τάξης του 1,0 % το 2024, η οικονομία της ΕΕ απέκτησε δυναμική το 2025, με αποτέλεσμα το ΑΕΠ να αυξηθεί κατά 1,4 %. Η ανάπτυξη αυτή υποστηρίχθηκε από την ισχυρή αγορά εργασίας, την άμβλυνση των πληθωριστικών πιέσεων και τις ευνοϊκές χρηματοπιστωτικές συνθήκες. Μετά την κορύφωσή του την περίοδο 2022-23, ο ετήσιος πληθωρισμός των τιμών καταναλωτή μειώθηκε στο 2,6 % το 2024 και στο 2,5 % το 2025. Λόγω των χαμηλότερων τιμών της ενέργειας και της μείωσης του πληθωρισμού των υπηρεσιών, συνέχισε να μειώνεται σε ολόκληρη την ΕΕ κατά το πρώτο εξάμηνο του 2025, προτού σταθεροποιηθεί σε περίπου 2 % κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους και τους δύο πρώτους μήνες του 2026.
Ωστόσο, η έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή στις 28 Φεβρουαρίου 2026 άλλαξε σημαντικά την εικόνα αυτή, προκαλώντας τη σημαντικότερη διαταραχή του παγκόσμιου ενεργειακού εφοδιασμού στην πρόσφατη ιστορία. Τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή ακολούθησε το εικονικό κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, το οποίο μείωσε τις θαλάσσιες ροές πετρελαίου και ΥΦΑ και οδήγησε σε απότομη αύξηση των τιμών της ενέργειας. Μεταξύ της έναρξης της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή και της 29ης Απριλίου —καταληκτική ημερομηνία για τις τεχνικές παραδοχές των εαρινών οικονομικών προβλέψεων 2026 της Επιτροπής, οι οποίες αποτελούν τη βάση για την αξιολόγηση της βιωσιμότητας στην παρούσα έκθεση σύγκλισης— οι τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου αυξήθηκαν κατά 65 % και 50 % αντίστοιχα, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την ισχυρή επιτάχυνση του πληθωρισμού στον τομέα της ενέργειας. Οι πιέσεις στις τιμές αναμένεται να διευρυνθούν σταδιακά, καθώς το αυξανόμενο ενεργειακό κόστος επηρεάζει την αλυσίδα παραγωγής και μετακυλίεται εν μέρει στους καταναλωτές. Οι εξωτερικές παραδοχές των εαρινών οικονομικών προβλέψεων 2026 της Επιτροπής λαμβάνουν υπόψη τη μελλοντική εξέλιξη των τιμών των ενεργειακών βασικών προϊόντων κατά την καταληκτική ημερομηνία των προβλέψεων. Αυτές οι παραδοχές για τα βασικά ενεργειακά προϊόντα υποδηλώνουν σχετικά ταχεία, αν και μερική, εξομάλυνση των συνθηκών εφοδιασμού. Οι τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου αναμένεται να σταθεροποιηθούν έως το 2027 περίπου στο 20 % πάνω από τα προ του πολέμου επίπεδα.
Παράλληλα, ο συνεχιζόμενος επιθετικός πόλεμος της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας συνεπάγεται σημαντική απειλή για την ευρωπαϊκή ασφάλεια και απαιτεί αύξηση των δαπανών για την άμυνα στο άμεσο μέλλον. Σε αυτή τη συγκυρία, η Επιτροπή παρουσίασε δέσμη μέτρων για την άμυνα τον Μάρτιο του 2025 στο πλαίσιο του σχεδίου «ReArm Europe/Ετοιμότητα με ορίζοντα το 2030». Βάσει του σχεδίου αυτού, η Επιτροπή κάλεσε τα κράτη μέλη να ζητήσουν την ενεργοποίηση της εθνικής ρήτρας διαφυγής (NEC) του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, η οποία τους παρέχει πρόσθετο δημοσιονομικό περιθώριο για τη μετάβαση σε ένα σταθερά υψηλότερο επίπεδο αμυντικών δαπανών, εντός των δημοσιονομικών κανόνων της ΕΕ. Το ποσό της προγραμματισμένης απόκλισης από τη συνιστώμενη πορεία των καθαρών δαπανών βάσει της ρήτρας διαφυγής ανέρχεται κατ’ ανώτατο όριο σε 1,5 % του ΑΕΠ και είναι διαθέσιμο για περίοδο τεσσάρων ετών. Επιπλέον, το νέο «Μέσο δράσης για την ασφάλεια στην Ευρώπη» (SAFE) παρέχει δάνεια ύψους έως 150 δισ. EUR προκειμένου να βοηθήσει τα κράτη μέλη της ΕΕ να αυξήσουν γρήγορα και σημαντικά τις επενδύσεις στις αμυντικές ικανότητες της Ευρώπης.
Η ταχύτερη εφαρμογή των εθνικών σχεδίων ανάκαμψης και ανθεκτικότητας (ΣΑΑ), πριν από το κλείσιμο του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας (ΜΑΑ) στο τέλος του έτους, σε συνδυασμό με την πρόοδο που επιτεύχθηκε στην εφαρμογή των προγραμμάτων της πολιτικής συνοχής για την περίοδο 2021-2027, αναμένεται να αντισταθμίσουν εν μέρει τις αρνητικές συνέπειες της τρέχουσας γεωπολιτικής αστάθειας και να συμβάλουν στη διαδικασία σύγκλισης των κρατών μελών της ΕΕ που δεν ανήκουν στη ζώνη του ευρώ. Εκτός από τη συμβολή στην υψηλότερη ανάπτυξη και τη βελτίωση των δημόσιων οικονομικών, ο ΜΑΑ και τα προγράμματα της πολιτικής συνοχής ενισχύουν τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη και ανθεκτικότητα των κρατών μελών μέσω της στήριξης σημαντικών μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων που συμβάλλουν στην αντιμετώπιση τόσο μακροχρόνιων όσο και νέων προκλήσεων, όπως είναι η διαφοροποίηση του ενεργειακού εφοδιασμού. Έως το τέλος Μαΐου του 2026, οι εκταμιεύσεις του ΜΑΑ ανήλθαν σε 405,9 δισ. EUR, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 70 % του συνολικού ποσού της στήριξης που δεσμεύτηκε στο πλαίσιο του ΜΑΑ. Για την περίοδο 2021-2027, η ΕΕ θα παράσχει στα κράτη μέλη χρηματοδότηση ύψους 420 δισ. EUR στο πλαίσιο της πολιτικής συνοχής. Η πολιτική συνοχής επικεντρώνεται σε τομείς ζωτικής σημασίας για την προώθηση της σύγκλισης και της ανταγωνιστικότητας. Στηρίζει τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις σύμφωνα με τις προτεραιότητες της ΕΕ, ενθαρρύνει την αύξηση του ΑΕΠ της ΕΕ και έχει ιδιαίτερα υψηλό αντίκτυπο στα κράτη μέλη και τις περιφέρειες που είναι οι κύριοι αποδέκτες της πολιτικής. Η ενδιάμεση επανεξέταση της πολιτικής συνοχής, η οποία ολοκληρώθηκε το φθινόπωρο του 2025, παρείχε στα κράτη μέλη μεγαλύτερη ευελιξία και κίνητρα για την ταχύτερη διάθεση των υφιστάμενων πόρων, την επιτάχυνση της υλοποίησης των προγραμμάτων και την καλύτερη ευθυγράμμιση της χρηματοδότησης με τις βασικές προτεραιότητες της ΕΕ.
Στις 22 Απριλίου 2026 η Επιτροπή εξέδωσε την ανακοίνωση «AccelerateEU», στην οποία παρουσίασε μια ολοκληρωμένη δέσμη δράσεων και μέτρων για την αντιμετώπιση του αυξανόμενου ενεργειακού κόστους και την περαιτέρω μείωση της εξάρτησης από ασταθείς αγορές ορυκτών καυσίμων, θέτοντας παράλληλα την Ευρώπη σε σταθερή πορεία προς την ενεργειακή ανεξαρτησία. Το σχέδιο αποσκοπεί στην ανακούφιση των καταναλωτών που αντιμετωπίζουν απότομες αυξήσεις των τιμών της ενέργειας και στην επιτάχυνση της μετάβασης σε καθαρή, ασφαλή και οικονομικά προσιτή ενέργεια. Πολλά κράτη μέλη έχουν θεσπίσει μέτρα δημοσιονομικής πολιτικής για τον μετριασμό των κοινωνικών και οικονομικών επιπτώσεων των υψηλών τιμών της ενέργειας στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Σύμφωνα με τις εαρινές οικονομικές προβλέψεις 2026 της Επιτροπής, το συνολικό δημοσιονομικό κόστος των εν λόγω μέτρων ανέρχεται σε 14,6 δισ. EUR, ή 0,07 % του ΑΕΠ της ΕΕ το 2026, με μεγάλες διαφορές μεταξύ των κρατών μελών.
Στις 3 Ιουνίου 2026, η Επιτροπή δημοσιοποίησε την εαρινή δέσμη μέτρων του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου 2026. Η εν λόγω δέσμη περιλαμβάνει την αξιολόγηση από την Επιτροπή της συμμόρφωσης των κρατών μελών με τις αντίστοιχες συστάσεις του Συμβουλίου σχετικά με τη δημοσιονομική πολιτική. Για τα 10 κράτη μέλη που βρίσκονται επί του παρόντος σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος (στο εξής: ΔΥΕ), μεταξύ των οποίων η Ουγγαρία, η Πολωνία και η Ρουμανία, η Επιτροπή αξιολόγησε τη δράση που ανέλαβαν ανταποκρινόμενα στις συστάσεις του Συμβουλίου στο πλαίσιο της ΔΥΕ. Για τα άλλα κράτη μέλη (που δεν βρίσκονται επί του παρόντος σε ΔΥΕ), μεταξύ των οποίων η Τσεχία και η Σουηδία, η Επιτροπή αξιολόγησε την πρόοδό τους όσον αφορά την εφαρμογή των μεσοπρόθεσμων σχεδίων και τη συμμόρφωση με τις αντίστοιχες συστάσεις του Συμβουλίου. Για τα κράτη μέλη για τα οποία ισχύει επταετής αντί για τετραετή περίοδος δημοσιονομικής προσαρμογής στο πλαίσιο των μεσοπρόθεσμων σχεδίων τους, μεταξύ των οποίων η Ρουμανία, η Επιτροπή αξιολόγησε επίσης την υλοποίηση των βασικών σταδίων των μεταρρυθμιστικών και επενδυτικών δεσμεύσεων στις οποίες βασίζεται η παράταση. Η Επιτροπή ανακοίνωσε επίσης ότι τα κράτη μέλη που θα λάβουν μέτρα για την ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας της Ευρώπης και την επιτάχυνση της απομάκρυνσης από τα ορυκτά καύσιμα θα μπορούν να ζητήσουν περιορισμένη δημοσιονομική ευελιξία στο πλαίσιο της ισχύουσας εθνικής ρήτρας διαφυγής για τις αμυντικές δαπάνες. Κατόπιν αιτήματος του κράτους μέλους, το πεδίο εφαρμογής της ρήτρας μπορεί να επεκταθεί ώστε να συμπεριλάβει μέτρα, τα οποία έχουν ληφθεί από τον Φεβρουάριο του 2026 και μειώνουν την εξάρτηση από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα, με την επιφύλαξη ειδικού ετήσιου ανώτατου ορίου για την περίοδο 2026-2028 (0,3 % του ΑΕΠ) και σωρευτικού ανώτατου ορίου (0,6 % του ΑΕΠ).
Κριτήρια σύγκλισης
Η εξέταση της συμβατότητας της εθνικής νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένων των καταστατικών των εθνικών κεντρικών τραπεζών των κρατών μελών για τα οποία ισχύει παρέκκλιση, μαζί με το άρθρο 130 της ΣΛΕΕ και την υποχρέωση συμμόρφωσης δυνάμει του άρθρου 131 της ΣΛΕΕ, περιλαμβάνει αξιολόγηση της τήρησης της απαγόρευσης της νομισματικής χρηματοδότησης (άρθρο 123 της ΣΛΕΕ) και της απαγόρευσης της προνομιακής πρόσβασης σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (άρθρο 124 της ΣΛΕΕ)· της συνοχής με τους στόχους (άρθρο 127 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ) και τα καθήκοντα (άρθρο 127 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ) του ΕΣΚΤ· και άλλων πτυχών που αφορούν την ενσωμάτωση των εθνικών κεντρικών τραπεζών στο Ευρωσύστημα.
Το άρθρο 140 παράγραφος 1 πρώτη περίπτωση της ΣΛΕΕ ορίζει το κριτήριο της σταθερότητας των τιμών ως «επίτευξη υψηλού βαθμού σταθερότητας τιμών»· αυτό καταδεικνύεται από ένα ποσοστό πληθωρισμού του κράτους αυτού που προσεγγίζει το αντίστοιχο ποσοστό των τριών, το πολύ, κρατών μελών με τις καλύτερες επιδόσεις από άποψη σταθερότητας τιμών».
Το άρθρο 1 του πρωτοκόλλου σχετικά με τα κριτήρια σύγκλισης ορίζει περαιτέρω ότι «το κριτήριο της σταθερότητας των τιμών […] σημαίνει ότι ένα κράτος μέλος έχει σταθερές επιδόσεις στο θέμα των τιμών και μέσο ποσοστό πληθωρισμού, καταγεγραμμένο επί ένα έτος πριν από τον έλεγχο, που δεν υπερβαίνει εκείνο των τριών, το πολύ, κρατών μελών με τις καλύτερες επιδόσεις από άποψη σταθερότητας τιμών, περισσότερο από 1½ ποσοστιαία μονάδα. Ο πληθωρισμός υπολογίζεται βάσει του δείκτη τιμών καταναλωτή (ΔΤΚ) ή σε συγκρίσιμη βάση, λαμβάνοντας υπόψη τις διαφορές των εθνικών ορισμών».
Η απαίτηση της βιωσιμότητας σημαίνει ότι οι ικανοποιητικές επιδόσεις ως προς τον πληθωρισμό πρέπει να αποδίδονται στην κατάλληλη εξέλιξη του κόστους των εισροών και σε άλλους παράγοντες που επηρεάζουν την πορεία των τιμών κατά διαρθρωτικό τρόπο, και όχι στην επιρροή προσωρινών παραγόντων. Ως εκ τούτου, η εξέταση της σύγκλισης περιλαμβάνει την αξιολόγηση των παραγόντων που επηρεάζουν τις προοπτικές του πληθωρισμού και συμπληρώνεται με παραπομπή στις πλέον πρόσφατες προβλέψεις για τον πληθωρισμό από τις υπηρεσίες της Επιτροπής.
Η τιμή αναφοράς για τον πληθωρισμό υπολογίστηκε σε 2,7 % τον Μάιο του 2026: η Κύπρος, η Γαλλία και η Δανία είναι τα τρία «κράτη μέλη με τις καλύτερες επιδόσεις».
Δεν υπήρξαν κράτη μέλη που να χαρακτηριστούν ως ακραίες τιμές όσον αφορά τις επιδόσεις ως προς τον πληθωρισμό για τον υπολογισμό της τιμής αναφοράς, καθώς κανένα από τα ποσοστά πληθωρισμού τους δεν απέκλινε σημαντικά από τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ λόγω ειδικών συνθηκών για τη χώρα.
Το άρθρο 140 παράγραφος 1 δεύτερη περίπτωση της ΣΛΕΕ ορίζει ότι το κριτήριο σύγκλισης που αφορά τα δημόσια οικονομικά ορίζεται ως «σταθερότητα των δημόσιων οικονομικών· αυτό καταδεικνύεται από την επίτευξη δημοσιονομικής κατάστασης χωρίς υπερβολικό έλλειμμα, κατά την έννοια του άρθρου 126 παράγραφος 6».
Επιπλέον, το άρθρο 2 του πρωτοκόλλου για τα κριτήρια σύγκλισης ορίζει ότι «τη στιγμή της εξέτασης δεν έχει ληφθεί απόφαση του Συμβουλίου, για το κράτος μέλος, όπως αναφέρεται στο άρθρο 126 παράγραφος 6 της εν λόγω Συνθήκης, όσον αφορά την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος».
Η ΣΛΕΕ αναφέρεται στο κριτήριο της συναλλαγματικής ισοτιμίας στο άρθρο 140 παράγραφος 1 τρίτη περίπτωση ως «τήρηση των κανονικών περιθωρίων διακύμανσης που προβλέπονται από τον μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών του ευρωπαϊκού νομισματικού συστήματος επί δύο τουλάχιστον χρόνια, χωρίς υποτίμηση έναντι του ευρώ».
Το άρθρο 3 του πρωτοκόλλου σχετικά με τα κριτήρια σύγκλισης ορίζει ότι: «Το κριτήριο της συμμετοχής στον μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών του ευρωπαϊκού νομισματικού συστήματος [...] σημαίνει ότι ένα κράτος μέλος έχει τηρήσει τα κανονικά περιθώρια διακύμανσης που προβλέπει ο μηχανισμός συναλλαγματικών ισοτιμιών του ευρωπαϊκού νομισματικού συστήματος χωρίς σοβαρή ένταση κατά τα δύο, τουλάχιστον, τελευταία έτη πριν από την εξέταση. Ειδικότερα, το κράτος μέλος δεν πρέπει να έχει υποτιμήσει την κεντρική διμερή ισοτιμία του νομίσματος έναντι του ευρώ με δική του πρωτοβουλία μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα».
Η σχετική διετής περίοδος για την αξιολόγηση της σταθερότητας της συναλλαγματικής ισοτιμίας στην παρούσα έκθεση καλύπτει το διάστημα από τις 18 Ιουνίου 2024 έως τις 17 Ιουνίου 2026. Κατά την αξιολόγηση του κριτηρίου της σταθερότητας της συναλλαγματικής ισοτιμίας, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τις εξελίξεις σε βοηθητικούς δείκτες, όπως η πορεία των συναλλαγματικών διαθεσίμων και των βραχυπρόθεσμων επιτοκίων. Επίσης λαμβάνει υπόψη τον ρόλο που διαδραματίζουν τα μέτρα πολιτικής (περιλαμβανομένων των παρεμβάσεων στην αγορά συναλλάγματος) και η διεθνής χρηματοδοτική συνδρομή (κατά περίπτωση) στη διατήρηση της σταθερότητας των συναλλαγματικών ισοτιμιών.
Το άρθρο 140 παράγραφος 1 τέταρτη περίπτωση της ΣΛΕΕ προβλέπει ότι η «διάρκεια της σύγκλισης που θα έχει επιτευχθεί από το κράτος μέλος για το οποίο ισχύει παρέκκλιση και της συμμετοχής του στον μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών» αντανακλάται «στα επίπεδα των μακροπρόθεσμων επιτοκίων».
Το άρθρο 4 του Πρωτοκόλλου σχετικά με τα κριτήρια σύγκλισης ορίζει περαιτέρω ότι «το κριτήριο της σύγκλισης των επιτοκίων […] σημαίνει ότι το υπό παρατήρηση κράτος μέλος, επί διάστημα ενός έτους πριν από την εξέταση, έχει μέσο ονομαστικό μακροπρόθεσμο επιτόκιο το οποίο δεν υπερβαίνει εκείνο των τριών, το πολύ, κρατών μελών με τις καλύτερες επιδόσεις από άποψη σταθερότητας τιμών, περισσότερο από 2 ποσοστιαίες μονάδες. Τα επιτόκια υπολογίζονται βάσει μακροπροθέσμων ομολόγων του δημοσίου ή συγκρίσιμων χρεογράφων, λαμβάνοντας υπόψη τις διαφορές των εθνικών ορισμών».
Η τιμή αναφοράς του επιτοκίου υπολογίστηκε σε 5,1 % τον Μάιο του 2026.
Το άρθρο 140 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ απαιτεί να λαμβάνονται υπόψη στις αναφορές και άλλοι παράγοντες που συνδέονται με την οικονομική ολοκλήρωση και τη σύγκλιση. Σ’ αυτούς περιλαμβάνονται η ολοκλήρωση των αγορών, η εξέλιξη του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και η εξέλιξη του κατά μονάδα κόστους εργασίας και άλλων δεικτών τιμών. Οι πρόσθετοι παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπόψη αποτελούν σημαντικούς δείκτες του αν ένα κράτος μέλος θα ενταχθεί στη ζώνη του ευρώ χωρίς δυσκολίες. Διευρύνουν επίσης την ανάλυση του απαιτούμενου υψηλού βαθμού διατηρήσιμης σύγκλισης.
Η αξιολόγηση του βαθμού διατηρήσιμης σύγκλισης για τα κράτη μέλη για τα οποία ισχύει παρέκκλιση και τα οποία παρουσιάζονται στην παρούσα έκθεση βασίζεται στις εαρινές οικονομικές προβλέψεις 2026 της Επιτροπής και στις κατευθύνσεις πολιτικής που παρέχονται στο πλαίσιο της εαρινής δέσμης του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου 2026. Ειδικότερα, βασίζεται: στην εισαγωγική ανακοίνωση για την εαρινή δέσμη, συμπεριλαμβανομένων των συμπερασμάτων σχετικά με i) τη δημοσιονομική εποπτεία που ασκείται στο πλαίσιο του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης και ii) τη διαδικασία μακροοικονομικών ανισορροπιών. Η αξιολόγηση αναφέρεται επίσης στα πορίσματα των εμπεριστατωμένων επισκοπήσεων του 2026 και των εκθέσεων ανά χώρα του 2026. Αποτυπώνει επίσης τις αξιολογήσεις της Επιτροπής σχετικά με τους κινδύνους δημοσιονομικής βιωσιμότητας και το εθνικό δημοσιονομικό πλαίσιο, καθώς και την εφαρμογή του ΣΑΑ. Οι επιδόσεις των αγορών εργασίας και προϊόντων, η συμμετοχή στην εργασία, η διαθεσιμότητα δεξιοτήτων, η διαμόρφωση των μισθών, η κοινωνική ανθεκτικότητα και η εδαφική συνοχή είναι επίσης σημαντικές, δεδομένου ότι συμβάλλουν στη διαμόρφωση της ικανότητας προσαρμογής, της ανταγωνιστικότητας και της ικανότητας ομαλής συμμετοχής στη ζώνη του ευρώ.
2.ΤΣΕΧΙΑ
Λαμβάνοντας υπόψη την αξιολόγησή της σχετικά με τη νομική συμβατότητα και την εκπλήρωση των κριτηρίων σύγκλισης, και συνεκτιμώντας τους πρόσθετους σχετικούς παράγοντες, η Επιτροπή θεωρεί ότι η Τσεχία δεν πληροί τις προϋποθέσεις για την υιοθέτηση του ευρώ.
Η νομοθεσία στην Τσεχία, και ιδίως ο νόμος του Τσεχικού Εθνικού Συμβουλίου αριθ. 6/1993 Coll. για την Česká národní banka (Εθνική Τράπεζα της Τσεχίας) (νόμος για την ČNB), δεν είναι πλήρως συμβατή με τις απαιτήσεις του άρθρου 131 της ΣΛΕΕ. Τα προβλήματα συμβατότητας αφορούν την ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας, την απαγόρευση της νομισματικής χρηματοδότησης και την ένταξη της κεντρικής τράπεζας στο Ευρωσύστημα, όσον αφορά τους στόχους της ČNB και τους στόχους και τα καθήκοντα του ΕΣΚΤ / της ΕΚΤ, όπως περιγράφονται στο άρθρο 127 παράγραφοι 1 και 2 της ΣΛΕΕ και στα άρθρα 2 και 3 του καταστατικού ΕΣΚΤ/ΕΚΤ. Επιπλέον, ο νόμος για την ČNB περιέχει επίσης ατέλειες σχετικά με τα καθήκοντα του ΕΣΚΤ / της ΕΚΤ.
Η Τσεχία πληροί το κριτήριο της σταθερότητας των τιμών. Το μέσο ποσοστό πληθωρισμού στην Τσεχία κατά το δωδεκάμηνο έως τον Μάιο 2026 ήταν 1,9%, δηλαδή χαμηλότερο από την τιμή αναφοράς του 2,7%. Προβλέπεται να αυξηθεί έως το τέλος του 2026 και να μειωθεί κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2027, αλλά αναμένεται να παραμείνει κάτω από την τιμή αναφοράς και για τα δύο έτη.
Μετά από μια περίοδο υψηλού πληθωρισμού τα έτη 2021-2023, η οποία ξεκίνησε με την ανάκαμψη μετά την πανδημία COVID-19 και επιδεινώθηκε από τους κλυδωνισμούς στις τιμές της ενέργειας μετά την εισβολή πλήρους κλίμακας της Ρωσίας στην Ουκρανία, ο πληθωρισμός βάσει του ΕνΔΤΚ άρχισε να επιβραδύνεται το 2024 (2,7 %) και το 2025 (2,3 %). Η μείωση του επίσημου πληθωρισμού οφειλόταν στην επιβράδυνση των τιμών των τροφίμων το 2024 και των τιμών της ενέργειας το 2025. Ο πληθωρισμός των υπηρεσιών, ο οποίος κατά κανόνα είναι σχετικά επίμονος και τροφοδοτείται από τους μισθούς, κατέγραψε μείωση κατά την εν λόγω περίοδο, αλλά παρέμεινε αρκετά πάνω από τον επίσημο πληθωρισμό. Ο ετήσιος πληθωρισμός επιβραδύνθηκε περαιτέρω τους δύο πρώτους μήνες του 2026, προτού αυξηθεί τους επόμενους μήνες για να φτάσει στο 1,8 % τον Μάιο του 2026, λόγω του πληθωρισμού των υπηρεσιών και της απότομης αύξησης του πληθωρισμού στον τομέα της ενέργειας που συνδέεται με τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή. Τα ετήσια ποσοστά πληθωρισμού βάσει του ΕνΔΤΚ στην Τσεχία το 2024 και το 2025 ήταν κατά μέσο όρο ελαφρώς υψηλότερα από τα αντίστοιχα ποσοστά της ζώνης του ευρώ συνολικά.
Σύμφωνα με τις εαρινές οικονομικές προβλέψεις 2026 της Επιτροπής, προβλέπεται ότι ο μέσος ετήσιος πληθωρισμός βάσει του ΕνΔΤΚ θα αυξηθεί σε 2,7 % το 2026 και σε 2,8 % το 2027. Η προβλεπόμενη αύξηση αποδίδεται στις απότομες αυξήσεις των τιμών της ενέργειας, οι οποίες αντισταθμίζονται μόνο εν μέρει από τη βραδύτερη αύξηση των τιμών των υπηρεσιών και των τροφίμων. Το επίπεδο τιμών καταναλωτή στην Τσεχία ήταν περίπου 88 % του μέσου όρου της ζώνης του ευρώ το 2024, υποδηλώνοντας ότι εξακολουθούν να υπάρχουν δυνατότητες για περαιτέρω σύγκλιση του επιπέδου των τιμών μακροπρόθεσμα.
Η Τσεχία πληροί το κριτήριο των δημόσιων οικονομικών. Η Τσεχία δεν αποτελεί αντικείμενο απόφασης του Συμβουλίου σχετικά με την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος. Το δημοσιονομικό έλλειμμα αυξήθηκε από 2,0 % του ΑΕΠ το 2024 σε 2,1 % το 2025, αντικατοπτρίζοντας τους υψηλότερους μισθούς του δημόσιου τομέα και τις αυξημένες κρατικές επιδοτήσεις για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, παρά την υψηλότερη αύξηση του ΑΕΠ. Σύμφωνα με τις εαρινές οικονομικές προβλέψεις 2026 της Επιτροπής, το δημοσιονομικό έλλειμμα αναμένεται να ανέλθει στο 2,8 % του ΑΕΠ το 2026, μεταξύ άλλων λόγω της πλήρους σταδιακής κατάργησης του φόρου επί των απροσδόκητων κερδών των εταιρειών ενέργειας και της έναρξης καταβολής της εισφοράς ανανεώσιμης ενέργειας από την κυβέρνηση αντί για τους καταναλωτές ηλεκτρικής ενέργειας. Το 2027, ο λόγος του δημόσιου ελλείμματος προβλέπεται να είναι 2,9 %.
Στις 21 Ιανουαρίου 2025 το Συμβούλιο εξέδωσε σύσταση για την έγκριση του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού-διαρθρωτικού σχεδίου της Τσεχίας. Το σχέδιο καθορίζει πορεία δημοσιονομικής προσαρμογής σε διάστημα τεσσάρων ετών, με μέγιστη αύξηση των καθαρών δαπανών ύψους 4,5 % το 2025, 2,5 % το 2026, 2,6 % το 2027 και 2,9 % το 2028. Τον Ιούλιο του 2025 το Συμβούλιο ενεργοποίησε την εθνική ρήτρα διαφυγής για την αύξηση των αμυντικών δαπανών της Τσεχίας, ώστε η Τσεχία να μπορεί να αποκλίνει από την πορεία των καθαρών δαπανών του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού-διαρθρωτικού σχεδίου και να τις υπερβεί. Στις 3 Ιουνίου 2026 η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι καθαρές δαπάνες στην Τσεχία αυξήθηκαν κατά 4,9 % το 2025 και κατά τη διάρκεια του 2024 και του 2025 σωρευτικά κατά 6,0 %. Η αύξηση των καθαρών δαπανών το 2025 υπερέβη τον συνιστώμενο μέγιστο ρυθμό αύξησης και αντιστοιχεί σε απόκλιση 0,2 % του ΑΕΠ σε ετήσιους όρους. Αν τα έτη 2024 και 2025 εξεταστούν μαζί, ο σωρευτικός ρυθμός αύξησης των καθαρών δαπανών είναι χαμηλότερος από τον συνιστώμενο μέγιστο ρυθμό αύξησης. Δεδομένου ότι η Τσεχία επωφελείται από ευελιξία στο πλαίσιο της εθνικής ρήτρας διαφυγής, η αξιολόγηση της συμμόρφωσης επικεντρώνεται στην τελευταία αυτή σύγκριση.
Σύμφωνα με τις προβολές, οι καθαρές δαπάνες θα αυξηθούν κατά 6,4 % το 2026, υπερβαίνοντας τη συνιστώμενη αύξηση του 2,5 %. Η απόκλιση πάνω από το συνιστώμενο ανώτατο όριο ισοδυναμεί με ετήσια απόκλιση 1,5 % του ΑΕΠ και σωρευτική απόκλιση 0,1 % του ΑΕΠ, αν τα έτη 2024, 2025 και 2026 εξεταστούν μαζί. Λαμβανομένης υπόψη της ευελιξίας στο πλαίσιο της εθνικής ρήτρας διαφυγής, η προβλεπόμενη απόκλιση για το 2026 είναι εντός των ορίων ευελιξίας της εθνικής ρήτρας διαφυγής με βάση τις τρέχουσες προβλέψεις για τις αμυντικές δαπάνες.
Ο δείκτης δημόσιου χρέους ως προς το ΑΕΠ αυξήθηκε από 43,3 % το 2024 σε 44,3 % το 2025 και προβλέπεται να αυξηθεί σε 45,8 % το 2026 και σε 47,2 % το 2027. Η αύξηση αυτή οφείλεται στο αρνητικό πρωτογενές ισοζύγιο, στις δαπάνες για τόκους και, σε μικρότερο βαθμό, στην αυξητική για το χρέος προσαρμογή αποθεμάτων-ροών, αλλά αντισταθμίζεται εν μέρει από την αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ. Οι κίνδυνοι βιωσιμότητας του χρέους φαίνονται μέτριοι σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα· το δημόσιο χρέος προβλέπεται να αυξηθεί από περίπου 44 % του ΑΕΠ το 2025 σε περίπου 56% το 2036. Το εθνικό δημοσιονομικό πλαίσιο της Τσεχίας παρουσιάζει καλές επιδόσεις, αλλά αντιμετωπίζει αυξανόμενες προκλήσεις λόγω, μεταξύ άλλων, της σημαντικής αύξησης του δημόσιου χρέους μετά την πανδημία, της συμμόρφωσης με τον κανόνα για το διαρθρωτικό ισοζύγιο που απαιτεί πρόσθετα μέτρα εξυγίανσης πριν από το 2028 και της εξαίρεσης των αμυντικών δαπανών άνω του 2 % του ΑΕΠ από το εθνικό πλαίσιο δαπανών.
Η Τσεχία δεν πληροί το κριτήριο της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Η τσεχική κορόνα δεν συμμετέχει στον μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών ΙΙ. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1990, η ČNB εφαρμόζει ρητό πλαίσιο στόχου για τον πληθωρισμό, σε συνδυασμό με ένα καθεστώς κυμαινόμενης συναλλαγματικής ισοτιμίας, το οποίο επιτρέπει παρεμβάσεις στην αγορά συναλλάγματος από την κεντρική τράπεζα. Μεταξύ Απριλίου 2024 και Ιανουαρίου 2025, η ισοτιμία τσεχικής κορόνας/ευρώ διαμορφώθηκε σε 25,2 CZK ανά ευρώ. Έως το τέλος του 2025 η τσεχική κορόνα είχε ανατιμηθεί σε περίπου 24,3 και κυμαινόταν γύρω από το επίπεδο αυτό έως τα μέσα του 2026. Τον Μάιο του 2026 η κορόνα ισχυροποιήθηκε κατά περίπου 2 % έναντι του ευρώ σε σύγκριση με δύο έτη νωρίτερα. Ο κύκλος χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής της ČNB μεταξύ Δεκεμβρίου 2023 και Μαΐου 2025 οδήγησε σε σημαντική και σταθερή μείωση του τσεχικού επιτοκίου δανεισμού PRIBOR τριών μηνών και, κατά συνέπεια, της απόκλισης έναντι της ζώνης του ευρώ, η οποία μειώθηκε κάτω από τις 100 μονάδες βάσης το δεύτερο εξάμηνο του 2024. Από τον Σεπτέμβριο του 2024 η απόκλιση άρχισε να διευρύνεται ελαφρώς έως τα μέσα του 2025. Στη συνέχεια, σταθεροποιήθηκε σε περίπου 150 μονάδες βάσης, φθάνοντας τις 133 μονάδες βάσης το Μάιο του 2026.
Η Τσεχία πληροί το κριτήριο της σύγκλισης των μακροπρόθεσμων επιτοκίων. Το μέσο μακροπρόθεσμο επιτόκιο κατά το δωδεκάμηνο έως τον Μάιο του 2026 ήταν 4,5 %, δηλαδή κατώτερο από την τιμή αναφοράς του 5,1 %. Το μακροπρόθεσμο επιτόκιο της Τσεχίας μειώθηκε κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2024 φτάνοντας στο 3,8 % τον Σεπτέμβριο του εν λόγω έτους. Στη συνέχεια, αυξήθηκε σταδιακά σε 4,7 % τον Δεκέμβριο του 2025, παράλληλα με την αύξηση των πληθωριστικών πιέσεων. Το μακροπρόθεσμο επιτόκιο ανήλθε σε 4,9 % τον Μάιο του 2026, ενώ η απόκλιση έναντι του γερμανικού ομολόγου αναφοράς έφθασε τις 184 μονάδες βάσης.
Η Επιτροπή εξέτασε επίσης πρόσθετους παράγοντες, μεταξύ άλλων την εξέλιξη του ισοζυγίου πληρωμών, την ολοκλήρωση των αγορών και το θεσμικό περιβάλλον. Το εξωτερικό ισοζύγιο της Τσεχίας (δηλ. συνδυαστικά το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και το ισοζύγιο κεφαλαίων) κατέγραψε πλεόνασμα της τάξης του 2,2 % του ΑΕΠ το 2025. Η τσεχική οικονομία παρουσιάζει υψηλό βαθμό ένταξης στη ζώνη του ευρώ μέσω εμπορικών και επενδυτικών δεσμών. Από επιλεγμένους δείκτες που σχετίζονται με το θεσμικό περιβάλλον προκύπτει ότι η Τσεχία κατατάσσεται σε υψηλότερη θέση από τον μέσο όρο των κρατών μελών της ζώνης του ευρώ στο πλαίσιο αυτό. Ο χρηματοπιστωτικός τομέας της Τσεχίας είναι μικρότερος και λιγότερο ανεπτυγμένος σε σύγκριση με τον χρηματοπιστωτικό τομέα της ζώνης του ευρώ. Η χρηματοδότηση με βάση την αγορά είναι λιγότερο ανεπτυγμένη, όπως αντικατοπτρίζεται στις πολύ μικρές αγορές μετοχών και χρέους του ιδιωτικού τομέα. Ο χρηματοπιστωτικός τομέας της Τσεχίας είναι ενταγμένος σε μεγάλο βαθμό στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της ζώνης του ευρώ, κυρίως μέσω υψηλής αλλοδαπής ιδιοκτησιακής συμμετοχής σε τράπεζες. Στο πλαίσιο της διαδικασίας μακροοικονομικών ανισορροπιών, η Επιτροπή, στην οικεία έκθεση του μηχανισμού επαγρύπνησης για το 2026, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν αναγκαία η διενέργεια περαιτέρω εμπεριστατωμένης ανάλυσης για την Τσεχία.
Το σχέδιο ανάκαμψης και ανθεκτικότητας (ΣΑΑ) της Τσεχίας περιλαμβάνει μέτρα για την αντιμετώπιση μιας σειράς διαρθρωτικών προκλήσεων, σε συνέργεια με άλλα ταμεία της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των ταμείων της πολιτικής συνοχής, με σκοπό την τόνωση της ανταγωνιστικότητάς της και την προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης, καθώς και τη μείωση των εδαφικών και κοινωνικών ανισοτήτων της χώρας. Η χρηματοδότηση του ΜΑΑ παρέχει στην Τσεχία επιχορηγήσεις ύψους 8,4 δισ. EUR και δάνεια ύψους 343 εκατ. EUR κατά την περίοδο 2021-2026. Η Τσεχία υπέβαλε έξι αιτήσεις πληρωμής, πέντε εκ των οποίων έχουν ήδη αξιολογηθεί, με αποτέλεσμα συνολική εκταμίευση ύψους 6,8 δισ. EUR έως το τέλος Μαΐου του 2026. Επιπλέον, έχει υλοποιήσει περίπου το 71 % των οροσήμων και των στόχων του οικείου ΣΑΑ. Στις βασικές μεταρρυθμίσεις του ΣΑΑ της Τσεχίας περιλαμβάνονται οι μεταρρυθμίσεις στους τομείς των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, της κινητικότητας μηδενικών εκπομπών, της μακροχρόνιας φροντίδας, της οικονομικά προσιτής στέγασης και των κανόνων για τις συγκρούσεις συμφερόντων και για την άσκηση πίεσης από ομάδες συμφερόντων. Επιπλέον, η πολιτική συνοχής παρέχει στην Τσεχία 24,2 δισ. EUR για την περίοδο 2021-2027. Η χρηματοδότηση στο πλαίσιο της πολιτικής συνοχής αποσκοπεί ιδίως στην περαιτέρω στήριξη της ανταγωνιστικότητας της Τσεχίας, στηρίζοντας την έρευνα και την καινοτομία, την ανταγωνιστικότητα των ΜΜΕ, τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης, τον εκσυγχρονισμό των δημόσιων υπηρεσιών απασχόλησης, την ανάπτυξη δεξιοτήτων και τη διά βίου μάθηση, καθώς και την ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής και τις ίσες ευκαιρίες.
3.ΟΥΓΓΑΡΙΑ
Λαμβάνοντας υπόψη την αξιολόγησή της σχετικά με τη νομική συμβατότητα και την εκπλήρωση των κριτηρίων σύγκλισης, και συνεκτιμώντας τους πρόσθετους σχετικούς παράγοντες, η Επιτροπή θεωρεί ότι η Ουγγαρία δεν πληροί τις προϋποθέσεις για την υιοθέτηση του ευρώ.
Η νομοθεσία στην Ουγγαρία, και ιδίως ο νόμος για τη Magyar Nemzeti Bank (Εθνική Τράπεζα της Ουγγαρίας) (MNB), δεν είναι πλήρως συμβατή με τις απαιτήσεις του άρθρου 131 της ΣΛΕΕ. Τα προβλήματα συμβατότητας αφορούν ειδικότερα την ανεξαρτησία της MNB, την απαγόρευση της νομισματικής χρηματοδότησης και την ένταξη της κεντρικής τράπεζας στο Ευρωσύστημα, όσον αφορά τα καθήκοντα του ΕΣΚΤ / της ΕΚΤ όπως περιγράφονται στο άρθρο 127 παράγραφοι 1 και 2 της ΣΛΕΕ και στα άρθρα 2 και 3 του καταστατικού ΕΣΚΤ/ΕΚΤ. Επιπλέον, ο νόμος για την MNB περιέχει ατέλειες όσον αφορά την ανεξαρτησία της MNB και την ένταξή της στο Ευρωσύστημα.
Η Ουγγαρία δεν πληροί το κριτήριο της σταθερότητας των τιμών. Το μέσο ποσοστό πληθωρισμού στην Ουγγαρία κατά το δωδεκάμηνο έως τον Μάιο του 2026 ήταν 3,3 %, υψηλότερο από την τιμή αναφοράς 2,7 %. Ο πληθωρισμός προβλέπεται να μειωθεί και να υποχωρήσει κάτω από την τιμή αναφοράς έως το τέλος του 2026. Αναμένεται να υπερβεί την τιμή αναφοράς κατά το πρώτο εξάμηνο του 2027, αλλά να υποχωρήσει κάτω από αυτήν έως το τέλος του 2027.
Ο ετήσιος πληθωρισμός βάσει του ΕνΔΤΚ στην Ουγγαρία επιβραδύνθηκε το 2024 αλλά κατέγραψε και πάλι απότομη άνοδο το 2025, καθώς κυμάνθηκε κατά μέσο όρο σε 3,7 % και 4,4 %, αντίστοιχα. Ο ετήσιος πληθωρισμός βάσει του ΕνΔΤΚ αυξήθηκε από 3,9 % τον Μάιο του 2024 σε 5,7 % τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του 2025. Η αύξηση του πληθωρισμού το 2024 και στις αρχές του 2025 οφειλόταν κυρίως στον αυξημένο πληθωρισμό των υπηρεσιών που τροφοδοτήθηκε από την ισχυρή καταναλωτική ζήτηση, την υψηλή αύξηση των μισθών και τις αυξήσεις των φόρων ανά τομέα, παρά την περιοριστική επίδραση των διοικητικά καθοριζόμενων τιμών το 2024. Στη συνέχεια, ο επίσημος πληθωρισμός επιβραδύνθηκε, φθάνοντας το 3,3 % τον Δεκέμβριο του 2025, κυρίως λόγω του χαμηλότερου πληθωρισμού στον τομέα της ενέργειας. Υποχώρησε περαιτέρω στις αρχές του 2026, φθάνοντας στο χαμηλότερο επίπεδο του 1,6 % το Φεβρουάριο, προτού αυξηθεί σταδιακά τους επόμενους μήνες. Ο πληθωρισμός βάσει του ΕνΔΤΚ διαμορφώθηκε σε 2,3 % το Μάιο του 2026, λόγω της μείωσης του πληθωρισμού των τροφίμων, της συγκρατημένης ανατιμολόγησης των υπηρεσιών και της ρύθμισης των τιμών των καυσίμων, προκειμένου να περιοριστούν οι συνέπειες της αύξησης των τιμών του πετρελαίου εξαιτίας της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή. Τα ετήσια ποσοστά πληθωρισμού βάσει του ΕνΔΤΚ το 2024 και το 2025 ήταν κατά μέσο όρο υψηλότερα στην Ουγγαρία από ό,τι στη ζώνη του ευρώ συνολικά.
Σύμφωνα με τις εαρινές οικονομικές προβλέψεις 2026 της Επιτροπής, ο ετήσιος πληθωρισμός βάσει του ΕνΔΤΚ θα μειωθεί σε 3,2 % το 2026 και σε 3,1 % το 2027, ενώ η ανατίμηση του νομίσματος το 2026 αναμένεται να μετριάσει τον πληθωρισμό. Το επίπεδο τιμών καταναλωτή στην Ουγγαρία ήταν περίπου 70 % του μέσου όρου της ζώνης του ευρώ το 2024, γεγονός που υποδηλώνει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν δυνατότητες για περαιτέρω σύγκλιση του επιπέδου των τιμών μακροπρόθεσμα.
Η Ουγγαρία δεν πληροί το κριτήριο των δημόσιων οικονομικών. Η Ουγγαρία αποτελεί αντικείμενο απόφασης του Συμβουλίου σχετικά με την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος. Από το 2020, το δημοσιονομικό έλλειμμα της Ουγγαρίας παραμένει πάνω από την τιμή αναφοράς του 3 % του ΑΕΠ που ορίζει η Συνθήκη. Το δημοσιονομικό έλλειμμα μειώθηκε από 5,1 % του ΑΕΠ το 2024 σε 4,7 % του ΑΕΠ το 2025, αλλά εξακολουθεί να παραμένει πάνω από την τιμή αναφοράς 3 % του ΑΕΠ. Η μείωση το 2025 εξηγείται από την ταχύτερη αύξηση των εσόδων από ό,τι των δαπανών, κυρίως λόγω της έντονης αύξησης των εσόδων από τον ΦΠΑ που οφειλόταν στην ισχυρή κατανάλωση, τις μεγάλες μισθολογικές αυξήσεις που οδήγησαν σε αύξηση των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, καθώς και στις μεγάλες περικοπές στις δημόσιες επενδύσεις. Σύμφωνα με τις εαρινές οικονομικές προβλέψεις 2026 της Επιτροπής, το δημοσιονομικό έλλειμμα αναμένεται να αυξηθεί στο 6,2 % του ΑΕΠ το 2026 λόγω, μεταξύ άλλων, μειώσεων του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων, αύξησης των μισθών του δημόσιου τομέα, καθώς και λόγω των επιμισθίων και των υπερβάσεων των δαπανών. Το 2027, ο λόγος του δημόσιου ελλείμματος προβλέπεται να μειωθεί σε 5,8 %.
Στις 18 Φεβρουαρίου 2025 το Συμβούλιο ενέκρινε το εθνικό μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό-διαρθρωτικό σχέδιο της Ουγγαρίας. Το σχέδιο καθορίζει πορεία δημοσιονομικής προσαρμογής σε διάστημα τεσσάρων ετών, με μέγιστη αύξηση των καθαρών δαπανών ύψους 4,3 % το 2025, 4,0 % το 2026, 3,9 % το 2027 και 3,7 % το 2028. Επίσης, το Συμβούλιο εξέδωσε σύσταση προκειμένου να τερματιστεί η κατάσταση υπερβολικού ελλείμματος. Οι συνιστώμενοι μέγιστοι ρυθμοί αύξησης των καθαρών δαπανών στο πλαίσιο της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος (ΔΥΕ) ήταν αντίστοιχοι με εκείνους που καθορίζονται στο μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό-διαρθρωτικό σχέδιο. Τα προαναφερόμενα συνάδουν με ελάχιστη ετήσια διαρθρωτική προσαρμογή ύψους τουλάχιστον 0,5 % του ΑΕΠ ως σημείο αναφοράς που απαιτείται στο πλαίσιο της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος. Η προθεσμία για τη διόρθωση στο πλαίσιο της ΔΥΕ είναι το 2026, έτος για το οποίο το σχέδιο προβλέπει έλλειμμα 2,5 % του ΑΕΠ. Τον Ιούλιο του 2025 το Συμβούλιο ενεργοποίησε την εθνική ρήτρα διαφυγής για αυξήσεις των αμυντικών δαπανών της Ουγγαρίας, ώστε η Ουγγαρία να μπορεί να αποκλίνει από τη διορθωτική πορεία στο πλαίσιο της ΔΥΕ και από την πορεία των καθαρών δαπανών του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού-διαρθρωτικού σχεδίου και να τις υπερβεί.
Σύμφωνα με τις προβολές, οι καθαρές δαπάνες θα αυξηθούν κατά 9,7 % το 2026, υπερβαίνοντας τον συνιστώμενο ρυθμό αύξησης του 4,0 %. Η απόκλιση πάνω από το συνιστώμενο ανώτατο όριο ισοδυναμεί με ετήσια απόκλιση 2,3 % του ΑΕΠ και σωρευτική απόκλιση 3,0 % του ΑΕΠ. Στις 3 Ιουνίου 2026 η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, σύμφωνα με την αξιολόγηση και αφού ελήφθη υπόψη η ευελιξία που παρέχει η εθνική ρήτρα διαφυγής, η Ουγγαρία συμμορφώνεται με τον συνιστώμενο μέγιστο ρυθμό αύξησης των καθαρών δαπανών το 2025, ενώ προβλέπεται να διατρέχει κίνδυνο ουσιώδους μη συμμόρφωσης το 2026. Στο παρόν στάδιο, η Επιτροπή, σύμφωνα με την αξιολόγηση, θεωρεί ωστόσο ότι η Ουγγαρία έχει λάβει αποτελεσματικά μέτρα το 2025. Ως εκ τούτου, η ΔΥΕ αναστέλλεται.
Ο δείκτης του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ αυξήθηκε από 73,5 % το 2024 σε 74,6 % το 2025. Προβλέπεται να αυξηθεί σε 75,1 % το 2026 και σε 76,8 % το 2027, λόγω του υψηλού πρωτογενούς ελλείμματος και των αυξημένων δαπανών για τόκους. Οι κίνδυνοι βιωσιμότητας του χρέους για την Ουγγαρία φαίνονται υψηλοί σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα· το δημόσιο χρέος προβλέπεται να αυξηθεί από περίπου 75 % του ΑΕΠ το 2025 σε περίπου 103 % του ΑΕΠ το 2036. Ενώ το δημοσιονομικό πλαίσιο της χώρας έχει σταδιακά ευθυγραμμιστεί περισσότερο με τις νομικές απαιτήσεις της ΕΕ, δεν προώθησε τη διαφάνεια και τον συνετό δημοσιονομικό προσανατολισμό. Η θέσπιση ενός ρεαλιστικού και σταθερού εθνικού μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού πλαισίου θα ενισχύσει την αξιοπιστία και την αποτελεσματικότητα της δημοσιονομικής πολιτικής της χώρας. Επιπλέον, ο ρόλος και η ανεξαρτησία του Δημοσιονομικού Συμβουλίου θα μπορούσαν να ενισχυθούν.
Η Ουγγαρία δεν πληροί το κριτήριο της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Το ουγγρικό φιορίνι δεν συμμετέχει στον μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών ΙΙ. Η Ουγγαρία εφαρμόζει καθεστώς κυμαινόμενης συναλλαγματικής ισοτιμίας, το οποίο επιτρέπει στην κεντρική τράπεζα να παρεμβαίνει στην αγορά συναλλάγματος. Το φιορίνι υποτιμήθηκε έναντι του ευρώ το 2024, αλλά ανατιμήθηκε κατά τη διάρκεια του 2025 έως το τέλος Φεβρουαρίου του 2026. Οι εξελίξεις αυτές αντικατόπτριζαν τις διαφορές μεταξύ των νομισματικών πολιτικών της MNB και της ΕΚΤ, τις διαφορές στην πορεία του πληθωρισμού και την αυξημένη αβεβαιότητα καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου. Τον Μάρτιο του 2026, η αβεβαιότητα λόγω της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή προκάλεσε την προσωρινή υποτίμηση του φιορινιού. Ωστόσο, δεδομένου ότι ο πληθωρισμός συνέκλινε προς τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ, το φιορίνι ανατιμήθηκε εκ νέου μετά τα αποτελέσματα των εθνικών εκλογών του Απριλίου. Τον Μάιο του 2026 το φιορίνι ισχυροποιήθηκε κατά περίπου 8 % έναντι του ευρώ σε σύγκριση με δύο έτη νωρίτερα. Οι διαφορές των βραχυπρόθεσμων επιτοκίων έναντι της ζώνης του ευρώ μειώθηκαν το 2024 σε τουλάχιστον 299 μονάδες βάσης τον Αύγουστο, ενώ η MNB μείωσε το επιτόκιο πολιτικής της πολύ ταχύτερα από ό,τι η ΕΚΤ. Στη συνέχεια, η βραχυπρόθεσμη απόκλιση αυξήθηκε το 2025, ενώ η MNB διατήρησε αμετάβλητο το επιτόκιό της και η ΕΚΤ χαλάρωσε περαιτέρω την πολιτική της. Η βραχυπρόθεσμη απόκλιση υποχώρησε ελαφρά εκ νέου το 2026, φθάνοντας τις 390 μονάδες βάσης το Μάιο· η MNB μείωσε το επιτόκιο πολιτικής της το Φεβρουάριο του 2026, ενώ η ΕΚΤ άφησε αμετάβλητα τα επιτόκια. Τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια μειώθηκαν επίσης μετά τις εκλογές του Απριλίου.
Η Ουγγαρία δεν πληροί το κριτήριο της σύγκλισης των μακροπρόθεσμων επιτοκίων. Το μέσο μακροπρόθεσμο επιτόκιο κατά το δωδεκάμηνο έως τον Μάιο του 2026 ήταν 6,7 %, δηλαδή πολύ υψηλότερο από την τιμή αναφοράς του 5,1 %. Το μακροπρόθεσμο επιτόκιο της Ουγγαρίας παρέμεινε σχετικά σταθερό μετά την προηγούμενη έκθεση· σημειώθηκαν μικρές μόνο μεταβολές στο επιτόκιο πολιτικής και ο πληθωρισμός παρέμεινε σχετικά σταθερός. Η μείωση του επιτοκίου πολιτικής τον Φεβρουάριο και η απότομη πτώση του πληθωρισμού στις αρχές του 2026 προκάλεσαν τη μείωση του μακροπρόθεσμου επιτοκίου της Ουγγαρίας. Ωστόσο, οι αυξημένοι κίνδυνοι λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή αύξησαν προσωρινά το επιτόκιο στο 7,1 % τον Μάρτιο, το υψηλότερο επίπεδο από το 2023. Τα αποτελέσματα των εκλογών του Απριλίου οδήγησαν στην επάνοδο του μακροπρόθεσμου επιτοκίου σε πτωτική πορεία, το οποίο έφθασε στο 5,7 % τον Μάιο του 2026. Η απόκλιση των μακροπρόθεσμων επιτοκίων έναντι της Γερμανίας ήταν σχετικά σταθερή το 2025 και στη συνέχεια μειώθηκε το 2026 μετά τη μείωση του μακροπρόθεσμου επιτοκίου. Η μακροπρόθεσμη απόκλιση έναντι του γερμανικού ομολόγου αναφοράς ανήλθε σε 260 μονάδες βάσης τον Μάιο του 2026.
Η Επιτροπή εξέτασε επίσης πρόσθετους παράγοντες, μεταξύ άλλων την εξέλιξη του ισοζυγίου πληρωμών, την ολοκλήρωση των αγορών και το θεσμικό περιβάλλον. Το εξωτερικό ισοζύγιο της Ουγγαρίας (δηλ. συνδυαστικά το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και το ισοζύγιο κεφαλαίων) βελτιώθηκε και έφτασε στο 2,2 % του ΑΕΠ το 2024, κυρίως λόγω βελτίωσης στο εμπορικό ισοζύγιο. Παρέμεινε στο 2,2 % του ΑΕΠ το 2025, ενώ το αυξανόμενο εμπορικό έλλειμμα στον τομέα των αγαθών και το εμπορικό πλεόνασμα στον τομέα των υπηρεσιών αλληλοεξουδετερώθηκαν. Η ουγγρική οικονομία παρουσιάζει υψηλό βαθμό ένταξης στη ζώνη του ευρώ μέσω εμπορικών και επενδυτικών δεσμών. Από επιλεγμένους δείκτες που σχετίζονται με το θεσμικό περιβάλλον προκύπτει ότι οι επιδόσεις της Ουγγαρίας υπολείπονται εκείνων πολλών κρατών μελών της ζώνης του ευρώ. Η Ουγγαρία αντιμετωπίζει προκλήσεις σε τομείς όπως η κανονιστική ποιότητα και ο έλεγχος της διαφθοράς. Οι επιδόσεις της είναι επίσης χειρότερες από τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ όσον αφορά την αποτελεσματικότητα της κυβέρνησης και το κράτος δικαίου. Το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ουγγαρίας χαρακτηρίζεται από τη μεγάλη παρουσία ξένων συμμετοχών που δεν πραγματοποιούν καμία χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση στην εγχώρια οικονομία. Με την εξαίρεση αυτών, το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ουγγαρίας είναι λιγότερο ανεπτυγμένο σε σχέση με τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ. Ο τραπεζικός τομέας της Ουγγαρίας έχει μεγάλη και σχετικά σταθερή βαρύτητα στον χρηματοπιστωτικό τομέα και είναι ικανοποιητικά ενταγμένος στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της ζώνης του ευρώ λόγω σχετικά μεγάλου μεριδίου αλλοδαπής ιδιοκτησιακής συμμετοχής. Οι αγορές μετοχών και χρεωστικών τίτλων είναι μικρές και σχετικά λιγότερο ανεπτυγμένες. Στο πλαίσιο της διαδικασίας μακροοικονομικών ανισορροπιών, η Επιτροπή, στην έκθεση του μηχανισμού επαγρύπνησης για το 2026, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δικαιολογούνταν εμπεριστατωμένη επισκόπηση για την Ουγγαρία. Η εμπεριστατωμένη επισκόπηση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Ουγγαρία αντιμετωπίζει ευπάθειες που σχετίζονται με το υψηλό δημόσιο χρέος της και τις ανάγκες κρατικής χρηματοδότησης, την ανταγωνιστικότητα κόστους και τις τιμές των κατοικιών. Η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη την αξιολόγηση αυτή στην εμπεριστατωμένη επισκόπηση, θεωρεί στην ανακοίνωσή της σχετικά με την εαρινή δέσμη του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2026 ότι η Ουγγαρία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει μακροοικονομικές ανισορροπίες.
Το σχέδιο ανάκαμψης και ανθεκτικότητας (ΣΑΑ) της Ουγγαρίας περιλαμβάνει μέτρα για την αντιμετώπιση μιας σειράς διαρθρωτικών προκλήσεων, σε συνέργεια με άλλα ταμεία της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των ταμείων της πολιτικής συνοχής, με σκοπό την τόνωση της ανταγωνιστικότητάς της και την προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης, καθώς και τη μείωση των εδαφικών και κοινωνικών ανισοτήτων της χώρας. Η χρηματοδότηση του ΜΑΑ παρέχει στην Ουγγαρία 10 δισ. EUR κατά την περίοδο 2021-2026. Στις βασικές μεταρρυθμίσεις του ΣΑΑ της Ουγγαρίας περιλαμβάνονται οι μεταρρυθμίσεις στους τομείς του κράτους δικαίου (π.χ. δικαστικό σύστημα, καταπολέμηση της διαφθοράς, δημόσιες συμβάσεις), των βιώσιμων μεταφορών, της ενέργειας, της διαχείρισης των υδάτων και της κυκλικής οικονομίας, της φορολογίας και του δημοσιονομικού πλαισίου. Επιπλέον, η πολιτική συνοχής παρέχει στην Ουγγαρία 23,7 δισ. EUR για την περίοδο 2021-2027. Σκοπός της χρηματοδότησης στο πλαίσιο της πολιτικής συνοχής είναι η περαιτέρω στήριξη της ανταγωνιστικότητας της Ουγγαρίας, μεταξύ άλλων μέσω της καινοτομίας και της χρήσης προηγμένων τεχνολογιών, της πράσινης μετάβασης και της ανοδικής κοινωνικής σύγκλισης, καθώς και της αντιμετώπισης, μεταξύ άλλων, της φτώχειας και της ανάπτυξης εκπαιδευτικών συστημάτων και δεξιοτήτων. Ενώ η Ουγγαρία έχει σημειώσει πρόοδο όσον αφορά την εφαρμογή της πολιτικής συνοχής, εξακολουθούν να υφίστανται προκλήσεις και σημαντικές κοινωνικές και περιφερειακές ανισότητες.
4.ΠΟΛΩΝΙΑ
Λαμβάνοντας υπόψη την αξιολόγησή της σχετικά με τη νομική συμβατότητα και την εκπλήρωση των κριτηρίων σύγκλισης, και συνεκτιμώντας τους πρόσθετους σχετικούς παράγοντες, η Επιτροπή θεωρεί ότι η Πολωνία δεν πληροί τις προϋποθέσεις για την υιοθέτηση του ευρώ.
Η νομοθεσία στην Πολωνία, ιδίως ο νόμος για τη Narodowy Bank Polski (Εθνική Τράπεζα της Πολωνίας) (νόμος για την NBP) και το σύνταγμα της Δημοκρατίας της Πολωνίας, δεν είναι πλήρως συμβατή με τις απαιτήσεις του άρθρου 131 της ΣΛΕΕ. Τα προβλήματα συμβατότητας αφορούν την ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας, την απαγόρευση της νομισματικής χρηματοδότησης και την ένταξη της κεντρικής τράπεζας στο Ευρωσύστημα. Εξάλλου, ο νόμος για την NBP περιέχει επίσης ορισμένες ατέλειες όσον αφορά την ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας της NBP και την ένταξή της στο Ευρωσύστημα όσον αφορά τα καθήκοντα του ΕΣΚΤ / της ΕΚΤ, όπως περιγράφονται στο άρθρο 127 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ και στο άρθρο 3 του καταστατικού ΕΣΚΤ/ΕΚΤ.
Η Πολωνία δεν πληροί το κριτήριο της σταθερότητας των τιμών. Το μέσο ποσοστό πληθωρισμού στην Πολωνία κατά το δωδεκάμηνο έως τον Μάιο του 2026 ήταν 2,9 %, ελαφρώς υψηλότερο από την τιμή αναφοράς 2,7 %. Προβλέπεται να αυξηθεί και να παραμείνει υψηλότερο από την τιμή αναφοράς έως το τέλος του 2026. Ωστόσο, αναμένεται να μειωθεί κατά το μεγαλύτερο μέρος του 2027 και να υποχωρήσει κάτω από την τιμή αναφοράς έως το τέλος του 2027.
Ο επίσημος πληθωρισμός μειώθηκε σημαντικά από 10,8 % το 2023 σε 3,7 % κατά μέσο όρο το 2024 και σε 3,3 % το 2025. Στη μείωση αυτή συνέβαλαν οι περισσότερες συνιστώσες του πληθωρισμού, εκτός από τις υπηρεσίες και τα μεταποιημένα τρόφιμα. Οι τιμές των τροφίμων επηρεάστηκαν από τη σταδιακή κατάργηση του προσωρινού μηδενικού συντελεστή ΦΠΑ στα βασικά τρόφιμα στο τέλος Μαρτίου του 2024. Το 2025 έληξε επίσης το πάγωμα των τιμών του αερίου και της ηλεκτρικής ενέργειας για τα νοικοκυριά. Αφού περιορίστηκε σε 2,5 % τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του 2026, ο πληθωρισμός βάσει του ΕνΔΤΚ αυξήθηκε τους επόμενους τρεις μήνες, φθάνοντας το 3,3 % τον Μάιο του 2026, λόγω της αύξησης των παγκόσμιων τιμών των βασικών προϊόντων ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, αλλά μετριάστηκε από την προσωρινή μείωση των φόρων επί των καυσίμων και το ημερήσιο ανώτατο όριο τιμών που θεσπίστηκε στα τέλη Μαρτίου του 2026. Το 2024 και το 2025 το ετήσιο ποσοστό πληθωρισμού βάσει του ΕνΔΤΚ στην Πολωνία ήταν κατά μέσο όρο υψηλότερο απ’ ό,τι στη ζώνη του ευρώ.
Όσον αφορά τις μελλοντικές εξελίξεις, ο πληθωρισμός αναμένεται να αυξηθεί το 2026 αλλά στη συνέχεια να μειωθεί το 2027, παραμένοντας ωστόσο πάνω από τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ και τα δύο έτη. Σύμφωνα με τις εαρινές οικονομικές προβλέψεις 2026 της Επιτροπής, προβλέπεται ότι ο ετήσιος πληθωρισμός βάσει του ΕνΔΤΚ θα ανέλθει κατά μέσο όρο σε 3,6 % το 2026 και σε 2,9 % το 2027. Οι προοπτικές του πληθωρισμού παραμένουν αβέβαιες λόγω των κινδύνων που σχετίζονται με τις παγκόσμιες τιμές των βασικών προϊόντων και τη γεωπολιτική κατάσταση. Το επίπεδο τιμών καταναλωτή στην Πολωνία ήταν περίπου 69 % του μέσου όρου της ζώνης του ευρώ το 2024, γεγονός που υποδηλώνει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν δυνατότητες για περαιτέρω σύγκλιση του επιπέδου των τιμών μακροπρόθεσμα.
Η Πολωνία δεν πληροί το κριτήριο των δημόσιων οικονομικών. Η Πολωνία αποτελεί αντικείμενο απόφασης του Συμβουλίου σχετικά με την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος. Από το 2022 το δημοσιονομικό έλλειμμα της Πολωνίας παραμένει πάνω από την τιμή αναφοράς του 3 % του ΑΕΠ που ορίζει η Συνθήκη, σημειώνοντας αύξηση από 3,4 % του ΑΕΠ το 2022 σε 6,4 % του ΑΕΠ το 2024 και 7,3 % του ΑΕΠ το 2025. Αυτό οφείλεται στις υψηλότερες δημόσιες δαπάνες, λόγω των σημαντικών επενδύσεων στον τομέα της άμυνας, των αυξημένων κοινωνικών παροχών (συμπεριλαμβανομένων της τιμαριθμικής αναπροσαρμογής των συντάξεων, καθώς και των νέων προγραμμάτων για τους ενεργούς γονείς και τις συντάξεις χηρείας), του αυξανόμενου κόστους εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους, των αυξημένων μισθών στον δημόσιο τομέα και των υψηλότερων δαπανών για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Σύμφωνα με τις εαρινές οικονομικές προβλέψεις 2026 της Επιτροπής, το δημοσιονομικό έλλειμμα αναμένεται να μειωθεί σε 6,5 % του ΑΕΠ το 2026, λόγω της συγκράτησης των εθνικά χρηματοδοτούμενων δαπανών και των εγκριθέντων μέτρων διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος των εσόδων. Το 2027 ο δείκτης του δημοσιονομικού ελλείμματος προβλέπεται να είναι 6,3 %.
Στις 21 Ιανουαρίου 2025 το Συμβούλιο εξέδωσε σύσταση για την έγκριση του εθνικού μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού-διαρθρωτικού σχεδίου της Πολωνίας. Το σχέδιο καθορίζει πορεία δημοσιονομικής προσαρμογής σε διάστημα τεσσάρων ετών, με μέγιστη αύξηση των καθαρών δαπανών ύψους 6,3 % το 2025, 4,4 % το 2026, 4,0 % το 2027 και 3,5 % το 2028. Επίσης, το Συμβούλιο εξέδωσε σύσταση προκειμένου να τερματιστεί η κατάσταση υπερβολικού ελλείμματος. Οι συνιστώμενοι μέγιστοι ρυθμοί αύξησης των καθαρών δαπανών στο πλαίσιο της ΔΥΕ ήταν αντίστοιχοι με εκείνους που καθορίζονται στο μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό-διαρθρωτικό σχέδιο. Συνάδουν με ελάχιστη ετήσια διαρθρωτική προσαρμογή ύψους τουλάχιστον 0,5 % του ΑΕΠ ως σημείο αναφοράς που απαιτείται στο πλαίσιο της ΔΥΕ. Η προθεσμία για τη διόρθωση στο πλαίσιο της ΔΥΕ είναι το 2028, έτος για το οποίο το σχέδιο προβλέπει έλλειμμα ύψους 2,9 % του ΑΕΠ. Τον Ιούλιο του 2025 το Συμβούλιο ενεργοποίησε την εθνική ρήτρα διαφυγής για αυξήσεις των αμυντικών δαπανών της Πολωνίας, ώστε η Πολωνία να μπορεί να αποκλίνει από τη διορθωτική πορεία στο πλαίσιο της ΔΥΕ και από την πορεία των καθαρών δαπανών του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού-διαρθρωτικού σχεδίου και να τις υπερβεί. Στις 3 Ιουνίου 2026 η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, με βάση την εκτίμηση της αποτελεσματικότητας της δράσης, η διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος για την Πολωνία αναστέλλεται.
Σύμφωνα με τις προβολές, οι καθαρές δαπάνες θα αυξηθούν κατά 4,0 % το 2026, ποσοστό χαμηλότερο από τη συνιστώμενη αύξηση του 4,4 %. Η σωρευτική απόκλιση από το συνιστώμενο μέγιστο ισοδυναμεί με 1,0 % του ΑΕΠ. Ωστόσο, η προβλεπόμενη απόκλιση είναι εντός των ορίων ευελιξίας της εθνικής ρήτρας διαφυγής με βάση τις τρέχουσες προβολές για τις αμυντικές δαπάνες.
Ο λόγος του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ αυξήθηκε από 54,8 % το 2024 σε 59,7 % το 2025 και προβλέπεται να αυξηθεί σε 64,5 % το 2026 και σε 68,3 % το 2027. Αυτό οφείλεται στο υψηλό πρωτογενές έλλειμμα, στις αυξημένες δαπάνες για τόκους και στις ανοδικές προσαρμογές αποθεμάτων-ροών. Οι κίνδυνοι βιωσιμότητας του χρέους της Πολωνίας φαίνονται υψηλοί σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα· το δημόσιο χρέος προβλέπεται να αυξηθεί σταθερά από περίπου 60 % το 2025 σε περίπου 107 % το 2036. Το δημοσιονομικό πλαίσιο της Πολωνίας αποτέλεσε αντικείμενο δύο σημαντικών μεταρρυθμίσεων το 2024, οι οποίες ενίσχυσαν τη δημοσιονομική πειθαρχία και τη δημοσιονομική βιωσιμότητά της με την εισαγωγή ενός εκ των προτέρων διορθωτικού μηχανισμού στον εθνικό κανόνα για τις δαπάνες, ώστε να διασφαλιστεί η συνοχή με τις δημοσιονομικές απαιτήσεις της ΕΕ, και μιας εντολής ολοκληρωμένης παρακολούθησης της δημοσιονομικής πολιτικής για το Δημοσιονομικό Συμβούλιο.
Η Πολωνία δεν πληροί το κριτήριο της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Το πολωνικό ζλότι δεν συμμετέχει στον μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών II. Από τον Απρίλιο του 2000 η Πολωνία εφαρμόζει καθεστώς ελεύθερης κυμαινόμενης συναλλαγματικής ισοτιμίας το οποίο επιτρέπει στην κεντρική τράπεζα να παρεμβαίνει στην αγορά συναλλάγματος, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος για τον πληθωρισμό. Καθ’ όλη τη διάρκεια του 2024 το ζλότι παρέμεινε σχετικά σταθερό, σε περίπου 4,31 PLN/EUR κατά μέσο όρο. Μεταξύ Ιανουαρίου και Μαρτίου του 2025 ενισχύθηκε ελαφρώς, από 4,25 σε περίπου 4,18. Ακολούθησε ταχεία υποτίμηση και, στη συνέχεια, μια περίοδος σχετικά μικρών διακυμάνσεων στο επίπεδο του 4,24 περίπου. Από τον Μάιο του 2025 έως το τέλος του έτους η συναλλαγματική ισοτιμία παρέμεινε κοντά στο 4,25 PLN/EUR. Τον Μάιο του 2026 η συναλλαγματική ισοτιμία του ζλότι έναντι του ευρώ ήταν κατά μέσο όρο 4,25. Ενισχύθηκε κατά περίπου 1 % έναντι του ευρώ σε σύγκριση με δύο έτη νωρίτερα.
Οι αποκλίσεις των βραχυπρόθεσμων επιτοκίων έναντι της ζώνης του ευρώ αυξάνονταν συνεχώς κατά τη διάρκεια του 2024 και τους τρεις πρώτους μήνες του 2025, φθάνοντας τις 341 μονάδες βάσης τον Μάρτιο του 2025. Κατά την περίοδο αυτή, το βραχυπρόθεσμο επιτόκιο της ζώνης του ευρώ συνέχισε να μειώνεται, συμβαδίζοντας με τη χαλάρωση του επιτοκίου πολιτικής της ΕΚΤ, ενώ το επιτόκιο τριών μηνών της Πολωνίας παρέμεινε σταθερό. Από τον Μάιο του 2025 και μετά η NBP ξεκίνησε έναν κύκλο χαλάρωσης που οδήγησε σε σημαντική μείωση των αποκλίσεων των επιτοκίων σε 200 μονάδες βάσης τον Δεκέμβριο. Η τάση αυτή συνεχίστηκε και το 2026, καθώς οι αποκλίσεις των επιτοκίων έφθασαν τις 162 μονάδες βάσης το Μάιο.
Η Πολωνία δεν πληροί το κριτήριο της σύγκλισης των μακροπρόθεσμων επιτοκίων. Το μέσο μακροπρόθεσμο επιτόκιο κατά το δωδεκάμηνο έως τον Μάιο του 2026 ήταν 5,4 %, δηλαδή ελαφρώς υψηλότερο από την τιμή αναφοράς του 5,1 %. Αρχικά, το μακροπρόθεσμο επιτόκιο της Πολωνίας αυξήθηκε ελαφρώς το 2024 και κορυφώθηκε στο 5,7 % τον Ιούνιο του 2024, σε ένα πλαίσιο περιοριστικής νομισματικής πολιτικής και υψηλού δημοσιονομικού ελλείμματος. Κατά την περίοδο αυτή η απόκλιση των μακροπρόθεσμων επιτοκίων έναντι του γερμανικού ομολόγου αναφοράς παρέμεινε σχετικά σταθερή, ενώ στη συνέχεια αυξήθηκε από 319 μονάδες βάσης τον Ιούλιο του 2024 και κορυφώθηκε σε 355 μονάδες βάσης τον Δεκέμβριο του 2024. Από τον Ιανουάριο του 2025 το μακροπρόθεσμο επιτόκιο μειώνεται σταδιακά, αν και με ορισμένες διακυμάνσεις λόγω της χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής, και διαμορφώθηκε σε 5,7 % το Μάιο του 2026. Ως εκ τούτου, οι αποκλίσεις των μακροπρόθεσμων επιτοκίων έναντι του γερμανικού ομολόγου αναφοράς μειώθηκαν σταθερά σε περίπου 269 μονάδες βάσης κατά τη διάρκεια του Μαΐου του 2026.
Η Επιτροπή εξέτασε επίσης πρόσθετους παράγοντες, μεταξύ άλλων την εξέλιξη του ισοζυγίου πληρωμών, την ολοκλήρωση των αγορών και το θεσμικό περιβάλλον. Το εξωτερικό ισοζύγιο της Πολωνίας (δηλαδή συνδυαστικά το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και το ισοζύγιο κεφαλαίων) επιδεινώθηκε τόσο το 2024 όσο και το 2025, κυρίως λόγω της μείωσης του λογαριασμού τρεχουσών συναλλαγών, καθώς οι τιμές των εξαγωγών μειώθηκαν ταχύτερα από τις τιμές των εισαγωγών. Το εξωτερικό ισοζύγιο μετατράπηκε από πλεονασματικό το 2024 (0,6 % του ΑΕΠ) σε ουδέτερο το 2025. Η οικονομία της Πολωνίας είναι ικανοποιητικά ενταγμένη στη ζώνη του ευρώ, τόσο μέσω εμπορικών συναλλαγών όσο και μέσω επενδύσεων. Με βάση επιλεγμένους δείκτες που σχετίζονται με το θεσμικό περιβάλλον, η Πολωνία βρίσκεται κάτω από τον μέσο όρο των κρατών μελών της ζώνης του ευρώ στον τομέα αυτόν. Ο χρηματοπιστωτικός τομέας της Πολωνίας είναι μικρότερος και λιγότερο ανεπτυγμένος σε σύγκριση με τον χρηματοπιστωτικό τομέα της ζώνης του ευρώ. Κυριαρχείται από τράπεζες, οι οποίες είναι ικανοποιητικά ενταγμένες στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της ζώνης του ευρώ μέσω του υψηλού επιπέδου αλλοδαπής ιδιοκτησιακής συμμετοχής. Η χρηματοδότηση με βάση την αγορά είναι λιγότερο ανεπτυγμένη απ’ ό,τι στη ζώνη του ευρώ, γεγονός που αντικατοπτρίζεται στις πολύ μικρές αγορές μετοχών και χρέους του ιδιωτικού τομέα. Στο πλαίσιο της διαδικασίας μακροοικονομικών ανισορροπιών, η Επιτροπή, στην έκθεση του μηχανισμού επαγρύπνησης για το 2026, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν δικαιολογούνταν εμπεριστατωμένη επισκόπηση για την Πολωνία.
Το σχέδιο ανάκαμψης και ανθεκτικότητας (ΣΑΑ) της Πολωνίας περιλαμβάνει μέτρα για την αντιμετώπιση μιας σειράς διαρθρωτικών προκλήσεων, σε συνέργεια με άλλα ταμεία της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των ταμείων της πολιτικής συνοχής, με σκοπό την τόνωση της ανταγωνιστικότητάς της και την προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης, καθώς και τη μείωση των εδαφικών και κοινωνικών ανισοτήτων της χώρας. Η χρηματοδότηση του ΜΑΑ παρέχει στην Πολωνία επιχορηγήσεις και δάνεια ύψους 54,7 δισ. EUR κατά την περίοδο 2021-2026. Η υλοποίηση του ΣΑΑ της Πολωνίας βρίσκεται σε εξέλιξη, με συνολική εκταμίευση ύψους 34,15 δισ. EUR (ή 62,4 % του συνολικού ποσού) στο τέλος του Ιουνίου του 2026. Στις βασικές μεταρρυθμίσεις του ΣΑΑ της Πολωνίας περιλαμβάνονται μεταρρυθμίσεις στους τομείς της απανθρακοποίησης της πολωνικής οικονομίας, της διευκόλυνσης της ανάπτυξης υποδομών δικτύου για τη διασφάλιση της καθολικής πρόσβασης στο διαδίκτυο, της υγείας και των θεσμών της αγοράς εργασίας. Επιπλέον, η πολιτική συνοχής παρέχει στην Πολωνία 80,6 δισ. EUR για την περίοδο 2021-2027. Η χρηματοδότηση της πολιτικής συνοχής αποσκοπεί ιδίως στην περαιτέρω στήριξη της ανταγωνιστικότητας, της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας, καθώς και των δεξιοτήτων και της κοινωνικής δικαιοσύνης στην Πολωνία. Μολονότι η Πολωνία έχει σημειώσει πρόοδο όσον αφορά την εφαρμογή της πολιτικής συνοχής, εξακολουθούν να υφίστανται προκλήσεις και οι περιφερειακές ανισότητες μεταξύ των ανατολικών περιοχών και της υπόλοιπης χώρας οξύνονται διαρκώς.
5.ΡΟΥΜΑΝΙΑ
Λαμβάνοντας υπόψη την αξιολόγησή της σχετικά με τη νομική συμβατότητα και την εκπλήρωση των κριτηρίων σύγκλισης, και συνεκτιμώντας τους πρόσθετους σχετικούς παράγοντες, η Επιτροπή θεωρεί ότι η Ρουμανία δεν πληροί τις προϋποθέσεις για την υιοθέτηση του ευρώ.
Η νομοθεσία στη Ρουμανία, ιδίως ο νόμος αριθ. 312 σχετικά με το καταστατικό της Εθνικής Τράπεζας της Ρουμανίας της 28ης Ιουνίου 2004 (νόμος για την BNR), δεν είναι πλήρως συμβατή με τις απαιτήσεις του άρθρου 131 της ΣΛΕΕ. Τα προβλήματα συμβατότητας αφορούν την ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας, την απαγόρευση της νομισματικής χρηματοδότησης και την ένταξη της κεντρικής τράπεζας στο Ευρωσύστημα. Εξάλλου, ο νόμος για την BNR περιέχει ατέλειες όσον αφορά την ανεξαρτησία της BNR και την ένταξή της στο Ευρωσύστημα όσον αφορά τα καθήκοντα του ΕΣΚΤ / της ΕΚΤ, όπως περιγράφονται στο άρθρο 127 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ και στο άρθρο 3 του καταστατικού ΕΣΚΤ/ΕΚΤ.
Η Ρουμανία δεν πληροί το κριτήριο της σταθερότητας των τιμών. Το μέσο ποσοστό πληθωρισμού στη Ρουμανία κατά το δωδεκάμηνο έως τον Μάιο του 2026 ήταν 8,4 %, αρκετά υψηλότερο από την τιμή αναφοράς 2,7 %. Προβλέπεται να μειωθεί κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2026, αλλά να παραμείνει αρκετά πάνω από την τιμή αναφοράς έως το τέλος του 2026. Προβλέπεται να εξακολουθήσει να μειώνεται το 2027, αλλά να παραμείνει υψηλότερο από την τιμή αναφοράς έως το τέλος του 2027.
Το 2025 ο ετήσιος πληθωρισμός βάσει του ΕνΔΤΚ στη Ρουμανία ανήλθε σε 6,8 %, από 5,8 % το 2024. Η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, η οποία ακολούθησε τον κλυδωνισμό των τιμών της ενέργειας το 2022, παρέμεινε στάσιμη και στη συνέχεια αντιστράφηκε στα μέσα του 2025. Το ετήσιο ποσοστό επίσημου πληθωρισμού βάσει του ΕνΔΤΚ υποχώρησε από 7,3 % τον Ιανουάριο του 2024 σε 4,9 % τον Απρίλιο του 2025, και στη συνέχεια αυξήθηκε σταθερά και σημαντικά σε 8,6 % τον Σεπτέμβριο και παρέμεινε στο επίπεδο αυτό τον Δεκέμβριο του 2025. Η άνοδος των τιμών των τροφίμων και της ενέργειας ήταν οι κύριοι παράγοντες συμβολής στην αύξηση του επίσημου πληθωρισμού. Η αύξηση του πληθωρισμού κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2025 ήταν σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα της κατάργησης του ανώτατου ορίου τιμών ηλεκτρικής ενέργειας για τα νοικοκυριά τον Ιούλιο του 2025, σε συνδυασμό με αυξήσεις του συντελεστή ΦΠΑ και των ειδικών φόρων κατανάλωσης. Οι τιμές των μη μεταποιημένων τροφίμων αυξήθηκαν λόγω των επιπτώσεων των δυσμενών καιρικών συνθηκών στη γεωργία, ενώ ο πληθωρισμός στον τομέα των υπηρεσιών παρέμεινε σταθερά υψηλός, λόγω της έντονης αλλά μετριασμένης αύξησης των μισθών το 2025 μετά το πάγωμα των μισθών στον δημόσιο τομέα. Η αύξηση των τιμών της ενέργειας ως επακόλουθο της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή προκάλεσε αύξηση του επίσημου πληθωρισμού σε 9,7 % τον Μάιο του 2026, από 8,3 % τον Φεβρουάριο του 2026. Τα ετήσια ποσοστά πληθωρισμού βάσει του ΕνΔΤΚ στη Ρουμανία το 2024 και το 2025 ήταν υψηλότερα απ’ ό,τι στη ζώνη του ευρώ συνολικά.
Σύμφωνα με τις εαρινές οικονομικές προβλέψεις 2026 της Επιτροπής, το ετήσιο μέσο ποσοστό πληθωρισμού προβλέπεται να αυξηθεί ελαφρώς σε 7,0 % το 2026 και στη συνέχεια να μειωθεί σταδιακά σε 3,7 % το 2027. Η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού κατά την περίοδο των προβλέψεων αναμένεται να στηριχθεί από την έντονη συγκράτηση της αύξησης των μισθών, ενώ ενδεχόμενη αύξηση των τιμών της ενέργειας θα την επιβραδύνει. Τα σχετικά χαμηλά επίπεδα τιμών στη Ρουμανία, που αντιστοιχούσαν σε περίπου 61 % του μέσου όρου της ζώνης του ευρώ το 2024, υποδηλώνουν δυνατότητες για σύγκλιση του επιπέδου των τιμών μακροπρόθεσμα.
Η Ρουμανία δεν πληροί το κριτήριο των δημόσιων οικονομικών. Η Ρουμανία αποτελεί αντικείμενο απόφασης του Συμβουλίου σχετικά με την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος. Το δημοσιονομικό έλλειμμα βελτιώθηκε από 9,3 % του ΑΕΠ το 2024 σε 7,9 % το 2025, αλλά παρέμεινε σε επίπεδο πολύ υψηλότερο από την τιμή αναφοράς του 3 % του ΑΕΠ που ορίζει η Συνθήκη. Η βελτίωση αυτή οφειλόταν στην αποτελεσματικότερη είσπραξη φόρων και σε δύο σημαντικές δέσμες μέτρων δημοσιονομικής εξυγίανσης το 2025, των οποίων η συνδυαστική εκτιμώμενη απόδοση όσον αφορά την αύξηση των εσόδων και τη μείωση των δαπανών ανέρχεται σε περίπου 3,7 εκατοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ. Σύμφωνα με τις εαρινές οικονομικές προβλέψεις 2026 της Επιτροπής, το δημοσιονομικό έλλειμμα αναμένεται να μειωθεί σε 6,2 % του ΑΕΠ το 2026, αντικατοπτρίζοντας τα ετήσια αποτελέσματα των μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής του 2025, καθώς και τα πρόσθετα έσοδα του 2026, μέσω υψηλότερου ΦΠΑ και υψηλότερων ειδικών φόρων κατανάλωσης, υψηλότερου φόρου επί των μερισμάτων, αλλαγών στον φόρο ακίνητης περιουσίας και διεύρυνσης της βάσης των εισφορών υγείας, παράλληλα με αυστηρότερους ελέγχους των τρεχουσών δαπανών. Το 2027 ο δείκτης του δημοσιονομικού ελλείμματος προβλέπεται να είναι 5,8 %.
Στις 20 Ιουνίου 2025 το Συμβούλιο εξέδωσε απόφαση δυνάμει του άρθρου 126 παράγραφος 8 της ΣΛΕΕ με την οποία διαπιστώθηκε ότι η Ρουμανία δεν είχε λάβει αποτελεσματικά μέτρα για τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματός της. Στη συνέχεια, στις 8 Ιουλίου 2025 το Συμβούλιο αναθεώρησε την πορεία δημοσιονομικής προσαρμογής της Ρουμανίας στο πλαίσιο της ΔΥΕ, σύμφωνα με την οποία η Ρουμανία πρέπει να διατηρήσει την ονομαστική αύξηση των καθαρών δαπανών σε ποσοστό κάτω από το 2,8 % το 2025, το 2,6 % το 2026, το 4,6 % το 2027, το 4,4 % το 2028, το 4,2 % το 2029 και το 4,0 % το 2030. Αυτοί οι μέγιστοι ρυθμοί αύξησης των καθαρών δαπανών ισοδυναμούν με ετήσια προσαρμογή περίπου 2 εκατοστιαίων μονάδων ετησίως το 2025 και το 2026, και περίπου μίας εκατοστιαίας μονάδας στη συνέχεια, πάνω από την ελάχιστη ετήσια διαρθρωτική προσαρμογή ύψους τουλάχιστον 0,5 % του ΑΕΠ, που είναι το απαιτούμενο σημείο αναφοράς στο πλαίσιο μιας ΔΥΕ. Η προθεσμία για τη διόρθωση στο πλαίσιο της ΔΥΕ είναι το 2030, έτος για το οποίο η αναθεωρημένη σύσταση του Ιουλίου του 2025 δυνάμει του άρθρου 126 παράγραφος 7 της ΣΛΕΕ προβλέπει έλλειμμα ύψους 2,8 % του ΑΕΠ. Η αναθεωρημένη σύσταση του Ιουλίου του 2025 αντικατέστησε την αρχική πορεία των καθαρών δαπανών του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού-διαρθρωτικού σχεδίου της Ρουμανίας ως λειτουργικού σημείου αναφοράς για την παρακολούθηση της ΔΥΕ, ενώ οι μεταρρυθμίσεις και οι επενδύσεις στις οποίες στηρίζεται η παρατεταμένη περίοδος προσαρμογής του σχεδίου παραμένουν σε ισχύ και εξακολουθούν να παρακολουθούνται από την Επιτροπή. Στις 3 Ιουνίου 2026 η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Ρουμανία είχε αναλάβει αποτελεσματική δράση ανταποκρινόμενη στη σύσταση του Συμβουλίου και, ως εκ τούτου, η διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος ανεστάλη. Οι καθαρές δαπάνες το 2026 προβλέπεται να αυξηθούν κατά 1,8 %, ποσοστό χαμηλότερο από το ανώτατο όριο του 2,6 % που συνιστά το Συμβούλιο για το 2026, ενώ η σωρευτική αύξηση των καθαρών δαπανών έως το 2026 προβλέπεται να παραμείνει εντός του συνιστώμενου σωρευτικού ανώτατου ορίου του 5,5 %.
Ο λόγος του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ αυξήθηκε από 54,8 % του ΑΕΠ το 2024 σε 59,3 % το 2025 και αναμένεται να αυξηθεί περαιτέρω σε 61,6 % το 2026 και σε 63,4 % το 2027, λόγω υψηλού πρωτογενούς ελλείμματος και αυξανόμενων πληρωμών τόκων. Οι κίνδυνοι βιωσιμότητας του χρέους της Ρουμανίας φαίνονται υψηλοί σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, ενώ το δημόσιο χρέος προβλέπεται να αυξηθεί ταχέως σε περίπου 90 % του ΑΕΠ το 2036. Όσον αφορά το δημοσιονομικό πλαίσιο της Ρουμανίας, εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαρές αδυναμίες σε σχέση με τις προσλήψεις στο Δημοσιονομικό Συμβούλιο και τη διαχείριση των δημόσιων επενδύσεων.
Η Ρουμανία δεν πληροί το κριτήριο της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Το ρουμανικό λέου δεν συμμετέχει στον μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών II. Η Ρουμανία εφαρμόζει διευθέτηση «έρπουσας» (crawl-like) συναλλαγματικής ισοτιμίας η οποία επιτρέπει παρεμβάσεις στην αγορά συναλλάγματος από την κεντρική τράπεζα. Η BNR έχει χρησιμοποιήσει τη σταθερότητα της συναλλαγματικής ισοτιμίας ως σημαντικό μηχανισμό για τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και τη συγκράτηση των προσδοκιών σχετικά με τον πληθωρισμό. Το λέου ήταν σχετικά σταθερό έναντι του ευρώ το 2024 και υποτιμήθηκε το 2025. Τον Μάιο του 2025 οι πιέσεις εκροών κεφαλαίων στο πλαίσιο αυξημένης πολιτικής αβεβαιότητας προκάλεσαν έντονη υποτίμηση, με ζημίες έναντι του ευρώ της τάξης του 2 % σε σύγκριση με τον προηγούμενο μήνα. Ακολούθησε μια περίοδος μέτριας αστάθειας το δεύτερο εξάμηνο του έτους. Τον Μάιο του 2026 το λέου υποχώρησε κατά περίπου 5 % έναντι του ευρώ σε σύγκριση με δύο έτη νωρίτερα. Η απόκλιση των βραχυπρόθεσμων επιτοκίων έναντι της ζώνης του ευρώ αυξήθηκε σημαντικά (κατά περίπου 300 μονάδες βάσης) κατά την περίοδο μεταξύ Αυγούστου του 2024 και Ιουνίου του 2025, αντικατοπτρίζοντας την παύση στο βασικό επιτόκιο πολιτικής της BNR από τα μέσα του 2024 και τον κύκλο χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής στη ζώνη του ευρώ. Η απόκλιση διευρύνθηκε περαιτέρω εν μέσω πιέσεων στη χρηματαγορά της Ρουμανίας στα τέλη της άνοιξης και κορυφώθηκε σε περίπου 515 μονάδες βάσης τον Ιούνιο του 2025. Στη συνέχεια μειώθηκε σταθερά κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2025 και στις αρχές του 2026, αντανακλώντας τη βελτίωση των συνθηκών ρευστότητας στη χρηματαγορά της Ρουμανίας. Η απόκλιση ανήλθε σε περίπου 362 μονάδες βάσης τον Μάιο του 2026.
Η Ρουμανία δεν πληροί το κριτήριο της σύγκλισης των μακροπρόθεσμων επιτοκίων. Το μέσο μακροπρόθεσμο επιτόκιο κατά το δωδεκάμηνο έως τον Μάιο του 2026 ήταν 6,7 %, δηλαδή πολύ υψηλότερο από την τιμή αναφοράς του 5,1 %. Το μακροπρόθεσμο επιτόκιο της Ρουμανίας αυξήθηκε σταδιακά καθ’ όλη τη διάρκεια του 2024, φθάνοντας το 7,1 % τον Ιανουάριο του 2025. Αφού μειώθηκε ελαφρά κατά τους πρώτους μήνες του 2025, άρχισε να αυξάνεται εκ νέου τον Απρίλιο, τροφοδοτούμενο από την αυξημένη απροθυμία ανάληψης κινδύνων από την αγορά εν μέσω διευρυνόμενου δημοσιονομικού ελλείμματος και ανησυχιών των επενδυτών σχετικά με τις προοπτικές δημοσιονομικής εξυγίανσης. Στη συνέχεια, το μακροπρόθεσμο επιτόκιο μειώθηκε σταθερά κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2025, μετά τη θέσπιση μέτρων δημοσιονομικής εξυγίανσης από την κυβέρνηση. Κατά τους πρώτους πέντε μήνες του 2026, το μακροπρόθεσμο επιτόκιο της Ρουμανίας παρέμεινε σε γενικές γραμμές σταθερό και διαμορφώθηκε στο 6,2 % τον Μάιο του 2026. Η μακροπρόθεσμη απόκλιση έναντι του γερμανικού ομολόγου αναφοράς ανήλθε σε 312 μονάδες βάσης τον Μάιο του 2026, σημειώνοντας πτώση από την κορύφωσή του στις 485 μονάδες βάσης τον Ιούνιο του 2025.
Η Επιτροπή εξέτασε επίσης πρόσθετους παράγοντες, μεταξύ άλλων την εξέλιξη του ισοζυγίου πληρωμών, την ολοκλήρωση των αγορών και το θεσμικό περιβάλλον. Το εξωτερικό ισοζύγιο της Ρουμανίας (δηλαδή συνδυαστικά το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και το ισοζύγιο κεφαλαίων) βελτιώθηκε ελαφρώς από – 6,7 % του ΑΕΠ το 2024 σε – 6,0 % το 2025, κυρίως λόγω της αύξησης του πλεονάσματος του ισοζυγίου κεφαλαίων χάρη στην καλύτερη απορρόφηση των κονδυλίων της ΕΕ. Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της Ρουμανίας παρέμεινε σημαντικό, στο 7,9 % του ΑΕΠ το 2025, παρά την οριακή μείωση κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους εν μέσω δημοσιονομικής εξυγίανσης και ασθενέστερης εγχώριας ζήτησης. Η οικονομία της Ρουμανίας είναι καλά ενταγμένη στη ζώνη του ευρώ μέσω εμπορικών συναλλαγών και επενδύσεων. Από επιλεγμένους δείκτες που σχετίζονται με το θεσμικό περιβάλλον προκύπτει ότι οι επιδόσεις της Ρουμανίας στον τομέα αυτόν υπολείπονται εκείνων πολλών κρατών μελών της ζώνης του ευρώ. Η Ρουμανία αντιμετωπίζει προκλήσεις σε τομείς όπως ο έλεγχος της διαφθοράς. Ο χρηματοπιστωτικός τομέας της Ρουμανίας είναι μικρότερος και λιγότερο ανεπτυγμένος σε σύγκριση με τον χρηματοπιστωτικό τομέα της ζώνης του ευρώ. Ο τραπεζικός τομέας της Ρουμανίας είναι ικανοποιητικά ενταγμένος στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της ζώνης του ευρώ, ιδίως μέσω του υψηλού επιπέδου αλλοδαπής ιδιοκτησιακής συμμετοχής στο τραπεζικό της σύστημα. Ωστόσο, η χρηματοδότηση με βάση την αγορά είναι λιγότερο ανεπτυγμένη απ’ ό,τι στη ζώνη του ευρώ, γεγονός που αντικατοπτρίζεται στις πολύ μικρές αγορές μετοχών και χρέους του ιδιωτικού τομέα. Στο πλαίσιο της διαδικασίας μακροοικονομικών ανισορροπιών, η Επιτροπή, στην οικεία έκθεση του μηχανισμού επαγρύπνησης για το 2026, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δικαιολογούνταν εμπεριστατωμένη επισκόπηση για τη Ρουμανία. Η εμπεριστατωμένη επισκόπηση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Ρουμανία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ευπάθειες που σχετίζονται με μεγάλα δημοσιονομικά και εξωτερικά ελλείμματα, παρά τις βελτιώσεις από το δεύτερο εξάμηνο του 2025. Ταυτόχρονα, οι πιέσεις στους μισθούς και στο κόστος έχουν μετριαστεί, γεγονός που ενδέχεται να έχει θετικό αντίκτυπο στην ανταγωνιστικότητα κόστους. Το υψηλό δημοσιονομικό έλλειμμα της Ρουμανίας αποτέλεσε βασικό παράγοντα που συνέβαλε στα μεγάλα εξωτερικά ελλείμματα και τις δανειοληπτικές ανάγκες. Η διαδικασία δημοσιονομικής εξυγίανσης που ξεκίνησε το 2025 συμβάλλει στη μείωση των ευπαθειών της Ρουμανίας και αναμένεται να συνεχιστεί. Λαμβάνοντας υπόψη την αξιολόγηση αυτή στην εμπεριστατωμένη επισκόπηση, η Επιτροπή θεωρεί, στην ανακοίνωσή της σχετικά με την εαρινή δέσμη του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου 2026, ότι η Ρουμανία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει υπερβολικές μακροοικονομικές ανισορροπίες.
Το σχέδιο ανάκαμψης και ανθεκτικότητας (ΣΑΑ) της Ρουμανίας περιλαμβάνει μέτρα για την αντιμετώπιση μιας σειράς διαρθρωτικών προκλήσεων, σε συνέργεια με άλλα ταμεία της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των ταμείων της πολιτικής συνοχής, με σκοπό την τόνωση της ανταγωνιστικότητάς της και την προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης, καθώς και τη μείωση των εδαφικών και κοινωνικών ανισοτήτων της χώρας. Μετά την αναθεώρηση του ΣΑΑ της Ρουμανίας το 2025, το κονδύλιο του ΜΑΑ για τη Ρουμανία ανέρχεται σε περίπου 21,4 δισ. EUR για την περίοδο 2021-2026, που περιλαμβάνουν 13,5 δισ. EUR σε επιχορηγήσεις και 7,8 δισ. EUR σε δάνεια. Το αναθεωρημένο σχέδιο μείωσε σημαντικά τη δανειακή συνιστώσα από 14,9 δισ. EUR σε 7,8 δισ. EUR, λόγω καθυστερήσεων στην υλοποίηση και της μείωσης της κλίμακας ορισμένων μέτρων που δεν είναι πλέον εφικτό να επιτευχθούν πλήρως. Η Ρουμανία είχε υποβάλει τέσσερις αιτήσεις πληρωμής έως το τέλος του 2025. Έως τον Ιούνιο του 2026 οι συνολικές εκταμιεύσεις ανέρχονταν περίπου στο 60 % του συνολικού κονδυλίου. Οι βασικές μεταρρυθμίσεις του ΣΑΑ της Ρουμανίας αφορούν τις συντάξεις, την απανθρακοποίηση / σταδιακή κατάργηση της παραγωγής ενέργειας από άνθρακα και λιγνίτη, τις κρατικές επιχειρήσεις, τη φορολογική διοίκηση και τη φορολογική μεταρρύθμιση, καθώς και την κοινωνική πρόνοια και την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Επιπλέον, η πολιτική συνοχής παρέχει στη Ρουμανία 33,7 δισ. EUR για την περίοδο 2021-2027. Σκοπός της χρηματοδότησης στο πλαίσιο της πολιτικής συνοχής είναι η περαιτέρω στήριξη της ανταγωνιστικότητας και της ανοδικής κοινωνικής σύγκλισης της Ρουμανίας, μεταξύ άλλων μέσω επενδύσεων στην έρευνα, στην καινοτομία, στην ανταγωνιστικότητα των ΜΜΕ, στην πράσινη και δίκαιη μετάβαση, στον εκσυγχρονισμό των θεσμών της αγοράς εργασίας, στην ανάπτυξη δεξιοτήτων και στη βελτίωση της ποιότητας και της συμπεριληπτικότητας της εκπαίδευσης και της κατάρτισης, καθώς και στη μείωση της φτώχειας. Μολονότι η Ρουμανία έχει σημειώσει πρόοδο όσον αφορά την εφαρμογή της πολιτικής συνοχής, εξακολουθούν να υφίστανται προκλήσεις και σημαντικές εδαφικές ανισότητες ως προς τις επενδύσεις και την απασχόληση, τόσο μεταξύ της περιφέρειας της πρωτεύουσας και άλλων περιφερειών όσο και μεταξύ των αστικών και των μη αστικών περιοχών.
6.ΣΟΥΗΔΙΑ
Λαμβάνοντας υπόψη την αξιολόγησή της σχετικά με τη νομική συμβατότητα και την εκπλήρωση των κριτηρίων σύγκλισης, και συνεκτιμώντας τους πρόσθετους σχετικούς παράγοντες, η Επιτροπή θεωρεί ότι η Σουηδία δεν πληροί τις προϋποθέσεις για την υιοθέτηση του ευρώ.
Η νομοθεσία στη Σουηδία, και ιδίως ο νέος νόμος για την Riksbank, δεν είναι πλήρως συμβατή με τις απαιτήσεις του άρθρου 131 της ΣΛΕΕ. Εξακολουθούν να υφίστανται προβλήματα συμβατότητας και ατέλειες στους τομείς της ανεξαρτησίας της κεντρικής τράπεζας, της απαγόρευσης της νομισματικής χρηματοδότησης και της ένταξης της κεντρικής τράπεζας στο Ευρωσύστημα, όσον αφορά τους στόχους της Riksbank και τα καθήκοντα του ΕΣΚΤ / της ΕΚΤ, όπως περιγράφονται στο άρθρο 127 παράγραφοι 1 και 2 της ΣΛΕΕ και στα άρθρα 2 και 3 του καταστατικού ΕΣΚΤ/ΕΚΤ.
Η Σουηδία πληροί το κριτήριο της σταθερότητας των τιμών. Το μέσο ποσοστό πληθωρισμού βάσει του ΕνΔΤΚ στη Σουηδία κατά το δωδεκάμηνο έως τον Μάιο του 2026 ήταν 2,2 %, δηλαδή χαμηλότερο από την τιμή αναφοράς του 2,7 %. Προβλέπεται να μειωθεί έως το τέλος του 2026 και στη συνέχεια να αυξηθεί το 2027, αλλά αναμένεται να παραμείνει κάτω από την τιμή αναφοράς και τα δύο έτη.
Το ετήσιο ποσοστό πληθωρισμού της Σουηδίας βάσει του ΕνΔΤΚ κυμάνθηκε κατά μέσο όρο σε 2,0 % το 2024 και αυξήθηκε σε 2,6 % το 2025. Αυτοί οι ρυθμοί πληθωρισμού ήταν σε γενικές γραμμές συμβατοί με εκείνους της ζώνης του ευρώ. Οι χαμηλότερες τιμές της ενέργειας, τα αποτελέσματα βάσης και η συγκρατημένη αύξηση των μισθών λόγω των συγκρατημένων πολυετών μισθολογικών συμβάσεων συνέβαλαν στην αποκλιμάκωση του πληθωρισμού και τα δύο έτη. Η έντονη επιβράδυνση των τιμών των τροφίμων το 2024 και η έντονη χαλάρωση στις αυξήσεις των τιμών των μη ενεργειακών βιομηχανικών αγαθών κατά τη διάρκεια και των δύο ετών συνέβαλαν επίσης στη μείωση του επίσημου πληθωρισμού, ο δε πληθωρισμός στον τομέα των υπηρεσιών παρέμεινε υψηλός αλλά μειώθηκε από 4,9 % το 2024 σε 3,8 % το 2025. Το 2025 η ανάκαμψη του επίσημου πληθωρισμού οφειλόταν στην ελαφρά άνοδο των τιμών των τροφίμων και της ενέργειας. Η καθυστερημένη επίδραση της ισχυρότερης σταθμισμένης συναλλαγματικής ισοτιμίας της σουηδικής κορόνας το 2024 συνέβαλε στον περιορισμό των αυξήσεων των τιμών των εισαγόμενων αγαθών και υπηρεσιών. Ο πληθωρισμός βάσει του ΕνΔΤΚ επιβραδύνθηκε τους πρώτους μήνες του 2026, καθώς οι επιπτώσεις της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή αντισταθμίστηκαν τον Απρίλιο από σημαντικές μειώσεις των έμμεσων φόρων στα τρόφιμα και τα καύσιμα, σε συνδυασμό με τον υποτονικό υποκείμενο πληθωρισμό.
Σύμφωνα με τις εαρινές οικονομικές προβλέψεις 2026 της Επιτροπής, προβλέπεται ότι ο μέσος ετήσιος πληθωρισμός θα μειωθεί σε περίπου 1,5 % το 2026 και στη συνέχεια θα αυξηθεί ελαφρώς σε 1,8 % το 2027. Η εξέλιξη του πληθωρισμού το 2026 αντικατοπτρίζει την επίδραση των υψηλότερων τιμών των εισαγωγών, ιδίως για τα προϊόντα πετρελαίου, η οποία αντισταθμίζεται εν μέρει από μειώσεις του ΦΠΑ και των ειδικών φόρων κατανάλωσης, συγκρατημένες αυξήσεις των μισθών και την καθυστερημένη επίδραση της ισχυρότερης σουηδικής κορόνας, ενώ οι ειδικοί παράγοντες αναμένεται να εξασθενήσουν το 2027. Το επίπεδο των τιμών στη Σουηδία είναι σχετικά υψηλό και ανήλθε σε περίπου 110 % του μέσου όρου της ζώνης του ευρώ το 2024.
Η Σουηδία πληροί το κριτήριο των δημόσιων οικονομικών. Η Σουηδία δεν αποτελεί αντικείμενο απόφασης του Συμβουλίου σχετικά με την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος. Το δημοσιονομικό έλλειμμα βελτιώθηκε ελαφρώς από 1,5 % του ΑΕΠ το 2024 σε 1,3 % του ΑΕΠ το 2025, αντικατοπτρίζοντας την υποτονική οικονομική ανάπτυξη. Σύμφωνα με τις εαρινές οικονομικές προβλέψεις 2026 της Επιτροπής, το δημοσιονομικό έλλειμμα αναμένεται να ανέλθει σε 2,8 % του ΑΕΠ το 2026 λόγω της εξασθένησης των συνολικών εσόδων. Το 2027 ο δείκτης του δημοσιονομικού ελλείμματος προβλέπεται να είναι 2,5 %.
Στις 21 Ιανουαρίου 2025 το Συμβούλιο εξέδωσε σύσταση για την έγκριση του εθνικού μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού-διαρθρωτικού σχεδίου της Σουηδίας. Το σχέδιο καλύπτει την περίοδο 2025-2028 και θέτει ανώτατο όριο για την αύξηση των καθαρών δαπανών κατά την τετραετία, με μέγιστους ρυθμούς αύξησης των καθαρών δαπανών 4,0 % το 2025, 4,4 % το 2026, 4,4 % το 2027 και 4,6 % το 2028. Στις 3 Ιουνίου 2026 η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι καθαρές δαπάνες προβλέπεται να αυξηθούν κατά 6,5 % το 2026, ποσοστό υψηλότερο από τη συνιστώμενη αύξηση του 4,4 %. Η απόκλιση πάνω από τη συνιστώμενη μέγιστη αύξηση ισοδυναμεί με ετήσια απόκλιση 1,0 % του ΑΕΠ. Ωστόσο, αν τα έτη 2024, 2025 και 2026 εξεταστούν μαζί, ο προβλεπόμενος σωρευτικός ρυθμός αύξησης των καθαρών δαπανών είναι χαμηλότερος από τον συνιστώμενο μέγιστο ρυθμό αύξησης. Οι καθαρές δαπάνες το 2026 προβλέπεται να αυξηθούν κατά 6,5 %, ποσοστό υψηλότερο από το ανώτατο όριο του 4,4 % που συνιστά το Συμβούλιο για το 2026, ενώ η σωρευτική αύξηση των καθαρών δαπανών έως το 2026 προβλέπεται να παραμείνει εντός του συνιστώμενου σωρευτικού ανώτατου ορίου του 15,5 %.
Ο λόγος του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ αυξήθηκε από 34,1 % του ΑΕΠ το 2024 σε 35,1 % το 2025 και αναμένεται να αυξηθεί περαιτέρω σε 36,5 % του ΑΕΠ το 2026 και στη συνέχεια σε 37,7 % του ΑΕΠ το 2027, λόγω υψηλότερου πρωτογενούς ελλείμματος. Οι κίνδυνοι βιωσιμότητας του χρέους της Σουηδίας φαίνονται χαμηλοί σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, μολονότι το δημόσιο χρέος προβλέπεται να αυξηθεί σε περίπου 44 % του ΑΕΠ έως το 2036. Η Σουηδία διαθέτει ισχυρό δημοσιονομικό πλαίσιο με σαφείς κανόνες και μεσοπρόθεσμη εστίαση, με αποτέλεσμα να διατηρεί το στοιχείο πρόσδεσης του χρέους στο 35 % του ΑΕΠ.
Η Σουηδία δεν πληροί το κριτήριο της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Η σουηδική κορόνα δεν συμμετέχει στον μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών II. Η Σουηδία εφαρμόζει καθεστώς ελεύθερης κυμαινόμενης συναλλαγματικής ισοτιμίας το οποίο επιτρέπει παρεμβάσεις στην αγορά συναλλάγματος από την κεντρική τράπεζα. Η σουηδική κορόνα, έπειτα από μακρά περίοδο υποτίμησής της έναντι του ευρώ, κατά την οποία υποχώρησε από 8,3 SEK/EUR τον Αύγουστο του 2012 σε 11,8 SEK/EUR τον Σεπτέμβριο του 2023, ανέκαμψε κάπως το 2024 και το 2025, ανήλθε σε 10,6 SEK/EUR τον Φεβρουάριο του 2026 και στη συνέχεια σημείωσε και πάλι ελαφρά υποχώρηση. Η απόκλιση STIBOR-EURIBOR τριών μηνών παρουσιάζει διακυμάνσεις κατά τα τελευταία έτη. Αφότου σημείωσε σύντομη αλλά σημαντική αύξηση το 2022, στη συνέχεια μειώθηκε και διαμορφώθηκε σε αρνητικά επίπεδα το δεύτερο εξάμηνο του 2024. Έκτοτε κυμάνθηκε μεταξύ – 20 και 20 μονάδων βάσης, δηλαδή σε επίπεδα σημαντικά χαμηλότερα σε σύγκριση με τα έτη πριν από το 2022 (περίπου 50 μονάδες βάσης). Τον Μάιο του 2026 η απόκλιση διαμορφώθηκε σε – 21 μονάδες βάσης και η συναλλαγματική ισοτιμία ήταν 10,9 SEK/EUR, δηλαδή κατά 7 % ισχυρότερη έναντι του ευρώ σε σύγκριση με δύο έτη νωρίτερα.
Η Σουηδία πληροί το κριτήριο της σύγκλισης των μακροπρόθεσμων επιτοκίων. Το μέσο μακροπρόθεσμο επιτόκιο στη Σουηδία κατά το δωδεκάμηνο έως τον Μάιο του 2026 ήταν 2,6 %, σαφώς χαμηλότερο από την τιμή αναφοράς του 5,1 %. Αφότου αυξήθηκαν σημαντικά το 2022 και το 2023, τα μακροπρόθεσμα επιτόκια της Σουηδίας μειώθηκαν το 2024 και στη συνέχεια το 2025 επανήλθαν στα επίπεδα του 2023. Από τις αρχές του 2024 το μακροπρόθεσμο επιτόκιο κυμαίνεται μεταξύ 2,2 % και 2,8 %. Η απόκλιση έναντι του γερμανικού ομολόγου αναφοράς παρέμεινε σχετικά μικρή, με κάποιες διακυμάνσεις το 2024 και το 2025. Γενικά, η απόκλιση μειώθηκε τα τελευταία έτη και διαμορφώθηκε σε ελαφρώς αρνητικά επίπεδα το 2024, φθάνοντας τις – 34 μονάδες βάσης τον Ιούλιο του 2024. Στη συνέχεια αυξήθηκε ελαφρώς έως τον Ιανουάριο του 2026 και έπειτα μειώθηκε σταδιακά στις – 31 μονάδες βάσης τον Μάιο του 2026.
Η Επιτροπή εξέτασε επίσης πρόσθετους παράγοντες, μεταξύ άλλων την εξέλιξη του ισοζυγίου πληρωμών, την ολοκλήρωση των αγορών και το θεσμικό περιβάλλον. Το εξωτερικό ισοζύγιο (δηλαδή συνδυαστικά το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και το ισοζύγιο κεφαλαίου) της Σουηδίας παρέμεινε πλεονασματικό στο 7,0 % του ΑΕΠ το 2024 και στο 6,2 % το 2025. Η σουηδική οικονομία είναι ικανοποιητικά ενταγμένη στη ζώνη του ευρώ μέσω εμπορικών συναλλαγών και επενδύσεων. Από επιλεγμένους δείκτες που σχετίζονται με το θεσμικό περιβάλλον προκύπτει ότι οι επιδόσεις της Σουηδίας στον τομέα αυτόν είναι καλύτερες από τις επιδόσεις των περισσότερων κρατών μελών της ζώνης του ευρώ. Ο χρηματοπιστωτικός τομέας της Σουηδίας είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένος και ικανοποιητικά ενταγμένος στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της ζώνης του ευρώ. Ο τραπεζικός τομέας κυριαρχεί στον χρηματοπιστωτικό τομέα, αλλά τα ασφαλιστικά και τα συνταξιοδοτικά ταμεία αποτελούν επίσης σημαντικό μέρος του. Επιπλέον, η Σουηδία διαθέτει μία από τις πλέον ανεπτυγμένες πιστωτικές αγορές και αγορές μετοχών στην ΕΕ, ενώ το επίπεδο της χρηματοδότησης από την αγορά είναι από τα υψηλότερα στην ΕΕ. Στο πλαίσιο της διαδικασίας μακροοικονομικών ανισορροπιών, η Επιτροπή, στην οικεία έκθεση του μηχανισμού επαγρύπνησης για το 2026, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δικαιολογούνταν εμπεριστατωμένη επισκόπηση για τη Σουηδία. Η εμπεριστατωμένη επισκόπηση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Σουηδία αντιμετωπίζει ευπάθειες που σχετίζονται με την αγορά ακινήτων και το υψηλό ιδιωτικό χρέος της χώρας. Μολονότι οι τιμές των κατοικιών έχουν μετριαστεί κάπως σε σχέση με τα επίπεδα του 2022 και του 2023, η μόχλευση των νοικοκυριών παραμένει υψηλή και αναμένεται να αυξηθεί περαιτέρω. O χρηματοπιστωτικός τομέας, αν και ιδιαίτερα εκτεθειμένος στην αγορά ακινήτων, είναι κερδοφόρος με σημαντικά κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας έναντι δυσμενών εξελίξεων. Εξακολουθούν να υπάρχουν δυσκαμψίες στην προσφορά κατοικιών και οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά ενοικίασης ακινήτων είναι περιορισμένες, με αποτέλεσμα μεγάλες λίστες αναμονής και χαμηλό ποσοστό κενών κατοικιών σε σύγκριση με άλλες χώρες της ΕΕ. Λαμβάνοντας υπόψη την αξιολόγηση αυτή στην εμπεριστατωμένη επισκόπηση, η Επιτροπή θεωρεί, στην ανακοίνωσή της σχετικά με την εαρινή δέσμη του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου 2026, ότι η Σουηδία δεν αντιμετωπίζει μακροοικονομικές ανισορροπίες.
Το σχέδιο ανάκαμψης και ανθεκτικότητας (ΣΑΑ) της Σουηδίας περιλαμβάνει μέτρα για την αντιμετώπιση μιας σειράς διαρθρωτικών προκλήσεων, σε συνέργεια με άλλα ταμεία της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των ταμείων της πολιτικής συνοχής, με σκοπό τη μείωση των εδαφικών και κοινωνικών ανισοτήτων της χώρας. Η χρηματοδότηση του ΜΑΑ παρέχει στη Σουηδία 3,4 δισ. EUR κατά την περίοδο 2021-2026. Η Σουηδία υπέβαλε τη δεύτερη αίτηση πληρωμής τον Ιανουάριο του 2026. Οι βασικές επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις στο ΣΑΑ της Σουηδίας αφορούν, μεταξύ άλλων, τους τομείς της χρηματοδότησης τεχνολογιών και υποδομών μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, της μόνωσης κατοικιών, της κατάρτισης για τη φροντίδα των ηλικιωμένων και της ανάπτυξης ευρυζωνικών συνδέσεων σε αραιοκατοικημένες περιοχές. Η πρώτη επιστροφή δαπανών στο πλαίσιο του ΜΑΑ πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο του 2025, ενώ οι υπόλοιπες πληρωμές τελούν υπό αξιολόγηση για το 2026. Επιπλέον, η πολιτική συνοχής παρέχει στη Σουηδία 2,4 δισ. EUR για την περίοδο 2021-2027. Σκοπός της χρηματοδότησης στο πλαίσιο της πολιτικής συνοχής είναι ειδικότερα η περαιτέρω βελτίωση των συνθηκών όσον αφορά την έρευνα και την καινοτομία, η δημιουργία ευκαιριών για την επιχειρηματικότητα και τον βιομηχανικό μετασχηματισμό, καθώς και η στήριξη της ψηφιοποίησης, της διεθνοποίησης και της ανταγωνιστικότητας. Μολονότι η Σουηδία έχει σημειώσει πρόοδο όσον αφορά την εφαρμογή της πολιτικής συνοχής, εξακολουθούν να υφίστανται προκλήσεις και ανισότητες μεταξύ της περιφέρειας της πρωτεύουσας και της υπόλοιπης χώρας.