Βρυξέλλες, 29.7.2025

COM(2025) 434 final

2025/0244(NLE)

Πρόταση

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με τη σύναψη, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία του περιβάλλοντος μέσω του ποινικού δικαίου


ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Η παρούσα πρόταση αφορά τη σύναψη εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης της σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία του περιβάλλοντος μέσω του ποινικού δικαίου (στο εξής: σύμβαση).

1.ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ

Αιτιολόγηση και στόχοι της πρότασης

Το περιβαλλοντικό έγκλημα προκαλεί σημαντική βλάβη στο περιβάλλον, στην ανθρώπινη υγεία και στις οικονομίες και έχει καταστεί πηγή αυξανόμενης ανησυχίας στην ΕΕ και παγκοσμίως. Αποτελεί την τέταρτη μεγαλύτερη εγκληματική δραστηριότητα παγκοσμίως μετά τη διακίνηση ναρκωτικών, την εμπορία ανθρώπων και την παραποίηση/απομίμηση. Ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των εν λόγω εγκλημάτων είναι 5-7 %( 1 )). Εγκλήματα όπως η παράνομη αποψίλωση, η ρύπανση των υδάτων, του αέρα και του εδάφους, η διακίνηση ουσιών που καταστρέφουν τη στιβάδα του όζοντος, η λαθροθηρία και άλλα αδικήματα βλάπτουν σε μεγάλο βαθμό τη βιοποικιλότητα και την ανθρώπινη υγεία και καταστρέφουν ολόκληρα οικοσυστήματα. Ο παγκόσμιος αντίκτυπος της επακόλουθης βλάβης και υποβάθμισης, όπου συχνά εμπλέκεται το οργανωμένο έγκλημα σε διακρατική κλίμακα, απαιτεί αποφασιστική δράση, ισχυρή διεθνή συνεργασία που βασίζεται σε κοινή αντίληψη των κατηγοριών περιβαλλοντικού εγκλήματος, κυρώσεις και διασυνοριακή συνεργασία.

Τις τελευταίες δεκαετίες η ΕΕ ενέτεινε σταδιακά τις προσπάθειές της για να ρυθμίσει τη συμπεριφορά που είναι επιβλαβής για το περιβάλλον. Πλέον, σημαντικός αριθμός νομοθετικών πράξεων της ΕΕ, κυρίως οδηγίες, καθορίζουν σχετικά πρότυπα και όρια για διάφορους περιβαλλοντικούς τομείς, καθώς και συναφείς υποχρεώσεις για τους υπευθύνους. Προκειμένου να ενισχύσει περαιτέρω την προστασία του περιβάλλοντος αλλά και την καταπολέμηση του περιβαλλοντικού εγκλήματος, η ΕΕ εξέδωσε την οδηγία (ΕΕ) 2024/1203 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Απριλίου 2024, σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος μέσω του ποινικού δικαίου και την αντικατάσταση των οδηγιών 2008/99/ΕΚ και 2009/123/ΕΚ (στο εξής: οδηγία για το περιβαλλοντικό έγκλημα). Η οδηγία για το περιβαλλοντικό έγκλημα θεσπίζει κοινούς ελάχιστους κανόνες σε σχέση με τον ορισμό των ποινικών αδικημάτων και των κυρώσεων ώστε να προστατεύεται αποτελεσματικότερα το περιβάλλον, καθώς και σε σχέση με μέτρα για την πρόληψη και την καταπολέμηση περιβαλλοντικών εγκλημάτων και την αποτελεσματική επιβολή του περιβαλλοντικού δικαίου της Ένωσης. Η οδηγία για το περιβαλλοντικό έγκλημα άρχισε να ισχύει στις 20 Μαΐου 2024 και απαιτεί από τα κράτη μέλη να θεσπίσουν τα αναγκαία μέτρα για τη μεταφορά της στο εθνικό δίκαιο έως τις 20 Μαΐου 2026.

Το Συμβούλιο της Ευρώπης, ως το θεσμικό όργανο που εξέδωσε την πρώτη διεθνή πράξη για την καταπολέμηση του περιβαλλοντικού εγκλήματος στη σύμβαση του 1998 για την προστασία του περιβάλλοντος μέσω του ποινικού δικαίου ( 2 )) (στο εξής: σύμβαση του 1998), αναγνωρίζει επίσης την ανάγκη για ενισχυμένη διεθνή προσέγγιση με στόχο την καταπολέμηση αυτών των εγκλημάτων.

Η σύμβαση του 1998 δεν τέθηκε ποτέ σε ισχύ, καθώς δεν επιτεύχθηκε ο αναγκαίος ελάχιστος αριθμός κυρώσεων ή προσχωρήσεων.

Ως εκ τούτου, η διευθύνουσα επιτροπή του Συμβουλίου της Ευρώπης για την εποπτεία και τον συντονισμό των δραστηριοτήτων στον τομέα της πρόληψης και του ελέγχου του εγκλήματος —η ευρωπαϊκή επιτροπή για προβλήματα εγκλημάτων (στο εξής: CDPC)— συγκρότησε ομάδα εργασίας εμπειρογνωμόνων για την προστασία του περιβάλλοντος μέσω του ποινικού δικαίου (στο εξής: CDPC-EC) προκειμένου να εξετάσει σε μελέτη σκοπιμότητας ( 3 )) την πιθανή μελλοντική πορεία, αξιολογώντας αν η εκπόνηση νέας σύμβασης για την αντικατάσταση της υφιστάμενης σύμβασης του 1998 ήταν εφικτή και σκόπιμη. Τον Ιούνιο του 2022 η CDPC-EC αποφάσισε ότι η κατάρτιση νέας σύμβασης ήταν εφικτή και σκόπιμη.

Στις 23 Νοεμβρίου 2022 η Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης εξέδωσε τους όρους αναφοράς για τη νέα επιτροπή εμπειρογνωμόνων για την προστασία του περιβάλλοντος μέσω του ποινικού δικαίου (στο εξής: PC-ENV) ( 4 )). Η PC-ENV συστάθηκε υπό την εξουσία της Επιτροπής Υπουργών και της CDPC, και της ανατέθηκε η εκπόνηση νέας σύμβασης για την προστασία του περιβάλλοντος μέσω του ποινικού δικαίου.

Η Ένωση διαπραγματεύτηκε τη σύμβαση βάσει του άρθρου 216 παράγραφος 1 τέταρτη εναλλακτική της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), σύμφωνα με το οποίο η Ένωση μπορεί να διαπραγματεύεται και να συνάπτει διεθνή συμφωνία, όταν η σύναψη της εν λόγω συμφωνίας «[...] ενδέχεται να επηρεάσει κοινούς κανόνες ή να μεταβάλει την εμβέλειά τους».

Στις διαπραγματεύσεις για τη σύμβαση, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκπροσώπησε την Ένωση σύμφωνα με το άρθρο 218 παράγραφοι 3 και 4 της ΣΛΕΕ και σύμφωνα με την απόφαση του Συμβουλίου με την οποία η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξουσιοδοτείται να συμμετάσχει( 5 )).

Η Ένωση συμμετείχε ενεργά στις διαπραγματεύσεις και επιδίωξε τον στόχο της διασφάλισης της συμβατότητας της σύμβασης με το δίκαιο της Ένωσης, της συνέπειας με την οδηγία για το περιβαλλοντικό έγκλημα, καθώς και της ποιότητας και της προστιθέμενης αξίας της σύμβασης σε διεθνές επίπεδο.

Μετά από αρκετούς γύρους διαπραγματεύσεων ( 6 )), η PC-ENV συμφώνησε επί του κειμένου της νέας σύμβασης κατά την τέταρτη συνεδρίασή της που πραγματοποιήθηκε από τις 4 έως τις 7 Ιουνίου 2024.

Η Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης ενέκρινε τη σύμβαση στις [...] και την άνοιξε προς υπογραφή στις [...] στην/στο [...].

Η σύμβαση είναι πλήρως συμβατή με το δίκαιο της Ένωσης εν γένει, και ειδικότερα με την οδηγία για το περιβαλλοντικό έγκλημα, και θα προάγει βασικές έννοιες της ενωσιακής προσέγγισης όσον αφορά το περιβαλλοντικό έγκλημα σε παγκόσμιο επίπεδο σε άλλα μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης και βασικούς διεθνείς εταίρους που μπορούν να προσχωρήσουν στη σύμβαση.

Περιεχόμενο της σύμβασης

Στόχος της σύμβασης είναι η αποτελεσματική πρόληψη και καταπολέμηση του περιβαλλοντικού εγκλήματος, η προώθηση και η ενίσχυση της εθνικής και διεθνούς συνεργασίας και η θέσπιση ελάχιστων κανόνων για την καθοδήγηση των κρατών στη θέσπιση της εθνικής τους νομοθεσίας.

Η σύμβαση εφαρμόζεται ως προς την πρόληψη, την ανίχνευση, τη διερεύνηση, τη δίωξη ποινικών αδικημάτων καθώς και την επιβολή κυρώσεων για τα εν λόγω αδικήματα ενώ ορίζει τους όρους «παράνομος/η/ο», «νερό», «οικοσύστημα» και «απόβλητα». Οι ορισμοί αυτοί συνάδουν πλήρως με τους σχετικούς ορισμούς και τις σχετικές έννοιες βάσει του δικαίου της ΕΕ. 

Τα μέρη της σύμβασης δεσμεύονται να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για τη θέσπιση των διατάξεων που προβλέπονται σ’ αυτήν. Περιλαμβάνει μέτρα για τον χαρακτηρισμό ως ποινικών αδικημάτων στο εθνικό δίκαιο παράνομων συμπεριφορών που καλύπτονται από τη σύμβαση και για την πρόβλεψη σχετικών κυρώσεων, καθώς και διάφορα μέτρα για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής καταπολέμησης του περιβαλλοντικού εγκλήματος, μεταξύ άλλων όσον αφορά τους πόρους, την κατάρτιση, τη συνεργασία και τις στρατηγικές προσεγγίσεις.

Το κεφάλαιο για το ουσιαστικό ποινικό δίκαιο αφορά παράνομες συμπεριφορές και εκ προθέσεως αδικήματα που σχετίζονται με τη ρύπανση, τη θέση σε κυκλοφορία στην αγορά προϊόντων κατά παράβαση των περιβαλλοντικών απαιτήσεων, αδικήματα που σχετίζονται με χημικές ουσίες, ραδιενεργά υλικά ή ραδιενεργές ουσίες, υδράργυρο, ουσίες που καταστρέφουν τη στιβάδα του όζοντος και φθοριούχα αέρια του θερμοκηπίου, αδικήματα που σχετίζονται με απόβλητα, εγκαταστάσεις, πλοία, καθώς και παράνομη άντληση επιφανειακών ή υπόγειων υδάτων, εμπόριο παράνομα υλοτομημένης ξυλείας, παράνομη εξόρυξη και παράνομη θανάτωση, καταστροφή, απόκτηση και κατοχή προστατευόμενης άγριας χλωρίδας ή πανίδας, εμπορία προστατευόμενης άγριας πανίδας ή χλωρίδας, παράνομη υποβάθμιση οικοτόπων εντός προστατευόμενης περιοχής και αδικήματα που σχετίζονται με χωροκατακτητικά ξένα είδη.

Η σύμβαση προβλέπει επίσης τον χαρακτηρισμό ως ιδιαίτερα σοβαρού αδικήματος οποιουδήποτε από τα αδικήματα που καλύπτονται από τη σύμβαση εφόσον διαπράττεται εκ προθέσεως και οδηγεί σε ιδιαίτερα σοβαρή ζημία ή καταστροφή.

Ειδική ενότητα για τις γενικές διατάξεις του ποινικού δικαίου περιλαμβάνει διατάξεις σχετικά με την ηθική αυτουργία, τη συνέργεια και την απόπειρα, τη δικαιοδοσία, την ευθύνη των νομικών προσώπων, τις κυρώσεις και τα μέτρα, τις επιβαρυντικές περιστάσεις και τη συνεκτίμηση προηγούμενων ποινών που έχουν επιβληθεί από άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Οι κυρώσεις για τα φυσικά πρόσωπα θα πρέπει να περιλαμβάνουν στερητική της ελευθερίας ποινή ενώ μπορούν επίσης να περιλαμβάνουν χρηματικές κυρώσεις. Οι κυρώσεις για τα νομικά πρόσωπα θα πρέπει να περιλαμβάνουν ποινικού ή μη ποινικού χαρακτήρα χρηματικές κυρώσεις και θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν άλλα μέτρα, όπως είναι η απαγόρευση της άσκησης εμπορικής δραστηριότητας, ο αποκλεισμός από δημόσιες παροχές, από ενισχύσεις ή από την πρόσβαση σε δημόσια χρηματοδότηση και η θέση υπό δικαστική εποπτεία. Τα μέρη θα πρέπει επίσης να καταστήσουν δυνατή τη δέσμευση, την κατάσχεση και τη δήμευση των οργάνων τέλεσης και των προϊόντων του εγκλήματος που προκύπτουν από τα αδικήματα που ορίζονται σύμφωνα με τη συγκεκριμένη σύμβαση.

Η διερεύνηση και η ποινική δίωξη των αδικημάτων δεν θα πρέπει να εξαρτώνται από την υποβολή καταγγελίας. Τα πρόσωπα που έχουν επαρκές συμφέρον ή που υποστηρίζουν ότι επέρχεται προσβολή δικαιώματος, καθώς και μη κυβερνητικές οργανώσεις που προάγουν την προστασία του περιβάλλοντος θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα συμμετοχής σε ποινικές διαδικασίες, στον βαθμό που τα δικαιώματα αυτά αναγνωρίζονται σε διαδικασίες για άλλα ποινικά αδικήματα.

Τα μέρη της σύμβασης δεσμεύονται να συνεργάζονται και να συντονίζονται μεταξύ τους σύμφωνα με τις διατάξεις της σύμβασης και μέσω της εφαρμογής των σχετικών διεθνών και περιφερειακών πράξεων για τη συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις. Η σύμβαση καθιστά επίσης δυνατή την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των μερών, προβλέποντας παράλληλα την υποχρέωση τήρησης των κανόνων για την προστασία των δεδομένων.

Επιπλέον, η σύμβαση προβλέπει μέτρα προστασίας των θυμάτων και των μαρτύρων ή των προσώπων που καταγγέλλουν αδικήματα ή άλλως συνεργάζονται με τη δικαιοσύνη.

Θα συγκροτηθεί επιτροπή των μερών, αποτελούμενη από εκπροσώπους τους, η οποία, μέσω μηχανισμού παρακολούθησης, θα παρακολουθεί την εφαρμογή της σύμβασης και θα διευκολύνει τη συλλογή, την ανάλυση και την ανταλλαγή πληροφοριών, εμπειριών και ορθών πρακτικών μεταξύ των μερών.

Η σύμβαση παρέχει επίσης τη βάση ώστε τα μέρη να επωφεληθούν ορισμένων επιφυλάξεων, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας των οργανισμών περιφερειακής ολοκλήρωσης να προσδιορίζουν το πεδίο εφαρμογής ορισμένων εννοιών της σύμβασης βάσει του οικείου εναρμονισμένου δικαίου.

Συνέπεια με τις ισχύουσες διατάξεις στον τομέα πολιτικής

Η διαπραγμάτευση της σύμβασης πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τις σχετικές συνολικές οδηγίες και την εξουσιοδότηση διαπραγμάτευσης που εξέδωσε το Συμβούλιο την 28η Σεπτεμβρίου 2023.

Η σύμβαση ευθυγραμμίζεται πλήρως με τον στόχο της Ένωσης για υψηλό επίπεδο προστασίας και βελτίωση της ποιότητας του περιβάλλοντος, όπως προβλέπεται στο άρθρο 3 παράγραφος 3 της ΣΕΕ και στο άρθρο 191 της ΣΛΕΕ.

Η σύμβαση αντικατοπτρίζει σε μεγάλο βαθμό το πεδίο εφαρμογής, τη δομή και το περιεχόμενο της οδηγίας για το περιβαλλοντικό έγκλημα, καλύπτοντας ζητήματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ένωσης, όπως ορίζεται από τις Συνθήκες.

Οι νομικοί ορισμοί και η ορολογία της σύμβασης συνάδουν με τους σχετικούς νομικούς ορισμούς και τις έννοιες κατά το δίκαιο της ΕΕ, όπως για παράδειγμα ο ορισμός του «οικοσυστήματος» στο άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχείο γ) της οδηγίας για το περιβαλλοντικό έγκλημα και στο άρθρο 3 στοιχείο γ) της σύμβασης. Οι κατηγορίες αδικημάτων που ορίζονται στη σύμβαση αντιστοιχούν στα αδικήματα που θεσπίζονται δυνάμει της οδηγίας για το περιβαλλοντικό έγκλημα, καθώς και στις διατάξεις σχετικά με την ευθύνη των προσώπων και τις κυρώσεις· τα δικονομικά δικαιώματα και τη συνεργασία, τα προληπτικά μέτρα και τη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών.

Τα περιβαλλοντικά αδικήματα που καλύπτει η σύμβαση, καθώς και το πεδίο εφαρμογής τους, ορίζονται σαφώς και συνάδουν με το δίκαιο της ΕΕ, ιδίως με τα ποινικά αδικήματα που παρατίθενται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 της οδηγίας για το περιβαλλοντικό έγκλημα. Ο κατάλογος των ποινικών αδικημάτων που καλύπτονται από τη σύμβαση αφορά την εκ προθέσεως και παράνομη συμπεριφορά και ευθυγραμμίζεται πλήρως με τα αδικήματα της οδηγίας για το περιβαλλοντικό έγκλημα. Το αδίκημα της «παράνομης αλιείας», το οποίο περιλαμβανόταν στο αρχικό σχέδιο του Συμβουλίου της Ευρώπης, δεν περιλαμβάνεται στο κείμενο που συμφωνήθηκε σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων λόγω έλλειψης συμφωνίας μεταξύ των μερών. Επίσης, δεν επιτεύχθηκε συμφωνία σχετικά με το πεδίο εφαρμογής και τον ορισμό του αδικήματος της «παράνομης εξόρυξης και διακίνησης ορυκτών και μετάλλων», όπως είχε προταθεί στο αρχικό σχέδιο του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η σχετική διάταξη αναδιατυπώθηκε και πλέον καλύπτει μόνο τις εξορυκτικές δραστηριότητες που ασκούνται χωρίς την απαιτούμενη εκ του νόμου χορήγηση άδειας, πράγμα που συνάδει με την οδηγία για το περιβαλλοντικό έγκλημα. Επιπλέον, με τρόπο παρόμοιο όπως και στην οδηγία για το περιβαλλοντικό έγκλημα, η σύμβαση ορίζει το «ιδιαίτερα σοβαρό αδίκημα» σε περίπτωση καταστροφής ή εκτεταμένης και ουσιαστικής βλάβης, η οποία είναι είτε μη αναστρέψιμη είτε μακροχρόνια, σε οικοσύστημα σημαντικού μεγέθους ή περιβαλλοντικής αξίας ή σε οικότοπο εντός προστατευόμενης περιοχής ή στην ποιότητα του αέρα, του εδάφους ή του νερού.

Οι διατάξεις που περιλαμβάνονταν στο αρχικό σχέδιο της σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης και αφορούσαν τις κρατικές υποχρεώσεις και τη δέουσα επιμέλεια, τις μη κυβερνητικές οργανώσεις και την κοινωνία των πολιτών, την εκπαίδευση, τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα και των μέσων ενημέρωσης, καθώς και την αξιολόγηση των περιβαλλοντικών ισχυρισμών, απαλείφθηκαν και δεν διατηρήθηκαν στο τελικό κείμενο της σύμβασης.

Οι διατάξεις της σύμβασης σχετικά με την πρόληψη και την ευαισθητοποίηση, την κατάρτιση των επαγγελματιών και τη συλλογή δεδομένων τροποποιήθηκαν και ευθυγραμμίστηκαν κατ’ ουσίαν με τις αντίστοιχες διατάξεις της οδηγίας για το περιβαλλοντικό έγκλημα (για παράδειγμα, το άρθρο 16 και το άρθρο 18 της οδηγίας για το περιβαλλοντικό έγκλημα).

Οι γενικές διατάξεις ποινικού δικαίου, όπως για την ηθική αυτουργία, τη συνέργεια και την απόπειρα, τη δικαιοδοσία, την ευθύνη των νομικών προσώπων, τις κυρώσεις και τα μέτρα, τη δέσμευση στοιχείων και τη δήμευση καθώς και τις επιβαρυντικές περιστάσεις, οι οποίες περιλαμβάνονται στη σύμβαση, ευθυγραμμίζονται σε μεγάλο βαθμό με τις αντίστοιχες διατάξεις της οδηγίας για το περιβαλλοντικό έγκλημα. Πέραν αυτού, οι διατάξεις αυτές αποτυπώνονται και σε άλλες πράξεις ποινικού δικαίου της ΕΕ, όπως η οδηγία (ΕΕ) 2024/1226 (οδηγία σχετικά με τον ορισμό των ποινικών αδικημάτων και των κυρώσεων για την παραβίαση των περιοριστικών μέτρων της Ένωσης) ή η οδηγία (ΕΕ) 2017/1371 (οδηγία σχετικά με την καταπολέμηση, μέσω του ποινικού δικαίου, της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης), καθώς και σε άλλες πράξεις, όπως η οδηγία (ΕΕ) 2024/1260 (οδηγία για την ανάκτηση και τη δήμευση περιουσιακών στοιχείων). 

Η ευθύνη των νομικών προσώπων που προβλέπεται στο άρθρο 34 της σύμβασης ευθυγραμμίζεται πλήρως με τις διατάξεις του άρθρου 6 της οδηγίας για το περιβαλλοντικό έγκλημα, καθώς και στις δύο περιπτώσεις προβλέπονται οι ίδιες προϋποθέσεις και χρησιμοποιείται το ίδιο λεκτικό. Επιπλέον, και το άρθρο 33 της σύμβασης για τη δικαιοδοσία ευθυγραμμίζεται με τις διατάξεις του άρθρου 12 της οδηγίας για το περιβαλλοντικό έγκλημα, καθώς αμφότερα καθορίζουν παρόμοιες υποχρεωτικές βάσεις για τη θεμελίωση της δικαιοδοσίας, ενώ η διάταξη σχετικά τον καθορισμό της δικαιοδοσίας μεταξύ περισσότερα του ενός μερών της σύμβασης αντιστοιχεί, ως προς το περιεχόμενο και τη φύση, στη διάταξη της οδηγίας για το περιβαλλοντικό έγκλημα.

Οι διατάξεις της σύμβασης που αφορούν τις κυρώσεις για φυσικά πρόσωπα απαιτούν από τα μέρη να διασφαλίζουν ότι τα αδικήματα που προβλέπονται στη σύμβαση τιμωρούνται με στερητική της ελευθερίας ποινή (χωρίς, ωστόσο, να καθορίζονται ειδικές ελάχιστες απαιτήσεις για τις ανώτατες ποινές φυλάκισης, όπως στην οδηγία για το περιβαλλοντικό έγκλημα). Τα μέρη μπορούν επίσης να επιβάλουν χρηματικές κυρώσεις. Οι εν λόγω διατάξεις σχετικά με τις κυρώσεις για φυσικά πρόσωπα συνάδουν με την οδηγία για το περιβαλλοντικό έγκλημα ενώ περιλαμβάνονται και σε άλλες πράξεις ποινικού δικαίου της ΕΕ, όπως για παράδειγμα η οδηγία (ΕΕ) 2024/1226. Αμφότερα τα νομικά πλαίσια προβλέπουν χρηματικές κυρώσεις για τα νομικά πρόσωπα, καθώς και επικουρικές κυρώσεις ή μέτρα, όπως είναι η απαγόρευση της άσκησης εμπορικής δραστηριότητας, ο αποκλεισμός από την πρόσβαση σε δημόσια χρηματοδότηση, μεταξύ άλλων σε διαδικασίες σύναψης δημόσιων συμβάσεων, σε επιχορηγήσεις και σε συμβάσεις παραχώρησης, και η ανάκληση αδειών και εγκρίσεων. Όλα τα είδη κυρώσεων και μέτρων που προβλέπονται στη σύμβαση περιλαμβάνονται και στην οδηγία για το περιβαλλοντικό έγκλημα και επίσης ευθυγραμμίζονται με άλλες νομικές πράξεις ποινικού δικαίου της ΕΕ, όπως το άρθρο 9 της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1371 και το άρθρο 7 της οδηγίας (ΕΕ) 2024/1226.

Η δέσμευση και η δήμευση των οργάνων τέλεσης και των προϊόντων των περιβαλλοντικών ποινικών αδικημάτων που θεσπίζονται στο αντίστοιχο νομικό πλαίσιο προβλέπονται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 35 παράγραφος 3 της σύμβασης, καθώς και στο άρθρο 10 της οδηγίας για το περιβαλλοντικό έγκλημα. Επιπλέον, η έννοια της δέσμευσης και της δήμευσης των οργάνων τέλεσης και των προϊόντων εγκλήματος στο άρθρο 35 παράγραφος 3 της σύμβασης ευθυγραμμίζεται με την οδηγία (ΕΕ) 2024/1260 για την ανάκτηση και τη δήμευση περιουσιακών στοιχείων, καθώς και με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1805 σχετικά με την αμοιβαία αναγνώριση των αποφάσεων δέσμευσης και δήμευσης. Παρόμοιες διατάξεις σχετικά με τη δέσμευση και τη δήμευση των οργάνων τέλεσης και των προϊόντων εγκλήματος περιλαμβάνονται επίσης στο άρθρο 10 της οδηγίας (ΕΕ) 2024/1226 και στο άρθρο 10 της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1371.

Αμφότερα τα νομικά πλαίσια προβλέπουν επιβαρυντικές περιστάσεις, η μεν σύμβαση στο άρθρο 36 και η δε οδηγία για το περιβαλλοντικό έγκλημα στο άρθρο 8. Παρόλο που η σύμβαση περιλαμβάνει τις ίδιες επιβαρυντικές περιστάσεις με την οδηγία για το περιβαλλοντικό έγκλημα, η τελευταία βαίνει πέραν αυτών καθώς περιλαμβάνει και άλλες επιβαρυντικές περιστάσεις, όπως η καταστροφή αποδεικτικών στοιχείων ή ο εκφοβισμός μαρτύρων ή καταγγελλόντων από τον παραβάτη. Επιπλέον, οι επιβαρυντικές περιστάσεις που περιλαμβάνονται στο άρθρο 8 της οδηγίας (ΕΕ) 2024/1226 αντικατοπτρίζουν σχεδόν πλήρως τις επιβαρυντικές περιστάσεις που προβλέπει η σύμβαση.

Η σημασία των δικαιωμάτων συμμετοχής σε διαδικασίες για πρόσωπα που έχουν επαρκές συμφέρον ή που υποστηρίζουν ότι επέρχεται προσβολή δικαιώματος, καθώς και για μη κυβερνητικές οργανώσεις που προάγουν την προστασία του περιβάλλοντος, τονίζεται στο άρθρο 39 της σύμβασης, καθώς και στο άρθρο 15 της οδηγίας για το περιβαλλοντικό έγκλημα.

Παρόλο που η οδηγία για το περιβαλλοντικό έγκλημα θα εφαρμόζεται στα περιβαλλοντικά ποινικά αδικήματα στην Ένωση, η σύμβαση έχει ευρύτερη γεωγραφική εμβέλεια καθώς περιλαμβάνει μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης και τρίτα κράτη σε ολόκληρο τον κόσμο που μπορούν να καταστούν μέρη της σύμβασης. Ως εκ τούτου, η σύμβαση αποτελεί μοναδική ευκαιρία για την προώθηση της προστασίας του περιβάλλοντος πέραν της Ένωσης στο πλαίσιο μιας νομικά δεσμευτικής διεθνούς συνθήκης.

Σύμφωνα με τις οδηγίες διαπραγμάτευσης, θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι η σύμβαση θα είναι συμβατή με το κεκτημένο της Ένωσης, γεγονός που θα συμβάλλει στην επιδίωξη των στόχων της πολιτικής της Ένωσης για την προστασία του περιβάλλοντος, καθώς και ότι θα αντικατοπτρίζει όσο το δυνατόν περισσότερο το πεδίο εφαρμογής της νέας οδηγίας για το περιβαλλοντικό έγκλημα. Η επιφύλαξη που προσδιορίζει την έννοια και το πεδίο εφαρμογής των όρων που αναφέρονται στο άρθρο 56 παράγραφος 3 της σύμβασης αποτελεί εργαλείο για να διασφαλιστεί ότι η σύμβαση συνάδει με το κεκτημένο της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης ιδίως της οδηγίας για το περιβαλλοντικό έγκλημα.

Συνέπεια με άλλες πολιτικές της Ένωσης

Η σύμβαση συνάδει πλήρως με τις πολιτικές της Ένωσης και δεν απαιτεί την τροποποίηση των κανόνων, των κανονισμών ή των προτύπων της ΕΕ σε οποιονδήποτε ρυθμιζόμενο τομέα.

Η σύμβαση έχει επίσης κοινούς στόχους με άλλες νομοθετικές πράξεις και πολιτικές της Ένωσης που αποσκοπούν στην εφαρμογή των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης.

Ειδικότερα, η αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων που κατοχυρώνεται στη σύμβαση συνάδει πλήρως με την ενωσιακή νομοθεσία για την απαγόρευση των διακρίσεων και θα προωθήσει την ενσωμάτωση της διάστασης της ισότητας στην εφαρμογή της σύμβασης.

Η σύμβαση είναι επίσης συμβατή με το τρίτο μέρος τίτλος V της ΣΛΕΕ, σύμφωνα με το οποίο απονέμονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση αρμοδιότητες στον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης. Εκτός από την οδηγία για το περιβαλλοντικό έγκλημα, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θεσπίσει ένα ολοκληρωμένο σύνολο νομικών πράξεων για την καταπολέμηση του περιβαλλοντικού εγκλήματος, μεταξύ άλλων εγκλημάτων. Οι ακόλουθες νομικές πράξεις αποτελούν μέρος του εν λόγω νομικού πλαισίου:

·Οδηγία (ΕΕ) 2018/1673 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2018, σχετικά με την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες μέσω του ποινικού δικαίου.

·Οδηγία (ΕΕ) 2019/1937 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2019, σχετικά με την προστασία των προσώπων που αναφέρουν παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης.

·Οδηγία (ΕΕ) 2024/1260 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Απριλίου 2024, για την ανάκτηση και τη δήμευση περιουσιακών στοιχείων

·Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1727 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Νοεμβρίου 2018, σχετικά με τον οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη συνεργασία στον τομέα της ποινικής δικαιοσύνης (Eurojust) και την αντικατάσταση και την κατάργηση της απόφασης 2002/187/ΔΕΥ του Συμβουλίου.

·Κανονισμός (ΕΕ) 2016/794 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2016, για τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ) και την αντικατάσταση και κατάργηση των αποφάσεων του Συμβουλίου 2009/371/ΔΕΥ, 2009/934/ΔΕΥ, 2009/935/ΔΕΥ, 2009/936/ΔΕΥ και 2009/968/ΔΕΥ.

·Οδηγία 2012/29/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, για τη θέσπιση ελάχιστων προτύπων σχετικά με τα δικαιώματα, την υποστήριξη και την προστασία θυμάτων της εγκληματικότητας και για την αντικατάσταση της απόφασης-πλαισίου 2001/220/ΔΕΥ του Συμβουλίου.

·Απόφαση-πλαίσιο 2008/841/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 2008, για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος.

Επιπροσθέτως, η σύμβαση συνάδει με το κεκτημένο της Ένωσης για την προστασία των δεδομένων, συμπεριλαμβανομένων του γενικού κανονισμού για την προστασία δεδομένων (ΓΚΠΔ)( 7 )) και της οδηγίας για την προστασία των δεδομένων στο πλαίσιο της επιβολής του νόμου( 8 )).

Επιπλέον, η σύμβαση συνάδει με το ισχύον ή επί του παρόντος υπό αναθεώρηση ολοκληρωμένο σύνολο περιβαλλοντικής νομοθεσίας της Ένωσης, το οποίο καλύπτεται από τη νέα οδηγία για το περιβαλλοντικό έγκλημα ως οριζόντια πράξη. Η περιβαλλοντική νομοθεσία της Ένωσης και η οδηγία για το περιβαλλοντικό έγκλημα αλληλεπιδρούν, στον βαθμό που ο ορισμός του ποινικού αδικήματος στο πλαίσιο της οδηγίας για το περιβαλλοντικό έγκλημα απαιτεί παράνομη συμπεριφορά, δηλαδή παράβαση υποχρεώσεων που ορίζονται στην περιβαλλοντική νομοθεσία της Ένωσης.

2.ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ, ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ

Νομική βάση

Η παρούσα πρόταση υποβάλλεται στο Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 218 παράγραφος 6 της ΣΛΕΕ.

Η ουσιαστική νομική βάση για την έκδοση απόφασης βάσει του άρθρου 218 παράγραφος 6 της ΣΛΕΕ εξαρτάται πρωτίστως από τον στόχο και το περιεχόμενο της προς έκδοση πράξης. Σύμφωνα με τη νομολογία, εάν από την εξέταση ενός μέτρου της Ένωσης αποδεικνύεται ότι το μέτρο εξυπηρετεί διττό στόχο ή ότι απαρτίζεται από δύο συνιστώσες, από τις οποίες η μία μπορεί να χαρακτηριστεί ως κύρια ή πρωτεύουσα, ενώ η άλλη έχει απλώς παρεπόμενο χαρακτήρα, το μέτρο πρέπει να στηρίζεται σε μία και μόνο νομική βάση, ήτοι εκείνη που επιβάλλει ο κύριος ή πρωτεύων σκοπός ή συνιστώσα.

Η σύμβαση συμπίπτει σε μεγάλο βαθμό με την οδηγία για το περιβαλλοντικό έγκλημα. Δεδομένου ότι κύριος στόχος της σύμβασης είναι η θέσπιση ελάχιστων κανόνων για τον ορισμό των σχετικών ποινικών αδικημάτων, ο καθορισμός ελάχιστων προτύπων για τις κυρώσεις και ο καθορισμός ελάχιστων προτύπων για άλλα μέτρα για την αποτελεσματικότερη καταπολέμηση του περιβαλλοντικού εγκλήματος, η νομική βάση της οδηγίας για το περιβαλλοντικό έγκλημα, ήτοι το άρθρο 83 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ, αποτελεί την ουσιαστική νομική βάση και για τη σύναψη της σύμβασης.

Δεδομένου ότι η πρόταση αφορά τομέα στον οποίο εφαρμόζεται η συνήθης νομοθετική διαδικασία (άρθρο 83 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ), η διαδικαστική νομική βάση είναι το άρθρο 218 παράγραφος 6 δεύτερο εδάφιο στοιχείο α) σημείο v) της ΣΛΕΕ και, ως εκ τούτου, απαιτείται η έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

·Αρμοδιότητα της Ένωσης

Η φύση των διεθνών συμφωνιών («με αποκλειστικό αντισυμβαλλόμενο την ΕΕ» ή «μεικτές») εξαρτάται από τις αρμοδιότητες της Ένωσης όσον αφορά το συγκεκριμένο αντικείμενο.

Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ, η Ένωση έχει αποκλειστική αρμοδιότητα «για τη σύναψη διεθνούς συμφωνίας [...] κατά το μέτρο που ενδέχεται να επηρεάσει τους κοινούς κανόνες ή να μεταβάλει την εμβέλειά τους». Πιο συγκεκριμένα, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει διευκρινίσει ότι η «διαπίστωση ενός τέτοιου ενδεχομένου [να επηρεαστεί ή να μεταβληθεί η εμβέλεια των κανόνων της ΕΕ από διεθνείς δεσμεύσεις] δεν προϋποθέτει πλήρη σύμπτωση του τομέα τον οποίο καλύπτουν οι διεθνείς δεσμεύσεις και του τομέα ο οποίος καλύπτεται από τη νομοθεσία της Ένωσης» αλλά ότι «το περιεχόμενο των κοινών κανόνων της Ένωσης μπορεί να επηρεαστεί ή να μεταβληθεί η εμβέλειά του από τέτοιες δεσμεύσεις και στην περίπτωση κατά την οποία οι δεσμεύσεις εμπίπτουν σε τομέα που ήδη καλύπτεται σε μεγάλο βαθμό από τους κανόνες αυτούς». ( 9 )). Στην ανάλυση του χαρακτήρα της αρμοδιότητας της Ένωσης πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι τομείς που καλύπτονται από τους κανόνες της ΕΕ και από τις διατάξεις της προβλεπόμενης συμφωνίας, η προβλέψιμη μελλοντική τους εξέλιξη, καθώς και η φύση και το περιεχόμενο των εν λόγω κανόνων και των εν λόγω διατάξεων, προκειμένου να καθορίζεται αν η προβλεπόμενη συμφωνία μπορεί να υπονομεύσει την ενιαία και συνεκτική εφαρμογή των κανόνων της ΕΕ και την ορθή λειτουργία του συστήματος που θεσπίζουν οι κανόνες αυτοί( 10 )). 

Δεδομένου ότι το πεδίο εφαρμογής της σύμβασης συμπίπτει σε μεγάλο βαθμό με την οδηγία για το περιβαλλοντικό έγκλημα, η σύναψη της σύμβασης μπορεί να επηρεάσει τους κοινούς κανόνες της Ένωσης ή να μεταβάλει την εμβέλειά τους κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ.

Η νέα σύμβαση αντικατοπτρίζει σε μεγάλο βαθμό τη δομή, τη φύση, το περιεχόμενο και το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για το περιβαλλοντικό έγκλημα. Αμφότερες οι πράξεις περιλαμβάνουν διατάξεις εναρμόνισης σχετικά με τον σκοπό και το πεδίο εφαρμογής, την ορολογία και τους ορισμούς, τα ποινικά αδικήματα, την ευθύνη των νομικών προσώπων, τη δικαιοδοσία, κυρώσεις και μέτρα, τις επιβαρυντικές περιστάσεις, τα δικονομικά δικαιώματα και τη συνεργασία, τα προληπτικά μέτρα και τη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, απαλείφθηκαν διάφορες διατάξεις από το αρχικό σχέδιο σύμβασης που πρότεινε η PC-ENV, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την ακόμη μεγαλύτερη ευθυγράμμιση του κειμένου της σύμβασης με την οδηγία για το περιβαλλοντικό έγκλημα. Ενδεικτικά, οι διατάξεις που απαλείφθηκαν αφορούσαν τις υποχρεώσεις του κράτους και τη δέουσα επιμέλεια, τις μη κυβερνητικές οργανώσεις και την κοινωνία των πολιτών, την εκπαίδευση, τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα και των μέσων ενημέρωσης, την αξιολόγηση των περιβαλλοντικών ισχυρισμών, την παράνομη αλιεία, τη σύσταση ομάδας εμπειρογνωμόνων για την προστασία του περιβάλλοντος και τη δράση κατά του περιβαλλοντικού εγκλήματος, την κοινοβουλευτική συμμετοχή στην παρακολούθηση, καθώς και την εγκυρότητα και την επανεξέταση των επιφυλάξεων. Αρκετές διατάξεις τροποποιήθηκαν σημαντικά σε σύγκριση με το αρχικό σχέδιο, για παράδειγμα ο ορισμός του «παράνομου» και το ιδιαίτερα σοβαρό αδίκημα (που προηγουμένως αποκαλούνταν «οικοκτονία»), οι οποίες πλέον αντικατοπτρίζουν σε μεγάλο βαθμό το περιεχόμενο της οδηγίας για το περιβαλλοντικό έγκλημα.

Επιπλέον, από το 2008 έχουν θεσπιστεί ενωσιακοί κανόνες για το περιβαλλοντικό έγκλημα και, δεδομένης της ολοένα μεγαλύτερης σημασίας και του αντικτύπου των εγκλημάτων αυτών, θα εξακολουθήσουν να αποτελούν υψηλή προτεραιότητα και να εξελίσσονται σε επίπεδο Ένωσης. Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι η σύμβαση εμπίπτει σε τομέα που καλύπτεται σε μεγάλο βαθμό από κοινούς κανόνες της ΕΕ, η Ένωση θα πρέπει να διαθέτει την αποκλειστική εξωτερική αρμοδιότητα για τη σύναψη της σύμβασης εξ ονόματος της Ένωσης ως συμφωνία «με αποκλειστικό συμβαλλόμενο την ΕΕ».

Η σύμβαση προβλέπει ότι είναι ανοικτή προς υπογραφή από την Ευρωπαϊκή Ένωση (άρθρο 53 παράγραφος 1). Η σύμβαση περιλαμβάνει επίσης διατάξεις σχετικά με επιφυλάξεις, οι οποίες επιτρέπουν δήλωση με την οποία διευκρινίζεται το πεδίο εφαρμογής του όρου «παράνομος/η/ο» και των εννοιών «εσωτερικό δίκαιο», «εθνικές διατάξεις», «προστατευόμενος/η/ο» και «απαίτηση» που χρησιμοποιούνται στον ορισμό ορισμένων αδικημάτων στο πλαίσιο της σύμβασης. 

Επικουρικότητα (σε περίπτωση μη αποκλειστικής αρμοδιότητας)

Άνευ αντικειμένου.

Αναλογικότητα

Η σύμβαση δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη των στόχων πολιτικής που αποσκοπούν στην αποτελεσματική καταπολέμηση του περιβαλλοντικού εγκλήματος και, ως εκ τούτου, συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 παράγραφος 4 της ΣΕΕ. Η Ένωση έχει ήδη ασκήσει εσωτερική αρμοδιότητα στον εν λόγω τομέα μέσω της έκδοσης της οδηγίας για το περιβαλλοντικό έγκλημα.

Οι παράμετροι που ισχύουν όσον αφορά την οδηγία για το περιβαλλοντικό έγκλημα ισχύουν και για τη σύμβαση, δεδομένου ότι ο αντίκτυπος των περιβαλλοντικών εγκλημάτων και η σημασία της προστασίας του περιβάλλοντος είναι διασυνοριακά και απαιτούν διεθνή προσέγγιση. Η σύμβαση καθορίζει το πεδίο των ποινικών αδικημάτων, για να καλύψει το σύνολο συναφών συμπεριφορών, περιορίζοντάς το ταυτόχρονα σε ό,τι είναι αναγκαίο και αναλογικό. Τόσο τα αδικήματα όσο και οι κυρώσεις που προβλέπονται στη σύμβαση περιορίζονται σε σοβαρές παραβάσεις του περιβαλλοντικού δικαίου και, ως εκ τούτου, συμμορφώνονται με την αρχή της αναλογικότητας.

Επιλογή της νομικής πράξης

Το άρθρο 218 παράγραφος 6 της ΣΛΕΕ προβλέπει ότι η Επιτροπή ή ο ύπατος εκπρόσωπος της Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας υποβάλλει προτάσεις στο Συμβούλιο, το οποίο εκδίδει απόφαση σχετικά με τη σύναψη διεθνούς συμφωνίας. Λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της προβλεπόμενης συμφωνίας, είναι σκόπιμο να υποβάλει σχετική πρόταση η Επιτροπή.

3.ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΕΩΝ, ΤΩΝ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΤΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΑ ΜΕΡΗ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΚΤΙΜΗΣΕΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ

Εκ των υστέρων αξιολογήσεις / έλεγχοι καταλληλότητας της ισχύουσας νομοθεσίας

Άνευ αντικειμένου.

Διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν διεξήγαγε ειδική διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη σχετικά με την παρούσα πρόταση.

Η εκπόνηση της σύμβασης ήταν μια συνεργατική προσπάθεια της επιτροπής εμπειρογνωμόνων του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία του περιβάλλοντος μέσω του ποινικού δικαίου, με τη συμμετοχή των κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης, καθώς και κρατών-παρατηρητών, συμπεριλαμβανομένης της Αγίας Έδρας.

Σύμφωνα με τη δέσμευση του Συμβουλίου της Ευρώπης να συνεργαστεί με διάφορα ενδιαφερόμενα μέρη, η εκπόνηση της σύμβασης περιλάμβανε επίσης τη συμβολή εκπροσώπων της κοινωνίας των πολιτών και άλλων διεθνών οργανισμών, συμπεριλαμβανομένου του προγράμματος των Ηνωμένων Εθνών για το περιβάλλον (UNEP), του Γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για τον Έλεγχο των Ναρκωτικών και την Πρόληψη του Εγκλήματος (UNODC), της παγκόσμιας πρωτοβουλίας για τον τερματισμό της εγκληματικότητας κατά των άγριων ειδών (End Wildlife Crime — EWC), του προγράμματος Wild Legal και της Wildlife Justice Commission (Επιτροπή Δικαιοσύνης για την Άγρια Ζωή).

Συλλογή και χρήση εμπειρογνωσίας

Οι διαπραγματευτικές θέσεις της Ένωσης για τη σύμβαση καταρτίστηκαν στο πλαίσιο διαβουλεύσεων με την Ομάδα «Δικαστική συνεργασία επί ποινικών θεμάτων» (COPEN) του Συμβουλίου.

Εκτίμηση επιπτώσεων

Άνευ αντικειμένου.

Καταλληλότητα και απλούστευση του κανονιστικού πλαισίου

Άνευ αντικειμένου.

Θεμελιώδη δικαιώματα

Η Σύμβαση αποσκοπεί στη βελτίωση του περιβάλλοντος, δεδομένου ότι υπόκειται στο άρθρο 37 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) και, ως εκ τούτου, και στη βελτίωση της ευημερίας των πολιτών, επηρεάζοντας θετικά το δικαίωμα στη ζωή (άρθρο 2 του Χάρτη), το δικαίωμα στη σωματική ακεραιότητα (άρθρο 3), τη φροντίδα και την καλή διαβίωση των παιδιών (άρθρο 24), το δικαίωμα σε υγιεινές συνθήκες εργασίας (άρθρο 31) και το δικαίωμα πρόσβασης στην πρόληψη σε θέματα υγείας (άρθρο 35).

Η σύμβαση διασφαλίζει την αναγκαιότητα και την αναλογικότητα κάθε παρέμβασης στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς στο άρθρο 42 της σύμβασης διασφαλίζεται η εφαρμογή κατάλληλων εγγυήσεων ως προς την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που διαβιβάζονται, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία και τις διεθνείς συμφωνίες.

Η Σύμβαση αφορά τα εξής θεμελιώδη δικαιώματα:

την επιχειρηματική ελευθερία, καθώς θεμελιώνει την ευθύνη των νομικών προσώπων στο άρθρο 34 και καθορίζει με σαφήνεια τις περιπτώσεις στις οποίες ένα νομικό πρόσωπο θα θεωρείται υπεύθυνο για περιβαλλοντικά εγκλήματα, ενώ επίσης προβλέπει κυρώσεις κατά νομικών προσώπων στο άρθρο 35 παράγραφος 2, οι οποίες πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές, διασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο την αναγκαιότητα και την αναλογικότητα κάθε παρέμβασης στην επιχειρηματική ελευθερία,

τις αρχές της νομιμότητας και της αναλογικότητας αξιοποίνων πράξεων και ποινών (άρθρο 49 του Χάρτη) στο άρθρο 35, καθώς προβλέπει αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά μέτρα, τα οποία λαμβάνουν υπόψη τη σοβαρότητα του αδικήματος, ενώ επίσης καλύπτει τις περιπτώσεις ιδιαίτερα σοβαρού αδικήματος στο άρθρο 31 και τις επιβαρυντικές περιστάσεις στο άρθρο 36,

το δικαίωμα του προσώπου να μη δικάζεται ή να μην τιμωρείται ποινικά δύο φορές για την ίδια αξιόποινη πράξη (άρθρο 50 του Χάρτη — αρχή «ne bis in idem») στο άρθρο 37, καθώς προβλέπει τη δυνατότητα να λαμβάνονται υπόψη οι τελεσίδικες ποινές που έχουν επιβληθεί από άλλο συμβαλλόμενο μέρος.

Τα μέρη θα πρέπει να υλοποιήσουν και να εφαρμόζουν τη σύμβαση επιδεικνύοντας τον δέοντα σεβασμό προς τα εν λόγω δικαιώματα.

4.ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ

Η σύμβαση προβλέπει χρηματοδοτικές συνεισφορές τρίτων κρατών στις δραστηριότητες της επιτροπής των μερών. Μολονότι όλα τα μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης θα συνεισφέρουν μέσω του τακτικού προϋπολογισμού του Συμβουλίου της Ευρώπης σύμφωνα με το καταστατικό του Συμβουλίου της Ευρώπης, τα μέρη που δεν είναι μέλη καταβάλλουν συνεισφορές εκτός προϋπολογισμού. Η συνεισφορά κράτους που δεν είναι μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης καθορίζεται από κοινού από την Επιτροπή Υπουργών και το εν λόγω κράτος.

5.ΛΟΙΠΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Σχέδια εφαρμογής και ρυθμίσεις παρακολούθησης, αξιολόγησης και υποβολής εκθέσεων

Η σύμβαση προβλέπει μηχανισμό παρακολούθησης με τον οποίο η επιτροπή των μερών, η οποία απαρτίζεται από εκπροσώπους των μερών, θα παρακολουθεί την εφαρμογή της σύμβασης. Θα διευκολύνει επίσης τη συλλογή, την ανάλυση και την ανταλλαγή πληροφοριών, εμπειριών και ορθών πρακτικών μεταξύ των μερών, όπου κρίνεται σκόπιμο, καθώς και την αποτελεσματική χρήση και υλοποίηση της σύμβασης και θα διατυπώνει γνώμη για κάθε ζήτημα που αφορά την εφαρμογή της.

Επεξηγηματικά έγγραφα (για οδηγίες)

Άνευ αντικειμένου.

Αναλυτική επεξήγηση των επιμέρους διατάξεων της πρότασης

Το άρθρο 1 εξηγεί τον σκοπό της σύμβασης.

Το άρθρο 2 ορίζει το πεδίο εφαρμογής της σύμβασης.

Το άρθρο 3 παρέχει τους ορισμούς σημαντικών όρων της σύμβασης.

Το άρθρο 4 προβλέπει την εφαρμογή της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων στη σύμβαση.

Το άρθρο 5 προβλέπει ολοκληρωμένες και συντονισμένες πολιτικές από τα μέρη της σύμβασης.

Το άρθρο 6 προβλέπει την κατάρτιση και τη δημοσίευση εθνικής στρατηγικής.

Το άρθρο 7 προβλέπει ότι τα μέρη διαθέτουν χρηματοδοτικούς και ανθρώπινους πόρους.

Το άρθρο 8 προβλέπει την κατάρτιση επαγγελματιών από τα μέρη.

Το άρθρο 9 καθορίζει το πεδίο εφαρμογής της συλλογής δεδομένων και της έρευνας.

Το άρθρο 10 ορίζει τις γενικές υποχρεώσεις που υπαγορεύει η σύμβαση για τη λήψη των αναγκαίων νομοθετικών ή άλλων μέτρων με στόχο την πρόληψη των αδικημάτων που ορίζονται σ' αυτήν.

Το άρθρο 11 προβλέπει μέτρα ευαισθητοποίησης.

Το άρθρο 12 ορίζει αδικήματα που σχετίζονται με την παράνομη ρύπανση.

Το άρθρο 13 ορίζει αδικήματα που σχετίζονται με τη θέση σε κυκλοφορία στην αγορά προϊόντων που παραβιάζουν τις περιβαλλοντικές απαιτήσεις.

Το άρθρο 14 ορίζει αδικήματα που σχετίζονται με χημικές ουσίες.

Το άρθρο 15 ορίζει αδικήματα που σχετίζονται με ραδιενεργά υλικά ή ραδιενεργές ουσίες.

Το άρθρο 16 ορίζει αδικήματα που σχετίζονται με τον υδράργυρο.

Το άρθρο 17 ορίζει αδικήματα που σχετίζονται με ουσίες που καταστρέφουν τη στιβάδα του όζοντος.

Το άρθρο 18 ορίζει αδικήματα που σχετίζονται με φθοριούχα αέρια του θερμοκηπίου.

Το άρθρο 19 ορίζει αδικήματα που σχετίζονται με την παράνομη συλλογή, διαχείριση, διακομιδή, αξιοποίηση, διάθεση ή μεταφορά αποβλήτων.

Το άρθρο 20 ορίζει αδικήματα που σχετίζονται με την παράνομη λειτουργία ή παύση λειτουργίας εγκατάστασης στην οποία εκτελούνται επικίνδυνες δραστηριότητες.

Το άρθρο 21 ορίζει αδικήματα που σχετίζονται με την παράνομη λειτουργία ή παύση λειτουργίας εγκατάστασης σχετιζόμενης με επικίνδυνες ουσίες.

Το άρθρο 22 ορίζει αδικήματα που σχετίζονται με την παράνομη ανακύκλωση πλοίων.

Το άρθρο 23 ορίζει αδικήματα που σχετίζονται με τις απορρίψεις ρυπογόνων ουσιών από πλοία.

Το άρθρο 24 ορίζει αδικήματα που σχετίζονται με την παράνομη άντληση επιφανειακών ή υπόγειων υδάτων.

Το άρθρο 25 ορίζει αδικήματα που σχετίζονται με το εμπόριο παράνομα υλοτομημένης ξυλείας.

Το άρθρο 26 ορίζει αδικήματα που σχετίζονται με την παράνομη εξόρυξη.

Το άρθρο 27 ορίζει αδικήματα που σχετίζονται με την παράνομη θανάτωση, αφανισμό, σύλληψη και κατοχή προστατευόμενων ειδών άγριας πανίδας ή χλωρίδας.

Το άρθρο 28 ορίζει αδικήματα που σχετίζονται με το παράνομο εμπόριο προστατευόμενων ειδών άγριας πανίδας ή χλωρίδας.

Το άρθρο 29 ορίζει αδικήματα που σχετίζονται με την παράνομη υποβάθμιση οικοτόπων εντός προστατευόμενης περιοχής.

Το άρθρο 30 ορίζει αδικήματα που σχετίζονται με χωροκατακτητικά ξένα είδη.

Το άρθρο 31 καθορίζει τι πρέπει να θεωρείται ιδιαιτέρως σοβαρό αδίκημα.

Το άρθρο 32 αφορά την ηθική αυτουργία, τη συνέργεια και την απόπειρα.

Το άρθρο 33 ορίζει τις περιπτώσεις στις οποίες τα μέρη θεμελιώνουν τη δικαιοδοσία τους όσον αφορά τη σύμβαση.

Το άρθρο 34 προβλέπει την ευθύνη των νομικών προσώπων.

Το άρθρο 35 προβλέπει κυρώσεις και μέτρα.

Το άρθρο 36 προβλέπει επιβαρυντικές περιστάσεις.

Το άρθρο 37 προβλέπει τη δυνατότητα να λαμβάνονται υπόψη προηγούμενες ποινές που έχουν επιβληθεί από άλλο συμβαλλόμενο μέρος.

Το άρθρο 38 προβλέπει την κίνηση και τη συνέχιση δικαστικής διαδικασίας.

Το άρθρο 39 παραθέτει τις περιπτώσεις στις οποίες τα μέρη θα πρέπει να εξετάζουν το ενδεχόμενο χορήγησης δικαιωμάτων σε πρόσωπα και μη κυβερνητικές οργανώσεις να συμμετέχουν σε δικαστικές διαδικασίες.

Το άρθρο 40 προβλέπει διεθνή συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις.

Το άρθρο 41 προβλέπει τη δυνατότητα διαβίβασης πληροφοριών μεταξύ των μερών χωρίς προηγούμενο αίτημα.

Το άρθρο 42 ορίζει ότι πρέπει να τηρούνται οι κανόνες προστασίας των δεδομένων που προβλέπονται στην ισχύουσα νομοθεσία και στις διεθνείς συμφωνίες και διέπουν την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

Το άρθρο 43 προβλέπει το καθεστώς των θυμάτων σε ποινικές έρευνες και διαδικασίες.

Το άρθρο 44 προβλέπει την προστασία των μαρτύρων δυνάμει της σύμβασης.

Το άρθρο 45 προβλέπει την προστασία των προσώπων που καταγγέλλουν αδικήματα ή συνεργάζονται με τη δικαιοσύνη δυνάμει της σύμβασης.

Το άρθρο 46 προβλέπει τη σύνθεση και τις εσωτερικές διαδικασίες της επιτροπής των μερών.

Το άρθρο 47 απαριθμεί τους άλλους εκπροσώπους που διορίζονται ή μπορούν να διοριστούν στην επιτροπή των μερών.

Το άρθρο 48 απαριθμεί τα καθήκοντα της επιτροπής των μερών.

Το άρθρο 49 αφορά τη σχέση με άλλες πηγές διεθνούς δικαίου.

Το άρθρο 50 αφορά τις τροποποιήσεις της σύμβασης.

Το άρθρο 51 ορίζει τα αποτελέσματα της σύμβασης.

Το άρθρο 52 ρυθμίζει τον μηχανισμό επίλυσης διαφορών αναφορικά με τη σύμβαση.

Το άρθρο 53 προβλέπει την υπογραφή και την έναρξη ισχύος της σύμβασης.

Το άρθρο 54 προβλέπει τη διαδικασία προσχώρησης στη σύμβαση.

Το άρθρο 55 αφορά την εδαφική εφαρμογή της σύμβασης.

Το άρθρο 56 προβλέπει τη δυνατότητα επιφυλάξεων ως προς ορισμένες διατάξεις της σύμβασης, και ιδίως τη δυνατότητα των οργανισμών περιφερειακής ολοκλήρωσης να προσδιορίζουν το πεδίο εφαρμογής ορισμένων εννοιών της σύμβασης βάσει του εναρμονισμένου δικαίου τους.

Το άρθρο 57 προβλέπει τη δυνατότητα καταγγελίας της σύμβασης.

Το άρθρο 58 προβλέπει τις περιπτώσεις στις οποίες ο γενικός γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης πρέπει να προβεί σε κοινοποίηση.

·Κείμενο της σύμβασης και κοινοποιήσεις

Το κείμενο της σύμβασης υποβάλλεται στο Συμβούλιο μαζί με την παρούσα πρόταση.

Το κείμενο της επιφύλαξης υποβάλλεται μαζί με την παρούσα πρόταση.

Σύμφωνα με τις Συνθήκες, εναπόκειται στην Επιτροπή να προβεί, εξ ονόματος της Ένωσης, στην κοινοποίηση που προβλέπεται στο άρθρο 58 της σύμβασης, προκειμένου να εκφραστεί η συναίνεση της Ένωσης να δεσμεύεται από τη σύμβαση.

Σύμφωνα με τις Συνθήκες, εναπόκειται επίσης στην Επιτροπή να προβεί στις κοινοποιήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 14 παράγραφος 2, στο άρθρο 20 παράγραφος 2, στο άρθρο 21 παράγραφος 2, στο άρθρο 26 παράγραφος 2 και στο άρθρο 29 παράγραφος 2 της σύμβασης.

2025/0244 (NLE)

Πρόταση

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με τη σύναψη, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία του περιβάλλοντος μέσω του ποινικού δικαίου

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 83 παράγραφος 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 218 παράγραφος 6 δεύτερο εδάφιο στοιχείο α),

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη την έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ( 11 ),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)Σύμφωνα με την απόφαση [XXX] του Συμβουλίου, της [...] ( 12 )), η σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία του περιβάλλοντος μέσω του ποινικού δικαίου (στο εξής: σύμβαση) υπεγράφη στις [...], με την επιφύλαξη της σύναψής της σε μεταγενέστερη ημερομηνία.

(2)Η σύμβαση θεσπίζει διατάξεις σχετικά με τον σκοπό και το πεδίο εφαρμογής της, τους νομικούς ορισμούς και τη νομική ορολογία, τα ποινικά αδικήματα, την ευθύνη των νομικών προσώπων, τις κυρώσεις και άλλα μέτρα, τις επιβαρυντικές και τις ελαφρυντικές περιστάσεις, τα δικονομικά δικαιώματα και τη συνεργασία, τα προληπτικά μέτρα και τη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών σχετικά με το περιβαλλοντικό έγκλημα.

(3)Στις 11 Απριλίου 2024 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εξέδωσαν, βάσει του άρθρου 83 παράγραφος 2 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την οδηγία (ΕΕ) 2024/1203 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου( 13 )), η οποία ευθυγραμμίζεται σε μεγάλο βαθμό με τη σύμβαση.

(4)Δεδομένου ότι το πεδίο εφαρμογής και οι ουσιαστικές διατάξεις της σύμβασης συμπίπτουν σε μεγάλο βαθμό με την οδηγία (ΕΕ) 2024/1203, η σύναψη της σύμβασης μπορεί να επηρεάσει τους κοινούς κανόνες της Ένωσης ή να μεταβάλει την εμβέλειά τους κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 2 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κατά συνέπεια, η Ένωση διαθέτει αποκλειστική εξωτερική αρμοδιότητα για τη σύναψη της σύμβασης.

(5)Προκειμένου να διασφαλιστεί η συμβατότητα μεταξύ της σύμβασης και της οδηγίας (ΕΕ) 2024/1203, η Ένωση θα πρέπει να επωφεληθεί της δυνατότητας που προβλέπεται στο άρθρο 56 παράγραφος 3 της σύμβασης ώστε να προσδιορίσει, μέσω επιφύλαξης, το πεδίο εφαρμογής του όρου «παράνομος/η/ο» και άλλων εννοιών που χρησιμοποιούνται για τον ορισμό των ποινικών αδικημάτων στο πλαίσιο της σύμβασης.

(6)Η σύμβαση και η επιφύλαξη πρέπει να εγκριθούν.

(7)[Σύμφωνα με το άρθρο 3 του πρωτοκόλλου (αριθ. 21) για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας, όσον αφορά τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, το οποίο προσαρτάται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ιρλανδία γνωστοποίησε (με την από... επιστολή της) την πρόθεσή της να συμμετάσχει στην έκδοση και εφαρμογή της παρούσας απόφασης] ή [Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου αριθ. 21 για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας όσον αφορά τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, το οποίο προσαρτάται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και με την επιφύλαξη του άρθρου 4 του εν λόγω πρωτοκόλλου, η Ιρλανδία δεν συμμετέχει στην έκδοση της παρούσας απόφασης και δεν δεσμεύεται από αυτήν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή της.]

(8)Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου αριθ. 22 σχετικά με τη θέση της Δανίας, το οποίο προσαρτάται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Δανία δεν συμμετέχει στην έκδοση της παρούσας απόφασης και δεν δεσμεύεται από αυτήν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή της,

(9)Ζητήθηκε η γνώμη του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων σύμφωνα με το άρθρο 42 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 14 , ο οποίος γνωμοδότησε στις XXXX 15 ,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Εγκρίνεται η σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία του περιβάλλοντος μέσω του ποινικού δικαίου ( 16 ).

Άρθρο 2

Εγκρίνεται η επιφύλαξη ( 17 ).

Άρθρο 3

Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει την […] ( 18 )).

Βρυξέλλες,

   Για το Συμβούλιο

   Ο/Η Πρόεδρος

(1) ()    UNEP-INTERPOL Rapid Response Assessment: The Rise of Environmental Crime (Αξιολόγηση ταχείας απόκρισης: Η άνοδος του περιβαλλοντικού εγκλήματος), Ιούνιος 2016.
(2) ()    Σύμβαση για την προστασία του περιβάλλοντος μέσω του ποινικού δικαίου, ETS αριθ. 172, που εκδόθηκε στις 4 Νοεμβρίου 1998.
(3) ()    Feasibility Study on the Protection of the Environment through Criminal Law (Έκθεση σκοπιμότητας για την προστασία του περιβάλλοντος μέσω του ποινικού δικαίου) [στο εξής: CDPC(2021)9-Fin].
(4) ()    Ευρωπαϊκή επιτροπή για προβλήματα εγκλημάτων (CDPC) — Εντολή της επιτροπής εμπειρογνωμόνων για την προστασία του περιβάλλοντος μέσω του ποινικού δικαίου (PC-ENV), CM(2022)148-add2final.
(5) ()    Απόφαση (ΕΕ) 2023/2170 του Συμβουλίου, της 28ης Σεπτεμβρίου 2023, με την οποία εξουσιοδοτείται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να συμμετάσχει, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στις διαπραγματεύσεις σχετικά με μια σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης που θα υποκαταστήσει και αντικαταστήσει τη σύμβαση του 1998 για την προστασία του περιβάλλοντος μέσω του ποινικού δικαίου (ETS αριθ. 172) (ΕΕ L, 2023/2170, 16.10.202, ELI: http://data.europa.eu/eli/dec/2023/2170/oj).
(6) ()    Γύροι διαπραγματεύσεων πραγματοποιήθηκαν από τις 16 έως τις 18 Οκτωβρίου 2023, από τις 27 έως τις 29 Φεβρουαρίου 2024 και από τις 4 έως τις 7 Ιουνίου 2024.
(7) ()    Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων).
(8) ()    Οδηγία (ΕΕ) 2016/680 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της απόφασης-πλαίσιο 2008/977/ΔΕΥ του Συμβουλίου.
(9) ()    Υπόθεση C-114/12, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, ECLI:EU:C:2014:2151, σκέψεις 69 και 70.
(10) ()    Γνωμοδότηση 1/13 της 14ης Οκτωβρίου 2014, EU:C:2014:2303, σκέψη 74.
(11) ()    Η έγκριση δημοσιεύθηκε στην ΕΕ L [...].
(12) ()    ΕΕ L […] της […], σ. […].
(13) ()    Οδηγία (ΕΕ) 2024/1203 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Απριλίου 2024, σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος μέσω του ποινικού δικαίου και την αντικατάσταση των οδηγιών 2008/99/ΕΚ και 2009/123/ΕΚ (ΕΕ L, 2024/1203, 30.4.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2024/1203/oj).
(14) ()    Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2018, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης και την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 και της απόφασης αριθ. 1247/2002/ΕΚ (ΕΕ L 295 της 21.11.2018, σ. 39, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2018/1725/oj ).
(15) ()    ΕΕ C […] της […], σ. […].
(16) ()    Το κείμενο της σύμβασης δημοσιεύεται στην ΕΕ L [...].
(17) ()    Η επιφύλαξη δημοσιεύεται στην ΕΕ L [...].
(18) ()    Η ημερομηνία έναρξης ισχύος της σύμβασης θα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Βρυξέλλες, 29.7.2025

COM(2025) 434 final

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ

της

πρότασης απόφασης του Συμβουλίου

σχετικά με τη σύναψη, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία του περιβάλλοντος μέσω του ποινικού δικαίου


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1

ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΥΠΟΥΡΓΩΝ

Έγγραφα CM

CM(2025)52-final

14 Μαΐου 2025

134η σύνοδος της Επιτροπής Υπουργών

(Λουξεμβούργο, 13-14 Μαΐου 2025)

Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία του περιβάλλοντος μέσω του ποινικού δικαίου

Προοίμιο

Τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης και οι λοιποί υπογράφοντες την παρούσα σύμβαση,

Υπενθυμίζοντας τη διακήρυξη του Ρέικιαβικ, η οποία εγκρίθηκε στο πλαίσιο της 4ης συνόδου κορυφής των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων του Συμβουλίου της Ευρώπης (Ρέικιαβικ, 16-17 Μαΐου 2023), όπου οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων του Συμβουλίου της Ευρώπης δήλωσαν τη δέσμευσή τους να ενισχύσουν το έργο τους στο Συμβούλιο της Ευρώπης σχετικά με τις πτυχές του περιβάλλοντος που αφορούν τα ανθρώπινα δικαιώματα, να εντοπίσουν τις προκλήσεις που θέτει η τριπλή πλανητική κρίση της ρύπανσης, της κλιματικής αλλαγής και της απώλειας βιοποικιλότητας για τα ανθρώπινα δικαιώματα και να συμβάλουν στην ανάπτυξη κοινών τρόπων αντίδρασης σε αυτήν·

Υπενθυμίζοντας τη Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ETS αριθ. 5, 1950) και τα πρωτόκολλά της, τη σύμβαση για τη διατήρηση της άγριας ζωής και του φυσικού περιβάλλοντος της Ευρώπης (ETS αριθ. 104, 1979) και τη σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για το τοπίο (ETS αριθ. 176, 2000)·

Έχοντας υπόψη την ευρωπαϊκή σύμβαση εκδόσεως (ETS αριθ. 24, 1957) και τα πρωτόκολλά της, την ευρωπαϊκή σύμβαση αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής επί ποινικών υποθέσεων (ETS αριθ. 30, 1959) και τα πρωτόκολλά της, την ευρωπαϊκή σύμβαση για τη διεθνή ισχύ των ποινικών αποφάσεων (ETS αριθ. 70, 1970), την ευρωπαϊκή σύμβαση για τη διαβίβαση των ποινικών δικογραφιών (ETS αριθ. 73, 1972), τη σύμβαση ποινικού δικαίου για τη διαφθορά (ETS αριθ. 173, 1999), τη σύμβαση για το έγκλημα στον κυβερνοχώρο (ETS αριθ. 185, 2001) και τα πρωτόκολλά της και τη σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για το ξέπλυμα, την έρευνα, την κατάσχεση και δήμευση των προϊόντων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες και για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας (CETS αριθ.198, 2005)·

Έχοντας υπόψη τη σύμβαση για την προστασία του ατόμου από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα (ETS αριθ. 108, 1981) και το πρωτόκολλο για την τροποποίηση της σύμβασης για την προστασία του ατόμου από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα (CETS αριθ. 223, 2018)·

Υπενθυμίζοντας τις ακόλουθες συστάσεις της Επιτροπής Υπουργών προς τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης: σύσταση αριθ. R (88) 18 όσον αφορά την ευθύνη επιχειρήσεων με νομική προσωπικότητα για ποινικά αδικήματα που τελούνται κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, σύσταση αριθ. R (96) 8 για την πολιτική καταπολέμησης του εγκλήματος στην Ευρώπη σε μια περίοδο αλλαγών, σύσταση Rec(2001) 11 όσον αφορά τις κατευθυντήριες αρχές για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος, σύσταση CM/Rec(2014) 7 σχετικά με την προστασία των πληροφοριοδοτών δημόσιου συμφέροντος, σύσταση CM/Rec(2022) 9 σχετικά με την προστασία των μαρτύρων και των προσώπων που συνεργάζονται με τη δικαιοσύνη και σύσταση CM/Rec(2022) 20 σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα και την προστασία του περιβάλλοντος·

Υπενθυμίζοντας το ψήφισμα (77) 28 της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με τη συμβολή του ποινικού δικαίου στην προστασία του περιβάλλοντος·

Υπενθυμίζοντας το ψήφισμα 2398 (2021) της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης και τη σύσταση 2213 (2021) «Αντιμετώπιση ζητημάτων ποινικής και αστικής ευθύνης στο πλαίσιο της κλιματικής αλλαγής», το ψήφισμα 2477 (2023) και τη σύσταση 2246 (2023) «Περιβαλλοντικές επιπτώσεις των ένοπλων συγκρούσεων» και τη σύσταση 2272 (2024) «Ενσωμάτωση του ανθρώπινου δικαιώματος σε ένα ασφαλές, καθαρό, υγιεινό και βιώσιμο περιβάλλον με τη διαδικασία του Ρέικιαβικ», μέσω των οποίων ζητείται η αναγνώριση της οικοκτονίας, η οποία καλύπτεται ήδη από το δίκαιο ορισμένων κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης και αποτελεί αντικείμενο συζητήσεων σε διεθνές επίπεδο·

Λαμβάνοντας υπόψη τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο θέτει σημαντικά πρότυπα όσον αφορά την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του περιβάλλοντος·

Έχοντας υπόψη την οδηγία (ΕΕ) 2024/1203 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Απριλίου 2024, σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος μέσω του ποινικού δικαίου και την αντικατάσταση των οδηγιών 2008/99/ΕΚ και 2009/123/ΕΚ·

Έχοντας υπόψη τη σύμβαση-πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την κλιματική αλλαγή (1992) και τη σύμβαση για την πρόσβαση σε πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα (1998)·

Έχοντας υπόψη τη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του διεθνικού οργανωμένου εγκλήματος (2000) και τη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά της διαφθοράς (2003)·

Έχοντας υπόψη τη σύμβαση για το διεθνές εμπόριο ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας που απειλούνται με εξαφάνιση (CITES) (1973) και τη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τη βιολογική ποικιλότητα (1992)·

Έχοντας υπόψη τη διεθνή σύμβαση για την πρόληψη της ρύπανσης από πλοία (MARPOL, 1973) και τα πρωτόκολλά της, τη διεθνή σύμβαση για την ασφάλεια της ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα (σύμβαση SOLAS, 1974), τη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας (UNCLOS, 1982), τη σύμβαση για την προστασία και τη χρήση των διασυνοριακών υδάτων και των διεθνών λιμνών (1992) και τη διεθνή σύμβαση του Χονγκ Κονγκ για την ασφαλή και φιλική προς το περιβάλλον ανακύκλωση πλοίων (2009)·

Λαμβάνοντας υπόψη τη σύμβαση για τη φυσική προστασία του πυρηνικού υλικού και την τροποποίησή της (1979), τη σύμβαση σχετικά με τη διαμεθοριακή ρύπανση της ατμόσφαιρας σε μεγάλη απόσταση (1979), το πρωτόκολλο του Μόντρεαλ για τις ουσίες που καταστρέφουν τη στιβάδα του όζοντος (1987), τη σύμβαση της Βασιλείας για τον έλεγχο των διασυνοριακών κινήσεων επικίνδυνων αποβλήτων και της επεξεργασίας τους (1989), τη σύμβαση για την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων σε διασυνοριακό πλαίσιο (1991), τη σύμβαση για την πυρηνική ασφάλεια (1994), την κοινή σύμβαση για την ασφάλεια διαχείρισης του αναλωμένου καυσίμου και την ασφάλεια διαχείρισης των ραδιενεργών αποβλήτων (1997), τη σύμβαση της Στοκχόλμης για τους έμμονους οργανικούς ρύπους (2001) και τη σύμβαση της Μιναμάτα για τον υδράργυρο (2013)·

Υπενθυμίζοντας τις αρχές της Διακήρυξης της Διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για το ανθρώπινο περιβάλλον (1972) και της Διακήρυξης του Ρίο των Ηνωμένων Εθνών για το περιβάλλον και την ανάπτυξη (1992)·

Υπενθυμίζοντας τη συμφωνία του Παρισιού, η οποία εγκρίθηκε κατά την 21η διάσκεψη των μερών της σύμβασης-πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών για την κλιματική αλλαγή (COP 21) στις 12 Δεκεμβρίου 2015 και άνοιξε προς υπογραφή στις 22 Απριλίου 2016, το σύμφωνο της Γλασκόβης για το κλίμα, το οποίο εγκρίθηκε στο πλαίσιο της COP 26, τα αποτελέσματα του πρώτου παγκόσμιου απολογισμού που εγκρίθηκε στο πλαίσιο της COP 28 και το παγκόσμιο πλαίσιο για τη βιοποικιλότητα Κουνμίνγκ-Μόντρεαλ, το οποίο εγκρίθηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τη βιολογική ποικιλότητα στις 18 Δεκεμβρίου 2022·

Υπενθυμίζοντας τα ακόλουθα ψηφίσματα της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών: A/RES/75/196 της 16ης Δεκεμβρίου 2020, με τίτλο «Ενίσχυση του προγράμματος των Ηνωμένων Εθνών για την πρόληψη του εγκλήματος και την ποινική δικαιοσύνη, ιδίως των δυνατοτήτων του τεχνικής συνεργασίας»· A/RES/76/185 της 16ης Δεκεμβρίου 2021, με τίτλο «Πρόληψη και καταπολέμηση εγκλημάτων που επηρεάζουν το περιβάλλον»· A/RES/76/300 της 28ης Ιουλίου 2022, με τίτλο «Το ανθρώπινο δικαίωμα σε καθαρό, υγιεινό και βιώσιμο περιβάλλον»· και A/RES/77/325 της 25ης Αυγούστου 2023, με τίτλο «Αντιμετώπιση της παράνομης εμπορίας άγριων ειδών»·

Υπενθυμίζοντας τα ακόλουθα ψηφίσματα του Οικονομικού και Κοινωνικού Συμβουλίου των Ηνωμένων Εθνών: το ψήφισμα 2013/40 της 25ης Ιουλίου 2013 με τίτλο «Πρόληψη του εγκλήματος και αντίδραση της ποινικής δικαιοσύνης στην παράνομη εμπορία προστατευόμενων ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας», το ψήφισμα 2008/25 της 24ης Ιουλίου 2008 με τίτλο «Διεθνής συνεργασία για την πρόληψη και την καταπολέμηση της παράνομης διεθνούς εμπορίας δασικών προϊόντων, συμπεριλαμβανομένης της ξυλείας, της άγριας πανίδας και άλλων δασικών βιολογικών πόρων» και το ψήφισμα 1996/10 της 23ης Ιουλίου 1996 με τίτλο «Ο ρόλος του ποινικού δικαίου στην προστασία του περιβάλλοντος»·

Υπενθυμίζοντας τη δήλωση του Κιότο για την προαγωγή της πρόληψης του εγκλήματος, της ποινικής δικαιοσύνης και του κράτους δικαίου: προς την υλοποίηση της ατζέντας του 2030 για τη βιώσιμη ανάπτυξη, η οποία εγκρίθηκε από το δέκατο τέταρτο συνέδριο των Ηνωμένων Εθνών για την πρόληψη του εγκλήματος και την ποινική δικαιοσύνη, το οποίο πραγματοποιήθηκε στο Κιότο της Ιαπωνίας από τις 7 έως τις 12 Μαρτίου 2021·

Υπενθυμίζοντας τα ακόλουθα ψηφίσματα της διάσκεψης των μερών της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά του διεθνικού οργανωμένου εγκλήματος: το ψήφισμα 11/3 του Οκτωβρίου του 2022 με τίτλο «Αποτελέσματα της κοινής θεματικής συζήτησης της ομάδας εργασίας κρατικών εμπειρογνωμόνων για την τεχνική βοήθεια και της ομάδας εργασίας για τη διεθνή συνεργασία όσον αφορά την εφαρμογή της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά του διεθνικού οργανωμένου εγκλήματος για την πρόληψη και την καταπολέμηση του διεθνικού οργανωμένου εγκλήματος που επηρεάζει το περιβάλλον», το ψήφισμα 31/1, του Μαΐου του 2022, της Επιτροπής για την Πρόληψη του Εγκλήματος και την Ποινική Δικαιοσύνη με τίτλο «Ενίσχυση του διεθνούς νομικού πλαισίου για τη διεθνή συνεργασία με σκοπό την πρόληψη και την καταπολέμηση της παράνομης εμπορίας άγριων ειδών», καθώς και το ψήφισμα 10/6 του Οκτωβρίου του 2020 με τίτλο «Πρόληψη και καταπολέμηση εγκλημάτων που επηρεάζουν το περιβάλλον και εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά του διεθνικού οργανωμένου εγκλήματος» και·

Αναγνωρίζοντας τον πρωταρχικό ρόλο και την ευθύνη των κρατών όσον αφορά τον καθορισμό των πολιτικών και των στρατηγικών τους για την πρόληψη και την καταπολέμηση του περιβαλλοντικού εγκλήματος·

Λαμβάνοντας υπόψη την υφιστάμενη έρευνα σχετικά με το κόστος του περιβαλλοντικού εγκλήματος·

Αναγνωρίζοντας ότι οι δραστηριότητες του οργανωμένου περιβαλλοντικού εγκλήματος παρεμποδίζουν και υπονομεύουν τις προσπάθειες που καταβάλλουν τα κράτη για την προστασία του περιβάλλοντος, την προώθηση του κράτους δικαίου και την επίτευξη βιώσιμης ανάπτυξης·

Αναγνωρίζοντας ότι το περιβαλλοντικό έγκλημα έχει αρνητικό αντίκτυπο στις οικονομίες, στη δημόσια υγεία, στην ανθρώπινη ασφάλεια, στην επισιτιστική ασφάλεια, στα μέσα βιοπορισμού και στους οικοτόπους·

Αναγνωρίζοντας τον θεμελιώδη ρόλο της αποτελεσματικής διεθνούς συνεργασίας για την πρόληψη και την καταπολέμηση του περιβαλλοντικού εγκλήματος και, για τον σκοπό αυτόν, αναγνωρίζοντας τη σημασία της αντιμετώπισης και αποτελεσματικής διαχείρισης των διεθνών προκλήσεων και φραγμών στην εν λόγω συνεργασία·

Αναγνωρίζοντας επίσης τη σημαντική συμβολή άλλων σχετικών ενδιαφερόμενων μερών, συμπεριλαμβανομένων του ιδιωτικού τομέα, της κοινωνίας των πολιτών, μη κυβερνητικών οργανώσεων, των μέσων ενημέρωσης, της ακαδημαϊκής κοινότητας και της επιστημονικής κοινότητας, στην πρόληψη και την καταπολέμηση του περιβαλλοντικού εγκλήματος·

Αναγνωρίζοντας επίσης ότι, στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος, η κοινωνία των πολιτών, συμπεριλαμβανομένων των περιβαλλοντικών μη κυβερνητικών οργανώσεων, διαδραματίζει σημαντικό ρόλο συμβάλλοντας στην ευαισθητοποίηση του κοινού σχετικά με περιβαλλοντικά ζητήματα και στον τομέα της πρόληψης και του εντοπισμού περιβαλλοντικών ποινικών αδικημάτων·

Αναγνωρίζοντας τη σημασία της δέουσας επιμέλειας που θα πρέπει να εφαρμόζουν τα νομικά πρόσωπα για τη διασφάλιση της προστασίας του περιβάλλοντος και την πρόληψη περιβαλλοντικών αδικημάτων·

Αναγνωρίζοντας ότι το περιβαλλοντικό έγκλημα έχει όλο και περισσότερο εξωεδαφικές επιπτώσεις και λαμβάνει τη μορφή διεθνούς εμπορίας, η οποία, σε συνδυασμό με την επιτάχυνση φαινομένων υποβάθμισης (κλιματική αλλαγή, απώλεια βιοποικιλότητας, εξάντληση φυσικών πόρων, καταστροφή οικοτόπων κ.λπ.), καθιστά αναγκαία τη θέσπιση ελάχιστων γενικών προτύπων στο ποινικό δίκαιο ως μέρος ενός κοινού και συνεργατικού διεθνούς πλαισίου·

Αναγνωρίζοντας ότι το περιβαλλοντικό έγκλημα μπορεί να λάβει πολλές μορφές, τις οποίες ο νόμος πρέπει να προσδιορίσει, να ορίσει και να ποινικοποιήσει με σαφή, αποτελεσματικό και αναλογικό τρόπο, με πλήρη σεβασμό της αρχής της νομιμότητας·

Αναγνωρίζοντας ότι ορισμένες εκ προθέσεως πράξεις που καλύπτονται από την παρούσα σύμβαση μπορούν να προκαλέσουν ιδιαίτερα σοβαρή ζημία στο περιβάλλον και ότι αυτό θα πρέπει να αναγνωριστεί ως ιδιαίτερα σοβαρό αδίκημα,

Συμφώνησαν τα ακόλουθα:

Κεφάλαιο I — Σκοποί, πεδίο εφαρμογής, ορισμοί και απαγόρευση των διακρίσεων

Άρθρο 1 — Σκοποί της σύμβασης

1.Σκοποί της παρούσας σύμβασης είναι:

α)η αποτελεσματική πρόληψη και καταπολέμηση του περιβαλλοντικού εγκλήματος·

β)η προώθηση και ενίσχυση της εθνικής και διεθνούς συνεργασίας για την καταπολέμηση του περιβαλλοντικού εγκλήματος·

γ)η θέσπιση ελάχιστων κανόνων που καθοδηγούν τα κράτη στην εθνική τους νομοθεσία·

και, ως εκ τούτου, η προώθηση και ενίσχυση της προστασίας του περιβάλλοντος.

2.Η παρούσα σύμβαση, για να εξασφαλίσει την αποτελεσματική εφαρμογή των διατάξεών της από τα μέρη, θεσπίζει ειδικό μηχανισμό παρακολούθησης.

Άρθρο 2 — Πεδίο εφαρμογής της σύμβασης

1.Η παρούσα σύμβαση εφαρμόζεται στην πρόληψη, την ανίχνευση, τη διερεύνηση και τη δίωξη των ποινικών αδικημάτων που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση, καθώς και στην επιβολή κυρώσεων για τα εν λόγω αδικήματα.

2.Η παρούσα σύμβαση εφαρμόζεται τόσο σε περιόδους ειρήνης όσο και σε καταστάσεις ένοπλης σύγκρουσης, πολέμου ή κατοχής.

Άρθρο 3 — Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας σύμβασης:

α)με τον όρο «παράνομος/-η/-ο» νοείται ο παραβαίνων / η παραβαίνουσα / το παραβαίνον το εσωτερικό δίκαιου, κανονισμό, διοικητική διάταξη ή απόφασης αρμόδιας αρχής που αποσκοπεί στην προστασία του περιβάλλοντος. Η συμπεριφορά είναι παράνομη ακόμη κι όταν τελείται με την έγκριση αρμόδιας αρχής συμβαλλόμενου μέρους, όταν η έγκριση αυτή ελήφθη δόλια ή με δωροδοκία, εκβιασμό ή εξαναγκασμό·

β)με τον όρο «ύδατα» νοούνται όλες οι κατηγορίες επιφανειακών υδάτων, συμπεριλαμβανομένων των ποταμών, των λιμνών, των μεταβατικών υδάτων, των παράκτιων υδάτων, όλων των συστημάτων υπόγειων υδάτων και όλων των θαλάσσιων υδάτων, συμπεριλαμβανομένων των ωκεανών και των θαλασσών·

γ)με τον όρο «οικοσύστημα» νοείται ένα δυναμικό σύμπλεγμα κοινοτήτων φυτών, μυκήτων, ζώων και μικροοργανισμών και του αβιοτικού περιβάλλοντός τους που αλληλεπιδρούν ως λειτουργική μονάδα. Περιλαμβάνει τύπους οικοτόπων, οικοτόπους ειδών και πληθυσμούς ειδών·

δ)με τον όρο «απόβλητα νοείται κάθε ουσία ή αντικείμενο το οποίο ο κάτοχός του απορρίπτει, προτίθεται να απορρίψει ή υποχρεούται να απορρίψει.

Άρθρο 4 — Αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων

Η εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας σύμβασης από τα συμβαλλόμενα μέρη διασφαλίζεται χωρίς διακρίσεις λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσας, ηλικίας, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής καταγωγής ή κοινωνικής προέλευσης, συμμετοχής σε εθνική μειονότητα, περιουσίας, γέννησης, γενετήσιου προσανατολισμού, κατάστασης της υγείας, αναπηρίας ή άλλης κατάστασης.

Κεφάλαιο II — Ενιαίες πολιτικές και συλλογή δεδομένων

Άρθρο 5 — Ολοκληρωμένες και συντονισμένες πολιτικές

1.Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία νομοθετικά ή άλλα μέτρα για τη θέσπιση και την εφαρμογή αποτελεσματικών, ολοκληρωμένων και συντονισμένων πολιτικών οι οποίες περιλαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη και την καταπολέμηση της τέλεσης οποιουδήποτε αδικήματος θεσπίζεται σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση.

2.Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία νομοθετικά ή άλλα μέτρα για τη θέσπιση κατάλληλων μηχανισμών συντονισμού και συνεργασίας σε στρατηγικό και επιχειρησιακό επίπεδο μεταξύ όλων των αρμόδιων αρχών τους που εμπλέκονται στην πρόληψη και την καταπολέμηση αδικημάτων που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση. Οι εν λόγω μηχανισμοί στοχεύουν στα εξής:

α)εξασφάλιση κοινής αντίληψης της σχέσης μεταξύ ποινικής και διοικητικής επιβολής, καθώς και θέσπιση κοινών προτεραιοτήτων και πρακτικών·

β)ανταλλαγή πληροφοριών για στρατηγικούς και επιχειρησιακούς σκοπούς εντός των ορίων του εθνικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων για την προστασία των δεδομένων· και

γ)ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών.

3.Τα συμβαλλόμενα μέρη εξετάζουν το ενδεχόμενο να ορίσουν ή να συστήσουν έναν ή περισσότερους επίσημους φορείς αρμόδιους για τον συντονισμό, την εφαρμογή, την παρακολούθηση και την αξιολόγηση των πολιτικών και των μέτρων πρόληψης και καταπολέμησης της τέλεσης αδικημάτων που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση, λαμβάνοντας υπόψη τις συνταγματικές τους παραδόσεις, τα νομικά τους συστήματα και τα εθνικά τους πλαίσια.

4.Στα μέτρα που λαμβάνονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο συμμετέχουν όλοι οι σχετικοί φορείς, όπως κρατικοί οργανισμοί, κοινοβούλια και αρχές σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένων δικαστικών αρχών, εισαγγελέων, υπηρεσιών επιβολής του νόμου και, κατά περίπτωση, μη κυβερνητικών οργανώσεων και άλλων σχετικών οργανισμών και οντοτήτων.

5.Τα συμβαλλόμενα μέρη εξετάζουν το ενδεχόμενο να αναθέσουν σε εξειδικευμένες μονάδες έρευνας, εισαγγελείς και δικαστές καθήκοντα πρόληψης, διερεύνησης, δίωξης και εκδίκασης αδικημάτων που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση, λαμβάνοντας υπόψη τις συνταγματικές τους παραδόσεις, τα νομικά τους συστήματα και τα εθνικά τους πλαίσια· και τηρώντας τους κανόνες που διέπουν το καθεστώς και τα καθήκοντα των επαγγελματιών του νομικού κλάδου.

Άρθρο 6 — Εθνική στρατηγική

Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία νομοθετικά ή άλλα μέτρα για τη θέσπιση και τη δημοσίευση εθνικής στρατηγικής σχετικά με την πρόληψη και την καταπολέμηση των αδικημάτων που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση, η οποία θα περιλαμβάνει:

α)τους στόχους και τις προτεραιότητες της εθνικής πολιτικής σε αυτόν τον τομέα·

β)τους ρόλους και τις ευθύνες των αρμόδιων αρχών·

γ)τους απαιτούμενους πόρους και τον τρόπο στήριξης της εξειδίκευσης των επαγγελματιών της επιβολής του νόμου·

δ)ρυθμίσεις για την τακτική αξιολόγηση της επίτευξης των στόχων μιας τέτοιας εθνικής στρατηγικής· και

ε)την παροχή συνδρομής σε διεθνή δίκτυα που ασχολούνται με ζητήματα τα οποία σχετίζονται άμεσα με την πρόληψη και την καταπολέμηση αδικημάτων που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση και συναφών παραβάσεων. 

Άρθρο 7 — Πόροι

Τα συμβαλλόμενα μέρη διαθέτουν τους κατάλληλους οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους για την πρόληψη και την καταπολέμηση της τέλεσης οποιουδήποτε αδικήματος θεσπίζεται σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση.

Άρθρο 8 — Κατάρτιση επαγγελματιών

1.Τα συμβαλλόμενα μέρη παρέχουν κατάλληλη και τακτική διεπιστημονική, τεχνική και νομική κατάρτιση στους σχετικούς επαγγελματίες που ασχολούνται με την πρόληψη, την ανίχνευση, τη διερεύνηση, τη δίωξη και την εκδίκαση αδικημάτων που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση, τηρώντας τους κανόνες που διέπουν το καθεστώς και τα καθήκοντα των επαγγελματιών του νομικού κλάδου.

2.Τα συμβαλλόμενα μέρη ενθαρρύνουν την ενσωμάτωση οδηγιών σχετικά με τη συντονισμένη διυπηρεσιακή συνεργασία στην κατάρτιση της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, ώστε να καταστεί δυνατός ο πλήρης και κατάλληλος χειρισμός των παραπομπών σε υποθέσεις που αφορούν αδικήματα που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση.

Άρθρο 9 — Συλλογή δεδομένων και έρευνα

1.Για τους σκοπούς της εφαρμογής της παρούσας σύμβασης, τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν:

α)να συλλέγουν σχετικά στατιστικά στοιχεία ανά τακτά χρονικά διαστήματα για υποθέσεις που αφορούν αδικήματα που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση· και

β)να προωθούν την έρευνα στον τομέα του περιβαλλοντικού εγκλήματος, προκειμένου να μελετηθούν τα βαθύτερα αίτια και οι επιπτώσεις του, τα περιστατικά και τα ποσοστά καταδικαστικών αποφάσεων, καθώς και η αποτελεσματικότητα των μέτρων που λαμβάνονται για την εφαρμογή της παρούσας σύμβασης.

2.Τα συμβαλλόμενα μέρη παρέχουν στην επιτροπή των συμβαλλόμενων μερών, που προβλέπεται στο άρθρο 46 της παρούσας σύμβασης, τις πληροφορίες που συλλέγονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

3.Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία νομοθετικά ή άλλα μέτρα για να διασφαλίσουν ότι οι πληροφορίες που συλλέγονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο είναι διαθέσιμες στο κοινό.

Κεφάλαιο III — Πρόληψη

Άρθρο 10 — Γενικές υποχρεώσεις

Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία νομοθετικά ή άλλα μέτρα για την πρόληψη της τέλεσης κάθε αδικήματος που θεσπίζεται σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, κατά περίπτωση σε συνεργασία με την κοινωνία των πολιτών και μη κυβερνητικές οργανώσεις.

Άρθρο 11 — Ευαισθητοποίηση

1.Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την προώθηση ή τη διοργάνωση εκστρατειών ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης σχετικά με την πρόληψη και την καταπολέμηση του περιβαλλοντικού εγκλήματος, κατά περίπτωση, σε συνεργασία με την κοινωνία των πολιτών και μη κυβερνητικές οργανώσεις.

2.Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι διαδίδονται ευρέως στο κοινό πληροφορίες σχετικά με τα διαθέσιμα μέτρα για την πρόληψη αδικημάτων που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση.

Κεφάλαιο IV — Ουσιαστικό ποινικό δίκαιο

Τμήμα 1 — Ρύπανση, προϊόντα και ουσίες

Άρθρο 12 — Αδικήματα που σχετίζονται με την παράνομη ρύπανση

Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία νομοθετικά μέτρα για να χαρακτηρίσουν ως ποινικό αδίκημα, σύμφωνα με το εσωτερικό τους δίκαιο, την απόρριψη, εκπομπή ή εισαγωγή ποσότητας υλικών ή ουσιών, ενέργειας ή ιοντίζουσας ακτινοβολίας στον αέρα, το έδαφος ή το νερό η οποία προκαλεί ή ενδέχεται να προκαλέσει τον θάνατο ή σοβαρές σωματικές βλάβες σε πρόσωπα ή ουσιαστικές βλάβες στην ποιότητα του αέρα, του εδάφους ή του νερού ή σε ζώα ή φυτά, όταν οι πράξεις αυτές τελούνται παράνομα και εκ προθέσεως.

Άρθρο 13 — Αδικήματα που σχετίζονται με τη θέση σε κυκλοφορία στην αγορά προϊόντων που παραβιάζουν τις περιβαλλοντικές απαιτήσεις

Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία νομοθετικά μέτρα για να χαρακτηρίσουν ως ποινικό αδίκημα, σύμφωνα με το εσωτερικό τους δίκαιο, τη θέση σε κυκλοφορία στην αγορά, κατά παράβαση απαγόρευσης ή άλλης απαίτησης που αποσκοπεί στην προστασία του περιβάλλοντος, προϊόντος η χρήση του οποίου έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη, εκπομπή ή εισαγωγή ποσότητας υλικών ή ουσιών, ενέργειας ή ιοντίζουσας ακτινοβολίας στον αέρα, το έδαφος ή το νερό η οποία προκαλεί ή ενδέχεται να προκαλέσει τον θάνατο ή σοβαρές σωματικές βλάβες σε πρόσωπα ή ουσιαστικές βλάβες στην ποιότητα του αέρα, του νερού ή του εδάφους, ή σε ζώα ή φυτά, ως αποτέλεσμα της χρήσης του προϊόντος σε μεγαλύτερη κλίμακα, δηλαδή της χρήσης του προϊόντος από διάφορους χρήστες, ανεξαρτήτως του αριθμού τους, όταν οι πράξεις αυτές τελούνται παράνομα και εκ προθέσεως.

Άρθρο 14 — Αδικήματα που σχετίζονται με χημικές ουσίες

1.Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία νομοθετικά μέτρα για να χαρακτηρίσουν ως ποινικό αδίκημα, σύμφωνα με το εσωτερικό τους δίκαιο, την παρασκευή, τη θέση σε κυκλοφορία ή τη διάθεση στην αγορά, την εισαγωγή, την εξαγωγή ή τη χρήση χημικών ουσιών που υπόκεινται σε ρύθμιση, είτε σε αυτούσια μορφή είτε σε μείγματα ή σε αντικείμενα, συμπεριλαμβανομένης της ενσωμάτωσής τους σε αντικείμενα, όταν οι πράξεις αυτές τελούνται παράνομα και εκ προθέσεως και όταν η συμπεριφορά αυτή απαγορεύεται σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο που αποσκοπεί στην προστασία του περιβάλλοντος και προκαλεί ή ενδέχεται να προκαλέσει τον θάνατο ή σοβαρές σωματικές βλάβες σε πρόσωπα ή ουσιαστικές βλάβες στην ποιότητα του αέρα, του εδάφους ή του νερού, ή σε ζώα ή φυτά.

2.Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να προσδιορίσουν τις εσωτερικές διατάξεις τις οποίες θα θεσπίσουν βάσει της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου και να τις κοινοποιήσουν στη Γραμματεία.

Άρθρο 15 — Αδικήματα που σχετίζονται με ραδιενεργά υλικά ή ραδιενεργές ουσίες

Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία νομοθετικά μέτρα για να χαρακτηρίσουν ως ποινικό αδίκημα, σύμφωνα με το εσωτερικό τους δίκαιο, την κατασκευή, την παραγωγή, την επεξεργασία, τον χειρισμό, τη χρήση, την κατοχή, την αποθήκευση, τη μεταφορά, την εισαγωγή, την εξαγωγή ή τη διάθεση ραδιενεργών υλικών ή ραδιενεργών ουσιών, όταν οι πράξεις αυτές τελούνται παράνομα και εκ προθέσεως και όταν η εν λόγω συμπεριφορά προκαλεί ή ενδέχεται να προκαλέσει τον θάνατο ή σοβαρές σωματικές βλάβες σε πρόσωπα ή ουσιαστικές βλάβες στην ποιότητα του αέρα, του εδάφους ή του νερού, ή σε ζώα ή φυτά.

Άρθρο 16 — Αδικήματα που σχετίζονται με τον υδράργυρο

Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία νομοθετικά μέτρα για να χαρακτηρίσουν ως ποινικό αδίκημα, σύμφωνα με το εσωτερικό τους δίκαιο, την παραγωγή, τη χρήση, την αποθήκευση, την εισαγωγή ή την εξαγωγή υδραργύρου, ενώσεων υδραργύρου, μειγμάτων υδραργύρου και προϊόντων με προσθήκη υδραργύρου, όταν οι πράξεις αυτές τελούνται παράνομα και εκ προθέσεως και όταν η εν λόγω συμπεριφορά προκαλεί ή ενδέχεται να προκαλέσει τον θάνατο ή σοβαρές σωματικές βλάβες σε πρόσωπα ή ουσιαστικές βλάβες στην ποιότητα του αέρα, του εδάφους ή του νερού, ή σε ζώα ή φυτά.

Άρθρο 17 — Αδικήματα που σχετίζονται με ουσίες που καταστρέφουν τη στιβάδα του όζοντος

Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία νομοθετικά μέτρα για να χαρακτηρίσουν ως ποινικό αδίκημα, σύμφωνα με το εσωτερικό τους δίκαιο, την παραγωγή, τη θέση σε κυκλοφορία στην αγορά, την εισαγωγή, την εξαγωγή, τη χρήση ή την έκλυση ουσιών που καταστρέφουν τη στιβάδα του όζοντος, ή την παραγωγή, τη θέση σε κυκλοφορία στην αγορά, την εισαγωγή ή την εξαγωγή προϊόντων και εξοπλισμού που περιέχουν τις εν λόγω ουσίες ή εξαρτώνται από αυτές, όταν οι πράξεις αυτές τελούνται παράνομα και εκ προθέσεως.

Άρθρο 18 — Αδικήματα που σχετίζονται με φθοριούχα αέρια του θερμοκηπίου

Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία νομοθετικά μέτρα για να χαρακτηρίσουν ως ποινικό αδίκημα, σύμφωνα με το εσωτερικό τους δίκαιο, την παραγωγή, τη θέση σε κυκλοφορία στην αγορά, την εισαγωγή, την εξαγωγή, τη χρήση ή την έκλυση φθοριούχων αερίων του θερμοκηπίου, ή τη θέση σε κυκλοφορία στην αγορά ή την εισαγωγή προϊόντων και εξοπλισμού που περιέχουν τα εν λόγω αέρια ή εξαρτώνται από αυτά, όταν οι πράξεις αυτές τελούνται παράνομα και εκ προθέσεως.

Τμήμα 2 — Απόβλητα

Άρθρο 19 — Αδικήματα που σχετίζονται με την παράνομη συλλογή, επεξεργασία, διακομιδή, αξιοποίηση, διάθεση ή μεταφορά αποβλήτων

1.Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία νομοθετικά μέτρα για να χαρακτηρίσουν ως ποινικό αδίκημα, σύμφωνα με το εσωτερικό τους δίκαιο, τη συλλογή, την επεξεργασία, τη διακομιδή, την αξιοποίηση ή τη διάθεση αποβλήτων, την εποπτεία των εργασιών αυτών και την επακόλουθη συντήρηση των χώρων διάθεσης, συμπεριλαμβανομένων των πράξεων που τελούνται από εμπόρους ή μεσίτες (διαχείριση αποβλήτων), όταν οι πράξεις αυτές τελούνται παράνομα και εκ προθέσεως και όταν η εν λόγω συμπεριφορά:

α)αφορά επικίνδυνα απόβλητα, όπως ορίζονται σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο, και όταν αφορά μη αμελητέα ποσότητα· ή

β)αφορά άλλα απόβλητα από εκείνα της παραγράφου 1 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου και προκαλεί ή ενδέχεται να προκαλέσει τον θάνατο ή σοβαρές σωματικές βλάβες σε πρόσωπα, ή ουσιαστικές βλάβες στην ποιότητα του αέρα του εδάφους ή του νερού, ή σε ζώα ή φυτά.

2.Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία νομοθετικά μέτρα για να χαρακτηρίσουν ως ποινικό αδίκημα, σύμφωνα με το εσωτερικό τους δίκαιο, τη διασυνοριακή μεταφορά αποβλήτων όταν η εν λόγω μεταφορά αφορά μη αμελητέα ποσότητα, ανεξάρτητα από το αν εκτελείται ως ενιαία μεταφορά ή ως πολλαπλές μεταφορές που φαίνεται να συνδέονται μεταξύ τους, όταν οι πράξεις αυτές τελούνται παράνομα και εκ προθέσεως.

Τμήμα 3 — Εγκαταστάσεις

Άρθρο 20 — Αδικήματα που σχετίζονται με την παράνομη λειτουργία ή παύση λειτουργίας εγκατάστασης στην οποία εκτελούνται επικίνδυνες δραστηριότητες

1.Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία νομοθετικά μέτρα για να χαρακτηρίσουν ως ποινικό αδίκημα, σύμφωνα με το εσωτερικό τους δίκαιο, την παράνομη λειτουργία ή παύση λειτουργίας εγκατάστασης στην οποία εκτελούνται επικίνδυνες δραστηριότητες, όταν οι πράξεις αυτές τελούνται παράνομα και εκ προθέσεως και όταν η εν λόγω συμπεριφορά προκαλεί ή ενδέχεται να προκαλέσει τον θάνατο ή σοβαρές σωματικές βλάβες σε πρόσωπα ή ουσιαστικές βλάβες στην ποιότητα του αέρα, του εδάφους ή του νερού, ή σε ζώα ή φυτά.

2.Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να προσδιορίσουν τις εσωτερικές διατάξεις τις οποίες θα θεσπίσουν βάσει της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου και να τις κοινοποιήσουν στη Γραμματεία.

Άρθρο 21 — Αδικήματα που σχετίζονται με την παράνομη λειτουργία ή παύση λειτουργίας εγκατάστασης σχετιζόμενης με επικίνδυνες ουσίες

1.Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία νομοθετικά μέτρα για να χαρακτηρίσουν ως ποινικό αδίκημα, σύμφωνα με το εσωτερικό τους δίκαιο, τη λειτουργία ή την παύση λειτουργίας εγκατάστασης στην οποία αποθηκεύονται ή χρησιμοποιούνται επικίνδυνες ουσίες ή μείγματα, όταν οι πράξεις αυτές τελούνται παράνομα και εκ προθέσεως και όταν η εν λόγω συμπεριφορά προκαλεί ή ενδέχεται να προκαλέσει τον θάνατο ή σοβαρές σωματικές βλάβες σε πρόσωπα ή ουσιαστικές βλάβες στην ποιότητα του αέρα, του εδάφους ή του νερού, ή σε ζώα ή φυτά.

2.Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να προσδιορίσουν τις εσωτερικές διατάξεις τις οποίες θα θεσπίσουν βάσει της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου και να τις κοινοποιήσουν στη Γραμματεία.

Τμήμα 4 — Πλοία

Άρθρο 22 — Αδικήματα που σχετίζονται με την παράνομη ανακύκλωση πλοίων

Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία νομοθετικά μέτρα για να χαρακτηρίσουν ως ποινικό αδίκημα, σύμφωνα με το εσωτερικό τους δίκαιο, τη μη συμμόρφωση πλοιοκτήτη με τις εφαρμοστέες απαιτήσεις που επιβάλλουν την ανακύκλωση πλοίου σε μονάδα ανακύκλωσης πλοίων η οποία πληροί τα απαιτούμενα περιβαλλοντικά πρότυπα, όταν η πράξη αυτή τελείται παράνομα και εκ προθέσεως.

Άρθρο 23 — Αδικήματα που σχετίζονται με τις απορρίψεις ρυπογόνων ουσιών από πλοία

Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία νομοθετικά μέτρα για να χαρακτηρίσουν ως ποινικό αδίκημα, σύμφωνα με το εσωτερικό τους δίκαιο, τις απορρίψεις ρυπογόνων ουσιών από πλοία, όταν οι πράξεις αυτές τελούνται παράνομα και εκ προθέσεως και όταν η συμπεριφορά αυτή προκαλεί ή ενδέχεται να προκαλέσει υποβάθμιση της ποιότητας των υδάτων ή βλάβη στο θαλάσσιο περιβάλλον.

Τμήμα 5 — Φυσικοί πόροι

Άρθρο 24 — Αδικήματα που σχετίζονται με την παράνομη άντληση επιφανειακών ή υπόγειων υδάτων

Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία νομοθετικά μέτρα για να χαρακτηρίσουν ως ποινικό αδίκημα, σύμφωνα με το εσωτερικό τους δίκαιο, την άντληση επιφανειακών ή υπόγειων υδάτων η οποία προκαλεί ή ενδέχεται να προκαλέσει ουσιαστικές βλάβες στην οικολογική κατάσταση ή στο οικολογικό δυναμικό των συστημάτων επιφανειακών υδάτων ή στην ποσοτική κατάσταση των συστημάτων υπόγειων υδάτων, όταν η πράξη αυτή τελείται παράνομα και εκ προθέσεως.

Άρθρο 25 — Αδικήματα που σχετίζονται με το εμπόριο παράνομα υλοτομημένης ξυλείας

Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία νομοθετικά μέτρα για να χαρακτηρίσουν ως ποινικό αδίκημα, σύμφωνα με το εσωτερικό τους δίκαιο, τη θέση σε κυκλοφορία στην αγορά παράνομα υλοτομημένης ξυλείας ή παράγωγων προϊόντων της εν λόγω ξυλείας, όταν η πράξη αυτή τελείται παράνομα και εκ προθέσεως, εκτός εάν η συμπεριφορά αφορά αμελητέα ποσότητα.

Άρθρο 26 — Αδικήματα που σχετίζονται με την παράνομη εξόρυξη

1.Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία νομοθετικά μέτρα για να χαρακτηρίσουν ως ποινικό αδίκημα, σύμφωνα με το εσωτερικό τους δίκαιο, εξορυκτικές δραστηριότητες για τις οποίες απαιτείται εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων ή ισοδύναμη περιβαλλοντική διαδικασία βάσει του εσωτερικού δικαίου, όταν ασκούνται χωρίς την απαιτούμενη εκ του νόμου χορήγηση άδειας υλοποίησης όσον αφορά περιβαλλοντικές πτυχές που θεσπίζονται βάσει του εσωτερικού δικαίου, όταν προκαλούν ή ενδέχεται να προκαλέσουν τον θάνατο ή σοβαρές σωματικές βλάβες σε πρόσωπα ή ουσιαστικές βλάβες στην ποιότητα του αέρα, του εδάφους ή του νερού, ή σε ζώα ή φυτά και όταν οι πράξεις αυτές τελούνται παράνομα και εκ προθέσεως.

2.Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να προσδιορίσουν τις εσωτερικές διατάξεις τις οποίες θα θεσπίσουν βάσει της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου και να τις κοινοποιήσουν στη Γραμματεία.

Τμήμα 6 — Βιοποικιλότητα

Άρθρο 27 — Αδικήματα που σχετίζονται με την παράνομη θανάτωση, τον αφανισμό, τη σύλληψη και την κατοχή προστατευόμενων ειδών άγριας πανίδας ή χλωρίδας

Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία νομοθετικά μέτρα για να χαρακτηρίσουν ως ποινικό αδίκημα, σύμφωνα με το εσωτερικό τους δίκαιο, τη θανάτωση, τον αφανισμό, τη σύλληψη και την κατοχή ατόμου ή ατόμων προστατευόμενων ειδών άγριας πανίδας ή χλωρίδας, συμπεριλαμβανομένης της σύλληψης ή κατοχής μερών ή προϊόντων των εν λόγω ατόμων, όταν οι πράξεις αυτές τελούνται παράνομα και εκ προθέσεως, εκτός εάν η συμπεριφορά αφορά αμελητέο αριθμό των εν λόγω ατόμων, λαμβανομένης υπόψη, κατά περίπτωση, της κατάστασης διατήρησης του είδους.

Άρθρο 28 — Αδικήματα που σχετίζονται με το παράνομο εμπόριο προστατευόμενων ειδών άγριας πανίδας ή χλωρίδας

1.Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία νομοθετικά μέτρα για να χαρακτηρίσουν ως ποινικό αδίκημα, σύμφωνα με το εσωτερικό τους δίκαιο, την πώληση ή προσφορά προς πώληση ατόμου ή ατόμων προστατευόμενων ειδών άγριας πανίδας ή χλωρίδας, ή μερών ή προϊόντων των ατόμων αυτών, όταν οι πράξεις αυτές τελούνται παράνομα και εκ προθέσεως, εκτός εάν η εν λόγω συμπεριφορά αφορά αμελητέο αριθμό αυτών των ατόμων, λαμβανομένης υπόψη, κατά περίπτωση, της κατάστασης διατήρησης του είδους.

2.Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία νομοθετικά μέτρα για να χαρακτηρίσουν ως ποινικό αδίκημα, σύμφωνα με το εσωτερικό τους δίκαιο, το διασυνοριακό εμπόριο ατόμων προστατευόμενων ειδών άγριας πανίδας ή χλωρίδας, ή μερών ή προϊόντων των ατόμων αυτών, όταν οι πράξεις αυτές τελούνται παράνομα και εκ προθέσεως, εκτός εάν η συμπεριφορά αφορά αμελητέο αριθμό των εν λόγω ατόμων, λαμβανομένης υπόψη, κατά περίπτωση, της κατάστασης διατήρησης του είδους.

Άρθρο 29 — Αδικήματα που σχετίζονται με την παράνομη υποβάθμιση οικοτόπων εντός προστατευόμενης περιοχής

1.Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία νομοθετικά μέτρα για να χαρακτηρίσουν ως ποινικό αδίκημα, σύμφωνα με το εσωτερικό τους δίκαιο, πράξεις οι οποίες, όταν τελούνται παράνομα και εκ προθέσεως, προκαλούν την υποβάθμιση οικοτόπου εντός προστατευόμενης περιοχής ή την παρενόχληση προστατευόμενων ζωικών ειδών εντός προστατευόμενης περιοχής, όπως ορίζεται στο εσωτερικό δίκαιο, όταν η εν λόγω υποβάθμιση ή παρενόχληση είναι σημαντική.

2.Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να προσδιορίσουν τους οικοτόπους εντός προστατευόμενης περιοχής και τα προστατευόμενα ζωικά είδη τα οποία θα αποφασίσουν ότι να υπαγάγουν στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και να τα κοινοποιήσουν στη Γραμματεία.

Άρθρο 30 — Αδικήματα που σχετίζονται με χωροκατακτητικά ξένα είδη

Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία νομοθετικά μέτρα για να χαρακτηρίσουν ως ποινικό αδίκημα, σύμφωνα με το εσωτερικό τους δίκαιο, την εισαγωγή στην εθνική επικράτεια, τη θέση σε κυκλοφορία στην αγορά, τη διατήρηση, την αναπαραγωγή, τη μεταφορά, τη χρήση, την ανταλλαγή, την άδεια αναπαραγωγής, ανάπτυξης ή καλλιέργειας, την απελευθέρωση στο περιβάλλον ή την εξάπλωση χωροκατακτητικών ξένων ειδών τα οποία ορίζονται στο εσωτερικό δίκαιο ως είδη ενδιαφέροντος για το περιβάλλον, όταν οι πράξεις αυτές τελούνται παράνομα και εκ προθέσεως και όταν η εν λόγω συμπεριφορά προκαλεί ή ενδέχεται να προκαλέσει τον θάνατο ή σοβαρές σωματικές βλάβες σε πρόσωπα ή ουσιαστικές βλάβες στην ποιότητα του αέρα, του εδάφους ή του νερού, ή σε ζώα ή φυτά.

Τμήμα 7 — Ιδιαίτερα σοβαρό αδίκημα

Άρθρο 31 — Ιδιαίτερα σοβαρό αδίκημα

Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία νομοθετικά μέτρα για να χαρακτηρίσουν ως ιδιαίτερα σοβαρό αδίκημα οποιοδήποτε από τα αδικήματα που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση, όταν τελείται εκ προθέσεως, και όταν ένα τέτοιο αδίκημα προκαλεί καταστροφή ή προκαλεί μη αναστρέψιμες, εκτεταμένες και ουσιαστικές βλάβες, ή προκαλεί μακροχρόνιες, εκτεταμένες και ουσιαστικές βλάβες σε οικοσύστημα σημαντικού μεγέθους ή περιβαλλοντικής αξίας, ή σε οικότοπο εντός προστατευόμενης περιοχής, ή στην ποιότητα του αέρα, του εδάφους ή του νερού.

Τμήμα 8 — Γενικές διατάξεις ποινικού δικαίου

Άρθρο 32 — Ηθική αυτουργία, συνέργεια και απόπειρα

1.Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία νομοθετικά μέτρα για να χαρακτηρίσουν ως αδίκημα, την ηθική αυτουργία ή τη συνέργεια στην τέλεση των αδικημάτων που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση, όταν οι πράξεις αυτές τελούνται παράνομα και εκ προθέσεως.

2.Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία νομοθετικά μέτρα για να χαρακτηρίσουν ως αδικήματα τις απόπειρες τέλεσης των αδικημάτων που θεσπίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 12 έως 21, τα άρθρα 23 έως 25, το άρθρο 28 παράγραφος 2 και το άρθρο 30 της παρούσας σύμβασης, όταν οι πράξεις αυτές τελούνται παράνομα και εκ προθέσεως.

3.Τα συμβαλλόμενα μέρη εξετάζουν το ενδεχόμενο να λάβουν τα αναγκαία νομοθετικά μέτρα για να χαρακτηρίσουν ως αδικήματα τις απόπειρες τέλεσης των αδικημάτων που θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 27 και το άρθρο 28 παράγραφος 1 της παρούσας σύμβασης, όταν οι πράξεις αυτές τελούνται παράνομα και εκ προθέσεως.

Άρθρο 33 — Δικαιοδοσία

1.Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία νομοθετικά μέτρα για να θεμελιώσουν τη δικαιοδοσία τους επί οποιουδήποτε αδικήματος θεσπίζεται σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση, όταν το αδίκημα τελείται:

α)στην επικράτειά τους·

β)επί σκάφους που φέρει τη σημαία τους·

γ)επί αεροσκάφους νηολογημένου στην έννομη τάξη τους· ή

δ)από υπήκοό τους.

2.Τα συμβαλλόμενα μέρη εξετάζουν το ενδεχόμενο να λάβουν τα αναγκαία νομοθετικά μέτρα για να θεμελιώσουν τη δικαιοδοσία τους επί οποιουδήποτε αδικήματος θεσπίζεται σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση, όταν το αδίκημα τελείται εις βάρος υπηκόου τους.

3.Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία νομοθετικά μέτρα για να θεμελιώσουν δικαιοδοσία επί οποιουδήποτε αδικήματος θεσπίζεται σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση, όταν οι φερόμενοι ως δράστες βρίσκονται στο έδαφός τους και δεν μπορούν να εκδοθούν σε άλλο κράτος, αποκλειστικά και μόνο λόγω της ιθαγένειάς τους.

4.Όταν περισσότερα του ενός συμβαλλόμενα μέρη διεκδικούν τη δικαιοδοσία για εικαζόμενο αδίκημα που θεσπίζεται σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση, τα οικεία συμβαλλόμενα μέρη προβαίνουν, κατά περίπτωση, σε διαβουλεύσεις μεταξύ τους προκειμένου να προσδιορίσουν την πλέον κατάλληλη δικαιοδοσία για τους σκοπούς της δίωξης.

5.Με την επιφύλαξη των γενικών κανόνων του διεθνούς δικαίου, η παρούσα σύμβαση δεν αποκλείει την άσκηση ποινικής δικαιοδοσίας από συμβαλλόμενο μέρος σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο.

Άρθρο 34 — Ευθύνη νομικών προσώπων

1.Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία νομοθετικά μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι τα νομικά πρόσωπα μπορούν να υπέχουν ευθύνη για τα αδικήματα που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση, όταν τελούνται προς όφελός τους από οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο, είτε ενεργεί ατομικά είτε ως μέλος οργάνου του νομικού προσώπου, το οποίο κατέχει διευθυντική θέση εντός του εν λόγω νομικού προσώπου, με βάση:

α)εξουσία εκπροσώπησης του νομικού προσώπου·

β)εξουσία λήψης αποφάσεων για λογαριασμό του νομικού προσώπου· ή

γ)εξουσία άσκησης ελέγχου εντός του νομικού προσώπου.

2.Εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία νομοθετικά μέτρα ώστε να εξασφαλίσουν ότι νομικό πρόσωπο μπορεί να υπέχει ευθύνη όταν η έλλειψη εποπτείας ή ελέγχου εκ μέρους φυσικού προσώπου προβλεπομένου στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου καθιστά εφικτή την τέλεση αδικήματος που θεσπίζεται σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση προς όφελος του συγκεκριμένου νομικού προσώπου από φυσικό πρόσωπο που ενεργεί υπό την εξουσία του.

3.Με την επιφύλαξη των αρχών του δικαίου του συμβαλλόμενου μέρους, η ευθύνη νομικού προσώπου μπορεί να είναι ποινική, αστική ή διοικητική.

4.Η ευθύνη αυτή δεν θίγει την ποινική ευθύνη του φυσικού προσώπου που έχει τελέσει το αδίκημα.

Άρθρο 35 — Κυρώσεις και μέτρα

1.Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία νομοθετικά μέτρα ώστε να εξασφαλίσουν ότι τα αδικήματα που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση, όταν τελούνται από φυσικά πρόσωπα, τιμωρούνται με αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις, οι οποίες λαμβάνουν υπόψη τη σοβαρότητα του αδικήματος. Οι διαθέσιμες κυρώσεις περιλαμβάνουν στερητικές της ελευθερίας ποινές ενώ μπορεί επίσης να περιλαμβάνουν και χρηματικές ποινές.

2.Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία νομοθετικά μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι τα νομικά πρόσωπα που υπέχουν ευθύνη σύμφωνα με το άρθρο 34 υπόκεινται σε αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται ποινικής ή μη ποινικής φύσης χρηματικές ποινές. ενώ θα μπορούσαν να περιλαμβάνονται και άλλα μέτρα, όπως είναι:

α)η απαγόρευση της άσκησης εμπορικής δραστηριότητας·

β)ο αποκλεισμός από δημόσιες παροχές ή ενισχύσεις·

γ)ο αποκλεισμός από την πρόσβαση σε δημόσια χρηματοδότηση, όπως σε διαδικασίες σύναψης δημόσιων συμβάσεων, επιχορηγήσεις και συμβάσεις παραχώρησης, και η ανάκληση αδειών και εγκρίσεων·

δ)η θέση υπό δικαστική εποπτεία·

ε)η δικαστική εκκαθάριση·

στ)η αναστολή, ανάκληση ή ακύρωση αδειών ή εγκρίσεων για την άσκηση των δραστηριοτήτων που οδήγησαν στην τέλεση του σχετικού ποινικού αδικήματος·

ζ)όταν τίθεται ζήτημα δημόσιου συμφέροντος, η δημοσίευση του συνόλου ή μέρους δικαστικής απόφασης που σχετίζεται με περιβαλλοντικό αδίκημα, με την επιφύλαξη των κανόνων για την ιδιωτικότητα ή την προστασία των δεδομένων· ή

η)η υποχρέωση εγκατάστασης συστημάτων δέουσας επιμέλειας για τη βελτίωση της συμμόρφωσης με τα περιβαλλοντικά πρότυπα.

3.Τα συμβαλλόμενα μέρη θεσπίζουν, στον μέγιστο δυνατό βαθμό στο πλαίσιο της εσωτερικής έννομης τάξης τους, τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που ενδέχεται να είναι αναγκαία ώστε να καταστήσουν δυνατή τη δέσμευση, την κατάσχεση και τη δήμευση:

α)των οργάνων του εγκλήματος, τα οποία νοούνται ως κάθε είδους περιουσιακά στοιχεία που χρησιμοποιούνται ή προορίζονται να χρησιμοποιηθούν με οποιονδήποτε τρόπο, εν όλω ή εν μέρει, για την τέλεση ενός ή περισσοτέρων ποινικών αδικημάτων που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση· και

β)των προϊόντων των ποινικών αδικημάτων που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση ή περιουσιακών στοιχείων των οποίων η αξία αντιστοιχεί στα εν λόγω προϊόντα.

4.Τα συμβαλλόμενα μέρη εξετάζουν το ενδεχόμενο να λάβουν τα αναγκαία νομοθετικά και άλλα μέτρα, σύμφωνα με το εσωτερικό τους δίκαιο, ώστε να συμπεριλάβουν στις κυρώσεις και στα μέτρα που εφαρμόζονται σε φυσικά και νομικά πρόσωπα την αποκατάσταση του περιβάλλοντος, σύμφωνα με τις ακόλουθες διατάξεις:

α)η αρμόδια αρχή μπορεί να διατάξει την αποκατάσταση του περιβάλλοντος σε σχέση με αδίκημα που έχει θεσπιστεί σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση, υπό ορισμένες προϋποθέσεις· και

β)η αρμόδια αρχή μπορεί να κηρύξει εκτελεστή διαταγή αποκατάστασης του περιβάλλοντος προς την οποία το πρόσωπο δεν έχει συμμορφωθεί, με έξοδα του προσώπου το οποίο αφορά η διαταγή, ή στο εν λόγω πρόσωπο ενδέχεται να επιβληθούν εναλλακτικά ή σωρευτικά άλλες ποινικές ή μη ποινικές κυρώσεις.

Άρθρο 36 — Επιβαρυντικές περιστάσεις

1.Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία νομοθετικά μέτρα ώστε να εξασφαλίσουν ότι μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες περιστάσεις, εφόσον δεν αποτελούν ήδη στοιχεία της ειδικής υπόστασης του αδικήματος, μπορούν, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του εσωτερικού δικαίου, να λαμβάνονται υπόψη ως επιβαρυντικές περιστάσεις κατά τον καθορισμό των κυρώσεων σε σχέση με τα αδικήματα που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση, και συγκεκριμένα ότι:

α)το αδίκημα προκάλεσε σοβαρή και εκτεταμένη, ή σοβαρή και μακροπρόθεσμη, ή σοβαρή και μη αναστρέψιμη βλάβη σε οικοσύστημα·

β)το αδίκημα τελέστηκε στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης·

γ)το αδίκημα περιλάμβανε τη χρήση πλαστών ή παραποιημένων εγγράφων από τον δράστη·

δ)το αδίκημα τελέστηκε από δημόσιο υπάλληλο ή δημόσιους υπαλλήλους κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους·

ε)ο δράστης έχει προηγουμένως καταδικαστεί αμετάκλητα για αδικήματα που έχουν θεσπιστεί σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση· ή

στ)το αδίκημα απέφερε ή αναμενόταν να αποφέρει σημαντικά οικονομικά οφέλη ή να συμβάλει στην εξοικονόμηση σημαντικών δαπανών, άμεσα ή έμμεσα, στον βαθμό που τα εν λόγω οφέλη ή οι δαπάνες μπορούν να καθοριστούν.

2.Η επιβαρυντική περίσταση της παραγράφου 1 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου δεν ισχύει για το αδίκημα του άρθρου 31 της παρούσας σύμβασης.

Άρθρο 37 — Προηγούμενες ποινές που επιβλήθηκαν από άλλο συμβαλλόμενο μέρος

Τα συμβαλλόμενα μέρη εξετάζουν το ενδεχόμενο να λάβουν τα αναγκαία νομοθετικά μέτρα για να προβλέψουν τη δυνατότητα να λαμβάνονται υπόψη, κατά τον καθορισμό των κυρώσεων, οι τελεσίδικες ποινές που έχουν επιβληθεί από άλλο συμβαλλόμενο μέρος σε σχέση με αδικήματα που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση.

Κεφάλαιο V — Έρευνα, δίωξη και ποινική δικονομία

Άρθρο 38 — Κίνηση και συνέχιση δικαστικής διαδικασίας

Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία νομοθετικά μέτρα για να διασφαλίσουν ότι οι έρευνες ή η δίωξη αδικημάτων που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση δεν εξαρτώνται από την υποβολή έγκλησης και ότι η διαδικασία μπορεί να συνεχιστεί ακόμη και αν χωρήσει παραίτηση από την έγκληση.

Άρθρο 39 — Δικαίωμα συμμετοχής σε δικαστική διαδικασία

Τα συμβαλλόμενα μέρη εξετάζουν το ενδεχόμενο να λάβουν τα αναγκαία νομοθετικά και άλλα μέτρα, σύμφωνα με το εσωτερικό τους δίκαιο, για να χορηγήσουν σε πρόσωπα που έχουν επαρκές συμφέρον ή που επικαλούνται προσβολή δικαιώματος, καθώς και σε μη κυβερνητικές οργανώσεις που προάγουν την προστασία του περιβάλλοντος, το δικαίωμα συμμετοχής σε ποινικές διαδικασίες που αφορούν τα αδικήματα που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση, στον βαθμό που τα εν λόγω δικονομικά δικαιώματα των εν λόγω προσώπων και οργανώσεων αναγνωρίζονται στην εσωτερική έννομη τάξη των συμβαλλόμενων μερών σε διαδικασίες που αφορούν άλλα ποινικά αδικήματα, για παράδειγμα ως πολιτική αγωγή.

Κεφάλαιο VI — Διεθνής συνεργασία

Άρθρο 40 — Διεθνής συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις

1.Τα συμβαλλόμενα μέρη συνεργάζονται μεταξύ τους, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας σύμβασης και μέσω της εφαρμογής των σχετικών διεθνών και περιφερειακών πράξεων για τη συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις, και των ρυθμίσεων που συμφωνήθηκαν με βάση την ομοιόμορφη ή αμοιβαία νομοθεσία και το εσωτερικό δίκαιο, στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, με σκοπό:

α)την πρόληψη, την καταπολέμηση και τη δίωξη των αδικημάτων που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση, συμπεριλαμβανομένης της δέσμευσης, της κατάσχεσης και της δήμευσης·

β)την παροχή προστασίας και βοήθειας σε μάρτυρες και πρόσωπα που καταγγέλλουν τα αδικήματα που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση και συνεργάζονται με τη δικαιοσύνη·

γ)τη διεξαγωγή ερευνών ή διαδικασιών σχετικών με τα αδικήματα που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση· και

δ)την εκτέλεση των συναφών ποινικών αποφάσεων που εκδίδονται από τις δικαστικές αρχές των συμβαλλόμενων μερών.

2.Εάν ένα συμβαλλόμενο μέρος που εξαρτά την έκδοση ή την αμοιβαία δικαστική συνδρομή σε ποινικές υποθέσεις από την ύπαρξη συνθήκης λάβει αίτημα έκδοσης ή δικαστικής συνδρομής σε ποινικές υποθέσεις από συμβαλλόμενο μέρος με το οποίο δεν έχει συνάψει τέτοια συνθήκη, μπορεί, ενεργώντας σε πλήρη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του διεθνούς δικαίου και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από το εσωτερικό δίκαιο του συμβαλλόμενου μέρους προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, να θεωρήσει την παρούσα σύμβαση ως τη νομική βάση για την έκδοση ή την αμοιβαία δικαστική συνδρομή σε ποινικές υποθέσεις όσον αφορά τα αδικήματα που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση και μπορεί να εφαρμόσει, τηρουμένων των αναλογιών, τα άρθρα 16 και 18 της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά του διεθνικού οργανωμένου εγκλήματος για τον σκοπό αυτόν.

Άρθρο 41 — Ενημέρωση

1.Ένα συμβαλλόμενο μέρος μπορεί, εντός των ορίων του εσωτερικού του δικαίου, χωρίς προηγούμενο αίτημα, να διαβιβάσει σε άλλο συμβαλλόμενο μέρος πληροφορίες που έχει λάβει στο πλαίσιο των δικών του ερευνών, όταν θεωρεί ότι η γνωστοποίηση των εν λόγω πληροφοριών θα μπορούσε να βοηθήσει το συμβαλλόμενο μέρος που τις λαμβάνει στην πρόληψη αδικημάτων που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση ή στην κίνηση ή τη διεξαγωγή ερευνών ή διαδικασιών σχετικά με τα εν λόγω αδικήματα, ή ότι η γνωστοποίηση αυτή μπορεί να οδηγήσει στην υποβολή αιτήματος συνεργασίας από το εν λόγω συμβαλλόμενο μέρος σύμφωνα με το άρθρο 40 της παρούσας σύμβασης.

2.Το συμβαλλόμενο μέρος που λαμβάνει πληροφορίες σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου υποβάλλει τις εν λόγω πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές του προκειμένου να καταστεί δυνατή η κίνηση διαδικασίας, εφόσον κριθεί σκόπιμη, ή να ληφθούν υπόψη οι πληροφορίες αυτές σε συναφείς αστικές και ποινικές διαδικασίες.

3.Το συμβαλλόμενο μέρος που διαβιβάζει τις πληροφορίες δύναται, σύμφωνα με την εθνική του νομοθεσία, να επιβάλει όρους για τη χρήση των εν λόγω πληροφοριών από το συμβαλλόμενο μέρος που τις λαμβάνει. Το συμβαλλόμενο μέρος που λαμβάνει τις πληροφορίες δεσμεύεται από τους εν λόγω όρους.

Άρθρο 42 — Προστασία των δεδομένων

Κάθε διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από συμβαλλόμενο μέρος σύμφωνα με τα άρθρα 40 και 41 της παρούσας σύμβασης πραγματοποιείται μόνον εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της ισχύουσας νομοθεσίας και των διεθνών συμφωνιών που διέπουν την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

Κεφάλαιο VII — Μέτρα προστασίας

Άρθρο 43 — Το καθεστώς των θυμάτων σε ποινικές έρευνες και διαδικασίες

1.Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία νομοθετικά και άλλα μέτρα για την προστασία των δικαιωμάτων και των συμφερόντων των θυμάτων σε όλα τα στάδια των ποινικών ερευνών και διαδικασιών, σύμφωνα με το εσωτερικό τους δίκαιο, ιδίως:

α)ενημερώνοντάς τα για τα δικαιώματά τους και τις υπηρεσίες που έχουν στη διάθεσή τους και, κατόπιν αιτήματος, για τη συνέχεια που δόθηκε στην καταγγελία τους, για τα έξοδα που παρακρατούνται και για την πορεία της ποινικής διαδικασίας, εκτός εάν, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η εν λόγω κοινοποίηση μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τον ορθό χειρισμό της υπόθεσης και τον ρόλο τους σε αυτήν, καθώς και την έκβαση των υποθέσεων τους·

β)δίνοντάς τους τη δυνατότητα, σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες του εσωτερικού δικαίου, να τύχουν ακρόασης, να προσκομίσουν αποδεικτικά στοιχεία και να επιλέξουν τα μέσα για την υποβολή και εξέταση των απόψεων, των αναγκών και των ανησυχιών τους, άμεσα ή μέσω ενδιαμέσου·

γ)παρέχοντάς τους κατάλληλες υπηρεσίες υποστήριξης ώστε τα δικαιώματα και τα συμφέροντά τους να παρουσιάζονται δεόντως και να λαμβάνονται δεόντως υπόψη· και

δ)διασφαλίζοντας ότι υπάρχουν διαθέσιμα μέτρα για την προστασία των θυμάτων και των μελών της οικογένειάς τους από δευτερογενή και επαναλαμβανόμενη θυματοποίηση, από εκφοβισμό και από αντίποινα.

2.Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία νομοθετικά και άλλα μέτρα για να διασφαλίσουν ότι τα θύματα έχουν πρόσβαση, από την πρώτη τους επαφή με τις αρμόδιες αρχές, σε πληροφορίες σχετικά με τις συναφείς δικαστικές και διοικητικές διαδικασίες.

3.Τα συμβαλλόμενα μέρη μεριμνούν ώστε τα θύματα να έχουν πρόσβαση σε νομική συνδρομή όταν έχουν την ιδιότητα διαδίκου στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας. Οι όροι ή οι δικονομικοί κανόνες υπό τους οποίους τα θύματα δικαιούνται πρόσβαση σε νομική συνδρομή καθορίζονται από το εσωτερικό δίκαιο.

4.Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία νομοθετικά και άλλα μέτρα για να διασφαλίσουν ότι τα θύματα αδικήματος που θεσπίζεται σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση και το οποίο τελέστηκε στο έδαφος συμβαλλόμενου μέρους άλλου από εκείνο στο οποίο διαμένουν, μπορούν να υποβάλουν καταγγελία στις αρμόδιες αρχές του κράτους διαμονής τους, εάν δεν είναι σε θέση να την υποβάλουν στο συμβαλλόμενο μέρος όπου τελέστηκε το ποινικό αδίκημα ή, στην περίπτωση σοβαρού αδικήματος κατά την έννοια του εσωτερικού δικαίου του εν λόγω συμβαλλόμενου μέρους, εφόσον δεν το επιθυμούν.

5.Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία νομοθετικά και άλλα μέτρα για να παρέχουν στα μέλη ομάδων, ιδρυμάτων, ενώσεων ή κυβερνητικών ή μη κυβερνητικών οργανώσεων τη δυνατότητα να παρέχουν συνδρομή και/ή στήριξη στα θύματα με τη συγκατάθεσή τους κατά τη διάρκεια ποινικής διαδικασίας που αφορά τα αδικήματα που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση, εκτός αν έχει εκδοθεί αιτιολογημένη απόφαση για το αντίθετο.

Άρθρο 44 — Προστασία των μαρτύρων

1.Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία νομοθετικά και άλλα μέτρα για την παροχή αποτελεσματικής και κατάλληλης προστασίας έναντι κάθε μορφής δυνητικών αντιποίνων ή εκφοβισμού μαρτύρων σε ποινικές διαδικασίες που αφορούν αδικήματα που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση και, κατά περίπτωση, για τους συγγενείς τους και άλλα οικεία τους πρόσωπα.

2.Η παράγραφος 1 του παρόντος άρθρου εφαρμόζεται επίσης στα θύματα στον βαθμό που είναι και μάρτυρες.

Άρθρο 45 — Προστασία των προσώπων που καταγγέλλουν αδικήματα ή συνεργάζονται με τη δικαιοσύνη

Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία νομοθετικά και άλλα μέτρα για την παροχή αποτελεσματικής και κατάλληλης προστασίας σε πρόσωπα που καταγγέλλουν τα αδικήματα που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση ή συνεργάζονται κατ' άλλον τρόπο με τις ανακριτικές ή διωκτικές αρχές.

Κεφάλαιο VIII — Μηχανισμός παρακολούθησης

Άρθρο 46 — Επιτροπή των συμβαλλόμενων μερών

1.Η επιτροπή των συμβαλλόμενων μερών απαρτίζεται από εκπροσώπους των συμβαλλόμενων μερών της παρούσας σύμβασης.

2.Η επιτροπή των συμβαλλόμενων μερών συγκαλείται από τον γενικό γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η πρώτη συνεδρίασή της διεξάγεται εντός ενός έτους από την έναρξη ισχύος της παρούσας σύμβασης υπό την έννοια της κύρωσής της από το δέκατο κράτος που την υπέγραψε. Στη συνέχεια, συνεδριάζει όποτε το ζητήσει τουλάχιστον το ένα τρίτο των συμβαλλόμενων μερών ή ο γενικός γραμματέας.

3.Η επιτροπή των συμβαλλόμενων μερών εγκρίνει τον εσωτερικό κανονισμό της.

4.Κάθε συμβαλλόμενο μέρος που δεν είναι μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης συνεισφέρει στη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων της επιτροπής των συμβαλλόμενων μερών. Η συνεισφορά κράτους που δεν είναι μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης καθορίζεται από κοινού από την Επιτροπή Υπουργών και το εν λόγω κράτος.

Άρθρο 47 — Άλλοι εκπρόσωποι

1.Η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης, ο επίτροπος για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, η ευρωπαϊκή επιτροπή για τα προβλήματα εγκλημάτων (στο εξής: CDPC), καθώς και άλλες σχετικές διακυβερνητικές επιτροπές του Συμβουλίου της Ευρώπης, διορίζουν από έναν εκπρόσωπο στην επιτροπή των συμβαλλόμενων μερών.

2.Η Επιτροπή Υπουργών μπορεί να καλέσει και άλλα όργανα του Συμβουλίου της Ευρώπης να διορίσουν εκπρόσωπο στην επιτροπή των συμβαλλόμενων μερών κατόπιν διαβούλευσης με την τελευταία.

3.Στην επιτροπή των συμβαλλόμενων μερών μπορούν να γίνουν δεκτοί ως παρατηρητές εκπρόσωποι της κοινωνίας των πολιτών, και ιδίως μη κυβερνητικές οργανώσεις, σύμφωνα με τη διαδικασία που θεσπίζεται από τους σχετικούς κανόνες του Συμβουλίου της Ευρώπης.

4.Οι εκπρόσωποι που διορίζονται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 έως 3 του παρόντος άρθρου συμμετέχουν στις συνεδριάσεις της επιτροπής των συμβαλλόμενων μερών χωρίς δικαίωμα ψήφου.

Άρθρο 48 — Καθήκοντα της επιτροπής των συμβαλλόμενων μερών

1.Η επιτροπή των συμβαλλόμενων μερών παρακολουθεί την εφαρμογή της παρούσας σύμβασης. Ο εσωτερικός κανονισμός της επιτροπής των συμβαλλόμενων μερών καθορίζει τη διαδικασία αξιολόγησης της εφαρμογής της παρούσας σύμβασης.

2.Η επιτροπή των συμβαλλόμενων μερών διευκολύνει τη συλλογή, την ανάλυση και την ανταλλαγή πληροφοριών, πείρας και ορθών πρακτικών μεταξύ των κρατών με σκοπό τη βελτίωση της ικανότητάς τους να προστατεύουν το περιβάλλον μέσω του ποινικού δικαίου.

3.Επίσης, η επιτροπή των συμβαλλόμενων μερών, κατά περίπτωση:

α)διευκολύνει την αποτελεσματική χρήση και εφαρμογή της παρούσας σύμβασης, μεταξύ άλλων εντοπίζοντας τυχόν προβλήματα και τα αποτελέσματα κάθε δήλωσης ή επιφύλαξης που διατυπώνεται σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση· και

β)διατυπώνει γνώμη για οποιοδήποτε θέμα αφορά την εφαρμογή της παρούσας σύμβασης και διευκολύνει την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με σημαντικές νομικές, πολιτικές ή τεχνολογικές εξελίξεις.

4.Η επιτροπή των συμβαλλόμενων μερών επικουρείται από τη Γραμματεία του Συμβουλίου της Ευρώπης κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της δυνάμει του παρόντος άρθρου.

5.Η CDPC ενημερώνεται ανά τακτά διαστήματα για τις δραστηριότητες που μνημονεύονται στις παραγράφους 1 έως 3 του παρόντος άρθρου.

Κεφάλαιο IX — Σχέση με άλλες πηγές διεθνούς δικαίου

Άρθρο 49 — Σχέση με άλλες πηγές διεθνούς δικαίου

1.Η παρούσα σύμβαση δεν θίγει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το εθιμικό διεθνές δίκαιο και άλλες διεθνείς συμβάσεις τις οποίες έχουν υπογράψει ή πρόκειται να υπογράψουν τα συμβαλλόμενα μέρη της παρούσας σύμβασης και οι οποίες περιέχουν διατάξεις για θέματα που διέπονται από την παρούσα σύμβαση.

2.Τα συμβαλλόμενα μέρη της παρούσας σύμβασης μπορούν να συνάπτουν μεταξύ τους διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες για τα θέματα που πραγματεύεται η παρούσα σύμβαση, με σκοπό τη συμπλήρωση ή την ενίσχυση των διατάξεών της ή τη διευκόλυνση της εφαρμογής των αρχών που περιέχονται σε αυτήν.

3.Καμία διάταξη της παρούσας σύμβασης δεν θίγει τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και τις ευθύνες των κρατών και των ατόμων δυνάμει του διεθνούς δικαίου.

Κεφάλαιο X — Τροποποιήσεις της σύμβασης

Άρθρο 50 — Τροποποιήσεις της σύμβασης

1.Κάθε πρόταση τροποποίησης της παρούσας σύμβασης που υποβάλλεται από συμβαλλόμενο μέρος κοινοποιείται στον γενικό γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, ο οποίος τη διαβιβάζει στα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, σε κάθε υπογράφον κράτος, σε κάθε συμβαλλόμενο μέρος, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σε κάθε κράτος που καλείται να υπογράψει την παρούσα σύμβαση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 53 και σε κάθε κράτος που καλείται να προσχωρήσει στην παρούσα σύμβαση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 54.

2.Η Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης εξετάζει την προτεινόμενη τροποποίηση και, κατόπιν διαβούλευσης με τα συμβαλλόμενα μέρη της παρούσας σύμβασης που δεν είναι μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, μπορεί να εγκρίνει την τροποποίηση με απόφαση της πλειοψηφίας που προβλέπεται στο άρθρο 20 στοιχείο δ) του καταστατικού του Συμβουλίου της Ευρώπης.

3.Το κείμενο κάθε τροποποίησης που εγκρίνεται από την Επιτροπή Υπουργών σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου διαβιβάζεται στα συμβαλλόμενα μέρη προς αποδοχή.

4.Κάθε τροποποίηση που εγκρίνεται σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του μήνα που έπεται της εκπνοής ενός μήνα από την ημερομηνία κατά την οποία όλα τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν ενημερώσει τον γενικό γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με την αποδοχή τους.

Κεφάλαιο XI — Τελικές διατάξεις

Άρθρο 51 — Αποτελέσματα της παρούσας σύμβασης

1.Οι διατάξεις της παρούσας σύμβασης δεν θίγουν τις διατάξεις του εσωτερικού δικαίου ούτε τις δεσμευτικές διεθνείς πράξεις που ήδη ισχύουν ή ενδέχεται να τεθούν σε ισχύ, δυνάμει των οποίων αναγνωρίζονται ή θα αναγνωριστούν ευνοϊκότερα δικαιώματα στα πρόσωπα για την πρόληψη και την καταπολέμηση του περιβαλλοντικού εγκλήματος.

2.Τα συμβαλλόμενα μέρη που είναι κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης εφαρμόζουν, στις αμοιβαίες σχέσεις τους, τους κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διέπουν τα θέματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας σύμβασης. Αυτό ισχύει με την επιφύλαξη της πλήρους εφαρμογής της παρούσας σύμβασης στις σχέσεις τους με άλλα συμβαλλόμενα μέρη.

Άρθρο 52 — Επίλυση διαφορών

1.Τα συμβαλλόμενα μέρη οποιασδήποτε διαφοράς ενδέχεται να προκύψει σχετικά με την εφαρμογή ή την ερμηνεία των διατάξεων της παρούσας σύμβασης επιδιώκουν πρώτα να την επιλύσουν μέσω διαπραγμάτευσης, συμβιβασμού, διαιτησίας ή με οποιεσδήποτε άλλες μεθόδους ειρηνικής επίλυσης γίνουν δεκτές με αμοιβαία συμφωνία μεταξύ τους.

2.Η Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης μπορεί να θεσπίσει διαδικασίες επίλυσης διαφορών διαθέσιμες για χρήση από τα συμβαλλόμενα μέρη που έχουν διαφορές εάν υπάρξει σχετική συμφωνία.

Άρθρο 53 — Υπογραφή και έναρξη ισχύος

1.Η παρούσα σύμβαση είναι ανοικτή προς υπογραφή από τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, τα τρίτα κράτη που συμμετείχαν στην εκπόνησή της και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

2.Η παρούσα σύμβαση υπόκειται σε κύρωση, αποδοχή ή έγκριση. Οι πράξεις κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης κατατίθενται στον γενικό γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης.

3.Η παρούσα σύμβαση αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του μήνα που έπεται της εκπνοής τρίμηνης προθεσμίας από την ημερομηνία κατά την οποία δέκα υπογράφοντα κράτη, συμπεριλαμβανομένων τουλάχιστον οκτώ κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης, θα έχουν εκφράσει τη συναίνεσή τους να δεσμευθούν από τη σύμβαση, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου.

4.Για κάθε κράτος που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, ή την Ευρωπαϊκή Ένωση, που εκφράζει στη συνέχεια τη συναίνεσή του/της να δεσμευθεί από τη σύμβαση, αυτή αρχίζει να ισχύει την πρώτη μέρα του μήνα που έπεται της εκπνοής τρίμηνης προθεσμίας από την ημερομηνία κατάθεσης της πράξης κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης.

Άρθρο 54 — Προσχώρηση στη σύμβαση

1.Μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας σύμβασης, η Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης, κατόπιν διαβούλευσης με τα συμβαλλόμενα μέρη της παρούσας σύμβασης και αφού λάβει την ομόφωνη συναίνεσή τους, μπορεί να καλέσει οποιοδήποτε κράτος που δεν είναι μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης και δεν συμμετείχε στην εκπόνηση της σύμβασης να προσχωρήσει στην παρούσα σύμβαση με απόφαση που λαμβάνεται με την πλειοψηφία που προβλέπεται στο άρθρο 20 στοιχείο δ) του καταστατικού του Συμβουλίου της Ευρώπης και με ομόφωνη ψηφοφορία των εκπροσώπων των συμβαλλόμενων μερών που δικαιούνται να μετέχουν στις συνεδριάσεις της Επιτροπής Υπουργών.

2.Για κάθε κράτος που προσχωρεί, η σύμβαση αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του μήνα που έπεται της εκπνοής τρίμηνης προθεσμίας από την ημερομηνία κατάθεσης της πράξης προσχώρησης στον γενικό γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Άρθρο 55 — Εδαφική εφαρμογή

1.Κάθε κράτος ή η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί, τη στιγμή της υπογραφής ή της κατάθεσης της πράξης κύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, να ορίσει το έδαφος ή τα εδάφη στα οποία θα εφαρμόζεται η παρούσα σύμβαση.

2.Κάθε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί, με δήλωση απευθυνόμενη στον γενικό γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, να επεκτείνει την εφαρμογή της παρούσας σύμβασης σε οποιοδήποτε άλλο έδαφος οριζόμενο στη δήλωση και για του οποίου τις διεθνείς σχέσεις είναι υπεύθυνο ή για λογαριασμό του οποίου είναι εξουσιοδοτημένο να αναλαμβάνει δεσμεύσεις. Όσον αφορά τα εδάφη αυτά, η σύμβαση αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του μήνα που έπεται της εκπνοής τρίμηνης προθεσμίας από την ημερομηνία παραλαβής της εν λόγω δήλωσης από τον γενικό γραμματέα.

3.Κάθε δήλωση που υποβάλλεται σύμφωνα με τις δύο προηγούμενες παραγράφους μπορεί, όσον αφορά οποιοδήποτε έδαφος αναφέρεται στην εν λόγω δήλωση, να ανακληθεί μέσω ειδοποίησης απευθυνόμενης στον γενικό γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η ανάκληση αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του μήνα που έπεται της εκπνοής τρίμηνης προθεσμίας από την ημερομηνία παραλαβής της εν λόγω ειδοποίησης από τον γενικό γραμματέα.

Άρθρο 56 — Επιφυλάξεις

1.Δεν υπάρχει δυνατότητα διατύπωσης επιφύλαξης για καμία διάταξη της παρούσας σύμβασης, με εξαίρεση τις διατάξεις που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου.

2.Κάθε κράτος ή η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί, κατά την υπογραφή ή κατά την κατάθεση της πράξης κύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, με δήλωση που απευθύνεται στον γενικό γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, να δηλώσει ότι επιφυλάσσεται του δικαιώματος να μην εφαρμόσει τις διατάξεις του άρθρου 33 παράγραφος 1 στοιχείο δ) της παρούσας σύμβασης ή να τις εφαρμόσει μόνο σε ειδικές περιπτώσεις ή υπό ειδικές συνθήκες. 

3.Οργανισμός περιφερειακής ολοκλήρωσης και τα κράτη μέλη του εν λόγω οργανισμού μπορούν, βάσει της εναρμονισμένης νομοθεσίας του, κατά τη στιγμή της υπογραφής ή κατά την κατάθεση της πράξης κύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, με δήλωση που απευθύνεται στον γενικό γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, να προσδιορίζουν:

α)το πεδίο εφαρμογής του όρου «παράνομος/-η/-ο» στο άρθρο 3 στοιχείο α) της παρούσας σύμβασης· και

β)το πεδίο εφαρμογής των εννοιών «εσωτερικό δίκαιο», «εσωτερικές διατάξεις», «προστατευόμενος» και «απαίτηση» που χρησιμοποιούνται για τον ορισμό των αδικημάτων βάσει των άρθρων 13 και 14, 19 έως 22 και 26 έως 30 της παρούσας σύμβασης.

4.Κάθε συμβαλλόμενο μέρος δύναται να ανακαλέσει επιφύλαξη εν όλω ή εν μέρει απευθύνοντας σχετική δήλωση στον γενικό γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η δήλωση αυτή αρχίζει να ισχύει από την ημερομηνία παραλαβής της από τον γενικό γραμματέα.

Άρθρο 57 — Καταγγελία

1.Κάθε μέρος δύναται, ανά πάσα χρονική στιγμή, να καταγγείλει την παρούσα σύμβαση απευθύνοντας σχετική γνωστοποίηση στον γενικό γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης.

2.Η καταγγελία αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του μήνα που έπεται της εκπνοής τρίμηνης προθεσμίας από την ημερομηνία παραλαβής της γνωστοποίησης από τον γενικό γραμματέα.

Άρθρο 58 — Γνωστοποίηση

Ο γενικός γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης γνωστοποιεί στα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, στα τρίτα κράτη που συμμετείχαν στην εκπόνηση της σύμβασης, σε κάθε υπογράφον κράτος, συμβαλλόμενο μέρος, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και σε κάθε κράτος το οποίο έχει προσκληθεί να προσχωρήσει στην παρούσα σύμβαση:

α)κάθε υπογραφή·

β)κάθε κατάθεση πράξης κύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης·

γ)κάθε ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας σύμβασης σύμφωνα με τα άρθρα 53 και 54·

δ)κάθε τροποποίηση που εγκρίνεται σύμφωνα με το άρθρο 50 και την ημερομηνία έναρξης ισχύος της εν λόγω τροποποίησης·

ε)κάθε επιφύλαξη και ανάκληση επιφύλαξης που διατυπώνεται σύμφωνα με το άρθρο 56·

στ)κάθε καταγγελία που υποβάλλεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 57· ή

ζ)κάθε άλλη πράξη, γνωστοποίηση ή κοινοποίηση που άπτεται της παρούσας σύμβασης.

Σε πίστωση των ανωτέρω, οι υπογράφοντες, δεόντως εξουσιοδοτημένοι, υπέγραψαν την παρούσα σύμβαση.

Συντάχθηκε στ[…], την […] [202x], σε δύο κείμενα, στη γαλλική και αγγλική γλώσσα, που είναι ισοδύναμα, σε ένα πρωτότυπο, το οποίο κατατίθεται στο αρχείο του Συμβουλίου της Ευρώπης. Ο γενικός γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης διαβιβάζει επικυρωμένο αντίγραφο σε κάθε κράτος μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης, στα τρίτα κράτη που συμμετείχαν στην εκπόνηση της παρούσας σύμβασης, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και σε κάθε κράτος το οποίο έχει προσκληθεί να προσχωρήσει στην παρούσα σύμβαση.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2

Επιφύλαξη σχετικά με τον ορισμό ορισμένων όρων δυνάμει της σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία του περιβάλλοντος μέσω του ποινικού δικαίου

Σύμφωνα με το άρθρο 56 παράγραφος 3 της σύμβασης για την προστασία του περιβάλλοντος μέσω του ποινικού δικαίου (στο εξής: σύμβαση), η Ευρωπαϊκή Ένωση δηλώνει ότι, για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η έννοια «εσωτερικό δίκαιο» που χρησιμοποιείται για τον ορισμό του όρου «παράνομος/-η/-ο» στο άρθρο 3 στοιχείο α) της σύμβασης σημαίνει το δίκαιο της Ένωσης που συμβάλλει στην επιδίωξη ενός από τους στόχους της πολιτικής της Ένωσης στον τομέα του περιβάλλοντος, οι οποίοι τάσσονται στο άρθρο 191 παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και τις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή απόφαση που λαμβάνεται από αρμόδια αρχή κράτους μέλους, με τις οποίες τίθεται σε εφαρμογή το σχετικό δίκαιο της Ένωσης. Η ίδια έννοια ισχύει και για τους όρους «εσωτερικό δίκαιο» και «εσωτερικές διατάξεις» που χρησιμοποιούνται για τον ορισμό της σχετικής συμπεριφοράς σύμφωνα με τα άρθρα 14, 19, 20, 21, 26, 29 και 30 της σύμβασης. Επιπλέον, οι έννοιες «προστατευόμενος» και «απαίτηση» που χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς του ορισμού της σχετικής συμπεριφοράς βάσει των άρθρων 13, 22, 27, 28 και 29 της σύμβασης ερμηνεύονται σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο, όπως ορίζεται ανωτέρω.