ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Βρυξέλλες, 4.12.2025
COM(2025) 941 final
2025/0381(COD)
Πρόταση
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού και την κατάργηση της οδηγίας 98/26/ΕΚ καθώς και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/47/ΕΚ για τις συμφωνίες παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
{SEC(2025) 943 final} - {SWD(2025) 943 final} - {SWD(2025) 944 final}
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
1.ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ
•Αιτιολόγηση και στόχοι της πρότασης
Κεντρικό θέμα της εντολής της τρέχουσας Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι η δημιουργία ανταγωνιστικής ευρωπαϊκής οικονομίας. Με την Πυξίδα Ανταγωνιστικότητας περιγράφεται το όραμα για την Ευρώπη ως οικονομική δύναμη, ελκυστικό επενδυτικό προορισμό και κέντρο παραγωγής. Η Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων είναι ένας από τους πέντε οριζόντιους παράγοντες διευκόλυνσης της Πυξίδας.
Η Ευρώπη έχει πολύ μεγάλη ανάγκη επενδύσεων σε στρατηγικούς τομείς, όπως η άμυνα, το διάστημα, η βιοτεχνολογία, οι καθαρές τεχνολογίες και η τεχνητή νοημοσύνη. Πολύ συχνά η έλλειψη επαρκών επιχειρηματικών κεφαλαίων αναγκάζει τους φορείς καινοτομίας να στηρίζονται σε αλλοδαπούς επενδυτές ή να μετεγκαθίστανται στο εξωτερικό. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η Ευρώπη χάνει όχι μόνο επιχειρήσεις, αλλά επίσης, έμμεσα, θέσεις απασχόλησης, ικανότητα καινοτομίας και την ικανότητα και δημιουργήσει και να διατηρήσει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στους οικονομικούς τομείς του μέλλοντος.
Η ανάγκη επείγουσας ανάληψης δράσης έχει αναγνωριστεί ευρέως στο ανώτατο πολιτικό επίπεδο. Το 2024, κατόπιν αιτήματος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αντιστοίχως, ο Enrico Letta και ο Mario Draghi υπέβαλαν καθοριστικής σημασίας εκθέσεις, με τις οποίες διατυπώθηκαν συστάσεις για μέτρα βελτίωσης της ολοκλήρωσης των κεφαλαιαγορών και αποδοτικής εποπτείας, με σκοπό την αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας της ΕΕ και την αντιμετώπιση των γεωπολιτικών προκλήσεων που αντιμετωπίζει. Εξάλλου, η Ευρωομάδα και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο έχουν επίσης παροτρύνει την επίτευξη προόδου για τη δημιουργία πραγματικά ολοκληρωμένων ευρωπαϊκών κεφαλαιαγορών, προσιτών σε όλους τους πολίτες και τις επιχειρήσεις στην Ένωση. Πρόκειται για κοινό στόχο όλων των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων ο οποίος τυγχάνει ευρείας στήριξης σε όλες τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Στη σύνοδο κορυφής για το ευρώ, που πραγματοποιήθηκε τον Μάρτιο του 2025, υπογραμμίστηκε ότι είναι επείγον και ότι αποτελεί κοινή ευθύνη να σημειωθεί ταχεία πρόοδος όσον αφορά τη δημιουργία της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει επισημάνει ότι η ολοκλήρωση των κεφαλαιαγορών είναι αναγκαίος πυλώνας της επενδυτικής στρατηγικής της Ένωσης και στηρίζει την πρόθεση της Επιτροπής να προτείνει μέτρα για την ενίσχυση των εργαλείων εποπτικής σύγκλισης και την επίτευξη πιο ενοποιημένης άμεσης εποπτείας των κεφαλαιαγορών. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) έχει επίσης εκφράσει τη στήριξή της στο έργο αυτό.
Εκτός Ευρώπης, διεθνείς οργανισμοί όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) και ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) έχουν ζητήσει την ανάληψη δράσης για την άρση των φραγμών που εξακολουθούν να υφίστανται στην ολοκλήρωση των χρηματοπιστωτικών αγορών της ΕΕ. Η διασύνδεση των εθνικών χρηματοπιστωτικών αγορών σε ολόκληρη την ΕΕ συνεπάγεται σαφή και απτά οφέλη. Συγκεκριμένα, αποδεσμεύει διασυνοριακές ροές κεφαλαίων, με αποτέλεσμα οι επενδύσεις να καθίστανται πιο αποδοτικές ενώ συγχρόνως η ρευστότητα εμβαθύνεται και το κόστος μειώνεται για τις επιχειρήσεις και τους επενδυτές. Επιπλέον, η διασύνδεση ενισχύει τη χρηματοπιστωτική ανθεκτικότητα, μέσω της διασποράς των κινδύνων σε ευρύτερη δεξαμενή μέσων και αγορών, και προωθεί την καινοτομία και τον ανταγωνισμό, με αποτέλεσμα τη βελτίωση των προϊόντων και των υπηρεσιών για τους πολίτες.
Με σκοπό τη στήριξη των στόχων της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, η παρούσα πρόταση έχει ως αντικείμενο τη μετατροπή της οδηγίας 98/26/ΕΚ (στο εξής: οδηγία για το αμετάκλητο του διακανονισμού) σε κανονισμό. Στόχος της οδηγίας για το αμετάκλητο του διακανονισμού, η οποία εκδόθηκε το 1998, είναι η μείωση του συστημικού κινδύνου στα συστήματα πληρωμών και στα συστήματα διακανονισμού αξιογράφων εντός της ΕΕ μέσω της εξασφάλισης του αμετάκλητου χαρακτήρα των εντολών μεταβίβασης μετά την εισαγωγή τους σε ορισθέν σύστημα, ακόμη και σε περίπτωση αφερεγγυότητας συμμετέχοντος. Η οδηγία παρέχει ασφάλεια δικαίου σχετικά με τον χρόνο και την εκτελεστότητα του διακανονισμού, του συμψηφισμού και των συμφωνιών παροχής ασφάλειας και διασφαλίζει, με τον τρόπο αυτόν, την εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών. Η οδηγία για το αμετάκλητο του διακανονισμού θεσπίζει κοινούς κανόνες για τον ορισμό συστημάτων και την προστασία της ασφάλειας που παρέχεται σε σχέση με τη συμμετοχή σε τέτοια συστήματα και αποσαφηνίζει το εφαρμοστέο δίκαιο σε ορισμένες διασυνοριακές πράξεις. Μολονότι το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για το αμετάκλητο του διακανονισμού περιορίζεται σε συστήματα που διέπονται από το δίκαιο κράτους μέλους, τα κράτη μέλη μπορούν να επεκτείνουν προστασία όπως η παρεχόμενη από την εν λόγω οδηγία σε εγχώριες οντότητες που συμμετέχουν σε συστήματα τρίτων χωρών.
Από την έκδοσή της το 1998 η οδηγία για το αμετάκλητο του διακανονισμού έχει τροποποιηθεί έξι φορές, προκειμένου να αντικατοπτρίζει την εξελισσόμενη διάρθρωση των χρηματοπιστωτικών αγορών της ΕΕ. Με την πρώτη τροποποίηση, το 2009, η προστασία του αμετάκλητου του διακανονισμού επεκτάθηκε σε πιστωτικές απαιτήσεις και σε συνδέσμους μεταξύ συστημάτων πληρωμών και συστημάτων διακανονισμού αξιογράφων. Με τη δεύτερη τροποποίηση, το 2010, η οδηγία ευθυγραμμίστηκε με την ίδρυση των ευρωπαϊκών εποπτικών οργανισμών και αποσαφηνίστηκαν οι ρόλοι των ενωσιακών και των εθνικών εποπτικών φορέων. Η τρίτη τροποποίηση, το 2012, επέφερε επικαιροποιήσεις προκειμένου να διασφαλιστεί η συνοχή με το νέο πλαίσιο της ΕΕ για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών. Με την τέταρτη τροποποίηση, το 2014, αναπροσαρμόστηκαν ορισμοί και παραπομπές για την ευθυγράμμιση της οδηγίας για το αμετάκλητο του διακανονισμού με το εναρμονισμένο καθεστώς της ΕΕ για τον διακανονισμό αξιογράφων. Με την πέμπτη τροποποίηση, το 2019, εξειδικεύτηκαν οι διατάξεις σχετικά με τους συμμετέχοντες τρίτων χωρών και τη διαλειτουργικότητα των συστημάτων, προκειμένου να διασφαλίζεται συνέχεια σε περίπτωση εξυγίανσης τραπεζών. Πρόσφατα, το 2024, με την έκτη τροποποίηση το εύρος των επιλέξιμων συμμετεχόντων επεκτάθηκε ώστε να περιλαμβάνει παρόχους υπηρεσιών πληρωμών εκτός τραπεζών, με σκοπό τον εκσυγχρονισμό του πλαισίου ώστε να αντικατοπτρίζει τις μεταβολές στις υποδομές πληρωμών λιανικής στην ΕΕ.
Το 2023 η Επιτροπή δημοσίευσε έκθεση σχετικά με την επανεξέταση της οδηγίας για το αμετάκλητο του διακανονισμού. Το συμπέρασμα της έκθεσης ήταν, τότε, ότι η οδηγία για το αμετάκλητο του διακανονισμού λειτουργούσε ικανοποιητικά και ότι δεν απαιτούνταν σημαντική αναθεώρηση της οδηγίας. Η Επιτροπή επισήμανε, πάντως, τον αντίκτυπο των νέων τεχνολογιών, την έλλειψη ασφάλειας δικαίου που συνεπάγεται πρόσθετο κόστος για τους συμμετέχοντες στην αγορά καθώς και διαφορές στη μεταφορά διατάξεων της οδηγίας για το αμετάκλητο του διακανονισμού στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελών, οι οποίες δημιουργούν δυσκολίες και έξοδα σε διασυνοριακές καταστάσεις.
Ωστόσο, η οδηγία για το αμετάκλητο του διακανονισμού διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη διασφάλιση σταθερότητας και ασφάλειας δικαίου για τα συστήματα πληρωμών και διακανονισμού αξιογράφων στην ΕΕ καθώς προστατεύει τις εντολές μεταβίβασης και τις συμφωνίες συμψηφισμού από τις συνέπειες της αφερεγγυότητας. Η μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο είχε, όμως, ως αποτέλεσμα σημαντικές αποκλίσεις οι οποίες θίγουν την αποτελεσματικότητά της όσον αφορά την προώθηση ενός συστηματικού και ολοκληρωμένου ευρωπαϊκού μετασυναλλακτικού τοπίου. Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν διαφορετικές προσεγγίσεις για τον ορισμό συστημάτων, οι οποίες συνεπάγονται ανακολουθίες στην έκταση της προστασίας που παρέχεται στους συμμετέχοντες. Ομοίως, οι ορισμοί και η μεταχείριση συμμετεχόντων και έμμεσων συμμετεχόντων διαφέρουν σημαντικά, με αποτέλεσμα να επικρατεί αβεβαιότητα όσον αφορά τις οντότητες που μπορούν να τύχουν της προστασίας του αμετάκλητου του διακανονισμού. Υπάρχουν επίσης διαφορές στα είδη των αξιογράφων που τυγχάνουν προστασίας, καθώς ορισμένες δικαιοδοσίες εφαρμόζουν στενή ερμηνεία που περιορίζει την κάλυψη, ενώ άλλες εφαρμόζουν ευρύτερα κριτήρια.
Περαιτέρω ανακολουθίες αφορούν το χρονικό σημείο του αμετάκλητου του διακανονισμού, όταν κράτη μέλη καθορίζουν διαφορετικά το ακριβές χρονικό σημείο κατά το οποίο οι εντολές μεταβίβασης καθίστανται αμετάκλητες και προστατεύονται από διαδικασία αφερεγγυότητας —ζήτημα το οποίο είναι ιδιαιτέρως προβληματικό για τους διασυνοριακούς διακανονισμούς στους οποίους εμπλέκονται πλείονα συστήματα. Διαφορετικοί κανόνες σύγκρουσης νόμων και η μεταχείριση που επιφυλάσσεται σε οντότητες της ΕΕ που συμμετέχουν σε συστήματα τρίτων χωρών περιπλέκουν περαιτέρω την κατάσταση και δημιουργούν αβεβαιότητα σχετικά με το νομικό καθεστώς το οποίο διέπει το αμετάκλητο σε συναλλαγές στις οποίες εμπλέκονται πλείονες δικαιοδοσίες. Επιπλέον, οι πρακτικές ορισμού και τα επίπεδα διαφάνειας διαφέρουν μεταξύ κρατών μελών, καθώς ορισμένα κράτη μέλη παρέχουν περιορισμένες δημόσιες πληροφορίες σχετικά με τα ορισθέντα συστήματα και τους συμμετέχοντες σε αυτά, με αποτέλεσμα να παρεμποδίζουν τη νομική σαφήνεια και να υπονομεύουν την εμπιστοσύνη της αγοράς. Συνολικά οι εν λόγω διαφορές αποδυναμώνουν την πρόθεση εναρμόνισης της οδηγίας για το αμετάκλητο του διακανονισμού, δημιουργούν νομικούς και λειτουργικούς κινδύνους για τον διασυνοριακό διακανονισμό και παρεμποδίζουν την αποδοτικότητα και την ολοκλήρωση των χρηματοπιστωτικών αγορών της ΕΕ. Επιπλέον, τόσο η οδηγία για το αμετάκλητο του διακανονισμού όσο και οι σχετικές διατάξεις της οδηγίας 2002/47/ΕΚ (στο εξής: οδηγία για τη χρηματοοικονομική ασφάλεια) στερούνται τεχνολογικής ουδετερότητας, καθώς οι διατάξεις τους καταρτίστηκαν με γνώμονα παραδοσιακά συστήματα που βασίζονται σε λογαριασμούς. Τούτο δημιουργεί νομική ανασφάλεια για τη χρήση τεχνολογίας κατανεμημένου καθολικού (DLT) και μετρητών ή αξιογράφων υπό μορφή μαρκών, που μπορεί να μην εμπίπτουν σαφώς στους ισχύοντες ορισμούς των «εντολών μεταβίβασης», των «αξιογράφων» ή των «συστημάτων διακανονισμού», με αποτέλεσμα να περιορίζονται η καινοτομία και η συνεπής εφαρμογή τους.
Η μετατροπή σε κανονισμό της οδηγίας για το αμετάκλητο του διακανονισμού και η επικαιροποίηση των ορισμών των βασικών εννοιών θα βελτιώσουν την ασφάλεια δικαίου, τη συνέπεια και την ολοκλήρωση των αγορών στην ΕΕ. Στόχος του κανονισμού είναι επίσης να διασφαλίσει επαρκή τεχνολογική ουδετερότητα για τη στήριξη της εφαρμογής νέων τεχνολογιών, όπως DLT, ώστε να παρασχεθούν αποδοτικές λύσεις στην αγορά και να διασφαλιστεί συγχρόνως κατάλληλος μετριασμός των κινδύνων. Επιπλέον, η περαιτέρω εναρμόνιση θα επιφέρει την ευθυγράμμιση με ευρύτερες πρωτοβουλίες της ΕΕ, όπως η Ένωση Κεφαλαιαγορών και η Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, με αποτέλεσμα την ενίσχυση της εμπιστοσύνης των επενδυτών και τη βελτίωση της ανθεκτικότητας και της ανταγωνιστικότητας του μετασυναλλακτικού οικοσυστήματος.
•Συνέπεια με τις ισχύουσες διατάξεις στον τομέα πολιτικής
Η πρόταση μετατρέπει την οδηγία για το αμετάκλητο του διακανονισμού σε κανονισμό (στο εξής: κανονισμός για το αμετάκλητο του διακανονισμού). Για την επίτευξη του σκοπού αυτού, η πρόταση αποσαφηνίζει ζητήματα που αφορούν την προστασία που παρέχει η οδηγία για το αμετάκλητο του διακανονισμού για την επίτευξη εναρμονισμένης προσέγγισης σε ολόκληρη την ΕΕ. Πρόκειται ειδικότερα για τα εξής ζητήματα: i) ασφάλεια δικαίου για την ψηφιακή καινοτομία· ii) κανόνες σύγκρουσης νόμων· iii) συμμετοχή οντοτήτων της ΕΕ σε συστήματα τρίτων χωρών· iv) το εύρος των συμμετεχόντων· v) το εύρος των επιλέξιμων αξιογράφων· vi) πρακτικές ορισμού για τα συστήματα της ΕΕ· vii) διαφάνεια· και viii) χρονικά σημεία αμετάκλητου του διακανονισμού.
Καθώς οι συναλλαγές πληρωμών και διακανονισμού αξιογράφων βρίσκονται στο επίκεντρο των κεφαλαιαγορών, οι προτεινόμενες νομοθετικές μεταβολές θα συμβάλουν στη δημιουργία ασφαλέστερου και πιο αποδοτικού μετασυναλλακτικού τοπίου στην ΕΕ, σε συμφωνία προς τους στόχους της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων. Επιπλέον, μέσω της αποσαφήνισης ορισμών και του πεδίου εφαρμογής των διατάξεών του, ο κανονισμός για το αμετάκλητο του διακανονισμού θα στηρίξει την καινοτομία και την υιοθέτηση νέων τεχνολογιών. Συνολικά, ο κανονισμός για το αμετάκλητο του διακανονισμού θα μειώσει τον συστημικό κίνδυνο που σχετίζεται με τη συμμετοχή στα συστήματα πληρωμών και διακανονισμού αξιογράφων και, ειδικότερα, τον κίνδυνο που συνδέεται με την αφερεγγυότητα ενός συμμετέχοντος σε τέτοια συστήματα. Η εύρυθμη λειτουργία συστημάτων πληρωμών και συστημάτων διακανονισμού αξιογράφων, όπως αυτά που τελούν υπό τη διαχείριση κεντρικών αποθετηρίων τίτλων (στο εξής: ΚΑΤ), διασφαλίζει ότι οι συναλλαγές πληρωμών και αξιογράφων μπορούν να πραγματοποιούνται με ασφάλεια και βεβαιότητα. Πρόκειται για σημαντικό θεμέλιο του χρηματοπιστωτικού τομέα και, επομένως, της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων. Με τον τρόπο αυτόν, ο κανονισμός για το αμετάκλητο του διακανονισμού συμπληρώνει άλλες κανονιστικές πράξεις που συνθέτουν το μετασυναλλακτικό περιβάλλον, δηλαδή τον κανονισμό ΚΑΤ, την οδηγία για τη χρηματοοικονομική ασφάλεια και τον κανονισμό EMIR.
•Συνέπεια με άλλες πολιτικές της Ένωσης
Στόχος της παρούσας πρωτοβουλίας είναι η συμπλήρωση του ευρύτερου θεματολογίου της Επιτροπής που αφορά την αύξηση της ανταγωνιστικότητας και της ανθεκτικότητας των κεφαλαιαγορών της ΕΕ. Η ύπαρξη ανταγωνιστικού και αποδοτικού μετασυναλλακτικού περιβάλλοντος, του οποίου καθοριστικό στοιχείο είναι τα συστήματα διακανονισμού και πληρωμών, είναι απαραίτητη για την επίτευξη των στόχων της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων. Μια πλήρως λειτουργική και ολοκληρωμένη αγορά κεφαλαίων θα παράσχει στην οικονομία της ΕΕ τη δυνατότητα να αναπτυχθεί με βιώσιμο τρόπο και να είναι πιο ανταγωνιστική, σύμφωνα με τις στρατηγικές προτεραιότητες της Επιτροπής, με επίκεντρο τη διαμόρφωση των κατάλληλων συνθηκών για τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης, την ανάπτυξη και τις επενδύσεις.
2.ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ, ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ
•Νομική βάση
Το άρθρο 114 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) αναθέτει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο την αρμοδιότητα να λαμβάνουν μέτρα για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που αφορούν την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Το άρθρο 114 της ΣΛΕΕ επιτρέπει στην ΕΕ να λαμβάνει μέτρα όχι μόνο για την εξάλειψη των υφιστάμενων εμποδίων στην άσκηση των θεμελιωδών ελευθεριών αλλά και για την πρόληψη της εμφάνισης τέτοιων εμποδίων, συμπεριλαμβανομένων εμποδίων που καθιστούν δύσκολο για τους οικονομικούς φορείς, συμπεριλαμβανομένων των επενδυτών, να αξιοποιούν στο έπακρο τα οφέλη της εσωτερικής αγοράς.
Επί του παρόντος, αποτελεσματικές λύσεις για τη διασφάλιση της διασυνοριακής παροχής υπηρεσιών στους προαναφερθέντες τομείς είτε απουσιάζουν είτε παρεμποδίζονται από την ποικιλομορφία των εθνικών κανόνων εφαρμογής των νομικών πράξεων της ΕΕ. Επιπλέον, οι κανόνες της ΕΕ πρέπει να επικαιροποιηθούν για την περαιτέρω διευκόλυνση της παροχής χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών με τη χρήση νέων τεχνολογιών, ειδικότερα DLT, οι οποίες μπορούν να βελτιώσουν την αποδοτικότητα των κεφαλαιαγορών. Οι διαφορές των διατάξεων μεταφοράς της οδηγίας για το αμετάκλητο του διακανονισμού στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελών επιτείνουν τα ανωτέρω προβλήματα.
Η παρούσα πρόταση στηρίζει την ορθή και ασφαλή λειτουργία της ενιαίας αγοράς, διασφαλίζει τον ανταγωνισμό και διατηρεί τα κίνητρα για καινοτομία. Συνεπώς, η κατάλληλη νομική βάση είναι το άρθρο 114 της ΣΛΕΕ.
•Επικουρικότητα (σε περίπτωση μη αποκλειστικής αρμοδιότητας)
Σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας που προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ, δράση στο επίπεδο της Ένωσης θα πρέπει να αναλαμβάνεται μόνον εφόσον τα κράτη μέλη δεν είναι σε θέση να επιτύχουν επαρκώς τους επιδιωκόμενους στόχους και, επομένως, λόγω της κλίμακας των αποτελεσμάτων των προβλεπόμενων δράσεων, οι στόχοι μπορούν να επιτευχθούν καλύτερα στο επίπεδο της ΕΕ.
Στόχος της οδηγίας για το αμετάκλητο του διακανονισμού είναι η μείωση του συστημικού κινδύνου που απορρέει από την αφερεγγυότητα των συμμετεχόντων σε συστήματα πληρωμών και διακανονισμού αξιογράφων. Για την επίτευξη του στόχου αυτού, η οδηγία θεσπίζει τρόπους προστασίας σε σχέση με το αμετάκλητο των εντολών μεταβίβασης που εισάγονται σε σύστημα πληρωμών ή διακανονισμού. Η μεταφορά της οδηγίας για το αμετάκλητο του διακανονισμού ανατέθηκε στα κράτη μέλη, με αποτέλεσμα αποκλίσεις στην ερμηνεία και στην εφαρμογή στα συστήματα διακανονισμού και πληρωμών που ορίζονται στην ΕΕ. Τούτο δημιουργεί προβλήματα στις διασυνοριακές πράξεις και εμποδίζει την ολοκλήρωση των κεφαλαιαγορών της ΕΕ.
Η μετατροπή σε κανονισμό της οδηγίας για το αμετάκλητο του διακανονισμού θα καταστήσει δυνατή την εφαρμογή πιο συστηματικής και πιο ομοιόμορφης προσέγγισης σε ολόκληρη την ΕΕ.
•Αναλογικότητα
Η προτεινόμενη μετατροπή σε κανονισμό της οδηγίας για το αμετάκλητο του διακανονισμού —σε συνδυασμό με στοχευμένες τροποποιήσεις των ουσιαστικών διατάξεών της— θα πρέπει να θεωρηθεί αναλογική και αναγκαία για την επίτευξη των στόχων της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων. Ο κατακερματισμός και οι διαφορές στην εφαρμογή των κανόνων για το αμετάκλητο του διακανονισμού μεταξύ κρατών μελών θέτουν φραγμούς στη διασυνοριακή χρηματοπιστωτική δραστηριότητα. Οι διαφορές στη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο βασικών ορισμών και εννοιών και οι ανακολουθίες στις εθνικές πρακτικές ορισμού συστημάτων και καθορισμού του χρονικού σημείου του αμετάκλητου δημιουργούν ανασφάλεια δικαίου και πρόσθετο λειτουργικό και νομικό κίνδυνο στις διασυνοριακές πράξεις. Ο κανονισμός θα εναρμονίσει άμεσα τους εν λόγω κανόνες, θα διασφαλίσει συστηματική εφαρμογή σε ολόκληρη την Ένωση και θα διευκολύνει την πραγματοποίηση πιο ομαλών και προβλέψιμων χρηματοπιστωτικών πράξεων. Με τον τρόπο αυτόν, η πρόταση στηρίζει έναν από τους βασικούς στόχους της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, δηλαδή τη δημιουργία πιο ολοκληρωμένης και αποδοτικής ενιαίας αγοράς για τις αποταμιεύσεις και τις επενδύσεις.
Οι διατάξεις του κανονισμού για το αμετάκλητο του διακανονισμού δεν θα επιβάλουν δυσανάλογο φόρτο σε συμμετέχοντες στην αγορά ή αρχές. Αντιθέτως, ο κανονισμός θα εξαλείψει τις αλληλεπικαλυπτόμενες νομικές προσπάθειες και προσπάθειες συμμόρφωσης οι οποίες ανακύπτουν επί του παρόντος από τις 27 διαφορετικές μεταφορές στο εθνικό δίκαιο και ερμηνείες της οδηγίας για το αμετάκλητο του διακανονισμού. Η νομική ομοιομορφία που θα επιτευχθεί με τον κανονισμό για το αμετάκλητο του διακανονισμού θα απλουστεύσει τη συμμετοχή σε πλείονα συστήματα, θα μειώσει το κόστος που συνδέεται με τον δέοντα νομικό έλεγχο και θα αυξήσει την ασφάλεια δικαίου, ιδίως σε διασυνοριακές καταστάσεις και σε περίπτωση συμμετοχής σε συστήματα τρίτων χωρών. Τέλος, οι τροποποιήσεις που συνδέονται με τη διασφάλιση τεχνολογικής ουδετερότητας θα αυξήσουν την ασφάλεια δικαίου στην περίπτωση που συστήματα και στοιχεία ενεργητικού βασίζονται σε νέες τεχνολογίες και τούτο θα μειώσει την ανάγκη για δαπανηρές νομικές εργασίες για τη διασφάλιση κανονιστικής συμμόρφωσης.
•Επιλογή της νομικής πράξης
Η οδηγία για το αμετάκλητο του διακανονισμού αναθέτει στα κράτη μέλη τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο και τούτο είχε ως αποτέλεσμα διαφορετικές ερμηνείες και εφαρμογές μεταξύ κρατών μελών —ειδικότερα όσον αφορά τον ορισμό συστημάτων, την έκταση της προστασίας για την ασφάλεια και τη μεταχείριση διασυνοριακών συμμετεχόντων. Οι διαφορετικές εθνικές προσεγγίσεις συνεπάγονται ανασφάλεια δικαίου, εμποδίζουν την ολοκλήρωση της αγοράς και αποθαρρύνουν τις διασυνοριακές συναλλαγές. Ο κανονισμός θα ισχύει άμεσα και τούτο θα εξαλείψει τις διαφορές και θα διασφαλίσει την ομοιόμορφη εφαρμογή των ίδιων κανόνων σε ολόκληρη την Ένωση. Τούτο θα μειώσει τον νομικό κίνδυνο και την πολυπλοκότητα για τους συμμετέχοντες στην αγορά που δραστηριοποιούνται σε πολλαπλές δικαιοδοσίες και θα στηρίξει τον αποδοτικότερο διασυνοριακό διακανονισμό και τη διαλειτουργικότητα μεταξύ συστημάτων. Επομένως, η κατάργηση της οδηγίας για το αμετάκλητο του διακανονισμού και η αντικατάστασή της με κανονισμό είναι κατάλληλο και αναγκαίο μέτρο.
3.ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΕΩΝ, ΤΩΝ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΤΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΑ ΜΕΡΗ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΚΤΙΜΗΣΕΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ
•Εκ των υστέρων αξιολογήσεις / έλεγχοι καταλληλότητας της ισχύουσας νομοθεσίας
Το 2023 η Επιτροπή δημοσίευσε επανεξέταση του αμετάκλητου του διακανονισμού στα συστήματα πληρωμών και στα συστήματα διακανονισμού αξιογράφων συμπεριλαμβανομένης της εφαρμογής του στα εγχώρια ιδρύματα που συμμετέχουν σε συστήματα τρίτων χωρών. Μολονότι το συμπέρασμα της επανεξέτασης ήταν ότι η οδηγία για το αμετάκλητο του διακανονισμού λειτουργεί ικανοποιητικά και ότι δεν φαίνεται να απαιτείται σημαντική αναθεώρηση, η Επιτροπή επισήμανε επίσης ότι οι επιπτώσεις της νέας τεχνολογίας καθώς και η έλλειψη ασφάλειας δικαίου σε ορισμένους τομείς συνεπάγονται πιθανό πρόσθετο κόστος για τους συμμετέχοντες στη χρηματοπιστωτική αγορά. Η Επιτροπή επισήμανε επίσης ότι το χαμηλότερο επίπεδο εναρμόνισης αφήνει στα κράτη μέλη σημαντικό περιθώριο διακριτικής ευχέρειας όσον αφορά τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο και την εφαρμογή και μπορεί να δημιουργήσει δυσκολίες σε διασυνοριακές καταστάσεις.
•Διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη
Η Επιτροπή διεξήγαγε διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας κατάρτισης της παρούσας πρότασης, και ειδικότερα:
·από τις 12 Φεβρουαρίου έως τις 7 Μαΐου 2021 πραγματοποιήθηκε δημόσια διαβούλευση σχετικά με τη λειτουργία της οδηγίας για το αμετάκλητου του διακανονισμού. Στη στοχευμένη διαβούλευση απάντησαν 72 ενδιαφερόμενα μέρη. Πολλοί συμμετέχοντες στη διαβούλευση επισήμαναν την έλλειψη εναρμόνισης και ασφάλειας δικαίου όσον αφορά τον τρόπο εφαρμογής, σε οντότητες της ΕΕ που συμμετέχουν σε συστήματα τρίτων χωρών, των κανόνων περί αφερεγγυότητας των κρατών μελών. Οι συμμετέχοντες στη διαβούλευση συμφώνησαν επίσης γενικά στην προσθήκη των ΚΑΤ στον κατάλογο των επιλέξιμων (άμεσων) συμμετεχόντων σε συστήματα που διέπονται από το δίκαιο κράτους μέλους·
·στις 26 Σεπτεμβρίου 2024 διοργανώθηκε εργαστήριο με τα ενδιαφερόμενα μέρη σχετικά με τον προσδιορισμό και την αντιμετώπιση των φραγμών στην ολοκλήρωση των υποδομών αγορών και στην επίτευξη μεγαλύτερης κλίμακας για τα επενδυτικά κεφάλαια στην ΕΕ. Η εκδήλωση περιλάμβανε συζήτηση σχετικά με το μετασυναλλακτικό στάδιο, κατά την οποία εξετάστηκαν τα δυνητικά οφέλη και οι προκλήσεις της μετασυναλλακτικής ενοποίησης καθώς και το κανονιστικό τοπίο·
·από τις 15 Απριλίου έως τις 10 Ιουνίου 2025 διοργανώθηκε στοχευμένη διαβούλευση σχετικά με την ολοκλήρωση των κεφαλαιαγορών της ΕΕ. Όσον αφορά την οδηγία για το αμετάκλητο του διακανονισμού, ορισμένοι συμμετέχοντες στη διαβούλευση ανέφεραν ότι η οδηγία λειτουργεί ικανοποιητικά και ότι δεν απαιτείται οποιαδήποτε τροποποίηση, πέραν ορισμένων διευκρινίσεων σχετικά με την εφαρμογή της σε συστήματα βασισμένα σε DLT. Ωστόσο, άλλοι συμμετέχοντες στη διαβούλευση τάχθηκαν υπέρ της μετατροπής σε κανονισμό της οδηγίας για το αμετάκλητο του διακανονισμού για την αντιμετώπιση της μη συνεπούς εφαρμογής της σε ολόκληρη την ΕΕ. Οι συμμετέχοντες στη διαβούλευση τόνισαν επίσης την αναγκαιότητα παροχής σαφέστερης καθοδήγησης σχετικά με τους κανόνες σύγκρουσης νόμων καθώς και αντιμετώπισης της αβεβαιότητας όσον αφορά την προστασία έμμεσων συμμετεχόντων και την επέκταση της προστασίας σε συμμετέχοντες σε συστήματα τρίτων χωρών και σε συστήματα βασισμένα σε DLT. Ορισμένοι συμμετέχοντες στη διαβούλευση παρατήρησαν ότι το ισχύον πλαίσιο της οδηγίας για το αμετάκλητο του διακανονισμού είναι πολύ στενό και ότι θα ήταν επωφελής η εφαρμογή συνολικότερης προσέγγισης (π.χ. διεύρυνση των κατηγοριών επιλέξιμων συμμετεχόντων). Ορισμένοι συμμετέχοντες στη διαβούλευση πρότειναν να επεκταθεί η προστασία της οδηγίας για το αμετάκλητο του διακανονισμού σε δραστηριότητες που αφορούν κάθε είδους στοιχεία ενεργητικού, και όχι μόνο μετρητά και αξιόγραφα, και να διευρυνθεί ο ορισμός του «συστήματος» ώστε να περιλαμβάνει περισσότερα είδη συστημάτων. Επιπλέον, ορισμένοι συμμετέχοντες στη διαβούλευση παρατήρησαν ότι οι πληροφορίες σχετικά με κάθε ορισθέν σύστημα θα πρέπει να δημοσιοποιούνται, ώστε να εναρμονιστούν τα χρονικά σημεία του αμετάκλητου του διακανονισμού στο πλαίσιο της οδηγίας για το αμετάκλητο του διακανονισμού, και ότι θα πρέπει να παρασχεθούν σαφέστεροι ορισμοί της «ασφάλειας» και της «χρηματοοικονομικής ασφάλειας» στην οδηγία για τη χρηματοοικονομική ασφάλεια. Περισσότερο από το ήμισυ των συμμετεχόντων στη διαβούλευση επισήμαναν ότι η έλλειψη ευθυγράμμισης των εν λόγω ορισμών καθιστά πιο περίπλοκη την αποδοτική διαχείριση των ασφαλειών.
•Συλλογή και χρήση εμπειρογνωσίας
Κατά την κατάρτιση της πρότασης, η Επιτροπή βασίστηκε σε εξωτερική εμπειρογνωσία και στοιχεία από τις ακόλουθες πηγές:
·η συμβουλευτική ομάδα υποδομών αγοράς για τίτλους και ασφάλειες (AMI-SeCo) δημοσίευσε, τον Σεπτέμβριο του 2025, έκθεση σχετικά με τους φραγμούς που εξακολουθούν να υφίστανται στην ολοκλήρωση των μετασυναλλακτικών υπηρεσιών στον τομέα των αξιογράφων. Στην έκθεση επισημαίνεται ότι, μολονότι τα κανονιστικά μέτρα της ΕΕ έχουν άρει τους φραγμούς (μεταξύ άλλων σε ζητήματα που αφορούν το αμετάκλητο), παραμένουν προβλήματα τα οποία οφείλονται στις διαφορετικές εθνικές εφαρμογές ή ερμηνείες·
·μελέτη για τη μείωση του κατακερματισμού στις μετασυναλλακτικές υποδομές στην Ευρώπη, την οποία παράγγειλε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον Σεπτέμβριο του 2024. Η μελέτη βασίστηκε σε δημόσια διαθέσιμες πληροφορίες και στοιχεία και περιλάμβανε επίσης 98 δομημένες συνεντεύξεις με 76 ιδρύματα από 21 ευρωπαϊκές χώρες, συμπεριλαμβανομένων υποδομών χρηματοπιστωτικών αγορών, συμμετεχόντων στην αγορά καθώς και εποπτικών φορέων και φορέων χάραξης πολιτικής. Στη μελέτη επισημαίνεται ότι ο προσδιορισμός του αμετάκλητου του διακανονισμού είναι ένας από τους τομείς στους οποίους η διαφορετική ερμηνεία και εφαρμογή από τα κράτη μέλη λειτουργεί ως φραγμός στην ολοκλήρωση των κεφαλαιαγορών. Επιπλέον, στη μελέτη διατυπώνεται η σύσταση μετατροπής σε κανονισμό της οδηγίας για το αμετάκλητο του διακανονισμού, καθώς ο κανονισμός θα διασφαλίσει την ομοιόμορφη εφαρμογή των κανόνων για το αμετάκλητο του διακανονισμού, θα μειώσει τον νομικό κίνδυνο και θα ενισχύσει τη βάση των διαλειτουργικών, ενοποιημένων υποδομών των αγορών.
•Εκτίμηση επιπτώσεων
Η πρόταση τεκμηριώνεται από εκτίμηση επιπτώσεων, και ειδικότερα το τομεακό παράρτημα για το μετασυναλλακτικό πλαίσιο (παράρτημα 8) της εκτίμησης επιπτώσεων που συνοδεύει την πρωτοβουλία για την ολοκλήρωση των αγορών και την εποπτεία των κεφαλαιαγορών της ΕΕ.
Όσον αφορά τις δυνητικές τροποποιήσεις της οδηγίας για το αμετάκλητο του διακανονισμού, στην εκτίμηση επιπτώσεων εξετάζονται τρεις επιλογές:
·επιλογή 1 — καμία ενέργεια·
·επιλογή 2 — συνολική επανεξέταση της οδηγίας για το αμετάκλητο του διακανονισμού για τη βελτίωση της λειτουργίας των υποδομών των αγορών·
·επιλογή 3 — εκτενής επανεξέταση της οδηγίας για το αμετάκλητο του διακανονισμού για την επιβολή ολοκληρωμένης αγοράς.
Οι επιλογές 2 και 3 εκκινούν από την παραδοχή ότι η οδηγία για το αμετάκλητο του διακανονισμού μετατρέπεται σε κανονισμό. Ωστόσο, οι επιλογές διαφέρουν όσον αφορά την έκταση της προστασίας που θα παρέχεται από τον κανονισμό για το αμετάκλητο του διακανονισμού. Οι λεπτομέρειες των επιλογών 2 και 3 επεξηγούνται κατωτέρω.
|
|
|
|
Ασφάλεια δικαίου για την ψηφιακή καινοτομία
|
Μεταβολές σε ορισμούς και έννοιες, δηλαδή «σύστημα», «συμμετέχων» και «ίδρυμα», ώστε να καταστούν συμβατοί με την DLT και, επομένως, ορισμένα συστήματα βασισμένα σε DLT να μπορούν να τύχουν της προστασίας του αμετάκλητου του διακανονισμού.
|
Όλες οι διατάξεις της επιλογής 2, καθώς και επέκταση της ασφάλειας δικαίου σε άλλες πτυχές της κατοχής αξιογράφων, καθώς και περαιτέρω εναρμόνιση του ορισμού συστημάτων, όταν λειτουργούν με τη χρήση DLT.
|
Εφαρμοστέοι κανόνες στη σύγκρουση νόμων
|
Αποσαφήνιση κανόνων σύγκρουσης νόμων που περιέχονται στην οδηγία για το αμετάκλητο του διακανονισμού ώστε να μπορούν να εφαρμοστούν άμεσα, μεταξύ άλλων στο πλαίσιο συστημάτων βασισμένων σε DLT και αξιογράφων υπό μορφή μαρκών.
|
Ο εφαρμοστέος κανόνας σύγκρουσης νόμων θα καθορίζεται από τη Σύμβαση της Χάγης για το εφαρμοστέο δίκαιο σε ορισμένα δικαιώματα επί τίτλων που κατέχονται από διαμεσολαβητές.
|
Συμμετοχή οντοτήτων της ΕΕ σε συστήματα τρίτων χωρών
|
Εναρμονισμένες απαιτήσεις για την καταχώριση συστημάτων τρίτων χωρών και καθιέρωση κεντρικού σημείου πρόσβασης (ESMA και ΕΑΤ). Πιστωτικά ιδρύματα, επιχειρήσεις επενδύσεων, δημόσιες αρχές ή επιχειρήσεις με εγγύηση του Δημοσίου από την ΕΕ που συμμετέχουν σε συστήματα τρίτων χωρών καταχωρισμένα στην ΕΕ τυγχάνουν της προστασίας που παρέχει το αμετάκλητο του διακανονισμού. Η καταχώριση θα πραγματοποιείται από τα κράτη μέλη για το αντίστοιχο κράτος μέλος τους. Απουσία καταχώρισης σε ολόκληρη την ΕΕ.
|
Εναρμονισμένες απαιτήσεις για την καταχώριση συστημάτων τρίτων χωρών και κεντρικό σημείο πρόσβασης. Υπεύθυνες για την καταχώριση συστημάτων τρίτων χωρών θα είναι η ESMA (για συστήματα διακανονισμού αξιογράφων) και η ΕΚΤ / το ΕΣΚΤ (για συστήματα πληρωμών), με αποτέλεσμα καταχώριση σε ολόκληρη την ΕΕ.
|
|
|
Επέκταση του καταλόγου συμμετεχόντων σε σύστημα σε όλες τις νομικές οντότητες που πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις οι οποίες προβλέπονται στους κανόνες για το αμετάκλητο του διακανονισμού και στο εγχειρίδιο του συστήματος.
|
Κάθε οντότητα, στην οποία διαχειριστής συστήματος επιτρέπει να συμμετέχει στο σύστημα, θα θεωρείται συμμετέχων. Τούτο θα απαιτήσει τροποποιήσεις άλλων νομοθετικών πράξεων, συμπεριλαμβανομένου του κανονισμού ΚΑΤ, προκειμένου να διασφαλιστεί ευθυγράμμιση.
|
Εύρος επιλέξιμων αξιογράφων
|
Κοινός ορισμός επιλέξιμων αξιογράφων.
|
Οι διαχειριστές ορισθέντων συστημάτων θα μπορούν να επιλέγουν τα μέσα που θα υπαχθούν στην παρεχόμενη προστασία.
|
Πρακτικές ορισμού για συστήματα της ΕΕ
|
Εναρμονισμένες απαιτήσεις για τον ορισμό συστημάτων σε επίπεδο ΕΕ και εξορθολογισμός πρακτικών ορισμού, ειδικότερα σε σχέση με το είδος των πληροφοριών που πρέπει να παρέχονται σε κοινοποίηση, τα κριτήρια αξιολόγησης ή τα εφαρμοστέα χρονοδιαγράμματα.
|
Η ESMA (για τα συστήματα διακανονισμού αξιογράφων) και η ΕΚΤ / το ΕΣΚΤ (για τα συστήματα πληρωμών) θα είναι υπεύθυνες για την αξιολόγηση και τον ορισμό συστημάτων της ΕΕ σε ολόκληρη την ΕΕ.
|
|
|
Τα κράτη μέλη παρέχουν στην ESMA επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με τα ορισθέντα σε επίπεδο ΕΕ συστήματα, οι οποίες θα δημοσιοποιούνται. Το εύρος των πληροφοριών που παρέχονται βάσει της επιλογής 2 θα επεκταθεί επίσης.
|
Οι πληροφορίες σχετικά με συστήματα που ορίζονται δυνάμει του κανονισμού για το αμετάκλητο του διακανονισμού πρόκειται να δημοσιοποιούνται σε κεντρικό επίπεδο. Θα εναρμονιστεί η υποβολή εκθέσεων στην ESMA, μεταξύ άλλων σχετικά με ορισθέντα συστήματα, κανόνες και συμμετέχοντες, καθώς και συστήματα τρίτων χωρών που τυγχάνουν προστασίας εγχώριου συμμετέχοντος. Θα παρέχεται απεριόριστη πρόσβαση από την ESMA σε πληροφορίες σχετικά με διαδικασίες αφερεγγυότητας κατά συμμετεχόντων σε οποιοδήποτε ορισθέν σε επίπεδο ΕΕ σύστημα.
|
Χρονικά σημεία του αμετάκλητου του διακανονισμού
|
Ο κανονισμός για το αμετάκλητο του διακανονισμού θα καθορίσει τα χρονικά σημεία εισαγωγής και αμετάκλητου των εντολών μεταβίβασης σε ένα σύστημα και δυνητικά το χρονικό σημείο αμετάκλητου της εκτέλεσης μιας εντολής μεταβίβασης.
|
Και τα τρία χρονικά σημεία του αμετάκλητου του διακανονισμού θα εναρμονιστούν σε επίπεδο ΕΕ, ομοιόμορφα για όλα τα είδη συστημάτων.
|
Η εκτίμηση επιπτώσεων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επιλογή 2 είναι η επιλογή που αντιμετωπίζει καλύτερα τους φραγμούς που προσδιορίστηκαν, ενώ συγχρόνως διασφαλίζει την αναλογικότητα, την αποτελεσματικότητα και τη συνοχή των προτεινόμενων λύσεων. Η επιλογή μη ανάληψης οποιασδήποτε ενέργειας (επιλογή 1) δεν θα επιλύσει οποιοδήποτε από τα προσδιορισθέντα προβλήματα, καθώς τα εν λόγω προβλήματα θα αντιμετωπιστούν είτε με προσέγγιση από τη βάση προς την κορυφή είτε με πρωτοβουλίες των κρατών μελών. Τούτο δεν θα άρει τους υφιστάμενους φραγμούς στην ολοκλήρωση της αγοράς, οι δε παραμένουσες διαφορές στη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο θα δημιουργήσουν πρόσθετο κόστος για τους συμμετέχοντες στην αγορά κατά την άσκηση διασυνοριακών δραστηριοτήτων. Συγχρόνως, κατά την εκτίμηση επιπτώσεων, μολονότι, στο πλαίσιο της επιλογής 1, η ευελιξία που παρέχει η οδηγία για το αμετάκλητο του διακανονισμού μπορεί να συμβάλει στον μετριασμό των συνεπειών της έλλειψης εναρμόνισης / των διαφορών στα νομοθετικά πλαίσια των κρατών μελών σχετικά με την αφερεγγυότητα, τη νομοθεσία για τις εταιρείες ή τα αξιόγραφα, η εν λόγω ευελιξία δεν θα αντισταθμίσει το κόστος που σχετίζεται με τους υφιστάμενους φραγμούς στην ολοκλήρωση της αγοράς.
|
|
|
|
Ασφάλεια δικαίου για την ψηφιακή καινοτομία
|
Ο κανονισμός για το αμετάκλητο του διακανονισμού παρέχει ομοιόμορφη προστασία του συστήματος από την αφερεγγυότητα συμμετεχόντων της ΕΕ, ανεξαρτήτως τεχνολογίας, εφόσον πληρούνται όλες οι απαιτήσεις του κανονισμού για το αμετάκλητο του διακανονισμού. Μείωση του κόστους εποπτείας. Διευκόλυνση της καινοτομίας μέσω σαφήνειας στην εφαρμογή του κανονισμού για το αμετάκλητο του διακανονισμού.
|
Τα πρόσθετα μέτρα, δηλαδή η ρητή αναγνώριση, στις ψηφιακές μάρκες ή στις εγγραφές καθολικού, των ίδιων (ή παρεμφερών) νομικών δικαιωμάτων με τα παραδοσιακά αξιόγραφα, ενδεχομένως μέσω της δημιουργίας προαιρετικού νομικού πλαισίου σε επίπεδο ΕΕ για τα ψηφιακά αξιόγραφα (δηλαδή 28ου καθεστώτος), βαίνει πέραν του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού για το αμετάκλητο του διακανονισμού και θα απαιτούσε εξέταση στο πλαίσιο του προβληματισμού της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων σχετικά με 28ο καθεστώς, σύμφωνα με τις προτάσεις των ενδιαφερόμενων μερών.
|
Εφαρμοστέοι κανόνες στη σύγκρουση νόμων
|
Αύξηση της ασφάλειας δικαίου σε περίπτωση διασυνοριακών συναλλαγών αξιογράφων. Εξοικονομήσεις κόστους για τους συμμετέχοντες στην αγορά όσον αφορά νομικές γνωμοδοτήσεις και συμμόρφωση. Τα οφέλη αυτά θα επεκταθούν στα συστήματα που βασίζονται σε DLT.
|
Αύξηση της ασφάλειας δικαίου και μείωση του κόστους συμμόρφωσης. Ο κατακερματισμός της αγοράς διατηρείται και επηρεάζει αρνητικά τη συνολική προστασία του συστήματος. Τούτο δεν στηρίζει την ολοκλήρωση και την αποδοτικότητα της αγοράς.
|
Συμμετοχή οντοτήτων της ΕΕ σε συστήματα τρίτων χωρών
|
Ισότιμοι όροι ανταγωνισμού. Χαμηλότερο κόστος, για τους συμμετέχοντες της ΕΕ, των απαιτήσεων ασφάλειας τις οποίες ζητούν τα συστήματα τρίτων χωρών στα οποία συμμετέχουν.
|
Μέγιστη εναρμόνιση, εύκολη συμμόρφωση χάρη στην ανάθεση εξουσιοδοτήσεων σε ESMA/ΕΑΤ/ΕΣΚΤ. Τούτο απαιτεί σημαντική αύξηση πόρων για τις εν λόγω οντότητες. Τούτο μπορεί να συνεπάγεται καθυστερήσεις και κόστος.
|
|
|
Εναρμόνιση της έκτασης της προστασίας σε όλα τα κράτη μέλη. Το κόστος περιορίζεται στα κράτη μέλη τα οποία πρέπει να τροποποιήσουν τη νομοθεσία τους, εφόσον απαιτείται (κράτη μέλη επεκτείνουν την προστασία πέραν του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού).
|
Στήριξη της καινοτομίας, αλλά λιγότερη βεβαιότητα σχετικά με τη συμμετοχή σε σύστημα. Κατακερματισμός της αγοράς. Άνισοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ διαχειριστών συστημάτων βασισμένων σε DLT και διαχειριστών συστημάτων που δεν χρησιμοποιούν DLT.
|
Εύρος επιλέξιμων αξιογράφων
|
Μείωση του κατακερματισμού της αγοράς και μείωση του κόστους διασυνοριακών συναλλαγών. Το κόστος περιορίζεται στα κράτη μέλη τα οποία πρέπει να τροποποιήσουν τη νομοθεσία τους, εφόσον απαιτείται (κράτη μέλη επεκτείνουν την προστασία πέραν του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού).
|
Στήριξη της καινοτομίας, αλλά λιγότερη βεβαιότητα σχετικά με τη συμμετοχή σε σύστημα. Κατακερματισμός της αγοράς. Άνισοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ διαχειριστών συστημάτων βασισμένων σε DLT και διαχειριστών συστημάτων που δεν χρησιμοποιούν DLT.
|
Πρακτικές ορισμού για συστήματα της ΕΕ
|
Ισότιμοι όροι ανταγωνισμού, διευκόλυνση του διασυνοριακού διακανονισμού και μείωση του κατακερματισμού. Μέσω της επέκτασης στα συστήματα που βασίζονται σε DLT, στήριξη και της καινοτομίας. Κάποιο κόστος για τα κράτη μέλη, καθώς θα πρέπει να προσαρμόσουν τις διαδικασίες ορισμού που εφαρμόζουν.
|
Μέγιστη δυνατή εναρμόνιση. Ολοκλήρωση της αγοράς. Κόστος και καθυστερήσεις για την ανάπτυξη των αναγκαίων ικανοτήτων και υποδομών από την ESMA / την ΕΑΤ / το ΕΣΚΤ.
|
|
|
Μείωση του κατακερματισμού της αγοράς, αύξηση της ασφάλειας δικαίου και ευχερέστερη παρακολούθηση των κινδύνων. Μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στα ορισθέντα συστήματα, συμπεριλαμβανομένων συστημάτων που βασίζονται σε DLT. Διασυνοριακή δραστηριότητα, περαιτέρω ολοκλήρωση της αγοράς και αποτελέσματα κλίμακας. Το κόστος δημοσιοποίησης των πρόσθετων πληροφοριών είναι περιορισμένο για τους διαχειριστές συστήματος, αλλά ελαφρώς υψηλότερο για την ESMA λόγω πρόσθετων ελέγχων ποιότητας.
|
Η διαφάνεια σχετικά με πρόσθετα στοιχεία δεν είναι πιθανό να αποδώσει πρόσθετα οφέλη όσον αφορά τον ανταγωνισμό, την εμπιστοσύνη ή τη διαχείριση κινδύνων.
|
Χρονικά σημεία του αμετάκλητου του διακανονισμού
|
Μείωση του κατακερματισμού. Διαλειτουργικότητα, ευχερέστερη δημιουργία συνδέσεων ΚΑΤ και μεγαλύτερος διασυνοριακός διακανονισμός.
|
Η πλήρης εναρμόνιση —χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες συστημάτων— αποβαίνει εις βάρος της αποδοτικότητας του συστήματος. Δαπανηρή εφαρμογή σε συνθήκες DLT, απαιτούνται πρόσθετες διασφαλίσεις.
|
Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης, θεωρήθηκε ότι η επιλογή 2 θα είναι συνολικά πιο αποτελεσματική, αποδοτική και συστηματική από την επιλογή 3, μολονότι η επιλογή 3 θα επιτύγχανε μεγαλύτερη εναρμόνιση των διατάξεων για το αμετάκλητο του διακανονισμού και θα ήταν, επομένως, καλύτερη από την επιλογή 2 όσον αφορά τη βελτίωση της εποπτείας και τη μείωση των διαφορών. Συμπερασματικά, η επιλογή 2 είναι η προτιμώμενη επιλογή καθώς είναι συνεπής με τους στόχους της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων και είναι επίσης πιο αναλογική και πιο οικονομικά αποδοτική. Η προτιμώμενη επιλογή θα προαγάγει επίσης την ολοκλήρωση, την αποδοτικότητα και την καινοτομία των κεφαλαιαγορών της ΕΕ. Η επιλογή 2 συμβάλλει στη μείωση του κατακερματισμού και προάγει μια πιο εναρμονισμένη αγορά, σε συμφωνία με τους ευρύτερους στόχους της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων.
•Καταλληλότητα και απλούστευση του κανονιστικού πλαισίου
Η μετατροπή σε κανονισμό της οδηγίας για το αμετάκλητο του διακανονισμού επιτυγχάνει συγχρόνως τους στόχους της απλούστευσης της ισχύουσας νομοθεσίας της ΕΕ, της μείωσης της γραφειοκρατίας και της διευκόλυνσης της συμμόρφωσης.
Ο κανονισμός για το αμετάκλητο του διακανονισμού θα βελτιώσει την ασφάλεια δικαίου και τη συνοχή για τους συμμετέχοντες στην αγορά. Επιπλέον, μέσω της διασφάλισης της τεχνολογικής ουδετερότητας, οι χρήστες DLT θα είναι σε θέση να δοκιμάσουν και να εισαγάγουν στην αγορά νέες τεχνολογίες χωρίς περιττό κόστος. Ο κανονισμός για το αμετάκλητο του διακανονισμού θα εξαλείψει επίσης τις διαφορές στην ερμηνεία οι οποίες οφείλονται στην εθνική εφαρμογή της οδηγίας. Τούτο θα μειώσει τον νομικό κίνδυνο και την πολυπλοκότητα της συμμόρφωσης για τους συμμετέχοντες στην αγορά που δραστηριοποιούνται σε πλείονες δικαιοδοσίες. Τέλος, η ενίσχυση της εμπιστοσύνης των επενδυτών και η βελτίωση της ανθεκτικότητας και της ανταγωνιστικότητας του μετασυναλλακτικού οικοσυστήματος θα συμβάλουν στην αποδοτικότητα των κεφαλαιαγορών της ΕΕ και, εμμέσως, στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας της ΕΕ.
Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ) δεν θα επηρεαστούν άμεσα από την παρούσα πρόταση, καθώς η μεγάλη πλειονότητα των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην παροχή υποδομών (συναλλακτικές και μετασυναλλακτικές υπηρεσίες) είναι μεγάλες, καθιερωμένες εταιρείες. Ωστόσο, μέσω της βελτίωσης της αποδοτικότητας και της αύξησης του ανταγωνισμού στις υπηρεσίες της κεφαλαιαγοράς, οι μη χρηματοπιστωτικές ΜΜΕ θα επωφεληθούν ευχερέστερης και οικονομικότερης πρόσβασης σε χρηματοδότηση της αγοράς, συμπεριλαμβανομένης χρηματοδότησης της καινοτομίας και της ανάπτυξης. Το θετικό αυτό αποτέλεσμα θα γίνει αισθητό και από τις ΜΜΕ που χρησιμοποιούν αποκλειστικά και μόνο τραπεζική χρηματοδότηση, καθώς ο συγκεκριμένος δίαυλος χρηματοδότησης τελεί σε συνθήκες ανταγωνισμού με τη χρηματοδότηση από τις κεφαλαιαγορές.
Από άποψη κόστους, η σαφήνεια σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού για το αμετάκλητο του διακανονισμού θα μειώσει το κόστος για τους διαχειριστές συστημάτων, καθώς θα μειώσει την αναγκαιότητα αναζήτησης νομικών συμβουλών σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων και συμμόρφωσης με τοπικές ιδιαιτερότητες. Τέλος, η επισημοποίηση του καθεστώτος DLT και η επέκταση του εύρους των επιλέξιμων στοιχείων ενεργητικού και των κατώτατων ορίων όγκου θα καταστήσουν το καθεστώς πιο ελκυστικό. Οι συμμετέχοντες στην αγορά θα είναι σε θέση να εφαρμόζουν μακροπρόθεσμο προγραμματισμό και να επεκτείνουν τις πράξεις πέραν μικρών δοκιμαστικών κλιμάκων. Επιπλέον, η εναρμόνιση και οι στοχευμένες αλλαγές στην οδηγία για το αμετάκλητο του διακανονισμού θα καταστήσουν δυνατό τον ορισμό (και την προστασία) στο πλαίσιο του εγχειριδίου για το αμετάκλητο του διακανονισμού για συστήματα που βασίζονται σε DLT. Συνολικά, οι αλλαγές θα προωθήσουν την καινοτομία μέσω της αύξησης των δυνητικών αποδόσεων των επενδύσεων και μέσω της παροχής μεγαλύτερης ασφάλειας δικαίου για τις καινοτομίες που βασίζονται σε DLT.
•Θεμελιώδη δικαιώματα
Η ΕΕ δεσμεύεται να εφαρμόζει υψηλά πρότυπα προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων και είναι συμβαλλόμενο μέρος σε ευρύ φάσμα συμβάσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Στο πλαίσιο αυτό, η πρόταση δεν είναι πιθανό να έχει άμεσο αντίκτυπο στα εν λόγω δικαιώματα, όπως αναφέρονται στις κύριες συμβάσεις των Ηνωμένων Εθνών για τα ανθρώπινα δικαιώματα, στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των Συνθηκών της ΕΕ, και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
4.ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ
Η πρόταση θα έχει δημοσιονομικές επιπτώσεις, κατά τα αναφερόμενα στο δημοσιονομικό δελτίο του παραρτήματος 2.
5.ΛΟΙΠΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
•Σχέδια εφαρμογής και ρυθμίσεις παρακολούθησης, αξιολόγησης και υποβολής εκθέσεων
Η παρούσα πρόταση δεν απαιτεί σχέδιο εφαρμογής.
Η παρακολούθηση των συστημάτων διακανονισμού και πληρωμών είναι επίσης καθήκον της ESMA, της ΕΑΤ και του ΕΣΚΤ, που θα πρέπει να υποβάλουν στην Επιτροπή έκθεση σχετικά με τη λειτουργία του καθεστώτος του αμετάκλητου του διακανονισμού εντός 5 ετών από την έναρξη ισχύος του κανονισμού για το αμετάκλητο του διακανονισμού.
Η πρόταση κανονισμού για το αμετάκλητο του διακανονισμού προβλέπει ότι η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο με την οποία αξιολογεί την εφαρμογή του κανονισμού και προτείνει τροποποιήσεις, εφόσον δικαιολογούνται.
•Επεξηγηματικά έγγραφα (για οδηγίες)
•Αναλυτική επεξήγηση των επιμέρους διατάξεων της πρότασης
Το άρθρο 1 παράγραφος 2 προσδιορίζει τα άρθρα του παρόντος κανονισμού τα οποία εφαρμόζονται στους συμμετέχοντες που είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση όταν συμμετέχουν σε καταχωρισμένα συστήματα.
Το άρθρο 2 ορίζει πλείονες όρους και έννοιες που είναι απαραίτητοι για την ερμηνεία των διατάξεων του κανονισμού, όπως «διακανονισμός», «εκκαθάριση», «σύστημα εκκαθάρισης», «κεντρικός αντισυμβαλλόμενος», «γραφείο εκκαθάρισης», «συμμετέχων», «έμμεσος συμμετέχων», «πελάτης», «λογιστική εγγραφή», «συμψηφισμός», «λογαριασμός», «ασφάλεια», «εργάσιμη ημέρα για συναλλαγές» και «εργάσιμη ημέρα».
Στο άρθρο 3 αποσαφηνίζεται ότι ο διαχειριστής συστήματος που διέπεται από το δίκαιο κράτους μέλους, ανεξαρτήτως του νομίσματος που προβλέπει για τον διακανονισμό, την εκκαθάριση ή την εκτέλεση εντολών μεταβίβασης, μπορεί να υποβάλει αίτηση ορισμού. Επιπλέον, σε περίπτωση συστημικού κινδύνου, η αρμόδια αρχή μπορεί να ορίσει υφιστάμενο σύστημα για τον διακανονισμό, την εκκαθάριση και την εκτέλεση οδηγιών που αφορούν μέσα πέραν των μέσων που ήδη καλύπτονται από το σύστημα.
Με σκοπό τη θέσπιση ομοιόμορφων προϋποθέσεων ορισμού και εναρμονισμένης διαδικασίας, το άρθρο 4 παραθέτει τη διαδικασία για την έγκριση και την άρνηση ορισμού ενός συστήματος. Στην περίπτωση αυτή, η αρμόδια αρχή είναι η αρχή του κράτους μέλους του οποίου το δίκαιο διέπει το σύστημα. Ειδικότερα, στο άρθρο προσδιορίζεται ο χρόνος που διαθέτει η αρμόδια αρχή προκειμένου να δεχθεί ή να απορρίψει αίτηση ορισμού συστήματος και η περίοδος αξιολόγησης για την έγκριση ή την άρνηση του ορισμού. Ομοίως, το άρθρο 5 προσδιορίζει τις προϋποθέσεις ορισμού συστήματος. Σε στενή συνεργασία με το ΕΣΚΤ, η ESMA δύναται να καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον περαιτέρω προσδιορισμό των εν λόγω προϋποθέσεων (για συστήματα διακανονισμού και εκκαθάρισης). Παρόμοια διάταξη εφαρμόζεται στην ΕΑΤ για συστήματα πληρωμών.
Στο άρθρο 6 προβλέπεται ότι η αρμόδια αρχή κοινοποιεί στην ESMA τον ορισμό συστήματος. Επιπλέον, για την εναρμόνιση των πληροφοριών που πρέπει να δημοσιοποιούνται, το άρθρο 6 παραθέτει τα στοιχεία τα οποία θα πρέπει να περιέχει η κοινοποίηση. Η ESMA δημοσιοποιεί, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στον ιστότοπό της τον ορισμό συστήματος, καθώς και κάθε επικαιροποίηση των πληροφοριών που περιέχονται στην κοινοποίηση.
Στο άρθρο 7 προσδιορίζονται οι οντότητες που μπορούν να είναι συμμετέχοντες σε ορισθέν σύστημα. Παρατίθενται επίσης οι προϋποθέσεις (συστημικός κίνδυνος) υπό τις οποίες τα κράτη μέλη μπορούν να θεωρούν ως συμμετέχοντα έναν έμμεσο συμμετέχοντα. Το άρθρο 7 επιτάσσει ο διαχειριστής συστήματος να καθορίζει διαφανή, αντικειμενικά και μη εισάγοντα διακρίσεις κριτήρια εισόδου σε ορισθέν σύστημα.
Το άρθρο 8 αναθέτει στον διαχειριστή ορισθέντος συστήματος καθήκοντα συμμόρφωσης, τόσο του ιδίου όσο και του συστήματος, με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού. Ο διαχειριστής οφείλει να ενημερώνει, χωρίς καθυστέρηση, την αρμόδια αρχή για κάθε ουσιώδη μεταβολή η οποία επηρεάζει τη συμμόρφωση του διαχειριστή και του συστήματος με τον παρόντα κανονισμό.
Στο άρθρο 9 προσδιορίζονται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες η αρμόδια αρχή μπορεί να ανακαλέσει, με τη συμμετοχή της εθνικής αρμόδιας αρχής, τον ορισμό συστήματος. Εξηγείται επίσης η συμμετοχή της ESMA, της ΕΑΤ και του ΕΣΚΤ στη διαδικασία ανάκλησης ορισμού. Η αρμόδια αρχή ενημερώνει, χωρίς καθυστέρηση, τον διαχειριστή συστήματος, την εθνική αρμόδια αρχή, την ESMA, την ΕΑΤ και το ΕΚΤ για την ανάκληση του ορισμού.
Το άρθρο 10 απαιτεί από κάθε κράτος μέλος να διορίσει μία ή πλείονες αρμόδιες αρχές, ειδικότερα για τον ορισμό συστημάτων και την καταχώριση συστημάτων τρίτων χωρών.
Στο άρθρο 11 προβλέπονται οι κανόνες και οι αρμοδιότητες που σχετίζονται με την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αρμόδιων αρχών, εθνικών αρμόδιων αρχών, της ESMA, της ΕΑΤ και του ΕΣΚΤ κατά την άσκηση καθηκόντων δυνάμει του κανονισμού.
Το άρθρο 12 αφορά την καταχώριση συστημάτων τρίτων χωρών που επιθυμούν να καταχωριστούν σε ένα ή πλείονα κράτη μέλη. Η σχετική αίτηση υποβάλλεται στην ESMA και διανέμεται στις καταχωρούσες αρχές. Εάν συμμετέχων σε σύστημα τρίτης χώρας είναι εγκατεστημένος σε κράτος μέλος, η καταχωρούσα αρχή του εν λόγω κράτους μέλους μπορεί να καταχωρίσει το σύστημα.
Το άρθρο 13 καθορίζει τη διαδικασία έγκρισης και άρνησης καταχώρισης. Προσδιορίζει τη διαδικασία καταχώρισης, τη διάρκεια της αξιολόγησης και τις μεθόδους επικοινωνίας με τον διαχειριστή συστήματος τρίτης χώρας. Το άρθρο αναθέτει επίσης στην ESMA (για συστήματα εκκαθάρισης και διακανονισμού) και στην ΕΑΤ (για συστήματα πληρωμών) να καταρτίσουν, σε στενή συνεργασία με το ΕΣΚΤ, σχέδια ρυθμιστικών προτύπων για τον προσδιορισμό των πληροφοριών που πρέπει να παρέχονται με την αίτηση ορισμού και με την αίτηση καταχώρισης, καθώς και εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα για τον καθορισμό των ομοιόμορφων ηλεκτρονικών μορφοτύπων της αίτησης ορισμού και της αίτησης καταχώρισης.
Το άρθρο 14 καθορίζει τις προϋποθέσεις καταχώρισης συστημάτων τρίτων χωρών.
Το άρθρο 15 προβλέπει την κοινοποίηση των καταχωρισμένων συστημάτων και ζητεί από την ESMA να δημοσιοποιεί στον ιστότοπό της, εντός 2 εργάσιμων ημερών από την κοινοποίηση εκ μέρους της καταχωρούσας αρχής, την απόφαση καταχώρισης συστήματος τρίτης χώρας.
Στο άρθρο 16 καθορίζονται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες καταχωρούσα αρχή μπορεί να ανακαλέσει την καταχώριση συστήματος.
Το άρθρο 17 προβλέπει ότι οι εντολές μεταβίβασης και ο συμψηφισμός, συμπεριλαμβανομένων ρυθμίσεων εκκαθαριστικού συμψηφισμού, είναι νομικά εκτελεστοί και αντιτάσσονται στους τρίτους ακόμη και σε περίπτωση διαδικασίας αφερεγγυότητας κατά συμμετέχοντος, εφόσον οι εντολές μεταβίβασης εισάχθηκαν στο σύστημα πριν από το χρονικό σημείο έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας.
Το άρθρο 18 καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να προσδιορίζεται το χρονικό σημείο εισαγωγής εντολής μεταβίβασης σε ορισθέντα συστήματα, συμπεριλαμβανομένων διαλειτουργικών συστημάτων.
Το άρθρο 19 προβλέπει ότι η έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας κατά συμμετέχοντος, ή κατά διαχειριστή διαλειτουργικού συστήματος, δεν εμποδίζει τη χρησιμοποίηση χρηματικών ποσών ή χρηματοπιστωτικών μέσων που είναι διαθέσιμα στον λογαριασμό διακανονισμού ή στους λογαριασμούς τήρησης ασφάλειας του συγκεκριμένου συμμετέχοντος, ή διαχειριστή διαλειτουργικού συστήματος, για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του εν λόγω συμμετέχοντος στο ορισθέν σύστημα ή καταχωρισμένο σύστημα, ή σε συμφωνία διαλειτουργικότητας, κατά την εργάσιμη ημέρα για συναλλαγές της έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας.
Το άρθρο 20 καθορίζει το χρονικό σημείο του αμετάκλητου εντολής μεταβίβασης για τη διευκόλυνση της εφαρμογής της νομοθεσίας περί αφερεγγυότητας σε εντολές μεταβίβασης οι οποίες έχουν εισαχθεί σε ένα σύστημα.
Το άρθρο 21 καθορίζει το χρονικό σημείο του αμετάκλητου του διακανονισμού, δηλαδή το χρονικό σημείο κατά το οποίο οι αντίστοιχες υποχρεώσεις των μερών της συναλλαγής εκπληρώνονται κατά τρόπο ανεπιφύλακτο και αμετάκλητο. Στόχος της διάταξης είναι να διασφαλιστεί ο μέγιστος δυνατός βαθμός συνέπειας όσον αφορά την προστασία του αμετάκλητου του διακανονισμού μεταξύ συστημάτων, ο οποίος θα διευκολύνει με τη σειρά του τη διασυνοριακή δραστηριότητα. Οι κανόνες κάθε ορισθέντος συστήματος καθορίζουν το συγκεκριμένο χρονικό σημείο του αμετάκλητου του διακανονισμού εντός του συστήματος σύμφωνα με την εφαρμοστέα νομοθεσία για τη μεταβίβαση κυριότητας και άλλων δικαιωμάτων. Τα διαλειτουργικά συστήματα διασφαλίζουν, στον βαθμό του δυνατού, τον συντονισμό των κανόνων των συστημάτων επί του ζητήματος αυτού. Η ESMA και η ΕΑΤ, κατά περίπτωση και αμφότερες σε στενή συνεργασία με το ΕΣΚΤ, μπορούν να προσδιορίζουν περαιτέρω, μέσω σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, τα ακόλουθα χρονικά σημεία του αμετάκλητου του διακανονισμού: i) το χρονικό σημείο εισαγωγής εντολής μεταβίβασης σε ένα σύστημα· ii) το χρονικό σημείο του αμετάκλητου εντολής μεταβίβασης που εισάγεται σε ένα σύστημα· και iii) το χρονικό σημείο του αμετάκλητου του διακανονισμού για συστήματα διακανονισμού αξιογράφων τα οποία δεν τελούν υπό τη διαχείριση ΚΑΤ, συστήματα εκκαθάρισης και συστήματα πληρωμών, συμπεριλαμβανομένων συστημάτων που βασίζονται σε DLT.
Το άρθρο 22 προβλέπει ότι το χρονικό σημείο έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας είναι το χρονικό σημείο κατά το οποίο η αρμόδια δικαστική ή διοικητική αρχή εκδίδει την απόφασή της. Η διάταξη προσδιορίζει επιπλέον τις αρχές οι οποίες πρέπει να ενημερωθούν.
Το άρθρο 23 προβλέπει ότι η διαδικασία αφερεγγυότητας δεν παράγει αναδρομικά αποτελέσματα για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις συμμετέχοντος από τη συμμετοχή του σε ορισθέν σύστημα ή σε σύστημα καταχωρισμένο σε κράτος μέλος στο οποίο ο συμμετέχων είναι εγκατεστημένος.
Το άρθρο 24 καθορίζει το δίκαιο που διέπει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμμετεχόντων σε περίπτωση διαδικασίας αφερεγγυότητας.
Το άρθρο 25 προβλέπει ότι τα δικαιώματα των ασφαλειοληπτών διέπονται από το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο παρέχεται το χρηματοπιστωτικό μέσο. Το άρθρο 25 παράγραφος 2 προβλέπει ότι τα δικαιώματα των ασφαλειοληπτών ασφάλειας που παρασχέθηκε σε σχέση με συμμετοχή σε σύστημα θα πρέπει να καθορίζονται από το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται το μητρώο ή ο λογαριασμός στον οποίο είναι εγγεγραμμένη η ασφάλεια. Το άρθρο 25 παράγραφος 3 προβλέπει παρέκκλιση, για την περίπτωση στην οποία δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί ο τόπος στον οποίο βρίσκεται το μητρώο. Σε τέτοια περίπτωση, τα δικαιώματα σε σχέση με το χρηματοπιστωτικό μέσο που παρασχέθηκε ως ασφάλεια διέπονται από το δίκαιο του κράτους μέλους που διέπει το σύστημα. Το άρθρο 25 παράγραφος 4 καθορίζει την έννοια της παραπομπής στο δίκαιο κράτους μέλους.
Στο άρθρο 26 καθορίζεται ο ρόλος της κεντρικής βάσης δεδομένων, η οποία διευκολύνει την ανταλλαγή πληροφοριών και εγγράφων που έχουν σημασία για τους αποδέκτες δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Η διάταξη προβλέπει επίσης την πρόσβαση, στην κεντρική βάση δεδομένων, αρμόδιων αρχών, καταχωρουσών αρχών και εθνικών αρμόδιων αρχών.
Το άρθρο 27 αναθέτει στην Επιτροπή, για αόριστο χρονικό διάστημα, την εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων δυνάμει του παρόντος κανονισμού.
Το άρθρο 28 καθορίζει μεταβατικά μέτρα, με τα οποία αποσαφηνίζεται ειδικότερα ότι μια εντολή μεταβίβασης η οποία εισάγεται στο σύστημα πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού αλλά διακανονίζεται μετά την έναρξη ισχύος του εν λόγω κανονισμού θεωρείται εντολή μεταβίβασης η οποία διέπεται από τον παρόντα κανονισμό.
Το άρθρο 29 απαιτεί από την Επιτροπή να εκπονήσει γενική έκθεση και από την ESMA, σε στενή συνεργασία με το ΕΣΚΤ και την ΕΑΤ, να υποβάλει έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με τη λειτουργία του καθεστώτος του αμετάκλητου του διακανονισμού εντός 6 ετών από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού.
Το άρθρο 30 καταργεί την οδηγία για το αμετάκλητο του διακανονισμού.
Το άρθρο 31 επιφέρει τροποποιήσεις σε ορισμένες διατάξεις της οδηγίας για τη χρηματοοικονομική ασφάλεια, ειδικότερα μέσω της συμπερίληψης στο πεδίο εφαρμογής της μετρητών, χρηματοπιστωτικών μέσων και πιστωτικών απαιτήσεων, εάν εκδίδονται ή εγγράφονται βάσει DLT. Η διάταξη ορίζει επίσης τους όρους και τις έννοιες που είναι απαραίτητοι για την ερμηνεία των διατάξεων του κανονισμού, δηλαδή «λογαριασμός», και επεκτείνει ορισμένους ορισμούς ώστε να περιλαμβάνουν την ψηφιακή εγγραφή, συμπεριλαμβανομένης DLT. Τέλος, η διάταξη προβλέπει την προθεσμία μεταφοράς των εν λόγω τροποποιήσεων στο εθνικό δίκαιο.
Το άρθρο 32 καθορίζει την ημερομηνία έναρξης ισχύος του κανονισμού.
2025/0381 (COD)
Πρόταση
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού και την κατάργηση της οδηγίας 98/26/ΕΚ καθώς και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/47/ΕΚ για τις συμφωνίες παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 114,
Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας,
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής,
Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
(1)Η παρούσα πρόταση εντάσσεται σε δέσμη μέτρων που αποσκοπεί στην εγκαθίδρυση ενιαίας αγοράς χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, μέσω της αντιμετώπισης των ανεπαρκειών της αγοράς που οφείλονται στον κατακερματισμό, και στη δημιουργία πραγματικά ολοκληρωμένων ευρωπαϊκών κεφαλαιαγορών προσιτών σε όλους τους πολίτες και τις επιχειρήσεις στην Ένωση. Η δέσμη μέτρων επιδιώκει να αποδεσμεύσει τις δυνατότητες των χρηματοπιστωτικών αγορών της Ένωσης μέσω της παροχής πρόσβασης σε πιο αποδοτική χρηματοδότηση από τις κεφαλαιαγορές και της διευκόλυνσης των διασυνοριακών ροών κεφαλαίων, οι οποίες αναμένεται ότι, με τη σειρά τους, θα στηρίξουν την οικονομία της Ένωσης, θα υποκινήσουν τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης και θα βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητα.
(2)Η οδηγία 98/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου καθορίζει αρχές και κανόνες με στόχο τη μείωση του συστημικού κινδύνου που συνεπάγεται η αφερεγγυότητα συμμετεχόντων σε συστήματα πληρωμών και συστήματα διακανονισμού αξιογράφων μέσω της μη εφαρμογής ορισμένων εθνικών κανόνων περί αφερεγγυότητας, όταν ένα μέρος σε μια συναλλαγή καθίσταται αφερέγγυο, ώστε οι πληρωμές και οι συναλλαγές αξιογράφων να μπορούν να πραγματοποιούνται και να διακανονίζονται με ασφάλεια. Η οδηγία 98/26/ΕΚ προστατεύει επίσης την ασφάλεια που παρέχει το αφερέγγυο μέρος και αποσαφηνίζει το εφαρμοστέο δίκαιο σε ορισμένες διασυνοριακές καταστάσεις.
(3)Δημόσια διαβούλευση η οποία πραγματοποιήθηκε το 2021 και η έκθεση της Επιτροπής του 2023 κατέδειξαν ότι τα κράτη μέλη μετέφεραν με διαφορετικό τρόπο στο εθνικό δίκαιό τους τις υποχρεώσεις που καθορίζονται στην οδηγία 98/26/ΕΚ καθώς και την προστασία που παρέχεται σε εγχώρια ιδρύματα που συμμετέχουν σε συστήματα τρίτων χωρών, με αποτέλεσμα άνισους όρους ανταγωνισμού για τα συστήματα και τους συμμετέχοντες της ΕΕ και τη δημιουργία φραγμών στην εύρυθμη λειτουργία της ενιαίας αγοράς.
(4)Οι διαφορετικές εθνικές προσεγγίσεις είχαν ως αποτέλεσμα τον κατακερματισμό της ενιαίας αγοράς. Συστήματα και συμμετέχοντες υπόκεινται σε διαφορετικούς κανόνες σε διαφορετικά κράτη μέλη. Συγκεκριμένα, ένα σύστημα μπορούσε να είναι ορισθέν σύστημα σε ένα κράτος μέλος και να μην είναι σε άλλο ή μια εντολή μεταβίβασης μπορούσε να προστατεύεται σε ένα κράτος μέλος και να μην προστατεύεται σε άλλο, αναλόγως της εφαρμοστέας στο σύστημα νομοθεσίας του κράτους μέλους. Οι διαφορετικές εθνικές προσεγγίσεις συνεπάγονται ανασφάλεια δικαίου, εμποδίζουν την ολοκλήρωση της αγοράς και αποθαρρύνουν τις διασυνοριακές συναλλαγές.
(5)Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι διατάξεις που επιβάλλουν υποχρεώσεις στα συστήματα, στους διαχειριστές τους και στους συμμετέχοντες σε αυτά εφαρμόζονται με ομοιόμορφο τρόπο σε ολόκληρη την Ένωση, ώστε να διευκολυνθούν η ολοκλήρωση της αγοράς και οι διασυνοριακές συναλλαγές και να διασφαλίζεται μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου, ενδείκνυται και είναι αναγκαία η κατάργηση της οδηγίας 98/26/ΕΚ και η αντικατάστασή της με κανονισμό.
(6)Προκειμένου ένα ευρύτερο φάσμα συστημάτων να μπορέσει να τύχει της προστασίας που παρέχεται στα συστήματα και στους διαχειριστές συστημάτων, οι έννοιες που χρησιμοποιούνται και οι κανόνες που θεσπίζονται θα πρέπει να είναι ουδέτεροι όσον αφορά τη χρήση οποιασδήποτε συγκεκριμένης τεχνολογίας, συμπεριλαμβανομένης τεχνολογίας κατανεμημένου λογισμικού (DLT). Ειδικότερα, κάθε αναφορά σε μητρώο ή εγγραφή θα πρέπει να περιλαμβάνει περιπτώσεις στις οποίες τέτοια μητρώα συστήνονται βάσει DLT, ή με άλλον τρόπο σε κατανεμημένα καθολικά, και στις οποίες οι εγγραφές πραγματοποιούνται σε τέτοια μητρώα βασισμένα σε καθολικά και, επομένως, μπορεί να περιλαμβάνουν, ή να μην περιλαμβάνουν, πορτοφόλια ή άλλες ψηφιακές αναπαραστάσεις κυριότητας και δικαιωμάτων.
(7)Ο κανονισμός (ΕΕ) 2022/858 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου προβλέπει υποδομές αγορών που βασίζονται σε DLT για τη δοκιμαστική χρήση της παροχής ορισμένων υπηρεσιών μέσω DLT, μεταξύ άλλων μέσω της εγκαθίδρυσης συστημάτων που διακανονίζουν τις εντολές μεταβίβασης σε χρηματοπιστωτικά μέσα που βασίζονται σε DLT. Τέτοια συστήματα θα πρέπει να μπορούν να οριστούν δυνάμει του παρόντος κανονισμού, με την επιφύλαξη της συμμόρφωσής τους με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται τόσο στον κανονισμό (ΕΕ) 2022/858 όσο και στον παρόντα κανονισμό. Θα πρέπει να ανατεθεί στην Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ESMA) και στην Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ) η εξουσία να προσδιορίσουν περαιτέρω τους κανόνες σχετικά με τον τρόπο αξιολόγησης και καθορισμού του αμετάκλητου του διακανονισμού σε συστήματα που χρησιμοποιούν DLT.
(8)Δεδομένου ότι οι εθνικοί κανόνες περί αφερεγγυότητας του κράτους μέλους του οποίου το δίκαιο διέπει ένα σύστημα εφαρμόζονται στο εν λόγω σύστημα, τα συστήματα θα πρέπει να ορίζονται από τις αρχές του κράτους μέλους του οποίου το δίκαιο διέπει το σύστημα, βάσει ομοιόμορφων προϋποθέσεων ορισμού και εναρμονισμένης διαδικασίας.
(9)Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν διαφορετικές προσεγγίσεις όσον αφορά το είδος των πληροφοριών που δημοσιοποιούνται σχετικά με τα συστήματα της Ένωσης και τα συστήματα τρίτων χωρών στα οποία επιλέγουν να επεκτείνουν την προστασία που παρέχει η οδηγία 98/26/ΕΚ. Για την αντιμετώπιση της υφιστάμενης ασυμμετρίας πληροφόρησης μεταξύ κρατών μελών και για την εναρμόνιση των πληροφοριών που πρέπει να δημοσιοποιούνται, θα πρέπει να εναρμονιστεί το είδος των πληροφοριών που παρέχονται στις αρχές που είναι αρμόδιες για τον ορισμό ή την καταχώριση συστήματος. Επιπλέον, η ESMA θα πρέπει να δημοσιοποιεί τις πληροφορίες σε κεντρικό επίπεδο προκειμένου να διευκολύνεται η πρόσβαση σε αυτές. Για λόγους ασφάλειας δικαίου, οι πληροφορίες που κοινοποιούνται στην ESMA προς δημοσιοποίηση θα πρέπει να είναι σχετικές, ακριβείς και επικαιροποιημένες.
(10)Ο κατάλογος των οντοτήτων που μπορούν να θεωρηθούν ως συμμετέχοντες σε ένα σύστημα θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα διάφορα μοντέλα συμμετοχής που έχουν καθιερώσει τα συστήματα και να διασφαλίζει, συγχρόνως, την επίτευξη του στόχου προστασίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος από τον συστημικό κίνδυνο. Προς τούτο, οι οντότητες που γίνονται δεκτές ως συμμετέχοντες θα πρέπει να πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις προς αποφυγή δημιουργίας περιττών κινδύνων για το σύστημα στο οποίο συμμετέχουν. Ωστόσο, οι προϋποθέσεις αυτές δεν θα πρέπει να επιβάλλουν πρόσθετες απαιτήσεις σε περίπτωση που ο διαχειριστής συστήματος εφαρμόζει ήδη απαιτήσεις εισόδου στο σύστημα δυνάμει του δικαίου της Ένωσης όταν δέχεται νέες οντότητες ως συμμετέχοντες στα ορισθέντα συστήματά του, όπως στην περίπτωση κεντρικών αντισυμβαλλομένων και κεντρικών αποθετηρίων τίτλων (ΚΑΤ). Θα πρέπει να είναι δυνατή η συμπερίληψη, ως συμμετεχόντων σε σύστημα, οντοτήτων που ασκούν καθήκοντα επικύρωσης ή συναίνεσης τα οποία είναι ουσιώδη για τη διατήρηση της ακεραιότητας του διακανονισμού.
(11)Προκειμένου να διασφαλίζεται αποτελεσματική εφαρμογή της προστασίας που παρέχει το αμετάκλητο του διακανονισμού, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διορίσουν την αρχή ή τις αρχές που είναι υπεύθυνη/-ες για τον ορισμό, την καταχώριση και την ανακοίνωση της έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Οι εν λόγω αρχές θα πρέπει να διαθέτουν τις αναγκαίες εξουσίες για την άσκηση των καθηκόντων τους. Οι αρχές θα πρέπει να συνεργάζονται και να ανταλλάσσουν πληροφορίες, όπως απαιτείται, μεταξύ τους καθώς και με την ESMA και τα μέλη του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ). Για τη διευκόλυνση της άσκησης των καθηκόντων τους και την αύξηση της διαφάνειας σε ολόκληρη την Ένωση, ο κατάλογος των εν λόγω αρχών θα πρέπει να δημοσιοποιείται.
(12)Τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να εφαρμόζουν την προστασία που παρέχεται στα συστήματα της Ένωσης σε οντότητες εγκατεστημένες στο έδαφός τους οι οποίες συμμετέχουν άμεσα σε συστήματα τρίτων χωρών και στην ασφάλεια που παρέχεται σε σχέση με τη συμμετοχή σε τέτοια συστήματα τρίτων χωρών. Για την αντιμετώπιση των άνισων όρων ανταγωνισμού όσον αφορά τη συμμετοχή οντοτήτων της Ένωσης σε συστήματα τρίτων χωρών, οι οποίοι είναι απόρροια των διαφορετικών εθνικών καθεστώτων που τα κράτη μέλη έχουν διαμορφώσει για την επέκταση της προστασίας που παρέχει η οδηγία 98/96/ΕΚ, θα πρέπει να θεσπιστεί εναρμονισμένο καθεστώς για την καταχώριση, εκ μέρους των κρατών μελών, συστημάτων τρίτων χωρών. Το καθεστώς αυτό θα πρέπει να βασίζεται σε τυπική και εναρμονισμένη διαδικασία η οποία διασφαλίζει την εφαρμογή σαφών προτύπων και εξορθολογίζει τις προϋποθέσεις πρόσβασης για όλες τις οντότητες της Ένωσης που συμμετέχουν σε συγκεκριμένο σύστημα τρίτης χώρας. Η καταχώριση συστημάτων τρίτων χωρών, εκ μέρους των κρατών μελών, θα πρέπει να γίνεται από το κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένη η οντότητα που συμμετέχει σε τέτοιο σύστημα. Ωστόσο, τούτο μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα πλείονα κράτη μέλη να καταχωρίσουν την ίδια συμφωνία με τρίτη χώρα, εάν τα μέλη είναι εγκατεστημένα σε πλείονα κράτη μέλη. Για την αποφυγή της δημιουργίας άνισων όρων ανταγωνισμού για τις οντότητες που είναι εγκατεστημένες σε διαφορετικά κράτη μέλη, η καταχώριση τέτοιων συστημάτων θα πρέπει να πραγματοποιείται με συντονισμένο και συγκλίνοντα τρόπο και να διευκολύνεται από την ESMA, την ΕΑΤ και το ΕΣΚΤ.
(13)Η μείωση του συστημικού κινδύνου απαιτεί ειδικότερα το αμετάκλητο του διακανονισμού και την εκτελεστότητα της ασφάλειας. Επομένως, οι εντολές μεταβίβασης και ο συμψηφισμός τους θα πρέπει να έχουν νομικώς εκτελεστό χαρακτήρα σε όλα τα κράτη μέλη και να μπορούν να αντιταχθούν στους τρίτους. Οι κανόνες σχετικά με την εκτελεστότητα του συμψηφισμού δεν θα πρέπει να εμποδίζουν τα συστήματα να ελέγχουν, προτού πραγματοποιηθεί ο συμψηφισμός, αν εντολές που έχουν εισαχθεί στο σύστημα είναι σύμφωνες προς τους κανόνες του συγκεκριμένου συστήματος και καθιστούν δυνατό τον διακανονισμό εντός του εν λόγω συστήματος.
(14)Ο διακανονισμός θα πρέπει να θεωρείται αμετάκλητος όταν κάθε μέρος της σύμβασης στην οποία βασίζεται ο διακανονισμός έχει εκπληρώσει στο ακέραιο τις υποχρεώσεις του έναντι του αντισυμβαλλομένου του κατά τρόπο ανεπιφύλακτο και αμετάκλητο. Το χρονικό σημείο εισαγωγής εντολής μεταβίβασης σε ένα σύστημα και το χρονικό σημείο του αμετάκλητου εντολής μεταβίβασης είναι κρίσιμα για την εφαρμογή της νομοθεσίας περί αφερεγγυότητας στην εν λόγω εντολή μεταβίβασης. Προκειμένου να διασφαλιστεί ο μέγιστος δυνατός βαθμός συνέπειας όσον αφορά την προστασία που παρέχει το αμετάκλητο του διακανονισμού μεταξύ συστημάτων, καθώς και προκειμένου να διευκολυνθεί η διασυνοριακή δραστηριότητα στην ενιαία αγορά, είναι αναγκαίο να καθοριστούν αρχές οι οποίες θα εφαρμόζονται για τον προσδιορισμό των ανωτέρω χρονικών σημείων για όλα τα είδη συστημάτων. Συγχρόνως, οι εν λόγω αρχές θα πρέπει να παρέχουν τη δυνατότητα κατάρτισης ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για την προσαρμογή των αρχών στα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά κάθε συστήματος λαμβάνοντας συγχρόνως υπόψη την ύπαρξη διαφορετικών ειδών συστημάτων, τις διαφορετικές χρησιμοποιούμενες τεχνολογίες και τον τρόπο λειτουργίας κάθε συστήματος. Τα συστήματα, όταν υπάρχουν, θα πρέπει να περιλαμβάνουν, με σαφή τρόπο, στους κανόνες τους, τα προαναφερθέντα συγκεκριμένα και εξατομικευμένα χρονικά σημεία του αμετάκλητου του διακανονισμού.
(15)Συμμετέχοντες ή τρίτοι δεν θα πρέπει να εμποδίζονται να ασκήσουν δικαίωμα ή αξίωση προς ανάκτηση ή απόδοση, το οποίο διαθέτουν από τον νόμο και το οποίο απορρέει από την υποκείμενη συναλλαγή, σε σχέση με εντολή μεταβίβασης η οποία εισάχθηκε σε σύστημα, μεταξύ άλλων σε περίπτωση απάτης ή τεχνικού σφάλματος, εφόσον τούτο δεν συνεπάγεται τη ματαίωση του συμψηφισμού ή την ανάκληση της εντολής μεταβίβασης στο σύστημα.
(16)Κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να γνωστοποιεί αμέσως στα άλλα κράτη μέλη την έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητος κατά συμμετέχοντος στο σύστημα. Η διαδικασία αφερεγγυότητας δεν θα πρέπει να παράγει αναδρομικά αποτελέσματα επί των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμμετεχόντων σε σύστημα.
(17)Σε περίπτωση κίνησης διαδικασίας αφερεγγυότητας κατά συμμετέχοντος σε σύστημα, θα πρέπει να συνάγεται με σαφήνεια η νομοθεσία περί αφερεγγυότητας που εφαρμόζεται στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις του εν λόγω συμμετέχοντος σε σχέση με τη συμμετοχή του σε σύστημα.
(18)Η ασφάλεια θα πρέπει να προστατεύεται από τα αποτελέσματα της νομοθεσίας περί αφερεγγυότητας που εφαρμόζεται στον αφερέγγυο συμμετέχοντα. Η ασφάλεια περιλαμβάνει όλα τα μέσα που ένας συμμετέχων παρέχει στους λοιπούς συμμετέχοντες στο σύστημα διακανονισμού για την ασφάλιση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από το συγκεκριμένο σύστημα, συμπεριλαμβανομένων συμφωνιών επαναγοράς, δικαιωμάτων νόμιμου ενεχύρου και καταπιστευματικών μεταβιβάσεων.
(19)Σε περίπτωση συνδεδεμένων συστημάτων, είναι αναγκαίο να διασφαλίζεται κατάλληλη προστασία του διαχειριστή συστήματος ο οποίος παρέχει ασφάλεια σε άλλον διαχειριστή συστήματος, σε περίπτωση κίνησης διαδικασίας αφερεγγυότητας κατά του ασφαλειολήπτη διαχειριστή συστήματος.
(20)Είναι αναγκαίο να προβλεφθεί κανόνας σύγκρουσης νόμων σχετικά με τα δικαιώματα των ασφαλειοληπτών, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο η ασφάλεια εγγράφηκε νομίμως σε μητρώο, λογαριασμό ή κεντρικό σύστημα καταθέσεων καθορίζει επίσης το κύρος και την εκτελεστότητα της εν λόγω ασφάλειας έναντι του συστήματος, του διαχειριστή συστήματος και κάθε άλλου προσώπου που ασκεί, άμεσα ή έμμεσα, αξίωση μέσω αυτού. Ο εν λόγω κανόνας σύγκρουσης νόμων θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο σε μητρώο, λογαριασμό ή κεντρικό σύστημα καταθέσεων που αποδεικνύει την ύπαρξη ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων επί της οικείας ασφάλειας ή για την παράδοση ή τη μεταβίβαση της εν λόγω ασφάλειας.
(21)Είναι αναγκαίο να αποσαφηνισθεί το εθνικό δίκαιο κράτους μέλους το οποίο θα πρέπει να εφαρμόζεται για τον καθορισμό των δικαιωμάτων των ασφαλειοληπτών. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις, ειδικότερα σε σχέση με τη χρήση νέων τεχνολογιών, δεν είναι πάντοτε δυνατό να καθοριστεί το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται το μητρώο, ο λογαριασμός ή το κεντρικό σύστημα καταθέσεων, όπου έχει εγγραφεί νομίμως η ασφάλεια. Σε τέτοιες περιπτώσεις, τα δικαιώματα του ασφαλειολήπτη θα πρέπει να καθορίζονται από το δίκαιο που διέπει το οικείο σύστημα σε σχέση με τη συγκεκριμένη ασφάλεια.
(22)Είναι επίσης αναγκαίο να προβλεφθεί κανόνας σύγκρουσης νόμων σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο σε περίπτωση αφερεγγυότητας συμμετέχοντος. Ο εν λόγω κανόνας σύγκρουσης νόμων δεν θα πρέπει να θίγει τη λειτουργία και τα αποτελέσματα του δικαίου του κράτους μέλους δυνάμει του οποίου έχουν συσταθεί τα χρηματοπιστωτικά μέσα, ή του δικαίου του κράτους μέλους στο οποίο μπορεί να βρίσκονται άλλως τα χρηματοπιστωτικά μέσα, συμπεριλαμβανομένου, μεταξύ άλλων, του δικαίου που αφορά τη σύσταση, την κυριότητα ή τη μεταβίβαση τέτοιων χρηματοπιστωτικών μέσων, ή δικαιωμάτων επ’ αυτών, και δεν θα πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι η ασφάλεια θα είναι άμεσα εκτελεστή ή μπορεί να αναγνωρίζεται σε οποιοδήποτε κράτος μέλος με άλλον τρόπο εκτός από τον προβλεπόμενο στο δίκαιο του συγκεκριμένου κράτους μέλους.
(23)Λαμβανομένων υπόψη των αλλαγών που πραγματοποιούνται με τον παρόντα κανονισμό, η οδηγία 2002/47/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου πρέπει να τροποποιηθεί προκειμένου να διασφαλίζεται συνέπεια. Διαφορές στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού και της οδηγίας 2002/47/ΕΚ θα προκαλούσαν ανασφάλεια δικαίου και αποκλίσεις στην εφαρμογή, ειδικότερα σε σχέση με μέσα που εκδίδονται βάσει DLT, καθώς τα εν λόγω μέσα θα αναγνωρίζονταν ως δυνητική ασφάλεια δυνάμει του παρόντος κανονισμού, αλλά όχι κατ’ ανάγκη δυνάμει της οδηγίας 2002/47/ΕΚ.
(24)Η ESMA, η ΕΑΤ και το ΕΣΚΤ θα πρέπει να διαδραματίσουν κεντρικό ρόλο στην εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και να διασφαλίσουν τη συνεπή εφαρμογή των κανόνων της Ένωσης από τις εθνικές αρμόδιες αρχές.
(25)Η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να εγκρίνει ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα, τα οποία θα καταρτίσουν η ESMA και η ΕΑΤ για τον περαιτέρω προσδιορισμό των ακόλουθων ζητημάτων: των πληροφοριών που πρέπει να παρέχονται με την αίτηση ορισμού· των προϋποθέσεων ορισμού· των πληροφοριών που πρέπει να παρέχονται με την αίτηση καταχώρισης· του χρονικού σημείου της εισαγωγής εντολής μεταβίβασης σε σύστημα το οποίο δεν τελεί υπό τη διαχείριση ΚΑΤ, συμπεριλαμβανομένων συστημάτων που βασίζονται σε DLT· του χρονικού σημείου του αμετάκλητου εντολής μεταβίβασης που εισάγεται σε σύστημα το οποίο δεν τελεί υπό τη διαχείριση ΚΑΤ, συμπεριλαμβανομένων συστημάτων που βασίζονται σε DLT· και του χρονικού σημείου του αμετάκλητου του διακανονισμού σε συστήματα τα οποία δεν τελούν υπό τη διαχείριση ΚΑΤ, συμπεριλαμβανομένων συστημάτων που βασίζονται σε DLT. Η Επιτροπή θα πρέπει να εγκρίνει τα εν λόγω ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις δυνάμει του άρθρου 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) και σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.
(26)Η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί επίσης να εγκρίνει εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα, τα οποία θα καταρτίσουν η ESMA ή η ΕΑΤ σε σχέση με τους ηλεκτρονικούς μορφοτύπους για την αίτηση ορισμού και τους ηλεκτρονικούς μορφοτύπους για την αίτηση καταχώρισης συστήματος τρίτης χώρας. Η Επιτροπή θα πρέπει να εγκρίνει τα εν λόγω εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα με εκτελεστικές πράξεις δυνάμει του άρθρου 291 της ΣΛΕΕ και σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 και με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.
(27)Θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων, σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), σε σχέση με τις τροποποιήσεις στον ορισμό της εντολής μεταβίβασης για την προσθήκη ή την αφαίρεση στοιχείων ενεργητικού υποκείμενων σε διακανονισμό και σε σχέση με τις τροποποιήσεις στον κατάλογο συμμετεχόντων. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό η Επιτροπή να διεξαγάγει κατάλληλες διαβουλεύσεις, κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες της, μεταξύ άλλων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων. Κατά την προετοιμασία και την κατάρτιση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, η Επιτροπή θα πρέπει να διασφαλίσει την ταυτόχρονη, έγκαιρη και προσήκουσα διαβίβαση των σχετικών εγγράφων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.
(28)Συστήματα τα οποία ορίστηκαν δυνάμει της οδηγίας 98/26/ΕΚ και συστήματα τρίτων χωρών στα οποία τα κράτη μέλη επέκτειναν την προστασία που παρέχεται από την εν λόγω οδηγία πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να επωφεληθούν ορισμένων μεταβατικών μέτρων, ώστε να παρασχεθεί επαρκής χρόνος στα κράτη μέλη για τον ορισμό ή την καταχώριση των εν λόγω συστημάτων, κατά περίπτωση, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Ως εκ τούτου, η εφαρμογή των προϋποθέσεων ορισμού και καταχώρισης θα πρέπει να αναβληθεί για τα εν λόγω συστήματα.
(29)Δεδομένου ότι οι στόχοι του παρόντος κανονισμού, ήτοι η διασφάλιση εναρμονισμένης προσέγγισης ως προς την προστασία από τον συστημικό κίνδυνο που απορρέει από τη λειτουργία συστημάτων διακανονισμού, σε σχέση με την αφερεγγυότητα οποιουδήποτε συμμετέχοντος στα εν λόγω συστήματα, δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη, μπορούν όμως, λόγω της κλίμακας και των αποτελεσμάτων της δράσης, να επιτευχθούν καλύτερα στο επίπεδο της Ένωσης, η Ένωση δύναται να λάβει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας που προβλέπεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, που διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη των ανωτέρω στόχων.
(30)Ο παρών κανονισμός θεσπίζει δεσμευτικές απαιτήσεις για τις διασυνοριακές ψηφιακές δημόσιες υπηρεσίες κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) 2024/903. Το κεφάλαιο για τις ψηφιακές διαστάσεις του νομοθετικού δημοσιονομικού και ψηφιακού δελτίου συνιστά την προκύπτουσα έκθεση. Το εν λόγω έγγραφο θα δημοσιευθεί επίσης στην πύλη για τη διαλειτουργική Ευρώπη μετά την έκδοση του κανονισμού,
ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:
ΤΙΤΛΟΣ I
ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ
Άρθρο 1
Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής
1.Ο παρών κανονισμός θεσπίζει απαιτήσεις για τον ορισμό συστημάτων τα οποία πληρούν τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή των κανόνων σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού στην Ένωση, που καθορίζονται στα άρθρα 17 έως 25.
2.Ο παρών κανονισμός θεσπίζει επίσης απαιτήσεις για την καταχώριση συστημάτων τρίτων χωρών σε ένα ή πλείονα κράτη μέλη, προκειμένου να παρασχεθεί σε ιδρύματα εγκαταστημένα στα συγκεκριμένα κράτη μέλη, τα οποία συμμετέχουν στα συστήματα τρίτων χωρών, η δυνατότητα να τύχουν της επέκτασης της προστασίας που παρέχεται σε περίπτωση αφερεγγυότητας, η οποία προβλέπεται στα άρθρα 17, 19, 22 παράγραφος 1, 23, 24 και 25 παράγραφος 1, όσον αφορά τις εντολές μεταβίβασης που εισάχθηκαν στα συστήματα τρίτων χωρών.
Σε περίπτωση αφερεγγυότητας μέλους τέτοιου συστήματος, οι εντολές μεταβίβασης που εισάχθηκαν από το συγκεκριμένο μέλος προστατεύονται εφόσον πληρούνται σωρευτικώς οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)το μέλος συμμετέχει σε καταχωρισμένο σύστημα, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 9)·
β)το μέλος είναι ίδρυμα, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 10) στοιχείο α) σημεία i) έως iv) και στοιχείο β), εγκατεστημένο στο κράτος μέλος το οποίο έχει καταχωρίσει το συγκεκριμένο σύστημα δυνάμει του άρθρου 12.
3.Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε:
α)κάθε σύστημα, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 1)·
β)κάθε συμμετέχοντα, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 15)·
γ)ασφάλεια, κατά το άρθρο 25, η οποία παρέχεται σε συνάρτηση ή σε σχέση με οποιαδήποτε από τις ακόλουθες ενέργειες:
i) συμμετοχή σε σύστημα·
ii) πράξεις των κεντρικών τραπεζών των κρατών μελών ή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στο πλαίσιο της ιδιότητάς τους ως κεντρικών τραπεζών.
Άρθρο 2
Ορισμοί
1.Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
1)«σύστημα»: τυπική συμφωνία, εκτός ρύθμισης διαλειτουργικότητας, με κοινούς κανόνες και τυποποιημένες διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένων συστήματος διακανονισμού αξιογράφων, συστήματος εκκαθάρισης ή συστήματος πληρωμών, που εξασφαλίζουν τον διακανονισμό, την εκκαθάριση ή την εκτέλεση εντολών μεταβίβασης μεταξύ συμμετεχόντων·
2)«σύστημα τρίτης χώρας»: σύστημα το οποίο δεν διέπεται από το δίκαιο κράτους μέλους·
3)«διακανονισμός»: διακανονισμός όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 7) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου·
4)«εκκαθάριση»: εκκαθάριση όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 3) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου·
5)«σύστημα διακανονισμού αξιογράφων»: σύστημα του οποίου η δραστηριότητα συνίσταται στον διακανονισμό εντολών μεταβίβασης·
6)«σύστημα πληρωμών»: σύστημα πληρωμών όπως ορίζεται στο άρθρο 4 σημείο 7) της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου·
7)«σύστημα εκκαθάρισης»: σύστημα το οποίο παρέχει υπηρεσίες εκκαθάρισης και το οποίο τελεί υπό τη διαχείριση γραφείου εκκαθάρισης·
8)«ορισθέν σύστημα»: σύστημα το οποίο ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 3·
9)«καταχωρισμένο σύστημα»: σύστημα το οποίο καταχωρίζεται σύμφωνα με το άρθρο 12·
10)«ίδρυμα»:
α)οποιαδήποτε από τις ακόλουθες οντότητες, η οποία συμμετέχει σε ορισθέν σύστημα και είναι υπεύθυνη για την εκπλήρωση των χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων που απορρέουν από εντολές μεταβίβασης εντός του εν λόγω συστήματος:
i)πιστωτικό ίδρυμα, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, συμπεριλαμβανομένων των οντοτήτων που παρατίθενται στο άρθρο 2 παράγραφος 5 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου·
ii) επιχείρηση επενδύσεων, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, εξαιρουμένων των ιδρυμάτων που απαριθμούνται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 της ίδιας οδηγίας·
iii)δημόσια αρχή·
iv)επιχείρηση με εγγύηση του Δημοσίου·
v)οποιαδήποτε επιχείρηση της οποίας η έδρα βρίσκεται εκτός της Ένωσης και της οποίας οι λειτουργίες αντιστοιχούν στις λειτουργίες των πιστωτικών ιδρυμάτων ή των επιχειρήσεων επενδύσεων της Ένωσης που αναφέρονται στα σημεία i) και ii)·
β) οποιαδήποτε από τις ακόλουθες οντότητες, η οποία συμμετέχει σε ορισθέν σύστημα του οποίου η επιχειρηματική δραστηριότητα συνίσταται στην εκτέλεση εντολών μεταβίβασης, όπως ορίζονται στο σημείο 20 στοιχείο α), και η οποία είναι υπεύθυνη για την εκπλήρωση των χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων που απορρέουν από τις εν λόγω εντολές μεταβίβασης εντός του εν λόγω συστήματος:
α)ίδρυμα πληρωμών, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 σημείο 4) της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366, εξαιρουμένου φυσικού ή νομικού προσώπου που τυγχάνει εξαίρεσης δυνάμει του άρθρου 32 ή του άρθρου 33 της ίδιας οδηγίας·
β)ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 1) της οδηγίας 2009/110/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, εξαιρουμένου νομικού προσώπου που τυγχάνει εξαίρεσης δυνάμει του άρθρου 9 της ίδιας οδηγίας·
11)«κεντρικός αντισυμβαλλόμενος» ή «CCP»: κεντρικός αντισυμβαλλόμενος όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012·
12)«κεντρικό αποθετήριο τίτλων» ή «ΚΑΤ»: κεντρικό αποθετήριο τίτλων όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014·
13)«διακανονιστής»: επιχείρηση η οποία παρέχει λογαριασμούς διακανονισμού σε συμμετέχοντες σε σύστημα·
14)«γραφείο εκκαθάρισης»: οντότητα η οποία είναι υπεύθυνη για τον υπολογισμό της καθαρής θέσης ιδρυμάτων, συμπεριλαμβανομένου CCP ή διακανονιστή·
15)«συμμετέχων»: οποιαδήποτε από τις ακόλουθες οντότητες, η οποία συμμετέχει σε σύστημα:
α)για ορισθέντα συστήματα, οποιαδήποτε από τις ακόλουθες οντότητες:
i)ίδρυμα·
ii)ΚΑΤ·
iii)διακανονιστής·
iv)γραφείο εκκαθάρισης·
v)διαχειριστής συστήματος·
vi)εκκαθαριστικό μέλος CCP αδειοδοτημένου δυνάμει του άρθρου 17 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012·
vii)οντότητα εκτός των οντοτήτων που παρατίθενται στα σημεία i) έως vi)·
β)για καταχωρισμένα συστήματα, οποιοδήποτε μέλος δικαιούται να συμμετέχει δυνάμει των κανόνων του συγκεκριμένου καταχωρισμένου συστήματος·
16)«μέλος συστήματος»: οντότητα η οποία αναφέρεται στο σημείο 15) στοιχείο α) σημείο vii)·
17)«έμμεσος συμμετέχων»: οποιαδήποτε από τις οντότητες παρατίθενται στο σημείο 15) στοιχείο α) σημεία i) έως v) η οποία έχει συμβατική σχέση με συμμετέχοντα σε ορισθέν σύστημα ο οποίος εκτελεί εντολές μεταβίβασης, ενώ η εν λόγω συμβατική σχέση παρέχει στην οντότητα τη δυνατότητα να διαβιβάζει εντολές μεταβίβασης μέσω του ορισθέντος συστήματος·
18)«πελάτης»: οποιαδήποτε επιχείρηση η οποία έχει συμβατική σχέση με συμμετέχοντα, συμπεριλαμβανομένου έμμεσου συμμετέχοντος, ο οποίος παρέχει στην εν λόγω επιχείρηση τη δυνατότητα να διακανονίζει, να εκκαθαρίζει και να εκτελεί εντολές μεταβίβασης μέσω του ορισθέντος συστήματος διά του εν λόγω συμμετέχοντος·
19)«χρηματοπιστωτικό μέσο»: χρηματοπιστωτικό μέσο όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 15) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·
20)«εντολή μεταβίβασης»: οποιαδήποτε από τις ακόλουθες οδηγίες, συμπεριλαμβανομένων οδηγιών που απαιτούν τη χρήση κρυπτογραφικού κλειδιού ή άλλης διάταξης ή μεθόδου για την ψηφιακή υπογραφή:
α)οδηγία, εκ μέρους συμμετέχοντος, για τη θέση χρηματικού ποσού στη διάθεση αποδέκτη ή μέλους, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την ανάληψη ή την εκπλήρωση υποχρέωσης πληρωμής όπως καθορίζεται στους κανόνες του συστήματος·
β) οδηγία, εκ μέρους συμμετέχοντος, για τη μεταβίβαση του τίτλου χρηματοπιστωτικών μέσων και άλλων μέσων, ή δικαιώματος επ’ αυτών, όταν εγκρίνεται από το σύστημα, μεταξύ άλλων σε σχέση με συμφωνίες παροχής ασφάλειας και εκκαθάριση, η οποία καταγράφεται μέσω λογιστικής εγγραφής ή ηλεκτρονικής εγγραφής σε μητρώο με παρόμοια λειτουργία ή με άλλον τρόπο·
21)«χρηματικά ποσά»: χρηματικά ποσά όπως ορίζονται στο άρθρο 3 σημείο 30) του [κανονισμού (ΕΕ) σχετικά με τις υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά] [κανονισμός για τις υπηρεσίες πληρωμών]·
22)«λογιστική εγγραφή»: ηλεκτρονική εγγραφή η οποία αποδεικνύει οποιαδήποτε πίστωση ή χρέωση ή άλλη μεταβολή στην εν λόγω ηλεκτρονική εγγραφή, όταν η ηλεκτρονική εγγραφή και κάθε μεταβολή της μπορούν να πραγματοποιούνται με τη χρήση τεχνολογίας κατανεμημένου καθολικού·
23)«διαδικασία αφερεγγυότητας»: κάθε συλλογικό μέτρο το οποίο προβλέπεται από το δίκαιο κράτους μέλους ή τρίτης χώρας και αφορά είτε την εκκαθάριση είτε την αναδιοργάνωση συμμετέχοντος σε σύστημα, όταν το εν λόγω μέτρο συνεπάγεται την αναστολή μεταβιβάσεων ή πληρωμών ή την επιβολή περιορισμών σε μεταβιβάσεις και πληρωμές·
24)«συμψηφισμός»: η μετατροπή, σε μία καθαρή απαίτηση ή μία καθαρή υποχρέωση, απαιτήσεων και υποχρεώσεων που προκύπτουν από εντολές μεταβίβασης τις οποίες ένας ή πλείονες συμμετέχοντες απευθύνουν προς, ή λαμβάνουν από, έναν ή πλείονες άλλους συμμετέχοντες, η οποία έχει ως αποτέλεσμα μία μόνο επιδιώξιμη καθαρή απαίτηση ή μία μόνο οφειλόμενη καθαρή υποχρέωση·
25)«λογαριασμός διακανονισμού»: λογαριασμός ο οποίος χρησιμοποιείται για τον διακανονισμό εντολών μεταβίβασης ή για την τήρηση στοιχείων ενεργητικού που υπόκεινται σε διακανονισμό, συμπεριλαμβανομένων μετρητών, χρηματικών ποσών και χρηματοπιστωτικών μέσων, και ο οποίος, όταν χρησιμοποιείται για την παροχή πίστωσης για σκοπούς διακανονισμού, τελεί υπό τη διαχείριση κεντρικής τράπεζας, διακανονιστή ή γραφείου εκκαθάρισης·
26)«λογαριασμός»: εγγραφή, συμπεριλαμβανομένης κεντρικής ή αποκεντρωμένης ψηφιακής ή ηλεκτρονικής εγγραφής, στην οποία μπορούν να πιστώνονται ή να χρεώνονται ή να εγγράφονται με άλλον τρόπο μετρητά, χρηματοπιστωτικά μέσα ή άλλα στοιχεία ενεργητικού, προκειμένου να καταχωρίζεται μεταβολή στην εγγραφή·
27)«ασφάλεια»: όλα τα ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικώς, των χρηματοπιστωτικών μέσων και χρηματικών πόσων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που εκδίδονται ή εγγράφονται με τη χρήση τεχνολογίας κατανεμημένου λογισμικού, μεταξύ άλλων υπό μορφή μαρκών, και της χρηματοοικονομικής ασφάλειας που αναφέρεται στο άρθρο 1 σημείο 4) στοιχείο α) της οδηγίας 2002/47/ΕΚ, τα οποία παρέχονται δυνάμει ενεχύρου, συμφωνίας μεταβίβασης τίτλου, συμφωνίας επαναγοράς ή παρόμοιας συμφωνίας, ή με άλλον τρόπο, για τον σκοπό της ασφάλισης δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που προκύπτουν δυνητικώς σε συνάρτηση ή σε σχέση με σύστημα, ή τα οποία παρέχονται σε κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών ή στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα·
28)«εργάσιμη ημέρα για συναλλαγές»: αφορά τόσο ημερήσιους όσο και νυκτερινούς διακανονισμούς και περιλαμβάνει όλα τα γεγονότα που συμβαίνουν κατά τη διάρκεια του επιχειρησιακού κύκλου του συστήματος·
29)«εργάσιμη ημέρα»: κάθε ημέρα, εκτός αργίας, Σαββάτου και Κυριακής, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1182/71·
30)«ρύθμιση διαλειτουργικότητας»: δύο ή περισσότερα ορισθέντα συστήματα των οποίων οι διαχειριστές συστήματος έχουν συνάψει μεταξύ τους επίσημη συμφωνία που περιλαμβάνει τη διασυστημική εκτέλεση εντολών μεταβίβασης·
31)«διαλειτουργικό σύστημα»: σύστημα το οποίο είναι μέρος ρύθμισης διαλειτουργικότητας·
32)«διαχειριστής συστήματος»: επιχείρηση ή επιχειρήσεις, υπεύθυνες κατά τον νόμο για τη διαχείριση συστήματος, οι οποίες μπορούν να ενεργούν επίσης ως διακανονιστής, κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, κεντρικό αποθετήριο τίτλων ή γραφείο εκκαθάρισης·
33)«ορίζουσα αρχή»: η αρμόδια αρχή η οποία είναι υπεύθυνη για τον ορισμό του συστήματος, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1·
34)«εθνική αρμόδια αρχή»: η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο διαχειριστής συστήματος·
35)«καταχωρούσα αρχή»: η αρμόδια αρχή η οποία είναι υπεύθυνη για την καταχώριση του συστήματος, σύμφωνα με το άρθρο 12·
36)«κεντρική βάση δεδομένων: η κεντρική βάση δεδομένων που δημιουργείται σύμφωνα με το άρθρο 26·
37)«τεχνολογία κατανεμημένου καθολικού» ή «DLT»: τεχνολογία κατανεμημένου καθολικού όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) 2022/858 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.
2.Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 27 για να τροποποιήσει οποιοδήποτε τα ακόλουθα:
α)τον ορισμό της εντολής μεταβίβασης που καθορίζεται στην παράγραφο 1 σημείο 20), όταν η τροποποίηση είναι αναγκαία για να διασφαλίζεται ότι νέα είδη στοιχείων ενεργητικού που υπόκεινται σε διακανονισμό, εκκαθάριση ή πληρωμή σε ορισθέντα συστήματα καλύπτονται από την προστασία που παρέχεται από τον παρόντα κανονισμό·
β)τον ορισμό του συμμετέχοντος που καθορίζεται στην παράγραφο 1 σημείο 15), για την προσθήκη φυσικών ή νομικών προσώπων, βάσει της πείρας που αποκτάται από περιπτώσεις στις οποίες τέτοια πρόσωπα δικαιούνται να συμμετέχουν σε σύστημα διακανονισμού βασισμένο σε DLT που υπάγεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2022/858.
ΤΙΤΛΟΣ II
ΟΡΙΣΜΟΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
Άρθρο 3
Ορισθέν σύστημα
1.Όταν επιχείρηση διαχειρίζεται, ή προτίθεται να διαχειριστεί, σύστημα το οποίο διέπεται από το δίκαιο κράτους μέλους, ο εν λόγω διαχειριστής συστήματος δύναται να υποβάλει αίτηση για τον ορισμό του εν λόγω συστήματος, σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται στο άρθρο 4, ως συστήματος της Ένωσης στο οποίο εφαρμόζονται οι κανόνες για το αμετάκλητο του διακανονισμού, οι οποίοι προβλέπονται στα άρθρα 17 έως 25.
Διαχειριστής συστήματος κατά την παράγραφο 1 ο οποίος παρέχει, σε περιορισμένο βαθμό, υπηρεσίες διακανονισμού, εκκαθάρισης ή εκτέλεσης οδηγιών σε σχέση με μέσα πλην των αναφερόμενων στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 20) στοιχείο β), δύναται να ζητήσει την εφαρμογή των κανόνων για το αμετάκλητο του διακανονισμού που καθορίζονται στα άρθρα 17 έως 25 και σε σχέση με τα εν λόγω μέσα. Η ορίζουσα αρχή δύναται να επιτρέπει να θεωρούνται οι εν λόγω οδηγίες ως εντολές μεταβίβασης όταν εκτιμά ότι τέτοιος χαρακτηρισμός δικαιολογείται από λόγους συστημικού κινδύνου.
2.Η ορίζουσα αρχή του κράτους μέλους του οποίου το δίκαιο διέπει το σύστημα δύναται να προβεί στον ορισμό του συστήματος όταν τουλάχιστον ένας από τους συμμετέχοντες στο σύστημα έχει την έδρα του στο συγκεκριμένο κράτος μέλος.
Άρθρο 4
Διαδικασία έγκρισης και άρνησης ορισμού
1.Διαχειριστής συστήματος ο οποίος επιθυμεί τον ορισμό συστήματος το οποίο διαχειρίζεται υποβάλλει αίτηση ορισμού στην ορίζουσα αρχή του κράτους μέλους του οποίου το δίκαιο διέπει το σύστημα.
2.Η αίτηση κοινοποιείται αμέσως σε όλες τις ακόλουθες οντότητες:
α)την ορίζουσα αρχή·
β) κατά περίπτωση, την εθνική αρμόδια αρχή·
γ)την ESMA·
δ)την ΕΑΤ, για συστήματα τα οποία διαχειρίζονται εντολές μεταβίβασης που προβλέπονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 20) στοιχείο α)·
ε)το ΕΣΚΤ.
3.Ο διαχειριστής συστήματος περιλαμβάνει στην αίτηση κάθε έγγραφο και πληροφορία που απαιτείται για να καταδείξει ότι ο ίδιος και το σύστημα το οποίο διαχειρίζεται πληρούν τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που παρατίθενται στο άρθρο 6 παράγραφος 2 στοιχεία α) και γ) έως ζ).
4.Επιβεβαίωση παραλαβής της αίτησης της παραγράφου 1 αποστέλλεται στον διαχειριστή συστήματος εντός δύο εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της αίτησης. Εντός 20 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της αίτησης, η ορίζουσα αρχή εξακριβώνει αν η αίτηση περιέχει τα έγγραφα και τις πληροφορίες που απαιτούνται κατά την παράγραφο 3.
Εάν, κατά τη διάρκεια της εφαρμοστέας προθεσμίας που προσδιορίζεται στο πρώτο εδάφιο, η ορίζουσα αρχή διαπιστώσει ότι δεν υποβλήθηκαν όλα τα έγγραφα και οι πληροφορίες που απαιτούνται κατά την παράγραφο 3, η ορίζουσα αρχή ζητεί από τον διαχειριστή συστήματος να υποβάλει πρόσθετα έγγραφα ή πληροφορίες. Εάν ο διαχειριστής συστήματος δεν ανταποκριθεί πλήρως στο ανωτέρω αίτημα, η ορίζουσα αρχή δύναται να απορρίψει την αίτηση.
5.Με τη λήξη των προθεσμιών της παραγράφου 4, η ορίζουσα αρχή ενημερώνει τον διαχειριστή συστήματος και τις αρχές που παρατίθενται στην παράγραφο 2 στοιχεία β) έως ε), κατά περίπτωση, αν η αίτηση γίνεται δεκτή ή απορρίπτεται.
6.Μετά την κοινοποίηση, στον διαχειριστή συστήματος, της αποδοχής της αίτησής του, η ορίζουσα αρχή αξιολογεί τη συμμόρφωση του διαχειριστή συστήματος και του συστήματος με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό, εντός 80 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία της κοινοποίησης της παραγράφου 5 (στο εξής: περίοδος αξιολόγησης).
7.Κατά τη διάρκεια της περιόδου αξιολόγησης, η ορίζουσα αρχή δύναται να θέσει ερωτήσεις στον διαχειριστή συστήματος ή να του ζητήσει συμπληρωματικές πληροφορίες.
Εάν ο διαχειριστής συστήματος δεν απαντήσει στις ερωτήσεις ή δεν παράσχει τις ζητηθείσες πληροφορίες εντός της προθεσμίας που τάσσει η ορίζουσα αρχή, η ορίζουσα αρχή δύναται να αποφασίσει να παρατείνει άπαξ τη σχετική περίοδο αξιολόγησης κατά 10 εργάσιμες ημέρες κατ’ ανώτατο όριο συνολικά, εάν, κατά τη γνώμη της, οποιαδήποτε από τις ερωτήσεις ή τις πληροφορίες είναι ουσιώδους σημασίας για την αξιολόγηση. Η ορίζουσα αρχή ενημερώνει τον διαχειριστή συστήματος για τη χορηγηθείσα παράταση. Η ορίζουσα αρχή δύναται να λάβει απόφαση επί της αιτήσεως χωρίς να λάβει απάντηση εκ μέρους του διαχειριστή συστήματος.
8.Εντός της περιόδου αξιολόγησης, η ορίζουσα αρχή αποφασίζει αν θα εγκρίνει ή θα αρνηθεί τον ορισμό του συστήματος που αναφέρεται στο άρθρο 3. Η ορίζουσα αρχή αποφασίζει να εγκρίνει τον ορισμό μόνο όταν είναι απολύτως βέβαιη ότι το σύστημα και ο διαχειριστής του πληρούν τις απαιτήσεις που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό.
9.Μετά τη λήψη της απόφασης της παραγράφου 8, η ορίζουσα αρχή ενημερώνει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, για την απόφασή της τον διαχειριστή συστήματος και τις αρχές που παρατίθενται στην παράγραφο 2 στοιχεία β) έως ε), κατά περίπτωση, και παρέχει συναφώς πλήρη αιτιολογία.
Άρθρο 5
Προϋποθέσεις ορισμού
1.Η ορίζουσα αρχή προβαίνει στον ορισμό συστήματος σύμφωνα με το άρθρο 3 μόνο όταν είναι βέβαιη ότι πληρούνται σωρευτικώς οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)το σύστημα διέπεται από το δίκαιο του κράτους μέλους της ορίζουσας αρχής·
β)τουλάχιστον ένας από τους συμμετέχοντες στο σύστημα είναι εγκατεστημένος στο κράτος μέλος της ορίζουσας αρχής·
γ)το σύστημα διαθέτει κοινούς κανόνες και τυποποιημένες διαδικασίες για τον διακανονισμό, την εκκαθάριση ή την εκτέλεση, κατά περίπτωση, εντολών μεταβίβασης μεταξύ των συμμετεχόντων·
δ)στους κοινούς κανόνες και στις τυποποιημένες διαδικασίες του συστήματος προσδιορίζονται με σαφήνεια τα χρονικά σημεία του αμετάκλητου που πληρούν τις απαιτήσεις των άρθρων 18, 20 και 21·
ε)οι κοινοί κανόνες και οι τυποποιημένες διαδικασίες του συστήματος ορίζουν, κατά περίπτωση σύμφωνα με το άρθρο 7, τις απαιτήσεις για τη συμμετοχή στο σύστημα·
στ)δεν υπάρχουν διαφαινόμενες συγκρούσεις μεταξύ, αφενός, των κοινών κανόνων και των τυποποιημένων διαδικασιών του συστήματος και, αφετέρου, του δικαίου που διέπει το σύστημα·
ζ)ο διαχειριστής συστήματος είναι σε θέση να διασφαλίζει επαρκή παρακολούθηση της συμμόρφωσης του συστήματός του με τους κοινούς κανόνες και τις τυποποιημένες διαδικασίες του συστήματος το οποίο διαχειρίζεται·
η)ο διαχειριστής συστήματος είναι ικανός να διαχειρίζεται το σύστημα, έχει επαρκώς καλή φήμη και έχει επαρκή πείρα ώστε να διασφαλίζει τη χρηστή και συνετή διαχείριση του συστήματος·
i)ο διαχειριστής συστήματος διαθέτει επαρκείς οικονομικούς πόρους για τη λειτουργία του συστήματος·
ι)ο διαχειριστής συστήματος είναι νομικά υπόλογος, αρμόδιος και υπεύθυνος για τη λειτουργία του συστήματος, συμπεριλαμβανομένων τυχόν συνδέσμων με άλλα συστήματα και της σχέσης με τρίτους και με τις αρχές·
ια)ο διαχειριστής συστήματος έχει λάβει επαρκή μέτρα για τον μετριασμό των κινδύνων που σχετίζονται με τη λειτουργία του συστήματος·
ιβ)όταν ο διαχειριστής συστήματος είναι δίκτυο κόμβων που λειτουργούν υπό κοινό πλαίσιο διακυβέρνησης και εποπτείας, οι κοινοί κανόνες και οι τυποποιημένες διαδικασίες του συστήματος διασφαλίζουν ότι μία επιχείρηση είναι νομικά υπόλογη, αρμόδια και υπεύθυνη για τη λειτουργία του συστήματος·
ιγ)όταν ο διαχειριστής συστήματος είναι κοινοπραξία οντοτήτων, όλες οι οντότητες είναι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υπόλογες, αρμόδιες και υπεύθυνες για τη λειτουργία του συστήματος.
2.Σε στενή συνεργασία με το ΕΣΚΤ, η ESMA δύναται να καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον περαιτέρω προσδιορισμό των προϋποθέσεων της παραγράφου 1 για συστήματα διακανονισμού αξιογράφων και συστήματα εκκαθάρισης.
Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις για να συμπληρώνει τον παρόντα κανονισμό μέσω της έγκρισης των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.
3.Σε στενή συνεργασία με το ΕΣΚΤ, η ΕΑΤ δύναται να καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον περαιτέρω προσδιορισμό των προϋποθέσεων της παραγράφου 1 για συστήματα πληρωμών.
Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις για να συμπληρώνει τον παρόντα κανονισμό μέσω της έγκρισης των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
Άρθρο 6
Κοινοποίηση ορισθέντος συστήματος
4.Η ορίζουσα αρχή κοινοποιεί, συγχρόνως και χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στην ESMA και στον διαχειριστή συστήματος την απόφαση που λαμβάνει δυνάμει του άρθρου 4. Ο ορισμός ισχύει από την ημερομηνία της κοινοποίησης.
5.Η κοινοποίηση της παραγράφου 1 περιέχει κατ’ ελάχιστο όλες τις ακόλουθες πληροφορίες, όπως ισχύουν κατά την ημερομηνία του ορισμού:
α)τα στοιχεία ταυτοποίησης του συστήματος, το δίκαιο που διέπει το σύστημα, τον διαχειριστή συστήματος και την ορίζουσα αρχή·
β)την ημερομηνία ορισμού του συστήματος·
γ)το κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο διαχειριστής συστήματος και την εθνική αρμόδια αρχή, κατά περίπτωση·
δ)αν το σύστημα είναι σύστημα διακανονισμού αξιογράφων, σύστημα εκκαθάρισης ή σύστημα πληρωμών·
ε)τα χρονικά σημεία του αμετάκλητου του συστήματος, όπως προσδιορίζονται στους κανόνες του σύμφωνα με τα άρθρα 18, 20 και 21·
στ)τους συμμετέχοντες στο σύστημα·
ζ)τους κοινούς κανόνες και τις τυποποιημένες διαδικασίες του συστήματος·
η)την αξιολόγηση της ορίζουσας αρχής όσον αφορά τη συμμόρφωση του διαχειριστή συστήματος και του συστήματος με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένων των προϋποθέσεων ορισμού που προβλέπονται στο άρθρο 5.
6.Η ορίζουσα αρχή κοινοποιεί, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στην ESMA και στις αρχές που παρατίθενται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 στοιχεία β), δ) και ε), κατά περίπτωση, οποιαδήποτε από τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)κάθε κοινοποίηση εκ μέρους του διαχειριστή συστήματος σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 2·
β)κάθε μεταβολή στον ορισμό του συστήματος·
γ)κάθε επικαιροποίηση των πληροφοριών που παρατίθενται στην παράγραφο 2.
7.Η ESMA δημοσιοποιεί, στον ιστότοπό της, με τυποποιημένη μορφή, τις πληροφορίες της παραγράφου 2 στοιχεία α) έως ζ), και κάθε επικαιροποίησή τους σύμφωνα με την παράγραφο 3 στοιχείο γ), χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και το αργότερο 2 εργάσιμες ημέρες από την παραλαβή των εν λόγω πληροφοριών. Η ESMA προσδιορίζει την ημερομηνία επικαιροποίησης των πληροφοριών που δημοσιεύονται στον ιστότοπό της καθώς και τις πληροφορίες που επικαιροποιούνται.
Η ESMA παρέχει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, επικαιροποιημένες πληροφορίες στην ΕΑΤ και το ΕΣΚΤ, κατά περίπτωση.
Άρθρο 7
Συμμετέχοντες σε ορισθέντα συστήματα
1.Διαχειριστής συστήματος δύναται να δέχεται στο ορισθέν σύστημα το οποίο διαχειρίζεται ένα ή πλείονα είδη συμμετεχόντων που παρατίθενται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 15) στοιχείο α) σημεία i) έως vii).
Ορισθέν σύστημα το οποίο επιτρέπει σε συμμετέχοντα να ενεργεί υπό πλείονες ιδιότητες οι οποίες παρατίθενται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 15) στοιχείο α), ή να ασκεί το σύνολο ή μέρος όλων των καθηκόντων που σχετίζονται με τις εν λόγω ιδιότητες, προσδιορίζει την πληροφορία αυτή στους κοινούς κανόνες και στις τυποποιημένες διαδικασίες του.
Τα κράτη μέλη δύνανται, σε εξαιρετικές περιπτώσεις και για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, να δέχονται έμμεσο συμμετέχοντα ως συμμετέχοντα όταν ο διαχειριστής συστήματος και οι συμμετέχοντες στο σύστημα γνωρίζουν τον έμμεσο συμμετέχοντα και όταν τούτο δικαιολογείται από λόγους συστημικού κινδύνου. Ωστόσο, η δυνατότητα αυτή δεν περιορίζει την ευθύνη του συμμετέχοντος μέσω του οποίου ο έμμεσος συμμετέχων διαβιβάζει εντολές μεταβίβασης στο ορισθέν σύστημα.
2.Ο διαχειριστής συστήματος ορισθέντος συστήματος δύναται να δέχεται μέλος του συστήματος στο σύστημα μόνο όταν το εν λόγω μέλος πληροί σωρευτικώς τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)έχει την ικανότητα και τη δυνατότητα να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη συμμετοχή του στο σύστημα·
β)έχει την ικανότητα και τη δυνατότητα να μετριάζει τους κινδύνους που ανακύπτουν από τη συμμετοχή του στο σύστημα·
γ)συμμορφώνεται με τους κανόνες του συστήματος.
Ο διαχειριστής συστήματος ορισθέντος συστήματος καθορίζει κριτήρια εισόδου τα οποία διαφέρουν, ενδεχομένως, ανά είδος συμμετέχοντος. Τα εν λόγω κριτήρια εισόδου δεν εισάγουν διακρίσεις και είναι διαφανή και αντικειμενικά προκειμένου να διασφαλίζεται δίκαιη και ανοικτή πρόσβαση στο ορισθέν σύστημα.
Ο διαχειριστής συστήματος ορισθέντος συστήματος διασφαλίζει ότι τα μέλη του συστήματος συμμορφώνονται σε συνεχή βάση με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο πρώτο εδάφιο και έχει έγκαιρη πρόσβαση στις πληροφορίες που είναι χρήσιμες για την αξιολόγηση αυτή.
3.Συμμετέχων ο οποίος παρέχει στους πελάτες του τη δυνατότητα πρόσβασης σε ορισθέν σύστημα, διά της διαβίβασης οδηγιών για εντολές μεταβίβασης μέσω του εν λόγω συστήματος, ενημερώνει σχετικά τον διαχειριστή του συγκεκριμένου συστήματος. Ο εν λόγω συμμετέχων διαθέτει τους αναγκαίους πρόσθετους οικονομικούς πόρους και την επιχειρησιακή ικανότητα να ασκεί τη συγκεκριμένη δραστηριότητα, παρέχει δε στον διαχειριστή συστήματος τις αναγκαίες πληροφορίες για τον προσδιορισμό, την παρακολούθηση και τη διαχείριση σχετικών συγκεντρώσεων κινδύνου που σχετίζονται με την παροχή υπηρεσιών σε πελάτες.
Συμμετέχων ο οποίος παρέχει στους πελάτες του τη δυνατότητα πρόσβασης σε υπηρεσίες του συστήματος ενημερώνει, κατόπιν αιτήματος του διαχειριστή συστήματος, τον διαχειριστή συστήματος σχετικά με τα κριτήρια και τις ρυθμίσεις που θεσπίζει ώστε να παρέχει στους πελάτες τους τη δυνατότητα πρόσβασης στις εν λόγω υπηρεσίες. Ανεξαρτήτως των πληροφοριών αυτών, ο συγκεκριμένος συμμετέχων παραμένει αποκλειστικά υπεύθυνος, έναντι του διαχειριστή συστήματος και άλλων συμμετεχόντων στο σύστημα, για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης των πελατών του με τις υποχρεώσεις που υπέχουν.
Άρθρο 8
Καθήκοντα διαχειριστή συστήματος ενός ορισθέντος συστήματος
1.Ο διαχειριστής συστήματος ενός ορισθέντος συστήματος είναι υπεύθυνος για τη συμμόρφωσή του, και τη συμμόρφωση του συστήματος το οποίο διαχειρίζεται, με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού ανά πάσα στιγμή.
2.Ο διαχειριστής συστήματος κοινοποιεί στην ορίζουσα αρχή, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, οποιαδήποτε από τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)οποιαδήποτε ουσιώδη μεταβολή η οποία θίγει, ή μπορεί να θίξει, τη συμμόρφωση του διαχειριστή συστήματος, και του συστήματος το οποίο διαχειρίζεται, με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού·
β)οποιαδήποτε μεταβολή στον κατάλογο των πληροφοριών που προβλέπονται στο άρθρο 6 παράγραφος 2 στοιχεία α) έως ζ).
Άρθρο 9
Ανάκληση ορισμού
1.Η ορίζουσα αρχή ανακαλεί ορισμό τον οποίο ενέκρινε, εάν πληρούται οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) ο διαχειριστής συστήματος εξασφάλισε τον ορισμό με ψευδείς δηλώσεις ή με οποιανδήποτε άλλον παράτυπο ή παράνομο τρόπο·
β)ο διαχειριστής συστήματος ή το σύστημα το οποίο διαχειρίζεται, κατά περίπτωση, δεν συμμορφώνεται πλέον με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, ο δε διαχειριστής συστήματος δεν έλαβε τα διορθωτικά μέτρα που ζήτησε η ορίζουσα αρχή εντός καθορισμένου χρονοδιαγράμματος·
γ)ο διαχειριστής συστήματος ή το σύστημα το οποίο διαχειρίζεται, κατά περίπτωση, τέλεσε σοβαρή ή συστημική παράβαση των απαιτήσεων που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό.
2.Η ορίζουσα αρχή αποφασίζει την ανάκληση του ορισμού συστήματος μόνο κατόπιν ενημέρωσης της εθνικής αρμόδιας αρχής και υποβολής αίτησης γνωμοδότησης σχετικά με την καταλληλότητα της ανάκλησης του ορισμού. Η γνωμοδότηση ζητείται από την ESMA και το ΕΣΚΤ, για την ανάκληση του ορισμού συστημάτων διακανονισμού αξιογράφων και συστημάτων εκκαθάρισης, ή από την ΕΑΤ και το ΕΣΚΤ, για την ανάκληση του ορισμού συστημάτων πληρωμών.
Εάν, κατά τη γνώμη της ESMA, της ΕΑΤ ή του ΕΣΚΤ, η ανάκληση του ορισμού μπορεί να συνεπάγεται ουσιώδεις κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης ή κράτους μέλους, η ESMA, η ΕΑΤ ή το ΕΣΚΤ ενημερώνουν την ορίζουσα αρχή, εντός 10 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της ενημέρωσης σχετικά με τη δυνητική ανάκληση του ορισμού δυνάμει του πρώτου εδαφίου, η δε ορίζουσα αρχή, προτού ανακαλέσει τον ορισμό του συστήματος, συγκαλεί έκτακτη σύσκεψη με την εθνική αρμόδια αρχή, το ΕΣΚΤ και, αναλόγως της φύσης του συστήματος, την ESMA ή την ΕΑΤ, προκειμένου να συνεργαστούν σχετικά με τρόπους μετριασμού των κινδύνων που προσδιορίστηκαν.
Όταν το ορισθέν σύστημα είναι ΚΑΤ ή κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, η ορίζουσα αρχή δεν ανακαλεί τον ορισμό χωρίς τη συγκατάθεση της αρχής που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία του εν λόγω ΚΑΤ ή κεντρικού αντισυμβαλλομένου.
3.Κατόπιν αιτήματος της ESMA και του ΕΣΚΤ, για συστήματα διακανονισμού αξιογράφων και συστήματα εκκαθάρισης, ή της ΕΑΤ και του ΕΚΣΤ, για συστήματα πληρωμών, η ορίζουσα αρχή εξετάζει αν το σύστημα εξακολουθεί να συμμορφώνεται με τις προϋποθέσεις βάσει των οποίων εγκρίθηκε ο ορισμός.
4.Όταν η ορίζουσα αρχή ανακαλεί τον ορισμό, κοινοποιεί συγχρόνως στον διαχειριστή συστήματος, την εθνική αρμόδια αρχή, την ESMA, την ΕΑΤ και το ΕΣΚΤ την απόφασή της να ανακαλέσει τον ορισμό συστήματος, η δε ESMA επικαιροποιεί τον ιστότοπό της κατάλληλα την ημέρα που προσδιορίζεται στην κοινοποίηση της ορίζουσας αρχής.
5.Η ανάκληση ορισμού αρχίζει να ισχύει από την ημερομηνία της κοινοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 4.
ΤΙΤΛΟΣ II
ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ
Άρθρο 10
Αρμόδια αρχή
1.Κάθε κράτος μέλος διορίζει όλες τις αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την άσκηση των καθηκόντων που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό σε σχέση με συστήματα, συμπεριλαμβανομένων των οριζουσών αρχών, των καταχωρουσών αρχών και της αρμόδιας αρχής που αναφέρεται στο άρθρο 22 παράγραφος 2.
Όταν το κράτος μέλος διορίζει πλείονες αρμόδιες αρχές, καθορίζει τους αντίστοιχους ρόλους τους.
Κάθε κράτος μέλος ορίζει ενιαία αρμόδια αρχή η οποία είναι υπεύθυνη για τη συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών, την ESMA, την ΕΑΤ και το ΕΣΚΤ.
2.Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην ESMA, τις ορίζουσες αρχές και τις καταχωρούσες αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο, και προσδιορίζουν τους αντίστοιχους ρόλους τους δυνάμει του παρόντος κανονισμού, καθώς και την ενιαία αρμόδια αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 1 τρίτο εδάφιο.
3.Η ESMA δημοσιοποιεί στον ιστότοπό της, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, κατάλογο των οριζουσών αρχών και των καταχωρουσών αρχών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο, και τους αντίστοιχους ρόλους τους, και των ενιαίων αρμόδιων αρχών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 τρίτο εδάφιο, και ενημερώνει την ΕΑΤ και το ΕΣΚΤ για κάθε μεταβολή του εν λόγω καταλόγου.
Άρθρο 11
Ανταλλαγή πληροφοριών
1.Οι ορίζουσες αρχές, οι καταχωρούσες αρχές, οι εθνικές αρμόδιες αρχές, οι αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 22 παράγραφος 2, η ESMA, η ΕΑΤ και το ΕΣΚΤ ανταλλάσσουν και παρέχουν η μία στην άλλη πληροφορίες, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, κατόπιν αιτήματος, για την άσκηση των αντίστοιχων καθηκόντων τους δυνάμει του παρόντος κανονισμού.
2.Τόσο το αίτημα παροχής πληροφοριών όσο και η απάντηση στο αίτημα υποβάλλονται μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων.
3.Τυχόν εμπιστευτικές πληροφορίες οι οποίες λαμβάνονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού χρησιμοποιούνται μόνο για την άσκηση καθηκόντων που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό.
ΤΙΤΛΟΣ III
ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΤΡΙΤΩΝ ΧΩΡΩΝ
Άρθρο 12
Καταχώριση συστημάτων τρίτων χωρών
Κάθε καταχωρούσα αρχή οποιουδήποτε κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένο μέλος που συμμετέχει σε σύστημα τρίτης χώρας δύναται να αποφασίσει να καταχωρίσει το εν λόγω σύστημα τρίτης χώρας σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται στο άρθρο 13, εφόσον το μέλος είναι ίδρυμα όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 10) στοιχείο α) σημεία i) έως iv) ή στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 10) στοιχείο β). Κάθε καταχωρούσα αρχή αξιολογεί την αίτηση καταχώρισης του συστήματος τρίτης χώρας.
Άρθρο 13
Διαδικασία έγκρισης και άρνησης καταχώρισης
1.Όταν ο διαχειριστής συστήματος τρίτης χώρας επιθυμεί να καταχωρίσει το εν λόγω σύστημα ως καταχωρισμένο σύστημα, υποβάλλει αίτηση καταχώρισης στην ESMA.
2.Η ESMA κοινοποιεί αμέσως την αίτηση σε όλους τους ακόλουθους αποδέκτες:
α)τουλάχιστον, όλες τις καταχωρούσες αρχές του άρθρου 12·
β)την ΕΑΤ, για συστήματα τα οποία διαχειρίζονται εντολές μεταβίβασης που προβλέπονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 20) στοιχείο α)·
γ)το ΕΣΚΤ.
3.Ο διαχειριστής συστήματος τρίτης χώρας περιλαμβάνει στην αίτηση κάθε έγγραφο και πληροφορία που απαιτείται για να καταδείξει ότι ο ίδιος και το σύστημα που διαχειρίζεται πληρούν τις προϋποθέσεις καταχώρισης που καθορίζονται στο άρθρο 14, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών σχετικά με τα μέλη του συστήματος που είναι εγκατεστημένα στην Ένωση, κατανεμημένα ανά κράτος μέλος.
4.Επιβεβαίωση παραλαβής της αίτησης της παραγράφου 1 αποστέλλεται στον διαχειριστή συστήματος τρίτης χώρας εντός δύο εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της εν λόγω αίτησης. Εντός 20 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της αίτησης, η καταχωρούσα αρχή εξακριβώνει αν η αίτηση περιέχει τα έγγραφα και τις πληροφορίες που απαιτούνται κατά την παράγραφο 3.
Εάν, κατά τη διάρκεια της εφαρμοστέας προθεσμίας που προσδιορίζεται στο πρώτο εδάφιο, οποιαδήποτε καταχωρούσα αρχή διαπιστώσει ότι δεν υποβλήθηκαν όλα τα έγγραφα ή οι πληροφορίες που απαιτούνται κατά την παράγραφο 3, η εν λόγω αρχή ζητεί από τον διαχειριστή συστήματος τρίτης χώρας να υποβάλει πρόσθετα έγγραφα ή πληροφορίες. Εάν ο διαχειριστής συστήματος τρίτης χώρας δεν ανταποκριθεί πλήρως στο ανωτέρω αίτημα, οποιαδήποτε καταχωρούσα αρχή δύναται να απορρίψει την αίτηση.
5.Με τη λήξη των προθεσμιών της παραγράφου 4, κάθε καταχωρούσα αρχή ενημερώνει την ESMA, τον διαχειριστή συστήματος τρίτης χώρας και τις αρχές που παρατίθενται στην παράγραφο 2 στοιχεία α), β) και γ) αν η αίτηση γίνεται δεκτή ή απορρίπτεται.
6.Μετά την κοινοποίηση, στον διαχειριστή συστήματος τρίτης χώρας, της αποδοχής της αίτησής του, κάθε καταχωρούσα αρχή που έκανε δεκτή την αίτηση αξιολογεί τη συμμόρφωση του διαχειριστή συστήματος τρίτης χώρας και του συστήματος με τις προϋποθέσεις καταχώρισης που καθορίζονται στο άρθρο 14, εντός 80 εργάσιμων ημερών από την κοινοποίηση που προβλέπεται στην παράγραφο 5 (στο εξής: περίοδος αξιολόγησης).
7.Κατά τη διάρκεια της περιόδου αξιολόγησης, οποιαδήποτε καταχωρούσα αρχή δύναται να θέσει ερωτήσεις στον διαχειριστή συστήματος τρίτης χώρας ή να του ζητήσει συμπληρωματικές πληροφορίες.
Εάν ο διαχειριστής συστήματος τρίτης χώρας δεν απαντήσει στις ερωτήσεις ή δεν παράσχει τις ζητηθείσες πληροφορίες εντός της προθεσμίας που τάσσει η αιτούσα καταχωρούσα αρχή, η ESMA δύναται, κατόπιν αιτήματος οποιασδήποτε από τις καταχωρούσες αρχές που δέχθηκαν την αίτηση, να παρατείνει άπαξ τη σχετική περίοδο αξιολόγησης κατά 10 εργάσιμες ημέρες κατ’ ανώτατο όριο συνολικά, εάν, κατά τη γνώμη της, οποιαδήποτε από τις ερωτήσεις είναι ουσιώδους σημασίας για την αξιολόγηση. Η ESMA ενημερώνει τον διαχειριστή συστήματος τρίτης χώρας για τη χορηγηθείσα παράταση. Η καταχωρούσα αρχή δύναται να λάβει απόφαση επί της αιτήσεως χωρίς να λάβει απάντηση εκ μέρους του διαχειριστή συστήματος τρίτης χώρας.
8.Κατά τη διάρκεια της περιόδου αξιολόγησης, η ESMA και το ΕΣΚΤ, όταν πρόκειται για συστήματα διακανονισμού αξιογράφων και συστήματα εκκαθάρισης, και η ΕΑΤ και το ΕΣΚΤ, όταν πρόκειται για συστήματα πληρωμών, λαμβάνουν κάθε κατάλληλο μέτρο, συμπεριλαμβανομένης της σύγκλησης έκτακτων συσκέψεων, προκειμένου να διασφαλίζεται η εφαρμογή συγκλίνουσας προσέγγισης όσον αφορά τις αποφάσεις των καταχωρουσών αρχών για την έγκριση ή την άρνηση της καταχώρισης συστήματος τρίτης χώρας στο αντίστοιχο κράτος μέλος τους.
9.Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αξιολόγησης, η ESMA, η ΕΑΤ και το ΕΣΚΤ προάγουν την τακτική ανταλλαγή απόψεων και συζήτηση μεταξύ καταχωρουσών αρχών, προκειμένου να διασφαλίζεται η συνεργασία των καταχωρουσών αρχών κατά τη διαδικασία καταχώρισης συστήματος τρίτης χώρας και να παρέχονται πληροφορίες στη διαδικασία αξιολόγησης που διεξάγουν οι καταχωρούσες αρχές.
10.Εντός της περιόδου αξιολόγησης, κάθε καταχωρούσα αρχή αποφασίζει αν θα εγκρίνει ή θα αρνηθεί την καταχώριση του συστήματος τρίτης χώρας. Κάθε καταχωρούσα αρχή αποφασίζει να εγκρίνει την καταχώριση μόνο εάν είναι απολύτως βέβαιη ότι ο διαχειριστής συστήματος τρίτης χώρας και το σύστημα τρίτης χώρας πληρούν τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 14.
11.Μετά τη λήψη της απόφασης της παραγράφου 10, κάθε καταχωρούσα αρχή ενημερώνει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, για την απόφασή της τον διαχειριστή συστήματος τρίτης χώρας, την ESMA και τις αρχές που παρατίθενται στην παράγραφο 2 στοιχεία α), β) και γ), κατά περίπτωση, και παρέχει συναφώς πλήρη αιτιολογία.
12.Σε στενή συνεργασία με το ΕΣΚΤ, η ESMA καταρτίζει, για συστήματα εκκαθάρισης και διακανονισμού αξιογράφων, σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων με τα οποία προσδιορίζονται περαιτέρω οι πληροφορίες που παρέχονται σε:
α)αίτηση καταχώρισης κατά την παράγραφο 1, προκειμένου να καταδειχθεί ότι ο αιτών διαχειριστής συστήματος τρίτης χώρας και το σύστημα τρίτης χώρας συμμορφώνονται με όλες τις σχετικές απαιτήσεις που προβλέπονται στο παρόν άρθρο, συμπεριλαμβανομένων των προϋποθέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 14, και να προσδιοριστούν οι πληροφορίες τις οποίες πρέπει να περιέχει η αίτηση σχετικά με τα μέλη του συστήματος τρίτης χώρας που είναι εγκατεστημένα στην Ένωση·
β)αίτηση ορισμού κατά το άρθρο 4 παράγραφος 1, προκειμένου να καταδειχθεί ότι ο αιτών διαχειριστής συστήματος και το σύστημα συμμορφώνονται με όλες τις σχετικές απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.
Κατά την κατάρτιση των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, η ESMA και το ΕΣΚΤ μεριμνούν ώστε οι ζητούμενες πληροφορίες να είναι αναλογικές προς το είδος του συστήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση ή ο ορισμός καθώς και σχετικές με το συγκεκριμένο είδος συστήματος.
Η ESMA υποβάλλει στην Επιτροπή τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο έως την/τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία = 1 έτος μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].
Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις για να συμπληρώνει τον παρόντα κανονισμό μέσω της έγκρισης των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.
13.Σε στενή συνεργασία με το ΕΣΚΤ, η ESMA καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για τον προσδιορισμό, για συστήματα διακανονισμού αξιογράφων και συστήματα εκκαθάρισης:
α)των ομοιόμορφων ηλεκτρονικών μορφοτύπων της αίτησης καταχώρισης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η οποία υποβάλλεται στην κεντρική βάση δεδομένων·
β)των ομοιόμορφων ηλεκτρονικών μορφοτύπων της αίτησης ορισμού που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1, η οποία υποβάλλεται στην κεντρική βάση δεδομένων.
Η ESMA υποβάλλει στην Επιτροπή τα σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο έως την/τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία = 1 έτος μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].
Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για να συμπληρώνει τον παρόντα κανονισμό μέσω της έγκρισης των εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.
14.Σε στενή συνεργασία με το ΕΣΚΤ, η ΕΑΤ καταρτίζει, για συστήματα πληρωμών, σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων με τα οποία προσδιορίζονται περαιτέρω οι πληροφορίες που παρέχονται σε:
α)αίτηση καταχώρισης κατά την παράγραφο 1, προκειμένου να καταδειχθεί ότι ο αιτών διαχειριστής συστήματος τρίτης χώρας και το σύστημα τρίτης χώρας συμμορφώνονται με όλες τις σχετικές απαιτήσεις που προβλέπονται στο παρόν άρθρο, συμπεριλαμβανομένων των προϋποθέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 14, και να προσδιοριστούν οι πληροφορίες τις οποίες πρέπει να περιέχει η αίτηση σχετικά με τα μέλη του συστήματος τρίτης χώρας που είναι εγκατεστημένα στην Ένωση·
β)αίτηση ορισμού κατά το άρθρο 4 παράγραφος 1, προκειμένου να καταδειχθεί ότι ο αιτών διαχειριστής συστήματος και το σύστημα συμμορφώνονται με όλες τις σχετικές απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.
Κατά την κατάρτιση των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, η ΕΑΤ και το ΕΣΚΤ μεριμνούν ώστε οι ζητούμενες πληροφορίες να είναι αναλογικές προς το είδος του συστήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση ή ο ορισμός καθώς και σχετικές με το συγκεκριμένο είδος συστήματος.
Η ΕΑΤ υποβάλλει στην Επιτροπή τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο έως την/τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία = 1 έτος μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].
Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις για να συμπληρώνει τον παρόντα κανονισμό μέσω της έγκρισης των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
15.Σε στενή συνεργασία με το ΕΣΚΤ, η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για τον προσδιορισμό, για συστήματα πληρωμών:
α)των ομοιόμορφων ηλεκτρονικών μορφοτύπων της αίτησης καταχώρισης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, η οποία υποβάλλεται στην κεντρική βάση δεδομένων·
β)των ομοιόμορφων ηλεκτρονικών μορφοτύπων της αίτησης ορισμού που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1, η οποία υποβάλλεται στην κεντρική βάση δεδομένων.
Η ΕΑΤ υποβάλλει στην Επιτροπή τα σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο έως την/τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία = 1 έτος μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].
Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για να συμπληρώνει τον παρόντα κανονισμό μέσω της έγκρισης των εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
Άρθρο 14
Προϋποθέσεις καταχώρισης
Καταχωρούσα αρχή δύναται να καταχωρίσει σύστημα τρίτης χώρας στο κράτος μέλος της μόνον όταν πληρούνται σωρευτικώς οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)το σύστημα διαθέτει κοινούς κανόνες και τυποποιημένες διαδικασίες για τον διακανονισμό, την εκκαθάριση ή την εκτέλεση εντολών μεταβίβασης μεταξύ των συμμετεχόντων·
β)το σύστημα διαθέτει άδεια λειτουργίας ή τελεί υπό εποπτεία στη χώρα εγκατάστασής του ή στη χώρα της οποίας το δίκαιο διέπει το σύστημα τρίτης χώρας·
γ)το σύστημα διέπεται από δίκαιο το οποίο τηρεί τις αρχές του αμετάκλητου του διακανονισμού·
δ)το σύστημα προσδιορίζει με σαφήνεια, με τους κοινούς κανόνες και τις τυποποιημένες διαδικασίες του, όλα τα ακόλουθα χρονικά σημεία:
i)το χρονικό σημείο εισαγωγής εντολής μεταβίβασης στο σύστημα, το οποίο αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 1·
ii)το χρονικό σημείο του αμετάκλητου εντολής μεταβίβασης που εισάχθηκε στο σύστημα, το οποίο αναφέρεται στο άρθρο 20 παράγραφος 1·
iii) το χρονικό σημείο του αμετάκλητου του διακανονισμού εντολής μεταβίβασης που εισάχθηκε σε σύστημα, το οποίο αναφέρεται στο άρθρο 21 παράγραφος 1.
ε)ο διαχειριστής του συστήματος διαθέτει κατάλληλη διάρθρωση και επαρκή χρηματοδότηση·
στ)το σύστημα συμμορφώνεται από κάθε ουσιώδη άποψη με τις παγκόσμιες αρχές των υποδομών χρηματοπιστωτικών αγορών.
Άρθρο 15
Κοινοποίηση καταχωρισμένων συστημάτων
1.Μετά τη λήψη της απόφασης που αναφέρεται στο άρθρο 13 παράγραφος 10, κάθε καταχωρούσα αρχή κοινοποιεί την απόφασή της, συγχρόνως και χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στον αιτούντα διαχειριστή συστήματος τρίτης χώρας, την ESMA, την ΕΑΤ, το ΕΣΚΤ και τις άλλες καταχωρούσες αρχές, κατά περίπτωση. Η καταχώριση ισχύει από την ημερομηνία της κοινοποίησης.
2.Η κοινοποίηση της παραγράφου 1 περιέχει κατ’ ελάχιστο όλες τις ακόλουθες πληροφορίες, όπως ισχύουν κατά την ημερομηνία της καταχώρισης:
α)τα στοιχεία ταυτοποίησης του καταχωρισμένου συστήματος και του διαχειριστή συστήματος·
β)την ημερομηνία καταχώρισης του καταχωρισμένου συστήματος·
γ)τη χώρα στην οποία είναι εγκατεστημένος ο διαχειριστής συστήματος τρίτης χώρας·
δ)τα κράτη μέλη στα οποία έχει καταχωριστεί το καταχωρισμένο σύστημα και καθεμία από τις καταχωρούσες αρχές που ενέκριναν την καταχώριση·
ε)αν το σύστημα είναι σύστημα διακανονισμού αξιογράφων, σύστημα εκκαθάρισης ή σύστημα πληρωμών·
στ)το δίκαιο που διέπει το καταχωρισμένο σύστημα·
ζ)τα χρονικά σημεία του αμετάκλητου του διακανονισμού του καταχωρισμένου συστήματος·
η)τους ενωσιακούς συμμετέχοντες στο καταχωρισμένο σύστημα.
3.Η καταχωρούσα αρχή καταχωρισμένου συστήματος κοινοποιεί, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στην ESMA και στις αρχές που παρατίθενται στο άρθρο 13 παράγραφος 2 στοιχεία α), β) και γ), κατά περίπτωση, οποιαδήποτε από τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)κάθε ουσιαστική μεταβολή η οποία θίγει ουσιωδώς, ή μπορεί να θίξει ουσιωδώς, τη συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις καταχώρισης που προβλέπονται στο άρθρο 14·
β)κάθε επικαιροποίηση των πληροφοριών που παρατίθενται στην παράγραφο 2.
4.Η ESMA δημοσιοποιεί, στον ιστότοπό της, με τυποποιημένη μορφή, τις πληροφορίες της παραγράφου 2 και κάθε επικαιροποίησή τους σύμφωνα με την παράγραφο 3 στοιχείο β), χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και το αργότερο 2 εργάσιμες ημέρες από την παραλαβή των εν λόγω πληροφοριών. Η ESMA προσδιορίζει την ημερομηνία επικαιροποίησης των πληροφοριών που δημοσιεύονται στον ιστότοπό της καθώς και τις πληροφορίες που επικαιροποιούνται.
Η ESMA παρέχει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, επικαιροποιημένες πληροφορίες στις καταχωρούσες αρχές, την ΕΑΤ και το ΕΣΚΤ, κατά περίπτωση.
Άρθρο 16
Ανάκληση καταχώρισης
1.Η καταχωρούσα αρχή ανακαλεί την καταχώριση καταχωρισμένου συστήματος, εάν πληρούται οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)ο διαχειριστής συστήματος τρίτης χώρας εξασφάλισε την καταχώριση με ψευδείς δηλώσεις ή με οποιανδήποτε άλλον παράτυπο ή παράνομο τρόπο·
β)ο διαχειριστής συστήματος τρίτης χώρας ή το σύστημα το οποίο διαχειρίζεται, κατά περίπτωση, δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 14·
γ)ο διαχειριστής συστήματος τρίτης χώρας ή το σύστημα το οποίο διαχειρίζεται, κατά περίπτωση, τέλεσε σοβαρή ή συστηματική παράβαση των προϋποθέσεων της καταχώρισης που καθορίζονται στο άρθρο 14.
2.Η καταχωρούσα αρχή αποφασίζει να ανακαλέσει την καταχώριση διαχειριστή συστήματος τρίτης χώρας μόνο κατόπιν ενημέρωσης της ESMA και παροχής στην ESMA όλων των σχετικών πληροφοριών, ώστε η ESMA να είναι σε θέση να επικαιροποιήσει τον κατάλογο καταχωρισμένων συστημάτων που έχουν καταχωριστεί σε οποιοδήποτε κράτος μέλος. Η ESMA κοινοποιεί τις πληροφορίες αυτές στην ΕΑΤ, το ΕΣΚΤ και τις άλλες καταχωρούσες αρχές, κατά περίπτωση.
3.Εάν μία από τις καταχωρούσες αρχές, η ESMA, η ΕΑΤ ή το ΕΣΚΤ, κατά περίπτωση, εκτιμά ότι η ανάκληση της καταχώρισης μπορεί να συνεπάγεται ουσιώδεις κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης ή κράτους μέλους, ενημερώνει την ενδιαφερόμενη καταχωρούσα αρχή εντός 10 εργάσιμων ημερών αφότου λάβει γνώση δυνητικής ανάκλησης καταχώρισης κατά την παράγραφο 2, η δε ενδιαφερόμενη καταχωρούσα αρχή συγκαλεί έκτακτη σύσκεψη με τις άλλες καταχωρούσες αρχές, την ESMA, την ΕΑΤ και το ΕΣΚΤ, κατά περίπτωση, προκειμένου να συνεργαστούν σχετικά με τρόπους μετριασμού των κινδύνων που προσδιορίστηκαν, προτού η ενδιαφερόμενη καταχωρούσα αρχή ανακαλέσει την καταχώριση.
Όταν το καταχωρισμένο σύστημα είναι κεντρικός αντισυμβαλλόμενος ο οποίος χαρακτηρίζεται από την ESMA ως κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, η καταχωρούσα αρχή δεν ανακαλεί την καταχώριση χωρίς τη συγκατάθεση της ESMA.
4.Εάν η καταχωρούσα αρχή ανακαλέσει την καταχώριση, κοινοποιεί συγχρόνως στον διαχειριστή συστήματος, την ESMA, την ΕΑΤ και το ΕΣΚΤ και τις άλλες καταχωρούσες αρχές, κατά περίπτωση, την απόφασή της να ανακαλέσει την καταχώριση του συστήματος, η δε ESMA επικαιροποιεί τον ιστότοπό της κατάλληλα την ημέρα που προσδιορίζεται στην κοινοποίηση της καταχωρούσας αρχής.
5.Η ανάκληση της καταχώρισης συστήματος αρχίζει να ισχύει από την ημερομηνία της κοινοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 4.
ΤΙΤΛΟΣ IV
ΑΜΕΤΑΚΛΗΤΟ ΣΥΜΨΗΦΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΔΙΑΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ
Άρθρο 17
Συμψηφισμός και εντολές μεταβίβασης
1.Οι εντολές μεταβίβασης και ο συμψηφισμός, συμπεριλαμβανομένου εκκαθαριστικού συμψηφισμού, είναι νομικά εκτελεστοί και αντιτάσσονται στους τρίτους, εφόσον οι εντολές μεταβίβασης εισάχθηκαν στο ορισθέν σύστημα ή στο καταχωρισμένο σύστημα πριν από το χρονικό σημείο έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας που προβλέπεται στο άρθρο 22 παράγραφος 1, ακόμη και σε περίπτωση έναρξης διαδικασίας αφερεγγυότητας κατά των ακόλουθων οντοτήτων:
α)συμμετέχοντος στο ορισθέν σύστημα ή σε καταχωρισμένο σύστημα·
β)συμμετέχοντος σε διαλειτουργικό σύστημα με ορισθέν σύστημα·
γ)του διαχειριστή διαλειτουργικού συστήματος με ορισθέν σύστημα ο οποίος δεν είναι συμμετέχων.
Εντολές μεταβίβασης οι οποίες εισάγονται σε ορισθέν σύστημα ή σε καταχωρισμένο σύστημα μετά το χρονικό σημείο έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας και οι οποίες εκτελούνται εντός της εργάσιμης ημέρας για συναλλαγές, όπως καθορίζεται στους κοινούς κανόνες και στις τυποποιημένες διαδικασίες του εν λόγω συστήματος, κατά τη διάρκεια της οποίας επήλθε η έναρξη της διαδικασίας, είναι νομικά εκτελεστές και αντιτάσσονται στους τρίτους μόνο όταν ο διαχειριστής συστήματος μπορεί να αποδείξει ότι, κατά τον χρόνο που οι εν λόγω εντολές μεταβίβασης κατέστησαν αμετάκλητες, δεν γνώριζε ούτε όφειλε να γνωρίζει την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας.
2.Καμία νομοθετική ή κανονιστική ρύθμιση, κανένας κανόνας και καμία πρακτική σχετικά με την ακύρωση συμβάσεων που συνάφθηκαν και συναλλαγών που πραγματοποιήθηκαν πριν από το χρονικό σημείο έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας, το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 22 παράγραφος 1, δεν συνεπάγεται τη ματαίωση του συμψηφισμού ή τη μη εφαρμογή ρήτρας συμψηφισμού, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο ιδ) της οδηγίας 2002/47/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.
Άρθρο 18
Χρονικό σημείο εισαγωγής εντολής μεταβίβασης σε ορισθέν σύστημα
1.Το χρονικό σημείο εισαγωγής εντολής μεταβίβασης σε ορισθέν σύστημα καθορίζεται από τους κοινούς κανόνες και τις τυποποιημένες διαδικασίες του συγκεκριμένου συστήματος. Για τον καθορισμό αυτό λαμβάνονται υπόψη η λήψη και η καταχώριση της εντολής μεταβίβασης από το σύστημα.
2.Σε περίπτωση διαλειτουργικών συστημάτων, κάθε ορισθέν σύστημα καθορίζει, με τους δικούς του κοινούς κανόνες και τις δικές του τυποποιημένες διαδικασίες, το χρονικό σημείο εισαγωγής εντολής μεταβίβασης στο σύστημά του και διασφαλίζει συγχρόνως, στον βαθμό του δυνατού, τον συντονισμό των κοινών κανόνων και των τυποποιημένων διαδικασιών όλων των σχετικών διαλειτουργικών συστημάτων. Εκτός εάν προβλέπεται ρητώς διαφορετικά στους κοινούς κανόνες και στις τυποποιημένες διαδικασίες όλων των συστημάτων που συμμετέχουν στη ρύθμιση διαλειτουργικότητας, οι κανόνες ενός συστήματος σχετικά με το χρονικό σημείο εισαγωγής εντολής μεταβίβασης δεν επηρεάζονται από οποιουσδήποτε κανόνες των άλλων συστημάτων με τα οποία είναι διαλειτουργικό.
Άρθρο 19
Χρήση χρηματικών ποσών και χρηματοπιστωτικών μέσων
1.Η έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας κατά συμμετέχοντος ή διαχειριστή διαλειτουργικού συστήματος δεν εμποδίζει τη χρήση χρηματικών ποσών ή χρηματοπιστωτικών μέσων διαθέσιμων στον λογαριασμό διακανονισμού ή σε λογαριασμούς τήρησης ασφάλειας, συμπεριλαμβανομένων εισφορών σε κεφάλαιο εκκαθάρισης, όπως είναι οι εισφορές σε προχρηματοδοτημένο κεφάλαιο εκκαθάρισης, το οποίο τηρεί κεντρικός αντισυμβαλλόμενος σύμφωνα με το άρθρο 42 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, και τα περιθώρια ασφάλειας που αναφέρονται στο άρθρο 41 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, κατά περίπτωση, του οικείου συμμετέχοντος ή διαχειριστή συστήματος, για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του εν λόγω συμμετέχοντος στο ορισθέν σύστημα ή στο καταχωρισμένο σύστημα στο κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο συμμετέχων ή σε ρύθμιση διαλειτουργικότητας κατά την εργάσιμη ημέρα για συναλλαγές της έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας.
2.Η πιστωτική διευκόλυνση τέτοιου συμμετέχοντος συνδεδεμένου στο ορισθέν σύστημα ή στο καταχωρισμένο σύστημα, κατά περίπτωση, μπορεί να χρησιμοποιηθεί έναντι διαθέσιμης, υφιστάμενης ασφάλειας για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του συμμετέχοντος στο ορισθέν σύστημα ή στο καταχωρισμένο σύστημα στο κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο συμμετέχων ή σε ρύθμιση διαλειτουργικότητας.
Άρθρο 20
Το χρονικό σημείο του αμετάκλητου των εντολών μεταβίβασης
1.Κάθε ορισθέν σύστημα καθορίζει το συγκεκριμένο χρονικό σημείο από το οποίο, στο σύστημά του, συμμετέχων ή τρίτος δεν μπορεί να ανακαλέσει εντολή μεταβίβασης. Για τον καθορισμό αυτό λαμβάνεται υπόψη το χρονικό σημείο κατά το οποίο η εντολή μεταβίβασης που εισάχθηκε στο σύστημα επιβεβαιώθηκε από το σύστημα και από το οποίο η επεξεργασία της εντολής δεν μπορεί να αντιλογισθεί.
2.Σε περίπτωση διαλειτουργικών συστημάτων, κάθε σύστημα καθορίζει, με τους δικούς του κοινούς κανόνες και τις δικές του τυποποιημένες διαδικασίες, το χρονικό σημείο του αμετάκλητου και διασφαλίζει συγχρόνως, στον βαθμό του δυνατού, τον συντονισμό των κοινών κανόνων και των τυποποιημένων διαδικασιών όλων των σχετικών διαλειτουργικών συστημάτων. Εκτός εάν προβλέπεται ρητώς διαφορετικά στους κοινούς κανόνες και στις τυποποιημένες διαδικασίες όλων των συστημάτων που συμμετέχουν σε ρύθμιση διαλειτουργικότητας, οι κανόνες ενός συστήματος σχετικά με το χρονικό σημείο του αμετάκλητου δεν επηρεάζονται από οποιουσδήποτε κανόνες των άλλων συστημάτων με τα οποία είναι διαλειτουργικό.
Άρθρο 21
Αμετάκλητος διακανονισμός
1.Ο διακανονισμός είναι αμετάκλητος όταν η εκπλήρωση των υποχρεώσεων των μερών της συναλλαγής έχει ολοκληρωθεί με ανεπιφύλακτο και αμετάκλητο τρόπο, όπως καθορίζεται από τους κοινούς κανόνες και τις τυποποιημένες διαδικασίες κάθε ορισθέντος συστήματος, σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο για τη μεταβίβαση κυριότητας και άλλων δικαιωμάτων. Ορισθέν σύστημα το οποίο βασίζεται σε DLT οφείλει να εφαρμόζει μηχανισμούς οι οποίοι διασφαλίζουν αιτιοκρατικά και νομικώς εκτελεστά χρονικά σημεία αμετάκλητου του διακανονισμού.
2.Σε περίπτωση διαλειτουργικών συστημάτων, κάθε σύστημα καθορίζει. με τους δικούς του κοινούς κανόνες και τις δικές του τυποποιημένες διαδικασίες, το χρονικό σημείο του αμετάκλητου του διακανονισμού. Κάθε διαχειριστής συστήματος διασφαλίζει, στον βαθμό του δυνατού, τον συντονισμό των κανόνων όλων των σχετικών διαλειτουργικών συστημάτων. Εκτός εάν προβλέπεται ρητώς διαφορετικά στους κοινούς κανόνες και στις τυποποιημένες διαδικασίες όλων των συστημάτων που συμμετέχουν σε ρύθμιση διαλειτουργικότητας, οι κοινοί κανόνες και οι τυποποιημένες διαδικασίες ενός συστήματος σχετικά με το χρονικό σημείο του αμετάκλητου του διακανονισμού δεν επηρεάζονται από οποιουσδήποτε κοινούς κανόνες των άλλων συστημάτων με τα οποία είναι διαλειτουργικό.
3.Η ESMA δύναται, όσον αφορά τα συστήματα εκκαθάρισης και διακανονισμού αξιογράφων που δεν τελούν υπό τη διαχείριση ΚΑΤ, σε στενή συνεργασία με το ΕΣΚΤ και λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες των διαφόρων ειδών συστημάτων και τους μηχανισμούς των εν λόγω συστημάτων, να καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να προσδιορίζει τους κανόνες καθορισμού όλων των ακόλουθων στοιχείων:
α)του χρονικού σημείου εισαγωγής εντολών μεταβίβασης σε ορισθέν σύστημα, το οποίο αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 1·
β)για ορισθέντα συστήματα που βασίζονται σε DLT, του χρόνου και του τρόπου με τον οποίο επέρχεται το χρονικό σημείο εισαγωγής εντολής μεταβίβασης στο σύστημα, το οποίο αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 1, όταν η συναλλαγή εγγράφεται στο καθολικό σύμφωνα με τους κανόνες περί συναίνεσης του συστήματος·
γ)του χρονικού σημείου, το οποίο αναφέρεται στο άρθρο 20 παράγραφος 1, από το οποίο εντολή μεταβίβασης που εισάχθηκε στο ορισθέν σύστημα δεν μπορεί να ανακληθεί·
δ)για ορισθέντα συστήματα που βασίζονται σε DLT, του τρόπου με τον οποίο το χρονικό σημείο, το οποίο αναφέρεται στο άρθρο 20 παράγραφος 1, από το οποίο εντολή μεταβίβασης η οποία εισάχθηκε στο σύστημα δεν μπορεί να ανακληθεί από συμμετέχοντα ή τρίτο συμπίπτει με το σημείο κατά το οποίο η συναίνεση είναι αμετάκλητη, η δε εγγραφή δεν μπορεί να αντιλογισθεί βάσει του τεχνικού πρωτοκόλλου του συγκεκριμένου συστήματος·
ε)του χρονικού σημείου του αμετάκλητου του διακανονισμού που αναφέρεται στην παράγραφο 1·
στ)για ορισθέντα συστήματα που βασίζονται σε DLT, του τρόπου με τον οποίο το χρονικό σημείο του αμετάκλητου του διακανονισμού που αναφέρεται στην παράγραφο 1 θα μπορούσε να οριστεί για πιθανολογικά ή πολυστρωματικά μοντέλα αμετάκλητου, τα οποία ενδέχεται να μην πληρούν τις απαιτήσεις απόλυτης ασφάλειας δικαίου, αλλά μπορεί να είναι ικανά να επιτύχουν ασφάλεια δικαίου αναλόγως της διάρθρωσης και των κανόνων του συστήματος.
Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις για να συμπληρώνει τον παρόντα κανονισμό με την έγκριση των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.
4.Σε στενή συνεργασία με το ΕΣΚΤ, και λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες των διαφόρων ειδών συστημάτων πληρωμών και τους μηχανισμούς των συστημάτων, η ΕΑΤ δύναται να καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να προσδιορίζει τους κανόνες καθορισμού όλων των ακόλουθων στοιχείων:
α)του χρονικού σημείου εισαγωγής εντολών μεταβίβασης σε ορισθέν σύστημα, το οποίο αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 1·
β)για ορισθέντα συστήματα που βασίζονται σε DLT, του χρόνου και του τρόπου με τον οποίο επέρχεται το χρονικό σημείο εισαγωγής εντολής μεταβίβασης στο σύστημα, το οποίο αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 1, όταν η συναλλαγή εγγράφεται στο καθολικό σύμφωνα με τους κανόνες περί συναίνεσης του συστήματος·
γ) του χρονικού σημείου, το οποίο αναφέρεται στο άρθρο 20 παράγραφος 1, από το οποίο εντολή μεταβίβασης που εισάχθηκε στο ορισθέν σύστημα δεν μπορεί να ανακληθεί·
δ)για ορισθέντα συστήματα που βασίζονται σε DLT, του χρόνου και του τρόπου με τον οποίο το συγκεκριμένο χρονικό σημείο από το οποίο εντολή μεταβίβασης η οποία εισάχθηκε στο σύστημα δεν μπορεί να ανακληθεί από συμμετέχοντα ή τρίτο συμπίπτει με το σημείο κατά το οποίο η συναίνεση είναι αμετάκλητη, η δε εγγραφή δεν μπορεί να αντιλογισθεί βάσει του τεχνικού πρωτοκόλλου του συγκεκριμένου συστήματος·
ε) του χρονικού σημείου του αμετάκλητου του διακανονισμού που αναφέρεται στην παράγραφο 1·
στ)για ορισθέντα συστήματα που βασίζονται σε DLT, του τρόπου με τον οποίο το χρονικό σημείο του αμετάκλητου του διακανονισμού που αναφέρεται στην παράγραφο 1, θα μπορούσε να οριστεί για πιθανολογικά ή πολυστρωματικά μοντέλα αμετάκλητου, τα οποία ενδέχεται να μην πληρούν τις απαιτήσεις απόλυτης ασφάλειας δικαίου, αλλά μπορεί να είναι ικανά να επιτύχουν ασφάλεια δικαίου αναλόγως της διάρθρωσης και των κανόνων του συστήματος.
Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις για να συμπληρώνει τον παρόντα κανονισμό με την έγκριση των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
ΤΙΤΛΟΣ V
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ
Άρθρο 22
Το χρονικό σημείο έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας
1.Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, το χρονικό σημείο έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας είναι το χρονικό σημείο κατά το οποίο η αρμόδια δικαστική ή διοικητική αρχή εκδίδει την απόφασή της.
2.Άμα τη λήψει της απόφασης σύμφωνα με την παράγραφο 1, η αρμόδια δικαστική ή διοικητική αρχή την κοινοποιεί αμέσως στην αρμόδια αρχή η οποία είναι υπεύθυνη για τη συλλογή της συγκεκριμένης πληροφορίας και η οποία διορίζεται δυνάμει του άρθρου 10 παράγραφος 1. Η εν λόγω αρμόδια αρχή κοινοποιεί αμέσως την απόφαση, μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων, στην ESMA, την ΕΑΤ, το ΕΣΚΤ, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου και τα άλλα κράτη μέλη.
Άρθρο 23
Απουσία αναδρομικής ισχύος
Η διαδικασία αφερεγγυότητας δεν παράγει αναδρομικά αποτελέσματα επί των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων συμμετέχοντος που απορρέουν από τη συμμετοχή του σε ορισθέν σύστημα ή σχετίζονται με τη συμμετοχή του σε αυτό, ή σε καταχωρισμένο σύστημα για τους συμμετέχοντες σε αυτό που είναι εγκατεστημένοι σε κράτη μέλη στα οποία είναι καταχωρισμένο το σύστημα τρίτης χώρας, πριν από την έναρξη της εν λόγω διαδικασίας δυνάμει του άρθρου 22 παράγραφος 1. Η διαδικασία αφερεγγυότητας δεν παράγει αναδρομικά αποτελέσματα επί των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων συμμετέχοντος σε διαλειτουργικό σύστημα ή επί του διαχειριστή διαλειτουργικού συστήματος, όταν ο εν λόγω διαχειριστής συστήματος δεν είναι συμμετέχων.
Άρθρο 24
Δίκαιο το οποίο διέπει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμμετεχόντων
Σε περίπτωση έναρξης διαδικασίας αφερεγγυότητας κατά συμμετέχοντος σε σύστημα, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη συμμετοχή του στο σύστημα, ή σχετίζονται με τη συμμετοχή του σε αυτό, καθορίζονται από το δίκαιο που διέπει το σύστημα.
ΤΙΤΛΟΣ VI
ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΟΛΗΠΤΩΝ ΑΠΟ ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΑΣΦΑΛΕΙΟΔΟΤΗ
Άρθρο 25
Ασφάλεια
1.Τα δικαιώματα διαχειριστή συστήματος ή συμμετέχοντος επί της ασφάλειας που τους παρασχέθηκε σε σχέση με ορισθέν σύστημα ή καταχωρισμένο σύστημα για τους συμμετέχοντες σε αυτό που είναι εγκατεστημένοι σε κράτη μέλη στα οποία είναι καταχωρισμένο το σύστημα ή ρύθμιση διαλειτουργικότητας, καθώς και τα δικαιώματα των κεντρικών τραπεζών των κρατών μελών ή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας επί της ασφάλειας που τους παρασχέθηκε, δεν θίγονται από την έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας έναντι οποιουδήποτε εκ των ακόλουθων οντοτήτων:
α)του συμμετέχοντος στο οικείο ορισθέν σύστημα ή καταχωρισμένο σύστημα ή σε ρύθμιση διαλειτουργικότητας·
β)του διαχειριστή διαλειτουργικού συστήματος ο οποίος δεν είναι συμμετέχων·
γ)αντισυμβαλλομένου της κεντρικής τράπεζας κράτους μέλους·
δ)αντισυμβαλλομένου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας·
ε)οποιουδήποτε τρίτου παρείχε την ασφάλεια.
Η εν λόγω ασφάλεια μπορεί να ρευστοποιηθεί προς ικανοποίηση των ανωτέρω δικαιωμάτων.
Τα δικαιώματα διαχειριστή συστήματος επί της ασφάλειας που παρείχε σε άλλον διαχειριστή συστήματος σε σχέση με ρύθμιση διαλειτουργικότητας δεν θίγονται από την έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας κατά του ασφαλειολήπτη διαχειριστή συστήματος.
2.Τα δικαιώματα συμμετεχόντων, διαχειριστών συστημάτων, κεντρικής τράπεζας κράτους μέλους, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και οποιουδήποτε εντολοδόχου, αντιπροσώπου ή τρίτου που ενεργεί για λογαριασμό τους σε σχέση με τα χρηματοπιστωτικά μέσα, συμπεριλαμβανομένων δικαιωμάτων επί των εν λόγω χρηματοπιστωτικών μέσων, τα οποία παρέχονται ως ασφάλεια που εγγράφεται νομίμως σε μητρώο, μεταξύ άλλων όταν εγγράφεται σε κατανεμημένο καθολικό, λογαριασμό ή κεντρικό σύστημα καταθέσεων που βρίσκεται σε κράτος μέλος, διέπονται από το δίκαιο του συγκεκριμένου κράτους μέλους.
Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, ο τόπος στον οποίο βρίσκεται μητρώο, λογαριασμός ή κεντρικό σύστημα καταθέσεων που τηρείται σε νομική οντότητα είναι το κράτος μέλος στο οποίο η συγκεκριμένη οντότητα έχει την καταστατική έδρα της.
3.Όταν δεν είναι δυνατό να καθοριστεί, σύμφωνα με την παράγραφο 2, ο τόπος στον οποίο βρίσκεται μητρώο, λογαριασμός ή κεντρικό σύστημα καταθέσεων, ο καθορισμός των δικαιωμάτων των συμμετεχόντων, των διαχειριστών συστημάτων, κεντρικής τράπεζας κράτους μέλους ή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, και των δικαιωμάτων οποιουδήποτε εντολοδόχου, αντιπροσώπου ή τρίτου που ενεργεί για λογαριασμό τους, σε σχέση με τα χρηματοπιστωτικά μέσα που παρέχονται ως ασφάλεια, διέπεται από το δίκαιο που διέπει το σύστημα ή τη ρύθμιση διαλειτουργικότητας που αναφέρεται στην παράγραφο 1.
4.Για τους σκοπούς των παραγράφων 2 και 3, η παραπομπή στο δίκαιο κράτους μέλους είναι παραπομπή στο εσωτερικό δίκαιό του, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη οποιοσδήποτε κανόνας βάσει του οποίου, για τη λήψη απόφασης επί του σχετικού ζητήματος, γίνεται παραπομπή στο δίκαιο άλλου κράτους.
ΤΙΤΛΟΣ VII
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΒΑΣΗ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΑΣΚΗΣΗ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗΣ
Άρθρο 26
Κεντρική βάση δεδομένων
1.Η ESMA δημιουργεί και διατηρεί κεντρική βάση δεδομένων σύμφωνα με το άρθρο 35γ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010. Χωριστά για κάθε σχετικό σύστημα, οι ορίζουσες αρχές, οι καταχωρούσες αρχές, οι εθνικές αρμόδιες αρχές και η αρμόδια αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 22 παράγραφος 2, η ESMA, η ΕΑΤ και το ΕΣΚΤ (στο εξής: εγγεγραμμένοι αποδέκτες) έχουν πρόσβαση σε κάθε πληροφορία και έγγραφο που αναφέρεται στην παράγραφο 3, το οποίο έχει καταχωριστεί στη βάση δεδομένων για το συγκεκριμένο σύστημα και όταν τούτο είναι σκόπιμο ή αναγκαίο για την άσκηση των καθηκόντων τους.
2.Ο διαχειριστής συστήματος έχει πρόσβαση στην κεντρική βάση δεδομένων όσον αφορά τις πληροφορίες και τα έγγραφα που υπέβαλε στην εν λόγω κεντρική βάση δεδομένων ή τα έγγραφα που διαβιβάζονται στον διαχειριστή συστήματος μέσω της εν λόγω κεντρικής βάσης δεδομένων από οποιονδήποτε εγγεγραμμένο αποδέκτη.
Άλλοι αποδέκτες υποβάλλουν επίσης ορισμένα συγκεκριμένα έγγραφα ή πληροφορίες, και έχουν πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα ή πληροφορίες, που καταχωρίζονται στην κεντρική βάση δεδομένων, όταν προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό. Η ESMA διασφαλίζει ότι η κεντρική βάση δεδομένων ασκεί τις λειτουργίες που προβλέπονται στο παρόν άρθρο.
3.Εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά, οι διαχειριστές συστημάτων, συμπεριλαμβανομένων των ορισθέντων συστημάτων και των καταχωρισμένων συστημάτων, καθώς και οι εγγεγραμμένοι αποδέκτες, αναφορτώνουν στην κεντρική βάση δεδομένων, σε ηλεκτρονική μορφή, όλες τις πληροφορίες και τα έγγραφα, συμπεριλαμβανομένων αιτήσεων, αποφάσεων, συστάσεων, αιτημάτων, πληροφοριών, ερωτήσεων, απαντήσεων και κοινοποιήσεων που αναφέρονται στον παρόντα κανονισμό.
Επιβεβαίωση παραλαβής αποστέλλεται μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων εντός δύο εργάσιμων ημερών από την υποβολή πληροφοριών ή εγγράφων.
4.Η ESMA διασφαλίζει ότι η βάση δεδομένων καθιστά δυνατή τη χρήση δεδομένων εγγεγραμμένων βάσει DLT, συμπεριλαμβανομένων της ανάγνωσης δεδομένων στο κατανεμημένο καθολικό («εντός αλυσίδας») και της πρόσβασης σε τέτοια δεδομένα.
5.Η ESMA σχεδιάζει την κεντρική βάση δεδομένων κατά τρόπο ώστε να ενημερώνει αυτομάτως τους εγγεγραμμένους αποδέκτες όταν επέρχονται αλλαγές στο περιεχόμενό της, συμπεριλαμβανομένων της αναφόρτωσης, της διαγραφής ή της αντικατάστασης εγγράφων, της υποβολής ερωτήσεων και αιτημάτων παροχής πληροφοριών.
6.Η ESMA καθιστά διαθέσιμες, στις ενδιαφερόμενες αρχές, τις πληροφορίες που ανταλλάσσονται, δυνάμει του παρόντος κανονισμού, μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων για τους σκοπούς του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, όταν τούτο είναι σκόπιμο ή αναγκαίο για την άσκηση των καθηκόντων τους.
Άρθρο 27
Άσκηση της εξουσιοδότησης
1.Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.
2.Η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που προβλέπεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 ανατίθεται στην Επιτροπή για αόριστο χρονικό διάστημα από την/τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί ημερομηνία = η ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].
3.Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτήν. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που βρίσκονται ήδη σε ισχύ.
4.Πριν από την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή επιδιώκει τη διαβούλευση με την ESMA και την ΕΑΤ και διεξάγει διαβουλεύσεις με εμπειρογνώμονες που ορίζει κάθε κράτος μέλος σύμφωνα με τις αρχές της διοργανικής συμφωνίας της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου.
5.Μόλις εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.
6.Κατ’ εξουσιοδότηση πράξη η οποία εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 2 παράγραφος 2 αρχίζει να ισχύει μόνο εφόσον δεν διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός τριών μηνών από την κοινοποίηση της εν λόγω πράξης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο ή εάν, πριν λήξει η περίοδος αυτή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις. Η ανωτέρω προθεσμία παρατείνεται κατά τρεις μήνες με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.
ΤΙΤΛΟΣ VII
ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 28
Μεταβατικές διατάξεις
1.Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 3, σύστημα ορισθέν δυνάμει της οδηγίας 98/26/ΕΚ πριν από την/τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί ημερομηνία = ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού] παραμένει ορισθέν σύστημα για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού έως ότου ορισθεί εκ νέου δυνάμει του ανωτέρω άρθρου ή έως την/τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί ημερομηνία = 5 έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού], όποια εκ των δύο ημερομηνιών επέλθει πρώτη. Στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, εξακολουθεί να εφαρμόζεται το δίκαιο του κράτους μέλους για τον ορισμό συστήματος.
2.Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 12, σύστημα τρίτης χώρας στο οποίο κράτος μέλος έχει επεκτείνει την προστασία που παρέχεται από την οδηγία 98/26/ΕΚ πριν από την/τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί ημερομηνία = ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού] θεωρείται ως καταχωρισμένο στο εν λόγω κράτος μέλος για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού έως ότου καταχωριστεί σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο στο συγκεκριμένο κράτος μέλος ή έως την/τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί ημερομηνία = 5 έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού], όποια εκ των δύο ημερομηνιών επέλθει πρώτη.
3.Εντολή μεταβίβασης η οποία εισάγεται σε σύστημα πριν από την/τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί ημερομηνία = ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού] αλλά διακανονίζεται μεταγενέστερα θεωρείται εντολή μεταβίβασης για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού.
4.Έως τη δημιουργία της κεντρικής βάσης δεδομένων σύμφωνα με το άρθρο 26, η ανταλλαγή πληροφοριών και εγγράφων, συμπεριλαμβανομένης της υποβολής αιτήσεων, αποφάσεων, συστάσεων, αιτημάτων, πληροφοριών, ερωτήσεων, απαντήσεων και κάθε κοινοποίησης, που πρέπει να παρέχονται με τη χρήση της κεντρικής βάσης δεδομένων, πραγματοποιείται με τη χρήση εναλλακτικών ρυθμίσεων.
Άρθρο 29
Επανεξέταση
1.Έως την/τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί ημερομηνία = 6 έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού] η Επιτροπή αξιολογεί την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και εκπονεί γενική έκθεση. Η Επιτροπή υποβάλλει την εν λόγω έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, συνοδευόμενη, ενδεχομένως, από ενδεδειγμένες προτάσεις.
2.Έως την/τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί ημερομηνία = 5 έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού] η ESMA, σε στενή συνεργασία με την ΕΑΤ και το ΕΣΚΤ, υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με τη λειτουργία του καθεστώτος του αμετάκλητου του διακανονισμού που θεσπίζεται με τον παρόντα κανονισμό.
Άρθρο 30
Κατάργηση
1.Η οδηγία 98/26/ΕΚ καταργείται από την/τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί ημερομηνία = ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].
2.Οι αναφορές στην οδηγία 98/26/ΕΚ ερμηνεύονται ως αναφορές στον παρόντα κανονισμό και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος 1 του παρόντος κανονισμού.
Άρθρο 31
Τροποποιήσεις στην οδηγία 2002/47/ΕΚ
Η οδηγία 2002/47/ΕΚ τροποποιείται ως εξής:
1)Στο άρθρο 1 παράγραφος 4 στοιχείο α), προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, η παραπομπή σε χρηματοπιστωτικά μέσα και πιστωτικές απαιτήσεις περιλαμβάνει τις περιπτώσεις στις οποίες εκδίδονται ή εγγράφονται με τη χρήση DLT.
Τα κράτη μέλη δύνανται να επεκτείνουν το εύρος των χρηματοπιστωτικών μέσων που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία ώστε να περιλαμβάνει τα μέσα που ορίζονται ως “χρηματοπιστωτικό μέσο” στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 15) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ όταν είναι διαπραγματεύσιμα στην κεφαλαιαγορά.».
2)Το άρθρο 2 τροποποιείται ως εξής:
α)στην παράγραφο 1, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:
«ιστ) “λογαριασμός”: λογαριασμός όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 26) του κανονισμού (ΕΕ) …/… για το αμετάκλητο του διακανονισμού].»·
β)προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:
«4. Κάθε παραπομπή σε “λογαριασμό”, “καταχώριση” ή “μητρώο” περιλαμβάνει κάθε μορφή ηλεκτρονικής εγγραφής, μεταξύ άλλων βάσει DLT, η οποία εκπληρώνει την ίδια λειτουργία. Επιπλέον, κάθε οδηγία ή κοινοποίηση παρέχει τη δυνατότητα χρήσης κρυπτογραφικού κλειδιού ή άλλης διάταξης ή μεθόδου για την ηλεκτρονική υπογραφή της εν λόγω οδηγίας ή κοινοποίησης.».
3)Στο άρθρο 11, μετά το πρώτο εδάφιο, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:
«Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για να συμμορφωθούν με το άρθρο 1 παράγραφος 4 στοιχείο α) πρώτο και δεύτερο εδάφιο, το άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο ιστ) και το άρθρο 2 παράγραφος 4 το αργότερο έως την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί ημερομηνία = 18 μήνες από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού]. Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.».
Άρθρο 32
Έναρξη ισχύος
Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.
Βρυξέλλες,
Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Για το Συμβούλιο
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΚΑΙ ΨΗΦΙΑΚΟ ΔΕΛΤΙΟ
1.ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ/ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ3
1.1.Τίτλος της πρότασης/πρωτοβουλίας3
1.2.Σχετικοί τομείς πολιτικής3
1.3.Στόχοι3
1.3.1.Γενικοί στόχοι3
1.3.2.Ειδικοί στόχοι3
1.3.3.Αναμενόμενα αποτελέσματα και επιπτώσεις3
1.3.4.Δείκτες επιδόσεων3
1.4.Η πρόταση/πρωτοβουλία αφορά:4
1.5.Αιτιολόγηση της πρότασης/πρωτοβουλίας4
1.5.1.Βραχυπρόθεσμη ή μακροπρόθεσμη κάλυψη αναγκών, συμπεριλαμβανομένου λεπτομερούς χρονοδιαγράμματος για τη σταδιακή υλοποίηση της πρωτοβουλίας4
1.5.2.Προστιθέμενη αξία της ενωσιακής παρέμβασης (που μπορεί να προκύπτει από διάφορους παράγοντες, π.χ. οφέλη από τον συντονισμό, ασφάλεια δικαίου, μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα ή συμπληρωματικότητα). Για τους σκοπούς του παρόντος σημείου «προστιθέμενη αξία της ενωσιακής παρέμβασης» είναι η αξία που απορρέει από την ενωσιακή δράση και η οποία προστίθεται στην αξία που θα είχε δημιουργηθεί αν τα κράτη μέλη ενεργούσαν μεμονωμένα.4
1.5.3.Διδάγματα από ανάλογες εμπειρίες του παρελθόντος4
1.5.4.Συμβατότητα με το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο και ενδεχόμενες συνέργειες με άλλα κατάλληλα μέσα5
1.5.5.Αξιολόγηση των διάφορων διαθέσιμων επιλογών χρηματοδότησης, συμπεριλαμβανομένων των δυνατοτήτων ανακατανομής5
1.6.Διάρκεια της πρότασης/πρωτοβουλίας και των δημοσιονομικών επιπτώσεών της6
1.7.Προβλεπόμενες μέθοδοι εκτέλεσης του προϋπολογισμού6
2.ΜΕΤΡΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ8
2.1.Κανόνες παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων8
2.2.Συστήματα διαχείρισης και ελέγχου8
2.2.1.Αιτιολόγηση των μεθόδων εκτέλεσης του προϋπολογισμού, των μηχανισμών εκτέλεσης της χρηματοδότησης, των όρων πληρωμής και της στρατηγικής ελέγχου που προτείνονται8
2.2.2.Πληροφορίες σχετικά με τους κινδύνους που έχουν εντοπιστεί και τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου που έχουν δημιουργηθεί για τον μετριασμό τους8
2.2.3.Εκτίμηση και αιτιολόγηση της οικονομικής αποδοτικότητας των ελέγχων (λόγος του κόστους του ελέγχου προς την αξία των σχετικών κονδυλίων που αποτελούν αντικείμενο διαχείρισης) και αξιολόγηση του εκτιμώμενου επιπέδου κινδύνου σφάλματος (κατά την πληρωμή και κατά το κλείσιμο)8
2.3.Μέτρα για την πρόληψη περιπτώσεων απάτης και παρατυπίας9
3.ΕΚΤΙΜΩΜΕΝΕΣ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ/ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ10
3.1.Τομείς του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου και γραμμές δαπανών του προϋπολογισμού που επηρεάζονται10
3.2.Εκτιμώμενες δημοσιονομικές επιπτώσεις της πρότασης στις πιστώσεις12
3.2.1.Συνοπτική παρουσίαση των εκτιμώμενων επιπτώσεων στις επιχειρησιακές πιστώσεις12
3.2.1.1.Πιστώσεις από τον ψηφισθέντα προϋπολογισμό12
3.2.1.2.Πιστώσεις από εξωτερικά έσοδα με ειδικό προορισμό17
3.2.2.Εκτιμώμενο αποτέλεσμα που χρηματοδοτείται από επιχειρησιακές πιστώσεις22
3.2.3.Συνοπτική παρουσίαση των εκτιμώμενων επιπτώσεων στις διοικητικές πιστώσεις24
3.2.3.1. Πιστώσεις από τον ψηφισθέντα προϋπολογισμό24
3.2.3.2.Πιστώσεις από εξωτερικά έσοδα με ειδικό προορισμό24
3.2.3.3.Σύνολο πιστώσεων24
3.2.4.Εκτιμώμενες ανάγκες σε ανθρώπινους πόρους25
3.2.4.1.Χρηματοδοτούμενες από τον ψηφισθέντα προϋπολογισμό25
3.2.4.2.Χρηματοδοτούμενες από εξωτερικά έσοδα με ειδικό προορισμό26
3.2.4.3.Σύνολο εκτιμώμενων αναγκών σε ανθρώπινους πόρους26
3.2.5.Επισκόπηση των εκτιμώμενων επιπτώσεων στις επενδύσεις ψηφιακής τεχνολογίας28
3.2.6.Συμβατότητα με το ισχύον πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο28
3.2.7.Συμμετοχή τρίτων στη χρηματοδότηση28
3.3.Εκτιμώμενες επιπτώσεις στα έσοδα29
4.Ψηφιακές διαστάσεις29
4.1.Απαιτήσεις ψηφιακής σημασίας30
4.2.Δεδομένα30
4.3.Ψηφιακές λύσεις31
4.4.Αξιολόγηση διαλειτουργικότητας31
4.5.Μέτρα στήριξης της ψηφιακής εφαρμογής32
1.ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ/ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ
1.1.Τίτλος της πρότασης/πρωτοβουλίας
Πρόταση κανονισμού (ΕΕ) 2025/XXX του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού και την κατάργηση της οδηγίας 98/26/ΕΚ καθώς και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/47/ΕΚ για τις συμφωνίες παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας
1.2.Σχετικοί τομείς πολιτικής
Εσωτερική αγορά — χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες
1.3.Στόχοι
1.3.1.Γενικοί στόχοι
Η πρωτοβουλία εντάσσεται στο πλαίσιο της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, η οποία αποσκοπεί στην προώθηση απρόσκοπτης και ολοκληρωμένης κεφαλαιαγοράς σε ολόκληρη την ΕΕ μέσω της ενίσχυσης του εποπτικού πλαισίου, της αντιμετώπισης του κανονιστικού κατακερματισμού και της διασφάλισης καλύτερης ολοκλήρωσης και εμβάθυνσης των κεφαλαιαγορών σε ολόκληρη την Ένωση, ώστε να αξιοποιηθεί πλήρως το δυναμικό της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων. Στόχος είναι η άρση των φραγμών στη διασυνοριακή δραστηριότητα.
1.3.2.Ειδικοί στόχοι
Ειδικός στόχος αριθ. 1 — εναρμόνιση των διατάξεων σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού
Για την επίτευξη εναρμόνισης των διατάξεων σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού καθώς και για τη μείωση της ανασφάλειας δικαίου που σχετίζεται με τις διαφορές στη μεταφορά στο δίκαιο των κρατών μελών, η ισχύουσα οδηγία για το αμετάκλητο του διακανονισμού μετατρέπεται σε κανονισμό.
Ειδικός στόχος αριθ. 2 — εκσυγχρονισμός των διατάξεων σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού με σκοπό την αναγνώριση νέων τεχνολογιών και των εξελίξεων στον χρηματοπιστωτικό τομέα
Στόχος των προτεινόμενων τροποποιήσεων είναι να διασφαλιστεί η διατήρηση της τεχνολογικής ουδετερότητας της νομοθεσίας για το αμετάκλητο του διακανονισμού μέσω αποσαφηνίσεων, όπου απαιτούνται, προκειμένου να ληφθούν υπόψη η χρήση νέων τεχνολογιών και οι εξελίξεις στον χρηματοπιστωτικό τομέα.
1.3.3.Αναμενόμενα αποτελέσματα και επιπτώσεις
Να προσδιοριστούν τα αποτελέσματα που αναμένεται να έχει η πρόταση/πρωτοβουλία όσον αφορά τους στοχευόμενους δικαιούχους / τις στοχευόμενες ομάδες.
Βελτίωση της εναρμόνισης
Βελτίωση της ασφάλειας δικαίου, μεταξύ άλλων όσον αφορά τη χρήση νέων τεχνολογιών
Μείωση των διασυνοριακών φραγμών της αγοράς
1.3.4.Δείκτες επιδόσεων
Να προσδιοριστούν οι δείκτες για την παρακολούθηση της προόδου και των επιτευγμάτων.
Δείκτης βασικού συνόλου δεικτών — ειδικός στόχος αριθ. 1
Βελτίωση της διασυνοριακής συμμετοχής σε ορισθέντα συστήματα δυνάμει του κανονισμού για το αμετάκλητο του διακανονισμού, η οποία μετράται με τον αριθμό των ενωσιακών συμμετεχόντων σε σύστημα το οποίο δεν διέπεται από το δίκαιο κράτους μέλους στο οποίο ο συμμετέχων έχει την έδρα του. Συγκρίνεται με: τον αριθμό των ενωσιακών συμμετεχόντων που έχουν την έδρα τους σε άλλο κράτος μέλος από εκείνο του οποίου το δίκαιο διέπει το σύστημα κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος του κανονισμού για το αμετάκλητο του διακανονισμού 5 έτη μετά την έναρξη ισχύος του υποχρεωτικού ορισμού δυνάμει του κανονισμού για το αμετάκλητο του διακανονισμού.
Δείκτης βασικού συνόλου δεικτών — ειδικός στόχος αριθ. 2
Ο αριθμός των συστημάτων που έχουν ορισθεί δυνάμει του κανονισμού για το αμετάκλητο του διακανονισμού και χρησιμοποιούν νέες τεχνολογίες (όπως DLT) 5 έτη μετά την έναρξη ισχύος του υποχρεωτικού ορισμού δυνάμει του κανονισμού για το αμετάκλητο του διακανονισμού.
1.4.Η πρόταση/πρωτοβουλία αφορά:
νέα δράση
νέα δράση έπειτα από δοκιμαστικό σχέδιο / προπαρασκευαστική ενέργεια
την παράταση υφιστάμενης δράσης
συγχώνευση ή αναπροσανατολισμό μίας ή περισσότερων δράσεων προς άλλη/νέα δράση
1.5.Αιτιολόγηση της πρότασης/πρωτοβουλίας
1.5.1.Βραχυπρόθεσμη ή μακροπρόθεσμη κάλυψη αναγκών, συμπεριλαμβανομένου λεπτομερούς χρονοδιαγράμματος για τη σταδιακή υλοποίηση της πρωτοβουλίας
Όλα τα συστήματα τα οποία υποχρεούνται ή επιθυμούν να ορισθούν δυνάμει της νομοθεσίας για το αμετάκλητο του διακανονισμού στην ΕΕ πρέπει να συμμορφώνονται με τις εναρμονισμένες απαιτήσεις που καθορίζονται στον κανονισμό για το αμετάκλητο του διακανονισμού. Οι εθνικές αρμόδιες αρχές στην ΕΕ καθώς και η Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ESMA), η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ) και το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ) υποχρεούνται να εφαρμόζουν τον κανονισμό και να παρέχουν καθοδήγηση κατά την εξέταση των διαφόρων τομέων που σχετίζονται με τη διαδικασία ορισμού συστημάτων.
1.5.2.Προστιθέμενη αξία της ενωσιακής παρέμβασης (που μπορεί να προκύπτει από διάφορους παράγοντες, π.χ. οφέλη από τον συντονισμό, ασφάλεια δικαίου, μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα ή συμπληρωματικότητα). Για τους σκοπούς του παρόντος σημείου «προστιθέμενη αξία της ενωσιακής παρέμβασης» είναι η αξία που απορρέει από την ενωσιακή δράση και η οποία προστίθεται στην αξία που θα είχε δημιουργηθεί αν τα κράτη μέλη ενεργούσαν μεμονωμένα.
Λόγοι ανάληψης δράσης σε επίπεδο ΕΕ (εκ των προτέρων) Η ενωσιακή διάσταση είναι αναμφισβήτητη, καθώς οι εθνικές λύσεις δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν επαρκώς τον διασυνοριακό και κατακερματισμένο χαρακτήρα και τις κανονιστικές αποκλίσεις που παρατηρούνται στις κεφαλαιαγορές της ΕΕ. Η ΕΕ χρειάζεται να επιτύχει την κατάλληλη κλίμακα για να λειτουργήσει ανταγωνιστικά σε παγκόσμιο επίπεδο και να χρηματοδοτήσει τις ανάγκες της, η δε κλίμακα αυτή μπορεί να επιτευχθεί μόνο σε επίπεδο ΕΕ. Οι ενέργειες σε επίπεδο ΕΕ είναι καταλληλότερες για την άρση των διασυνοριακών κανονιστικών φραγμών και τη διασφάλιση ισότιμων όρων ανταγωνισμού στην ΕΕ, την κινητοποίηση της ολοκλήρωσης της αγοράς, τη βελτίωση της κλίμακας, της αποδοτικότητας και της ανταγωνιστικότητας της αγοράς καθώς και την παροχή ενοποιημένου κανονιστικού πλαισίου, αποτελέσματα τα οποία οι εθνικές ενέργειες δεν μπορούν να επιτύχουν μεμονωμένα. Η πρωτοβουλία θα βασιστεί στο άρθρο 114 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η διάταξη αυτή είναι η νομική βάση των νομοθετικών πράξεων που τροποποιούνται με την παρούσα πρόταση.
Αναμενόμενη προστιθέμενη αξία της Ένωσης (εκ των υστέρων) Βελτίωση της εναρμόνισης στην ΕΕ και, επομένως, μείωση του κατακερματισμού της αγοράς και μείωση των διασυνοριακών φραγμών της αγοράς. Αύξηση της ασφάλειας δικαίου, μεταξύ άλλων όσον αφορά τη χρήση νέων τεχνολογιών.
1.5.3.Διδάγματα από ανάλογες εμπειρίες του παρελθόντος
Η χρήση στο παρελθόν οδηγίας ως μέσου για τη ρύθμιση του αμετάκλητου του διακανονισμού κατέδειξε ότι οι διαφορές στην εφαρμογή της νομοθετικής πράξης στα κράτη μέλη είχαν ως αποτέλεσμα τον κατακερματισμό της αγοράς και τη δημιουργία διασυνοριακών φραγμών. Ως εκ τούτου, η μετατροπή σε κανονισμό της οδηγίας για τον αμετάκλητο του διακανονισμού αποτελεί το κατάλληλο μέσο για τη διασφάλιση μεγαλύτερης εναρμόνισης και, συνεπώς, για τη μείωση των διασυνοριακών φραγμών.
1.5.4.Συμβατότητα με το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο και ενδεχόμενες συνέργειες με άλλα κατάλληλα μέσα
Η πρόταση είναι συμβατή με την πρόταση της Επιτροπής της 16ης Ιουλίου 2025 για πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο για τα έτη 2028-34, ειδικότερα όσον αφορά τον προϋπολογισμό επιμέρους οργανισμών. Ως εκ τούτου, τα αριθμητικά στοιχεία είναι ενδεικτικά, εν αναμονή της τελικής έγκρισης του ΠΔΠ.
1.5.5.Αξιολόγηση των διάφορων διαθέσιμων επιλογών χρηματοδότησης, συμπεριλαμβανομένων των δυνατοτήτων ανακατανομής
Απαιτούνται πρόσθετοι πόροι προκειμένου οι οργανισμοί να υλοποιήσουν τις εντολές που τους ανατίθενται με τον κανονισμό για το αμετάκλητο του διακανονισμού καθώς και για να συμβάλουν στη διασφάλιση συνεπούς εφαρμογής των απαιτήσεων του κανονισμού για το αμετάκλητο του διακανονισμού σε όλα τα κράτη μέλη. Για τη διασφάλιση μεγαλύτερης συνέπειας όσον αφορά τον ορισμό συστημάτων της ΕΕ και την καταχώριση συστημάτων τρίτων χωρών, η ESMA και η ΕΑΤ, ειδικότερα, οφείλουν να συνδράμουν τα κράτη μέλη στις αξιολογήσεις τους που αφορούν i) συστήματα που υποβάλλουν αίτηση ορισμού δυνάμει του κανονισμού για το αμετάκλητο του διακανονισμού και ii) συστήματα τρίτων χωρών που υποβάλλουν αίτηση καταχώρισης, ώστε να διασφαλίζεται συγκλίνουσα προσέγγιση. Πρόκειται για επαναλαμβανόμενα καθήκοντα τα οποία απαιτούν εμπειρογνωσία στον τομέα της νομοθεσίας περί αφερεγγυότητας καθώς και σχετικά με τις υποδομές χρηματοπιστωτικών αγορών.
Η επιλογή της επιβολής τελών είναι ουσιαστικά ανεφάρμοστη, καθώς δεν μπορούν να επιβληθούν τέλη σε διαχειριστές συστημάτων, δεδομένου ότι το έργο του ορισμού επιτελείται από τα κράτη μέλη, ο δε ρόλος της ESMA και της ΕΑΤ συνίσταται στη διασφάλιση σύγκλισης και στην παροχή καθοδήγησης, όπου απαιτείται. Επιπλέον, τέτοια προσέγγιση θα ήταν δύσκολο να δικαιολογηθεί, καθώς τα εξεταζόμενα μέτρα δεν συνδέονται άμεσα με εποπτικές εξουσίες, αλλά εντάσσονται στο πλαίσιο της ανάπτυξης του κανονιστικού πλαισίου.
Αξιολογήθηκαν οι δυνατότητες ανακατανομής. Οι προβλεπόμενοι πρόσθετοι πόροι θα καλύψουν εν μέρει μόνο τις ανάγκες της ESMA και της ΕΑΤ, κατά τη διάρκεια του αρχικού σταδίου, για τις εργασίες που απαιτούνται στο πλαίσιο του κανονισμού για το αμετάκλητο του διακανονισμού, προκειμένου να καταρτιστεί μια σειρά από κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, καθώς και για τη δημιουργία και τη διαχείριση, από την ESMA, της κεντρικής βάσης δεδομένων που απαιτείται δυνάμει του άρθρου 26 του κανονισμού για το αμετάκλητο του διακανονισμού. Δεδομένου ότι η εν λόγω κεντρική βάση δεδομένων δημιουργείται στο πλαίσιο προγενέστερης εντολής, δηλ. του κανονισμού (ΕΕ) 2024/2987 (στο εξής: κανονισμός EMIR 3), το κόστος που συνδέεται με την εγκαθίδρυση και τη συνεχή συντήρηση της κεντρικής βάσης δεδομένων στο πλαίσιο του κανονισμού για το αμετάκλητο του διακανονισμού αντικατοπτρίζει μόνο τη σχετική αύξηση του εν λόγω κόστους, προκειμένου η κεντρική βάση δεδομένων να υλοποιηθεί όπως απαιτείται από τον κανονισμό για το αμετάκλητο του διακανονισμού. Το εν λόγω κόστος περιλαμβάνεται στα αριθμητικά στοιχεία που παρατίθενται στο έγγραφο του γενικού κανονισμού σχετικά με την «κεντρική βάση δεδομένων της ESMA και την εποπτική πλατφόρμα για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων και τους τόπους διαπραγμάτευσης» (βλ. σημείο 4.3 του γενικού κανονισμού καθώς και μέρη Δ και Ε της ενότητας για τις ειδικές παραδοχές στο παράρτημα του εν λόγω κανονισμού) και, επομένως, δεν παρουσιάζονται χωριστά στο παρόν έγγραφο. Μετά την εφαρμογή τους, τα νέα επαναλαμβανόμενα καθήκοντα που θα προκύψουν τόσο στην ESMA όσο και στην ΕΑΤ θα απαιτήσουν ένα ΙΠΑ σε κάθε οργανισμό, ιδίως για την κάλυψη των εργασιών για την παροχή συνδρομής στα κράτη μέλη όσον αφορά νέους ορισμούς και εκ νέου ορισμούς, καθώς και καταχωρίσεις.
1.6.Διάρκεια της πρότασης/πρωτοβουλίας και των δημοσιονομικών επιπτώσεών της
περιορισμένη διάρκεια
–
με ισχύ από [ΗΗ/MM]ΕΕΕΕ έως [ΗΗ/MM]ΕΕΕΕ
–
Δημοσιονομικές επιπτώσεις από το ΕΕΕΕ έως το ΕΕΕΕ για πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων και από το ΕΕΕΕ έως το ΕΕΕΕ για πιστώσεις πληρωμών
απεριόριστη διάρκεια
–Περίοδος σταδιακής εφαρμογής το 2028
–και στη συνέχεια πλήρης εφαρμογή.
1.7.Προβλεπόμενες μέθοδοι εκτέλεσης του προϋπολογισμού
Άμεση διαχείριση από την Επιτροπή
– από τις υπηρεσίες της, συμπεριλαμβανομένου του προσωπικού της στις αντιπροσωπείες της Ένωσης
–από τους εκτελεστικούς οργανισμούς
Επιμερισμένη διαχείριση με τα κράτη μέλη
Έμμεση διαχείριση με ανάθεση καθηκόντων εκτέλεσης του προϋπολογισμού:
– σε τρίτες χώρες ή οργανισμούς που αυτές έχουν ορίσει
– σε διεθνείς οργανισμούς και στους οργανισμούς αυτών (να προσδιοριστούν)
– στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων
– στους οργανισμούς που αναφέρονται στα άρθρα 70 και 71 του δημοσιονομικού κανονισμού
– σε οργανισμούς δημοσίου δικαίου
– σε οργανισμούς που διέπονται από το ιδιωτικό δίκαιο και είναι επιφορτισμένοι με δημόσια υπηρεσία, στον βαθμό που τους παρέχονται επαρκείς οικονομικές εγγυήσεις
– σε οργανισμούς που διέπονται από το ιδιωτικό δίκαιο κράτους μέλους στους οποίους έχει ανατεθεί η εκτέλεση σύμπραξης δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και στους οποίους παρέχονται επαρκείς οικονομικές εγγυήσεις
– σε οργανισμούς ή πρόσωπα επιφορτισμένα με την εφαρμογή συγκεκριμένων δράσεων στην κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφαλείας βάσει του τίτλου V της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα οποία προσδιορίζονται στην αντίστοιχη βασική πράξη
–σε οργανισμούς που είναι εγκατεστημένοι σε κράτος μέλος, διέπονται από το ιδιωτικό δίκαιο κράτους μέλους ή το δίκαιο της Ένωσης και είναι επιλέξιμοι για να τους ανατεθεί, σύμφωνα με ειδικούς τομεακούς κανόνες, η εκτέλεση κονδυλίων της Ένωσης ή δημοσιονομικών εγγυήσεων, στον βαθμό που οι εν λόγω οργανισμοί ελέγχονται από οργανισμούς δημοσίου δικαίου ή από οργανισμούς που διέπονται από το ιδιωτικό δίκαιο και είναι επιφορτισμένοι με δημόσια υπηρεσία και τους παρέχονται επαρκείς οικονομικές εγγυήσεις υπό μορφή από κοινού και εις ολόκληρον ευθύνης από τους ελέγχοντες οργανισμούς ή ισοδύναμες χρηματοοικονομικές εγγυήσεις και οι οποίες μπορεί να περιορίζονται, για κάθε δράση, στο μέγιστο ποσό της στήριξης της Ένωσης.
Παρατηρήσεις
2.ΜΕΤΡΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ
2.1.Κανόνες παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων
Ως αποκεντρωμένοι οργανισμοί, οι ευρωπαϊκοί εποπτικοί οργανισμοί πληρούν στο ακέραιο τις νομικές και λειτουργικές απαιτήσεις της νομοθεσίας της Ένωσης όσον αφορά τους κανόνες παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων.
Σύμφωνα με τις ήδη υφιστάμενες ρυθμίσεις, οι ευρωπαϊκοί εποπτικοί οργανισμοί εκπονούν τακτικά εκθέσεις σχετικά με τη δραστηριότητά τους (συμπεριλαμβανομένων των εσωτερικών εκθέσεων προς τα ανώτερα διοικητικά στελέχη, των εκθέσεων προς τα συμβούλια και της σύνταξης ετήσιας έκθεσης), και υπόκεινται σε ελέγχους από το Ελεγκτικό Συνέδριο και την Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου της Επιτροπής όσον αφορά τη χρήση των πόρων και τις επιδόσεις τους.
Η παρακολούθηση και η υποβολή εκθέσεων σχετικά με τις δράσεις που περιλαμβάνονται στην πρόταση θα καλύπτονται και θα συμμορφώνονται με τις ήδη υφιστάμενες απαιτήσεις, καθώς και με οποιεσδήποτε νέες απαιτήσεις ανακύψουν από την παρούσα πρόταση.
2.2.Συστήματα διαχείρισης και ελέγχου
2.2.1.Αιτιολόγηση των μεθόδων εκτέλεσης του προϋπολογισμού, των μηχανισμών εκτέλεσης της χρηματοδότησης, των όρων πληρωμής και της στρατηγικής ελέγχου που προτείνονται
Οι ευρωπαϊκοί εποπτικοί οργανισμοί για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες (ΕΑΤ, EIOPA, ESMA) είναι αποκεντρωμένοι ρυθμιστικοί οργανισμοί σύμφωνα με το άρθρο 70 του δημοσιονομικού κανονισμού.
Τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου της ESMA και της ΕΑΤ προβλέπονται στο κεφάλαιο VI του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, οι οποίοι αφορούν τη σύστασή τους, σε συνδυασμό με τον εφαρμοστέο δημοσιονομικό κανονισμό-πλαίσιο (ΕΕ) 2019/715, όπως εγκρίθηκε από κάθε αρχή.
Σύμφωνα με το άρθρο 30 των αντίστοιχων δημοσιονομικών κανονισμών τους, οι αρχές πρέπει να διασφαλίζουν την τήρηση των κατάλληλων προτύπων σε όλους τους τομείς του πλαισίου του εσωτερικού ελέγχου, ο οποίος θα πρέπει να βασίζεται σε βέλτιστες διεθνείς πρακτικές και στο πλαίσιο εσωτερικού ελέγχου που καθορίζει η Επιτροπή για τις δικές της υπηρεσίες.
Σύμφωνα με το άρθρο 70 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (δημοσιονομικός κανονισμός), εσωτερικός ελεγκτής της ESMA και της ΕΑΤ είναι ο εσωτερικός ελεγκτής της Επιτροπής. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 78 παράγραφος 3 των δημοσιονομικών κανονισμών αμφοτέρων των αρχών, ο εσωτερικός ελεγκτής της Επιτροπής (δηλαδή η Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου) είναι υπεύθυνος για τα ακόλουθα:
α) την εκτίμηση της επάρκειας και της αποτελεσματικότητας των εσωτερικών συστημάτων διαχείρισης, καθώς και των επιδόσεων των υπηρεσιών κατά την υλοποίηση των προγραμμάτων και των ενεργειών σε συσχετισμό με τους συναφείς κινδύνους·
β) την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας των συστημάτων εσωτερικού και λογιστικού ελέγχου που εφαρμόζονται σε κάθε πράξη εκτέλεσης του προϋπολογισμού του οργανισμού της Ένωσης.
Οι εν λόγω αρμοδιότητες της Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου θα επεκταθούν επίσης στα νέα καθήκοντα που θα ασκούν η ESMA και η ΕΑΤ τα οποία καθορίζονται στην προτεινόμενη νομοθεσία.
Επιπλέον του έργου της Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου, η ESMA και η ΕΑΤ υπόκεινται αμφότερες σε εξωτερικό έλεγχο, μεταξύ άλλων από το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 104 του δημοσιονομικού κανονισμού της ESMA, εκπονεί σε ετήσια βάση ειδικές ετήσιες εκθέσεις για την ESMA σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 287 παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
2.2.2.Πληροφορίες σχετικά με τους κινδύνους που έχουν εντοπιστεί και τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου που έχουν δημιουργηθεί για τον μετριασμό τους
Όσον αφορά τη νόμιμη, οικονομική, αποδοτική και αποτελεσματική χρήση των πιστώσεων που προκύπτουν από τις δράσεις που η ESMA και η ΕΑΤ πρόκειται να υλοποιήσουν στο πλαίσιο της παρούσας πρότασης, η παρούσα πρωτοβουλία δεν συνεπάγεται νέους σημαντικούς κινδύνους που δεν θα μπορούσαν να καλυφθούν από το υφιστάμενο πλαίσιο εσωτερικού ελέγχου.
2.2.3.Εκτίμηση και αιτιολόγηση της οικονομικής αποδοτικότητας των ελέγχων (λόγος του κόστους του ελέγχου προς την αξία των σχετικών κονδυλίων που αποτελούν αντικείμενο διαχείρισης) και αξιολόγηση του εκτιμώμενου επιπέδου κινδύνου σφάλματος (κατά την πληρωμή και κατά το κλείσιμο)
Τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 και στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 που διέπουν τη λειτουργία της ESMA και της ΕΑΤ, αντιστοίχως. Τα εν λόγω συστήματα θεωρούνται οικονομικά αποδοτικά. Η πρωτοβουλία δεν θα έχει σημαντικές επιπτώσεις στις δαπάνες που θα καλυφθούν από τα κράτη μέλη, την ESMA ή την ΕΑΤ υπό το πρίσμα αυτό. Οι επιπτώσεις στους κινδύνους ποσοστών σφάλματος αναμένεται να είναι πολύ μικρές.
Σύμφωνα με ιστορικές εκτιμήσεις, οι δαπάνες της Γενικής Διεύθυνσης Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, Χρηματοπιστωτικών Υπηρεσιών και Ένωσης Κεφαλαιαγορών (ΓΔ FISMA) για τη συνολική εποπτεία αρχής, όπως η ESMA ή η ΕΑΤ, ανέρχονται στο 0,5 % των ετήσιων εισφορών που τους καταβάλλονται. Ενδεικτικά, οι δαπάνες αυτές περιλαμβάνουν, για παράδειγμα, τις δαπάνες που αφορούν την αξιολόγηση του ετήσιου προγραμματισμού και του ετήσιου προϋπολογισμού, τη συμμετοχή των εκπροσώπων της ΓΔ FISMA στα συμβούλια διοίκησης, στα συμβούλια εποπτών και στις σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες.
2.3.Μέτρα για την πρόληψη περιπτώσεων απάτης και παρατυπίας
Για την καταπολέμηση της απάτης, της διαφθοράς και κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας, οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Σεπτεμβρίου 2013, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF), εφαρμόζονται στους ευρωπαϊκούς εποπτικούς οργανισμούς, άνευ περιορισμών. Οι ευρωπαϊκοί εποπτικοί οργανισμοί διαθέτουν ειδική στρατηγική για την καταπολέμηση της απάτης και συνακόλουθο σχέδιο δράσης. Οι δράσεις των ευρωπαϊκών εποπτικών οργανισμών στον τομέα της καταπολέμησης της απάτης θα είναι σύμφωνες προς τον δημοσιονομικό κανονισμό, τις πολιτικές της OLAF για την πρόληψη της απάτης, τις διατάξεις που προβλέπονται στη στρατηγική της Επιτροπής για την καταπολέμηση της απάτης [COM(2019) 196], καθώς και στην κοινή προσέγγιση για τους αποκεντρωμένους οργανισμούς της ΕΕ (Ιούλιος 2012) και τον σχετικό χάρτη πορείας. Επιπλέον, οι κανονισμοί για τη σύσταση των ευρωπαϊκών εποπτικών οργανισμών, καθώς και οι δημοσιονομικοί κανονισμοί των ευρωπαϊκών εποπτικών οργανισμών καθορίζουν τις διατάξεις για την εκτέλεση και τον έλεγχο των προϋπολογισμών των ευρωπαϊκών εποπτικών οργανισμών και τους εφαρμοστέους δημοσιονομικούς κανόνες, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων που αποσκοπούν στην πρόληψη της απάτης και των παρατυπιών.
3.ΕΚΤΙΜΩΜΕΝΕΣ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ/ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ
3.1.Τομείς του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου και γραμμές δαπανών του προϋπολογισμού που επηρεάζονται
·Υφιστάμενες γραμμές του προϋπολογισμού
Κατά σειρά τομέων του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου και γραμμών του προϋπολογισμού
|
Τομέας του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου
|
Γραμμή του προϋπολογισμού
|
Είδος δαπάνης
|
Συμμετοχή
|
|
|
Αριθμός
|
ΔΠ/ΜΔΠ
|
χωρών ΕΖΕΣ
|
υποψηφίων για ένταξη χωρών και δυνάμει υποψηφίων μελών
|
άλλων τρίτων χωρών
|
άλλα έσοδα με ειδικό προορισμό
|
|
2
|
03 10 02 00: Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ)
|
ΔΠ
|
ΟΧΙ
|
ΟΧΙ
|
ΟΧΙ
|
ΟΧΙ
|
|
2
|
03 10 04 00: Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ESMA)
|
ΔΠ
|
ΟΧΙ
|
ΟΧΙ
|
ΟΧΙ
|
ΟΧΙ
|
·Νέες γραμμές του προϋπολογισμού, των οποίων έχει ζητηθεί η δημιουργία
Κατά σειρά τομέων του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου και γραμμών του προϋπολογισμού
|
Τομέας του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου
|
Γραμμή του προϋπολογισμού
|
Είδος δαπάνης
|
Συμμετοχή
|
|
|
Αριθμός
|
ΔΠ/ΜΔΠ
|
χωρών ΕΖΕΣ
|
υποψήφιων χωρών και δυνάμει υποψήφιων μελών
|
άλλων τρίτων χωρών
|
άλλα έσοδα με ειδικό προορισμό
|
|
|
Ά/Α
|
|
|
|
|
|
3.2.Εκτιμώμενες δημοσιονομικές επιπτώσεις της πρότασης στις πιστώσεις
3.2.1.Συνοπτική παρουσίαση των εκτιμώμενων επιπτώσεων στις επιχειρησιακές πιστώσεις
–
Η πρόταση/πρωτοβουλία δεν συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση επιχειρησιακών πιστώσεων
–
Η πρόταση/πρωτοβουλία συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση επιχειρησιακών πιστώσεων, όπως εξηγείται κατωτέρω
3.2.1.1.Πιστώσεις από τον ψηφισθέντα προϋπολογισμό
σε εκατ. EUR (με τρία δεκαδικά ψηφία)
|
Τομέας του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου
|
Αριθμός
|
-
|
|
ΓΔ: FISMA
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
ΣΥΝΟΛΟ ΠΔΠ 2028-2034
|
|
|
2028
|
2029
|
2030
|
2031
|
2032
|
2033
|
2034
|
|
|
Επιχειρησιακές πιστώσεις
|
|
Γραμμή του προϋπολογισμού
|
Αναλήψεις υποχρεώσεων
|
(1α)
|
|
|
|
|
|
|
|
0
|
|
|
Πληρωμές
|
(2α)
|
|
|
|
|
|
|
|
0
|
|
Γραμμή του προϋπολογισμού
|
Αναλήψεις υποχρεώσεων
|
(1β)
|
|
|
|
|
|
|
|
0
|
|
|
Πληρωμές
|
(2β)
|
|
|
|
|
|
|
|
0
|
|
Πιστώσεις διοικητικού χαρακτήρα χρηματοδοτούμενες από το κονδύλιο ειδικών προγραμμάτων
|
|
Γραμμή του προϋπολογισμού
|
|
(3)
|
|
|
|
|
|
|
|
0
|
|
ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων
|
Αναλήψεις υποχρεώσεων
|
=1α+1β+3
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
|
για τη ΓΔ FISMA
|
Πληρωμές
|
=2α+2β+3
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
σε εκατ. EUR (με τρία δεκαδικά ψηφία)
|
Οργανισμός: Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών
|
Έτος 2028
|
Έτος 2029
|
Έτος 2030
|
Έτος 2031
|
Έτος 2032
|
Έτος 2033
|
Έτος 2034
|
ΣΥΝΟΛΟ ΠΔΠ 2028-2034
|
|
Γραμμή του προϋπολογισμού: 03 10 02 002 / συνεισφορά του προϋπολογισμού της ΕΕ στον οργανισμό
|
0,046
|
0,047
|
0,048
|
0,049
|
0,051
|
0,051
|
0,052
|
0,344
|
|
Οργανισμός: Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών
|
Έτος 2028
|
Έτος 2029
|
Έτος 2030
|
Έτος 2031
|
Έτος 2032
|
Έτος 2033
|
Έτος 2034
|
ΣΥΝΟΛΟ ΠΔΠ 2028-2034
|
|
Γραμμή του προϋπολογισμού: 03 10 04 00 / συνεισφορά του προϋπολογισμού της ΕΕ στον οργανισμό
|
0,058
|
0,059
|
0,060
|
0,062
|
0,063
|
0,064
|
0,066
|
0,432
|
Περιγραφή πρόσθετων πόρων:
Η πρωτοβουλία απαιτεί πρόσθετους πόρους για την άσκηση των καθηκόντων που αναθέτουν οι συννομοθέτες, ιδίως όσον αφορά τον νέο ρόλο της ΕΑΤ και της ESMA σε σχέση με τα ακόλουθα καθήκοντα: συνδρομή σχετικά με τη συγκλίνουσα εφαρμογή, εκ μέρους των κρατών μελών, του ορισμού συστημάτων της ΕΕ δυνάμει του κανονισμού για το αμετάκλητο του διακανονισμού, την επικοινωνία με τους διαχειριστές συστημάτων και τον συντονισμό μεταξύ κρατών μελών όσον αφορά την αδειοδότηση συστημάτων τρίτων χωρών δυνάμει του κανονισμού για το αμετάκλητο του διακανονισμού. Συναφώς, εκτιμάται ότι για την άσκηση των σχετικών καθηκόντων θα απαιτηθούν 2 ειδικευμένα και μόνιμα ΙΠΑ, 1 στην ΕΑΤ και 1 στην ESMA. Τα εν λόγω καθήκοντα απαιτούν καλή γνώση της νομοθεσίας περί αφερεγγυότητας καθώς και της νομοθεσίας σχετικά με τις υποδομές των χρηματοπιστωτικών αγορών. Τα ΙΠΑ πρέπει να είναι σε θέση να αξιολογούν τη συλλογιστική των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών σχετικά με το αν οι κανόνες συστήματος είναι σύμφωνοι προς την (εθνική) νομοθεσία περί αφερεγγυότητας και να διασφαλίζουν ότι τα κράτη μέλη ορίζουν συστήματα της ΕΕ με συνεπή τρόπο, λαμβάνοντας επίσης υπόψη την τομεακή νομοθεσία. Τούτο ισχύει για τα συστήματα της ΕΕ καθώς και για τα συστήματα τρίτων χωρών.
Η ESMA πρέπει να δημιουργήσει και να διαχειρίζεται σε βάθος χρόνου ηλεκτρονική κεντρική βάση δεδομένων, όπως απαιτείται από το άρθρο 26 του κανονισμού για το αμετάκλητο του διακανονισμού. Η κεντρική βάση δεδομένων διευκολύνει την ανταλλαγή πληροφοριών και εγγράφων που ενδιαφέρουν τους αποδέκτες στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένων του ορισμού και της καταχώρισης συστημάτων της ΕΕ και συστημάτων τρίτων χωρών, καθώς και τη δημοσιοποίηση ορισμένων πληροφοριών. Το άρθρο 26 προβλέπει επίσης την πρόσβαση, στην κεντρική βάση δεδομένων, των αρμόδιων αρχών, των καταχωρουσών αρχών και των εθνικών αρμόδιων αρχών για τα συστήματα πληρωμών, διακανονισμού και εκκαθάρισης. Δεδομένου ότι η ΕΑΤ, σε στενή συνεργασία με το ΕΣΚΤ, είναι υπεύθυνη για τα συστήματα πληρωμών, οι κεντρικές τράπεζες και η ΕΑΤ θα χρειάζονται επίσης πρόσβαση στην κεντρική βάση δεδομένων.
Η κεντρική βάση δεδομένων θα απαιτεί από την ESMA να εγκαθιδρύσει κατάλληλες υποδομές ΤΠ για τη διασφάλιση της ασφαλούς, αποδοτικής και αποτελεσματικής διαβίβασης και αποθήκευσης των πληροφοριών, των εγγράφων και των επικοινωνιών μεταξύ των σχετικών ενδιαφερόμενων μερών (π.χ. ορισθέντα συστήματα, αρμόδιες αρχές κ.λπ.) κατά τα προβλεπόμενα στον κανονισμό για το αμετάκλητο του διακανονισμού. Η κεντρική βάση δεδομένων που απαιτείται δυνάμει του κανονισμού για το αμετάκλητο του διακανονισμού θα πρέπει να είναι το ίδιο σύστημα με το απαιτούμενο από το άρθρο 17γ του κανονισμού EMIR, το άρθρο 21α του κανονισμού ΚΑΤ, το άρθρο 38εα του κανονισμού για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων (στο εξής: κανονισμός MiFIR) και το άρθρο 35γ του κανονισμού για την ESMA. Δεδομένου ότι η εν λόγω βάση δεδομένων δημιουργείται δυνάμει προγενέστερης εντολής, δηλαδή του κανονισμού (ΕΕ) 2024/2987 (στο εξής: κανονισμός EMIR 3), το κόστος που συνδέεται με την εγκαθίδρυση και τη συνεχή συντήρηση της κεντρικής βάσης δεδομένων στο πλαίσιο του κανονισμού για το αμετάκλητο του διακανονισμού θα πρέπει να αντικατοπτρίζει μόνο τη σχετική αύξηση του εν λόγω κόστους για την υλοποίηση της κεντρική βάσης δεδομένων όπως απαιτείται από τον κανονισμό για το αμετάκλητο του διακανονισμού. Τούτο περιλαμβάνει το πρόσθετο κόστος της διευκόλυνσης της πρόσβασης των πρόσθετων ενδιαφερόμενων μερών που πρέπει να έχουν πρόσβαση στην κεντρική βάση δεδομένων δυνάμει του κανονισμού για το αμετάκλητο του διακανονισμού (περίπου 60 οντότητες), καθώς και το κόστος αποθήκευσης των πρόσθετων πληροφοριών, εγγράφων και επικοινωνιών που θα τηρούνται στη βάση δεδομένων και/ή θα διαβιβάζονται μέσω αυτής. Το εν λόγω κόστος περιλαμβάνεται στα αριθμητικά στοιχεία που παρατίθενται στο έγγραφο του γενικού κανονισμού σχετικά με την «κεντρική βάση δεδομένων της ESMA και την εποπτική πλατφόρμα για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων και τους τόπους διαπραγμάτευσης» (βλ. σημείο 4.3 του γενικού κανονισμού καθώς και μέρη Δ και Ε της ενότητας για τις Ειδικές παραδοχές στο παράρτημα του εν λόγω κανονισμού) και, επομένως, δεν παρουσιάζονται χωριστά στο παρόν έγγραφο.
Εκτιμήσεις κόστους:
Ο υπολογισμός του κόστους βασίζεται στην καθοδήγηση της Γενικής Διεύθυνσης Προϋπολογισμού (ΓΔ BUDG) για την κατηγορία προσωπικού: συμβασιούχος υπάλληλος, βάσει του μέσου κόστους έκτακτου υπαλλήλου το 2025 (δηλαδή 0,084 εκατ. EUR), και περιλαμβάνει:
πληθωρισμό 2 % από το 2027·
διορθωτικό συντελεστή μισθολογικών αποδοχών 114,2 % για το Παρίσι, όπου βρίσκονται τόσο η ESMA όσο και η ΕΑΤ·
ποσό 30 000 EUR ετησίως, το οποίο αντιστοιχεί σε λειτουργικές δαπάνες, κυρίως έξοδα σχετικά με κτίρια και ΤΠ, στη συνήθη τιμή για το 2025, με την επιφύλαξη πληθωρισμού 2 %.
Οι ανωτέρω δαπάνες θα χρηματοδοτηθούν ως εξής: 1/ για την ΕΑΤ, έως το 40 % μέσω επιχορήγησης της Επιτροπής και έως το 60 % από τις εθνικές αρμόδιες αρχές (ΕΑΑ), σύμφωνα με τον ιδρυτικό κανονισμό της ΕΑΤ· 2/ για την ESMA, έως το 50 % μέσω επιχορήγησης της Επιτροπής και έως το 50 % από τις εθνικές αρμόδιες αρχές (ΕΑΑ) αυστηρά και μόνο όσον αφορά νέα πρόσθετα καθήκοντα τα οποία απαιτούνται από τη δέσμη μέτρων για την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων.
Βάσει ημερομηνία έναρξης ισχύος το 2027 και λαμβανομένου υπόψη χρονικού διαστήματος 12 μηνών για την υποβολή σχεδίων αρχικών κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων από τους οργανισμούς, θεωρείται ότι τα πρόσθετα ΙΠΑ θα αναλάβουν καθήκοντα από την αρχή του 2028.
|
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
ΣΥΝΟΛΟ ΠΔΠ 2028-2034
|
|
|
2028
|
2029
|
2030
|
2031
|
2032
|
2033
|
2034
|
|
|
ΣΥΝΟΛΟ επιχειρησιακών πιστώσεων
|
Αναλήψεις υποχρεώσεων
|
(4)
|
0,104
|
0,106
|
0,108
|
0,111
|
0,114
|
0,115
|
0,118
|
0,776
|
|
|
Πληρωμές
|
(5)
|
0,104
|
0,106
|
0,108
|
0,111
|
0,114
|
0,115
|
0,118
|
0,776
|
|
ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων διοικητικού χαρακτήρα χρηματοδοτούμενων από το κονδύλιο ειδικών προγραμμάτων
|
(6)
|
-
|
-
|
-
|
-
|
-
|
-
|
-
|
-
|
|
ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων του ΤΟΜΕΑ 2
|
Αναλήψεις υποχρεώσεων
|
=4+6
|
0,104
|
0,106
|
0,108
|
0,111
|
0,114
|
0,115
|
0,118
|
0,776
|
|
του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου
|
Πληρωμές
|
=5+6
|
0,104
|
0,106
|
0,108
|
0,111
|
0,114
|
0,115
|
0,118
|
0,776
|
Τομέας του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου
|
4
|
«Διοικητικές δαπάνες»
|
|
ΓΔ: FISMA
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
ΣΥΝΟΛΟ ΠΔΠ 2028-2034
|
|
|
2028
|
2029
|
2030
|
2031
|
2032
|
2033
|
2034
|
|
|
Ανθρώπινοι πόροι
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
|
Άλλες διοικητικές δαπάνες
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
|
ΣΥΝΟΛΟ ΓΔ FISMA
|
Πιστώσεις
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων του ΤΟΜΕΑ 4 του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου
|
(Σύνολο αναλήψεων υποχρεώσεων = Σύνολο πληρωμών)
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
σε εκατ. EUR (με τρία δεκαδικά ψηφία)
|
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
ΣΥΝΟΛΟ ΠΔΠ 2028-2034
|
|
|
2028
|
2029
|
2030
|
2031
|
2032
|
2033
|
2034
|
|
|
ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων των ΤΟΜΕΩΝ 1 έως 4
|
Αναλήψεις υποχρεώσεων
|
0,104
|
0,106
|
0,108
|
0,111
|
0,114
|
0,115
|
0,118
|
0,776
|
|
του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου
|
Πληρωμές
|
0,104
|
0,106
|
0,108
|
0,111
|
0,114
|
0,115
|
0,118
|
0,776
|
3.2.2.Εκτιμώμενο αποτέλεσμα που χρηματοδοτείται από επιχειρησιακές πιστώσεις
Πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων σε εκατ. EUR (με τρία δεκαδικά ψηφία)
|
Να προσδιοριστούν οι στόχοι και τα αποτελέσματα
|
|
|
Έτος
2028
|
Έτος
2029
|
Έτος
2030
|
Έτος
2031
|
Να εγγραφούν όσα έτη απαιτούνται ώστε να αποτυπώνεται η διάρκεια των επιπτώσεων (βλ. σημείο 1.6)
|
ΣΥΝΟΛΟ
|
|
|
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ
|
|
|
Είδος
|
Μέσο κόστος
|
Αριθ.
|
Κόστος
|
Αριθ.
|
Κόστος
|
Αριθ.
|
Κόστος
|
Αριθ.
|
Κόστος
|
Αριθ.
|
Κόστος
|
Αριθ.
|
Κόστος
|
Αριθ.
|
Κόστος
|
Συνολικός αριθ.
|
Συνολικό κόστος
|
|
ΕΙΔΙΚΟΣ ΣΤΟΧΟΣ αριθ. 1…
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
– Αποτέλεσμα
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
– Αποτέλεσμα
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
– Αποτέλεσμα
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
Μερικό σύνολο για τον ειδικό στόχο αριθ. 1
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
ΕΙΔΙΚΟΣ ΣΤΟΧΟΣ αριθ. 2 ...
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
– Αποτέλεσμα
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
Μερικό σύνολο για τον ειδικό στόχο αριθ. 2
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
ΣΥΝΟΛΑ
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
3.2.3.Συνοπτική παρουσίαση των εκτιμώμενων επιπτώσεων στις διοικητικές πιστώσεις
–Η πρόταση/πρωτοβουλία δεν συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση πιστώσεων διοικητικού χαρακτήρα
–
Η πρόταση/πρωτοβουλία συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση πιστώσεων διοικητικού χαρακτήρα, όπως αναλύεται κατωτέρω
3.2.3.1. Πιστώσεις από τον ψηφισθέντα προϋπολογισμό
|
ΨΗΦΙΣΘΕΙΣΕΣ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
ΣΥΝΟΛΟ 2028-2034
|
|
|
2028
|
2029
|
2030
|
2031
|
2032
|
2033
|
2034
|
|
|
ΤΟΜΕΑΣ 4
|
|
Ανθρώπινοι πόροι
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
|
Άλλες διοικητικές δαπάνες
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
|
Μερικό σύνολο του ΤΟΜΕΑ 4
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
|
Εκτός του ΤΟΜΕΑ 4
|
|
Ανθρώπινοι πόροι
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
|
Άλλες δαπάνες διοικητικού χαρακτήρα
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
|
Μερικό σύνολο εκτός του ΤΟΜΕΑ 4
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
|
|
|
ΣΥΝΟΛΟ
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
0,000
|
3.2.4.Εκτιμώμενες ανάγκες σε ανθρώπινους πόρους
–
Η πρόταση/πρωτοβουλία δεν συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση ανθρώπινων πόρων
–
Η πρόταση/πρωτοβουλία συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση ανθρώπινων πόρων, όπως αναλύεται κατωτέρω
3.2.4.1.Χρηματοδοτούμενες από τον ψηφισθέντα προϋπολογισμό
Εκτίμηση η οποία πρέπει να εκφράζεται σε μονάδες ισοδυνάμων πλήρους απασχόλησης (ΙΠΑ)
|
ΨΗΦΙΣΘΕΙΣΕΣ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
|
|
2028
|
2029
|
2030
|
2031
|
2032
|
2033
|
2034
|
|
Θέσεις απασχόλησης του πίνακα προσωπικού (θέσεις μόνιμων και έκτακτων υπαλλήλων)
|
|
20 01 02 01 (στην έδρα και στις αντιπροσωπείες της Επιτροπής)
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
|
20 01 02 03 (στις αντιπροσωπείες της ΕΕ)
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
|
(έμμεση έρευνα)
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
|
(άμεση έρευνα)
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
|
Άλλες γραμμές του προϋπολογισμού (να προσδιοριστούν)
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
|
• Εξωτερικό προσωπικό (σε ΙΠΑ)
|
|
20 02 01 (AC, END από το συνολικό κονδύλιο)
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
|
20 02 03 (AC, AL, END και JPD στις αντιπροσωπείες της ΕΕ)
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
|
Γραμμή διοικητικής στήριξης
|
- στην έδρα
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
|
[XX.01.YY.YY]
|
— στις αντιπροσωπείες της ΕΕ
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
|
(AC, END — έμμεση έρευνα)
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
|
(AC, END — άμεση έρευνα)
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
|
Άλλες γραμμές του προϋπολογισμού (να προσδιοριστούν) — τομέας 4
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
|
Άλλες γραμμές του προϋπολογισμού (να προσδιοριστούν) — εκτός του τομέα 4
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
|
ΣΥΝΟΛΟ
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
3.2.5.Επισκόπηση των εκτιμώμενων επιπτώσεων στις επενδύσεις ψηφιακής τεχνολογίας
Υποχρεωτικά: Στον πίνακα που ακολουθεί θα πρέπει να συμπεριληφθεί η βέλτιστη εκτίμηση των επενδύσεων ψηφιακής τεχνολογίας που συνεπάγεται η πρόταση/πρωτοβουλία.
Κατ’ εξαίρεση, όταν απαιτείται για την εφαρμογή της πρότασης/πρωτοβουλίας, οι πιστώσεις του τομέα 4 θα πρέπει να παρατίθενται στην καθορισμένη γραμμή.
Οι πιστώσεις των τομέων 1-3 θα πρέπει να καταχωρίζονται ως «δαπάνες ΤΠ στο πλαίσιο πολιτικών προς υποστήριξη επιχειρησιακών προγραμμάτων». Οι δαπάνες αυτές αφορούν τον επιχειρησιακό προϋπολογισμό που θα χρησιμοποιηθεί για την επαναχρησιμοποίηση/αγορά/ανάπτυξη πλατφορμών/εργαλείων ΤΠ που συνδέονται άμεσα με την υλοποίηση της πρωτοβουλίας και τις συναφείς επενδύσεις (π.χ. άδειες, μελέτες, αποθήκευση δεδομένων κ.λπ.). Οι πληροφορίες στον παρόντα πίνακα θα πρέπει να συνάδουν με τα στοιχεία που παρατίθενται στο σημείο 4 «Ψηφιακές διαστάσεις».
|
ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων ψηφιακού τομέα και πιστώσεων ΤΠ
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
ΣΥΝΟΛΟ ΠΔΠ 2028-2034
|
|
|
2028
|
2029
|
2030
|
2031
|
2032
|
2033
|
2034
|
|
|
ΤΟΜΕΑΣ 4
|
|
Δαπάνες ΤΠ (εσωτερικές)
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
|
Μερικό σύνολο του ΤΟΜΕΑ 4
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
|
Εκτός του ΤΟΜΕΑ 4
|
|
Δαπάνες πολιτικών ΤΠ για επιχειρησιακά προγράμματα
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
|
Μερικό σύνολο εκτός του ΤΟΜΕΑ 4
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
|
|
|
ΣΥΝΟΛΟ
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
3.2.6.Συμβατότητα με το ισχύον πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο
Η πρόταση/πρωτοβουλία:
–
μπορεί να χρηματοδοτηθεί εξ ολοκλήρου με ανακατανομή εντός του οικείου τομέα του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου (ΠΔΠ).
–
συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση του αδιάθετου περιθωρίου στο πλαίσιο του αντίστοιχου τομέα του ΠΔΠ και/ή τη χρήση ειδικών μηχανισμών, όπως ορίζεται στον κανονισμό για το ΠΔΠ.
–
συνεπάγεται την αναθεώρηση του ΠΔΠ.
3.2.7.Συμμετοχή τρίτων στη χρηματοδότηση
Η πρόταση/πρωτοβουλία:
–
δεν προβλέπει συγχρηματοδότηση από τρίτους
–
προβλέπει τη συγχρηματοδότηση από τρίτους που εκτιμάται κατωτέρω:
Πιστώσεις σε εκατ. EUR (με τρία δεκαδικά ψηφία)
|
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Έτος
|
Σύνολο
|
|
|
2028
|
2029
|
2030
|
2031
|
2032
|
2033
|
2034
|
|
|
Προσδιορισμός του φορέα συγχρηματοδότησης
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
ΣΥΝΟΛΟ συγχρηματοδοτούμενων πιστώσεων
|
|
|
|
|
|
|
|
|
3.2.8.Εκτιμώμενοι ανθρώπινοι πόροι και χρησιμοποίηση των απαιτούμενων πιστώσεων σε αποκεντρωμένο οργανισμό
Απαιτήσεις προσωπικού (μονάδες ισοδυνάμου πλήρους απασχόλησης)
|
Οργανισμός: Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών
|
Έτος 2028
|
Έτος 2029
|
Έτος 2030
|
Έτος 2031
|
Έτος 2032
|
Έτος 2033
|
Έτος 2034
|
|
Έκτακτοι/-ες υπάλληλοι
(βαθμοί AD)
|
|
|
|
|
|
|
|
|
Έκτακτοι/-ες υπάλληλοι
(βαθμοί AST)
|
|
|
|
|
|
|
|
|
Μερικό σύνολο έκτακτων υπαλλήλων (AD+AST)
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
|
Συμβασιούχοι υπάλληλοι
|
1
|
1
|
1
|
1
|
1
|
1
|
1
|
|
Αποσπασμένοι εθνικοί εμπειρογνώμονες
|
|
|
|
|
|
|
|
|
Μερικό σύνολο συμβασιούχων υπαλλήλων και αποσπασμένων εθνικών εμπειρογνωμόνων
|
1
|
1
|
1
|
1
|
1
|
1
|
1
|
|
ΣΥΝΟΛΟ προσωπικού
|
1
|
1
|
1
|
1
|
1
|
1
|
1
|
|
Οργανισμός: Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών
|
Έτος 2028
|
Έτος 2029
|
Έτος 2030
|
Έτος 2031
|
Έτος 2032
|
Έτος 2033
|
Έτος 2034
|
|
Έκτακτοι/-ες υπάλληλοι
(βαθμοί AD)
|
|
|
|
|
|
|
|
|
Έκτακτοι/-ες υπάλληλοι
(βαθμοί AST)
|
|
|
|
|
|
|
|
|
Μερικό σύνολο έκτακτων υπαλλήλων (AD+AST)
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
0
|
|
Συμβασιούχοι υπάλληλοι
|
1
|
1
|
1
|
1
|
1
|
1
|
1
|
|
Αποσπασμένοι εθνικοί εμπειρογνώμονες
|
|
|
|
|
|
|
|
|
Μερικό σύνολο συμβασιούχων υπαλλήλων και αποσπασμένων εθνικών εμπειρογνωμόνων
|
1
|
1
|
1
|
1
|
1
|
1
|
1
|
|
ΣΥΝΟΛΟ προσωπικού
|
1
|
1
|
1
|
1
|
1
|
1
|
1
|
Πιστώσεις που καλύπτονται από τη συνεισφορά του προϋπολογισμού της ΕΕ σε εκατ. EUR (με τρία δεκαδικά ψηφία)
|
Οργανισμός: Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών
|
Έτος 2028
|
Έτος 2029
|
Έτος 2030
|
Έτος 2031
|
Έτος 2032
|
Έτος 2033
|
Έτος 2034
|
ΣΥΝΟΛΟ 2028-2034
|
|
Τίτλος 1: Δαπάνες προσωπικού
|
0,034
|
0,034
|
0,035
|
0,036
|
0,037
|
0,037
|
0,038
|
0,251
|
|
Τίτλος 2: Δαπάνες υποδομών και λειτουργίας
|
0,012
|
0,013
|
0,013
|
0,013
|
0,014
|
0,014
|
0,014
|
0,093
|
|
Τίτλος 3: Επιχειρησιακές δαπάνες
|
-
|
-
|
-
|
-
|
-
|
-
|
-
|
-
|
|
ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων που καλύπτονται από τον προϋπολογισμό της ΕΕ
|
0,046
|
0,047
|
0,048
|
0,049
|
0,051
|
0,051
|
0,052
|
0,344
|
|
Οργανισμός: Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών
|
Έτος 2028
|
Έτος 2029
|
Έτος 2030
|
Έτος 2031
|
Έτος 2032
|
Έτος 2033
|
Έτος 2034
|
ΣΥΝΟΛΟ 2028-2034
|
|
Τίτλος 1: Δαπάνες προσωπικού
|
0,042
|
0,043
|
0,044
|
0,045
|
0,046
|
0,047
|
0,048
|
0,315
|
|
Τίτλος 2: Δαπάνες υποδομών και λειτουργίας
|
0,016
|
0,016
|
0,016
|
0,017
|
0,017
|
0,017
|
0,018
|
0,117
|
|
Τίτλος 3: Επιχειρησιακές δαπάνες
|
-
|
-
|
-
|
-
|
-
|
-
|
-
|
-
|
|
ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων που καλύπτονται από τον προϋπολογισμό της ΕΕ
|
0,058
|
0,059
|
0,060
|
0,062
|
0,063
|
0,064
|
0,066
|
0,432
|
Πιστώσεις που καλύπτονται από τέλη, κατά περίπτωση, σε εκατ. EUR (με τρία δεκαδικά ψηφία)
Ά/Α
Πιστώσεις που καλύπτονται από συγχρηματοδότηση, κατά περίπτωση, σε εκατ. EUR (με τρία δεκαδικά ψηφία)
Συνεισφορά εθνικών αρμόδιων αρχών στην Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών
|
Οργανισμός: Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών
|
Έτος 2028
|
Έτος 2029
|
Έτος 2030
|
Έτος 2031
|
Έτος 2032
|
Έτος 2033
|
Έτος 2034
|
ΣΥΝΟΛΟ 2028-2034
|
|
Τίτλος 1: Δαπάνες προσωπικού
|
0,051
|
0,052
|
0,053
|
0,054
|
0,055
|
0,056
|
0,057
|
0,378
|
|
Τίτλος 2: Δαπάνες υποδομών και λειτουργίας
|
0,019
|
0,019
|
0,019
|
0,020
|
0,020
|
0,021
|
0,021
|
0,139
|
|
Τίτλος 3: Επιχειρησιακές δαπάνες
|
-
|
-
|
-
|
-
|
-
|
-
|
-
|
-
|
|
ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων που καλύπτονται από συγχρηματοδότηση
|
0,070
|
0,071
|
0,072
|
0,074
|
0,075
|
0,077
|
0,078
|
0,517
|
Συνεισφορά εθνικών αρμόδιων αρχών στην Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών
|
Οργανισμός: Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών
|
Έτος 2028
|
Έτος 2029
|
Έτος 2030
|
Έτος 2031
|
Έτος 2032
|
Έτος 2033
|
Έτος 2034
|
ΣΥΝΟΛΟ 2028-2034
|
|
Τίτλος 1: Δαπάνες προσωπικού
|
0,042
|
0,043
|
0,044
|
0,045
|
0,046
|
0,047
|
0,048
|
0,315
|
|
Τίτλος 2: Δαπάνες υποδομών και λειτουργίας
|
0,016
|
0,016
|
0,016
|
0,017
|
0,017
|
0,017
|
0,018
|
0,117
|
|
Τίτλος 3: Επιχειρησιακές δαπάνες
|
-
|
-
|
-
|
-
|
-
|
-
|
-
|
-
|
|
ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων που καλύπτονται από συγχρηματοδότηση
|
0,058
|
0,059
|
0,060
|
0,062
|
0,063
|
0,064
|
0,066
|
0,432
|
Επισκόπηση / συνοπτική παρουσίαση των ανθρώπινων πόρων και των πιστώσεων (σε εκατ. EUR) που απαιτούνται για την πρόταση/πρωτοβουλία σε αποκεντρωμένο οργανισμό
|
Οργανισμός: Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών
|
Έτος 2028
|
Έτος 2029
|
Έτος 2030
|
Έτος 2031
|
Έτος 2032
|
Έτος 2033
|
Έτος 2034
|
ΣΥΝΟΛΟ 2028-2034
|
|
Έκτακτοι υπάλληλοι (AD+AST)
|
-
|
-
|
-
|
-
|
-
|
-
|
-
|
-
|
|
Συμβασιούχοι υπάλληλοι
|
1
|
1
|
1
|
1
|
1
|
1
|
1
|
1
|
|
Αποσπασμένοι εθνικοί εμπειρογνώμονες
|
-
|
-
|
-
|
-
|
-
|
-
|
-
|
-
|
|
Σύνολο προσωπικού
|
1
|
1
|
1
|
1
|
1
|
1
|
1
|
1
|
|
Πιστώσεις που καλύπτονται από τον προϋπολογισμό της ΕΕ
|
0,046
|
0,047
|
0,048
|
0,049
|
0,051
|
0,051
|
0,0520
|
0,344
|
|
Πιστώσεις που καλύπτονται από τέλη
(κατά περίπτωση)
|
-
|
-
|
-
|
-
|
-
|
-
|
-
|
-
|
|
Συγχρηματοδοτούμενες πιστώσεις
(κατά περίπτωση)
|
0,070
|
0,071
|
0,072
|
0,074
|
0,075
|
0,077
|
0,078
|
0,517
|
|
ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων
|
0,116
|
0,118
|
0,120
|
0,123
|
0,126
|
0,128
|
0,130
|
0,861
|
|
Οργανισμός: Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών
|
Έτος 2028
|
Έτος 2029
|
Έτος 2030
|
Έτος 2031
|
Έτος 2032
|
Έτος 2033
|
Έτος 2034
|
ΣΥΝΟΛΟ 2028-2034
|
|
Έκτακτοι υπάλληλοι (AD+AST)
|
1
|
1
|
1
|
1
|
1
|
1
|
1
|
-
|
|
Συμβασιούχοι υπάλληλοι
|
-
|
-
|
-
|
-
|
-
|
-
|
-
|
-
|
|
Αποσπασμένοι εθνικοί εμπειρογνώμονες
|
-
|
-
|
-
|
-
|
-
|
-
|
-
|
-
|
|
Σύνολο προσωπικού
|
1
|
1
|
1
|
1
|
1
|
1
|
1
|
-
|
|
Πιστώσεις που καλύπτονται από τον προϋπολογισμό της ΕΕ
|
0,058
|
0,059
|
0,060
|
0,062
|
0,063
|
0,064
|
0,066
|
0,432
|
|
Πιστώσεις που καλύπτονται από τέλη
(κατά περίπτωση)
|
-
|
-
|
-
|
-
|
-
|
-
|
-
|
-
|
|
Συγχρηματοδοτούμενες πιστώσεις
(κατά περίπτωση)
|
0,058
|
0,059
|
0,060
|
0,062
|
0,063
|
0,064
|
0,066
|
0,432
|
|
ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων
|
0,116
|
0,118
|
0,120
|
0,124
|
0,126
|
0,128
|
0,132
|
0,864
|
3.3.
Εκτιμώμενες επιπτώσεις στα έσοδα
–
Η πρόταση/πρωτοβουλία δεν έχει δημοσιονομικές επιπτώσεις στα έσοδα.
–
Η πρόταση/πρωτοβουλία έχει τις δημοσιονομικές επιπτώσεις που περιγράφονται κατωτέρω:
–
στους ιδίους πόρους
–
στα λοιπά έσοδα
–
Να αναφερθεί αν τα έσοδα προορίζονται για γραμμές δαπανών
σε εκατ. EUR (με τρία δεκαδικά ψηφία)
|
Γραμμή εσόδων του προϋπολογισμού:
|
Διαθέσιμες πιστώσεις για το τρέχον οικονομικό έτος
|
Επιπτώσεις της πρότασης/πρωτοβουλίας
|
|
|
|
Έτος 2028
|
Έτος 2029
|
Έτος 2030
|
Έτος 2031
|
Έτος 2032
|
Έτος 2033
|
Έτος 2034
|
|
Άρθρο ………….
|
|
|
|
|
|
|
|
|
Ως προς τα έσοδα με ειδικό προορισμό, να προσδιοριστούν οι γραμμές δαπανών του προϋπολογισμού που επηρεάζονται.
Άλλες παρατηρήσεις (π.χ. μέθοδος/τύπος για τον υπολογισμό των επιπτώσεων στα έσοδα ή τυχόν άλλες πληροφορίες).
4. ΨΗΦΙΑΚΕΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ
4.1. Απαιτήσεις ψηφιακής σημασίας
Εάν εκτιμάται ότι η πρωτοβουλία πολιτικής δεν υπόκειται σε απαιτήσεις ψηφιακής σημασίας:
Λόγοι για τους οποίους δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ψηφιακά μέσα για την ενίσχυση της εφαρμογής της πολιτικής και λόγοι για τους οποίους δεν εφαρμόζεται η αρχή «κατά κανόνα ψηφιακά»
Ά/Α
Ειδάλλως:
Γενική περιγραφή των απαιτήσεων ψηφιακής σημασίας και των σχετικών κατηγοριών (δεδομένα, ψηφιοποίηση και αυτοματοποίηση των διαδικασιών, ψηφιακές λύσεις και/ή ψηφιακές δημόσιες υπηρεσίες)
|
Αναφορά στην απαίτηση
|
Περιγραφή της απαίτησης
|
Φορείς που επηρεάζονται ή τους οποίους αφορά η απαίτηση
|
Γενικές διαδικασίες
|
Κατηγορίες
|
|
Άρθρο 26 — Κεντρική βάση δεδομένων
|
Η ESMA δημιουργεί και διατηρεί κεντρική βάση δεδομένων η οποία παρέχει πρόσβαση στις αρχές που συμμετέχουν στη διαδικασία ορισμού συστημάτων της ΕΕ και στη διαδικασία καταχώρισης συστημάτων τρίτων χωρών, ή που ενδιαφέρονται για τις εν λόγω διαδικασίες, καθώς και στους διαχειριστές συστήματος.
|
ESMA
|
Δημιουργία κεντρικής βάσης δεδομένων
|
Ψηφιακή λύση
|
|
Άρθρο 4 — Διαδικασία έγκρισης και άρνησης ορισμού
|
Ο διαχειριστής συστήματος που υποβάλλει αίτηση ορισμού συστήματος το οποίο διαχειρίζεται υποβάλλει, σε ηλεκτρονική μορφή, αίτηση στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους του οποίου το δίκαιο διέπει το σύστημα μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων, όπου η αίτηση εξετάζεται στη συνέχεια, ενδέχεται δε να ζητηθούν πρόσθετες πληροφορίες.
|
Διαχειριστής συστήματος, αρμόδια αρχή (κράτος μέλος)
|
Υποβολή δεδομένων/εγγράφων
|
Δεδομένα, ψηφιακή λύση
|
|
Άρθρο 6 — Κοινοποιήσεις συστημάτων
|
Η αρμόδια αρχή ενημερώνει την ESMA, μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων, για τον ορισμό συστήματος.
Η αρμόδια αρχή ενημερώνει την ESMA και κάθε άλλη ενδιαφερόμενη αρχή, μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων, για μεταβολές σε σχέση με τον ορισμό του συστήματος.
|
Αρμόδια αρχή (κράτος μέλος), ESMA
|
Κοινοποίηση
|
Δεδομένα, ψηφιακή λύση
|
|
Άρθρο 8 — Καθήκοντα διαχειριστή συστήματος ενός ορισθέντος συστήματος
|
Ο διαχειριστής συστήματος κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή, μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων, τις σχετικές μεταβολές στις πληροφορίες που παρασχέθηκαν με την αίτηση.
|
Διαχειριστής συστήματος, αρμόδια αρχή (κράτος μέλος)
|
Κοινοποίηση
|
Δεδομένα, ψηφιακή λύση
|
|
Άρθρο 9 — Ανάκληση ορισμού
|
Όταν η αρμόδια αρχή λαμβάνει απόφαση ανάκλησης του ορισμού συστήματος, η απόφαση ισχύει σε ολόκληρη την Ένωση και η αρμόδια αρχή ενημερώνει τον διαχειριστή συστήματος, την εθνική αρμόδια αρχή, την ESMA, την ΕΑΤ και το ΕΣΚΤ μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων.
|
Αρμόδια αρχή (κράτος μέλος), διαχειριστής συστήματος, ESMA, εθνική αρμόδια αρχή, ΕΑΤ, ΕΣΚΤ
|
Κοινοποίηση
|
Δεδομένα, ψηφιακή λύση
|
|
Άρθρο 10 — Αρμόδια αρχή
|
Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην ESMA, μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων, τις αρμόδιες αρχές και τις καταχωρούσες αρχές.
|
Αρμόδια αρχή (κράτος μέλος), ESMA
|
Κοινοποίηση
|
Δεδομένα, ψηφιακή λύση
|
|
Άρθρο 11 — Ανταλλαγή πληροφοριών
|
Οι ορίζουσες αρχές, οι καταχωρούσες αρχές, οι εθνικές αρμόδιες αρχές, οι αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 22 παράγραφος 2, η ESMA, η ΕΑΤ ή το ΕΣΚΤ ανταλλάσσουν, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, κάθε πληροφορία η οποία απαιτείται για την άσκηση των αντίστοιχων καθηκόντων τους δυνάμει του παρόντος κανονισμού.
|
Ορίζουσες αρχές, καταχωρούσες αρχές, εθνικές αρμόδιες αρχές, αρμόδιες αρχές του άρθρου 22 παράγραφος 2, ESMA, ΕΑΤ ή ΕΣΚΤ
|
Κοινοποίηση
|
Δεδομένα, ψηφιακή λύση, αυτοματοποίηση διαδικασίας
|
|
Άρθρο 13 — Διαδικασία έγκρισης και άρνησης καταχώρισης
|
Η υποβολή αιτήσεων, πληροφοριών, αιτημάτων παροχής πληροφοριών και οι αποφάσεις καταχώρισης συστημάτων τρίτων χωρών πραγματοποιούνται μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων.
|
Διαχειριστής συστήματος τρίτης χώρας, ESMA, ΕΑΤ, αρμόδια αρχή (κράτος μέλος)
|
Υποβολή δεδομένων/εγγράφων
|
Δεδομένα, ψηφιακή λύση
|
|
Άρθρο 15 — Κοινοποίηση καταχωρισμένων συστημάτων
|
Μετά τη λήψη της απόφασης σχετικά με την καταχώριση συστήματος, κάθε καταχωρούσα αρχή κοινοποιεί την απόφασή της στον αιτούντα διαχειριστή συστήματος τρίτης χώρας, την ESMA, την ΕΑΤ, το ΕΣΚΤ και τις άλλες καταχωρούσες αρχές, κατά περίπτωση.
|
Καταχωρούσα αρχή, διαχειριστής συστήματος τρίτης χώρας, ESMA, ΕΑΤ, ΕΣΚΤ, άλλες καταχωρούσες αρχές (κατά περίπτωση)
|
Κοινοποίηση
|
Δεδομένα, ψηφιακή λύση
|
|
Άρθρο 16 — Ανάκληση καταχώρισης
|
Όταν η καταχωρούσα αρχή ανακαλεί την καταχώριση, κοινοποιεί την απόφασή της στον διαχειριστή συστήματος, καθώς και στην ESMA, την ΕΑΤ, το ΕΣΚΤ και τις άλλες καταχωρούσες αρχές, κατά περίπτωση.
|
Καταχωρούσα αρχή, διαχειριστής συστήματος τρίτης χώρας, ESMA, ΕΑΤ, ΕΣΚΤ, άλλες καταχωρούσες αρχές (κατά περίπτωση)
|
Κοινοποίηση
|
Δεδομένα, ψηφιακή λύση
|
|
Άρθρο 22 — Διαδικασία αφερεγγυότητας
|
Η αρμόδια αρχή ενημερώνει αμέσως εγγράφως, μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων, σχετικά με τη διαδικασία αφερεγγυότητας την ESMA, την ΕΚΤ / το ΕΣΚΤ, την ΕΑΤ, το ΕΣΚΤ, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού και τα άλλα κράτη μέλη.
|
Αρμόδια αρχή (κράτος μέλος), ESMA, ΕΚΤ/ΕΣΚΤ, ΕΑΤ, Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου, άλλα κράτη μέλη
|
Κοινοποίηση
|
Δεδομένα, ψηφιακή λύση
|
4.2. Δεδομένα
Γενική περιγραφή των δεδομένων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής
|
Είδος δεδομένων
|
Αναφορά στις απαιτήσεις
|
Πρότυπο και/ή προδιαγραφή (κατά περίπτωση)
|
|
Δεδομένα χρήσιμα για αίτηση ορισμού συστήματος της ΕΕ
|
Άρθρο 5 παράγραφος 1
|
Σε στενή συνεργασία με το ΕΣΚΤ, η ESMA δύναται να καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον περαιτέρω προσδιορισμό των προϋποθέσεων του άρθρου 5 παράγραφος 1 για συστήματα διακανονισμού αξιογράφων και συστήματα εκκαθάρισης.
Σε στενή συνεργασία με το ΕΣΚΤ, η EΑΤ δύναται να καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον περαιτέρω προσδιορισμό των προϋποθέσεων του άρθρου 5 παράγραφος 1 για συστήματα πληρωμών.
|
|
Δεδομένα χρήσιμα για αίτηση καταχώρισης και ορισμού συστημάτων διακανονισμού αξιογράφων και συστημάτων εκκαθάρισης
|
Άρθρο 13 παράγραφος 13
|
Σε στενή συνεργασία με το ΕΣΚΤ, η ESMA καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για τον προσδιορισμό, για συστήματα διακανονισμού αξιογράφων και συστήματα εκκαθάρισης:
α)
των ομοιόμορφων ηλεκτρονικών μορφοτύπων της αίτησης καταχώρισης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η οποία υποβάλλεται στην κεντρική βάση δεδομένων·
β)
των ομοιόμορφων ηλεκτρονικών μορφοτύπων της αίτησης ορισμού που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1, η οποία υποβάλλεται στην κεντρική βάση δεδομένων.
|
|
Δεδομένα χρήσιμα για την ανάκληση ορισμού
|
Άρθρο 9 παράγραφοι 2 και 4
|
\\
|
|
Δεδομένα χρήσιμα για την αίτηση καταχώρισης και ορισμού συστημάτων πληρωμών
|
Άρθρο 13 παράγραφος 15
|
Σε στενή συνεργασία με το ΕΣΚΤ, η ΕΑΤ καταρτίζει, για συστήματα πληρωμών, σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων με τα οποία προσδιορίζονται περαιτέρω οι πληροφορίες που παρέχονται σε:
α)
αίτηση καταχώρισης κατά την παράγραφο 1, προκειμένου να καταδειχθεί ότι ο αιτών διαχειριστής συστήματος τρίτης χώρας και το σύστημα τρίτης χώρας συμμορφώνονται με όλες τις σχετικές απαιτήσεις που προβλέπονται στο παρόν άρθρο, συμπεριλαμβανομένων των προϋποθέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 14, και να προσδιοριστούν οι πληροφορίες τις οποίες πρέπει να περιέχει η αίτηση σχετικά με τα μέλη του συστήματος τρίτης χώρας που είναι εγκατεστημένα στην Ένωση·
β)
αίτηση ορισμού κατά το άρθρο 4 παράγραφος 1, προκειμένου να καταδειχθεί ότι ο αιτών διαχειριστής συστήματος και το σύστημα συμμορφώνονται με όλες τις σχετικές απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.
|
|
Δεδομένα χρήσιμα για την ανάκληση καταχώρισης
|
Άρθρο 16 παράγραφοι 2 και 4
|
\\
|
|
Δεδομένα σχετικά με διαδικασία αφερεγγυότητας
|
Άρθρο 22 παράγραφος 2
|
\\
|
Ευθυγράμμιση με την ευρωπαϊκή στρατηγική για τα δεδομένα
Επεξήγηση του τρόπου με τον οποίο οι απαιτήσεις ευθυγραμμίζονται με την ευρωπαϊκή στρατηγική για τα δεδομένα
Οι απαιτούμενες πληροφορίες θα υποβάλλονται με ηλεκτρονικό τυποποιημένο μορφότυπο, θα αποθηκεύονται και θα υποβάλλονται σε επεξεργασία στην κεντρική βάση δεδομένων. Οι αρχές που είναι υπεύθυνες για τον ορισμό συστημάτων της ΕΕ και την καταχώριση συστημάτων τρίτων χωρών θα έχουν πρόσβαση στα σχετικά δεδομένα στην κεντρική βάση δεδομένων.
Ευθυγράμμιση με την αρχή «μόνον άπαξ»
Επεξήγηση του τρόπου με τον οποίο ελήφθη υπόψη η αρχή «μόνον άπαξ» και του τρόπου με τον οποίο διερευνήθηκε η δυνατότητα περαιτέρω χρήσης υφιστάμενων δεδομένων
Οι απαιτούμενες πληροφορίες θα υποβάλλονται στην κεντρική βάση δεδομένων με τυποποιημένη μορφή μόνον άπαξ. Στη συνέχεια η κεντρική βάση δεδομένων θα παρέχει πρόσβαση στα σχετικά δεδομένα στις αρχές που εμπλέκονται στον ορισμό συστημάτων της ΕΕ και στην καταχώριση συστημάτων τρίτων χωρών, με αποτέλεσμα τον εξορθολογισμό της διαδικασίας και την εξάλειψη της ανάγκης για επανάληψη της υποβολής δεδομένων σε πλείονες αρμόδιες αρχές.
Επεξήγηση του τρόπου με τον οποίο τα νεοδημιουργηθέντα δεδομένα είναι ευρέσιμα, προσβάσιμα, διαλειτουργικά και επαναχρησιμοποιήσιμα, και πληρούν πρότυπα υψηλής ποιότητας
Τα δεδομένα υποβάλλονται σε επεξεργασία στην κεντρική βάση δεδομένων και υποβάλλονται σύμφωνα με κοινές προδιαγραφές δεδομένων, όπως εξηγήθηκε ανωτέρω.
Η κεντρική βάση δεδομένων λειτουργεί ως πλατφόρμα ανταλλαγής δεδομένων μεταξύ των αρχών που εμπλέκονται στη διαδικασία ορισμού και καταχώρισης.
Ροές δεδομένων
Γενική περιγραφή των ροών δεδομένων
|
Είδος δεδομένων
|
Αναφορές στις απαιτήσεις
|
Φορείς που παρέχουν τα δεδομένα
|
Φορείς που λαμβάνουν τα δεδομένα
|
Έναυσμα για την ανταλλαγή δεδομένων
|
Συχνότητα (κατά περίπτωση)
|
|
Δεδομένα χρήσιμα για αίτηση ορισμού συστήματος της ΕΕ
|
Άρθρο 5 παράγραφος 1
|
Διαχειριστές συστημάτων
|
Αρμόδια αρχή (κράτος μέλος)
|
Αίτηση ορισμού
|
Για ορισμό και σε ad hoc βάση, σε περίπτωση μεταβολών στα δεδομένα του ορισμού
|
|
Δεδομένα χρήσιμα για την κοινοποίηση συστημάτων στην ESMA
|
Άρθρο 6 παράγραφος 2, άρθρο 6 παράγραφος 3
|
Αρμόδια αρχή (κράτος μέλος)
|
ESMA
|
Κοινοποίηση
|
Κατά περίπτωση
|
|
Δεδομένα χρήσιμα για την ανάκληση ορισμού
|
Άρθρο 9 παράγραφοι 2 και 4
|
Αρμόδια αρχή (κράτος μέλος)
|
ESMA, διαχειριστής συστήματος, άλλες σχετικές αρχές, ΕΑΤ, ΕΣΚΤ
|
Μη συμμόρφωση με κριτήρια ορισμού
|
Κατά περίπτωση
|
|
Δεδομένα χρήσιμα με την καταχώριση συστημάτων τρίτων χωρών
|
Άρθρο 14 παράγραφος 1,
|
Διαχειριστές συστημάτων τρίτων χωρών
|
ESMA, σχετικές αρχές (επίπεδο κράτους μέλους), ΕΑΤ, ΕΣΚΤ
|
Αίτηση καταχώρισης
|
Για καταχώριση και σε ad hoc βάση, σε περίπτωση μεταβολών στα δεδομένα του ορισμού
|
|
Δεδομένα χρήσιμα για την ανάκληση καταχώρισης
|
Άρθρο 16 παράγραφος 2
|
Αρμόδια αρχή (κράτος μέλος)
|
ESMA, διαχειριστής συστήματος, άλλες σχετικές αρχές, ΕΑΤ, ΕΣΚΤ
|
Μη συμμόρφωση με κριτήρια καταχώρισης
|
Κατά περίπτωση
|
|
Δεδομένα που αφορούν ορισθέντα και καταχωρισμένα συστήματα
|
Άρθρο 6 παράγραφος 4, άρθρο 10 παράγραφος 3, άρθρο 15 παράγραφος 2, άρθρο 16 παράγραφος 4
|
ESMA
|
Ευρύ κοινό
|
Επικαιροποίηση δεδομένων / διαθεσιμότητα νέων δεδομένων που αφορούν τον ορισμό και την καταχώριση συστημάτων
|
Κατά περίπτωση
|
|
Δεδομένα σχετικά με διαδικασία αφερεγγυότητας
|
Άρθρο 12 παράγραφος 2
|
Αρμόδια αρχή (κράτος μέλος)
|
ESMA· ΕΚΤ/ΕΣΚΤ, ΕΑΤ, Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου και άλλα κράτη μέλη
|
Έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας
|
Κατά περίπτωση
|
4.3. Ψηφιακές λύσεις
Γενική περιγραφή των ψηφιακών λύσεων
|
Ψηφιακή λύση
|
Αναφορές στις απαιτήσεις
|
Κύριες απαιτούμενες λειτουργίες
|
Αρμόδιος φορέας
|
Πώς εξυπηρετείται η προσβασιμότητα;
|
Πώς εξετάζεται η δυνατότητα περαιτέρω χρήσης;
|
Χρήση τεχνολογιών ΤΝ (κατά περίπτωση)
|
|
Κεντρική βάση δεδομένων
|
Άρθρο 26
|
Ταυτόχρονη ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αρχών που εμπλέκονται στη διαδικασία ορισμού και καταχώρισης
|
ESMA
|
Η ESMA και η ΕΑΤ (σε στενή συνεργασία με το ΕΚΤ) καταρτίζουν σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για τον προσδιορισμό των ομοιόμορφων ηλεκτρονικών μορφοτύπων που χρησιμοποιούνται για την υποβολή δεδομένων στην κεντρική βάση δεδομένων.
|
Τα δεδομένα που παρέχονται στην κεντρική βάση δεδομένων δυνάμει του παρόντος κανονισμού τίθενται στη διάθεση των σχετικών αρμόδιων αρχών εάν είναι χρήσιμα ή αναγκαία για την άσκηση των καθηκόντων τους δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014.
|
\\
|
Για κάθε ψηφιακή λύση, επεξήγηση του τρόπου με τον οποίο συμμορφώνεται με τις ισχύουσες ψηφιακές πολιτικές και νομοθετικές πράξεις
Κεντρική βάση δεδομένων
|
Ψηφιακή και/ή τομεακή πολιτική (κατά περίπτωση)
|
Επεξήγηση του τρόπου ευθυγράμμισης
|
|
Κανονισμός για την τεχνητή νοημοσύνη
|
\\
|
|
Πλαίσιο κυβερνοασφάλειας της ΕΕ
|
Η συμμόρφωση με το πλαίσιο κυβερνοασφάλειας της ΕΕ θα διασφαλιστεί μέσω της εφαρμογής τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών, που θα καθοριστούν από την ESMA και την ΕΑΤ σε στενή συνεργασία με το ΕΣΚΤ.
|
|
eIDAS
|
\\
|
|
Ενιαία ψηφιακή θύρα και ΙΜΙ
|
\\
|
|
Άλλα
|
\\
|
4.4. Αξιολόγηση διαλειτουργικότητας
Γενική περιγραφή των ψηφιακών δημόσιων υπηρεσιών που επηρεάζονται από τις απαιτήσεις
|
Ψηφιακή δημόσια υπηρεσία ή κατηγορία ψηφιακών δημόσιων υπηρεσιών
|
Περιγραφή
|
Αναφορές στις απαιτήσεις
|
Λύση/-εις για τη διαλειτουργική Ευρώπη
(ΑΝΕΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΥ)
|
Άλλες λύσεις διαλειτουργικότητας
|
|
Πλατφόρμα για αιτήσεις ορισμού συστήματος και καταχώριση συστημάτων τρίτων χωρών
|
Παροχή κεντρικού σημείου εισαγωγής για τις αιτήσεις ορισμού συστήματος σε ηλεκτρονική μορφή
Παροχή κεντρικού σημείου εισαγωγής για τις αιτήσεις καταχώρισης συστημάτων τρίτων χωρών
Πλατφόρμα για επεξεργασία και ανταλλαγή των δεδομένων μεταξύ αρχών που εμπλέκονται στη διαδικασία ορισμού και καταχώρισης
|
Άρθρο 4 — Διαδικασία έγκρισης και άρνησης ορισμού
Άρθρο 13 — Διαδικασία για την καταχώριση συστημάτων τρίτων χωρών
|
//
|
|
Αντίκτυπος των απαιτήσεων στη διασυνοριακή διαλειτουργικότητα ανά ψηφιακή δημόσια υπηρεσία
Πλατφόρμα για ορισμό συστήματος και καταχώριση συστημάτων τρίτων χωρών
|
Αξιολόγηση
|
Μέτρα
|
Πιθανοί εναπομείναντες φραγμοί (κατά περίπτωση)
|
|
Ευθυγράμμιση με τις υφιστάμενες ψηφιακές και τομεακές πολιτικές
Να αναφερθούν οι εφαρμοζόμενες ψηφιακές και τομεακές πολιτικές που έχουν προσδιοριστεί
|
-
|
-
|
|
Οργανωτικά μέτρα για την ομαλή διασυνοριακή παροχή ψηφιακών δημόσιων υπηρεσιών
Να αναφερθούν τα προβλεπόμενα μέτρα διακυβέρνησης
|
-Η ESMA και η ΕΑΤ (σε στενή συνεργασία με το ΕΚΤ) θα καταρτίσουν σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για τον προσδιορισμό των ομοιόμορφων ηλεκτρονικών μορφοτύπων που χρησιμοποιούνται για την υποβολή δεδομένων στην κεντρική βάση δεδομένων.
|
-
|
|
Μέτρα που λαμβάνονται για τη διασφάλιση κοινής κατανόησης των δεδομένων
Να αναφερθούν τα μέτρα αυτά
|
-Η ESMA και η ΕΑΤ (σε στενή συνεργασία με το ΕΚΤ) θα καταρτίσουν σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για τον προσδιορισμό των ομοιόμορφων ηλεκτρονικών μορφοτύπων που χρησιμοποιούνται για την υποβολή δεδομένων στην κεντρική βάση δεδομένων.
|
-
|
|
Χρήση από κοινού συμφωνημένων ανοικτών τεχνικών προδιαγραφών και προτύπων
Να αναφερθούν τα μέτρα αυτά
|
-Η ESMA και η ΕΑΤ (σε στενή συνεργασία με το ΕΚΤ) θα καταρτίσουν σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για τον προσδιορισμό των ομοιόμορφων ηλεκτρονικών μορφοτύπων για τις πληροφορίες που υποβάλλονται στην κεντρική βάση δεδομένων.
|
-
|
4.5. Μέτρα στήριξης της ψηφιακής εφαρμογής
Γενική περιγραφή των μέτρων στήριξης της ψηφιακής εφαρμογής
|
Περιγραφή του μέτρου
|
Αναφορές στις απαιτήσεις
|
Ρόλος της Επιτροπής
(κατά περίπτωση)
|
Εμπλεκόμενοι φορείς
(κατά περίπτωση)
|
Αναμενόμενο χρονοδιάγραμμα
(κατά περίπτωση)
|
|
Η ESMA δημιουργεί κεντρική βάση δεδομένων
|
Άρθρο 26
|
\\
|
ESMA
|
\\
|
|
Η ESMA και η ΕΑΤ (σε στενή συνεργασία με το ΕΚΤ) καταρτίζουν σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για τον προσδιορισμό των ομοιόμορφων ηλεκτρονικών μορφοτύπων που χρησιμοποιούνται για την υποβολή δεδομένων στην κεντρική βάση δεδομένων.
|
Άρθρο 13 παράγραφοι 13 και 15
|
\\
|
ESMA, ΕΑΤ (σε στενή συνεργασία με το ΕΣΚΤ)
|
Ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος
|