ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Βρυξέλλες, 13.6.2025
COM(2025) 308 final
2025/0163(NLE)
Πρόταση
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
σχετικά με την υπογραφή, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ευρείας δέσμης συμφωνιών για την εδραίωση, εμβάθυνση και διεύρυνση των διμερών σχέσεων με την Ελβετική Συνομοσπονδία και σχετικά με την προσωρινή εφαρμογή της συμφωνίας σχετικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας στον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Διαστημικό Πρόγραμμα
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
1.ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ
•
Αιτιολόγηση και στόχοι της πρότασης
Η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ελβετική Συνομοσπονδία (στο εξής: Ελβετία) έχουν στενούς οικονομικούς, ιστορικούς, πολιτισμικούς, κοινωνικούς και πολιτικούς δεσμούς. Η Ένωση είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Ελβετίας και η Ελβετία είναι ο τέταρτος μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Ένωσης. Περισσότεροι από 1,5 εκατομμύρια πολίτες της Ένωσης ζουν στην Ελβετία, ενώ σχεδόν 450 000 Ελβετοί πολίτες ζουν στην Ένωση. Κάθε μέρα διασχίζουν τα σύνορα ΕΕ-Ελβετίας αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες μεθοριακοί εργαζόμενοι προς αμφότερες τις κατευθύνσεις.
Η Ένωση και η Ελβετία συνδέονται επίσης από πληθώρα διμερών συμφωνιών. Η Ελβετία συμμετέχει στην εσωτερική αγορά της Ένωσης, μέσω συμφωνιών που διέπουν την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, τις χερσαίες μεταφορές, τις αεροπορικές μεταφορές, την εμπορία γεωργικών προϊόντων και την αμοιβαία αναγνώριση σχετικά με την αξιολόγηση της πιστότητας. Μέσω της
συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τη σύνδεση της Ελβετικής Συνομοσπονδίας προς τη θέση σε ισχύ, την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν,
η Ελβετία είναι επίσης συνδεδεμένη χώρα Σένγκεν. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19 αυξήθηκε η συνεργασία μεταξύ της Ένωσης και της Ελβετίας όσον αφορά τις διασυνοριακές απειλές κατά της υγείας. Επίσης, η Ελβετία υπήρξε ανέκαθεν ισχυρός εταίρος στον τομέα της έρευνας και καινοτομίας. Η χώρα έχει συνεργαστεί με την Ένωση στο πλαίσιο πολυάριθμων ενωσιακών προγραμμάτων χρηματοδότησης που επικεντρώνονται κυρίως στην έρευνα, την καινοτομία και την εκπαίδευση.
Μολονότι ο σχέσεις μεταξύ της ΕΕ και της Ελβετίας είναι στενές, παρακωλύονται παράλληλα από διάφορα μακροχρόνια διαρθρωτικά προβλήματα. Για την επίλυση των προβλημάτων αυτών, κατά την περίοδο μεταξύ του 2014 και του 2021 η Ένωση και η Ελβετία διεξήγαγαν διαπραγματεύσεις με σκοπό τη σύναψη θεσμικής συμφωνίας-πλαισίου. Η θεσμική συμφωνία-πλαίσιο θα παρείχε επίσης το πλαίσιο διακυβέρνησης για πρόσθετες συμφωνίες σε τομείς σχετικούς με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία, όπως συμφωνίες τη διαπραγμάτευση των οποίων έχει εγκρίνει το Συμβούλιο, ιδίως για την ασφάλεια των τροφίμων (2003 και 2008) και την ηλεκτρική ενέργεια (2006). Επιπλέον, η θεσμική συμφωνία-πλαίσιο θα παρείχε το πλαίσιο διακυβέρνησης για τη συμφωνία σχετικά με την υγεία, τη διαπραγμάτευση της οποίας ενέκρινε το Συμβούλιο το 2008.
Οι διαπραγματευτές κατέληξαν σε συμφωνία σε τεχνικό επίπεδο σχετικά με σχέδιο κειμένου της θεσμικής συμφωνίας-πλαισίου τον Νοέμβριο του 2018. Λόγω της άρνησης του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου να εγκρίνει το σχέδιο κειμένου, διακόπηκαν οι διαπραγματεύσεις των λοιπών συμφωνιών, καθώς τόσο το Συμβούλιο, στα συμπεράσματά του της 19ης Φεβρουαρίου 2019, όσο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στη σύστασή του της 26ης Μαρτίου 2019, έθεσαν τη σύναψη της θεσμικής συμφωνίας-πλαισίου ως προϋπόθεση για τη σύναψη νέων συμφωνιών πρόσβασης στην αγορά και για την πρόβλεψη βελτιωμένων όρων στις υφιστάμενες συμφωνίες. Στις 26 Μαΐου 2021, παρά τις περαιτέρω προσπάθειες εξεύρεσης λύσεων, το Ελβετικό Ομοσπονδιακό Συμβούλιο αποφάσισε να τερματίσει μονομερώς τις διαπραγματεύσεις για τη θεσμική συμφωνία-πλαίσιο. Η μονομερής απόφαση της Ελβετίας είχε ως αποτέλεσμα την προσωρινή διακοπή της διμερούς συνεργασίας στους τομείς της έρευνας, της καινοτομίας και της εκπαίδευσης.
Μετά την ανεπιτυχή έκβαση των διαπραγματεύσεων για τη θεσμική συμφωνία-πλαίσιο, τον Μάρτιο του 2022 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η Ελβετία ξεκίνησαν διερευνητικές συνομιλίες για να συζητήσουν το μέλλον των σχέσεων ΕΕ-Ελβετίας. Αποτέλεσμα αυτών των συνομιλιών ήταν μια κοινή αντίληψη η οποία, αφενός, αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο αμφότερα τα μέρη αντιλαμβάνονται πολιτικά την πορεία μιας μελλοντικής διαπραγμάτευσης και, αφετέρου, προσδιορίζει τις συνιστώσες και τις παραμέτρους μιας ευρείας διαπραγματευτικής δέσμης, καθώς και σημεία σύγκλισης και λύσεις για θεσμικά και τομεακά θέματα καίριας σημασίας.
Η κοινή αντίληψη εγκρίθηκε από το Ελβετικό Ομοσπονδιακό Συμβούλιο και από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον Νοέμβριο του 2023. Αμφότερα τα μέρη δεσμεύτηκαν να τη χρησιμοποιήσουν ως βάση για να λάβουν τις διαπραγματευτικές εντολές τους και δήλωσαν ρητά τη φιλοδοξία τους να ολοκληρώσουν τις διαπραγματεύσεις κατά τη διάρκεια του έτους 2024.
Κατόπιν τούτου, στις 20 Δεκεμβρίου 2023 η Επιτροπή εξέδωσε σύσταση για απόφαση του Συμβουλίου για την έγκριση της έναρξης διαπραγματεύσεων σχετικά με την ευρεία δέσμη μέτρων που προσδιορίστηκαν και καθορίστηκαν κατά τη διάρκεια των διερευνητικών συνομιλιών. Γενικός στόχος των διαπραγματεύσεων αυτών ήταν ο εκσυγχρονισμός και η ενίσχυση των διμερών σχέσεων μεταξύ της Ένωσης και της Ελβετίας, η εξασφάλιση θεμιτού ανταγωνισμού μεταξύ των εταιρειών της Ένωσης και της Ελβετίας που δραστηριοποιούνται στην εσωτερική αγορά, καθώς και η διασφάλιση των δικαιωμάτων των πολιτών της Ένωσης στην Ελβετία, συμπεριλαμβανομένης της πρόληψης των διακρίσεων μεταξύ πολιτών διαφορετικών κρατών μελών. Με τον τρόπο αυτό, οι πολίτες, οι επιχειρήσεις και οι ερευνητές αμφότερων των μερών θα έχουν τη δυνατότητα να επωφελούνται πλήρως από τη γεωγραφική εγγύτητα, τις κοινές αξίες και τους οικονομικούς δεσμούς μεταξύ της Ένωσης και της Ελβετίας. Παράλληλα, το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο ανέλαβε να φέρει εις πέρας τις αντίστοιχες προπαρασκευαστικές εργασίες από την ελβετική πλευρά. Μετά την ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών στην Ελβετία, το Συμβούλιο εξέδωσε στις 12 Μαρτίου 2024 απόφαση, με την οποία εξουσιοδότησε την Επιτροπή να αρχίσει διαπραγματεύσεις για την ευρεία δέσμη μέτρων, μαζί με λεπτομερείς διαπραγματευτικές οδηγίες.
Οι διαπραγματεύσεις για την ευρεία δέσμη μέτρων ξεκίνησαν στις 18 Μαρτίου 2024 από την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, κ. Ursula von der Leyen, και την τότε πρόεδρο της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, κ. Viola Amherd. Η Επιτροπή διεξήγαγε τις διαπραγματεύσεις σε διαβούλευση με το Συμβούλιο, συμπεριλαμβανομένου του Συμβουλίου Γενικών Υποθέσεων και της Ομάδας ΕΖΕΣ ως ειδικής επιτροπής ορισμένης από το Συμβούλιο για τους σκοπούς των διαπραγματεύσεων με την Ελβετία. Ελήφθη δεόντως υπόψη το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 4ης Οκτωβρίου 2023 και η Επιτροπή ενημέρωσε πλήρως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 218 παράγραφος 10 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ).
Μετά από εντατικές διαπραγματεύσεις εννέα μηνών, στις 20 Δεκεμβρίου 2024 η πρόεδρος κ. von der Leyen και η πρόεδρος κ. Amherd ανακοίνωσαν την επιτυχή ολοκλήρωση των συζητήσεων για όλα τα στοιχεία της ευρείας δέσμης. Η ευρεία δέσμη περιλαμβάνει την επικαιροποίηση πέντε συμφωνιών που επί του παρόντος παρέχουν στην Ελβετία πρόσβαση στην εσωτερική αγορά της Ένωσης· την επικαιροποίηση του μηχανισμού διευθέτησης διαφορών που προβλέπεται στη συμφωνία σχετικά με τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων, σύμφωνα με την πάγια πρακτική στις εμπορικές συμφωνίες της Ένωσης και της Ελβετίας με άλλους εταίρους· νέο πρωτόκολλο για την ασφάλεια των τροφίμων, το οποίο θα δημιουργήσει έναν κοινό χώρο ασφάλειας των τροφίμων που θα καλύπτει όλες τις διαστάσεις της τροφικής αλυσίδας και θα αντικαταστήσει τα παραρτήματα για τα υγειονομικά και φυτοϋγειονομικά μέτρα της συμφωνίας σχετικά με τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων· νέα συμφωνία για την ηλεκτρική ενέργεια, η οποία θα επιτρέψει τη συμμετοχή της Ελβετίας στην εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας της Ένωσης· νέα συμφωνία για την υγεία, η οποία θα εξασφαλίσει στην Ελβετία τη δυνατότητα συμμετοχής σε μηχανισμούς και φορείς της Ένωσης για την αντιμετώπιση σοβαρών διασυνοριακών απειλών κατά της υγείας, και συγκεκριμένα στο Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων και στο σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης και αντίδρασης· νέα συμφωνία σχετικά με τη μόνιμη και δίκαιη χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας στην κοινωνική και οικονομική συνοχή εντός της Ένωσης, στην οποία θα συνυπολογίζεται το επίπεδο εταιρικής σχέσης και συνεργασίας μεταξύ των συμβαλλομένων μερών· και νέα συμφωνία η οποία θα εξασφαλίσει στην Ελβετία τη δυνατότητα συμμετοχής σε διάφορα ενωσιακά προγράμματα που είναι ανοικτά στη σύνδεση με τρίτες χώρες: στο πρόγραμμα «Ορίζων Ευρώπη», στο πρόγραμμα έρευνας και κατάρτισης της Ευρατόμ, στην επιχείρηση ITER/F4E (Σύντηξη για ενέργεια), στο πρόγραμμα «Ψηφιακή Ευρώπη», στο πρόγραμμα Erasmus+, καθώς και στο πρόγραμμα «Η ΕΕ για την υγεία» (EU4Health), ένα πρόγραμμα το οποίο αποσκοπεί στη συμπλήρωση της συνεργασίας που προβλέπεται στη συμφωνία για την υγεία, η οποία αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των δύο εταίρων στο πλαίσιο της ίδιας ευρείας δέσμης. Επιπλέον των στοιχείων που αναφέρονται ανωτέρω, η ευρεία δέσμη περιλαμβάνει επίσης χωριστό πρωτόκολλο σχετικά με την κοινοβουλευτική συνεργασία.
Η παρούσα πρόταση αφορά την υπογραφή, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των ακόλουθων συμφωνιών και νομικών πράξεων στο πλαίσιο της ευρείας δέσμης:
–Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων·
–Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων·
–Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές·
–Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές·
–Πρωτόκολλο για τις κρατικές ενισχύσεις της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές·
–Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών·
–Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών·
–Πρωτόκολλο για τις κρατικές ενισχύσεις της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών·
–Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας αμοιβαίας αναγνώρισης σχετικά με την αξιολόγηση της πιστότητας, μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας·
–Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας αμοιβαίας αναγνώρισης σχετικά με την αξιολόγηση της πιστότητας, μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας·
–Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων·
–Πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων για τη δημιουργία κοινού χώρου ασφάλειας των τροφίμων·
–Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για την ηλεκτρική ενέργεια·
–Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για την υγεία·
–Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας στη μείωση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση·
–Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας στον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το διαστημικό πρόγραμμα·
–Πρωτόκολλο μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με την κοινοβουλευτική συνεργασία.
Η παρούσα πρόταση αφορά επίσης την προσωρινή εφαρμογή της συμφωνίας σχετικά με τη συμμετοχή της Ελβετίας στον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Διαστημικό Πρόγραμμα, διότι η εν λόγω συμφωνία προβλέπει την προσωρινή εφαρμογή της από την 1η Ιανουαρίου 2026 ή την 1η Ιανουαρίου του έτους που έπεται της υπογραφής της, ανάλογα με το αν η εν λόγω υπογραφή θα πραγματοποιηθεί ή όχι πριν από την 1η Ιουλίου 2026.
Οι προαναφερθείσες συμφωνίες και τα πρωτόκολλα αυτά συνοδεύονται από κοινή δήλωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τη θέσπιση διαλόγου υψηλού επιπέδου για την ευρεία δέσμη διμερών συμφωνιών και την πιθανή περαιτέρω ανάπτυξη των διμερών σχέσεων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετίας, η οποία θα πρέπει να εγκριθεί και να υπογραφεί εξ ονόματος της Ένωσης.
Παρόλο που η συμφωνία σχετικά με τη συμμετοχή της Ελβετίας σε προγράμματα της Ένωσης αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ευρύτερης δέσμης την οποία διαπραγματεύτηκαν οι δύο εταίροι το 2024, η Επιτροπή αποφάσισε να επισπεύσει την πρόταση προς υπογραφή της συμφωνίας, με στόχο την έναρξη της προσωρινής εφαρμογής της από την 1η Ιανουαρίου 2025. Η Επιτροπή υπέβαλε χωριστές προτάσεις για τον σκοπό αυτό.
Η προτεινόμενη προσέγγιση θα καταστήσει δυνατή την εφαρμογή των μεταβατικών ρυθμίσεων που εκχώρησε η Επιτροπή στην Ελβετία κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων της ευρείας δέσμης. Ταυτόχρονα, δεν επηρεάζει την προσέγγιση της ευρείας δέσμης που θεσπίστηκε με την κοινή αντίληψη και επιβεβαιώθηκε με την εντολή του Συμβουλίου.
Η συμφωνία σχετικά με τη συμμετοχή της Ελβετίας σε προγράμματα της Ένωσης περιλαμβάνει ρήτρα λήξης ισχύος, η οποία προβλέπει την παύση της προσωρινής εφαρμογής της συμφωνίας αν η Ελβετία δεν ολοκληρώσει τις οικείες διαδικασίες που απαιτούνται για την έναρξη ισχύος της δέσμης έως το τέλος του 2028. Ως εκ τούτου, η πρόταση της Επιτροπής για την υπογραφή της συμφωνίας σχετικά με τη συμμετοχή της Ελβετίας σε προγράμματα της Ένωσης προβλέπει ότι η συμφωνία θα συναφθεί στο πλαίσιο της ευρείας δέσμης συμφωνιών που αποτέλεσαν αντικείμενο των διαπραγματεύσεων που διεξήχθησαν το 2024.
•Συνέπεια με τις ισχύουσες διατάξεις στον τομέα πολιτικής
Η θέσπιση θεσμικών διατάξεων θα διασφαλίσει συνεκτικότερη και πιο ομοιόμορφη εφαρμογή του κεκτημένου της Ένωσης στα τμήματα της εσωτερικής αγοράς στα οποία συμμετέχει η Ελβετία ή σε τομείς πολιτικής στους οποίους η Ελβετία έχει αναλάβει δέσμευση δυναμικής ευθυγράμμισης, τήρησης της αρχής της ομοιόμορφης ερμηνείας και εφαρμογής, και διευθέτησης των διαφορών με ρόλο για το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε θέματα ενωσιακού δικαίου. Οι αρχές της μη εισαγωγής διακρίσεων μεταξύ πολιτών της Ένωσης και των ισότιμων όρων ανταγωνισμού μεταξύ επιχειρήσεων της Ένωσης και της Ελβετίας έχουν κεντρική θέση στις διάφορες συμφωνίες.
•Συνέπεια με άλλες πολιτικές της Ένωσης
Η ευρεία δέσμη συμφωνιών μεταξύ της ΕΕ και της Ελβετίας σέβεται πλήρως τις Συνθήκες και διαφυλάσσει την ακεραιότητα και την αυτονομία της έννομης τάξης της Ένωσης. Προάγει τις αξίες, τους στόχους και τα συμφέροντα της Ένωσης και διασφαλίζει τη συνέπεια, την αποτελεσματικότητα και τη συνέχεια των πολιτικών και των δράσεών της.
Οι θεσμικές και ουσιαστικές αλλαγές στις υφιστάμενες συμφωνίες, καθώς και, όπου ενδείκνυται, η θέσπιση κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις και οι νέες συμφωνίες θα συμβάλουν στην επίτευξη των στόχων πολιτικής της Ένωσης στους ακόλουθους τομείς πολιτικής:
–εσωτερική αγορά,
–ανταγωνισμός,
–απασχόληση και κοινωνικές υποθέσεις,
–ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων,
–μεταφορά,
–γεωργία,
–ασφάλεια και ποιότητα των τροφίμων,
–ζώα και ζωικά προϊόντα,
–φυτά και φυτικά προϊόντα,
–προστασία του καταναλωτή,
–ενέργεια,
–υγεία,
–εμπόριο.
Επιπρόσθετα, η συμφωνία για τη σύνδεση της Ελβετίας με προγράμματα της Ένωσης και η συμφωνία σχετικά με τη συμμετοχή της Ελβετίας στον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Διαστημικό Πρόγραμμα θα συμβάλουν στην προώθηση των στόχων πολιτικής της Ένωσης στους ακόλουθους τομείς πολιτικής:
–εκπαίδευση και κατάρτιση,
–έρευνα και καινοτομία,
–ψηφιακή οικονομία και κοινωνία,
–υγεία,
–διάστημα.
Η συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας στη μείωση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα συμβάλει στην επίτευξη των στόχων πολιτικής της Ένωσης που αφορούν την οικονομική και κοινωνική συνοχή της.
Με τη διασφάλιση της επαρκούς χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Ελβετίας στη διαχείριση και τη λειτουργία των οργανισμών και των φορέων στους οποίους συμμετέχει, καθώς και των συστημάτων πληροφοριών στα οποία έχει πρόσβαση, θα προστατεύονται τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης.
Το φόρουμ συνεργασίας και διαλόγου μεταξύ των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της ελβετικής Ομοσπονδιακής Συνέλευσης που δημιουργήθηκε με ειδικό πρωτόκολλο συνάδει με την πρακτική των συμφωνιών σύνδεσης και στρατηγικής εταιρικής σχέσης που συνάπτει η Ένωση με τρίτες χώρες.
Παρόλο που αρκετές συμφωνίες και πρωτόκολλα που καλύπτονται από την παρούσα πρόταση βασίζονται στα τεχνικά και ψηφιακά συστήματα για την εφαρμογή τους, η πρόταση δεν εισάγει απαιτήσεις που να επιβάλλουν αλλαγές όσον αφορά τη χρήση ή την αρχιτεκτονική των συστημάτων αυτών. Η αρχή του «κατά κανόνα ψηφιακού» χαρακτήρα δεν επηρεάζεται από την πρόταση.
2.ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ
Από κοινού, οι συμφωνίες και τα πρωτόκολλα που αποτελούν αντικείμενο της προτεινόμενης απόφασης είναι άρρηκτα συνδεδεμένα, αποτελούν συνεκτικό σύνολο και καθορίζουν την αρχιτεκτονική μιας ενισχυμένης και συνολικής εταιρικής σχέσης σε ευρύ φάσμα τομέων που καλύπτονται από τις Συνθήκες, με βάση την κατάλληλη ισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Ως εκ τούτου, η κατάλληλη ουσιαστική νομική βάση για την προτεινόμενη απόφαση του Συμβουλίου σχετικά με την υπογραφή των προαναφερόμενων συμφωνιών και πρωτοκόλλων είναι το άρθρο 217 της ΣΛΕΕ. Η διαδικαστική νομική βάση είναι το άρθρο 218 παράγραφος 5 της ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 218 παράγραφος 8 δεύτερο εδάφιο της ΣΛΕΕ. Ως εκ τούτου, η νομική βάση για την προτεινόμενη απόφαση του Συμβουλίου είναι το άρθρο 217 της ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 218 παράγραφος 5 της ΣΛΕΕ και το άρθρο 218 παράγραφος 8 δεύτερο εδάφιο της ΣΛΕΕ.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η Ένωση έχει αρμοδιότητα σ’ όλους τους τομείς που καλύπτονται από τις συμφωνίες και τα πρωτόκολλα που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας πρότασης και ότι, ως εκ τούτου, οι συμφωνίες και τα πρωτόκολλα θα πρέπει να υπογραφούν μόνο από την Ένωση.
3.ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ
Όσον αφορά τις συμφωνίες σε τομείς σχετικούς με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία, τη συμφωνία για την υγεία και τη συμφωνία σχετικά με τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Διαστημικό Πρόγραμμα, η Ελβετία συμφώνησε να καταβάλει χρηματοδοτικές συνεισφορές στον προϋπολογισμό της Ένωσης για τη διαχείριση και τη λειτουργία των οργανισμών και των φορέων στους οποίους συμμετέχει, καθώς και των συστημάτων πληροφοριών στα οποία έχει πρόσβαση, λαμβάνοντας υπόψη το πεδίο εφαρμογής κάθε συμφωνίας.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι όροι πληρωμής καθορίζονται σε ειδικά παραρτήματα, τα οποία ακολουθούν το ίδιο μοντέλο. Ένα σύνολο κοινών τυποποιημένων διατάξεων των σχετικών συμφωνιών και πρωτοκόλλων ορίζουν ότι η Ελβετία πρέπει να καταβάλλει ετήσια χρηματοδοτική συνεισφορά, οφειλόμενη κατά τις ημερομηνίες που καθορίζονται στις προσκλήσεις καταβολής που εκδίδει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η συνεισφορά αυτή θα συνίσταται στο άθροισμα επιχειρησιακής συνεισφοράς και τέλους συμμετοχής.
Όπου υπάρχουν ήδη άλλες χρηματοδοτικές ρυθμίσεις για οργανισμούς ή συστήματα πληροφοριών, αυτές διατηρούνται.
Οι ειδικές χρηματοδοτικές ρυθμίσεις για τους οργανισμούς και τα συστήματα πληροφοριών περιγράφονται στο τμήμα που περιγράφει λεπτομερώς τις διατάξεις των συμφωνιών. Το νομοθετικό δημοσιονομικό δελτίο που υποβάλλεται με την παρούσα πρόταση παρουσιάζει τις μελλοντικές δημοσιονομικές επιπτώσεις αυτών των ρυθμίσεων και τους όρους καταβολής των συνεισφορών.
4.ΛΟΙΠΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
•Εφαρμογή από όργανα που έχουν συσταθεί βάσει των συμφωνιών και των πρωτοκόλλων
Η δέσμη συμφωνιών δεσμεύεται από παρόμοιες θεσμικές διατάξεις και/ή άλλες διασυνδέσεις. Όλες οι συμφωνίες που καλύπτονται από την ευρεία δέσμη περιλαμβάνουν μεικτές επιτροπές αποτελούμενες από εκπροσώπους της Ένωσης και της Ελβετίας, οι οποίες ακολουθούν, σε μεγάλο βαθμό, το ίδιο μοντέλο. Όλες οι συμφωνίες σε τομείς σχετικούς με την εσωτερική αγορά, η συμφωνία σχετικά με τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων, η συμφωνία για την υγεία και η συμφωνία σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας στην κοινωνική και οικονομική συνοχή της Ένωσης παρέχουν δυνατότητα σύστασης ομάδων εργασίας. Διάφορες συμφωνίες περιλαμβάνουν μηχανισμούς διευθέτησης διαφορών, με βάση το ίδιο μοντέλο, γεγονός που διασφαλίζει ότι μπορούν να αντιμετωπιστούν παραβιάσεις των υποχρεώσεων ενός εκ των μερών στο πλαίσιο της σχετικής συμφωνίας ή στο σύνολο της δέσμης συμφωνιών. Τέλος, το πρωτόκολλο σχετικά με την κοινοβουλευτική συνεργασία προβλέπει τη σύσταση μεικτής κοινοβουλευτικής επιτροπής αποτελούμενης από εκπροσώπους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της ελβετικής Ομοσπονδιακής Συνέλευσης.
•Αναλυτική επεξήγηση των επιμέρους διατάξεων της πρότασης
Σύνθεση της ευρείας δέσμης και φύση των συμφωνιών και των πρωτοκόλλων
Η ευρεία δέσμη αποτελείται από διάφορες συμφωνίες και πρωτόκολλα που έχουν διαφορετικούς σκοπούς και δομή, μολονότι έχουν κοινά στοιχεία. Η δέσμη περιλαμβάνει κυρίως συμφωνίες και πρωτόκολλο σε τομείς σχετικούς με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία, συμφωνία σχετικά με τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων, συμφωνίες συνεργασίας και πρωτόκολλο σχετικά με την κοινοβουλευτική συνεργασία. Πολλές από αυτές τις συμφωνίες και τα πρωτόκολλα συνοδεύονται από κοινές δηλώσεις. Η δέσμη συμπληρώνεται από κοινή δήλωση σχετικά με τη θέσπιση διαλόγου υψηλού επιπέδου μεταξύ της Ένωσης και της Ελβετίας.
Συμφωνίες σε τομείς σχετικούς με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία
Ως αποτέλεσμα θεσμικών αλλαγών, τέσσερις από τις πέντε υφιστάμενες συμφωνίες θα θεωρούνται συμφωνίες σε τομείς σχετικούς με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία, γεγονός που έχει επιπτώσεις κυρίως όσον αφορά τη διασύνδεσή τους. Μια νέα συμφωνία και ένα νέο πρωτόκολλο θα έχουν επίσης αυτό το καθεστώς.
Υφιστάμενες συμφωνίες που θα θεωρούνται συμφωνίες σε τομείς σχετικούς με την εσωτερική αγορά
–συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων (στο εξής: συμφωνία για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων),
–συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές (στο εξής: συμφωνία σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές),
–συμφωνία μεταξύ της Ελβετικής Συνομοσπονδίας και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας για τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών (στο εξής: συμφωνία για τις χερσαίες μεταφορές),
–συμφωνία αμοιβαίας αναγνώρισης σχετικά με την αξιολόγηση της πιστότητας μεταξύ της Ελβετικής Συνομοσπονδίας και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (στο εξής: συμφωνία αμοιβαίας αναγνώρισης).
Νέα συμφωνία και νέο πρωτόκολλο που θα θεωρούνται συμφωνίες σε τομείς σχετικούς με την εσωτερική αγορά
–συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για την ηλεκτρική ενέργεια (στο εξής: συμφωνία για την ηλεκτρική ενέργεια),
–πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων για τη δημιουργία κοινού χώρου ασφάλειας των τροφίμων (στο εξής: πρωτόκολλο για τον κοινό χώρο ασφάλειας των τροφίμων).
Συμφωνία σχετικά με τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων
–συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων (στο εξής: συμφωνία σχετικά με τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων). Η τροποποιημένη συμφωνία δεν θα θεωρείται πλέον συμφωνία σε τομέα σχετικό με την εσωτερική αγορά στον οποίο συμμετέχει η Ελβετία.
Συμφωνίες συνεργασίας
Διάφορες συμφωνίες μπορούν να θεωρηθούν συμφωνίες συνεργασίας και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν συμφωνίες σε τομείς σχετικούς με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία. Η δομή και το περιεχόμενό τους διαφέρουν ανάλογα με τον σκοπό τους. Οι συμφωνίες αυτές είναι οι εξής:
–συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για την υγεία (στο εξής: συμφωνία για την υγεία),
–συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας στη μείωση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση (στο εξής: συμφωνία σχετικά με τη συνοχή),
–συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας στον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το διαστημικό πρόγραμμα (στο εξής: συμφωνία σχετικά με τον Οργανισμό για το διαστημικό πρόγραμμα),
–συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, σχετικά με τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σε προγράμματα της Ένωσης (στο εξής: συμφωνία σχετικά με τα προγράμματα της Ένωσης).
Η συμφωνία σχετικά με τα προγράμματα της Ένωσης δεν θα περιγραφεί λεπτομερώς, διότι η υπογραφή της αποτελεί αντικείμενο χωριστής πρότασης.
Πρωτόκολλο σχετικά με την κοινοβουλευτική συνεργασία
Το πρωτόκολλο μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με την κοινοβουλευτική συνεργασία (στο εξής: πρωτόκολλο σχετικά με την κοινοβουλευτική συνεργασία) παρέχει νομική βάση και μηχανισμούς για την πολιτική συνεργασία μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της ελβετικής Ομοσπονδιακής Συνέλευσης.
Διάλογος υψηλού επιπέδου
Η «κοινή δήλωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τη θέσπιση διαλόγου υψηλού επιπέδου για την ευρεία δέσμη διμερών συμφωνιών και την πιθανή περαιτέρω ανάπτυξη των διμερών σχέσεων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετίας» θα παράσχει ένα πλαίσιο για πολιτικές συζητήσεις μεταξύ του Ευρωπαίου επιτρόπου και του Ελβετού ομοσπονδιακού συμβούλου που είναι αρμόδιοι για τις σχέσεις ΕΕ–Ελβετίας. Οι διάλογοι υψηλού επιπέδου αποτελούν κοινό εργαλείο στο οποίο βασίζεται η Ένωση για να δώσει ώθηση στη συνεργασία με τρίτες χώρες σε συγκεκριμένο τομέα.
Συμφωνίες σε τομείς σχετικούς με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία
Θεσμικές διατάξεις
Πανομοιότυπες θεσμικές διατάξεις έχουν συμπεριληφθεί σ’ όλες τις συμφωνίες σε τομείς σχετικούς με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία, με την επιφύλαξη τεχνικά δικαιολογημένων προσαρμογών, είτε στο πλαίσιο των νέων συμφωνιών είτε μέσω θεσμικών πρωτοκόλλων. Στη συμφωνία για την υγεία εφαρμόζονται, κατ’ αναλογία, οι ίδιες θεσμικές λύσεις. Οι θεσμικές διατάξεις περιλαμβάνουν τα ακόλουθα στοιχεία:
1)ομοιόμορφη ερμηνεία και εφαρμογή: υποχρέωση ομοιόμορφης ερμηνείας και εφαρμογής των σχετικών συμφωνιών εντός της εσωτερικής αγοράς και, στον βαθμό που περιλαμβάνουν έννοιες του δικαίου της Ένωσης, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τόσο πριν όσο και μετά την υπογραφή της αντίστοιχης συμφωνίας·
2)δυναμική ευθυγράμμιση: με την επιφύλαξη περιορισμένων εξαιρέσεων, υποχρέωση των μερών να ενσωματώνουν στις σχετικές συμφωνίες όλες τις νομικές πράξεις της Ένωσης που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής τους· λόγω της μονιστικής έννομης τάξης της, οι πράξεις αυτές καθίστανται, με την ενσωμάτωσή τους στις συμφωνίες, μέρος της ελβετικής έννομης τάξης. Σε αντάλλαγμα, η Ελβετία θα συμμετέχει στην κατάρτιση των πράξεων που θα ενσωματωθούν στις σχετικές συμφωνίες, για παράδειγμα η Ελβετία θα συμμετέχει στις αντίστοιχες επιτροπές και ομάδες εμπειρογνωμόνων χωρίς δικαίωμα ψήφου. Για ιστορικούς λόγους, στην περίπτωση της συμφωνίας αμοιβαίας αναγνώρισης και της συμφωνίας για τις χερσαίες μεταφορές, η Ελβετία υποχρεούται να θεσπίσει διατάξεις εθνικού δικαίου για την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκεται με τις εν λόγω πράξεις·
3)διευθέτηση διαφορών: αποτελεσματικός μηχανισμός για την επίλυση διαφορών που βασίζεται σε διαιτησία τρίτων· το διαιτητικό δικαστήριο υποχρεούται να παραπέμπει ερωτήματα σχετικά με διατάξεις των συμφωνιών που αφορούν έννοιες του δικαίου της Ένωσης στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι γνώμες του οποίου είναι νομικά δεσμευτικές για το διαιτητικό δικαστήριο·
4)διασύνδεση μεταξύ των συμφωνιών: η δυνατότητα των μερών να λαμβάνουν αναλογικά και αποτελεσματικά αντισταθμιστικά μέτρα στο πλαίσιο διαδικασίας διευθέτησης διαφορών, σε περίπτωση που ένα μέρος θεωρεί ότι το άλλο μέρος δεν έχει συμμορφωθεί με απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου· τα εν λόγω αντισταθμιστικά μέτρα μπορούν να ληφθούν στο πλαίσιο είτε της σχετικής συμφωνίας είτε οποιασδήποτε άλλης συμφωνίας σχετικής με την εσωτερική αγορά, συμπεριλαμβανομένης της μερικής ή πλήρους αναστολής της εν λόγω συμφωνίας ή των εν λόγω συμφωνιών.
Διατάξεις περί κρατικών ενισχύσεων
Επιπρόσθετα, ουσιαστικοί και διαδικαστικοί κανόνες, συμπεριλαμβανομένων μηχανισμών εποπτείας και επιβολής, ισοδύναμοι με εκείνους που εφαρμόζονται εντός της Ένωσης, περιλαμβάνονται στις συμφωνίες στις οποίες πρέπει να διασφαλιστούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά, κυρίως στις συμφωνίες σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές, για τις χερσαίες μεταφορές και για την ηλεκτρική ενέργεια. Οι εν λόγω κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις διατυπώνονται είτε στο κυρίως κείμενο της συμφωνίας, όπως στην περίπτωση της συμφωνίας για την ηλεκτρική ενέργεια, είτε σε ειδικά πρωτόκολλα, όπως στην περίπτωση της συμφωνίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές και της συμφωνίας για τις χερσαίες μεταφορές. Και στις δύο περιπτώσεις, γενικοί και τομεακοί κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις που συμπληρώνουν το προαναφερθέν πλαίσιο διατυπώνονται σε ειδικά παραρτήματα.
Συμμετοχή σε οργανισμούς και συστήματα πληροφοριών
Η Ελβετία θα αποκτήσει πρόσθετη πρόσβαση σε οργανισμούς και/ή συστήματα πληροφοριών στο πλαίσιο των ακόλουθων συμφωνιών σε τομείς σχετικούς με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία: της συμφωνίας για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, της συμφωνίας αμοιβαίας αναγνώρισης, του πρωτοκόλλου για τον κοινό χώρο ασφάλειας των τροφίμων και της συμφωνίας για την ηλεκτρική ενέργεια. Η Ελβετία θα αποκτήσει επίσης πρόσθετη πρόσβαση σε οργανισμό και συστήματα πληροφοριών στο πλαίσιο της συμφωνίας για την υγεία.
Οι προαναφερθείσες τυποποιημένες διατάξεις θα ισχύουν για στις χρηματοδοτικές ρυθμίσεις που συνδέονται με την πρόσθετη πρόσβαση που θα αποκτήσει η Ελβετία σε οργανισμούς και συστήματα πληροφοριών μέσω της ευρείας δέσμης. Καταρχήν, αυτές οι τυποποιημένες διατάξεις θα πρέπει να ισχύουν για τις χρηματοδοτικές ρυθμίσεις που συνδέονται με κάθε περαιτέρω πρόσβαση σε οργανισμούς, φορείς, συστήματα πληροφοριών και άλλες δραστηριότητες την οποία ενδέχεται να αποκτήσει στο μέλλον η Ελβετία βάσει συμφωνιών που αποτελούν μέρος της δέσμης ή βάσει περαιτέρω συμφωνιών που ενδέχεται να συνάψουν η Ένωση και η Ελβετία.
Η επιχειρησιακή συνεισφορά που θα αποτελεί τμήμα της ετήσιας χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Ελβετίας θα βασίζεται σε κλίμακα συνεισφοράς, η οποία ορίζεται ως ο λόγος του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) της Ελβετίας σε τιμές αγοράς προς το ΑΕΠ της Ένωσης σε τιμές αγοράς. Η κλίμακα συνεισφοράς θα εφαρμόζεται στον ετήσιο ψηφισθέντα προϋπολογισμό της Ένωσης που έχει εγγραφεί στη/στις σχετική/-ές γραμμή/-ές επιδότησης του προϋπολογισμού της Ένωσης του εν λόγω έτους, με την επιφύλαξη, κατά περίπτωση, προσαρμογών που λαμβάνουν υπόψη το πεδίο εφαρμογής μιας συμφωνίας. Η επιχειρησιακή συνεισφορά για τα συστήματα πληροφοριών και άλλες δραστηριότητες θα υπολογίζεται με την εφαρμογή της κλίμακας συνεισφοράς στον σχετικό προϋπολογισμό του εν λόγω έτους, όπως ορίζεται στα έγγραφα εκτέλεσης του προϋπολογισμού (όπως προγράμματα εργασίας ή συμβάσεις). Το ετήσιο τέλος συμμετοχής θα ανέρχεται στο 4 % της επιχειρησιακής συνεισφοράς.
Όλα τα ποσά αναφοράς θα βασίζονται στις πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων.
Οι συμφωνίες που θα παρέχουν στην Ελβετία πρόσβαση σε οργανισμούς περιλαμβάνουν επίσης προσάρτημα σχετικά με τα δικαιώματα, τα προνόμια και τις ασυλίες των εν λόγω οργανισμών και του προσωπικού τους, το οποίο ακολουθεί τυποποιημένο υπόδειγμα και αντικατοπτρίζει τις διατάξεις του πρωτοκόλλου (αριθ. 7) περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Συμφωνία για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων
Η επικαιροποιημένη συμφωνία για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων θα προβλέπει δυναμική ευθυγράμμιση της Ελβετίας με τις ισχύουσες και τις μελλοντικές νομικές πράξεις της Ένωσης στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων και της απόσπασης εργαζομένων.
Το πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων επιφέρει αλλαγές στη δομή της. H τρέχουσα έκδοσή της συμφωνίας περιλαμβάνει σημαντικό αριθμό ουσιαστικών διατάξεων στο οικείο παράρτημα I. Το εν λόγω παράρτημα αντικαθίσταται από κατάλογο νομικών πράξεων της Ένωσης με τις οποίες θα ευθυγραμμιστεί δυναμικά η Ελβετία και οι οποίες θα καλύπτουν, σε μεγάλο βαθμό, την ουσία των εν λόγω διατάξεων.
Η αντικατάσταση των ουσιαστικών διατάξεων της συμφωνίας από την ενσωμάτωση του κεκτημένου της Ένωσης θα συνοδεύεται από ορισμένες εξαιρέσεις στη δυναμική ευθυγράμμιση στους ακόλουθους τομείς: περίοδος εκ των προτέρων κοινοποίησης και έλεγχοι, οικονομικές εγγυήσεις και κυρώσεις στους παρόχους υπηρεσιών, απόδειξη μη μισθωτής εργασίας, απόκτηση μόνιμης κατοικίας, αγορά ακίνητης περιουσίας, δελτία ταυτότητας, απελάσεις και ορισμένα θέματα του δικαίου των καντονιών σχετικά με τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης. Ορισμένες από τις εξαιρέσεις αυτές περιλαμβάνονται ήδη στην υφιστάμενη συμφωνία. Η υφιστάμενη διάταξη σχετικά με τα δικαιώματα των φοιτητών θα αναθεωρηθεί, έτσι ώστε τα μέρη να μην έχουν πλέον τη δυνατότητα να εισάγουν διακρίσεις σε βάρος των φοιτητών του άλλου μέρους όσον αφορά τα δίδακτρα, καθώς και τους συναφείς μηχανισμούς δημόσιας στήριξης, σε πανεπιστήμια που χρηματοδοτούνται κυρίως από δημόσιους πόρους. Το υφιστάμενο επίπεδο πρόσβασης των φοιτητών της Ένωσης στα εν λόγω πανεπιστήμια της Ελβετίας θα είναι εγγυημένο.
Επιπρόσθετα, μια ρήτρα κατοχύρωσης του επιπέδου προστασίας ορίζει ότι η Ελβετία δεν θα είναι υποχρεωμένη να ενσωματώσει νέο κεκτημένο σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων, αν αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα την ουσιαστική αποδυνάμωση ή μείωση του επιπέδου προστασίας των αποσπασμένων εργαζομένων όσον αφορά τους όρους και τις προϋποθέσεις απασχόλησης.
Μέσω πρωτοκόλλου που επισυνάπτεται στην επικαιροποιημένη συμφωνία, τα μέρη θα δεσμευτούν ότι οι ενωσιακοί και οι ελβετικοί κανόνες για τη χορήγηση αδειών διαμονής μακράς διαρκείας εφαρμόζονται χωρίς διακρίσεις, κυρίως όσον αφορά την ελάχιστη διάρκεια προηγούμενης διαμονής των πέντε ετών.
Η υφιστάμενη ρήτρα διασφάλισης θα προσαρμοστεί και θα ευθυγραμμιστεί με το θεσμικό πρωτόκολλο. Μπορεί να ενεργοποιηθεί σε περίπτωση σοβαρών οικονομικών ή κοινωνικών δυσχερειών που προκαλούνται από την εφαρμογή της συμφωνίας. Αν τα μέρη δεν μπορούν να καταλήξουν σε μια κατάλληλη, συμφωνημένη λύση για τη διόρθωση της κατάστασης, το μέρος που επικαλείται σοβαρές οικονομικές δυσχέρειες μπορεί να παραπέμψει το ζήτημα στο διαιτητικό δικαστήριο. Θα είναι σε θέση να λάβει μέτρα διασφάλισης μόνο αν το διαιτητικό δικαστήριο κρίνει ότι η κατάσταση τα δικαιολογεί.
Διάφορες κοινές δηλώσεις που συνοδεύουν τη συμφωνία αποσαφηνίζουν την κοινή αντίληψη των μερών όσον αφορά διατάξεις π.χ. για την πρόληψη και τη δράση κατά της κατάχρησης δικαιωμάτων στο πλαίσιο του κεκτημένου για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, τις διαδικασίες κοινοποίησης στο πλαίσιο της έναρξης απασχόλησης ή τα αποτελεσματικά συστήματα ελέγχου, συμπεριλαμβανομένου του διττού συστήματος επιβολής της νομοθεσίας της Ελβετίας όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών.
Βάσει της συμφωνίας, η Ελβετία θα έχει πρόσβαση και θα συνεισφέρει οικονομικά, σύμφωνα με τις τυποποιημένες χρηματοδοτικές διαδικασίες, στα ακόλουθα συστήματα πληροφοριών:
–το ευρωπαϊκό δίκτυο υπηρεσιών απασχόλησης (στο εξής: EURES), το οποίο θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/589,
–την ηλεκτρονική ανταλλαγή πληροφοριών για την κοινωνική ασφάλιση (EESSI), η οποία θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 883/2004και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 987/2009,
–τις ενότητες του συστήματος πληροφόρησης για την εσωτερική αγορά (IMI), το οποίο θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2012, σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων, τις υπηρεσίες, τα επαγγελματικά προσόντα, την ευρωπαϊκή επαγγελματική κάρτα, τα νομοθετικά κατοχυρωμένα επαγγέλματα και την ενιαία ψηφιακή πύλη.
Η συμμετοχή στην πλατφόρμα EURES θα προωθήσει την κινητικότητα του εργατικού δυναμικού, θα διευκολύνει την ανταλλαγή κενών θέσεων εργασίας και προφίλ αιτούντων εργασία και θα διασφαλίσει υψηλής ποιότητας αντιστοίχιση μεταξύ γλωσσών και εθνικών πλαισίων, μεταξύ άλλων μέσω της χρήσης της ευρωπαϊκής ταξινόμησης δεξιοτήτων, ικανοτήτων, προσόντων και επαγγελμάτων (ESCO).
Οι υφιστάμενες χρηματοδοτικές ρυθμίσεις θα εξακολουθήσουν να ισχύουν για τη χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας στο σύστημα αμοιβαίας πληροφόρησης σχετικά με την κοινωνική προστασία (MISSOC), στο οποίο έχει ήδη πρόσβαση.
Συμφωνία σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές
Η επικαιροποιημένη συμφωνία σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές θα προβλέπει δυναμική ευθυγράμμιση της Ελβετίας με τις ισχύουσες και τις μελλοντικές νομικές πράξεις της Ένωσης στον τομέα των αεροπορικών μεταφορών.
Το πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές δεν μεταβάλλει τους στόχους της συμφωνίας και επιφέρει περιορισμένες αλλαγές στο κυρίως κείμενο και στο παράρτημα της συμφωνίας. Πιο αξιοσημείωτη είναι η αμοιβαία ανταλλαγή δικαιωμάτων ενδομεταφορών μεταξύ των μερών (που παρέχει στις αντίστοιχες αεροπορικές εταιρείες το δικαίωμα να εκτελούν πτήσεις μεταξύ δύο σημείων στο έδαφος ενός κράτους μέλους ή της Ελβετίας).
Δεν προβλέπεται πρόσθετη πρόσβαση σε συστήματα πληροφοριών. Οι υφιστάμενες χρηματοδοτικές διαδικασίες σχετικά με τη συμμετοχή της Ελβετίας στον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Ασφάλεια της Αεροπορίας (στο εξής: EASA), ο οποίος συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1139, θα εξακολουθήσουν να ισχύουν. Οι υφιστάμενες ρυθμίσεις σχετικά με τα δικαιώματα, τα προνόμια και τις ασυλίες του EASA και του προσωπικού του θα αντικατασταθούν από το προαναφερθέν υπόδειγμα.
Στη συμφωνία επισυνάπτεται πρωτόκολλο για τις κρατικές ενισχύσεις, το οποίο θα συνοδεύεται από κοινή δήλωση.
Συμφωνία για τις χερσαίες μεταφορές
Σύμφωνα με την επικαιροποιημένη συμφωνία για τις χερσαίες μεταφορές, όπως και στην αρχική της μορφή, η Ελβετία θα υποχρεούται να θεσπίσει διατάξεις εθνικού δικαίου για την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκεται με τις νομικές πράξεις της Ένωσης που απαριθμούνται στο παράρτημα της συμφωνίας.
Η επικαιροποιημένη συμφωνία θα διασαφηνίζει ότι οι σιδηροδρομικές επιχειρήσεις μπορούν να εκτελούν διεθνείς σιδηροδρομικές μεταφορές επιβατών μεταξύ της Ένωσης και της Ελβετίας, συμπεριλαμβανομένων των διεθνών ενδομεταφορών, με δική τους ευθύνη. Το πρωτόκολλο τροποποίησης θα ενσωματώσει το σχετικό κεκτημένο της Ένωσης στη συμφωνία που εγγυάται το δικαίωμα εκτέλεσης διεθνών σιδηροδρομικών μεταφορών εμπορευμάτων στην Ένωση και την Ελβετία.
Η Ελβετία θα επωφεληθεί από ορισμένες εξαιρέσεις. Για παράδειγμα, η Ελβετία θα είναι σε θέση να δίνει προτεραιότητα στις σιδηροδρομικές μεταφορές που αποτελούν μέρος του ελβετικού χρονοδιαγράμματος με τακτά δρομολόγια. Αντιστρόφως, η Ένωση ή τα κράτη μέλη της μπορούν να δίνουν προτεραιότητα, στο έδαφός τους, σε ενωσιακές εταιρείες που εκτελούν σιδηροδρομικές μεταφορές επιβατών έναντι των ελβετικών διεθνών σιδηροδρομικών μεταφορών επιβατών που εκτελούν μέρος των διεθνών δρομολογίων στο πλαίσιο του ελβετικού χρονοδιαγράμματος με τακτά δρομολόγια. Η Ελβετία θα έχει επίσης το δικαίωμα εφαρμογής μέσων διαχείρισης της μεταφορικής ικανότητας που προβλέπουν ελάχιστο αριθμό σιδηροδρομικών διαδρομών ανά ώρα για καθορισμένους τύπους κυκλοφορίας, συμπεριλαμβανομένης της εμπορευματικής, της περιφερειακής και της επιβατικής κίνησης μεγάλων αποστάσεων, που μπορούν επίσης να εξυπηρετούν διεθνή σκοπό. Θα έχει επίσης τη δυνατότητα να υποχρεώνει τις εταιρείες μεταφοράς επιβατών να συμμετέχουν στο ελβετικό σύστημα έκδοσης εισιτηρίων και ενοποίησης των τιμών, διασφαλίζοντας παράλληλα την ελευθερία τιμολόγησης για τις εταιρείες. Οι αρμόδιες ελβετικές αρχές θα είναι επίσης σε θέση να αναθέτουν απευθείας συμβάσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας στον τομέα των σιδηροδρομικών μεταφορών, με την επιφύλαξη ειδικών όρων που διασφαλίζουν ότι δεν επηρεάζεται η εσωτερική αγορά της Ένωσης για το έδαφος της Ένωσης.
Το υφιστάμενο ελβετικό σύστημα τελών για τα βαρέα φορτηγά οχήματα, μολονότι καλύπτεται από εξαίρεση από τη δυναμική ευθυγράμμιση, θα προσεγγίσει περισσότερο το σύστημα χρέωσης της Ένωσης.
Η Ελβετία αλληλεπιδρά με τον Οργανισμό Σιδηροδρόμων της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ιδρύθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/796 ως τρίτη χώρα. Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία της Ένωσης, ο οργανισμός συμφωνεί με τις αρμόδιες ελβετικές αρχές λεπτομερείς ρυθμίσεις σχετικά με τη φύση και την έκταση της συμμετοχής των εν λόγω αρχών στις εργασίες του οργανισμού, μετά την έγκριση των εν λόγω ρυθμίσεων από το διοικητικό του συμβούλιο.
Δεν προβλέπεται πρόσθετη πρόσβαση σε συστήματα πληροφοριών. Οι υφιστάμενες χρηματοδοτικές διαδικασίες θα εξακολουθήσουν να ισχύουν για την πρόσβαση της Ελβετίας στο Tachonet, το οποίο συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 165/2014 και τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2016/68 της Επιτροπής.
Στη συμφωνία επισυνάπτεται πρωτόκολλο για τις κρατικές ενισχύσεις, το οποίο θα συνοδεύεται από κοινή δήλωση. Το πρωτόκολλο τροποποίησης θα συνοδεύεται επίσης από κοινή δήλωση.
Συμφωνία αμοιβαίας αναγνώρισης
Βάσει της επικαιροποιημένης συμφωνίας αμοιβαίας αναγνώρισης, η Ελβετία θα υποχρεούται να θεσπίσει διατάξεις εθνικού δικαίου για την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκεται με τις νομικές πράξεις της Ένωσης που απαριθμούνται στο παράρτημα της συμφωνίας. Αν το πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας διευρυνθεί στο μέλλον, η ίδια προσέγγιση θα ισχύει και για τους πρόσθετους τομείς.
Το πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας αμοιβαίας αναγνώρισης επιφέρει περιορισμένες μόνο αλλαγές στο κυρίως κείμενο και στο παράρτημα της συμφωνίας για τον καλύτερο καθορισμό του σκοπού και του πεδίου εφαρμογής της συμφωνίας, των εφαρμοστέων διαδικασιών και του ρόλου των αρχών και των οικονομικών φορέων των μερών, καθώς και της συνεργασίας μεταξύ των μερών.
Σε όλους τους τομείς που καλύπτονται από το παράρτημα 1 της συμφωνίας, η Ελβετία θα υποχρεούται να θεσπίσει νομοθεσία για την επίτευξη του ίδιου αποτελέσματος με το κεκτημένο της Ένωσης που παρατίθεται στο εν λόγω παράρτημα. Οι σχετικές διατάξεις του ελβετικού δικαίου δεν θα περιλαμβάνονται πλέον στο παράρτημα. Η μόνη εξαίρεση σ’ αυτόν τον κανόνα αφορά το κεφάλαιο 11 του παραρτήματος 1, στο οποίο θα εξακολουθήσουν να απαριθμούνται διατάξεις του ελβετικού δικαίου. Αυτό αντικατοπτρίζει μια συμφωνηθείσα εξαίρεση όσον αφορά την οδηγία 2007/45/ΕΚ.
Σε ορισμένους τομείς, η πρόσβαση της Ελβετίας στη διαμόρφωση αποφάσεων θα είναι περιορισμένη. Κατά κανόνα, δεν θα έχει πρόσβαση σε σχετικές ομάδες εμπειρογνωμόνων και επιτροπές επιτροπολογίας που ασχολούνται με τα φάρμακα. Επίσης, δεν έχει πρόσβαση στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων. Στον τομέα των ιατροτεχνολογικών προϊόντων, ο ρόλος της Ελβετίας στις επιτροπές και τις ομάδες εμπειρογνωμόνων θα περιορίζεται στον ρόλο του παρατηρητή.
Σύμφωνα με την επικαιροποιημένη συμφωνία, η Ελβετία θα έχει πρόσβαση και θα συνεισφέρει οικονομικά στο σύστημα πληροφοριών EudraGMDP σχετικά με τον κοινοτικό κώδικα για τα φάρμακα που προορίζονται για ανθρώπινη χρήση, το οποίο δημιουργήθηκε με την οδηγία 2004/27/ΕΚ.
Συμφωνία για την ηλεκτρική ενέργεια
Η συμφωνία για την ηλεκτρική ενέργεια θα προβλέπει δυναμική ευθυγράμμιση της Ελβετίας με τις ισχύουσες και τις μελλοντικές νομικές πράξεις της Ένωσης στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας.
Σκοπός της συμφωνίας για την ηλεκτρική ενέργεια είναι να καταστήσει δυνατή την πρόσβαση της Ελβετίας στην εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας της Ένωσης. Αποσκοπεί π.χ. στην προώθηση του διασυνοριακού εμπορίου ηλεκτρικής ενέργειας· στη διασφάλιση της ακεραιότητας και της διαφάνειας της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και της ίσης μεταχείρισης όλων των συμμετεχόντων στην αγορά· στη διασφάλιση της σταθερότητας των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας και της ασφάλειας του εφοδιασμού· καθώς και στην προώθηση της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Η συμφωνία καθορίζει τους κανόνες και τις έννοιες που ισχύουν για τις εσωτερικές αγορές ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και τους ρόλους και τις αρμοδιότητες παραγόντων όπως των διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς και συστημάτων διανομής. Προβλέπει επίσης μεταβατική ρύθμιση για προϋπάρχουσες μακροπρόθεσμες κρατήσεις δυναμικότητας σε γραμμές διασύνδεσης στα ελβετικά σύνορα, οι οποίες δεν είναι συμβατές με το κεκτημένο.
Όσον αφορά την προστασία του περιβάλλοντος στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, η Ελβετία υποχρεούται να θεσπίσει ή να διατηρήσει διατάξεις του ελβετικού δικαίου που καθορίζουν απαιτήσεις οι οποίες διασφαλίζουν τουλάχιστον το ίδιο επίπεδο προστασίας με αυτό που προβλέπεται στο σχετικό κεκτημένο. Οι εν λόγω διατάξεις δεν μπορούν να αποτελούν εμπόδιο για την ελεύθερη πρόσβαση, στην ελβετική αγορά, αγαθών και υπηρεσιών από την Ένωση που συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο σχετικό κεκτημένο. Προβλέπεται εξαίρεση από την υποχρέωση δυναμικής ευθυγράμμισης η οποία επιτρέπει στην Ελβετία να λάβει αναγκαία, αναλογικά και μη στρεβλωτικά μέτρα για την κατοχύρωση της ασφάλειας του εφοδιασμού με ηλεκτρική ενέργεια, με τη δημιουργία και τη διατήρηση εφεδρειών ηλεκτρικής ενέργειας, στον βαθμό που συμβιβάζονται με τη συμφωνία.
Βάσει της συμφωνίας, η Ελβετία θα είναι σε θέση να συμμετέχει και θα πρέπει να συνεισφέρει στη χρηματοδότηση του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία των Ρυθμιστικών Αρχών Ηλεκτρικής Ενέργειας (στο εξής: ACER), ο οποίος ιδρύθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/942. Η συμφωνία περιλαμβάνει τυποποιημένο προσάρτημα σχετικά με τα δικαιώματα, τα προνόμια και τις ασυλίες του ACER και του προσωπικού του. Η Ελβετία θα έχει επίσης πρόσβαση και θα συνεισφέρει οικονομικά, σύμφωνα με τις τυποποιημένες χρηματοδοτικές διαδικασίες, στην ενωσιακή βάση δεδομένων, η οποία θεσπίστηκε με την οδηγία (ΕΕ) 2018/2001 για την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.
Η συμφωνία περιλαμβάνει διατάξεις για τις κρατικές ενισχύσεις και θα συνοδεύεται από κοινή δήλωση.
Πρωτόκολλο για τον κοινό χώρο ασφάλειας των τροφίμων
Το πρωτόκολλο για τον κοινό χώρο ασφάλειας των τροφίμων θα προβλέπει τη δυναμική ευθυγράμμιση της Ελβετίας με το σύνολο του κεκτημένου της Ένωσης που συνδέεται με την τροφική αλυσίδα και την ταυτόχρονη εφαρμογή του.
Τα υπάρχοντα παραρτήματα για τα υγειονομικά και φυτοϋγειονομικά μέτρα της υφιστάμενης συμφωνίας σχετικά με τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων θα αφαιρεθούν από τη συμφωνία σχετικά με τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων και το αντικείμενό τους θα καλύπτεται στο πρωτόκολλο για τον κοινό χώρο ασφάλειας των τροφίμων. Λόγω των συγκεκριμένων παραρτημάτων χαρακτηρίζεται σήμερα η συμφωνία σχετικά με τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων, με την τρέχουσα μορφή της, ως συμφωνία σε τομέα σχετικό με την εσωτερική αγορά στον οποίο συμμετέχει η Ελβετία.
Το πρωτόκολλο για τον κοινό χώρο ασφάλειας των τροφίμων, το οποίο συμπληρώνει τη συμφωνία σχετικά με τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων, θα εξακολουθήσει να συνδέεται με τη συμφωνία σχετικά με τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων, καθώς, αν τερματιστεί είτε η συμφωνία είτε το πρωτόκολλο, η άλλη πράξη τερματίζεται επίσης αυτόματα.
Το πρωτόκολλο θεσπίζει κοινό χώρο ασφάλειας των τροφίμων που καλύπτει όλες τις διαστάσεις της τροφικής αλυσίδας. Στόχοι του είναι π.χ. η ενίσχυση της ασφάλειας των τροφίμων και των ζωοτροφών, η διασφάλιση υψηλού επιπέδου υγείας των ανθρώπων, των ζώων και των φυτών, η καταπολέμηση της μικροβιακής αντοχής, η ενίσχυση της προστασίας των ζώων και η προώθηση υψηλών προτύπων καλής διαβίωσης των ζώων.
Επιπρόσθετα στη δυναμική ευθυγράμμιση όσον αφορά όλες τις νομικές πράξεις του κεκτημένου της Ένωσης που αφορούν ολόκληρη την τροφική αλυσίδα, το πρωτόκολλο για τον κοινό χώρο ασφάλειας των τροφίμων περιλαμβάνει την υποχρέωση της Ελβετίας να εφαρμόζει προσωρινά τυχόν μη νομοθετικές πράξεις που βασίζονται στο εφαρμοστέο παράγωγο δίκαιο από την ημερομηνία κατά την οποία οι εν λόγω μη νομοθετικές πράξεις καθίστανται εφαρμοστέες στην Ένωση και έως την ημερομηνία της απόφασης της μεικτής επιτροπής σχετικά με την ενσωμάτωση της πράξης, προκειμένου να διασφαλίζεται η ταυτόχρονη εφαρμογή τους σ’ ολόκληρο τον κοινό χώρο ασφάλειας των τροφίμων.
Οι εξαιρέσεις από την υποχρέωση δυναμικής ευθυγράμμισης θα δώσουν στην Ελβετία τη δυνατότητα, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να διατηρήσει διατάξεις του εθνικού δικαίου που αφορούν τους γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς και την καλή διαβίωση των ζώων. Επιπρόσθετα, η Ελβετία θα είναι επίσης σε θέση να διατηρήσει τα μέτρα της σχετικά με την εισαγωγή βοείου κρέατος από βοοειδή στα οποία έχουν ενδεχομένως χορηγηθεί ορμόνες επιτάχυνσης της ανάπτυξης, υπό την προϋπόθεση ότι το εν λόγω βόειο κρέας δεν μεταφέρεται στην Ένωση.
Θα είναι δυνατή η λήψη αντισταθμιστικών μέτρων, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης ενός μέρους με την απόφαση διαιτητικού δικαστηρίου, στο πλαίσιο είτε του πρωτοκόλλου για τον κοινό χώρο ασφάλειας των τροφίμων, ή οποιασδήποτε άλλης συμφωνίας σε τομέα σχετικό με την εσωτερική αγορά στον οποίο συμμετέχει η Ελβετία, ή της συμφωνίας σχετικά με τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων.
Για να μπορέσει η Ελβετία να προετοιμάσει τη μετάβαση από το ισχύον σύστημα που βασίζεται στην ισοδυναμία σε σύστημα που βασίζεται στην αρχή σύμφωνα με την οποία το ίδιο το κεκτημένο της Ένωσης εφαρμόζεται ταυτόχρονα στο έδαφός της, το πρωτόκολλο για τον κοινό χώρο ασφάλειας των τροφίμων προβλέπει ότι τα υφιστάμενα παραρτήματα για τα υγειονομικά και φυτοϋγειονομικά μέτρα της συμφωνίας σχετικά με τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων θα εξακολουθήσουν να παράγουν έννομα αποτελέσματα για μεταβατική περίοδο μέγιστης διάρκειας 24 μηνών. Μετά τη λήξη της εν λόγω περιόδου, θα εφαρμόζονται πλήρως όλες οι διατάξεις του πρωτοκόλλου για τον κοινό χώρο ασφάλειας των τροφίμων.
Το πρωτόκολλο προβλέπει την πρόσβαση της Ελβετίας στην Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (στο εξής: EFSA), η οποία συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 178/2002, και περιλαμβάνει το τυποποιημένο προσάρτημα σχετικά με τα δικαιώματα, τα προνόμια και τις ασυλίες της αρχής, καθώς και του προσωπικού της. Το πρωτόκολλο προβλέπει επίσης χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες τυποποιημένες χρηματοδοτικές διαδικασίες, στη χρηματοδότηση της EFSA, καθώς και των ακόλουθων συστημάτων πληροφοριών:
–της δικτυακής πύλης Europhyt, η οποία θεσπίστηκε με την οδηγία 94/3/ΕΚ της Επιτροπής,
–του συστήματος έγκαιρης προειδοποίησης για τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές (RASFF), το οποίο θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 178/2002,
–της πλατφόρμας για την πιστοποίηση υγειονομικού και φυτοϋγειονομικού ελέγχου (TRACES), η οποία θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/625 και
–του συστήματος πληροφοριών για τις νόσους των ζώων (ADIS), το οποίο θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2020/2002.
Συμφωνία σχετικά με τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων
Μόλις αρχίσουν να ισχύουν οι τροποποιήσεις της συμφωνίας σχετικά με τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων που εισάγονται με το ειδικό πρωτόκολλο τροποποίησης, η συμφωνία σχετικά με τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων δεν θα θεωρείται πλέον συμφωνία σε τομέα σχετικό με την εσωτερική αγορά στον οποίο συμμετέχει η Ελβετία.
Μετά τη διαγραφή των παραρτημάτων σχετικά με τα υγειονομικά και φυτοϋγειονομικά μέτρα της συμφωνίας σχετικά με τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων, το πεδίο εφαρμογής της τροποποιημένης συμφωνίας, συμπεριλαμβανομένων των υπόλοιπων παραρτημάτων της, θα περιορίζεται σε εμπορικές πτυχές. Ως εκ τούτου, οι έννοιες της ομοιόμορφης ερμηνείας και εφαρμογής του κεκτημένου της Ένωσης, ο ρόλος του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η δυναμική ευθυγράμμιση και οι κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις είναι άνευ αντικειμένου. Επομένως, το θεσμικό πλαίσιο που προβλέπεται στη συμφωνία αυτή διαφέρει από εκείνο του πρωτοκόλλου για τον κοινό χώρο ασφάλειας των τροφίμων.
Το πρωτόκολλο τροποποίησης θα επικαιροποιήσει τον μηχανισμό διευθέτησης διαφορών σύμφωνα με την πάγια πρακτική στις εμπορικές συμφωνίες της Ένωσης και της Ελβετίας. Η εφαρμοστέα διαδικασία διευθέτησης διαφορών θα βασίζεται σ’ εκείνη που περιλαμβάνεται στις συμφωνίες στους τομείς της εσωτερικής αγοράς στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία. Η συμφωνία περιλαμβάνει επίσης ένα σύνολο κοινών διατάξεων με τις εν λόγω συμφωνίες που αφορούν το διαιτητικό δικαστήριο. Δεν προβλέπεται ρόλος για το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη διευθέτηση διαφορών. Αντισταθμιστικά μέτρα σε περίπτωση μη συμμόρφωσης ενός μέρους με την απόφαση διαιτητικού δικαστηρίου μπορούν να ληφθούν στο πλαίσιο είτε της συμφωνίας σχετικά με τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων είτε του πρωτοκόλλου για τον κοινό χώρο ασφάλειας των τροφίμων, αλλά όχι άλλων συμφωνιών σε τομείς σχετικούς με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία.
Συμφωνίες συνεργασίας στους τομείς της υγείας, της συνοχής και του διαστήματος
Συμφωνία για την υγεία
Η συμφωνία για την υγεία αποσκοπεί στην ενίσχυση της συνεργασίας ΕΕ–Ελβετίας όσον αφορά σοβαρές διασυνοριακές απειλές κατά της υγείας, ενσωματώνοντας την Ελβετία στους σχετικούς μηχανισμούς και φορείς.
Δεν αποτελεί συμφωνία σε τομέα σχετικό με την εσωτερική αγορά στον οποίο συμμετέχει η Ελβετία. Ωστόσο, στη συμφωνία εφαρμόζονται κατ’ αναλογία οι προαναφερθείσες πανομοιότυπες θεσμικές διατάξεις και περιλαμβάνεται υποχρέωση δυναμικής ευθυγράμμισης με το σχετικό κεκτημένο της Ένωσης.
Η συμφωνία περιλαμβάνει σύνολο κοινών διατάξεων με τις συμφωνίες σε τομείς σχετικούς με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία, οι οποίες διατάξεις αφορούν το διαιτητικό δικαστήριο, συμπεριλαμβανομένου ρόλου για το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε περίπτωση διαφορών, μπορούν να ληφθούν αντισταθμιστικά μέτρα για την αποκατάσταση πιθανής ανισορροπίας στο πλαίσιο είτε της συμφωνίας για την υγεία είτε της συνιστώσας για την υγεία («Η ΕΕ για την υγεία») της συμφωνίας για τα προγράμματα της Ένωσης.
Η συμφωνία προβλέπει πρόσβαση και χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας, σύμφωνα με τις τυποποιημένες χρηματοδοτικές διαδικασίες, στο Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων (στο εξής: ECDC), το οποίο συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 851/2004. Περιλαμβάνει το τυποποιημένο προσάρτημα σχετικά με τα δικαιώματα, τα προνόμια και τις ασυλίες του ECDC και του προσωπικού του.
Στην περίπτωση του συστήματος έγκαιρης προειδοποίησης και αντίδρασης (στο εξής: EWRS), το οποίο θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2022/2371, η χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας βάσει του τρέχοντος πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου (στο εξής: ΠΔΠ) θα αποτελεί μέρος της συνεισφοράς της στη χρηματοδότηση του ECDC, αφενός, και του προγράμματος «Η ΕΕ για την υγεία», αφετέρου. Αν, στο πλαίσιο του επόμενου ΠΔΠ, το EWRS χρηματοδοτηθεί από διαφορετικές πηγές, οι προαναφερθείσες διαδικασίες θα ισχύουν για τη συνεισφορά της Ελβετίας στο EWRS.
Συμφωνία σχετικά με τη συνοχή
Η συμφωνία σχετικά με τη συνοχή δεν αποτελεί συμφωνία σε τομέα σχετικό με την εσωτερική αγορά στον οποίο συμμετέχει η Ελβετία.
Καθορίζει τη βάση για την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας στη μείωση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων στην Ένωση, συμπληρωματικά προς τα μέτρα της Ένωσης και των κρατών μελών στον τομέα της συνοχής.
Η συμφωνία καθορίζει τις παραμέτρους και τους κανόνες για τον προσδιορισμό της χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Ελβετίας. Οι περίοδοι συνεισφοράς θα καθορίζονται σε συνάρτηση με το ισχύον ΠΔΠ της Ένωσης. Η πρώτη περίοδος συνεισφοράς προβλέπεται να διαρκέσει από την 1η Ιανουαρίου 2030 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2036. Θα συμπληρωθεί με εφάπαξ πρόσθετη χρηματοδοτική υποχρέωση που θα καλύπτει την περίοδο από το τέλος του 2024 έως το τέλος του 2029.
Στην αρχή κάθε περιόδου συνεισφοράς, τα μέρη θα πρέπει να συνάπτουν μνημόνιο συνεννόησης (στο εξής: ΜΣ) στο οποίο θα περιγράφονται οι θεματικοί τομείς στους οποίους μπορεί να χρησιμοποιηθεί η χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου, π.χ.: συμπεριληπτική ανθρώπινη και κοινωνική ανάπτυξη, βιώσιμη και συμπεριληπτική οικονομική ανάπτυξη, πράσινη μετάβαση, δημοκρατία και συμμετοχή ή μετανάστευση.
Το ΜΣ θα πρέπει επίσης να προσδιορίζει το ποσό της χρηματοδοτικής συνεισφοράς, το οποίο καθορίζεται βάσει των κανόνων που ορίζονται στη συμφωνία. Η χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας δεν θα μεταφέρεται στον προϋπολογισμό της Ένωσης.
Το ΜΣ θα αποτελέσει τη βάση για ειδικές ανά χώρα συμφωνίες εφαρμογής μεταξύ της Ελβετίας και των δικαιούχων κρατών μελών. Οι συμφωνίες αυτές θα προσδιορίζουν τη διάθεση των κονδυλίων ανά χώρα, καθώς και την κατανομή τους μεταξύ θεματικών τομέων, μέτρα στήριξης, τις δομές διαχείρισης και ελέγχου και τους εφαρμοστέους όρους, καθώς και τις αρμόδιες αρχές του εν λόγω κράτους μέλους.
Ο μηχανισμός διευθέτησης διαφορών που προβλέπεται στη συμφωνία έχει κοινά στοιχεία αλλά και διαφορές με τον μηχανισμό που περιλαμβάνεται στις συμφωνίες σε τομείς σχετικούς με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία. Περιλαμβάνει κυρίως ένα σύνολο κοινών διατάξεων με τις εν λόγω συμφωνίες που αφορούν το διαιτητικό δικαστήριο. Ωστόσο, δεν προβλέπει ρόλο για το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε περίπτωση διαφορών, μπορούν να ληφθούν αντισταθμιστικά μέτρα για την αποκατάσταση πιθανής ανισορροπίας στο πλαίσιο είτε της συμφωνίας για τη συνοχή είτε οποιασδήποτε από τις συμφωνίες που απαριθμούνται στη συμφωνία για τη συνοχή.
Συμφωνία σχετικά με τον Οργανισμό για το διαστημικό πρόγραμμα
Η συμφωνία σχετικά με τον Οργανισμό για το Διαστημικό Πρόγραμμα δεν αποτελεί συμφωνία σε τομέα σχετικό με την εσωτερική αγορά στον οποίο συμμετέχει η Ελβετία. Καθορίζει τους όρους υπό τους οποίους η Ελβετία έχει δικαίωμα συμμετοχής στον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Διαστημικό Πρόγραμμα (στο εξής: EUSPA), ο οποίος συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2021/696. Βασίζεται στη συμφωνία ΕΕ–Ελβετίας του 2014 για τα ευρωπαϊκά προγράμματα δορυφορικής πλοήγησης. Η συμφωνία σχετικά με τον Οργανισμό για το Διαστημικό Πρόγραμμα προβλέπει ότι τα μέρη θα την εφαρμόσουν προσωρινά μετά την υπογραφή της.
Η συμφωνία καθορίζει τη χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας στον EUSPA, χρησιμοποιώντας την ίδια κλίμακα συνεισφοράς για τον υπολογισμό του επιχειρησιακού τέλους και του τέλους συμμετοχής με εκείνη που ορίζεται στις συμφωνίες σε τομείς σχετικούς με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία από το 2028. Ανάλογα με την ημερομηνία προσωρινής εφαρμογής της συμφωνίας, το ποσοστό του επιχειρησιακού τέλους βάσει του οποίου θα υπολογίζονται τα τέλη συμμετοχής θα είναι 2 % και 3 % για το 2026 και το 2027, αντίστοιχα. Από το 2028 το ποσοστό θα είναι το ίδιο με εκείνο που χρησιμοποιείται σε άλλες συμφωνίες που προβλέπουν τη συμμετοχή της Ελβετίας σε οργανισμούς, δηλαδή 4 %.
Η συμφωνία επιτρέπει επίσης τη συμμετοχή της Ελβετίας σε δραστηριότητες σχετικές με άλλες συνιστώσες του διαστημικού προγράμματος, πέραν του Galileo και της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υπέρθεσης για τη Γεωστατική Πλοήγηση (EGNOS), όπως ορίζεται στη συμφωνία του 2014, αν αυτό προβλέπεται σε πρωτόκολλο της συμφωνίας σχετικά με τα προγράμματα της Ένωσης.
Η συμφωνία περιλαμβάνει το τυποποιημένο προσάρτημα σχετικά με τα δικαιώματα, τις ασυλίες και τα προνόμια του EUSPA και του προσωπικού του.
Πρωτόκολλο σχετικά με την κοινοβουλευτική συνεργασία
Με το πρωτόκολλο σχετικά με την κοινοβουλευτική συνεργασία συστήνεται μεικτή κοινοβουλευτική επιτροπή ως φόρουμ διαλόγου και συζήτησης μεταξύ μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της ελβετικής Ομοσπονδιακής Συνέλευσης. Στόχος του πρωτοκόλλου είναι να προωθήσει την αμοιβαία κατανόηση και τον προβληματισμό σχετικά με την ευρεία σχέση ΕΕ–Ελβετίας, συμπεριλαμβανομένης της πιθανής περαιτέρω ανάπτυξής της. Η μεικτή κοινοβουλευτική επιτροπή ενημερώνεται τακτικά για τις αποφάσεις και τις συστάσεις των μεικτών επιτροπών που συγκροτούνται με οποιαδήποτε από τις συμφωνίες που αποτελούν μέρος της ευρείας δέσμης. Μπορεί να ζητήσει κάθε σχετική πληροφορία όσον αφορά την εφαρμογή οποιασδήποτε συμφωνίας στο πλαίσιο της ευρείας δέσμης και μπορεί να απευθύνει συστάσεις στα μέρη.
Κοινή δήλωση σχετικά με τη θέσπιση διαλόγου υψηλού επιπέδου μεταξύ της Ένωσης και της Ελβετίας
Οι στόχοι του διαλόγου υψηλού επιπέδου που θεσπίζεται είναι οι εξής:
–η προώθηση της αμοιβαίας κατανόησης και συνεργασίας σχετικά με την υπό διαπραγμάτευση ευρεία δέσμη διμερών συμφωνιών και την πιθανή περαιτέρω ανάπτυξη των διμερών τους σχέσεων,
–η εξέταση θεμάτων αμοιβαίου ενδιαφέροντος, ιδίως της συμμετοχής της Ελβετίας στην εσωτερική αγορά και των δυνατοτήτων ενίσχυσης της εταιρικής σχέσης τους, και
–η αξιολόγηση της εφαρμογής της ευρείας δέσμης διμερών συμφωνιών, των εργασιών των μεικτών επιτροπών και της πιθανής περαιτέρω ανάπτυξης των διμερών τους σχέσεων.
Υπογραφή και κείμενα των συμφωνιών
Τα κείμενα των συμφωνιών και των πρωτοκόλλων υποβάλλονται στο Συμβούλιο μαζί με την παρούσα πρόταση. Τα κείμενα των κοινών δηλώσεων που συνοδεύουν διάφορες συμφωνίες ή πρωτόκολλα υποβάλλονται μαζί με την παρούσα πρόταση, μαζί με κοινή δήλωση σχετικά με τη θέσπιση διαλόγου υψηλού επιπέδου μεταξύ της Ένωσης και της Ελβετίας και δύο μονομερείς δηλώσεις της Ελβετίας όσον αφορά, αντίστοιχα, τη συμφωνία για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και τη συμφωνία για την υγεία.
Σύμφωνα με τις Συνθήκες, εναπόκειται στην Επιτροπή να διασφαλίσει την υπογραφή των συμφωνιών και πρωτοκόλλων, με την επιφύλαξη της σύναψής τους σε μεταγενέστερη ημερομηνία. Επιπλέον, το κείμενο της κοινής δήλωσης σχετικά με τον διάλογο υψηλού επιπέδου θα πρέπει να υπογραφεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξ ονόματος της Ένωσης.
Πίνακας 1: Επισκόπηση των θεσμικών και άλλων κοινών διατάξεων των συμφωνιών σε τομείς σχετικούς με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία και της συμφωνίας για την υγεία
|
Διατάξεις της συμφωνίας
|
Πανομοιότυπες διατάξεις σχετικά με
|
|
Γενικές διατάξεις
|
–τους θεσμικούς στόχους και/ή τον σκοπό της συμφωνίας
–τη φύση της συμφωνίας και τη σχέση των πρωτοκόλλων της συμφωνίας (σε περίπτωση υφιστάμενης συμφωνίας)
|
|
Ευθυγράμμιση της συμφωνίας με νομικές πράξεις της Ένωσης
|
–την υποχρέωση της μεικτής επιτροπής να ενσωματώσει στη συμφωνία νέες πράξεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας
–τη συμμετοχή στη σύνταξη νομικής πράξης (δηλ. διαμόρφωση απόφασης) και την ενσωμάτωση νομικών πράξεων στη συμφωνία
–την εκπλήρωση συνταγματικών υποχρεώσεων από την Ελβετία
|
|
Ερμηνεία και εφαρμογή της συμφωνίας
|
–τις αρχές ομοιόμορφης ερμηνείας, αποτελεσματικής και αρμονικής εφαρμογής, και αποκλειστικότητας
–τη διαδικασία σε περίπτωση δυσκολίας ερμηνείας ή εφαρμογής, τα αντισταθμιστικά μέτρα και τη συνεργασία μεταξύ δικαιοδοσιών
|
|
Λοιπές διατάξεις
|
–Μεικτή επιτροπή
–τη χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας στη χρηματοδότηση των οργανισμών και των συστημάτων πληροφοριών στα οποία έχει πρόσβαση
–τη διαχείριση πληροφοριών
–παραπομπές, στις νομικές πράξεις της Ένωσης, σε: εδάφη και υπηκόους των κρατών μελών, έναρξη ισχύος και εφαρμογή νομικών πράξεων, αποδέκτες, δικαιώματα και υποχρεώσεις των κρατών μελών
|
|
Τελικές διατάξεις
|
–την έναρξη ισχύος και την εφαρμογή
–τις τροποποιήσεις και την καταγγελία
|
|
Παράρτημα σχετικά με την εφαρμογή της χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Ελβετίας
|
–τον κατάλογο δραστηριοτήτων, φορέων και συστημάτων πληροφοριών
–Λεπτομέρειες πληρωμής
–μεταβατικές ρυθμίσεις (κατά περίπτωση)
|
|
Παράρτημα/προσάρτημα σχετικά με το διαιτητικό δικαστήριο
|
–τις υπηρεσίες μητρώου και γραμματείας του διαιτητικού δικαστηρίου
–την έναρξη διαδικασίας διευθέτησης διαφορών
–τη σύνθεση του διαιτητικού δικαστηρίου
–τη διαδικασία διαιτησίας
–τις αποφάσεις του διαιτητικού δικαστηρίου
|
|
Προσάρτημα σχετικά με τα προνόμια και τις ασυλίες των οργανισμών
|
–το απαραβίαστο των χώρων, των κτιρίων και των αρχείων του οργανισμού
–τη φοροαπαλλαγή περιουσιακών στοιχείων, εσόδων και αγαθών και υπηρεσιών για υπηρεσιακή χρήση
–το διπλωματικό καθεστώς της αλληλογραφίας και των επικοινωνιών
–τα προνόμια, τις ασυλίες, τη φορολόγηση και την κάλυψη κοινωνικής ασφάλισης των υπαλλήλων που καλύπτονται από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης
|
Πίνακας 2: Κοινές διατάξεις σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις της συμφωνίας για την ηλεκτρική ενέργεια και των πρωτοκόλλων για τις κρατικές ενισχύσεις των συμφωνιών σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές και για τις χερσαίες μεταφορές
|
Μέρος/κεφάλαιο του πρωτοκόλλου ή των παραρτημάτων για τις κρατικές ενισχύσεις
|
Πανομοιότυπες διατάξεις σχετικά με
|
|
Κυρίως κείμενο
|
–τους στόχους σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις
–τη σχέση του πρωτοκόλλου με την υφιστάμενη συμφωνία (σε περίπτωση υφιστάμενης συμφωνίας)
–τις κρατικές ενισχύσεις που δεν συνάδουν και που συνάδουν με τη συμφωνία και τις υφιστάμενες ενισχύσεις
–την εποπτεία, τη διαφάνεια, τους όρους συνεργασίας και τις διαβουλεύσεις
–την ενσωμάτωση νομικών πράξεων
–την κύρωση και την έναρξη ισχύος, τις τροποποιήσεις και την καταγγελία
|
|
Παράρτημα σχετικά με εξαιρέσεις και διευκρινίσεις
|
–τα μέτρα που συνάδουν με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς
|
|
Παράρτημα σχετικά με τις γενικές και τομεακές πράξεις που εφαρμόζονται στην Ένωση
|
–τις γενικές πράξεις που εφαρμόζονται σε όλους τους τομείς, οι οποίες συμπληρώνονται από ειδικούς τομεακούς κανόνες για τον τομέα που καλύπτεται από την εν λόγω συμφωνία
|
2025/0163 (NLE)
Πρόταση
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
σχετικά με την υπογραφή, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ευρείας δέσμης συμφωνιών για την εδραίωση, εμβάθυνση και διεύρυνση των διμερών σχέσεων με την Ελβετική Συνομοσπονδία και σχετικά με την προσωρινή εφαρμογή της συμφωνίας σχετικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας στον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Διαστημικό Πρόγραμμα
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως το άρθρο 217, σε συνδυασμό με το άρθρο 218 παράγραφος 5 και το άρθρο 218 παράγραφος 8 δεύτερο εδάφιο,
Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
(1)Στις 12 Μαρτίου 2024 το Συμβούλιο εξουσιοδότησε την Επιτροπή να αρχίσει διαπραγματεύσεις με την Ελβετική Συνομοσπονδία (στο εξής: Ελβετία) για μια ευρεία δέσμη μέτρων σχετικών με τις διμερείς σχέσεις με την Ελβετία, στην οποία περιλαμβάνονται θεσμικές διατάξεις και διατάξεις περί κρατικών ενισχύσεων και, όπου απαιτείται, συγκεκριμένες προσαρμογές σε διμερείς συμφωνίες μεταξύ της Ένωσης και της Ελβετίας σε τομείς που αφορούν την εσωτερική αγορά· συμφωνία για τη συμμετοχή της Ελβετίας σε προγράμματα της Ένωσης· και συμφωνία που αποτελεί τη βάση για μόνιμη συνεισφορά της Ελβετίας για τη μείωση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων μεταξύ των περιφερειών. Το Συμβούλιο εξουσιοδότησε επίσης την Επιτροπή να αρχίσει διαπραγματεύσεις με την Ελβετία σχετικά με τη σύναψη νέων συμφωνιών για την ηλεκτρική ενέργεια, την υγεία, την ασφάλεια των τροφίμων, σχετικά με τη συμμετοχή της Ελβετίας στους οργανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το διαστημικό πρόγραμμα της Ένωσης και για τους σιδηροδρόμους, καθώς και σχετικά με την τροποποίηση της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές με σκοπό να επιτραπούν οι ενδομεταφορές.
(2)Η Επιτροπή διαπραγματεύθηκε, εξ ονόματος της Ένωσης, ευρεία δέσμη συμφωνιών, η οποία περιλαμβάνει πρωτόκολλα σχετικά με θεσμικές διατάξεις, διατάξεις για τις κρατικές ενισχύσεις και διατάξεις για την τροποποίηση υφιστάμενων συμφωνιών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σε τομείς σχετικούς με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία, πρωτόκολλο της υφιστάμενης συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων για τη δημιουργία κοινού χώρου ασφάλειας των τροφίμων, συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για την ηλεκτρική ενέργεια, συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για την υγεία, συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας στη μείωση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, σχετικά με τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σε προγράμματα της Ένωσης, συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας στον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Διαστημικό Πρόγραμμα, καθώς και πρωτόκολλο σχετικά με την κοινοβουλευτική συνεργασία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας.
(3)Τα θεσμικά πρωτόκολλα προβλέπουν την υποχρέωση της μεικτής επιτροπής να ενσωματώσει όλες τις πράξεις του δικαίου της Ένωσης που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των συμφωνιών, καθώς και διατάξεις που διασφαλίζουν ότι η Ελβετία δεσμεύεται από τους εν λόγω κανόνες. Διασφαλίζουν την ομοιόμορφη ερμηνεία και εφαρμογή όλων των συμφωνιών σε τομείς σχετικούς με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία και διασφαλίζουν ότι, όταν η εφαρμογή των εν λόγω συμφωνιών περιλαμβάνει έννοιες του δικαίου της Ένωσης, αυτές ερμηνεύονται και εφαρμόζονται σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα θεσμικά πρωτόκολλα θεσπίζουν αποτελεσματικό μηχανισμό για την επίλυση διαφορών που βασίζεται σε διαιτησία, συμπεριλαμβανομένης της παραπομπής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης όλων των ζητημάτων ενωσιακού δικαίου που προκύπτουν από την υπόθεση. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου, είναι δυνατό να ληφθούν αναλογικά αντισταθμιστικά μέτρα στο πλαίσιο της σχετικής συμφωνίας ή οποιασδήποτε από τις συμφωνίες σε τομείς σχετικούς με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία.
(4)Τα πρωτόκολλα τροποποίησης των υφιστάμενων συμφωνιών επιφέρουν τις αναγκαίες ουσιαστικές αλλαγές σύμφωνα με το νέο θεσμικό πλαίσιο. Επιπρόσθετα, το πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές προβλέπει την αμοιβαία ανταλλαγή δικαιωμάτων ενδομεταφορών.
(5)Τα πρωτόκολλα για τις κρατικές ενισχύσεις των υφιστάμενων συμφωνιών για τις αεροπορικές και τις χερσαίες μεταφορές διασφαλίζουν ισότιμους όρους ανταγωνισμού για τη συμμετοχή της Ελβετίας στην εσωτερική αγορά στους τομείς που καλύπτονται από τις εν λόγω συμφωνίες. Η Ελβετία θα εφαρμόζει ουσιαστικούς και διαδικαστικούς κανόνες, συμπεριλαμβανομένων μηχανισμών εποπτείας και επιβολής, ισοδύναμους με εκείνους που ισχύουν εντός της Ένωσης.
(6)Το πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων προβλέπει επικαιροποίηση του μηχανισμού διευθέτησης διαφορών της συμφωνίας σύμφωνα με την πάγια πρακτική στις εμπορικές συμφωνίες της Ένωσης.
(7)Με χωριστό πρωτόκολλο στη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων δημιουργείται κοινός χώρος ασφάλειας των τροφίμων που καλύπτει όλες τις διαστάσεις της τροφικής αλυσίδας. Το πρωτόκολλο αυτό περιλαμβάνει τις θεσμικές διατάξεις που είναι κοινές σ’ όλες τις συμφωνίες σε τομείς σχετικούς με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία.
(8)Η νέα συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για την ηλεκτρική ενέργεια καθορίζει τους κανόνες και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η Ελβετία μπορεί να συμμετέχει στην εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Η συμφωνία περιλαμβάνει τις θεσμικές διατάξεις που είναι κοινές σ’ όλες τις συμφωνίες σε τομείς σχετικούς με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία, καθώς και κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις που είναι σχεδόν πανομοιότυποι μ’ εκείνους που ισχύουν στους τομείς των αεροπορικών και των χερσαίων μεταφορών.
(9)Η νέα συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για την υγεία αποσκοπεί στην ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ της Ένωσης και της Ελβετίας όσον αφορά σοβαρές διασυνοριακές απειλές κατά της υγείας και προβλέπει, κατ’ αναλογία, τις θεσμικές διατάξεις που είναι κοινές στις συμφωνίες σε τομείς σχετικούς με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία. Η συμφωνία αυτή συνδέεται με τη συμμετοχή της Ελβετίας στο πρόγραμμα για τη δράση της Ένωσης στον τομέα της υγείας (πρόγραμμα «Η ΕΕ για την υγεία»).
(10)Η νέα συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας στη μείωση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση θεσπίζει τη νομική βάση και καθορίζει τις παραμέτρους της τακτικής χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Ελβετίας, στο πλαίσιο της ευρείας δέσμης, στη μείωση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων στην Ένωση. Η συμφωνία περιλαμβάνει μηχανισμό διευθέτησης διαφορών· σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με διαιτητική απόφαση, μπορούν να ληφθούν αναλογικά αντισταθμιστικά μέτρα στο πλαίσιο οποιασδήποτε από τις συμφωνίες την οποία αφορά η δέσμη.
(11)Η νέα συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας στον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Διαστημικό Πρόγραμμα καθορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η Ελβετική Συνομοσπονδία μπορεί να συμμετέχει στο έργο του Οργανισμού.
(12)Πανομοιότυπες διατάξεις στα διάφορα θεσμικά πρωτόκολλα και τις νέες συμφωνίες διασφαλίζουν τη χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας στο κόστος των συστημάτων πληροφοριών και των οργανισμών στους οποίους συμμετέχει.
(13)Το πρωτόκολλο σχετικά με την κοινοβουλευτική συνεργασία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας συστήνει μεικτή κοινοβουλευτική επιτροπή ως φόρουμ διαλόγου και συζήτησης μεταξύ των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της ελβετικής Ομοσπονδιακής Συνέλευσης, με σκοπό την προώθηση της αμοιβαίας κατανόησης και του προβληματισμού σχετικά με την ευρεία σχέση ΕΕ–Ελβετίας, συμπεριλαμβανομένης της πιθανής περαιτέρω ανάπτυξής της.
(14)Οι συμφωνίες και τα πρωτόκολλα που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας απόφασης αποτελούν συνεκτικό σύνολο και καθορίζουν την αρχιτεκτονική μιας ενισχυμένης και συνολικής εταιρικής σχέσης σε ευρύ φάσμα τομέων που καλύπτονται από τις Συνθήκες, με βάση την κατάλληλη ισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Η απόφαση για την υπογραφή αυτών των συμφωνιών και πρωτοκόλλων θα πρέπει, συνεπώς, να βασίζεται στην ουσιαστική νομική βάση που προβλέπεται στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την εγκαθίδρυση σύνδεσης που συνεπάγεται αμοιβαία δικαιώματα και υποχρεώσεις, κοινή δράση και ειδική διαδικασία.
(15)Δεδομένου ότι η συμφωνία σχετικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας στον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Διαστημικό Πρόγραμμα έχει ως στόχο τη διεύρυνση του πεδίου συνεργασίας μεταξύ των μερών, προβλέπει ότι τα μέρη εφαρμόζουν προσωρινά την εν λόγω συμφωνία, σύμφωνα με τις αντίστοιχες εσωτερικές διαδικασίες και νομοθεσίες τους, από την 1η Ιανουαρίου 2026, αν η ημερομηνία υπογραφής της εν λόγω συμφωνίας είναι προγενέστερη της 1ης Ιουλίου 2026, ή από την 1η Ιανουαρίου του έτους που έπεται της υπογραφής της, αν η ημερομηνία υπογραφής της εν λόγω συμφωνίας είναι μεταγενέστερη της 30ής Ιουνίου 2026. Ως εκ τούτου, η εν λόγω συμφωνία θα πρέπει να εφαρμοστεί προσωρινά, εν αναμονή της έναρξης ισχύος της.
(16)Η υπογραφή της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενεργείας, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, σχετικά με τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σε προγράμματα της Ένωσης αποτελεί αντικείμενο χωριστών διαδικασιών.
(17)Θα πρέπει να εγκριθεί η υπογραφή της κοινής δήλωσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τη θέσπιση διαλόγου υψηλού επιπέδου για την ευρεία δέσμη διμερών συμφωνιών και την πιθανή περαιτέρω ανάπτυξη των διμερών σχέσεων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετίας εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
(18)Οι συμφωνίες και τα πρωτόκολλα που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας απόφασης θα πρέπει να υπογραφούν εξ ονόματος της Ένωσης και οι κοινές δηλώσεις που συνοδεύουν τις εν λόγω συμφωνίες και τα εν λόγω πρωτόκολλα θα πρέπει να εγκριθούν,
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:
Άρθρο 1
Εγκρίνεται η υπογραφή, εξ ονόματος της Ένωσης, των ακόλουθων συμφωνιών και πρωτοκόλλων, με την επιφύλαξη της σύναψής τους:
α)Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων·
β)Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων·
γ)Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές·
δ)Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές·
ε)Πρωτόκολλο για τις κρατικές ενισχύσεις της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές·
στ)Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών·
ζ)Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών·
η)Πρωτόκολλο για τις κρατικές ενισχύσεις της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών·
θ)Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας αμοιβαίας αναγνώρισης σχετικά με την αξιολόγηση της πιστότητας, μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας·
ι)Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας αμοιβαίας αναγνώρισης σχετικά με την αξιολόγηση της πιστότητας, μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας·
ια)Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων·
ιβ)Πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων για τη δημιουργία κοινού χώρου ασφάλειας των τροφίμων·
ιγ)Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για την ηλεκτρική ενέργεια·
ιδ)Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για την υγεία·
ιε)Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας στη μείωση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση·
ιστ)Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας στον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το διαστημικό πρόγραμμα·
ιζ)Πρωτόκολλο μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με την κοινοβουλευτική συνεργασία.
Άρθρο 2
1.Εγκρίνεται η υπογραφή της κοινής δήλωσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τη θέσπιση διαλόγου υψηλού επιπέδου για την ευρεία δέσμη διμερών συμφωνιών και την πιθανή περαιτέρω ανάπτυξη των διμερών σχέσεων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετίας.
2.Εγκρίνονται οι ακόλουθες κοινές δηλώσεις που συνοδεύουν τις συμφωνίες και τα πρωτόκολλα που αναφέρονται στο άρθρο 1 της παρούσας απόφασης:
α)οι ακόλουθες κοινές δηλώσεις που συνοδεύουν το πρωτόκολλο τροποποίησης που αναφέρεται στο άρθρο 1 στοιχείο α) της παρούσας απόφασης:
–κοινή δήλωση για την ιθαγένεια της Ένωσης·
–κοινή δήλωση για την πρόληψη και την καταπολέμηση της κατάχρησης των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από την οδηγία 2004/38/ΕΚ·
–κοινή δήλωση σχετικά με την άρνηση χορήγησης κοινωνικών παροχών και την άρση του δικαιώματος διαμονής πριν από την απόκτηση του δικαιώματος μόνιμης διαμονής·
–κοινή δήλωση σχετικά με την κοινοποίηση έναρξης απασχόλησης·
–κοινή δήλωση σχετικά με τη σύμβαση σχετικά με την αναγνώριση των τίτλων·
–κοινή δήλωση για τις κενές θέσεις εργασίας·
–κοινή δήλωση για κοινούς στόχους όσον αφορά την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών για έως 90 εργάσιμες ημέρες και τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των αποσπασμένων εργαζομένων·
–κοινή δήλωση για αποτελεσματικά συστήματα ελέγχου, συμπεριλαμβανομένου του διττού συστήματος επιβολής της Ελβετίας·
–κοινή δήλωση σχετικά με την αρχή της «ίσης αμοιβής για εργασία ίσης αξίας στον ίδιο τόπο» και σχετικά με ένα αναλογικό και επαρκές επίπεδο προστασίας των αποσπασμένων εργαζομένων·
–κοινή δήλωση σχετικά με τη συμμετοχή της Ελβετίας στις δραστηριότητες της Ευρωπαϊκής Αρχής Εργασίας·
–κοινή δήλωση σχετικά με το σύστημα καταχώρισης δηλωτικού χαρακτήρα των μεθοριακών εργαζομένων·
–κοινή δήλωση σχετικά με την ενσωμάτωση δύο νομικών πράξεων της ΕΕ στο παράρτημα I της συμφωνίας·
β)η κοινή δήλωση που συνοδεύει το πρωτόκολλο για τις κρατικές ενισχύσεις που αναφέρεται στο άρθρο 1 στοιχείο ε) της παρούσας απόφασης·
γ)η κοινή δήλωση που συνοδεύει το πρωτόκολλο τροποποίησης που αναφέρεται στο άρθρο 1 στοιχείο στ) της παρούσας απόφασης·
δ)η κοινή δήλωση που συνοδεύει το πρωτόκολλο για τις κρατικές ενισχύσεις που αναφέρεται στο άρθρο 1 στοιχείο η) της παρούσας απόφασης·
ε)η κοινή δήλωση που συνοδεύει τη συμφωνία που αναφέρεται στο άρθρο 1 στοιχείο ιγ) της παρούσας απόφασης.
3.Το Συμβούλιο σημειώνει τις ακόλουθες δηλώσεις της Ελβετίας:
α)τη δήλωση της Ελβετίας σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για τους μη μισθωτούς εργαζομένους στο πλαίσιο της διαδικασίας κοινοποίησης διαμονής βραχείας διάρκειας για λόγους εργασίας, η οποία συνοδεύει το πρωτόκολλο τροποποίησης που αναφέρεται στο άρθρο 1 στοιχείο α) της παρούσας απόφασης·
β)τη δήλωση της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με την κατ’ αναλογία συμπερίληψη των θεσμικών στοιχείων στη συμφωνία για την υγεία που συνοδεύει τη συμφωνία που αναφέρεται στο άρθρο 1 στοιχείο ιδ) της παρούσας απόφασης.
Άρθρο 3
Με την προϋπόθεση της αμοιβαιότητας, η συμφωνία που αναφέρεται στο άρθρο1 στοιχείο ιστ) της παρούσας απόφασης εφαρμόζεται προσωρινά σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 3 της εν λόγω συμφωνίας.
Άρθρο 4
Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει την ημέρα της έκδοσής της.
Βρυξέλλες,
Για το Συμβούλιο
Ο/Η Πρόεδρος
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΚΑΙ ΨΗΦΙΑΚΟ ΔΕΛΤΙΟ
«ΕΣΟΔΑ» - ΓΙΑ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΟ ΣΚΕΛΟΣ ΤΩΝ ΕΣΟΔΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ
ΜΕΡΟΣ I:
ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ
1.ΤΙΤΛΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ:
Πρόταση για απόφαση του Συμβουλίου σχετικά με την υπογραφή ευρείας δέσμης συμφωνιών για την εδραίωση, την εμβάθυνση και την επέκταση των διμερών σχέσεων με την Ελβετική Συνομοσπονδία.
2.ΓΡΑΜΜΕΣ ΤΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ:
Στο μέρος I αναλύονται λεπτομερώς οι οικονομικές επιπτώσεις της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας στον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το διαστημικό πρόγραμμα (στο εξής: συμφωνία σχετικά με τον Οργανισμό για το διαστημικό πρόγραμμα). Στο μέρος II περιγράφονται λεπτομερώς οι δημοσιονομικές επιπτώσεις των άλλων συμφωνιών της ευρείας δέσμης οι οποίες προβλέπουν χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας σε διάφορους οργανισμούς και συστήματα πληροφοριών.
Γραμμή εσόδων (κεφάλαιο/άρθρο/θέση):
–Άρθρο 04 10 01 — Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Διαστημικό Πρόγραμμα (EUSPA) — εξωτερικά έσοδα με ειδικό προορισμό
Τα έσοδα θα διατεθούν στην ακόλουθη γραμμή δαπανών (κεφάλαιο/άρθρο/θέση):
–Άρθρο 04 10 01 — Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Διαστημικό πρόγραμμα (EUSPA) — ψηφισθείς προϋπολογισμός.
3.ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ
Η πρόταση δεν έχει δημοσιονομικές επιπτώσεις
Η πρόταση δεν έχει δημοσιονομικές επιπτώσεις στις δαπάνες αλλά έχει δημοσιονομικές επιπτώσεις στα έσοδα
Η πρόταση έχει δημοσιονομικές επιπτώσεις στα έσοδα με ειδικό προορισμό
Οι επιπτώσεις στα έσοδα είναι οι ακόλουθες:
(σε εκατ. EUR με τρία δεκαδικά ψηφία)
|
Γραμμή εσόδων
|
Επιπτώσεις στα έσοδα
|
Περίοδος XX μηνών, που αρχίζει την ηη/μμ/εεεε (κατά περίπτωση)
|
Έτος N (2026)
|
|
04 10 01
|
4 098 115
|
Περίοδος 24 μηνών που αρχίζει την 1/1/2026
|
4 098 115
|
|
Γραμμή εσόδων
|
2026
|
2027
|
|
04 10 01
|
4 098 115
|
4 185 977
|
|
Γραμμή δαπανών
|
2026
|
2027
|
|
04 10 01
|
4 098 115
|
4 185 977
|
4.ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΤΗΣ ΑΠΑΤΗΣ
Σύμφωνα με άρθρο 325 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), η Επιτροπή υποχρεούται να καταπολεμά την απάτη ή οιαδήποτε άλλη παράνομη δραστηριότητα κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Επομένως, η πρόληψη και η ανίχνευση της απάτης αποτελούν γενική υποχρέωση όλων των υπηρεσιών της Επιτροπής στο πλαίσιο των καθημερινών δραστηριοτήτων τους οι οποίες περιλαμβάνουν τη χρησιμοποίηση πόρων.
Απάτες ή παρατυπίες που αφορούν κονδύλια της Ένωσης έχουν ιδιαίτερα αρνητικό αντίκτυπο στη φήμη της Επιτροπής και στην εφαρμογή των πολιτικών της Ένωσης. Η τρέχουσα στρατηγική της Επιτροπής για την καταπολέμηση της απάτης (CAFS) [COM(2019) 196] εγκρίθηκε στις 29 Απριλίου 2019 προς αντικατάσταση της στρατηγικής του 2011. Πρόκειται για έγγραφο πολιτικής που καθορίζει τις προτεραιότητες της Επιτροπής όσον αφορά την καταπολέμηση της απάτης, ενόψει του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου 2021-2027. Οι κύριοι στόχοι της στρατηγικής της Επιτροπής του 2019 για την καταπολέμηση της απάτης είναι 1) η «ακόμα καλύτερη κατανόηση των μορφών απάτης, των προφίλ των απατεώνων και των συστημικών τρωτών σημείων που συνδέονται με την απάτη εις βάρος του προϋπολογισμού της ΕΕ» (συλλογή και ανάλυση δεδομένων) και 2) η «βελτιστοποίηση του συντονισμού, της συνεργασίας και των ροών εργασιών για την καταπολέμηση της απάτης, ιδίως μεταξύ των υπηρεσιών και των εκτελεστικών οργανισμών της Επιτροπής» (συντονισμός, συνεργασία και διαδικασίες). Η στρατηγική συνοδεύεται από σχέδιο δράσης, το οποίο αναθεωρήθηκε τον Ιούλιο του 2023 και το οποίο, όπως και το προηγούμενο, επιδιώκει την ενίσχυση όλων των συνιστωσών του κύκλου καταπολέμησης της απάτης: πρόληψη, εντοπισμός, διερεύνηση και διόρθωση.
Οι κατευθυντήριες αρχές και τα πρότυπα-στόχοι της στρατηγικής της Επιτροπής του 2019 για την καταπολέμηση της απάτης είναι τα εξής:
–μηδενική ανοχή στην απάτη·
–καταπολέμηση της απάτης ως αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελέγχου·
–οικονομική αποδοτικότητα των ελέγχων·
–επαγγελματική ακεραιότητα και ικανότητα του προσωπικού της Ένωσης·
–διαφάνεια όσον αφορά τον τρόπο χρήσης των κονδυλίων της Ένωσης·
–πρόληψη της απάτης, κυρίως θωράκιση των προγραμμάτων δαπανών κατά της απάτης·
–ουσιαστική ικανότητα διερεύνησης και έγκαιρη ανταλλαγή πληροφοριών·
–ταχεία διόρθωση (συμπεριλαμβανομένης της ανάκτησης καταχρασθέντων κονδυλίων και της επιβολής δικαστικών / διοικητικών κυρώσεων)·
–καλή συνεργασία μεταξύ εσωτερικών και εξωτερικών παραγόντων, ιδίως μεταξύ των αρμόδιων ενωσιακών και εθνικών αρχών, και μεταξύ των υπηρεσιών όλων των οικείων θεσμικών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης·
–αποτελεσματική εσωτερική και εξωτερική επικοινωνία σχετικά με την καταπολέμηση της απάτης.
Το άρθρο 11 της συμφωνίας σχετικά με τον Οργανισμό για το Διαστημικό Πρόγραμμα και το παράρτημα III της συμφωνίας σχετικά με τη συμμετοχή της Ελβετίας στον EUSPA περιέχουν λεπτομερείς διατάξεις σχετικά με τη χρηματοδότηση όσον αφορά τους Ελβετούς συμμετέχοντες σε δραστηριότητες του Οργανισμού για το Διαστημικό Πρόγραμμα, οι οποίες περιλαμβάνουν επίσης μέτρα για την καταπολέμηση της απάτης. Το παράρτημα III καθορίζει τις αναγκαίες λεπτομέρειες και διαδικασίες και καθιστά δυνατή την απρόσκοπτη εκτέλεση καθηκόντων των φορέων για τη διασφάλιση των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης [της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ή άλλων προσώπων εντεταλμένων από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, συμπεριλαμβανομένων της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) και του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου]. Τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης πρέπει να προστατεύονται μέσω αναλογικών μέτρων, συμπεριλαμβανομένων μέτρων που αφορούν την πρόληψη, τον εντοπισμό, τη διόρθωση και τη διερεύνηση παρατυπιών, συμπεριλαμβανομένης της απάτης, την ανάκτηση απολεσθέντων, αχρεωστήτως καταβληθέντων ή κακώς χρησιμοποιηθέντων κονδυλίων και, όταν ενδείκνυται, την επιβολή διοικητικών κυρώσεων.
Σύμφωνα με τον δημοσιονομικό κανονισμό, πρόσωπα ή οντότητες που είναι αποδέκτες κονδυλίων της Ένωσης πρέπει να συνεργάζονται πλήρως για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, να παρέχουν τα αναγκαία δικαιώματα και την πρόσβαση που απαιτείται στην Επιτροπή, στην OLAF και στο Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο και να μεριμνούν ώστε τυχόν τρίτοι που συμμετέχουν στην εκτέλεση κονδυλίων της Ένωσης να εκχωρούν ισοδύναμα δικαιώματα. Όπως προβλέπεται ρητά στο άρθρο 11 παράγραφος 4 της συμφωνίας σχετικά με τον Οργανισμό για το Διαστημικό Πρόγραμμα, οι αξιολογήσεις και οι έλεγχοι μπορούν να διενεργούνται και μετά την αναστολή της εφαρμογής ενός πρωτοκόλλου, την παύση της εφαρμογής ή την καταγγελία της συμφωνίας.
Η συμφωνία σχετικά με τον Οργανισμό για το Διαστημικό Πρόγραμμα διασφαλίζει τη δυνατότητα της OLAF να διενεργεί, στο έδαφος της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, διοικητικές έρευνες, συμπεριλαμβανομένων επιτόπιων ελέγχων και επιθεωρήσεων, σε ελβετική οντότητα που αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος σχετικής συμφωνίας χρηματοδότησης ή σε τρίτο μέρος ελβετικής οντότητας που εφαρμόζει τη συμφωνία χρηματοδότησης βάσει σύμβασης, σύμφωνα με τη σχετική συμφωνία χρηματοδότησης και άλλη εφαρμοστέα σύμβαση και στον βαθμό που προβλέπεται σε αυτές. Κατά την άσκηση των καθηκόντων τους στην επικράτεια της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η OLAF ενεργούν κατά τρόπο που συνάδει με την ελβετική νομοθεσία.
Οι εν λόγω αξιολογήσεις και έλεγχοι μπορούν να διενεργούνται από τους υπαλλήλους της Ένωσης, ειδικότερα από υπαλλήλους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου, ή από άλλα πρόσωπα εντεταλμένα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Κατά την άσκηση των καθηκόντων τους στην επικράτεια της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή άλλα εντεταλμένα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρόσωπα ενεργούν κατά τρόπο που συνάδει με την ελβετική νομοθεσία.
Οι ελβετικές αρχές συνεργάζονται, σύμφωνα με τις ισχύουσες πράξεις διεθνούς συνεργασίας με τις αρχές της Ένωσης ή των κρατών μελών που είναι αρμόδιες για τη διερεύνηση και τη δίωξη ποινικών αδικημάτων εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης της παραπομπής ενώπιον της δικαιοσύνης των εικαζόμενων δραστών και συνεργών των εν λόγω ποινικών αδικημάτων. Τα αιτήματα που υποβάλλονται σύμφωνα με τις ισχύουσες πράξεις διεθνούς συνεργασίας μπορούν να περιλαμβάνουν, κατά περίπτωση, αιτήματα που υποβάλλονται σε σχέση με έρευνες ή διώξεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Η δυνατότητα αυτή καθιστά δυνατή τη συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, όπως προβλέπεται στην οδηγία (ΕΕ) 2017/1371 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2017, σχετικά με την καταπολέμηση, μέσω του ποινικού δικαίου, της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης.
Επιπλέον, η συμφωνία σχετικά με τον Οργανισμό για το Διαστημικό Πρόγραμμα προβλέπει αποτελεσματικό μηχανισμό για τη διασφάλιση της επιβολής των αποφάσεων της Επιτροπής στην επικράτεια της Ελβετικής Συνομοσπονδίας.
5.ΛΟΙΠΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
Η ετήσια χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας στη χρηματοδότηση του EUSPA θα λάβει τη μορφή του αθροίσματος, αφενός, επιχειρησιακής συνεισφοράς και, αφετέρου, τέλους συμμετοχής, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 της συμφωνίας σχετικά με τον Οργανισμό για το Διαστημικό Πρόγραμμα και στο παράρτημα I της εν λόγω συμφωνίας.
Η επιχειρησιακή συνεισφορά θα βασίζεται σε κλίμακα συνεισφοράς, η οποία ορίζεται ως ο λόγος του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) της Ελβετίας σε τιμές αγοράς προς το ΑΕΠ της Ένωσης σε τιμές αγοράς. Το ΑΕΠ που πρέπει να εφαρμόζεται θα είναι το πλέον πρόσφατο διαθέσιμο από την 1η Ιανουαρίου του έτους κατά το οποίο θα πραγματοποιείται η ετήσια πληρωμή, όπως παρέχεται από τη Στατιστική Υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUROSTAT), λαμβανομένης δεόντως υπόψη της συμφωνίας για τη συνεργασία στον τομέα της στατιστικής. Σε περίπτωση παύσης εφαρμογής της εν λόγω συμφωνίας, το ΑΕΠ της Ελβετίας είναι αυτό που καθορίζεται με βάση τα δεδομένα που παρέχονται από τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ).
Η επιχειρησιακή συνεισφορά θα υπολογίζεται με την εφαρμογή της κλίμακας συνεισφοράς στον ετήσιο ψηφισθέντα προϋπολογισμό της Ένωσης που έχει εγγραφεί στη/στις σχετική/-ές γραμμή/-ές επιδότησης του προϋπολογισμού της Ένωσης του εν λόγω έτους. Όλα τα ποσά αναφοράς θα βασίζονται στις πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων.
Το ετήσιο τέλος συμμετοχής αποτελεί ποσοστό της ετήσιας επιχειρησιακής συνεισφοράς. Το ετήσιο τέλος συμμετοχής έχει τις ακόλουθες τιμές:
–
για το 2026: 2 %
–
για το 2027: 3 %
–
για το 2028 και τα επόμενα έτη: 4 %.
Όλες οι χρηματοδοτικές συνεισφορές της Ελβετίας ή οι πληρωμές από την Ένωση, καθώς και ο υπολογισμός των οφειλόμενων ή των προς είσπραξη ποσών θα πραγματοποιούνται σε ευρώ.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απευθύνει στην Ελβετία προσκλήσεις καταβολής που αντιστοιχούν στη συνεισφορά της Ελβετίας. Η Ελβετία καταβάλλει το ποσό που αναγράφεται στην πρόσκληση καταβολής το αργότερο 45 ημέρες από την παραλαβή της πρόσκλησης καταβολής.
Οποιαδήποτε καθυστέρηση στην καταβολή της χρηματοδοτικής συνεισφοράς συνεπάγεται την καταβολή τόκων υπερημερίας από την Ελβετία επί του οφειλόμενου ποσού από την ημερομηνία καταβολής. Το επιτόκιο για τα εισπρακτέα ποσά που δεν εξοφλούνται εμπρόθεσμα είναι αυτό που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στις κύριες πράξεις αναχρηματοδότησης, όπως δημοσιεύεται στη σειρά C της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και που ισχύει την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του μήνα κατά τον οποίο εκπνέει η προθεσμία ή 0 %, αναλόγως του ποιο ποσό είναι μεγαλύτερο, συν 3,5 εκατοστιαίες μονάδες.
ΜΕΡΟΣ II:
ΑΛΛΟΙ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ
1.ΤΙΤΛΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ:
Πρόταση για απόφαση του Συμβουλίου σχετικά με την υπογραφή ευρείας δέσμης συμφωνιών για την εδραίωση, την εμβάθυνση και την επέκταση των διμερών σχέσεων με την Ελβετική Συνομοσπονδία.
2.ΓΡΑΜΜΕΣ ΤΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ:
Στο μέρος II περιγράφονται λεπτομερώς οι δημοσιονομικές επιπτώσεις των άλλων συμφωνιών της ευρείας δέσμης οι οποίες προβλέπουν χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας σε διάφορους οργανισμούς και συστήματα πληροφοριών, με εξαίρεση τη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας στον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Διαστημικό Πρόγραμμα. Στο μέρος I περιγράφονται λεπτομερώς οι δημοσιονομικές επιπτώσεις της εν λόγω συμφωνίας.
Με βάση τις συμφωνίες σε τομείς σχετικούς με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία, τη συμφωνία για την υγεία και τη συμφωνία σχετικά με τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Διαστημικό Πρόγραμμα, η Ελβετία θα συνεισφέρει χρηματοδοτικά στον προϋπολογισμό της Ένωσης για τη διαχείριση και τη λειτουργία των οργανισμών και των φορέων, των συστημάτων πληροφοριών και άλλων δραστηριοτήτων στα οποία έχει πρόσβαση βάσει των εν λόγω συμφωνιών. Ένα σύνολο τυποποιημένων χρηματοδοτικών διαδικασιών αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης στο πλαίσιο των συγκεκριμένων συμφωνιών και ενσωματώθηκε σ’ αυτές. Οι εν λόγω διαδικασίες δεν αφορούν τις συμφωνίες σχετικά με τη συμμετοχή της Ελβετίας στον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Διαστημικό Πρόγραμμα και στα προγράμματα της Ένωσης, αντίστοιχα.
Λεπτομερής περιγραφή των χρηματοδοτικών διαδικασιών περιλαμβάνεται στο τμήμα 5 του παρόντος εγγράφου.
Τα συστήματα πληροφοριών στα οποία θα έχει πρόσβαση η Ελβετία και θα πρέπει να συνεισφέρει οικονομικά σύμφωνα με τις συμφωνηθείσες χρηματοδοτικές διαδικασίες είναι τα εξής:
–το ευρωπαϊκό δίκτυο υπηρεσιών απασχόλησης (στο εξής: EURES), το οποίο θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/589,
–η ηλεκτρονική ανταλλαγή πληροφοριών για την κοινωνική ασφάλιση (EESSI), η οποία θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 883/2004 και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 987/2009,
–οι ενότητες του συστήματος πληροφόρησης για την εσωτερική αγορά (IMI), το οποίο θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/20127, σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων, τις υπηρεσίες, τα επαγγελματικά προσόντα, την ευρωπαϊκή επαγγελματική κάρτα, τα νομοθετικά κατοχυρωμένα επαγγέλματα και την ενιαία ψηφιακή πύλη,
–το σύστημα πληροφοριών EudraGMDP σχετικά με τον κοινοτικό κώδικα για τα φάρμακα που προορίζονται για ανθρώπινη χρήση, το οποίο θεσπίστηκε με την οδηγία 2004/27/ΕΚ,
–η δικτυακή πύλη Europhyt, η οποία δημιουργήθηκε με την οδηγία 94/3/ΕΚ της Επιτροπής της 21ης Ιανουαρίου 1994,
–το σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης για τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές (RASFF), το οποίο θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 178/2002,
–η πλατφόρμα για την πιστοποίηση υγειονομικού και φυτοϋγειονομικού ελέγχου (TRACES), η οποία θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/625,
–το σύστημα πληροφοριών της ΕΕ για τις νόσους των ζώων (ADIS), το οποίο θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2020/2002,
–η ενωσιακή βάση δεδομένων, η οποία θεσπίστηκε με την οδηγία (ΕΕ) 2018/2001, για την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.
Οι οργανισμοί στους οποίους θα έχει πρόσβαση η Ελβετία και θα πρέπει να συνεισφέρει οικονομικά σύμφωνα με τις συμφωνηθείσες χρηματοδοτικές διαδικασίες είναι οι εξής:
–το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων (ECDC), το οποίο συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 851/2004,
–η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA), η οποία συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 178/2002,
–ο Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία των Ρυθμιστικών Αρχών Ηλεκτρικής Ενέργειας (ACER), ο οποίος ιδρύθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/942.
Όπου υπάρχουν σήμερα εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης, αυτές θα διατηρηθούν. Αν η κατάσταση αυτή μεταβληθεί κατά τη διάρκεια του κύκλου ζωής των συμφωνιών, θα πρέπει να εφαρμόζονται οι τυποποιημένες χρηματοδοτικές διαδικασίες. Πρόκειται για τα ακόλουθα συστήματα πληροφοριών και τους ακόλουθους οργανισμούς:
–το Tachonet, το οποίο θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 165/2014 και τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2016/68 της Επιτροπής,
–το σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης και αντίδρασης (EWRS), το οποίο θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2022/2371,
–τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Ασφάλεια της Αεροπορίας (EASA), ο οποίος ιδρύθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1139,
–το σύστημα αμοιβαίας πληροφόρησης σχετικά με την κοινωνική προστασία (MISSOC).
Για να ληφθεί υπόψη ότι η Ελβετία δεν θα έχει πρόσβαση στις δραστηριότητες του Οργανισμού για τη Συνεργασία των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας (ACER) που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας για την ηλεκτρική ενέργεια, η ετήσια επιχειρησιακή συνεισφορά της στον ACER θα υπολογίζεται με βάση ετήσιο ποσό αναφοράς που θα αντιστοιχεί στο 85 % του ποσού του ετήσιου ψηφισθέντος προϋπολογισμού της Ένωσης που έχει εγγραφεί στη/στις σχετική/-ές γραμμή/-ές επιδότησης του προϋπολογισμού της Ένωσης.
Στο πλαίσιο του τρέχοντος ΠΔΠ (2021-2027), δεν θα απαιτηθεί συνεισφορά από την Ελβετία για τη χρηματοδότηση του EWRS σύμφωνα με τις προαναφερθείσες χρηματοδοτικές διαδικασίες. Αντ’ αυτού, η συνεισφορά της θα καλυφθεί από τις συνεισφορές της στη χρηματοδότηση του ECDC και του προγράμματος «Η ΕΕ για την υγεία», καθώς αυτές είναι οι δύο πηγές χρηματοδότησης του EWRS στο πλαίσιο του τρέχοντος ΠΔΠ.
Ο ακριβής αντίκτυπος των συνεισφορών της Ελβετίας στον προϋπολογισμό δεν μπορεί να προσδιοριστεί κατά τον χρόνο σύνταξης του παρόντος φακέλου, δεδομένου ότι η Ελβετία θα αρχίσει να συνεισφέρει μόνο μετά την έναρξη ισχύος των σχετικών συμφωνιών και η έναρξη ισχύος τους εξαρτάται από την εκπλήρωση ορισμένων συνταγματικών υποχρεώσεων της Ελβετίας. Η διαδικασία αυτή μπορεί να διαρκέσει αρκετά έτη, γεγονός που μπορεί να σημαίνει ότι οι συμφωνίες δεν θα αρχίσουν να ισχύουν κατά τη διάρκεια του τρέχοντος ΠΔΠ.
Δεδομένου ότι οι συμφωνηθείσες χρηματοδοτικές ρυθμίσεις θα δημιουργήσουν επαναλαμβανόμενη ροή εσόδων για τον προϋπολογισμό της Ένωσης και οι τυποποιημένες διατάξεις θα αποτελέσουν μοντέλο για τις συνεισφορές της Ελβετίας στη διαχείριση και τη λειτουργία τυχόν πρόσθετων οργανισμών ή συστημάτων πληροφοριών στα οποία θα έχει πρόσβαση η Ελβετία στο μέλλον, είναι, ωστόσο, σκόπιμο να καταδειχθεί ο τρόπος με τον οποίο οι χρηματοδοτικές διαδικασίες θα μπορούσαν να επηρεάσουν τον προϋπολογισμό. Τα αναφερόμενα ποσά βασίζονται στις χρηματοδοτικές διαδικασίες που εφαρμόστηκαν στο πλαίσιο του προϋπολογισμού του 2024, οι οποίες χρησίμευσαν ως σημείο αναφοράς κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για τις χρηματοδοτικές ρυθμίσεις και τους όρους πληρωμής.
·Συστήματα πληροφοριών
Ευρωπαϊκό δίκτυο υπηρεσιών απασχόλησης (EURES)
Γραμμή εσόδων (κεφάλαιο/άρθρο/θέση):
–R6 1 2 0 – Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο+ — Έσοδα με ειδικό προορισμό
Τα έσοδα θα διατεθούν στις ακόλουθες γραμμές δαπανών (κεφάλαιο/άρθρο/θέση):
Άρθρο 07 02 04 - ΕΚΤ+ — Σκέλος Απασχόληση και Κοινωνική καινοτομία (EaSI) και
–Άρθρο 07 10 09 — Ευρωπαϊκή Αρχή Εργασίας (ELA): δαπάνες σχετικές με την πλατφόρμα EURES
Ηλεκτρονική ανταλλαγή πληροφοριών για την κοινωνική ασφάλιση (EESSI)
Γραμμή εσόδων (κεφάλαιο/άρθρο/θέση):
–6 1 2 0 – Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο+ — Έσοδα με ειδικό προορισμό
–R 6 6 3 0 – Δοκιμαστικά σχέδια, προπαρασκευαστικές ενέργειες, προνόμια και άλλες ενέργειες
Τα έσοδα θα διατεθούν στις ακόλουθες γραμμές δαπανών (κεφάλαιο/άρθρο/θέση):
–Άρθρο 07 02 04 - ΕΚΤ+ — Σκέλος Απασχόληση και Κοινωνική καινοτομία (EaSI)·
–Θέση 07 20 03 01 — Ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, συντονισμός των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης και μέτρα υπέρ των διακινουμένων, συμπεριλαμβανομένων και των διακινουμένων από τρίτες χώρες
Πληροφόρηση για την Εσωτερική Αγορά (IMI)
Γραμμή εσόδων (κεφάλαιο/άρθρο/θέση):
–6 00 03 00 — Πρόγραμμα για την ενιαία αγορά — Έσοδα με ειδικό προορισμό
Τα έσοδα θα διατεθούν στην ακόλουθη γραμμή δαπανών (κεφάλαιο/άρθρο/θέση):
–Θέση 03 01 01 01 — Δαπάνες στήριξης του προγράμματος για την ενιαία αγορά (03 01 01 01 02)
EudraGMDP
Γραμμή εσόδων (κεφάλαιο/άρθρο/θέση):
–6 6 2
Τα έσοδα θα διατεθούν στην ακόλουθη γραμμή δαπανών (κεφάλαιο/άρθρο/θέση):
–6 10 03 01 — Η συνεισφορά της Ένωσης στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων
Europhyt, iRASFF, TRACES, ADIS
Γραμμή εσόδων (κεφάλαιο/άρθρο/θέση):
–60 30
Τα έσοδα θα διατεθούν στην ακόλουθη γραμμή δαπανών (κεφάλαιο/άρθρο/θέση):
–Άρθρο 03 02 06 — Συμβολή στην επίτευξη υψηλού επιπέδου υγείας και ευεξίας του ανθρώπου, των ζώων και των φυτών
Ενωσιακή βάση δεδομένων, όπως θεσπίστηκε με την οδηγία (ΕΕ) 2018/2001
Γραμμή εσόδων (κεφάλαιο/άρθρο/θέση):
–6 06 08 — Άλλες εισφορές και επιστροφές — Έσοδα με ειδικό προορισμό
Τα έσοδα θα διατεθούν στην ακόλουθη γραμμή δαπανών (κεφάλαιο/άρθρο/θέση):
–02 20 04 02 — Δραστηριότητες υποστήριξης της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής και της εσωτερικής αγοράς ενέργειας
·Οργανισμοί
Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων (ECDC) και Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA)
Γραμμή εσόδων (κεφάλαιο/άρθρο/θέση):
–6 6 2
Τα έσοδα θα διατεθούν στην ακόλουθη γραμμή δαπανών (κεφάλαιο/άρθρο/θέση):
–Άρθρο 06 10 01 — Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων
–Άρθρο 06 10 02 — Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων
Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας (ACER)
Γραμμή εσόδων (κεφάλαιο/άρθρο/θέση):
–6 06 08 — Αποκεντρωμένοι οργανισμοί — Έσοδα με ειδικό προορισμό
Τα έσοδα θα διατεθούν στην ακόλουθη γραμμή δαπανών (κεφάλαιο/άρθρο/θέση):
–Άρθρο 02 10 06 — Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας (ACER)
3.ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ
Η πρόταση δεν έχει δημοσιονομικές επιπτώσεις
Η πρόταση δεν έχει δημοσιονομικές επιπτώσεις στις δαπάνες αλλά έχει δημοσιονομικές επιπτώσεις στα έσοδα
Η πρόταση έχει δημοσιονομικές επιπτώσεις στα έσοδα με ειδικό προορισμό
Οι επιπτώσεις στα έσοδα είναι οι ακόλουθες:
·Συστήματα πληροφοριών
Ευρωπαϊκό δίκτυο υπηρεσιών απασχόλησης (EURES)
|
Γραμμή εσόδων
|
Επιπτώσεις στα ετήσια έσοδα
(εκτίμηση 2024)
|
|
R 6 1 2 0
|
999 897
|
|
Κατάσταση μετά τη δράση
|
|
Γραμμή εσόδων
|
Εκτιμώμενα ετήσια έσοδα
|
|
R 6 1 2 0
|
999 897
|
|
Γραμμή δαπανών
|
Εκτιμώμενες ετήσιες δαπάνες
|
|
07 02 04
07 10 09
|
999 897
|
Ηλεκτρονική ανταλλαγή πληροφοριών για την κοινωνική ασφάλιση (EESSI)
|
Γραμμές εσόδων
|
Επιπτώσεις στα ετήσια έσοδα
(εκτίμηση 2024)
|
|
R 6 1 2 0
R 6 6 3 0
|
227 136
|
|
Κατάσταση μετά τη δράση
|
|
Γραμμή εσόδων
|
Εκτιμώμενα ετήσια έσοδα
|
|
R6 1 2 0
R 6 6 3 0
|
227 136
|
|
Γραμμή δαπανών
|
Εκτιμώμενες ετήσιες δαπάνες
|
|
07 02 04
07 20 03 01
|
227 136
|
Πληροφόρηση για την Εσωτερική Αγορά (IMI)
|
Γραμμή εσόδων
|
Επιπτώσεις στα ετήσια έσοδα
(εκτίμηση 2024)
|
|
6 00 03 00
|
96 346
|
|
Κατάσταση μετά τη δράση
|
|
Γραμμή εσόδων
|
Εκτιμώμενα ετήσια έσοδα
|
|
6 00 03 00
|
96 346
|
|
Γραμμή δαπανών
|
Εκτιμώμενες ετήσιες δαπάνες
|
|
Θέση 03 01 01 01 (03 01 01 01 02)
|
96 346
|
EudraGMDP
|
Γραμμή εσόδων
|
Επιπτώσεις στα ετήσια έσοδα
(εκτίμηση 2024)
|
|
6 6 2
|
6 525
|
|
Κατάσταση μετά τη δράση
|
|
Γραμμή εσόδων
|
Εκτιμώμενα ετήσια έσοδα
|
|
6 6 2
|
6 525
|
|
Γραμμή δαπανών
|
Εκτιμώμενες ετήσιες δαπάνες
|
|
6 10 03 01
|
6 525
|
Europhyt, iRASFF, TRACES, ADIS
|
Γραμμή εσόδων
|
Επιπτώσεις στα ετήσια έσοδα
(εκτίμηση 2024)
|
|
6 0 3 0
|
727 804
|
|
Κατάσταση μετά τη δράση
|
|
Γραμμή εσόδων
|
Εκτιμώμενα ετήσια έσοδα
|
|
6 0 3 0
|
727 804
|
|
Γραμμή δαπανών
|
Εκτιμώμενες ετήσιες δαπάνες
|
|
Άρθρο 03 02 06
|
727 804
|
Ενωσιακή βάση δεδομένων, όπως θεσπίστηκε με την οδηγία (ΕΕ) 2018/2001
|
Γραμμή εσόδων
|
Επιπτώσεις στα ετήσια έσοδα
(εκτίμηση 2024)
|
|
6 06 08
|
875 000
|
|
Κατάσταση μετά τη δράση
|
|
Γραμμή εσόδων
|
Εκτιμώμενα ετήσια έσοδα
|
|
6 06 08
|
875 000
|
|
Γραμμή δαπανών
|
Εκτιμώμενες ετήσιες δαπάνες
|
|
02 20 04 02
|
875 000
|
·Οργανισμοί
Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων (ECDC)
|
Γραμμή εσόδων
|
Επιπτώσεις στα ετήσια έσοδα
(εκτίμηση 2024)
|
|
6 6 2
|
3 670 862
|
|
Κατάσταση μετά τη δράση
|
|
Γραμμή εσόδων
|
Εκτιμώμενα ετήσια έσοδα
|
|
6 6 2
|
3 670 862
|
|
Γραμμή δαπανών
|
Εκτιμώμενες ετήσιες δαπάνες
|
|
Άρθρο 06 10 01
|
3 670 862
|
Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA)
|
Γραμμή εσόδων
|
Επιπτώσεις στα ετήσια έσοδα
(εκτίμηση 2024)
|
|
6 6 2
|
7 755 340
|
|
Κατάσταση μετά τη δράση
|
|
Γραμμή εσόδων
|
Εκτιμώμενα ετήσια έσοδα
|
|
6 6 2
|
7 755 340
|
|
Γραμμή δαπανών
|
Εκτιμώμενες ετήσιες δαπάνες
|
|
Άρθρο 06 10 02
|
7 755 340
|
Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας (ACER)
|
Γραμμή εσόδων
|
Επιπτώσεις στα ετήσια έσοδα
(εκτίμηση 2024)
|
|
06 06 08
|
981 805
|
|
Κατάσταση μετά τη δράση
|
|
Γραμμή εσόδων
|
Εκτιμώμενα ετήσια έσοδα
|
|
6 06 08
|
981 805
|
|
Γραμμή δαπανών
|
Εκτιμώμενες ετήσιες δαπάνες
|
|
02 10 06
|
981 805
|
4.ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΤΗΣ ΑΠΑΤΗΣ
Σύμφωνα με άρθρο 325 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), η Επιτροπή υποχρεούται να καταπολεμά την απάτη ή οιαδήποτε άλλη παράνομη δραστηριότητα κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Επομένως, η πρόληψη και η ανίχνευση της απάτης αποτελούν γενική υποχρέωση όλων των υπηρεσιών της Επιτροπής στο πλαίσιο των καθημερινών δραστηριοτήτων τους οι οποίες περιλαμβάνουν τη χρησιμοποίηση πόρων.
Απάτες ή παρατυπίες που αφορούν κονδύλια της Ένωσης έχουν ιδιαίτερα αρνητικό αντίκτυπο στη φήμη της Επιτροπής και στην εφαρμογή των πολιτικών της Ένωσης. Η τρέχουσα στρατηγική της Επιτροπής για την καταπολέμηση της απάτης (CAFS) [COM(2019) 196] εγκρίθηκε στις 29 Απριλίου 2019 προς αντικατάσταση της στρατηγικής του 2011. Πρόκειται για έγγραφο πολιτικής που καθορίζει τις προτεραιότητες της Επιτροπής όσον αφορά την καταπολέμηση της απάτης, ενόψει του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου 2021-2027. Οι κύριοι στόχοι της στρατηγικής της Επιτροπής του 2019 για την καταπολέμηση της απάτης είναι 1) η «ακόμα καλύτερη κατανόηση των μορφών απάτης, των προφίλ των απατεώνων και των συστημικών τρωτών σημείων που συνδέονται με την απάτη εις βάρος του προϋπολογισμού της ΕΕ» (συλλογή και ανάλυση δεδομένων) και 2) η «βελτιστοποίηση του συντονισμού, της συνεργασίας και των ροών εργασιών για την καταπολέμηση της απάτης, ιδίως μεταξύ των υπηρεσιών και των εκτελεστικών οργανισμών της Επιτροπής» (συντονισμός, συνεργασία και διαδικασίες). Η στρατηγική συνοδεύεται από σχέδιο δράσης, το οποίο αναθεωρήθηκε τον Ιούλιο του 2023 και το οποίο, όπως και το προηγούμενο, επιδιώκει την ενίσχυση όλων των συνιστωσών του κύκλου καταπολέμησης της απάτης: πρόληψη, εντοπισμός, διερεύνηση και διόρθωση.
Οι κατευθυντήριες αρχές και τα πρότυπα-στόχοι της στρατηγικής της Επιτροπής του 2019 για την καταπολέμηση της απάτης είναι τα εξής:
–μηδενική ανοχή στην απάτη·
–καταπολέμηση της απάτης ως αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελέγχου·
–οικονομική αποδοτικότητα των ελέγχων·
–επαγγελματική ακεραιότητα και ικανότητα του προσωπικού της Ένωσης·
–διαφάνεια όσον αφορά τον τρόπο χρήσης των κονδυλίων της Ένωσης·
–πρόληψη της απάτης, κυρίως θωράκιση των προγραμμάτων δαπανών κατά της απάτης·
–ουσιαστική ικανότητα διερεύνησης και έγκαιρη ανταλλαγή πληροφοριών·
–ταχεία διόρθωση (συμπεριλαμβανομένης της ανάκτησης καταχρασθέντων κονδυλίων και της επιβολής δικαστικών / διοικητικών κυρώσεων)·
–καλή συνεργασία μεταξύ εσωτερικών και εξωτερικών παραγόντων, ιδίως μεταξύ των αρμόδιων ενωσιακών και εθνικών αρχών, και μεταξύ των υπηρεσιών όλων των οικείων θεσμικών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης·
–αποτελεσματική εσωτερική και εξωτερική επικοινωνία σχετικά με την καταπολέμηση της απάτης.
5.ΛΟΙΠΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
Η ετήσια χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας για τη χρηματοδότηση συστημάτων πληροφοριών και οργανισμών θα λάβει τη μορφή αθροίσματος, αφενός, επιχειρησιακής συνεισφοράς και, αφετέρου, τέλους συμμετοχής.
Η επιχειρησιακή συνεισφορά θα βασίζεται σε κλίμακα συνεισφοράς, η οποία ορίζεται ως ο λόγος του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) της Ελβετίας σε τιμές αγοράς προς το ΑΕΠ της Ένωσης σε τιμές αγοράς. Το ΑΕΠ που πρέπει να εφαρμόζεται θα είναι το πλέον πρόσφατο διαθέσιμο από την 1η Ιανουαρίου του έτους κατά το οποίο θα πραγματοποιείται η ετήσια πληρωμή, όπως παρέχεται από τη Στατιστική Υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUROSTAT), λαμβανομένης δεόντως υπόψη της συμφωνίας για τη συνεργασία στον τομέα της στατιστικής. Σε περίπτωση παύσης εφαρμογής της εν λόγω συμφωνίας, το ΑΕΠ της Ελβετίας είναι αυτό που καθορίζεται με βάση τα δεδομένα που παρέχονται από τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ).
Η επιχειρησιακή συνεισφορά για τους οργανισμούς θα υπολογίζεται με την εφαρμογή της κλίμακας συνεισφοράς στον ετήσιο ψηφισθέντα προϋπολογισμό της Ένωσης που έχει εγγραφεί στη/στις σχετική/-ές γραμμή/-ές επιδότησης του προϋπολογισμού της Ένωσης του εν λόγω έτους. Η επιχειρησιακή συνεισφορά για τα συστήματα πληροφοριών και άλλες δραστηριότητες θα υπολογίζεται με την εφαρμογή της κλίμακας συνεισφοράς στον σχετικό προϋπολογισμό του εν λόγω έτους, όπως ορίζεται στα έγγραφα εκτέλεσης του προϋπολογισμού (όπως προγράμματα εργασίας ή συμβάσεις). Όλα τα ποσά αναφοράς θα βασίζονται στις πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων.
Το ετήσιο τέλος συμμετοχής ανέρχεται σε 4 % της ετήσιας επιχειρησιακής συνεισφοράς.
Όλες οι χρηματοδοτικές συνεισφορές της Ελβετίας ή οι πληρωμές από την Ένωση, καθώς και ο υπολογισμός των οφειλόμενων ή των προς είσπραξη ποσών θα πραγματοποιούνται σε ευρώ.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα κοινοποιεί στην Ελβετία, το αργότερο στις 16 Απριλίου του οικονομικού έτους, τις ακόλουθες πληροφορίες σε σχέση με τη συμμετοχή της Ελβετίας:
–τα ποσά των πιστώσεων ανάληψης υποχρεώσεων του ετήσιου ψηφισθέντος προϋπολογισμού της Ένωσης που έχει εγγραφεί στη/στις σχετική/-ές γραμμή/-ές επιδότησης του προϋπολογισμού της Ένωσης του εν λόγω έτους για κάθε οργανισμό και τα ποσά των πιστώσεων ανάληψης υποχρεώσεων σε σχέση με τον ψηφισθέντα προϋπολογισμό της Ένωσης του εν λόγω έτους για τον σχετικό προϋπολογισμό των συστημάτων πληροφοριών·
–το ποσό του τέλους συμμετοχής·
–όσον αφορά τους οργανισμούς, το έτος Ν+1, τα ποσά των δημοσιονομικών δεσμεύσεων που αναλήφθηκαν επί πιστώσεων αναλήψεων υποχρεώσεων οι οποίες εγκρίθηκαν το έτος Ν στη/στις σχετική/-ές γραμμή/-ές επιδότησης του προϋπολογισμού της Ένωσης σε σχέση με τον ετήσιο προϋπολογισμό της Ένωσης που έχει εγγραφεί στη/στις σχετική/-ές γραμμή/-ές επιδότησης του προϋπολογισμού της Ένωσης του έτους N.
Βάσει του σχεδίου προϋπολογισμού της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρέχει εκτίμηση των προαναφερόμενων πληροφοριών το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο έως την 1η Σεπτεμβρίου του οικονομικού έτους.
Η Επιτροπή εκδίδει προς την Ελβετία προσκλήσεις καταβολής που αντιστοιχούν στη συνεισφορά της Ελβετίας για καθέναν από τους οργανισμούς, τα συστήματα πληροφοριών και τις άλλες δραστηριότητες όπου συμμετέχει η Ελβετία. Η Ελβετία καταβάλλει το ποσό που αναγράφεται στην πρόσκληση καταβολής το αργότερο 60 ημέρες από την ημερομηνία έκδοσης της πρόσκλησης καταβολής.
Στο πλαίσιο κάθε πρόσκλησης καταβολής, η Ελβετία μπορεί να πραγματοποιεί χωριστές πληρωμές για κάθε οργανισμό, σύστημα πληροφοριών ή άλλη δραστηριότητα.
Οποιαδήποτε καθυστέρηση στην καταβολή της χρηματοδοτικής συνεισφοράς συνεπάγεται την καταβολή τόκων υπερημερίας από την Ελβετία επί του οφειλόμενου ποσού από την ημερομηνία καταβολής.
Το επιτόκιο για τα εισπρακτέα ποσά που δεν εξοφλούνται εμπρόθεσμα είναι αυτό που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στις κύριες πράξεις αναχρηματοδότησης, όπως δημοσιεύεται στη σειρά C της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και που ισχύει την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του μήνα κατά τον οποίο εκπνέει η προθεσμία ή 0 %, αναλόγως του ποιο ποσό είναι μεγαλύτερο, συν 3,5 εκατοστιαίες μονάδες.
ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Βρυξέλλες, 13.6.2025
COM(2025) 308 final
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
της
πρότασης απόφασης του Συμβουλίου
σχετικά με την υπογραφή, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ευρείας δέσμης συμφωνιών για την εδραίωση, εμβάθυνση και διεύρυνση των διμερών σχέσεων με την Ελβετική Συνομοσπονδία και σχετικά με την προσωρινή εφαρμογή της συμφωνίας σχετικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας στον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Διαστημικό Πρόγραμμα
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ
ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ
ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ,
ΑΦΕΝΟΣ,
ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΒΕΤΙΚΗΣ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ, ΑΦΕΤΕΡΟΥ,
ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ
Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ, καλούμενη στο εξής «Ένωση»,
και
Η ΕΛΒΕΤΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ, καλούμενη στο εξής «Ελβετία»·
ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ τη συμφωνία για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, που υπεγράφη στις Βρυξέλλες στις 21 Ιουνίου 1999 (στο εξής: συμφωνία), η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουνίου 2002·
ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ το πρωτόκολλο της συμφωνίας της 21ης Ιουνίου 1999 μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων όσον αφορά τη συμμετοχή, ως συμβαλλόμενων μερών, της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Δημοκρατίας της Κύπρου, της Δημοκρατίας της Λετονίας, της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, της Δημοκρατίας της Μάλτας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και της Σλοβακικής Δημοκρατίας, κατόπιν της προσχωρήσεως τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που υπεγράφη στις Βρυξέλλες στις 26 Οκτωβρίου 2004 και τέθηκε σε ισχύ την 1η Απριλίου 2006·
ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ το πρωτόκολλο της συμφωνίας της 21ης Ιουνίου 1999 μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων όσον αφορά τη συμμετοχή, ως συμβαλλόμενων μερών, της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας, κατόπιν της προσχωρήσεώς τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που υπεγράφη στις Βρυξέλλες στις 27 Μαΐου 2008 και τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουνίου 2009·
ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ το πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, όσον αφορά τη συμμετοχή της Δημοκρατίας της Κροατίας ως συμβαλλόμενου μέρους, μετά την προσχώρησή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που υπεγράφη στις Βρυξέλλες στις 4 Μαρτίου 2016 και τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2017·
ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ ότι οι συμφωνίες που συνάπτει η Ένωση δεσμεύουν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης και τα κράτη μέλη της· ως εκ τούτου, το παρόν πρωτόκολλο εφαρμόζεται στα συμβαλλόμενα μέρη, όπως ορίζονται στη συμφωνία,
ΣΥΜΦΩΝΟΥΝ ΤΑ ΑΚΟΛΟΥΘΑ:
ΑΡΘΡΟ 1
Τροποποιήσεις της συμφωνίας
Η συμφωνία τροποποιείται ως εξής:
1)
στο προοίμιο, προστίθενται οι ακόλουθες αιτιολογικές σκέψεις μετά τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη:
«ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ότι η ελεύθερη κυκλοφορία αποτελεί σημαντική πτυχή της εσωτερικής αγοράς και ότι η διασφάλιση του δικαιώματος των υπηκόων των συμβαλλόμενων μερών, καθώς και των μελών των οικογενειών τους, να εισέρχονται και να διαμένουν στις αντίστοιχες επικράτειες, χωρίς αδικαιολόγητους περιορισμούς και με πλήρη σεβασμό του δικαιώματος ίσης μεταχείρισης, συμβάλλει στην ενίσχυση της λειτουργίας των πτυχών της εσωτερικής αγοράς στις οποίες συμμετέχει η Ελβετία·
ΕΧΟΝΤΑΣ ΕΠΙΓΝΩΣΗ της διασφάλισης της ομοιομορφίας των πτυχών της εσωτερικής αγοράς στις οποίες συμμετέχει η Ελβετία, εξυπακουομένου ότι η συμφωνία πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με την αρχή της ομοιόμορφης ερμηνείας που ορίζεται στο άρθρο 7 του θεσμικού πρωτοκόλλου της παρούσας συμφωνίας. Διατηρείται η αρμοδιότητα του Ελβετικού Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου και όλων των άλλων ελβετικών δικαστηρίων, καθώς και των δικαστηρίων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να ερμηνεύουν την παρούσα συμφωνία σε μεμονωμένες περιπτώσεις·
ΥΠΕΝΘΥΜΙΖΟΝΤΑΣ ότι η ελεύθερη κυκλοφορία και το δικαίωμα ίσης μεταχείρισης επεκτείνονται στους υπηκόους ενός συμβαλλόμενου μέρους οι οποίοι ασκούν ή επιδιώκουν να ασκήσουν τα οικεία δικαιώματα ελεύθερης κυκλοφορίας χωρίς να έχουν μετακινηθεί ή χωρίς να έχουν ακόμη μετακινηθεί για να διαμείνουν στην επικράτεια ενός άλλου συμβαλλόμενου μέρους. Ομοίως, ορισμένα δικαιώματα που συνδέονται με την άσκηση της ελεύθερης κυκλοφορίας στο παρελθόν, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος ίσης μεταχείρισης, μπορούν να εξακολουθήσουν να ισχύουν και αφού ο υπήκοος συμβαλλόμενου μέρους παύσει να διαμένει στην επικράτεια άλλου συμβαλλόμενου μέρους·
ΥΠΕΝΘΥΜΙΖΟΝΤΑΣ περαιτέρω ότι η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων καλύπτει τους μισθωτούς, τους μη μισθωτούς εργαζομένους και τα οικονομικά μη ενεργά πρόσωπα, υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω πρόσωπα πληρούν τις απαιτήσεις νόμιμης διαμονής που καθορίζονται στην παρούσα συμφωνία, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, της κατοχής επαρκών πόρων και πλήρους ασφαλιστικής κάλυψης ασθενείας, ώστε να μην καθίστανται υπέρμετρο βάρος για τα συστήματα κοινωνικής πρόνοιας των συμβαλλόμενων μερών·
ΥΠΟΓΡΑΜΜΙΖΟΝΤΑΣ τον στόχο της εδραίωσης της συνολικής εταιρικής σχέσης της Ένωσης και της Ελβετίας και της ανάπτυξης του πλήρους δυναμικού της,».
2)
Το άρθρο 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«ΑΡΘΡΟ 4
Δικαίωμα διαμονής και πρόσβασης σε οικονομική δραστηριότητα
Το δικαίωμα διαμονής και πρόσβασης σε οικονομική δραστηριότητα εξασφαλίζεται σύμφωνα με το παράρτημα I.».
3)
Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:
«ΑΡΘΡΟ 4α
Ελευθερία εγκατάστασης
1.
Ο υπήκοος ενός συμβαλλόμενου μέρους έχει το δικαίωμα εγκατάστασης στην επικράτεια ενός άλλου συμβαλλόμενου μέρους για να ασκήσει μη μισθωτή δραστηριότητα.
2.
Στο πλαίσιο των διατάξεων της παρούσας συμφωνίας, οι περιορισμοί της ελευθερίας εγκαταστάσεως των υπηκόων ενός συμβαλλόμενου μέρους στην επικράτεια ενός άλλου συμβαλλόμενου μέρους απαγορεύονται. Η απαγόρευση αυτή εκτείνεται επίσης στους περιορισμούς για την ίδρυση πρακτορείων και υποκαταστημάτων από υπηκόους οποιουδήποτε συμβαλλόμενου μέρους που είναι εγκατεστημένοι στην επικράτεια οποιουδήποτε συμβαλλόμενου μέρους.
ΑΡΘΡΟ 4β
Ίση μεταχείριση των μη μισθωτών εργαζομένων
1.
Ο μη μισθωτός εργαζόμενος τυγχάνει στη χώρα υποδοχής, όσον αφορά την πρόσβαση σε μη μισθωτή δραστηριότητα και την άσκησή της, όχι λιγότερο ευνοϊκής μεταχείρισης από αυτή των ημεδαπών.
2.
Οι διατάξεις των άρθρων 7 έως 10 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 492/2011 εφαρμόζονται, κατ’ αναλογία, στους μη μισθωτούς εργαζομένους που αναφέρονται στην παρούσα συμφωνία.».
4)
Στο άρθρο 5, η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«4.
Τα δικαιώματα που αναφέρονται στο παρόν άρθρο εξασφαλίζονται σύμφωνα με τα παραρτήματα I, II και III.».
5)
Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:
«ΑΡΘΡΟ 5α
Παροχή υπηρεσιών
Απαγορεύεται στο πλαίσιο της παροχής υπηρεσιών, σύμφωνα με το άρθρο 5 της παρούσας συμφωνίας:
α)
κάθε περιορισμός σε διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών στην επικράτεια ενός συμβαλλόμενου μέρους που δεν υπερβαίνει τις 90 ημέρες πραγματικής εργασίας ανά ημερολογιακό έτος·
β)
κάθε περιορισμός σχετικά με το δικαίωμα εισόδου και διαμονής στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 2 της παρούσας συμφωνίας όσον αφορά τους μισθωτούς εργαζομένους, που δεν έχουν την υπηκοότητα ενός από τα συμβαλλόμενα μέρη, παροχέων υπηρεσιών, που είναι ενσωματωμένοι στην κανονική αγορά εργασίας ενός συμβαλλόμενου μέρους και αποσπασμένοι για την παροχή υπηρεσίας στην επικράτεια άλλου συμβαλλόμενου μέρους, με την επιφύλαξη του άρθρου 7θ.
ΑΡΘΡΟ 5β
Εταιρείες που παρέχουν υπηρεσίες
Οι διατάξεις του άρθρου 5α εφαρμόζονται σε εταιρείες που συστήνονται σύμφωνα με τη νομοθεσία των συμβαλλόμενων μερών και έχουν την καταστατική έδρα τους, την κεντρική διοίκηση ή την κύρια εγκατάστασή τους στην επικράτεια συμβαλλόμενου μέρους.
ΑΡΘΡΟ 5γ
Ίση μεταχείριση των προσώπων που παρέχουν υπηρεσίες
Ένα πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες το οποίο έχει το δικαίωμα ή του έχει επιτραπεί να παράσχει μια υπηρεσία μπορεί, για τους σκοπούς της εν λόγω παροχής, να ασκήσει προσωρινά τη δραστηριότητά του στο κράτος όπου παρέχεται η υπηρεσία με τους ίδιους όρους που επιβάλλει αυτό το κράτος στους υπηκόους του, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας συμφωνίας και των παραρτημάτων I, II και III.
ΑΡΘΡΟ 5δ
Κανόνες σχετικά με τη διαμονή των προσώπων που παρέχουν υπηρεσίες
1.
Πρόσωπα που παρέχουν υπηρεσίες τα οποία είναι υπήκοοι των κρατών μελών της Ένωσης ή της Ελβετίας και είναι εγκατεστημένα στην επικράτεια συμβαλλόμενου μέρους άλλου από εκείνο του αποδέκτη υπηρεσιών, καθώς και μισθωτοί εργαζόμενοι, ανεξαρτήτως της υπηκοότητάς τους, προσώπων που παρέχουν υπηρεσίες, που είναι ενσωματωμένοι στην κανονική αγορά εργασίας ενός συμβαλλόμενου μέρους και αποσπασμένοι για την παροχή υπηρεσίας στην επικράτεια άλλου συμβαλλόμενου μέρους οι οποίοι έχουν το δικαίωμα ή τους έχει επιτραπεί να παράσχουν μια υπηρεσία για περίοδο που υπερβαίνει τις 90 ημέρες πραγματικής εργασίας ανά ημερολογιακό έτος λαμβάνουν, ως απόδειξη αυτού του δικαιώματος, τίτλο διαμονής για περίοδο ίση με εκείνη της παροχής υπηρεσιών που υπερβαίνει τις 90 ημέρες πραγματικής εργασίας ανά ημερολογιακό έτος.
2.
Για την έκδοση των εν λόγω τίτλων, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να απαιτούν από τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 μόνο:
α)
ισχύον δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο, με την επιφύλαξη του άρθρου 7θ·
β)
την απόδειξη ότι παρέχουν ή επιθυμούν να παράσχουν υπηρεσία.
ΑΡΘΡΟ 5ε
Διάρκεια παροχής υπηρεσιών
1.
Η συνολική διάρκεια παροχής υπηρεσιών σύμφωνα με το άρθρο 5α στοιχείο α), είτε πρόκειται για συνεχή παροχή είτε για διαδοχικές περιόδους παροχής, δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 90 ημέρες πραγματικής εργασίας ανά ημερολογιακό έτος.
2.
Οι διατάξεις της παραγράφου 1 δεν θίγουν την εκπλήρωση των νόμιμων υποχρεώσεων του προσώπου που παρέχει μια υπηρεσία στο πλαίσιο της εγγύησης έναντι του αποδέκτη υπηρεσιών ούτε περιπτώσεις ανωτέρας βίας.
ΑΡΘΡΟ 5στ
Κανόνες που εφαρμόζονται στην παροχή υπηρεσιών
1.
Οι διατάξεις των άρθρων 5α και 5γ δεν εφαρμόζονται σε δραστηριότητες στις οποίες ενέχεται, έστω και ευκαιριακά, η άσκηση δημόσιας εξουσίας στο εν λόγω συμβαλλόμενο μέρος.
2.
Οι διατάξεις των άρθρων 5α και 5γ, καθώς και τα μέτρα που λαμβάνονται δυνάμει αυτών, δεν θίγουν τη δυνατότητα εφαρμογής νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που προβλέπουν την εφαρμογή όρων εργασίας και συνθηκών απασχόλησης σε μισθωτούς εργαζομένους αποσπασμένους για τους σκοπούς παροχής μιας υπηρεσίας, σύμφωνα με τις συναφείς ενωσιακές νομικές πράξεις σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων που αναφέρονται στο παράρτημα I.
3.
Οι διατάξεις του άρθρου 5α στοιχείο α) και του άρθρου 5γ δεν θίγουν τη δυνατότητα εφαρμογής των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που υπάρχουν σε κάθε συμβαλλόμενο μέρος κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος της παρούσας συμφωνίας την 1η Ιουνίου 2002 όσον αφορά:
i)
τις δραστηριότητες γραφείων εξεύρεσης προσωρινής εργασίας και ευκαιριακής εργασίας. Ειδικότερα, η δυναμική ευθυγράμμιση της Ελβετίας με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/589 δεν συνεπάγεται ότι η Ελβετία δεν θα είναι πλέον σε θέση να εφαρμόζει τις εθνικές της νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις στις εν λόγω δραστηριότητες·
ii)
χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες για την παροχή των οποίων απαιτείται προηγούμενη άδεια στην επικράτεια ενός συμβαλλόμενου μέρους και ο πάροχος των οποίων υπόκειται σε προληπτική εποπτεία από τις αρχές του εν λόγω συμβαλλόμενου μέρους.
ΑΡΘΡΟ 5ζ
Περίοδος εκ των προτέρων κοινοποίησης και έλεγχοι
1.
Η Ελβετία μπορεί να επιβάλλει περίοδο εκ των προτέρων κοινοποίησης μέγιστης διάρκειας τεσσάρων εργάσιμων ημερών σε συγκεκριμένους τομείς πριν από την έναρξη της παροχής υπηρεσιών σε παρόχους υπηρεσιών που είναι μη μισθωτοί εργαζόμενοι και παρέχουν υπηρεσίες στην επικράτειά της, καθώς και πριν από την απόσπαση σε παρόχους υπηρεσιών που αποσπούν εργαζομένους στην επικράτειά της με σκοπό τη διενέργεια επιτόπιων ελέγχων.
2.
Η Ελβετία καθορίζει αυτόνομα τον αριθμό και την πυκνότητα των ελέγχων, καθώς και τους τομείς και τις περιοχές που πρέπει να ελέγχονται, συμπεριλαμβανομένων των τομέων και των περιοχών που δεν καλύπτονται από την περίοδο εκ των προτέρων κοινοποίησης μέγιστης διάρκειας τεσσάρων εργάσιμων ημερών, βάσει αντικειμενικής ανάλυσης κινδύνου, κατά τρόπο αναλογικό και αμερόληπτο, λαμβάνοντας υπόψη ότι η συμφωνία περιορίζει την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών σε 90 ημέρες πραγματικής εργασίας ανά ημερολογιακό έτος.
3.
Ο καθορισμός των τομέων επανεξετάζεται και επικαιροποιείται περιοδικά.
ΑΡΘΡΟ 5η
Οικονομικές εγγυήσεις και κυρώσεις
Στην περίπτωση παρόχων υπηρεσιών που δεν εκπλήρωσαν τις οικονομικές υποχρεώσεις τους έναντι των αρχών και των φορέων επιβολής που αναφέρονται στην κοινή δήλωση για αποτελεσματικά συστήματα ελέγχου, συμπεριλαμβανομένου του διττού συστήματος επιβολής της Ελβετίας, όσον αφορά προηγούμενη παροχή υπηρεσιών, η Ελβετία μπορεί να απαιτήσει την κατάθεση αναλογικής οικονομικής εγγύησης προτού δοθεί στους εν λόγω παρόχους η δυνατότητα εκ νέου παροχής υπηρεσιών σε τομείς που καθορίζονται βάσει αυτόνομης και αντικειμενικής ανάλυσης κινδύνου.
Σε περίπτωση μη καταβολής της οικονομικής εγγύησης, η Ελβετία μπορεί να επιβάλει αναλογικές κυρώσεις έως και απαγόρευση παροχής υπηρεσιών μέχρι την καταβολή της εγγύησης.
ΑΡΘΡΟ 5θ
Απόδειξη μη μισθωτής εργασίας
Για την καταπολέμηση του φαινομένου της ψευδούς μη μισθωτής εργασίας μέσω αποτελεσματικών ελέγχων βάσει κινδύνου, η Ελβετία μπορεί να απαιτήσει από τους μη μισθωτούς εργαζομένους παρόχους υπηρεσιών να προσκομίσουν έγγραφα που να επιτρέπουν τη διενέργεια αποτελεσματικών ελέγχων στο πλαίσιο των εκ των υστέρων ελέγχων (το πολύ: επιβεβαίωση εγγραφής, κατά περίπτωση· αποδεικτικό εγγραφής στο μητρώο κοινωνικής ασφάλισης ως μη μισθωτού εργαζομένου στη χώρα διαμονής· αποδεικτικό της συμβατικής σχέσης).
ΑΡΘΡΟ 5ι
Ρήτρα μη υποβάθμισης
1.
Προκειμένου να διατηρηθεί το επίπεδο προστασίας των αποσπασμένων εργαζομένων, όπως συμφωνήθηκε μεταξύ της Ελβετίας και της Ένωσης στην παρούσα συμφωνία κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος του πρωτοκόλλου τροποποίησης, οι τροποποιήσεις των οδηγιών 96/71/ΕΚ και 2014/67/ΕΕ ή οι νέες νομικές πράξεις της Ένωσης στον τομέα της απόσπασης εργαζομένων, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 5 του θεσμικού πρωτοκόλλου της παρούσας συμφωνίας, δεν ενσωματώνονται στην παρούσα συμφωνία στον βαθμό που θα είχαν ως αποτέλεσμα την ουσιαστική αποδυνάμωση ή μείωση του επιπέδου προστασίας των αποσπασμένων εργαζομένων όσον αφορά τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης, ιδίως τις αποδοχές και τα επιδόματα.
2.
Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, κάθε μεταβολή του επιπέδου προστασίας των αποσπασμένων εργαζομένων αξιολογείται στο σύνολό της, λαμβανομένων υπόψη όλων των σχετικών διατάξεων της παρούσας συμφωνίας.
ΑΡΘΡΟ 5ια
Αποδέκτης υπηρεσιών
Στους υπηκόους κράτους μέλους της Ένωσης ή της Ελβετίας που εισέρχονται στην επικράτεια συμβαλλόμενου μέρους με αποκλειστικό σκοπό τη λήψη υπηρεσιών μπορεί να επιβληθεί η υποχρέωση εγγραφής σύμφωνα με τις πράξεις που αναφέρονται στο παράρτημα I.».
6)
Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:
«ΑΡΘΡΟ 7α
Παραμεθόριος εργαζόμενος
Παραμεθόριος εργαζόμενος είναι υπήκοος ενός συμβαλλόμενου μέρους που ασκεί δραστηριότητα ως μισθωτός ή μη μισθωτός εργαζόμενος σε συμβαλλόμενο μέρος και διαμένει στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος, στο οποίο επιστρέφει, κατά κανόνα, καθημερινώς ή τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα.
Οι αρμόδιες αρχές του συμβαλλόμενου μέρους στο οποίο ο παραμεθόριος εργαζόμενος ασκεί τη δραστηριότητά του για περιόδους εργασίας μεγαλύτερες των τριών μηνών ανά ημερολογιακό έτος μπορούν να εγγράφουν τον παραμεθόριο εργαζόμενο σε μητρώο για αναγνωριστικούς σκοπούς.
Οι αρμόδιες αρχές εκδίδουν για τον παραμεθόριο εργαζόμενο βεβαίωση εγγραφής αναγνωριστικού χαρακτήρα δωρεάν ή έναντι τέλους που δεν υπερβαίνει το ποσό που επιβάλλεται στους ημεδαπούς για την έκδοση παρόμοιων εγγράφων.
Η εγγραφή σύμφωνα με το παρόν άρθρο δεν θίγει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των οικείων παραμεθόριων εργαζομένων που προβλέπονται στις πράξεις οι οποίες αναφέρονται στα παραρτήματα της παρούσας συμφωνίας. Για συντομότερες περιόδους εργασίας ή για περιόδους διάρκειας έως τριών μηνών, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να εφαρμόζουν τη διαδικασία κοινοποίησης σύμφωνα με την κοινή δήλωση σχετικά με την κοινοποίηση έναρξης απασχόλησης.
ΑΡΘΡΟ 7β
Φοιτητές
Φοιτητής ο οποίος δεν έχει δικαίωμα διαμονής στην επικράτεια του άλλου συμβαλλόμενου μέρους βάσει οποιασδήποτε άλλης διάταξης της παρούσας συμφωνίας ενδέχεται να υποχρεωθεί να εγγραφεί σε μητρώο σύμφωνα με τις πράξεις που αναφέρονται στο παράρτημα I. Η παρούσα συμφωνία δεν ρυθμίζει ούτε την πρόσβαση στην επαγγελματική κατάρτιση, ούτε τη βοήθεια που χορηγείται για τη συντήρησή τους στους φοιτητές τους οποίους αφορά το παρόν άρθρο.
α)
Κατά παρέκκλιση από την προηγούμενη περίοδο, το άρθρο 2 εφαρμόζεται, ανεξάρτητα από τον τόπο διαμονής του φοιτητή, στα δίδακτρα και σε όλα τα άλλα τέλη ή επιβαρύνσεις που σχετίζονται με τις σπουδές, καθώς και σε όλους τους σχετικούς μηχανισμούς δημόσιας στήριξης, που ισχύουν για φοιτητές:
i)
πανεπιστημίων, πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, πανεπιστημίων εφαρμοσμένων επιστημών, πανεπιστημιακών ιδρυμάτων εφαρμοσμένων επιστημών και υπαγόμενων σε οποιοδήποτε από αυτά ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελβετία, τα οποία χρηματοδοτούνται κατά το μεγαλύτερο ποσοστό από δημόσιους πόρους, και
ii)
κάθε αντίστοιχου ιδρύματος στην Ένωση·
β)
με την επιφύλαξη της διαφύλαξης της ποιότητας και των ιδιαιτεροτήτων των αντίστοιχων
υφιστάμενων εκπαιδευτικών τους συστημάτων, συμπεριλαμβανομένων των οικείων συστημάτων εισαγωγής και της οργάνωσης
των αρμοδιοτήτων, κάθε συμβαλλόμενο μέρος δεν μειώνει τον συνολικό αριθμό των φοιτητών του στα οικεία
ιδρύματα που αναφέρονται στο στοιχείο α) οι οποίοι είναι υπήκοοι των άλλων συμβαλλόμενων μερών και δεν είχαν δικαίωμα διαμονής στην επικράτειά του πριν από την έναρξη των σπουδών τους, από
την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας διάταξης. Για λόγους σαφήνειας, η ανωτέρω περίοδος δεν συνεπάγεται υποχρέωση των συμβαλλόμενων μερών να τροποποιήσουν τα οικεία αντίστοιχα συστήματα εισαγωγής ούτε να αυξήσουν τον προαναφερόμενο αριθμό φοιτητών ή να κρατήσουν έναν ελάχιστο αριθμό θέσεων σε φοιτητές από τα άλλα συμβαλλόμενα μέρη·
γ)
τα συμβαλλόμενα μέρη δεν εισάγουν διακρίσεις μεταξύ των υπηκόων των άλλων συμβαλλόμενων
μερών κατ’ εφαρμογή των στοιχείων α) και β).
ΑΡΘΡΟ 7γ
Άσκηση δημόσιας εξουσίας
1.
Στον υπήκοο ενός συμβαλλόμενου μέρους που ασκεί μισθωτή δραστηριότητα μπορεί να μην παρέχεται το δικαίωμα να καταλάβει θέση απασχόλησης στη δημόσια διοίκηση που συνδέεται με την άσκηση δημόσιας εξουσίας και αποσκοπεί στη διαφύλαξη των γενικών συμφερόντων του κράτους ή άλλων δημόσιων φορέων.
2.
Στον μη μισθωτό εργαζόμενο μπορεί να απαγορευθεί να ασκήσει δραστηριότητα που ενέχει, έστω και ευκαιριακά, άσκηση δημόσιας εξουσίας.
ΑΡΘΡΟ 7δ
Δημόσια τάξη
Τα δικαιώματα που χορηγούνται βάσει των διατάξεων της παρούσας συμφωνίας είναι δυνατό να περιοριστούν μόνον με μέτρα που δικαιολογούνται για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας.
ΑΡΘΡΟ 7ε
Μόνιμη διαμονή
Η Ελβετία και τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να χορηγήσουν το δικαίωμα μόνιμης διαμονής σύμφωνα με το άρθρο 16 της οδηγίας 2004/38/ΕΚ, αντίστοιχα, μόνο σε πολίτες της Ένωσης και σε Ελβετούς υπηκόους οι οποίοι έχουν διαμείνει νομίμως για συνολικό διάστημα πέντε ετών στο κράτος υποδοχής ως μισθωτοί ή μη μισθωτοί εργαζόμενοι, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που διατηρούν την ιδιότητα αυτή σύμφωνα με την εν λόγω οδηγία, καθώς και στα μέλη της οικογένειας των εν λόγω προσώπων. Τα χρονικά διαστήματα που λαμβάνονται υπόψη, εφόσον αποτελούν μέρος ενιαίου χρονικού διαστήματος νόμιμης διαμονής στο κράτος υποδοχής, δεν απαιτείται να είναι συνεχή, αλλά μπορούν να διακόπτονται από διαστήματα νόμιμης διαμονής με την ιδιότητα των οικονομικά μη ενεργών προσώπων.
Για τον υπολογισμό των διαστημάτων που απαιτούνται για την απόκτηση του δικαιώματος μόνιμης διαμονής σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, η Ελβετία και τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να μη λάβουν υπόψη διαστήματα τουλάχιστον έξι μηνών κατά τα οποία το πρόσωπο εξαρτάται πλήρως από την κοινωνική πρόνοια.
Με την επιφύλαξη της κοινής δήλωσης σχετικά με την άρνηση χορήγησης κοινωνικών παροχών και την άρση του δικαιώματος διαμονής πριν από την απόκτηση μόνιμης διαμονής και σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 6 του θεσμικού πρωτοκόλλου της παρούσας συμφωνίας, οι κανόνες του άρθρου 7 της οδηγίας 2004/38/ΕΚ σχετικά με τη διαμονή εξακολουθούν να ισχύουν για τα πρόσωπα που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για δικαίωμα μόνιμης διαμονής.
ΑΡΘΡΟ 7στ
Αγορά ακίνητης περιουσίας
1.
Υπήκοοι ενός συμβαλλόμενου μέρους οι οποίοι διαθέτουν τίτλο διαμονής και έχουν την κύρια κατοικία τους στο κράτος υποδοχής απολαμβάνουν τα ίδια δικαιώματα με τους ημεδαπούς όσον αφορά την αγορά ακίνητης περιουσίας. Έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν ανά πάσα στιγμή την κύρια κατοικία τους στο κράτος υποδοχής, σύμφωνα με τους σχετικούς εθνικούς κανόνες, ανεξάρτητα από τη διάρκεια της απασχόλησής τους. Η αναχώρηση από το κράτος υποδοχής δεν συνεπάγεται καμία υποχρέωση διάθεσης της εν λόγω περιουσίας.
2.
Υπήκοοι ενός συμβαλλόμενου μέρους οι οποίοι διαθέτουν τίτλο διαμονής, αλλά δεν έχουν την κύρια κατοικία τους στο κράτος υποδοχής απολαμβάνουν τα ίδια δικαιώματα με τους ημεδαπούς όσον αφορά την αγορά ακίνητης περιουσίας που είναι αναγκαία για την οικονομική τους δραστηριότητα. Η αναχώρηση από το κράτος υποδοχής δεν συνεπάγεται καμία υποχρέωση διάθεσης της εν λόγω περιουσίας. Είναι επίσης δυνατό να τους επιτραπεί να αγοράσουν δεύτερη κατοικία ή κατάλυμα διακοπών. Για αυτήν την κατηγορία υπηκόων, η παρούσα συμφωνία δεν επηρεάζει τους ισχύοντες κανόνες όσον αφορά τις αμιγείς επενδύσεις κεφαλαίων ή τον επιχειρηματικό τομέα των οικοπέδων και των κατοικιών.
3.
Παραμεθόριοι εργαζόμενοι, υπήκοοι συμβαλλόμενου μέρους, απολαμβάνουν τα ίδια δικαιώματα με τους ημεδαπούς όσον αφορά την αγορά ακίνητης περιουσίας για την οικονομική τους δραστηριότητα και για δεύτερη κατοικία. Η αναχώρηση από το κράτος υποδοχής δεν συνεπάγεται καμία υποχρέωση διάθεσης της εν λόγω περιουσίας. Είναι επίσης δυνατό να τους επιτραπεί να αγοράσουν κατάλυμα διακοπών. Για αυτήν την κατηγορία υπηκόων, η παρούσα συμφωνία δεν επηρεάζει τους κανόνες που ισχύουν στο κράτος υποδοχής όσον αφορά τις αμιγείς επενδύσεις κεφαλαίων ή τον επιχειρηματικό τομέα των οικοπέδων και των κατοικιών.
ΑΡΘΡΟ 7ζ
Δελτία ταυτότητας
Η Ελβετία μπορεί να συνεχίσει να εκδίδει δελτία ταυτότητας που δεν περιλαμβάνουν μέσο αποθήκευσης το οποίο περιέχει τα δακτυλικά αποτυπώματα του κατόχου. Τα εν λόγω δελτία ταυτότητας διακρίνονται οπτικά από τα δελτία ταυτότητας τα οποία πληρούν τις απαιτήσεις των πράξεων που αναφέρονται στο παράρτημα I σχετικά με τα εν λόγω έγγραφα. Κάθε δελτίο ταυτότητας αυτού του είδους το οποίο εκδίδεται ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος του πρωτοκόλλου τροποποίησης δεν μπορεί να χρησιμοποιείται από Ελβετούς υπηκόους για την άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας.
ΑΡΘΡΟ 7η
Απέλαση
Όσον αφορά τους περιορισμούς του δικαιώματος εισόδου και του δικαιώματος διαμονής για λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας των υπηκόων του άλλου μέρους, διατηρούνται οι υποχρεώσεις της Ελβετίας και των κρατών μελών δυνάμει της συμφωνίας πριν από την έναρξη ισχύος του πρωτοκόλλου τροποποίησης.
Ως εκ τούτου, δεν εφαρμόζονται οι ακόλουθες αλλαγές που θεσπίστηκαν με το κεφάλαιο VI της οδηγίας 2004/38/ΕΚ, οι οποίες υπερβαίνουν τις εν λόγω υποχρεώσεις, και συγκεκριμένα η ενισχυμένη προστασία κατά της απέλασης που προβλέπεται στο άρθρο 28 παράγραφοι 2 και 3, ούτε η νομολογία του Δικαστηρίου που συνδέεται με τις εν λόγω διατάξεις. Επιπροσθέτως, όσον αφορά τις απελάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 33 παράγραφος 2 της οδηγίας, η Ελβετία και τα κράτη μέλη μπορούν, αντί της εφαρμογής των διαδικασιών που προβλέπονται στην εν λόγω διάταξη, να διασφαλίζουν ότι οι απελάσεις πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις απαιτήσεις της συμφωνίας πριν από την έναρξη ισχύος του πρωτοκόλλου τροποποίησης.
ΑΡΘΡΟ 7θ
Είσοδος υπηκόων τρίτων χωρών
Τα συμβαλλόμενα μέρη δεν μπορούν να απαιτούν θεώρηση εισόδου ή να επιβάλλουν ισοδύναμες απαιτήσεις από τους αποσπασμένους εργαζομένους που δεν έχουν την ιθαγένεια συμβαλλόμενου μέρους και οι οποίοι απολαμβάνουν δικαίωμα εισόδου χωρίς να υπόκεινται στις απαιτήσεις αυτές σύμφωνα με τις νομικές πράξεις της Ένωσης που ενσωματώνονται στο παράρτημα I ή με οποιαδήποτε άλλη πράξη που ισχύει μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών. Όσον αφορά τους αποσπασμένους εργαζομένους για τους οποίους απαιτείται θεώρηση εισόδου ή στους οποίους επιβάλλονται ισοδύναμες απαιτήσεις, το οικείο συμβαλλόμενο μέρος παρέχει στα πρόσωπα αυτά κάθε διευκόλυνση για την απόκτηση των αναγκαίων θεωρήσεων.».
7)
Το άρθρο 10 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«ΑΡΘΡΟ 10
Αλλαγές στη σύνθεση της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Κάθε επέκταση της συμφωνίας σε νέα κράτη μέλη υπόκειται σε συμφωνία μεταξύ των μερών, σύμφωνα με τις εσωτερικές τους διαδικασίες, μέσω πρωτοκόλλου. Εκτός αν συμφωνηθεί διαφορετικά, το εν λόγω πρωτόκολλο περιλαμβάνει μεταβατικά μέτρα, τα οποία λαμβάνουν υπόψη την ειδική οικονομική και κοινωνική κατάσταση στην Ένωση, ιδίως στα νέα κράτη μέλη, και στην Ελβετία, με βάση τη μακροχρόνια πρακτική των προηγούμενων παρατάσεων της παρούσας συμφωνίας.».
8)
Το άρθρο 14 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«ΑΡΘΡΟ 14
Μεικτή επιτροπή
1.
Συγκροτείται μεικτή επιτροπή.
Η μεικτή επιτροπή απαρτίζεται από εκπροσώπους των συμβαλλόμενων μερών.
2.
Η προεδρία της μεικτής επιτροπής ασκείται από κοινού από εκπρόσωπο της Ένωσης και εκπρόσωπο της Ελβετίας.
3.
Η μεικτή επιτροπή:
α)
διασφαλίζει την ομαλή λειτουργία και την αποτελεσματική διαχείριση και εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας·
β)
παρέχει φόρουμ αμοιβαίας διαβούλευσης και συνεχούς ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, ιδίως με σκοπό την εξεύρεση λύσης σε οποιαδήποτε δυσκολία ερμηνείας ή εφαρμογής της συμφωνίας ή νομικής πράξης της Ένωσης στην οποία γίνεται αναφορά στη συμφωνία σύμφωνα με το άρθρο 10 του θεσμικού πρωτοκόλλου της παρούσας συμφωνίας·
γ)
διατυπώνει συστάσεις προς τα συμβαλλόμενα μέρη για θέματα που αφορούν την παρούσα συμφωνία·
δ)
εκδίδει αποφάσεις όπως προβλέπεται στην παρούσα συμφωνία· και
ε)
ασκεί κάθε άλλη αρμοδιότητα που της εκχωρείται με την παρούσα συμφωνία.
4.
Η μεικτή επιτροπή αποφασίζει βάσει ομοφωνίας.
Οι αποφάσεις είναι δεσμευτικές για τα συμβαλλόμενα μέρη, τα οποία λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεσή τους.
5.
Η μεικτή επιτροπή συνεδριάζει τουλάχιστον μία φορά ετησίως εκ περιτροπής στις Βρυξέλλες και στη Βέρνη, εκτός αν οι συμπρόεδροι αποφασίσουν διαφορετικά. Συνεδριάζει επίσης κατόπιν αιτήματος ενός εκ των συμβαλλόμενων μερών. Οι συμπρόεδροι μπορούν να αποφασίσουν ότι μια συνεδρίαση της μεικτής επιτροπής μπορεί να διεξαχθεί με βιντεοδιάσκεψη ή τηλεδιάσκεψη.
6.
Η μεικτή επιτροπή καθορίζει τον εσωτερικό κανονισμό της και τον επικαιροποιεί κατά περίπτωση.
7.
Η μεικτή επιτροπή μπορεί να αποφασίσει να συγκροτήσει οποιαδήποτε ομάδα εργασίας ή ομάδα εμπειρογνωμόνων που μπορεί να την επικουρεί στην εκτέλεση των καθηκόντων της.»·
9)
Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:
«ΑΡΘΡΟ 14α
Ρήτρα διασφάλισης
1.
Σε περίπτωση σοβαρών δυσκολιών οικονομικής ή κοινωνικής φύσης που προκαλούνται από την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας, η μεικτή επιτροπή συνεδριάζει, κατόπιν αιτήματος ενός συμβαλλόμενου μέρους, για να εξετάσει κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση της κατάστασης. Η μεικτή επιτροπή μπορεί να αποφασίσει τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν εντός 60 ημερών από την ημερομηνία του αιτήματος. Η εν λόγω προθεσμία μπορεί να παραταθεί από τη μεικτή επιτροπή.
2.
Αν η μεικτή επιτροπή δεν λάβει απόφαση εντός της προθεσμίας που ορίζεται στην παράγραφο 1 όσον αφορά τη λήψη κατάλληλων μέτρων ή την παράταση της εν λόγω προθεσμίας, το συμβαλλόμενο μέρος που υπέβαλε το αίτημα μπορεί να προσφύγει σε διαιτητικό δικαστήριο σε περίπτωση σοβαρών δυσκολιών οικονομικής φύσης. Το διαιτητικό δικαστήριο εκδίδει την τελική του απόφαση εντός έξι μηνών από τη σύστασή του.
3.
Αν το διαιτητικό δικαστήριο αποφανθεί ότι οι εικαζόμενες δυσκολίες έχουν αποδειχθεί και ότι προκαλούνται από την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας, το συμβαλλόμενο μέρος που υπέβαλε το αίτημα μπορεί να λάβει κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση των εν λόγω δυσκολιών. Αν τα μέτρα που θεσπίζει ένα συμβαλλόμενο μέρος σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο δημιουργούν ανισορροπία μεταξύ των αντίστοιχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από την παρούσα συμφωνία, το άλλο συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να λάβει κατάλληλα μέτρα επανεξισορρόπησης για την αντιμετώπιση της εν λόγω ανισορροπίας εντός του πεδίου εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας.
4.
Σε εξαιρετικές περιπτώσεις επείγουσας ανάγκης κατά τις οποίες ένα συμβαλλόμενο μέρος διατρέχει κίνδυνο πολύ σοβαρής οικονομικής ζημίας την οποία προκαλεί η εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας, το εν λόγω συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να προσφύγει σε διαιτητικό δικαστήριο σύμφωνα με το προσάρτημα, αν η μεικτή επιτροπή δεν εκδώσει απόφαση εντός 30 ημερών από την υποβολή του αιτήματος. Το διαιτητικό δικαστήριο εκδίδει την τελική του απόφαση εντός έξι μηνών από τη σύστασή του.
5.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 4, αν το διαιτητικό δικαστήριο αποφανθεί ότι, εκ πρώτης όψεως, συντρέχουν οι εικαζόμενες δυσκολίες, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να λάβουν προσωρινά μέτρα και, κατά περίπτωση, προσωρινά μέτρα επανεξισορρόπησης. Εφαρμόζεται το άρθρο III.10 του προσαρτήματος, με εξαίρεση την παράγραφο 4 στοιχείο γ), τηρουμένων των αναλογιών.
6.
Τα μέτρα και μέτρα επανεξισορρόπησης που αναφέρονται στις παραγράφους 2 έως 5 λαμβάνονται εντός του πεδίου εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας. Το πεδίο εφαρμογής και η διάρκειά τους δεν υπερβαίνουν τα απολύτως αναγκαία για την αντιμετώπιση των δυσχερειών ή της ανισορροπίας που αφορούν. Προτιμώνται μέτρα και μέτρα εξισορρόπησης που επιφέρουν τη μικρότερη διαταραχή στην εκτέλεση της παρούσας συμφωνίας.
7.
Τα μέτρα και μέτρα εξισορρόπησης αποτελούν αντικείμενο διαβουλεύσεων στο πλαίσιο της μεικτής επιτροπής κάθε τρεις μήνες από την ημερομηνία έγκρισής τους, με σκοπό την κατάργησή τους πριν από την προβλεπόμενη ημερομηνία λήξης της ισχύος τους ή τον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής τους σε ό,τι είναι απολύτως αναγκαίο. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί, ανά πάσα στιγμή, να ζητήσει από τη μεικτή επιτροπή να επανεξετάσει τα εν λόγω μέτρα και μέτρα εξισορρόπησης.».
10)
Το άρθρο 18 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«ΑΡΘΡΟ 18
Αναθεώρηση
Αν ένα συμβαλλόμενο μέρος επιθυμεί αναθεώρηση της παρούσας συμφωνίας, υποβάλλει σχετική πρόταση στην μεικτή επιτροπή.
Οι τροποποιήσεις της παρούσας συμφωνίας τίθενται σε ισχύ αφού έχουν ολοκληρωθεί οι αντίστοιχες εσωτερικές διαδικασίες των συμβαλλόμενων μερών.».
11)
Το άρθρο 21 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«ΑΡΘΡΟ 21
Σχέση με τις φορολογικές συμφωνίες
1.
Οι διατάξεις διμερών συμφωνιών μεταξύ της Ελβετίας και των κρατών μελών της Ένωσης σε θέματα διπλής φορολόγησης δεν επηρεάζονται από τις διατάξεις της παρούσας συμφωνίας. Ειδικότερα, οι διατάξεις της παρούσας συμφωνίας δεν επηρεάζουν τον ορισμό του παραμεθόριου εργαζομένου, όπως αυτός προκύπτει από τις συμφωνίες για την αποφυγή της διπλής φορολόγησης.
2.
Καμία διάταξη της παρούσας συμφωνίας δεν μπορεί να ερμηνεύεται κατά τρόπο ώστε να εμποδίζονται τα συμβαλλόμενα μέρη να διακρίνουν, κατά την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων της φορολογικής τους νομοθεσίας, μεταξύ φορολογουμένων οι οποίοι δεν βρίσκονται σε συγκρίσιμες καταστάσεις, ιδίως όσον αφορά τον τόπο διαμονής τους. Ωστόσο, αυτό δεν συνιστά μέσο διάκρισης ή περιορισμού των δικαιωμάτων των προσώπων, όπως ορίζονται στην παρούσα συμφωνία.
3.
Καμία διάταξη της παρούσας συμφωνίας δεν εμποδίζει τα συμβαλλόμενα μέρη να θεσπίζουν ή να εφαρμόζουν μέτρα για τη διασφάλιση της επιβολής, της πληρωμής και της αποτελεσματικής είσπραξης των φόρων ή για την πρόληψη της φοροαποφυγής ή της φοροδιαφυγής, σύμφωνα με την εθνική φορολογική τους νομοθεσία ή οποιαδήποτε άλλη διεθνή ή διμερή συμφωνία ή ρύθμιση στην οποία είναι συμβαλλόμενα μέρη είτε η Ελβετία, είτε η Ένωση, είτε οποιοδήποτε κράτος μέλος και η οποία αφορά, εν όλω ή εν μέρει, τη φορολογία.».
12)
Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:
«ΑΡΘΡΟ 23α
Ισχύς αδειών διαμονής και άλλων ειδικών αδειών
Οι άδειες διαμονής και άλλες ειδικές άδειες που έχουν εκδώσει τα συμβαλλόμενα μέρη πριν από την έναρξη ισχύος του πρωτοκόλλου τροποποίησης διατηρούν την ισχύ τους και αντικαθίστανται, μετά τη λήξη τους, από τα έγγραφα που προβλέπονται στην παρούσα συμφωνία, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις σχετικά με την έκδοση των εν λόγω εγγράφων.
ΑΡΘΡΟ 23β
Μεταβατικές ρυθμίσεις
1.
Όσον αφορά τα θέματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2004/38/ΕΚ, εφαρμόζονται οι μεταβατικές ρυθμίσεις που προβλέπονται στην παρούσα παράγραφο:
α)
Προβλέπεται μεταβατική περίοδος η οποία ξεκινά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του πρωτοκόλλου τροποποίησης και λήγει 24 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του.
β)
Τα άρθρα 5ια, 7α, 7δ, 7ε, 7η, 7θ και, για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, η οδηγία 2004/38/ΕΚ εφαρμόζονται από την επομένη της λήξης της μεταβατικής περιόδου.
γ)
Κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου διατηρούνται τα αποτελέσματα των ακόλουθων διατάξεων της συμφωνίας όπως ίσχυε πριν από την έναρξη ισχύος του πρωτοκόλλου τροποποίησης:
–
άρθρα 1 έως 7 και άρθρο 16, και
–
άρθρα 1 έως 9, 12 έως 15, 17, 19, 20, 23 και άρθρο 24, εκτός από την τελευταία περίοδο του άρθρου 24 παράγραφος 4, του παραρτήματος I.
Οι εν λόγω διατάξεις δεν παράγουν αποτελέσματα όσον αφορά θέματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής άλλων πράξεων που αναφέρονται στο παράρτημα I, ιδίως του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 492/2011 και του κανονισμού (ΕΕ) 2016/589 που αναφέρονται στο παράρτημα I τμήμα 2.
2.
Όσον αφορά τα θέματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 96/71/ΕΚ και της οδηγίας 2014/67/ΕΕ, εφαρμόζονται οι μεταβατικές ρυθμίσεις που προβλέπονται στην παρούσα παράγραφο:
α)
Προβλέπεται μεταβατική περίοδος η οποία ξεκινά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του πρωτοκόλλου τροποποίησης και λήγει 36 μήνες μετά τη λήξη ισχύος του.
β)
Το άρθρο 5στ παράγραφος 2, τα άρθρα 5ζ, 5η, 5θ και, για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, η οδηγία 96/71/ΕΚ και η οδηγία 2014/67/ΕΕ εφαρμόζονται από την επομένη της λήξης της μεταβατικής περιόδου.
γ)
Κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου διατηρούνται τα αποτελέσματα των ακόλουθων διατάξεων της συμφωνίας όπως ίσχυε πριν από την έναρξη ισχύος του πρωτοκόλλου τροποποίησης:
–
άρθρο 5 παράγραφος 4 και άρθρο 16, και
–
παράρτημα I άρθρο 22 παράγραφος 2.
Οι εν λόγω διατάξεις δεν παράγουν αποτελέσματα όσον αφορά θέματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής άλλων πράξεων που αναφέρονται στο παράρτημα I τμήμα 2.».
13)
Το άρθρο 24 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«ΑΡΘΡΟ 24
Εδαφικό πεδίο εφαρμογής
Η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται, αφενός, στο έδαφος στο οποίο εφαρμόζονται η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και η Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΣΛΕΕ) και υπό τους όρους που προβλέπουν οι εν λόγω συνθήκες και, αφετέρου, στο έδαφος της Ελβετίας.».
14)
Το παράρτημα I της συμφωνίας αντικαθίσταται από το κείμενο που παρατίθεται στο παράρτημα I το οποίο επισυνάπτεται στο παρόν πρωτόκολλο.
15)
Το παράρτημα II της συμφωνίας αντικαθίσταται από το κείμενο που παρατίθεται στο παράρτημα II το οποίο επισυνάπτεται στο παρόν πρωτόκολλο.
16)
Το παράρτημα III της συμφωνίας αντικαθίσταται από το κείμενο που παρατίθεται στο παράρτημα III το οποίο επισυνάπτεται στο παρόν πρωτόκολλο.
17)
Το πρωτόκολλο σχετικά με δευτερεύουσες κατοικίες στη Δανία αντικαθίσταται από το κείμενο του πρωτοκόλλου σχετικά με δευτερεύουσες κατοικίες στη Δανία το οποίο επισυνάπτεται στο παρόν πρωτόκολλο.
18)
Απαλείφεται το παράρτημα I του πρωτοκόλλου της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων όσον αφορά τη συμμετοχή, ως συμβαλλόμενων μερών, της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Δημοκρατίας της Κύπρου, της Δημοκρατίας της Λετονίας, της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, της Δημοκρατίας της Μάλτας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και της Σλοβακικής Δημοκρατίας, κατόπιν της προσχωρήσεως τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που υπεγράφη στις Βρυξέλλες στις 26 Οκτωβρίου 2004.
19)
Το κείμενο του πρωτοκόλλου σχετικά με την απόκτηση ακίνητης περιουσίας στη Μάλτα, το οποίο επισυνάπτεται στο παρόν πρωτόκολλο, προστίθεται ως παράρτημα στη συμφωνία.
20)
Το κείμενο του πρωτοκόλλου σχετικά με τις άδειες διαμονής μακράς διαρκείας, το οποίο επισυνάπτεται στο παρόν πρωτόκολλο, προστίθεται ως παράρτημα στη συμφωνία.
21)
Οι κοινές δηλώσεις και η μονομερής δήλωση οι οποίες επισυνάπτονται στο παρόν πρωτόκολλο προστίθενται στις δηλώσεις που επισυνάπτονται στην τελική πράξη της συμφωνίας.
ΑΡΘΡΟ 2
Έναρξη ισχύος
1.
Το παρόν πρωτόκολλο κυρώνεται ή εγκρίνεται από την Ένωση και την Ελβετία σύμφωνα με τις κατ’ ιδίαν διαδικασίες. Η Ένωση και η Ελβετία κοινοποιούν αμοιβαία την ολοκλήρωση των εσωτερικών διαδικασιών που είναι αναγκαίες για την έναρξη ισχύος του παρόντος πρωτοκόλλου.
2.
Το παρόν πρωτόκολλο αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του δεύτερου μήνα που έπεται της τελευταίας κοινοποίησης όσον αφορά τις ακόλουθες πράξεις:
α)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων·
β)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές·
γ)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές·
δ)
Πρωτόκολλο για τις κρατικές ενισχύσεις της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές·
ε)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών·
στ)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών·
ζ)
Πρωτόκολλο για τις κρατικές ενισχύσεις της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών·
η)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων·
θ)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας αμοιβαίας αναγνώρισης σχετικά με την αξιολόγηση της πιστότητας, μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας·
ι)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας αμοιβαίας αναγνώρισης σχετικά με την αξιολόγηση της πιστότητας, μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας·
ια)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας στη μείωση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση·
ιβ)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενεργείας, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, σχετικά με τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σε προγράμματα της Ένωσης·
ιγ)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας στον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Διαστημικό Πρόγραμμα.
[Τόπος], στις [...], σε δύο αντίτυπα στην αγγλική, βουλγαρική, γαλλική, γερμανική, δανική, ελληνική, εσθονική, ιρλανδική, ισπανική, ιταλική, κροατική, λετονική, λιθουανική, μαλτέζικη, ολλανδική, ουγγρική, πολωνική, πορτογαλική, ρουμανική, σλοβακική, σλοβενική, σουηδική, τσεχική και φινλανδική γλώσσα, όλα δε τα κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά.
ΣΕ ΠΙΣΤΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩ, οι υπογράφοντες πληρεξούσιοι, δεόντως εξουσιοδοτημένοι, έθεσαν την υπογραφή τους κάτω από το παρόν πρωτόκολλο.
(Πεδίο υπογραφών και στις 24 γλώσσες της ΕΕ: «Για την Ευρωπαϊκή Ένωση» και «Για την Ελβετική Συνομοσπονδία»)
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I
ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΟΣ I ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ
Το παράρτημα I της συμφωνίας αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I
ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ, ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ
ΚΑΙ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ
ΤΜΗΜΑ 1
Για τους σκοπούς της εφαρμογής των άρθρων 2 έως 9 της παρούσας συμφωνίας, οι νομικές πράξεις της Ένωσης που παρατίθενται στο τμήμα 2 του παρόντος παραρτήματος εφαρμόζονται με την επιφύλαξη της αρχής της δυναμικής ευθυγράμμισης που αναφέρεται στο άρθρο 5 του θεσμικού πρωτοκόλλου της παρούσας συμφωνίας, καθώς και με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που παρατίθενται στην παράγραφο 7 του εν λόγω άρθρου.
Εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά σε τυχόν τεχνικές προσαρμογές, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που προβλέπονται για τα κράτη μέλη της Ένωσης στις νομικές πράξεις της Ένωσης οι οποίες ενσωματώνονται στο παρόν παράρτημα θεωρείται ότι προβλέπονται και για την Ελβετία. Αυτό ισχύει με πλήρη σεβασμό του θεσμικού πρωτοκόλλου της παρούσας συμφωνίας.
Με την επιφύλαξη του άρθρου 16 του θεσμικού πρωτοκόλλου και εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά σε τυχόν τεχνικές προσαρμογές, οι διατάξεις των πράξεων που παρατίθενται στο τμήμα 2 οι οποίες επιβάλλουν στα κράτη μέλη την υποχρέωση να παρέχουν πληροφορίες σε άλλα κράτη μέλη ή στην Επιτροπή εφαρμόζονται και στην Ελβετία. Όταν οι πληροφορίες αυτές αφορούν εποπτεία ή εφαρμογή, η Ελβετία κοινοποιεί τις πληροφορίες αυτές μέσω της μεικτής επιτροπής.
ΤΜΗΜΑ 2
ΠΡΑΞΕΙΣ ΣΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΝΑΦΟΡΑ:
1.
31977 L 0486: Οδηγία 77/486/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1977, περί της σχολικής φοιτήσεως των τέκνων διακινουμένων εργαζομένων (ΕΕ L 199 της 6.8.1977, σ. 32).
2.
31996 L 0071: Οδηγία 96/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1996, σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών (ΕΕ L 18 της 21.1.1997, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με:
–
32018 L 0957: Οδηγία (ΕΕ) 2018/957 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 2018, για την τροποποίηση της οδηγίας 96/71/ΕΚ σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών (ΕΕ L 173 της 9.7.2018, σ. 16).
Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, οι διατάξεις της οδηγίας προσαρμόζονται ως εξής:
α)
στο άρθρο 1 παράγραφος -1α, οι λέξεις “την άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται στα κράτη μέλη και στο επίπεδο της Ένωσης” αντικαθίστανται από τις λέξεις “την άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται στα κράτη μέλη και στο επίπεδο της Ένωσης, καθώς και στην Ελβετία”·
β)
Στο άρθρο 1 παράγραφος 3:
i)
το στοιχείο γ) δεν εφαρμόζεται στην Ελβετία·
ii)
το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο δεν εφαρμόζονται στην Ελβετία·
γ)
στο άρθρο 3:
i)
η παράγραφος 1β δεν εφαρμόζεται στην Ελβετία·
ii)
στην παράγραφο 10, οι λέξεις “των Συνθηκών” αντικαθίστανται από τις λέξεις “της συμφωνίας”·
δ)
Στο άρθρο 4 παράγραφος 2:
i)
στο πρώτο εδάφιο τελευταία περίοδος, οι λέξεις “η Επιτροπή ενημερώνεται και λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα” αντικαθίστανται από τις λέξεις “η μεικτή επιτροπή ενημερώνεται με σκοπό την εξεύρεση λύσης.”·
ii)
το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
“Η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ελβετία συνεργάζονται στενά στο πλαίσιο της μεικτής επιτροπής για την εξέταση τυχόν δυσκολιών που ενδέχεται να ανακύψουν μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών κατά την εφαρμογή του άρθρου 3 παράγραφος 10”·
ε)
για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, η οδηγία εφαρμόζεται από την επομένη της λήξης της μεταβατικής περιόδου η οποία ορίζεται στο άρθρο 23β παράγραφος 2 της συμφωνίας.
3.
32004 L 0038: Οδηγία 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ (ΕΕ L 158 της 30.4.2004, σ. 77, όπως διορθώθηκε με ΕΕ L 229 της 29.6.2004, σ. 35, ΕΕ L 30 της 3.2.2005, σ. 27 και ΕΕ L 197 της 28.7.2005, σ. 34).
Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, οι διατάξεις της οδηγίας προσαρμόζονται ως εξής:
α)
η παρούσα συμφωνία ισχύει για τους υπηκόους των συμβαλλόμενων μερών. Ωστόσο, τα μέλη των οικογενειών τους κατά την έννοια της οδηγίας τα οποία έχουν ιθαγένεια τρίτης χώρας απολαμβάνουν ορισμένα παρεπόμενα δικαιώματα σύμφωνα με την οδηγία·
β)
οι όροι “πολίτη της Ένωσης” και “πολίτες της Ένωσης”/“πολιτών της Ένωσης” αντικαθίστανται από τους όρους “υπήκοο κράτους μέλους ή της Ελβετίας”/“υπηκόου κράτους μέλους ή της Ελβετίας” και “υπήκοοι κράτους μέλους ή της Ελβετίας”/“υπηκόους κράτους μέλους ή της Ελβετίας”/“υπηκόων κράτους μέλους ή της Ελβετίας”, αντίστοιχα·
γ)
το άρθρο 16 διατυπώνεται ως εξής:
“1.
Οι υπήκοοι των κρατών μελών και της Ελβετίας που έχουν διαμείνει νομίμως βάσει του άρθρου 7 παράγραφος 1 στοιχείο α) ή παράγραφος 3 για συνολικό χρονικό διάστημα πέντε ετών στο έδαφος άλλου συμβαλλόμενου μέρους έχουν δικαίωμα μόνιμης διαμονής στο έδαφος αυτό. Το δικαίωμα αυτό δεν υπόκειται στους όρους που προβλέπονται στο κεφάλαιο III.
2.
Τα χρονικά διαστήματα που λαμβάνονται υπόψη και υπολογίζονται για την απόκτηση μόνιμης διαμονής σύμφωνα με την παράγραφο 1, εφόσον αποτελούν μέρος ενιαίου χρονικού διαστήματος νόμιμης διαμονής στο κράτος υποδοχής, δεν απαιτείται να είναι συνεχή, αλλά μπορούν να διακόπτονται από διαστήματα νόμιμης διαμονής, παρότι όχι με βάση το άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο α) ή παράγραφος 3.
3.
Για τον υπολογισμό των διαστημάτων που απαιτούνται για την απόκτηση του δικαιώματος μόνιμης διαμονής σύμφωνα με την παράγραφος 1, η Ελβετία και τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να μη λάβουν υπόψη διαστήματα τουλάχιστον έξι μηνών κατά τα οποία το πρόσωπο εξαρτάται πλήρως από την κοινωνική πρόνοια.
4.
Το δικαίωμα μόνιμης διαμονής αποκτάται επίσης από τα μέλη της οικογένειας που έχουν διαμείνει νομίμως με υπήκοο κράτους μέλους ή της Ελβετίας στο κράτος υποδοχής για συνεχές χρονικό διάστημα πέντε ετών.
5.
Το αδιάλειπτο της διαμονής δεν θίγεται από προσωρινές απουσίες που δεν υπερβαίνουν συνολικά τους έξι μήνες ετησίως ούτε από απουσίες μεγαλύτερης διάρκειας για την εκπλήρωση υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας ή από μία απουσία δώδεκα συναπτών μηνών κατ’ ανώτατο όριο για σοβαρούς λόγους, όπως εγκυμοσύνη και μητρότητα, σοβαρή ασθένεια, σπουδές ή επαγγελματική κατάρτιση ή απόσπαση σε άλλη χώρα.
6.
Αφής στιγμής αποκτηθεί, απώλεια του δικαιώματος μόνιμης διαμονής επέρχεται μόνο σε περίπτωση απουσίας από το κράτος υποδοχής για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τα δύο συναπτά έτη.
7.
Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, τα κράτη μέλη και η Ελβετία μπορούν να αποφασίσουν ότι το δικαίωμα μόνιμης διαμονής αποκτάται από υπηκόους των κρατών μελών και της Ελβετίας που έχουν διαμείνει νομίμως για συνεχές χρονικό διάστημα πέντε ετών στο έδαφος άλλου συμβαλλόμενου μέρους.”·
δ)
Στο άρθρο 24:
i)
στην παράγραφο 1, οι λέξεις “στη συνθήκη και στο παράγωγο δίκαιο” αντικαθίστανται από τις λέξεις “στη συμφωνία”·
ii)
η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
“Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, το κράτος υποδοχής δεν είναι υποχρεωμένο να χορηγεί δικαίωμα σε κοινωνικές παροχές κατά τους πρώτους τρεις μήνες της διαμονής, ή, κατά περίπτωση, κατά το μακρότερο χρονικό διάστημα που προβλέπεται στο άρθρο 14 παράγραφος 4 στοιχείο β), ούτε να δίνει σπουδαστική βοήθεια, συμπεριλαμβανομένης της επαγγελματικής κατάρτισης, αποτελούμενη από σπουδαστικές υποτροφίες ή σπουδαστικά δάνεια σε άλλα πρόσωπα εκτός από μισθωτούς, μη μισθωτούς, σε πρόσωπα που διατηρούν αυτή την ιδιότητα και στα μέλη των οικογενειών τους.”·
ε)
Στο άρθρο 28, οι παράγραφοι 2 και 3 δεν εφαρμόζονται·
στ)
Στο άρθρο 33 προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:
“Η Ελβετία και τα κράτη μέλη μπορούν, αντί της εφαρμογής των διαδικασιών που προβλέπονται στην παράγραφο 2, να διασφαλίζουν ότι οι αποφάσεις απέλασης εκτελούνται σύμφωνα με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 3 της οδηγίας 64/221/ΕΟΚ*.
_______________
*
Οδηγία 64/221/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1964, περί του συντονισμού των ειδικών μέτρων για τη διακίνηση και τη διαμονή αλλοδαπών, τα οποία δικαιολογούνται για λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας ή δημοσίας υγείας (ΕΕ 56 της 4.4.1964, σ. 850), όπως εφαρμόζεται κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος της συμφωνίας την 1η Ιουνίου 2002”·
ζ)
Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, η οδηγία εφαρμόζεται από την επομένη της λήξης της μεταβατικής περιόδου η οποία ορίζεται στο άρθρο 23β παράγραφος 1 της παρούσας συμφωνίας.
4.
32006 R 0635: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 635/2006 της Επιτροπής, της 25ης Απριλίου 2006, για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1251/70 περί του δικαιώματος των εργαζομένων να παραμένουν στην επικράτεια κράτους μέλους μετά την άσκηση σε αυτό ορισμένης εργασίας (ΕΕ L 112 της 26.4.2006, σ. 9).
5.
32011 R 0492: Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 492/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2011, που αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων στο εσωτερικό της Ένωσης (ΕΕ L 141 της 27.5.2011, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με:
–
32016 R 0589: Κανονισμός (ΕΕ) 2016/589 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Απριλίου 2016 (ΕΕ L 107 της 22.4.2016, σ. 1),
–
32019 R 1149: Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1149 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019 (ΕΕ L 186 της 11.7.2019, σ. 21).
Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, οι διατάξεις του κανονισμού προσαρμόζονται ως εξής:
α)
Το άρθρο 9 παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής: “Με την επιφύλαξη του άρθρου 7στ της συμφωνίας, ένας εργαζόμενος υπήκοος ενός συμβαλλόμενου μέρους, που απασχολείται στην επικράτεια άλλου συμβαλλόμενου μέρους, απολαμβάνει όλα τα δικαιώματα και τα οφέλη που χορηγούνται στους ημεδαπούς εργαζομένους όσον αφορά τη στέγαση, περιλαμβανομένης και της ιδιοκτησίας της στέγασης την οποία χρειάζεται.”·
β)
Στο άρθρο 36:
i)
η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται·
ii)
στην παράγραφο 2, η αναφορά στις “διατάξεις που θεσπίσθηκαν συμφώνως προς το άρθρο 48 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης” νοείται ως αναφορά στις νομικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης οι οποίες ενσωματώνονται στην παρούσα συμφωνία.
6.
32012 R 1024: Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1024/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τη διοικητική συνεργασία μέσω του Συστήματος Πληροφόρησης για την εσωτερική αγορά και την κατάργηση της απόφασης 2008/49/ΕΚ (ΕΕ L 316 της 14.11.2012, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με:
–
32013 L 0055: Οδηγία 2013/55/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2013 (ΕΕ L 354 της 28.12.2013, σ. 132),
–
32014 L 0060: Οδηγία 2014/60/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014 (ΕΕ L 159 της 28.5.2014, σ. 1), όπως διορθώθηκε με ΕΕ L 147 της 12.6.2015, σ. 24,
–
32014 L 0067: Οδηγία 2014/67/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014 (ΕΕ L 159 της 28.5.2014, σ. 11),
–
32016 R 1191: Κανονισμός (ΕΕ) 2016/1191 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Ιουλίου 2016 (ΕΕ L 200 της 26.7.2016, σ. 1),
–
32016 R 1628: Κανονισμός (ΕΕ) 2016/1628 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 (ΕΕ L 252 της 16.9.2016, σ. 53), όπως διορθώθηκε με ΕΕ L 231 της 6.9.2019, σ. 29,
–
32018 R 1724: Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1724 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 2ας Οκτωβρίου 2018, (ΕΕ L 295 της 21.11.2018, σ. 1),
–
32020 L 1057: Οδηγία (ΕΕ) 2020/1057 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2020 (ΕΕ L 249 της 31.7.2020, σ. 49),
–
32020 R 1055: Κανονισμός (ΕΕ) 2020/1055 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2020 (ΕΕ L 249 της 31.7.2020, σ. 17).
Η Ελβετία ως τρίτη χώρα χρησιμοποιεί το σύστημα πληροφόρησης για την εσωτερική αγορά (IMI) για ανταλλαγές πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, με φορείς του ΙΜΙ εντός της Ένωσης για την εφαρμογή διαδικασιών διοικητικής συνεργασίας, κατά περίπτωση, για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας.
Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, η Επιτροπή εξακολουθεί να θεωρεί ότι η Ελβετία παρέχει επαρκές επίπεδο προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως αναφέρεται στο άρθρο 23 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2012, για όσο διάστημα εξακολουθεί να ισχύει η απόφαση 2000/518/ΕΚ. Για τους σκοπούς του παρόντος παραρτήματος και όπως ορίζεται στο άρθρο 4 της οδηγίας 96/71/ΕΚ και στα άρθρα 6, 7, στο άρθρο 10 παράγραφος 3 και στα άρθρα 14 έως 18 της οδηγίας 2014/67/ΕΕ, η Ελβετία χρησιμοποιεί το ΙΜΙ σύμφωνα με τις αρχές και τις λεπτομέρειες των ανταλλαγών που καθορίζονται στα εν λόγω άρθρα.
Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, οι ελβετικές ισομερείς επιτροπές θεωρούνται αρμόδιες αρχές κατά την έννοια του άρθρου 5 δεύτερο εδάφιο στοιχείο στ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2012 και του άρθρου 2 στοιχείο α) της οδηγίας 2014/67/ΕΕ. Χρησιμοποιούν το ΙΜΙ για την εκτέλεση της συνεργασίας που αναφέρεται στο άρθρο 4 της οδηγίας 96/71/ΕΚ και στα άρθρα 6, 7 και στο άρθρο 10 παράγραφος 3 της οδηγίας 2014/67/ΕΕ, όταν, όπως τους έχει ανατεθεί από την Ελβετία, εκτελούν τις ελβετικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας και την ελβετική νομοθεσία για τους αποσπασμένους εργαζομένους, σύμφωνα με την οδηγία 96/71/ΕΚ και την οδηγία 2014/67/ΕΕ.
Για τους σκοπούς της συμφωνίας, οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2012 προσαρμόζονται ως εξής:
α)
στο άρθρο 5 πρώτη περίοδος, η αναφορά στην οδηγία 95/46/ΕΚ νοείται, όσον αφορά την Ελβετία, ως αναφορά στη σχετική εθνική νομοθεσία·
β)
το άρθρο 8 παράγραφος 1 στοιχείο ε) δεν εφαρμόζεται όσον αφορά την Ελβετία·
γ)
στο άρθρο 9 παράγραφος 5, όσον αφορά την Ελβετία, οι λέξεις “δίκαιο της Ένωσης” αντικαθίστανται από τις λέξεις “δίκαιο της Ένωσης, όπως έχει ενσωματωθεί στην παρούσα συμφωνία”·
δ)
στο άρθρο 10 παράγραφος 1, όσον αφορά την Ελβετία, οι λέξεις “σύμφωνα με την εθνική ή ενωσιακή νομοθεσία” αντικαθίστανται από τις λέξεις “σύμφωνα με την ελβετική νομοθεσία”·
ε)
στο άρθρο 16 παράγραφοι 1 και 2, οι αναφορές στην οδηγία 95/46/ΕΚ νοούνται, όσον αφορά την Ελβετία, ως αναφορές στη σχετική εθνική νομοθεσία·
στ)
στο άρθρο 17 παράγραφος 4, η αναφορά στην οδηγία 95/46/ΕΚ νοείται, όσον αφορά την Ελβετία, ως αναφορά στη σχετική εθνική νομοθεσία·
ζ)
στο άρθρο 18 παράγραφος 1, η αναφορά στην οδηγία 95/46/ΕΚ νοείται, όσον αφορά την Ελβετία, ως αναφορά στη σχετική εθνική νομοθεσία·
η)
στο άρθρο 20, η αναφορά στην οδηγία 95/46/ΕΚ νοείται, όσον αφορά την Ελβετία, ως αναφορά στη σχετική εθνική νομοθεσία·
θ)
στο άρθρο 21:
i)
στην παράγραφο 1, η αναφορά στην οδηγία 95/46/ΕΚ νοείται, όσον αφορά την Ελβετία, ως αναφορά στη σχετική εθνική νομοθεσία·
ii)
η παράγραφος 3 δεν εφαρμόζεται·
ι)
το άρθρο 25 δεν εφαρμόζεται·
ια)
το άρθρο 26 παράγραφος 1 ερμηνεύεται σύμφωνα με το άρθρο 13 του θεσμικού πρωτοκόλλου της παρούσας συμφωνίας·
ιβ)
η Ελβετία περιλαμβάνεται στο ΙΜΙ την πρώτη ημέρα του τριακοστού έβδομου μήνα μετά την έναρξη ισχύος του πρωτοκόλλου τροποποίησης.
7.
32014 L 0054: Οδηγία 2014/54/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, περί μέτρων που διευκολύνουν την άσκηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων στο πλαίσιο της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων (ΕΕ L 128 της 30.4.2014, σ. 8).
Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, οι διατάξεις της οδηγίας προσαρμόζονται ως εξής:
α)
οι λέξεις “εργαζόμενοι της Ένωσης”/“εργαζομένων της Ένωσης”/“εργαζομένους της Ένωσης” αντικαθίστανται από τις λέξεις “εργαζόμενοι”/“εργαζομένων”/“εργαζομένους”·
β)
στα άρθρα 1 και 3, οι λέξεις “το άρθρο 45 ΣΛΕΕ” αντικαθίστανται από τις λέξεις “τη συμφωνία”·
γ)
στο άρθρο 4 οι λέξεις “των κανόνων της Ένωσης για την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων” αντικαθίστανται από τις λέξεις “των κανόνων για την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων βάσει της συμφωνίας” και η λέξη “SOLVIT” δεν ισχύει·
δ)
στο άρθρο 6, οι λέξεις “το δίκαιο της Ένωσης” αντικαθίστανται από τις λέξεις “τη συμφωνία”·
ε)
στο άρθρο 7, οι λέξεις “στο άρθρο 21 ΣΛΕΕ και στην οδηγία 2004/38/ΕΚ” αντικαθίστανται από τις λέξεις “στη συμφωνία”·
στ)
για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, η οδηγία εφαρμόζεται από την πρώτη ημέρα του εικοστού πέμπτου μήνα μετά την έναρξη ισχύος του πρωτοκόλλου τροποποίησης.
8.
32014 L 0067: Οδηγία 2014/67/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για την εφαρμογή της οδηγίας 96/71/ΕΚ σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2012 σχετικά με τη διοικητική συνεργασία μέσω του Συστήματος Πληροφόρησης για την εσωτερική αγορά (“κανονισμός ΙΜΙ”) (ΕΕ L 159 της 28.5.2014, σ. 11).
Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, οι διατάξεις της οδηγίας προσαρμόζονται ως εξής:
α)
Στο άρθρο 1:
i)
στην παράγραφο 1 δεύτερο εδάφιο, οι λέξεις “διευκολύνοντας συγχρόνως την άσκηση της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών από τους παρόχους υπηρεσιών και προωθώντας τον δίκαιο ανταγωνισμό μεταξύ τους και, κατά συνέπεια, στηρίζοντας τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς” αντικαθίστανται από τις λέξεις “διευκολύνοντας, στον βαθμό που προβλέπεται στη συμφωνία, την άσκηση της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών και προωθώντας, στον βαθμό που προβλέπεται στη συμφωνία, τον δίκαιο ανταγωνισμό μεταξύ των παρόχων υπηρεσιών και, κατά συνέπεια, στηρίζοντας τη λειτουργία των τομέων που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία”·
ii)
στην παράγραφο 2, οι λέξεις “την άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται στα κράτη μέλη και στο επίπεδο της Ένωσης” αντικαθίστανται από τις λέξεις “την άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται στα κράτη μέλη και στο επίπεδο της Ένωσης, καθώς και στην Ελβετία”·
β)
στο άρθρο 4 παράγραφος 3 στοιχείο γ), όσον αφορά την Ελβετία, οι λέξεις “σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 593/2008 (Ρώμη I) και/ή τη σύμβαση της Ρώμης” αντικαθίστανται από τις λέξεις “σύμφωνα με τη σύμβαση για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, η οποία υπογράφηκε στο Λουγκάνο στις 30 Οκτωβρίου 2007”·
γ)
στο άρθρο 6:
i)
στην παράγραφο 5 δεύτερο εδάφιο, οι λέξεις “η Επιτροπή ενημερώνεται, κατά περίπτωση μέσω του ΙΜΙ, και λαμβάνει τα ενδεδειγμένα μέτρα” αντικαθίστανται από τις λέξεις “η μεικτή επιτροπή ενημερώνεται με σκοπό την εξεύρεση λύσης.”·
ii)
στην παράγραφο 10, οι λέξεις “τη σχετική εθνική και ενωσιακή νομοθεσία” αντικαθίστανται από τις λέξεις “τη σχετική εθνική νομοθεσία και τη συμφωνία”·
δ)
στο άρθρο 7 παράγραφος 6, οι λέξεις “το δίκαιο της Ένωσης” αντικαθίστανται από τις λέξεις “τη συμφωνία”.
ε)
στο άρθρο 9:
i)
στην παράγραφο 1:
–
στο πρώτο εδάφιο, οι λέξεις “τη νομοθεσία της Ένωσης” αντικαθίστανται από τις λέξεις “τη συμφωνία”·
–
στο δεύτερο εδάφιο στοιχείο α), οι λέξεις “το αργότερο κατά την έναρξη της παροχής της υπηρεσίας” αντικαθίσταται, όσον αφορά την Ελβετία, από τις λέξεις “εντός μέγιστου χρονικού διαστήματος τεσσάρων εργάσιμων ημερών σε συγκεκριμένους τομείς πριν από την απόσπαση για τους παρόχους υπηρεσιών που αποσπούν εργαζομένους στο έδαφός της με σκοπό τη διενέργεια επιτόπιων ελέγχων (Η Ελβετία καθορίζει αυτόνομα τους τομείς και τις περιοχές που καλύπτονται από την περίοδο εκ των προτέρων κοινοποίησης, βάσει αντικειμενικής ανάλυσης κινδύνου, κατά τρόπο αναλογικό και αμερόληπτο, λαμβάνοντας υπόψη ότι η συμφωνία περιορίζει την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών σε 90 ημέρες πραγματικής εργασίας ανά ημερολογιακό έτος)”·
ii)
στην παράγραφο 3, οι λέξεις “τη νομοθεσία της Ένωσης” αντικαθίστανται από τις λέξεις “τη συμφωνία”·
iii)
στην παράγραφο 5, το πρώτο και το τρίτο εδάφιο δεν εφαρμόζονται στην Ελβετία·
στ)
Στο άρθρο 10 παράγραφος 2 προστίθεται η ακόλουθη περίοδος:
“Η Ελβετία καθορίζει αυτόνομα τον αριθμό και την πυκνότητα των ελέγχων, καθώς και τους τομείς και τις περιοχές που πρέπει να ελέγχονται, βάσει αντικειμενικής ανάλυσης κινδύνου, κατά τρόπο αναλογικό και αμερόληπτο, λαμβάνοντας υπόψη ότι η συμφωνία περιορίζει την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών σε 90 ημέρες πραγματικής εργασίας ανά ημερολογιακό έτος”·
ζ)
Στο άρθρο 12:
i)
στην παράγραφο 4, οι λέξεις “τη νομοθεσία της Ένωσης” αντικαθίστανται από τις λέξεις “τη συμφωνία”·
ii)
στην παράγραφο 6, οι λέξεις “με την ενωσιακή και εθνική νομοθεσία και/ή πρακτική” αντικαθίστανται από τις λέξεις “με ”“τη συμφωνία και την εθνική νομοθεσία και/ή πρακτική”·
iii)
η παράγραφος 8 δεν εφαρμόζεται στην Ελβετία·
η)
Στο άρθρο 20 προστίθενται οι ακόλουθες περίοδοι:
“Στην περίπτωση παρόχων υπηρεσιών που δεν εκπλήρωσαν τις οικονομικές υποχρεώσεις τους έναντι των αρχών και των φορέων επιβολής όσον αφορά προηγούμενη παροχή υπηρεσιών, η Ελβετία μπορεί να απαιτήσει την κατάθεση αναλογικής οικονομικής εγγύησης προτού δοθεί στους εν λόγω παρόχους η δυνατότητα εκ νέου παροχής υπηρεσιών σε τομείς που καθορίζονται βάσει αυτόνομης και αντικειμενικής ανάλυσης κινδύνου. Σε περίπτωση μη καταβολής της οικονομικής εγγύησης, η Ελβετία μπορεί να επιβάλει αναλογικές κυρώσεις έως και απαγόρευση παροχής υπηρεσιών μέχρι την καταβολή της εγγύησης.”·
θ)
για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, η οδηγία εφαρμόζεται από την επομένη της λήξης της μεταβατικής περιόδου η οποία ορίζεται στο άρθρο 23β παράγραφος 2 της συμφωνίας.
9.
32016 R 0589: Κανονισμός (ΕΕ) 2016/589 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Απριλίου 2016, για το ευρωπαϊκό δίκτυο υπηρεσιών απασχόλησης (EURES), την πρόσβαση των εργαζομένων σε υπηρεσίες κινητικότητας και την περαιτέρω ενοποίηση των αγορών εργασίας και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 492/2011 και (ΕΕ) αριθ. 1296/2013 (ΕΕ L 107 της 22.4.2016, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με:
–
32019 R 1149: Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1149 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019 (ΕΕ L 186 της 11.7.2019, σ. 21).
Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, οι διατάξεις του κανονισμού προσαρμόζονται ως εξής:
α)
για τους σκοπούς της συμφωνίας, η Επιτροπή εξακολουθεί να θεωρεί ότι η Ελβετία παρέχει επαρκές επίπεδο προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως αναφέρεται στο άρθρο 34 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/589, για όσο διάστημα εξακολουθεί να ισχύει η απόφαση 2000/518/ΕΚ·
β)
οι λέξεις “το άρθρο 45 ΣΛΕΕ”/“του άρθρου 45 ΣΛΕΕ” αντικαθίστανται από τις λέξεις “το άρθρο 4 της συμφωνίας”/“του άρθρου 4 της συμφωνίας”·
γ)
οι λέξεις “πολίτες της Ένωσης” αντικαθίστανται από τις λέξεις “υπηκόους των κρατών μελών και της Ελβετίας”·
δ)
στο άρθρο 6:
i)
οι παραπομπές στο άρθρο 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στο άρθρο 145 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν ισχύουν·
ii)
στο στοιχείο δ), οι λέξεις “στην Ένωση” αντικαθίστανται από τις λέξεις “στην Ένωση και στην Ελβετία” και οι λέξεις “σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης και τις εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές” αντικαθίστανται από τις λέξεις “σύμφωνα με τη συμφωνία και τις εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές”·
ε)
στο άρθρο 9 παράγραφος 4 στοιχείο γ), οι λέξεις “τους υφιστάμενους ενωσιακούς κανόνες και μέσα” αντικαθίστανται από τις λέξεις “τους κανόνες και τα μέσα που εφαρμόζονται βάσει της συμφωνίας”·
στ)
Στο άρθρο 34, η αναφορά στην οδηγία 95/46/ΕΚ νοείται, όσον αφορά την Ελβετία, ως αναφορά στη σχετική εθνική νομοθεσία.
10.
32017 D 1255: Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2017/1255 της Επιτροπής, της 11ης Ιουλίου 2017, σχετικά με πρότυπο για την περιγραφή των εθνικών συστημάτων και διαδικασιών που επιτρέπουν σε οργανισμούς να γίνουν μέλη και εταίροι του EURES (ΕΕ L 179 της 12.7.2017, σ. 18).
11.
32017 D 1256: Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2017/1256 της Επιτροπής, της 11ης Ιουλίου 2017, για τα πρότυπα και τις διαδικασίες ανταλλαγής πληροφοριών σχετικά με τα εθνικά προγράμματα εργασίας του δικτύου EURES σε ενωσιακό επίπεδο (ΕΕ L 179 της 12.7.2017, σ. 24).
12.
32017 D 1257: Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2017/1257 της Επιτροπής, της 11ης Ιουλίου 2017, για τα τεχνικά πρότυπα και τους μορφότυπους που απαιτούνται για ένα ενιαίο σύστημα αντιστοίχισης κενών θέσεων εργασίας με αιτήσεις για εργασία και βιογραφικά σημειώματα στη διαδικτυακή πύλη του EURES (ΕΕ L 179 της 12.7.2017, σ. 32).
13.
32018 D 0170: Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2018/170 της Επιτροπής, της 2ας Φεβρουαρίου 2018, σχετικά με τη θέσπιση ενιαίων, λεπτομερών προδιαγραφών για τη συλλογή και την ανάλυση δεδομένων με σκοπό την παρακολούθηση και την αξιολόγηση της λειτουργίας του δικτύου EURES (ΕΕ L 31 της 3.2.2018, σ. 104).
14.
32018 D 1020: Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2018/1020 της Επιτροπής, της 18ης Ιουλίου 2018, για την έγκριση και την επικαιροποίηση του καταλόγου δεξιοτήτων, ικανοτήτων και επαγγελμάτων του ευρωπαϊκού συστήματος ταξινόμησης για τους σκοπούς της αυτοματοποιημένης αντιστοίχισης μέσω της κοινής πλατφόρμας ΤΠ EURES (ΕΕ L 183 της 19.7.2018, σ. 17).
15.
32018 D 1021: Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2018/1021 της Επιτροπής, της 18ης Ιουλίου 2018, σχετικά με την έγκριση των απαραίτητων τεχνικών προτύπων και μορφοτύπων για τη λειτουργία της αυτοματοποιημένης αντιστοίχισης μέσω της κοινής πλατφόρμας ΤΠ με τη χρήση της ευρωπαϊκής ταξινόμησης και για τη διαλειτουργικότητα μεταξύ των εθνικών συστημάτων και της ευρωπαϊκής ταξινόμησης (ΕΕ L 183 της 19.7.2018, σ. 20).
16.
32018 R 1724: Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1724 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 2ας Οκτωβρίου 2018, για τη δημιουργία ενιαίας ψηφιακής θύρας με σκοπό την παροχή πρόσβασης σε πληροφορίες, σε διαδικασίες και σε υπηρεσίες υποστήριξης και επίλυσης προβλημάτων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2012 (ΕΕ L 295 της 21.11.2018, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με:
–
32022 R 0868: Κανονισμός (ΕΕ) 2022/868 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2022 (ΕΕ L 152 της 3.6.2022, σ. 1),
–
32024 R 1252: Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1252 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Απριλίου 2024 (ΕΕ L, 2024/1252, 3.5.2024),
–
32024 R 1735: Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1735 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2024 (ΕΕ L, 2024/1735, 28.6.2024).
Ορισμένοι από τους τομείς που αναφέρονται στο παράρτημα I του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1724 και ορισμένες από τις διαδικασίες που αναφέρονται στο παράρτημα II του εν λόγω κανονισμού δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας. Η ενσωμάτωση του εν λόγω κανονισμού στην παρούσα συμφωνία δεν θίγει το πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας.
Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, οι διατάξεις του κανονισμού προσαρμόζονται ως εξής:
α)
Στο άρθρο 1 παράγραφος 1:
i)
στο στοιχείο α), οι λέξεις “που απορρέουν από το ενωσιακό δίκαιο στον τομέα της εσωτερικής αγοράς, κατά την έννοια του άρθρου 26 παράγραφος 2 ΣΛΕΕ” αντικαθίστανται από τις λέξεις “που απορρέουν από τη συμφωνία”·
ii)
στο στοιχείο β), οι παραπομπές στις οδηγίες 2006/123/ΕΚ, 2014/24/ΕΕ και 2014/25/ΕΕ δεν ισχύουν·
β)
Στο άρθρο 13 παράγραφος 2 στοιχείο γ), η αναφορά στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 910/2014 νοείται, όσον αφορά την Ελβετία, ως αναφορά στη σχετική εθνική νομοθεσία·
γ)
Στο άρθρο 14:
i)
στην παράγραφο 1, οι παραπομπές στις οδηγίες 2006/123/ΕΚ, 2014/24/ΕΕ και 2014/25/ΕΕ δεν ισχύουν·
ii)
στην παράγραφο 5, η αναφορά στον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 νοείται, όσον αφορά την Ελβετία, ως αναφορά στη σχετική εθνική νομοθεσία·
δ)
Στο άρθρο 30 παράγραφος 1 στοιχείο β), η αναφορά στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 910/2014 νοείται, όσον αφορά την Ελβετία, ως αναφορά στη σχετική εθνική νομοθεσία.
17.
32019 R 1157: Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1157 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019, για την ενίσχυση της ασφάλειας των δελτίων ταυτότητας των πολιτών της Ένωσης και των εγγράφων διαμονής που εκδίδονται για πολίτες της Ένωσης και τα μέλη των οικογενειών τους που ασκούν το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας (ΕΕ L 188 της 12.7.2019, σ. 67).
Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, οι διατάξεις του κανονισμού προσαρμόζονται ως εξής:
α)
οι όροι “πολίτη της Ένωσης” και “πολίτες της Ένωσης”/“πολιτών της Ένωσης” αντικαθίστανται από τους όρους “υπήκοο κράτους μέλους ή της Ελβετίας”/“υπηκόου κράτους μέλους ή της Ελβετίας” και “υπήκοοι κράτους μέλους ή της Ελβετίας”/“υπηκόους κράτους μέλους ή της Ελβετίας”/“υπηκόων κράτους μέλους ή της Ελβετίας”, αντίστοιχα·
β)
στο άρθρο 3:
i)
στην παράγραφο 4, όσον αφορά την Ελβετία, η φράση “τυπωμένο αρνητικά μέσα σε ένα μπλε παραλληλόγραμμο και περιβαλλόμενο από δώδεκα κίτρινα αστέρια” δεν ισχύει·
ii)
στην παράγραφο 5, όσον αφορά την Ελβετία, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:
“Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, όταν τα δελτία ταυτότητας εκδίδονται χωρίς μέσο αποθήκευσης υψηλής ασφάλειας το οποίο περιέχει τα δύο δακτυλικά αποτυπώματα του κατόχου, τα εν λόγω δελτία ταυτότητας δεν γίνονται δεκτά για τους σκοπούς της εισόδου και διαμονής σε άλλα συμβαλλόμενα μέρη και διακρίνονται οπτικά από τα δελτία ταυτότητας που πληρούν τις απαιτήσεις του πρώτου εδαφίου.”·
γ)
Στο άρθρο 5:
i)
στην παράγραφο 1, όσον αφορά την Ελβετία, οι λέξεις “στις 3 Αυγούστου 2031” αντικαθίστανται από τις λέξεις “έντεκα έτη μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του πρωτοκόλλου τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων (στο εξής: πρωτόκολλο τροποποίησης)”·
ii)
στην παράγραφο 2, όσον αφορά την Ελβετία, οι λέξεις “στις 3 Αυγούστου 2026” αντικαθίσταται από τις λέξεις “έξι έτη μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του πρωτοκόλλου τροποποίησης”·
δ)
στο άρθρο 6 στοιχείο η), όσον αφορά την Ελβετία, η φράση “τυπωμένο αρνητικά μέσα σε ένα μπλε παραλληλόγραμμο περιβαλλόμενο από δώδεκα κίτρινα αστέρια” δεν ισχύει·
ε)
στο άρθρο 7 παράγραφος 2, όσον αφορά τα κράτη μέλη, οι λέξεις “μέλος οικογένειας ΕΕ” αντικαθίστανται από τις λέξεις “μέλος οικογένειας CH”·
στ)
Στο άρθρο 8:
i)
στην παράγραφο 1, όσον αφορά την Ελβετία, οι λέξεις “στις 3 Αυγούστου 2026” αντικαθίσταται από τις λέξεις “έξι έτη μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του πρωτοκόλλου τροποποίησης”·
ii)
στην παράγραφο 2, όσον αφορά την Ελβετία, οι λέξεις “στις 3 Αυγούστου 2023” αντικαθίσταται από τις λέξεις “τρία έτη μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του πρωτοκόλλου τροποποίησης”·
ζ)
Στο άρθρο 10 παράγραφος 2, όσον αφορά την Ελβετία, η φράση “στον Χάρτη” δεν ισχύει·
η)
Στο άρθρο 11:
i)
όσον αφορά την Ελβετία, οι αναφορές στον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 νοούνται ως αναφορές στη σχετική εθνική νομοθεσία·
ii)
στην παράγραφο 4, όσον αφορά την Ελβετία, η λέξη “το ενωσιακό” αντικαθίσταται από τις λέξεις “τη συμφωνία”·
θ)
στο άρθρο 16, όσον αφορά την Ελβετία, οι λέξεις “από τις 2 Αυγούστου 2021” αντικαθίσταται από τις λέξεις “ένα έτος μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του πρωτοκόλλου τροποποίησης”.
18.
32020 R 1121: Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2020/1121 της Επιτροπής, της 29ης Ιουλίου 2020, για τη συλλογή και την ανταλλαγή στατιστικών στοιχείων και ανατροφοδότησης των χρηστών σχετικά με τις υπηρεσίες της ενιαίας ψηφιακής θύρας, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1724 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 245 της 30.7.2020, σ. 3).».
________________
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II
ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
Τροποποιήσεις του παραρτήματος II της συμφωνίας
Το παράρτημα II της συμφωνίας αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II
ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
I.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Για τους σκοπούς της εφαρμογής των άρθρων 2 έως 9 της συμφωνίας, εφαρμόζονται οι νομικές πράξεις της Ένωσης που παρατίθενται στο τμήμα II του παρόντος παραρτήματος, με την επιφύλαξη της αρχής της δυναμικής ευθυγράμμισης που αναφέρεται στο άρθρο 5 του θεσμικού πρωτοκόλλου της παρούσας συμφωνίας, καθώς και με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που παρατίθενται στην παράγραφο 7 του εν λόγω άρθρου.
Εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά σε τυχόν τεχνικές προσαρμογές, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που προβλέπονται για τα κράτη μέλη της Ένωσης στις νομικές πράξεις της Ένωσης οι οποίες ενσωματώνονται στο παρόν παράρτημα θεωρείται ότι προβλέπονται και για την Ελβετία. Αυτό ισχύει με πλήρη σεβασμό του θεσμικού πρωτοκόλλου της παρούσας συμφωνίας.
Με την επιφύλαξη του άρθρου 16 του θεσμικού πρωτοκόλλου της παρούσας συμφωνίας και εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά σε τυχόν τεχνικές προσαρμογές, οι διατάξεις των πράξεων που παρατίθενται στο τμήμα II οι οποίες επιβάλλουν στα κράτη μέλη την υποχρέωση να παρέχουν πληροφορίες σε άλλα κράτη μέλη ή στην Επιτροπή εφαρμόζονται και στην Ελβετία. Όταν οι πληροφορίες αυτές αφορούν εποπτεία ή εφαρμογή, η Ελβετία κοινοποιεί τις πληροφορίες αυτές μέσω της μεικτής επιτροπής.
II.
ΤΟΜΕΑΚΕΣ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΕΣ
1.
Όσον αφορά τις πράξεις που παρατίθενται στο παρόν παράρτημα, ισχύουν οι ακόλουθες εξαιρέσεις όσον αφορά την Ελβετία:
α)
οι νομοθεσίες των καντονιών σχετικά με τις προκαταβολές παροχών διατροφής εξαιρούνται από τους κανόνες σχετικά με τον συντονισμό της κοινωνικής ασφάλισης·
β)
οι συμπληρωματικές παροχές και οι παρεμφερείς παροχές που προβλέπονται από τις νομοθεσίες των καντονιών δεν εξάγονται·
γ)
δεν εξάγονται οι μη ανταποδοτικές παροχές μεικτού τύπου σε περίπτωση ανεργίας που προβλέπονται από τις νομοθεσίες των καντονιών·
δ)
τα πρόσωπα στα οποία εφαρμόζεται η συμφωνία και τα οποία διαμένουν εκτός Ελβετίας και Ένωσης μπορούν να υπαχθούν στο προαιρετικό σύστημα ασφάλισης το αργότερο ένα έτος από την ημερομηνία κατά την οποία έπαυσαν να καλύπτονται από ασφάλιση γήρατος, επιζώντων και αναπηρίας και μετά από συνεχές διάστημα ασφάλισης τουλάχιστον πέντε ετών·
ε)
τα πρόσωπα τα οποία εργάζονται εκτός Ελβετίας και Ένωσης για λογαριασμό εργοδότη στην Ελβετία και τα οποία παύουν να είναι ασφαλισμένα σε ελβετική ασφάλιση γήρατος, επιζώντων και αναπηρίας μετά από συνεχές διάστημα ασφάλισης τουλάχιστον πέντε ετών μπορούν να συνεχίσουν να καλύπτονται από την ασφάλιση, με τη συγκατάθεση του εργοδότη, εφόσον υποβάλουν αίτηση εντός έξι μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία έπαυσαν να είναι ασφαλισμένα·
στ)
το επίδομα ανικανότητας που χορηγείται δυνάμει του ομοσπονδιακού νόμου περί ασφάλισης αναπηρίας της 19ης Ιουνίου 1959 και του ομοσπονδιακού νόμου περί ασφάλισης γήρατος και επιζώντων της 20ής Δεκεμβρίου 1946 δεν εξάγεται.
2.
Οι όροι συμμετοχής της Ελβετίας στη διοικητική επιτροπή για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης και στην τεχνική επιτροπή για την επεξεργασία δεδομένων και στην επιτροπή λογαριασμών, οι οποίες υπάγονται αμφότερες στη διοικητική επιτροπή, είναι οι ακόλουθοι:
Η Ελβετία μπορεί να στείλει έναν αντιπρόσωπο, ο οποίος μετέχει με συμβουλευτική ιδιότητα (ως παρατηρητής) στις συνεδριάσεις της Διοικητικής Επιτροπής για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης, η οποία υπάγεται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, καθώς και στις συνεδριάσεις της τεχνικής επιτροπής επεξεργασίας δεδομένων και της επιτροπής λογαριασμών.
3.
Στο πρωτόκολλο I, που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του παρόντος παραρτήματος, καθορίζονται ειδικές διατάξεις σχετικά με τις μεταβατικές ρυθμίσεις όσον αφορά την ασφάλιση της ανεργίας για υπηκόους ορισμένων κρατών μελών που κατέχουν ελβετικό τίτλο διαμονής ισχύος μικρότερης του ενός έτους, όσον αφορά τα ελβετικά επιδόματα ανικανότητας προς εργασία και όσον αφορά τη μεταβατική περίοδο για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 στο εκτεταμένο συνταξιοδοτικό σύστημα στο πλαίσιο των επαγγελματικών προγραμμάτων παροχών.
4.
Οι ρυθμίσεις που αφορούν την προστασία των κεκτημένων δικαιωμάτων ιδιωτών δυνάμει της παρούσας συμφωνίας, ως συνέπεια της αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ένωση, καθορίζονται στο πρωτόκολλο II, που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του παρόντος παραρτήματος.
Α.
ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ ΓΕΝΙΚΟΥ ΚΑΘΕΣΤΩΤΟΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
A.1
ΠΡΑΞΕΙΣ ΣΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΝΑΦΟΡΑ
1.
32004 R 0883: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (ΕΕ L 166 της 30.4.2004, σ. 1), όπως διορθώθηκε με ΕΕ L 200 της 7.6.2004, σ. 1 και ΕΕ L 204 της 4.8.2007, σ. 30, όπως τροποποιήθηκε με:
–
32009 R 0988: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 988/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009 (ΕΕ L 284 της 30.10.2009, σ. 43),
–
32010 R 1244: Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1244/2010 της Επιτροπής, της 9ης Δεκεμβρίου 2010 (ΕΕ L 338 της 22.12.2010, σ. 35),
–
32012 R 0465: Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 465/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2012 (ΕΕ L 149 της 8.6.2012, σ. 4),
–
32012 R 1224: Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1224/2012 της Επιτροπής, της 18ης Δεκεμβρίου 2012 (ΕΕ L 349 της 19.12.2012, σ. 45),
–
32013 R 0517: Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 517/2013 του Συμβουλίου, της 13ης Μαΐου 2013 (ΕΕ L 158 της 10.6.2013, σ. 1),
–
32013 R 1372: Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1372/2013 της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 2013 (ΕΕ L 346 της 20.12.2013, σ. 27), όπως τροποποιήθηκε με:
–
32014 R 1368: Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1368/2014 της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 2014 (ΕΕ L 366 της 20.12.2014, σ. 15), όπως διορθώθηκε με ΕΕ L 288 της 22.10.2016, σ. 58,
–
32017 R 0492: Κανονισμός (ΕΕ) 2017/492 της Επιτροπής, της 21ης Μαρτίου 2017 (ΕΕ L 76 της 22.3.2017, σ. 13),
–
32019 R 1149: Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1149 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019 (ΕΕ L 186 της 11.7.2019, σ. 21).
Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 883/2004 προσαρμόζεται ως εξής:
α)
στο παράρτημα I τμήμα I προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:
“Ελβετία
Η νομοθεσία των καντονιών όσον αφορά τις προκαταβολές παροχών διατροφής βάσει του άρθρου 131α παράγραφος 1 και του άρθρου 293 παράγραφος 2 του ομοσπονδιακού αστικού νόμου, της 10ης Δεκεμβρίου 1907.”·
β)
στο παράρτημα I τμήμα II προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:
“Ελβετία
Τα επιδόματα τοκετού και τα επιδόματα υιοθεσίας κατ’ εφαρμογή του άρθρου 3 παράγραφος 2 του ομοσπονδιακού νόμου για τα οικογενειακά επιδόματα, της 24ης Μαρτίου 2006.”·
γ)
στο παράρτημα II προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:
“Γερμανία-Ελβετία
α)
Σύμβαση κοινωνικής ασφάλισης, της 25ης Φεβρουαρίου 1964, όπως τροποποιήθηκε από τις συμπληρωματικές συμβάσεις αριθ. 1 της 9ης Σεπτεμβρίου 1975 και αριθ. 2 της 2ας Μαρτίου 1989:
i)
σημείο 9β παράγραφος 1 αριθ. 1-4 του τελικού πρωτοκόλλου (εφαρμοστέα νομοθεσία και δικαίωμα για παροχές ασθένειας σε είδος για κατοίκους του γερμανικού θύλακα του Μπύζινγκεν)·
ii)
σημείο 9ε παράγραφος 1 στοιχείο β) πρώτη, δεύτερη και τέταρτη πρόταση του τελικού πρωτοκόλλου (πρόσβαση στην προαιρετική ασφάλιση ασθένειας στη Γερμανία μέσω μετεγκατάστασης στη Γερμανία).
β)
Σύμβαση για την ασφάλιση ανεργίας, της 20ής Οκτωβρίου 1982, όπως τροποποιήθηκε από το συμπληρωματικό πρωτόκολλο της 22ας Δεκεμβρίου 1992:
Άρθρο 8 παράγραφος 5, η Γερμανία (διοικητικό διαμέρισμα του Μπύζινγκεν) συμμετέχει, μέχρι το ύψος του ποσού της συνεισφοράς καντονιού σύμφωνα με το ελβετικό δίκαιο, στο κόστος των πραγματικών θέσεων που δημιουργούνται στο πλαίσιο της αγοράς εργασίας οι οποίες καταλαμβάνονται από εργαζομένους που υπάγονται στην εν λόγω διάταξη.
Ισπανία-Ελβετία
Παράγραφος 17 του τελικού πρωτοκόλλου της σύμβασης κοινωνικής ασφάλισης, της 13ης Οκτωβρίου 1969, όπως τροποποιήθηκε από τη συμπληρωματική σύμβαση της 11ης Ιουνίου 1982· τα πρόσωπα που είναι ασφαλισμένα στο ισπανικό σύστημα ασφάλισης κατ’ εφαρμογή της εν λόγω διάταξης εξαιρούνται από την υποχρέωση υπαγωγής στο ελβετικό σύστημα ασφάλισης ασθένειας.
Ιταλία-Ελβετία
Άρθρο 9 παράγραφος 1 της σύμβασης κοινωνικής ασφάλισης της 14ης Δεκεμβρίου 1962, όπως τροποποιήθηκε από τη συμπληρωματική σύμβαση αριθ. 1, της 18ης Δεκεμβρίου 1963, τη συμπληρωματική συμφωνία της 4ης Ιουλίου 1969, το συμπληρωματικό πρωτόκολλο της 25ης Φεβρουαρίου 1974 και τη συμπληρωματική συμφωνία αριθ. 2, της 2ας Απριλίου 1980.”·
δ)
στο παράρτημα IV προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:
“Ελβετία”·
ε)
στο παράρτημα VIII μέρος 1 προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:
“Ελβετία
Όλες οι αιτήσεις συνταξιοδοτικών παροχών γήρατος, επιζώντων και αναπηρίας στο πλαίσιο του βασικού συστήματος (ομοσπονδιακός νόμος περί ασφάλισης γήρατος και επιζώντων της 20ής Δεκεμβρίου 1946 και ομοσπονδιακός νόμος περί ασφάλισης αναπηρίας της 19ης Ιουνίου 1959), καθώς και οι συντάξεις γήρατος από το συνταξιοδοτικό σύστημα κατώτατων παροχών και από το διευρυμένο συνταξιοδοτικό σύστημα βάσει του νόμιμου συστήματος επαγγελματικής πρόνοιας (ομοσπονδιακός νόμος περί επαγγελματικής πρόνοιας γήρατος, επιζώντων και αναπηρίας της 25ης Ιουνίου 1982).”·
στ)
στο παράρτημα VIII μέρος 2 προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:
“Ελβετία
Συνταξιοδοτικές παροχές γήρατος, επιζώντων και αναπηρίας από το συνταξιοδοτικό σύστημα κατώτατων παροχών και από το διευρυμένο συνταξιοδοτικό σύστημα βάσει του νόμιμου συστήματος επαγγελματικής πρόνοιας (ομοσπονδιακός νόμος περί επαγγελματικής πρόνοιας γήρατος, επιζώντων και αναπηρίας της 25ης Ιουνίου 1982).”·
ζ)
Στο παράρτημα IX μέρος II προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:
“Ελβετία
Συνταξιοδοτικές παροχές επιζώντων και αναπηρίας από το συνταξιοδοτικό σύστημα κατώτατων παροχών και από το διευρυμένο συνταξιοδοτικό σύστημα βάσει του νόμιμου συστήματος επαγγελματικής πρόνοιας (ομοσπονδιακός νόμος περί επαγγελματικής πρόνοιας γήρατος, επιζώντων και αναπηρίας της 25ης Ιουνίου 1982).”·
η)
Στο παράρτημα X προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:
“Ελβετία
1.
Συμπληρωματικές παροχές (ομοσπονδιακός νόμος για τις συμπληρωματικές παροχές της 6ης Οκτωβρίου 2006) και παρόμοιες παροχές που προβλέπονται από τις νομοθεσίες των καντονιών.
2.
Συνταξιοδοτικές παροχές σε εξαιρετικές περιπτώσεις στο πλαίσιο ασφάλισης αναπηρίας (άρθρο 28 εδάφιο 1α του ομοσπονδιακού νόμου για την ασφάλιση αναπηρίας, της 19ης Ιουνίου 1959, όπως τροποποιήθηκε στις 7 Οκτωβρίου 1994).
3.
Οι μη ανταποδοτικές παροχές μεικτού τύπου σε περίπτωση ανεργίας που προβλέπονται από τις νομοθεσίες των καντονιών.
4.
Μη ανταποδοτικές έκτακτες συντάξεις αναπηρίας για άτομα με αναπηρία (άρθρο 39 του ομοσπονδιακού νόμου για την ασφάλιση αναπηρίας, της 19ης Ιουνίου 1959) τα οποία, πριν εκδηλωθεί η ανικανότητά τους προς εργασία, δεν υπάγονταν στην ελβετική νομοθεσία ως μισθωτοί ή μη μισθωτοί εργαζόμενοι.”·
θ)
στο παράρτημα XI προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:
“Ελβετία
1.
Το άρθρο 2 του ομοσπονδιακού νόμου περί ασφάλισης γήρατος και επιζώντων, της 20ής Δεκεμβρίου 1946, καθώς και το άρθρο 1β του ομοσπονδιακού νόμου για την ασφάλιση αναπηρίας, της 19ης Ιουνίου 1959, οι οποίοι διέπουν την προαιρετική ασφάλιση στους εν λόγω κλάδους ασφάλισης των Ελβετών υπηκόων που κατοικούν σε κράτη τα οποία δεν υπόκεινται στην παρούσα συμφωνία εφαρμόζονται στα άτομα που κατοικούν εκτός Ελβετίας και είναι υπήκοοι άλλων κρατών στα οποία ισχύει η παρούσα συμφωνία, καθώς και στους πρόσφυγες και ανιθαγενείς που κατοικούν στην επικράτεια των εν λόγω κρατών, εφόσον τα εν λόγω άτομα δηλώνουν την υπαγωγή τους στην προαιρετική ασφάλιση το αργότερο ένα έτος από την ημερομηνία κατά την οποία έπαυσαν να καλύπτονται από την ελβετική ασφάλιση γήρατος, επιζώντων και αναπηρίας ύστερα από συνεχή περίοδο ασφάλισης τουλάχιστον πέντε ετών.
2.
Όταν ένα πρόσωπο παύσει να είναι ασφαλισμένο στην ελβετική ασφάλιση γήρατος, επιζώντων και αναπηρίας ύστερα από τουλάχιστον πενταετή συνεχή περίοδο ασφάλισης, το πρόσωπο αυτό διατηρεί την ασφαλιστική του κάλυψη με τη σύμφωνη γνώμη του εργοδότη, εφόσον εργάζεται σε κράτος στο οποίο δεν ισχύει η παρούσα συμφωνία για λογαριασμό Ελβετού εργοδότη και εφόσον υποβάλει σχετική αίτηση εντός έξι μηνών από την ημερομηνία λήξης της ασφάλισής του.
3.
Υποχρεωτική ασφάλιση βάσει της ελβετικής ασφάλισης ασθένειας και πιθανές εξαιρέσεις
α)
Οι ελβετικές νομοθετικές διατάξεις που διέπουν την υποχρεωτική ασφάλιση ασθένειας εφαρμόζονται στα ακόλουθα πρόσωπα που δεν κατοικούν στην Ελβετία:
i)
τα πρόσωπα που υπάγονται στις ελβετικές νομοθετικές διατάξεις βάσει του τίτλου II του κανονισμού·
ii)
τα πρόσωπα των οποίων το κόστος των παροχών θα αναλάβει η Ελβετία σύμφωνα με τα άρθρα 24, 25, 26 του κανονισμού·
iii)
τα πρόσωπα που λαμβάνουν παροχές ανεργίας της ελβετικής ασφάλισης·
iv)
τα μέλη της οικογένειας των προσώπων που αναφέρονται στα σημεία i) και iii) ή μισθωτού ή μη μισθωτού εργαζομένου ο οποίος κατοικεί στην Ελβετία και είναι ασφαλισμένος στο ελβετικό σύστημα ασφάλισης ασθένειας, εφόσον τα εν λόγω μέλη της οικογένειας δεν κατοικούν σε ένα από τα ακόλουθα κράτη: Δανία, Ισπανία, Ουγγαρία, Πορτογαλία ή Σουηδία·
v)
τα μέλη της οικογένειας των προσώπων που αναφέρονται στο σημείο ii) ή συνταξιούχου ο οποίος κατοικεί στην Ελβετία και είναι ασφαλισμένος στο ελβετικό σύστημα ασφάλισης ασθένειας, εφόσον τα εν λόγω μέλη της οικογένειας δεν κατοικούν σε ένα από τα ακόλουθα κράτη: Δανία, Πορτογαλία ή Σουηδία.
Ως μέλη της οικογένειας νοούνται τα πρόσωπα που ορίζονται ως μέλη της οικογένειας σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους κατοικίας.
β)
Τα πρόσωπα που αναφέρονται στο στοιχείο α) μπορούν, με αίτησή τους, να εξαιρούνται από την υποχρεωτική ασφάλιση εφόσον κατοικούν σε ένα από τα ακόλουθα κράτη και μπορούν να αποδείξουν ότι έχουν ασφαλιστική κάλυψη ασθένειας στο εν λόγω κράτος: Γερμανία, Αυστρία, Γαλλία, Ιταλία και, όσον αφορά τα πρόσωπα που αναφέρονται στο στοιχείο α) σημεία iv) και v), στη Φινλανδία, και, όσον αφορά τα πρόσωπα που αναφέρονται στο στοιχείο α) σημείο ii), στην Πορτογαλία.
Η αίτηση που αναφέρεται στο στοιχείο β):
α)
υποβάλλεται εντός τριών μηνών από την ημερομηνία γένεσης της υποχρέωσης ασφάλισης στην Ελβετία· αν, σε δικαιολογημένες περιπτώσεις, η αίτηση υποβάλλεται εκπρόθεσμα, η απαλλαγή από την υποχρέωση ασφάλισης ισχύει εξ υπαρχής·
β)
ισχύει για όλα τα μέλη της οικογένειας που κατοικούν στο ίδιο κράτος.
4.
Όταν πρόσωπο το οποίο υπάγεται στις ελβετικές νομοθετικές διατάξεις σύμφωνα με τον τίτλο II του κανονισμού, υπάγεται, όσον αφορά την ασφάλιση ασθένειας, κατ’ εφαρμογή του σημείου 3 στοιχείο β), στις νομοθετικές διατάξεις άλλου κράτους στο οποίο έχει εφαρμογή η παρούσα συμφωνία, οι δαπάνες για τις εν λόγω παροχές σε είδος σε περίπτωση μη εργατικού ατυχήματος κατανέμονται εξ ημισείας μεταξύ του ελβετικού φορέα ασφάλισης έναντι εργατικών και μη εργατικών ατυχημάτων και επαγγελματικών ασθενειών και του αρμόδιου ασφαλιστικού φορέα ασθένειας του άλλου κράτους, εφόσον υπάρχει δικαίωμα παροχών σε είδος έναντι και των δύο φορέων. Ο ελβετικός φορέας ασφάλισης έναντι εργατικών και μη εργατικών ατυχημάτων και επαγγελματικών ασθενειών αναλαμβάνει μόνος το σύνολο των δαπανών σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, σε περίπτωση ατυχήματος καθ’ οδόν από ή προς το χώρο εργασίας ή επαγγελματικής ασθένειας, ακόμα και αν υπάρχει δικαίωμα σε παροχές από φορέα ασφάλισης ασθένειας του κράτους κατοικίας.
5.
Πρόσωπα τα οποία εργάζονται αλλά δεν κατοικούν στην Ελβετία και τα οποία διαθέτουν κάλυψη υποχρεωτικής ασφάλισης στο κράτος κατοικίας τους, σύμφωνα με το σημείο 3, στοιχείο β) μπορούν να επωφελούνται από τις διατάξεις του άρθρου 19 του κανονισμού κατά την παραμονή τους στην Ελβετία.
6.
Για τους σκοπούς της εφαρμογής των άρθρων 18, 19, 20, και 27 του κανονισμού στην Ελβετία, ο αρμόδιος ασφαλιστικός φορέας καλύπτει το σύνολο των βεβαιωμένων εξόδων.
7.
Οι περίοδοι ασφάλισης ημερήσιας αποζημίωσης που συμπληρώνονται στο ασφαλιστικό σύστημα άλλου κράτους στο οποίο εφαρμόζεται η παρούσα συμφωνία λαμβάνονται υπόψη για την αύξηση ή τη μείωση τυχόν αποθεματικού στην ασφάλιση ημερήσιας αποζημίωσης σε περίπτωση μητρότητας ή ασθένειας εφόσον το άτομο έχει ασφαλιστεί σε ελβετικό φορέα εντός τριών μηνών από τη λήξη της ασφάλισής του σε άλλο κράτος.
8.
Ενεργός μισθωτός ή μη μισθωτός εργαζόμενος στην Ελβετία, ο οποίος αναγκάστηκε να διακόψει τη δραστηριότητά του στην Ελβετία, συνεπεία ατυχήματος ή ασθένειας, και δεν υπάγεται πλέον στην ελβετική νομοθεσία περί ασφάλισης αναπηρίας, θεωρείται ότι καλύπτεται από την εν λόγω ασφάλιση όσον αφορά το δικαίωμα σε μέτρα αποκατάστασης μέχρι την καταβολή σύνταξης αναπηρίας και για ολόκληρη την περίοδο κατά την οποία το εν λόγω πρόσωπο ωφελείται από αυτά τα μέτρα, εφόσον δεν έχει αναλάβει νέα δραστηριότητα εκτός Ελβετίας.”.
Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 883/2004 προσαρμόζεται ως εξής:
Στο άρθρο 77 παράγραφος 2 και στο άρθρο 78, η αναφορά στις κοινοτικές διατάξεις περί προστασίας των φυσικών προσώπων όσον αφορά την επεξεργασία και ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα νοείται, όσον αφορά την Ελβετία, ως αναφορά στη σχετική εθνική νομοθεσία.
2.
32019 R 0500: Κανονισμός (ΕΕ) 2019/500 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Μαρτίου 2019, σχετικά με τη θέσπιση μέτρων έκτακτης ανάγκης στον τομέα του συντονισμού των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης μετά την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ένωση, (ΕΕ L 85I της 27.3.2019, σ. 35).
3.
32009 R 0987: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 987/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, για καθορισμό της διαδικασίας εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (ΕΕ L 284 της 30.10.2009, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με:
–
32010 R 1244: Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1244/2010 της Επιτροπής, της 9ης Δεκεμβρίου 2010 (ΕΕ L 338 της 22.12.2010, σ. 35),
–
32012 R 0465: Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 465/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2012 (ΕΕ L 149 της 8.6.2012, σ. 4),
–
32012 R 1224: Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1224/2012 της Επιτροπής, της 18ης Δεκεμβρίου 2012 (ΕΕ L 349 της 19.12.2012, σ. 45),
–
32013 R 1372: Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1372/2013 της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 2013 (ΕΕ L 346 της 20.12.2013, σ. 27),
–
32014 R 1368: Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1368/2014 της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 2014 (ΕΕ L 366 της 20.12.2014, σ. 15), όπως διορθώθηκε με ΕΕ L 288 της 22.10.2016, σ. 58,
–
32017 R 0492: Κανονισμός (ΕΕ) 2017/492 της Επιτροπής, της 21ης Μαρτίου 2017 (ΕΕ L 76 της 22.3.2017, σ. 13).
Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 987/2009 προσαρμόζεται ως εξής:
Στο παράρτημα 1 προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:
“Συμφωνία μεταξύ Ελβετίας και Πορτογαλίας, της 25ης Μαΐου 2016, σχετικά με τον συμψηφισμό απαιτήσεων
Συμφωνία μεταξύ Ελβετίας και Ελλάδας, της 15ης Νοεμβρίου 2017, σχετικά με τον συμψηφισμό απαιτήσεων που αφορούν παροχές σε είδος σύμφωνα με τους κανονισμούς (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 και 574/72 και τους κανονισμούς (ΕΚ) αριθ. 883/2004 και (ΕΚ) αριθ. 987/2009
Συμφωνία μεταξύ της Ελβετίας και της Ιταλίας, της 27ης Φεβρουαρίου 2023, σχετικά με τον συμψηφισμό απαιτήσεων».
Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 987/2009 προσαρμόζεται ως εξής:
Στο άρθρο 3 παράγραφος 3, η αναφορά στις κοινοτικές διατάξεις που διέπουν την προστασία των ατόμων από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών νοείται, όσον αφορά την Ελβετία, ως αναφορά στη σχετική εθνική νομοθεσία.
4.
31971 R 1408: Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ L 149 της 5.7.1971, σ. 2), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 592/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 177 της 4.7.2008, σ. 1), όπως εφαρμοζόταν μεταξύ της Ελβετίας και των κρατών μελών πριν από την έναρξη ισχύος της απόφασης 1/2012 της 31ης Μαρτίου 2012 της μεικτής επιτροπής, και όταν γίνεται αναφορά στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 883/2004 ή στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 987/2009 ή όταν πρόκειται για περιπτώσεις που αφορούν το παρελθόν.
5.
31972 R 0574: Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ L 74 της 27.3.1972, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 120/2009 της Επιτροπής (ΕΕ L 39 της 10.2.2009, σ. 2), όπως εφαρμοζόταν μεταξύ της Ελβετίας και των κρατών μελών πριν από την έναρξη ισχύος της απόφασης 1/2012 της 31ης Μαρτίου 2012 της μεικτής επιτροπής, και όταν γίνεται αναφορά στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 883/2004 ή στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 987/2009 ή όταν πρόκειται για περιπτώσεις που αφορούν το παρελθόν.
A.2
ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΛΑΜΒΑΝΟΥΝ ΔΕΟΝΤΩΣ ΥΠΟΨΗ ΤΑ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΑ ΜΕΡΗ
1.
32010 D 0424(01): Απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης αριθ. Α1, της 12ης Ιουνίου 2009, σχετικά με τη θέσπιση διαδικασίας διαλόγου και συνδιαλλαγής όσον αφορά την εγκυρότητα εγγράφων, τον προσδιορισμό της εφαρμοστέας νομοθεσίας και την καταβολή παροχών δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ C 106 της 24.4.2010, σ. 1).
2.
32010 D 0424(02): Απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης αριθ. A2, της 12ης Ιουνίου 2009, για την ερμηνεία του άρθρου 12 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την εφαρμοστέα νομοθεσία στους αποσπασμένους μισθωτούς και μη μισθωτούς εργαζομένους, οι οποίοι ασκούν προσωρινά δραστηριότητα εκτός του αρμόδιου κράτους (ΕΕ C 106 της 24.4.2010, σ. 5).
3.
32010 D 0608(01): Απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης αριθ. A3, της 17ης Δεκεμβρίου 2009, σχετικά με το συνυπολογισμό συνεχών περιόδων απόσπασης που έχουν πραγματοποιηθεί δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ C 149 της 8.6.2010, σ. 3).
4.
32014 D 0520(03): Απόφαση αριθ. E4, της 13ης Μαρτίου 2014, σχετικά με τη μεταβατική περίοδο που ορίζεται στο άρθρο 95 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 987/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ C 152 της 20.5.2014, σ. 21).
5.
32017 D 0719(01): Απόφαση αριθ. E5, της 16ης Μαρτίου 2017, σχετικά με τις πρακτικές λεπτομέρειες της μεταβατικής περιόδου για την ανταλλαγή δεδομένων με ηλεκτρονικά μέσα που προβλέπεται στο άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 987/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ C 233 της 19.7.2017, σ. 3).
6.
32018 D 1004 (02): Απόφαση αριθ. E6, της 19ης Οκτωβρίου 2017, όσον αφορά τον καθορισμό του πότε θεωρείται, από νομική άποψη, ότι έχει παραδοθεί ένα ηλεκτρονικό μήνυμα στο σύστημα ηλεκτρονικής ανταλλαγής πληροφοριών για την κοινωνική ασφάλιση (EESSI) (ΕΕ C 355 της 4.10.2018, σ. 5).
7.
32020 D 0306 (01): Απόφαση αριθ. E7, της 27ης Ιουνίου 2019, σχετικά με τις πρακτικές ρυθμίσεις για τη συνεργασία και την ανταλλαγή δεδομένων έως ότου η ηλεκτρονική ανταλλαγή πληροφοριών για την κοινωνική ασφάλιση (EESSI) εφαρμοστεί πλήρως στα κράτη μέλη (ΕΕ C 73 της 6.3.2020, σ. 5).
8.
32024 D 06842: Διοικητική Επιτροπή για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης, Απόφαση αριθ. Ε8, της 14ης Μαρτίου 2024, για τη θέσπιση διαδικασίας διαχείρισης μεταβολών, η οποία εφαρμόζεται στα στοιχεία των φορέων που ορίζονται στο άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου οι οποίοι παρατίθενται στον ηλεκτρονικό κατάλογο που αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του EESSI (ΕΕ C, C/2024/6842, 12.11.2024).
9.
32010 D 0424(04): Απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης αριθ. F1, της 12ης Ιουνίου 2009, σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 68 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τους κανόνες προτεραιότητας σε περίπτωση σώρευσης δικαιωμάτων για οικογενειακές παροχές (ΕΕ C 106 της 24.4.2010, σ. 11).
10.
32016 D 0211(05): Απόφαση αριθ. F2, της 23ης Ιουνίου 2015, για την ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ φορέων για τη χορήγηση οικογενειακών παροχών (ΕΕ C 52 της 11.2.2016, σ. 11).
11.
32019 D 0626(01): Απόφαση αριθ. F3, της 19ης Δεκεμβρίου 2018, σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 68 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 όσον αφορά τη μέθοδο υπολογισμού του διαφορικού συμπληρώματος (ΕΕ C 215 της 26.6.2019, σ. 2).
12.
32010 D 0424(05): Απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης αριθ. H1, της 12ης Ιουνίου 2009, σχετικά με το πλαίσιο για τη μετάβαση από τους κανονισμούς του Συμβουλίου (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 και (ΕΟΚ) αριθ. 574/72 στους κανονισμούς (ΕΚ) αριθ. 883/2004 και (ΕΚ) αριθ. 987/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την εφαρμογή αποφάσεων και συστάσεων της Διοικητικής Επιτροπής για το συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης (ΕΕ C 106 της 24.4.2010, σ. 13).
13.
32010 D 0608(02): Απόφαση της διοικητικής επιτροπής για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης αριθ. H5, της 18ης Μαρτίου 2010, σχετικά με τη συνεργασία για την καταπολέμηση της απάτης και του σφάλματος στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 987/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (ΕΕ C 149 της 8.6.2010, σ. 5).
14.
32011 D 0212(01): Απόφαση αριθ. Η6, της 16ης Δεκεμβρίου 2010, για την εφαρμογή ορισμένων αρχών, όσον αφορά στον συνυπολογισμό περιόδων δυνάμει του άρθρου 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (ΕΕ C 45 της 12.2.2011, σ. 5).
15.
32021 D 0506 (01): Απόφαση αριθ. H11, της 9ης Δεκεμβρίου 2020, σχετικά με την παράταση των προθεσμιών που αναφέρονται στα άρθρα 67 και 70 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 987/2009, καθώς και στην απόφαση αριθ. S9 λόγω της πανδημίας COVID-19 (ΕΕ C 170 της 6.5.2021, σ. 4).
16.
32022 D 0228 (01): Απόφαση αριθ. H12, της 19ης Οκτωβρίου 2021, σχετικά με την ημερομηνία που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό των τιμών μετατροπής που αναφέρονται στο άρθρο 90 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 987/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ C 93 της 28.2.2022, σ. 6).
17.
32022 D 0810(01): Απόφαση αριθ. H13, της 30ής Μαρτίου 2022, όσον αφορά τη σύνθεση και τις μεθόδους εργασίας της Επιτροπής Λογαριασμών της Διοικητικής Επιτροπής για τον Συντονισμό των Συστημάτων Κοινωνικής Ασφάλισης (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ και για τη συμφωνία ΕΚ/Ελβετίας) 2022/C 305/03 (ΕΕ C 305 της 10.8.2022, σ. 4).
18.
32024 D 00594: Απόφαση αριθ. Η14, της 21ης Ιουνίου 2023, όσον αφορά τη δημοσίευση του καθοδηγητικού σημειώματος σχετικά με την πανδημία COVID-19, του σημειώματος σχετικά με την ερμηνεία της εφαρμογής του τίτλου II του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 και των άρθρων 67 και 70 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 987/2009 κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19, του καθοδηγητικού σημειώματος σχετικά με την τηλεργασία που ίσχυε για την περίοδο μεταξύ 1ης Ιουλίου 2022 και 30ής Ιουνίου 2023 και του καθοδηγητικού σημειώματος σχετικά με την τηλεργασία που ισχύει από την 1η Ιουλίου 2023 (ΕΕ C, C/2024/594, 11.1.2024).
19.
32024 D 06845: Απόφαση αριθ. H15, της 27ης Ιουνίου 2024, σχετικά με τις μεθόδους λειτουργίας και τη σύνθεση της τεχνικής επιτροπής για την ηλεκτρονική επεξεργασία δεδομένων της διοικητικής επιτροπής για την κοινωνική ασφάλιση των διακινούμενων εργαζομένων (ΕΕ C, C/2024/6845, 14.11.2024).
20.
32010 D 0424(07): Απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης αριθ. P1, της 12ης Ιουνίου 2009, σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 50 παράγραφος 4, του άρθρου 58 και του άρθρου 87 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την εκκαθάριση παροχών αναπηρίας, γήρατος και επιζώντων (ΕΕ C 106 της 24.4.2010, σ. 21).
21.
32013 D 0927(01): Απόφαση αριθ. R1, της 20ής Ιουνίου 2013, σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 85 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 987/2009 (ΕΕ C 279 της 27.9.2013, σ. 11).
22.
32010 D 0424(08): Απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης αριθ. S1, της 12ης Ιουνίου 2009, σχετικά με την ευρωπαϊκή κάρτα ασφάλισης ασθένειας (ΕΕ C 106 της 24.4.2010, σ. 23).
23.
32010 D 0424(09): Απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης αριθ. S2, της 12ης Ιουνίου 2009, σχετικά με τα τεχνικά χαρακτηριστικά της ευρωπαϊκής κάρτας ασφάλισης ασθένειας (ΕΕ C 106 της 24.4.2010, σ. 26).
24.
32010 D 0424(10): Απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης αριθ. S3, της 12ης Ιουνίου 2009, για τον καθορισμό των παροχών που καλύπτονται από τα άρθρα 19 παράγραφος 1 και 27 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και το άρθρο 25 μέρος Α παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 987/2009 (ΕΕ C 106 της 24.4.2010, σ. 40).
25.
32010 D 0424(15): Απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης αριθ. S5, της 2ας Οκτωβρίου 2009, σχετικά με την ερμηνεία της έννοιας «παροχές σε είδος», όπως ορίζεται στο άρθρο 1 στοιχείο κβα) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου στις περιπτώσεις ασθένειας ή μητρότητας σύμφωνα με τα άρθρα 17, 19, 20, 22, 24 παράγραφος 1, 25, 26, 27 παράγραφοι 1, 3, 4 και 5, 28, 34 και 36 παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 και τον υπολογισμό των προς απόδοση ποσών σύμφωνα με τα άρθρα 62, 63 και 64 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 987/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ
C 106 της 24.4.2010, σ. 54
).
26.
32010 D 0427(02): Απόφαση της διοικητικής επιτροπής για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης αριθ. S6, της 22ας Δεκεμβρίου 2009, σχετικά με την εγγραφή στα μητρώα του κράτους μέλους κατοικίας σύμφωνα με το άρθρο 24 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 987/2009 και την κατάρτιση των καταστάσεων που προβλέπονται στο άρθρο 64 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 987/2009 (ΕΕ
C 107 της 27.4.2010, σ. 6
).
27.
32011 D 0906(01): Απόφαση αριθ. S8, της 15ης Ιουνίου 2011, σχετικά με τη χορήγηση τεχνητών μελών, μεγάλων βοηθητικών μηχανημάτων και άλλων παροχών σε είδος εξαιρετικής σημασίας, που αναφέρονται στο άρθρο 33 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (ΕΕ C 262 της 6.9.2011, σ. 6).
28.
32014 D 0520(02): Απόφαση αριθ. S10, της 19ης Δεκεμβρίου 2013, για τη μετάβαση από τους κανονισμούς (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 και (ΕΟΚ) αριθ. 574/72 στους κανονισμούς (ΕΚ) αριθ. 883/2004 και (ΕΚ) αριθ. 987/2009 και την εφαρμογή των διαδικασιών απόδοσης εξόδων (ΕΕ C 152 της 20.5.2014, σ. 16).
29.
32021 D 0618(01): Απόφαση αριθ. S11, της 9ης Δεκεμβρίου 2020, σχετικά με τις διαδικασίες απόδοσης για την εφαρμογή των άρθρων 35 και 41 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 (ΕΕ C 236 της 18.6.2021, σ. 4).
30.
32025 D 01598: Απόφαση αριθ. S12, της 16ης Οκτωβρίου 2024, σχετικά με την επιστροφή των εξόδων υγειονομικής περίθαλψης που συνδέονται με τη μεταφορά ασθενών σε άλλο κράτος μέλος σε περίπτωση καταστροφών με μαζικές απώλειες (ΕΕ
C, C 2025/1598, 13.3.2025
).
31.
32010 D 0424(11): Απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης αριθ. U1, της 12ης Ιουνίου 2009, σχετικά με το άρθρο 54 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 987/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τις αυξήσεις στις παροχές ανεργίας για εξαρτώμενα μέλη της οικογένειας (ΕΕ C 106 της 24.4.2010, σ. 26).
32.
32010 D 0424(12): Απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης αριθ. U2, της 12ης Ιουνίου 2009, σχετικά με το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 65 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για το δικαίωμα σε παροχές ανεργίας πλήρως ανέργων, άλλων από τους μεθοριακούς εργαζόμενους, οι οποίοι κατοικούσαν στην επικράτεια ενός κράτους μέλους άλλου από το αρμόδιο κράτος μέλος στη διάρκεια της τελευταίας περιόδου άσκησης μισθωτής ή μη μισθωτής δραστηριότητας (ΕΕ C 106 της 24.4.2010, σ. 43).
33.
32010 D 0424(13): Απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης αριθ. U3, της 12ης Ιουνίου 2009, σχετικά με το πεδίο εφαρμογής της έννοιας της «μερικής ανεργίας» που ισχύει για τους ανέργους, οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 65 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ C 106 της 24.4.2010, σ. 45).
34.
32012 D 0225(01): Απόφαση αριθ. U4, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις διαδικασίες απόδοσης που προβλέπονται στο άρθρο 65 παράγραφοι 6 και 7 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 και στο άρθρο 70 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 987/2009 (ΕΕ C 57 της 25.2.2012, σ. 4).
A.3
ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΛΑΜΒΑΝΟΥΝ ΥΠΟΨΗ ΤΑ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΑ ΜΕΡΗ
1.
32018 H 0529(01): Σύσταση αριθ. A1, της 18ης Οκτωβρίου 2017, σχετικά με την έκδοση της βεβαίωσης που αναφέρεται στο άρθρο 19 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 987/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ C 183 της 29.5.2018, σ. 5).
2.
32013 H 0927(01): Σύσταση αριθ. H1, της 19ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την απόφαση στην υπόθεση Gottardo, σύμφωνα με την οποία τα προνόμια που απολαμβάνουν οι υπήκοοι ενός κράτους δυνάμει μιας διμερούς σύμβασης κοινωνικής ασφάλισης με τρίτη χώρα πρέπει επίσης να παρέχονται σε εργαζόμενους οι οποίοι είναι υπήκοοι άλλων κρατών μελών (ΕΕ C 279 της 27.9.2013, σ. 13).
3.
32019 H 0429(01): Σύσταση αριθ. H2, της 10ης Οκτωβρίου 2018, σχετικά με την προσθήκη στοιχείων εξακρίβωσης της γνησιότητας σε φορητά έγγραφα που εκδίδονται από το φορέα κράτους μέλους και βεβαιώνουν την κατάσταση ενός προσώπου για τους σκοπούς της εφαρμογής των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 883/2004 και (ΕΚ) αριθ. 987/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ C 147 της 29.4.2019, σ. 6).
4.
32012H0810(01) Σύσταση της Διοικητικής Επιτροπής για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης αριθ. S1, της 15ης Μαρτίου 2012, σχετικά με δημοσιονομικές πτυχές των διασυνοριακών δωρεών από ζώντες δότες (ΕΕ C 240 της 10.8.2012, σ. 3).
5.
32014 H 0218(01): Σύσταση αριθ. S2, της 22ας Οκτωβρίου 2013, σχετικά με το δικαίωμα σε παροχές για τους ασφαλισμένους και τα μέλη των οικογενειών τους κατά την παραμονή τους σε τρίτη χώρα δυνάμει μιας διμερούς σύμβασης μεταξύ του αρμοδίου κράτους μέλους και της τρίτης χώρας (ΕΕ C 46 της 18.2.2014, σ. 8).
6.
32010 H 0424(02): Σύσταση της διοικητικής επιτροπής για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης αριθ. U1, της 12ης Ιουνίου 2009, σχετικά με τη νομοθεσία που είναι εφαρμοστέα σε ανέργους οι οποίοι ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα μερικής απασχόλησης σε κράτος μέλος άλλο από το κράτος στο οποίο κατοικούν (ΕΕ C 106 της 24.4.2010, σ. 49).
7.
32010 H 0424(03): Σύσταση της Διοικητικής Επιτροπής για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης αριθ. U2, της 12ης Ιουνίου 2009, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 64 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σε ανέργους που συνοδεύουν τους συζύγους ή τους συντρόφους τους οι οποίοι ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα σε κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο κράτος (ΕΕ C 106 της 24.4.2010, σ. 51).
Β.
ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗΣ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΗΣΗΣ
ΠΡΑΞΕΙΣ ΣΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΝΑΦΟΡΑ
1.
31998 L 0049: Οδηγία 98/49/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1998, σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης των μισθωτών και των μη μισθωτών που μετακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ L 209 της 25.7.1998, σ. 46).
2.
32014 L 0050: Οδηγία 2014/50/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, σχετικά με τις ελάχιστες προϋποθέσεις για την προαγωγή της κινητικότητας των εργαζομένων μεταξύ των κρατών μελών με τη βελτίωση της απόκτησης και της διατήρησης δικαιωμάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης (ΕΕ L 128 της 30.4.2014, σ. 1).
Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, οι διατάξεις της οδηγίας προσαρμόζονται ως εξής:
άρθρο 6 παράγραφος 5: η αναφορά στο άρθρο 11 της οδηγίας 2003/41/ΕΚ δεν εφαρμόζεται στην Ελβετία.
Η Ελβετία λαμβάνει τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 8 της οδηγίας 2014/50/ΕΕ έως την πρώτη ημέρα του τεσσαρακοστού ένατου μήνα μετά την έναρξη ισχύος του πρωτοκόλλου τροποποίησης.
________________
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ I
του παραρτήματος II της συμφωνίας
I.
Ασφάλιση ανεργίας
Οι ακόλουθες ρυθμίσεις εφαρμόζονται σε εργαζομένους που είναι υπήκοοι της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Δημοκρατίας της Λετονίας, της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και της Σλοβακικής Δημοκρατίας έως τις 30 Απριλίου 2011, καθώς και σε εργαζομένους που είναι υπήκοοι της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας έως τις 31 Μαΐου 2016. Εφαρμόζεται σε εργαζομένους που είναι υπήκοοι της Δημοκρατίας της Κροατίας έως το τέλος του έβδομου έτους από την έναρξη ισχύος του πρωτοκόλλου όσον αφορά τη συμμετοχή της Δημοκρατίας της Κροατίας.
1.
Όσον αφορά την ασφάλιση ανεργίας εργαζομένων που κατέχουν τίτλο διαμονής με περίοδο ισχύος μικρότερη από ένα έτος, ισχύουν οι ακόλουθοι κανόνες.
1.1.
Μόνο εργαζόμενοι οι οποίοι κατέβαλαν εισφορές στην Ελβετία για την ελάχιστη περίοδο που απαιτείται βάσει του ομοσπονδιακού νόμου σχετικά με την ασφάλιση ανεργίας και την αποζημίωση σε περίπτωση αφερεγγυότητας (loi fédérale sur l’assurance-chômage obligatoire et l’indemnité en cas d’insolvabilité — LACI) (
) και οι οποίοι πληρούν και τους λοιπούς όρους επιλεξιμότητας για τη λήψη επιδόματος ανεργίας δικαιούνται τις παροχές ασφάλισης ανεργίας υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος.
1.2.
Μέρος των εισφορών που έχουν εισπραχθεί υπέρ εργαζομένων, των οποίων η περίοδος εισφοράς ήταν πολύ σύντομη για να είναι επιλέξιμοι για επίδομα ανεργίας στην Ελβετία σύμφωνα με το σημείο 1.1 επιστρέφεται στο κράτος καταγωγής τους σύμφωνα με τις διατάξεις του σημείου 1.3 ως συνεισφορά στο κόστος των παροχών που καταβάλλονται σε αυτούς τους εργαζομένους σε περίπτωση πλήρους ανεργίας· αυτοί οι εργαζόμενοι δεν έχουν επομένως δικαίωμα παροχών σε περίπτωση πλήρους ανεργίας στην Ελβετία. Εντούτοις, δικαιούνται επιδόματα σε περίπτωση δυσμενών καιρικών συνθηκών και αφερεγγυότητας του εργοδότη. Οι παροχές σε περίπτωση πλήρους ανεργίας καταβάλλονται από το κράτος καταγωγής υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω εργαζόμενοι είναι διαθέσιμοι να αναλάβουν εργασία. Οι περίοδοι ασφάλισης που ολοκληρώνονται στην Ελβετία λαμβάνονται υπόψη με τον ίδιο τρόπο όπως αν είχαν συμπληρωθεί στο κράτος καταγωγής.
1.3.
Το μέρος των εισφορών που εισπράττονται υπέρ των εργαζομένων σύμφωνα με το σημείο 1.2 επιστρέφεται κατ’ έτος σύμφωνα με τις ακόλουθες διατάξεις:
α)
Οι συνολικές εισφορές αυτών των εργαζομένων υπολογίζονται ανά κράτος, βάσει του ετήσιου αριθμού απασχολούμενων εργαζομένων και του μέσου όρου των ετήσιων εισφορών που καταβάλλονται για κάθε εργαζόμενο (εισφορές εργοδότη και εργαζομένου).
β)
Από το ποσό που υπολογίζεται κατ’ αυτόν τον τρόπο, ένα μέρος που αντιστοιχεί στο ποσοστό που αναλογεί στο επίδομα ανεργίας ως ποσοστό όλων των επιδομάτων που αναφέρονται στο σημείο 1.2 επιστρέφεται στα κράτη καταγωγής των εργαζομένων και ένα μέρος κρατείται από την Ελβετία ως αποθεματικό για μεταγενέστερες παροχές
.
γ)
Η Ελβετία διαβιβάζει κάθε έτος κατάσταση των εισφορών που επιστράφηκαν. Παρουσιάζει στα κράτη καταγωγής, εφόσον το ζητήσουν, τις βάσεις υπολογισμού και τα επιστρεφόμενα ποσά. Τα κράτη καταγωγής κοινοποιούν ετησίως στην Ελβετία τον αριθμό των δικαιούχων επιδόματος ανεργίας όπως αναφέρονται στο σημείο 1.2.
2.
Αν η εν λόγω ρύθμιση αφορά κράτος μέλος το οποίο κατά το πέρας των ρυθμίσεων αντιμετωπίζει δυσχέρειες όσον αφορά την επιστροφή των εισφορών, ή αν η Ελβετία αντιμετωπίζει δυσχέρειες όσον αφορά τις συμφωνίες συνυπολογισμού, οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη μπορεί να παραπέμψει το ζήτημα στη μεικτή επιτροπή.
II.
Επιδόματα ανικανότητας προς εργασία
Τα επιδόματα ανικανότητας προς εργασία που χορηγούνται στο πλαίσιο του ελβετικού ομοσπονδιακού νόμου για την ασφάλιση αναπηρίας, της 19ης Ιουνίου 1959, και του ομοσπονδιακού νόμου περί της ασφάλισης γήρατος και επιζώντων, της 20ής Δεκεμβρίου 1946, όπως τροποποιήθηκαν στις 8 Οκτωβρίου 1999, παρέχονται αποκλειστικά αν ο ενδιαφερόμενος κατοικεί στην Ελβετία.
III.
Εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 στις διευρυμένες κατοχυρωμένες παροχές
Η Ελβετία εφαρμόζει τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 883/2004 στο διευρυμένο σύστημα δυνάμει του ομοσπονδιακού νόμου για την ελεύθερη κυκλοφορία μεταξύ επαγγελματικών προγραμμάτων παροχών σχετικά με τις συντάξεις γήρατος, επιζώντων και αναπηρίας, της 17ης Δεκεμβρίου 1993, έως την πρώτη ημέρα του τεσσαρακοστού ένατου μήνα μετά την έναρξη ισχύος του πρωτοκόλλου τροποποίησης.
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ II
του παραρτήματος II της συμφωνίας
ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι το άρθρο 33 της συμφωνίας για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας (στο εξής: συμφωνία αποχώρησης) ορίζει ότι το δεύτερο μέρος τίτλος III της συμφωνίας αποχώρησης εφαρμόζεται στους υπηκόους της Ισλανδίας, του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν, του Βασιλείου της Νορβηγίας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας υπό την προϋπόθεση ότι οι χώρες αυτές έχουν συνάψει και εφαρμόζουν αντίστοιχες συμφωνίες με το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας οι οποίες εφαρμόζονται στους πολίτες της Ένωσης, καθώς και αντίστοιχες συμφωνίες με την Ένωση οι οποίες εφαρμόζονται στους υπηκόους του Ηνωμένου Βασιλείου,
ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι το άρθρο 26β της συμφωνίας μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τα δικαιώματα των πολιτών μετά την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση και από τη συμφωνία για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων ορίζει ότι οι διατάξεις του μέρους III της εν λόγω συμφωνίας εφαρμόζεται στους πολίτες της Ένωσης, υπό την προϋπόθεση ότι η Ένωση έχει συνάψει και εφαρμόζει αντίστοιχες συμφωνίες με το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας οι οποίες εφαρμόζονται στους υπηκόους της Ελβετίας, καθώς και αντίστοιχες συμφωνίες με την Ελβετία οι οποίες εφαρμόζονται στους υπηκόους του Ηνωμένου Βασιλείου,
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ότι είναι αναγκαίο να παρασχεθεί αμοιβαία προστασία των δικαιωμάτων κοινωνικής ασφάλισης για τους υπηκόους του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και για τα μέλη των οικογενειών τους και τους επιζώντες τους, οι οποίοι, έως τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, βρίσκονται ή βρίσκονταν σε διασυνοριακή κατάσταση στην οποία εμπλέκονται ταυτόχρονα ένα ή περισσότερα συμβαλλόμενα μέρη της συμφωνίας για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας,
ΑΡΘΡΟ 1
Ορισμοί και αναφορές
1.
Για τους σκοπούς του παρόντος πρωτοκόλλου, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
α)
“συμφωνία αποχώρησης”: συμφωνία για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας
·
β)
“συμφωνία για τα δικαιώματα των πολιτών”: συμφωνία μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τα δικαιώματα των πολιτών μετά την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση και από τη συμφωνία για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων·
γ)
“καλυπτόμενα κράτη”: τα κράτη μέλη της Ένωσης και η Ελβετία·
δ)
“μεταβατική περίοδος”: η μεταβατική περίοδος που αναφέρεται στο άρθρο 126 της συμφωνίας αποχώρησης·
ε)
οι ορισμοί του άρθρου 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου
και του άρθρου 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 987/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου
.
2.
Για τους σκοπούς του παρόντος πρωτοκόλλου, κάθε αναφορά σε κράτη μέλη και αρμόδιες αρχές των κρατών μελών η οποία περιλαμβάνεται σε διατάξεις του δικαίου της Ένωσης που καθίστανται εφαρμοστέες με το παρόν πρωτόκολλο θεωρείται ότι περιλαμβάνει το Ηνωμένο Βασίλειο και τις αρμόδιες αρχές του.
ΑΡΘΡΟ 2
Καλυπτόμενα πρόσωπα
1.
Το παρόν πρωτόκολλο εφαρμόζεται στα ακόλουθα πρόσωπα:
α)
υπηκόους του Ηνωμένου Βασιλείου που υπάγονται στη νομοθεσία ενός από τα καλυπτόμενα κράτη κατά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, καθώς και στα μέλη των οικογενειών τους και στους επιζώντες τους·
β)
υπηκόους του Ηνωμένου Βασιλείου που διαμένουν σε ένα από τα καλυπτόμενα κράτη και υπάγονται στη νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου κατά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, καθώς και στα μέλη των οικογενειών τους και στους επιζώντες τους·
γ)
πρόσωπα τα οποία δεν εμπίπτουν στο στοιχείο α) ή β) αλλά είναι υπήκοοι του Ηνωμένου Βασιλείου που ασκούν μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα σε ένα ή περισσότερα καλυπτόμενα κράτη κατά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου και οι οποίοι, με βάση τον τίτλο II του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, υπάγονται στη νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και στα μέλη των οικογενειών τους και στους επιζώντες τους·
δ)
ανιθαγενείς και πρόσφυγες που διαμένουν σε ένα από τα καλυπτόμενα κράτη ή στο Ηνωμένο Βασίλειο και εμπίπτουν σε μία από τις περιπτώσεις που περιγράφονται στα στοιχεία α) έως γ), καθώς και στα μέλη των οικογενειών τους και στους επιζώντες τους.
2.
Τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 καλύπτονται για όσο διάστημα εξακολουθούν να εμπίπτουν χωρίς διακοπή σε μία από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στην εν λόγω παράγραφο και στην οποία εμπλέκονται ταυτόχρονα ένα καλυπτόμενο κράτος και το Ηνωμένο Βασίλειο.
3.
Το παρόν πρωτόκολλο εφαρμόζεται επίσης σε υπηκόους του Ηνωμένου Βασιλείου οι οποίοι δεν εμπίπτουν ή δεν εμπίπτουν πλέον σε μία από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, αλλά οι οποίοι εμπίπτουν στο άρθρο 10 της συμφωνίας αποχώρησης ή στο άρθρο 10 της συμφωνίας για τα δικαιώματα των πολιτών, καθώς και στα μέλη των οικογενειών τους και στους επιζώντες τους.
4.
Τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 3 καλύπτονται για όσο διάστημα εξακολουθούν να έχουν δικαίωμα διαμονής σε ένα από τα καλυπτόμενα κράτη βάσει του άρθρου 13 της συμφωνίας αποχώρησης ή του άρθρου 12 της συμφωνίας για τα δικαιώματα των πολιτών ή δικαίωμα εργασίας στο κράτος εργασίας τους βάσει του άρθρου 24 ή 25 της συμφωνίας αποχώρησης ή του άρθρου 20 της συμφωνίας για τα δικαιώματα των πολιτών.
5.
Όταν το παρόν άρθρο αναφέρεται σε μέλη οικογενειών και επιζώντες, τα εν λόγω πρόσωπα καλύπτονται από το παρόν πρωτόκολλο μόνο στον βαθμό που θεμελιώνουν δικαιώματα και υπέχουν υποχρεώσεις με αυτήν τους την ιδιότητα βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004.
ΑΡΘΡΟ 3
Κανόνες συντονισμού της κοινωνικής ασφάλισης
1.
Οι κανόνες και οι στόχοι που καθορίζονται στο άρθρο 8 της συμφωνίας και στο παρόν παράρτημα, καθώς και στους κανονισμούς (ΕΚ) αριθ. 883/2004 και (ΕΚ) αριθ. 987/2009, εφαρμόζονται στα πρόσωπα που καλύπτονται από το παρόν πρωτόκολλο.
2.
Τα καλυπτόμενα κράτη λαμβάνουν δεόντως υπόψη τις αποφάσεις και τις συστάσεις της διοικητικής επιτροπής για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης, η οποία υπάγεται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 883/2004 (στο εξής: διοικητική επιτροπή), οι οποίες παρατίθενται στο τμήμα Α του παρόντος παραρτήματος.
ΑΡΘΡΟ 4
Καλυπτόμενες ειδικές περιπτώσεις
1.
Οι ακόλουθοι κανόνες εφαρμόζονται στις ακόλουθες περιπτώσεις στον βαθμό που καθορίζεται στο παρόν άρθρο, στο μέτρο που αφορούν πρόσωπα τα οποία δεν καλύπτονται ή δεν καλύπτονται πλέον από το άρθρο 2:
α)
υπήκοοι του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και ανιθαγενείς και πρόσφυγες που διαμένουν στο Ηνωμένο Βασίλειο και οι οποίοι υπάγονταν στη νομοθεσία ενός από τα καλυπτόμενα κράτη πριν από τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, καθώς και τα μέλη των οικογενειών τους και οι επιζώντες τους, καλύπτονται από το παρόν πρωτόκολλο για τους σκοπούς της επίκλησης και του συνυπολογισμού περιόδων ασφάλισης, μισθωτής δραστηριότητας, μη μισθωτής δραστηριότητας ή διαμονής, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τις περιόδους αυτές σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 883/2004· για τους σκοπούς του συνυπολογισμού των περιόδων, περίοδοι που έχουν συμπληρωθεί τόσο πριν από τη λήξη της μεταβατικής περιόδου όσο και μετά από αυτή λαμβάνονται υπόψη σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 883/2004·
β)
οι κανόνες που προβλέπονται στα άρθρα 20 και 27 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 εξακολουθούν να εφαρμόζονται σε υπηκόους του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και σε ανιθαγενείς και πρόσφυγες που διαμένουν στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι οποίοι, πριν από τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, είχαν ζητήσει έγκριση για την υποβολή τους σε προγραμματισμένη ιατρική θεραπεία σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 883/2004, έως το τέλος της θεραπείας. Οι αντίστοιχες διαδικασίες επιστροφής δαπανών εφαρμόζονται επίσης ακόμη και μετά το τέλος της θεραπείας. Τα πρόσωπα αυτά και οι συνοδοί τους απολαμβάνουν το δικαίωμα εισόδου στο κράτος θεραπείας και εξόδου από αυτό σύμφωνα με το άρθρο 14 της συμφωνίας αποχώρησης, τηρουμένων των αναλογιών, και με το άρθρο 13 της συμφωνίας για τα δικαιώματα των πολιτών, τηρουμένων των αναλογιών·
γ)
οι κανόνες που προβλέπονται στα άρθρα 19 και 27 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 εξακολουθούν να εφαρμόζονται σε υπηκόους του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και σε ανιθαγενείς και πρόσφυγες που διαμένουν στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι οποίοι καλύπτονται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 883/2004 και κατά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου διαμένουν προσωρινά σε καλυπτόμενο κράτος ή στο Ηνωμένο Βασίλειο, έως το τέλος της προσωρινής διαμονής τους. Οι αντίστοιχες διαδικασίες επιστροφής δαπανών εφαρμόζονται επίσης ακόμη και μετά το τέλος της προσωρινής διαμονής ή της θεραπείας·
δ)
οι κανόνες που προβλέπονται στα άρθρα 67, 68 και 69 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 εξακολουθούν να εφαρμόζονται, για όσο διάστημα πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις, στη χορήγηση οικογενειακών παροχών επί των οποίων υπάρχει δικαίωμα κατά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου για τους υπηκόους του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και για τους ανιθαγενείς και τους πρόσφυγες που διαμένουν στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι οποίοι υπάγονται στη νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου και έχουν μέλη της οικογένειάς τους που διαμένουν σε καλυπτόμενο κράτος κατά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου·
ε)
στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο στοιχείο δ) της παρούσας παραγράφου, για κάθε πρόσωπο που έχει δικαιώματα ως μέλος της οικογένειας κατά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, όπως παράγωγα δικαιώματα για παροχές ασθένειας σε είδος, ο εν λόγω κανονισμός και οι αντίστοιχες διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 987/2009 εξακολουθούν να εφαρμόζονται για όσο διάστημα πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στους εν λόγω κανονισμούς.
2.
Οι διατάξεις του τίτλου III κεφάλαιο 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 όσον αφορά τις παροχές ασθένειας εφαρμόζονται σε πρόσωπα που λαμβάνουν παροχές βάσει της παραγράφου 1 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου.
Η παρούσα παράγραφος εφαρμόζεται, τηρουμένων των αναλογιών, όσον αφορά οικογενειακές παροχές βάσει των άρθρων 67, 68 και 69 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004.
ΑΡΘΡΟ 5
Απόδοση, ανάκτηση και συμψηφισμός δαπανών
Οι διατάξεις των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 883/2004 και (ΕΚ) αριθ. 987/2009 σχετικά με την απόδοση, την ανάκτηση και τον συμψηφισμό των δαπανών εξακολουθούν να εφαρμόζονται σε σχέση με γεγονότα τα οποία, στον βαθμό που αφορούν πρόσωπα τα οποία δεν καλύπτονται από το άρθρο 2:
α)
επήλθαν πριν από τη λήξη της μεταβατικής περιόδου· ή
β)
επήλθαν μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου και αφορούν πρόσωπα τα οποία καλύπτονταν από το άρθρο 2 ή το άρθρο 4 τη στιγμή που συνέβη το γεγονός.
ΑΡΘΡΟ 6
Εξέλιξη του δικαίου και προσαρμογές
1.
Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 3, αναφορές στους κανονισμούς (ΕΚ) αριθ. 883/2004 και (ΕΚ) αριθ. 987/2009 ή σε διατάξεις αυτών, οι οποίες περιλαμβάνονται στο παρόν πρωτόκολλο νοούνται ως αναφορές στις πράξεις ή στις διατάξεις όπως έχουν ενσωματωθεί στη συμφωνία, όπως ισχύουν την τελευταία ημέρα της μεταβατικής περιόδου.
2.
Σε περίπτωση τροποποίησης ή αντικατάστασης των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 883/2004 και (ΕΚ) αριθ. 987/2009 μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, αναφορές σε αυτούς τους κανονισμούς οι οποίες περιλαμβάνονται στο παρόν πρωτόκολλο νοούνται ως αναφορές στους κανονισμούς όπως αυτοί έχουν τροποποιηθεί ή αντικατασταθεί, σύμφωνα με τις πράξεις που παρατίθενται στο παράρτημα I μέρος II της συμφωνίας αποχώρησης, όσον αφορά την Ένωση, και στο παράρτημα I μέρος II της συμφωνίας για τα δικαιώματα των πολιτών όσον αφορά την Ελβετία.
3.
Για τους σκοπούς του παρόντος πρωτοκόλλου, οι κανονισμοί (ΕΚ) αριθ. 883/2004 και (ΕΚ) αριθ. 987/2009 θεωρείται ότι περιλαμβάνουν τις προσαρμογές που παρατίθενται στο παράρτημα I μέρος III της συμφωνίας αποχώρησης, όσον αφορά την Ένωση, και στο παράρτημα I μέρος III της συμφωνίας για τα δικαιώματα των πολιτών, όσον αφορά την Ελβετία.
4.
Για τους σκοπούς του παρόντος πρωτοκόλλου, οι τροποποιήσεις και οι προσαρμογές που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 παράγουν αποτελέσματα την επομένη της ημέρας κατά την οποία παράγουν αποτελέσματα οι αντίστοιχες τροποποιήσεις και προσαρμογές του παραρτήματος I της συμφωνίας αποχώρησης ή του παραρτήματος I της συμφωνίας για τα δικαιώματα των πολιτών, ανάλογα με το ποιο από τα δύο λαμβάνει χώρα σε μεταγενέστερο χρόνο.».
_______________
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III
ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΩΝ ΠΡΟΣΟΝΤΩΝ
Τροποποιήσεις του παραρτήματος III της συμφωνίας
Το παράρτημα III της συμφωνίας αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III
ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΩΝ ΠΡΟΣΟΝΤΩΝ
(Διπλώματα, πιστοποιητικά και άλλοι τίτλοι εκπαίδευσης)
ΤΜΗΜΑ 1
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Για τους σκοπούς της εφαρμογής των άρθρων 2 έως 9 της συμφωνίας, οι νομικές πράξεις της Ένωσης που παρατίθενται στο τμήμα 2 του παρόντος παραρτήματος εφαρμόζονται με την επιφύλαξη της αρχής της δυναμικής ευθυγράμμισης που αναφέρεται στο άρθρο 5 του θεσμικού πρωτοκόλλου της παρούσας συμφωνίας, καθώς και με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που παρατίθενται στην παράγραφο 7 του εν λόγω άρθρου.
Εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά σε τυχόν τεχνικές προσαρμογές, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που προβλέπονται για τα κράτη μέλη της Ένωσης στις νομικές πράξεις της Ένωσης οι οποίες ενσωματώνονται στο παρόν παράρτημα θεωρείται ότι προβλέπονται και για την Ελβετία. Αυτό ισχύει με πλήρη σεβασμό του θεσμικού πρωτοκόλλου της παρούσας συμφωνίας.
Με την επιφύλαξη του άρθρου 16 του θεσμικού πρωτοκόλλου της παρούσας συμφωνίας και εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά σε τυχόν τεχνικές προσαρμογές, οι διατάξεις των πράξεων που παρατίθενται στο τμήμα 2 οι οποίες επιβάλλουν στα κράτη μέλη την υποχρέωση να παρέχουν πληροφορίες σε άλλα κράτη μέλη ή στην Επιτροπή εφαρμόζονται και στην Ελβετία. Όταν οι πληροφορίες αυτές αφορούν εποπτεία ή εφαρμογή, η Ελβετία κοινοποιεί τις πληροφορίες αυτές μέσω της μεικτής επιτροπής.
ΤΜΗΜΑ 2
ΠΡΑΞΕΙΣ ΣΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΝΑΦΟΡΑ
1.
32005 L 0036: Οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων (ΕΕ L 255 της 30.9.2005, σ. 22),
όπως τροποποιήθηκε με:
–
Οδηγία 2006/100/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2006, για την προσαρμογή ορισμένων οδηγιών στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, λόγω της προσχώρησης της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας (ΕΕ L 363 της 20.12.2006, σ. 141),
–
Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 213/2011 της Επιτροπής, της 3ης Μαρτίου 2011, για την τροποποίηση των παραρτημάτων II και V της οδηγίας 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων (ΕΕ L 59 της 4.3.2011, σ. 4),
–
Ανακοίνωση της Επιτροπής — Ανακοίνωση των επαγγελματικών ενώσεων ή οργανισμών που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 3 παράγραφος 2 και απαριθμούνται στο παράρτημα I της οδηγίας 2005/36/ΕΚ (ΕΕ C 111 της 15.5.2009, σ. 1),
–
Ανακοίνωση της Επιτροπής — Ανακοίνωση των επαγγελματικών ενώσεων ή οργανισμών που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 3 παράγραφος 2 και απαριθμούνται στο παράρτημα I της οδηγίας 2005/36/ΕΚ (ΕΕ C 182 της 23.6.2011, σ. 1),
–
Πράξη περί των όρων προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Κροατίας και των προσαρμογών της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας (ΕΕ L 112 της 24.4.2012, σ. 10),
–
Οδηγία 2013/25/ΕΕ του Συμβουλίου, της 13ης Μαΐου 2013, για την προσαρμογή ορισμένων οδηγιών στον τομέα του δικαιώματος εγκατάστασης και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, λόγω της προσχώρησης της Δημοκρατίας της Κροατίας (ΕΕ L 158 της 10.6.2013, σ. 368),
–
Οδηγία 2013/55/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2013, για την τροποποίηση της οδηγίας 2005/36/ΕΚ σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2012 σχετικά με τη διοικητική συνεργασία μέσω του συστήματος πληροφόρησης της εσωτερικής αγοράς (ΕΕ L 354 της 28.12.2013, σ. 132),
–
Κατ' εξουσιοδότηση απόφαση (ΕΕ) 2016/790 της Επιτροπής, της 13ης Ιανουαρίου 2016, για την τροποποίηση του παραρτήματος V της οδηγίας 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τους τίτλους εκπαίδευσης και τις ονομασίες εκπαιδεύσεων (ΕΕ L 134 της 24.5.2016, σ. 135),
–
Κατ’ εξουσιοδότηση απόφαση (ΕΕ) 2017/2113 της Επιτροπής, της 11ης Σεπτεμβρίου 2017, για την τροποποίηση του παραρτήματος V της οδηγίας 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τους τίτλους εκπαίδευσης και τις ονομασίες εκπαιδεύσεων (ΕΕ L 317 της 1.12.2017, σ. 119),
–
Κατ' εξουσιοδότηση απόφαση (ΕΕ) 2019/608 της Επιτροπής, της 16ης Ιανουαρίου 2019, για την τροποποίηση του παραρτήματος V της οδηγίας 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τους τίτλους εκπαίδευσης και τις ονομασίες εκπαιδεύσεων (ΕΕ L 104 της 15.4.2019, σ. 1),
–
Κατ’ εξουσιοδότηση απόφαση (ΕΕ) 2020/548 της Επιτροπής, της 23ης Ιανουαρίου 2020, για την τροποποίηση του παραρτήματος V της οδηγίας 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τους τίτλους εκπαίδευσης και τις ονομασίες εκπαιδεύσεων (ΕΕ L 131 της 24.4.2020, σ. 1),
–
Κατ’ εξουσιοδότηση απόφαση (ΕΕ) 2021/2183 της Επιτροπής, της 25ης Αυγούστου 2021, για την τροποποίηση του παραρτήματος V της οδηγίας 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τους τίτλους εκπαίδευσης και τις ονομασίες εκπαιδεύσεων (ΕΕ L 444 της 10.12.2021, σ. 16),
–
Κατ’ εξουσιοδότηση απόφαση (ΕΕ) 2023/2383 της Επιτροπής, της 23ης Μαΐου 2023, για την τροποποίηση και τη διόρθωση της οδηγίας 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τους τίτλους εκπαίδευσης και τις ονομασίες εκπαιδεύσεων (ΕΕ L 2383 της 9.10.2023, σ. 1),
–
Κατ’ εξουσιοδότηση οδηγία (ΕΕ) 2024/782 της Επιτροπής, της 4ης Μαρτίου 2024, για την τροποποίηση της οδηγίας 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τις ελάχιστες απαιτήσεις εκπαίδευσης για τα επαγγέλματα του νοσοκόμου υπεύθυνου για γενική περίθαλψη, του οδοντιάτρου και του φαρμακοποιού (ΕΕ L, 2024/782, 31.5.2024),
–
Κατ’ εξουσιοδότηση απόφαση (ΕΕ) 2024/1395 της Επιτροπής, της 31ης Μαΐου 2024, για την τροποποίηση της οδηγίας 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τους τίτλους εκπαίδευσης και τις ονομασίες εκπαιδεύσεων (ΕΕ L, 2024/1395, 31.5.2024).
διορθώθηκε με:
–
Διορθωτικό στην οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων (ΕΕ L 93 της 4.4.2008, σ. 28),
–
Διορθωτικό στην οδηγία 2006/100/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2006, για την προσαρμογή ορισμένων οδηγιών στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, λόγω της προσχώρησης της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας (ΕΕ L 177 της 8.7.2015, σ. 60).
Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, οι διατάξεις της οδηγίας προσαρμόζονται ως εξής:
α)
στο παράρτημα V σημείο 5.1.1 της οδηγίας προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:
|
“Χώρα
|
Τίτλος εκπαίδευσης
|
Οργανισμός που χορηγεί τον τίτλο εκπαίδευσης
|
Πιστοποιητικό που συνοδεύει τον τίτλο εκπαίδευσης
|
Ημερομηνία αναφοράς
|
|
Switzerland
|
Eidgenössisches Arztdiplom
Diplôme fédéral de médecin
Diploma federale di medico
|
Eidgenössisches Departement des Innern
Département fédéral de l’intérieur
Dipartimento federale dell’interno
|
|
1.6.2002”
|
β)
στο παράρτημα V σημείο 5.1.2 της οδηγίας προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:
|
“Χώρα
|
Τίτλος εκπαίδευσης
|
Οργανισμός που χορηγεί τον τίτλο εκπαίδευσης
|
Ημερομηνία αναφοράς
|
|
Switzerland
|
Diplom als Facharzt
Diplôme de médecin spécialiste
Diploma di medico specialista
|
Eidgenössisches Departement des Innern und Verbindung der Schweizer Ärztinnen und Ärzte (FMH) / Schweizerische Institut für ärztliche Weiter- und Fortbildung (SIWF)
Département fédéral de l’intérieur et Fédération des médecins suisses (FMH) / Institut suisse pour la formation médicale postgraduée et continue (ISFM)
Dipartimento federale dell’interno e Federazione dei medici svizzeri (FMH) / Istituto svizzero per la formazione medica (ISFM)
|
1.6.2002”
|
γ)
στο παράρτημα V σημείο 5.1.3 της οδηγίας προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:
|
“Χώρα
|
Τίτλος
|
|
Αναισθησιολογία
Ελάχιστη διάρκεια εκπαίδευσης: 3 έτη
|
|
Switzerland
|
Anästhesiologie
Anesthésiologie
Anestesiologia
|
|
Χώρα
|
Τίτλος
|
|
Γενική χειρουργική
Ελάχιστη διάρκεια εκπαίδευσης: 5 έτη
|
|
Switzerland
|
Chirurgie
Chirurgie
Chirurgia
|
|
Χώρα
|
Τίτλος
|
|
Νευροχειρουργική
Ελάχιστη διάρκεια εκπαίδευσης: 5 έτη
|
|
Switzerland
|
Neurochirurgie
Neurochirurgie
Neurochirurgia
|
|
Χώρα
|
Τίτλος
|
|
Μαιευτική - Γυναικολογία
Ελάχιστη διάρκεια εκπαίδευσης: 4 έτη
|
|
Switzerland
|
Gynäkologie und Geburtshilfe
Gynécologie et obstétrique
Ginecologia e ostetricia
|
|
Χώρα
|
Τίτλος
|
|
Γενική (Εσωτερική) Ιατρική
Ελάχιστη διάρκεια εκπαίδευσης: 5 έτη
|
|
Switzerland
|
Allgemeine Innere Medizin
Médecine interne générale
Medicina interna generale
|
|
Χώρα
|
Τίτλος
|
|
Οφθαλμολογία
Ελάχιστη διάρκεια εκπαίδευσης: 3 έτη
|
|
Switzerland
|
Ophthalmologie
Ophtalmologie
Oftalmologia
|
|
Χώρα
|
Τίτλος
|
|
Ωτορινολαρυγγολογία
Ελάχιστη διάρκεια εκπαίδευσης: 3 έτη
|
|
Switzerland
|
Oto-Rhino-Laryngologie
Oto-rhino-laryngologie
Otorinolaringoiatria
|
|
Χώρα
|
Τίτλος
|
|
Παιδιατρική
Ελάχιστη διάρκεια εκπαίδευσης: 4 έτη
|
|
Switzerland
|
Kinder- und Jugendmedizin
Pédiatrie
Pediatria
|
|
Χώρα
|
Τίτλος
|
|
Ιατρική των αναπνευστικών οδών (πνευμονολογία)
Ελάχιστη διάρκεια εκπαίδευσης: 4 έτη
|
|
Switzerland
|
Pneumologie
Pneumologie
Pneumologia
|
|
Χώρα
|
Τίτλος
|
|
Ουρολογία
Ελάχιστη διάρκεια εκπαίδευσης: 5 έτη
|
|
Switzerland
|
Urologie
Urologie
Urologia
|
|
Χώρα
|
Τίτλος
|
|
Ορθοπεδική
Ελάχιστη διάρκεια εκπαίδευσης: 5 έτη
|
|
Switzerland
|
Orthopädische Chirurgie und Traumatologie des Bewegungsapparates
Chirurgie orthopédique et traumatologie de l’appareil locomoteur
Chirurgia ortopedica e traumatologia dell’apparato locomotore
|
|
Χώρα
|
Τίτλος
|
|
Παθολογική Ανατομική
Ελάχιστη διάρκεια εκπαίδευσης: 4 έτη
|
|
Switzerland
|
Pathologie
Pathologie
Patologia
|
|
Χώρα
|
Τίτλος
|
|
Νευρολογία
Ελάχιστη διάρκεια εκπαίδευσης: 4 έτη
|
|
Switzerland
|
Neurologie
Neurologie
Neurologia
|
|
Χώρα
|
Τίτλος
|
|
Ψυχιατρική
Ελάχιστη διάρκεια εκπαίδευσης: 4 έτη
|
|
Switzerland
|
Psychiatrie und Psychotherapie
Psychiatrie et psychothérapie
Psichiatria e psicoterapia
|
|
Χώρα
|
Τίτλος
|
|
Ακτινοδιαγνωστική
Ελάχιστη διάρκεια εκπαίδευσης: 4 έτη
|
|
Switzerland
|
Radiologie
Radiologie
Radiologia
|
|
Χώρα
|
Τίτλος
|
|
Ακτινοθεραπευτική
Ελάχιστη διάρκεια εκπαίδευσης: 4 έτη
|
|
Switzerland
|
Radio-Onkologie/Strahlentherapie
Radio-oncologie/radiothérapie
Radio-oncologia/radioterapia
|
|
Χώρα
|
Τίτλος
|
|
Πλαστική Χειρουργική
Ελάχιστη διάρκεια εκπαίδευσης: 5 έτη
|
|
Switzerland
|
Plastische, Rekonstruktive und Ästhetische Chirurgie
Chirurgie plastique, reconstructive et esthétique
Chirurgia plastica, ricostruttiva ed estetica
|
|
Χώρα
|
Τίτλος
|
|
Χειρουργική Θώρακος
Ελάχιστη διάρκεια εκπαίδευσης: 5 έτη
|
|
Switzerland
|
Thoraxchirurgie
Chirurgie thoracique
Chirurgia toracica
|
|
Χώρα
|
Τίτλος
|
|
Καρδιοχειρουργική
Ελάχιστη διάρκεια εκπαίδευσης: 5 έτη
|
|
Switzerland
|
Herz- und thorakale Gefässchirurgie·
Chirurgie cardiaque et vasculaire thoracique
Chirurgia del cuore e dei vasi toracici
|
|
Χώρα
|
Τίτλος
|
|
Αγγειοχειρουργική
Ελάχιστη διάρκεια εκπαίδευσης: 5 έτη
|
|
Switzerland
|
Gefässchirurgie
Chirurgie vasculaire
Chirurgia vascolare
|
|
Χώρα
|
Τίτλος
|
|
Χειρουργική παίδων
Ελάχιστη διάρκεια εκπαίδευσης: 5 έτη
|
|
Switzerland
|
Kinderchirurgie
Chirurgie pédiatrique
Chirurgia pediatrica
|
|
Χώρα
|
Τίτλος
|
|
Καρδιολογία
Ελάχιστη διάρκεια εκπαίδευσης: 4 έτη
|
|
Switzerland
|
Kardiologie
Cardiologie
Cardiologia
|
|
Χώρα
|
Τίτλος
|
|
Γαστρεντερολογία
Ελάχιστη διάρκεια εκπαίδευσης: 4 έτη
|
|
Switzerland
|
Gastroenterologie
Gastroentérologie
Gastroenterologia
|
|
Χώρα
|
Τίτλος
|
|
Ρευματολογία
Ελάχιστη διάρκεια εκπαίδευσης: 4 έτη
|
|
Switzerland
|
Rheumatologie
Rhumatologie
Reumatologia
|
|
Χώρα
|
Τίτλος
|
|
Γενική αιματολογία
Ελάχιστη διάρκεια εκπαίδευσης: 3 έτη
|
|
Switzerland
|
Hämatologie
Hématologie
Ematologia
|
|
Χώρα
|
Τίτλος
|
|
Ενδοκρινολογία
Ελάχιστη διάρκεια εκπαίδευσης: 3 έτη
|
|
Switzerland
|
Endokrinologie/Diabetologie
Endocrinologie/diabétologie
Endocrinologia/diabetologia
|
|
Χώρα
|
Τίτλος
|
|
Φυσιοθεραπεία
Ελάχιστη διάρκεια εκπαίδευσης: 3 έτη
|
|
Switzerland
|
Physikalische Medizin und Rehabilitation
Médecine physique et réadaptation
Medicina fisica e riabilitazione
|
|
Χώρα
|
Τίτλος
|
|
Δερματολογία – Αφροδισιολογία
Ελάχιστη διάρκεια εκπαίδευσης: 3 έτη
|
|
Switzerland
|
Dermatologie und Venerologie
Dermatologie et vénéréologie
Dermatologia e venerologia
|
|
Χώρα
|
Τίτλος
|
|
Τροπική Ιατρική
Ελάχιστη διάρκεια εκπαίδευσης: 4 έτη
|
|
Switzerland
|
Tropen- und Reisemedizin
Médecine tropicale et médecine des voyages
Medicina tropicale e medicina di viaggio
|
|
Χώρα
|
Τίτλος
|
|
Παιδοψυχιατρική
Ελάχιστη διάρκεια εκπαίδευσης: 4 έτη
|
|
Switzerland
|
Kinder- und Jugendpsychiatrie und -psychotherapie
Psychiatrie et psychothérapie d’enfants et d’adolescents
Psichiatria e psicoterapia infantile e dell’adolescenza
|
|
Χώρα
|
Τίτλος
|
|
Νεφρολογία
Ελάχιστη διάρκεια εκπαίδευσης: 4 έτη
|
|
Switzerland
|
Nephrologie
Néphrologie
Nefrologia
|
|
Χώρα
|
Τίτλος
|
|
Νεφρολογία
Ελάχιστη διάρκεια εκπαίδευσης: 4 έτη
|
|
Switzerland
|
Infektiologie
Infectiologie
Malattie infettive
|
|
Χώρα
|
Τίτλος
|
|
Κοινωνική Ιατρική
Ελάχιστη διάρκεια εκπαίδευσης: 4 έτη
|
|
Switzerland
|
Prävention und Gesundheitswesen
Prévention et santé publique
Prevenzione e salute pubblica
|
|
Χώρα
|
Τίτλος
|
|
Φαρμακολογία
Ελάχιστη διάρκεια εκπαίδευσης: 4 έτη
|
|
Switzerland
|
Klinische Pharmakologie und Toxikologie
Pharmacologie et toxicologie cliniques
Farmacologia e tossicologia clinica
|
|
Χώρα
|
Τίτλος
|
|
Ιατρική της Εργασίας
Ελάχιστη διάρκεια εκπαίδευσης: 4 έτη
|
|
Switzerland
|
Arbeitsmedizin
Médecine du travail
Medicina del lavoro
|
|
Χώρα
|
Τίτλος
|
|
Αλλεργιολογία
Ελάχιστη διάρκεια εκπαίδευσης: 3 έτη
|
|
Switzerland
|
Allergologie und klinische Immunologie
Allergologie et immunologie clinique
Allergologia e immunologia clinica
|
|
Χώρα
|
Τίτλος
|
|
Πυρηνική Ιατρική
Ελάχιστη διάρκεια εκπαίδευσης: 4 έτη
|
|
Switzerland
|
Nuklearmedizin
Médecine nucléaire
Medicina nucleare
|
|
Χώρα
|
Τίτλος
|
|
Οδοντική, στοματική και γναθοπροσωπική χειρουργική
(βασική ιατρική και οδοντιατρική εκπαίδευση)
Ελάχιστη διάρκεια εκπαίδευσης: 4 έτη
|
|
Switzerland
|
Mund-, Kiefer- und Gesichtschirurgie
Chirurgie orale et maxillo-faciale
Chirurgia oro-maxillo-facciale
|
|
Χώρα
|
Τίτλος
|
|
Παθολογική Ογκολογία
Ελάχιστη διάρκεια εκπαίδευσης: 5 έτη
|
|
Switzerland
|
Medizinische Onkologie
Oncologie médicale
Oncologia medica
|
|
Χώρα
|
Τίτλος
|
|
Ιατρική Γενετική
Ελάχιστη διάρκεια εκπαίδευσης: 4 έτη
|
|
Switzerland
|
Medizinische Genetik
Génétique médicale
Genetica medica”
|
δ)
στο παράρτημα V σημείο 5.1.4 της οδηγίας προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:
|
“Χώρα
|
Τίτλος εκπαίδευσης
|
Επαγγελματικός τίτλος
|
Ημερομηνία αναφοράς
|
|
Switzerland
|
Diplom als praktischer Arzt/praktische Ärztin
Diplôme de médecin praticien
Diploma di medico generico
|
Praktischer Arzt/Praktische Ärztin
Médecin praticien
Medico generico
|
1.6.2002”
|
ε)
στο παράρτημα V σημείο 5.2.2 της οδηγίας προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:
|
“Χώρα
|
Τίτλος εκπαίδευσης
|
Οργανισμός που χορηγεί τον τίτλο εκπαίδευσης
|
Επαγγελματικός τίτλος
|
Ημερομηνία αναφοράς
|
|
Switzerland
|
1. Diplomierte Pflegefachfrau, diplomierter Pflegefachmann
Infirmière diplômée et infirmier diplômé
Infermiera diplomata e infermiere diplomato
|
Schulen, die staatlich anerkannte Bildungsgänge durchführen
Écoles qui proposent des filières de formation reconnues par l’État
Scuole che propongono dei cicli di formazione riconosciuti dallo Stato
|
Pflegefachfrau, Pflegefachmann
Infirmière, infirmier
Infermiera, infermiere
|
1.6.2002
|
|
|
2. Bachelor of Science in nursing
|
Schulen, die staatlich anerkannte Bildungsgänge durchführen
Écoles qui proposent des filières de formation reconnues par l’État
Scuole che propongono dei cicli di formazione riconosciuti dallo Stato
|
Pflegefachfrau, Pflegefachmann
Infirmière, infirmier
Infermiera, infermiere
|
30.9.2011
|
|
|
3. Diplomierte Pflegefachfrau HF, diplomierter Pflegefachmann HF
Infirmière diplômée ES, infirmier diplômé ES
Infermiera diplomata SSS, infermiere diplomato SSS
|
Höhere Fachschulen, die staatlich anerkannte Bildungsgänge durchführen
Écoles supérieures qui proposent des filières de formation reconnues par l'État
Scuole specializzate superiori che propongono dei cicli di formazione riconosciuti dallo Stato
|
Pflegefachfrau, Pflegefachmann
Infirmière, infirmier
Infermiera, infermiere
|
1.6.2002”
|
στ)
στο παράρτημα V σημείο 5.3.2 της οδηγίας προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:
|
“Χώρα
|
Τίτλος εκπαίδευσης
|
Οργανισμός που χορηγεί τον τίτλο εκπαίδευσης
|
Πιστοποιητικό που συνοδεύει τον τίτλο εκπαίδευσης
|
Επαγγελματικός τίτλος
|
Ημερομηνία αναφοράς
|
|
Switzerland
|
Eidgenössisches Zahnarztdiplom
Diplôme fédéral de médecin-dentiste
Diploma federale di medico-dentista
|
Eidgenössisches Departement des Innern
Département fédéral de l’intérieur
Dipartimento federale dell’interno
|
|
Zahnarzt
Médecin-dentiste
Medico-dentista
|
1.6.2002”
|
ζ)
στο παράρτημα V σημείο 5.3.3 της οδηγίας προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:
|
“Ορθοδοντική
|
|
Χώρα
|
Τίτλος εκπαίδευσης
|
Οργανισμός που χορηγεί τον τίτλο εκπαίδευσης
|
Ημερομηνία αναφοράς
|
|
Switzerland
|
Diplom für Kieferorthopädie
Diplôme fédéral d’orthodontiste
Diploma di ortodontista
|
Eidgenössisches Departement des Innern und Schweizerische Zahnärzte-Gesellschaft (SSO) / Büro für zahnmedizinische Weiterbildung (BZW)
Département fédéral de l’intérieur et Société suisse d’odonto-stomatologie (SSO) / Bureau pour la formation postgrade en médecine dentaire (BZW)
Dipartimento federale dell’interno e Società Svizzera di Odontologia e Stomatologia (SSO) / Ufficio per la formazione post-laurea in odontoiatria (BZW)
|
1.6.2002
|
|
Στοματική χειρουργική
|
|
Χώρα
|
Τίτλος εκπαίδευσης
|
Οργανισμός που χορηγεί τον τίτλο εκπαίδευσης
|
Ημερομηνία αναφοράς
|
|
Switzerland
|
Diplom für Oralchirurgie
Diplôme fédéral de chirurgie orale
Diploma di chirurgia orale
|
Eidgenössisches Departement des Innern und Schweizerische Zahnärzte-Gesellschaft (SSO) / Büro für zahnmedizinische Weiterbildung (BZW)
Département fédéral de l’intérieur et Société suisse d’odonto-stomatologie (SSO) / Bureau pour la formation postgrade en médecine dentaire (BZW)
Dipartimento federale dell’interno e Società Svizzera di Odontologia e Stomatologia (SSO) / Ufficio per la formazione post-laurea in odontoiatria (BZW)
|
30.4.2004”
|
η)
στο παράρτημα V σημείο 5.4.2 της οδηγίας προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:
|
“Χώρα
|
Τίτλος εκπαίδευσης
|
Οργανισμός που χορηγεί τον τίτλο εκπαίδευσης
|
Πιστοποιητικό που συνοδεύει τον τίτλο εκπαίδευσης
|
Ημερομηνία αναφοράς
|
|
Switzerland
|
Eidgenössisches Tierarztdiplom
Diplôme fédéral de vétérinaire
Diploma federale di veterinario
|
Eidgenössisches Departement des Innern
Département fédéral de l’intérieur
Dipartimento federale dell’interno
|
|
1.6.2002”
|
θ)
στο παράρτημα V σημείο 5.5.2 της οδηγίας προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:
|
“Χώρα
|
Τίτλος εκπαίδευσης
|
Οργανισμός που χορηγεί τον τίτλο εκπαίδευσης
|
Επαγγελματικός τίτλος
|
Ημερομηνία αναφοράς
|
|
Switzerland
|
1. Diplomierte Hebamme
Sage-femme diplômée
Levatrice diplomata
|
Schulen, die staatlich anerkannte Bildungsgänge durchführen
Écoles qui proposent des filières de formation reconnues par l'État
Scuole che propongono dei cicli di formazione riconosciuti dallo Stato
|
Hebamme
Sage-femme
Levatrice
|
1.6.2002
|
|
|
2. [Bachelor of Science [Name of the UAS] in Midwifery]
‘Bachelor of Science HES-SO de Sage-femme’ (Bachelor of Science HES-SO in Midwifery)
‘Bachelor of Science BFH Hebamme’ (Bachelor of Science BFH in Midwifery)
‘Bachelor of Science ZFH Hebamme’ (Bachelor of Science ZHAW in Midwifery)
|
Schulen, die staatlich anerkannte Bildungsgänge durchführen
Écoles qui proposent des filières de formation reconnues par l'État
Scuole che propongono dei cicli di formazione riconosciuti dallo Stato
|
Hebamme
Sage-femme
Levatrice
|
1.6.2002”
|
ι)
στο παράρτημα V σημείο 5.6.2 της οδηγίας προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:
|
“Χώρα
|
Τίτλος εκπαίδευσης
|
Οργανισμός που χορηγεί τον τίτλο εκπαίδευσης
|
Πιστοποιητικό που συνοδεύει τον τίτλο εκπαίδευσης
|
Ημερομηνία αναφοράς
|
|
Switzerland
|
Eidgenössisches Apothekerdiplom
Diplôme fédéral de pharmacien
Diploma federale di farmacista
|
Eidgenössisches Departement des Innern
Département fédéral de l’intérieur
Dipartimento federale dell’interno
|
|
1.6.2002”
|
ια)
στο παράρτημα V σημείο 5.7.1 της οδηγίας προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:
|
“Χώρα
|
Τίτλος εκπαίδευσης
|
Οργανισμός που χορηγεί τον τίτλο εκπαίδευσης
|
Πιστοποιητικό που συνοδεύει τον τίτλο εκπαίδευσης
|
Ακαδημαϊκό έτος αναφοράς
|
|
Switzerland
|
Master of Science in Architecture - Diploma di architetto (Arch. Dipl. USI)
|
Accademia di Architettura dell’Università della Svizzera Italiana
|
|
2002-2003
|
|
|
Master of Arts BFH/HES-SO en architecture, Master of Arts BFH/HES-SO in Architecture
|
Haute école spécialisée de Suisse occidentale (HES-SO) together with Berner Fachhochschule (BFH)
|
|
2007-2008
|
|
|
Master of Arts BFH/HES-SO in Architektur, Master of Arts BFH/HES-SO in Architecture
|
Haute école spécialisée de Suisse occidentale (HES-SO) together with Berner Fachhochschule (BFH)
|
|
2007-2008
|
|
|
Master of Arts FHNW in Architektur
|
Fachhochschule Nordwestschweiz FHNW
|
|
2007-2008
|
|
|
Master of Arts FHZ in Architektur
|
Fachhochschule Zentralschweiz (FHZ)
|
|
2007-2008
|
|
|
Master of Arts ZFH in Architektur
|
Zürcher Fachhochschule (ZFH), Zürcher Hochschule für Angewandte Wissenschaften (ZHAW), Departement Architektur, Gestaltung und Bauingenieurwesen
|
|
2007-2008
|
|
|
Master of Science MSc in Architecture,
Architecte (arch. Dipl). EPF)
|
École Polytechnique Fédérale de Lausanne
|
|
2007-2008
|
|
|
Master of Science ETH in Architektur, MSc ETH Arch
|
Eidgenössische Technische Hochschule Zurich
|
|
2007-2008”
|
ιβ)
στο παράρτημα VI της οδηγίας προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:
|
“Χώρα
|
Τίτλος εκπαίδευσης
|
Ακαδημαϊκό έτος αναφοράς
|
|
Switzerland
|
1. Diploma di Architetto
|
1996-1997
|
|
|
2. Master of Arts/Science in Architecture – Diploma di Architetto
|
2000-2001
|
|
|
3. Dipl. Arch. ETH,
arch. dipl. EPF,
arch. dipl. PF
|
2004-2005
|
|
|
4. Architecte diplômé EAUG
|
2004-2005
|
|
|
5. Architekt REG A
Architecte REG A
Architetto REG A
|
2004-2005”
|
2.
31977 L 0249: Οδηγία 77/249/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1977, περί διευκολύνσεως της πραγματικής ασκήσεως της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών από δικηγόρους (ΕΕ L 78 της 26.3.1977, σ. 17),
όπως τροποποιήθηκε με:
–
1 1979 H: Πράξη περί των όρων προσχωρήσεως και των προσαρμογών των συνθηκών – Προσχώρηση της Ελληνικής Δημοκρατίας (ΕΕ L 291 της 19.11.1979, σ. 91),
–
1 1985 I: Πράξη περί των όρων προσχωρήσεως και των προσαρμογών των συνθηκών – Προσχώρηση του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας (ΕΕ L 302 της 15.11.1985, σ. 23),
–
Απόφαση 95/1/ΕΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 1ης Ιανουαρίου 1995, για την προσαρμογή των πράξεων προσχώρησης νέων κρατών μελών στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ L 1 της 1.1.1995, σ. 1),
–
1 2003 T: Πράξη περί των όρων προσχωρήσεως της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Λετονίας, της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, της Δημοκρατίας της Μάλτας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και της Σλοβακικής Δημοκρατίας και των προσαρμογών των Συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση, που εγκρίθηκε στις 16 Απριλίου 2003 (ΕΕ L 236 της 23.9.2003, σ. 33),
–
32006 L 0100: Οδηγία 2006/100/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2006, για την προσαρμογή ορισμένων οδηγιών στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, λόγω της προσχώρησης της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας (ΕΕ L 363 της 20.12.2006, σ. 141),
–
32013 L 0025: Οδηγία 2013/25/ΕΕ του Συμβουλίου, της 13ης Μαΐου 2013, για την προσαρμογή ορισμένων οδηγιών στον τομέα του δικαιώματος εγκατάστασης και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, λόγω της προσχώρησης της Δημοκρατίας της Κροατίας (ΕΕ L 158 της 10.6.2013, σ. 368).
Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, η οδηγία 77/249/ΕΟΚ προσαρμόζεται ως εξής:
Στο άρθρο 1 παράγραφος 2 προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:
“Ελβετία:
Advokat, Rechtsanwalt, Anwalt, Fürsprecher, Fürsprech
Avocat
Avvocato”.
3.
31998 L 0005: Οδηγία 98/5/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 1998, για τη διευκόλυνση της μόνιμης άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος σε κράτος μέλος διάφορο εκείνου στο οποίο αποκτήθηκε ο επαγγελματικός τίτλος (ΕΕ L 77 της 14.3.1998, σ. 36), όπως τροποποιήθηκε με:
–
1 2003 T: Πράξη περί των όρων προσχωρήσεως της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Λετονίας, της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, της Δημοκρατίας της Μάλτας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και της Σλοβακικής Δημοκρατίας και των προσαρμογών των Συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση, που εγκρίθηκε στις 16 Απριλίου 2003 (ΕΕ L 236 της 23.9.2003, σ. 33),
–
32006 L 0100: Οδηγία 2006/100/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2006, για την προσαρμογή ορισμένων οδηγιών στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, λόγω της προσχώρησης της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας (ΕΕ L 363 της 20.12.2006, σ. 141),
–
32013 L 0025: Οδηγία 2013/25/ΕΕ του Συμβουλίου, της 13ης Μαΐου 2013, για την προσαρμογή ορισμένων οδηγιών στον τομέα του δικαιώματος εγκατάστασης και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, λόγω της προσχώρησης της Δημοκρατίας της Κροατίας (ΕΕ L 158 της 10.6.2013, σ. 368).
Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, η οδηγία 98/5/ΕΚ προσαρμόζεται ως εξής:
Στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο α) προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:
“Ελβετία:
Advokat, Rechtsanwalt, Anwalt, Fürsprecher, Fürsprech
Avocat
Avvocato”.
4.
31974 L 0556: Οδηγία 74/556/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 4ης Ιουνίου 1974 περί των λεπτομερειών εφαρμογής των μεταβατικών μέτρων στον τομέα των δραστηριοτήτων, που υπάγονται στο εμπόριο και τη διανομή τοξικών προϊόντων, και των δραστηριοτήτων που περιλαμβάνουν την επαγγελματική χρησιμοποίηση των προϊόντων αυτών συμπεριλαμβανομένων και των διαμεσολαβητικών δραστηριοτήτων (ΕΕ L 307 της 18.11.1974, σ. 1).
5.
319s74 L 0557: Οδηγία 74/557/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 4ης Ιουνίου 1974 περί πραγματοποιήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών για τις μη μισθωτές δραστηριότητες και τις διαμεσολαβητικές δραστηριότητες σχετικά με το εμπόριο και τη διανομή τοξικών προϊόντων (ΕΕ L 307 της 18.11.1974, σ. 5), όπως τροποποιήθηκε με:
–
Απόφαση 95/1/ΕΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 1ης Ιανουαρίου 1995, για την προσαρμογή των πράξεων προσχώρησης νέων κρατών μελών στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ L 1 της 1.1.1995, σ. 1),
–
1 2003 T: Πράξη περί των όρων προσχωρήσεως της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Λετονίας, της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, της Δημοκρατίας της Μάλτας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και της Σλοβακικής Δημοκρατίας και των προσαρμογών των Συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση, που εγκρίθηκε στις 16 Απριλίου 2003 (ΕΕ L 236 της 23.9.2003, σ. 33),
–
32006 L 0101: Οδηγία 2006/101/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2006, για την προσαρμογή των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ, 74/557/ΕΟΚ και 2002/83/ΕΚ στον τομέα της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, λόγω της προσχώρησης της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας (ΕΕ L 363 της 20.12.2006, σ. 238),
–
32013 L 0025: Οδηγία 2013/25/ΕΕ του Συμβουλίου, της 13ης Μαΐου 2013, για την προσαρμογή ορισμένων οδηγιών στον τομέα του δικαιώματος εγκατάστασης και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, λόγω της προσχώρησης της Δημοκρατίας της Κροατίας (ΕΕ L 158 της 10.6.2013, σ. 368).
Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, η οδηγία 74/557/ΕΟΚ προσαρμόζεται ως εξής:
Στην Ελβετία:
Όλα τα προϊόντα και οι τοξικές ουσίες που καθορίζονται στον ομοσπονδιακό νόμο σχετικά με την προστασία από επικίνδυνες ουσίες και παρασκευάσματα [κωδικοποίηση ομοσπονδιακής νομοθεσίας (CC 813.1)] και ειδικότερα στα διατάγματα που έχουν σχέση με αυτές (CC 813) και τις δηλητηριώδεις ουσίες για το περιβάλλον (CC 814.812.31, 814.812.32 και 814.812.33).
6.
31986 L 0653: Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1986, για το συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επαγγελματίες) (ΕΕ L 382 της 31.12.1986, σ. 17).
7.
32015 R 0983: Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2015/983 της Επιτροπής, της 24ης Ιουνίου 2015, σχετικά με τη διαδικασία για την έκδοση της ευρωπαϊκής επαγγελματικής ταυτότητας και την εφαρμογή του μηχανισμού προειδοποίησης σύμφωνα με την οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 159 της 25.6.2015, σ. 27).
8.
32018 L 0958: Οδηγία (ΕΕ) 2018/958 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 2018, σχετικά με τον έλεγχο αναλογικότητας πριν από τη θέσπιση νέας νομοθετικής κατοχύρωσης των επαγγελμάτων (ΕΕ L 173 της 9.7.2018, σ. 25)
9.
32019 R 0907: Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2019/907 της Επιτροπής, της 14ης Μαρτίου 2019, για τη θέσπιση κοινής δοκιμασίας εκπαίδευσης για εκπαιδευτές χιονοδρομίας σύμφωνα με το άρθρο 49β της οδηγίας 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων (ΕΕ L 145 της 4.6.2019, σ. 7).
10.
32023 D 0423: Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2023/423 της Επιτροπής, της 24ης Φεβρουαρίου 2023, σχετικά με πιλοτικό έργο για την εφαρμογή των διατάξεων διοικητικής συνεργασίας που αφορούν τα νομοθετικά ρυθμιζόμενα επαγγέλματα, οι οποίες προβλέπονται στις οδηγίες 2005/36/ΕΚ και (ΕΕ) 2018/958 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, μέσω του Συστήματος Πληροφόρησης για την εσωτερική αγορά, και για την ενοποίηση της βάσης δεδομένων για τα νομοθετικά ρυθμιζόμενα επαγγέλματα στο εν λόγω σύστημα (ΕΕ L 61 της 27.2.2023, σ. 62).
11.
32012 R 1024: Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1024/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τη διοικητική συνεργασία μέσω του Συστήματος Πληροφόρησης για την Εσωτερική Αγορά και την κατάργηση της απόφασης 2008/49/ΕΚ (ΕΕ L 316 της 14.11.2012, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με:
–
32013 L 0055: Οδηγία 2013/55/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2013 (ΕΕ L 354 της 28.12.2013, σ. 132),
–
32014 L 0060: Οδηγία 2014/60/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014 (ΕΕ L 159 της 28.5.2014, σ. 1), όπως διορθώθηκε με ΕΕ L 147 της 12.6.2015, σ. 24,
–
32014 L 0067: Οδηγία 2014/67/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014 (ΕΕ L 159 της 28.5.2014, σ. 11),
–
32016 R 1191: Κανονισμός (ΕΕ) 2016/1191 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Ιουλίου 2016 (ΕΕ L 200 της 26.7.2016, σ. 1),
–
32016 R 1628: Κανονισμός (ΕΕ) 2016/1628 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 (ΕΕ L 252 της 16.9.2016, σ. 53), όπως διορθώθηκε με ΕΕ L 231 της 6.9.2019, σ. 29,
–
32018 R 1724: Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1724 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 2ας Οκτωβρίου 2018, (ΕΕ L 295 της 21.11.2018, σ. 1),
–
32020 L 1057: Οδηγία (ΕΕ) 2020/1057 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2020 (ΕΕ L 249 της 31.7.2020, σ. 49),
–
32020 R 1055: Κανονισμός (ΕΕ) 2020/1055 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2020 (ΕΕ L 249 της 31.7.2020, σ. 17).
Η Ελβετία ως τρίτη χώρα χρησιμοποιεί το σύστημα πληροφόρησης για την εσωτερική αγορά (IMI) για ανταλλαγές πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, με φορείς του ΙΜΙ εντός της Ένωσης για την εφαρμογή διαδικασιών διοικητικής συνεργασίας, κατά περίπτωση, για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας.
Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, η Επιτροπή εξακολουθεί να θεωρεί ότι η Ελβετία παρέχει επαρκές επίπεδο προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως αναφέρεται στο άρθρο 23 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2012, για όσο διάστημα εξακολουθεί να ισχύει η απόφαση 2000/518/ΕΚ.
Η Ελβετία χρησιμοποιεί το σύστημα ΙΜΙ για την εφαρμογή των διαδικασιών διοικητικής συνεργασίας, όπως ορίζονται στα άρθρα 4α έως 4ε, στο άρθρο 8, στο άρθρο 21α, στο άρθρο 50, στο άρθρο 56 και στο άρθρο 56α της οδηγίας 2005/36/ΕΚ, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2013/55/ΕΕ, σύμφωνα με τις αρχές και τις λεπτομέρειες των ανταλλαγών που ορίζονται στα εν λόγω άρθρα.
Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2012 προσαρμόζονται ως εξής:
α)
στο άρθρο 5 πρώτη περίοδος, η αναφορά στην οδηγία 95/46/ΕΚ νοείται, όσον αφορά την Ελβετία, ως αναφορά στη σχετική εθνική νομοθεσία·
β)
το άρθρο 8 παράγραφος 1 στοιχείο ε) δεν εφαρμόζεται όσον αφορά την Ελβετία·
γ)
στο άρθρο 9 παράγραφος 5, όσον αφορά την Ελβετία, οι λέξεις “το δίκαιο της Ένωσης” αντικαθίστανται από τις λέξεις “το δίκαιο της Ένωσης, όπως έχει ενσωματωθεί στην παρούσα συμφωνία”·
δ)
στο άρθρο 10 παράγραφος 1, όσον αφορά την Ελβετία, οι λέξεις “σύμφωνα με την εθνική ή ενωσιακή νομοθεσία” αντικαθίστανται από τις λέξεις “σύμφωνα με την ελβετική νομοθεσία”·
ε)
στο άρθρο 16 παράγραφοι 1 και 2, οι αναφορές στην οδηγία 95/46/ΕΚ νοούνται, όσον αφορά την Ελβετία, ως αναφορές στη σχετική εθνική νομοθεσία·
στ)
στο άρθρο 17 παράγραφος 4, η αναφορά στην οδηγία 95/46/ΕΚ νοείται, όσον αφορά την Ελβετία, ως αναφορά στη σχετική εθνική νομοθεσία·
ζ)
στο άρθρο 18 παράγραφος 1, η αναφορά στην οδηγία 95/46/ΕΚ νοείται, όσον αφορά την Ελβετία, ως αναφορά στη σχετική εθνική νομοθεσία·
η)
στο άρθρο 20, η αναφορά στην οδηγία 95/46/ΕΚ νοείται, όσον αφορά την Ελβετία, ως αναφορά στη σχετική εθνική νομοθεσία·
θ)
στο άρθρο 21:
i)
στην παράγραφο 1, η αναφορά στην οδηγία 95/46/ΕΚ νοείται, όσον αφορά την Ελβετία, ως αναφορά στη σχετική εθνική νομοθεσία·
ii)
η παράγραφος 3 δεν εφαρμόζεται·
ι)
το άρθρο 25 δεν εφαρμόζεται·
ια)
το άρθρο 26 παράγραφος 1 ερμηνεύεται σύμφωνα με το άρθρο 13 του θεσμικού πρωτοκόλλου της παρούσας συμφωνίας.».
_______________
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ
ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΔΕΥΤΕΡΕΥΟΥΣΕΣ ΚΑΤΟΙΚΙΕΣ ΣΤΗ ΔΑΝΙΑ
Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν ότι το πρωτόκολλο αριθ. 32 για την απόκτηση ακινήτων στη Δανία, το οποίο προσαρτάται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφαρμόζεται επίσης στην παρούσα συμφωνία όσον αφορά την απόκτηση δευτερεύουσας κατοικίας από Ελβετούς υπηκόους στη Δανία.
ΠΡΩΤΟΌΚΟΛΛΟ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΚΤΗΣΗ ΑΚΙΝΗΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΣΤΗ ΜΑΛΤΑ
Η αγορά ακινήτων στις Νήσους της Μάλτας διέπεται από τον «Νόμο περί ακίνητης περιουσίας (κτήση από κατοίκους εξωτερικού)» (Κεφάλαιο 246 της Νομοθεσίας της Μάλτας).
Ο εν λόγω Νόμος προβλέπει τα εξής:
α)
Οι Ελβετοί υπήκοοι μπορούν να αγοράζουν ακίνητη περιουσία στη Μάλτα:
1)
Αν το ακίνητο πρόκειται να χρησιμοποιηθεί ως κύρια κατοικία ή αν ο αιτών έχει ζήσει στη Μάλτα ως κάτοικος για περίοδο άνω των 5 ετών ή αν το ακίνητο πρόκειται να χρησιμοποιηθεί για επιχειρηματικούς σκοπούς, δεν επιβάλλονται περιορισμοί.
2)
Αν το ακίνητο πρόκειται να χρησιμοποιηθεί ως δευτερεύουσα κατοικία και ο αιτών δεν έχει ζήσει στη Μάλτα για περίοδο 5 ετών, απαιτείται άδεια απόκτησης ακίνητης περιουσίας (AIP) η χορήγηση της οποίας υπόκειται στους όρους που καθορίζονται στον Νόμο περί ακίνητης περιουσίας (κτήση από κατοίκους εξωτερικού), συμπεριλαμβανομένης ελάχιστης τιμής 174 274 EUR για διαμερίσματα και 300 619 EUR για κατοικίες [οι ελάχιστες τιμές αναπροσαρμόζονται ετησίως σύμφωνα με τον δείκτη ακίνητης περιουσίας, όπως περιγράφεται στην ανακοίνωση για τον δείκτη τιμών ακίνητης περιουσίας (παράγωγη νομοθεσία 246.08 της νομοθεσίας της Μάλτας)]. Για τις αγορές αυτές δεν απαιτείται να έχει το πρόσωπο δικαίωμα διαμονής στη Μάλτα.
β)
Οι Ελβετοί υπήκοοι έχουν επίσης τη δυνατότητα να επιλέξουν την κύρια κατοικία τους στη Μάλτα, ανά πάσα στιγμή, σύμφωνα με τη σχετική εθνική νομοθεσία. Η αναχώρηση από τη Μάλτα δεν συνεπάγεται υποχρέωση εκποίησης του ακινήτου που έχει αποκτηθεί εκεί ως κύρια κατοικία.
γ)
Οι Ελβετοί υπήκοοι που αγοράζουν ακίνητα σε ειδικώς καθοριζόμενες περιοχές βάσει του προαναφερθέντος Νόμου (πρόκειται συνήθως για περιοχές που εντάσσονται σε προγράμματα αναβάθμισης αστικών περιοχών) δεν υποχρεούνται να λαμβάνουν άδεια για τις σχετικές αγορές, ούτε υπόκεινται σε περιορισμούς όσον αφορά τον αριθμό, τη χρήση ή την αξία των εν λόγω ακινήτων που ενδέχεται να αγοράσουν.
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ
ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΑΔΕΙΕΣ ΔΙΑΜΟΝΗΣ ΜΑΚΡΑΣ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ
Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ, καλούμενη στο εξής «Ένωση»,
και
Η ΕΛΒΕΤΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ, καλούμενη στο εξής «Ελβετία»,
συμφωνούν τα ακόλουθα:
1.
Η χορήγηση αδειών διαμονής μακράς διαρκείας αποτελεί ζήτημα που διέπεται από τη νομοθεσία της Ένωσης σύμφωνα με τις Συνθήκες και της νομοθεσίας της Ελβετίας, αντίστοιχα, και δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων (στο εξής: συμφωνία). Ως εκ τούτου, το θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας δεν εφαρμόζεται στο παρόν πρωτόκολλο.
2.
Όταν η Ελβετία και τα κράτη μέλη της Ένωσης χορηγούν στους υπηκόους του άλλου μέρους άδειες διαμονής μακράς διαρκείας δυνάμει των αντίστοιχων νομοθεσιών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, οι εν λόγω κανόνες εφαρμόζονται χωρίς διακρίσεις, ιδίως όσον αφορά την ελάχιστη απαιτούμενη διάρκεια προηγούμενης διαμονής των πέντε ετών.
3.
Οι εφαρμοστέοι κανόνες της Ένωσης και της Ελβετίας παραμένουν συγκρίσιμοι όσον αφορά άλλες προϋποθέσεις και απαιτήσεις, εξυπακουομένου ότι οι προϋποθέσεις και οι απαιτήσεις εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ένωσης σύμφωνα με τις Συνθήκες και της Ελβετίας, αντίστοιχα.
4.
Τα ανωτέρω οριζόμενα ισχύουν με την επιφύλαξη
α)
των κανόνων περί μόνιμης διαμονής που προβλέπονται στην οδηγία 2004/38/ΕΚ, καθώς και
β)
των διατάξεων για τους υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίες περιλαμβάνονται στις διμερείς συμφωνίες που έχουν ήδη συναφθεί μεταξύ ενός κράτους μέλους της Ένωσης και της Ελβετίας και οι οποίες είναι ευνοϊκότερες από τους εφαρμοστέους κανόνες της Ένωσης και της Ελβετίας.
5.
Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, το άρθρο 10 παράγραφοι 1, 2 και 5 του θεσμικού πρωτοκόλλου της συμφωνίας εφαρμόζεται τηρουμένων των αναλογιών στις διαφορές που προκύπτουν από τις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος πρωτοκόλλου. Στις περιπτώσεις αυτές, το άρθρο 11 του θεσμικού πρωτοκόλλου της συμφωνίας εφαρμόζεται επίσης τηρουμένων των αναλογιών, με τη διαφορά ότι αναλογικά αντισταθμιστικά μέτρα μπορούν να ληφθούν μόνο στο πλαίσιο της συμφωνίας.
Το προσάρτημα του θεσμικού πρωτοκόλλου της συμφωνίας για το διαιτητικό δικαστήριο εφαρμόζεται τηρουμένων των αναλογιών, εκτός από το άρθρο I.4 παράγραφος 4, το άρθρο III.4 παράγραφος 3 δεύτερη περίοδος, το άρθρο III.5 παράγραφος 2 τρίτη περίοδος, το άρθρο III.9 και το άρθρο III.10 παράγραφος 5.
ΘΕΣΜΙΚΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ
ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ
ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ,
ΑΦΕΝΟΣ,
ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΒΕΤΙΚΗΣ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ, ΑΦΕΤΕΡΟΥ,
ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ
Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ, καλούμενη στο εξής «Ένωση»,
και
Η ΕΛΒΕΤΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ, καλούμενη στο εξής «Ελβετία»·
ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ τη συμφωνία για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, που υπεγράφη στις Βρυξέλλες στις 21 Ιουνίου 1999 (στο εξής: συμφωνία), η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουνίου 2002·
ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ το πρωτόκολλο της συμφωνίας της 21ης Ιουνίου 1999 μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων όσον αφορά τη συμμετοχή, ως συμβαλλόμενων μερών, της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Δημοκρατίας της Κύπρου, της Δημοκρατίας της Λετονίας, της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, της Δημοκρατίας της Μάλτας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και της Σλοβακικής Δημοκρατίας, κατόπιν της προσχωρήσεως τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που υπεγράφη στις Βρυξέλλες στις 26 Οκτωβρίου 2004 και τέθηκε σε ισχύ την 1η Απριλίου 2006·
ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ το πρωτόκολλο της συμφωνίας της 21ης Ιουνίου 1999 μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων όσον αφορά τη συμμετοχή, ως συμβαλλόμενων μερών, της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας, κατόπιν της προσχωρήσεώς τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που υπεγράφη στις Βρυξέλλες στις 27 Μαΐου 2008 και τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουνίου 2009·
ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ το πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, όσον αφορά τη συμμετοχή της Δημοκρατίας της Κροατίας ως συμβαλλόμενου μέρους, μετά την προσχώρησή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που υπεγράφη στις Βρυξέλλες στις 4 Μαρτίου 2016 και τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2017·
ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ ότι οι συμφωνίες που συνάπτει η Ένωση δεσμεύουν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης και τα κράτη μέλη της· ως εκ τούτου, το παρόν πρωτόκολλο εφαρμόζεται στα συμβαλλόμενα μέρη, όπως ορίζονται στη συμφωνία,
ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ ότι η Ένωση και η Ελβετία δεσμεύονται από πολυάριθμες διμερείς συμφωνίες οι οποίες καλύπτουν διάφορους τομείς και προβλέπουν ειδικά δικαιώματα και υποχρεώσεις, παρόμοια, από ορισμένες απόψεις, με εκείνα που προβλέπονται εντός της Ένωσης·
ΥΠΕΝΘΥΜΙΖΟΝΤΑΣ ότι σκοπός των εν λόγω διμερών συμφωνιών είναι να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης και να δημιουργηθούν στενότεροι οικονομικοί δεσμοί μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, με βάση την ισότητα, την αμοιβαιότητα και τη γενική ισορροπία των πλεονεκτημάτων, των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεών τους·
ΑΠΟΦΑΣΙΣΜΕΝΕΣ να ενισχύσουν και να εμβαθύνουν τη συμμετοχή της Ελβετίας στην εσωτερική αγορά της Ένωσης, με βάση τους ίδιους κανόνες με εκείνους που ισχύουν για την εσωτερική αγορά, διατηρώντας παράλληλα την ανεξαρτησία τους και την ανεξαρτησία των θεσμικών οργάνων τους και, όσον αφορά την Ελβετία, τον σεβασμό των αρχών που απορρέουν από την άμεση δημοκρατία, το ομοσπονδιακό σύστημα και τον τομεακό χαρακτήρα της συμμετοχής της στην εσωτερική αγορά·
ΕΠΑΝΑΒΕΒΑΙΩΝΟΝΤΑΣ ότι διατηρείται η αρμοδιότητα του Ελβετικού Ομοσπονδιακού Ανώτατου Δικαστηρίου και όλων των άλλων ελβετικών δικαστηρίων, καθώς και η αρμοδιότητα των δικαστηρίων των κρατών μελών και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να ερμηνεύουν τη συμφωνία σε μεμονωμένες περιπτώσεις·
ΕΧΟΝΤΑΣ ΕΠΙΓΝΩΣΗ της διασφάλισης της ομοιομορφίας των τομέων που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία, τόσο των τρεχόντων όσο και των μελλοντικών,
ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ ΤΑ ΕΞΗΣ:
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΡΘΡΟ 1
Στόχοι
1.
Στόχος του παρόντος πρωτοκόλλου είναι να διασφαλίσει, για τα συμβαλλόμενα μέρη, καθώς και για τους οικονομικούς φορείς και τους ιδιώτες, μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου, ίση μεταχείριση και ισότιμους όρους ανταγωνισμού στον τομέα της εσωτερικής αγοράς που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας.
2.
Για τον σκοπό αυτόν, το παρόν πρωτόκολλο παρέχει νέες θεσμικές λύσεις που διευκολύνουν τη συνεχή και ισόρροπη ενίσχυση των οικονομικών σχέσεων μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών. Το παρόν πρωτόκολλο, λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές του διεθνούς δικαίου, καθορίζει, ιδίως, θεσμικές λύσεις για τη συμφωνία οι οποίες είναι κοινές στις διμερείς συμφωνίες που έχουν συναφθεί ή πρόκειται να συναφθούν στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία, χωρίς να μεταβάλλει το πεδίο εφαρμογής ή τους στόχους της συμφωνίας, και ειδικότερα:
α)
τη διαδικασία ευθυγράμμισης της συμφωνίας με τις νομικές πράξεις της Ένωσης που είναι συναφείς με τη συμφωνία·
β)
την ομοιόμορφη ερμηνεία και εφαρμογή της συμφωνίας και των νομικών πράξεων της Ένωσης στις οποίες γίνεται αναφορά στη συμφωνία·
γ)
την εποπτεία και την εφαρμογή της συμφωνίας· και
δ)
την επίλυση των διαφορών στο πλαίσιο της συμφωνίας.
ΑΡΘΡΟ 2
Σχέση με τη συμφωνία
1.
Το παρόν πρωτόκολλο, το παράρτημά του και το προσάρτημά του αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας.
2.
Οι διατάξεις της συμφωνίας οι οποίες καταργούνται με το παρόν πρωτόκολλο παρατίθενται κατωτέρω:
α)
άρθρο 16·
β)
άρθρο 17·
γ)
άρθρο 19.
3.
Αναφορές στην «Ευρωπαϊκή Κοινότητα» ή στην «Κοινότητα» στη συμφωνία νοούνται ως αναφορές στην Ένωση.
ΑΡΘΡΟ 3
Διμερείς συμφωνίες στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά
στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία
1.
Οι υφιστάμενες και μελλοντικές διμερείς συμφωνίες μεταξύ της Ένωσης και της Ελβετίας στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία θεωρείται ότι αποτελούν συνεκτικό σύνολο το οποίο εξασφαλίζει ισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μεταξύ της Ένωσης και της Ελβετίας.
2.
Η συμφωνία αποτελεί διμερή συμφωνία σε τομέα σχετικό με την εσωτερική αγορά στον οποίο συμμετέχει η Ελβετία.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
ΕΥΘΥΓΡΑΜΜΙΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
ΑΡΘΡΟ 4
Συμμετοχή στη σύνταξη νομικών πράξεων της Ένωσης («διαμόρφωση αποφάσεων»)
1.
Κατά τη σύνταξη πρότασης για την έκδοση νομικής πράξης της Ένωσης σύμφωνα με τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΣΛΕΕ) στον τομέα που καλύπτεται από τη συμφωνία, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (στο εξής: Επιτροπή) ενημερώνει σχετικά την Ελβετία και ζητεί ανεπίσημα τη γνώμη εμπειρογνωμόνων της Ελβετίας κατά τον ίδιο τρόπο που ζητεί τη γνώμη εμπειρογνωμόνων των κρατών μελών της Ένωσης για τη σύνταξη των προτάσεών της.
Κατόπιν αιτήματος οποιουδήποτε συμβαλλόμενου μέρους, πραγματοποιείται προκαταρκτική ανταλλαγή απόψεων στο πλαίσιο της μεικτής επιτροπής.
Τα συμβαλλόμενα μέρη διαβουλεύονται μεταξύ τους εκ νέου, κατόπιν αιτήματος ενός εξ αυτών, στο πλαίσιο της μεικτής επιτροπής σε σημαντικές στιγμές του σταδίου που προηγείται της έκδοσης της νομικής πράξης από την Ένωση, στο πλαίσιο συνεχούς διαδικασίας ενημέρωσης και διαβούλευσης.
2.
Κατά την κατάρτιση, σύμφωνα με τη ΣΛΕΕ, κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων σχετικά με βασικές πράξεις του ενωσιακού δικαίου στον τομέα που καλύπτεται από τη συμφωνία, η Επιτροπή εξασφαλίζει την ευρύτερη δυνατή συμμετοχή της Ελβετίας στην κατάρτιση των σχεδίων και διαβουλεύεται με εμπειρογνώμονες της Ελβετίας στην ίδια βάση στην οποία διαβουλεύεται με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών της Ένωσης.
3.
Κατά την κατάρτιση, σύμφωνα με τη ΣΛΕΕ, εκτελεστικών πράξεων σχετικά με βασικές πράξεις του ενωσιακού δικαίου στον τομέα που καλύπτεται από τη συμφωνία, η Επιτροπή εξασφαλίζει την ευρύτερη δυνατή συμμετοχή της Ελβετίας στην κατάρτιση των σχεδίων που θα υποβληθούν αργότερα στις επιτροπές που επικουρούν την Επιτροπή κατά την άσκηση των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων της και διαβουλεύεται με εμπειρογνώμονες της Ελβετίας στην ίδια βάση στην οποία διαβουλεύεται με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών της Ένωσης.
4.
Οι εμπειρογνώμονες της Ελβετίας συμμετέχουν στις εργασίες των επιτροπών που δεν καλύπτονται από τις παραγράφους 2 και 3, όταν αυτό απαιτείται για την ορθή λειτουργία της συμφωνίας. Η μεικτή επιτροπή καταρτίζει και επικαιροποιεί κατάλογο των εν λόγω επιτροπών και, κατά περίπτωση, άλλων επιτροπών με παρόμοια χαρακτηριστικά.
5.
Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται όσον αφορά νομικές πράξεις της Ένωσης ή διατάξεις τους οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής εξαίρεσης που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 7.
ΑΡΘΡΟ 5
Ενσωμάτωση νομικών πράξεων της Ένωσης
1.
Προκειμένου να εξασφαλιστούν η ασφάλεια δικαίου και η ομοιογένεια του δικαίου στον τομέα που σχετίζεται με την εσωτερική αγορά στον οποίο συμμετέχει η Ελβετία δυνάμει της συμφωνίας, η Ελβετία και η Ένωση διασφαλίζουν ότι οι νομικές πράξεις της Ένωσης οι οποίες εκδίδονται στον τομέα που καλύπτεται από τη συμφωνία ενσωματώνονται στη συμφωνία το συντομότερο δυνατόν μετά την έκδοσή τους.
2.
Οι νομικές πράξεις της Ένωσης οι οποίες ενσωματώνονται στη συμφωνία σύμφωνα με την παράγραφο 4 αποτελούν, με την ενσωμάτωσή τους στη συμφωνία, μέρος της έννομης τάξης της Ελβετίας, με την επιφύλαξη, ανάλογα με την περίπτωση, των προσαρμογών που αποφασίζει η μεικτή επιτροπή.
3.
Η Ένωση, όταν εκδίδει νομική πράξη στον τομέα που καλύπτεται από τη συμφωνία, ενημερώνει σχετικά την Ελβετία το συντομότερο δυνατόν μέσω της μεικτής επιτροπής. Κατόπιν αιτήματος οποιουδήποτε συμβαλλόμενου μέρους, η μεικτή επιτροπή προβαίνει σε ανταλλαγή απόψεων επί του θέματος.
4.
Η μεικτή επιτροπή ενεργεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 εκδίδοντας απόφαση το συντομότερο δυνατόν για την τροποποίηση των παραρτημάτων I έως III της συμφωνίας, συμπεριλαμβανομένων των αναγκαίων προσαρμογών.
5.
Με την επιφύλαξη των παραγράφων 1 και 2, αν κριθεί αναγκαίο για να εξασφαλιστεί η συνοχή της συμφωνίας με το παράρτημά της, όπως θα έχει τροποποιηθεί σύμφωνα με την παράγραφο 4, η μεικτή επιτροπή μπορεί να προτείνει, προς έγκριση από τα συμβαλλόμενα μέρη σύμφωνα με τις εσωτερικές τους διαδικασίες, την αναθεώρηση της συμφωνίας.
6.
Οι αναφορές της συμφωνίας σε νομικές πράξεις της Ένωσης που δεν ισχύουν πλέον νοούνται ως αναφορές στην καταργούσα νομική πράξη της Ένωσης, όπως έχει ενσωματωθεί στο παράρτημα της συμφωνίας, από την έναρξη ισχύος της απόφασης της μεικτής επιτροπής σχετικά με την αντίστοιχη τροποποίηση του παραρτήματος της συμφωνίας σύμφωνα με την παράγραφο 4, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στην εν λόγω απόφαση.
7.
Η υποχρέωση που ορίζεται στην παράγραφο 1 δεν ισχύει για νομικές πράξεις της Ένωσης ή διατάξεις τους οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής εξαίρεσης που παρατίθεται κατωτέρω:
–
άρθρο 5ζ [Περίοδος εκ των προτέρων κοινοποίησης και έλεγχοι]·
–
άρθρο 5η [Οικονομικές εγγυήσεις και κυρώσεις]·
–
άρθρο 5θ [Απόδειξη μη μισθωτής εργασίας]·
–
άρθρο 5ι [Ρήτρα μη υποβάθμισης]·
–
άρθρο 7β [Φοιτητές]·
–
άρθρο 7ε [Μόνιμη διαμονή]·
–
άρθρο 7στ [Αγορά ακίνητης περιουσίας]·
–
άρθρο 7ζ [Δελτία ταυτότητας]·
–
άρθρο 7η [Απέλαση]·
–
παράρτημα II Συντονισμός των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης, μέρος II. Τομεακές προσαρμογές, σημείο 1 στοιχεία α) έως στ).
8.
Με την επιφύλαξη του άρθρου 6, οι αποφάσεις της μεικτής επιτροπής δυνάμει της παραγράφου 4 αρχίζουν να ισχύουν πάραυτα, αλλά σε καμία περίπτωση πριν από την ημερομηνία κατά την οποία η αντίστοιχη νομική πράξη της Ένωσης αρχίζει να εφαρμόζεται στην Ένωση.
9.
Τα συμβαλλόμενα μέρη συνεργάζονται καλόπιστα καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας που ορίζεται στο παρόν άρθρο, προκειμένου να διευκολύνουν τη λήψη αποφάσεων.
10.
Η Ένωση και η Ελβετία λαμβάνουν υπόψη την αρχή της «ίσης αμοιβής για εργασία ίσης αξίας στον ίδιο τόπο» και το διττό σύστημα επιβολής της Ελβετίας.
ΑΡΘΡΟ 6
Εκπλήρωση συνταγματικών υποχρεώσεων από την Ελβετία
1.
Κατά την ανταλλαγή απόψεων που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 3, η Ελβετία ενημερώνει την Ένωση αν απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 4 απαιτεί την εκπλήρωση συνταγματικών υποχρεώσεων από την Ελβετία προκειμένου να καταστεί δεσμευτική.
2.
Όταν η απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 4 απαιτεί από την Ελβετία να εκπληρώσει συνταγματικές υποχρεώσεις προκειμένου να καταστεί δεσμευτική, η Ελβετία διαθέτει μέγιστη προθεσμία δύο ετών από την ημερομηνία της ενημέρωσης που προβλέπεται στην παράγραφο 1, εκτός αν κινηθεί διαδικασία δημοψηφίσματος, οπότε η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά ένα έτος.
3.
Εν αναμονή της ενημέρωσης από την Ελβετία ότι έχει εκπληρώσει τις συνταγματικές της υποχρεώσεις, τα συμβαλλόμενα μέρη εφαρμόζουν προσωρινά την απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 4, εκτός αν η Ελβετία ενημερώσει την Ένωση ότι η προσωρινή εφαρμογή της απόφασης δεν είναι δυνατή και εκθέσει τους σχετικούς λόγους.
Η απόφαση δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εφαρμοστεί προσωρινά πριν από την ημερομηνία κατά την οποία η αντίστοιχη νομική πράξη της Ένωσης αρχίζει να εφαρμόζεται στην Ένωση.
4.
Η Ελβετία ενημερώνει την Ένωση μέσω της μεικτής επιτροπής αμέσως μόλις εκπληρώσει τις συνταγματικές υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1.
5.
Η απόφαση αρχίζει να ισχύει την ημέρα της ενημέρωσης που προβλέπεται στην παράγραφο 4, αλλά σε καμία περίπτωση πριν από την ημερομηνία κατά την οποία η αντίστοιχη νομική πράξη της Ένωσης αρχίζει να εφαρμόζεται στην Ένωση.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ
ΑΡΘΡΟ 7
Αρχή της ομοιόμορφης ερμηνείας
1.
Για την επίτευξη των στόχων που καθορίζονται στο άρθρο 1 και σύμφωνα με τις αρχές του δημόσιου διεθνούς δικαίου, οι διμερείς συμφωνίες στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία και οι νομικές πράξεις της Ένωσης στις οποίες γίνεται αναφορά στις εν λόγω συμφωνίες ερμηνεύονται και εφαρμόζονται ομοιόμορφα στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία.
2.
Οι νομικές πράξεις της Ένωσης στις οποίες γίνεται αναφορά στη συμφωνία και οι διατάξεις της συμφωνίας, στον βαθμό που η εφαρμογή τους περιλαμβάνει έννοιες του ενωσιακού δικαίου, ερμηνεύονται και εφαρμόζονται σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πριν ή μετά την υπογραφή της συμφωνίας.
ΑΡΘΡΟ 8
Αρχή της αποτελεσματικής και αρμονικής εφαρμογής
1.
Η Επιτροπή και οι αρμόδιες ελβετικές αρχές συνεργάζονται και αλληλοεπικουρούνται για να διασφαλίσουν την εποπτεία της εφαρμογής της συμφωνίας. Μπορούν να ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες εποπτείας της εφαρμογής της συμφωνίας. Μπορούν να ανταλλάσσουν απόψεις και να συζητούν θέματα αμοιβαίου ενδιαφέροντος.
2.
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσει την αποτελεσματική και αρμονική εφαρμογή της συμφωνίας στο έδαφός του.
3.
Η εποπτεία της εφαρμογής της συμφωνίας διενεργείται από κοινού από τα συμβαλλόμενα μέρη στο πλαίσιο της μεικτής επιτροπής.
Αν η Επιτροπή ή οι αρμόδιες ελβετικές αρχές αντιληφθούν περίπτωση πλημμελούς εφαρμογής, το θέμα μπορεί να παραπεμφθεί στη μεικτή επιτροπή με σκοπό την εξεύρεση αποδεκτής λύσης.
4.
Η Επιτροπή και οι αρμόδιες ελβετικές αρχές παρακολουθούν αντίστοιχα την εφαρμογή της συμφωνίας από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Εφαρμόζεται η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 10.
Στον βαθμό που ορισμένες εποπτικές αρμοδιότητες των θεσμικών οργάνων της Ένωσης όσον αφορά ένα συμβαλλόμενο μέρος είναι αναγκαίες για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής και αρμονικής εφαρμογής της συμφωνίας, όπως οι εξουσίες έρευνας και λήψης αποφάσεων, η συμφωνία πρέπει να τις προβλέπει ειδικά.
ΑΡΘΡΟ 9
Αρχή της αποκλειστικότητας
Τα συμβαλλόμενα μέρη δεσμεύονται να μην υποβάλλουν διαφορά σχετικά με την ερμηνεία ή την εφαρμογή της συμφωνίας και των νομικών πράξεων της Ένωσης στις οποίες γίνεται αναφορά στη συμφωνία ή, κατά περίπτωση, σχετικά με τη συμμόρφωση με τη συμφωνία απόφασης που εκδίδεται από την Επιτροπή βάσει της συμφωνίας σε οποιαδήποτε μέθοδο επίλυσης πλην εκείνων που προβλέπονται στο παρόν πρωτόκολλο.
ΑΡΘΡΟ 10
Διαδικασία σε περίπτωση δυσκολίας ερμηνείας ή εφαρμογής
1.
Σε περίπτωση δυσκολίας ερμηνείας ή εφαρμογής της συμφωνίας ή νομικής πράξης της Ένωσης στην οποία γίνεται αναφορά στη συμφωνία, τα συμβαλλόμενα μέρη διαβουλεύονται μεταξύ τους στο πλαίσιο της μεικτής επιτροπής για την εξεύρεση αμοιβαία αποδεκτής λύσης. Για τον σκοπό αυτόν, παρέχονται στη μεικτή επιτροπή όλα τα χρήσιμα πληροφοριακά στοιχεία, ώστε να μπορεί να προβεί σε λεπτομερή εξέταση της κατάστασης. Η μεικτή επιτροπή εξετάζει όλες τις δυνατότητες που επιτρέπουν τη διατήρηση της ορθής λειτουργίας της συμφωνίας.
2.
Αν η μεικτή επιτροπή δεν κατορθώσει να βρει λύση στη δυσκολία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 εντός τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία παραπέμφθηκε σ’ αυτήν το θέμα της δυσκολίας, οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη μπορεί να ζητήσει από διαιτητικό δικαστήριο να επιλύσει τη διαφορά σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται στο προσάρτημα.
3.
Όταν η διαφορά εγείρει ζήτημα ερμηνείας ή εφαρμογής διάταξης που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2, και εφόσον η ερμηνεία της διάταξης αυτής είναι συναφής για την επίλυση της διαφοράς και αναγκαία για να μπορέσει το διαιτητικό δικαστήριο να εκδώσει απόφαση, το διαιτητικό δικαστήριο παραπέμπει το ζήτημα αυτό στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Όταν η διαφορά εγείρει ζήτημα ερμηνείας ή εφαρμογής διάταξης που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής εξαίρεσης από την υποχρέωση δυναμικής ευθυγράμμισης που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 7, και όταν η διαφορά δεν αφορά την ερμηνεία ή την εφαρμογή εννοιών του ενωσιακού δικαίου, το διαιτητικό δικαστήριο επιλύει τη διαφορά χωρίς να την παραπέμψει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
4.
Όταν το διαιτητικό δικαστήριο υποβάλλει ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με την παράγραφο 3:
α)
η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι δεσμευτική για το διαιτητικό δικαστήριο· και
β)
η Ελβετία απολαμβάνει τα ίδια δικαιώματα με τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα της Ένωσης και υπόκειται στις ίδιες διαδικασίες ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τηρουμένων των αναλογιών.
5.
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί καλόπιστα με την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου.
Το συμβαλλόμενο μέρος το οποίο, κατά την κρίση του διαιτητικού δικαστηρίου, δεν συμμορφώθηκε με τη συμφωνία ενημερώνει το άλλο συμβαλλόμενο μέρος μέσω της μεικτής επιτροπής σχετικά με τα μέτρα που έλαβε για να συμμορφωθεί με την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου.
6.
Οι διασφαλίσεις που προβλέπονται στην κοινή δήλωση σχετικά με την άρνηση χορήγησης κοινωνικών παροχών και την άρση του δικαιώματος διαμονής πριν από την απόκτηση μόνιμης διαμονής και στην κοινή δήλωση σχετικά με την κοινοποίηση έναρξης απασχόλησης, οι οποίες επισυνάπτονται στη συμφωνία, λαμβάνονται υπόψη καλή τη πίστει στο πλαίσιο της επίλυσης των διαφορών που υποβάλλονται στη μεικτή επιτροπή.
Το πρώτο εδάφιο εφαρμόζεται για όσο διάστημα και στον βαθμό που οι διασφαλίσεις παραμένουν συμβατές με τις σχετικές νομικές πράξεις της Ένωσης, όπως έχουν ενσωματωθεί στη συμφωνία. Οι διασφαλίσεις δεν θίγουν την εφαρμογή του άρθρου 5 παράγραφος 1 του παρόντος πρωτοκόλλου.
ΑΡΘΡΟ 11
Αντισταθμιστικά μέτρα
1.
Αν το συμβαλλόμενο μέρος το οποίο, κατά την κρίση του διαιτητικού δικαστηρίου, δεν συμμορφώθηκε με τη συμφωνία δεν ενημερώσει το άλλο συμβαλλόμενο μέρος, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο IV.2 παράγραφος 6 του προσαρτήματος, σχετικά με τα μέτρα που έλαβε για να συμμορφωθεί με την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου, ή αν το άλλο συμβαλλόμενο μέρος θεωρεί ότι τα κοινοποιηθέντα μέτρα δεν συμμορφώνονται με την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου, το εν λόγω άλλο συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να λάβει αναλογικά αντισταθμιστικά μέτρα στο πλαίσιο της συμφωνίας ή οποιασδήποτε άλλης διμερούς συμφωνίας στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία (στο εξής: αντισταθμιστικά μέτρα), προκειμένου να αντιμετωπιστεί ενδεχόμενη ανισορροπία. Κοινοποιεί στο συμβαλλόμενο μέρος το οποίο, κατά την κρίση του διαιτητικού δικαστηρίου, δεν συμμορφώθηκε με τη συμφωνία τα αντισταθμιστικά μέτρα, τα οποία προσδιορίζονται στην κοινοποίηση. Τα εν λόγω αντισταθμιστικά μέτρα αρχίζουν να ισχύουν τρεις μήνες από την ημερομηνία της εν λόγω κοινοποίησης.
2.
Αν, εντός ενός μηνός από την ημερομηνία κοινοποίησης των προβλεπόμενων αντισταθμιστικών μέτρων, η μεικτή επιτροπή δεν αποφασίσει να αναστείλει, να τροποποιήσει ή να ακυρώσει τα εν λόγω αντισταθμιστικά μέτρα, οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να υποβάλει σε διαιτησία το ζήτημα της αναλογικότητας αυτών των αντισταθμιστικών μέτρων, σύμφωνα με το προσάρτημα.
3.
Το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίζει εντός των προθεσμιών που καθορίζονται στο άρθρο III.8 παράγραφος 4 του προσαρτήματος.
4.
Τα αντισταθμιστικά μέτρα δεν έχουν αναδρομική ισχύ. Ειδικότερα, διατηρούνται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που είχαν ήδη οι ιδιώτες και οι οικονομικοί φορείς πριν από την έναρξη ισχύος των αντισταθμιστικών μέτρων.
ΑΡΘΡΟ 12
Συνεργασία μεταξύ δικαιοδοσιών
1.
Για την προώθηση της ομοιόμορφης ερμηνείας, το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Ελβετίας και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης συμφωνούν στην τήρηση διαλόγου και στις λεπτομέρειες διεξαγωγής του.
2.
Η Ελβετία έχει το δικαίωμα να καταθέτει υπομνήματα ή γραπτές παρατηρήσεις στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης όταν δικαστήριο κράτους μέλους της Ένωσης υποβάλλει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ερώτημα σχετικά με την ερμηνεία της συμφωνίας ή διάταξης νομικής πράξης της Ένωσης που αναφέρεται σ’ αυτή για την έκδοση προδικαστικής απόφασης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΡΘΡΟ 13
Χρηματοδοτική συνεισφορά
1.
Η Ελβετία συνεισφέρει στη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων των οργανισμών της Ένωσης, των συστημάτων πληροφοριών και άλλων δραστηριοτήτων που παρατίθενται στο άρθρο 1 του παραρτήματος στις οποίες έχει πρόσβαση, σύμφωνα με το παρόν άρθρο και το παράρτημα.
Η μεικτή επιτροπή μπορεί να εκδώσει απόφαση για την τροποποίηση του παραρτήματος.
2.
Η Ένωση μπορεί να αναστείλει ανά πάσα στιγμή τη συμμετοχή της Ελβετίας στις δραστηριότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, αν η Ελβετία δεν τηρήσει την προθεσμία πληρωμής σύμφωνα με τους όρους πληρωμής που καθορίζονται στο άρθρο 2 του παραρτήματος.
Σε περίπτωση που η Ελβετία δεν τηρήσει την προθεσμία πληρωμής, η Ένωση αποστέλλει στην Ελβετία επίσημη επιστολή υπενθύμισης. Αν δεν καταβληθεί όλο το ποσό εντός 30 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της εν λόγω επίσημης επιστολής υπενθύμισης, η Ένωση μπορεί να αναστείλει τη συμμετοχή της Ελβετίας στη σχετική δραστηριότητα.
3.
Η χρηματοδοτική συνεισφορά είναι το άθροισμα:
α)
της επιχειρησιακής συνεισφοράς· και
β)
του τέλους συμμετοχής.
4.
Η χρηματοδοτική συνεισφορά λαμβάνει τη μορφή ετήσιας χρηματοδοτικής συνεισφοράς και είναι πληρωτέα κατά τις ημερομηνίες που προσδιορίζονται στις προσκλήσεις καταβολής συνεισφορών που εκδίδει η Επιτροπή.
5.
Η επιχειρησιακή συνεισφορά βασίζεται σε κλίμακα συνεισφοράς, η οποία ορίζεται ως ο λόγος του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (στο εξής: ΑΕΠ) της Ελβετίας σε τιμές αγοράς προς το ΑΕΠ της Ένωσης σε τιμές αγοράς.
Για τον σκοπό αυτόν, τα στοιχεία των συμβαλλόμενων μερών για το ΑΕΠ σε τιμές αγοράς είναι τα πλέον πρόσφατα διαθέσιμα σχετικά στοιχεία από την 1η Ιανουαρίου του έτους κατά το οποίο πραγματοποιείται η ετήσια πληρωμή, όπως παρέχονται από τη Στατιστική Υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUROSTAT), λαμβανομένης δεόντως υπόψη της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τη συνεργασία στον τομέα της στατιστικής, που πραγματοποιήθηκε στο Λουξεμβούργο στις 26 Οκτωβρίου 2004. Σε περίπτωση παύσης εφαρμογής της εν λόγω συμφωνίας, το ΑΕΠ της Ελβετίας είναι αυτό που καθορίζεται με βάση τα δεδομένα που παρέχονται από τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης.
6.
Η επιχειρησιακή συνεισφορά για κάθε οργανισμό της Ένωσης υπολογίζεται με την εφαρμογή της κλείδας συνεισφοράς στον ετήσιο ψηφισθέντα προϋπολογισμό του οργανισμού που έχει εγγραφεί στη/στις σχετική/-ές γραμμή/-ές επιδότησης του προϋπολογισμού της Ένωσης του εν λόγω έτους, λαμβανομένης υπόψη, για κάθε οργανισμό, τυχόν προσαρμοσμένης επιχειρησιακής συνεισφοράς όπως ορίζεται στο άρθρο 1 του παραρτήματος.
Η επιχειρησιακή συνεισφορά για τα συστήματα πληροφοριών και τις άλλες δραστηριότητες υπολογίζεται με την εφαρμογή της κλείδας συνεισφοράς στον σχετικό προϋπολογισμό του εν λόγω έτους, όπως ορίζεται στα έγγραφα εκτέλεσης του προϋπολογισμού, όπως προγράμματα εργασίας ή συμβάσεις.
Όλα τα ποσά αναφοράς βασίζονται στις πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων.
7.
Το ετήσιο τέλος συμμετοχής ανέρχεται στο 4 % της ετήσιας επιχειρησιακής συνεισφοράς, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με τις παραγράφους 5 και 6.
8.
Η Επιτροπή παρέχει στην Ελβετία επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τον υπολογισμό της χρηματοδοτικής συνεισφοράς της. Οι πληροφορίες αυτές παρέχονται λαμβανομένων δεόντως υπόψη των ενωσιακών κανόνων εμπιστευτικότητας και προστασίας των δεδομένων.
9.
Όλες οι χρηματοδοτικές συνεισφορές της Ελβετίας ή οι πληρωμές από την Ένωση, καθώς και ο υπολογισμός των οφειλόμενων ή των προς είσπραξη ποσών πραγματοποιούνται σε ευρώ.
10.
Όταν η έναρξη ισχύος του παρόντος πρωτοκόλλου δεν συμπίπτει με την έναρξη ημερολογιακού έτους, η επιχειρησιακή συνεισφορά της Ελβετίας για το εν λόγω έτος υπόκειται σε προσαρμογή, σύμφωνα με τη μεθοδολογία και τους όρους πληρωμής που ορίζονται στο άρθρο 5 του παραρτήματος.
11.
Οι λεπτομερείς διατάξεις για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου καθορίζονται στο παράρτημα.
12.
Τρία έτη μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος πρωτοκόλλου, και στη συνέχεια ανά τριετία, η μεικτή επιτροπή επανεξετάζει τους όρους συμμετοχής της Ελβετίας, όπως ορίζονται στο άρθρο 1 του παραρτήματος, και, κατά περίπτωση, τους προσαρμόζει.
ΑΡΘΡΟ 14
Αναφορές σε επικράτειες
Στις περιπτώσεις που οι νομικές πράξεις της Ένωσης οι οποίες ενσωματώνονται στη συμφωνία περιέχουν αναφορές στην επικράτεια της «Ευρωπαϊκής Ένωσης», της «‘Ένωσης», της «κοινής αγοράς» ή της «εσωτερικής αγοράς», οι αναφορές νοούνται, για τους σκοπούς της συμφωνίας, ως αναφορές στις επικράτειες που αναφέρονται στο άρθρο 24 της συμφωνίας.
ΑΡΘΡΟ 15
Αναφορές σε υπηκόους κρατών μελών της Ένωσης
Στις περιπτώσεις που οι νομικές πράξεις της Ένωσης οι οποίες έχουν ενσωματωθεί στη συμφωνία περιέχουν αναφορές σε υπηκόους κρατών μελών της Ένωσης, οι αναφορές νοούνται, για τους σκοπούς της συμφωνίας, ως αναφορές σε υπηκόους των κρατών μελών της Ένωσης και της Ελβετίας.
ΑΡΘΡΟ 16
Έναρξη ισχύος και εφαρμογή των νομικών πράξεων της Ένωσης
Οι διατάξεις των νομικών πράξεων της Ένωσης που έχουν ενσωματωθεί στη συμφωνία οι οποίες αφορούν την έναρξη ισχύος ή την εφαρμογή τους δεν είναι συναφείς για τους σκοπούς της συμφωνίας.
Τα χρονικά όρια και οι ημερομηνίες κατά τις οποίες αρχίζουν να ισχύουν και να εφαρμόζονται στην Ελβετία οι αποφάσεις για την ενσωμάτωση των νομικών πράξεων της Ένωσης στη συμφωνία απορρέουν από το άρθρο 5 παράγραφος 8 και το άρθρο 6 παράγραφος 5, καθώς και από τις διατάξεις σχετικά με τις μεταβατικές ρυθμίσεις.
ΑΡΘΡΟ 17
Αποδέκτες των νομικών πράξεων της Ένωσης
Οι διατάξεις των νομικών πράξεων της Ένωσης που έχουν ενσωματωθεί στη συμφωνία, στις οποίες επισημαίνεται ότι απευθύνονται στα κράτη μέλη της Ένωσης, δεν είναι συναφείς για τους σκοπούς της συμφωνίας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5
ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΡΘΡΟ 18
Εφαρμογή
1.
Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμφωνία και απέχουν από τη λήψη κάθε μέτρου που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την επίτευξη των στόχων της.
2.
Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα των νομικών πράξεων της Ένωσης στις οποίες γίνεται αναφορά στη συμφωνία και απέχουν από τη λήψη κάθε μέτρου που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την επίτευξη των στόχων τους.
ΑΡΘΡΟ 19
Έναρξη ισχύος
1.
Το παρόν πρωτόκολλο κυρώνεται ή εγκρίνεται από την Ένωση και την Ελβετία σύμφωνα με τις κατ’ ιδίαν διαδικασίες. Η Ένωση και η Ελβετία κοινοποιούν αμοιβαία την ολοκλήρωση των εσωτερικών διαδικασιών που είναι αναγκαίες για την έναρξη ισχύος του παρόντος πρωτοκόλλου.
2.
Το παρόν πρωτόκολλο αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του δεύτερου μήνα που έπεται της τελευταίας κοινοποίησης όσον αφορά τις ακόλουθες πράξεις:
α)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων·
β)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές·
γ)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές·
δ)
Πρωτόκολλο για τις κρατικές ενισχύσεις της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές·
ε)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών·
στ)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών·
ζ)
Πρωτόκολλο για τις κρατικές ενισχύσεις της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών·
η)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων·
θ)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας αμοιβαίας αναγνώρισης σχετικά με την αξιολόγηση της πιστότητας, μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας·
ι)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας αμοιβαίας αναγνώρισης σχετικά με την αξιολόγηση της πιστότητας, μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας·
ια)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας στη μείωση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση·
ιβ)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενεργείας, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, σχετικά με τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σε προγράμματα της Ένωσης·
ιγ)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας στον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Διαστημικό Πρόγραμμα.
ΑΡΘΡΟ 20
Τροποποίηση και καταγγελία
1.
Το παρόν πρωτόκολλο μπορεί να τροποποιηθεί ανά πάσα στιγμή με αμοιβαία συμφωνία της Ένωσης και της Ελβετίας.
2.
Σε περίπτωση καταγγελίας της συμφωνίας σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 3 της συμφωνίας, το παρόν πρωτόκολλο παύει να ισχύει κατά την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 25 παράγραφος 4 της συμφωνίας.
3.
Σε περίπτωση που η συμφωνία παύσει να ισχύει, διατηρούνται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που έχουν ήδη αποκτήσει βάσει της συμφωνίας οι ιδιώτες και οι οικονομικοί φορείς πριν από την ημερομηνία παύσης της συμφωνίας. Η Ένωση και η Ελβετία ρυθμίζουν με αμοιβαία συμφωνία ποιες ενέργειες θα αναληφθούν σε σχέση με δικαιώματα στο στάδιο της απόκτησης.
[Τόπος], στις [...], σε δύο αντίτυπα στην αγγλική, βουλγαρική, γαλλική, γερμανική, δανική, ελληνική, εσθονική, ιρλανδική, ισπανική, ιταλική, κροατική, λετονική, λιθουανική, μαλτέζικη, ολλανδική, ουγγρική, πολωνική, πορτογαλική, ρουμανική, σλοβακική, σλοβενική, σουηδική, τσεχική και φινλανδική γλώσσα, όλα δε τα κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά.
ΣΕ ΠΙΣΤΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩ, οι υπογράφοντες πληρεξούσιοι, δεόντως εξουσιοδοτημένοι, έθεσαν την υπογραφή τους κάτω από το παρόν πρωτόκολλο.
(Πεδίο υπογραφών και στις 24 γλώσσες της ΕΕ: «Για την Ευρωπαϊκή Ένωση» και «Για την Ελβετική Συνομοσπονδία»)
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 13 του πρωτοκόλλου
ΑΡΘΡΟ 1
Κατάλογος των δραστηριοτήτων των οργανισμών της Ένωσης, των συστημάτων πληροφοριών και άλλων δραστηριοτήτων
στις οποίες πρέπει να συνεισφέρει οικονομικά η Ελβετία
Η Ελβετία συνεισφέρει οικονομικά στα εξής:
α)
οργανισμούς:
κανέναν.
β)
συστήματα πληροφοριών:
Ευρωπαϊκό δίκτυο υπηρεσιών απασχόλησης (EURES), όπως συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/589 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Απριλίου 2016, για το ευρωπαϊκό δίκτυο υπηρεσιών απασχόλησης (EURES), την πρόσβαση των εργαζομένων σε υπηρεσίες κινητικότητας και την περαιτέρω ενοποίηση των αγορών εργασίας και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 492/2011 και (ΕΕ) αριθ. 1296/2013 (ΕΕ L 107 της 22.4.2016, σ. 1), κατά περίπτωση, σύμφωνα με το παράρτημα I της συμφωνίας·
Ηλεκτρονική ανταλλαγή πληροφοριών για την κοινωνική ασφάλιση (EESSI) όπως θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 883/2004(ΕΕ L 166 της 30.4.2004, σ. 1), όπως διορθώθηκε με ΕΕ L 200 της 7.6.2004, σ. 1 και ΕΕ L 204 της 4.8.2007, σ. 30) και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 987/2009 (ΕΕ L 284 της 30.10.2009, σ. 1), κατά περίπτωση, σύμφωνα με το παράρτημα II της συμφωνίας·
Σύστημα πληροφόρησης για την εσωτερική αγορά (IMI), όπως θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τη διοικητική συνεργασία μέσω του Συστήματος Πληροφόρησης για την Εσωτερική Αγορά και την κατάργηση της απόφασης 2008/49/ΕΚ (ΕΕ L 316 της 14.11.2012, σ. 1), κατά περίπτωση, σύμφωνα με τα παραρτήματα I και III της συμφωνίας·
γ)
άλλες δραστηριότητες:
καμία.
ΑΡΘΡΟ 2
Όροι πληρωμής
1.
Οι πληρωμές που οφείλονται σύμφωνα με το άρθρο 13 του πρωτοκόλλου πραγματοποιούνται σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
2.
Κατά την έκδοση της πρόσκλησης καταβολής του οικονομικού έτους, η Επιτροπή κοινοποιεί στην Ελβετία τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)
το ποσό της επιχειρησιακής συνεισφοράς· και
β)
το ποσό του τέλους συμμετοχής.
3.
Η Επιτροπή κοινοποιεί στην Ελβετία, το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο στις 16 Απριλίου κάθε οικονομικού έτους, τις ακόλουθες πληροφορίες σε σχέση με τη συμμετοχή της Ελβετίας:
α)
τα ποσά των πιστώσεων αναλήψεων υποχρεώσεων του ετήσιου ψηφισθέντος προϋπολογισμού της Ένωσης που έχει εγγραφεί στη/στις σχετική/-ές γραμμή/-ές επιδότησης του προϋπολογισμού της Ένωσης του εν λόγω έτους για κάθε οργανισμό της Ένωσης, λαμβανομένης υπόψη, για κάθε οργανισμό, τυχόν προσαρμοσμένης επιχειρησιακής συνεισφοράς, όπως ορίζεται στο άρθρο 1, και τα ποσά των πιστώσεων αναλήψεων υποχρεώσεων σε σχέση με τον ψηφισθέντα προϋπολογισμό της Ένωσης του εν λόγω έτους για τον σχετικό προϋπολογισμό των συστημάτων πληροφοριών και άλλων δραστηριοτήτων, που καλύπτουν τη συμμετοχή της Ελβετίας σύμφωνα με το άρθρο 1·
β)
το ποσό του τέλους συμμετοχής που αναφέρεται στο άρθρο 13 παράγραφος 7 του πρωτοκόλλου· και
γ)
όσον αφορά τους οργανισμούς, το έτος Ν+1, τα ποσά των δημοσιονομικών δεσμεύσεων που αναλήφθηκαν επί πιστώσεων αναλήψεων υποχρεώσεων οι οποίες εγκρίθηκαν το έτος Ν στη/στις σχετική/-ές γραμμή/-ές επιδότησης του προϋπολογισμού της Ένωσης σε σχέση με τον ετήσιο προϋπολογισμό της Ένωσης που έχει εγγραφεί στη/στις σχετική/-ές γραμμή/-ές επιδότησης του προϋπολογισμού της Ένωσης του έτους N.
4.
Βάσει του σχεδίου προϋπολογισμού της, η Επιτροπή παρέχει εκτίμηση των πληροφοριών της παραγράφου 3 στοιχεία α) και β) το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο έως την 1η Σεπτεμβρίου του οικονομικού έτους.
5.
Η Επιτροπή εκδίδει προς την Ελβετία, το αργότερο στις 16 Απριλίου και, εφόσον έχει εφαρμογή στον σχετικό οργανισμό, στο σχετικό σύστημα πληροφοριών ή σε άλλη σχετική δραστηριότητα, το νωρίτερο στις 22 Οκτωβρίου και το αργότερο στις 31 Οκτωβρίου κάθε οικονομικού έτους, πρόσκληση καταβολής που αντιστοιχεί στη συνεισφορά της Ελβετίας βάσει της συμφωνίας για καθέναν από τους οργανισμούς, τα συστήματα πληροφοριών και τις άλλες δραστηριότητες όπου συμμετέχει η Ελβετία.
6.
Η/Οι πρόσκληση/-εις καταβολής που αναφέρεται/-ονται στην παράγραφο 5 διαρθρώνεται/-ονται σε δόσεις ως εξής:
α)
η πρώτη δόση κάθε έτους, σε σχέση με την πρόσκληση καταβολής που πρέπει να εκδοθεί έως τις 16 Απριλίου, αντιστοιχεί σε ποσό που δεν υπερβαίνει το ισοδύναμο της εκτιμώμενης ετήσιας χρηματοδοτικής συνεισφοράς του σχετικού οργανισμού, συστήματος πληροφοριών ή άλλης δραστηριότητας που αναφέρεται στην παράγραφο 4·
Η Ελβετία καταβάλλει το ποσό που αναγράφεται στην πρόσκληση καταβολής το αργότερο 60 ημέρες από την ημερομηνία έκδοσης της πρόσκλησης καταβολής·
β)
κατά περίπτωση, η δεύτερη δόση του έτους, σε σχέση με την πρόσκληση καταβολής που πρέπει να εκδοθεί το νωρίτερο στις 22 Οκτωβρίου και το αργότερο στις 31 Οκτωβρίου, αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ του ποσού που αναφέρεται στην παράγραφο 4 και του ποσού που αναφέρεται στην παράγραφο 5, όταν το ποσό που αναφέρεται στην παράγραφο 5 είναι υψηλότερο.
Η Ελβετία καταβάλλει το ποσό που αναγράφεται στην εν λόγω πρόσκληση καταβολής το αργότερο έως τις 21 Δεκεμβρίου.
Για κάθε πρόσκληση καταβολής, η Ελβετία μπορεί να πραγματοποιεί χωριστές πληρωμές για κάθε οργανισμό, σύστημα πληροφοριών ή άλλη δραστηριότητα.
7.
Για το πρώτο έτος εφαρμογής του πρωτοκόλλου, η Επιτροπή εκδίδει μία μόνο πρόσκληση καταβολής εντός 90 ημερών από την έναρξη ισχύος του πρωτοκόλλου.
Η Ελβετία καταβάλλει το ποσό που αναγράφεται στην πρόσκληση καταβολής το αργότερο 60 ημέρες από την ημερομηνία έκδοσης της πρόσκλησης καταβολής.
8.
Οποιαδήποτε καθυστέρηση στην καταβολή της χρηματοδοτικής συνεισφοράς συνεπάγεται την καταβολή τόκων υπερημερίας από την Ελβετία επί του οφειλόμενου ποσού από την ημερομηνία καταβολής έως την ημέρα κατά την οποία το εν λόγω οφειλόμενο ποσό εξοφληθεί εξ ολοκλήρου.
Το επιτόκιο για τα εισπρακτέα ποσά που δεν εξοφλούνται εμπρόθεσμα είναι αυτό που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στις κύριες πράξεις αναχρηματοδότησης, όπως δημοσιεύεται στη σειρά C της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και που ισχύει την πρώτη ημέρα του μήνα κατά τον οποίο εκπνέει η προθεσμία ή 0 %, αναλόγως του ποιο ποσό είναι μεγαλύτερο, συν 3,5 εκατοστιαίες μονάδες.
ΑΡΘΡΟ 3
Προσαρμογή της χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Ελβετίας στους οργανισμούς της Ένωσης
με βάση την εκτέλεση
Η προσαρμογή της χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Ελβετίας στους οργανισμούς της Ένωσης πραγματοποιείται το έτος Ν+1, όταν η αρχική επιχειρησιακή συνεισφορά προσαρμόζεται προς τα πάνω ή προς τα κάτω με βάση τη διαφορά μεταξύ της αρχικής επιχειρησιακής συνεισφοράς και μιας προσαρμοσμένης συνεισφοράς υπολογιζόμενης με την εφαρμογή της κλείδας κατανομής του έτους Ν στο ποσό των δημοσιονομικών δεσμεύσεων που αναλήφθηκαν επί πιστώσεων αναλήψεων υποχρεώσεων οι οποίες εγκρίθηκαν κατά το έτος Ν στο πλαίσιο της/των σχετικής/-ών γραμμής/-ών επιδότησης του προϋπολογισμού της Ένωσης. Κατά περίπτωση, η διαφορά λαμβάνει υπόψη, για κάθε οργανισμό, την προσαρμοσμένη επιχειρησιακή συνεισφορά βάσει ποσοστού, όπως ορίζεται στο άρθρο 1.
ΑΡΘΡΟ 4
Υφιστάμενες ρυθμίσεις
Το άρθρο 13 του πρωτοκόλλου και το παρόν παράρτημα δεν εφαρμόζονται στις ειδικές ρυθμίσεις μεταξύ της Ελβετίας και της Ένωσης, οι οποίες περιλαμβάνουν τις χρηματοδοτικές συνεισφορές της Ελβετίας. Οι οργανισμοί, τα συστήματα πληροφοριών και άλλες δραστηριότητες που καλύπτονται από τις εν λόγω ρυθμίσεις είναι τα εξής:
–
σύστημα αμοιβαίας πληροφόρησης για την κοινωνική προστασία (MISSOC), σύμφωνα με τις αντίστοιχες συμβατικές ρυθμίσεις της Ελβετίας και της Επιτροπής με τη γραμματεία του MISSOC.
ΑΡΘΡΟ 5
Μεταβατικές ρυθμίσεις
Σε περίπτωση που η ημερομηνία έναρξης ισχύος του πρωτοκόλλου δεν είναι η 1η Ιανουαρίου, εφαρμόζεται το παρόν άρθρο κατά παρέκκλιση από το άρθρο 2.
Για το πρώτο έτος εφαρμογής του πρωτοκόλλου, σε σχέση με την οφειλόμενη επιχειρησιακή συνεισφορά για το εν λόγω έτος η οποία εφαρμόζεται στον σχετικό οργανισμό, σύστημα πληροφοριών ή άλλη δραστηριότητα, όπως καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 13 του πρωτοκόλλου και τα άρθρα 1 έως 3 του παρόντος παραρτήματος, η επιχειρησιακή συνεισφορά μειώνεται pro rata temporis με τον πολλαπλασιασμό του ποσού της ετήσιας οφειλόμενης επιχειρησιακής συνεισφοράς με τον λόγο των ακόλουθων στοιχείων:
α)
του αριθμού των ημερολογιακών ημερών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του πρωτοκόλλου έως τις 31 Δεκεμβρίου του εν λόγω έτους· και
β)
του συνολικού αριθμού των ημερολογιακών ημερών του εν λόγω έτους.
Προσάρτημα
ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ I
ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΡΘΡΟ I.1
Πεδίο εφαρμογής
Αν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη (στο εξής: μέρη) υποβάλει διαφορά σε διαιτησία σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 2 ή το άρθρο 11 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου ή παραπέμψει υπόθεση σε διαιτησία σύμφωνα με το άρθρο 14α παράγραφοι 2 ή 4 της συμφωνίας, εφαρμόζονται οι κανόνες του παρόντος προσαρτήματος.
ΑΡΘΡΟ I.2
Γραμματεία και γραμματειακές υπηρεσίες
Το Διεθνές Γραφείο του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου της Χάγης (στο εξής: Διεθνές Γραφείο) ασκεί καθήκοντα γραμματείας και παρέχει τις αναγκαίες γραμματειακές υπηρεσίες.
ΑΡΘΡΟ I.3
Κοινοποιήσεις και υπολογισμός προθεσμιών
1.
Οι κοινοποιήσεις, συμπεριλαμβανομένων των ανακοινώσεων ή των προτάσεων, μπορούν να αποστέλλονται με οποιοδήποτε μέσο επικοινωνίας πιστοποιεί τη διαβίβασή τους ή επιτρέπει την πιστοποίησή τους.
2.
Οι εν λόγω κοινοποιήσεις μπορούν να αποστέλλονται ηλεκτρονικά μόνον εφόσον έχει οριστεί ή εγκριθεί διεύθυνση από μέρος ειδικά για τον σκοπό αυτόν.
3.
Οι κοινοποιήσεις αυτές που επιδίδονται στα μέρη αποστέλλονται, για την Ελβετία, στο Τμήμα Ευρώπης του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Εξωτερικών της Ελβετίας και, για την Ένωση, στη Νομική Υπηρεσία της Επιτροπής.
4.
Κάθε προθεσμία που ορίζεται στο παρόν προσάρτημα προσμετράται από την επομένη της επέλευσης ενός γεγονότος ή της διενέργειας μιας πράξης. Αν η τελευταία ημέρα για την παράδοση εγγράφου συμπίπτει με μη εργάσιμη ημέρα των θεσμικών οργάνων της Ένωσης ή της κυβέρνησης της Ελβετίας, η χρονική περίοδος της παράδοσης του εγγράφου λήγει την πρώτη επόμενη εργάσιμη μέρα. Υπολογίζονται οι μη εργάσιμες ημέρες που εμπίπτουν στη χρονική περίοδο.
ΑΡΘΡΟ I.4
Κοινοποίηση διαιτησίας
1.
Το μέρος που αναλαμβάνει την πρωτοβουλία να προσφύγει στη διαιτησία (στο εξής: ενάγων) αποστέλλει στο άλλο μέρος (στο εξής: εναγόμενος) και στο Διεθνές Γραφείο κοινοποίηση διαιτησίας.
2.
Η διαιτητική διαδικασία θεωρείται ότι αρχίζει από την ημέρα που έπεται αυτής κατά την οποία ο εναγόμενος παραλαμβάνει την κοινοποίηση διαιτησίας.
3.
Η κοινοποίηση διαιτησίας περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)
το αίτημα παραπομπής της διαφοράς σε διαιτησία·
β)
τα ονόματα και τα στοιχεία επικοινωνίας των μερών·
γ)
το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση του/των εκπροσώπου/-ων του ενάγοντος·
δ)
τη νομική βάση της διαδικασίας (άρθρο 10 παράγραφος 2 ή άρθρο 11 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου) και:
i)
στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου, το ζήτημα που αποτέλεσε το έναυσμα της διαφοράς, όπως έχει εγγραφεί επίσημα, προς επίλυση, στην ημερήσια διάταξη της μεικτής επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 1 του πρωτοκόλλου· και
ii)
στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου, την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου, τα εκτελεστικά μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 5 του πρωτοκόλλου και τα επίμαχα αντισταθμιστικά μέτρα·
iii)
στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 14α παράγραφοι 2 και 4 της συμφωνίας, τις εικαζόμενες δυσκολίες σύμφωνα με το άρθρο 14α παράγραφος 2 της συμφωνίας·
ε)
τον προσδιορισμό τυχόν κανόνα που αποτέλεσε το έναυσμα της διαφοράς ή που σχετίζεται μ’ αυτήν·
στ)
συνοπτική περιγραφή της διαφοράς· και
ζ)
τον ορισμό διαιτητή ή, αν πρέπει να διοριστούν πέντε διαιτητές, τον ορισμό δύο διαιτητών.
4.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 3 του πρωτοκόλλου, η κοινοποίηση διαιτησίας μπορεί επίσης να περιέχει πληροφορίες σχετικά με την ανάγκη προσφυγής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
5.
Τυχόν ισχυρισμοί σχετικά με την επάρκεια της κοινοποίησης διαιτησίας δεν εμποδίζουν τη σύσταση του διαιτητικού δικαστηρίου. Η διαφορά διευθετείται οριστικά από το διαιτητικό δικαστήριο.
ΑΡΘΡΟ I.5
Απάντηση στην κοινοποίηση διαιτησίας
1.
Εντός 60 ημερών από την παραλαβή της κοινοποίησης διαιτησίας, ο εναγόμενος αποστέλλει στον ενάγοντα και στο Διεθνές Γραφείο απάντηση στην κοινοποίηση διαιτησίας, η οποία περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)
τα ονόματα και τα στοιχεία επικοινωνίας των μερών·
β)
το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση του/των εκπροσώπου/-ων του εναγομένου·
γ)
απάντηση στις πληροφορίες που περιέχονται στην κοινοποίηση διαιτησίας σύμφωνα με το άρθρο I.4 παράγραφος 3 στοιχεία δ) έως στ)· και
δ)
τον ορισμό διαιτητή ή, αν πρέπει να διοριστούν πέντε διαιτητές, τον ορισμό δύο διαιτητών.
2.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 3 του πρωτοκόλλου, η απάντηση στην κοινοποίηση διαιτησίας μπορεί επίσης να περιέχει απάντηση στις πληροφορίες που περιέχονται στην κοινοποίηση διαιτησίας σύμφωνα με το άρθρο I.4 παράγραφος 4 του παρόντος προσαρτήματος και πληροφορίες σχετικά με την ανάγκη προσφυγής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
3.
Η έλλειψη απάντησης ή η ελλιπής ή καθυστερημένη απάντηση του εναγομένου στην κοινοποίηση διαιτησίας δεν εμποδίζει τη σύσταση διαιτητικού δικαστηρίου. Η διαφορά διευθετείται οριστικά από το διαιτητικό δικαστήριο.
4.
Αν στην απάντησή του στην κοινοποίηση διαιτησίας ο εναγόμενος ζητήσει το διαιτητικό δικαστήριο να αποτελείται από πέντε διαιτητές, ο ενάγων ορίζει επιπλέον διαιτητή εντός 30 ημερών από την παραλαβή της απάντησης στην κοινοποίηση διαιτησίας.
ΑΡΘΡΟ I.6
Εκπροσώπηση και συνδρομή
1.
Τα μέρη εκπροσωπούνται ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου από έναν ή περισσότερους εκπροσώπους. Οι εκπρόσωποι μπορούν να επικουρούνται από συμβούλους ή δικηγόρους.
2.
Κάθε αλλαγή των εκπροσώπων ή των διευθύνσεών τους κοινοποιείται στο άλλο μέρος, στο Διεθνές Γραφείο και στο διαιτητικό δικαστήριο. Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί, ανά πάσα στιγμή, με δική του πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος ενός μέρους, να ζητήσει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τις εξουσίες που έχουν ανατεθεί στους εκπροσώπους των μερών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II
ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΟΥ ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
ΑΡΘΡΟ II.1
Αριθμός διαιτητών
Το διαιτητικό δικαστήριο απαρτίζεται από τρεις διαιτητές. Αν το ζητήσει ο ενάγων στην οικεία κοινοποίηση διαιτησίας ή ο εναγόμενος στην απάντησή του στην κοινοποίηση διαιτησίας, το διαιτητικό δικαστήριο απαρτίζεται από πέντε διαιτητές.
ΑΡΘΡΟ II.2
Διορισμός διαιτητών
1.
Αν πρέπει να διοριστούν τρεις διαιτητές, καθένα από τα μέρη ορίζει έναν από αυτούς. Οι δύο διαιτητές που διορίζονται από τα μέρη επιλέγουν τον τρίτο διαιτητή, ο οποίος προεδρεύει του διαιτητικού δικαστηρίου.
2.
Αν πρέπει να διοριστούν πέντε διαιτητές, καθένα από τα μέρη ορίζει δύο από αυτούς. Οι τέσσερις διαιτητές που διορίζονται από τα μέρη επιλέγουν τον πέμπτο διαιτητή, ο οποίος προεδρεύει του διαιτητικού δικαστηρίου.
3.
Αν, εντός 30 ημερών από τον ορισμό του τελευταίου διαιτητή τον οποίο διόρισαν τα μέρη, οι διαιτητές δεν καταλήξουν σε συμφωνία σχετικά με την επιλογή του προέδρου του διαιτητικού δικαστηρίου, ο πρόεδρος διορίζεται από τον γενικό γραμματέα του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου.
4.
Για τη διευκόλυνση της επιλογής των διαιτητών που θα απαρτίζουν το διαιτητικό δικαστήριο, καταρτίζεται και επικαιροποιείται, όποτε κρίνεται αναγκαίο, ενδεικτικός κατάλογος των προσώπων τα οποία διαθέτουν τα προσόντα που αναφέρονται στην παράγραφο 6, ο οποίος είναι κοινός για όλες τις διμερείς συμφωνίες στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία, καθώς και για τη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για την υγεία, η οποία υπογράφηκε στ […] στις […] (στο εξής: συμφωνία για την υγεία), τη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων, η οποία υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο στις 21 Ιουνίου 1999 (στο εξής: συμφωνία για τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων) και τη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας στη μείωση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία υπογράφηκε στ […] στις […] (στο εξής: συμφωνία σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας). Η μεικτή επιτροπή εγκρίνει και επικαιροποιεί, για τους σκοπούς της συμφωνίας, τον εν λόγω κατάλογο μέσω απόφασης.
5.
Σε περίπτωση που ένα μέρος δεν ορίσει διαιτητή, ο γενικός γραμματέας του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου διορίζει τον εν λόγω διαιτητή από τον κατάλογο που αναφέρεται στην παράγραφο 4. Ελλείψει τέτοιου καταλόγου, ο διαιτητής διορίζεται με κλήρωση από τον γενικό γραμματέα του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου μεταξύ των ατόμων που έχει προτείνει επίσημα ένα μέρος ή και τα δύο μέρη για τους σκοπούς της παραγράφου 4.
6.
Τα πρόσωπα που απαρτίζουν το διαιτητικό δικαστήριο είναι πρόσωπα υψηλής ειδίκευσης, με ή χωρίς δεσμούς με τα μέρη, των οποίων η ανεξαρτησία και η έλλειψη σύγκρουσης συμφερόντων είναι εγγυημένες, ενώ διαθέτουν επίσης ευρεία πείρα. Ειδικότερα, διαθέτουν αποδεδειγμένη εμπειρογνωσία στο δίκαιο και στα θέματα που καλύπτονται από την παρούσα συμφωνία· δεν δέχονται οδηγίες από κανένα μέρος· και συμμετέχουν σε ατομική βάση και δεν δέχονται οδηγίες από κανέναν οργανισμό ή δημόσια αρχή σχετικά με θέματα που συνδέονται με τη διαφορά. Ο πρόεδρος του διαιτητικού δικαστηρίου διαθέτει επίσης πείρα σε διαδικασίες επίλυσης διαφορών.
ΑΡΘΡΟ II.3
Δηλώσεις διαιτητών
1.
Όταν ένα πρόσωπο τελεί υπό εξέταση για διορισμό ως διαιτητής, το εν λόγω πρόσωπο αναφέρει όλες τις περιστάσεις που ενδέχεται να δημιουργήσουν εύλογες αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία ή την ανεξαρτησία του. Από τον διορισμό και καθ’ όλη τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας, ο διαιτητής αναφέρει τις περιστάσεις αυτές στα μέρη και στους άλλους διαιτητές χωρίς καθυστέρηση, αν ο διαιτητής δεν το έχει ήδη πράξει.
2.
Κάθε διαιτητής μπορεί να εξαιρεθεί αν συντρέχουν περιστάσεις που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν εύλογες αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία ή την ανεξαρτησία του.
3.
Ένα μέρος μπορεί να ζητήσει την εξαίρεση διαιτητή που έχει διορίσει μόνο για λόγο που του γνωστοποιείται μετά τον εν λόγω διορισμό.
4.
Αν ένας διαιτητής δεν ενεργήσει ή αδυνατεί εκ του νόμου ή εκ των πραγμάτων να ασκήσει τα καθήκοντά του, εφαρμόζεται η διαδικασία εξαίρεσης διαιτητών που προβλέπεται στο άρθρο II.4.
ΑΡΘΡΟ II.4
Εξαίρεση διαιτητών
1.
Κάθε μέρος που επιθυμεί να εξαιρέσει διαιτητή υποβάλλει αίτημα εξαίρεσης εντός 30 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία του κοινοποιήθηκε ο διορισμός του εν λόγω διαιτητή ή εντός 30 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία έλαβε γνώση των περιστάσεων που αναφέρονται στο άρθρο II.3.
2.
Το αίτημα εξαίρεσης αποστέλλεται στο άλλο μέρος, στον διαιτητή προς εξαίρεση, στους άλλους διαιτητές και στο Διεθνές Γραφείο. Στο αίτημα εκτίθενται οι λόγοι της εξαίρεσης.
3.
Όταν έχει υποβληθεί αίτημα εξαίρεσης, το άλλο μέρος μπορεί να αποδεχθεί το αίτημα εξαίρεσης. Ο εν λόγω διαιτητής μπορεί επίσης να παραιτηθεί. Η αποδοχή της παραίτησης δεν συνεπάγεται αναγνώριση των λόγων για τους οποίους ζητείται η εξαίρεση.
4.
Αν, εντός 15 ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης του αιτήματος εξαίρεσης, το άλλο μέρος δεν αποδεχθεί το αίτημα εξαίρεσης ή ο εν λόγω διαιτητής δεν παραιτηθεί, το μέρος που ζητεί την εξαίρεση μπορεί να ζητήσει από τον γενικό γραμματέα του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου να λάβει απόφαση σχετικά με την εξαίρεση.
5.
Εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά, στην απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 4 εκτίθενται οι λόγοι της απόφασης αυτής.
ΑΡΘΡΟ II.5
Αντικατάσταση διαιτητή
1.
Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, αν είναι αναγκαίο να αντικατασταθεί διαιτητής κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας, διορίζεται ή επιλέγεται αντικαταστάτης σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο II.2 η οποία εφαρμόζεται στον διορισμό ή στην επιλογή του προς αντικατάσταση διαιτητή. Η διαδικασία αυτή εφαρμόζεται ακόμα και αν ένα μέρος δεν έχει ασκήσει το δικαίωμά του να διορίσει ή να συμμετάσχει στον διορισμό του προς αντικατάσταση διαιτητή.
2.
Σε περίπτωση αντικατάστασης διαιτητή, η διαδικασία συνεχίζεται από το σημείο κατά το οποίο ο διαιτητής που αντικαταστάθηκε έπαυσε να ασκεί τα καθήκοντά του, εκτός αν το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίσει διαφορετικά.
ΑΡΘΡΟ II.6
Απαλλαγή της ευθύνης
Εξαιρουμένων των περιπτώσεων δόλου ή σοβαρής αμέλειας, τα μέρη παραιτούνται, στον μέγιστο βαθμό που το επιτρέπει το εφαρμοστέο δίκαιο, από κάθε ενέργεια κατά των διαιτητών για κάθε πράξη ή παράλειψη που σχετίζεται με τη διαιτησία.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ III
ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
ΑΡΘΡΟ III.1
Γενικές διατάξεις
1.
Η ημερομηνία σύστασης του διαιτητικού δικαστηρίου είναι η ημερομηνία κατά την οποία ο τελευταίος διαιτητής αποδέχθηκε τον διορισμό του.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο εξασφαλίζει ότι τα μέρη τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης και ότι, στο κατάλληλο στάδιο της διαδικασίας, καθένα από αυτά έχει επαρκή δυνατότητα να ασκήσει τα δικαιώματά του και να εκθέσει την άποψή του. Το διαιτητικό δικαστήριο διεξάγει τη διαδικασία κατά τρόπο ώστε να αποφεύγονται καθυστερήσεις και περιττές δαπάνες και να διασφαλίζεται η επίλυση της διαφοράς μεταξύ των μερών.
3.
Οργανώνεται ακρόαση, εκτός αν το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίσει διαφορετικά, έπειτα από ακρόαση των μερών.
4.
Όταν ένα μέρος αποστέλλει κοινοποίηση στο διαιτητικό δικαστήριο, το πράττει μέσω του Διεθνούς Γραφείου και αποστέλλει ταυτόχρονα αντίγραφο στο άλλο μέρος. Το Διεθνές Γραφείο αποστέλλει αντίγραφο της εν λόγω κοινοποίησης σε καθέναν από τους διαιτητές.
ΑΡΘΡΟ III.2
Τόπος διαιτησίας
Τόπος διαιτησίας είναι η Χάγη. Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί, αν το απαιτούν εξαιρετικές περιστάσεις, να συνεδριάζει σε οποιοδήποτε άλλο μέρος κρίνει κατάλληλο για τις διασκέψεις του.
ΑΡΘΡΟ III.3
Γλώσσα
1.
Οι γλώσσες διαδικασίας είναι τα γαλλικά και τα αγγλικά.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει όλα τα έγγραφα που επισυνάπτονται στο δικόγραφο αγωγής ή στο υπόμνημα αντίκρουσης, καθώς και όλα τα επιπλέον έγγραφα που προσκομίστηκαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, που υποβλήθηκαν στην πρωτότυπη γλώσσα τους, να συνοδεύονται από μετάφραση σε μία από τις γλώσσες της διαδικασίας.
ΑΡΘΡΟ III.4
Δικόγραφο αγωγής
1.
Ο ενάγων αποστέλλει εγγράφως το οικείο δικόγραφο αγωγής στον εναγόμενο και στο διαιτητικό δικαστήριο μέσω του Διεθνούς Γραφείου, εντός της προθεσμίας που ορίζει το διαιτητικό δικαστήριο. Ο ενάγων μπορεί να αποφασίσει να θεωρήσει την οικεία κοινοποίηση διαιτησίας που αναφέρεται στο άρθρο I.4 ως δικόγραφο αγωγής, υπό την προϋπόθεση ότι πληροί επίσης τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου.
2.
Το δικόγραφο αγωγής περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)
τις πληροφορίες που ορίζονται στο άρθρο I.4 παράγραφος 3 στοιχεία β) έως στ)·
β)
περιγραφή των πραγματικών περιστατικών που προβλήθηκαν προς στήριξη της αγωγής· και
γ)
τα νομικά επιχειρήματα που προβλήθηκαν προς στήριξη της αγωγής.
3.
Το δικόγραφο αγωγής συνοδεύεται, στο μέτρο του δυνατού, από όλα τα έγγραφα και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρει ο ενάγων ή στα οποία θα πρέπει να παραπέμψει. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 3 του πρωτοκόλλου, το δικόγραφο αγωγής μπορεί επίσης να περιέχει, στο μέτρο του δυνατού, πληροφορίες σχετικά με την ανάγκη προσφυγής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
ΑΡΘΡΟ III.5
Υπόμνημα αντίκρουσης
1.
Ο εναγόμενος αποστέλλει εγγράφως το υπόμνημα αντίκρουσης στον ενάγοντα και στο διαιτητικό δικαστήριο μέσω του Διεθνούς Γραφείου, εντός της προθεσμίας που ορίζει το διαιτητικό δικαστήριο. Ο εναγόμενος μπορεί να αποφασίσει να θεωρήσει την απάντηση στην κοινοποίηση διαιτησίας που αναφέρεται στο άρθρο I.5 ως υπόμνημα αντίκρουσης, υπό τον όρο ότι η απάντηση στην κοινοποίηση διαιτησίας πληροί επίσης τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου.
2.
Το υπόμνημα αντίκρουσης απαντά στα σημεία του δικογράφου αγωγής που αναφέρονται σύμφωνα με το άρθρο III.4 παράγραφος 2 στοιχεία α) έως γ) του παρόντος προσαρτήματος. Το υπόμνημα αντίκρουσης συνοδεύεται, στο μέτρο του δυνατού, από όλα τα έγγραφα και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρει ο εναγόμενος ή στα οποία θα πρέπει να παραπέμψει. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 3 του πρωτοκόλλου, το υπόμνημα αντίκρουσης μπορεί επίσης να περιέχει, στο μέτρο του δυνατού, πληροφορίες σχετικά με την ανάγκη προσφυγής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
3.
Στο υπόμνημα αντίκρουσης, ή σε μεταγενέστερο στάδιο της διαιτητικής διαδικασίας, αν το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίσει ότι τυχόν καθυστέρηση δικαιολογείται από τις περιστάσεις, ο εναγόμενος μπορεί να ασκήσει ανταγωγή, υπό την προϋπόθεση ότι το διαιτητικό δικαστήριο είναι αρμόδιο να την εκδικάσει.
4.
Σε ανταγωγή εφαρμόζεται το άρθρο III.4 παράγραφοι 2 και 3.
ΑΡΘΡΟ III.6
Διαιτητική δικαιοδοσία
1.
Το διαιτητικό δικαστήριο αποφαίνεται αν είναι αρμόδιο βάσει του άρθρου 10 παράγραφος 2 ή του άρθρου 11 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου ή του άρθρου 14α παράγραφοι 2 ή 4 της συμφωνίας.
2.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου, το διαιτητικό δικαστήριο έχει εντολή να εξετάσει το ζήτημα που αποτέλεσε το έναυσμα της διαφοράς, όπως έχει εγγραφεί επίσημα, προς επίλυση, στην ημερήσια διάταξη της μεικτής επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 1 του πρωτοκόλλου.
3.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου, το διαιτητικό δικαστήριο το οποίο επιλήφθηκε της κύριας δίκης έχει εντολή να εξετάσει την αναλογικότητα των επίμαχων αντισταθμιστικών μέτρων, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων στις οποίες τα εν λόγω μέτρα ελήφθησαν, εν όλω ή εν μέρει, στο πλαίσιο άλλης διμερούς συμφωνίας στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία.
4.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 14α παράγραφοι 2 και 4 της συμφωνίας, το διαιτητικό δικαστήριο έχει εντολή να εξετάσει αν οι εικαζόμενες δυσκολίες έχουν αποδειχθεί και αν προκλήθηκαν από την εφαρμογή της συμφωνίας.
5.
Η προκαταρκτική ένσταση αναρμοδιότητας του διαιτητικού δικαστηρίου υποβάλλεται το αργότερο με το υπόμνημα αντίκρουσης ή, σε περίπτωση ανταγωγής, με το υπόμνημα απάντησης. Το γεγονός ότι ένα μέρος έχει διορίσει διαιτητή ή έχει συμμετάσχει στον διορισμό του δεν του στερεί το δικαίωμα να προβεί σε τέτοια προκαταρκτική ένσταση. Η προκαταρκτική ένσταση ότι η διαφορά θα υπερέβαινε τις αρμοδιότητες του διαιτητικού δικαστηρίου υποβάλλεται μόλις τεθεί κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας το ζήτημα που φέρεται ότι υπερβαίνει τις αρμοδιότητές του. Σε κάθε περίπτωση, το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την υποβολή προκαταρκτικής ένστασης μετά την παρέλευση της ταχθείσας προθεσμίας, αν κρίνει ότι η καθυστέρηση οφείλεται σε βάσιμο λόγο.
6.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί επί της προκαταρκτικής ένστασης που αναφέρεται στην παράγραφο 4 είτε αντιμετωπίζοντάς την ως προδικαστικό ερώτημα είτε κατά την έκδοση απόφασης επί της ουσίας της υπόθεσης.
ΑΡΘΡΟ III.7
Άλλα γραπτά υπομνήματα
Το διαιτητικό δικαστήριο, μετά από διαβούλευση με τα μέρη, αποφασίζει ποια άλλα γραπτά υπομνήματα, εκτός από το δικόγραφο αγωγής και το υπόμνημα αντίκρουσης, υποβάλλουν ή μπορούν να υποβάλουν τα μέρη και ορίζει προθεσμία για την υποβολή τους.
ΑΡΘΡΟ III.8
Προθεσμίες
1.
Οι προθεσμίες που ορίζει το διαιτητικό δικαστήριο για την κοινοποίηση των γραπτών εγγράφων, συμπεριλαμβανομένου του δικογράφου αγωγής και του υπομνήματος αντίκρουσης, δεν υπερβαίνουν τις 90 ημέρες, εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο λαμβάνει την οριστική του απόφαση εντός 12 μηνών από την ημερομηνία σύστασής του. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις ιδιαίτερης δυσκολίας, το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να παρατείνει την προθεσμία αυτή κατά τρεις επιπλέον μήνες κατ’ ανώτατο όριο.
3.
Οι προθεσμίες που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 μειώνονται κατά το ήμισυ:
α)
κατόπιν αιτήματος του ενάγοντος ή του εναγομένου, αν, εντός 30 ημερών από την υποβολή του εν λόγω αιτήματος, το διαιτητικό δικαστήριο, έπειτα από ακρόαση του άλλου μέρους, κρίνει ότι η υπόθεση είναι επείγουσα· ή
β)
αν συμφωνήσουν τα μέρη.
4.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου, το διαιτητικό δικαστήριο λαμβάνει την οριστική του απόφαση εντός έξι μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης των αντισταθμιστικών μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 1 του πρωτοκόλλου.
5.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 14α παράγραφοι 2 και 4 της συμφωνίας, το διαιτητικό δικαστήριο εκδίδει την οριστική του απόφαση εντός 6 μηνών από την ημερομηνία σύστασής του.
ΑΡΘΡΟ III.9
Παραπομπή υποθέσεων στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
1.
Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 7 και του άρθρου 10 παράγραφος 3 του πρωτοκόλλου, το διαιτητικό δικαστήριο παραπέμπει την υπόθεση στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να παραπέμψει υπόθεση στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανά πάσα στιγμή της διαδικασίας, υπό την προϋπόθεση ότι το διαιτητικό δικαστήριο είναι σε θέση να προσδιορίσει με επαρκή ακρίβεια το νομικό και πραγματικό πλαίσιο της υπόθεσης, καθώς και τα νομικά ζητήματα που εγείρει.
Η διαδικασία ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου αναστέλλεται έως ότου αποφανθεί το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
3.
Κάθε μέρος μπορεί να αποστείλει στο διαιτητικό δικαστήριο αιτιολογημένο αίτημα για την παραπομπή υπόθεσης στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το διαιτητικό δικαστήριο απορρίπτει το εν λόγω αίτημα αν κρίνει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την παραπομπή της υπόθεσης στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 1. Αν το διαιτητικό δικαστήριο απορρίψει το αίτημα ενός μέρους για παραπομπή της υπόθεσης στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αιτιολογεί την απόφασή του στην απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης.
4.
Το διαιτητικό δικαστήριο παραπέμπει υπόθεση στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με κοινοποίηση. Η κοινοποίηση περιέχει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)
συνοπτική περιγραφή της διαφοράς·
β)
την/τις επίμαχη/-ες νομική/-ές πράξη/-εις της Ένωσης και/ή διάταξη/-εις της συμφωνίας· και
γ)
την έννοια του ενωσιακού δικαίου που πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου.
Το διαιτητικό δικαστήριο ενημερώνει τα μέρη για την παραπομπή της υπόθεσης στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
5.
Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εφαρμόζει, κατ’ αναλογία, τον εσωτερικό του κανονισμό που εφαρμόζεται στην άσκηση της αρμοδιότητάς του να αποφαίνεται προδικαστικώς επί της ερμηνείας των Συνθηκών και των πράξεων των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης.
6.
Οι εκπρόσωποι και οι δικηγόροι που είναι εξουσιοδοτημένοι να εκπροσωπούν τα μέρη ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου δυνάμει των άρθρων I.4, I.5, III.4 και III.5 εξουσιοδοτούνται να εκπροσωπούν τα μέρη ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
ΑΡΘΡΟ III.10
Προσωρινά μέτρα
1.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου, κάθε μέρος μπορεί, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαιτητικής διαδικασίας, να υποβάλει αίτηση λήψης προσωρινών μέτρων που συνίστανται στην αναστολή των αντισταθμιστικών μέτρων.
2.
Στην αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 προσδιορίζονται το αντικείμενο της διαφοράς, τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υπόθεσης, καθώς και οι πραγματικοί και νομικοί ισχυρισμοί που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη των προσωρινών μέτρων τα οποία ζητούνται. Περιλαμβάνονται όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και παρατίθενται τα προτεινόμενα αποδεικτικά μέσα προς δικαιολόγηση της λήψης των προσωρινών μέτρων.
3.
Το μέρος που ζητεί τη λήψη των προσωρινών μέτρων διαβιβάζει την αίτησή του εγγράφως στο άλλο μέρος και στο διαιτητικό δικαστήριο μέσω του Διεθνούς Γραφείου. Το διαιτητικό δικαστήριο ορίζει σύντομη προθεσμία εντός της οποίας το εν λόγω άλλο μέρος μπορεί να υποβάλει γραπτές ή προφορικές παρατηρήσεις.
4.
Εντός ενός μηνός από την υποβολή της αίτησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, το διαιτητικό δικαστήριο εκδίδει απόφαση σχετικά με την αναστολή των επίμαχων αντισταθμιστικών μέτρων, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)
το διαιτητικό δικαστήριο έχει πεισθεί εκ πρώτης όψεως για το βάσιμο της υπόθεσης που υπέβαλε το μέρος που ζήτησε τη λήψη των προσωρινών μέτρων στην αίτησή του·
β)
το διαιτητικό δικαστήριο θεωρεί ότι, εν αναμονή της οριστικής του απόφασης, το μέρος που ζητεί τη λήψη των προσωρινών μέτρων θα υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία αν δεν ανασταλούν τα αντισταθμιστικά μέτρα· και
γ)
η ζημία που υπέστη το μέρος το οποίο ζητεί τη λήψη των προσωρινών μέτρων λόγω της άμεσης εφαρμογής των επίμαχων αντισταθμιστικών μέτρων υπερτερεί του συμφέροντος για άμεση και αποτελεσματική εφαρμογή των μέτρων αυτών.
5.
Η αναστολή της διαδικασίας που αναφέρεται στο άρθρο III.9 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο δεν εφαρμόζεται στις διαδικασίες δυνάμει του παρόντος άρθρου.
6.
Η απόφαση που λαμβάνεται από το διαιτητικό δικαστήριο σύμφωνα με την παράγραφο 4 έχει μόνο προσωρινό χαρακτήρα και δεν προδικάζει την κρίση του διαιτητικού δικαστηρίου επί της ουσίας της υπόθεσης.
7.
Εκτός αν η απόφαση που λαμβάνει το διαιτητικό δικαστήριο σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου ορίζει προγενέστερη ημερομηνία για τη λήξη της αναστολής, η αναστολή αίρεται όταν ληφθεί η οριστική απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου.
8.
Προς αποφυγή αμφιβολιών, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, εξυπακούεται ότι, κατά την εξέταση των αντίστοιχων συμφερόντων του μέρους που ζητεί τη λήψη προσωρινών μέτρων και του άλλου μέρους, το διαιτητικό δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα των ιδιωτών και των οικονομικών φορέων των μερών, αλλά η εξέταση αυτή δεν ισοδυναμεί με αναγνώριση οποιασδήποτε ιδιότητας στους εν λόγω ιδιώτες ή οικονομικούς φορείς ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου.
ΑΡΘΡΟ III.11
Αποδεικτικά στοιχεία
1.
Κάθε μέρος παρέχει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζει την αγωγή του ή την αντίκρουσή του.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο, κατόπιν αιτήματος ενός μέρους ή με δική του πρωτοβουλία, μπορεί να ζητεί από τα μέρη σχετικές πληροφορίες που θεωρεί αναγκαίες και κατάλληλες. Το διαιτητικό δικαστήριο ορίζει προθεσμία εντός της οποίας τα μέρη πρέπει να απαντήσουν στο αίτημά του.
3.
Το διαιτητικό δικαστήριο, κατόπιν αιτήματος ενός μέρους ή με δική του πρωτοβουλία, μπορεί να ζητεί από οποιαδήποτε πηγή τις πληροφορίες που θεωρεί κατάλληλες. Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί επίσης να ζητεί τη γνώμη εμπειρογνωμόνων εφόσον το κρίνει σκόπιμο και υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που συμφωνούνται από τα μέρη, κατά περίπτωση.
4.
Οι πληροφορίες που λαμβάνονται από το διαιτητικό δικαστήριο δυνάμει του παρόντος άρθρου καθίστανται διαθέσιμες στα μέρη, τα δε μέρη μπορούν να υποβάλλουν παρατηρήσεις επί των εν λόγω πληροφοριών στο διαιτητικό δικαστήριο.
5.
Το διαιτητικό δικαστήριο, αφού ζητήσει τη γνώμη του άλλου μέρους, λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση τυχόν ζητημάτων που έχει εγείρει ένα μέρος όσον αφορά την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, το επαγγελματικό απόρρητο και τα νόμιμα συμφέροντα της εμπιστευτικότητας.
6.
Το διαιτητικό δικαστήριο κρίνει το παραδεκτό, τη λυσιτέλεια και την ισχύ των υποβληθέντων αποδεικτικών στοιχείων.
ΑΡΘΡΟ III.12
Ακροάσεις
1.
Όταν πρέπει να πραγματοποιηθεί ακρόαση, το διαιτητικό δικαστήριο, κατόπιν διαβούλευσης με τα μέρη, ενημερώνει τα μέρη εγκαίρως σχετικά με την ημερομηνία, την ώρα και τον τόπο διεξαγωγής της ακρόασης.
2.
Η ακρόαση είναι δημόσια, εκτός αν το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίσει διαφορετικά, αυτεπαγγέλτως ή αιτήσει των μερών, για σοβαρούς λόγους.
3.
Τα πρακτικά κάθε ακρόασης συντάσσονται και υπογράφονται από τον πρόεδρο του διαιτητικού δικαστηρίου. Τα εν λόγω πρακτικά είναι τα μόνα αυθεντικά.
4.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει τη διεξαγωγή της ακρόασης διαδικτυακά σύμφωνα με την πρακτική του Διεθνούς Γραφείου. Τα μέρη ενημερώνονται εγκαίρως για την πρακτική αυτή. Στις περιπτώσεις αυτές, εφαρμόζονται η παράγραφος 1, κατ’ αναλογία, και η παράγραφος 3.
ΑΡΘΡΟ III.13
Ερήμην διαδικασία
1.
Αν ο ενάγων δεν υποβάλει, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο παρόν προσάρτημα ή που έχει ορίσει το διαιτητικό δικαστήριο, χωρίς να προβάλει επαρκείς λόγους, το οικείο δικόγραφο αγωγής, το διαιτητικό δικαστήριο διατάσσει την περάτωση της διαιτητικής διαδικασίας, εκτός αν υπάρχουν εκκρεμή ζητήματα επί των οποίων ενδέχεται να απαιτείται απόφαση και αν το διαιτητικό δικαστήριο το κρίνει σκόπιμο.
Αν ο εναγόμενος δεν υποβάλει, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο παρόν προσάρτημα ή που έχει ορίσει το διαιτητικό δικαστήριο, χωρίς να προβάλει επαρκείς λόγους, την απάντησή του στην κοινοποίηση διαιτησίας ή το οικείο υπόμνημα αντίκρουσης, το διαιτητικό δικαστήριο διατάσσει τη συνέχιση της διαδικασίας, χωρίς να θεωρεί ότι η παράλειψη αυτή συνιστά αποδοχή των ισχυρισμών του ενάγοντος.
Το δεύτερο εδάφιο εφαρμόζεται επίσης στην περίπτωση που ο ενάγων δεν απαντήσει σε ανταγωγή.
2.
Αν ένα μέρος, το οποίο έχει κληθεί δεόντως σύμφωνα με το άρθρο III.12 παράγραφος 1, δεν εμφανιστεί σε ακρόαση και δεν προβάλει επαρκείς λόγους για τη μη εμφάνισή του, το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να συνεχίσει τη διαιτησία.
3.
Αν ένα μέρος, το οποίο έχει κληθεί δεόντως από το διαιτητικό δικαστήριο να προσκομίσει περαιτέρω αποδεικτικά στοιχεία, δεν το πράξει εντός της ταχθείσας προθεσμίας χωρίς να προβάλει επαρκείς λόγους για τη μη προσκόμισή τους, το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που έχει στη διάθεσή του.
ΑΡΘΡΟ III.14
Περάτωση της διαδικασίας
1.
Όταν αποδεικνύεται ότι τα μέρη είχαν ευλόγως τη δυνατότητα να εκθέσουν τα επιχειρήματά τους, το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να κηρύξει την περάτωση της διαδικασίας.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί, αν το κρίνει αναγκαίο λόγω εξαιρετικών περιστάσεων, να αποφασίσει, με δική του πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος ενός μέρους, να κινήσει εκ νέου τη διαδικασία ανά πάσα στιγμή προτού λάβει την απόφασή του.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΑΡΘΡΟ IV.1
Αποφάσεις
Το διαιτητικό δικαστήριο καταβάλλει κάθε προσπάθεια ώστε να λαμβάνει τις αποφάσεις του με συναίνεση. Αν, ωστόσο, αποδειχθεί αδύνατη η λήψη απόφασης με συναίνεση, η απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου λαμβάνεται με πλειοψηφία των διαιτητών.
ΑΡΘΡΟ IV.2
Μορφή και ισχύς της απόφασης του διαιτητικού δικαστηρίου
1.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει χωριστές αποφάσεις επί διαφορετικών ζητημάτων σε διαφορετικές χρονικές στιγμές.
2.
Όλες οι αποφάσεις είναι γραπτές και αιτιολογημένες. Είναι οριστικές και δεσμευτικές για τα μέρη.
3.
Η απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου υπογράφεται από τους διαιτητές, περιέχει την ημερομηνία κατά την οποία ελήφθη και αναφέρει τον τόπο της διαιτησίας. Αντίγραφο της απόφασης υπογεγραμμένο από τους διαιτητές κοινοποιείται στα μέρη από το Διεθνές Γραφείο.
4.
Το Διεθνές Γραφείο δημοσιοποιεί την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου.
Το Διεθνές Γραφείο, όταν δημοσιοποιεί την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου, τηρεί τους σχετικούς κανόνες για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, του επαγγελματικού απορρήτου και των νόμιμων συμφερόντων εμπιστευτικότητας.
Οι κανόνες που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο είναι πανομοιότυποι για όλες τις διμερείς συμφωνίες στους τομείς της εσωτερικής αγοράς στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία, καθώς και για τη συμφωνία για την υγεία, τη συμφωνία για τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων και τη συμφωνία σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας. Η μεικτή επιτροπή εγκρίνει και επικαιροποιεί, για τους σκοπούς της συμφωνίας, τους εν λόγω κανόνες μέσω απόφασης.
5.
Τα μέρη συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση με όλες τις αποφάσεις του διαιτητικού δικαστηρίου.
6.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου, το διαιτητικό δικαστήριο, αφού λάβει τη γνώμη των μερών, ορίζει στην απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης εύλογη προθεσμία εντός της οποίας τα μέρη πρέπει να συμμορφωθούν με την απόφασή του σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 5 του πρωτοκόλλου, λαμβάνοντας υπόψη τις εσωτερικές διαδικασίες των μερών.
ΑΡΘΡΟ IV.3
Εφαρμοστέο δίκαιο, κανόνες ερμηνείας, διαμεσολαβητής
1.
Το εφαρμοστέο δίκαιο περιλαμβάνει τη συμφωνία, τις νομικές πράξεις της Ένωσης στις οποίες γίνεται αναφορά σ’ αυτήν, καθώς και κάθε άλλον κανόνα του διεθνούς δικαίου που σχετίζεται με την εφαρμογή των εν λόγω πράξεων.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίζει σύμφωνα με τους κανόνες ερμηνείας που αναφέρονται στο άρθρο 7 του πρωτοκόλλου.
3.
Προηγούμενες αποφάσεις που έχουν ληφθεί από όργανο επίλυσης διαφορών όσον αφορά την αναλογικότητα των αντισταθμιστικών μέτρων βάσει άλλης διμερούς συμφωνίας μεταξύ εκείνων που αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 1 του πρωτοκόλλου είναι δεσμευτικές για το διαιτητικό δικαστήριο.
4.
Το διαιτητικό δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίζει ως διαμεσολαβητής ή ex aequo et bono.
ΑΡΘΡΟ IV.4
Αμοιβαία αποδεκτή λύση ή άλλοι λόγοι για την περάτωση της διαδικασίας
1.
Τα μέρη μπορούν, ανά πάσα στιγμή, να καταλήξουν σε αμοιβαία αποδεκτή λύση στη διαφορά τους. Κοινοποιούν από κοινού κάθε τέτοια λύση στο διαιτητικό δικαστήριο. Αν η λύση απαιτεί έγκριση σύμφωνα με τις οικείες εθνικές διαδικασίες ενός εκ των μερών, η κοινοποίηση παραπέμπει σ’ αυτήν την απαίτηση και η διαδικασία διαιτησίας αναστέλλεται. Αν δεν απαιτείται έγκριση, ή με κοινοποίηση της ολοκλήρωσης των εθνικών διαδικασιών, η διαδικασία διαιτησίας περατώνεται.
2.
Αν, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ο ενάγων ενημερώσει εγγράφως το διαιτητικό δικαστήριο ότι δεν επιθυμεί να συνεχίσει περαιτέρω τη διαδικασία και αν, κατά την ημερομηνία παραλαβής της εν λόγω κοινοποίησης από το διαιτητικό δικαστήριο, ο εναγόμενος δεν έχει προβεί ακόμη σε καμία ενέργεια στο πλαίσιο της διαδικασίας, το διαιτητικό δικαστήριο εκδίδει διάταξη με την οποία διαπιστώνει επισήμως την περάτωση της διαδικασίας. Το διαιτητικό δικαστήριο αποφαίνεται επί των εξόδων, τα οποία βαρύνουν τον ενάγοντα, αν αυτό δικαιολογείται από τη στάση του εν λόγω μέρους.
3.
Αν το διαιτητικό δικαστήριο, προτού λάβει απόφαση, καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η συνέχιση της διαδικασίας έχει καταστεί άνευ αντικειμένου ή αδύνατη για οποιονδήποτε λόγο εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, το διαιτητικό δικαστήριο ενημερώνει τα μέρη για την πρόθεσή του να εκδώσει διάταξη για την περάτωση της διαδικασίας.
Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται όταν εκκρεμούν ζητήματα επί των οποίων ενδέχεται να είναι αναγκαίο να ληφθεί απόφαση και αν το διαιτητικό δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να το πράξει.
4.
Το διαιτητικό δικαστήριο κοινοποιεί στα μέρη αντίγραφο της διάταξης για την περάτωση της διαιτητικής διαδικασίας ή της απόφασης που λαμβάνεται με συμφωνία μεταξύ των μερών, υπογεγραμμένης από τους διαιτητές. Το άρθρο IV.2 παράγραφοι 2 έως 5 εφαρμόζεται στις διαιτητικές αποφάσεις που λαμβάνονται με συμφωνία μεταξύ των μερών.
ΑΡΘΡΟ IV.5
Διόρθωση της απόφασης του διαιτητικού δικαστηρίου
1.
Εντός 30 ημερών από την παραλαβή της απόφασης του διαιτητικού δικαστηρίου, ένα μέρος μπορεί, με κοινοποίηση στο άλλο μέρος και στο διαιτητικό δικαστήριο μέσω του Διεθνούς Γραφείου, να ζητήσει από το διαιτητικό δικαστήριο να διορθώσει στο κείμενο της απόφασης του διαιτητικού δικαστηρίου τυχόν σφάλματα υπολογισμού, λάθη εκ παραδρομής ή τυπογραφικά λάθη ή τυχόν σφάλματα ή παραλείψεις παρόμοιας φύσης. Αν το διαιτητικό όργανο κρίνει το αίτημα δικαιολογημένο, προβαίνει στη διόρθωση εντός 45 ημερών από την παραλαβή του αιτήματος. Το αίτημα δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα όσον αφορά την προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο IV.2 παράγραφος 6.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί, εντός 30 ημερών από την κοινοποίηση της απόφασής του, να προβεί με δική του πρωτοβουλία στις διορθώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1.
3.
Οι διορθώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου πραγματοποιούνται γραπτώς και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της απόφασης. Εφαρμόζεται το άρθρο IV.2 παράγραφοι 2 έως 5.
ΑΡΘΡΟ IV.6
Αμοιβές διαιτητών
1.
Οι αμοιβές που αναφέρονται στο άρθρο IV.7 είναι εύλογες, λαμβανομένων υπόψη της πολυπλοκότητας της υπόθεσης, του χρόνου που αφιερώνουν σ’ αυτήν οι διαιτητές και όλων των άλλων σχετικών περιστάσεων.
2.
Καταρτίζεται και επικαιροποιείται, όταν κρίνεται αναγκαίο, κατάλογος ημερήσιας αμοιβής και μέγιστων και ελάχιστων ωρών ο οποίος είναι κοινός για όλες τις διμερείς συμφωνίες στους τομείς της εσωτερικής αγοράς στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία, καθώς και για τη συμφωνία για την υγεία, τη συμφωνία για τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων και τη συμφωνία σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας. Η μεικτή επιτροπή εγκρίνει και επικαιροποιεί, για τους σκοπούς της συμφωνίας, τον εν λόγω κατάλογο μέσω απόφασης.
ΑΡΘΡΟ IV.7
Έξοδα
1.
Κάθε μέρος επωμίζεται τα έξοδά του και το ήμισυ των εξόδων του διαιτητικού δικαστηρίου.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο καθορίζει τα έξοδά του στην απόφασή του επί της ουσίας της υπόθεσης. Τα εν λόγω έξοδα περιλαμβάνουν μόνο:
α)
τις αμοιβές των διαιτητών, οι οποίες πρέπει να δηλώνονται χωριστά για κάθε διαιτητή και να καθορίζονται από το ίδιο το διαιτητικό δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο IV.6·
β)
τα έξοδα ταξιδιού και άλλα έξοδα των διαιτητών· και
γ)
τις αμοιβές και τα έξοδα του Διεθνούς Γραφείου.
3.
Τα έξοδα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 είναι εύλογα, λαμβανομένων υπόψη του επίμαχου ποσού, της πολυπλοκότητας της διαφοράς, του χρόνου που αφιέρωσαν οι διαιτητές και τυχόν εμπειρογνώμονες που έχουν διοριστεί από το διαιτητικό δικαστήριο και τυχόν άλλων σχετικών περιστάσεων.
ΑΡΘΡΟ IV.8
Κατάθεση του ποσού των εξόδων
1.
Κατά την έναρξη της διαιτησίας, το Διεθνές Γραφείο μπορεί να ζητήσει από τα μέρη να καταθέσουν ίσο ποσό ως προκαταβολή για τα έξοδα που αναφέρονται στο άρθρο IV.7 παράγραφος 2.
2.
Κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας, το Διεθνές Γραφείο μπορεί να ζητήσει από τα μέρη να καταθέσουν ποσά συμπληρωματικά προς εκείνα που αναφέρονται στην παράγραφο 1.
Όλα τα ποσά που κατατίθενται από τα μέρη κατ’ εφαρμογή του παρόντος άρθρου καταβάλλονται στο Διεθνές Γραφείο το οποίο τα χρησιμοποιεί για την κάλυψη των πραγματικών εξόδων που πραγματοποιούνται, συμπεριλαμβανομένων, ιδίως, των αμοιβών που καταβάλλονται στους διαιτητές και στο Διεθνές Γραφείο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ V
ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΡΘΡΟ V.1
Τροποποιήσεις
Η μεικτή επιτροπή μπορεί να εγκρίνει, με απόφαση, τροποποιήσεις του παρόντος προσαρτήματος.
________________
ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Βρυξέλλες, 13.6.2025
COM(2025) 308 final
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
της
πρότασης απόφασης του Συμβουλίου
σχετικά με την υπογραφή, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ευρείας δέσμης συμφωνιών για την εδραίωση, εμβάθυνση και διεύρυνση των διμερών σχέσεων με την Ελβετική Συνομοσπονδία και σχετικά με την προσωρινή εφαρμογή της συμφωνίας σχετικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας στον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Διαστημικό Πρόγραμμα
Πρωτόκολλο τροποποίησης
της συμφωνίας μεταξύ
της Ευρωπαϊκής Κοινότητας
και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας
σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές
Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ, καλούμενη στο εξής «Ένωση»,
και
Η ΕΛΒΕΤΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ, καλούμενη στο εξής «Ελβετία»,
στο εξής καλούμενες «συμβαλλόμενα μέρη»·
ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ τη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές, η οποία έγινε στο Λουξεμβούργο στις 21 Ιουνίου 1999 και άρχισε να ισχύει την 1η Ιουνίου 2002 (στο εξής: συμφωνία)·
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ την καίρια σημασία της πολιτικής αεροπορίας για τη δημιουργία συνδεσιμότητας για επιβάτες, εμπορεύματα και αεροπορικές ταχυδρομικές αποστολές·
ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ ότι τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν συμφωνήσει σε μια ευρεία δέσμη διμερών συμφωνιών, συμπεριλαμβανομένου του θεσμικού πρωτοκόλλου της παρούσας συμφωνίας, προκειμένου να σταθεροποιηθούν και να αναπτυχθούν αμοιβαίες σχέσεις στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία·
ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ, στο πλαίσιο της ευρείας δέσμης διμερών συμφωνιών μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, την κοινή δέσμευση των συμβαλλόμενων μερών για ασφαλή, προστατευμένη, ανταγωνιστική, βιώσιμη και καινοτόμο πολιτική αεροπορία,
ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ ΤΑ ΕΞΗΣ:
ΑΡΘΡΟ 1
Τροποποιήσεις της συμφωνίας
1.
Η συμφωνία τροποποιείται ως εξής:
α)
Στο άρθρο 2, διαγράφονται οι λέξεις «όπως αυτές αναφέρονται στο Παράρτημα της παρούσας συμφωνίας».
β)
Στο άρθρο 15, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«3.
Δικαιώματα κυκλοφορίας μεταξύ σημείων εντός της Ελβετίας και μεταξύ σημείων εντός των κρατών μελών της Ένωσης χορηγούνται από την πρώτη προγραμματισμένη περίοδο μετά την έναρξη ισχύος του πρωτοκόλλου τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές.».
γ)
Στο άρθρο 18, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«3.
Κάθε ενέργεια εφαρμογής βάσει παρόντος άρθρου διεξάγεται σύμφωνα με το άρθρο 19 της παρούσας συμφωνίας.».
δ)
Το άρθρο 21 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«ΑΡΘΡΟ 21
1.
Συγκροτείται μεικτή επιτροπή.
Η μεικτή επιτροπή απαρτίζεται από εκπροσώπους των συμβαλλόμενων μερών.
2.
Η προεδρία της μεικτής επιτροπής ασκείται από κοινού από εκπρόσωπο της Ένωσης και εκπρόσωπο της Ελβετίας.
3.
Η μεικτή επιτροπή:
α)
διασφαλίζει την ομαλή λειτουργία και την αποτελεσματική διαχείριση και εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας·
β)
παρέχει φόρουμ αμοιβαίας διαβούλευσης και συνεχούς ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, ιδίως με σκοπό την εξεύρεση λύσης σε οποιαδήποτε δυσκολία ερμηνείας ή εφαρμογής της συμφωνίας ή νομικής πράξης της Ένωσης στην οποία γίνεται αναφορά στη συμφωνία σύμφωνα με το άρθρο 10 του θεσμικού πρωτοκόλλου της παρούσας συμφωνίας·
γ)
διατυπώνει συστάσεις προς τα συμβαλλόμενα μέρη για θέματα που αφορούν την παρούσα συμφωνία·
δ)
εκδίδει αποφάσεις όπως προβλέπεται στην παρούσα συμφωνία· και
ε)
ασκεί κάθε άλλη αρμοδιότητα που της εκχωρείται με την παρούσα συμφωνία.
4.
Σε περίπτωση τροποποίησης των άρθρων 1 έως 6, 10 έως 15, 17 ή 18 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7) περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο προσαρτάται στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης [στο εξής: πρωτόκολλο (αριθ. 7)], η μεικτή επιτροπή τροποποιεί αναλόγως το παράρτημα Α του παραρτήματος.
5.
Η μεικτή επιτροπή αποφασίζει βάσει ομοφωνίας.
Οι αποφάσεις είναι δεσμευτικές για τα συμβαλλόμενα μέρη, τα οποία λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεσή τους.
6.
Η μεικτή επιτροπή συνεδριάζει τουλάχιστον μία φορά ετησίως εκ περιτροπής στις Βρυξέλλες και στη Βέρνη, εκτός αν οι συμπρόεδροι αποφασίσουν διαφορετικά. Συνεδριάζει επίσης κατόπιν αιτήματος ενός εκ των συμβαλλόμενων μερών. Οι συμπρόεδροι μπορούν να αποφασίσουν ότι μια συνεδρίαση της μεικτής επιτροπής μπορεί να διεξαχθεί με βιντεοδιάσκεψη ή τηλεδιάσκεψη.
7.
Η μεικτή επιτροπή καθορίζει τον εσωτερικό κανονισμό της και τον επικαιροποιεί κατά περίπτωση.
8.
Η μεικτή επιτροπή μπορεί να αποφασίσει να συγκροτήσει οποιαδήποτε ομάδα εργασίας ή ομάδα εμπειρογνωμόνων που μπορεί να την επικουρεί στην εκτέλεση των καθηκόντων της.».
ε)
Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:
«ΑΡΘΡΟ 28α
1.
Καμία διάταξη της παρούσας συμφωνίας δεν ερμηνεύεται κατά τρόπο που να επιβάλλει σε ένα μέρος την υποχρέωση να καθιστά διαθέσιμες διαβαθμισμένες πληροφορίες, εκτός αν αυτό προβλέπεται σε νομική πράξη της Ένωσης η οποία έχει ενσωματωθεί στο παράρτημα της παρούσας συμφωνίας.
2.
Ο χειρισμός και η προστασία διαβαθμισμένων πληροφοριών ή υλικού που παρέχονται από τα συμβαλλόμενα μέρη ή ανταλλάσσονται μεταξύ τους δυνάμει της παρούσας συμφωνίας πραγματοποιούνται βάσει της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με διαδικασίες ασφαλείας για την ανταλλαγή διαβαθμισμένων πληροφοριών, η οποία υπογράφηκε στις Βρυξέλλες στις 28 Απριλίου 2008, καθώς και βάσει κάθε ρύθμισης ασφαλείας για την εκτέλεσή της.
3.
Η μεικτή επιτροπή εκδίδει, με απόφαση, οδηγίες χειρισμού για τη διασφάλιση της προστασίας των ευαίσθητων μη διαβαθμισμένων πληροφοριών που ανταλλάσσονται μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών.».
στ)
Το άρθρο 34 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«ΑΡΘΡΟ 34
Η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται, αφενός, στο έδαφος στο οποίο εφαρμόζονται η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και η Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΣΛΕΕ) και υπό τους όρους που προβλέπουν οι εν λόγω συνθήκες και, αφετέρου, στο έδαφος της Ελβετίας.».
2.
Το παράρτημα της συμφωνίας τροποποιείται ως εξής:
α)
το κείμενο κάτω από τον τίτλο «ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ» και πάνω από τον υπότιτλο «1. Ελευθέρωση των αερομεταφορών και λοιποί κανόνες πολιτικής αεροπορίας» αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«ΤΜΗΜΑ Α
–
Εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά σε τυχόν τεχνικές προσαρμογές, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που προβλέπονται για τα κράτη μέλη της Ένωσης στις νομικές πράξεις της Ένωσης οι οποίες ενσωματώνονται στο παρόν παράρτημα θεωρείται ότι προβλέπονται και για την Ελβετία. Αυτό ισχύει με πλήρη σεβασμό του θεσμικού πρωτοκόλλου της παρούσας συμφωνίας.
–
με την επιφύλαξη του άρθρου 15 της παρούσας συμφωνίας, ο όρος “κοινοτικός αερομεταφορέας” που αναφέρεται στις νομικές πράξεις της Ένωσης που έχουν ενσωματωθεί στο παρόν παράρτημα περιλαμβάνει και τους αδειοδοτημένους αερομεταφορείς που έχουν τον κύριο τόπο της επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους και, ενδεχομένως, την καταστατική έδρα τους στην Ελβετία, σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1008/2008. Οι παραπομπές στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2407/92 του Συμβουλίου νοούνται ως παραπομπές στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1008/2008.
–
Στις νομικές πράξεις της Ένωσης που ενσωματώνονται στο παρόν παράρτημα, οι παραπομπές στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης ή στα άρθρα 101 και 102 της ΣΛΕΕ νοούνται ως παραπομπές στα άρθρα 8 και 9 της παρούσας συμφωνίας.
ΤΜΗΜΑ B»·
β)
στο τμήμα 2 (Κανόνες ανταγωνισμού), στην καταχώριση που αφορά τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου, η εισαγωγική φράση «Όσον αφορά το άρθρο 4 παράγραφος 5 του κανονισμού συγκεντρώσεων, ισχύουν τα εξής μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετίας:» αντικαθίσταται από τη φράση «Όσον αφορά το άρθρο 4 παράγραφος 5 του κανονισμού συγκεντρώσεων, ισχύουν τα εξής:»·
γ)
στο τμήμα 3 (Ασφάλεια πτήσεων), η καταχώριση που αφορά τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1139 τροποποιείται ως εξής:
i)
απαλείφεται η ακόλουθη παράγραφος:
«Κατά παρέκκλιση από την οριζόντια προσαρμογή που προβλέπεται στο δεύτερο εδάφιο του παραρτήματος της συμφωνίας αεροπορικών μεταφορών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, οι αναφορές στα “κράτη μέλη” στις διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011 που αναφέρονται στο άρθρο 127 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1139, δεν νοούνται ως καλύπτουσες και την Ελβετία.»·
ii)
το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«γ)
Στο άρθρο 96 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:
“Η Ελβετία χορηγεί στον Οργανισμό και στους υπαλλήλους του, στο πλαίσιο των επίσημων καθηκόντων τους για τον Οργανισμό, τα προνόμια και τις ασυλίες που προβλέπονται στο παράρτημα Α, τα οποία βασίζονται στα άρθρα 1 έως 6, 10 έως 15, 17 και 18 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7). Οι παραπομπές στα αντίστοιχα άρθρα του εν λόγω πρωτοκόλλου επισημαίνονται εντός παρενθέσεων για λόγους ενημέρωσης.”.»·
δ)
στο τμήμα 3 (Ασφάλεια πτήσεων), η καταχώριση που αφορά τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) 2019/945 της Επιτροπής, στο πρώτο εδάφιο, οι λέξεις «η δεύτερη περίπτωση του παραρτήματος» αντικαθίστανται από τις λέξεις «η πρώτη περίπτωση του τμήματος Α του παραρτήματος»·
ε)
στο τμήμα 3 (Ασφάλεια πτήσεων), η καταχώριση που αφορά τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2019/947 της Επιτροπής, στο πρώτο εδάφιο, οι λέξεις «η δεύτερη περίπτωση του παραρτήματος» αντικαθίστανται από τις λέξεις «η πρώτη περίπτωση του τμήματος Α του παραρτήματος»·
στ)
στο τμήμα 5 (Διαχείριση της εναέριας κυκλοφορίας), στην καταχώριση που αφορά τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 549/2004, απαλείφεται η ακόλουθη παράγραφος:
«Κατά παρέκκλιση της οριζόντιας προσαρμογής που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο του παραρτήματος της συμφωνίας αεροπορικών μεταφορών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, οι αναφορές στα “κράτη μέλη” στο άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 549/2004 ή στις διατάξεις της απόφασης 1999/468/ΕΚ που αναφέρονται στη διάταξη αυτή, δεν νοούνται ως καλύπτουσες την Ελβετία.»·
ζ)
στο τμήμα 9 (Παραρτήματα), το σημείο Α αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Α:
Προνόμια και ασυλίες»·
η)
το παράρτημα Α του παραρτήματος και το προσάρτημα του παραρτήματος Α αντικαθίσταται από το κείμενο που παρατίθεται στο προσάρτημα του παρόντος πρωτοκόλλου.
ΑΡΘΡΟ 2
Έναρξη ισχύος
1.
Το παρόν πρωτόκολλο κυρώνεται ή εγκρίνεται από τα συμβαλλόμενα μέρη σύμφωνα με τις κατ’ ιδίαν διαδικασίες. Τα συμβαλλόμενα μέρη κοινοποιούν αμοιβαία την ολοκλήρωση των εσωτερικών διαδικασιών που είναι αναγκαίες για την έναρξη ισχύος του παρόντος πρωτοκόλλου.
2.
Το παρόν πρωτόκολλο αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του δεύτερου μήνα που έπεται της τελευταίας κοινοποίησης όσον αφορά τις ακόλουθες πράξεις:
α)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων·
β)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων·
γ)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές·
δ)
Πρωτόκολλο για τις κρατικές ενισχύσεις της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές·
ε)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών·
στ)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών·
ζ)
Πρωτόκολλο για τις κρατικές ενισχύσεις της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών·
η)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων·
θ)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας αμοιβαίας αναγνώρισης σχετικά με την αξιολόγηση της πιστότητας, μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας·
ι)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας αμοιβαίας αναγνώρισης σχετικά με την αξιολόγηση της πιστότητας, μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας·
ια)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας στη μείωση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση·
ιβ)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενεργείας, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, σχετικά με τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σε προγράμματα της Ένωσης·
ιγ)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας στον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Διαστημικό Πρόγραμμα.
[Τόπος], στις [...], σε δύο αντίτυπα στην αγγλική, βουλγαρική, γαλλική, γερμανική, δανική, ελληνική, εσθονική, ιρλανδική, ισπανική, ιταλική, κροατική, λετονική, λιθουανική, μαλτέζικη, ολλανδική, ουγγρική, πολωνική, πορτογαλική, ρουμανική, σλοβακική, σλοβενική, σουηδική, τσεχική και φινλανδική γλώσσα, όλα δε τα κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά.
ΣΕ ΠΙΣΤΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩ, οι υπογράφοντες πληρεξούσιοι, δεόντως εξουσιοδοτημένοι, έθεσαν την υπογραφή τους κάτω από το παρόν πρωτόκολλο.
(Πεδίο υπογραφών και στις 24 γλώσσες της ΕΕ: «Για την Ευρωπαϊκή Ένωση» και «Για την Ελβετική Συνομοσπονδία»)
Προσάρτημα
«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α
Προνόμια και ασυλίες
ΑΡΘΡΟ 1
[αντιστοιχεί στο άρθρο 1 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
Οι χώροι και τα κτίρια του Οργανισμού είναι απαραβίαστα. Δεν υπόκεινται σε έρευνα, κατάσχεση, επίταξη ή απαλλοτρίωση. Τα περιουσιακά στοιχεία και τα στοιχεία ενεργητικού του Οργανισμού δεν είναι δυνατό να αποτελέσουν αντικείμενο οποιουδήποτε αναγκαστικού μέτρου διοικητικής ή δικαστικής αρχής, χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
ΑΡΘΡΟ 2
[αντιστοιχεί στο άρθρο 2 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
Τα αρχεία του Οργανισμού είναι απαραβίαστα.
ΑΡΘΡΟ 3
[αντιστοιχεί στα άρθρα 3 και 4 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
1.
Ο Οργανισμός, τα στοιχεία ενεργητικού του, τα έσοδα και λοιπά περιουσιακά του στοιχεία απαλλάσσονται από κάθε άμεσο φόρο.
2.
Αγαθά και υπηρεσίες που εξάγονται από την Ελβετία στον Οργανισμό, για υπηρεσιακή χρήση, ή που παρέχονται στον Οργανισμό στην Ελβετία δεν υπόκεινται σε έμμεσους δασμούς και φόρους.
3.
Απαλλαγή από τον ΦΠΑ χορηγείται αν η πραγματική τιμή αγοράς των αγαθών και των υπηρεσιών που αναφέρονται στο τιμολόγιο ή στο αντίστοιχο έγγραφο ανέρχεται συνολικά σε τουλάχιστον εκατό ελβετικά φράγκα (συμπεριλαμβανομένου του φόρου). Ο Οργανισμός απαλλάσσεται όλων των δασμών, απαγορεύσεων και περιορισμών επί των εισαγωγών και εξαγωγών ως προς τα είδη που προορίζονται για υπηρεσιακή χρήση. Τα εισαγόμενα κατ’ αυτόν τον τρόπο είδη δεν διατίθενται, επαχθώς ή χαριστικώς, στην Ελβετία, εκτός αν αυτό γίνεται υπό όρους που εγκρίνει η κυβέρνηση της Ελβετίας.
4.
Απαλλαγή από τον ΦΠΑ, τον ειδικό φόρο κατανάλωσης και λοιπούς έμμεσους φόρους χορηγείται υπό μορφήν εμβάσματος αφού ο προμηθευτής των αγαθών ή ο πάροχος των υπηρεσιών προσκομίσει τα ελβετικά έντυπα που απαιτούνται προς τον σκοπό αυτόν.
5.
Δεν παρέχονται απαλλαγές όσον αφορά τους φόρους, τα τέλη και τα δικαιώματα που επιβάλλονται ως ανταπόδοση για παροχές υπηρεσιών κοινής ωφέλειας.
ΑΡΘΡΟ 4
[αντιστοιχεί στο άρθρο 5 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
Ο Οργανισμός απολαμβάνει στην Ελβετία για την υπηρεσιακή του επικοινωνία και τη διακίνηση όλων των εγγράφων του, εντός της επικράτειας κάθε κράτους μέλους, τη μεταχείριση που επιφυλάσσεται από το κράτος αυτό στις διπλωματικές αποστολές.
Η υπηρεσιακή αλληλογραφία και οι λοιπές υπηρεσιακές επικοινωνίες του Οργανισμού δεν υπόκεινται σε λογοκρισία.
ΑΡΘΡΟ 5
[αντιστοιχεί στο άρθρο 6 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
Οι ταυτότητες της Ένωσης που εκδίδονται για τα μέλη και το προσωπικό του Οργανισμού αναγνωρίζονται ως έγκυρα πιστοποιητικά κυκλοφορίας στο έδαφος της Ελβετίας. Οι εν λόγω ταυτότητες εκδίδονται για τους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό υπό προϋποθέσεις που καθορίζονται από τον κανονισμό περί της υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και από το καθεστώς που διέπει το λοιπό προσωπικό της Ένωσης [κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 31, κανονισμός (ΕΥΡΑΤΟΜ) αριθ. 11, περί καθορισμού του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος και της Ευρωπαϊκής Κοινότητος Ατομικής Ενεργείας (ΕΕ 45 της 14.6.1962, σ. 1385), συμπεριλαμβανομένων τυχόν μεταγενέστερων τροποποιήσεων].
ΑΡΘΡΟ 6
[αντιστοιχεί στο άρθρο 10 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
Οι αντιπρόσωποι των κρατών μελών της Ένωσης που συμμετέχουν στις εργασίες του Οργανισμού, καθώς και οι σύμβουλοί τους και τεχνικοί εμπειρογνώμονες, απολαμβάνουν, κατά τη διάρκεια της άσκησης των καθηκόντων τους και κατά τη διάρκεια ταξιδιών τους προς ή από τον τόπο συνεδρίασης στην Ελβετία, τα καθιερωμένα προνόμια, τις ασυλίες και διευκολύνσεις.
ΑΡΘΡΟ 7
[αντιστοιχεί στο άρθρο 11 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
Στην επικράτεια της Ελβετίας και ανεξαρτήτως ιθαγένειας, οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό του Οργανισμού:
α)
απολαύουν ετεροδικίας για πράξεις στις οποίες προέβησαν, συμπεριλαμβανομένου του προφορικού ή γραπτού λόγου, ενεργώντας υπό την επίσημη ιδιότητά τους, με την επιφύλαξη των διατάξεων των Συνθηκών που αφορούν, αφενός, τους κανόνες περί ευθύνης των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού έναντι της Ένωσης, αφετέρου, την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης επί διαφορών μεταξύ της Ένωσης και των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού της. Η ασυλία αυτή εξακολουθεί να ισχύει και μετά τη λήξη της θητείας τους·
β)
δεν υπόκεινται, όπως και οι σύζυγοί τους και τα συντηρούμενα από αυτούς μέλη της οικογένειάς τους, στους περιορισμούς διακίνησης και στις διατυπώσεις εγγραφής στα μητρώα αλλοδαπών·
γ)
απολαμβάνουν, όσον αφορά τις νομισματικές ή συναλλαγματικές ρυθμίσεις, τις ίδιες διευκολύνσεις που αναγνωρίζονται από την καθιερωμένη πρακτική σε υπαλλήλους διεθνών οργανισμών·
δ)
έχουν το δικαίωμα να εισάγουν ατελώς την οικοσκευή και τα προσωπικά τους είδη κατά την πρώτη ανάληψη των καθηκόντων τους στην Ελβετία και το δικαίωμα να τα επανεξάγουν ατελώς, κατά τη λήξη της θητείας τους, με την επιφύλαξη και στις δύο περιπτώσεις των όρων που κρίνονται αναγκαίοι από την κυβέρνηση της Ελβετίας·
ε)
έχουν το δικαίωμα να εισάγουν ατελώς αυτοκίνητο που προορίζεται για προσωπική τους χρήση, το οποίο έχει αποκτηθεί στη χώρα της τελευταίας τους διαμονής ή στη χώρα της οποίας είναι υπήκοοι σύμφωνα με τους όρους του εσωτερικού εμπορίου αυτής και να το επανεξάγουν ατελώς, με την επιφύλαξη και στις δύο περιπτώσεις των όρων που κρίνονται αναγκαίοι από την κυβέρνηση της Ελβετίας.
ΑΡΘΡΟ 8
[αντιστοιχεί στο άρθρο 12 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
Επί των αποδοχών, μισθών και λοιπών αμοιβών που καταβάλλει ο Οργανισμός στους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό του επιβάλλεται φόρος υπέρ της Ένωσης σύμφωνα με τους όρους και τη διαδικασία που καθορίζονται στο ενωσιακό δίκαιο.
Οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό απαλλάσσονται από την επιβολή ελβετικών ομοσπονδιακών φόρων και φόρων των καντονιών επί των αποδοχών, μισθών και λοιπών αμοιβών που καταβάλλονται από τον Οργανισμό.
ΑΡΘΡΟ 9
[αντιστοιχεί στο άρθρο 13 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
Για την εφαρμογή του φόρου επί του εισοδήματος και της περιουσίας, του φόρου κληρονομιών, καθώς και για την εφαρμογή των συμβάσεων περί αποφυγής της διπλής φορολογίας που έχουν συναφθεί μεταξύ της Ελβετίας και κρατών μελών της Ένωσης, οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό του Οργανισμού, οι οποίοι έχουν, απλώς και μόνο λόγω της άσκησης των καθηκόντων τους στην υπηρεσία του Οργανισμού, τη φορολογική κατοικία τους στην επικράτεια της Ελβετίας κατά τον χρόνο της εισόδου τους στην υπηρεσία του Οργανισμού, θεωρούνται και στην Ελβετία και στη χώρα της φορολογικής κατοικίας ότι διατηρούν την προηγούμενη κατοικία τους εφόσον αυτή ευρίσκεται σε κράτος μέλος της Ένωσης. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται ομοίως και για τον ή τη σύζυγο στο μέτρο που αυτός ή αυτή δεν ασκεί ιδία επαγγελματική δραστηριότητα, καθώς και για τα τέκνα των οποίων έχουν την επιμέλεια και τα οποία συντηρούνται από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο παρόν άρθρο.
Τα κινητά πράγματα τα οποία ανήκουν στα πρόσωπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο και που ευρίσκονται στην Ελβετία απαλλάσσονται του φόρου κληρονομίας στην Ελβετία. Για την επιβολή του φόρου αυτού, τα εν λόγω κινητά πράγματα θεωρούνται ευρισκόμενα εντός του κράτους της φορολογικής κατοικίας, με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων τρίτων χωρών και της ενδεχομένης εφαρμογής διατάξεων διεθνών συμβάσεων περί διπλής φορολογίας.
Κατοικία που αποκτάται απλώς και μόνο λόγω της άσκησης καθηκόντων στην υπηρεσία άλλων διεθνών οργανισμών δεν λαμβάνεται υπόψη για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου.
ΑΡΘΡΟ 10
[αντιστοιχεί στο άρθρο 14 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
Η Ένωση καθορίζει το καθεστώς των κοινωνικών παροχών που εφαρμόζεται στους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό της Ένωσης.
Ως εκ τούτου, οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό του Οργανισμού δεν υποχρεούνται να εγγραφούν στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης της Ελβετίας, εφόσον καλύπτονται ήδη από το καθεστώς των κοινωνικών παροχών που εφαρμόζεται στους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό της Ένωσης. Μέλη των οικογενειών των υπαλλήλων του Οργανισμού, τα οποία μετέχουν στο νοικοκυριό του εκάστοτε υπαλλήλου, καλύπτονται από το καθεστώς των κοινωνικών παροχών που εφαρμόζεται στους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό της Ένωσης, εφόσον απασχολούνται σε άλλον εργοδότη εκτός του Οργανισμού και δεν λαμβάνουν κοινωνικές παροχές από κράτος μέλος της Ένωσης ή από την Ελβετία.
ΑΡΘΡΟ 11
[αντιστοιχεί στο άρθρο 15 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
Το ενωσιακό δίκαιο προσδιορίζει τις κατηγορίες υπαλλήλων και λοιπού προσωπικού του Οργανισμού για τους οποίους εφαρμόζονται, εν όλω ή εν μέρει, οι διατάξεις των άρθρων 7, 8 και 9.
Τα ονόματα, η υπηρεσιακή θέση και οι διευθύνσεις των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού που περιλαμβάνονται στις εν λόγω κατηγορίες κοινοποιούνται περιοδικά στην Ελβετία.
ΑΡΘΡΟ 12
[αντιστοιχεί στο άρθρο 17 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
Τα προνόμια, οι ασυλίες και οι διευκολύνσεις παρέχονται στους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό του Οργανισμού αποκλειστικά προς το συμφέρον του Οργανισμού.
Ο Οργανισμός υποχρεούται να άρει την ασυλία που χορηγήθηκε σε υπάλληλο ή σε οποιοδήποτε μέλος του λοιπού προσωπικού, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες κρίνει ότι η άρση της ασυλίας δεν είναι αντίθετη προς τα συμφέροντα του Οργανισμού.
ΑΡΘΡΟ 13
[αντιστοιχεί στο άρθρο 18 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
Για την εφαρμογή του παρόντος παραρτήματος Α, ο Οργανισμός ενεργεί σε συνεννόηση με τις αρμόδιες αρχές της Ελβετίας ή των ενδιαφερόμενων κρατών μελών της Ένωσης.».
________________
ΘΕΣΜΙΚΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ
ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΜΕΤΑΞΥ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ
ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΒΕΤΙΚΗΣ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ
ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΕΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ
Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ, καλούμενη στο εξής «Ένωση»,
και
Η ΕΛΒΕΤΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ, καλούμενη στο εξής «Ελβετία»,
στο εξής καλούμενες «συμβαλλόμενα μέρη»·
ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ ότι η Ένωση και η Ελβετία δεσμεύονται από πολυάριθμες διμερείς συμφωνίες οι οποίες καλύπτουν διάφορους τομείς και προβλέπουν ειδικά δικαιώματα και υποχρεώσεις, παρόμοια, από ορισμένες απόψεις, με εκείνα που προβλέπονται εντός της Ένωσης·
ΥΠΕΝΘΥΜΙΖΟΝΤΑΣ ότι σκοπός των εν λόγω διμερών συμφωνιών είναι να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης και να δημιουργηθούν στενότεροι οικονομικοί δεσμοί μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, με βάση την ισότητα, την αμοιβαιότητα και τη γενική ισορροπία των πλεονεκτημάτων, των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεών τους·
ΑΠΟΦΑΣΙΣΜΕΝΕΣ να ενισχύσουν και να εμβαθύνουν τη συμμετοχή της Ελβετίας στην εσωτερική αγορά της Ένωσης, με βάση τους ίδιους κανόνες με εκείνους που ισχύουν για την εσωτερική αγορά, διατηρώντας παράλληλα την ανεξαρτησία τους και την ανεξαρτησία των θεσμικών οργάνων τους και, όσον αφορά την Ελβετία, τον σεβασμό των αρχών που απορρέουν από την άμεση δημοκρατία, το ομοσπονδιακό σύστημα και τον τομεακό χαρακτήρα της συμμετοχής της στην εσωτερική αγορά·
ΕΠΑΝΑΒΕΒΑΙΩΝΟΝΤΑΣ ότι διατηρείται η αρμοδιότητα του Ελβετικού Ομοσπονδιακού Ανώτατου Δικαστηρίου και όλων των άλλων ελβετικών δικαστηρίων, καθώς και η αρμοδιότητα των δικαστηρίων των κρατών μελών και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να ερμηνεύουν τη συμφωνία σε μεμονωμένες περιπτώσεις·
ΕΧΟΝΤΑΣ ΕΠΙΓΝΩΣΗ της διασφάλισης της ομοιομορφίας των τομέων που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία, τόσο των τρεχόντων όσο και των μελλοντικών,
ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ ΤΑ ΕΞΗΣ:
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΡΘΡΟ 1
Στόχοι
1.
Στόχος του παρόντος πρωτοκόλλου είναι να διασφαλίσει, για τα συμβαλλόμενα μέρη, καθώς και για τους οικονομικούς φορείς και τους ιδιώτες, μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου, ίση μεταχείριση και ισότιμους όρους ανταγωνισμού στον τομέα της εσωτερικής αγοράς που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές, η οποία υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο στις 21 Ιουνίου 1999 (στο εξής: συμφωνία).
2.
Για τον σκοπό αυτόν, το παρόν πρωτόκολλο παρέχει νέες θεσμικές λύσεις που διευκολύνουν τη συνεχή και ισόρροπη ενίσχυση των οικονομικών σχέσεων μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών. Το παρόν πρωτόκολλο, λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές του διεθνούς δικαίου, καθορίζει, ιδίως, θεσμικές λύσεις για τη συμφωνία οι οποίες είναι κοινές στις διμερείς συμφωνίες που έχουν συναφθεί ή πρόκειται να συναφθούν στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία, χωρίς να μεταβάλλει το πεδίο εφαρμογής ή τους στόχους της συμφωνίας, και ειδικότερα:
α)
τη διαδικασία ευθυγράμμισης της συμφωνίας με τις νομικές πράξεις της Ένωσης που είναι συναφείς με τη συμφωνία·
β)
την ομοιόμορφη ερμηνεία και εφαρμογή της συμφωνίας και των νομικών πράξεων της Ένωσης στις οποίες γίνεται αναφορά στη συμφωνία·
γ)
την εποπτεία και την εφαρμογή της συμφωνίας· και
δ)
την επίλυση των διαφορών στο πλαίσιο της συμφωνίας.
ΑΡΘΡΟ 2
Σχέση με τη συμφωνία
1.
Το παρόν πρωτόκολλο, το παράρτημά του και το προσάρτημά του αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας.
2.
Οι διατάξεις της συμφωνίας οι οποίες καταργούνται με το παρόν πρωτόκολλο παρατίθενται κατωτέρω:
α)
άρθρο 1 παράγραφος 2·
β)
άρθρο 17·
γ)
άρθρο 18 παράγραφος 1·
δ)
άρθρο 22·
ε)
άρθρο 23·
στ)
άρθρο 29·
ζ)
άρθρο 30 παράγραφος 2·
η)
άρθρο 31· και
θ)
άρθρο 35 παράγραφος 2.
3.
Αναφορές στην «Ευρωπαϊκή Κοινότητα» ή στην «Κοινότητα» στη συμφωνία νοούνται ως αναφορές στην Ένωση.
ΑΡΘΡΟ 3
Διμερείς συμφωνίες στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά
στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία
1.
Οι υφιστάμενες και μελλοντικές διμερείς συμφωνίες μεταξύ της Ένωσης και της Ελβετίας στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία θεωρείται ότι αποτελούν συνεκτικό σύνολο το οποίο εξασφαλίζει ισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μεταξύ της Ένωσης και της Ελβετίας.
2.
Η συμφωνία αποτελεί διμερή συμφωνία σε τομέα σχετικό με την εσωτερική αγορά στον οποίο συμμετέχει η Ελβετία.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
ΕΥΘΥΓΡΑΜΜΙΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
ΑΡΘΡΟ 4
Συμμετοχή στη σύνταξη νομικών πράξεων της Ένωσης («διαμόρφωση αποφάσεων»)
1.
Κατά τη σύνταξη πρότασης για την έκδοση νομικής πράξης της Ένωσης σύμφωνα με τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΣΛΕΕ) στον τομέα που καλύπτεται από τη συμφωνία, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (στο εξής: Επιτροπή) ενημερώνει σχετικά την Ελβετία και ζητεί ανεπίσημα τη γνώμη εμπειρογνωμόνων της Ελβετίας κατά τον ίδιο τρόπο που ζητεί τη γνώμη εμπειρογνωμόνων των κρατών μελών της Ένωσης για τη σύνταξη των προτάσεών της.
Κατόπιν αιτήματος οποιουδήποτε συμβαλλόμενου μέρους, πραγματοποιείται προκαταρκτική ανταλλαγή απόψεων στο πλαίσιο της μεικτής επιτροπής.
Τα συμβαλλόμενα μέρη διαβουλεύονται μεταξύ τους εκ νέου, κατόπιν αιτήματος ενός εξ αυτών, στο πλαίσιο της μεικτής επιτροπής σε σημαντικές στιγμές του σταδίου που προηγείται της έκδοσης της νομικής πράξης από την Ένωση, στο πλαίσιο συνεχούς διαδικασίας ενημέρωσης και διαβούλευσης.
2.
Κατά την κατάρτιση, σύμφωνα με τη ΣΛΕΕ, κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων σχετικά με βασικές πράξεις του ενωσιακού δικαίου στον τομέα που καλύπτεται από τη συμφωνία, η Επιτροπή εξασφαλίζει την ευρύτερη δυνατή συμμετοχή της Ελβετίας στην κατάρτιση των σχεδίων και διαβουλεύεται με εμπειρογνώμονες της Ελβετίας στην ίδια βάση στην οποία διαβουλεύεται με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών της Ένωσης.
3.
Κατά την κατάρτιση, σύμφωνα με τη ΣΛΕΕ, εκτελεστικών πράξεων σχετικά με βασικές πράξεις του ενωσιακού δικαίου στον τομέα που καλύπτεται από τη συμφωνία, η Επιτροπή εξασφαλίζει την ευρύτερη δυνατή συμμετοχή της Ελβετίας στην κατάρτιση των σχεδίων που θα υποβληθούν αργότερα στις επιτροπές που επικουρούν την Επιτροπή κατά την άσκηση των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων της και διαβουλεύεται με εμπειρογνώμονες της Ελβετίας στην ίδια βάση στην οποία διαβουλεύεται με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών της Ένωσης.
4.
Οι εμπειρογνώμονες της Ελβετίας συμμετέχουν στις εργασίες των επιτροπών που δεν καλύπτονται από τις παραγράφους 2 και 3, όταν αυτό απαιτείται για την ορθή λειτουργία της συμφωνίας. Η μεικτή επιτροπή καταρτίζει και επικαιροποιεί κατάλογο των εν λόγω επιτροπών και, κατά περίπτωση, άλλων επιτροπών με παρόμοια χαρακτηριστικά.
5.
Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται όσον αφορά νομικές πράξεις της Ένωσης ή διατάξεις τους οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής εξαίρεσης που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 7.
ΑΡΘΡΟ 5
Ενσωμάτωση νομικών πράξεων της Ένωσης
1.
Προκειμένου να εξασφαλιστούν η ασφάλεια δικαίου και η ομοιογένεια του δικαίου στον τομέα που σχετίζεται με την εσωτερική αγορά στον οποίο συμμετέχει η Ελβετία δυνάμει της συμφωνίας, η Ελβετία και η Ένωση διασφαλίζουν ότι οι νομικές πράξεις της Ένωσης οι οποίες εκδίδονται στον τομέα που καλύπτεται από τη συμφωνία ενσωματώνονται στη συμφωνία το συντομότερο δυνατόν μετά την έκδοσή τους.
2.
Οι νομικές πράξεις της Ένωσης οι οποίες ενσωματώνονται στη συμφωνία σύμφωνα με την παράγραφο 4 αποτελούν, με την ενσωμάτωσή τους στη συμφωνία, μέρος της έννομης τάξης της Ελβετίας, με την επιφύλαξη, ανάλογα με την περίπτωση, των προσαρμογών που αποφασίζει η μεικτή επιτροπή.
3.
Η Ένωση, όταν εκδίδει νομική πράξη στον τομέα που καλύπτεται από τη συμφωνία, ενημερώνει σχετικά την Ελβετία το συντομότερο δυνατόν μέσω της μεικτής επιτροπής. Κατόπιν αιτήματος οποιουδήποτε συμβαλλόμενου μέρους, η μεικτή επιτροπή προβαίνει σε ανταλλαγή απόψεων επί του θέματος.
4.
Η μεικτή επιτροπή ενεργεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 εκδίδοντας απόφαση το συντομότερο δυνατόν για την τροποποίηση του παραρτήματος της συμφωνίας, συμπεριλαμβανομένων των αναγκαίων προσαρμογών.
5.
Με την επιφύλαξη των παραγράφων 1 και 2, αν κριθεί αναγκαίο για να εξασφαλιστεί η συνοχή της συμφωνίας με το παράρτημά της, όπως θα έχει τροποποιηθεί σύμφωνα με την παράγραφο 4, η μεικτή επιτροπή μπορεί να προτείνει, προς έγκριση από τα συμβαλλόμενα μέρη σύμφωνα με τις εσωτερικές τους διαδικασίες, την αναθεώρηση της συμφωνίας.
6.
Οι αναφορές της συμφωνίας σε νομικές πράξεις της Ένωσης που δεν ισχύουν πλέον νοούνται ως αναφορές στην καταργούσα νομική πράξη της Ένωσης, όπως έχει ενσωματωθεί στο παράρτημα της συμφωνίας, από την έναρξη ισχύος της απόφασης της μεικτής επιτροπής σχετικά με την αντίστοιχη τροποποίηση του παραρτήματος της συμφωνίας σύμφωνα με την παράγραφο 4, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στην εν λόγω απόφαση.
7.
Η υποχρέωση που ορίζεται στην παράγραφο 1 δεν ισχύει για νομικές πράξεις της Ένωσης ή διατάξεις τους οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής εξαίρεσης. Η συμφωνία δεν προβλέπει εξαίρεση.
8.
Με την επιφύλαξη του άρθρου 6, οι αποφάσεις της μεικτής επιτροπής δυνάμει της παραγράφου 4 αρχίζουν να ισχύουν πάραυτα, αλλά σε καμία περίπτωση πριν από την ημερομηνία κατά την οποία η αντίστοιχη νομική πράξη της Ένωσης αρχίζει να εφαρμόζεται στην Ένωση.
9.
Τα συμβαλλόμενα μέρη συνεργάζονται καλόπιστα καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας που ορίζεται στο παρόν άρθρο, προκειμένου να διευκολύνουν τη λήψη αποφάσεων.
ΑΡΘΡΟ 6
Εκπλήρωση συνταγματικών υποχρεώσεων από την Ελβετία
1.
Κατά την ανταλλαγή απόψεων που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 3, η Ελβετία ενημερώνει την Ένωση αν απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 4 απαιτεί την εκπλήρωση συνταγματικών υποχρεώσεων από την Ελβετία προκειμένου να καταστεί δεσμευτική.
2.
Όταν η απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 4 απαιτεί από την Ελβετία να εκπληρώσει συνταγματικές υποχρεώσεις προκειμένου να καταστεί δεσμευτική, η Ελβετία διαθέτει μέγιστη προθεσμία δύο ετών από την ημερομηνία της ενημέρωσης που προβλέπεται στην παράγραφο 1, εκτός αν κινηθεί διαδικασία δημοψηφίσματος, οπότε η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά ένα έτος.
3.
Εν αναμονή της ενημέρωσης από την Ελβετία ότι έχει εκπληρώσει τις συνταγματικές της υποχρεώσεις, τα συμβαλλόμενα μέρη εφαρμόζουν προσωρινά την απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 4, εκτός αν η Ελβετία ενημερώσει την Ένωση ότι η προσωρινή εφαρμογή της απόφασης δεν είναι δυνατή και εκθέσει τους σχετικούς λόγους.
Η απόφαση δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εφαρμοστεί προσωρινά πριν από την ημερομηνία κατά την οποία η αντίστοιχη νομική πράξη της Ένωσης αρχίζει να εφαρμόζεται στην Ένωση.
4.
Η Ελβετία ενημερώνει την Ένωση μέσω της μεικτής επιτροπής αμέσως μόλις εκπληρώσει τις συνταγματικές υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1.
5.
Η απόφαση αρχίζει να ισχύει την ημέρα της ενημέρωσης που προβλέπεται στην παράγραφο 4, αλλά σε καμία περίπτωση πριν από την ημερομηνία κατά την οποία η αντίστοιχη νομική πράξη της Ένωσης αρχίζει να εφαρμόζεται στην Ένωση.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ
ΑΡΘΡΟ 7
Αρχή της ομοιόμορφης ερμηνείας
1.
Για την επίτευξη των στόχων που καθορίζονται στο άρθρο 1 και σύμφωνα με τις αρχές του δημόσιου διεθνούς δικαίου, οι διμερείς συμφωνίες στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία και οι νομικές πράξεις της Ένωσης στις οποίες γίνεται αναφορά στις εν λόγω συμφωνίες ερμηνεύονται και εφαρμόζονται ομοιόμορφα στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία.
2.
Οι νομικές πράξεις της Ένωσης στις οποίες γίνεται αναφορά στη συμφωνία και οι διατάξεις της συμφωνίας, στον βαθμό που η εφαρμογή τους περιλαμβάνει έννοιες του ενωσιακού δικαίου, ερμηνεύονται και εφαρμόζονται σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πριν ή μετά την υπογραφή της συμφωνίας.
ΑΡΘΡΟ 8
Αρχή της αποτελεσματικής και αρμονικής εφαρμογής
1.
Η Επιτροπή και οι αρμόδιες ελβετικές αρχές συνεργάζονται και αλληλοεπικουρούνται για να διασφαλίσουν την εποπτεία της εφαρμογής της συμφωνίας. Μπορούν να ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες εποπτείας της εφαρμογής της συμφωνίας. Μπορούν να ανταλλάσσουν απόψεις και να συζητούν θέματα αμοιβαίου ενδιαφέροντος.
2.
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσει την αποτελεσματική και αρμονική εφαρμογή της συμφωνίας στο έδαφός του.
3.
Η εποπτεία της εφαρμογής της συμφωνίας διενεργείται από κοινού από τα συμβαλλόμενα μέρη στο πλαίσιο της μεικτής επιτροπής.
Αν η Επιτροπή ή οι αρμόδιες ελβετικές αρχές αντιληφθούν περίπτωση πλημμελούς εφαρμογής, το θέμα μπορεί να παραπεμφθεί στη μεικτή επιτροπή με σκοπό την εξεύρεση αποδεκτής λύσης.
4.
Η Επιτροπή και οι αρμόδιες ελβετικές αρχές παρακολουθούν αντίστοιχα την εφαρμογή της συμφωνίας από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Εφαρμόζεται η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 10.
Στον βαθμό που ορισμένες εποπτικές αρμοδιότητες των θεσμικών οργάνων της Ένωσης όσον αφορά ένα συμβαλλόμενο μέρος είναι αναγκαίες για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής και αρμονικής εφαρμογής της συμφωνίας, όπως οι εξουσίες έρευνας και λήψης αποφάσεων, η συμφωνία πρέπει να τις προβλέπει ειδικά.
ΑΡΘΡΟ 9
Αρχή της αποκλειστικότητας
Τα συμβαλλόμενα μέρη δεσμεύονται να μην υποβάλλουν διαφορά σχετικά με την ερμηνεία ή την εφαρμογή της συμφωνίας και των νομικών πράξεων της Ένωσης στις οποίες γίνεται αναφορά στη συμφωνία ή, κατά περίπτωση, σχετικά με τη συμμόρφωση με τη συμφωνία απόφασης που εκδίδεται από την Επιτροπή βάσει της συμφωνίας σε οποιαδήποτε μέθοδο επίλυσης πλην εκείνων που προβλέπονται στο παρόν πρωτόκολλο.
ΑΡΘΡΟ 10
Διαδικασία σε περίπτωση δυσκολίας ερμηνείας ή εφαρμογής
1.
Σε περίπτωση δυσκολίας ερμηνείας ή εφαρμογής της συμφωνίας ή νομικής πράξης της Ένωσης στην οποία γίνεται αναφορά στη συμφωνία, τα συμβαλλόμενα μέρη διαβουλεύονται μεταξύ τους στο πλαίσιο της μεικτής επιτροπής για την εξεύρεση αμοιβαία αποδεκτής λύσης. Για τον σκοπό αυτόν, παρέχονται στη μεικτή επιτροπή όλα τα χρήσιμα πληροφοριακά στοιχεία, ώστε να μπορεί να προβεί σε λεπτομερή εξέταση της κατάστασης. Η μεικτή επιτροπή εξετάζει όλες τις δυνατότητες που επιτρέπουν τη διατήρηση της ορθής λειτουργίας της συμφωνίας.
2.
Αν η μεικτή επιτροπή δεν κατορθώσει να βρει λύση στη δυσκολία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 εντός τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία παραπέμφθηκε σ’ αυτήν το θέμα της δυσκολίας, οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη μπορεί να ζητήσει από διαιτητικό δικαστήριο να επιλύσει τη διαφορά σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται στο προσάρτημα.
3.
Όταν η διαφορά εγείρει ζήτημα ερμηνείας ή εφαρμογής διάταξης που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2, και εφόσον η ερμηνεία της διάταξης αυτής είναι συναφής για την επίλυση της διαφοράς και αναγκαία για να μπορέσει το διαιτητικό δικαστήριο να εκδώσει απόφαση, το διαιτητικό δικαστήριο παραπέμπει το ζήτημα αυτό στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Όταν η διαφορά εγείρει ζήτημα ερμηνείας ή εφαρμογής διάταξης που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής εξαίρεσης από την υποχρέωση δυναμικής ευθυγράμμισης που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 7, και όταν η διαφορά δεν αφορά την ερμηνεία ή την εφαρμογή εννοιών του ενωσιακού δικαίου, το διαιτητικό δικαστήριο επιλύει τη διαφορά χωρίς να την παραπέμψει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
4.
Όταν το διαιτητικό δικαστήριο υποβάλλει ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με την παράγραφο 3:
α)
η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι δεσμευτική για το διαιτητικό δικαστήριο· και
β)
η Ελβετία απολαμβάνει τα ίδια δικαιώματα με τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα της Ένωσης και υπόκειται στις ίδιες διαδικασίες ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τηρουμένων των αναλογιών.
5.
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί καλόπιστα με την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου.
Το συμβαλλόμενο μέρος το οποίο, κατά την κρίση του διαιτητικού δικαστηρίου, δεν συμμορφώθηκε με τη συμφωνία ενημερώνει το άλλο συμβαλλόμενο μέρος μέσω της μεικτής επιτροπής σχετικά με τα μέτρα που έλαβε για να συμμορφωθεί με την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου.
ΑΡΘΡΟ 11
Αντισταθμιστικά μέτρα
1.
Αν το συμβαλλόμενο μέρος το οποίο, κατά την κρίση του διαιτητικού δικαστηρίου, δεν συμμορφώθηκε με τη συμφωνία δεν ενημερώσει το άλλο συμβαλλόμενο μέρος, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο IV.2 παράγραφος 6 του προσαρτήματος, σχετικά με τα μέτρα που έλαβε για να συμμορφωθεί με την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου, ή αν το άλλο συμβαλλόμενο μέρος θεωρεί ότι τα κοινοποιηθέντα μέτρα δεν συμμορφώνονται με την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου, το εν λόγω άλλο συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να λάβει αναλογικά αντισταθμιστικά μέτρα στο πλαίσιο της συμφωνίας ή οποιασδήποτε άλλης διμερούς συμφωνίας στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία (στο εξής: αντισταθμιστικά μέτρα), προκειμένου να αντιμετωπιστεί ενδεχόμενη ανισορροπία. Κοινοποιεί στο συμβαλλόμενο μέρος το οποίο, κατά την κρίση του διαιτητικού δικαστηρίου, δεν συμμορφώθηκε με τη συμφωνία τα αντισταθμιστικά μέτρα, τα οποία προσδιορίζονται στην κοινοποίηση. Τα εν λόγω αντισταθμιστικά μέτρα αρχίζουν να ισχύουν τρεις μήνες από την ημερομηνία της εν λόγω κοινοποίησης.
2.
Αν, εντός ενός μηνός από την ημερομηνία κοινοποίησης των προβλεπόμενων αντισταθμιστικών μέτρων, η μεικτή επιτροπή δεν αποφασίσει να αναστείλει, να τροποποιήσει ή να ακυρώσει τα εν λόγω αντισταθμιστικά μέτρα, οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να υποβάλει σε διαιτησία το ζήτημα της αναλογικότητας αυτών των αντισταθμιστικών μέτρων, σύμφωνα με το προσάρτημα.
3.
Το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίζει εντός των προθεσμιών που καθορίζονται στο άρθρο III.8 παράγραφος 4 του προσαρτήματος.
4.
Τα αντισταθμιστικά μέτρα δεν έχουν αναδρομική ισχύ. Ειδικότερα, διατηρούνται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που είχαν ήδη οι ιδιώτες και οι οικονομικοί φορείς πριν από την έναρξη ισχύος των αντισταθμιστικών μέτρων.
ΑΡΘΡΟ 12
Συνεργασία μεταξύ δικαιοδοσιών
1.
Για την προώθηση της ομοιόμορφης ερμηνείας, το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Ελβετίας και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης συμφωνούν στην τήρηση διαλόγου και στις λεπτομέρειες διεξαγωγής του.
2.
Η Ελβετία έχει το δικαίωμα να καταθέτει υπομνήματα ή γραπτές παρατηρήσεις στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης όταν δικαστήριο κράτους μέλους της Ένωσης υποβάλλει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ερώτημα σχετικά με την ερμηνεία της συμφωνίας ή διάταξης νομικής πράξης της Ένωσης που αναφέρεται σ’ αυτή για την έκδοση προδικαστικής απόφασης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΡΘΡΟ 13
Χρηματοδοτική συνεισφορά
1.
Η Ελβετία συνεισφέρει στη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων των οργανισμών της Ένωσης, των συστημάτων πληροφοριών και άλλων δραστηριοτήτων που παρατίθενται στο άρθρο 1 του παραρτήματος στις οποίες έχει πρόσβαση, σύμφωνα με το παρόν άρθρο και το παράρτημα.
Η μεικτή επιτροπή μπορεί να εκδώσει απόφαση για την τροποποίηση του παραρτήματος.
2.
Η Ένωση μπορεί να αναστείλει ανά πάσα στιγμή τη συμμετοχή της Ελβετίας στις δραστηριότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, αν η Ελβετία δεν τηρήσει την προθεσμία πληρωμής σύμφωνα με τους όρους πληρωμής που καθορίζονται στο άρθρο 2 του παραρτήματος.
Σε περίπτωση που η Ελβετία δεν τηρήσει την προθεσμία πληρωμής, η Ένωση αποστέλλει στην Ελβετία επίσημη επιστολή υπενθύμισης. Αν δεν καταβληθεί όλο το ποσό εντός 30 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της εν λόγω επίσημης επιστολής υπενθύμισης, η Ένωση μπορεί να αναστείλει τη συμμετοχή της Ελβετίας στη σχετική δραστηριότητα.
3.
Η χρηματοδοτική συνεισφορά είναι το άθροισμα:
α)
της επιχειρησιακής συνεισφοράς· και
β)
του τέλους συμμετοχής.
4.
Η χρηματοδοτική συνεισφορά λαμβάνει τη μορφή ετήσιας χρηματοδοτικής συνεισφοράς και είναι πληρωτέα κατά τις ημερομηνίες που προσδιορίζονται στις προσκλήσεις καταβολής συνεισφορών που εκδίδει η Επιτροπή.
5.
Η επιχειρησιακή συνεισφορά βασίζεται σε κλίμακα συνεισφοράς, η οποία ορίζεται ως ο λόγος του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (στο εξής: ΑΕΠ) της Ελβετίας σε τιμές αγοράς προς το ΑΕΠ της Ένωσης σε τιμές αγοράς.
Για τον σκοπό αυτό, τα στοιχεία των συμβαλλόμενων μερών για το ΑΕΠ σε τιμές αγοράς είναι τα πλέον πρόσφατα διαθέσιμα σχετικά στοιχεία από την 1η Ιανουαρίου του έτους κατά το οποίο πραγματοποιείται η ετήσια πληρωμή, όπως παρέχονται από τη Στατιστική Υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUROSTAT), λαμβανομένης δεόντως υπόψη της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τη συνεργασία στον τομέα της στατιστικής, που πραγματοποιήθηκε στο Λουξεμβούργο στις 26 Οκτωβρίου 2004. Σε περίπτωση παύσης εφαρμογής της εν λόγω συμφωνίας, το ΑΕΠ της Ελβετίας είναι αυτό που καθορίζεται με βάση τα δεδομένα που παρέχονται από τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης.
6.
Η επιχειρησιακή συνεισφορά για κάθε οργανισμό της Ένωσης υπολογίζεται με την εφαρμογή της κλείδας συνεισφοράς στον ετήσιο ψηφισθέντα προϋπολογισμό του οργανισμού που έχει εγγραφεί στη/στις σχετική/-ές γραμμή/-ές επιδότησης του προϋπολογισμού της Ένωσης του εν λόγω έτους, λαμβανομένης υπόψη, για κάθε οργανισμό, τυχόν προσαρμοσμένης επιχειρησιακής συνεισφοράς όπως ορίζεται στο άρθρο 1 του παραρτήματος.
Η επιχειρησιακή συνεισφορά για τα συστήματα πληροφοριών και τις άλλες δραστηριότητες υπολογίζεται με την εφαρμογή της κλείδας συνεισφοράς στον σχετικό προϋπολογισμό του εν λόγω έτους, όπως ορίζεται στα έγγραφα εκτέλεσης του προϋπολογισμού, όπως προγράμματα εργασίας ή συμβάσεις.
Όλα τα ποσά αναφοράς βασίζονται στις πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων.
7.
Το ετήσιο τέλος συμμετοχής ανέρχεται στο 4 % της ετήσιας επιχειρησιακής συνεισφοράς, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με τις παραγράφους 5 και 6.
8.
Η Επιτροπή παρέχει στην Ελβετία επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τον υπολογισμό της χρηματοδοτικής συνεισφοράς της. Οι πληροφορίες αυτές παρέχονται λαμβανομένων δεόντως υπόψη των ενωσιακών κανόνων εμπιστευτικότητας και προστασίας των δεδομένων.
9.
Όλες οι χρηματοδοτικές συνεισφορές της Ελβετίας ή οι πληρωμές από την Ένωση, καθώς και ο υπολογισμός των οφειλόμενων ή των προς είσπραξη ποσών πραγματοποιούνται σε ευρώ.
10.
Όταν η έναρξη ισχύος του παρόντος πρωτοκόλλου δεν συμπίπτει με την έναρξη ημερολογιακού έτους, η επιχειρησιακή συνεισφορά της Ελβετίας για το εν λόγω έτος υπόκειται σε προσαρμογή, σύμφωνα με τη μεθοδολογία και τους όρους πληρωμής που ορίζονται στο άρθρο 5 του παραρτήματος.
11.
Οι λεπτομερείς διατάξεις για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου καθορίζονται στο παράρτημα.
12.
Τρία έτη μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος πρωτοκόλλου, και στη συνέχεια ανά τριετία, η μεικτή επιτροπή επανεξετάζει τους όρους συμμετοχής της Ελβετίας, όπως ορίζονται στο άρθρο 1 του παραρτήματος, και, κατά περίπτωση, τους προσαρμόζει.
ΑΡΘΡΟ 14
Αναφορές σε επικράτειες
Στις περιπτώσεις που οι νομικές πράξεις της Ένωσης οι οποίες ενσωματώνονται στη συμφωνία περιέχουν αναφορές στην επικράτεια της «Ευρωπαϊκής Ένωσης», της «‘Ένωσης», της «κοινής αγοράς» ή της «εσωτερικής αγοράς», οι αναφορές νοούνται, για τους σκοπούς της συμφωνίας, ως αναφορές στις επικράτειες που αναφέρονται στο άρθρο 34 της συμφωνίας.
ΑΡΘΡΟ 15
Αναφορές σε υπηκόους κρατών μελών της Ένωσης
Στις περιπτώσεις που οι νομικές πράξεις της Ένωσης οι οποίες έχουν ενσωματωθεί στη συμφωνία περιέχουν αναφορές σε υπηκόους κρατών μελών της Ένωσης, οι αναφορές νοούνται, για τους σκοπούς της συμφωνίας, ως αναφορές σε υπηκόους των κρατών μελών της Ένωσης και της Ελβετίας.
ΑΡΘΡΟ 16
Έναρξη ισχύος και εφαρμογή των νομικών πράξεων της Ένωσης
Οι διατάξεις των νομικών πράξεων της Ένωσης που έχουν ενσωματωθεί στη συμφωνία οι οποίες αφορούν την έναρξη ισχύος ή την εφαρμογή τους δεν είναι συναφείς για τους σκοπούς της συμφωνίας.
Τα χρονικά όρια και οι ημερομηνίες κατά τις οποίες αρχίζουν να ισχύουν και να εφαρμόζονται στην Ελβετία οι αποφάσεις για την ενσωμάτωση των νομικών πράξεων της Ένωσης στη συμφωνία απορρέουν από το άρθρο 5 παράγραφος 8 και το άρθρο 6 παράγραφος 5, καθώς και από τις διατάξεις σχετικά με τις μεταβατικές ρυθμίσεις.
ΑΡΘΡΟ 17
Αποδέκτες των νομικών πράξεων της Ένωσης
Οι διατάξεις των νομικών πράξεων της Ένωσης που έχουν ενσωματωθεί στη συμφωνία, στις οποίες επισημαίνεται ότι απευθύνονται στα κράτη μέλη της Ένωσης, δεν είναι συναφείς για τους σκοπούς της συμφωνίας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5
ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΡΘΡΟ 18
Εφαρμογή
1.
Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμφωνία και απέχουν από τη λήψη κάθε μέτρου που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την επίτευξη των στόχων της.
2.
Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα των νομικών πράξεων της Ένωσης στις οποίες γίνεται αναφορά στη συμφωνία και απέχουν από τη λήψη κάθε μέτρου που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την επίτευξη των στόχων τους.
ΑΡΘΡΟ 19
Έναρξη ισχύος
1.
Το παρόν πρωτόκολλο κυρώνεται ή εγκρίνεται από τα συμβαλλόμενα μέρη σύμφωνα με τις κατ’ ιδίαν διαδικασίες. Τα συμβαλλόμενα μέρη κοινοποιούν αμοιβαία την ολοκλήρωση των εσωτερικών διαδικασιών που είναι αναγκαίες για την έναρξη ισχύος του παρόντος πρωτοκόλλου.
2.
Το παρόν πρωτόκολλο αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του δεύτερου μήνα που έπεται της τελευταίας κοινοποίησης όσον αφορά τις ακόλουθες πράξεις:
α)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων·
β)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων·
γ)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές·
δ)
Πρωτόκολλο για τις κρατικές ενισχύσεις της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές·
ε)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών·
στ)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών·
ζ)
Πρωτόκολλο για τις κρατικές ενισχύσεις της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών·
η)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων·
θ)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας αμοιβαίας αναγνώρισης σχετικά με την αξιολόγηση της πιστότητας, μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας·
ι)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας αμοιβαίας αναγνώρισης σχετικά με την αξιολόγηση της πιστότητας, μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας·
ια)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας στη μείωση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση·
ιβ)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενεργείας, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, σχετικά με τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σε προγράμματα της Ένωσης·
ιγ)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας στον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Διαστημικό Πρόγραμμα.
ΑΡΘΡΟ 20
Τροποποίηση και καταγγελία
1.
Το παρόν πρωτόκολλο μπορεί να τροποποιηθεί ανά πάσα στιγμή με αμοιβαία συμφωνία των συμβαλλόμενων μερών.
2.
Σε περίπτωση καταγγελίας της συμφωνίας σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 3 της συμφωνίας, το παρόν πρωτόκολλο παύει να ισχύει κατά την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 36 παράγραφος 4 της συμφωνίας.
3.
Σε περίπτωση που η συμφωνία παύσει να ισχύει, διατηρούνται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που έχουν ήδη αποκτήσει βάσει της συμφωνίας οι ιδιώτες και οι οικονομικοί φορείς πριν από την ημερομηνία παύσης της συμφωνίας. Τα συμβαλλόμενα μέρη ρυθμίζουν με αμοιβαία συμφωνία ποιες ενέργειες θα αναληφθούν σε σχέση με δικαιώματα στο στάδιο της απόκτησης.
[Τόπος], στις [...], σε δύο αντίτυπα στην αγγλική, βουλγαρική, γαλλική, γερμανική, δανική, ελληνική, εσθονική, ιρλανδική, ισπανική, ιταλική, κροατική, λετονική, λιθουανική, μαλτέζικη, ολλανδική, ουγγρική, πολωνική, πορτογαλική, ρουμανική, σλοβακική, σλοβενική, σουηδική, τσεχική και φινλανδική γλώσσα, όλα δε τα κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά.
ΣΕ ΠΙΣΤΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩ, οι υπογράφοντες πληρεξούσιοι, δεόντως εξουσιοδοτημένοι, έθεσαν την υπογραφή τους κάτω από το παρόν πρωτόκολλο.
(Πεδίο υπογραφών και στις 24 γλώσσες της ΕΕ: «Για την Ευρωπαϊκή Ένωση» και «Για την Ελβετική Συνομοσπονδία»)
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 13 ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ
ΑΡΘΡΟ 1
Κατάλογος των δραστηριοτήτων των οργανισμών της Ένωσης, των συστημάτων πληροφοριών και άλλων δραστηριοτήτων
στις οποίες πρέπει να συνεισφέρει οικονομικά η Ελβετία
Η Ελβετία συνεισφέρει οικονομικά στα εξής:
α)
οργανισμούς:
κανέναν.
β)
συστήματα πληροφοριών:
κανένα.
γ)
άλλες δραστηριότητες:
καμία.
ΑΡΘΡΟ 2
Όροι πληρωμής
1.
Οι πληρωμές που οφείλονται σύμφωνα με το άρθρο 13 του πρωτοκόλλου πραγματοποιούνται σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
2.
Κατά την έκδοση της πρόσκλησης καταβολής του οικονομικού έτους, η Επιτροπή κοινοποιεί στην Ελβετία τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)
το ποσό της επιχειρησιακής συνεισφοράς· και
β)
το ποσό του τέλους συμμετοχής.
3.
Η Επιτροπή κοινοποιεί στην Ελβετία, το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο στις 16 Απριλίου κάθε οικονομικού έτους, τις ακόλουθες πληροφορίες σε σχέση με τη συμμετοχή της Ελβετίας:
α)
τα ποσά των πιστώσεων αναλήψεων υποχρεώσεων του ετήσιου ψηφισθέντος προϋπολογισμού της Ένωσης που έχει εγγραφεί στη/στις σχετική/-ές γραμμή/-ές επιδότησης του προϋπολογισμού της Ένωσης του εν λόγω έτους για κάθε οργανισμό της Ένωσης, λαμβανομένης υπόψη, για κάθε οργανισμό, τυχόν προσαρμοσμένης επιχειρησιακής συνεισφοράς, όπως ορίζεται στο άρθρο 1, και τα ποσά των πιστώσεων αναλήψεων υποχρεώσεων σε σχέση με τον ψηφισθέντα προϋπολογισμό της Ένωσης του εν λόγω έτους για τον σχετικό προϋπολογισμό των συστημάτων πληροφοριών και άλλων δραστηριοτήτων, που καλύπτουν τη συμμετοχή της Ελβετίας σύμφωνα με το άρθρο 1·
β)
το ποσό του τέλους συμμετοχής που αναφέρεται στο άρθρο 13 παράγραφος 7 του πρωτοκόλλου· και
γ)
όσον αφορά τους οργανισμούς, το έτος Ν+1, τα ποσά των δημοσιονομικών δεσμεύσεων που αναλήφθηκαν επί πιστώσεων αναλήψεων υποχρεώσεων οι οποίες εγκρίθηκαν το έτος Ν στη/στις σχετική/-ές γραμμή/-ές επιδότησης του προϋπολογισμού της Ένωσης σε σχέση με τον ετήσιο προϋπολογισμό της Ένωσης που έχει εγγραφεί στη/στις σχετική/-ές γραμμή/-ές επιδότησης του προϋπολογισμού της Ένωσης του έτους N.
4.
Βάσει του σχεδίου προϋπολογισμού της, η Επιτροπή παρέχει εκτίμηση των πληροφοριών της παραγράφου 3 στοιχεία α) και β) το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο έως την 1η Σεπτεμβρίου του οικονομικού έτους.
5.
Η Επιτροπή εκδίδει προς την Ελβετία, το αργότερο στις 16 Απριλίου και, εφόσον έχει εφαρμογή στον σχετικό οργανισμό, στο σχετικό σύστημα πληροφοριών ή σε άλλη σχετική δραστηριότητα, το νωρίτερο στις 22 Οκτωβρίου και το αργότερο στις 31 Οκτωβρίου κάθε οικονομικού έτους, πρόσκληση καταβολής που αντιστοιχεί στη συνεισφορά της Ελβετίας βάσει της συμφωνίας για καθέναν από τους οργανισμούς, τα συστήματα πληροφοριών και τις άλλες δραστηριότητες όπου συμμετέχει η Ελβετία.
6.
Η/Οι πρόσκληση/-εις καταβολής που αναφέρεται/-ονται στην παράγραφο 5 διαρθρώνεται/-ονται σε δόσεις ως εξής:
α)
η πρώτη δόση κάθε έτους, σε σχέση με την πρόσκληση καταβολής που πρέπει να εκδοθεί έως τις 16 Απριλίου, αντιστοιχεί σε ποσό που δεν υπερβαίνει το ισοδύναμο της εκτιμώμενης ετήσιας χρηματοδοτικής συνεισφοράς του σχετικού οργανισμού, συστήματος πληροφοριών ή άλλης δραστηριότητας που αναφέρεται στην παράγραφο 4·
Η Ελβετία καταβάλλει το ποσό που αναγράφεται στην πρόσκληση καταβολής το αργότερο 60 ημέρες από την ημερομηνία έκδοσης της πρόσκλησης καταβολής·
β)
κατά περίπτωση, η δεύτερη δόση του έτους, σε σχέση με την πρόσκληση καταβολής που πρέπει να εκδοθεί το νωρίτερο στις 22 Οκτωβρίου και το αργότερο στις 31 Οκτωβρίου, αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ του ποσού που αναφέρεται στην παράγραφο 4 και του ποσού που αναφέρεται στην παράγραφο 5, όταν το ποσό που αναφέρεται στην παράγραφο 5 είναι υψηλότερο.
Η Ελβετία καταβάλλει το ποσό που αναγράφεται στην εν λόγω πρόσκληση καταβολής το αργότερο έως τις 21 Δεκεμβρίου.
Για κάθε πρόσκληση καταβολής, η Ελβετία μπορεί να πραγματοποιεί χωριστές πληρωμές για κάθε οργανισμό, σύστημα πληροφοριών ή άλλη δραστηριότητα.
7.
Για το πρώτο έτος εφαρμογής του πρωτοκόλλου, η Επιτροπή εκδίδει μία μόνο πρόσκληση καταβολής εντός 90 ημερών από την έναρξη ισχύος του πρωτοκόλλου.
Η Ελβετία καταβάλλει το ποσό που αναγράφεται στην πρόσκληση καταβολής το αργότερο 60 ημέρες από την ημερομηνία έκδοσης της πρόσκλησης καταβολής.
8.
Οποιαδήποτε καθυστέρηση στην καταβολή της χρηματοδοτικής συνεισφοράς συνεπάγεται την καταβολή τόκων υπερημερίας από την Ελβετία επί του οφειλόμενου ποσού από την ημερομηνία καταβολής έως την ημέρα κατά την οποία το εν λόγω οφειλόμενο ποσό εξοφληθεί εξ ολοκλήρου.
Το επιτόκιο για τα εισπρακτέα ποσά που δεν εξοφλούνται εμπρόθεσμα είναι αυτό που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στις κύριες πράξεις αναχρηματοδότησης, όπως δημοσιεύεται στη σειρά C της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και που ισχύει την πρώτη ημέρα του μήνα κατά τον οποίο εκπνέει η προθεσμία ή 0 %, αναλόγως του ποιο ποσό είναι μεγαλύτερο, συν 3,5 εκατοστιαίες μονάδες.
ΑΡΘΡΟ 3
Προσαρμογή της χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Ελβετίας στους οργανισμούς της Ένωσης
με βάση την εκτέλεση
Η προσαρμογή της χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Ελβετίας στους οργανισμούς της Ένωσης πραγματοποιείται το έτος Ν+1, όταν η αρχική επιχειρησιακή συνεισφορά προσαρμόζεται προς τα πάνω ή προς τα κάτω με βάση τη διαφορά μεταξύ της αρχικής επιχειρησιακής συνεισφοράς και μιας προσαρμοσμένης συνεισφοράς υπολογιζόμενης με την εφαρμογή της κλείδας κατανομής του έτους Ν στο ποσό των δημοσιονομικών δεσμεύσεων που αναλήφθηκαν επί πιστώσεων αναλήψεων υποχρεώσεων οι οποίες εγκρίθηκαν κατά το έτος Ν στο πλαίσιο της/των σχετικής/-ών γραμμής/-ών επιδότησης του προϋπολογισμού της Ένωσης. Κατά περίπτωση, η διαφορά λαμβάνει υπόψη, για κάθε οργανισμό, την προσαρμοσμένη επιχειρησιακή συνεισφορά βάσει ποσοστού, όπως ορίζεται στο άρθρο 1.
ΑΡΘΡΟ 4
Υφιστάμενες ρυθμίσεις
Το άρθρο 13 του πρωτοκόλλου και το παρόν παράρτημα δεν εφαρμόζονται στις ειδικές ρυθμίσεις μεταξύ της Ελβετίας και της Ένωσης, οι οποίες περιλαμβάνουν τις χρηματοδοτικές συνεισφορές της Ελβετίας. Οι οργανισμοί, τα συστήματα πληροφοριών και άλλες δραστηριότητες που καλύπτονται από τις εν λόγω ρυθμίσεις είναι τα εξής:
Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Ασφάλεια της Αεροπορίας, ο οποίος ιδρύθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1139 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2018, για τη θέσπιση κοινών κανόνων στον τομέα της πολιτικής αεροπορίας και την ίδρυση Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Ασφάλεια της Αεροπορίας, και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 2111/2005, (ΕΚ) αριθ. 1008/2008, (ΕΕ) αριθ. 996/2010, (ΕΕ) αριθ. 376/2014 και των οδηγιών 2014/30/ΕΕ και 2014/53/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, καθώς και για την κατάργηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 552/2004 και (ΕΚ) αριθ. 216/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3922/91 του Συμβουλίου (ΕΕ L 212 της 22.8.2018, σ. 1), όπως εφαρμόζεται σύμφωνα με το παράρτημα της συμφωνίας.
ΑΡΘΡΟ 5
Μεταβατικές ρυθμίσεις
Σε περίπτωση που η ημερομηνία έναρξης ισχύος του πρωτοκόλλου δεν είναι η 1η Ιανουαρίου, εφαρμόζεται το παρόν άρθρο κατά παρέκκλιση από το άρθρο 2.
Για το πρώτο έτος εφαρμογής του πρωτοκόλλου, σε σχέση με την οφειλόμενη επιχειρησιακή συνεισφορά για το εν λόγω έτος η οποία εφαρμόζεται στον σχετικό οργανισμό, σύστημα πληροφοριών ή άλλη δραστηριότητα, όπως καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 13 του πρωτοκόλλου και τα άρθρα 1 έως 3 του παρόντος παραρτήματος, η επιχειρησιακή συνεισφορά μειώνεται pro rata temporis με τον πολλαπλασιασμό του ποσού της ετήσιας οφειλόμενης επιχειρησιακής συνεισφοράς με τον λόγο των ακόλουθων στοιχείων:
α)
του αριθμού των ημερολογιακών ημερών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του πρωτοκόλλου έως τις 31 Δεκεμβρίου του εν λόγω έτους· και
β)
του συνολικού αριθμού των ημερολογιακών ημερών του εν λόγω έτους.
Προσάρτημα
ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ I
ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΡΘΡΟ I.1
Πεδίο εφαρμογής
Αν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη (στο εξής: μέρη) υποβάλει διαφορά σε διαιτησία σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 2 ή το άρθρο 11 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου, εφαρμόζονται οι κανόνες του παρόντος προσαρτήματος.
ΑΡΘΡΟ I.2
Γραμματεία και γραμματειακές υπηρεσίες
Το Διεθνές Γραφείο του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου της Χάγης (στο εξής: Διεθνές Γραφείο) ασκεί καθήκοντα γραμματείας και παρέχει τις αναγκαίες γραμματειακές υπηρεσίες.
ΑΡΘΡΟ I.3
Κοινοποιήσεις και υπολογισμός προθεσμιών
1.
Οι κοινοποιήσεις, συμπεριλαμβανομένων των ανακοινώσεων ή των προτάσεων, μπορούν να αποστέλλονται με οποιοδήποτε μέσο επικοινωνίας πιστοποιεί τη διαβίβασή τους ή επιτρέπει την πιστοποίησή τους.
2.
Οι εν λόγω κοινοποιήσεις μπορούν να αποστέλλονται ηλεκτρονικά μόνον εφόσον έχει οριστεί ή εγκριθεί διεύθυνση από μέρος ειδικά για τον σκοπό αυτόν.
3.
Οι κοινοποιήσεις αυτές που επιδίδονται στα μέρη αποστέλλονται, για την Ελβετία, στο Τμήμα Ευρώπης του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Εξωτερικών της Ελβετίας και, για την Ένωση, στη Νομική Υπηρεσία της Επιτροπής.
4.
Κάθε προθεσμία που ορίζεται στο παρόν προσάρτημα προσμετράται από την επομένη της επέλευσης ενός γεγονότος ή της διενέργειας μιας πράξης. Αν η τελευταία ημέρα για την παράδοση εγγράφου συμπίπτει με μη εργάσιμη ημέρα των θεσμικών οργάνων της Ένωσης ή της κυβέρνησης της Ελβετίας, η χρονική περίοδος της παράδοσης του εγγράφου λήγει την πρώτη επόμενη εργάσιμη μέρα. Υπολογίζονται οι μη εργάσιμες ημέρες που εμπίπτουν στη χρονική περίοδο.
ΑΡΘΡΟ I.4
Κοινοποίηση διαιτησίας
1.
Το μέρος που αναλαμβάνει την πρωτοβουλία να προσφύγει στη διαιτησία (στο εξής: ενάγων) αποστέλλει στο άλλο μέρος (στο εξής: εναγόμενος) και στο Διεθνές Γραφείο κοινοποίηση διαιτησίας.
2.
Η διαιτητική διαδικασία θεωρείται ότι αρχίζει από την ημέρα που έπεται αυτής κατά την οποία ο εναγόμενος παραλαμβάνει την κοινοποίηση διαιτησίας.
3.
Η κοινοποίηση διαιτησίας περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)
το αίτημα παραπομπής της διαφοράς σε διαιτησία·
β)
τα ονόματα και τα στοιχεία επικοινωνίας των μερών·
γ)
το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση του/των εκπροσώπου/-ων του ενάγοντος·
δ)
τη νομική βάση της διαδικασίας (άρθρο 10 παράγραφος 2 ή άρθρο 11 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου) και:
i)
στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου, το ζήτημα που αποτέλεσε το έναυσμα της διαφοράς, όπως έχει εγγραφεί επίσημα, προς επίλυση, στην ημερήσια διάταξη της μεικτής επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 1 του πρωτοκόλλου· και
ii)
στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου, την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου, τα εκτελεστικά μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 5 του πρωτοκόλλου και τα επίμαχα αντισταθμιστικά μέτρα·
ε)
τον προσδιορισμό τυχόν κανόνα που αποτέλεσε το έναυσμα της διαφοράς ή που σχετίζεται μ’ αυτήν·
στ)
συνοπτική περιγραφή της διαφοράς· και
ζ)
τον ορισμό διαιτητή ή, αν πρέπει να διοριστούν πέντε διαιτητές, τον ορισμό δύο διαιτητών.
4.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 3 του πρωτοκόλλου, η κοινοποίηση διαιτησίας μπορεί επίσης να περιέχει πληροφορίες σχετικά με την ανάγκη προσφυγής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
5.
Τυχόν ισχυρισμοί σχετικά με την επάρκεια της κοινοποίησης διαιτησίας δεν εμποδίζουν τη σύσταση του διαιτητικού δικαστηρίου. Η διαφορά διευθετείται οριστικά από το διαιτητικό δικαστήριο.
ΑΡΘΡΟ I.5
Απάντηση στην κοινοποίηση διαιτησίας
1.
Εντός 60 ημερών από την παραλαβή της κοινοποίησης διαιτησίας, ο εναγόμενος αποστέλλει στον ενάγοντα και στο Διεθνές Γραφείο απάντηση στην κοινοποίηση διαιτησίας, η οποία περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)
τα ονόματα και τα στοιχεία επικοινωνίας των μερών·
β)
το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση του/των εκπροσώπου/-ων του εναγομένου·
γ)
απάντηση στις πληροφορίες που περιέχονται στην κοινοποίηση διαιτησίας σύμφωνα με το άρθρο I.4 παράγραφος 3 στοιχεία δ) έως στ)· και
δ)
τον ορισμό διαιτητή ή, αν πρέπει να διοριστούν πέντε διαιτητές, τον ορισμό δύο διαιτητών.
2.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 3 του πρωτοκόλλου, η απάντηση στην κοινοποίηση διαιτησίας μπορεί επίσης να περιέχει απάντηση στις πληροφορίες που περιέχονται στην κοινοποίηση διαιτησίας σύμφωνα με το άρθρο I.4 παράγραφος 4 του παρόντος προσαρτήματος και πληροφορίες σχετικά με την ανάγκη προσφυγής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
3.
Η έλλειψη απάντησης ή η ελλιπής ή καθυστερημένη απάντηση του εναγομένου στην κοινοποίηση διαιτησίας δεν εμποδίζει τη σύσταση διαιτητικού δικαστηρίου. Η διαφορά διευθετείται οριστικά από το διαιτητικό δικαστήριο.
4.
Αν στην απάντησή του στην κοινοποίηση διαιτησίας ο εναγόμενος ζητήσει το διαιτητικό δικαστήριο να αποτελείται από πέντε διαιτητές, ο ενάγων ορίζει επιπλέον διαιτητή εντός 30 ημερών από την παραλαβή της απάντησης στην κοινοποίηση διαιτησίας.
ΑΡΘΡΟ I.6
Εκπροσώπηση και συνδρομή
1.
Τα μέρη εκπροσωπούνται ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου από έναν ή περισσότερους εκπροσώπους. Οι εκπρόσωποι μπορούν να επικουρούνται από συμβούλους ή δικηγόρους.
2.
Κάθε αλλαγή των εκπροσώπων ή των διευθύνσεών τους κοινοποιείται στο άλλο μέρος, στο Διεθνές Γραφείο και στο διαιτητικό δικαστήριο. Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί, ανά πάσα στιγμή, με δική του πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος ενός μέρους, να ζητήσει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τις εξουσίες που έχουν ανατεθεί στους εκπροσώπους των μερών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II
ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΟΥ ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
ΑΡΘΡΟ II.1
Αριθμός διαιτητών
Το διαιτητικό δικαστήριο απαρτίζεται από τρεις διαιτητές. Αν το ζητήσει ο ενάγων στην οικεία κοινοποίηση διαιτησίας ή ο εναγόμενος στην απάντησή του στην κοινοποίηση διαιτησίας, το διαιτητικό δικαστήριο απαρτίζεται από πέντε διαιτητές.
ΑΡΘΡΟ II.2
Διορισμός διαιτητών
1.
Αν πρέπει να διοριστούν τρεις διαιτητές, καθένα από τα μέρη ορίζει έναν από αυτούς. Οι δύο διαιτητές που διορίζονται από τα μέρη επιλέγουν τον τρίτο διαιτητή, ο οποίος προεδρεύει του διαιτητικού δικαστηρίου.
2.
Αν πρέπει να διοριστούν πέντε διαιτητές, καθένα από τα μέρη ορίζει δύο από αυτούς. Οι τέσσερις διαιτητές που διορίζονται από τα μέρη επιλέγουν τον πέμπτο διαιτητή, ο οποίος προεδρεύει του διαιτητικού δικαστηρίου.
3.
Αν, εντός 30 ημερών από τον ορισμό του τελευταίου διαιτητή τον οποίο διόρισαν τα μέρη, οι διαιτητές δεν καταλήξουν σε συμφωνία σχετικά με την επιλογή του προέδρου του διαιτητικού δικαστηρίου, ο πρόεδρος διορίζεται από τον γενικό γραμματέα του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου.
4.
Για τη διευκόλυνση της επιλογής των διαιτητών που θα απαρτίζουν το διαιτητικό δικαστήριο, καταρτίζεται και επικαιροποιείται, όποτε κρίνεται αναγκαίο, ενδεικτικός κατάλογος των προσώπων τα οποία διαθέτουν τα προσόντα που αναφέρονται στην παράγραφο 6, ο οποίος είναι κοινός για όλες τις διμερείς συμφωνίες στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία, καθώς και για τη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για την υγεία, η οποία υπογράφηκε στ […] στις […] (στο εξής: συμφωνία για την υγεία), τη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων, η οποία υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο στις 21 Ιουνίου 1999 (στο εξής: συμφωνία για τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων) και τη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας στη μείωση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία υπογράφηκε στ […] στις […] (στο εξής: συμφωνία σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας). Η μεικτή επιτροπή εγκρίνει και επικαιροποιεί, για τους σκοπούς της συμφωνίας, τον εν λόγω κατάλογο μέσω απόφασης.
5.
Σε περίπτωση που ένα μέρος δεν ορίσει διαιτητή, ο γενικός γραμματέας του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου διορίζει τον εν λόγω διαιτητή από τον κατάλογο που αναφέρεται στην παράγραφο 4. Ελλείψει τέτοιου καταλόγου, ο διαιτητής διορίζεται με κλήρωση από τον γενικό γραμματέα του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου μεταξύ των ατόμων που έχει προτείνει επίσημα ένα μέρος ή και τα δύο μέρη για τους σκοπούς της παραγράφου 4.
6.
Τα πρόσωπα που απαρτίζουν το διαιτητικό δικαστήριο είναι πρόσωπα υψηλής ειδίκευσης, με ή χωρίς δεσμούς με τα μέρη, των οποίων η ανεξαρτησία και η έλλειψη σύγκρουσης συμφερόντων είναι εγγυημένες, ενώ διαθέτουν επίσης ευρεία πείρα. Ειδικότερα, διαθέτουν αποδεδειγμένη εμπειρογνωσία στο δίκαιο και στα θέματα που καλύπτονται από την παρούσα συμφωνία· δεν δέχονται οδηγίες από κανένα μέρος· και συμμετέχουν σε ατομική βάση και δεν δέχονται οδηγίες από κανέναν οργανισμό ή δημόσια αρχή σχετικά με θέματα που συνδέονται με τη διαφορά. Ο πρόεδρος του διαιτητικού δικαστηρίου διαθέτει επίσης πείρα σε διαδικασίες επίλυσης διαφορών.
ΑΡΘΡΟ II.3
Δηλώσεις διαιτητών
1.
Όταν ένα πρόσωπο τελεί υπό εξέταση για διορισμό ως διαιτητής, το εν λόγω πρόσωπο αναφέρει όλες τις περιστάσεις που ενδέχεται να δημιουργήσουν εύλογες αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία ή την ανεξαρτησία του. Από τον διορισμό και καθ’ όλη τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας, ο διαιτητής αναφέρει τις περιστάσεις αυτές στα μέρη και στους άλλους διαιτητές χωρίς καθυστέρηση, αν ο διαιτητής δεν το έχει ήδη πράξει.
2.
Κάθε διαιτητής μπορεί να εξαιρεθεί αν συντρέχουν περιστάσεις που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν εύλογες αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία ή την ανεξαρτησία του.
3.
Ένα μέρος μπορεί να ζητήσει την εξαίρεση διαιτητή που έχει διορίσει μόνο για λόγο που του γνωστοποιείται μετά τον εν λόγω διορισμό.
4.
Αν ένας διαιτητής δεν ενεργήσει ή αδυνατεί εκ του νόμου ή εκ των πραγμάτων να ασκήσει τα καθήκοντά του, εφαρμόζεται η διαδικασία εξαίρεσης διαιτητών που προβλέπεται στο άρθρο II.4.
ΑΡΘΡΟ II.4
Εξαίρεση διαιτητών
1.
Κάθε μέρος που επιθυμεί να εξαιρέσει διαιτητή υποβάλλει αίτημα εξαίρεσης εντός 30 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία του κοινοποιήθηκε ο διορισμός του εν λόγω διαιτητή ή εντός 30 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία έλαβε γνώση των περιστάσεων που αναφέρονται στο άρθρο II.3.
2.
Το αίτημα εξαίρεσης αποστέλλεται στο άλλο μέρος, στον διαιτητή προς εξαίρεση, στους άλλους διαιτητές και στο Διεθνές Γραφείο. Στο αίτημα εκτίθενται οι λόγοι της εξαίρεσης.
3.
Όταν έχει υποβληθεί αίτημα εξαίρεσης, το άλλο μέρος μπορεί να αποδεχθεί το αίτημα εξαίρεσης. Ο εν λόγω διαιτητής μπορεί επίσης να παραιτηθεί. Η αποδοχή της παραίτησης δεν συνεπάγεται αναγνώριση των λόγων για τους οποίους ζητείται η εξαίρεση.
4.
Αν, εντός 15 ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης του αιτήματος εξαίρεσης, το άλλο μέρος δεν αποδεχθεί το αίτημα εξαίρεσης ή ο εν λόγω διαιτητής δεν παραιτηθεί, το μέρος που ζητεί την εξαίρεση μπορεί να ζητήσει από τον γενικό γραμματέα του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου να λάβει απόφαση σχετικά με την εξαίρεση.
5.
Εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά, στην απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 4 εκτίθενται οι λόγοι της απόφασης αυτής.
ΑΡΘΡΟ II.5
Αντικατάσταση διαιτητή
1.
Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, αν είναι αναγκαίο να αντικατασταθεί διαιτητής κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας, διορίζεται ή επιλέγεται αντικαταστάτης σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο II.2 η οποία εφαρμόζεται στον διορισμό ή στην επιλογή του προς αντικατάσταση διαιτητή. Η διαδικασία αυτή εφαρμόζεται ακόμα και αν ένα μέρος δεν έχει ασκήσει το δικαίωμά του να διορίσει ή να συμμετάσχει στον διορισμό του προς αντικατάσταση διαιτητή.
2.
Σε περίπτωση αντικατάστασης διαιτητή, η διαδικασία συνεχίζεται από το σημείο κατά το οποίο ο διαιτητής που αντικαταστάθηκε έπαυσε να ασκεί τα καθήκοντά του, εκτός αν το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίσει διαφορετικά.
ΑΡΘΡΟ II.6
Απαλλαγή της ευθύνης
Εξαιρουμένων των περιπτώσεων δόλου ή σοβαρής αμέλειας, τα μέρη παραιτούνται, στον μέγιστο βαθμό που το επιτρέπει το εφαρμοστέο δίκαιο, από κάθε ενέργεια κατά των διαιτητών για κάθε πράξη ή παράλειψη που σχετίζεται με τη διαιτησία.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ III
ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
ΑΡΘΡΟ III.1
Γενικές διατάξεις
1.
Η ημερομηνία σύστασης του διαιτητικού δικαστηρίου είναι η ημερομηνία κατά την οποία ο τελευταίος διαιτητής αποδέχθηκε τον διορισμό του.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο εξασφαλίζει ότι τα μέρη τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης και ότι, στο κατάλληλο στάδιο της διαδικασίας, καθένα από αυτά έχει επαρκή δυνατότητα να ασκήσει τα δικαιώματά του και να εκθέσει την άποψή του. Το διαιτητικό δικαστήριο διεξάγει τη διαδικασία κατά τρόπο ώστε να αποφεύγονται καθυστερήσεις και περιττές δαπάνες και να διασφαλίζεται η επίλυση της διαφοράς μεταξύ των μερών.
3.
Οργανώνεται ακρόαση, εκτός αν το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίσει διαφορετικά, έπειτα από ακρόαση των μερών.
4.
Όταν ένα μέρος αποστέλλει κοινοποίηση στο διαιτητικό δικαστήριο, το πράττει μέσω του Διεθνούς Γραφείου και αποστέλλει ταυτόχρονα αντίγραφο στο άλλο μέρος. Το Διεθνές Γραφείο αποστέλλει αντίγραφο της εν λόγω κοινοποίησης σε καθέναν από τους διαιτητές.
ΑΡΘΡΟ III.2
Τόπος διαιτησίας
Τόπος διαιτησίας είναι η Χάγη. Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί, αν το απαιτούν εξαιρετικές περιστάσεις, να συνεδριάζει σε οποιοδήποτε άλλο μέρος κρίνει κατάλληλο για τις διασκέψεις του.
ΑΡΘΡΟ III.3
Γλώσσα
1.
Οι γλώσσες διαδικασίας είναι τα γαλλικά και τα αγγλικά.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει όλα τα έγγραφα που επισυνάπτονται στο δικόγραφο αγωγής ή στο υπόμνημα αντίκρουσης, καθώς και όλα τα επιπλέον έγγραφα που προσκομίστηκαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, που υποβλήθηκαν στην πρωτότυπη γλώσσα τους, να συνοδεύονται από μετάφραση σε μία από τις γλώσσες της διαδικασίας.
ΑΡΘΡΟ III.4
Δικόγραφο αγωγής
1.
Ο ενάγων αποστέλλει εγγράφως το οικείο δικόγραφο αγωγής στον εναγόμενο και στο διαιτητικό δικαστήριο μέσω του Διεθνούς Γραφείου, εντός της προθεσμίας που ορίζει το διαιτητικό δικαστήριο. Ο ενάγων μπορεί να αποφασίσει να θεωρήσει την οικεία κοινοποίηση διαιτησίας που αναφέρεται στο άρθρο I.4 ως δικόγραφο αγωγής, υπό την προϋπόθεση ότι πληροί επίσης τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου.
2.
Το δικόγραφο αγωγής περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)
τις πληροφορίες που ορίζονται στο άρθρο I.4 παράγραφος 3 στοιχεία β) έως στ)·
β)
περιγραφή των πραγματικών περιστατικών που προβλήθηκαν προς στήριξη της αγωγής· και
γ)
τα νομικά επιχειρήματα που προβλήθηκαν προς στήριξη της αγωγής.
3.
Το δικόγραφο αγωγής συνοδεύεται, στο μέτρο του δυνατού, από όλα τα έγγραφα και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρει ο ενάγων ή στα οποία θα πρέπει να παραπέμψει. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 3 του πρωτοκόλλου, το δικόγραφο αγωγής μπορεί επίσης να περιέχει, στο μέτρο του δυνατού, πληροφορίες σχετικά με την ανάγκη προσφυγής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
ΑΡΘΡΟ III.5
Υπόμνημα αντίκρουσης
1.
Ο εναγόμενος αποστέλλει εγγράφως το υπόμνημα αντίκρουσης στον ενάγοντα και στο διαιτητικό δικαστήριο μέσω του Διεθνούς Γραφείου, εντός της προθεσμίας που ορίζει το διαιτητικό δικαστήριο. Ο εναγόμενος μπορεί να αποφασίσει να θεωρήσει την απάντηση στην κοινοποίηση διαιτησίας που αναφέρεται στο άρθρο I.5 ως υπόμνημα αντίκρουσης, υπό τον όρο ότι η απάντηση στην κοινοποίηση διαιτησίας πληροί επίσης τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου.
2.
Το υπόμνημα αντίκρουσης απαντά στα σημεία του δικογράφου αγωγής που αναφέρονται σύμφωνα με το άρθρο III.4 παράγραφος 2 στοιχεία α) έως γ) του παρόντος προσαρτήματος. Το υπόμνημα αντίκρουσης συνοδεύεται, στο μέτρο του δυνατού, από όλα τα έγγραφα και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρει ο εναγόμενος ή στα οποία θα πρέπει να παραπέμψει. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 3 του πρωτοκόλλου, το υπόμνημα αντίκρουσης μπορεί επίσης να περιέχει, στο μέτρο του δυνατού, πληροφορίες σχετικά με την ανάγκη προσφυγής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
3.
Στο υπόμνημα αντίκρουσης, ή σε μεταγενέστερο στάδιο της διαιτητικής διαδικασίας, αν το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίσει ότι τυχόν καθυστέρηση δικαιολογείται από τις περιστάσεις, ο εναγόμενος μπορεί να ασκήσει ανταγωγή, υπό την προϋπόθεση ότι το διαιτητικό δικαστήριο είναι αρμόδιο να την εκδικάσει.
4.
Σε ανταγωγή εφαρμόζεται το άρθρο III.4 παράγραφοι 2 και 3.
ΑΡΘΡΟ III.6
Διαιτητική δικαιοδοσία
1.
Το διαιτητικό δικαστήριο αποφαίνεται αν είναι αρμόδιο βάσει του άρθρου 10 παράγραφος 2 ή του άρθρου 11 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου.
2.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου, το διαιτητικό δικαστήριο έχει εντολή να εξετάσει το ζήτημα που αποτέλεσε το έναυσμα της διαφοράς, όπως έχει εγγραφεί επίσημα, προς επίλυση, στην ημερήσια διάταξη της μεικτής επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 1 του πρωτοκόλλου.
3.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου, το διαιτητικό δικαστήριο το οποίο επιλήφθηκε της κύριας δίκης έχει εντολή να εξετάσει την αναλογικότητα των επίμαχων αντισταθμιστικών μέτρων, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων στις οποίες τα εν λόγω μέτρα ελήφθησαν, εν όλω ή εν μέρει, στο πλαίσιο άλλης διμερούς συμφωνίας στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία.
4.
Η προκαταρκτική ένσταση αναρμοδιότητας του διαιτητικού δικαστηρίου υποβάλλεται το αργότερο με το υπόμνημα αντίκρουσης ή, σε περίπτωση ανταγωγής, με το υπόμνημα απάντησης. Το γεγονός ότι ένα μέρος έχει διορίσει διαιτητή ή έχει συμμετάσχει στον διορισμό του δεν του στερεί το δικαίωμα να προβεί σε τέτοια προκαταρκτική ένσταση. Η προκαταρκτική ένσταση ότι η διαφορά θα υπερέβαινε τις αρμοδιότητες του διαιτητικού δικαστηρίου υποβάλλεται μόλις τεθεί κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας το ζήτημα που φέρεται ότι υπερβαίνει τις αρμοδιότητές του. Σε κάθε περίπτωση, το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την υποβολή προκαταρκτικής ένστασης μετά την παρέλευση της ταχθείσας προθεσμίας, αν κρίνει ότι η καθυστέρηση οφείλεται σε βάσιμο λόγο.
5.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί επί της προκαταρκτικής ένστασης που αναφέρεται στην παράγραφο 4 είτε αντιμετωπίζοντάς την ως προδικαστικό ερώτημα είτε κατά την έκδοση απόφασης επί της ουσίας της υπόθεσης.
ΑΡΘΡΟ III.7
Άλλα γραπτά υπομνήματα
Το διαιτητικό δικαστήριο, μετά από διαβούλευση με τα μέρη, αποφασίζει ποια άλλα γραπτά υπομνήματα, εκτός από το δικόγραφο αγωγής και το υπόμνημα αντίκρουσης, υποβάλλουν ή μπορούν να υποβάλουν τα μέρη και ορίζει προθεσμία για την υποβολή τους.
ΑΡΘΡΟ III.8
Προθεσμίες
1.
Οι προθεσμίες που ορίζει το διαιτητικό δικαστήριο για την κοινοποίηση των γραπτών εγγράφων, συμπεριλαμβανομένου του δικογράφου αγωγής και του υπομνήματος αντίκρουσης, δεν υπερβαίνουν τις 90 ημέρες, εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο λαμβάνει την οριστική του απόφαση εντός 12 μηνών από την ημερομηνία σύστασής του. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις ιδιαίτερης δυσκολίας, το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να παρατείνει την προθεσμία αυτή κατά τρεις επιπλέον μήνες κατ’ ανώτατο όριο.
3.
Οι προθεσμίες που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 μειώνονται κατά το ήμισυ:
α)
κατόπιν αιτήματος του ενάγοντος ή του εναγομένου, αν, εντός 30 ημερών από την υποβολή του εν λόγω αιτήματος, το διαιτητικό δικαστήριο, έπειτα από ακρόαση του άλλου μέρους, κρίνει ότι η υπόθεση είναι επείγουσα· ή
β)
αν συμφωνήσουν τα μέρη.
4.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου, το διαιτητικό δικαστήριο λαμβάνει την οριστική του απόφαση εντός έξι μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης των αντισταθμιστικών μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 1 του πρωτοκόλλου.
ΑΡΘΡΟ III.9
Παραπομπή υποθέσεων στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
1.
Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 7 και του άρθρου 10 παράγραφος 3 του πρωτοκόλλου, το διαιτητικό δικαστήριο παραπέμπει την υπόθεση στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να παραπέμψει υπόθεση στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανά πάσα στιγμή της διαδικασίας, υπό την προϋπόθεση ότι το διαιτητικό δικαστήριο είναι σε θέση να προσδιορίσει με επαρκή ακρίβεια το νομικό και πραγματικό πλαίσιο της υπόθεσης, καθώς και τα νομικά ζητήματα που εγείρει.
Η διαδικασία ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου αναστέλλεται έως ότου αποφανθεί το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
3.
Κάθε μέρος μπορεί να αποστείλει στο διαιτητικό δικαστήριο αιτιολογημένο αίτημα για την παραπομπή υπόθεσης στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το διαιτητικό δικαστήριο απορρίπτει το εν λόγω αίτημα αν κρίνει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την παραπομπή της υπόθεσης στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 1. Αν το διαιτητικό δικαστήριο απορρίψει το αίτημα ενός μέρους για παραπομπή της υπόθεσης στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αιτιολογεί την απόφασή του στην απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης.
4.
Το διαιτητικό δικαστήριο παραπέμπει υπόθεση στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με κοινοποίηση. Η κοινοποίηση περιέχει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)
συνοπτική περιγραφή της διαφοράς·
β)
την/τις επίμαχη/-ες νομική/-ές πράξη/-εις της Ένωσης και/ή διάταξη/-εις της συμφωνίας· και
γ)
την έννοια του ενωσιακού δικαίου που πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου.
Το διαιτητικό δικαστήριο ενημερώνει τα μέρη για την παραπομπή της υπόθεσης στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
5.
Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εφαρμόζει, κατ’ αναλογία, τον εσωτερικό του κανονισμό που εφαρμόζεται στην άσκηση της αρμοδιότητάς του να αποφαίνεται προδικαστικώς επί της ερμηνείας των Συνθηκών και των πράξεων των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης.
6.
Οι εκπρόσωποι και οι δικηγόροι που είναι εξουσιοδοτημένοι να εκπροσωπούν τα μέρη ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου δυνάμει των άρθρων I.4, I.5, III.4 και III.5 εξουσιοδοτούνται να εκπροσωπούν τα μέρη ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
ΑΡΘΡΟ III.10
Προσωρινά μέτρα
1.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου, κάθε μέρος μπορεί, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαιτητικής διαδικασίας, να υποβάλει αίτηση λήψης προσωρινών μέτρων που συνίστανται στην αναστολή των αντισταθμιστικών μέτρων.
2.
Στην αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 προσδιορίζονται το αντικείμενο της διαφοράς, τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υπόθεσης, καθώς και οι πραγματικοί και νομικοί ισχυρισμοί που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη των προσωρινών μέτρων τα οποία ζητούνται. Περιλαμβάνονται όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και παρατίθενται τα προτεινόμενα αποδεικτικά μέσα προς δικαιολόγηση της λήψης των προσωρινών μέτρων.
3.
Το μέρος που ζητεί τη λήψη των προσωρινών μέτρων διαβιβάζει την αίτησή του εγγράφως στο άλλο μέρος και στο διαιτητικό δικαστήριο μέσω του Διεθνούς Γραφείου. Το διαιτητικό δικαστήριο ορίζει σύντομη προθεσμία εντός της οποίας το εν λόγω άλλο μέρος μπορεί να υποβάλει γραπτές ή προφορικές παρατηρήσεις.
4.
Εντός ενός μηνός από την υποβολή της αίτησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, το διαιτητικό δικαστήριο εκδίδει απόφαση σχετικά με την αναστολή των επίμαχων αντισταθμιστικών μέτρων, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)
το διαιτητικό δικαστήριο έχει πειστεί εκ πρώτης όψεως για το βάσιμο της υπόθεσης που υπέβαλε το μέρος που ζήτησε τη λήψη των προσωρινών μέτρων στην αίτησή του·
β)
το διαιτητικό δικαστήριο θεωρεί ότι, εν αναμονή της οριστικής του απόφασης, το μέρος που ζητεί τη λήψη των προσωρινών μέτρων θα υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία αν δεν ανασταλούν τα αντισταθμιστικά μέτρα· και
γ)
η ζημία που υπέστη το μέρος το οποίο ζητεί τη λήψη των προσωρινών μέτρων λόγω της άμεσης εφαρμογής των επίμαχων αντισταθμιστικών μέτρων υπερτερεί του συμφέροντος για άμεση και αποτελεσματική εφαρμογή των μέτρων αυτών.
5.
Η αναστολή της διαδικασίας που αναφέρεται στο άρθρο III.9 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο δεν εφαρμόζεται στις διαδικασίες δυνάμει του παρόντος άρθρου.
6.
Η απόφαση που λαμβάνεται από το διαιτητικό δικαστήριο σύμφωνα με την παράγραφο 4 έχει μόνο προσωρινό χαρακτήρα και δεν προδικάζει την κρίση του διαιτητικού δικαστηρίου επί της ουσίας της υπόθεσης.
7.
Εκτός αν η απόφαση που λαμβάνει το διαιτητικό δικαστήριο σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου ορίζει προγενέστερη ημερομηνία για τη λήξη της αναστολής, η αναστολή αίρεται όταν ληφθεί η οριστική απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου.
8.
Προς αποφυγή αμφιβολιών, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, εξυπακούεται ότι, κατά την εξέταση των αντίστοιχων συμφερόντων του μέρους που ζητεί τη λήψη προσωρινών μέτρων και του άλλου μέρους, το διαιτητικό δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα των ιδιωτών και των οικονομικών φορέων των μερών, αλλά η εξέταση αυτή δεν ισοδυναμεί με αναγνώριση οποιασδήποτε ιδιότητας στους εν λόγω ιδιώτες ή οικονομικούς φορείς ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου.
ΑΡΘΡΟ III.11
Αποδεικτικά στοιχεία
1.
Κάθε μέρος παρέχει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζει την αγωγή του ή την αντίκρουσή του.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο, κατόπιν αιτήματος ενός μέρους ή με δική του πρωτοβουλία, μπορεί να ζητεί από τα μέρη σχετικές πληροφορίες που θεωρεί αναγκαίες και κατάλληλες. Το διαιτητικό δικαστήριο ορίζει προθεσμία εντός της οποίας τα μέρη πρέπει να απαντήσουν στο αίτημά του.
3.
Το διαιτητικό δικαστήριο, κατόπιν αιτήματος ενός μέρους ή με δική του πρωτοβουλία, μπορεί να ζητεί από οποιαδήποτε πηγή τις πληροφορίες που θεωρεί κατάλληλες. Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί επίσης να ζητεί τη γνώμη εμπειρογνωμόνων εφόσον το κρίνει σκόπιμο και υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που συμφωνούνται από τα μέρη, κατά περίπτωση.
4.
Οι πληροφορίες που λαμβάνονται από το διαιτητικό δικαστήριο δυνάμει του παρόντος άρθρου καθίστανται διαθέσιμες στα μέρη, τα δε μέρη μπορούν να υποβάλλουν παρατηρήσεις επί των εν λόγω πληροφοριών στο διαιτητικό δικαστήριο.
5.
Το διαιτητικό δικαστήριο, αφού ζητήσει τη γνώμη του άλλου μέρους, λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση τυχόν ζητημάτων που έχει εγείρει ένα μέρος όσον αφορά την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, το επαγγελματικό απόρρητο και τα νόμιμα συμφέροντα της εμπιστευτικότητας.
6.
Το διαιτητικό δικαστήριο κρίνει το παραδεκτό, τη λυσιτέλεια και την ισχύ των υποβληθέντων αποδεικτικών στοιχείων.
ΑΡΘΡΟ III.12
Ακροάσεις
1.
Όταν πρέπει να πραγματοποιηθεί ακρόαση, το διαιτητικό δικαστήριο, κατόπιν διαβούλευσης με τα μέρη, ενημερώνει τα μέρη εγκαίρως σχετικά με την ημερομηνία, την ώρα και τον τόπο διεξαγωγής της ακρόασης.
2.
Η ακρόαση είναι δημόσια, εκτός αν το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίσει διαφορετικά, αυτεπαγγέλτως ή αιτήσει των μερών, για σοβαρούς λόγους.
3.
Τα πρακτικά κάθε ακρόασης συντάσσονται και υπογράφονται από τον πρόεδρο του διαιτητικού δικαστηρίου. Τα εν λόγω πρακτικά είναι τα μόνα αυθεντικά.
4.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει τη διεξαγωγή της ακρόασης διαδικτυακά σύμφωνα με την πρακτική του Διεθνούς Γραφείου. Τα μέρη ενημερώνονται εγκαίρως για την πρακτική αυτή. Στις περιπτώσεις αυτές, εφαρμόζονται η παράγραφος 1, κατ’ αναλογία, και η παράγραφος 3.
ΑΡΘΡΟ III.13
Ερήμην διαδικασία
1.
Αν ο ενάγων δεν υποβάλει, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο παρόν προσάρτημα ή που έχει ορίσει το διαιτητικό δικαστήριο, χωρίς να προβάλει επαρκείς λόγους, το οικείο δικόγραφο αγωγής, το διαιτητικό δικαστήριο διατάσσει την περάτωση της διαιτητικής διαδικασίας, εκτός αν υπάρχουν εκκρεμή ζητήματα επί των οποίων ενδέχεται να απαιτείται απόφαση και αν το διαιτητικό δικαστήριο το κρίνει σκόπιμο.
Αν ο εναγόμενος δεν υποβάλει, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο παρόν προσάρτημα ή που έχει ορίσει το διαιτητικό δικαστήριο, χωρίς να προβάλει επαρκείς λόγους, την απάντησή του στην κοινοποίηση διαιτησίας ή το οικείο υπόμνημα αντίκρουσης, το διαιτητικό δικαστήριο διατάσσει τη συνέχιση της διαδικασίας, χωρίς να θεωρεί ότι η παράλειψη αυτή συνιστά αποδοχή των ισχυρισμών του ενάγοντος.
Το δεύτερο εδάφιο εφαρμόζεται επίσης στην περίπτωση που ο ενάγων δεν απαντήσει σε ανταγωγή.
2.
Αν ένα μέρος, το οποίο έχει κληθεί δεόντως σύμφωνα με το άρθρο III.12 παράγραφος 1, δεν εμφανιστεί σε ακρόαση και δεν προβάλει επαρκείς λόγους για τη μη εμφάνισή του, το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να συνεχίσει τη διαιτησία.
3.
Αν ένα μέρος, το οποίο έχει κληθεί δεόντως από το διαιτητικό δικαστήριο να προσκομίσει περαιτέρω αποδεικτικά στοιχεία, δεν το πράξει εντός της ταχθείσας προθεσμίας χωρίς να προβάλει επαρκείς λόγους για τη μη προσκόμισή τους, το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που έχει στη διάθεσή του.
ΑΡΘΡΟ III.14
Περάτωση της διαδικασίας
1.
Όταν αποδεικνύεται ότι τα μέρη είχαν ευλόγως τη δυνατότητα να εκθέσουν τα επιχειρήματά τους, το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να κηρύξει την περάτωση της διαδικασίας.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί, αν το κρίνει αναγκαίο λόγω εξαιρετικών περιστάσεων, να αποφασίσει, με δική του πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος ενός μέρους, να κινήσει εκ νέου τη διαδικασία ανά πάσα στιγμή προτού λάβει την απόφασή του.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΑΡΘΡΟ IV.1
Αποφάσεις
Το διαιτητικό δικαστήριο καταβάλλει κάθε προσπάθεια ώστε να λαμβάνει τις αποφάσεις του με συναίνεση. Αν, ωστόσο, αποδειχθεί αδύνατη η λήψη απόφασης με συναίνεση, η απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου λαμβάνεται με πλειοψηφία των διαιτητών.
ΑΡΘΡΟ IV.2
Μορφή και ισχύς της απόφασης του διαιτητικού δικαστηρίου
1.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει χωριστές αποφάσεις επί διαφορετικών ζητημάτων σε διαφορετικές χρονικές στιγμές.
2.
Όλες οι αποφάσεις είναι γραπτές και αιτιολογημένες. Είναι οριστικές και δεσμευτικές για τα μέρη.
3.
Η απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου υπογράφεται από τους διαιτητές, περιέχει την ημερομηνία κατά την οποία ελήφθη και αναφέρει τον τόπο της διαιτησίας. Αντίγραφο της απόφασης υπογεγραμμένο από τους διαιτητές κοινοποιείται στα μέρη από το Διεθνές Γραφείο.
4.
Το Διεθνές Γραφείο δημοσιοποιεί την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου.
Το Διεθνές Γραφείο, όταν δημοσιοποιεί την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου, τηρεί τους σχετικούς κανόνες για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, του επαγγελματικού απορρήτου και των νόμιμων συμφερόντων εμπιστευτικότητας.
Οι κανόνες που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο είναι πανομοιότυποι για όλες τις διμερείς συμφωνίες στους τομείς της εσωτερικής αγοράς στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία, καθώς και για τη συμφωνία για την υγεία, τη συμφωνία για τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων και τη συμφωνία σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας. Η μεικτή επιτροπή εγκρίνει και επικαιροποιεί, για τους σκοπούς της συμφωνίας, τους εν λόγω κανόνες μέσω απόφασης.
5.
Τα μέρη συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση με όλες τις αποφάσεις του διαιτητικού δικαστηρίου.
6.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου, το διαιτητικό δικαστήριο, αφού λάβει τη γνώμη των μερών, ορίζει στην απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης εύλογη προθεσμία εντός της οποίας τα μέρη πρέπει να συμμορφωθούν με την απόφασή του σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 5 του πρωτοκόλλου, λαμβάνοντας υπόψη τις εσωτερικές διαδικασίες των μερών.
ΑΡΘΡΟ IV.3
Εφαρμοστέο δίκαιο, κανόνες ερμηνείας, διαμεσολαβητής
1.
Το εφαρμοστέο δίκαιο περιλαμβάνει τη συμφωνία, τις νομικές πράξεις της Ένωσης στις οποίες γίνεται αναφορά σ’ αυτήν, καθώς και κάθε άλλον κανόνα του διεθνούς δικαίου που σχετίζεται με την εφαρμογή των εν λόγω πράξεων.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίζει σύμφωνα με τους κανόνες ερμηνείας που αναφέρονται στο άρθρο 7 του πρωτοκόλλου.
3.
Προηγούμενες αποφάσεις που έχουν ληφθεί από όργανο επίλυσης διαφορών όσον αφορά την αναλογικότητα των αντισταθμιστικών μέτρων βάσει άλλης διμερούς συμφωνίας μεταξύ εκείνων που αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 1 του πρωτοκόλλου είναι δεσμευτικές για το διαιτητικό δικαστήριο.
4.
Το διαιτητικό δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίζει ως διαμεσολαβητής ή ex aequo et bono.
ΑΡΘΡΟ IV.4
Αμοιβαία αποδεκτή λύση ή άλλοι λόγοι για την περάτωση της διαδικασίας
1.
Τα μέρη μπορούν, ανά πάσα στιγμή, να καταλήξουν σε αμοιβαία αποδεκτή λύση στη διαφορά τους. Κοινοποιούν από κοινού κάθε τέτοια λύση στο διαιτητικό δικαστήριο. Αν η λύση απαιτεί έγκριση σύμφωνα με τις οικείες εθνικές διαδικασίες ενός εκ των μερών, η κοινοποίηση παραπέμπει σ’ αυτήν την απαίτηση και η διαδικασία διαιτησίας αναστέλλεται. Αν δεν απαιτείται έγκριση, ή με κοινοποίηση της ολοκλήρωσης των εθνικών διαδικασιών, η διαδικασία διαιτησίας περατώνεται.
2.
Αν, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ο ενάγων ενημερώσει εγγράφως το διαιτητικό δικαστήριο ότι δεν επιθυμεί να συνεχίσει περαιτέρω τη διαδικασία και αν, κατά την ημερομηνία παραλαβής της εν λόγω κοινοποίησης από το διαιτητικό δικαστήριο, ο εναγόμενος δεν έχει προβεί ακόμη σε καμία ενέργεια στο πλαίσιο της διαδικασίας, το διαιτητικό δικαστήριο εκδίδει διάταξη με την οποία διαπιστώνει επισήμως την περάτωση της διαδικασίας. Το διαιτητικό δικαστήριο αποφαίνεται επί των εξόδων, τα οποία βαρύνουν τον ενάγοντα, αν αυτό δικαιολογείται από τη στάση του εν λόγω μέρους.
3.
Αν το διαιτητικό δικαστήριο, προτού λάβει απόφαση, καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η συνέχιση της διαδικασίας έχει καταστεί άνευ αντικειμένου ή αδύνατη για οποιονδήποτε λόγο εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, το διαιτητικό δικαστήριο ενημερώνει τα μέρη για την πρόθεσή του να εκδώσει διάταξη για την περάτωση της διαδικασίας.
Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται όταν εκκρεμούν ζητήματα επί των οποίων ενδέχεται να είναι αναγκαίο να ληφθεί απόφαση και αν το διαιτητικό δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να το πράξει.
4.
Το διαιτητικό δικαστήριο κοινοποιεί στα μέρη αντίγραφο της διάταξης για την περάτωση της διαιτητικής διαδικασίας ή της απόφασης που λαμβάνεται με συμφωνία μεταξύ των μερών, υπογεγραμμένης από τους διαιτητές. Το άρθρο IV.2 παράγραφοι 2 έως 5 εφαρμόζεται στις διαιτητικές αποφάσεις που λαμβάνονται με συμφωνία μεταξύ των μερών.
ΑΡΘΡΟ IV.5
Διόρθωση της απόφασης του διαιτητικού δικαστηρίου
1.
Εντός 30 ημερών από την παραλαβή της απόφασης του διαιτητικού δικαστηρίου, ένα μέρος μπορεί, με κοινοποίηση στο άλλο μέρος και στο διαιτητικό δικαστήριο μέσω του Διεθνούς Γραφείου, να ζητήσει από το διαιτητικό δικαστήριο να διορθώσει στο κείμενο της απόφασης του διαιτητικού δικαστηρίου τυχόν σφάλματα υπολογισμού, λάθη εκ παραδρομής ή τυπογραφικά λάθη ή τυχόν σφάλματα ή παραλείψεις παρόμοιας φύσης. Αν το διαιτητικό όργανο κρίνει το αίτημα δικαιολογημένο, προβαίνει στη διόρθωση εντός 45 ημερών από την παραλαβή του αιτήματος. Το αίτημα δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα όσον αφορά την προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο IV.2 παράγραφος 6.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί, εντός 30 ημερών από την κοινοποίηση της απόφασής του, να προβεί με δική του πρωτοβουλία στις διορθώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1.
3.
Οι διορθώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου πραγματοποιούνται γραπτώς και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της απόφασης. Εφαρμόζεται το άρθρο IV.2 παράγραφοι 2 έως 5.
ΑΡΘΡΟ IV.6
Αμοιβές διαιτητών
1.
Οι αμοιβές που αναφέρονται στο άρθρο IV.7 είναι εύλογες, λαμβανομένων υπόψη της πολυπλοκότητας της υπόθεσης, του χρόνου που αφιερώνουν σ’ αυτήν οι διαιτητές και όλων των άλλων σχετικών περιστάσεων.
2.
Καταρτίζεται και επικαιροποιείται, όταν κρίνεται αναγκαίο, κατάλογος ημερήσιας αμοιβής και μέγιστων και ελάχιστων ωρών ο οποίος είναι κοινός για όλες τις διμερείς συμφωνίες στους τομείς της εσωτερικής αγοράς στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία, καθώς και για τη συμφωνία για την υγεία, τη συμφωνία για τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων και τη συμφωνία σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας. Η μεικτή επιτροπή εγκρίνει και επικαιροποιεί, για τους σκοπούς της συμφωνίας, τον εν λόγω κατάλογο μέσω απόφασης.
ΑΡΘΡΟ IV.7
Έξοδα
1.
Κάθε μέρος επωμίζεται τα έξοδά του και το ήμισυ των εξόδων του διαιτητικού δικαστηρίου.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο καθορίζει τα έξοδά του στην απόφασή του επί της ουσίας της υπόθεσης. Τα εν λόγω έξοδα περιλαμβάνουν μόνο:
α)
τις αμοιβές των διαιτητών, οι οποίες πρέπει να δηλώνονται χωριστά για κάθε διαιτητή και να καθορίζονται από το ίδιο το διαιτητικό δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο IV.6·
β)
τα έξοδα ταξιδιού και άλλα έξοδα των διαιτητών· και
γ)
τις αμοιβές και τα έξοδα του Διεθνούς Γραφείου.
3.
Τα έξοδα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 είναι εύλογα, λαμβανομένων υπόψη του επίμαχου ποσού, της πολυπλοκότητας της διαφοράς, του χρόνου που αφιέρωσαν οι διαιτητές και τυχόν εμπειρογνώμονες που έχουν διοριστεί από το διαιτητικό δικαστήριο και τυχόν άλλων σχετικών περιστάσεων.
ΑΡΘΡΟ IV.8
Κατάθεση του ποσού των εξόδων
1.
Κατά την έναρξη της διαιτησίας, το Διεθνές Γραφείο μπορεί να ζητήσει από τα μέρη να καταθέσουν ίσο ποσό ως προκαταβολή για τα έξοδα που αναφέρονται στο άρθρο IV.7 παράγραφος 2.
2.
Κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας, το Διεθνές Γραφείο μπορεί να ζητήσει από τα μέρη να καταθέσουν ποσά συμπληρωματικά προς εκείνα που αναφέρονται στην παράγραφο 1.
3.
Όλα τα ποσά που κατατίθενται από τα μέρη κατ’ εφαρμογή του παρόντος άρθρου καταβάλλονται στο Διεθνές Γραφείο το οποίο τα χρησιμοποιεί για την κάλυψη των πραγματικών εξόδων που πραγματοποιούνται, συμπεριλαμβανομένων, ιδίως, των αμοιβών που καταβάλλονται στους διαιτητές και στο Διεθνές Γραφείο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ V
ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΡΘΡΟ V.1
Τροποποιήσεις
Η μεικτή επιτροπή μπορεί να εγκρίνει, με απόφαση, τροποποιήσεις του παρόντος προσαρτήματος.
________________
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΡΑΤΙΚΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ
ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΜΕΤΑΞΥ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ
ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΒΕΤΙΚΗΣ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ
ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΕΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ
Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ, καλούμενη στο εξής «Ένωση»,
αφενός, και
Η ΕΛΒΕΤΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ, καλούμενη στο εξής «Ελβετία»,
αφετέρου,
καλούμενες στο εξής μεμονωμένα «συμβαλλόμενο μέρος» και από κοινού «συμβαλλόμενα μέρη»,
ΕΠΙΔΙΩΚΟΝΤΑΣ να ενισχύσουν και να εμβαθύνουν τη συμμετοχή της Ελβετίας και των επιχειρήσεών της στην εσωτερική αγορά της Ένωσης, στην οποία η Ελβετία συμμετέχει βάσει της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές, η οποία υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο στις 21 Ιουνίου 1999 (στο εξής: συμφωνία)·
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ότι για την εύρυθμη λειτουργία και την ομοιογένεια στους τομείς της εσωτερικής αγοράς στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία απαιτούνται ισότιμοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ των ελβετικών και των ενωσιακών επιχειρήσεων βάσει ουσιαστικών και διαδικαστικών κανόνων ισοδύναμων με εκείνους που ισχύουν στην εσωτερική αγορά όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις·
ΕΠΑΝΑΒΕΒΑΙΩΝΟΝΤΑΣ την αυτονομία των συμβαλλόμενων μερών και τον ρόλο και τις αρμοδιότητες των θεσμικών οργάνων τους και, όσον αφορά την Ελβετία, τον σεβασμό των αρχών που απορρέουν από τη συνταγματική της τάξη, συμπεριλαμβανομένων της άμεσης δημοκρατίας, της διάκρισης των εξουσιών και του ομοσπονδιακού συστήματος,
ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ ΤΑ ΕΞΗΣ:
ΑΡΘΡΟ 1
Στόχοι
Οι στόχοι του παρόντος πρωτοκόλλου είναι να διασφαλιστούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ των ενωσιακών και των ελβετικών επιχειρήσεων στους τομείς της εσωτερικής αγοράς που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας και να εξασφαλιστεί η εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς με τη θέσπιση ουσιαστικών και διαδικαστικών κανόνων σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις.
ΑΡΘΡΟ 2
Σχέση με τη συμφωνία
1.
Το παρόν πρωτόκολλο και τα παραρτήματά του αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας. Δεν μεταβάλλουν ούτε το πεδίο εφαρμογής ούτε τους στόχους της συμφωνίας.
2.
Τα άρθρα 13 και 14 της συμφωνίας καταργούνται.
3.
Το άρθρο 12 παράγραφος 2 της συμφωνίας δεν εφαρμόζεται για τους σκοπούς του παρόντος πρωτοκόλλου.
ΑΡΘΡΟ 3
Κρατικές ενισχύσεις
1.
Με την επιφύλαξη διαφορετικών διατάξεων που προβλέπονται στην συμφωνία, οποιαδήποτε ενίσχυση χορηγούμενη από την Ελβετία ή κράτος μέλος της Ένωσης ή χορηγούμενη υπό οποιαδήποτε μορφή μέσω κρατικών πόρων, η οποία στρεβλώνει ή απειλεί να στρεβλώσει τον ανταγωνισμό διότι ευνοεί ορισμένες επιχειρήσεις ή την παραγωγή ορισμένων εμπορευμάτων, είναι ασύμβατη με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς εφόσον επηρεάζει δυσμενώς το εμπόριο μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών εντός του πεδίου εφαρμογής της συμφωνίας.
2.
Συμβιβάζονται με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς:
α)
οι ενισχύσεις κοινωνικού χαρακτήρα προς μεμονωμένους καταναλωτές, υπό τον όρο ότι χορηγούνται χωρίς διάκριση προέλευσης των προϊόντων·
β)
οι ενισχύσεις για την επανόρθωση ζημιών που προκαλούνται από φυσικές καταστροφές ή άλλα έκτακτα γεγονότα·
γ)
τα μέτρα που καθορίζονται στο παράρτημα I τμήμα Α.
3.
Είναι δυνατό να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς:
α)
οι ενισχύσεις για την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης περιοχών, στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθως χαμηλό ή στις οποίες επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση·
β)
οι ενισχύσεις για την προώθηση της εκτέλεσης σημαντικού έργου κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος ή κοινού ενδιαφέροντος για τα συμβαλλόμενα μέρη ή για την αντιμετώπιση σοβαρής διαταραχής στην οικονομία κράτους μέλους της Ένωσης ή της Ελβετίας·
γ)
οι ενισχύσεις για την προώθηση της ανάπτυξης ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ή οικονομικών περιοχών, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο αντίθετο προς το συμφέρον των συμβαλλόμενων μερών·
δ)
οι ενισχύσεις για την προώθηση του πολιτισμού και της διατήρησης της πολιτιστικής κληρονομιάς, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους συναλλαγών και τον ανταγωνισμό σε βαθμό αντίθετο με το συμφέρον των συμβαλλόμενων μερών·
ε)
οι κατηγορίες ενισχύσεων που καθορίζονται στο παράρτημα I τμήμα Β.
4.
Οι ενισχύσεις που χορηγούνται σύμφωνα με το παράρτημα I τμήμα Γ θεωρούνται ότι συμβιβάζονται με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και απαλλάσσονται από τις απαιτήσεις κοινοποίησης βάσει του άρθρου 4.
5.
Ενισχύσεις χορηγούμενες σε επιχειρήσεις που είναι επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος ή που έχουν χαρακτήρα δημοσιονομικού μονοπωλίου υπόκεινται στους κανόνες που περιέχονται στο παρόν πρωτόκολλο, κατά το μέτρο που η εφαρμογή των κανόνων αυτών δεν εμποδίζει, εκ του νόμου ή εκ των πραγμάτων, την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που τους έχει ανατεθεί. Η ανάπτυξη των συναλλαγών δεν πρέπει να επηρεάζεται σε βαθμό αντίθετο προς το συμφέρον των συμβαλλόμενων μερών.
6.
Το παρόν πρωτόκολλο δεν εφαρμόζεται σε ενισχύσεις όταν το ποσό που χορηγείται σε ενιαία επιχείρηση για δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας συνιστά ενίσχυση ήσσονος σημασίας κατά την έννοια του παραρτήματος I τμήμα Δ.
7.
Η μεικτή επιτροπή μπορεί να αποφασίσει να επικαιροποιήσει το παράρτημα I τμήματα Α και Β προσδιορίζοντας μέτρα που συμβιβάζονται ή κατηγορίες ενισχύσεων που μπορούν να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.
ΑΡΘΡΟ 4
Εποπτεία
1.
Για τους σκοπούς του άρθρου 1, η Ένωση, σύμφωνα με την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών της, και η Ελβετία, σύμφωνα με την οικεία συνταγματική τάξη αρμοδιοτήτων, εποπτεύουν την εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις στο αντίστοιχο έδαφός τους σύμφωνα με το παρόν πρωτόκολλο.
2.
Για τους σκοπούς της εφαρμογής του παρόντος πρωτοκόλλου, η Ένωση διατηρεί σύστημα εποπτείας των κρατικών ενισχύσεων σύμφωνα με τα άρθρα 93, 106, 107 και 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως συμπληρώνεται από τις νομικές πράξεις της Ένωσης στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων και τις νομικές πράξεις της Ένωσης σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα των αεροπορικών μεταφορών οι οποίες απαριθμούνται στο παράρτημα II τμήμα Α σημείο 1.
3.
Για τους σκοπούς της εφαρμογής του παρόντος πρωτοκόλλου, η Ελβετία θεσπίζει και διατηρεί, εντός πέντε ετών από την έναρξη ισχύος του παρόντος πρωτοκόλλου, σύστημα εποπτείας των κρατικών ενισχύσεων το οποίο εξασφαλίζει ανά πάσα στιγμή επίπεδο εποπτείας και επιβολής ισοδύναμο με εκείνο που εφαρμόζεται στην Ένωση, όπως ορίζεται στην παράγραφο 2, και το οποίο περιλαμβάνει τα εξής:
α)
ανεξάρτητη αρχή εποπτείας· και
β)
διαδικασίες που διασφαλίζουν ότι η εποπτεύουσα αρχή εξετάζει τη συμβατότητα των ενισχύσεων με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, συμπεριλαμβανομένων των εξής:
i)
της εκ των προτέρων κοινοποίησης της σχεδιαζόμενης ενίσχυσης στην εποπτεύουσα αρχή·
ii)
της αξιολόγησης από την εποπτεύουσα αρχή των κοινοποιηθεισών ενισχύσεων και της αρμοδιότητάς της να εξετάζει τις μη κοινοποιηθείσες ενισχύσεις·
iii)
της προσβολής ενώπιον της αρμόδιας δικαστικής αρχής, με ανασταλτικό αποτέλεσμα από τη στιγμή που η πράξη είναι δεκτική προσφυγής, ενίσχυσης την οποία η εποπτεύουσα αρχή θεωρεί ασυμβίβαστη με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς· και
iv)
της ανάκτησης, συμπεριλαμβανομένων των τόκων, των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν και κρίθηκαν ασυμβίβαστες με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.
4.
Σύμφωνα με τη συνταγματική τάξη αρμοδιοτήτων της Ελβετίας, η παράγραφος 3 στοιχείο β) σημεία iii) και iv) δεν εφαρμόζεται στις πράξεις της Ελβετικής Ομοσπονδιακής Συνέλευσης ή του Ελβετικού Ομοσπονδιακού Συμβουλίου.
5.
Όταν η ελβετική εποπτεύουσα αρχή δεν μπορεί να προσβάλει την ενίσχυση της Ελβετικής Ομοσπονδιακής Συνέλευσης ή του Ελβετικού Ομοσπονδιακού Συμβουλίου ενώπιον δικαστικής αρχής λόγω των περιορισμών της αρμοδιότητάς της βάσει της ελβετικής συνταγματικής τάξης, προσβάλλει την εφαρμογή της εν λόγω ενίσχυσης από άλλες αρχές σε όλες τις ειδικές περιπτώσεις. Αν η δικαστική αρχή διαπιστώσει ότι η εν λόγω ενίσχυση είναι ασυμβίβαστη με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, οι αρμόδιες ελβετικές δικαστικές και διοικητικές αρχές λαμβάνουν υπόψη τη διαπίστωση αυτή όταν εκτιμούν αν θα επιτρέψουν τη χορήγηση της εν λόγω ενίσχυσης στην υπόθεση της οποίας έχουν επιληφθεί.
ΑΡΘΡΟ 5
Υφιστάμενη ενίσχυση
1.
Το άρθρο 4 παράγραφος 3 στοιχείο β) δεν εφαρμόζεται σε υφιστάμενες ενισχύσεις, συμπεριλαμβανομένων καθεστώτων ενισχύσεων και μεμονωμένων ενισχύσεων.
2.
Για τους σκοπούς του παρόντος πρωτοκόλλου, οι υφιστάμενες ενισχύσεις περιλαμβάνουν τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος πρωτοκόλλου και εντός περιόδου πέντε ετών από αυτή.
3.
Εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία καθιέρωσης του συστήματος εποπτείας σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 3, η εποπτεύουσα αρχή προβαίνει σε επισκόπηση των υφιστάμενων καθεστώτων ενισχύσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας και τα οποία εξακολουθούν να βρίσκονται σε ισχύ και αξιολογεί εκ πρώτης όψεως τα εν λόγω καθεστώτα με βάση τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 3.
4.
Όλα τα υφιστάμενα καθεστώτα ενισχύσεων στην Ελβετία υπόκεινται σε συνεχή επανεξέταση από την εποπτεύουσα αρχή ως προς τη συμβατότητά τους με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς σύμφωνα με τις παραγράφους 5, 6 και 7.
5.
Αν η εποπτεύουσα αρχή κρίνει ότι υφιστάμενο καθεστώς ενισχύσεων δεν συμβιβάζεται, ή δεν συμβιβάζεται πλέον, με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές σχετικά με την υποχρέωση συμμόρφωσης με το παρόν πρωτόκολλο. Σε περίπτωση τροποποίησης ή κατάργησης ενός τέτοιου καθεστώτος ενισχύσεων, οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την εποπτεύουσα αρχή.
6.
Αν η εποπτεύουσα αρχή κρίνει ότι τα μέτρα που έλαβαν οι αρμόδιες αρχές είναι κατάλληλα για τη διασφάλιση της συμβατότητας του καθεστώτος ενισχύσεων με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, δημοσιεύει τα εν λόγω μέτρα.
7.
Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, αν η εποπτεύουσα αρχή κρίνει ότι το καθεστώς ενισχύσεων εξακολουθεί να μη συμβιβάζεται με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, δημοσιεύει την αξιολόγησή της και προσβάλλει την εφαρμογή του εν λόγω καθεστώτος ενισχύσεων σε όλες τις ειδικές περιπτώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 3 στοιχείο β) σημείο iii) και παράγραφος 5.
8.
Για τους σκοπούς του παρόντος πρωτοκόλλου, αν υφιστάμενο καθεστώς ενισχύσεων τροποποιηθεί κατά τρόπο που επηρεάζει τη συμβατότητα της ενίσχυσης με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, η ενίσχυση θεωρείται νέα ενίσχυση και, ως εκ τούτου, υπόκειται στις διατάξεις του άρθρου 4 παράγραφος 3 στοιχείο β).
ΑΡΘΡΟ 6
Διαφάνεια
1.
Τα συμβαλλόμενα μέρη εξασφαλίζουν τη διαφάνεια ως προς τις ενισχύσεις που χορηγούνται στο έδαφός τους. Όσον αφορά την Ένωση, η διαφάνεια βασίζεται σε ουσιαστικούς και διαδικαστικούς κανόνες που ισχύουν στην Ένωση για τις κρατικές ενισχύσεις εντός του πεδίου εφαρμογής της συμφωνίας. Όσον αφορά την Ελβετία, η διαφάνεια βασίζεται σε ουσιαστικούς και διαδικαστικούς κανόνες ισοδύναμους με εκείνους που ισχύουν στην Ένωση για τις κρατικές ενισχύσεις εντός του πεδίου εφαρμογής της συμφωνίας.
2.
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος εξασφαλίζει, όσον αφορά το έδαφός του και εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στο παρόν πρωτόκολλο, τη δημοσίευση:
α)
των ενισχύσεων που χορηγούνται·
β)
των γνωμοδοτήσεων ή των αποφάσεων των εποπτευουσών αρχών του·
γ)
των αποφάσεων των αρμόδιων δικαστικών αρχών του σχετικά με τη συμβατότητα των ενισχύσεων με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς· και
δ)
των κατευθυντήριων γραμμών και των ανακοινώσεων που εφαρμόζουν οι οικείες εποπτεύουσες αρχές.
ΑΡΘΡΟ 7
Όροι συνεργασίας
1.
Τα συμβαλλόμενα μέρη συνεργάζονται και ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις, με την επιφύλαξη των αντίστοιχων νομοθεσιών τους και των διαθέσιμων πόρων τους.
2.
Για τους σκοπούς της ομοιόμορφης υλοποίησης, εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις και της αρμονικής ανάπτυξής τους:
α)
τα συμβαλλόμενα μέρη συνεργάζονται και διαβουλεύονται μεταξύ τους όσον αφορά τις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές και ανακοινώσεις που αναφέρονται στο παράρτημα II τμήμα Β· και
β)
οι εποπτεύουσες αρχές των συμβαλλόμενων μερών συνάπτουν ρυθμίσεις για την τακτική ανταλλαγή πληροφοριών, μεταξύ άλλων σχετικά με τις επιπτώσεις στην εφαρμογή των κανόνων για τις υφιστάμενες ενισχύσεις.
ΑΡΘΡΟ 8
Διαβουλεύσεις
1.
Κατόπιν αιτήματος συμβαλλόμενου μέρους, τα συμβαλλόμενα μέρη διαβουλεύονται μεταξύ τους, στο πλαίσιο της μεικτής επιτροπής, για θέματα που αφορούν την εφαρμογή του παρόντος πρωτοκόλλου.
2.
Σε περίπτωση εξελίξεων που αφορούν σημαντικά συμφέροντα συμβαλλόμενου μέρους τα οποία ενδέχεται να επηρεάσουν τη λειτουργία του παρόντος πρωτοκόλλου, η μεικτή επιτροπή συνέρχεται, κατόπιν αιτήματος συμβαλλόμενου μέρους, σε επαρκώς υψηλό επίπεδο εντός 30 ημερών από την υποβολή του εν λόγω αιτήματος, προκειμένου να συζητήσει το θέμα.
ΑΡΘΡΟ 9
Ενσωμάτωση νομικών πράξεων
1.
Με την επιφύλαξη του άρθρου 5 του θεσμικού πρωτοκόλλου της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές (στο εξής: θεσμικό πρωτόκολλο), για τους σκοπούς του άρθρου 3 παράγραφοι 4 και 6 και του άρθρου 4 παράγραφοι 2 και 3, και προκειμένου να κατοχυρωθούν η ασφάλεια δικαίου και η ομοιογένεια του δικαίου στους τομείς της εσωτερικής αγοράς στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία δυνάμει της συμφωνίας, η Ελβετία και η Ένωση εξασφαλίζουν την ενσωμάτωση των νομικών πράξεων της Ένωσης που εκδίδονται στους τομείς που καλύπτονται από το παράρτημα I τμήματα Γ και Δ, καθώς και από το παράρτημα II τμήμα Α, στα εν λόγω παραρτήματα το συντομότερο δυνατόν μετά την έκδοσή τους.
2.
Η Ένωση, όταν εκδίδει νομική πράξη στον τομέα που καλύπτεται από το παράρτημα I τμήματα Γ και Δ ή από το παράρτημα II τμήμα Α, ενημερώνει σχετικά την Ελβετία το συντομότερο δυνατόν μέσω της μεικτής επιτροπής. Κατόπιν αιτήματος οποιουδήποτε συμβαλλόμενου μέρους, η μεικτή επιτροπή προβαίνει σε ανταλλαγή απόψεων επί του θέματος.
3.
Η μεικτή επιτροπή ενεργεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 εκδίδοντας απόφαση το συντομότερο δυνατόν για την τροποποίηση του παραρτήματος I τμήματα Γ και Δ, καθώς και του παραρτήματος II τμήμα Α, συμπεριλαμβανομένων των αναγκαίων προσαρμογών.
4.
Με την επιφύλαξη του άρθρου 6 του θεσμικού πρωτοκόλλου, οι αποφάσεις της μεικτής επιτροπής δυνάμει της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου αρχίζουν να ισχύουν πάραυτα, αλλά σε καμία περίπτωση πριν από την ημερομηνία κατά την οποία η αντίστοιχη νομική πράξη της Ένωσης αρχίζει να εφαρμόζεται στην Ένωση.
ΑΡΘΡΟ 10
Έναρξη ισχύος
1.
Το παρόν πρωτόκολλο κυρώνεται ή εγκρίνεται από τα συμβαλλόμενα μέρη σύμφωνα με τις κατ’ ιδίαν διαδικασίες. Τα συμβαλλόμενα μέρη κοινοποιούν αμοιβαία την ολοκλήρωση των εσωτερικών διαδικασιών που είναι αναγκαίες για την έναρξη ισχύος του παρόντος πρωτοκόλλου.
2.
Το παρόν πρωτόκολλο αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του δεύτερου μήνα που έπεται της τελευταίας κοινοποίησης όσον αφορά τις ακόλουθες πράξεις:
α)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων·
β)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων·
γ)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές·
δ)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές·
ε)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών·
στ)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών·
ζ)
Πρωτόκολλο για τις κρατικές ενισχύσεις της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών·
η)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων·
θ)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας αμοιβαίας αναγνώρισης σχετικά με την αξιολόγηση της πιστότητας, μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας·
ι)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας αμοιβαίας αναγνώρισης σχετικά με την αξιολόγηση της πιστότητας, μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας·
ια)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας στη μείωση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση·
ιβ)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενεργείας, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, σχετικά με τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σε προγράμματα της Ένωσης·
ιγ)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας στον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Διαστημικό Πρόγραμμα.
ΑΡΘΡΟ 11
Τροποποίηση και καταγγελία
1.
Το παρόν πρωτόκολλο μπορεί να τροποποιηθεί ανά πάσα στιγμή με αμοιβαία συμφωνία των συμβαλλόμενων μερών.
2.
Σε περίπτωση καταγγελίας της συμφωνίας σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 3 της συμφωνίας, το παρόν πρωτόκολλο παύει να ισχύει κατά την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 36 παράγραφος 4 της συμφωνίας.
3.
Σε περίπτωση που η συμφωνία παύσει να ισχύει, διατηρούνται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που έχουν ήδη αποκτήσει βάσει της συμφωνίας οι ιδιώτες και οι επιχειρήσεις πριν από την ημερομηνία παύσης της συμφωνίας. Τα συμβαλλόμενα μέρη ρυθμίζουν με αμοιβαία συμφωνία ποιες ενέργειες θα αναληφθούν σε σχέση με δικαιώματα στο στάδιο της απόκτησης.
[Τόπος], στις [...], σε δύο αντίτυπα στην αγγλική, βουλγαρική, γαλλική, γερμανική, δανική, ελληνική, εσθονική, ιρλανδική, ισπανική, ιταλική, κροατική, λετονική, λιθουανική, μαλτέζικη, ολλανδική, ουγγρική, πολωνική, πορτογαλική, ρουμανική, σλοβακική, σλοβενική, σουηδική, τσεχική και φινλανδική γλώσσα, όλα δε τα κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά.
ΣΕ ΠΙΣΤΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩ, οι υπογράφοντες πληρεξούσιοι, δεόντως εξουσιοδοτημένοι, έθεσαν την υπογραφή τους κάτω από το παρόν πρωτόκολλο.
(Πεδίο υπογραφών και στις 24 γλώσσες της ΕΕ: «Για την Ευρωπαϊκή Ένωση» και «Για την Ελβετική Συνομοσπονδία»)
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I
ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΕΙΣ
ΤΜΗΜΑ Α
ΜΕΤΡΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΣΥΜΒΙΒΑΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΡΥΘΜΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ
ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΑΓΟΡΑΣ, ΟΠΩΣ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 3 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 2 ΣΤΟΙΧΕΙΟ γ)
Τα ακόλουθα μέτρα συμβιβάζονται με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και δεν υπόκεινται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 στοιχείο β):
[…].
ΤΜΗΜΑ B
ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΩΝ ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟ ΝΑ ΘΕΩΡΗΘΟΥΝ ΟΤΙ ΣΥΜΒΙΒΑΖΟΝΤΑΙ
ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΡΥΘΜΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΑΓΟΡΑΣ,
ΟΠΩΣ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 3 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 3 ΣΤΟΙΧΕΙΟ ε)
Είναι δυνατό να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς οι ακόλουθες κατηγορίες ενισχύσεων:
[…].
ΤΜΗΜΑ Γ
ΑΠΑΛΛΑΓΕΣ ΚΑΤΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ, ΟΠΩΣ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 3 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 4
Οι ενισχύσεις θεωρούνται ότι συμβιβάζονται με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και απαλλάσσονται από τις απαιτήσεις κοινοποίησης βάσει του άρθρου 4 αν χορηγούνται σύμφωνα με τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που καθορίζονται στις ακόλουθες διατάξεις:
1)
Κεφάλαια I και III του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 651/2014 της Επιτροπής, της 17ης Ιουνίου 2014, για την κήρυξη ορισμένων κατηγοριών ενισχύσεων ως συμβατών με την εσωτερική αγορά κατ’ εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης (ΕΕ L 187 της 26.6.2014, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΕ) 2023/1315 της Επιτροπής, της 23ης Ιουνίου 2023 (ΕΕ L 167 της 30.6.2023, σ. 1)·
(2)
Άρθρα 1 έως 6 της απόφασης της Επιτροπής, της 20ής Δεκεμβρίου 2011, για την εφαρμογή του άρθρου 106 παράγραφος 2 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις κρατικές ενισχύσεις υπό μορφή αντιστάθμισης για την παροχή δημόσιας υπηρεσίας που χορηγούνται σε ορισμένες επιχειρήσεις επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος (ΕΕ L 7 της 11.1.2012, σ. 3).
ΤΜΗΜΑ Δ
ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ ΗΣΣΟΝΟΣ ΣΗΜΑΣΙΑΣ, ΟΠΩΣ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 3 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 6
Οι «ενισχύσεις ήσσονος σημασίας» έχουν την έννοια που τους αποδίδεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2023/2831 της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 2023, σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας (ΕΕ L, 2023/2831, 15.12.2023).
Όσον αφορά τις ενισχύσεις που χορηγούνται σε επιχειρήσεις επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος, οι «ενισχύσεις ήσσονος σημασίας» έχουν την έννοια που τους αποδίδεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2023/2832 της Επιτροπής, της 12ης Δεκεμβρίου 2023, σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας οι οποίες χορηγούνται σε επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος (ΕΕ L, 2023/2832, 15.12.2023).
________________
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II
ΓΕΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΜΕΑΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ
ΟΠΩΣ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 4 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 2
ΤΜΗΜΑ Α
ΓΕΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΜΕΑΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ
(1)
Για τους σκοπούς του παρόντος πρωτοκόλλου και δυνάμει του άρθρου 4 παράγραφος 2, εφαρμόζονται οι ακόλουθες πράξεις από την Ένωση:
α)
Κανονισμός (ΕΕ) 2015/1589 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2015, περί λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του άρθρου 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ L 248 της 24.9.2015, σ. 9)·
β)
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 794/2004 της Επιτροπής, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) 2015/1589 του Συμβουλίου (ΕΕ L 140 της 30.4.2004, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/2105 της Επιτροπής, της 1ης Δεκεμβρίου 2016 (ΕΕ L 327 της 2.12.2016, σ. 19)·
γ)
Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 651/2014 της Επιτροπής, της 17ης Ιουνίου 2014, για την κήρυξη ορισμένων κατηγοριών ενισχύσεων ως συμβατών με την εσωτερική αγορά κατ' εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης (ΕΕ L 187 της 26.6.2014, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΕ) 2023/1315 της Επιτροπής, της 23ης Ιουνίου 2023 (ΕΕ L 167 της 30.6.2023, σ. 1)·
δ)
Απόφαση της Επιτροπής, της 20ής Δεκεμβρίου 2011, για την εφαρμογή του άρθρου 106 παράγραφος 2 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις κρατικές ενισχύσεις υπό μορφή αντιστάθμισης για την παροχή δημόσιας υπηρεσίας που χορηγούνται σε ορισμένες επιχειρήσεις επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος (ΕΕ L 7 της 11.1.2012, σ. 3)·
ε)
Κανονισμός (ΕΕ) 2023/2831 της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 2023, σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας (ΕΕ L, 2023/2831, 15.12.2023)·
στ)
Κανονισμός (ΕΕ) 2023/2832 της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 2023, σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας οι οποίες χορηγούνται σε επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος (ΕΕ L, 2023/2832, 15.12.2023)·
ζ)
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1008/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Σεπτεμβρίου 2008, σχετικά με κοινούς κανόνες εκμετάλλευσης των αεροπορικών γραμμών στην Κοινότητα (ΕΕ L 293 της 31.10.2008, σ. 3).
(2)
Για τους σκοπούς του παρόντος πρωτοκόλλου και σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 3, η Ελβετία θεσπίζει και διατηρεί σύστημα εποπτείας των κρατικών ενισχύσεων το οποίο εξασφαλίζει ανά πάσα στιγμή επίπεδο εποπτείας και επιβολής ισοδύναμο με εκείνο που εφαρμόζει η Ένωση, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 και στο σημείο 1 του παρόντος τμήματος.
ΤΜΗΜΑ B
ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ, ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΛΗΨΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
1)
Για τους σκοπούς του παρόντος πρωτοκόλλου και σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 3, η ελβετική εποπτεύουσα αρχή και οι αρμόδιες δικαστικές αρχές της Ελβετίας λαμβάνουν δεόντως υπόψη και ακολουθούν, στο μέτρο του δυνατού, τις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές και ανακοινώσεις οι οποίες είναι δεσμευτικές για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, καθώς και την οικεία πρακτική λήψης αποφάσεων, προκειμένου να διασφαλίζεται επίπεδο εποπτείας και επιβολής ισοδύναμο με εκείνο της Ένωσης.
2)
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κοινοποιεί στη μεικτή επιτροπή και δημοσιεύει τις κατευθυντήριες γραμμές και τις ανακοινώσεις που θεωρεί συναφείς στο πλαίσιο της συμφωνίας.
________________
ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Βρυξέλλες, 13.6.2025
COM(2025) 308 final
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
της
πρότασης απόφασης του Συμβουλίου
σχετικά με την υπογραφή, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ευρείας δέσμης συμφωνιών για την εδραίωση, εμβάθυνση και διεύρυνση των διμερών σχέσεων με την Ελβετική Συνομοσπονδία και σχετικά με την προσωρινή εφαρμογή της συμφωνίας σχετικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας στον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Διαστημικό Πρόγραμμα
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ
ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ
ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ
ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΒΕΤΙΚΗΣ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ
ΓΙΑ ΤΙΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΕΣ ΚΑΙ ΟΔΙΚΕΣ
ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΒΑΤΩΝ·
Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ, καλούμενη στο εξής «Ένωση»,
και
Η ΕΛΒΕΤΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ, καλούμενη στο εξής «Ελβετία»,
στο εξής καλούμενες «συμβαλλόμενα μέρη»,
ΕΠΑΝΑΒΕΒΑΙΩΝΟΝΤΑΣ τη σημασία της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής συνομοσπονδίας σχετικά με τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών, η οποία υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο στις 21 Ιουνίου 1999 (στο εξής: συμφωνία)·
ΕΠΙΘΥΜΩΝΤΑΣ να προωθήσουν τις οδικές και σιδηροδρομικές μεταφορές επιβατών και εμπορευμάτων μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών εντός του πεδίου εφαρμογής της συμφωνίας·
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ τις πολιτικές των συμβαλλόμενων μερών για τη στροφή από τις οδικές στις σιδηροδρομικές εμπορευματικές μεταφορές·
ΕΠΙΘΥΜΩΝΤΑΣ, όσον αφορά τις σιδηροδρομικές μεταφορές, να διατηρήσουν ένα σύστημα μεταφορών ποιότητας βασιζόμενο στις επιδόσεις, στην ελκυστικότητα και στην αξιοπιστία των υπηρεσιών μεταφοράς εμπορευμάτων και επιβατών, το οποίο είναι ουσιώδες για τον πληθυσμό και την οικονομία·
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ την ανάγκη να αποσαφηνιστεί το δικαίωμα των σιδηροδρομικών επιχειρήσεων να εκτελούν διεθνείς σιδηροδρομικές μεταφορές επιβατών, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος να επιβιβάζουν επιβάτες από οποιονδήποτε σταθμό βρίσκεται κατά μήκος διεθνούς διαδρομής και να τους αποβιβάζουν σε άλλον, μεταξύ άλλων και στις περιπτώσεις στις οποίες οι εν λόγω σταθμοί βρίσκονται στο έδαφος του άλλου συμβαλλόμενου μέρους·
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ότι, με την επιφύλαξη των εφαρμοστέων κανόνων ανταγωνισμού, το εφαρμοστέο ενωσιακό δίκαιο δεν εμποδίζει διεθνείς ομίλους να εκτελούν διεθνή δρομολόγια, συμπεριλαμβανομένων διεθνών δρομολογίων αποτελούμενων εν μέρει από δρομολόγια που συμμετέχουν στο χρονοδιάγραμμα με τακτά δρομολόγια·
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ τη σημασία που έχει η διευκόλυνση νέων διεθνών σιδηροδρομικών επιβατικών υπηρεσιών και, ως εκ τούτου, η βελτίωση των διεθνών σιδηροδρομικών συνδέσεων μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, με παράλληλη διασφάλιση ότι οι επιβάτες αμιγώς εσωτερικών δρομολογίων της Ελβετίας δεν επηρεάζονται αρνητικά·
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ τα οφέλη που μπορεί να προκύψουν για τους επιβάτες από το άνοιγμα της αγοράς για την παροχή διεθνών σιδηροδρομικών επιβατικών υπηρεσιών και, κατ’ επέκταση, τη σημασία, λαμβανομένων υπόψη των εξαιρέσεων που χορηγούνται στην Ελβετία, της διασφάλισης αποτελεσματικής πρόσβασης στις υποδομές και ισότιμων όρων ανταγωνισμού για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών·
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ τα ελβετικά τέλη κυκλοφορίας βαρέων φορτηγών οχημάτων και τον στόχο της ευθυγράμμισης με τις αρχές που διέπουν τη φορολόγηση των οδικών οχημάτων στην Ένωση·
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ τα πλεονεκτήματα που προσφέρει η στενή συνεργασία μεταξύ της Ελβετίας και του Οργανισμού Σιδηροδρόμων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ERA) βάσει του άρθρου 75 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/796 (ΕΕ L 138 της 26.5.2016, σ. 1),
ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ ΤΑ ΕΞΗΣ:
ΑΡΘΡΟ 1
Τροποποιήσεις της συμφωνίας
Η συμφωνία τροποποιείται ως εξής:
1)
Στο άρθρο 2, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«2.
Η παρούσα συμφωνία ισχύει στις διεθνείς σιδηροδρομικές μεταφορές επιβατών και εμπορευμάτων, καθώς και στις διεθνείς συνδυασμένες μεταφορές.
Η παρούσα συμφωνία δεν ισχύει στις αμιγώς εσωτερικές σιδηροδρομικές μεταφορές επιβατών, δηλαδή στις εθνικές μεταφορές μεγάλων αποστάσεων, καθώς και στις περιφερειακές και τοπικές μεταφορές, στην Ελβετία.
Η παρούσα συμφωνία δεν ισχύει στις σιδηροδρομικές επιχειρήσεις που εκτελούν μόνον αστικές, προαστιακές ή περιφερειακές μεταφορές σε τοπικά και περιφερειακά μεμονωμένα δίκτυα για υπηρεσίες μεταφορών σε σιδηροδρομικές υποδομές ή σε δίκτυα που προορίζονται μόνο για την εκτέλεση αστικών ή προαστιακών σιδηροδρομικών μεταφορών.».
2)
Στο άρθρο 3, στο τέλος της παραγράφου 2 προστίθεται η ακόλουθη περίπτωση:
«–
“διεθνείς σιδηροδρομικές μεταφορές επιβατών”: υπηρεσία μεταφοράς επιβατών κατά την οποία η αμαξοστοιχία διασχίζει τα σύνορα μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος επιβίβασης επιβατών από οποιονδήποτε σταθμό βρίσκεται κατά μήκος της διεθνούς διαδρομής και αποβίβασής τους σε άλλον, μεταξύ άλλων και στις περιπτώσεις στις οποίες οι σταθμοί αυτοί βρίσκονται στο έδαφος του άλλου συμβαλλόμενου μέρους, υπό τον όρο ότι ο κύριος σκοπός της υπηρεσίας είναι η μεταφορά επιβατών μεταξύ σταθμών που βρίσκονται στο έδαφος ενός συμβαλλόμενου μέρους και σταθμών που βρίσκονται στο έδαφος του άλλου συμβαλλόμενου μέρους.».
3)
Το άρθρο 7 τροποποιείται ως εξής:
α)
η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«1.
Με την επιφύλαξη των παραγράφων 2 και 3, η Ελβετία θεσπίζει ή διατηρεί, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2 του θεσμικού πρωτοκόλλου της συμφωνίας (στο εξής: θεσμικό πρωτόκολλο), καθεστώτα αντίστοιχα με τη νομοθεσία της Ένωσης σχετικά με τους τεχνικούς όρους που διέπουν τις οδικές μεταφορές, όπως καθορίζονται στο παράρτημα 1 τμήμα 3.»·
β)
η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«2.
Η Ελβετία θεσπίζει ή διατηρεί, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2 του θεσμικού πρωτοκόλλου, νομοθεσία αντίστοιχη με τη νομοθεσία της Ένωσης σχετικά με τους τεχνικούς ελέγχους των οχημάτων που αναφέρονται στο παράρτημα 1 τμήμα 3».
4)
Το άρθρο 9 τροποποιείται ως εξής:
α)
η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«1.
Οι διεθνείς οδικές μεταφορές εμπορευμάτων για λογαριασμό τρίτου, καθώς και οι διαδρομές χωρίς φορτίο που πραγματοποιούνται μεταξύ των εδαφών των συμβαλλόμενων μερών, εκτελούνται με την κάλυψη ενωσιακής άδειας, της οποίας το υπόδειγμα παρέχεται στο παράρτημα 3, σύμφωνα με τη νομοθεσία της Ένωσης που αναφέρεται στο παράρτημα 1, ή με την κάλυψη ελβετικής άδειας σύμφωνα με την αντίστοιχη ελβετική νομοθεσία που θεσπίζεται ή διατηρείται σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2 του θεσμικού πρωτοκόλλου.»·
β)
η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«4.
Οι διαδικασίες που διέπουν την έκδοση, ανανέωση και ανάκληση των αδειών, καθώς και οι διαδικασίες οι σχετικές με την αμοιβαία συνδρομή, καλύπτονται από τη νομοθεσία της Ένωσης που αναφέρεται στο παράρτημα I τμήμα 1 ή από την αντίστοιχη ελβετική νομοθεσία που θεσπίζεται ή διατηρείται σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2 του θεσμικού πρωτοκόλλου.».
5)
Στο άρθρο 17, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«3.
Το υπόδειγμα των αδειών αυτών και οι διαδικασίες απόκτησης, χρήσης και ανανέωσής τους καθορίζονται στο δίκαιο της Ένωσης που αναφέρεται στο παράρτημα 1 τμήμα 1 ή στις αντίστοιχες ελβετικές διατάξεις που θεσπίζονται ή διατηρούνται σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2 του θεσμικού πρωτοκόλλου.».
6)
Το άρθρο 24 τροποποιείται ως εξής:
α)
η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«1.
Οι σιδηροδρομικές επιχειρήσεις και οι διεθνείς όμιλοι που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφος ενός συμβαλλόμενου μέρους έχουν το δικαίωμα διαμετακόμισης και το δικαίωμα πρόσβασης στη σιδηροδρομική υποδομή του άλλου συμβαλλόμενου μέρους, με σκοπό την εκτέλεση διεθνών δρομολογίων, υπό τους όρους που καθορίζονται στη νομοθεσία της Ένωσης στην οποία παραπέμπει το παράρτημα 1 τμήμα 4.»·
β)
παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:
«1α.
Κατά την παροχή υπηρεσιών διεθνούς μεταφοράς επιβατών, οι σιδηροδρομικές επιχειρήσεις έχουν το δικαίωμα να επιβιβάζουν επιβάτες από οποιονδήποτε σταθμό βρίσκεται κατά μήκος της διεθνούς διαδρομής και να τους αποβιβάζουν σε άλλον, μεταξύ άλλων και στις περιπτώσεις που οι σταθμοί αυτοί βρίσκονται στο έδαφος του ίδιου συμβαλλόμενου μέρους, υπό τον όρο ότι ο κύριος σκοπός της οικείας υπηρεσίας είναι η μεταφορά επιβατών από το έδαφος ενός συμβαλλόμενου μέρους στο έδαφος του άλλου συμβαλλόμενου μέρους. Κατόπιν αιτήματος των οικείων αρμόδιων αρχών ή των ενδιαφερόμενων σιδηροδρομικών επιχειρήσεων, ο οικείος ρυθμιστικός φορέας ή φορείς προσδιορίζει αν ο κύριος σκοπός της υπηρεσίας είναι η μεταφορά επιβατών από το έδαφος ενός συμβαλλόμενου μέρους στο έδαφος του άλλου συμβαλλόμενου μέρους.».
7)
Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:
«ΑΡΘΡΟ 24α
Εξαιρέσεις από τη δυναμική ευθυγράμμιση όσον αφορά τις σιδηροδρομικές μεταφορές
Τα ακόλουθα αποτελούν εξαιρέσεις κατά την έννοια του άρθρου 5 παράγραφος 7 του θεσμικού πρωτοκόλλου:
1.
Η επιλογή της επιβολής στις εταιρείες επιβατικών μεταφορών της υποχρέωσης να συμμετέχουν στην ενοποίηση των τιμών των δημόσιων μεταφορών, δηλαδή η προσφορά στον επιβάτη που χρησιμοποιεί το δίκτυο διαφορετικών εταιρειών δημόσιων μεταφορών ενιαίας σύμβασης μεταφοράς, υπό την προϋπόθεση ότι οι εταιρείες διατηρούν τις εξουσίες καθορισμού των τιμών.
2.
Η εφαρμογή ελβετικών μέσων διαχείρισης χωρητικότητας που προβλέπουν ελάχιστο αριθμό σιδηροδρομικών διαδρομών ανά ώρα για καθορισμένους τύπους κυκλοφορίας, συμπεριλαμβανομένων της εμπορευματικής, της περιφερειακής και της επιβατικής κίνησης μεγάλων αποστάσεων, που μπορούν επίσης να εξυπηρετούν διεθνείς γραμμές. Οι πράξεις αυτές υπόκεινται στην αρχή της μη διακριτικής μεταχείρισης που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 3 της συμφωνίας.
Οι επιχειρήσεις που σχεδιάζουν και παρέχουν διεθνείς σιδηροδρομικές επιβατικές υπηρεσίες στην Ελβετία αντιμετωπίζονται ως ενδιαφερόμενα μέρη στις υφιστάμενες ελβετικές διαδικασίες διαβούλευσης στο πλαίσιο των ελβετικών μέσων διαχείρισης χωρητικότητας.
3.
Η επιλογή να δίνεται προτεραιότητα στη μεταφορά επιβατών σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα με τακτά δρομολόγια που ισχύει για τις υπηρεσίες σιδηροδρομικών μεταφορών στο σύνολο του εδάφους της Ελβετίας.
Το κριτήριο που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο εφαρμόζεται χωρίς διακρίσεις για την κατανομή των σιδηροδρομικών διαδρομών στις εταιρείες που υποβάλλουν συγκρίσιμες αιτήσεις όσον αφορά τη συχνότητα εξυπηρέτησης.
Η προτεραιότητα που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο δίνεται στις υπηρεσίες που είναι απαραίτητες για το χρονοδιάγραμμα με τακτά δρομολόγια.
Αν μια επιχείρηση υποβάλει, πριν από τη λήξη της προθεσμίας για την ετήσια διαδικασία κατανομής, αίτηση για σιδηροδρομική διαδρομή για διεθνείς μεταφορές επιβατών στην Ελβετία, η οποία δεν μπορεί να ικανοποιηθεί κατά το στάδιο αμοιβαίου συντονισμού, η εν λόγω αίτηση έχει προτεραιότητα για τη χρήση της εναπομένουσας μη κατανεμημένης χωρητικότητας, συμπεριλαμβανομένης της χωρητικότητας που είχε εξασφαλιστεί στα ελβετικά μέσα διαχείρισης χωρητικότητας, αλλά δεν είχε ζητηθεί κατά τη διάρκεια της ετήσιας διαδικασίας κατανομής.
Η Ένωση ή τα κράτη μέλη της μπορούν, στο έδαφός τους, να δίνουν προτεραιότητα στις εταιρείες που είναι εγκατεστημένες στην Ένωση και εκτελούν σιδηροδρομικές μεταφορές επιβατών έναντι των ελβετικών διεθνών σιδηροδρομικών μεταφορών επιβατών που εκτελούν μέρος των διεθνών δρομολογίων στο πλαίσιο του ελβετικού χρονοδιαγράμματος με τακτά δρομολόγια και δεν εκτελούν το δρομολόγιο στο πλαίσιο διεθνούς ομίλου.
4.
Το δικαίωμα προσθήκης μη διακρισιακών διατάξεων στις άδειες και παραχωρήσεις που χορηγούνται σε επιχειρήσεις σιδηροδρομικών μεταφορών και διεθνείς ομίλους σχετικά με τα κοινωνικά πρότυπα, όπως οι μισθοί και οι συνθήκες εργασίας σε τοπικό επίπεδο και ανά τομέα στην Ελβετία.
5.
Υποχρεώσεις υποβολής προσφορών για υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας όσον αφορά διασυνοριακές περιφερειακές, αστικές και προαστιακές σιδηροδρομικές υπηρεσίες μεταφοράς επιβατών: Η Ελβετία μπορεί να αναθέσει απευθείας σύμβαση παροχής δημόσιας υπηρεσίας για το τμήμα διασυνοριακής περιφερειακής, αστικής και προαστιακής σιδηροδρομικής επιβατικής υπηρεσίας που εκτελείται στο ελβετικό έδαφος. Στην περίπτωση αυτή, η Ελβετία αναθέτει τη σύμβαση παροχής δημόσιας υπηρεσίας είτε στον φορέα εκμετάλλευσης στον οποίο έχει ανατεθεί η σύμβαση παροχής δημόσιας υπηρεσίας στο έδαφος της Ένωσης είτε στον φορέα εκμετάλλευσης που συνεργάζεται με τη σιδηροδρομική επιχείρηση στην οποία έχει ανατεθεί η σύμβαση παροχής δημόσιας υπηρεσίας για την εκμετάλλευση της γραμμής στο έδαφος της Ένωσης.
Με την επιφύλαξη της παρούσας παραγράφου, οι αρμόδιες αρχές διαβουλεύονται μεταξύ τους εκ των προτέρων σχετικά με τους όρους της δημόσιας υπηρεσίας προς ανάθεση, συμπεριλαμβανομένου του χρονοδιαγράμματος της διαδικασίας ανάθεσης.».
8)
Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:
«ΑΡΘΡΟ 29α
Συμμετοχή στον Οργανισμό Σιδηροδρόμων της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Η Ελβετία έχει το δικαίωμα συμμετοχής, σύμφωνα με το άρθρο 75 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/796 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2016, σχετικά με τον Οργανισμό Σιδηροδρόμων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 881/2004 (ΕΕ L 138 της 26.5.2016, σ. 1), στον Οργανισμό Σιδηροδρόμων της Ευρωπαϊκή Ένωσης (στο εξής: ERA) καθώς και κατάλληλης πρόσβασης σε βάσεις δεδομένων και μητρώα.
Ο ERA δεν έχει εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Ελβετία. Ως εκ τούτου, τα σχετικά άρθρα του κανονισμού (ΕΕ) 2016/796 που παρέχουν στον ERA τέτοιες εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Ελβετία δεν ενσωματώνονται στο παράρτημα 1 της συμφωνίας.».
9)
Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:
«ΑΡΘΡΟ 32α
Εξαίρεση από τους κανόνες που αφορούν τις αυξήσεις της ικανότητας του οδικού δικτύου
Ως εξαίρεση κατά την έννοια του άρθρου 5 παράγραφος 7 του θεσμικού πρωτοκόλλου, οι νέες υποδομές για σκοπούς οδικής ασφάλειας, όπως η διάνοιξη δεύτερης οδικής σήραγγας στο Gotthard, δεν θεωρούνται αύξηση της ικανότητας του οδικού δικτύου και ο περιορισμός της ικανότητας του οδικού δικτύου στο τρέχον επίπεδο δεν θεωρείται μονομερής ποσοτικός περιορισμός.».
10)
Το άρθρο 40 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«ΑΡΘΡΟ 40
Μέτρα από την ελβετική πλευρά
1.
Για να επιτευχθούν οι στόχοι που ορίζονται στο άρθρο 37 και ενόψει των αυξήσεων του ορίου βάρους όπως ορίζει το άρθρο 7 παράγραφος 3, η Ελβετία καθιερώνει σύστημα είσπραξης τελών, χωρίς διακρίσεις. Το εν λόγω σύστημα είσπραξης τελών βασίζεται στις αρχές που αναφέρει το άρθρο 38 παράγραφος 1, καθώς και στις διαδικασίες που ορίζει το παράρτημα 10.
2.
Τα τέλη διαμορφώνονται σύμφωνα με κατηγορίες βασισμένες στις εκπομπές των οχημάτων. Κατόπιν αιτήματος της Ελβετίας, η μεικτή επιτροπή αποφασίζει να προβεί σε διαφοροποίηση σύμφωνα με κατηγορίες οι οποίες βασίζονται εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στην κατανάλωση.
3.
Ο σταθμισμένος μέσος όρος των τελών δεν υπερβαίνει τα 325 ελβετικά φράγκα (CHF) για τα οχήματα των οποίων η μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα έμφορτου οχήματος σύμφωνα με το έγγραφο ταξινόμησης του οχήματος δεν υπερβαίνει τους 40 τόνους και τα οποία διανύουν απόσταση 300 km διαμέσου των Άλπεων. Τα τέλη για την πλέον ρυπογόνο κατηγορία δεν υπερβαίνουν τα 380 CHF.
4.
Τμήμα των τελών που αναφέρονται στην παράγραφο 3 θα είναι δυνατό να αποτελείται από διόδια για τη χρήση των ειδικών υποδομών στις Άλπεις. Το τμήμα αυτό δεν μπορεί να αποτελεί ποσοστό άνω του 15 % των τελών που αναφέρονται στην παράγραφο 3.
5.
Οι σταθμίσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3 θα καθοριστούν ανάλογα με τον αριθμό οχημάτων ανά κατηγορία που κυκλοφορούν στην Ελβετία. Ο αριθμός οχημάτων κάθε κατηγορίας καθορίζεται βάσει απογραφών τις οποίες θα εξετάσει η μεικτή επιτροπή. Η μεικτή επιτροπή καθορίζει τη στάθμιση βάσει εξέτασης ανά διετία για να ληφθούν υπόψη οι τάσεις στη διάρθρωση του στόλου οχημάτων που κυκλοφορούν στην Ελβετία και οι εξελίξεις στους τομείς των εκπομπών και της κατανάλωσης.».
11)
Το άρθρο 42 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«ΑΡΘΡΟ 42
Επανεξέταση του ύψους των τελών
1.
Από την 1η Ιανουαρίου 2007, και κατόπιν ανά διετία, το μέγιστο ύψος των τελών που αναφέρεται στο άρθρο 40 παράγραφος 3 αναπροσαρμόζεται για να λαμβάνεται υπόψη το ποσοστό πληθωρισμού στην Ελβετία κατά τα τελευταία δύο έτη. Για την εν λόγω αναπροσαρμογή, η Ελβετία κοινοποιεί στη μεικτή επιτροπή, το αργότερο στις 30 Σεπτεμβρίου του προηγούμενου έτους, τα ενημερωμένα στατιστικά στοιχεία που δικαιολογούν την επικείμενη αναπροσαρμογή. Η μεικτή επιτροπή συνεδριάζει κατόπιν αιτήματος της Ένωσης εντός 30 ημερών από την παραλαβή της εν λόγω κοινοποίησης για να πραγματοποιηθούν διαβουλεύσεις σχετικά με την επικείμενη αναπροσαρμογή.
2.
Από την 1η Ιανουαρίου 2007, η μεικτή επιτροπή μπορεί, εφόσον το ζητήσει ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη, να επανεξετάσει το μέγιστο ύψος των τελών που καθορίζονται στο άρθρο 40 παράγραφος 3, ενόψει απόφασης αναπροσαρμογής τους που θα ληφθεί με κοινή συμφωνία. Η εξέταση αυτή πραγματοποιείται με βάση τα ακόλουθα κριτήρια:
–
το ύψος και τη δομή των φορολογικών τελών στα δύο συμβαλλόμενα μέρη, και ιδίως των τελών που αφορούν συγκρίσιμες διελεύσεις από τις Άλπεις,
–
την κατανομή της κυκλοφορίας μεταξύ συγκρίσιμων διελεύσεων από τις Άλπεις,
–
την εξέλιξη της κατανομής της κυκλοφορίας ανά τρόπο μεταφοράς στην περιοχή των Άλπεων,
–
την ανάπτυξη της σιδηροδρομικής υποδομής στις Άλπεις.».
12)
Στο άρθρο 46, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«1.
Αν, μετά την 1η Ιανουαρίου 2005, παρά τις ανταγωνιστικές τιμές στις σιδηροδρομικές μεταφορές και την ορθή εφαρμογή των μέτρων που προβλέπονται στο άρθρο 36 που αφορούν τις παραμέτρους ποιότητας, υπάρχουν δυσχέρειες στη διοχέτευση της οδικής κυκλοφορίας από τις Άλπεις στην Ελβετία και αν, επί περίοδο 10 εβδομάδων, το μέσο ποσοστό χρήσης της αντίστοιχης μεταφορικής ικανότητας των ελβετικών σιδηροδρόμων στο ελβετικό έδαφος (συνοδευόμενες και ασυνόδευτες συνδυασμένες μεταφορές) είναι κατώτερο του 66 %, η Ελβετία μπορεί, κατά παρέκκλιση των τρόπων που ορίζονται στο άρθρο 40 παράγραφοι 3 και 4, να αυξήσει τα οδικά τέλη που προβλέπονται στο άρθρο 40 παράγραφος 3 κατά 12,5 % κατ' ανώτατο όριο. Όλα τα έσοδα από την εν λόγω αύξηση χρησιμοποιούνται εξ ολοκλήρου στις σιδηροδρομικές και συνδυασμένες μεταφορές με στόχο να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητά τους έναντι των οδικών μεταφορών.».
13)
Το άρθρο 51 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«ΑΡΘΡΟ 51
Μεικτή επιτροπή
1.
Συγκροτείται μεικτή επιτροπή.
Η μεικτή επιτροπή απαρτίζεται από εκπροσώπους των συμβαλλόμενων μερών.
2.
Η προεδρία της μεικτής επιτροπής ασκείται από κοινού από εκπρόσωπο της Ένωσης και εκπρόσωπο της Ελβετίας.
3.
Η μεικτή επιτροπή:
α)
διασφαλίζει την ομαλή λειτουργία και την αποτελεσματική διαχείριση και εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας·
β)
παρέχει φόρουμ αμοιβαίας διαβούλευσης και συνεχούς ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, ιδίως με σκοπό την εξεύρεση λύσης σε οποιαδήποτε δυσκολία ερμηνείας ή εφαρμογής της συμφωνίας ή νομικής πράξης της Ένωσης στην οποία γίνεται αναφορά στη συμφωνία σύμφωνα με το άρθρο 10 του θεσμικού πρωτοκόλλου·
γ)
διατυπώνει συστάσεις προς τα συμβαλλόμενα μέρη για θέματα που αφορούν την παρούσα συμφωνία·
δ)
εκδίδει αποφάσεις όπως προβλέπεται στην παρούσα συμφωνία· και
ε)
είναι υπεύθυνη για την παρακολούθηση και την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας και ιδίως του άρθρου 27 παράγραφος 6, και των άρθρων 33, 34, 35, 36, 39, 40, 42, 45, 46, και 47·
στ)
ασκεί κάθε άλλη αρμοδιότητα που της εκχωρείται με την παρούσα συμφωνία.
4.
Η μεικτή επιτροπή αποφασίζει βάσει ομοφωνίας.
Οι αποφάσεις είναι δεσμευτικές για τα συμβαλλόμενα μέρη, τα οποία λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεσή τους.
5.
Η μεικτή επιτροπή συνεδριάζει τουλάχιστον μία φορά ετησίως εκ περιτροπής στις Βρυξέλλες και στη Βέρνη, εκτός αν οι συμπρόεδροι αποφασίσουν διαφορετικά. Συνεδριάζει επίσης κατόπιν αιτήματος ενός εκ των συμβαλλόμενων μερών. Οι συμπρόεδροι μπορούν να αποφασίσουν ότι μια συνεδρίαση της μεικτής επιτροπής μπορεί να διεξαχθεί με βιντεοδιάσκεψη ή τηλεδιάσκεψη.
6.
Η μεικτή επιτροπή καθορίζει τον εσωτερικό κανονισμό της και τον επικαιροποιεί κατά περίπτωση.
7.
Η μεικτή επιτροπή μπορεί να αποφασίσει να συγκροτήσει οποιαδήποτε ομάδα εργασίας ή ομάδα εμπειρογνωμόνων που μπορεί να την επικουρεί στην εκτέλεση των καθηκόντων της.».
14)
Στο άρθρο 53, ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«ΑΡΘΡΟ 53
Επαγγελματικό απόρρητο».
15)
Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:
«ΑΡΘΡΟ 53α
Διαβαθμισμένες πληροφορίες και ευαίσθητες μη διαβαθμισμένες πληροφορίες
1.
Καμία διάταξη της παρούσας συμφωνίας δεν ερμηνεύεται ως υποχρέωση των συμβαλλόμενων μερών να γνωστοποιούν διαβαθμισμένες πληροφορίες.
2.
Ο χειρισμός και η προστασία διαβαθμισμένων πληροφοριών ή υλικού που παρέχονται από τα συμβαλλόμενα μέρη ή ανταλλάσσονται μεταξύ τους δυνάμει της παρούσας συμφωνίας πραγματοποιούνται βάσει της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με διαδικασίες ασφαλείας για την ανταλλαγή διαβαθμισμένων πληροφοριών, η οποία υπογράφηκε στις Βρυξέλλες στις 28 Απριλίου 2008, καθώς και βάσει κάθε ρύθμισης ασφαλείας για την εκτέλεσή της.
3.
Η μεικτή επιτροπή εκδίδει, με απόφαση, οδηγίες χειρισμού για τη διασφάλιση της προστασίας των ευαίσθητων μη διαβαθμισμένων πληροφοριών που ανταλλάσσονται μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών.».
16)
Το άρθρο 55 τροποποιείται ως εξής:
α)
η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«1.
Αν ένα συμβαλλόμενο μέρος επιθυμεί αναθεώρηση άλλων διατάξεων της παρούσας συμφωνίας, ενημερώνει σχετικά τη μεικτή επιτροπή. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, η τροποποίηση της παρούσας συμφωνίας τίθεται σε ισχύ μετά την περάτωση των αντίστοιχων εσωτερικών διαδικασιών.»·
β)
απαλείφεται η παράγραφος 2·
γ)
η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Τα παραρτήματα 5, 6, 8 και 9 είναι δυνατό να τροποποιηθούν με απόφαση της μεικτής επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 51 παράγραφος 3 στοιχείο δ).»·
17)
Το άρθρο 57 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται, αφενός, στο έδαφος στο οποίο εφαρμόζονται η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και η Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και υπό τους όρους που προβλέπουν οι εν λόγω συνθήκες και, αφετέρου, στο έδαφος της Ελβετίας.».
18)
Το παράρτημα 1 τροποποιείται ως εξής:
α)
μετά τον τίτλο, προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι:
«1.
Εντός του πεδίου εφαρμογής της συμφωνίας, οι νομικές πράξεις της Ένωσης που απαριθμούνται στο παρόν παράρτημα εφαρμόζονται με την επιφύλαξη της αρχής της δυναμικής ευθυγράμμισης που αναφέρεται στο άρθρο 5 του θεσμικού πρωτοκόλλου, καθώς και με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που παρατίθενται στην παράγραφο 7 του εν λόγω άρθρου.
2.
Εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά σε τυχόν τεχνικές προσαρμογές, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που προβλέπονται για τα κράτη μέλη στις νομικές πράξεις της Ένωσης οι οποίες καθορίζονται στο παρόν παράρτημα θεωρείται ότι προβλέπονται και για την Ελβετία. Αυτό ισχύει με πλήρη σεβασμό του θεσμικού πρωτοκόλλου.»·
β)
το τμήμα 4 τροποποιείται ως εξής:
i)
προστίθενται οι ακόλουθες πράξεις:
«–
Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 913/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2010, σχετικά με το ευρωπαϊκό σιδηροδρομικό δίκτυο για ανταγωνιστικές εμπορευματικές μεταφορές (ΕΕ L 276 της 20.10.2010, σ. 22).
–
Οδηγία 2012/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Νοεμβρίου 2012, για τη δημιουργία ενιαίου ευρωπαϊκού σιδηροδρομικού χώρου (αναδιατύπωση) (ΕΕ L 343 της 14.12.2012, σ. 32).
–
Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2016/545 της Επιτροπής, της 7ης Απριλίου 2016, για τις διαδικασίες και τα κριτήρια όσον αφορά τις συμφωνίες-πλαίσιο για την κατανομή χωρητικότητας της σιδηροδρομικής υποδομής (ΕΕ L 94 της 8.4.2016, σ. 1).
–
Κατ’ εξουσιοδότηση απόφαση (ΕΕ) 2017/2075 της Επιτροπής, της 4ης Σεπτεμβρίου 2017, σχετικά με την αντικατάσταση του παραρτήματος VII της οδηγίας 2012/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη δημιουργία ενιαίου ευρωπαϊκού σιδηροδρομικού χώρου (ΕΕ L 295 της 14.11.2017, σ. 69).»·
ii)
διαγράφονται οι ακόλουθες πράξεις:
«–
Οδηγία 91/440/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουλίου 1991, για την ανάπτυξη των κοινοτικών σιδηροδρόμων (ΕΕ L 237 της 24.8.1991, σ. 25).
–
Οδηγία 95/18/ΕΚ του Συμβουλίου, της 19ης Ιουνίου 1995, σχετικά με τις άδειες σε σιδηροδρομικές επιχειρήσεις (ΕΕ L 143 της 27.6.1995, σ. 70).
–
Οδηγία 95/19/ΕΚ του Συμβουλίου, της 19ης Ιουνίου 1995, για τη χορήγηση δικαιώματος χρήσης της σιδηροδρομικής υποδομής και τη χρέωση τελών υποδομής (ΕΕ L 143 της 27.6.1995, σ. 75).»·
iii)
στην καταχώριση που αφορά την οδηγία 2007/59/ΕΚ, προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:
«Η άδεια μηχανοδηγού και το συμπληρωματικό πιστοποιητικό που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) της οδηγίας 2007/59/ΕΚ και οι αντίστοιχες διατάξεις που θεσπίζονται ή διατηρούνται στην έννομη τάξη της Ελβετίας σύμφωνα με το άρθρο 5 του θεσμικού πρωτοκόλλου αναγνωρίζονται αμοιβαία»·
iv)
στην καταχώριση που αφορά την οδηγία (ΕΕ) 2016/797, προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:
«Η οδηγία (ΕΕ) 2016/797 υπόκειται σε μεταβατικά μέτρα για τη διατήρηση της ομαλής ροής της σιδηροδρομικής κυκλοφορίας μεταξύ της Ελβετίας και της Ένωσης, όπως ορίζεται στην απόφαση αριθ. 2/2019 της επιτροπής χερσαίων μεταφορών Κοινότητας/Ελβετίας (ΕΕ L 13 της 17.1.2020, σ. 43) συμπεριλαμβανομένων τυχόν τροποποιήσεων, αν και στον βαθμό που τα συμβαλλόμενα μέρη αποφασίσουν να προβούν, στο πλαίσιο της μεικτής επιτροπής, σε προσαρμογές για την επέκταση των εν λόγω μέτρων, λαμβάνοντας υπόψη το άρθρο 29α δεύτερο εδάφιο της συμφωνίας και το άρθρο 5 του θεσμικού πρωτοκόλλου. Όταν η οδηγία (ΕΕ) 2016/797 αναφέρεται στον “Οργανισμό Σιδηροδρόμων της Ευρωπαϊκής Ένωσης”, για το έδαφος της Ελβετίας η αναφορά σημαίνει την “ελβετική εθνική αρχή ασφάλειας”.»·
v)
στην καταχώριση που αφορά την οδηγία (ΕΕ) 2016/798, προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:
«Η οδηγία (ΕΕ) 2016/798 υπόκειται σε μεταβατικά μέτρα για τη διατήρηση της ομαλής ροής της σιδηροδρομικής κυκλοφορίας μεταξύ της Ελβετίας και της Ένωσης, όπως ορίζεται στην απόφαση αριθ. 2/2019 της επιτροπής χερσαίων μεταφορών Κοινότητας/Ελβετίας (ΕΕ L 13 της 17.1.2020, σ. 43) συμπεριλαμβανομένων τυχόν τροποποιήσεων, αν και στον βαθμό που τα συμβαλλόμενα μέρη αποφασίσουν να προβούν, στο πλαίσιο της μεικτής επιτροπής, σε προσαρμογές για την επέκταση των εν λόγω μέτρων, λαμβάνοντας υπόψη το άρθρο 29α δεύτερο εδάφιο της συμφωνίας και το άρθρο 5 του θεσμικού πρωτοκόλλου. Όταν η οδηγία (ΕΕ) 2016/798 αναφέρεται στον “Οργανισμό Σιδηροδρόμων της Ευρωπαϊκής Ένωσης”, για το έδαφος της Ελβετίας η αναφορά σημαίνει την “ελβετική εθνική αρχή ασφάλειας”.»·
vi)
στην καταχώριση που αφορά τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2018/545, προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:
«Ο εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2018/545 υπόκειται σε μεταβατικά μέτρα για τη διατήρηση της ομαλής ροής της σιδηροδρομικής κυκλοφορίας μεταξύ της Ελβετίας και της Ένωσης, όπως ορίζεται στην απόφαση αριθ. 2/2019 της επιτροπής χερσαίων μεταφορών Κοινότητας/Ελβετίας (ΕΕ L 13 της 17.1.2020, σ. 43) συμπεριλαμβανομένων τυχόν τροποποιήσεων, αν και στον βαθμό που τα συμβαλλόμενα μέρη αποφασίσουν να προβούν, στο πλαίσιο της μεικτής επιτροπής, σε προσαρμογές για την επέκταση των εν λόγω μέτρων, λαμβάνοντας υπόψη το άρθρο 29α δεύτερο εδάφιο της συμφωνίας και το άρθρο 5 του θεσμικού πρωτοκόλλου. Όταν ο εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2018/545 αναφέρεται στον “Οργανισμό Σιδηροδρόμων της Ευρωπαϊκής Ένωσης”, για το έδαφος της Ελβετίας η αναφορά σημαίνει την “ελβετική εθνική αρχή ασφάλειας”.»·
vii)
στην καταχώριση που αφορά τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2018/763, προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:
«Ο εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2018/763 υπόκειται σε μεταβατικά μέτρα για τη διατήρηση της ομαλής ροής της σιδηροδρομικής κυκλοφορίας μεταξύ της Ελβετίας και της Ένωσης, όπως ορίζεται στην απόφαση αριθ. 2/2019 της επιτροπής χερσαίων μεταφορών Κοινότητας/Ελβετίας (ΕΕ L 13 της 17.1.2020, σ. 43) συμπεριλαμβανομένων τυχόν τροποποιήσεων, αν και στον βαθμό που τα συμβαλλόμενα μέρη αποφασίσουν να προβούν, στο πλαίσιο της μεικτής επιτροπής, σε προσαρμογές για την επέκταση των εν λόγω μέτρων, λαμβάνοντας υπόψη το άρθρο 29α δεύτερο εδάφιο της συμφωνίας και το άρθρο 5 του θεσμικού πρωτοκόλλου. Όταν ο εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2018/763 αναφέρεται στον “Οργανισμό Σιδηροδρόμων της Ευρωπαϊκής Ένωσης”, για το έδαφος της Ελβετίας η αναφορά σημαίνει την “ελβετική εθνική αρχή ασφάλειας”.»·
viii)
στην καταχώριση που αφορά τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2019/250, προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:
«Ο εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2019/250 υπόκειται σε μεταβατικά μέτρα για τη διατήρηση της ομαλής ροής της σιδηροδρομικής κυκλοφορίας μεταξύ της Ελβετίας και της Ένωσης, όπως ορίζεται στην απόφαση αριθ. 2/2019 της επιτροπής χερσαίων μεταφορών Κοινότητας/Ελβετίας (ΕΕ L 13 της 17.1.2020, σ. 43) συμπεριλαμβανομένων τυχόν τροποποιήσεων, αν και στον βαθμό που τα συμβαλλόμενα μέρη αποφασίσουν να προβούν, στο πλαίσιο της μεικτής επιτροπής, σε προσαρμογές για την επέκταση των εν λόγω μέτρων, λαμβάνοντας υπόψη το άρθρο 29α δεύτερο εδάφιο της συμφωνίας και το άρθρο 5 του θεσμικού πρωτοκόλλου. Όταν ο εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2019/250 αναφέρεται στον “Οργανισμό Σιδηροδρόμων της Ευρωπαϊκής Ένωσης”, για το έδαφος της Ελβετίας η αναφορά σημαίνει την “ελβετική εθνική αρχή ασφάλειας”.»·
γ)
στο τμήμα 5 προστίθεται η ακόλουθη πράξη:
«–
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1370/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2007, για τις δημόσιες επιβατικές σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές και την κατάργηση των κανονισμών του Συμβουλίου (ΕΟΚ) αριθ. 1191/69 και (ΕΟΚ) αριθ. 1107/70 (ΕΕ L 315 της 3.12.2007, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/2338 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Δεκεμβρίου 2016 (ΕΕ L 354 της 23.12.2016, σ. 22)· με εξαίρεση τα άρθρα 5 και 5α του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1370/2007, υπό τους όρους που αναφέρονται στο άρθρο 24α παράγραφος 5 της συμφωνίας.».
19)
Το παράρτημα 10 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 10
ΚΑΝΟΝΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΩΝ ΤΕΛΩΝ
ΠΟΥ ΠΡΟΒΛΕΠΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 40
Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 40 παράγραφος 4, τα τέλη που προβλέπονται στο άρθρο 40 εφαρμόζονται ως εξής:
α)
για τις μεταφορές με διαδρομή στην Ελβετία, της οποίας η απόσταση είναι κατώτερη ή ανώτερη των 300 km, τα τέλη τροποποιούνται αναλόγως για να ληφθεί υπόψη ο λόγος της πραγματικά διανυόμενης απόστασης στην Ελβετία·
β)
τα τέλη είναι ανάλογα της κατηγορίας βάρους του οχήματος.».
20)
Η κοινή δήλωση η οποία επισυνάπτεται στο παρόν πρωτόκολλο προστίθεται στις δηλώσεις που επισυνάπτονται στην τελική πράξη της συμφωνίας.
ΑΡΘΡΟ 2
Έναρξη ισχύος
1.
Το παρόν πρωτόκολλο κυρώνεται ή εγκρίνεται από τα συμβαλλόμενα μέρη σύμφωνα με τις κατ’ ιδίαν διαδικασίες. Τα συμβαλλόμενα μέρη κοινοποιούν αμοιβαία την ολοκλήρωση των εσωτερικών διαδικασιών που είναι αναγκαίες για την έναρξη ισχύος του παρόντος πρωτοκόλλου.
2.
Το παρόν πρωτόκολλο αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του δεύτερου μήνα που έπεται της τελευταίας κοινοποίησης όσον αφορά τις ακόλουθες πράξεις:
α)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων·
β)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων·
γ)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές·
δ)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές·
ε)
Πρωτόκολλο για τις κρατικές ενισχύσεις της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές·
στ)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ελβετικής Συνομοσπονδίας και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας για τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών·
ζ)
Πρωτόκολλο για τις κρατικές ενισχύσεις της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών·
η)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων·
θ)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας αμοιβαίας αναγνώρισης σχετικά με την αξιολόγηση της πιστότητας, μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας·
ι)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας αμοιβαίας αναγνώρισης σχετικά με την αξιολόγηση της πιστότητας, μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας·
ια)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας στη μείωση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση·
ιβ)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενεργείας, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, σχετικά με τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σε προγράμματα της Ένωσης.
ιγ)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας στον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Διαστημικό Πρόγραμμα.
[Τόπος], στις [...], σε δύο αντίτυπα στην αγγλική, βουλγαρική, γαλλική, γερμανική, δανική, ελληνική, εσθονική, ιρλανδική, ισπανική, ιταλική, κροατική, λετονική, λιθουανική, μαλτέζικη, ολλανδική, ουγγρική, πολωνική, πορτογαλική, ρουμανική, σλοβακική, σλοβενική, σουηδική, τσεχική και φινλανδική γλώσσα, όλα δε τα κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά.
ΣΕ ΠΙΣΤΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩ, οι υπογράφοντες πληρεξούσιοι, δεόντως εξουσιοδοτημένοι, έθεσαν την υπογραφή τους κάτω από το παρόν πρωτόκολλο.
(Πεδίο υπογραφών και στις 24 γλώσσες της ΕΕ: «Για την Ευρωπαϊκή Ένωση» και «Για την Ελβετική Συνομοσπονδία»)
ΘΕΣΜΙΚΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ
ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ
ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ
ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΒΕΤΙΚΗΣ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ
ΓΙΑ ΤΙΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΕΣ ΚΑΙ ΟΔΙΚΕΣ
ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΒΑΤΩΝ·
Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ, καλούμενη στο εξής «Ένωση»,
και
Η ΕΛΒΕΤΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ, καλούμενη στο εξής «Ελβετία»,
στο εξής καλούμενες «συμβαλλόμενα μέρη»·
ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ ότι η Ένωση και η Ελβετία δεσμεύονται από πολυάριθμες διμερείς συμφωνίες οι οποίες καλύπτουν διάφορους τομείς και προβλέπουν ειδικά δικαιώματα και υποχρεώσεις, παρόμοια, από ορισμένες απόψεις, με εκείνα που προβλέπονται εντός της Ένωσης·
ΥΠΕΝΘΥΜΙΖΟΝΤΑΣ ότι σκοπός των εν λόγω διμερών συμφωνιών είναι να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης και να δημιουργηθούν στενότεροι οικονομικοί δεσμοί μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, με βάση την ισότητα, την αμοιβαιότητα και τη γενική ισορροπία των πλεονεκτημάτων, των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεών τους·
ΑΠΟΦΑΣΙΣΜΕΝΕΣ να ενισχύσουν και να εμβαθύνουν τη συμμετοχή της Ελβετίας στην εσωτερική αγορά της Ένωσης, με βάση τους ίδιους κανόνες με εκείνους που ισχύουν για την εσωτερική αγορά, διατηρώντας παράλληλα την ανεξαρτησία τους και την ανεξαρτησία των θεσμικών οργάνων τους και, όσον αφορά την Ελβετία, τον σεβασμό των αρχών που απορρέουν από την άμεση δημοκρατία, το ομοσπονδιακό σύστημα και τον τομεακό χαρακτήρα της συμμετοχής της στην εσωτερική αγορά·
ΕΠΑΝΑΒΕΒΑΙΩΝΟΝΤΑΣ ότι διατηρείται η αρμοδιότητα του Ελβετικού Ομοσπονδιακού Ανώτατου Δικαστηρίου και όλων των άλλων ελβετικών δικαστηρίων, καθώς και η αρμοδιότητα των δικαστηρίων των κρατών μελών και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να ερμηνεύουν τη συμφωνία σε μεμονωμένες περιπτώσεις·
ΕΧΟΝΤΑΣ ΕΠΙΓΝΩΣΗ της διασφάλισης της ομοιομορφίας των τομέων που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία, τόσο των τρεχόντων όσο και των μελλοντικών,
ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ ΤΑ ΕΞΗΣ:
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΡΘΡΟ 1
Στόχοι
1.
Στόχος του παρόντος πρωτοκόλλου είναι να διασφαλίσει, για τα συμβαλλόμενα μέρη, καθώς και για τους οικονομικούς φορείς και τους ιδιώτες, μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου, ίση μεταχείριση και ισότιμους όρους ανταγωνισμού στον τομέα της εσωτερικής αγοράς που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής συνομοσπονδίας σχετικά με τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών, η οποία υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο στις 21 Ιουνίου 1999 (στο εξής: συμφωνία).
2.
Για τον σκοπό αυτόν, το παρόν πρωτόκολλο παρέχει νέες θεσμικές λύσεις που διευκολύνουν τη συνεχή και ισόρροπη ενίσχυση των οικονομικών σχέσεων μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών. Το παρόν πρωτόκολλο, λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές του διεθνούς δικαίου, καθορίζει, ιδίως, θεσμικές λύσεις για τη συμφωνία οι οποίες είναι κοινές στις διμερείς συμφωνίες που έχουν συναφθεί ή πρόκειται να συναφθούν στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία, χωρίς να μεταβάλλει το πεδίο εφαρμογής ή τους στόχους της συμφωνίας, και ειδικότερα:
α)
τη διαδικασία ευθυγράμμισης της συμφωνίας με τις νομικές πράξεις της Ένωσης που είναι συναφείς με τη συμφωνία·
β)
την ομοιόμορφη ερμηνεία και εφαρμογή της συμφωνίας και των νομικών πράξεων της Ένωσης στις οποίες γίνεται αναφορά στη συμφωνία·
γ)
την εποπτεία και την εφαρμογή της συμφωνίας· και
δ)
την επίλυση των διαφορών στο πλαίσιο της συμφωνίας.
ΑΡΘΡΟ 2
Σχέση με τη συμφωνία
1.
Το παρόν πρωτόκολλο, το παράρτημά του και το προσάρτημά του αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας.
2.
Οι διατάξεις της συμφωνίας οι οποίες καταργούνται με το παρόν πρωτόκολλο παρατίθενται κατωτέρω:
α)
άρθρο 49 παράγραφοι 1 και 2·
β)
άρθρο 50·
γ)
άρθρο 52 παράγραφοι 1 έως 4 και παράγραφος 6·
δ)
άρθρο 54·
ε)
άρθρο 55 παράγραφος 2·
στ)
το ακόλουθο μέρος του παραρτήματος 1:
«Σύμφωνα με το άρθρο 52 παράγραφος 6 της παρούσας συμφωνίας, η Ελβετία εφαρμόζει νομικές διατάξεις ισοδύναμες με τις κάτωθι διατάξεις:»
3.
Αναφορές στην «Ευρωπαϊκή Κοινότητα» ή στην «Κοινότητα» στη συμφωνία νοούνται ως αναφορές στην Ένωση.
ΑΡΘΡΟ 3
Διμερείς συμφωνίες στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά
στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία
1.
Οι υφιστάμενες και μελλοντικές διμερείς συμφωνίες μεταξύ της Ένωσης και της Ελβετίας στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία θεωρείται ότι αποτελούν συνεκτικό σύνολο το οποίο εξασφαλίζει ισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μεταξύ της Ένωσης και της Ελβετίας.
2.
Η συμφωνία αποτελεί διμερή συμφωνία σε τομέα σχετικό με την εσωτερική αγορά στον οποίο συμμετέχει η Ελβετία.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
ΕΥΘΥΓΡΑΜΜΙΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
ΑΡΘΡΟ 4
Συμμετοχή στη σύνταξη νομικών πράξεων της Ένωσης («διαμόρφωση αποφάσεων»)
1.
Κατά τη σύνταξη πρότασης για την έκδοση νομικής πράξης της Ένωσης σύμφωνα με τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΣΛΕΕ) στον τομέα που καλύπτεται από τη συμφωνία, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (στο εξής: Επιτροπή) ενημερώνει σχετικά την Ελβετία και ζητεί ανεπίσημα τη γνώμη εμπειρογνωμόνων της Ελβετίας κατά τον ίδιο τρόπο που ζητεί τη γνώμη εμπειρογνωμόνων των κρατών μελών της Ένωσης για τη σύνταξη των προτάσεών της.
Κατόπιν αιτήματος οποιουδήποτε συμβαλλόμενου μέρους, πραγματοποιείται προκαταρκτική ανταλλαγή απόψεων στο πλαίσιο της μεικτής επιτροπής.
Τα συμβαλλόμενα μέρη διαβουλεύονται μεταξύ τους εκ νέου, κατόπιν αιτήματος ενός εξ αυτών, στο πλαίσιο της μεικτής επιτροπής σε σημαντικές στιγμές του σταδίου που προηγείται της έκδοσης της νομικής πράξης από την Ένωση, στο πλαίσιο συνεχούς διαδικασίας ενημέρωσης και διαβούλευσης.
2.
Κατά την κατάρτιση, σύμφωνα με τη ΣΛΕΕ, κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων σχετικά με βασικές πράξεις του ενωσιακού δικαίου στον τομέα που καλύπτεται από τη συμφωνία, η Επιτροπή εξασφαλίζει την ευρύτερη δυνατή συμμετοχή της Ελβετίας στην κατάρτιση των σχεδίων και διαβουλεύεται με εμπειρογνώμονες της Ελβετίας στην ίδια βάση στην οποία διαβουλεύεται με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών της Ένωσης.
3.
Κατά την κατάρτιση, σύμφωνα με τη ΣΛΕΕ, εκτελεστικών πράξεων σχετικά με βασικές πράξεις του ενωσιακού δικαίου στον τομέα που καλύπτεται από τη συμφωνία, η Επιτροπή εξασφαλίζει την ευρύτερη δυνατή συμμετοχή της Ελβετίας στην κατάρτιση των σχεδίων που θα υποβληθούν αργότερα στις επιτροπές που επικουρούν την Επιτροπή κατά την άσκηση των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων της και διαβουλεύεται με εμπειρογνώμονες της Ελβετίας στην ίδια βάση στην οποία διαβουλεύεται με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών της Ένωσης.
4.
Οι εμπειρογνώμονες της Ελβετίας συμμετέχουν στις εργασίες των επιτροπών που δεν καλύπτονται από τις παραγράφους 2 και 3, όταν αυτό απαιτείται για την ορθή λειτουργία της συμφωνίας. Η μεικτή επιτροπή καταρτίζει και επικαιροποιεί κατάλογο των εν λόγω επιτροπών και, κατά περίπτωση, άλλων επιτροπών με παρόμοια χαρακτηριστικά.
5.
Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται όσον αφορά νομικές πράξεις της Ένωσης ή διατάξεις τους οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής εξαίρεσης που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 7.
ΑΡΘΡΟ 5
Ενσωμάτωση νομικών πράξεων της Ένωσης
1.
Προκειμένου να εξασφαλιστούν η ασφάλεια δικαίου και η ομοιογένεια του δικαίου στον τομέα που σχετίζεται με την εσωτερική αγορά στον οποίο συμμετέχει η Ελβετία δυνάμει της συμφωνίας, η Ελβετία και η Ένωση διασφαλίζουν ότι οι νομικές πράξεις της Ένωσης οι οποίες εκδίδονται στον τομέα που καλύπτεται από τη συμφωνία ενσωματώνονται στη συμφωνία το συντομότερο δυνατόν μετά την έκδοσή τους.
2.
Η Ελβετία θεσπίζει ή διατηρεί στην έννομη τάξη της διατάξεις με σκοπό την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκεται από τις νομικές πράξεις της Ένωσης οι οποίες ενσωματώνονται στη συμφωνία σύμφωνα με την παράγραφο 4, με την επιφύλαξη, κατά περίπτωση, των προσαρμογών που αποφασίζονται από τη μεικτή επιτροπή.
3.
Η Ένωση, όταν εκδίδει νομική πράξη στον τομέα που καλύπτεται από τη συμφωνία, ενημερώνει σχετικά την Ελβετία το συντομότερο δυνατόν μέσω της μεικτής επιτροπής. Κατόπιν αιτήματος οποιουδήποτε συμβαλλόμενου μέρους, η μεικτή επιτροπή προβαίνει σε ανταλλαγή απόψεων επί του θέματος.
4.
Η μεικτή επιτροπή ενεργεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 εκδίδοντας απόφαση το συντομότερο δυνατόν για την τροποποίηση των παραρτημάτων 1, 3, 4 και 7 της συμφωνίας, συμπεριλαμβανομένων των αναγκαίων προσαρμογών.
5.
Με την επιφύλαξη των παραγράφων 1 και 2, αν είναι αναγκαίο για να εξασφαλιστεί η συνοχή της συμφωνίας με τα παραρτήματά της, όπως τροποποιήθηκε σύμφωνα με την παράγραφο 4, η μεικτή επιτροπή μπορεί να προτείνει, προς έγκριση από τα συμβαλλόμενα μέρη σύμφωνα με τις εσωτερικές τους διαδικασίες, την αναθεώρηση της συμφωνίας.
6.
Οι αναφορές της συμφωνίας σε νομικές πράξεις της Ένωσης που δεν ισχύουν πλέον νοούνται ως αναφορές στην καταργούσα νομική πράξη της Ένωσης, όπως έχει ενσωματωθεί στο παράρτημα 1 της συμφωνίας, από την έναρξη ισχύος της απόφασης της μεικτής επιτροπής σχετικά με την αντίστοιχη τροποποίηση του παραρτήματος της συμφωνίας σύμφωνα με την παράγραφο 4, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στην εν λόγω απόφαση.
7.
Η υποχρέωση που ορίζεται στην παράγραφο 1 δεν ισχύει για νομικές πράξεις της Ένωσης ή διατάξεις τους οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των ακόλουθων εξαιρέσεων:
–
άρθρο 7 παράγραφος 3 της συμφωνίας,
–
άρθρο 14 της συμφωνίας,
–
άρθρο 15 της συμφωνίας,
–
άρθρο 20 της συμφωνίας,
–
άρθρο 24α της συμφωνίας,
–
άρθρο 32α της συμφωνίας,
–
άρθρο 40 της συμφωνίας,
–
άρθρο 42 της συμφωνίας.
8.
Με την επιφύλαξη του άρθρου 6, οι αποφάσεις της μεικτής επιτροπής δυνάμει της παραγράφου 4 αρχίζουν να ισχύουν πάραυτα, αλλά σε καμία περίπτωση πριν από την ημερομηνία κατά την οποία η αντίστοιχη νομική πράξη της Ένωσης αρχίζει να εφαρμόζεται στην Ένωση.
9.
Τα συμβαλλόμενα μέρη συνεργάζονται καλόπιστα καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας που ορίζεται στο παρόν άρθρο, προκειμένου να διευκολύνουν τη λήψη αποφάσεων.
ΑΡΘΡΟ 6
Εκπλήρωση συνταγματικών υποχρεώσεων από την Ελβετία
1.
Κατά την ανταλλαγή απόψεων που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 3, η Ελβετία ενημερώνει την Ένωση αν απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 4 απαιτεί την εκπλήρωση συνταγματικών υποχρεώσεων από την Ελβετία προκειμένου να καταστεί δεσμευτική.
2.
Όταν η απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 4 απαιτεί από την Ελβετία να εκπληρώσει συνταγματικές υποχρεώσεις προκειμένου να καταστεί δεσμευτική, η Ελβετία διαθέτει μέγιστη προθεσμία δύο ετών από την ημερομηνία της ενημέρωσης που προβλέπεται στην παράγραφο 1, εκτός αν κινηθεί διαδικασία δημοψηφίσματος, οπότε η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά ένα έτος.
3.
Εν αναμονή της ενημέρωσης από την Ελβετία ότι έχει εκπληρώσει τις συνταγματικές της υποχρεώσεις, τα συμβαλλόμενα μέρη εφαρμόζουν προσωρινά την απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 4, εκτός αν η Ελβετία ενημερώσει την Ένωση ότι η προσωρινή εφαρμογή της απόφασης δεν είναι δυνατή και εκθέσει τους σχετικούς λόγους.
Η απόφαση δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εφαρμοστεί προσωρινά πριν από την ημερομηνία κατά την οποία η αντίστοιχη νομική πράξη της Ένωσης αρχίζει να εφαρμόζεται στην Ένωση.
4.
Η Ελβετία ενημερώνει την Ένωση μέσω της μεικτής επιτροπής αμέσως μόλις εκπληρώσει τις συνταγματικές υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1.
5.
Η απόφαση αρχίζει να ισχύει την ημέρα της ενημέρωσης που προβλέπεται στην παράγραφο 4, αλλά σε καμία περίπτωση πριν από την ημερομηνία κατά την οποία η αντίστοιχη νομική πράξη της Ένωσης αρχίζει να εφαρμόζεται στην Ένωση.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ
ΑΡΘΡΟ 7
Αρχή της ομοιόμορφης ερμηνείας
1.
Για την επίτευξη των στόχων που καθορίζονται στο άρθρο 1 και σύμφωνα με τις αρχές του δημόσιου διεθνούς δικαίου, οι διμερείς συμφωνίες στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία και οι νομικές πράξεις της Ένωσης στις οποίες γίνεται αναφορά στις εν λόγω συμφωνίες ερμηνεύονται και εφαρμόζονται ομοιόμορφα στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία.
2.
Οι νομικές πράξεις της Ένωσης στις οποίες γίνεται αναφορά στη συμφωνία και οι διατάξεις της συμφωνίας, στον βαθμό που η εφαρμογή τους περιλαμβάνει έννοιες του ενωσιακού δικαίου, ερμηνεύονται και εφαρμόζονται σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πριν ή μετά την υπογραφή της συμφωνίας.
ΑΡΘΡΟ 8
Αρχή της αποτελεσματικής και αρμονικής εφαρμογής
1.
Η Επιτροπή και οι αρμόδιες ελβετικές αρχές συνεργάζονται και αλληλοεπικουρούνται για να διασφαλίσουν την εποπτεία της εφαρμογής της συμφωνίας. Μπορούν να ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες εποπτείας της εφαρμογής της συμφωνίας. Μπορούν να ανταλλάσσουν απόψεις και να συζητούν θέματα αμοιβαίου ενδιαφέροντος.
2.
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσει την αποτελεσματική και αρμονική εφαρμογή της συμφωνίας στο έδαφός του.
3.
Η εποπτεία της εφαρμογής της συμφωνίας διενεργείται από κοινού από τα συμβαλλόμενα μέρη στο πλαίσιο της μεικτής επιτροπής.
Αν η Επιτροπή ή οι αρμόδιες ελβετικές αρχές αντιληφθούν περίπτωση πλημμελούς εφαρμογής, το θέμα μπορεί να παραπεμφθεί στη μεικτή επιτροπή με σκοπό την εξεύρεση αποδεκτής λύσης.
4.
Η Επιτροπή και οι αρμόδιες ελβετικές αρχές παρακολουθούν αντίστοιχα την εφαρμογή της συμφωνίας από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Εφαρμόζεται η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 10.
Στον βαθμό που ορισμένες εποπτικές αρμοδιότητες των θεσμικών οργάνων της Ένωσης όσον αφορά ένα συμβαλλόμενο μέρος είναι αναγκαίες για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής και αρμονικής εφαρμογής της συμφωνίας, όπως οι εξουσίες έρευνας και λήψης αποφάσεων, η συμφωνία πρέπει να τις προβλέπει ειδικά.
ΑΡΘΡΟ 9
Αρχή της αποκλειστικότητας
Τα συμβαλλόμενα μέρη δεσμεύονται να μην υποβάλλουν διαφορά σχετικά με την ερμηνεία ή την εφαρμογή της συμφωνίας και των νομικών πράξεων της Ένωσης στις οποίες γίνεται αναφορά στη συμφωνία ή, κατά περίπτωση, σχετικά με τη συμμόρφωση με τη συμφωνία απόφασης που εκδίδεται από την Επιτροπή βάσει της συμφωνίας σε οποιαδήποτε μέθοδο επίλυσης πλην εκείνων που προβλέπονται στο παρόν πρωτόκολλο.
ΑΡΘΡΟ 10
Διαδικασία σε περίπτωση δυσκολίας ερμηνείας ή εφαρμογής
1.
Σε περίπτωση δυσκολίας ερμηνείας ή εφαρμογής της συμφωνίας ή νομικής πράξης της Ένωσης στην οποία γίνεται αναφορά στη συμφωνία, τα συμβαλλόμενα μέρη διαβουλεύονται μεταξύ τους στο πλαίσιο της μεικτής επιτροπής για την εξεύρεση αμοιβαία αποδεκτής λύσης. Για τον σκοπό αυτόν, παρέχονται στη μεικτή επιτροπή όλα τα χρήσιμα πληροφοριακά στοιχεία, ώστε να μπορεί να προβεί σε λεπτομερή εξέταση της κατάστασης. Η μεικτή επιτροπή εξετάζει όλες τις δυνατότητες που επιτρέπουν τη διατήρηση της ορθής λειτουργίας της συμφωνίας.
2.
Αν η μεικτή επιτροπή δεν κατορθώσει να βρει λύση στη δυσκολία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 εντός τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία παραπέμφθηκε σ’ αυτήν το θέμα της δυσκολίας, οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη μπορεί να ζητήσει από διαιτητικό δικαστήριο να επιλύσει τη διαφορά σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται στο προσάρτημα.
3.
Όταν η διαφορά εγείρει ζήτημα ερμηνείας ή εφαρμογής διάταξης που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2, και εφόσον η ερμηνεία της διάταξης αυτής είναι συναφής για την επίλυση της διαφοράς και αναγκαία για να μπορέσει το διαιτητικό δικαστήριο να εκδώσει απόφαση, το διαιτητικό δικαστήριο παραπέμπει το ζήτημα αυτό στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Όταν η διαφορά εγείρει ζήτημα ερμηνείας ή εφαρμογής διάταξης που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής εξαίρεσης από την υποχρέωση δυναμικής ευθυγράμμισης που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 7, και όταν η διαφορά δεν αφορά την ερμηνεία ή την εφαρμογή εννοιών του ενωσιακού δικαίου, το διαιτητικό δικαστήριο επιλύει τη διαφορά χωρίς να την παραπέμψει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
4.
Όταν το διαιτητικό δικαστήριο υποβάλλει ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με την παράγραφο 3:
α)
η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι δεσμευτική για το διαιτητικό δικαστήριο· και
β)
η Ελβετία απολαμβάνει τα ίδια δικαιώματα με τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα της Ένωσης και υπόκειται στις ίδιες διαδικασίες ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τηρουμένων των αναλογιών.
5.
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί καλόπιστα με την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου.
Το συμβαλλόμενο μέρος το οποίο, κατά την κρίση του διαιτητικού δικαστηρίου, δεν συμμορφώθηκε με τη συμφωνία ενημερώνει το άλλο συμβαλλόμενο μέρος μέσω της μεικτής επιτροπής σχετικά με τα μέτρα που έλαβε για να συμμορφωθεί με την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου.
ΑΡΘΡΟ 11
Αντισταθμιστικά μέτρα
1.
Αν το συμβαλλόμενο μέρος το οποίο, κατά την κρίση του διαιτητικού δικαστηρίου, δεν συμμορφώθηκε με τη συμφωνία δεν ενημερώσει το άλλο συμβαλλόμενο μέρος, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο IV.2 παράγραφος 6 του προσαρτήματος, σχετικά με τα μέτρα που έλαβε για να συμμορφωθεί με την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου, ή αν το άλλο συμβαλλόμενο μέρος θεωρεί ότι τα κοινοποιηθέντα μέτρα δεν συμμορφώνονται με την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου, το εν λόγω άλλο συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να λάβει αναλογικά αντισταθμιστικά μέτρα στο πλαίσιο της συμφωνίας ή οποιασδήποτε άλλης διμερούς συμφωνίας στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία (στο εξής: αντισταθμιστικά μέτρα), προκειμένου να αντιμετωπιστεί ενδεχόμενη ανισορροπία. Κοινοποιεί στο συμβαλλόμενο μέρος το οποίο, κατά την κρίση του διαιτητικού δικαστηρίου, δεν συμμορφώθηκε με τη συμφωνία τα αντισταθμιστικά μέτρα, τα οποία προσδιορίζονται στην κοινοποίηση. Τα εν λόγω αντισταθμιστικά μέτρα αρχίζουν να ισχύουν τρεις μήνες από την ημερομηνία της εν λόγω κοινοποίησης.
2.
Αν, εντός ενός μηνός από την ημερομηνία κοινοποίησης των προβλεπόμενων αντισταθμιστικών μέτρων, η μεικτή επιτροπή δεν αποφασίσει να αναστείλει, να τροποποιήσει ή να ακυρώσει τα εν λόγω αντισταθμιστικά μέτρα, οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να υποβάλει σε διαιτησία το ζήτημα της αναλογικότητας αυτών των αντισταθμιστικών μέτρων, σύμφωνα με το προσάρτημα.
3.
Το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίζει εντός των προθεσμιών που καθορίζονται στο άρθρο III.8 παράγραφος 4 του προσαρτήματος.
4.
Τα αντισταθμιστικά μέτρα δεν έχουν αναδρομική ισχύ. Ειδικότερα, διατηρούνται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που είχαν ήδη οι ιδιώτες και οι οικονομικοί φορείς πριν από την έναρξη ισχύος των αντισταθμιστικών μέτρων.
ΑΡΘΡΟ 12
Συνεργασία μεταξύ δικαιοδοσιών
1.
Για την προώθηση της ομοιόμορφης ερμηνείας, το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Ελβετίας και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης συμφωνούν στην τήρηση διαλόγου και στις λεπτομέρειες διεξαγωγής του.
2.
Η Ελβετία έχει το δικαίωμα να καταθέτει υπομνήματα ή γραπτές παρατηρήσεις στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης όταν δικαστήριο κράτους μέλους της Ένωσης υποβάλλει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ερώτημα σχετικά με την ερμηνεία της συμφωνίας ή διάταξης νομικής πράξης της Ένωσης που αναφέρεται σ’ αυτή για την έκδοση προδικαστικής απόφασης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΡΘΡΟ 13
Χρηματοδοτική συνεισφορά
1.
Η Ελβετία συνεισφέρει στη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων των οργανισμών της Ένωσης, των συστημάτων πληροφοριών και άλλων δραστηριοτήτων που παρατίθενται στο άρθρο 1 του παραρτήματος στις οποίες έχει πρόσβαση, σύμφωνα με το παρόν άρθρο και το παράρτημα.
Η μεικτή επιτροπή μπορεί να εκδώσει απόφαση για την τροποποίηση του παραρτήματος.
2.
Η Ένωση μπορεί να αναστείλει ανά πάσα στιγμή τη συμμετοχή της Ελβετίας στις δραστηριότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, αν η Ελβετία δεν τηρήσει την προθεσμία πληρωμής σύμφωνα με τους όρους πληρωμής που καθορίζονται στο άρθρο 2 του παραρτήματος.
Σε περίπτωση που η Ελβετία δεν τηρήσει την προθεσμία πληρωμής, η Ένωση αποστέλλει στην Ελβετία επίσημη επιστολή υπενθύμισης. Αν δεν καταβληθεί όλο το ποσό εντός 30 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της εν λόγω επίσημης επιστολής υπενθύμισης, η Ένωση μπορεί να αναστείλει τη συμμετοχή της Ελβετίας στη σχετική δραστηριότητα.
3.
Η χρηματοδοτική συνεισφορά είναι το άθροισμα:
α)
της επιχειρησιακής συνεισφοράς· και
β)
του τέλους συμμετοχής.
4.
Η χρηματοδοτική συνεισφορά λαμβάνει τη μορφή ετήσιας χρηματοδοτικής συνεισφοράς και είναι πληρωτέα κατά τις ημερομηνίες που προσδιορίζονται στις προσκλήσεις καταβολής συνεισφορών που εκδίδει η Επιτροπή.
5.
Η επιχειρησιακή συνεισφορά βασίζεται σε κλίμακα συνεισφοράς, η οποία ορίζεται ως ο λόγος του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (στο εξής: ΑΕΠ) της Ελβετίας σε τιμές αγοράς προς το ΑΕΠ της Ένωσης σε τιμές αγοράς.
Για τον σκοπό αυτό, τα στοιχεία των συμβαλλόμενων μερών για το ΑΕΠ σε τιμές αγοράς είναι τα πλέον πρόσφατα διαθέσιμα σχετικά στοιχεία από την 1η Ιανουαρίου του έτους κατά το οποίο πραγματοποιείται η ετήσια πληρωμή, όπως παρέχονται από τη Στατιστική Υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, λαμβανομένης δεόντως υπόψη της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τη συνεργασία στον τομέα της στατιστικής, που πραγματοποιήθηκε στο Λουξεμβούργο στις 26 Οκτωβρίου 2004. Σε περίπτωση παύσης εφαρμογής της εν λόγω συμφωνίας, το ΑΕΠ της Ελβετίας είναι αυτό που καθορίζεται με βάση τα δεδομένα που παρέχονται από τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης.
6.
Η επιχειρησιακή συνεισφορά για κάθε οργανισμό της Ένωσης υπολογίζεται με την εφαρμογή της κλείδας συνεισφοράς στον ετήσιο ψηφισθέντα προϋπολογισμό του οργανισμού που έχει εγγραφεί στη/στις σχετική/-ές γραμμή/-ές επιδότησης του προϋπολογισμού της Ένωσης του εν λόγω έτους, λαμβανομένης υπόψη, για κάθε οργανισμό, τυχόν προσαρμοσμένης επιχειρησιακής συνεισφοράς όπως ορίζεται στο άρθρο 1 του παραρτήματος.
Η επιχειρησιακή συνεισφορά για τα συστήματα πληροφοριών και τις άλλες δραστηριότητες υπολογίζεται με την εφαρμογή της κλείδας συνεισφοράς στον σχετικό προϋπολογισμό του εν λόγω έτους, όπως ορίζεται στα έγγραφα εκτέλεσης του προϋπολογισμού, όπως προγράμματα εργασίας ή συμβάσεις.
Όλα τα ποσά αναφοράς βασίζονται στις πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων.
7.
Το ετήσιο τέλος συμμετοχής ανέρχεται στο 4 % της ετήσιας επιχειρησιακής συνεισφοράς, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με τις παραγράφους 5 και 6.
8.
Η Επιτροπή παρέχει στην Ελβετία επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τον υπολογισμό της χρηματοδοτικής συνεισφοράς της. Οι πληροφορίες αυτές παρέχονται λαμβανομένων δεόντως υπόψη των ενωσιακών κανόνων εμπιστευτικότητας και προστασίας των δεδομένων.
9.
Όλες οι χρηματοδοτικές συνεισφορές της Ελβετίας ή οι πληρωμές από την Ένωση, καθώς και ο υπολογισμός των οφειλόμενων ή των προς είσπραξη ποσών πραγματοποιούνται σε ευρώ.
10.
Όταν η έναρξη ισχύος του παρόντος πρωτοκόλλου δεν συμπίπτει με την έναρξη ημερολογιακού έτους, η επιχειρησιακή συνεισφορά της Ελβετίας για το εν λόγω έτος υπόκειται σε προσαρμογή, σύμφωνα με τη μεθοδολογία και τους όρους πληρωμής που ορίζονται στο άρθρο 5 του παραρτήματος.
11.
Οι λεπτομερείς διατάξεις για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου καθορίζονται στο παράρτημα.
12.
Τρία έτη μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος πρωτοκόλλου, και στη συνέχεια ανά τριετία, η μεικτή επιτροπή επανεξετάζει τους όρους συμμετοχής της Ελβετίας, όπως ορίζονται στο άρθρο 1 του παραρτήματος, και, κατά περίπτωση, τους προσαρμόζει.
ΑΡΘΡΟ 14
Αναφορές σε επικράτειες
Στις περιπτώσεις που οι νομικές πράξεις της Ένωσης οι οποίες ενσωματώνονται στη συμφωνία περιέχουν αναφορές στην επικράτεια της «Ευρωπαϊκής Ένωσης», της «‘Ένωσης», της «κοινής αγοράς» ή της «εσωτερικής αγοράς», οι αναφορές νοούνται, για τους σκοπούς της συμφωνίας, ως αναφορές στις επικράτειες που αναφέρονται στο άρθρο 57 της συμφωνίας.
ΑΡΘΡΟ 15
Αναφορές σε υπηκόους κρατών μελών της Ένωσης
Στις περιπτώσεις που οι νομικές πράξεις της Ένωσης οι οποίες έχουν ενσωματωθεί στη συμφωνία περιέχουν αναφορές σε υπηκόους κρατών μελών της Ένωσης, οι αναφορές νοούνται, για τους σκοπούς της συμφωνίας, ως αναφορές σε υπηκόους των κρατών μελών της Ένωσης και της Ελβετίας.
ΑΡΘΡΟ 16
Έναρξη ισχύος και εφαρμογή των νομικών πράξεων της Ένωσης
Οι διατάξεις των νομικών πράξεων της Ένωσης που έχουν ενσωματωθεί στη συμφωνία οι οποίες αφορούν την έναρξη ισχύος ή την εφαρμογή τους δεν είναι συναφείς για τους σκοπούς της συμφωνίας.
Τα χρονικά όρια και οι ημερομηνίες κατά τις οποίες αρχίζουν να ισχύουν και να εφαρμόζονται στην Ελβετία οι αποφάσεις για την ενσωμάτωση των νομικών πράξεων της Ένωσης στη συμφωνία απορρέουν από το άρθρο 5 παράγραφος 8 και το άρθρο 6 παράγραφος 5, καθώς και από τις διατάξεις σχετικά με τις μεταβατικές ρυθμίσεις.
ΑΡΘΡΟ 17
Αποδέκτες των νομικών πράξεων της Ένωσης
Οι διατάξεις των νομικών πράξεων της Ένωσης που έχουν ενσωματωθεί στη συμφωνία, στις οποίες επισημαίνεται ότι απευθύνονται στα κράτη μέλη της Ένωσης, δεν είναι συναφείς για τους σκοπούς της συμφωνίας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5
ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΡΘΡΟ 18
Εφαρμογή
1.
Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμφωνία και απέχουν από τη λήψη κάθε μέτρου που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την επίτευξη των στόχων της.
2.
Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα των νομικών πράξεων της Ένωσης στις οποίες γίνεται αναφορά στη συμφωνία και απέχουν από τη λήψη κάθε μέτρου που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την επίτευξη των στόχων τους.
ΑΡΘΡΟ 19
Έναρξη ισχύος
1.
Το παρόν πρωτόκολλο κυρώνεται ή εγκρίνεται από τα συμβαλλόμενα μέρη σύμφωνα με τις κατ’ ιδίαν διαδικασίες. Τα συμβαλλόμενα μέρη κοινοποιούν αμοιβαία την ολοκλήρωση των εσωτερικών διαδικασιών που είναι αναγκαίες για την έναρξη ισχύος του παρόντος πρωτοκόλλου.
2.
Το παρόν πρωτόκολλο αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του δεύτερου μήνα που έπεται της τελευταίας κοινοποίησης όσον αφορά τις ακόλουθες πράξεις:
α)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων·
β)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων·
γ)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές
δ)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές·
ε)
Πρωτόκολλο για τις κρατικές ενισχύσεις της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές·
στ)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών·
ζ)
Πρωτόκολλο για τις κρατικές ενισχύσεις της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών·
η)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων·
θ)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας αμοιβαίας αναγνώρισης σχετικά με την αξιολόγηση της πιστότητας, μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας·
ι)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας αμοιβαίας αναγνώρισης σχετικά με την αξιολόγηση της πιστότητας, μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας·
ια)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας στη μείωση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση·
ιβ)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενεργείας, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, σχετικά με τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σε προγράμματα της Ένωσης·
ιγ)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας στον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Διαστημικό Πρόγραμμα.
ΑΡΘΡΟ 20
Τροποποίηση και καταγγελία
1.
Το παρόν πρωτόκολλο μπορεί να τροποποιηθεί ανά πάσα στιγμή με αμοιβαία συμφωνία των συμβαλλόμενων μερών.
2.
Σε περίπτωση καταγγελίας της συμφωνίας σύμφωνα με το άρθρο 58 παράγραφος 3 της συμφωνίας, το παρόν πρωτόκολλο παύει να ισχύει κατά την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 58 παράγραφος 4 της συμφωνίας.
3.
Σε περίπτωση που η συμφωνία παύσει να ισχύει, διατηρούνται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που έχουν ήδη αποκτήσει βάσει της συμφωνίας οι ιδιώτες και οι οικονομικοί φορείς πριν από την ημερομηνία παύσης της συμφωνίας. Τα συμβαλλόμενα μέρη ρυθμίζουν με αμοιβαία συμφωνία ποιες ενέργειες θα αναληφθούν σε σχέση με δικαιώματα στο στάδιο της απόκτησης.
[Τόπος], στις [...], σε δύο αντίτυπα στην αγγλική, βουλγαρική, γαλλική, γερμανική, δανική, ελληνική, εσθονική, ιρλανδική, ισπανική, ιταλική, κροατική, λετονική, λιθουανική, μαλτέζικη, ολλανδική, ουγγρική, πολωνική, πορτογαλική, ρουμανική, σλοβακική, σλοβενική, σουηδική, τσεχική και φινλανδική γλώσσα, όλα δε τα κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά.
ΣΕ ΠΙΣΤΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩ, οι υπογράφοντες πληρεξούσιοι, δεόντως εξουσιοδοτημένοι, έθεσαν την υπογραφή τους κάτω από το παρόν πρωτόκολλο.
(Πεδίο υπογραφών και στις 24 γλώσσες της ΕΕ: «Για την Ευρωπαϊκή Ένωση» και «Για την Ελβετική Συνομοσπονδία»)
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 13 του πρωτοκόλλου
ΑΡΘΡΟ 1
Κατάλογος των δραστηριοτήτων των οργανισμών της Ένωσης, των συστημάτων πληροφοριών και άλλων δραστηριοτήτων
στις οποίες πρέπει να συνεισφέρει οικονομικά η Ελβετία
Η Ελβετία συνεισφέρει οικονομικά στα εξής:
α)
οργανισμούς:
κανέναν.
β)
συστήματα πληροφοριών:
κανένα.
γ)
άλλες δραστηριότητες:
καμία.
ΑΡΘΡΟ 2
Όροι πληρωμής
1.
Οι πληρωμές που οφείλονται σύμφωνα με το άρθρο 13 του πρωτοκόλλου πραγματοποιούνται σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
2.
Κατά την έκδοση της πρόσκλησης καταβολής του οικονομικού έτους, η Επιτροπή κοινοποιεί στην Ελβετία τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)
το ποσό της επιχειρησιακής συνεισφοράς· και
β)
το ποσό του τέλους συμμετοχής.
3.
Η Επιτροπή κοινοποιεί στην Ελβετία, το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο στις 16 Απριλίου κάθε οικονομικού έτους, τις ακόλουθες πληροφορίες σε σχέση με τη συμμετοχή της Ελβετίας:
α)
τα ποσά των πιστώσεων αναλήψεων υποχρεώσεων του ετήσιου ψηφισθέντος προϋπολογισμού της Ένωσης που έχει εγγραφεί στη/στις σχετική/-ές γραμμή/-ές επιδότησης του προϋπολογισμού της Ένωσης του εν λόγω έτους για κάθε οργανισμό της Ένωσης, λαμβανομένης υπόψη, για κάθε οργανισμό, τυχόν προσαρμοσμένης επιχειρησιακής συνεισφοράς, όπως ορίζεται στο άρθρο 1, και τα ποσά των πιστώσεων αναλήψεων υποχρεώσεων σε σχέση με τον ψηφισθέντα προϋπολογισμό της Ένωσης του εν λόγω έτους για τον σχετικό προϋπολογισμό των συστημάτων πληροφοριών και άλλων δραστηριοτήτων, που καλύπτουν τη συμμετοχή της Ελβετίας σύμφωνα με το άρθρο 1·
β)
το ποσό του τέλους συμμετοχής που αναφέρεται στο άρθρο 13 παράγραφος 7 του πρωτοκόλλου· και
γ)
όσον αφορά τους οργανισμούς, το έτος Ν+1, τα ποσά των δημοσιονομικών δεσμεύσεων που αναλήφθηκαν επί πιστώσεων αναλήψεων υποχρεώσεων οι οποίες εγκρίθηκαν το έτος Ν στη/στις σχετική/-ές γραμμή/-ές επιδότησης του προϋπολογισμού της Ένωσης σε σχέση με τον ετήσιο προϋπολογισμό της Ένωσης που έχει εγγραφεί στη/στις σχετική/-ές γραμμή/-ές επιδότησης του προϋπολογισμού της Ένωσης του έτους N.
4.
Βάσει του σχεδίου προϋπολογισμού της, η Επιτροπή παρέχει εκτίμηση των πληροφοριών της παραγράφου 3 στοιχεία α) και β) το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο έως την 1η Σεπτεμβρίου του οικονομικού έτους.
5.
Η Επιτροπή εκδίδει προς την Ελβετία, το αργότερο στις 16 Απριλίου και, εφόσον έχει εφαρμογή στον σχετικό οργανισμό, στο σχετικό σύστημα πληροφοριών ή σε άλλη σχετική δραστηριότητα, το νωρίτερο στις 22 Οκτωβρίου και το αργότερο στις 31 Οκτωβρίου κάθε οικονομικού έτους, πρόσκληση καταβολής που αντιστοιχεί στη συνεισφορά της Ελβετίας βάσει της συμφωνίας για καθέναν από τους οργανισμούς, τα συστήματα πληροφοριών και τις άλλες δραστηριότητες όπου συμμετέχει η Ελβετία.
6.
Η/Οι πρόσκληση/-εις καταβολής που αναφέρεται/-ονται στην παράγραφο 5 διαρθρώνεται/-ονται σε δόσεις ως εξής:
α)
η πρώτη δόση κάθε έτους, σε σχέση με την πρόσκληση καταβολής που πρέπει να εκδοθεί έως τις 16 Απριλίου, αντιστοιχεί σε ποσό που δεν υπερβαίνει το ισοδύναμο της εκτιμώμενης ετήσιας χρηματοδοτικής συνεισφοράς του σχετικού οργανισμού, συστήματος πληροφοριών ή άλλης δραστηριότητας που αναφέρεται στην παράγραφο 4·
Η Ελβετία καταβάλλει το ποσό που αναγράφεται στην πρόσκληση καταβολής το αργότερο 60 ημέρες από την ημερομηνία έκδοσης της πρόσκλησης καταβολής·
β)
κατά περίπτωση, η δεύτερη δόση του έτους, σε σχέση με την πρόσκληση καταβολής που πρέπει να εκδοθεί το νωρίτερο στις 22 Οκτωβρίου και το αργότερο στις 31 Οκτωβρίου, αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ του ποσού που αναφέρεται στην παράγραφο 4 και του ποσού που αναφέρεται στην παράγραφο 5, όταν το ποσό που αναφέρεται στην παράγραφο 5 είναι υψηλότερο.
Η Ελβετία καταβάλλει το ποσό που αναγράφεται στην εν λόγω πρόσκληση καταβολής το αργότερο έως τις 21 Δεκεμβρίου.
Για κάθε πρόσκληση καταβολής, η Ελβετία μπορεί να πραγματοποιεί χωριστές πληρωμές για κάθε οργανισμό, σύστημα πληροφοριών ή άλλη δραστηριότητα.
7.
Για το πρώτο έτος εφαρμογής του πρωτοκόλλου, η Επιτροπή εκδίδει μία μόνο πρόσκληση καταβολής εντός 90 ημερών από την έναρξη ισχύος του πρωτοκόλλου.
Η Ελβετία καταβάλλει το ποσό που αναγράφεται στην πρόσκληση καταβολής το αργότερο 60 ημέρες από την ημερομηνία έκδοσης της πρόσκλησης καταβολής.
8.
Οποιαδήποτε καθυστέρηση στην καταβολή της χρηματοδοτικής συνεισφοράς συνεπάγεται την καταβολή τόκων υπερημερίας από την Ελβετία επί του οφειλόμενου ποσού από την ημερομηνία καταβολής έως την ημέρα κατά την οποία το εν λόγω οφειλόμενο ποσό εξοφληθεί εξ ολοκλήρου.
Το επιτόκιο για τα εισπρακτέα ποσά που δεν εξοφλούνται εμπρόθεσμα είναι αυτό που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στις κύριες πράξεις αναχρηματοδότησης, όπως δημοσιεύεται στη σειρά C της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και που ισχύει την πρώτη ημέρα του μήνα κατά τον οποίο εκπνέει η προθεσμία ή 0 %, αναλόγως του ποιο ποσό είναι μεγαλύτερο, συν 3,5 εκατοστιαίες μονάδες.
ΑΡΘΡΟ 3
Προσαρμογή της χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Ελβετίας στους οργανισμούς της Ένωσης
με βάση την εκτέλεση
Η προσαρμογή της χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Ελβετίας στους οργανισμούς της Ένωσης πραγματοποιείται το έτος Ν+1, όταν η αρχική επιχειρησιακή συνεισφορά προσαρμόζεται προς τα πάνω ή προς τα κάτω με βάση τη διαφορά μεταξύ της αρχικής επιχειρησιακής συνεισφοράς και μιας προσαρμοσμένης συνεισφοράς υπολογιζόμενης με την εφαρμογή της κλείδας κατανομής του έτους Ν στο ποσό των δημοσιονομικών δεσμεύσεων που αναλήφθηκαν επί πιστώσεων αναλήψεων υποχρεώσεων οι οποίες εγκρίθηκαν κατά το έτος Ν στο πλαίσιο της/των σχετικής/-ών γραμμής/-ών επιδότησης του προϋπολογισμού της Ένωσης. Κατά περίπτωση, η διαφορά λαμβάνει υπόψη, για κάθε οργανισμό, την προσαρμοσμένη επιχειρησιακή συνεισφορά βάσει ποσοστού, όπως ορίζεται στο άρθρο 1.
ΑΡΘΡΟ 4
Υφιστάμενες ρυθμίσεις
Το άρθρο 13 του πρωτοκόλλου και το παρόν παράρτημα δεν εφαρμόζονται στις ειδικές ρυθμίσεις μεταξύ της Ελβετίας και της Ένωσης, οι οποίες περιλαμβάνουν τις χρηματοδοτικές συνεισφορές της Ελβετίας. Οι οργανισμοί, τα συστήματα πληροφοριών και άλλες δραστηριότητες που καλύπτονται από τις εν λόγω ρυθμίσεις είναι τα εξής:
–
TACHOnet, που θεσπίστηκε με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2016/68 της Επιτροπής, της 21ης Ιανουαρίου 2016, σχετικά με τις κοινές διαδικασίες και προδιαγραφές που απαιτούνται για τη διασύνδεση των ηλεκτρονικών μητρώων των καρτών οδηγού (ΕΕ L 15 της 22.1.2016, σ. 51), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2017/1503 της Επιτροπής, της 25ης Αυγούστου 2017 (ΕΕ L 221 της 26.8.2017, σ. 10), κατά περίπτωση, σύμφωνα με το παράρτημα 1 της συμφωνίας·
–
Υπηρεσία μιας στάσης (OSS) του Οργανισμού Σιδηροδρόμων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ERA), η οποία θεσπίστηκε με το άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/796, της 11ης Μαΐου 2016, σχετικά με τον Οργανισμό Σιδηροδρόμων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 881/2004 (ΕΕ L 138 της 26.5.2016, σ. 1), σύμφωνα με τη διοικητική ρύθμιση μεταξύ της ελβετικής ομοσπονδιακής υπηρεσίας μεταφορών και του Οργανισμού Σιδηροδρόμων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία υπογράφηκε στις Βρυξέλλες στις 13 Δεκεμβρίου 2019.
ΑΡΘΡΟ 5
Μεταβατικές ρυθμίσεις
Σε περίπτωση που η ημερομηνία έναρξης ισχύος του πρωτοκόλλου δεν είναι η 1η Ιανουαρίου, εφαρμόζεται το παρόν άρθρο κατά παρέκκλιση από το άρθρο 2.
Για το πρώτο έτος εφαρμογής του πρωτοκόλλου, σε σχέση με την οφειλόμενη επιχειρησιακή συνεισφορά για το εν λόγω έτος η οποία εφαρμόζεται στον σχετικό οργανισμό, σύστημα πληροφοριών ή άλλη δραστηριότητα, όπως καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 13 του πρωτοκόλλου και τα άρθρα 1 έως 3 του παρόντος παραρτήματος, η επιχειρησιακή συνεισφορά μειώνεται pro rata temporis με τον πολλαπλασιασμό του ποσού της ετήσιας οφειλόμενης επιχειρησιακής συνεισφοράς με τον λόγο των ακόλουθων στοιχείων:
α)
του αριθμού των ημερολογιακών ημερών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του πρωτοκόλλου έως τις 31 Δεκεμβρίου του εν λόγω έτους· και
β)
του συνολικού αριθμού των ημερολογιακών ημερών του εν λόγω έτους.
Προσάρτημα
ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ I
ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΡΘΡΟ I.1
Πεδίο εφαρμογής
Αν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη (στο εξής: μέρη) υποβάλει διαφορά σε διαιτησία σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 2 ή το άρθρο 11 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου, εφαρμόζονται οι κανόνες του παρόντος προσαρτήματος.
ΑΡΘΡΟ I.2
Γραμματεία και γραμματειακές υπηρεσίες
Το Διεθνές Γραφείο του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου της Χάγης (στο εξής: Διεθνές Γραφείο) ασκεί καθήκοντα γραμματείας και παρέχει τις αναγκαίες γραμματειακές υπηρεσίες.
ΑΡΘΡΟ I.3
Κοινοποιήσεις και υπολογισμός προθεσμιών
1.
Οι κοινοποιήσεις, συμπεριλαμβανομένων των ανακοινώσεων ή των προτάσεων, μπορούν να αποστέλλονται με οποιοδήποτε μέσο επικοινωνίας πιστοποιεί τη διαβίβασή τους ή επιτρέπει την πιστοποίησή τους.
2.
Οι εν λόγω κοινοποιήσεις μπορούν να αποστέλλονται ηλεκτρονικά μόνον εφόσον έχει οριστεί ή εγκριθεί διεύθυνση από μέρος ειδικά για τον σκοπό αυτόν.
3.
Οι κοινοποιήσεις αυτές που επιδίδονται στα μέρη αποστέλλονται, για την Ελβετία, στο Τμήμα Ευρώπης του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Εξωτερικών της Ελβετίας και, για την Ένωση, στη Νομική Υπηρεσία της Επιτροπής.
4.
Κάθε προθεσμία που ορίζεται στο παρόν προσάρτημα προσμετράται από την επομένη της επέλευσης ενός γεγονότος ή της διενέργειας μιας πράξης. Αν η τελευταία ημέρα για την παράδοση εγγράφου συμπίπτει με μη εργάσιμη ημέρα των θεσμικών οργάνων της Ένωσης ή της κυβέρνησης της Ελβετίας, η χρονική περίοδος της παράδοσης του εγγράφου λήγει την πρώτη επόμενη εργάσιμη μέρα. Υπολογίζονται οι μη εργάσιμες ημέρες που εμπίπτουν στη χρονική περίοδο.
ΑΡΘΡΟ I.4
Κοινοποίηση διαιτησίας
1.
Το μέρος που αναλαμβάνει την πρωτοβουλία να προσφύγει στη διαιτησία (στο εξής: ενάγων) αποστέλλει στο άλλο μέρος (στο εξής: εναγόμενος) και στο Διεθνές Γραφείο κοινοποίηση διαιτησίας.
2.
Η διαιτητική διαδικασία θεωρείται ότι αρχίζει από την ημέρα που έπεται αυτής κατά την οποία ο εναγόμενος παραλαμβάνει την κοινοποίηση διαιτησίας.
3.
Η κοινοποίηση διαιτησίας περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)
το αίτημα παραπομπής της διαφοράς σε διαιτησία·
β)
τα ονόματα και τα στοιχεία επικοινωνίας των μερών·
γ)
το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση του/των εκπροσώπου/-ων του ενάγοντος·
δ)
τη νομική βάση της διαδικασίας (άρθρο 10 παράγραφος 2 ή άρθρο 11 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου) και:
i)
στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου, το ζήτημα που αποτέλεσε το έναυσμα της διαφοράς, όπως έχει εγγραφεί επίσημα, προς επίλυση, στην ημερήσια διάταξη της μεικτής επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 1 του πρωτοκόλλου· και
ii)
στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου, την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου, τα εκτελεστικά μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 5 του πρωτοκόλλου και τα επίμαχα αντισταθμιστικά μέτρα·
ε)
τον προσδιορισμό τυχόν κανόνα που αποτέλεσε το έναυσμα της διαφοράς ή που σχετίζεται μ’ αυτήν·
στ)
συνοπτική περιγραφή της διαφοράς· και
ζ)
τον ορισμό διαιτητή ή, αν πρέπει να διοριστούν πέντε διαιτητές, τον ορισμό δύο διαιτητών.
4.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 3 του πρωτοκόλλου, η κοινοποίηση διαιτησίας μπορεί επίσης να περιέχει πληροφορίες σχετικά με την ανάγκη προσφυγής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
5.
Τυχόν ισχυρισμοί σχετικά με την επάρκεια της κοινοποίησης διαιτησίας δεν εμποδίζουν τη σύσταση του διαιτητικού δικαστηρίου. Η διαφορά διευθετείται οριστικά από το διαιτητικό δικαστήριο.
ΑΡΘΡΟ I.5
Απάντηση στην κοινοποίηση διαιτησίας
1.
Εντός 60 ημερών από την παραλαβή της κοινοποίησης διαιτησίας, ο εναγόμενος αποστέλλει στον ενάγοντα και στο Διεθνές Γραφείο απάντηση στην κοινοποίηση διαιτησίας, η οποία περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)
τα ονόματα και τα στοιχεία επικοινωνίας των μερών·
β)
το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση του/των εκπροσώπου/-ων του εναγομένου·
γ)
απάντηση στις πληροφορίες που περιέχονται στην κοινοποίηση διαιτησίας σύμφωνα με το άρθρο I.4 παράγραφος 3 στοιχεία δ) έως στ)· και
δ)
τον ορισμό διαιτητή ή, αν πρέπει να διοριστούν πέντε διαιτητές, τον ορισμό δύο διαιτητών.
2.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 3 του πρωτοκόλλου, η απάντηση στην κοινοποίηση διαιτησίας μπορεί επίσης να περιέχει απάντηση στις πληροφορίες που περιέχονται στην κοινοποίηση διαιτησίας σύμφωνα με το άρθρο I.4 παράγραφος 4 του παρόντος προσαρτήματος και πληροφορίες σχετικά με την ανάγκη προσφυγής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
3.
Η έλλειψη απάντησης ή η ελλιπής ή καθυστερημένη απάντηση του εναγομένου στην κοινοποίηση διαιτησίας δεν εμποδίζει τη σύσταση διαιτητικού δικαστηρίου. Η διαφορά διευθετείται οριστικά από το διαιτητικό δικαστήριο.
4.
Αν στην απάντησή του στην κοινοποίηση διαιτησίας ο εναγόμενος ζητήσει το διαιτητικό δικαστήριο να αποτελείται από πέντε διαιτητές, ο ενάγων ορίζει επιπλέον διαιτητή εντός 30 ημερών από την παραλαβή της απάντησης στην κοινοποίηση διαιτησίας.
ΑΡΘΡΟ I.6
Εκπροσώπηση και συνδρομή
1.
Τα μέρη εκπροσωπούνται ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου από έναν ή περισσότερους εκπροσώπους. Οι εκπρόσωποι μπορούν να επικουρούνται από συμβούλους ή δικηγόρους.
2.
Κάθε αλλαγή των εκπροσώπων ή των διευθύνσεών τους κοινοποιείται στο άλλο μέρος, στο Διεθνές Γραφείο και στο διαιτητικό δικαστήριο. Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί, ανά πάσα στιγμή, με δική του πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος ενός μέρους, να ζητήσει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τις εξουσίες που έχουν ανατεθεί στους εκπροσώπους των μερών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II
ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΟΥ ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
ΑΡΘΡΟ II.1
Αριθμός διαιτητών
Το διαιτητικό δικαστήριο απαρτίζεται από τρεις διαιτητές. Αν το ζητήσει ο ενάγων στην οικεία κοινοποίηση διαιτησίας ή ο εναγόμενος στην απάντησή του στην κοινοποίηση διαιτησίας, το διαιτητικό δικαστήριο απαρτίζεται από πέντε διαιτητές.
ΑΡΘΡΟ II.2
Διορισμός διαιτητών
1.
Αν πρέπει να διοριστούν τρεις διαιτητές, καθένα από τα μέρη ορίζει έναν από αυτούς. Οι δύο διαιτητές που διορίζονται από τα μέρη επιλέγουν τον τρίτο διαιτητή, ο οποίος προεδρεύει του διαιτητικού δικαστηρίου.
2.
Αν πρέπει να διοριστούν πέντε διαιτητές, καθένα από τα μέρη ορίζει δύο από αυτούς. Οι τέσσερις διαιτητές που διορίζονται από τα μέρη επιλέγουν τον πέμπτο διαιτητή, ο οποίος προεδρεύει του διαιτητικού δικαστηρίου.
3.
Αν, εντός 30 ημερών από τον ορισμό του τελευταίου διαιτητή τον οποίο διόρισαν τα μέρη, οι διαιτητές δεν καταλήξουν σε συμφωνία σχετικά με την επιλογή του προέδρου του διαιτητικού δικαστηρίου, ο πρόεδρος διορίζεται από τον γενικό γραμματέα του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου.
4.
Για τη διευκόλυνση της επιλογής των διαιτητών που θα απαρτίζουν το διαιτητικό δικαστήριο, καταρτίζεται και επικαιροποιείται, όποτε κρίνεται αναγκαίο, ενδεικτικός κατάλογος των προσώπων τα οποία διαθέτουν τα προσόντα που αναφέρονται στην παράγραφο 6, ο οποίος είναι κοινός για όλες τις διμερείς συμφωνίες στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία, καθώς και για τη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για την υγεία, η οποία υπογράφηκε στ […] στις […] (στο εξής: συμφωνία για την υγεία), τη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων, η οποία υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο στις 21 Ιουνίου 1999 (στο εξής: συμφωνία για τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων) και τη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας στη μείωση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία υπογράφηκε στ […] στις […] (στο εξής: συμφωνία σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας). Η μεικτή επιτροπή εγκρίνει και επικαιροποιεί, για τους σκοπούς της συμφωνίας, τον εν λόγω κατάλογο μέσω απόφασης.
5.
Σε περίπτωση που ένα μέρος δεν ορίσει διαιτητή, ο γενικός γραμματέας του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου διορίζει τον εν λόγω διαιτητή από τον κατάλογο που αναφέρεται στην παράγραφο 4. Ελλείψει τέτοιου καταλόγου, ο διαιτητής διορίζεται με κλήρωση από τον γενικό γραμματέα του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου μεταξύ των ατόμων που έχει προτείνει επίσημα ένα μέρος ή και τα δύο μέρη για τους σκοπούς της παραγράφου 4.
6.
Τα πρόσωπα που απαρτίζουν το διαιτητικό δικαστήριο είναι πρόσωπα υψηλής ειδίκευσης, με ή χωρίς δεσμούς με τα μέρη, των οποίων η ανεξαρτησία και η έλλειψη σύγκρουσης συμφερόντων είναι εγγυημένες, ενώ διαθέτουν επίσης ευρεία πείρα. Ειδικότερα, διαθέτουν αποδεδειγμένη εμπειρογνωσία στο δίκαιο και στα θέματα που καλύπτονται από την παρούσα συμφωνία· δεν δέχονται οδηγίες από κανένα μέρος· και συμμετέχουν σε ατομική βάση και δεν δέχονται οδηγίες από κανέναν οργανισμό ή δημόσια αρχή σχετικά με θέματα που συνδέονται με τη διαφορά. Ο πρόεδρος του διαιτητικού δικαστηρίου διαθέτει επίσης πείρα σε διαδικασίες επίλυσης διαφορών.
ΑΡΘΡΟ II.3
Δηλώσεις διαιτητών
1.
Όταν ένα πρόσωπο τελεί υπό εξέταση για διορισμό ως διαιτητής, το εν λόγω πρόσωπο αναφέρει όλες τις περιστάσεις που ενδέχεται να δημιουργήσουν εύλογες αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία ή την ανεξαρτησία του. Από τον διορισμό και καθ’ όλη τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας, ο διαιτητής αναφέρει τις περιστάσεις αυτές στα μέρη και στους άλλους διαιτητές χωρίς καθυστέρηση, αν ο διαιτητής δεν το έχει ήδη πράξει.
2.
Κάθε διαιτητής μπορεί να εξαιρεθεί αν συντρέχουν περιστάσεις που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν εύλογες αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία ή την ανεξαρτησία του.
3.
Ένα μέρος μπορεί να ζητήσει την εξαίρεση διαιτητή που έχει διορίσει μόνο για λόγο που του γνωστοποιείται μετά τον εν λόγω διορισμό.
4.
Αν ένας διαιτητής δεν ενεργήσει ή αδυνατεί εκ του νόμου ή εκ των πραγμάτων να ασκήσει τα καθήκοντά του, εφαρμόζεται η διαδικασία εξαίρεσης διαιτητών που προβλέπεται στο άρθρο II.4.
ΑΡΘΡΟ II.4
Εξαίρεση διαιτητών
1.
Κάθε μέρος που επιθυμεί να εξαιρέσει διαιτητή υποβάλλει αίτημα εξαίρεσης εντός 30 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία του κοινοποιήθηκε ο διορισμός του εν λόγω διαιτητή ή εντός 30 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία έλαβε γνώση των περιστάσεων που αναφέρονται στο άρθρο II.3.
2.
Το αίτημα εξαίρεσης αποστέλλεται στο άλλο μέρος, στον διαιτητή προς εξαίρεση, στους άλλους διαιτητές και στο Διεθνές Γραφείο. Στο αίτημα εκτίθενται οι λόγοι της εξαίρεσης.
3.
Όταν έχει υποβληθεί αίτημα εξαίρεσης, το άλλο μέρος μπορεί να αποδεχθεί το αίτημα εξαίρεσης. Ο εν λόγω διαιτητής μπορεί επίσης να παραιτηθεί. Η αποδοχή της παραίτησης δεν συνεπάγεται αναγνώριση των λόγων για τους οποίους ζητείται η εξαίρεση.
4.
Αν, εντός 15 ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης του αιτήματος εξαίρεσης, το άλλο μέρος δεν αποδεχθεί το αίτημα εξαίρεσης ή ο εν λόγω διαιτητής δεν παραιτηθεί, το μέρος που ζητεί την εξαίρεση μπορεί να ζητήσει από τον γενικό γραμματέα του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου να λάβει απόφαση σχετικά με την εξαίρεση.
5.
Εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά, στην απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 4 εκτίθενται οι λόγοι της απόφασης αυτής.
ΑΡΘΡΟ II.5
Αντικατάσταση διαιτητή
1.
Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, αν είναι αναγκαίο να αντικατασταθεί διαιτητής κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας, διορίζεται ή επιλέγεται αντικαταστάτης σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο II.2 η οποία εφαρμόζεται στον διορισμό ή στην επιλογή του προς αντικατάσταση διαιτητή. Η διαδικασία αυτή εφαρμόζεται ακόμα και αν ένα μέρος δεν έχει ασκήσει το δικαίωμά του να διορίσει ή να συμμετάσχει στον διορισμό του προς αντικατάσταση διαιτητή.
2.
Σε περίπτωση αντικατάστασης διαιτητή, η διαδικασία συνεχίζεται από το σημείο κατά το οποίο ο διαιτητής που αντικαταστάθηκε έπαυσε να ασκεί τα καθήκοντά του, εκτός αν το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίσει διαφορετικά.
ΑΡΘΡΟ II.6
Απαλλαγή της ευθύνης
Εξαιρουμένων των περιπτώσεων δόλου ή σοβαρής αμέλειας, τα μέρη παραιτούνται, στον μέγιστο βαθμό που το επιτρέπει το εφαρμοστέο δίκαιο, από κάθε ενέργεια κατά των διαιτητών για κάθε πράξη ή παράλειψη που σχετίζεται με τη διαιτησία.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ III
ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
ΑΡΘΡΟ III.1
Γενικές διατάξεις
1.
Η ημερομηνία σύστασης του διαιτητικού δικαστηρίου είναι η ημερομηνία κατά την οποία ο τελευταίος διαιτητής αποδέχθηκε τον διορισμό του.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο εξασφαλίζει ότι τα μέρη τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης και ότι, στο κατάλληλο στάδιο της διαδικασίας, καθένα από αυτά έχει επαρκή δυνατότητα να ασκήσει τα δικαιώματά του και να εκθέσει την άποψή του. Το διαιτητικό δικαστήριο διεξάγει τη διαδικασία κατά τρόπο ώστε να αποφεύγονται καθυστερήσεις και περιττές δαπάνες και να διασφαλίζεται η επίλυση της διαφοράς μεταξύ των μερών.
3.
Οργανώνεται ακρόαση, εκτός αν το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίσει διαφορετικά, έπειτα από ακρόαση των μερών.
4.
Όταν ένα μέρος αποστέλλει κοινοποίηση στο διαιτητικό δικαστήριο, το πράττει μέσω του Διεθνούς Γραφείου και αποστέλλει ταυτόχρονα αντίγραφο στο άλλο μέρος. Το Διεθνές Γραφείο αποστέλλει αντίγραφο της εν λόγω κοινοποίησης σε καθέναν από τους διαιτητές.
ΑΡΘΡΟ III.2
Τόπος διαιτησίας
Τόπος διαιτησίας είναι η Χάγη. Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί, αν το απαιτούν εξαιρετικές περιστάσεις, να συνεδριάζει σε οποιοδήποτε άλλο μέρος κρίνει κατάλληλο για τις διασκέψεις του.
ΑΡΘΡΟ III.3
Γλώσσα
1.
Οι γλώσσες διαδικασίας είναι τα γαλλικά και τα αγγλικά.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει όλα τα έγγραφα που επισυνάπτονται στο δικόγραφο αγωγής ή στο υπόμνημα αντίκρουσης, καθώς και όλα τα επιπλέον έγγραφα που προσκομίστηκαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, που υποβλήθηκαν στην πρωτότυπη γλώσσα τους, να συνοδεύονται από μετάφραση σε μία από τις γλώσσες της διαδικασίας.
ΑΡΘΡΟ III.4
Δικόγραφο αγωγής
1.
Ο ενάγων αποστέλλει εγγράφως το οικείο δικόγραφο αγωγής στον εναγόμενο και στο διαιτητικό δικαστήριο μέσω του Διεθνούς Γραφείου, εντός της προθεσμίας που ορίζει το διαιτητικό δικαστήριο. Ο ενάγων μπορεί να αποφασίσει να θεωρήσει την οικεία κοινοποίηση διαιτησίας που αναφέρεται στο άρθρο I.4 ως δικόγραφο αγωγής, υπό την προϋπόθεση ότι πληροί επίσης τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου.
2.
Το δικόγραφο αγωγής περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)
τις πληροφορίες που ορίζονται στο άρθρο I.4 παράγραφος 3 στοιχεία β) έως στ)·
β)
περιγραφή των πραγματικών περιστατικών που προβλήθηκαν προς στήριξη της αγωγής· και
γ)
τα νομικά επιχειρήματα που προβλήθηκαν προς στήριξη της αγωγής.
3.
Το δικόγραφο αγωγής συνοδεύεται, στο μέτρο του δυνατού, από όλα τα έγγραφα και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρει ο ενάγων ή στα οποία θα πρέπει να παραπέμψει. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 3 του πρωτοκόλλου, το δικόγραφο αγωγής μπορεί επίσης να περιέχει, στο μέτρο του δυνατού, πληροφορίες σχετικά με την ανάγκη προσφυγής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
ΑΡΘΡΟ III.5
Υπόμνημα αντίκρουσης
1.
Ο εναγόμενος αποστέλλει εγγράφως το υπόμνημα αντίκρουσης στον ενάγοντα και στο διαιτητικό δικαστήριο μέσω του Διεθνούς Γραφείου, εντός της προθεσμίας που ορίζει το διαιτητικό δικαστήριο. Ο εναγόμενος μπορεί να αποφασίσει να θεωρήσει την απάντηση στην κοινοποίηση διαιτησίας που αναφέρεται στο άρθρο I.5 ως υπόμνημα αντίκρουσης, υπό τον όρο ότι η απάντηση στην κοινοποίηση διαιτησίας πληροί επίσης τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου.
2.
Το υπόμνημα αντίκρουσης απαντά στα σημεία του δικογράφου αγωγής που αναφέρονται σύμφωνα με το άρθρο III.4 παράγραφος 2 στοιχεία α) έως γ) του παρόντος προσαρτήματος. Το υπόμνημα αντίκρουσης συνοδεύεται, στο μέτρο του δυνατού, από όλα τα έγγραφα και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρει ο εναγόμενος ή στα οποία θα πρέπει να παραπέμψει. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 3 του πρωτοκόλλου, το υπόμνημα αντίκρουσης μπορεί επίσης να περιέχει, στο μέτρο του δυνατού, πληροφορίες σχετικά με την ανάγκη προσφυγής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
3.
Στο υπόμνημα αντίκρουσης, ή σε μεταγενέστερο στάδιο της διαιτητικής διαδικασίας, αν το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίσει ότι τυχόν καθυστέρηση δικαιολογείται από τις περιστάσεις, ο εναγόμενος μπορεί να ασκήσει ανταγωγή, υπό την προϋπόθεση ότι το διαιτητικό δικαστήριο είναι αρμόδιο να την εκδικάσει.
4.
Σε ανταγωγή εφαρμόζεται το άρθρο III.4 παράγραφοι 2 και 3.
ΑΡΘΡΟ III.6
Διαιτητική δικαιοδοσία
1.
Το διαιτητικό δικαστήριο αποφαίνεται αν είναι αρμόδιο βάσει του άρθρου 10 παράγραφος 2 ή του άρθρου 11 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου.
2.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου, το διαιτητικό δικαστήριο έχει εντολή να εξετάσει το ζήτημα που αποτέλεσε το έναυσμα της διαφοράς, όπως έχει εγγραφεί επίσημα, προς επίλυση, στην ημερήσια διάταξη της μεικτής επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 1 του πρωτοκόλλου.
3.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου, το διαιτητικό δικαστήριο το οποίο επιλήφθηκε της κύριας δίκης έχει εντολή να εξετάσει την αναλογικότητα των επίμαχων αντισταθμιστικών μέτρων, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων στις οποίες τα εν λόγω μέτρα ελήφθησαν, εν όλω ή εν μέρει, στο πλαίσιο άλλης διμερούς συμφωνίας στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία.
4.
Η προκαταρκτική ένσταση αναρμοδιότητας του διαιτητικού δικαστηρίου υποβάλλεται το αργότερο με το υπόμνημα αντίκρουσης ή, σε περίπτωση ανταγωγής, με το υπόμνημα απάντησης. Το γεγονός ότι ένα μέρος έχει διορίσει διαιτητή ή έχει συμμετάσχει στον διορισμό του δεν του στερεί το δικαίωμα να προβεί σε τέτοια προκαταρκτική ένσταση. Η προκαταρκτική ένσταση ότι η διαφορά θα υπερέβαινε τις αρμοδιότητες του διαιτητικού δικαστηρίου υποβάλλεται μόλις τεθεί κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας το ζήτημα που φέρεται ότι υπερβαίνει τις αρμοδιότητές του. Σε κάθε περίπτωση, το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την υποβολή προκαταρκτικής ένστασης μετά την παρέλευση της ταχθείσας προθεσμίας, αν κρίνει ότι η καθυστέρηση οφείλεται σε βάσιμο λόγο.
5.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί επί της προκαταρκτικής ένστασης που αναφέρεται στην παράγραφο 4 είτε αντιμετωπίζοντάς την ως προδικαστικό ερώτημα είτε κατά την έκδοση απόφασης επί της ουσίας της υπόθεσης.
ΑΡΘΡΟ III.7
Άλλα γραπτά υπομνήματα
Το διαιτητικό δικαστήριο, μετά από διαβούλευση με τα μέρη, αποφασίζει ποια άλλα γραπτά υπομνήματα, εκτός από το δικόγραφο αγωγής και το υπόμνημα αντίκρουσης, υποβάλλουν ή μπορούν να υποβάλουν τα μέρη και ορίζει προθεσμία για την υποβολή τους.
ΑΡΘΡΟ III.8
Προθεσμίες
1.
Οι προθεσμίες που ορίζει το διαιτητικό δικαστήριο για την κοινοποίηση των γραπτών εγγράφων, συμπεριλαμβανομένου του δικογράφου αγωγής και του υπομνήματος αντίκρουσης, δεν υπερβαίνουν τις 90 ημέρες, εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο λαμβάνει την οριστική του απόφαση εντός 12 μηνών από την ημερομηνία σύστασής του. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις ιδιαίτερης δυσκολίας, το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να παρατείνει την προθεσμία αυτή κατά τρεις επιπλέον μήνες κατ’ ανώτατο όριο.
3.
Οι προθεσμίες που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 μειώνονται κατά το ήμισυ:
α)
κατόπιν αιτήματος του ενάγοντος ή του εναγομένου, αν, εντός 30 ημερών από την υποβολή του εν λόγω αιτήματος, το διαιτητικό δικαστήριο, έπειτα από ακρόαση του άλλου μέρους, κρίνει ότι η υπόθεση είναι επείγουσα· ή
β)
αν συμφωνήσουν τα μέρη.
4.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου, το διαιτητικό δικαστήριο λαμβάνει την οριστική του απόφαση εντός έξι μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης των αντισταθμιστικών μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 1 του πρωτοκόλλου.
ΑΡΘΡΟ III.9
Παραπομπή υποθέσεων στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
1.
Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 7 και του άρθρου 10 παράγραφος 3 του πρωτοκόλλου, το διαιτητικό δικαστήριο παραπέμπει την υπόθεση στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να παραπέμψει υπόθεση στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανά πάσα στιγμή της διαδικασίας, υπό την προϋπόθεση ότι το διαιτητικό δικαστήριο είναι σε θέση να προσδιορίσει με επαρκή ακρίβεια το νομικό και πραγματικό πλαίσιο της υπόθεσης, καθώς και τα νομικά ζητήματα που εγείρει.
Η διαδικασία ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου αναστέλλεται έως ότου αποφανθεί το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
3.
Κάθε μέρος μπορεί να αποστείλει στο διαιτητικό δικαστήριο αιτιολογημένο αίτημα για την παραπομπή υπόθεσης στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το διαιτητικό δικαστήριο απορρίπτει το εν λόγω αίτημα αν κρίνει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την παραπομπή της υπόθεσης στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 1. Αν το διαιτητικό δικαστήριο απορρίψει το αίτημα ενός μέρους για παραπομπή της υπόθεσης στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αιτιολογεί την απόφασή του στην απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης.
4.
Το διαιτητικό δικαστήριο παραπέμπει υπόθεση στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με κοινοποίηση. Η κοινοποίηση περιέχει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)
συνοπτική περιγραφή της διαφοράς·
β)
την/τις επίμαχη/-ες νομική/-ές πράξη/-εις της Ένωσης και/ή διάταξη/-εις της συμφωνίας· και
γ)
την έννοια του ενωσιακού δικαίου που πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου.
Το διαιτητικό δικαστήριο ενημερώνει τα μέρη για την παραπομπή της υπόθεσης στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
5.
Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εφαρμόζει, κατ’ αναλογία, τον εσωτερικό του κανονισμό που εφαρμόζεται στην άσκηση της αρμοδιότητάς του να αποφαίνεται προδικαστικώς επί της ερμηνείας των Συνθηκών και των πράξεων των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης.
6.
Οι εκπρόσωποι και οι δικηγόροι που είναι εξουσιοδοτημένοι να εκπροσωπούν τα μέρη ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου δυνάμει των άρθρων I.4, I.5, III.4 και III.5 εξουσιοδοτούνται να εκπροσωπούν τα μέρη ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
ΑΡΘΡΟ III.10
Προσωρινά μέτρα
1.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου, κάθε μέρος μπορεί, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαιτητικής διαδικασίας, να υποβάλει αίτηση λήψης προσωρινών μέτρων που συνίστανται στην αναστολή των αντισταθμιστικών μέτρων.
2.
Στην αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 προσδιορίζονται το αντικείμενο της διαφοράς, τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υπόθεσης, καθώς και οι πραγματικοί και νομικοί ισχυρισμοί που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη των προσωρινών μέτρων τα οποία ζητούνται. Περιλαμβάνονται όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και παρατίθενται τα προτεινόμενα αποδεικτικά μέσα προς δικαιολόγηση της λήψης των προσωρινών μέτρων.
3.
Το μέρος που ζητεί τη λήψη των προσωρινών μέτρων διαβιβάζει την αίτησή του εγγράφως στο άλλο μέρος και στο διαιτητικό δικαστήριο μέσω του Διεθνούς Γραφείου. Το διαιτητικό δικαστήριο ορίζει σύντομη προθεσμία εντός της οποίας το εν λόγω άλλο μέρος μπορεί να υποβάλει γραπτές ή προφορικές παρατηρήσεις.
4.
Εντός ενός μηνός από την υποβολή της αίτησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, το διαιτητικό δικαστήριο εκδίδει απόφαση σχετικά με την αναστολή των επίμαχων αντισταθμιστικών μέτρων, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)
το διαιτητικό δικαστήριο έχει πεισθεί εκ πρώτης όψεως για το βάσιμο της υπόθεσης που υπέβαλε το μέρος που ζήτησε τη λήψη των προσωρινών μέτρων στην αίτησή του·
β)
το διαιτητικό δικαστήριο θεωρεί ότι, εν αναμονή της οριστικής του απόφασης, το μέρος που ζητεί τη λήψη των προσωρινών μέτρων θα υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία αν δεν ανασταλούν τα αντισταθμιστικά μέτρα· και
γ)
η ζημία που υπέστη το μέρος το οποίο ζητεί τη λήψη των προσωρινών μέτρων λόγω της άμεσης εφαρμογής των επίμαχων αντισταθμιστικών μέτρων υπερτερεί του συμφέροντος για άμεση και αποτελεσματική εφαρμογή των μέτρων αυτών.
5.
Η αναστολή της διαδικασίας που αναφέρεται στο άρθρο III.9 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο δεν εφαρμόζεται στις διαδικασίες δυνάμει του παρόντος άρθρου.
6.
Η απόφαση που λαμβάνεται από το διαιτητικό δικαστήριο σύμφωνα με την παράγραφο 4 έχει μόνο προσωρινό χαρακτήρα και δεν προδικάζει την κρίση του διαιτητικού δικαστηρίου επί της ουσίας της υπόθεσης.
7.
Εκτός αν η απόφαση που λαμβάνει το διαιτητικό δικαστήριο σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου ορίζει προγενέστερη ημερομηνία για τη λήξη της αναστολής, η αναστολή αίρεται όταν ληφθεί η οριστική απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου.
8.
Προς αποφυγή αμφιβολιών, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, εξυπακούεται ότι, κατά την εξέταση των αντίστοιχων συμφερόντων του μέρους που ζητεί τη λήψη προσωρινών μέτρων και του άλλου μέρους, το διαιτητικό δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα των ιδιωτών και των οικονομικών φορέων των μερών, αλλά η εξέταση αυτή δεν ισοδυναμεί με αναγνώριση οποιασδήποτε ιδιότητας στους εν λόγω ιδιώτες ή οικονομικούς φορείς ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου.
ΑΡΘΡΟ III.11
Αποδεικτικά στοιχεία
1.
Κάθε μέρος παρέχει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζει την αγωγή του ή την αντίκρουσή του.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο, κατόπιν αιτήματος ενός μέρους ή με δική του πρωτοβουλία, μπορεί να ζητεί από τα μέρη σχετικές πληροφορίες που θεωρεί αναγκαίες και κατάλληλες. Το διαιτητικό δικαστήριο ορίζει προθεσμία εντός της οποίας τα μέρη πρέπει να απαντήσουν στο αίτημά του.
3.
Το διαιτητικό δικαστήριο, κατόπιν αιτήματος ενός μέρους ή με δική του πρωτοβουλία, μπορεί να ζητεί από οποιαδήποτε πηγή τις πληροφορίες που θεωρεί κατάλληλες. Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί επίσης να ζητεί τη γνώμη εμπειρογνωμόνων εφόσον το κρίνει σκόπιμο και υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που συμφωνούνται από τα μέρη, κατά περίπτωση.
4.
Οι πληροφορίες που λαμβάνονται από το διαιτητικό δικαστήριο δυνάμει του παρόντος άρθρου καθίστανται διαθέσιμες στα μέρη, τα δε μέρη μπορούν να υποβάλλουν παρατηρήσεις επί των εν λόγω πληροφοριών στο διαιτητικό δικαστήριο.
5.
Το διαιτητικό δικαστήριο, αφού ζητήσει τη γνώμη του άλλου μέρους, λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση τυχόν ζητημάτων που έχει εγείρει ένα μέρος όσον αφορά την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, το επαγγελματικό απόρρητο και τα νόμιμα συμφέροντα της εμπιστευτικότητας.
6.
Το διαιτητικό δικαστήριο κρίνει το παραδεκτό, τη λυσιτέλεια και την ισχύ των υποβληθέντων αποδεικτικών στοιχείων.
ΑΡΘΡΟ III.12
Ακροάσεις
1.
Όταν πρέπει να πραγματοποιηθεί ακρόαση, το διαιτητικό δικαστήριο, κατόπιν διαβούλευσης με τα μέρη, ενημερώνει τα μέρη εγκαίρως σχετικά με την ημερομηνία, την ώρα και τον τόπο διεξαγωγής της ακρόασης.
2.
Η ακρόαση είναι δημόσια, εκτός αν το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίσει διαφορετικά, αυτεπαγγέλτως ή αιτήσει των μερών, για σοβαρούς λόγους.
3.
Τα πρακτικά κάθε ακρόασης συντάσσονται και υπογράφονται από τον πρόεδρο του διαιτητικού δικαστηρίου. Τα εν λόγω πρακτικά είναι τα μόνα αυθεντικά.
4.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει τη διεξαγωγή της ακρόασης διαδικτυακά σύμφωνα με την πρακτική του Διεθνούς Γραφείου. Τα μέρη ενημερώνονται εγκαίρως για την πρακτική αυτή. Στις περιπτώσεις αυτές, εφαρμόζονται η παράγραφος 1, κατ’ αναλογία, και η παράγραφος 3.
ΑΡΘΡΟ III.13
Ερήμην διαδικασία
1.
Αν ο ενάγων δεν υποβάλει, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο παρόν προσάρτημα ή που έχει ορίσει το διαιτητικό δικαστήριο, χωρίς να προβάλει επαρκείς λόγους, το οικείο δικόγραφο αγωγής, το διαιτητικό δικαστήριο διατάσσει την περάτωση της διαιτητικής διαδικασίας, εκτός αν υπάρχουν εκκρεμή ζητήματα επί των οποίων ενδέχεται να απαιτείται απόφαση και αν το διαιτητικό δικαστήριο το κρίνει σκόπιμο.
Αν ο εναγόμενος δεν υποβάλει, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο παρόν προσάρτημα ή που έχει ορίσει το διαιτητικό δικαστήριο, χωρίς να προβάλει επαρκείς λόγους, την απάντησή του στην κοινοποίηση διαιτησίας ή το οικείο υπόμνημα αντίκρουσης, το διαιτητικό δικαστήριο διατάσσει τη συνέχιση της διαδικασίας, χωρίς να θεωρεί ότι η παράλειψη αυτή συνιστά αποδοχή των ισχυρισμών του ενάγοντος.
Το δεύτερο εδάφιο εφαρμόζεται επίσης στην περίπτωση που ο ενάγων δεν απαντήσει σε ανταγωγή.
2.
Αν ένα μέρος, το οποίο έχει κληθεί δεόντως σύμφωνα με το άρθρο III.12 παράγραφος 1, δεν εμφανιστεί σε ακρόαση και δεν προβάλει επαρκείς λόγους για τη μη εμφάνισή του, το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να συνεχίσει τη διαιτησία.
3.
Αν ένα μέρος, το οποίο έχει κληθεί δεόντως από το διαιτητικό δικαστήριο να προσκομίσει περαιτέρω αποδεικτικά στοιχεία, δεν το πράξει εντός της ταχθείσας προθεσμίας χωρίς να προβάλει επαρκείς λόγους για τη μη προσκόμισή τους, το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που έχει στη διάθεσή του.
ΑΡΘΡΟ III.14
Περάτωση της διαδικασίας
1.
Όταν αποδεικνύεται ότι τα μέρη είχαν ευλόγως τη δυνατότητα να εκθέσουν τα επιχειρήματά τους, το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να κηρύξει την περάτωση της διαδικασίας.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί, αν το κρίνει αναγκαίο λόγω εξαιρετικών περιστάσεων, να αποφασίσει, με δική του πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος ενός μέρους, να κινήσει εκ νέου τη διαδικασία ανά πάσα στιγμή προτού λάβει την απόφασή του.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΑΡΘΡΟ IV.1
Αποφάσεις
Το διαιτητικό δικαστήριο καταβάλλει κάθε προσπάθεια ώστε να λαμβάνει τις αποφάσεις του με συναίνεση. Αν, ωστόσο, αποδειχθεί αδύνατη η λήψη απόφασης με συναίνεση, η απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου λαμβάνεται με πλειοψηφία των διαιτητών.
ΑΡΘΡΟ IV.2
Μορφή και ισχύς της απόφασης του διαιτητικού δικαστηρίου
1.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει χωριστές αποφάσεις επί διαφορετικών ζητημάτων σε διαφορετικές χρονικές στιγμές.
2.
Όλες οι αποφάσεις είναι γραπτές και αιτιολογημένες. Είναι οριστικές και δεσμευτικές για τα μέρη.
3.
Η απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου υπογράφεται από τους διαιτητές, περιέχει την ημερομηνία κατά την οποία ελήφθη και αναφέρει τον τόπο της διαιτησίας. Αντίγραφο της απόφασης υπογεγραμμένο από τους διαιτητές κοινοποιείται στα μέρη από το Διεθνές Γραφείο.
4.
Το Διεθνές Γραφείο δημοσιοποιεί την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου.
Το Διεθνές Γραφείο, όταν δημοσιοποιεί την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου, τηρεί τους σχετικούς κανόνες για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, του επαγγελματικού απορρήτου και των νόμιμων συμφερόντων εμπιστευτικότητας.
Οι κανόνες που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο είναι πανομοιότυποι για όλες τις διμερείς συμφωνίες στους τομείς της εσωτερικής αγοράς στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία, καθώς και για τη συμφωνία για την υγεία, τη συμφωνία για τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων και τη συμφωνία σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας. Η μεικτή επιτροπή εγκρίνει και επικαιροποιεί, για τους σκοπούς της συμφωνίας, τους εν λόγω κανόνες μέσω απόφασης.
5.
Τα μέρη συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση με όλες τις αποφάσεις του διαιτητικού δικαστηρίου.
6.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου, το διαιτητικό δικαστήριο, αφού λάβει τη γνώμη των μερών, ορίζει στην απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης εύλογη προθεσμία εντός της οποίας τα μέρη πρέπει να συμμορφωθούν με την απόφασή του σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 5 του πρωτοκόλλου, λαμβάνοντας υπόψη τις εσωτερικές διαδικασίες των μερών.
ΑΡΘΡΟ IV.3
Εφαρμοστέο δίκαιο, κανόνες ερμηνείας, διαμεσολαβητής
1.
Το εφαρμοστέο δίκαιο περιλαμβάνει τη συμφωνία, τις νομικές πράξεις της Ένωσης στις οποίες γίνεται αναφορά σ’ αυτήν, καθώς και κάθε άλλον κανόνα του διεθνούς δικαίου που σχετίζεται με την εφαρμογή των εν λόγω πράξεων.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίζει σύμφωνα με τους κανόνες ερμηνείας που αναφέρονται στο άρθρο 7 του πρωτοκόλλου.
3.
Προηγούμενες αποφάσεις που έχουν ληφθεί από όργανο επίλυσης διαφορών όσον αφορά την αναλογικότητα των αντισταθμιστικών μέτρων βάσει άλλης διμερούς συμφωνίας μεταξύ εκείνων που αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 1 του πρωτοκόλλου είναι δεσμευτικές για το διαιτητικό δικαστήριο.
4.
Το διαιτητικό δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίζει ως διαμεσολαβητής ή ex aequo et bono.
ΑΡΘΡΟ IV.4
Αμοιβαία αποδεκτή λύση ή άλλοι λόγοι για την περάτωση της διαδικασίας
1.
Τα μέρη μπορούν, ανά πάσα στιγμή, να καταλήξουν σε αμοιβαία αποδεκτή λύση στη διαφορά τους. Κοινοποιούν από κοινού κάθε τέτοια λύση στο διαιτητικό δικαστήριο. Αν η λύση απαιτεί έγκριση σύμφωνα με τις οικείες εθνικές διαδικασίες ενός εκ των μερών, η κοινοποίηση παραπέμπει σ’ αυτήν την απαίτηση και η διαδικασία διαιτησίας αναστέλλεται. Αν δεν απαιτείται έγκριση, ή με κοινοποίηση της ολοκλήρωσης των εθνικών διαδικασιών, η διαδικασία διαιτησίας περατώνεται.
2.
Αν, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ο ενάγων ενημερώσει εγγράφως το διαιτητικό δικαστήριο ότι δεν επιθυμεί να συνεχίσει περαιτέρω τη διαδικασία και αν, κατά την ημερομηνία παραλαβής της εν λόγω κοινοποίησης από το διαιτητικό δικαστήριο, ο εναγόμενος δεν έχει προβεί ακόμη σε καμία ενέργεια στο πλαίσιο της διαδικασίας, το διαιτητικό δικαστήριο εκδίδει διάταξη με την οποία διαπιστώνει επισήμως την περάτωση της διαδικασίας. Το διαιτητικό δικαστήριο αποφαίνεται επί των εξόδων, τα οποία βαρύνουν τον ενάγοντα, αν αυτό δικαιολογείται από τη στάση του εν λόγω μέρους.
3.
Αν το διαιτητικό δικαστήριο, προτού λάβει απόφαση, καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η συνέχιση της διαδικασίας έχει καταστεί άνευ αντικειμένου ή αδύνατη για οποιονδήποτε λόγο εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, το διαιτητικό δικαστήριο ενημερώνει τα μέρη για την πρόθεσή του να εκδώσει διάταξη για την περάτωση της διαδικασίας.
Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται όταν εκκρεμούν ζητήματα επί των οποίων ενδέχεται να είναι αναγκαίο να ληφθεί απόφαση και αν το διαιτητικό δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να το πράξει.
4.
Το διαιτητικό δικαστήριο κοινοποιεί στα μέρη αντίγραφο της διάταξης για την περάτωση της διαιτητικής διαδικασίας ή της απόφασης που λαμβάνεται με συμφωνία μεταξύ των μερών, υπογεγραμμένης από τους διαιτητές. Το άρθρο IV.2 παράγραφοι 2 έως 5 εφαρμόζεται στις διαιτητικές αποφάσεις που λαμβάνονται με συμφωνία μεταξύ των μερών.
ΑΡΘΡΟ IV.5
Διόρθωση της απόφασης του διαιτητικού δικαστηρίου
1.
Εντός 30 ημερών από την παραλαβή της απόφασης του διαιτητικού δικαστηρίου, ένα μέρος μπορεί, με κοινοποίηση στο άλλο μέρος και στο διαιτητικό δικαστήριο μέσω του Διεθνούς Γραφείου, να ζητήσει από το διαιτητικό δικαστήριο να διορθώσει στο κείμενο της απόφασης του διαιτητικού δικαστηρίου τυχόν σφάλματα υπολογισμού, λάθη εκ παραδρομής ή τυπογραφικά λάθη ή τυχόν σφάλματα ή παραλείψεις παρόμοιας φύσης. Αν το διαιτητικό όργανο κρίνει το αίτημα δικαιολογημένο, προβαίνει στη διόρθωση εντός 45 ημερών από την παραλαβή του αιτήματος. Το αίτημα δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα όσον αφορά την προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο IV.2 παράγραφος 6.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί, εντός 30 ημερών από την κοινοποίηση της απόφασής του, να προβεί με δική του πρωτοβουλία στις διορθώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1.
3.
Οι διορθώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου πραγματοποιούνται γραπτώς και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της απόφασης. Εφαρμόζεται το άρθρο IV.2 παράγραφοι 2 έως 5.
ΑΡΘΡΟ IV.6
Αμοιβές διαιτητών
1.
Οι αμοιβές που αναφέρονται στο άρθρο IV.7 είναι εύλογες, λαμβανομένων υπόψη της πολυπλοκότητας της υπόθεσης, του χρόνου που αφιερώνουν σ’ αυτήν οι διαιτητές και όλων των άλλων σχετικών περιστάσεων.
2.
Καταρτίζεται και επικαιροποιείται, όταν κρίνεται αναγκαίο, κατάλογος ημερήσιας αμοιβής και μέγιστων και ελάχιστων ωρών ο οποίος είναι κοινός για όλες τις διμερείς συμφωνίες στους τομείς της εσωτερικής αγοράς στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία, καθώς και για τη συμφωνία για την υγεία, τη συμφωνία για τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων και τη συμφωνία σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας. Η μεικτή επιτροπή εγκρίνει και επικαιροποιεί, για τους σκοπούς της συμφωνίας, τον εν λόγω κατάλογο μέσω απόφασης.
ΑΡΘΡΟ IV.7
Έξοδα
1.
Κάθε μέρος επωμίζεται τα έξοδά του και το ήμισυ των εξόδων του διαιτητικού δικαστηρίου.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο καθορίζει τα έξοδά του στην απόφασή του επί της ουσίας της υπόθεσης. Τα εν λόγω έξοδα περιλαμβάνουν μόνο:
α)
τις αμοιβές των διαιτητών, οι οποίες πρέπει να δηλώνονται χωριστά για κάθε διαιτητή και να καθορίζονται από το ίδιο το διαιτητικό δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο IV.6·
β)
τα έξοδα ταξιδιού και άλλα έξοδα των διαιτητών· και
γ)
τις αμοιβές και τα έξοδα του Διεθνούς Γραφείου.
3.
Τα έξοδα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 είναι εύλογα, λαμβανομένων υπόψη του επίμαχου ποσού, της πολυπλοκότητας της διαφοράς, του χρόνου που αφιέρωσαν οι διαιτητές και τυχόν εμπειρογνώμονες που έχουν διοριστεί από το διαιτητικό δικαστήριο και τυχόν άλλων σχετικών περιστάσεων.
ΑΡΘΡΟ IV.8
Κατάθεση του ποσού των εξόδων
1.
Κατά την έναρξη της διαιτησίας, το Διεθνές Γραφείο μπορεί να ζητήσει από τα μέρη να καταθέσουν ίσο ποσό ως προκαταβολή για τα έξοδα που αναφέρονται στο άρθρο IV.7 παράγραφος 2.
2.
Κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας, το Διεθνές Γραφείο μπορεί να ζητήσει από τα μέρη να καταθέσουν ποσά συμπληρωματικά προς εκείνα που αναφέρονται στην παράγραφο 1.
3.
Όλα τα ποσά που κατατίθενται από τα μέρη κατ’ εφαρμογή του παρόντος άρθρου καταβάλλονται στο Διεθνές Γραφείο το οποίο τα χρησιμοποιεί για την κάλυψη των πραγματικών εξόδων που πραγματοποιούνται, συμπεριλαμβανομένων, ιδίως, των αμοιβών που καταβάλλονται στους διαιτητές και στο Διεθνές Γραφείο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ V
ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΡΘΡΟ V.1
Τροποποιήσεις
Η μεικτή επιτροπή μπορεί να εγκρίνει, με απόφαση, τροποποιήσεις του παρόντος προσαρτήματος.
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΡΑΤΙΚΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ
ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ
ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ
ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΒΕΤΙΚΗΣ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ
ΓΙΑ ΤΙΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΕΣ ΚΑΙ ΟΔΙΚΕΣ
ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΒΑΤΩΝ
Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ, καλούμενη στο εξής «Ένωση»,
αφενός,
και
Η ΕΛΒΕΤΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ, καλούμενη στο εξής «Ελβετία»,
αφετέρου,
καλούμενες στο εξής μεμονωμένα «συμβαλλόμενο μέρος» και από κοινού «συμβαλλόμενα μέρη»,
ΕΠΙΔΙΩΚΟΝΤΑΣ να ενισχύσουν και να εμβαθύνουν τη συμμετοχή της Ελβετίας και των επιχειρήσεών της στην εσωτερική αγορά της Ένωσης, στην οποία η Ελβετία συμμετέχει βάσει της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής συνομοσπονδίας σχετικά με τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών, η οποία υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο στις 21 Ιουνίου 1999 (στο εξής: συμφωνία)·
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ότι για την εύρυθμη λειτουργία και την ομοιογένεια στους τομείς της εσωτερικής αγοράς στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία απαιτούνται ισότιμοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ των ελβετικών και των ενωσιακών επιχειρήσεων βάσει ουσιαστικών και διαδικαστικών κανόνων ισοδύναμων με εκείνους που ισχύουν στην εσωτερική αγορά όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις·
ΕΠΑΝΑΒΕΒΑΙΩΝΟΝΤΑΣ την αυτονομία των συμβαλλόμενων μερών και τον ρόλο και τις αρμοδιότητες των θεσμικών οργάνων τους και, όσον αφορά την Ελβετία, τον σεβασμό των αρχών που απορρέουν από τη συνταγματική της τάξη, συμπεριλαμβανομένων της άμεσης δημοκρατίας, της διάκρισης των εξουσιών και του ομοσπονδιακού συστήματος,
ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ ΤΑ ΕΞΗΣ:
ΑΡΘΡΟ 1
Στόχοι
Οι στόχοι του παρόντος πρωτοκόλλου είναι να διασφαλιστούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ των ενωσιακών και των ελβετικών επιχειρήσεων στους τομείς της εσωτερικής αγοράς που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας και να εξασφαλιστεί η εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς με τη θέσπιση ουσιαστικών και διαδικαστικών κανόνων σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις.
ΑΡΘΡΟ 2
Σχέση με τη συμφωνία
Το παρόν πρωτόκολλο και τα παραρτήματά του αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας. Δεν μεταβάλλουν ούτε το πεδίο εφαρμογής ούτε τους στόχους της συμφωνίας.
ΑΡΘΡΟ 3
Κρατικές ενισχύσεις
1.
Με την επιφύλαξη διαφορετικών διατάξεων που προβλέπονται στην συμφωνία, οποιαδήποτε ενίσχυση χορηγούμενη από την Ελβετία ή κράτος μέλος της Ένωσης ή χορηγούμενη υπό οποιαδήποτε μορφή μέσω κρατικών πόρων, η οποία στρεβλώνει ή απειλεί να στρεβλώσει τον ανταγωνισμό διότι ευνοεί ορισμένες επιχειρήσεις ή την παραγωγή ορισμένων εμπορευμάτων, είναι ασύμβατη με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς εφόσον επηρεάζει δυσμενώς το εμπόριο μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών εντός του πεδίου εφαρμογής της συμφωνίας.
2.
Συμβιβάζονται με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς:
α)
οι ενισχύσεις κοινωνικού χαρακτήρα προς μεμονωμένους καταναλωτές, υπό τον όρο ότι χορηγούνται χωρίς διάκριση προέλευσης των προϊόντων·
β)
οι ενισχύσεις για την επανόρθωση ζημιών που προκαλούνται από φυσικές καταστροφές ή άλλα έκτακτα γεγονότα·
γ)
ενισχύσεις που ανταποκρίνονται στις ανάγκες συντονισμού των μεταφορών ή που αντιστοιχούν στην αποκατάσταση ορισμένων βαρών συνυφασμένων με την έννοια της δημόσιας υπηρεσίας·
δ)
τα μέτρα που καθορίζονται στο παράρτημα I τμήμα Α.
3.
Είναι δυνατό να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς:
α)
οι ενισχύσεις για την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης περιοχών, στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθως χαμηλό ή στις οποίες επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση·
β)
οι ενισχύσεις για την προώθηση της εκτέλεσης σημαντικού έργου κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος ή κοινού ενδιαφέροντος για τα συμβαλλόμενα μέρη ή για την αντιμετώπιση σοβαρής διαταραχής στην οικονομία κράτους μέλους της Ένωσης ή της Ελβετίας·
γ)
οι ενισχύσεις για την προώθηση της ανάπτυξης ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ή οικονομικών περιοχών, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο αντίθετο προς το συμφέρον των συμβαλλόμενων μερών·
δ)
οι ενισχύσεις για την προώθηση του πολιτισμού και της διατήρησης της πολιτιστικής κληρονομιάς, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους συναλλαγών και τον ανταγωνισμό σε βαθμό αντίθετο με το συμφέρον των συμβαλλόμενων μερών·
ε)
οι κατηγορίες ενισχύσεων που καθορίζονται στο παράρτημα I τμήμα Β.
4.
Οι ενισχύσεις που χορηγούνται σύμφωνα με το παράρτημα I τμήμα Γ θεωρούνται ότι συμβιβάζονται με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και απαλλάσσονται από τις απαιτήσεις κοινοποίησης βάσει του άρθρου 4.
5.
Ενισχύσεις χορηγούμενες σε επιχειρήσεις που είναι επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος ή που έχουν χαρακτήρα δημοσιονομικού μονοπωλίου υπόκεινται στους κανόνες που περιέχονται στο παρόν πρωτόκολλο, κατά το μέτρο που η εφαρμογή των κανόνων αυτών δεν εμποδίζει, εκ του νόμου ή εκ των πραγμάτων, την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που τους έχει ανατεθεί. Η ανάπτυξη των συναλλαγών δεν πρέπει να επηρεάζεται σε βαθμό αντίθετο προς το συμφέρον των συμβαλλόμενων μερών.
6.
Το παρόν πρωτόκολλο δεν εφαρμόζεται σε ενισχύσεις όταν το ποσό που χορηγείται σε ενιαία επιχείρηση για δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας συνιστά ενίσχυση ήσσονος σημασίας κατά την έννοια του παραρτήματος I τμήμα Δ.
7.
Η μεικτή επιτροπή μπορεί να αποφασίσει να επικαιροποιήσει το παράρτημα I τμήματα Α και Β προσδιορίζοντας μέτρα που συμβιβάζονται ή κατηγορίες ενισχύσεων που μπορούν να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.
ΑΡΘΡΟ 4
Εποπτεία
1.
Για τους σκοπούς του άρθρου 1, η Ένωση, σύμφωνα με την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών της, και η Ελβετία, σύμφωνα με την οικεία συνταγματική τάξη αρμοδιοτήτων, εποπτεύουν την εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις στο αντίστοιχο έδαφός τους σύμφωνα με το παρόν πρωτόκολλο.
2.
Για τους σκοπούς της εφαρμογής του παρόντος πρωτοκόλλου, η Ένωση διατηρεί σύστημα εποπτείας των κρατικών ενισχύσεων σύμφωνα με τα άρθρα 93, 106, 107 και 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως συμπληρώνεται από τις νομικές πράξεις της Ένωσης στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων και τις νομικές πράξεις της Ένωσης σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα των σιδηροδρομικών και οδικών μεταφορών εμπορευμάτων και επιβατών οι οποίες απαριθμούνται στο παράρτημα II τμήμα Α σημείο 1.
3.
Για τους σκοπούς της εφαρμογής του παρόντος πρωτοκόλλου, η Ελβετία θεσπίζει και διατηρεί, εντός πέντε ετών από την έναρξη ισχύος του παρόντος πρωτοκόλλου, σύστημα εποπτείας των κρατικών ενισχύσεων το οποίο εξασφαλίζει ανά πάσα στιγμή επίπεδο εποπτείας και επιβολής ισοδύναμο με εκείνο που εφαρμόζεται στην Ένωση, όπως ορίζεται στην παράγραφο 2, και το οποίο περιλαμβάνει τα εξής:
α)
ανεξάρτητη αρχή εποπτείας· και
β)
διαδικασίες που διασφαλίζουν ότι η εποπτεύουσα αρχή εξετάζει τη συμβατότητα των ενισχύσεων με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, συμπεριλαμβανομένων των εξής:
i)
της εκ των προτέρων κοινοποίησης της σχεδιαζόμενης ενίσχυσης στην εποπτεύουσα αρχή·
ii)
της αξιολόγησης από την εποπτεύουσα αρχή των κοινοποιηθεισών ενισχύσεων και της αρμοδιότητάς της να εξετάζει τις μη κοινοποιηθείσες ενισχύσεις·
iii)
της προσβολής ενώπιον της αρμόδιας δικαστικής αρχής, με ανασταλτικό αποτέλεσμα από τη στιγμή που η πράξη είναι δεκτική προσφυγής, ενίσχυσης την οποία η εποπτεύουσα αρχή θεωρεί ασυμβίβαστη με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς· και
iv)
της ανάκτησης, συμπεριλαμβανομένων των τόκων, των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν και κρίθηκαν ασυμβίβαστες με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.
4.
Σύμφωνα με τη συνταγματική τάξη αρμοδιοτήτων της Ελβετίας, η παράγραφος 3 στοιχείο β) σημεία iii) και iv) δεν εφαρμόζεται στις πράξεις της Ελβετικής Ομοσπονδιακής Συνέλευσης ή του Ελβετικού Ομοσπονδιακού Συμβουλίου.
5.
Όταν η ελβετική εποπτεύουσα αρχή δεν μπορεί να προσβάλει την ενίσχυση της Ελβετικής Ομοσπονδιακής Συνέλευσης ή του Ελβετικού Ομοσπονδιακού Συμβουλίου ενώπιον δικαστικής αρχής λόγω των περιορισμών της αρμοδιότητάς της βάσει της ελβετικής συνταγματικής τάξης, προσβάλλει την εφαρμογή της εν λόγω ενίσχυσης από άλλες αρχές σε όλες τις ειδικές περιπτώσεις. Αν η δικαστική αρχή διαπιστώσει ότι η εν λόγω ενίσχυση είναι ασυμβίβαστη με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, οι αρμόδιες ελβετικές δικαστικές και διοικητικές αρχές λαμβάνουν υπόψη τη διαπίστωση αυτή όταν εκτιμούν αν θα επιτρέψουν τη χορήγηση της εν λόγω ενίσχυσης στην υπόθεση της οποίας έχουν επιληφθεί.
ΑΡΘΡΟ 5
Υφιστάμενη ενίσχυση
1.
Το άρθρο 4 παράγραφος 3 στοιχείο β) δεν εφαρμόζεται σε υφιστάμενες ενισχύσεις, συμπεριλαμβανομένων καθεστώτων ενισχύσεων και μεμονωμένων ενισχύσεων.
2.
Για τους σκοπούς του παρόντος πρωτοκόλλου, οι υφιστάμενες ενισχύσεις περιλαμβάνουν τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος πρωτοκόλλου και εντός περιόδου πέντε ετών από αυτή.
3.
Εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία καθιέρωσης του συστήματος εποπτείας σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 3, η εποπτεύουσα αρχή προβαίνει σε επισκόπηση των υφιστάμενων καθεστώτων ενισχύσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας και τα οποία εξακολουθούν να βρίσκονται σε ισχύ και αξιολογεί εκ πρώτης όψεως τα εν λόγω καθεστώτα με βάση τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 3.
4.
Όλα τα υφιστάμενα καθεστώτα ενισχύσεων στην Ελβετία υπόκεινται σε συνεχή επανεξέταση από την εποπτεύουσα αρχή ως προς τη συμβατότητά τους με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς σύμφωνα με τις παραγράφους 5, 6 και 7.
5.
Αν η εποπτεύουσα αρχή κρίνει ότι υφιστάμενο καθεστώς ενισχύσεων δεν συμβιβάζεται, ή δεν συμβιβάζεται πλέον, με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές σχετικά με την υποχρέωση συμμόρφωσης με το παρόν πρωτόκολλο. Σε περίπτωση τροποποίησης ή κατάργησης ενός τέτοιου καθεστώτος ενισχύσεων, οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την εποπτεύουσα αρχή.
6.
Αν η εποπτεύουσα αρχή κρίνει ότι τα μέτρα που έλαβαν οι αρμόδιες αρχές είναι κατάλληλα για τη διασφάλιση της συμβατότητας του καθεστώτος ενισχύσεων με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, δημοσιεύει τα εν λόγω μέτρα.
7.
Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, αν η εποπτεύουσα αρχή κρίνει ότι το καθεστώς ενισχύσεων εξακολουθεί να μη συμβιβάζεται με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, δημοσιεύει την αξιολόγησή της και προσβάλλει την εφαρμογή του εν λόγω καθεστώτος ενισχύσεων σε όλες τις ειδικές περιπτώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 3 στοιχείο β) σημείο iii) και παράγραφος 5.
8.
Για τους σκοπούς του παρόντος πρωτοκόλλου, αν υφιστάμενο καθεστώς ενισχύσεων τροποποιηθεί κατά τρόπο που επηρεάζει τη συμβατότητα της ενίσχυσης με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, η ενίσχυση θεωρείται νέα ενίσχυση και, ως εκ τούτου, υπόκειται στις διατάξεις του άρθρου 4 παράγραφος 3 στοιχείο β).
ΑΡΘΡΟ 6
Διαφάνεια
1.
Τα συμβαλλόμενα μέρη εξασφαλίζουν τη διαφάνεια ως προς τις ενισχύσεις που χορηγούνται στο έδαφός τους. Όσον αφορά την Ένωση, η διαφάνεια βασίζεται σε ουσιαστικούς και διαδικαστικούς κανόνες που ισχύουν στην Ένωση για τις κρατικές ενισχύσεις εντός του πεδίου εφαρμογής της συμφωνίας. Όσον αφορά την Ελβετία, η διαφάνεια βασίζεται σε ουσιαστικούς και διαδικαστικούς κανόνες ισοδύναμους με εκείνους που ισχύουν στην Ένωση για τις κρατικές ενισχύσεις εντός του πεδίου εφαρμογής της συμφωνίας.
2.
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος εξασφαλίζει, όσον αφορά το έδαφός του και εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στο παρόν πρωτόκολλο, τη δημοσίευση:
α)
των ενισχύσεων που χορηγούνται·
β)
των γνωμοδοτήσεων ή των αποφάσεων των εποπτευουσών αρχών του·
γ)
των αποφάσεων των αρμόδιων δικαστικών αρχών του σχετικά με τη συμβατότητα των ενισχύσεων με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς· και
δ)
των κατευθυντήριων γραμμών και των ανακοινώσεων που εφαρμόζουν οι οικείες εποπτεύουσες αρχές.
ΑΡΘΡΟ 7
Όροι συνεργασίας
1.
Τα συμβαλλόμενα μέρη συνεργάζονται και ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις, με την επιφύλαξη των αντίστοιχων νομοθεσιών τους και των διαθέσιμων πόρων τους.
2.
Για τους σκοπούς της ομοιόμορφης υλοποίησης, εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις και της αρμονικής ανάπτυξής τους:
α)
τα συμβαλλόμενα μέρη συνεργάζονται και διαβουλεύονται μεταξύ τους όσον αφορά τις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές και ανακοινώσεις που αναφέρονται στο παράρτημα II τμήμα Β· και
β)
οι εποπτεύουσες αρχές των συμβαλλόμενων μερών συνάπτουν ρυθμίσεις για την τακτική ανταλλαγή πληροφοριών, μεταξύ άλλων σχετικά με τις επιπτώσεις στην εφαρμογή των κανόνων για τις υφιστάμενες ενισχύσεις.
ΑΡΘΡΟ 8
Διαβουλεύσεις
1.
Κατόπιν αιτήματος συμβαλλόμενου μέρους, τα συμβαλλόμενα μέρη διαβουλεύονται μεταξύ τους, στο πλαίσιο της μεικτής επιτροπής, για θέματα που αφορούν την εφαρμογή του παρόντος πρωτοκόλλου.
2.
Σε περίπτωση εξελίξεων που αφορούν σημαντικά συμφέροντα συμβαλλόμενου μέρους τα οποία ενδέχεται να επηρεάσουν τη λειτουργία του παρόντος πρωτοκόλλου, η μεικτή επιτροπή συνέρχεται, κατόπιν αιτήματος συμβαλλόμενου μέρους, σε επαρκώς υψηλό επίπεδο εντός 30 ημερών από την υποβολή του εν λόγω αιτήματος, προκειμένου να συζητήσει το θέμα.
ΑΡΘΡΟ 9
Ενσωμάτωση νομικών πράξεων
1.
Με την επιφύλαξη του άρθρου 5 του θεσμικού πρωτοκόλλου της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών (στο εξής: θεσμικό πρωτόκολλο), για τους σκοπούς του άρθρου 3 παράγραφοι 4 και 6 και του άρθρου 4 παράγραφοι 2 και 3, και προκειμένου να κατοχυρωθούν η ασφάλεια δικαίου και η ομοιογένεια του δικαίου στους τομείς της εσωτερικής αγοράς στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία δυνάμει της συμφωνίας, η Ελβετία και η Ένωση εξασφαλίζουν την ενσωμάτωση των νομικών πράξεων της Ένωσης που εκδίδονται στους τομείς που καλύπτονται από το παράρτημα I τμήματα Γ και Δ, καθώς και από το παράρτημα II τμήμα Α, στα εν λόγω παραρτήματα το συντομότερο δυνατόν μετά την έκδοσή τους.
2.
Η Ένωση, όταν εκδίδει νομική πράξη στον τομέα που καλύπτεται από το παράρτημα I τμήματα Γ και Δ ή από το παράρτημα II τμήμα Α, ενημερώνει σχετικά την Ελβετία το συντομότερο δυνατόν μέσω της μεικτής επιτροπής. Κατόπιν αιτήματος οποιουδήποτε συμβαλλόμενου μέρους, η μεικτή επιτροπή προβαίνει σε ανταλλαγή απόψεων επί του θέματος.
3.
Η μεικτή επιτροπή ενεργεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 εκδίδοντας απόφαση το συντομότερο δυνατόν για την τροποποίηση του παραρτήματος I τμήματα Γ και Δ, καθώς και του παραρτήματος II τμήμα Α, συμπεριλαμβανομένων των αναγκαίων προσαρμογών.
4.
Με την επιφύλαξη του άρθρου 6 του θεσμικού πρωτοκόλλου, οι αποφάσεις της μεικτής επιτροπής δυνάμει της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου αρχίζουν να ισχύουν πάραυτα, αλλά σε καμία περίπτωση πριν από την ημερομηνία κατά την οποία η αντίστοιχη νομική πράξη της Ένωσης αρχίζει να εφαρμόζεται στην Ένωση.
ΑΡΘΡΟ 10
Έναρξη ισχύος
1.
Το παρόν πρωτόκολλο κυρώνεται ή εγκρίνεται από τα συμβαλλόμενα μέρη σύμφωνα με τις κατ’ ιδίαν διαδικασίες. Τα συμβαλλόμενα μέρη κοινοποιούν αμοιβαία την ολοκλήρωση των εσωτερικών διαδικασιών που είναι αναγκαίες για την έναρξη ισχύος του παρόντος πρωτοκόλλου.
2.
Το παρόν πρωτόκολλο αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του δεύτερου μήνα που έπεται της τελευταίας κοινοποίησης όσον αφορά τις ακόλουθες πράξεις:
α)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων·
β)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων·
γ)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές·
δ)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές·
ε)
Πρωτόκολλο για τις κρατικές ενισχύσεις της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές·
στ)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών·
ζ)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών·
η)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων·
θ)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας αμοιβαίας αναγνώρισης σχετικά με την αξιολόγηση της πιστότητας, μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας·
ι)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας αμοιβαίας αναγνώρισης σχετικά με την αξιολόγηση της πιστότητας, μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας·
ια)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας στη μείωση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση·
ιβ)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενεργείας, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, σχετικά με τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σε προγράμματα της Ένωσης·
ιγ)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας στον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Διαστημικό Πρόγραμμα.
ΑΡΘΡΟ 11
Τροποποίηση και καταγγελία
1.
Το παρόν πρωτόκολλο μπορεί να τροποποιηθεί ανά πάσα στιγμή με αμοιβαία συμφωνία των συμβαλλόμενων μερών.
2.
Σε περίπτωση καταγγελίας της συμφωνίας σύμφωνα με το άρθρο 58 παράγραφος 3 της συμφωνίας, το παρόν πρωτόκολλο παύει να ισχύει κατά την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 58 παράγραφος 4 της συμφωνίας.
3.
Σε περίπτωση που η συμφωνία παύσει να ισχύει, διατηρούνται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που έχουν ήδη αποκτήσει βάσει της συμφωνίας οι ιδιώτες και οι επιχειρήσεις πριν από την ημερομηνία παύσης της συμφωνίας. Τα συμβαλλόμενα μέρη ρυθμίζουν με αμοιβαία συμφωνία ποιες ενέργειες θα αναληφθούν σε σχέση με δικαιώματα στο στάδιο της απόκτησης.
[Τόπος], στις [...], σε δύο αντίτυπα στην αγγλική, βουλγαρική, γαλλική, γερμανική, δανική, ελληνική, εσθονική, ιρλανδική, ισπανική, ιταλική, κροατική, λετονική, λιθουανική, μαλτέζικη, ολλανδική, ουγγρική, πολωνική, πορτογαλική, ρουμανική, σλοβακική, σλοβενική, σουηδική, τσεχική και φινλανδική γλώσσα, όλα δε τα κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά.
ΣΕ ΠΙΣΤΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩ, οι υπογράφοντες πληρεξούσιοι, δεόντως εξουσιοδοτημένοι, έθεσαν την υπογραφή τους κάτω από το παρόν πρωτόκολλο.
(Πεδίο υπογραφών και στις 24 γλώσσες της ΕΕ: «Για την Ευρωπαϊκή Ένωση» και «Για την Ελβετική Συνομοσπονδία»)
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I
ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΕΙΣ
ΤΜΗΜΑ Α
ΜΕΤΡΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΣΥΜΒΙΒΑΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΡΥΘΜΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ
ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΑΓΟΡΑΣ, ΟΠΩΣ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 3 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 2 ΣΤΟΙΧΕΙΟ δ)
Τα ακόλουθα μέτρα συμβιβάζονται με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και δεν υπόκεινται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 στοιχείο β):
[…].
ΤΜΗΜΑ B
ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΩΝ ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟ ΝΑ ΘΕΩΡΗΘΟΥΝ ΟΤΙ ΣΥΜΒΙΒΑΖΟΝΤΑΙ
ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΡΥΘΜΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΑΓΟΡΑΣ,
ΟΠΩΣ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 3 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 3 ΣΤΟΙΧΕΙΟ ε)
Είναι δυνατό να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς οι ακόλουθες κατηγορίες ενισχύσεων:
[…].
ΤΜΗΜΑ Γ
ΑΠΑΛΛΑΓΕΣ ΚΑΤΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ, ΟΠΩΣ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 3 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 4
Οι ενισχύσεις θεωρούνται ότι συμβιβάζονται με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και απαλλάσσονται από τις απαιτήσεις κοινοποίησης βάσει του άρθρου 4 αν χορηγούνται σύμφωνα με τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που καθορίζονται στις ακόλουθες διατάξεις:
(1)
Κεφάλαια I και III του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 651/2014 της Επιτροπής, της 17ης Ιουνίου 2014, για την κήρυξη ορισμένων κατηγοριών ενισχύσεων ως συμβατών με την εσωτερική αγορά κατ’ εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης, (ΕΕ L 187 της 26.6.2014, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΕ) 2023/1315 της Επιτροπής, της 23ης Ιουνίου 2023 (ΕΕ L 167 της 30.6.2023, σ. 1)·
(2)
Άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1370/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2007, για τις δημόσιες επιβατικές σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές και την κατάργηση των κανονισμών του Συμβουλίου (ΕΟΚ) αριθ. 1191/69 και (ΕΟΚ) αριθ. 1107/70, (ΕΕ L 315 της 3.12.2007, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/2338, της 14ης Δεκεμβρίου 2016 (ΕΕ L 354 της 23.12.2016, σ. 22). Όσον αφορά την Ελβετία, κατά την εφαρμογή του άρθρου 9 δεν λαμβάνονται υπόψη τα άρθρα 5 και 5α του εν λόγω κανονισμού, υπό τους όρους που αναφέρονται στο άρθρο 24α παράγραφος 5 της συμφωνίας.
ΤΜΗΜΑ Δ
ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ ΗΣΣΟΝΟΣ ΣΗΜΑΣΙΑΣ, ΟΠΩΣ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 3 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 6
Οι «ενισχύσεις ήσσονος σημασίας» έχουν την έννοια που τους αποδίδεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2023/2831 της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 2023, σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας (ΕΕ L, 2023/2831, 15.12.2023).
Όσον αφορά τις ενισχύσεις που χορηγούνται σε επιχειρήσεις επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος, οι «ενισχύσεις ήσσονος σημασίας» έχουν την έννοια που τους αποδίδεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2023/2832 της Επιτροπής, της 12ης Δεκεμβρίου 2023, σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας οι οποίες χορηγούνται σε επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος (ΕΕ L, 2023/2832, 15.12.2023).
________________
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II
ΓΕΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΜΕΑΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ
ΟΠΩΣ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 4 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 2
ΤΜΗΜΑ Α
ΓΕΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΜΕΑΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ
(1)
Για τους σκοπούς του παρόντος πρωτοκόλλου και δυνάμει του άρθρου 4 παράγραφος 2, εφαρμόζονται οι ακόλουθες πράξεις από την Ένωση:
α)
Κανονισμός (ΕΕ) 2015/1589 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2015, περί λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του άρθρου 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ L 248 της 24.9.2015, σ. 9)·
β)
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 794/2004 της Επιτροπής, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) 2015/1589 του Συμβουλίου (ΕΕ L 140 της 30.4.2004, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/2105 της Επιτροπής, της 1ης Δεκεμβρίου 2016 (ΕΕ L 327 της 2.12.2016, σ. 19)·
γ)
Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 651/2014 της Επιτροπής, της 17ης Ιουνίου 2014, για την κήρυξη ορισμένων κατηγοριών ενισχύσεων ως συμβατών με την εσωτερική αγορά κατ' εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης (ΕΕ L 187 της 26.6.2014, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΕ) 2023/1315 της Επιτροπής, της 23ης Ιουνίου 2023 (ΕΕ L 167 της 30.6.2023, σ. 1)·
δ)
Κανονισμός (ΕΕ) 2023/2831 της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 2023, σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας (ΕΕ L, 2023/2831, 15.12.2023)·
ε)
Κανονισμός (ΕΕ) 2023/2832 της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 2023, σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας οι οποίες χορηγούνται σε επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος (ΕΕ L, 2023/2832, 15.12.2023)·
στ)
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1370/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2007, για τις δημόσιες επιβατικές σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές και την κατάργηση των κανονισμών του Συμβουλίου (ΕΟΚ) αριθ. 1191/69 και (ΕΟΚ) αριθ. 1107/70, (ΕΕ L 315 της 3.12.2007, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/2338 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Δεκεμβρίου 2016 (ΕΕ L 354 της 23.12.2016, σ. 22).
(2)
Για τους σκοπούς του παρόντος πρωτοκόλλου και σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 3, η Ελβετία θεσπίζει και διατηρεί σύστημα εποπτείας των κρατικών ενισχύσεων το οποίο εξασφαλίζει ανά πάσα στιγμή επίπεδο εποπτείας και επιβολής ισοδύναμο με εκείνο που εφαρμόζει η Ένωση, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 και στο σημείο 1 του παρόντος τμήματος.
ΤΜΗΜΑ B
ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ, ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΛΗΨΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
1)
Για τους σκοπούς του παρόντος πρωτοκόλλου και σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 3, η ελβετική εποπτεύουσα αρχή και οι αρμόδιες δικαστικές αρχές της Ελβετίας λαμβάνουν δεόντως υπόψη και ακολουθούν, στο μέτρο του δυνατού, τις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές και ανακοινώσεις οι οποίες είναι δεσμευτικές για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, καθώς και την οικεία πρακτική λήψης αποφάσεων, προκειμένου να διασφαλίζεται επίπεδο εποπτείας και επιβολής ισοδύναμο με εκείνο της Ένωσης.
2)
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κοινοποιεί στη μεικτή επιτροπή και δημοσιεύει τις κατευθυντήριες γραμμές και τις ανακοινώσεις που θεωρεί συναφείς στο πλαίσιο της συμφωνίας.
________________
ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Βρυξέλλες, 13.6.2025
COM(2025) 308 final
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
της
πρότασης απόφασης του Συμβουλίου
σχετικά με την υπογραφή, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ευρείας δέσμης συμφωνιών για την εδραίωση, εμβάθυνση και διεύρυνση των διμερών σχέσεων με την Ελβετική Συνομοσπονδία και σχετικά με την προσωρινή εφαρμογή της συμφωνίας σχετικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας στον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Διαστημικό Πρόγραμμα
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ
ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ
ΑΜΟΙΒΑΙΑΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ
ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΟΤΗΤΑΣ,
ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ
ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΒΕΤΙΚΗΣ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ
Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ, καλούμενη στο εξής «ΕΕ»
και
Η ΕΛΒΕΤΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ, καλούμενη στο εξής «Ελβετία»,
στο εξής καλούμενες «συμβαλλόμενα μέρη»·
ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ τη συμφωνία αμοιβαίας αναγνώρισης σχετικά με την αξιολόγηση της πιστότητας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της ελβετικής συνομοσπονδίας, η οποία υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο στις 21 Ιουνίου 1999 και άρχισε να ισχύει την 1η Ιουνίου 2002 (στο εξής: συμφωνία)·
ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ ότι τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν συμφωνήσει σε μια ευρεία δέσμη διμερών συμφωνιών, συμπεριλαμβανομένου του θεσμικού πρωτοκόλλου της παρούσας συμφωνίας, προκειμένου να σταθεροποιηθούν και να αναπτυχθούν αμοιβαίες σχέσεις στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία·
ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ ότι, στο πλαίσιο αυτής της ευρείας δέσμης διμερών συμφωνιών, είναι αναγκαίο να επικαιροποιηθούν ορισμένες διατάξεις της συμφωνίας,
ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ ΤΑ ΕΞΗΣ:
ΑΡΘΡΟ 1
Τροποποιήσεις της συμφωνίας
Η συμφωνία τροποποιείται ως εξής:
1)
Το άρθρο 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«ΑΡΘΡΟ 1
Αντικείμενο
1.
Η Κοινότητα και η Ελβετία αποδέχονται αμοιβαία τις εκθέσεις, τα πιστοποιητικά, τις εγκρίσεις και τις σημάνσεις πιστότητας που εκδίδουν οι αναγνωρισμένοι οργανισμοί σύμφωνα με τις διαδικασίες της παρούσας συμφωνίας (στο εξής: αναγνωρισμένοι οργανισμοί εκτίμησης της συμμόρφωσης) καθώς και τις δηλώσεις συμμόρφωσης του κατασκευαστή που βεβαιώνουν τη συμμόρφωση στις απαιτήσεις του άλλου μέρους όσον αφορά προϊόντα τα οποία υπάγονται στο κεφάλαιο 11 τμήμα I σημείο Α του παραρτήματος 1 κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος του πρωτοκόλλου τροποποίησης της παρούσας συμφωνίας.
2.
Για την αποφυγή της αλληλεπικάλυψης των διαδικασιών, η Κοινότητα και η Ελβετία αποδέχονται αμοιβαία τις εκθέσεις, τα πιστοποιητικά και τις εγκρίσεις που εκδίδουν οι αναγνωρισμένοι οργανισμοί εκτίμησης της συμμόρφωσης, καθώς και τις δηλώσεις συμμόρφωσης του κατασκευαστή που βεβαιώνουν τη συμμόρφωση στις αντίστοιχες απαιτήσεις στους τομείς που καλύπτονται από το άρθρο 3. Οι εκθέσεις, τα πιστοποιητικά, οι εγκρίσεις και οι δηλώσεις συμμόρφωσης του κατασκευαστή διαπιστώνουν τη συμμόρφωση με την κοινοτική νομοθεσία και μπορούν να παραπέμπουν στις αντίστοιχες ελβετικές διατάξεις που θεσπίζονται ή διατηρούνται σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2 του θεσμικού πρωτοκόλλου. Οι σημάνσεις πιστότητας οι οποίες απαιτούνται από τη νομοθεσία ενός μέρους τοποθετούνται στα προϊόντα τα οποία διατίθενται στην αγορά του εν λόγω μέρους.».
2)
Το άρθρο 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«ΑΡΘΡΟ 3
Πεδίο εφαρμογής
1.
Η παρούσα συμφωνία καλύπτει τις υποχρεωτικές διαδικασίες αξιολόγησης της πιστότητας που απορρέουν από τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαριθμούνται στο παράρτημα 1 και, όσον αφορά τις διατάξεις που καλύπτονται από το άρθρο 1 παράγραφος 2, τις αντίστοιχες ελβετικές διατάξεις που θεσπίζονται ή διατηρούνται σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2 του θεσμικού πρωτοκόλλου.
2.
Το παράρτημα 1 καθορίζει τους τομείς των προϊόντων που καλύπτονται από την παρούσα συμφωνία. Το εν λόγω παράρτημα διαιρείται σε τέσσερα τομεακά κεφάλαια, τα οποία διαιρούνται, κατ' αρχήν, σύμφωνα με τον ακόλουθο τρόπο:
τμήμα I: νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις·
τμήμα II: οργανισμοί αξιολόγησης της συμμόρφωσης·
τμήμα III: αρχές εξουσιοδότησης·
τμήμα IV: ειδικοί κανόνες σχετικά με τον ορισμό των οργανισμών αξιολόγησης της συμμόρφωσης·
τμήμα V: τυχόν συμπληρωματικές διατάξεις.
3.
Το παράρτημα 2 καθορίζει τις γενικές αρχές που αφορούν τον ορισμό των οργανισμών αξιολόγησης της συμμόρφωσης.».
3)
Το άρθρο 9 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«ΑΡΘΡΟ 9
Εφαρμογή της συμφωνίας
1.
Τα μέρη συνεργάζονται για να εξασφαλίσουν την ικανοποιητική εφαρμογή των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που απαριθμούνται στο παράρτημα 1 και, όσον αφορά τις διατάξεις που καλύπτονται από το άρθρο 1 παράγραφος 2, των αντίστοιχων ελβετικών διατάξεων που θεσπίζονται ή διατηρούνται σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2 του θεσμικού πρωτοκόλλου.
2.
Οι αρχές εξουσιοδότησης διασφαλίζουν με κατάλληλα μέσα την τήρηση των γενικών αρχών εξουσιοδότησης που αναφέρονται στο παράρτημα 2, με την επιφύλαξη των διατάξεων του τμήματος IV του παραρτήματος 1, εκ μέρους των αναγνωρισμένων οργανισμών εκτίμησης της συμμόρφωσης που υπάγονται στη δικαιοδοσία τους.
3.
Οι αναγνωρισμένοι οργανισμοί εκτίμησης της συμμόρφωσης συμμετέχουν με κατάλληλο τρόπο στις εργασίες συντονισμού και σύγκρισης που πραγματοποιεί κάθε μέρος σχετικά με τους τομείς που καλύπτονται από το παράρτημα 1, προκειμένου να καταστεί δυνατή η ενιαία εφαρμογή των διαδικασιών αξιολόγησης της πιστότητας που προβλέπονται από τις νομοθεσίες των μερών και οι οποίες αποτελούν αντικείμενο της παρούσας συμφωνίας. Οι αρχές εξουσιοδότησης καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να διασφαλίζουν ότι οι αναγνωρισμένοι οργανισμοί εκτίμησης της συμμόρφωσης συνεργάζονται κατάλληλα.».
4)
Το άρθρο 10 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«ΑΡΘΡΟ 10
Μεικτή επιτροπή
1.
Συγκροτείται μεικτή επιτροπή (στο εξής: επιτροπή).
Η επιτροπή απαρτίζεται από εκπροσώπους των μερών.
2.
Η προεδρία της επιτροπής ασκείται από κοινού από εκπρόσωπο της Ένωσης και εκπρόσωπο της Ελβετίας.
3.
Η επιτροπή:
α)
διασφαλίζει την ομαλή λειτουργία και την αποτελεσματική διαχείριση και εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας·
β)
παρέχει φόρουμ αμοιβαίας διαβούλευσης και συνεχούς ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των μερών, ιδίως με σκοπό την εξεύρεση λύσης σε οποιαδήποτε δυσκολία ερμηνείας ή εφαρμογής της συμφωνίας ή νομικής πράξης της Ένωσης στην οποία γίνεται αναφορά στη συμφωνία σύμφωνα με το άρθρο 10 του θεσμικού πρωτοκόλλου της παρούσας συμφωνίας·
γ)
διατυπώνει συστάσεις προς τα μέρη για θέματα που αφορούν την παρούσα συμφωνία·
δ)
εκδίδει αποφάσεις στις περιπτώσεις που προβλέπονται στην παρούσα συμφωνία και εκδίδει, κατόπιν πρότασης ενός εκ των μερών, απόφαση για την προσθήκη κεφαλαίων στο παράρτημα 1 της παρούσας συμφωνίας· και
ε)
είναι υπεύθυνη για τα εξής:
–
τον καθορισμό της διαδικασίας διενέργειας των επαληθεύσεων που προβλέπονται στο άρθρο 7·
–
τον καθορισμό της διαδικασίας διενέργειας των επαληθεύσεων που προβλέπονται στο άρθρο 8·
–
τη λήψη αποφάσεων σχετικά με την αναγνώριση των οργανισμών εκτίμησης της συμμόρφωσης, οι οποίοι αμφισβητούνται βάσει του άρθρου 8·
–
τη λήψη αποφάσεων σχετικά με την ανάκληση της αναγνώρισης αναγνωρισμένων οργανισμών εκτίμησης της συμμόρφωσης, οι οποίοι αμφισβητούνται βάσει του άρθρου 8· και
–
όταν είναι αναγκαίο για τη διασφάλιση της συνοχής, κατόπιν πρότασης ενός από τα μέρη, εκδίδει απόφαση για την τροποποίηση του παραρτήματος 2.
4.
Η επιτροπή αποφασίζει βάσει ομοφωνίας.
Οι αποφάσεις είναι δεσμευτικές για τα μέρη, τα οποία λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεσή τους.
5.
Η επιτροπή συνεδριάζει τουλάχιστον μία φορά ετησίως εκ περιτροπής στις Βρυξέλλες και στη Βέρνη, εκτός αν οι συμπρόεδροι αποφασίσουν διαφορετικά. Συνεδριάζει επίσης κατόπιν αιτήματος ενός εκ των μερών. Οι συμπρόεδροι μπορούν να αποφασίσουν ότι μια συνεδρίαση της επιτροπής μπορεί να διεξαχθεί με βιντεοδιάσκεψη ή τηλεδιάσκεψη.
6.
Η επιτροπή καθορίζει τον εσωτερικό κανονισμό της και τον επικαιροποιεί κατά περίπτωση.
7.
Η επιτροπή μπορεί να αποφασίσει να συγκροτήσει οποιαδήποτε ομάδα εργασίας ή ομάδα εμπειρογνωμόνων που μπορεί να την επικουρεί στην εκτέλεση των καθηκόντων της.».
5)
Το άρθρο 11 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«ΑΡΘΡΟ 11
Αναγνώριση, ανάκληση της αναγνώρισης, τροποποίηση του πεδίου, και αναστολή των οργανισμών εκτίμησης της συμμόρφωσης
1.
Για την αναγνώριση των οργανισμών εκτίμησης της συμμόρφωσης εφαρμόζεται η ακόλουθη διαδικασία σε σχέση με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στα σχετικά κεφάλαια του παραρτήματος 1 και, όσον αφορά τις διατάξεις που καλύπτονται από το άρθρο 1 παράγραφος 2, τις αντίστοιχες ελβετικές διατάξεις που θεσπίζονται ή διατηρούνται σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2 του θεσμικού πρωτοκόλλου:
α)
Ένα μέρος που επιθυμεί να αναγνωριστεί οργανισμός εκτίμησης της συμμόρφωσης κοινοποιεί στο άλλο μέρος γραπτώς την πρότασή του, για τον σκοπό αυτό, επισυνάπτοντας τις κατάλληλες πληροφορίες στο αίτημά του.
β)
Αν το άλλο μέρος αποδέχεται την πρόταση ή αν δεν διατυπώσει αντίρρηση εντός 60 ημερών από την κοινοποίηση της πρότασης, ο οργανισμός εκτίμησης της συμμόρφωσης θεωρείται ως αναγνωρισμένος οργανισμός εκτίμησης της συμμόρφωσης κατά την έννοια του άρθρου 5.
γ)
Σε περίπτωση που το άλλο μέρος διατυπώσει γραπτώς αντιρρήσεις εντός της προαναφερθείσας προθεσμίας των 60 ημερών, εφαρμόζεται το άρθρο 8.
2.
Ένα μέρος μπορεί να ανακαλέσει ή να αναστείλει την αναγνώριση ή να άρει την αναστολή της αναγνώρισης οργανισμού εκτίμησης της συμμόρφωσης, ο οποίος υπάγεται στη δικαιοδοσία του. Το ενδιαφερόμενο μέρος κοινοποιεί αμέσως γραπτώς στο άλλο μέρος την απόφασή του, μαζί με την ημερομηνία της εν λόγω απόφασης. Η ανάκληση, αναστολή ή άρση της αναστολής παράγουν αποτελέσματα από την ημερομηνία αυτή. Κάθε τέτοια ανάκληση ή αναστολή αναγράφεται στον κοινό κατάλογο των αναγνωρισμένων οργανισμών εκτίμησης της συμμόρφωσης που αναφέρεται στο παράρτημα 1.
3.
Ένα μέρος μπορεί να προτείνει την τροποποίηση του πεδίου δραστηριότητας αναγνωρισμένου οργανισμού εκτίμησης της συμμόρφωσης, ο οποίος υπάγεται στη δικαιοδοσία του. Για την επέκταση και τον περιορισμό του πεδίου δραστηριότητας, εφαρμόζονται οι διαδικασίες που προβλέπονται στο άρθρο 11 παράγραφοι 1 και 2, αντίστοιχα.
4.
Ένα μέρος μπορεί, σε εξαιρετικές περιστάσεις, να αμφισβητεί την τεχνική επάρκεια ενός αναγνωρισμένου οργανισμού εκτίμησης της συμμόρφωσης, ο οποίος υπάγεται στη δικαιοδοσία του άλλου μέρους. Στην περίπτωση αυτή, εφαρμόζεται το άρθρο 8.
5.
Οι εκθέσεις, τα πιστοποιητικά, οι εγκρίσεις και οι σημάνσεις πιστότητας που εκδίδει ένας οργανισμός εκτίμησης της συμμόρφωσης μετά την ημερομηνία κατά την οποία ανακλήθηκε ή ανεστάλη η αναγνώρισή του, δεν χρήζουν αναγνώρισης από τα μέρη. Οι εκθέσεις, τα πιστοποιητικά, οι εγκρίσεις και οι σημάνσεις πιστότητας που εκδίδει ένας οργανισμός εκτίμησης της συμμόρφωσης πριν από την ημερομηνία κατά την οποία ανεκλήθη η αναγνώρισή του, εξακολουθούν να αναγνωρίζονται από τα μέρη, εκτός αν η αρμόδια αρχή εξουσιοδότησης έχει περιορίσει ή ακυρώσει την εγκυρότητά τους. Το μέρος, υπό τη δικαιοδοσία του οποίου λειτουργεί η υπεύθυνη αρχή εξουσιοδότησης, κοινοποιεί στο άλλο μέρος γραπτώς τυχόν τέτοιες αλλαγές σχετικά με τον περιορισμό ή την ακύρωση της εγκυρότητας.».
6)
Το άρθρο 12 καταργείται.
7)
Το άρθρο 13 τροποποιείται ως εξής:
α)
ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Επαγγελματικό απόρρητο»·
β)
προστίθεται το ακόλουθο κείμενο ως δεύτερο εδάφιο:
«Οι τεχνικές προσαρμογές των σχετικών κεφαλαίων του παραρτήματος 1 μπορούν να προβλέπουν ειδικές διατάξεις για την προστασία των πληροφοριών, όπως αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο.».
8)
Παρεμβάλλεται νέο άρθρο ως εξής:
«ΑΡΘΡΟ 13α
Διαβαθμισμένες πληροφορίες και ευαίσθητες μη διαβαθμισμένες πληροφορίες
1.
Καμία διάταξη της παρούσας συμφωνίας δεν ερμηνεύεται ως υποχρέωση των μερών να γνωστοποιούν διαβαθμισμένες πληροφορίες.
2.
Ο χειρισμός και η προστασία διαβαθμισμένων πληροφοριών ή υλικού που παρέχονται από τα μέρη ή ανταλλάσσονται μεταξύ τους δυνάμει της παρούσας συμφωνίας πραγματοποιούνται βάσει της συμφωνίας μεταξύ της Ελβετικής Συνομοσπονδίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με διαδικασίες ασφαλείας για την ανταλλαγή διαβαθμισμένων πληροφοριών, η οποία υπογράφηκε στις Βρυξέλλες στις 28 Απριλίου 2008, καθώς και βάσει κάθε ρύθμισης ασφαλείας για την εκτέλεσή της.
3.
Η επιτροπή εκδίδει, μέσω απόφασης, οδηγίες χειρισμού για τη διασφάλιση της προστασίας των ευαίσθητων μη διαβαθμισμένων πληροφοριών που ανταλλάσσονται μεταξύ των μερών.».
9)
Το άρθρο 17 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«ΑΡΘΡΟ 17
Εδαφικό πεδίο εφαρμογής
Η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται, αφενός, στο έδαφος στο οποίο εφαρμόζονται η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και η Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και υπό τους όρους που προβλέπουν οι εν λόγω συνθήκες και, αφετέρου, στο έδαφος της Ελβετίας.».
ΑΡΘΡΟ 2
Τροποποιήσεις του παραρτήματος 1
Το παράρτημα 1 τροποποιείται ως εξής:
1)
Προστίθεται το ακόλουθο κείμενο μετά τον κατάλογο των κεφαλαίων:
«ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΡΘΡΟ 1
Εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά σε τυχόν τεχνικές προσαρμογές, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που προβλέπονται για τα κράτη μέλη της Ένωσης στις νομικές πράξεις της Ένωσης οι οποίες ενσωματώνονται στο παρόν παράρτημα θεωρείται ότι προβλέπονται και για την Ελβετία. Αυτό ισχύει με πλήρη σεβασμό του θεσμικού πρωτοκόλλου της παρούσας συμφωνίας. Για λόγους σαφήνειας, δεδομένων των ιδιαιτεροτήτων της παρούσας συμφωνίας, τα ανωτέρω ισχύουν μόνο όταν τα εν λόγω δικαιώματα και υποχρεώσεις εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας.
ΑΡΘΡΟ 2
1.
Όταν ένα κράτος μέλος της Ένωσης πρέπει να υποβάλει πληροφορίες στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή (στο εξής: Επιτροπή), η Ελβετία υποβάλλει τις εν λόγω πληροφορίες στην Επιτροπή μέσω της επιτροπής. Όταν η Επιτροπή υποβάλλει πληροφορίες σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη της Ένωσης, όσον αφορά την Ελβετία, η Επιτροπή υποβάλλει τις πληροφορίες αυτές στην Ελβετία μέσω της επιτροπής, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στις τεχνικές προσαρμογές των ειδικών κεφαλαίων του παρόντος παραρτήματος.
2.
Όταν οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών της Ένωσης πρέπει να υποβάλουν πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές άλλου κράτους μέλους της Ένωσης, υποβάλλουν επίσης τις εν λόγω πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές της Ελβετίας, ενημερώνοντας παράλληλα την Επιτροπή, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στις τεχνικές προσαρμογές των ειδικών κεφαλαίων του παρόντος παραρτήματος. Οι αρμόδιες αρχές της Ελβετίας υποβάλλουν πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών της Ένωσης και ενημερώνουν την Επιτροπή.
3.
Η επιτροπή μπορεί, μέσω τεχνικών προσαρμογών στα ειδικά κεφάλαια του παρόντος παραρτήματος, να συμφωνήσει σε κατάλληλες λύσεις για την άμεση ανταλλαγή πληροφοριών σε τομείς στους οποίους απαιτείται ταχεία διαβίβαση πληροφοριών.
4.
Οι παράγραφοι 1 και 2 δεν θίγουν τους ειδικούς τομεακούς κανόνες και τις ρυθμίσεις που ισχύουν για την ανταλλαγή πληροφοριών μέσω συστημάτων πληροφοριών.
ΑΡΘΡΟ 3
Όταν νομική πράξη της Ένωσης που ορίζεται στο παρόν παράρτημα επιβάλλει στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών της Ένωσης ή στους οικονομικούς φορείς στα κράτη μέλη της Ένωσης την υποχρέωση να παρέχουν πληροφορίες ή δεδομένα μέσω ψηφιακών εργαλείων, και όταν αυτό είναι συναφές για την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας, κάθε ειδικό κεφάλαιο του παρόντος παραρτήματος προσδιορίζει αν οι αρμόδιες ελβετικές αρχές και οι οικονομικοί φορείς στην Ελβετία μπορούν να παρέχουν τις εν λόγω πληροφορίες και/ή δεδομένα χρησιμοποιώντας τη σχετική ελβετική διεπαφή. Όταν ειδικό κεφάλαιο του παρόντος παραρτήματος επιτρέπει τη χρήση της εν λόγω διεπαφής, η έκταση και οι όροι της εν λόγω χρήσης συμφωνούνται και καθορίζονται στο ίδιο κεφάλαιο.
ΑΡΘΡΟ 4
1.
Όταν οι νομικές πράξεις της Ένωσης που ορίζονται στο παρόν παράρτημα, ή οι αντίστοιχες ελβετικές διατάξεις που θεσπίζονται ή διατηρούνται σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2 του θεσμικού πρωτοκόλλου, αναθέτουν ειδικές υποχρεώσεις σε οικονομικούς φορείς, πρόσωπα ή οντότητες που είναι εγκατεστημένα στην Ένωση ή στην Ελβετία, αντίστοιχα, οι υποχρεώσεις μπορούν επίσης να εκπληρώνονται, όταν αυτό είναι συναφές για τους σκοπούς της εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας, από οικονομικούς φορείς, πρόσωπα ή οντότητες που είναι εγκατεστημένα στην Ελβετία ή στην Ένωση, αντίστοιχα, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στις τεχνικές προσαρμογές των ειδικών κεφαλαίων του παρόντος παραρτήματος.
2.
Όταν οι νομικές πράξεις της Ένωσης που ορίζονται στο παρόν παράρτημα ή οι αντίστοιχες ελβετικές διατάξεις που θεσπίζονται ή διατηρούνται σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2 του θεσμικού πρωτοκόλλου προβλέπουν ότι συγκεκριμένο πληροφοριακό στοιχείο πρέπει να τίθεται στη διάθεση των αρμόδιων αρχών ενός μέρους από οικονομικό φορέα, πρόσωπο ή οντότητα που αναφέρεται στην πρώτη παράγραφο του παρόντος άρθρου, οι εν λόγω αρχές μπορούν να επικοινωνούν με τις αρμόδιες αρχές του άλλου μέρους ή να έρχονται σε άμεση επαφή με τους εν λόγω οικονομικούς φορείς, πρόσωπα ή οντότητες στο έδαφος του άλλου μέρους, προκειμένου να λάβουν τις εν λόγω πληροφορίες.».
2)
Στο κεφάλαιο 4, θα προστεθεί η ακόλουθη πρόταση σε θέση που θα καθοριστεί κατά την εκτέλεση των τεχνικών εργασιών:
«Για λόγους σαφήνειας, η Ελβετία θα συμμετέχει στην Επιτροπή Ιατροτεχνολογικών Προϊόντων και στο Συντονιστικό Όργανο Ιατροτεχνολογικών Προϊόντων ως παρατηρητής, σύμφωνα με τον σχετικό εσωτερικό κανονισμό.».
3)
Στο κεφάλαιο 5, προστίθεται μετά τον τίτλο το ακόλουθο εδάφιο:
«Το παρόν κεφάλαιο καλύπτει τις συσκευές με καύση αέριων καυσίμων, όπως ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2016/426, οι οποίες παρατίθενται στο σημείο 1 του τμήματος I του παρόντος κεφαλαίου, καθώς και τις απαιτήσεις ενεργειακής απόδοσης και εκπομπών για τους λέβητες ζεστού νερού που τροφοδοτούνται με υγρά ή αέρια καύσιμα, όπως ορίζονται στην οδηγία 92/42/ΕΟΚ, οι οποίοι παρατίθενται στο σημείο 2 του τμήματος I του παρόντος κεφαλαίου.».
4)
Στο κεφάλαιο 5, το τμήμα I αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Τμήμα I
Νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις
Διατάξεις που καλύπτονται από το άρθρο 1 παράγραφος 2
|
Ευρωπαϊκή Ένωση
|
1.
|
Κανονισμός (ΕΕ) 2016/426 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2016, σχετικά με τις συσκευές με καύση αέριων καυσίμων και την κατάργηση της οδηγίας 2009/142/ΕΚ (ΕΕ L 81 της 31.3.2016, σ. 99).
|
|
|
2.
|
Οδηγία 92/42/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, σχετικά με τις απαιτήσεις απόδοσης για τους νέους λέβητες ζεστού νερού που τροφοδοτούνται με υγρά ή αέρια καύσιμα (ΕΕ L 167 της 22.6.1992, σ. 17), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 813/2013 της Επιτροπής, της 2ας Αυγούστου 2013, για την εφαρμογή της οδηγίας 2009/125/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού των θερμαντήρων χώρου και των θερμαντήρων συνδυασμένης λειτουργίας (ΕΕ L 239 της 6.9.2013, σ. 136).»·
|
5)
Στο κεφάλαιο 11, το τμήμα I αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Τμήμα I
Νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις
Α.
Διατάξεις που καλύπτονται από το άρθρο 1 παράγραφος 1
|
Ευρωπαϊκή Ένωση
|
1.
|
Οδηγία 2007/45/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Σεπτεμβρίου 2007, για τη θέσπιση κανόνων σχετικά με τις ονομαστικές ποσότητες για προσυσκευασμένα προϊόντα, για την κατάργηση των οδηγιών του Συμβουλίου 75/106/ΕΟΚ και 80/232/ΕΟΚ και για την τροποποίηση της οδηγίας 76/211/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 247 της 21.9.2007, σ. 17), που ισχύει από τις 11 Απριλίου 2009.
|
|
Ελβετία
|
100.
|
Διάταγμα της 5ης Σεπτεμβρίου 2012 σχετικά με τις ποσότητες που δηλώνονται για προϊόντα μη συσκευασμένα και προσυσκευασμένα (RS 941.204), όπως τροποποιήθηκε στη συνέχεια.
|
|
|
101.
|
Διάταγμα του Ομοσπονδιακού υπουργείου Δικαιοσύνης και Αστυνομίας, της 10ης Σεπτεμβρίου 2012, σχετικά με τις ποσότητες που δηλώνονται για προϊόντα μη συσκευασμένα και προσυσκευασμένα (RS 941.204.1), όπως τροποποιήθηκε στη συνέχεια.
|
Β.
Διατάξεις που καλύπτονται από το άρθρο 1 παράγραφος 2
|
Ευρωπαϊκή Ένωση
|
1.
|
Οδηγία 2009/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με τις κοινές διατάξεις για τα όργανα μετρήσεως και για τις μεθόδους μετρολογικού ελέγχου (αναδιατύπωση) (ΕΕ L 106 της 28.4.2009, σ. 7).
|
|
|
2.
|
Οδηγία 75/107/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1974, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στις φιάλες που χρησιμοποιούνται ως μετροδοχεία (ΕΕ L 42 της 15.2.1975, σ. 14).
|
|
|
3.
|
Οδηγία 76/211/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Ιανουαρίου 1976, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στην προπαρασκευή σε μάζα ή όγκο ορισμένων προϊόντων σε προσυσκευασία (ΕΕ L 46 της 21.2.1976, σ. 1).
|
|
|
4.
|
Οδηγία 80/181/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1979, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στις μονάδες μετρήσεως και καταργήσεως της οδηγίας 71/354/ΕΟΚ (ΕΕ L 39 της 15.2.1980, σ. 40) όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2009/3/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2009 (ΕΕ L 114 της 7.5.2009, σ. 10).
|
|
|
5.
|
Οδηγία 2014/31/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τη διαθεσιμότητα στην αγορά οργάνων ζύγισης μη αυτόματης λειτουργίας (αναδιατύπωση) (ΕΕ L 96 της 29.3.2014, σ. 107).
|
|
|
6.
|
Οδηγία 2014/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τη διαθεσιμότητα των οργάνων μετρήσεων στην αγορά (ΕΕ L 96 της 29.3.2014, σ. 149).
|
|
|
7.
|
Οδηγία 2011/17/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2011, για την κατάργηση των οδηγιών του Συμβουλίου 71/317/ΕΟΚ, 71/347/ΕΟΚ, 71/349/ΕΟΚ, 74/148/ΕΟΚ, 75/33/ΕΟΚ, 76/765/ΕΟΚ, 76/766/ΕΟΚ και 86/217/ΕΟΚ σχετικά με τη μετρολογία (ΕΕ L 71 της 18.3.2011, σ. 1).».
|
6)
Στο κεφάλαιο 15, θα προστεθεί η ακόλουθη πρόταση σε θέση που θα καθοριστεί κατά την εκτέλεση των τεχνικών εργασιών:
«Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 4 του θεσμικού πρωτοκόλλου, η Ελβετία δεν συμμετέχει στην κατάρτιση των προτάσεων και των σχεδίων που αναφέρονται σ’ αυτό και αφορούν την ανάπτυξη, την παρασκευή, τη διάθεση στην αγορά και τη χρήση φαρμάκων, μεταξύ άλλων στο πλαίσιο των διαδικασιών που αφορούν τα φάρμακα, ούτε ζητείται εν προκειμένω η γνώμη εμπειρογνωμόνων της Ελβετίας. Η εφαρμογή από την Ελβετία των σχετικών διατάξεων των νομικών πράξεων της Ένωσης που απαριθμούνται στο παρόν τμήμα, σύμφωνα με το άρθρο 1 του παραρτήματος 1, δεν παρέχει στην Ελβετία το δικαίωμα να συμμετέχει στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων, παρά μόνο ως παρατηρητής στις συνεδριάσεις της ομάδας εργασίας επιθεωρητών ΟΠΠ/ΟΠΔ, σύμφωνα με τον σχετικό εσωτερικό κανονισμό.».
ΑΡΘΡΟ 3
Έναρξη ισχύος
1.
Το παρόν πρωτόκολλο κυρώνεται ή εγκρίνεται από τα συμβαλλόμενα μέρη σύμφωνα με τις κατ’ ιδίαν διαδικασίες. Τα συμβαλλόμενα μέρη κοινοποιούν αμοιβαία την ολοκλήρωση των εσωτερικών διαδικασιών που είναι αναγκαίες για την έναρξη ισχύος του παρόντος πρωτοκόλλου.
2.
Το παρόν πρωτόκολλο αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του δεύτερου μήνα που έπεται της τελευταίας κοινοποίησης όσον αφορά τις ακόλουθες πράξεις:
α)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων·
β)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων·
γ)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές·
δ)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές·
ε)
Πρωτόκολλο για τις κρατικές ενισχύσεις της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές·
στ)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών·
ζ)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών·
η)
Πρωτόκολλο για τις κρατικές ενισχύσεις της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών·
θ)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων·
ι)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας αμοιβαίας αναγνώρισης σχετικά με την αξιολόγηση της πιστότητας, μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας·
ια)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας στη μείωση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση·
ιβ)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενεργείας, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, σχετικά με τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σε προγράμματα της Ένωσης·
ιγ)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας στον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Διαστημικό Πρόγραμμα.
[Τόπος], στις [...], σε δύο αντίτυπα στην αγγλική, βουλγαρική, γαλλική, γερμανική, δανική, ελληνική, εσθονική, ιρλανδική, ισπανική, ιταλική, κροατική, λετονική, λιθουανική, μαλτέζικη, ολλανδική, ουγγρική, πολωνική, πορτογαλική, ρουμανική, σλοβακική, σλοβενική, σουηδική, τσεχική και φινλανδική γλώσσα, όλα δε τα κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά.
ΣΕ ΠΙΣΤΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩ, οι υπογράφοντες πληρεξούσιοι, δεόντως εξουσιοδοτημένοι, έθεσαν την υπογραφή τους κάτω από το παρόν πρωτόκολλο.
(Πεδίο υπογραφών και στις 24 γλώσσες της ΕΕ: «Για την Ευρωπαϊκή Ένωση» και «Για την Ελβετική Συνομοσπονδία»)
ΘΕΣΜΙΚΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ
ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ
ΑΜΟΙΒΑΙΑΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ
ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΟΤΗΤΑΣ,
ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ
ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΒΕΤΙΚΗΣ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ
Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ, καλούμενη στο εξής «Ένωση»,
και
Η ΕΛΒΕΤΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ, καλούμενη στο εξής «Ελβετία»,
στο εξής καλούμενες «συμβαλλόμενα μέρη»·
ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ ότι η Ένωση και η Ελβετία δεσμεύονται από πολυάριθμες διμερείς συμφωνίες οι οποίες καλύπτουν διάφορους τομείς και προβλέπουν ειδικά δικαιώματα και υποχρεώσεις, παρόμοια, από ορισμένες απόψεις, με εκείνα που προβλέπονται εντός της Ένωσης·
ΥΠΕΝΘΥΜΙΖΟΝΤΑΣ ότι σκοπός των εν λόγω διμερών συμφωνιών είναι να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης και να δημιουργηθούν στενότεροι οικονομικοί δεσμοί μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, με βάση την ισότητα, την αμοιβαιότητα και τη γενική ισορροπία των πλεονεκτημάτων, των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεών τους·
ΑΠΟΦΑΣΙΣΜΕΝΕΣ να ενισχύσουν και να εμβαθύνουν τη συμμετοχή της Ελβετίας στην εσωτερική αγορά της Ένωσης, με βάση τους ίδιους κανόνες με εκείνους που ισχύουν για την εσωτερική αγορά, διατηρώντας παράλληλα την ανεξαρτησία τους και την ανεξαρτησία των θεσμικών οργάνων τους και, όσον αφορά την Ελβετία, τον σεβασμό των αρχών που απορρέουν από την άμεση δημοκρατία, το ομοσπονδιακό σύστημα και τον τομεακό χαρακτήρα της συμμετοχής της στην εσωτερική αγορά·
ΕΠΑΝΑΒΕΒΑΙΩΝΟΝΤΑΣ ότι διατηρείται η αρμοδιότητα του Ελβετικού Ομοσπονδιακού Ανώτατου Δικαστηρίου και όλων των άλλων ελβετικών δικαστηρίων, καθώς και η αρμοδιότητα των δικαστηρίων των κρατών μελών και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να ερμηνεύουν τη συμφωνία σε μεμονωμένες περιπτώσεις·
ΕΧΟΝΤΑΣ ΕΠΙΓΝΩΣΗ της διασφάλισης της ομοιομορφίας των τομέων που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία, τόσο των τρεχόντων όσο και των μελλοντικών,
ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ ΤΑ ΕΞΗΣ:
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΡΘΡΟ 1
Στόχοι
1.
Στόχος του παρόντος πρωτοκόλλου είναι να διασφαλίσει, για τα συμβαλλόμενα μέρη, καθώς και για τους οικονομικούς φορείς και τους ιδιώτες, μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου, ίση μεταχείριση και ισότιμους όρους ανταγωνισμού στον τομέα της εσωτερικής αγοράς που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας αμοιβαίας αναγνώρισης σχετικά με την αξιολόγηση της πιστότητας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της ελβετικής συνομοσπονδίας, η οποία υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο στις 21 Ιουνίου 1999 (στο εξής: συμφωνία).
2.
Για τον σκοπό αυτόν, το παρόν πρωτόκολλο παρέχει νέες θεσμικές λύσεις που διευκολύνουν τη συνεχή και ισόρροπη ενίσχυση των οικονομικών σχέσεων μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών. Το παρόν πρωτόκολλο, λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές του διεθνούς δικαίου, καθορίζει, ιδίως, θεσμικές λύσεις για τη συμφωνία οι οποίες είναι κοινές στις διμερείς συμφωνίες που έχουν συναφθεί ή πρόκειται να συναφθούν στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία, χωρίς να μεταβάλλει το πεδίο εφαρμογής ή τους στόχους της συμφωνίας, και ειδικότερα:
α)
τη διαδικασία ευθυγράμμισης της συμφωνίας με τις νομικές πράξεις της Ένωσης που είναι συναφείς με τη συμφωνία·
β)
την ομοιόμορφη ερμηνεία και εφαρμογή της συμφωνίας και των νομικών πράξεων της Ένωσης στις οποίες γίνεται αναφορά στη συμφωνία·
γ)
την εποπτεία και την εφαρμογή της συμφωνίας· και
δ)
την επίλυση των διαφορών στο πλαίσιο της συμφωνίας.
ΑΡΘΡΟ 2
Σχέση με τη συμφωνία
1.
Το παρόν πρωτόκολλο, το παράρτημά του και το προσάρτημά του αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας.
2.
Οι διατάξεις της συμφωνίας οι οποίες καταργούνται με το παρόν πρωτόκολλο παρατίθενται κατωτέρω:
α)
άρθρο 1 παράγραφος 3·
β)
άρθρο 14·
γ)
άρθρο 19.
3.
Αναφορές στην «Ευρωπαϊκή Κοινότητα» ή στην «Κοινότητα» στη συμφωνία νοούνται ως αναφορές στην Ένωση.
ΑΡΘΡΟ 3
Διμερείς συμφωνίες στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά
στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία
1.
Οι υφιστάμενες και μελλοντικές διμερείς συμφωνίες μεταξύ της Ένωσης και της Ελβετίας στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία θεωρείται ότι αποτελούν συνεκτικό σύνολο το οποίο εξασφαλίζει ισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μεταξύ της Ένωσης και της Ελβετίας.
2.
Η συμφωνία αποτελεί διμερή συμφωνία σε τομέα σχετικό με την εσωτερική αγορά στον οποίο συμμετέχει η Ελβετία.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
ΕΥΘΥΓΡΑΜΜΙΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ
ΜΕ ΤΙΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
ΑΡΘΡΟ 4
Συμμετοχή στη σύνταξη νομικών πράξεων της Ένωσης («διαμόρφωση αποφάσεων»)
1.
Κατά τη σύνταξη πρότασης για την έκδοση νομικής πράξης της Ένωσης σύμφωνα με τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΣΛΕΕ) στον τομέα που καλύπτεται από τη συμφωνία, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (στο εξής: Επιτροπή) ενημερώνει σχετικά την Ελβετία και ζητεί ανεπίσημα τη γνώμη εμπειρογνωμόνων της Ελβετίας κατά τον ίδιο τρόπο που ζητεί τη γνώμη εμπειρογνωμόνων των κρατών μελών της Ένωσης για τη σύνταξη των προτάσεών της.
Κατόπιν αιτήματος οποιουδήποτε συμβαλλόμενου μέρους, πραγματοποιείται προκαταρκτική ανταλλαγή απόψεων στο πλαίσιο της μεικτής επιτροπής.
Τα συμβαλλόμενα μέρη διαβουλεύονται μεταξύ τους εκ νέου, κατόπιν αιτήματος ενός εξ αυτών, στο πλαίσιο της μεικτής επιτροπής σε σημαντικές στιγμές του σταδίου που προηγείται της έκδοσης της νομικής πράξης από την Ένωση, στο πλαίσιο συνεχούς διαδικασίας ενημέρωσης και διαβούλευσης.
2.
Κατά την κατάρτιση, σύμφωνα με τη ΣΛΕΕ, κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων σχετικά με βασικές πράξεις του ενωσιακού δικαίου στον τομέα που καλύπτεται από τη συμφωνία, η Επιτροπή εξασφαλίζει την ευρύτερη δυνατή συμμετοχή της Ελβετίας στην κατάρτιση των σχεδίων και διαβουλεύεται με εμπειρογνώμονες της Ελβετίας στην ίδια βάση στην οποία διαβουλεύεται με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών της Ένωσης.
3.
Κατά την κατάρτιση, σύμφωνα με τη ΣΛΕΕ, εκτελεστικών πράξεων σχετικά με βασικές πράξεις του ενωσιακού δικαίου στον τομέα που καλύπτεται από τη συμφωνία, η Επιτροπή εξασφαλίζει την ευρύτερη δυνατή συμμετοχή της Ελβετίας στην κατάρτιση των σχεδίων που θα υποβληθούν αργότερα στις επιτροπές που επικουρούν την Επιτροπή κατά την άσκηση των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων της και διαβουλεύεται με εμπειρογνώμονες της Ελβετίας στην ίδια βάση στην οποία διαβουλεύεται με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών της Ένωσης.
4.
Οι εμπειρογνώμονες της Ελβετίας συμμετέχουν στις εργασίες των επιτροπών που δεν καλύπτονται από τις παραγράφους 2 και 3, όταν αυτό απαιτείται για την ορθή λειτουργία της συμφωνίας. Η μεικτή επιτροπή καταρτίζει και επικαιροποιεί κατάλογο των εν λόγω επιτροπών και, κατά περίπτωση, άλλων επιτροπών με παρόμοια χαρακτηριστικά.
5.
Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται όσον αφορά νομικές πράξεις της Ένωσης ή διατάξεις τους οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής εξαίρεσης που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 7.
ΑΡΘΡΟ 5
Ενσωμάτωση νομικών πράξεων της Ένωσης
1.
Προκειμένου να εξασφαλιστούν η ασφάλεια δικαίου και η ομοιογένεια του δικαίου στον τομέα που σχετίζεται με την εσωτερική αγορά στον οποίο συμμετέχει η Ελβετία δυνάμει της συμφωνίας, η Ελβετία και η Ένωση διασφαλίζουν ότι οι νομικές πράξεις της Ένωσης οι οποίες εκδίδονται στον τομέα που καλύπτεται από τη συμφωνία ενσωματώνονται στη συμφωνία το συντομότερο δυνατόν μετά την έκδοσή τους.
2.
Η Ελβετία θεσπίζει ή διατηρεί στην έννομη τάξη της διατάξεις με σκοπό την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκεται από τις νομικές πράξεις της Ένωσης οι οποίες ενσωματώνονται στη συμφωνία σύμφωνα με την παράγραφο 4, με την επιφύλαξη, κατά περίπτωση, των προσαρμογών που αποφασίζονται από τη μεικτή επιτροπή.
3.
Η Ένωση, όταν εκδίδει νομική πράξη στον τομέα που καλύπτεται από τη συμφωνία, ενημερώνει σχετικά την Ελβετία το συντομότερο δυνατόν μέσω της μεικτής επιτροπής. Κατόπιν αιτήματος οποιουδήποτε συμβαλλόμενου μέρους, η μεικτή επιτροπή προβαίνει σε ανταλλαγή απόψεων επί του θέματος.
4.
Η μεικτή επιτροπή ενεργεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 εκδίδοντας απόφαση το συντομότερο δυνατόν για την τροποποίηση του παραρτήματος 1 της συμφωνίας, συμπεριλαμβανομένων των αναγκαίων προσαρμογών.
5.
Με την επιφύλαξη των παραγράφων 1 και 2, αν είναι αναγκαίο για να εξασφαλιστεί η συνοχή της συμφωνίας με το παράρτημα 1, όπως τροποποιήθηκε σύμφωνα με την παράγραφο 4, η μεικτή επιτροπή μπορεί να προτείνει, προς έγκριση από τα συμβαλλόμενα μέρη σύμφωνα με τις εσωτερικές τους διαδικασίες, την αναθεώρηση της συμφωνίας.
6.
Οι αναφορές της συμφωνίας σε νομικές πράξεις της Ένωσης που δεν ισχύουν πλέον νοούνται ως αναφορές στην καταργούσα νομική πράξη της Ένωσης, όπως έχει ενσωματωθεί στο παράρτημα 1 της συμφωνίας, από την έναρξη ισχύος της απόφασης της μεικτής επιτροπής σχετικά με την αντίστοιχη τροποποίηση του παραρτήματος 1 της συμφωνίας σύμφωνα με την παράγραφο 4, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στην εν λόγω απόφαση.
7.
Η υποχρέωση που ορίζεται στην παράγραφο 1 δεν ισχύει για νομικές πράξεις της Ένωσης ή διατάξεις τους οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής εξαίρεσης που παρατίθεται κατωτέρω:
–
άρθρο 1 παράγραφος 1.
8.
Με την επιφύλαξη του άρθρου 6, οι αποφάσεις της μεικτής επιτροπής δυνάμει της παραγράφου 4 αρχίζουν να ισχύουν πάραυτα, αλλά σε καμία περίπτωση πριν από την ημερομηνία κατά την οποία η αντίστοιχη νομική πράξη της Ένωσης αρχίζει να εφαρμόζεται στην Ένωση.
9.
Τα συμβαλλόμενα μέρη συνεργάζονται καλόπιστα καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας που ορίζεται στο παρόν άρθρο, προκειμένου να διευκολύνουν τη λήψη αποφάσεων.
ΑΡΘΡΟ 6
Εκπλήρωση συνταγματικών υποχρεώσεων από την Ελβετία
1.
Κατά την ανταλλαγή απόψεων που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 3, η Ελβετία ενημερώνει την Ένωση αν απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 4 απαιτεί την εκπλήρωση συνταγματικών υποχρεώσεων από την Ελβετία προκειμένου να καταστεί δεσμευτική.
2.
Όταν η απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 4 απαιτεί από την Ελβετία να εκπληρώσει συνταγματικές υποχρεώσεις προκειμένου να καταστεί δεσμευτική, η Ελβετία διαθέτει μέγιστη προθεσμία δύο ετών από την ημερομηνία της ενημέρωσης που προβλέπεται στην παράγραφο 1, εκτός αν κινηθεί διαδικασία δημοψηφίσματος, οπότε η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά ένα έτος.
3.
Εν αναμονή της ενημέρωσης από την Ελβετία ότι έχει εκπληρώσει τις συνταγματικές της υποχρεώσεις, τα συμβαλλόμενα μέρη εφαρμόζουν προσωρινά την απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 4, εκτός αν η Ελβετία ενημερώσει την Ένωση ότι η προσωρινή εφαρμογή της απόφασης δεν είναι δυνατή και εκθέσει τους σχετικούς λόγους.
Η απόφαση δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εφαρμοστεί προσωρινά πριν από την ημερομηνία κατά την οποία η αντίστοιχη νομική πράξη της Ένωσης αρχίζει να εφαρμόζεται στην Ένωση.
4.
Η Ελβετία ενημερώνει την Ένωση μέσω της μεικτής επιτροπής αμέσως μόλις εκπληρώσει τις συνταγματικές υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1.
5.
Η απόφαση αρχίζει να ισχύει την ημέρα της ενημέρωσης που προβλέπεται στην παράγραφο 4, αλλά σε καμία περίπτωση πριν από την ημερομηνία κατά την οποία η αντίστοιχη νομική πράξη της Ένωσης αρχίζει να εφαρμόζεται στην Ένωση.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ
ΑΡΘΡΟ 7
Αρχή της ομοιόμορφης ερμηνείας
1.
Για την επίτευξη των στόχων που καθορίζονται στο άρθρο 1 και σύμφωνα με τις αρχές του δημόσιου διεθνούς δικαίου, οι διμερείς συμφωνίες στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία και οι νομικές πράξεις της Ένωσης στις οποίες γίνεται αναφορά στις εν λόγω συμφωνίες ερμηνεύονται και εφαρμόζονται ομοιόμορφα στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία.
2.
Οι νομικές πράξεις της Ένωσης στις οποίες γίνεται αναφορά στη συμφωνία και οι διατάξεις της συμφωνίας, στον βαθμό που η εφαρμογή τους περιλαμβάνει έννοιες του ενωσιακού δικαίου, ερμηνεύονται και εφαρμόζονται σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πριν ή μετά την υπογραφή της συμφωνίας.
ΑΡΘΡΟ 8
Αρχή της αποτελεσματικής και αρμονικής εφαρμογής
1.
Η Επιτροπή και οι αρμόδιες ελβετικές αρχές συνεργάζονται και αλληλοεπικουρούνται για να διασφαλίσουν την εποπτεία της εφαρμογής της συμφωνίας. Μπορούν να ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες εποπτείας της εφαρμογής της συμφωνίας. Μπορούν να ανταλλάσσουν απόψεις και να συζητούν θέματα αμοιβαίου ενδιαφέροντος.
2.
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσει την αποτελεσματική και αρμονική εφαρμογή της συμφωνίας στο έδαφός του.
3.
Η εποπτεία της εφαρμογής της συμφωνίας διενεργείται από κοινού από τα συμβαλλόμενα μέρη στο πλαίσιο της μεικτής επιτροπής.
Αν η Επιτροπή ή οι αρμόδιες ελβετικές αρχές αντιληφθούν περίπτωση πλημμελούς εφαρμογής, το θέμα μπορεί να παραπεμφθεί στη μεικτή επιτροπή με σκοπό την εξεύρεση αποδεκτής λύσης.
4.
Η Επιτροπή και οι αρμόδιες ελβετικές αρχές παρακολουθούν αντίστοιχα την εφαρμογή της συμφωνίας από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Εφαρμόζεται η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 10.
Στον βαθμό που ορισμένες εποπτικές αρμοδιότητες των θεσμικών οργάνων της Ένωσης όσον αφορά ένα συμβαλλόμενο μέρος είναι αναγκαίες για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής και αρμονικής εφαρμογής της συμφωνίας, όπως οι εξουσίες έρευνας και λήψης αποφάσεων, η συμφωνία πρέπει να τις προβλέπει ειδικά.
ΑΡΘΡΟ 9
Αρχή της αποκλειστικότητας
Τα συμβαλλόμενα μέρη δεσμεύονται να μην υποβάλλουν διαφορά σχετικά με την ερμηνεία ή την εφαρμογή της συμφωνίας και των νομικών πράξεων της Ένωσης στις οποίες γίνεται αναφορά στη συμφωνία ή, κατά περίπτωση, σχετικά με τη συμμόρφωση με τη συμφωνία απόφασης που εκδίδεται από την Επιτροπή βάσει της συμφωνίας σε οποιαδήποτε μέθοδο επίλυσης πλην εκείνων που προβλέπονται στο παρόν πρωτόκολλο.
ΑΡΘΡΟ 10
Διαδικασία σε περίπτωση δυσκολίας ερμηνείας ή εφαρμογής
1.
Σε περίπτωση δυσκολίας ερμηνείας ή εφαρμογής της συμφωνίας ή νομικής πράξης της Ένωσης στην οποία γίνεται αναφορά στη συμφωνία, τα συμβαλλόμενα μέρη διαβουλεύονται μεταξύ τους στο πλαίσιο της μεικτής επιτροπής για την εξεύρεση αμοιβαία αποδεκτής λύσης. Για τον σκοπό αυτόν, παρέχονται στη μεικτή επιτροπή όλα τα χρήσιμα πληροφοριακά στοιχεία, ώστε να μπορεί να προβεί σε λεπτομερή εξέταση της κατάστασης. Η μεικτή επιτροπή εξετάζει όλες τις δυνατότητες που επιτρέπουν τη διατήρηση της ορθής λειτουργίας της συμφωνίας.
2.
Αν η μεικτή επιτροπή δεν κατορθώσει να βρει λύση στη δυσκολία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 εντός τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία παραπέμφθηκε σ’ αυτήν το θέμα της δυσκολίας, οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη μπορεί να ζητήσει από διαιτητικό δικαστήριο να επιλύσει τη διαφορά σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται στο προσάρτημα.
3.
Όταν η διαφορά εγείρει ζήτημα ερμηνείας ή εφαρμογής διάταξης που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2, και εφόσον η ερμηνεία της διάταξης αυτής είναι συναφής για την επίλυση της διαφοράς και αναγκαία για να μπορέσει το διαιτητικό δικαστήριο να εκδώσει απόφαση, το διαιτητικό δικαστήριο παραπέμπει το ζήτημα αυτό στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Όταν η διαφορά εγείρει ζήτημα ερμηνείας ή εφαρμογής διάταξης που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής εξαίρεσης από την υποχρέωση δυναμικής ευθυγράμμισης που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 7, και όταν η διαφορά δεν αφορά την ερμηνεία ή την εφαρμογή εννοιών του ενωσιακού δικαίου, το διαιτητικό δικαστήριο επιλύει τη διαφορά χωρίς να την παραπέμψει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
4.
Όταν το διαιτητικό δικαστήριο υποβάλλει ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με την παράγραφο 3:
α)
η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι δεσμευτική για το διαιτητικό δικαστήριο· και
β)
η Ελβετία απολαμβάνει τα ίδια δικαιώματα με τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα της Ένωσης και υπόκειται στις ίδιες διαδικασίες ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τηρουμένων των αναλογιών.
5.
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί καλόπιστα με την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου.
Το συμβαλλόμενο μέρος το οποίο, κατά την κρίση του διαιτητικού δικαστηρίου, δεν συμμορφώθηκε με τη συμφωνία ενημερώνει το άλλο συμβαλλόμενο μέρος μέσω της μεικτής επιτροπής σχετικά με τα μέτρα που έλαβε για να συμμορφωθεί με την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου.
ΑΡΘΡΟ 11
Αντισταθμιστικά μέτρα
1.
Αν το συμβαλλόμενο μέρος το οποίο, κατά την κρίση του διαιτητικού δικαστηρίου, δεν συμμορφώθηκε με τη συμφωνία δεν ενημερώσει το άλλο συμβαλλόμενο μέρος, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο IV.2 παράγραφος 6 του προσαρτήματος, σχετικά με τα μέτρα που έλαβε για να συμμορφωθεί με την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου, ή αν το άλλο συμβαλλόμενο μέρος θεωρεί ότι τα κοινοποιηθέντα μέτρα δεν συμμορφώνονται με την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου, το εν λόγω άλλο συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να λάβει αναλογικά αντισταθμιστικά μέτρα στο πλαίσιο της συμφωνίας ή οποιασδήποτε άλλης διμερούς συμφωνίας στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία (στο εξής: αντισταθμιστικά μέτρα), προκειμένου να αντιμετωπιστεί ενδεχόμενη ανισορροπία. Κοινοποιεί στο συμβαλλόμενο μέρος το οποίο, κατά την κρίση του διαιτητικού δικαστηρίου, δεν συμμορφώθηκε με τη συμφωνία τα αντισταθμιστικά μέτρα, τα οποία προσδιορίζονται στην κοινοποίηση. Τα εν λόγω αντισταθμιστικά μέτρα αρχίζουν να ισχύουν τρεις μήνες από την ημερομηνία της εν λόγω κοινοποίησης.
2.
Αν, εντός ενός μηνός από την ημερομηνία κοινοποίησης των προβλεπόμενων αντισταθμιστικών μέτρων, η μεικτή επιτροπή δεν αποφασίσει να αναστείλει, να τροποποιήσει ή να ακυρώσει τα εν λόγω αντισταθμιστικά μέτρα, οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να υποβάλει σε διαιτησία το ζήτημα της αναλογικότητας αυτών των αντισταθμιστικών μέτρων, σύμφωνα με το προσάρτημα.
3.
Το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίζει εντός των προθεσμιών που καθορίζονται στο άρθρο III.8 παράγραφος 4 του προσαρτήματος.
4.
Τα αντισταθμιστικά μέτρα δεν έχουν αναδρομική ισχύ. Ειδικότερα, διατηρούνται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που είχαν ήδη οι ιδιώτες και οι οικονομικοί φορείς πριν από την έναρξη ισχύος των αντισταθμιστικών μέτρων.
ΑΡΘΡΟ 12
Συνεργασία μεταξύ δικαιοδοσιών
1.
Για την προώθηση της ομοιόμορφης ερμηνείας, το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Ελβετίας και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης συμφωνούν στην τήρηση διαλόγου και στις λεπτομέρειες διεξαγωγής του.
2.
Η Ελβετία έχει το δικαίωμα να καταθέτει υπομνήματα ή γραπτές παρατηρήσεις στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης όταν δικαστήριο κράτους μέλους της Ένωσης υποβάλλει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ερώτημα σχετικά με την ερμηνεία της συμφωνίας ή διάταξης νομικής πράξης της Ένωσης που αναφέρεται σ’ αυτή για την έκδοση προδικαστικής απόφασης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΡΘΡΟ 13
Χρηματοδοτική συνεισφορά
1.
Η Ελβετία συνεισφέρει στη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων των οργανισμών της Ένωσης, των συστημάτων πληροφοριών και άλλων δραστηριοτήτων που παρατίθενται στο άρθρο 1 του παραρτήματος στις οποίες έχει πρόσβαση, σύμφωνα με το παρόν άρθρο και το παράρτημα.
Η μεικτή επιτροπή μπορεί να εκδώσει απόφαση για την τροποποίηση του παραρτήματος.
2.
Η Ένωση μπορεί να αναστείλει ανά πάσα στιγμή τη συμμετοχή της Ελβετίας στις δραστηριότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, αν η Ελβετία δεν τηρήσει την προθεσμία πληρωμής σύμφωνα με τους όρους πληρωμής που καθορίζονται στο άρθρο 2 του παραρτήματος.
Σε περίπτωση που η Ελβετία δεν τηρήσει την προθεσμία πληρωμής, η Ένωση αποστέλλει στην Ελβετία επίσημη επιστολή υπενθύμισης. Αν δεν καταβληθεί όλο το ποσό εντός 30 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της εν λόγω επίσημης επιστολής υπενθύμισης, η Ένωση μπορεί να αναστείλει τη συμμετοχή της Ελβετίας στη σχετική δραστηριότητα.
3.
Η χρηματοδοτική συνεισφορά είναι το άθροισμα:
α)
της επιχειρησιακής συνεισφοράς· και
β)
του τέλους συμμετοχής.
4.
Η χρηματοδοτική συνεισφορά λαμβάνει τη μορφή ετήσιας χρηματοδοτικής συνεισφοράς και είναι πληρωτέα κατά τις ημερομηνίες που προσδιορίζονται στις προσκλήσεις καταβολής συνεισφορών που εκδίδει η Επιτροπή.
5.
Η επιχειρησιακή συνεισφορά βασίζεται σε κλίμακα συνεισφοράς, η οποία ορίζεται ως ο λόγος του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (στο εξής: ΑΕΠ) της Ελβετίας σε τιμές αγοράς προς το ΑΕΠ της Ένωσης σε τιμές αγοράς.
Για τον σκοπό αυτό, τα στοιχεία των συμβαλλόμενων μερών για το ΑΕΠ σε τιμές αγοράς είναι τα πλέον πρόσφατα διαθέσιμα σχετικά στοιχεία από την 1η Ιανουαρίου του έτους κατά το οποίο πραγματοποιείται η ετήσια πληρωμή, όπως παρέχονται από τη Στατιστική Υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUROSTAT), λαμβανομένης δεόντως υπόψη της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τη συνεργασία στον τομέα της στατιστικής, που πραγματοποιήθηκε στο Λουξεμβούργο στις 26 Οκτωβρίου 2004. Σε περίπτωση παύσης εφαρμογής της εν λόγω συμφωνίας, το ΑΕΠ της Ελβετίας είναι αυτό που καθορίζεται με βάση τα δεδομένα που παρέχονται από τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης.
6.
Η επιχειρησιακή συνεισφορά για κάθε οργανισμό της Ένωσης υπολογίζεται με την εφαρμογή της κλείδας συνεισφοράς στον ετήσιο ψηφισθέντα προϋπολογισμό του οργανισμού που έχει εγγραφεί στη/στις σχετική/-ές γραμμή/-ές επιδότησης του προϋπολογισμού της Ένωσης του εν λόγω έτους, λαμβανομένης υπόψη, για κάθε οργανισμό, τυχόν προσαρμοσμένης επιχειρησιακής συνεισφοράς όπως ορίζεται στο άρθρο 1 του παραρτήματος.
Η επιχειρησιακή συνεισφορά για τα συστήματα πληροφοριών και τις άλλες δραστηριότητες υπολογίζεται με την εφαρμογή της κλείδας συνεισφοράς στον σχετικό προϋπολογισμό του εν λόγω έτους, όπως ορίζεται στα έγγραφα εκτέλεσης του προϋπολογισμού, όπως προγράμματα εργασίας ή συμβάσεις.
Όλα τα ποσά αναφοράς βασίζονται στις πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων.
7.
Το ετήσιο τέλος συμμετοχής ανέρχεται στο 4 % της ετήσιας επιχειρησιακής συνεισφοράς, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με τις παραγράφους 5 και 6.
8.
Η Επιτροπή παρέχει στην Ελβετία επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τον υπολογισμό της χρηματοδοτικής συνεισφοράς της. Οι πληροφορίες αυτές παρέχονται λαμβανομένων δεόντως υπόψη των ενωσιακών κανόνων εμπιστευτικότητας και προστασίας των δεδομένων.
9.
Όλες οι χρηματοδοτικές συνεισφορές της Ελβετίας ή οι πληρωμές από την Ένωση, καθώς και ο υπολογισμός των οφειλόμενων ή των προς είσπραξη ποσών πραγματοποιούνται σε ευρώ.
10.
Όταν η έναρξη ισχύος του παρόντος πρωτοκόλλου δεν συμπίπτει με την έναρξη ημερολογιακού έτους, η επιχειρησιακή συνεισφορά της Ελβετίας για το εν λόγω έτος υπόκειται σε προσαρμογή, σύμφωνα με τη μεθοδολογία και τους όρους πληρωμής που ορίζονται στο άρθρο 5 του παραρτήματος.
11.
Οι λεπτομερείς διατάξεις για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου καθορίζονται στο παράρτημα.
12.
Τρία έτη μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος πρωτοκόλλου, και στη συνέχεια ανά τριετία, η μεικτή επιτροπή επανεξετάζει τους όρους συμμετοχής της Ελβετίας, όπως ορίζονται στο άρθρο 1 του παραρτήματος, και, κατά περίπτωση, τους προσαρμόζει.
ΑΡΘΡΟ 14
Αναφορές σε επικράτειες
Στις περιπτώσεις που οι νομικές πράξεις της Ένωσης οι οποίες ενσωματώνονται στη συμφωνία περιέχουν αναφορές στην επικράτεια της «Ευρωπαϊκής Ένωσης», της «‘Ένωσης», της «κοινής αγοράς» ή της «εσωτερικής αγοράς», οι αναφορές νοούνται, για τους σκοπούς της συμφωνίας, ως αναφορές στις επικράτειες που αναφέρονται στο άρθρο 17 της συμφωνίας.
ΑΡΘΡΟ 15
Αναφορές σε υπηκόους κρατών μελών της Ένωσης
Στις περιπτώσεις που οι νομικές πράξεις της Ένωσης οι οποίες έχουν ενσωματωθεί στη συμφωνία περιέχουν αναφορές σε υπηκόους κρατών μελών της Ένωσης, οι αναφορές νοούνται, για τους σκοπούς της συμφωνίας, ως αναφορές σε υπηκόους των κρατών μελών της Ένωσης και της Ελβετίας.
ΑΡΘΡΟ 16
Έναρξη ισχύος και εφαρμογή των νομικών πράξεων της Ένωσης
1.
Οι διατάξεις των νομικών πράξεων της Ένωσης που έχουν ενσωματωθεί στη συμφωνία οι οποίες αφορούν την έναρξη ισχύος ή την εφαρμογή τους δεν είναι συναφείς για τους σκοπούς της συμφωνίας.
2.
Τα χρονικά όρια και οι ημερομηνίες κατά τις οποίες αρχίζουν να ισχύουν και να εφαρμόζονται στην Ελβετία οι αποφάσεις για την ενσωμάτωση των νομικών πράξεων της Ένωσης στη συμφωνία απορρέουν από το άρθρο 5 παράγραφος 8 και το άρθρο 6 παράγραφος 5, καθώς και από τις διατάξεις σχετικά με τις μεταβατικές ρυθμίσεις.
ΑΡΘΡΟ 17
Αποδέκτες των νομικών πράξεων της Ένωσης
Οι διατάξεις των νομικών πράξεων της Ένωσης που έχουν ενσωματωθεί στη συμφωνία, στις οποίες επισημαίνεται ότι απευθύνονται στα κράτη μέλη της Ένωσης, δεν είναι συναφείς για τους σκοπούς της συμφωνίας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5
ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΡΘΡΟ 18
Εφαρμογή
1.
Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμφωνία και απέχουν από τη λήψη κάθε μέτρου που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την επίτευξη των στόχων της.
2.
Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα των νομικών πράξεων της Ένωσης στις οποίες γίνεται αναφορά στη συμφωνία και απέχουν από τη λήψη κάθε μέτρου που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την επίτευξη των στόχων τους.
ΑΡΘΡΟ 19
Έναρξη ισχύος
1.
Το παρόν πρωτόκολλο κυρώνεται ή εγκρίνεται από τα συμβαλλόμενα μέρη σύμφωνα με τις κατ’ ιδίαν διαδικασίες. Τα συμβαλλόμενα μέρη κοινοποιούν αμοιβαία την ολοκλήρωση των εσωτερικών διαδικασιών που είναι αναγκαίες για την έναρξη ισχύος του παρόντος πρωτοκόλλου.
2.
Το παρόν πρωτόκολλο αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του δεύτερου μήνα που έπεται της τελευταίας κοινοποίησης όσον αφορά τις ακόλουθες πράξεις:
α)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων·
β)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων·
γ)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές·
δ)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές·
ε)
Πρωτόκολλο για τις κρατικές ενισχύσεις της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές·
στ)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών·
ζ)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών·
η)
Πρωτόκολλο για τις κρατικές ενισχύσεις της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών·
θ)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων·
ι)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας αμοιβαίας αναγνώρισης σχετικά με την αξιολόγηση της πιστότητας, μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας·
ια)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας στη μείωση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση·
ιβ)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενεργείας, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, σχετικά με τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σε προγράμματα της Ένωσης·
ιγ)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας στον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Διαστημικό Πρόγραμμα.
ΑΡΘΡΟ 20
Τροποποίηση και καταγγελία
1.
Το παρόν πρωτόκολλο μπορεί να τροποποιηθεί ανά πάσα στιγμή με αμοιβαία συμφωνία των συμβαλλόμενων μερών.
2.
Σε περίπτωση καταγγελίας της συμφωνίας σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφος 3 της συμφωνίας, το παρόν πρωτόκολλο παύει να ισχύει κατά την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 21 παράγραφος 4 της συμφωνίας.
3.
Σε περίπτωση που η συμφωνία παύσει να ισχύει, διατηρούνται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που έχουν ήδη αποκτήσει βάσει της συμφωνίας οι ιδιώτες και οι οικονομικοί φορείς πριν από την ημερομηνία παύσης της συμφωνίας. Τα συμβαλλόμενα μέρη ρυθμίζουν με αμοιβαία συμφωνία ποιες ενέργειες θα αναληφθούν σε σχέση με δικαιώματα στο στάδιο της απόκτησης.
[Τόπος], στις [...], σε δύο αντίτυπα στην αγγλική, βουλγαρική, γαλλική, γερμανική, δανική, ελληνική, εσθονική, ιρλανδική, ισπανική, ιταλική, κροατική, λετονική, λιθουανική, μαλτέζικη, ολλανδική, ουγγρική, πολωνική, πορτογαλική, ρουμανική, σλοβακική, σλοβενική, σουηδική, τσεχική και φινλανδική γλώσσα, όλα δε τα κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά.
ΣΕ ΠΙΣΤΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩ, οι υπογράφοντες πληρεξούσιοι, δεόντως εξουσιοδοτημένοι, έθεσαν την υπογραφή τους κάτω από το παρόν πρωτόκολλο.
(Πεδίο υπογραφών και στις 24 γλώσσες της ΕΕ: «Για την Ευρωπαϊκή Ένωση» και «Για την Ελβετική Συνομοσπονδία»)
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ
ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 13 ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ
ΑΡΘΡΟ 1
Κατάλογος των δραστηριοτήτων των οργανισμών της Ένωσης,
των συστημάτων πληροφοριών και άλλων δραστηριοτήτων
στις οποίες πρέπει να συνεισφέρει οικονομικά η Ελβετία
Η Ελβετία συνεισφέρει οικονομικά στα εξής:
α)
οργανισμούς:
κανέναν.
β)
συστήματα πληροφοριών:
EudraGMDP, που έχει θεσπιστεί με την οδηγία 2001/83/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Νοεμβρίου 2001, περί κοινοτικού κώδικος για τα φάρμακα που προορίζονται για ανθρώπινη χρήση.
γ)
άλλες δραστηριότητες:
καμία.
ΑΡΘΡΟ 2
Όροι πληρωμής
1.
Οι πληρωμές που οφείλονται σύμφωνα με το άρθρο 13 του πρωτοκόλλου πραγματοποιούνται σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
2.
Κατά την έκδοση της πρόσκλησης καταβολής του οικονομικού έτους, η Επιτροπή κοινοποιεί στην Ελβετία τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)
το ποσό της επιχειρησιακής συνεισφοράς· και
β)
το ποσό του τέλους συμμετοχής.
3.
Η Επιτροπή κοινοποιεί στην Ελβετία, το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο στις 16 Απριλίου κάθε οικονομικού έτους, τις ακόλουθες πληροφορίες σε σχέση με τη συμμετοχή της Ελβετίας:
α)
τα ποσά των πιστώσεων αναλήψεων υποχρεώσεων του ετήσιου ψηφισθέντος προϋπολογισμού της Ένωσης που έχει εγγραφεί στη/στις σχετική/-ές γραμμή/-ές επιδότησης του προϋπολογισμού της Ένωσης του εν λόγω έτους για κάθε οργανισμό της Ένωσης, λαμβανομένης υπόψη, για κάθε οργανισμό, τυχόν προσαρμοσμένης επιχειρησιακής συνεισφοράς, όπως ορίζεται στο άρθρο 1, και τα ποσά των πιστώσεων αναλήψεων υποχρεώσεων σε σχέση με τον ψηφισθέντα προϋπολογισμό της Ένωσης του εν λόγω έτους για τον σχετικό προϋπολογισμό των συστημάτων πληροφοριών και άλλων δραστηριοτήτων, που καλύπτουν τη συμμετοχή της Ελβετίας σύμφωνα με το άρθρο 1·
β)
το ποσό του τέλους συμμετοχής που αναφέρεται στο άρθρο 13 παράγραφος 7 του πρωτοκόλλου· και
γ)
όσον αφορά τους οργανισμούς, το έτος Ν+1, τα ποσά των δημοσιονομικών δεσμεύσεων που αναλήφθηκαν επί πιστώσεων αναλήψεων υποχρεώσεων οι οποίες εγκρίθηκαν το έτος Ν στη/στις σχετική/-ές γραμμή/-ές επιδότησης του προϋπολογισμού της Ένωσης σε σχέση με τον ετήσιο προϋπολογισμό της Ένωσης που έχει εγγραφεί στη/στις σχετική/-ές γραμμή/-ές επιδότησης του προϋπολογισμού της Ένωσης του έτους N.
4.
Βάσει του σχεδίου προϋπολογισμού της, η Επιτροπή παρέχει εκτίμηση των πληροφοριών της παραγράφου 3 στοιχεία α) και β) το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο έως την 1η Σεπτεμβρίου του οικονομικού έτους.
5.
Η Επιτροπή εκδίδει προς την Ελβετία, το αργότερο στις 16 Απριλίου και, εφόσον έχει εφαρμογή στον σχετικό οργανισμό, στο σχετικό σύστημα πληροφοριών ή σε άλλη σχετική δραστηριότητα, το νωρίτερο στις 22 Οκτωβρίου και το αργότερο στις 31 Οκτωβρίου κάθε οικονομικού έτους, πρόσκληση καταβολής που αντιστοιχεί στη συνεισφορά της Ελβετίας βάσει της συμφωνίας για καθέναν από τους οργανισμούς, τα συστήματα πληροφοριών και τις άλλες δραστηριότητες όπου συμμετέχει η Ελβετία.
6.
Η/Οι πρόσκληση/-εις καταβολής που αναφέρεται/-ονται στην παράγραφο 5 διαρθρώνεται/-ονται σε δόσεις ως εξής:
α)
η πρώτη δόση κάθε έτους, σε σχέση με την πρόσκληση καταβολής που πρέπει να εκδοθεί έως τις 16 Απριλίου, αντιστοιχεί σε ποσό που δεν υπερβαίνει το ισοδύναμο της εκτιμώμενης ετήσιας χρηματοδοτικής συνεισφοράς του σχετικού οργανισμού, συστήματος πληροφοριών ή άλλης δραστηριότητας που αναφέρεται στην παράγραφο 4·
Η Ελβετία καταβάλλει το ποσό που αναγράφεται στην πρόσκληση καταβολής το αργότερο 60 ημέρες από την ημερομηνία έκδοσης της πρόσκλησης καταβολής·
β)
κατά περίπτωση, η δεύτερη δόση του έτους, σε σχέση με την πρόσκληση καταβολής που πρέπει να εκδοθεί το νωρίτερο στις 22 Οκτωβρίου και το αργότερο στις 31 Οκτωβρίου, αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ του ποσού που αναφέρεται στην παράγραφο 4 και του ποσού που αναφέρεται στην παράγραφο 5, όταν το ποσό που αναφέρεται στην παράγραφο 5 είναι υψηλότερο.
Η Ελβετία καταβάλλει το ποσό που αναγράφεται στην εν λόγω πρόσκληση καταβολής το αργότερο έως τις 21 Δεκεμβρίου.
Για κάθε πρόσκληση καταβολής, η Ελβετία μπορεί να πραγματοποιεί χωριστές πληρωμές για κάθε οργανισμό, σύστημα πληροφοριών ή άλλη δραστηριότητα.
7.
Για το πρώτο έτος εφαρμογής του πρωτοκόλλου, η Επιτροπή εκδίδει μία μόνο πρόσκληση καταβολής εντός 90 ημερών από την έναρξη ισχύος του πρωτοκόλλου.
Η Ελβετία καταβάλλει το ποσό που αναγράφεται στην πρόσκληση καταβολής το αργότερο 60 ημέρες από την ημερομηνία έκδοσης της πρόσκλησης καταβολής.
8.
Οποιαδήποτε καθυστέρηση στην καταβολή της χρηματοδοτικής συνεισφοράς συνεπάγεται την καταβολή τόκων υπερημερίας από την Ελβετία επί του οφειλόμενου ποσού από την ημερομηνία καταβολής έως την ημέρα κατά την οποία το εν λόγω οφειλόμενο ποσό εξοφληθεί εξ ολοκλήρου.
Το επιτόκιο για τα εισπρακτέα ποσά που δεν εξοφλούνται εμπρόθεσμα είναι αυτό που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στις κύριες πράξεις αναχρηματοδότησης, όπως δημοσιεύεται στη σειρά C της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και που ισχύει την πρώτη ημέρα του μήνα κατά τον οποίο εκπνέει η προθεσμία ή 0 %, αναλόγως του ποιο ποσό είναι μεγαλύτερο, συν 3,5 εκατοστιαίες μονάδες.
ΑΡΘΡΟ 3
Προσαρμογή της χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Ελβετίας στους οργανισμούς της Ένωσης
με βάση την εκτέλεση
Η προσαρμογή της χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Ελβετίας στους οργανισμούς της Ένωσης πραγματοποιείται το έτος Ν+1, όταν η αρχική επιχειρησιακή συνεισφορά προσαρμόζεται προς τα πάνω ή προς τα κάτω με βάση τη διαφορά μεταξύ της αρχικής επιχειρησιακής συνεισφοράς και μιας προσαρμοσμένης συνεισφοράς υπολογιζόμενης με την εφαρμογή της κλείδας κατανομής του έτους Ν στο ποσό των δημοσιονομικών δεσμεύσεων που αναλήφθηκαν επί πιστώσεων αναλήψεων υποχρεώσεων οι οποίες εγκρίθηκαν κατά το έτος Ν στο πλαίσιο της/των σχετικής/-ών γραμμής/-ών επιδότησης του προϋπολογισμού της Ένωσης. Κατά περίπτωση, η διαφορά λαμβάνει υπόψη, για κάθε οργανισμό, την προσαρμοσμένη επιχειρησιακή συνεισφορά βάσει ποσοστού, όπως ορίζεται στο άρθρο 1.
ΑΡΘΡΟ 4
Υφιστάμενες ρυθμίσεις
Το άρθρο 13 του πρωτοκόλλου και το παρόν παράρτημα δεν εφαρμόζονται στις ειδικές ρυθμίσεις μεταξύ της Ελβετίας και της Ένωσης, οι οποίες περιλαμβάνουν τις χρηματοδοτικές συνεισφορές της Ελβετίας. Οι οργανισμοί, τα συστήματα πληροφοριών και άλλες δραστηριότητες που καλύπτονται από τις εν λόγω ρυθμίσεις είναι τα εξής:
Ευρωπαϊκός Οργανισμός Χημικών Προϊόντων, που ιδρύθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, για την καταχώριση, την αξιολόγηση, την αδειοδότηση και τους περιορισμούς των χημικών προϊόντων (REACH) και για την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας 1999/45/ΕΚ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 793/93 του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1488/94 της Επιτροπής καθώς και της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών της Επιτροπής 91/155/ΕΟΚ, 93/67/ΕΟΚ, 93/105/ΕΚ και 2000/21/ΕΚ (ΕΕ L 396 της 30.12.2006, σ. 1).
ΑΡΘΡΟ 5
Μεταβατικές ρυθμίσεις
Σε περίπτωση που η ημερομηνία έναρξης ισχύος του πρωτοκόλλου δεν είναι η 1η Ιανουαρίου, εφαρμόζεται το παρόν άρθρο κατά παρέκκλιση από το άρθρο 2.
Για το πρώτο έτος εφαρμογής του πρωτοκόλλου, σε σχέση με την οφειλόμενη επιχειρησιακή συνεισφορά για το εν λόγω έτος η οποία εφαρμόζεται στον σχετικό οργανισμό, σύστημα πληροφοριών ή άλλη δραστηριότητα, όπως καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 13 του πρωτοκόλλου και τα άρθρα 1 έως 3 του παρόντος παραρτήματος, η επιχειρησιακή συνεισφορά μειώνεται pro rata temporis με τον πολλαπλασιασμό του ποσού της ετήσιας οφειλόμενης επιχειρησιακής συνεισφοράς με τον λόγο των ακόλουθων στοιχείων:
α)
του αριθμού των ημερολογιακών ημερών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του πρωτοκόλλου έως τις 31 Δεκεμβρίου του εν λόγω έτους· και
β)
του συνολικού αριθμού των ημερολογιακών ημερών του εν λόγω έτους.
Προσάρτημα
ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ I
ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΡΘΡΟ I.1
Πεδίο εφαρμογής
Αν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη (στο εξής: μέρη) υποβάλει διαφορά σε διαιτησία σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 2 ή το άρθρο 11 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου, εφαρμόζονται οι κανόνες του παρόντος προσαρτήματος.
ΑΡΘΡΟ I.2
Γραμματεία και γραμματειακές υπηρεσίες
Το Διεθνές Γραφείο του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου της Χάγης (στο εξής: Διεθνές Γραφείο) ασκεί καθήκοντα γραμματείας και παρέχει τις αναγκαίες γραμματειακές υπηρεσίες.
ΑΡΘΡΟ I.3
Κοινοποιήσεις και υπολογισμός προθεσμιών
1.
Οι κοινοποιήσεις, συμπεριλαμβανομένων των ανακοινώσεων ή των προτάσεων, μπορούν να αποστέλλονται με οποιοδήποτε μέσο επικοινωνίας πιστοποιεί τη διαβίβασή τους ή επιτρέπει την πιστοποίησή τους.
2.
Οι εν λόγω κοινοποιήσεις μπορούν να αποστέλλονται ηλεκτρονικά μόνον εφόσον έχει οριστεί ή εγκριθεί διεύθυνση από μέρος ειδικά για τον σκοπό αυτόν.
3.
Οι κοινοποιήσεις αυτές που επιδίδονται στα μέρη αποστέλλονται, για την Ελβετία, στο Τμήμα Ευρώπης του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Εξωτερικών της Ελβετίας και, για την Ένωση, στη Νομική Υπηρεσία της Επιτροπής.
4.
Κάθε προθεσμία που ορίζεται στο παρόν προσάρτημα προσμετράται από την επομένη της επέλευσης ενός γεγονότος ή της διενέργειας μιας πράξης. Αν η τελευταία ημέρα για την παράδοση εγγράφου συμπίπτει με μη εργάσιμη ημέρα των θεσμικών οργάνων της Ένωσης ή της κυβέρνησης της Ελβετίας, η χρονική περίοδος της παράδοσης του εγγράφου λήγει την πρώτη επόμενη εργάσιμη μέρα. Υπολογίζονται οι μη εργάσιμες ημέρες που εμπίπτουν στη χρονική περίοδο.
ΑΡΘΡΟ I.4
Κοινοποίηση διαιτησίας
1.
Το μέρος που αναλαμβάνει την πρωτοβουλία να προσφύγει στη διαιτησία (στο εξής: ενάγων) αποστέλλει στο άλλο μέρος (στο εξής: εναγόμενος) και στο Διεθνές Γραφείο κοινοποίηση διαιτησίας.
2.
Η διαιτητική διαδικασία θεωρείται ότι αρχίζει από την ημέρα που έπεται αυτής κατά την οποία ο εναγόμενος παραλαμβάνει την κοινοποίηση διαιτησίας.
3.
Η κοινοποίηση διαιτησίας περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)
το αίτημα παραπομπής της διαφοράς σε διαιτησία·
β)
τα ονόματα και τα στοιχεία επικοινωνίας των μερών·
γ)
το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση του/των εκπροσώπου/-ων του ενάγοντος·
δ)
τη νομική βάση της διαδικασίας (άρθρο 10 παράγραφος 2 ή άρθρο 11 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου) και:
i)
στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου, το ζήτημα που αποτέλεσε το έναυσμα της διαφοράς, όπως έχει εγγραφεί επίσημα, προς επίλυση, στην ημερήσια διάταξη της μεικτής επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 1 του πρωτοκόλλου· και
ii)
στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου, την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου, τα εκτελεστικά μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 5 του πρωτοκόλλου και τα επίμαχα αντισταθμιστικά μέτρα·
ε)
τον προσδιορισμό τυχόν κανόνα που αποτέλεσε το έναυσμα της διαφοράς ή που σχετίζεται μ’ αυτήν·
στ)
συνοπτική περιγραφή της διαφοράς· και
ζ)
τον ορισμό διαιτητή ή, αν πρέπει να διοριστούν πέντε διαιτητές, τον ορισμό δύο διαιτητών.
4.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 3 του πρωτοκόλλου, η κοινοποίηση διαιτησίας μπορεί επίσης να περιέχει πληροφορίες σχετικά με την ανάγκη προσφυγής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
5.
Τυχόν ισχυρισμοί σχετικά με την επάρκεια της κοινοποίησης διαιτησίας δεν εμποδίζουν τη σύσταση του διαιτητικού δικαστηρίου. Η διαφορά διευθετείται οριστικά από το διαιτητικό δικαστήριο.
ΑΡΘΡΟ I.5
Απάντηση στην κοινοποίηση διαιτησίας
1.
Εντός 60 ημερών από την παραλαβή της κοινοποίησης διαιτησίας, ο εναγόμενος αποστέλλει στον ενάγοντα και στο Διεθνές Γραφείο απάντηση στην κοινοποίηση διαιτησίας, η οποία περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)
τα ονόματα και τα στοιχεία επικοινωνίας των μερών·
β)
το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση του/των εκπροσώπου/-ων του εναγομένου·
γ)
απάντηση στις πληροφορίες που περιέχονται στην κοινοποίηση διαιτησίας σύμφωνα με το άρθρο I.4 παράγραφος 3 στοιχεία δ) έως στ)· και
δ)
τον ορισμό διαιτητή ή, αν πρέπει να διοριστούν πέντε διαιτητές, τον ορισμό δύο διαιτητών.
2.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 3 του πρωτοκόλλου, η απάντηση στην κοινοποίηση διαιτησίας μπορεί επίσης να περιέχει απάντηση στις πληροφορίες που περιέχονται στην κοινοποίηση διαιτησίας σύμφωνα με το άρθρο I.4 παράγραφος 4 του παρόντος προσαρτήματος και πληροφορίες σχετικά με την ανάγκη προσφυγής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
3.
Η έλλειψη απάντησης ή η ελλιπής ή καθυστερημένη απάντηση του εναγομένου στην κοινοποίηση διαιτησίας δεν εμποδίζει τη σύσταση διαιτητικού δικαστηρίου. Η διαφορά διευθετείται οριστικά από το διαιτητικό δικαστήριο.
4.
Αν στην απάντησή του στην κοινοποίηση διαιτησίας ο εναγόμενος ζητήσει το διαιτητικό δικαστήριο να αποτελείται από πέντε διαιτητές, ο ενάγων ορίζει επιπλέον διαιτητή εντός 30 ημερών από την παραλαβή της απάντησης στην κοινοποίηση διαιτησίας.
ΑΡΘΡΟ I.6
Εκπροσώπηση και συνδρομή
1.
Τα μέρη εκπροσωπούνται ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου από έναν ή περισσότερους εκπροσώπους. Οι εκπρόσωποι μπορούν να επικουρούνται από συμβούλους ή δικηγόρους.
2.
Κάθε αλλαγή των εκπροσώπων ή των διευθύνσεών τους κοινοποιείται στο άλλο μέρος, στο Διεθνές Γραφείο και στο διαιτητικό δικαστήριο. Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί, ανά πάσα στιγμή, με δική του πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος ενός μέρους, να ζητήσει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τις εξουσίες που έχουν ανατεθεί στους εκπροσώπους των μερών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II
ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΟΥ ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
ΑΡΘΡΟ II.1
Αριθμός διαιτητών
Το διαιτητικό δικαστήριο απαρτίζεται από τρεις διαιτητές. Αν το ζητήσει ο ενάγων στην οικεία κοινοποίηση διαιτησίας ή ο εναγόμενος στην απάντησή του στην κοινοποίηση διαιτησίας, το διαιτητικό δικαστήριο απαρτίζεται από πέντε διαιτητές.
ΑΡΘΡΟ II.2
Διορισμός διαιτητών
1.
Αν πρέπει να διοριστούν τρεις διαιτητές, καθένα από τα μέρη ορίζει έναν από αυτούς. Οι δύο διαιτητές που διορίζονται από τα μέρη επιλέγουν τον τρίτο διαιτητή, ο οποίος προεδρεύει του διαιτητικού δικαστηρίου.
2.
Αν πρέπει να διοριστούν πέντε διαιτητές, καθένα από τα μέρη ορίζει δύο από αυτούς. Οι τέσσερις διαιτητές που διορίζονται από τα μέρη επιλέγουν τον πέμπτο διαιτητή, ο οποίος προεδρεύει του διαιτητικού δικαστηρίου.
3.
Αν, εντός 30 ημερών από τον ορισμό του τελευταίου διαιτητή τον οποίο διόρισαν τα μέρη, οι διαιτητές δεν καταλήξουν σε συμφωνία σχετικά με την επιλογή του προέδρου του διαιτητικού δικαστηρίου, ο πρόεδρος διορίζεται από τον γενικό γραμματέα του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου.
4.
Για τη διευκόλυνση της επιλογής των διαιτητών που θα απαρτίζουν το διαιτητικό δικαστήριο, καταρτίζεται και επικαιροποιείται, όποτε κρίνεται αναγκαίο, ενδεικτικός κατάλογος των προσώπων τα οποία διαθέτουν τα προσόντα που αναφέρονται στην παράγραφο 6, ο οποίος είναι κοινός για όλες τις διμερείς συμφωνίες στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία, καθώς και για τη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για την υγεία, η οποία υπογράφηκε στ […] στις […] (στο εξής: συμφωνία για την υγεία), τη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων, η οποία υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο στις 21 Ιουνίου 1999 (στο εξής: συμφωνία για τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων) και τη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας στη μείωση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία υπογράφηκε στ […] στις […] (στο εξής: συμφωνία σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας). Η μεικτή επιτροπή εγκρίνει και επικαιροποιεί, για τους σκοπούς της συμφωνίας, τον εν λόγω κατάλογο μέσω απόφασης.
5.
Σε περίπτωση που ένα μέρος δεν ορίσει διαιτητή, ο γενικός γραμματέας του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου διορίζει τον εν λόγω διαιτητή από τον κατάλογο που αναφέρεται στην παράγραφο 4. Ελλείψει τέτοιου καταλόγου, ο διαιτητής διορίζεται με κλήρωση από τον γενικό γραμματέα του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου μεταξύ των ατόμων που έχει προτείνει επίσημα ένα μέρος ή και τα δύο μέρη για τους σκοπούς της παραγράφου 4.
6.
Τα πρόσωπα που απαρτίζουν το διαιτητικό δικαστήριο είναι πρόσωπα υψηλής ειδίκευσης, με ή χωρίς δεσμούς με τα μέρη, των οποίων η ανεξαρτησία και η έλλειψη σύγκρουσης συμφερόντων είναι εγγυημένες, ενώ διαθέτουν επίσης ευρεία πείρα. Ειδικότερα, διαθέτουν αποδεδειγμένη εμπειρογνωσία στο δίκαιο και στα θέματα που καλύπτονται από την παρούσα συμφωνία· δεν δέχονται οδηγίες από κανένα μέρος· και συμμετέχουν σε ατομική βάση και δεν δέχονται οδηγίες από κανέναν οργανισμό ή δημόσια αρχή σχετικά με θέματα που συνδέονται με τη διαφορά. Ο πρόεδρος του διαιτητικού δικαστηρίου διαθέτει επίσης πείρα σε διαδικασίες επίλυσης διαφορών.
ΑΡΘΡΟ II.3
Δηλώσεις διαιτητών
1.
Όταν ένα πρόσωπο τελεί υπό εξέταση για διορισμό ως διαιτητής, το εν λόγω πρόσωπο αναφέρει όλες τις περιστάσεις που ενδέχεται να δημιουργήσουν εύλογες αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία ή την ανεξαρτησία του. Από τον διορισμό και καθ’ όλη τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας, ο διαιτητής αναφέρει τις περιστάσεις αυτές στα μέρη και στους άλλους διαιτητές χωρίς καθυστέρηση, αν ο διαιτητής δεν το έχει ήδη πράξει.
2.
Κάθε διαιτητής μπορεί να εξαιρεθεί αν συντρέχουν περιστάσεις που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν εύλογες αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία ή την ανεξαρτησία του.
3.
Ένα μέρος μπορεί να ζητήσει την εξαίρεση διαιτητή που έχει διορίσει μόνο για λόγο που του γνωστοποιείται μετά τον εν λόγω διορισμό.
4.
Αν ένας διαιτητής δεν ενεργήσει ή αδυνατεί εκ του νόμου ή εκ των πραγμάτων να ασκήσει τα καθήκοντά του, εφαρμόζεται η διαδικασία εξαίρεσης διαιτητών που προβλέπεται στο άρθρο II.4.
ΑΡΘΡΟ II.4
Εξαίρεση διαιτητών
1.
Κάθε μέρος που επιθυμεί να εξαιρέσει διαιτητή υποβάλλει αίτημα εξαίρεσης εντός 30 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία του κοινοποιήθηκε ο διορισμός του εν λόγω διαιτητή ή εντός 30 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία έλαβε γνώση των περιστάσεων που αναφέρονται στο άρθρο II.3.
2.
Το αίτημα εξαίρεσης αποστέλλεται στο άλλο μέρος, στον διαιτητή προς εξαίρεση, στους άλλους διαιτητές και στο Διεθνές Γραφείο. Στο αίτημα εκτίθενται οι λόγοι της εξαίρεσης.
3.
Όταν έχει υποβληθεί αίτημα εξαίρεσης, το άλλο μέρος μπορεί να αποδεχθεί το αίτημα εξαίρεσης. Ο εν λόγω διαιτητής μπορεί επίσης να παραιτηθεί. Η αποδοχή της παραίτησης δεν συνεπάγεται αναγνώριση των λόγων για τους οποίους ζητείται η εξαίρεση.
4.
Αν, εντός 15 ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης του αιτήματος εξαίρεσης, το άλλο μέρος δεν αποδεχθεί το αίτημα εξαίρεσης ή ο εν λόγω διαιτητής δεν παραιτηθεί, το μέρος που ζητεί την εξαίρεση μπορεί να ζητήσει από τον γενικό γραμματέα του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου να λάβει απόφαση σχετικά με την εξαίρεση.
5.
Εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά, στην απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 4 εκτίθενται οι λόγοι της απόφασης αυτής.
ΑΡΘΡΟ II.5
Αντικατάσταση διαιτητή
1.
Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, αν είναι αναγκαίο να αντικατασταθεί διαιτητής κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας, διορίζεται ή επιλέγεται αντικαταστάτης σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο II.2 η οποία εφαρμόζεται στον διορισμό ή στην επιλογή του προς αντικατάσταση διαιτητή. Η διαδικασία αυτή εφαρμόζεται ακόμα και αν ένα μέρος δεν έχει ασκήσει το δικαίωμά του να διορίσει ή να συμμετάσχει στον διορισμό του προς αντικατάσταση διαιτητή.
2.
Σε περίπτωση αντικατάστασης διαιτητή, η διαδικασία συνεχίζεται από το σημείο κατά το οποίο ο διαιτητής που αντικαταστάθηκε έπαυσε να ασκεί τα καθήκοντά του, εκτός αν το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίσει διαφορετικά.
ΑΡΘΡΟ II.6
Απαλλαγή της ευθύνης
Εξαιρουμένων των περιπτώσεων δόλου ή σοβαρής αμέλειας, τα μέρη παραιτούνται, στον μέγιστο βαθμό που το επιτρέπει το εφαρμοστέο δίκαιο, από κάθε ενέργεια κατά των διαιτητών για κάθε πράξη ή παράλειψη που σχετίζεται με τη διαιτησία.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ III
ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
ΑΡΘΡΟ III.1
Γενικές διατάξεις
1.
Η ημερομηνία σύστασης του διαιτητικού δικαστηρίου είναι η ημερομηνία κατά την οποία ο τελευταίος διαιτητής αποδέχθηκε τον διορισμό του.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο εξασφαλίζει ότι τα μέρη τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης και ότι, στο κατάλληλο στάδιο της διαδικασίας, καθένα από αυτά έχει επαρκή δυνατότητα να ασκήσει τα δικαιώματά του και να εκθέσει την άποψή του. Το διαιτητικό δικαστήριο διεξάγει τη διαδικασία κατά τρόπο ώστε να αποφεύγονται καθυστερήσεις και περιττές δαπάνες και να διασφαλίζεται η επίλυση της διαφοράς μεταξύ των μερών.
3.
Οργανώνεται ακρόαση, εκτός αν το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίσει διαφορετικά, έπειτα από ακρόαση των μερών.
4.
Όταν ένα μέρος αποστέλλει κοινοποίηση στο διαιτητικό δικαστήριο, το πράττει μέσω του Διεθνούς Γραφείου και αποστέλλει ταυτόχρονα αντίγραφο στο άλλο μέρος. Το Διεθνές Γραφείο αποστέλλει αντίγραφο της εν λόγω κοινοποίησης σε καθέναν από τους διαιτητές.
ΑΡΘΡΟ III.2
Τόπος διαιτησίας
Τόπος διαιτησίας είναι η Χάγη. Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί, αν το απαιτούν εξαιρετικές περιστάσεις, να συνεδριάζει σε οποιοδήποτε άλλο μέρος κρίνει κατάλληλο για τις διασκέψεις του.
ΑΡΘΡΟ III.3
Γλώσσα
1.
Οι γλώσσες διαδικασίας είναι τα γαλλικά και τα αγγλικά.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει όλα τα έγγραφα που επισυνάπτονται στο δικόγραφο αγωγής ή στο υπόμνημα αντίκρουσης, καθώς και όλα τα επιπλέον έγγραφα που προσκομίστηκαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, που υποβλήθηκαν στην πρωτότυπη γλώσσα τους, να συνοδεύονται από μετάφραση σε μία από τις γλώσσες της διαδικασίας.
ΑΡΘΡΟ III.4
Δικόγραφο αγωγής
1.
Ο ενάγων αποστέλλει εγγράφως το οικείο δικόγραφο αγωγής στον εναγόμενο και στο διαιτητικό δικαστήριο μέσω του Διεθνούς Γραφείου, εντός της προθεσμίας που ορίζει το διαιτητικό δικαστήριο. Ο ενάγων μπορεί να αποφασίσει να θεωρήσει την οικεία κοινοποίηση διαιτησίας που αναφέρεται στο άρθρο I.4 ως δικόγραφο αγωγής, υπό την προϋπόθεση ότι πληροί επίσης τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου.
2.
Το δικόγραφο αγωγής περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)
τις πληροφορίες που ορίζονται στο άρθρο I.4 παράγραφος 3 στοιχεία β) έως στ)·
β)
περιγραφή των πραγματικών περιστατικών που προβλήθηκαν προς στήριξη της αγωγής· και
γ)
τα νομικά επιχειρήματα που προβλήθηκαν προς στήριξη της αγωγής.
3.
Το δικόγραφο αγωγής συνοδεύεται, στο μέτρο του δυνατού, από όλα τα έγγραφα και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρει ο ενάγων ή στα οποία θα πρέπει να παραπέμψει. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 3 του πρωτοκόλλου, το δικόγραφο αγωγής μπορεί επίσης να περιέχει, στο μέτρο του δυνατού, πληροφορίες σχετικά με την ανάγκη προσφυγής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
ΑΡΘΡΟ III.5
Υπόμνημα αντίκρουσης
1.
Ο εναγόμενος αποστέλλει εγγράφως το υπόμνημα αντίκρουσης στον ενάγοντα και στο διαιτητικό δικαστήριο μέσω του Διεθνούς Γραφείου, εντός της προθεσμίας που ορίζει το διαιτητικό δικαστήριο. Ο εναγόμενος μπορεί να αποφασίσει να θεωρήσει την απάντηση στην κοινοποίηση διαιτησίας που αναφέρεται στο άρθρο I.5 ως υπόμνημα αντίκρουσης, υπό τον όρο ότι η απάντηση στην κοινοποίηση διαιτησίας πληροί επίσης τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου.
2.
Το υπόμνημα αντίκρουσης απαντά στα σημεία του δικογράφου αγωγής που αναφέρονται σύμφωνα με το άρθρο III.4 παράγραφος 2 στοιχεία α) έως γ) του παρόντος προσαρτήματος. Το υπόμνημα αντίκρουσης συνοδεύεται, στο μέτρο του δυνατού, από όλα τα έγγραφα και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρει ο εναγόμενος ή στα οποία θα πρέπει να παραπέμψει. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 3 του πρωτοκόλλου, το υπόμνημα αντίκρουσης μπορεί επίσης να περιέχει, στο μέτρο του δυνατού, πληροφορίες σχετικά με την ανάγκη προσφυγής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
3.
Στο υπόμνημα αντίκρουσης, ή σε μεταγενέστερο στάδιο της διαιτητικής διαδικασίας, αν το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίσει ότι τυχόν καθυστέρηση δικαιολογείται από τις περιστάσεις, ο εναγόμενος μπορεί να ασκήσει ανταγωγή, υπό την προϋπόθεση ότι το διαιτητικό δικαστήριο είναι αρμόδιο να την εκδικάσει.
4.
Σε ανταγωγή εφαρμόζεται το άρθρο III.4 παράγραφοι 2 και 3.
ΑΡΘΡΟ III.6
Διαιτητική δικαιοδοσία
1.
Το διαιτητικό δικαστήριο αποφαίνεται αν είναι αρμόδιο βάσει του άρθρου 10 παράγραφος 2 ή του άρθρου 11 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου.
2.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου, το διαιτητικό δικαστήριο έχει εντολή να εξετάσει το ζήτημα που αποτέλεσε το έναυσμα της διαφοράς, όπως έχει εγγραφεί επίσημα, προς επίλυση, στην ημερήσια διάταξη της μεικτής επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 1 του πρωτοκόλλου.
3.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου, το διαιτητικό δικαστήριο το οποίο επιλήφθηκε της κύριας δίκης έχει εντολή να εξετάσει την αναλογικότητα των επίμαχων αντισταθμιστικών μέτρων, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων στις οποίες τα εν λόγω μέτρα ελήφθησαν, εν όλω ή εν μέρει, στο πλαίσιο άλλης διμερούς συμφωνίας στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία.
4.
Η προκαταρκτική ένσταση αναρμοδιότητας του διαιτητικού δικαστηρίου υποβάλλεται το αργότερο με το υπόμνημα αντίκρουσης ή, σε περίπτωση ανταγωγής, με το υπόμνημα απάντησης. Το γεγονός ότι ένα μέρος έχει διορίσει διαιτητή ή έχει συμμετάσχει στον διορισμό του δεν του στερεί το δικαίωμα να προβεί σε τέτοια προκαταρκτική ένσταση. Η προκαταρκτική ένσταση ότι η διαφορά θα υπερέβαινε τις αρμοδιότητες του διαιτητικού δικαστηρίου υποβάλλεται μόλις τεθεί κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας το ζήτημα που φέρεται ότι υπερβαίνει τις αρμοδιότητές του. Σε κάθε περίπτωση, το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την υποβολή προκαταρκτικής ένστασης μετά την παρέλευση της ταχθείσας προθεσμίας, αν κρίνει ότι η καθυστέρηση οφείλεται σε βάσιμο λόγο.
5.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί επί της προκαταρκτικής ένστασης που αναφέρεται στην παράγραφο 4 είτε αντιμετωπίζοντάς την ως προδικαστικό ερώτημα είτε κατά την έκδοση απόφασης επί της ουσίας της υπόθεσης.
ΑΡΘΡΟ III.7
Άλλα γραπτά υπομνήματα
Το διαιτητικό δικαστήριο, μετά από διαβούλευση με τα μέρη, αποφασίζει ποια άλλα γραπτά υπομνήματα, εκτός από το δικόγραφο αγωγής και το υπόμνημα αντίκρουσης, υποβάλλουν ή μπορούν να υποβάλουν τα μέρη και ορίζει προθεσμία για την υποβολή τους.
ΑΡΘΡΟ III.8
Προθεσμίες
1.
Οι προθεσμίες που ορίζει το διαιτητικό δικαστήριο για την κοινοποίηση των γραπτών εγγράφων, συμπεριλαμβανομένου του δικογράφου αγωγής και του υπομνήματος αντίκρουσης, δεν υπερβαίνουν τις 90 ημέρες, εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο λαμβάνει την οριστική του απόφαση εντός 12 μηνών από την ημερομηνία σύστασής του. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις ιδιαίτερης δυσκολίας, το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να παρατείνει την προθεσμία αυτή κατά τρεις επιπλέον μήνες κατ’ ανώτατο όριο.
3.
Οι προθεσμίες που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 μειώνονται κατά το ήμισυ:
α)
κατόπιν αιτήματος του ενάγοντος ή του εναγομένου, αν, εντός 30 ημερών από την υποβολή του εν λόγω αιτήματος, το διαιτητικό δικαστήριο, έπειτα από ακρόαση του άλλου μέρους, κρίνει ότι η υπόθεση είναι επείγουσα· ή
β)
αν συμφωνήσουν τα μέρη.
4.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου, το διαιτητικό δικαστήριο λαμβάνει την οριστική του απόφαση εντός έξι μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης των αντισταθμιστικών μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 1 του πρωτοκόλλου.
ΑΡΘΡΟ III.9
Παραπομπή υποθέσεων στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
1.
Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 7 και του άρθρου 10 παράγραφος 3 του πρωτοκόλλου, το διαιτητικό δικαστήριο παραπέμπει την υπόθεση στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να παραπέμψει υπόθεση στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανά πάσα στιγμή της διαδικασίας, υπό την προϋπόθεση ότι το διαιτητικό δικαστήριο είναι σε θέση να προσδιορίσει με επαρκή ακρίβεια το νομικό και πραγματικό πλαίσιο της υπόθεσης, καθώς και τα νομικά ζητήματα που εγείρει.
Η διαδικασία ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου αναστέλλεται έως ότου αποφανθεί το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
3.
Κάθε μέρος μπορεί να αποστείλει στο διαιτητικό δικαστήριο αιτιολογημένο αίτημα για την παραπομπή υπόθεσης στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το διαιτητικό δικαστήριο απορρίπτει το εν λόγω αίτημα αν κρίνει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την παραπομπή της υπόθεσης στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 1. Αν το διαιτητικό δικαστήριο απορρίψει το αίτημα ενός μέρους για παραπομπή της υπόθεσης στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αιτιολογεί την απόφασή του στην απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης.
4.
Το διαιτητικό δικαστήριο παραπέμπει υπόθεση στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με κοινοποίηση. Η κοινοποίηση περιέχει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)
συνοπτική περιγραφή της διαφοράς·
β)
την/τις επίμαχη/-ες νομική/-ές πράξη/-εις της Ένωσης και/ή διάταξη/-εις της συμφωνίας· και
γ)
την έννοια του ενωσιακού δικαίου που πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου.
Το διαιτητικό δικαστήριο ενημερώνει τα μέρη για την παραπομπή της υπόθεσης στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
5.
Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εφαρμόζει, κατ’ αναλογία, τον εσωτερικό του κανονισμό που εφαρμόζεται στην άσκηση της αρμοδιότητάς του να αποφαίνεται προδικαστικώς επί της ερμηνείας των Συνθηκών και των πράξεων των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης.
6.
Οι εκπρόσωποι και οι δικηγόροι που είναι εξουσιοδοτημένοι να εκπροσωπούν τα μέρη ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου δυνάμει των άρθρων I.4, I.5, III.4 και III.5 εξουσιοδοτούνται να εκπροσωπούν τα μέρη ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
ΑΡΘΡΟ III.10
Προσωρινά μέτρα
1.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου, κάθε μέρος μπορεί, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαιτητικής διαδικασίας, να υποβάλει αίτηση λήψης προσωρινών μέτρων που συνίστανται στην αναστολή των αντισταθμιστικών μέτρων.
2.
Στην αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 προσδιορίζονται το αντικείμενο της διαφοράς, τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υπόθεσης, καθώς και οι πραγματικοί και νομικοί ισχυρισμοί που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη των προσωρινών μέτρων τα οποία ζητούνται. Περιλαμβάνονται όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και παρατίθενται τα προτεινόμενα αποδεικτικά μέσα προς δικαιολόγηση της λήψης των προσωρινών μέτρων.
3.
Το μέρος που ζητεί τη λήψη των προσωρινών μέτρων διαβιβάζει την αίτησή του εγγράφως στο άλλο μέρος και στο διαιτητικό δικαστήριο μέσω του Διεθνούς Γραφείου. Το διαιτητικό δικαστήριο ορίζει σύντομη προθεσμία εντός της οποίας το εν λόγω άλλο μέρος μπορεί να υποβάλει γραπτές ή προφορικές παρατηρήσεις.
4.
Εντός ενός μηνός από την υποβολή της αίτησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, το διαιτητικό δικαστήριο εκδίδει απόφαση σχετικά με την αναστολή των επίμαχων αντισταθμιστικών μέτρων, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)
το διαιτητικό δικαστήριο έχει πειστεί εκ πρώτης όψεως για το βάσιμο της υπόθεσης που υπέβαλε το μέρος που ζήτησε τη λήψη των προσωρινών μέτρων στην αίτησή του·
β)
το διαιτητικό δικαστήριο θεωρεί ότι, εν αναμονή της οριστικής του απόφασης, το μέρος που ζητεί τη λήψη των προσωρινών μέτρων θα υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία αν δεν ανασταλούν τα αντισταθμιστικά μέτρα· και
γ)
η ζημία που υπέστη το μέρος το οποίο ζητεί τη λήψη των προσωρινών μέτρων λόγω της άμεσης εφαρμογής των επίμαχων αντισταθμιστικών μέτρων υπερτερεί του συμφέροντος για άμεση και αποτελεσματική εφαρμογή των μέτρων αυτών.
5.
Η αναστολή της διαδικασίας που αναφέρεται στο άρθρο III.9 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο δεν εφαρμόζεται στις διαδικασίες δυνάμει του παρόντος άρθρου.
6.
Η απόφαση που λαμβάνεται από το διαιτητικό δικαστήριο σύμφωνα με την παράγραφο 4 έχει μόνο προσωρινό χαρακτήρα και δεν προδικάζει την κρίση του διαιτητικού δικαστηρίου επί της ουσίας της υπόθεσης.
7.
Εκτός αν η απόφαση που λαμβάνει το διαιτητικό δικαστήριο σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου ορίζει προγενέστερη ημερομηνία για τη λήξη της αναστολής, η αναστολή αίρεται όταν ληφθεί η οριστική απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου.
8.
Προς αποφυγή αμφιβολιών, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, εξυπακούεται ότι, κατά την εξέταση των αντίστοιχων συμφερόντων του μέρους που ζητεί τη λήψη προσωρινών μέτρων και του άλλου μέρους, το διαιτητικό δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα των ιδιωτών και των οικονομικών φορέων των μερών, αλλά η εξέταση αυτή δεν ισοδυναμεί με αναγνώριση οποιασδήποτε ιδιότητας στους εν λόγω ιδιώτες ή οικονομικούς φορείς ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου.
ΑΡΘΡΟ III.11
Αποδεικτικά στοιχεία
1.
Κάθε μέρος παρέχει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζει την αγωγή του ή την αντίκρουσή του.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο, κατόπιν αιτήματος ενός μέρους ή με δική του πρωτοβουλία, μπορεί να ζητεί από τα μέρη σχετικές πληροφορίες που θεωρεί αναγκαίες και κατάλληλες. Το διαιτητικό δικαστήριο ορίζει προθεσμία εντός της οποίας τα μέρη πρέπει να απαντήσουν στο αίτημά του.
3.
Το διαιτητικό δικαστήριο, κατόπιν αιτήματος ενός μέρους ή με δική του πρωτοβουλία, μπορεί να ζητεί από οποιαδήποτε πηγή τις πληροφορίες που θεωρεί κατάλληλες. Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί επίσης να ζητεί τη γνώμη εμπειρογνωμόνων εφόσον το κρίνει σκόπιμο και υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που συμφωνούνται από τα μέρη, κατά περίπτωση.
4.
Οι πληροφορίες που λαμβάνονται από το διαιτητικό δικαστήριο δυνάμει του παρόντος άρθρου καθίστανται διαθέσιμες στα μέρη, τα δε μέρη μπορούν να υποβάλλουν παρατηρήσεις επί των εν λόγω πληροφοριών στο διαιτητικό δικαστήριο.
5.
Το διαιτητικό δικαστήριο, αφού ζητήσει τη γνώμη του άλλου μέρους, λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση τυχόν ζητημάτων που έχει εγείρει ένα μέρος όσον αφορά την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, το επαγγελματικό απόρρητο και τα νόμιμα συμφέροντα της εμπιστευτικότητας.
6.
Το διαιτητικό δικαστήριο κρίνει το παραδεκτό, τη λυσιτέλεια και την ισχύ των υποβληθέντων αποδεικτικών στοιχείων.
ΑΡΘΡΟ III.12
Ακροάσεις
1.
Όταν πρέπει να πραγματοποιηθεί ακρόαση, το διαιτητικό δικαστήριο, κατόπιν διαβούλευσης με τα μέρη, ενημερώνει τα μέρη εγκαίρως σχετικά με την ημερομηνία, την ώρα και τον τόπο διεξαγωγής της ακρόασης.
2.
Η ακρόαση είναι δημόσια, εκτός αν το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίσει διαφορετικά, αυτεπαγγέλτως ή αιτήσει των μερών, για σοβαρούς λόγους.
3.
Τα πρακτικά κάθε ακρόασης συντάσσονται και υπογράφονται από τον πρόεδρο του διαιτητικού δικαστηρίου. Τα εν λόγω πρακτικά είναι τα μόνα αυθεντικά.
4.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει τη διεξαγωγή της ακρόασης διαδικτυακά σύμφωνα με την πρακτική του Διεθνούς Γραφείου. Τα μέρη ενημερώνονται εγκαίρως για την πρακτική αυτή. Στις περιπτώσεις αυτές, εφαρμόζονται η παράγραφος 1, κατ’ αναλογία, και η παράγραφος 3.
ΑΡΘΡΟ III.13
Ερήμην διαδικασία
1.
Αν ο ενάγων δεν υποβάλει, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο παρόν προσάρτημα ή που έχει ορίσει το διαιτητικό δικαστήριο, χωρίς να προβάλει επαρκείς λόγους, το οικείο δικόγραφο αγωγής, το διαιτητικό δικαστήριο διατάσσει την περάτωση της διαιτητικής διαδικασίας, εκτός αν υπάρχουν εκκρεμή ζητήματα επί των οποίων ενδέχεται να απαιτείται απόφαση και αν το διαιτητικό δικαστήριο το κρίνει σκόπιμο.
Αν ο εναγόμενος δεν υποβάλει, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο παρόν προσάρτημα ή που έχει ορίσει το διαιτητικό δικαστήριο, χωρίς να προβάλει επαρκείς λόγους, την απάντησή του στην κοινοποίηση διαιτησίας ή το οικείο υπόμνημα αντίκρουσης, το διαιτητικό δικαστήριο διατάσσει τη συνέχιση της διαδικασίας, χωρίς να θεωρεί ότι η παράλειψη αυτή συνιστά αποδοχή των ισχυρισμών του ενάγοντος.
Το δεύτερο εδάφιο εφαρμόζεται επίσης στην περίπτωση που ο ενάγων δεν απαντήσει σε ανταγωγή.
2.
Αν ένα μέρος, το οποίο έχει κληθεί δεόντως σύμφωνα με το άρθρο III.12 παράγραφος 1, δεν εμφανιστεί σε ακρόαση και δεν προβάλει επαρκείς λόγους για τη μη εμφάνισή του, το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να συνεχίσει τη διαιτησία.
3.
Αν ένα μέρος, το οποίο έχει κληθεί δεόντως από το διαιτητικό δικαστήριο να προσκομίσει περαιτέρω αποδεικτικά στοιχεία, δεν το πράξει εντός της ταχθείσας προθεσμίας χωρίς να προβάλει επαρκείς λόγους για τη μη προσκόμισή τους, το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που έχει στη διάθεσή του.
ΑΡΘΡΟ III.14
Περάτωση της διαδικασίας
1.
Όταν αποδεικνύεται ότι τα μέρη είχαν ευλόγως τη δυνατότητα να εκθέσουν τα επιχειρήματά τους, το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να κηρύξει την περάτωση της διαδικασίας.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί, αν το κρίνει αναγκαίο λόγω εξαιρετικών περιστάσεων, να αποφασίσει, με δική του πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος ενός μέρους, να κινήσει εκ νέου τη διαδικασία ανά πάσα στιγμή προτού λάβει την απόφασή του.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΑΡΘΡΟ IV.1
Αποφάσεις
Το διαιτητικό δικαστήριο καταβάλλει κάθε προσπάθεια ώστε να λαμβάνει τις αποφάσεις του με συναίνεση. Αν, ωστόσο, αποδειχθεί αδύνατη η λήψη απόφασης με συναίνεση, η απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου λαμβάνεται με πλειοψηφία των διαιτητών.
ΑΡΘΡΟ IV.2
Μορφή και ισχύς της απόφασης του διαιτητικού δικαστηρίου
1.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει χωριστές αποφάσεις επί διαφορετικών ζητημάτων σε διαφορετικές χρονικές στιγμές.
2.
Όλες οι αποφάσεις είναι γραπτές και αιτιολογημένες. Είναι οριστικές και δεσμευτικές για τα μέρη.
3.
Η απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου υπογράφεται από τους διαιτητές, περιέχει την ημερομηνία κατά την οποία ελήφθη και αναφέρει τον τόπο της διαιτησίας. Αντίγραφο της απόφασης υπογεγραμμένο από τους διαιτητές κοινοποιείται στα μέρη από το Διεθνές Γραφείο.
4.
Το Διεθνές Γραφείο δημοσιοποιεί την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου.
Το Διεθνές Γραφείο, όταν δημοσιοποιεί την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου, τηρεί τους σχετικούς κανόνες για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, του επαγγελματικού απορρήτου και των νόμιμων συμφερόντων εμπιστευτικότητας.
Οι κανόνες που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο είναι πανομοιότυποι για όλες τις διμερείς συμφωνίες στους τομείς της εσωτερικής αγοράς στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία, καθώς και για τη συμφωνία για την υγεία, τη συμφωνία για τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων και τη συμφωνία σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας. Η μεικτή επιτροπή εγκρίνει και επικαιροποιεί, για τους σκοπούς της συμφωνίας, τους εν λόγω κανόνες μέσω απόφασης.
5.
Τα μέρη συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση με όλες τις αποφάσεις του διαιτητικού δικαστηρίου.
6.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου, το διαιτητικό δικαστήριο, αφού λάβει τη γνώμη των μερών, ορίζει στην απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης εύλογη προθεσμία εντός της οποίας τα μέρη πρέπει να συμμορφωθούν με την απόφασή του σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 5 του πρωτοκόλλου, λαμβάνοντας υπόψη τις εσωτερικές διαδικασίες των μερών.
ΑΡΘΡΟ IV.3
Εφαρμοστέο δίκαιο, κανόνες ερμηνείας, διαμεσολαβητής
1.
Το εφαρμοστέο δίκαιο περιλαμβάνει τη συμφωνία, τις νομικές πράξεις της Ένωσης στις οποίες γίνεται αναφορά σ’ αυτήν, καθώς και κάθε άλλον κανόνα του διεθνούς δικαίου που σχετίζεται με την εφαρμογή των εν λόγω πράξεων.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίζει σύμφωνα με τους κανόνες ερμηνείας που αναφέρονται στο άρθρο 7 του πρωτοκόλλου.
3.
Προηγούμενες αποφάσεις που έχουν ληφθεί από όργανο επίλυσης διαφορών όσον αφορά την αναλογικότητα των αντισταθμιστικών μέτρων βάσει άλλης διμερούς συμφωνίας μεταξύ εκείνων που αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 1 του πρωτοκόλλου είναι δεσμευτικές για το διαιτητικό δικαστήριο.
4.
Το διαιτητικό δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίζει ως διαμεσολαβητής ή ex aequo et bono.
ΑΡΘΡΟ IV.4
Αμοιβαία αποδεκτή λύση ή άλλοι λόγοι για την περάτωση της διαδικασίας
1.
Τα μέρη μπορούν, ανά πάσα στιγμή, να καταλήξουν σε αμοιβαία αποδεκτή λύση στη διαφορά τους. Κοινοποιούν από κοινού κάθε τέτοια λύση στο διαιτητικό δικαστήριο. Αν η λύση απαιτεί έγκριση σύμφωνα με τις οικείες εθνικές διαδικασίες ενός εκ των μερών, η κοινοποίηση παραπέμπει σ’ αυτήν την απαίτηση και η διαδικασία διαιτησίας αναστέλλεται. Αν δεν απαιτείται έγκριση, ή με κοινοποίηση της ολοκλήρωσης των εθνικών διαδικασιών, η διαδικασία διαιτησίας περατώνεται.
2.
Αν, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ο ενάγων ενημερώσει εγγράφως το διαιτητικό δικαστήριο ότι δεν επιθυμεί να συνεχίσει περαιτέρω τη διαδικασία και αν, κατά την ημερομηνία παραλαβής της εν λόγω κοινοποίησης από το διαιτητικό δικαστήριο, ο εναγόμενος δεν έχει προβεί ακόμη σε καμία ενέργεια στο πλαίσιο της διαδικασίας, το διαιτητικό δικαστήριο εκδίδει διάταξη με την οποία διαπιστώνει επισήμως την περάτωση της διαδικασίας. Το διαιτητικό δικαστήριο αποφαίνεται επί των εξόδων, τα οποία βαρύνουν τον ενάγοντα, αν αυτό δικαιολογείται από τη στάση του εν λόγω μέρους.
3.
Αν το διαιτητικό δικαστήριο, προτού λάβει απόφαση, καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η συνέχιση της διαδικασίας έχει καταστεί άνευ αντικειμένου ή αδύνατη για οποιονδήποτε λόγο εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, το διαιτητικό δικαστήριο ενημερώνει τα μέρη για την πρόθεσή του να εκδώσει διάταξη για την περάτωση της διαδικασίας.
Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται όταν εκκρεμούν ζητήματα επί των οποίων ενδέχεται να είναι αναγκαίο να ληφθεί απόφαση και αν το διαιτητικό δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να το πράξει.
4.
Το διαιτητικό δικαστήριο κοινοποιεί στα μέρη αντίγραφο της διάταξης για την περάτωση της διαιτητικής διαδικασίας ή της απόφασης που λαμβάνεται με συμφωνία μεταξύ των μερών, υπογεγραμμένης από τους διαιτητές. Το άρθρο IV.2 παράγραφοι 2 έως 5 εφαρμόζεται στις διαιτητικές αποφάσεις που λαμβάνονται με συμφωνία μεταξύ των μερών.
ΑΡΘΡΟ IV.5
Διόρθωση της απόφασης του διαιτητικού δικαστηρίου
1.
Εντός 30 ημερών από την παραλαβή της απόφασης του διαιτητικού δικαστηρίου, ένα μέρος μπορεί, με κοινοποίηση στο άλλο μέρος και στο διαιτητικό δικαστήριο μέσω του Διεθνούς Γραφείου, να ζητήσει από το διαιτητικό δικαστήριο να διορθώσει στο κείμενο της απόφασης του διαιτητικού δικαστηρίου τυχόν σφάλματα υπολογισμού, λάθη εκ παραδρομής ή τυπογραφικά λάθη ή τυχόν σφάλματα ή παραλείψεις παρόμοιας φύσης. Αν το διαιτητικό όργανο κρίνει το αίτημα δικαιολογημένο, προβαίνει στη διόρθωση εντός 45 ημερών από την παραλαβή του αιτήματος. Το αίτημα δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα όσον αφορά την προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο IV.2 παράγραφος 6.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί, εντός 30 ημερών από την κοινοποίηση της απόφασής του, να προβεί με δική του πρωτοβουλία στις διορθώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1.
3.
Οι διορθώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου πραγματοποιούνται γραπτώς και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της απόφασης. Εφαρμόζεται το άρθρο IV.2 παράγραφοι 2 έως 5.
ΑΡΘΡΟ IV.6
Αμοιβές διαιτητών
1.
Οι αμοιβές που αναφέρονται στο άρθρο IV.7 είναι εύλογες, λαμβανομένων υπόψη της πολυπλοκότητας της υπόθεσης, του χρόνου που αφιερώνουν σ’ αυτήν οι διαιτητές και όλων των άλλων σχετικών περιστάσεων.
2.
Καταρτίζεται και επικαιροποιείται, όταν κρίνεται αναγκαίο, κατάλογος ημερήσιας αμοιβής και μέγιστων και ελάχιστων ωρών ο οποίος είναι κοινός για όλες τις διμερείς συμφωνίες στους τομείς της εσωτερικής αγοράς στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία, καθώς και για τη συμφωνία για την υγεία, τη συμφωνία για τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων και τη συμφωνία σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας. Η μεικτή επιτροπή εγκρίνει και επικαιροποιεί, για τους σκοπούς της συμφωνίας, τον εν λόγω κατάλογο μέσω απόφασης.
ΑΡΘΡΟ IV.7
Έξοδα
1.
Κάθε μέρος επωμίζεται τα έξοδά του και το ήμισυ των εξόδων του διαιτητικού δικαστηρίου.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο καθορίζει τα έξοδά του στην απόφασή του επί της ουσίας της υπόθεσης. Τα εν λόγω έξοδα περιλαμβάνουν μόνο:
α)
τις αμοιβές των διαιτητών, οι οποίες πρέπει να δηλώνονται χωριστά για κάθε διαιτητή και να καθορίζονται από το ίδιο το διαιτητικό δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο IV.6·
β)
τα έξοδα ταξιδιού και άλλα έξοδα των διαιτητών· και
γ)
τις αμοιβές και τα έξοδα του Διεθνούς Γραφείου.
3.
Τα έξοδα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 είναι εύλογα, λαμβανομένων υπόψη του επίμαχου ποσού, της πολυπλοκότητας της διαφοράς, του χρόνου που αφιέρωσαν οι διαιτητές και τυχόν εμπειρογνώμονες που έχουν διοριστεί από το διαιτητικό δικαστήριο και τυχόν άλλων σχετικών περιστάσεων.
ΑΡΘΡΟ IV.8
Κατάθεση του ποσού των εξόδων
1.
Κατά την έναρξη της διαιτησίας, το Διεθνές Γραφείο μπορεί να ζητήσει από τα μέρη να καταθέσουν ίσο ποσό ως προκαταβολή για τα έξοδα που αναφέρονται στο άρθρο IV.7 παράγραφος 2.
2.
Κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας, το Διεθνές Γραφείο μπορεί να ζητήσει από τα μέρη να καταθέσουν ποσά συμπληρωματικά προς εκείνα που αναφέρονται στην παράγραφο 1.
3.
Όλα τα ποσά που κατατίθενται από τα μέρη κατ’ εφαρμογή του παρόντος άρθρου καταβάλλονται στο Διεθνές Γραφείο το οποίο τα χρησιμοποιεί για την κάλυψη των πραγματικών εξόδων που πραγματοποιούνται, συμπεριλαμβανομένων, ιδίως, των αμοιβών που καταβάλλονται στους διαιτητές και στο Διεθνές Γραφείο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ V
ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΡΘΡΟ V.1
Τροποποιήσεις
Η μεικτή επιτροπή μπορεί να εγκρίνει, με απόφαση, τροποποιήσεις του παρόντος προσαρτήματος.
________________
ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Βρυξέλλες, 13.6.2025
COM(2025) 308 final
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
της
πρότασης απόφασης του Συμβουλίου
σχετικά με την υπογραφή, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ευρείας δέσμης συμφωνιών για την εδραίωση, εμβάθυνση και διεύρυνση των διμερών σχέσεων με την Ελβετική Συνομοσπονδία και σχετικά με την προσωρινή εφαρμογή της συμφωνίας σχετικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας στον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Διαστημικό Πρόγραμμα
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ
ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ
ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ
ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΒΕΤΙΚΗΣ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ
ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ
Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ, καλούμενη στο εξής «Ένωση»,
και
Η ΕΛΒΕΤΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ, καλούμενη στο εξής «Ελβετία»,
στο εξής αναφερόμενες ως «μέρη»·
ΥΠΕΝΘΥΜΙΖΟΝΤΑΣ τον σκοπό της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων, η οποία έγινε στο Λουξεμβούργο στις 21 Ιουνίου 1999 (στο εξής: συμφωνία), συγκεκριμένα την ενίσχυση των σχέσεων ελεύθερων συναλλαγών μεταξύ των μερών μέσω της βελτίωσης της πρόσβασής τους στην αγορά των γεωργικών προϊόντων του ετέρου μέρους·
ΥΠΕΝΘΥΜΙΖΟΝΤΑΣ την κυριαρχία των μερών επί των γεωργικών πολιτικών τους·
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ την ανάγκη να τροποποιηθεί η συμφωνία εν συνεχεία της δημιουργίας κοινού χώρου ασφάλειας των τροφίμων από το πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων για τη δημιουργία κοινού χώρου ασφάλειας των τροφίμων, το οποίο υπογράφηκε στ[…], στις […], (στο εξής: πρωτόκολλο για τη δημιουργία κοινού χώρου ασφάλειας των τροφίμων) και καλύπτει ορισμένους τομείς που έως τώρα διέπονταν από τη συμφωνία·
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ την ανάγκη να προσαρμοστούν οι θεσμικές διατάξεις της συμφωνίας, να ενισχυθούν η αποτελεσματικότητα και η αποδοτικότητα της συμφωνίας και να διασφαλιστεί η συνοχή με τον κοινό χώρο ασφάλειας των τροφίμων·
ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΝΟΝΤΑΣ ότι η συμφωνία θα πρέπει να βασίζεται στην ισότητα, στην αμοιβαιότητα και στη γενική ισορροπία των πλεονεκτημάτων, των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των μερών στους τομείς που καλύπτονται από τη συμφωνία·
ΥΠΕΝΘΥΜΙΖΟΝΤΑΣ την εγγενή σχέση μεταξύ της συμφωνίας και των έξι άλλων συμφωνιών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετίας, οι οποίες υπογράφηκαν στο Λουξεμβούργο, στις 21 Ιουνίου 1999·
ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΝΟΝΤΑΣ την εγγενή σχέση μεταξύ της συμφωνίας και του κοινού χώρου ασφάλειας των τροφίμων που δημιουργήθηκε με το πρωτόκολλο για τη δημιουργία κοινού χώρου ασφάλειας των τροφίμων, με το οποίο αποτελεί συνεκτικό σύνολο,
ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ ΤΑ ΕΞΗΣ:
ΑΡΘΡΟ 1
Τροποποιήσεις της συμφωνίας και των παραρτημάτων της
Η συμφωνία τροποποιείται ως εξής:
1)
Αναφορές στην «Ευρωπαϊκή Κοινότητα» ή στην «Κοινότητα» στη συμφωνία νοούνται ως αναφορές στην Ευρωπαϊκή Ένωση·
(2)
Το άρθρο 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«ΑΡΘΡΟ 5
Άρση των τεχνικών εμποδίων στις εμπορικές συναλλαγές γεωργικών προϊόντων
Τα μέρη, επιδιώκοντας να προωθήσουν τις εμπορικές συναλλαγές γεωργικών προϊόντων, αίρουν ή μειώνουν τα τεχνικά εμπόδια, σύμφωνα με τα ακόλουθα παραρτήματα της συμφωνίας:
−
παράρτημα 7 σχετικά με το εμπόριο προϊόντων του αμπελοοινικού τομέα,
−
παράρτημα 8 σχετικά με την αμοιβαία αναγνώριση και την προστασία των επωνυμιών στον τομέα των αλκοολούχων ποτών και των αρωματισμένων ποτών με βάση τον οίνο,
−
παράρτημα 9 σχετικά με τα γεωργικά προϊόντα και τα τρόφιμα που παράγονται με μεθόδους βιολογικής παραγωγής,
−
παράρτημα 10 σχετικά με την αναγνώριση των ελέγχων συμμόρφωσης με τα πρότυπα εμπορίας των νωπών οπωροκηπευτικών,
−
παράρτημα 12 σχετικά με την προστασία των ονομασιών προέλευσης και των γεωγραφικών ενδείξεων των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων.».
(3)
Το άρθρο 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«ΑΡΘΡΟ 6
Μεικτή επιτροπή γεωργίας
1.
Συγκροτείται μεικτή επιτροπή γεωργίας.
Η μεικτή επιτροπή γεωργίας απαρτίζεται από εκπροσώπους των μερών.
2.
Η προεδρία της μεικτής επιτροπής γεωργίας ασκείται από κοινού από εκπρόσωπο της Ένωσης και εκπρόσωπο της Ελβετίας.
3.
Η μεικτή επιτροπή γεωργίας:
α)
διασφαλίζει την ομαλή λειτουργία και την αποτελεσματική διαχείριση και εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας·
β)
παρέχει φόρουμ αμοιβαίας διαβούλευσης και συνεχούς ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των μερών, ιδίως με σκοπό την εξεύρεση λύσης σε οποιαδήποτε δυσκολία ερμηνείας ή εφαρμογής της συμφωνίας σύμφωνα με το άρθρο 7α·
γ)
διατυπώνει συστάσεις προς τα μέρη για θέματα που αφορούν την παρούσα συμφωνία·
δ)
εκδίδει αποφάσεις όπως προβλέπεται στην παρούσα συμφωνία· και
ε)
ασκεί κάθε άλλη αρμοδιότητα που της εκχωρείται με την παρούσα συμφωνία.
4.
Η μεικτή επιτροπή γεωργίας αποφασίζει βάσει ομοφωνίας.
Οι αποφάσεις είναι δεσμευτικές για τα μέρη, τα οποία λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεσή τους.
5.
Η μεικτή επιτροπή γεωργίας συνεδριάζει τουλάχιστον μία φορά ετησίως εκ περιτροπής στις Βρυξέλλες και στη Βέρνη, εκτός αν οι συμπρόεδροι αποφασίσουν διαφορετικά. Συνεδριάζει επίσης κατόπιν αιτήματος ενός εκ των μερών. Οι συμπρόεδροι μπορούν να αποφασίσουν ότι μια συνεδρίαση της μεικτής επιτροπής γεωργίας μπορεί να διεξαχθεί με βιντεοδιάσκεψη ή τηλεδιάσκεψη.
Η μεικτή επιτροπή γεωργίας μπορεί να αποφασίσει να λαμβάνει αποφάσεις με γραπτή διαδικασία.
6.
Κατά την πρώτη της συνεδρίαση, η μεικτή επιτροπή γεωργίας καθορίζει τον εσωτερικό κανονισμό της.
7.
Η μεικτή επιτροπή γεωργίας μπορεί να αποφασίσει να συγκροτήσει οποιαδήποτε ομάδα εργασίας ή ομάδα εμπειρογνωμόνων που μπορεί να την επικουρεί στην εκτέλεση των καθηκόντων της.».
(4)
Το άρθρο 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«ΑΡΘΡΟ 7
Αρχή της αποκλειστικότητας
Τα μέρη δεσμεύονται να μη ρυθμίζουν διαφορές σχετικές με την ερμηνεία ή την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας κατά τρόπο διάφορο από εκείνον που προβλέπει η παρούσα συμφωνία.».
(5)
Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:
«ΑΡΘΡΟ 7α
Διαδικασία σε περίπτωση δυσκολίας ερμηνείας ή εφαρμογής
1.
Σε περίπτωση δυσκολίας ερμηνείας ή εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας, τα μέρη διαβουλεύονται μεταξύ τους στο πλαίσιο της μεικτής επιτροπής γεωργίας για την εξεύρεση αμοιβαία αποδεκτής λύσης. Για τον σκοπό αυτόν, παρέχονται στη μεικτή επιτροπή γεωργίας όλα τα χρήσιμα πληροφοριακά στοιχεία, ώστε να μπορεί να προβεί σε λεπτομερή εξέταση της κατάστασης. Η μεικτή επιτροπή γεωργίας εξετάζει όλες τις δυνατότητες που επιτρέπουν τη διατήρηση της ορθής λειτουργίας της συμφωνίας.
2.
Αν η μεικτή επιτροπή γεωργίας δεν κατορθώσει να βρει λύση στη δυσκολία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 εντός τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία παραπέμφθηκε σ’ αυτήν το θέμα της δυσκολίας, οποιοδήποτε από τα μέρη μπορεί να ζητήσει από διαιτητικό δικαστήριο να επιλύσει τη διαφορά σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται στο πρωτόκολλο της συμφωνίας για το διαιτητικό δικαστήριο.
3.
Κάθε μέρος λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί καλόπιστα με την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου.
Το μέρος το οποίο, κατά την κρίση του διαιτητικού δικαστηρίου, δεν συμμορφώθηκε με την παρούσα συμφωνία ενημερώνει το άλλο μέρος μέσω της μεικτής επιτροπής γεωργίας σχετικά με τα μέτρα που έλαβε για να συμμορφωθεί με την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου.
4.
Η διαδικασία που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου δεν θίγει τις παραχωρήσεις που χορηγούνται και καθορίζονται στα παραρτήματα 1 έως 3 της παρούσας συμφωνίας και τη διαχείρισή τους.
ΑΡΘΡΟ 7β
Αντισταθμιστικά μέτρα
1.
Αν το μέρος το οποίο, κατά την κρίση του διαιτητικού δικαστηρίου, δεν συμμορφώθηκε με την παρούσα συμφωνία δεν ενημερώσει το άλλο μέρος, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο IV.2 παράγραφος 6 του πρωτοκόλλου της παρούσας συμφωνίας για το διαιτητικό δικαστήριο, για τα μέτρα που έλαβε για να συμμορφωθεί με την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου, ή αν το άλλο μέρος θεωρεί ότι τα κοινοποιηθέντα μέτρα δεν συμμορφώνονται με την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου, το εν λόγω άλλο μέρος μπορεί να λάβει αναλογικά αντισταθμιστικά μέτρα στο πλαίσιο της παρούσας συμφωνίας ή του πρωτοκόλλου για τη δημιουργία κοινού χώρου ασφάλειας των τροφίμων (στο εξής: αντισταθμιστικά μέτρα), προκειμένου να αντιμετωπιστεί ενδεχόμενη ανισορροπία. Κοινοποιεί στο μέρος το οποίο, κατά την κρίση του διαιτητικού δικαστηρίου, δεν συμμορφώθηκε με τη συμφωνία τα αντισταθμιστικά μέτρα, τα οποία προσδιορίζονται στην κοινοποίηση. Τα εν λόγω αντισταθμιστικά μέτρα αρχίζουν να ισχύουν τρεις μήνες από την ημερομηνία της εν λόγω κοινοποίησης.
2.
Αν, εντός ενός μηνός από την ημερομηνία κοινοποίησης των προβλεπόμενων αντισταθμιστικών μέτρων, η μεικτή επιτροπή γεωργίας δεν αποφασίσει να αναστείλει, να τροποποιήσει ή να ακυρώσει τα εν λόγω αντισταθμιστικά μέτρα, οποιοδήποτε μέρος μπορεί να υποβάλει σε διαιτησία το ζήτημα της αναλογικότητας αυτών των αντισταθμιστικών μέτρων, σύμφωνα με το πρωτόκολλο της παρούσας συμφωνίας για το διαιτητικό δικαστήριο.
3.
Το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίζει εντός των προθεσμιών που καθορίζονται στο άρθρο III.8 παράγραφος 3 του πρωτοκόλλου της παρούσας συμφωνίας για το διαιτητικό δικαστήριο.
4.
Τα αντισταθμιστικά μέτρα δεν έχουν αναδρομική ισχύ. Ειδικότερα, διατηρούνται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που είχαν ήδη οι ιδιώτες και οι οικονομικοί φορείς πριν από την έναρξη ισχύος των αντισταθμιστικών μέτρων.».
(6)
Στο άρθρο 9, ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Επαγγελματικό απόρρητο».
(7)
Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:
«ΑΡΘΡΟ 9α
Διαβαθμισμένες πληροφορίες και ευαίσθητες μη διαβαθμισμένες πληροφορίες
1.
Καμία διάταξη της παρούσας συμφωνίας δεν ερμηνεύεται ως υποχρέωση των μερών να γνωστοποιούν διαβαθμισμένες πληροφορίες.
2.
Ο χειρισμός και η προστασία διαβαθμισμένων πληροφοριών ή υλικού που παρέχονται από τα μέρη ή ανταλλάσσονται μεταξύ τους δυνάμει της παρούσας συμφωνίας πραγματοποιούνται βάσει της συμφωνίας μεταξύ της Ελβετικής Συνομοσπονδίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με διαδικασίες ασφαλείας για την ανταλλαγή διαβαθμισμένων πληροφοριών, η οποία υπογράφηκε στις Βρυξέλλες στις 28 Απριλίου 2008, καθώς και βάσει κάθε ρύθμισης ασφαλείας για την εκτέλεσή της.
3.
Η μεικτή επιτροπή γεωργίας εκδίδει, μέσω απόφασης, οδηγίες χειρισμού για τη διασφάλιση της προστασίας των ευαίσθητων μη διαβαθμισμένων πληροφοριών που ανταλλάσσονται μεταξύ των μερών.».
(8)
Στο άρθρο 11, στο άρθρο 12 παράγραφος 2 και στο άρθρο 13 παράγραφος 2, η λέξη «επιτροπή» αντικαθίσταται από τις λέξεις «μεικτή επιτροπή γεωργίας».
(9)
Το άρθρο 15 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«ΑΡΘΡΟ 15
Παραρτήματα, προσαρτήματα και πρωτόκολλο
Τα παραρτήματα της παρούσας συμφωνίας, συμπεριλαμβανομένων των προσαρτημάτων της, και το πρωτόκολλο της παρούσας συμφωνίας για το διαιτητικό δικαστήριο αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της.».
(10)
Το άρθρο 16 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«ΑΡΘΡΟ 16
Εδαφικό πεδίο εφαρμογής
Η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται, αφενός, στο έδαφος στο οποίο εφαρμόζονται η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και η Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και υπό τους όρους που προβλέπουν οι εν λόγω συνθήκες και, αφετέρου, στο έδαφος της Ελβετίας.»·
(11)
στο άρθρο 17 προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι:
«5.
Σε περίπτωση καταγγελίας της παρούσας συμφωνίας σύμφωνα με την παράγραφο 3, το πρωτόκολλο για τη δημιουργία κοινού χώρου ασφάλειας των τροφίμων παύει να ισχύει κατά την ημερομηνία που αναφέρεται στην παράγραφο 4.
6.
Όταν η συμφωνία παύει να ισχύει, διατηρούνται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που έχουν ήδη αποκτήσει βάσει της συμφωνίας οι ιδιώτες και οι οικονομικοί παράγοντες. Τα μέρη ρυθμίζουν με αμοιβαία συμφωνία ποιες ενέργειες θα αναληφθούν σε σχέση με δικαιώματα στο στάδιο της απόκτησης.»·
12)
Τα παραρτήματα 4, 5, 6 και 11 καταργούνται από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του πρωτοκόλλου για τη δημιουργία κοινού χώρου ασφάλειας των τροφίμων.
(13)
Το κείμενο που περιλαμβάνεται στο παράρτημα του παρόντος πρωτοκόλλου προστίθεται ως πρωτόκολλο στη συμφωνία.
ΑΡΘΡΟ 2
Μεταβατική εφαρμογή των παραρτημάτων 4, 5, 6 και 11 της συμφωνίας
Τα αποτελέσματα των παραρτημάτων 4, 5, 6 και 11 διατηρούνται κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου που καθορίζεται στο άρθρο 32 του πρωτοκόλλου για τη δημιουργία κοινού χώρου ασφάλειας των τροφίμων, η οποία, σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, αρχίζει την ημερομηνία έναρξης ισχύος του εν λόγω πρωτοκόλλου και λήγει το αργότερο 24 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του.
Για τους σκοπούς της συμφωνίας, η ημερομηνία λήξης της εν λόγω μεταβατικής περιόδου καθορίζεται με απόφαση της μεικτής επιτροπής γεωργίας που έχει συσταθεί βάσει του άρθρου 6 της συμφωνίας, κατόπιν κοινοποίησης της μεικτής επιτροπής για την ασφάλεια των τροφίμων που συστήνεται με το άρθρο 11 του πρωτοκόλλου για τη δημιουργία κοινού χώρου ασφάλειας των τροφίμων.
ΑΡΘΡΟ 3
Έναρξη ισχύος
1.
Το παρόν πρωτόκολλο κυρώνεται ή εγκρίνεται από τα μέρη σύμφωνα με τις κατ’ ιδίαν διαδικασίες. Τα μέρη κοινοποιούν αμοιβαία την ολοκλήρωση των εσωτερικών διαδικασιών που είναι αναγκαίες για την έναρξη ισχύος του παρόντος πρωτοκόλλου.
2.
Το παρόν πρωτόκολλο αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του δεύτερου μήνα που έπεται της τελευταίας κοινοποίησης όσον αφορά τις ακόλουθες πράξεις:
α)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων·
β)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων·
γ)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές·
δ)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές·
ε)
Πρωτόκολλο για τις κρατικές ενισχύσεις της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές·
στ)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών·
ζ)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών·
η)
Πρωτόκολλο για τις κρατικές ενισχύσεις της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών·
θ)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας αμοιβαίας αναγνώρισης σχετικά με την αξιολόγηση της πιστότητας, μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας·
ι)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας αμοιβαίας αναγνώρισης σχετικά με την αξιολόγηση της πιστότητας, μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας·
ια)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας στη μείωση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση·
ιβ)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενεργείας, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, σχετικά με τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σε προγράμματα της Ένωσης·
ιγ)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας στον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Διαστημικό Πρόγραμμα.
[Τόπος], στις [...], σε δύο αντίτυπα στην αγγλική, βουλγαρική, γαλλική, γερμανική, δανική, ελληνική, εσθονική, ιρλανδική, ισπανική, ιταλική, κροατική, λετονική, λιθουανική, μαλτέζικη, ολλανδική, ουγγρική, πολωνική, πορτογαλική, ρουμανική, σλοβακική, σλοβενική, σουηδική, τσεχική και φινλανδική γλώσσα, όλα δε τα κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά.
ΣΕ ΠΙΣΤΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩ, οι υπογράφοντες πληρεξούσιοι, δεόντως εξουσιοδοτημένοι, έθεσαν την υπογραφή τους κάτω από το παρόν πρωτόκολλο.
(Πεδίο υπογραφών και στις 24 γλώσσες της ΕΕ: «Για την Ευρωπαϊκή Ένωση» και «Για την Ελβετική Συνομοσπονδία»)
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ
ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ
ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ
ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΒΕΤΙΚΗΣ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ
ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ
ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ I
ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΡΘΡΟ I.1
Πεδίο εφαρμογής
Αν ένα από τα μέρη (στο εξής: μέρη) υποβάλει διαφορά σε διαιτησία σύμφωνα με το άρθρο 7α παράγραφος 2 ή το άρθρο 7β παράγραφος 2 της συμφωνίας, εφαρμόζονται οι κανόνες του παρόντος πρωτοκόλλου.
ΑΡΘΡΟ I.2
Γραμματεία και γραμματειακές υπηρεσίες
Το Διεθνές Γραφείο του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου της Χάγης (στο εξής: Διεθνές Γραφείο) ασκεί καθήκοντα γραμματείας και παρέχει τις αναγκαίες γραμματειακές υπηρεσίες.
ΑΡΘΡΟ I.3
Κοινοποιήσεις και υπολογισμός προθεσμιών
1.
Οι κοινοποιήσεις, συμπεριλαμβανομένων των ανακοινώσεων ή των προτάσεων, μπορούν να αποστέλλονται με οποιοδήποτε μέσο επικοινωνίας πιστοποιεί τη διαβίβασή τους ή επιτρέπει την πιστοποίησή τους.
2.
Οι εν λόγω κοινοποιήσεις μπορούν να αποστέλλονται ηλεκτρονικά μόνον εφόσον έχει οριστεί ή εγκριθεί διεύθυνση από μέρος ειδικά για τον σκοπό αυτόν.
3.
Οι κοινοποιήσεις αυτές που επιδίδονται στα μέρη αποστέλλονται, για την Ελβετία, στο Τμήμα Ευρώπης του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Εξωτερικών της Ελβετίας και, για την Ένωση, στη Νομική Υπηρεσία της Επιτροπής.
4.
Κάθε προθεσμία που ορίζεται στο παρόν πρωτόκολλο προσμετράται από την επομένη της επέλευσης ενός γεγονότος ή της διενέργειας μιας πράξης. Αν η τελευταία ημέρα για την παράδοση εγγράφου συμπίπτει με μη εργάσιμη ημέρα των θεσμικών οργάνων της Ένωσης ή της κυβέρνησης της Ελβετίας, η χρονική περίοδος της παράδοσης του εγγράφου λήγει την πρώτη επόμενη εργάσιμη μέρα. Υπολογίζονται οι μη εργάσιμες ημέρες που εμπίπτουν στη χρονική περίοδο.
ΑΡΘΡΟ I.4
Κοινοποίηση διαιτησίας
1.
Το μέρος που αναλαμβάνει την πρωτοβουλία να προσφύγει στη διαιτησία (στο εξής: ενάγων) αποστέλλει στο άλλο μέρος (στο εξής: εναγόμενος) και στο Διεθνές Γραφείο κοινοποίηση διαιτησίας.
2.
Η διαιτητική διαδικασία θεωρείται ότι αρχίζει από την ημέρα που έπεται αυτής κατά την οποία ο εναγόμενος παραλαμβάνει την κοινοποίηση διαιτησίας.
3.
Η κοινοποίηση διαιτησίας περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)
το αίτημα παραπομπής της διαφοράς σε διαιτησία·
β)
τα ονόματα και τα στοιχεία επικοινωνίας των μερών·
γ)
το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση του/των εκπροσώπου/-ων του ενάγοντος·
δ)
τη νομική βάση της διαδικασίας (άρθρο 7α παράγραφος 2 ή άρθρο 7β παράγραφος 2 της συμφωνίας) και:
i)
στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 7α παράγραφος 2 της συμφωνίας, το ζήτημα που αποτέλεσε το έναυσμα της διαφοράς, όπως έχει εγγραφεί επίσημα, προς επίλυση, στην ημερήσια διάταξη της μεικτής επιτροπής γεωργίας σύμφωνα με το άρθρο 7α παράγραφος 1 της συμφωνίας· και
ii)
στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 7β παράγραφος 2 της συμφωνίας, την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου, τα εκτελεστικά μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 7α παράγραφος 3 της συμφωνίας και τα επίμαχα αντισταθμιστικά μέτρα·
ε)
τον προσδιορισμό τυχόν κανόνα που αποτέλεσε το έναυσμα της διαφοράς ή που σχετίζεται μ’ αυτήν·
στ)
συνοπτική περιγραφή της διαφοράς· και
ζ)
τον ορισμό διαιτητή ή, αν πρέπει να διοριστούν πέντε διαιτητές, τον ορισμό δύο διαιτητών.
4.
Τυχόν ισχυρισμοί σχετικά με την επάρκεια της κοινοποίησης διαιτησίας δεν εμποδίζουν τη σύσταση του διαιτητικού δικαστηρίου. Η διαφορά διευθετείται οριστικά από το διαιτητικό δικαστήριο.
ΑΡΘΡΟ I.5
Απάντηση στην κοινοποίηση διαιτησίας
1.
Εντός 60 ημερών από την παραλαβή της κοινοποίησης διαιτησίας, ο εναγόμενος αποστέλλει στον ενάγοντα και στο Διεθνές Γραφείο απάντηση στην κοινοποίηση διαιτησίας, η οποία περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)
τα ονόματα και τα στοιχεία επικοινωνίας των μερών·
β)
το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση του/των εκπροσώπου/-ων του εναγομένου·
γ)
απάντηση στις πληροφορίες που περιέχονται στην κοινοποίηση διαιτησίας σύμφωνα με το άρθρο I.4 παράγραφος 3 στοιχεία δ) έως στ)· και
δ)
τον ορισμό διαιτητή ή, αν πρέπει να διοριστούν πέντε διαιτητές, τον ορισμό δύο διαιτητών.
2.
Η έλλειψη απάντησης ή η ελλιπής ή καθυστερημένη απάντηση του εναγομένου στην κοινοποίηση διαιτησίας δεν εμποδίζει τη σύσταση διαιτητικού δικαστηρίου. Η διαφορά διευθετείται οριστικά από το διαιτητικό δικαστήριο.
3.
Αν στην απάντησή του στην κοινοποίηση διαιτησίας ο εναγόμενος ζητήσει το διαιτητικό δικαστήριο να αποτελείται από πέντε διαιτητές, ο ενάγων ορίζει επιπλέον διαιτητή εντός 30 ημερών από την παραλαβή της απάντησης στην κοινοποίηση διαιτησίας.
ΑΡΘΡΟ I.6
Εκπροσώπηση και συνδρομή
1.
Τα μέρη εκπροσωπούνται ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου από έναν ή περισσότερους εκπροσώπους. Οι εκπρόσωποι μπορούν να επικουρούνται από συμβούλους ή δικηγόρους.
2.
Κάθε αλλαγή των εκπροσώπων ή των διευθύνσεών τους κοινοποιείται στο άλλο μέρος, στο Διεθνές Γραφείο και στο διαιτητικό δικαστήριο. Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί, ανά πάσα στιγμή, με δική του πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος ενός μέρους, να ζητήσει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τις εξουσίες που έχουν ανατεθεί στους εκπροσώπους των μερών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II
ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΟΥ ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
ΑΡΘΡΟ II.1
Αριθμός διαιτητών
Το διαιτητικό δικαστήριο απαρτίζεται από τρεις διαιτητές. Αν το ζητήσει ο ενάγων στην οικεία κοινοποίηση διαιτησίας ή ο εναγόμενος στην απάντησή του στην κοινοποίηση διαιτησίας, το διαιτητικό δικαστήριο απαρτίζεται από πέντε διαιτητές.
ΑΡΘΡΟ II.2
Διορισμός διαιτητών
1.
Αν πρέπει να διοριστούν τρεις διαιτητές, καθένα από τα μέρη ορίζει έναν από αυτούς. Οι δύο διαιτητές που διορίζονται από τα μέρη επιλέγουν τον τρίτο διαιτητή, ο οποίος προεδρεύει του διαιτητικού δικαστηρίου.
2.
Αν πρέπει να διοριστούν πέντε διαιτητές, καθένα από τα μέρη ορίζει δύο από αυτούς. Οι τέσσερις διαιτητές που διορίζονται από τα μέρη επιλέγουν τον πέμπτο διαιτητή, ο οποίος προεδρεύει του διαιτητικού δικαστηρίου.
3.
Αν, εντός 30 ημερών από τον ορισμό του τελευταίου διαιτητή τον οποίο διόρισαν τα μέρη, οι διαιτητές δεν καταλήξουν σε συμφωνία σχετικά με την επιλογή του προέδρου του διαιτητικού δικαστηρίου, ο πρόεδρος διορίζεται από τον γενικό γραμματέα του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου.
4.
Για τη διευκόλυνση της επιλογής των διαιτητών που θα απαρτίζουν το διαιτητικό δικαστήριο, καταρτίζεται και επικαιροποιείται, όποτε κρίνεται αναγκαίο, ενδεικτικός κατάλογος των προσώπων τα οποία διαθέτουν τα προσόντα που αναφέρονται στην παράγραφο 6, ο οποίος είναι κοινός για όλες τις διμερείς συμφωνίες στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία, καθώς και για τη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για την υγεία, η οποία υπογράφηκε στ […] στις […] (στο εξής: συμφωνία για την υγεία), τη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων, η οποία υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο στις 21 Ιουνίου 1999 (στο εξής: συμφωνία για τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων) και τη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας στη μείωση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία υπογράφηκε στ […] στις […] (στο εξής: συμφωνία σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας). Η μεικτή επιτροπή γεωργίας εγκρίνει και επικαιροποιεί, για τους σκοπούς της συμφωνίας, τον εν λόγω κατάλογο μέσω απόφασης.
5.
Σε περίπτωση που ένα μέρος δεν ορίσει διαιτητή, ο γενικός γραμματέας του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου διορίζει τον εν λόγω διαιτητή από τον κατάλογο που αναφέρεται στην παράγραφο 4. Ελλείψει τέτοιου καταλόγου, ο διαιτητής διορίζεται με κλήρωση από τον γενικό γραμματέα του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου μεταξύ των ατόμων που έχει προτείνει επίσημα ένα μέρος ή και τα δύο μέρη για τους σκοπούς της παραγράφου 4.
6.
Τα πρόσωπα που απαρτίζουν το διαιτητικό δικαστήριο είναι πρόσωπα υψηλής ειδίκευσης, με ή χωρίς δεσμούς με τα μέρη, των οποίων η ανεξαρτησία και η έλλειψη σύγκρουσης συμφερόντων είναι εγγυημένες, ενώ διαθέτουν επίσης ευρεία πείρα. Ειδικότερα, διαθέτουν αποδεδειγμένη εμπειρογνωσία στο δίκαιο και στα θέματα που καλύπτονται από την παρούσα συμφωνία· δεν δέχονται οδηγίες από κανένα μέρος· και συμμετέχουν σε ατομική βάση και δεν δέχονται οδηγίες από κανέναν οργανισμό ή δημόσια αρχή σχετικά με θέματα που συνδέονται με τη διαφορά. Ο πρόεδρος του διαιτητικού δικαστηρίου διαθέτει επίσης πείρα σε διαδικασίες επίλυσης διαφορών.
ΑΡΘΡΟ II.3
Δηλώσεις διαιτητών
1.
Όταν ένα πρόσωπο τελεί υπό εξέταση για διορισμό ως διαιτητής, το εν λόγω πρόσωπο αναφέρει όλες τις περιστάσεις που ενδέχεται να δημιουργήσουν εύλογες αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία ή την ανεξαρτησία του. Από τον διορισμό και καθ’ όλη τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας, ο διαιτητής αναφέρει τις περιστάσεις αυτές στα μέρη και στους άλλους διαιτητές χωρίς καθυστέρηση, αν ο διαιτητής δεν το έχει ήδη πράξει.
2.
Κάθε διαιτητής μπορεί να εξαιρεθεί αν συντρέχουν περιστάσεις που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν εύλογες αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία ή την ανεξαρτησία του.
3.
Ένα μέρος μπορεί να ζητήσει την εξαίρεση διαιτητή που έχει διορίσει μόνο για λόγο που του γνωστοποιείται μετά τον εν λόγω διορισμό.
4.
Αν ένας διαιτητής δεν ενεργήσει ή αδυνατεί εκ του νόμου ή εκ των πραγμάτων να ασκήσει τα καθήκοντά του, εφαρμόζεται η διαδικασία εξαίρεσης διαιτητών που προβλέπεται στο άρθρο II.4.
ΑΡΘΡΟ II.4
Εξαίρεση διαιτητών
1.
Κάθε μέρος που επιθυμεί να εξαιρέσει διαιτητή υποβάλλει αίτημα εξαίρεσης εντός 30 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία του κοινοποιήθηκε ο διορισμός του εν λόγω διαιτητή ή εντός 30 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία έλαβε γνώση των περιστάσεων που αναφέρονται στο άρθρο II.3.
2.
Το αίτημα εξαίρεσης αποστέλλεται στο άλλο μέρος, στον διαιτητή προς εξαίρεση, στους άλλους διαιτητές και στο Διεθνές Γραφείο. Στο αίτημα εκτίθενται οι λόγοι της εξαίρεσης.
3.
Όταν έχει υποβληθεί αίτημα εξαίρεσης, το άλλο μέρος μπορεί να αποδεχθεί το αίτημα εξαίρεσης. Ο εν λόγω διαιτητής μπορεί επίσης να παραιτηθεί. Η αποδοχή της παραίτησης δεν συνεπάγεται αναγνώριση των λόγων για τους οποίους ζητείται η εξαίρεση.
4.
Αν, εντός 15 ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης του αιτήματος εξαίρεσης, το άλλο μέρος δεν αποδεχθεί το αίτημα εξαίρεσης ή ο εν λόγω διαιτητής δεν παραιτηθεί, το μέρος που ζητεί την εξαίρεση μπορεί να ζητήσει από τον γενικό γραμματέα του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου να λάβει απόφαση σχετικά με την εξαίρεση.
5.
Εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά, στην απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 4 εκτίθενται οι λόγοι της απόφασης αυτής.
ΑΡΘΡΟ II.5
Αντικατάσταση διαιτητή
1.
Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, αν είναι αναγκαίο να αντικατασταθεί διαιτητής κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας, διορίζεται ή επιλέγεται αντικαταστάτης σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο II.2 η οποία εφαρμόζεται στον διορισμό ή στην επιλογή του προς αντικατάσταση διαιτητή. Η διαδικασία αυτή εφαρμόζεται ακόμα και αν ένα μέρος δεν έχει ασκήσει το δικαίωμά του να διορίσει ή να συμμετάσχει στον διορισμό του προς αντικατάσταση διαιτητή.
2.
Σε περίπτωση αντικατάστασης διαιτητή, η διαδικασία συνεχίζεται από το σημείο κατά το οποίο ο διαιτητής που αντικαταστάθηκε έπαυσε να ασκεί τα καθήκοντά του, εκτός αν το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίσει διαφορετικά.
ΑΡΘΡΟ II.6
Απαλλαγή της ευθύνης
Εξαιρουμένων των περιπτώσεων δόλου ή σοβαρής αμέλειας, τα μέρη παραιτούνται, στον μέγιστο βαθμό που το επιτρέπει το εφαρμοστέο δίκαιο, από κάθε ενέργεια κατά των διαιτητών για κάθε πράξη ή παράλειψη που σχετίζεται με τη διαιτησία.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ III
ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
ΑΡΘΡΟ III.1
Γενικές διατάξεις
1.
Η ημερομηνία σύστασης του διαιτητικού δικαστηρίου είναι η ημερομηνία κατά την οποία ο τελευταίος διαιτητής αποδέχθηκε τον διορισμό του.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο εξασφαλίζει ότι τα μέρη τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης και ότι, στο κατάλληλο στάδιο της διαδικασίας, καθένα από αυτά έχει επαρκή δυνατότητα να ασκήσει τα δικαιώματά του και να εκθέσει την άποψή του. Το διαιτητικό δικαστήριο διεξάγει τη διαδικασία κατά τρόπο ώστε να αποφεύγονται καθυστερήσεις και περιττές δαπάνες και να διασφαλίζεται η επίλυση της διαφοράς μεταξύ των μερών.
3.
Οργανώνεται ακρόαση, εκτός αν το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίσει διαφορετικά, έπειτα από ακρόαση των μερών.
4.
Όταν ένα μέρος αποστέλλει κοινοποίηση στο διαιτητικό δικαστήριο, το πράττει μέσω του Διεθνούς Γραφείου και αποστέλλει ταυτόχρονα αντίγραφο στο άλλο μέρος. Το Διεθνές Γραφείο αποστέλλει αντίγραφο της εν λόγω κοινοποίησης σε καθέναν από τους διαιτητές.
ΑΡΘΡΟ III.2
Τόπος διαιτησίας
Τόπος διαιτησίας είναι η Χάγη. Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί, αν το απαιτούν εξαιρετικές περιστάσεις, να συνεδριάζει σε οποιοδήποτε άλλο μέρος κρίνει κατάλληλο για τις διασκέψεις του.
ΑΡΘΡΟ III.3
Γλώσσα
1.
Οι γλώσσες διαδικασίας είναι τα γαλλικά και τα αγγλικά.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει όλα τα έγγραφα που επισυνάπτονται στο δικόγραφο αγωγής ή στο υπόμνημα αντίκρουσης, καθώς και όλα τα επιπλέον έγγραφα που προσκομίστηκαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, που υποβλήθηκαν στην πρωτότυπη γλώσσα τους, να συνοδεύονται από μετάφραση σε μία από τις γλώσσες της διαδικασίας.
ΑΡΘΡΟ III.4
Δικόγραφο αγωγής
1.
Ο ενάγων αποστέλλει εγγράφως το οικείο δικόγραφο αγωγής στον εναγόμενο και στο διαιτητικό δικαστήριο μέσω του Διεθνούς Γραφείου, εντός της προθεσμίας που ορίζει το διαιτητικό δικαστήριο. Ο ενάγων μπορεί να αποφασίσει να θεωρήσει την οικεία κοινοποίηση διαιτησίας που αναφέρεται στο άρθρο I.4 ως δικόγραφο αγωγής, υπό την προϋπόθεση ότι πληροί επίσης τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου.
2.
Το δικόγραφο αγωγής περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)
τις πληροφορίες που ορίζονται στο άρθρο I.4 παράγραφος 3 στοιχεία β) έως στ)·
β)
περιγραφή των πραγματικών περιστατικών που προβλήθηκαν προς στήριξη της αγωγής· και
γ)
τα νομικά επιχειρήματα που προβλήθηκαν προς στήριξη της αγωγής.
3.
Το δικόγραφο αγωγής συνοδεύεται, στο μέτρο του δυνατού, από όλα τα έγγραφα και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρει ο ενάγων ή στα οποία θα πρέπει να παραπέμψει.
ΑΡΘΡΟ III.5
Υπόμνημα αντίκρουσης
1.
Ο εναγόμενος αποστέλλει εγγράφως το υπόμνημα αντίκρουσης στον ενάγοντα και στο διαιτητικό δικαστήριο μέσω του Διεθνούς Γραφείου, εντός της προθεσμίας που ορίζει το διαιτητικό δικαστήριο. Ο εναγόμενος μπορεί να αποφασίσει να θεωρήσει την απάντηση στην κοινοποίηση διαιτησίας που αναφέρεται στο άρθρο I.5 ως υπόμνημα αντίκρουσης, υπό τον όρο ότι η απάντηση στην κοινοποίηση διαιτησίας πληροί επίσης τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου.
2.
Το υπόμνημα αντίκρουσης απαντά στα σημεία του δικογράφου αγωγής που αναφέρονται σύμφωνα με το άρθρο III.4 παράγραφος 2 στοιχεία α) έως γ) του παρόντος πρωτοκόλλου. Το υπόμνημα αντίκρουσης συνοδεύεται, στο μέτρο του δυνατού, από όλα τα έγγραφα και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρει ο εναγόμενος ή στα οποία θα πρέπει να παραπέμψει.
3.
Στο υπόμνημα αντίκρουσης, ή σε μεταγενέστερο στάδιο της διαιτητικής διαδικασίας, αν το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίσει ότι τυχόν καθυστέρηση δικαιολογείται από τις περιστάσεις, ο εναγόμενος μπορεί να ασκήσει ανταγωγή, υπό την προϋπόθεση ότι το διαιτητικό δικαστήριο είναι αρμόδιο να την εκδικάσει.
4.
Σε ανταγωγή εφαρμόζεται το άρθρο III.4 παράγραφοι 2 και 3.
ΑΡΘΡΟ III.6
Διαιτητική δικαιοδοσία
1.
Το διαιτητικό δικαστήριο αποφαίνεται αν είναι αρμόδιο βάσει του άρθρου 7α παράγραφος 2 ή του άρθρου 7β παράγραφος 2 της συμφωνίας.
2.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 7α παράγραφος 2 της συμφωνίας, το διαιτητικό δικαστήριο έχει εντολή να εξετάσει το ζήτημα που αποτέλεσε το έναυσμα της διαφοράς, όπως έχει εγγραφεί επίσημα, προς επίλυση, στην ημερήσια διάταξη της μεικτής επιτροπής γεωργίας σύμφωνα με το άρθρο 7α παράγραφος 1 της συμφωνίας.
3.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 7β παράγραφος 2 της συμφωνίας, το διαιτητικό δικαστήριο το οποίο επιλήφθηκε της κύριας δίκης έχει εντολή να εξετάσει την αναλογικότητα των επίμαχων αντισταθμιστικών μέτρων, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων στις οποίες τα εν λόγω μέτρα ελήφθησαν, εν όλω ή εν μέρει, στο πλαίσιο του πρωτοκόλλου για τη δημιουργία κοινού χώρου ασφάλειας των τροφίμων.
4.
Η προκαταρκτική ένσταση αναρμοδιότητας του διαιτητικού δικαστηρίου υποβάλλεται το αργότερο με το υπόμνημα αντίκρουσης ή, σε περίπτωση ανταγωγής, με το υπόμνημα απάντησης. Το γεγονός ότι ένα μέρος έχει διορίσει διαιτητή ή έχει συμμετάσχει στον διορισμό του δεν του στερεί το δικαίωμα να προβεί σε τέτοια προκαταρκτική ένσταση. Η προκαταρκτική ένσταση ότι η διαφορά θα υπερέβαινε τις αρμοδιότητες του διαιτητικού δικαστηρίου υποβάλλεται μόλις τεθεί κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας το ζήτημα που φέρεται ότι υπερβαίνει τις αρμοδιότητές του. Σε κάθε περίπτωση, το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την υποβολή προκαταρκτικής ένστασης μετά την παρέλευση της ταχθείσας προθεσμίας, αν κρίνει ότι η καθυστέρηση οφείλεται σε βάσιμο λόγο.
5.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί επί της προκαταρκτικής ένστασης που αναφέρεται στην παράγραφο 4 είτε αντιμετωπίζοντάς την ως προδικαστικό ερώτημα είτε κατά την έκδοση απόφασης επί της ουσίας της υπόθεσης.
ΑΡΘΡΟ III.7
Άλλα γραπτά υπομνήματα
Το διαιτητικό δικαστήριο, μετά από διαβούλευση με τα μέρη, αποφασίζει ποια άλλα γραπτά υπομνήματα, εκτός από το δικόγραφο αγωγής και το υπόμνημα αντίκρουσης, υποβάλλουν ή μπορούν να υποβάλουν τα μέρη και ορίζει προθεσμία για την υποβολή τους.
ΑΡΘΡΟ III.8
Προθεσμίες
1.
Οι προθεσμίες που ορίζει το διαιτητικό δικαστήριο για την κοινοποίηση των γραπτών εγγράφων, συμπεριλαμβανομένου του δικογράφου αγωγής και του υπομνήματος αντίκρουσης, δεν υπερβαίνουν τις 90 ημέρες, εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο λαμβάνει την οριστική του απόφαση εντός 12 μηνών από την ημερομηνία σύστασής του. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις ιδιαίτερης δυσκολίας, το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να παρατείνει την προθεσμία αυτή κατά τρεις επιπλέον μήνες κατ’ ανώτατο όριο.
3.
Οι προθεσμίες που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 μειώνονται κατά το ήμισυ:
α)
κατόπιν αιτήματος του ενάγοντος ή του εναγομένου, αν, εντός 30 ημερών από την υποβολή του εν λόγω αιτήματος, το διαιτητικό δικαστήριο, έπειτα από ακρόαση του άλλου μέρους, κρίνει ότι η υπόθεση είναι επείγουσα· ή
β)
αν συμφωνήσουν τα μέρη.
4.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 7β παράγραφος 2 της συμφωνίας, το διαιτητικό δικαστήριο λαμβάνει την οριστική του απόφαση εντός έξι μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης των αντισταθμιστικών μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 7β παράγραφος 1 της συμφωνίας.
ΑΡΘΡΟ III.9
Προσωρινά μέτρα
1.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 7β παράγραφος 2 της συμφωνίας, κάθε μέρος μπορεί, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαιτητικής διαδικασίας, να υποβάλει αίτηση λήψης προσωρινών μέτρων που συνίστανται στην αναστολή των αντισταθμιστικών μέτρων.
2.
Στην αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 προσδιορίζεται το αντικείμενο της διαφοράς, τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υπόθεσης, καθώς και οι πραγματικοί και νομικοί ισχυρισμοί που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη των προσωρινών μέτρων τα οποία ζητούνται. Περιλαμβάνονται όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και παρατίθενται τα προτεινόμενα αποδεικτικά μέσα προς δικαιολόγηση της λήψης των προσωρινών μέτρων.
3.
Το μέρος που ζητεί τη λήψη των προσωρινών μέτρων διαβιβάζει την αίτησή του εγγράφως στο άλλο μέρος και στο διαιτητικό δικαστήριο μέσω του Διεθνούς Γραφείου. Το διαιτητικό δικαστήριο ορίζει σύντομη προθεσμία εντός της οποίας το εν λόγω άλλο μέρος μπορεί να υποβάλει γραπτές ή προφορικές παρατηρήσεις.
4.
Εντός ενός μηνός από την υποβολή της αίτησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, το διαιτητικό δικαστήριο εκδίδει απόφαση σχετικά με την αναστολή των επίμαχων αντισταθμιστικών μέτρων, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)
το διαιτητικό δικαστήριο έχει πεισθεί εκ πρώτης όψεως για το βάσιμο της υπόθεσης που υπέβαλε το μέρος που ζήτησε τη λήψη των προσωρινών μέτρων στην αίτησή του·
β)
το διαιτητικό δικαστήριο θεωρεί ότι, εν αναμονή της οριστικής του απόφασης, το μέρος που ζητεί τη λήψη των προσωρινών μέτρων θα υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία αν δεν ανασταλούν τα αντισταθμιστικά μέτρα· και
γ)
η ζημία που υπέστη το μέρος το οποίο ζητεί τη λήψη των προσωρινών μέτρων λόγω της άμεσης εφαρμογής των επίμαχων αντισταθμιστικών μέτρων υπερτερεί του συμφέροντος για άμεση και αποτελεσματική εφαρμογή των μέτρων αυτών.
5.
Η απόφαση που λαμβάνεται από το διαιτητικό δικαστήριο σύμφωνα με την παράγραφο 4 έχει μόνο προσωρινό χαρακτήρα και δεν προδικάζει την κρίση του διαιτητικού δικαστηρίου επί της ουσίας της υπόθεσης.
6.
Εκτός αν η απόφαση που λαμβάνει το διαιτητικό δικαστήριο σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου ορίζει προγενέστερη ημερομηνία για τη λήξη της αναστολής, η αναστολή αίρεται όταν ληφθεί η οριστική απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 7β παράγραφος 2 της συμφωνίας.
7.
Προς αποφυγή αμφιβολιών, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, εξυπακούεται ότι, κατά την εξέταση των αντίστοιχων συμφερόντων του μέρους που ζητεί τη λήψη προσωρινών μέτρων και του άλλου μέρους, το διαιτητικό δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα των ιδιωτών και των οικονομικών φορέων των μερών, αλλά η εξέταση αυτή δεν ισοδυναμεί με αναγνώριση οποιασδήποτε ιδιότητας στους εν λόγω ιδιώτες ή οικονομικούς φορείς ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου.
ΑΡΘΡΟ III.10
Αποδεικτικά στοιχεία
1.
Κάθε μέρος παρέχει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζει την αγωγή του ή την αντίκρουσή του.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο, κατόπιν αιτήματος ενός μέρους ή με δική του πρωτοβουλία, μπορεί να ζητεί από τα μέρη σχετικές πληροφορίες που θεωρεί αναγκαίες και κατάλληλες. Το διαιτητικό δικαστήριο ορίζει προθεσμία εντός της οποίας τα μέρη πρέπει να απαντήσουν στο αίτημά του.
3.
Το διαιτητικό δικαστήριο, κατόπιν αιτήματος ενός μέρους ή με δική του πρωτοβουλία, μπορεί να ζητεί από οποιαδήποτε πηγή τις πληροφορίες που θεωρεί κατάλληλες. Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί επίσης να ζητεί τη γνώμη εμπειρογνωμόνων εφόσον το κρίνει σκόπιμο και υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που συμφωνούνται από τα μέρη, κατά περίπτωση.
4.
Οι πληροφορίες που λαμβάνονται από το διαιτητικό δικαστήριο δυνάμει του παρόντος άρθρου καθίστανται διαθέσιμες στα μέρη, τα δε μέρη μπορούν να υποβάλλουν παρατηρήσεις επί των εν λόγω πληροφοριών στο διαιτητικό δικαστήριο.
5.
Το διαιτητικό δικαστήριο, αφού ζητήσει τη γνώμη του άλλου μέρους, λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση τυχόν ζητημάτων που έχει εγείρει ένα μέρος όσον αφορά την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, το επαγγελματικό απόρρητο και τα νόμιμα συμφέροντα της εμπιστευτικότητας.
6.
Το διαιτητικό δικαστήριο κρίνει το παραδεκτό, τη λυσιτέλεια και την ισχύ των υποβληθέντων αποδεικτικών στοιχείων.
ΑΡΘΡΟ III.11
Ακροάσεις
1.
Όταν πρέπει να πραγματοποιηθεί ακρόαση, το διαιτητικό δικαστήριο, κατόπιν διαβούλευσης με τα μέρη, ενημερώνει τα μέρη εγκαίρως σχετικά με την ημερομηνία, την ώρα και τον τόπο διεξαγωγής της ακρόασης.
2.
Η ακρόαση είναι δημόσια, εκτός αν το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίσει διαφορετικά, αυτεπαγγέλτως ή αιτήσει των μερών, για σοβαρούς λόγους.
3.
Τα πρακτικά κάθε ακρόασης συντάσσονται και υπογράφονται από τον πρόεδρο του διαιτητικού δικαστηρίου. Τα εν λόγω πρακτικά είναι τα μόνα αυθεντικά.
4.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει τη διεξαγωγή της ακρόασης διαδικτυακά σύμφωνα με την πρακτική του Διεθνούς Γραφείου. Τα μέρη ενημερώνονται εγκαίρως για την πρακτική αυτή. Στις περιπτώσεις αυτές, εφαρμόζονται η παράγραφος 1, κατ’ αναλογία, και η παράγραφος 3.
ΑΡΘΡΟ III.12
Ερήμην διαδικασία
1.
Αν ο ενάγων δεν υποβάλει, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο παρόν πρωτόκολλο ή που έχει ορίσει το διαιτητικό δικαστήριο, χωρίς να προβάλει επαρκείς λόγους, το οικείο δικόγραφο αγωγής, το διαιτητικό δικαστήριο διατάσσει την περάτωση της διαιτητικής διαδικασίας, εκτός αν υπάρχουν εκκρεμή ζητήματα επί των οποίων ενδέχεται να απαιτείται απόφαση και αν το διαιτητικό δικαστήριο το κρίνει σκόπιμο.
Αν ο εναγόμενος δεν υποβάλει, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο παρόν πρωτόκολλο ή που έχει ορίσει το διαιτητικό δικαστήριο, χωρίς να προβάλει επαρκείς λόγους, την απάντησή του στην κοινοποίηση διαιτησίας ή το οικείο υπόμνημα αντίκρουσης, το διαιτητικό δικαστήριο διατάσσει τη συνέχιση της διαδικασίας, χωρίς να θεωρεί ότι η παράλειψη αυτή συνιστά αποδοχή των ισχυρισμών του ενάγοντος.
Το δεύτερο εδάφιο εφαρμόζεται επίσης στην περίπτωση που ο ενάγων δεν απαντήσει σε ανταγωγή.
2.
Αν ένα μέρος, το οποίο έχει κληθεί δεόντως σύμφωνα με το άρθρο III.11 παράγραφος 1, δεν εμφανιστεί σε ακρόαση και δεν προβάλει επαρκείς λόγους για τη μη εμφάνισή του, το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να συνεχίσει τη διαιτησία.
3.
Αν ένα μέρος, το οποίο έχει κληθεί δεόντως από το διαιτητικό δικαστήριο να προσκομίσει περαιτέρω αποδεικτικά στοιχεία, δεν το πράξει εντός της ταχθείσας προθεσμίας χωρίς να προβάλει επαρκείς λόγους για τη μη προσκόμισή τους, το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που έχει στη διάθεσή του.
ΑΡΘΡΟ III.13
Περάτωση της διαδικασίας
1.
Όταν αποδεικνύεται ότι τα μέρη είχαν ευλόγως τη δυνατότητα να εκθέσουν τα επιχειρήματά τους, το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να κηρύξει την περάτωση της διαδικασίας.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί, αν το κρίνει αναγκαίο λόγω εξαιρετικών περιστάσεων, να αποφασίσει, με δική του πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος ενός μέρους, να κινήσει εκ νέου τη διαδικασία ανά πάσα στιγμή προτού λάβει την απόφασή του.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΑΡΘΡΟ IV.1
Αποφάσεις
Το διαιτητικό δικαστήριο καταβάλλει κάθε προσπάθεια ώστε να λαμβάνει τις αποφάσεις του με συναίνεση. Αν, ωστόσο, αποδειχθεί αδύνατη η λήψη απόφασης με συναίνεση, η απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου λαμβάνεται με πλειοψηφία των διαιτητών.
ΑΡΘΡΟ IV.2
Μορφή και ισχύς της απόφασης του διαιτητικού δικαστηρίου
1.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει χωριστές αποφάσεις επί διαφορετικών ζητημάτων σε διαφορετικές χρονικές στιγμές.
2.
Όλες οι αποφάσεις είναι γραπτές και αιτιολογημένες. Είναι οριστικές και δεσμευτικές για τα μέρη.
3.
Η απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου υπογράφεται από τους διαιτητές, περιέχει την ημερομηνία κατά την οποία ελήφθη και αναφέρει τον τόπο της διαιτησίας. Αντίγραφο της απόφασης υπογεγραμμένο από τους διαιτητές κοινοποιείται στα μέρη από το Διεθνές Γραφείο.
4.
Το Διεθνές Γραφείο δημοσιοποιεί την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου.
Το Διεθνές Γραφείο, όταν δημοσιοποιεί την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου, τηρεί τους σχετικούς κανόνες για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, του επαγγελματικού απορρήτου και των νόμιμων συμφερόντων εμπιστευτικότητας.
Οι κανόνες που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο είναι πανομοιότυποι για όλες τις διμερείς συμφωνίες στους τομείς της εσωτερικής αγοράς στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία, καθώς και για τη συμφωνία για την υγεία, τη συμφωνία σχετικά με τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων και τη συμφωνία σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας. Η μεικτή επιτροπή γεωργίας εγκρίνει και επικαιροποιεί, για τους σκοπούς της συμφωνίας, τους εν λόγω κανόνες μέσω απόφασης.
5.
Τα μέρη συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση με όλες τις αποφάσεις του διαιτητικού δικαστηρίου.
6.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 7α παράγραφος 2 της συμφωνίας, το διαιτητικό δικαστήριο, αφού λάβει τη γνώμη των μερών, ορίζει στην απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης εύλογη προθεσμία εντός της οποίας τα μέρη πρέπει να συμμορφωθούν με την απόφασή του σύμφωνα με το άρθρο 7α παράγραφος 3 της συμφωνίας, λαμβάνοντας υπόψη τις εσωτερικές διαδικασίες των μερών.
ΑΡΘΡΟ IV.3
Εφαρμοστέο δίκαιο, κανόνες ερμηνείας, διαμεσολαβητής
1.
Το εφαρμοστέο δίκαιο περιλαμβάνει τη συμφωνία, καθώς και κάθε άλλον κανόνα διεθνούς δικαίου που σχετίζεται με την εφαρμογή της.
2.
Προηγούμενες αποφάσεις που έχουν ληφθεί από όργανο επίλυσης διαφορών όσον αφορά την αναλογικότητα των αντισταθμιστικών μέτρων βάσει του πρωτοκόλλου για τη δημιουργία κοινού χώρου ασφάλειας των τροφίμων τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 7β παράγραφος 1 της συμφωνίας είναι δεσμευτικές για το διαιτητικό δικαστήριο.
3.
Το διαιτητικό δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίζει ως διαμεσολαβητής ή ex aequo et bono.
ΑΡΘΡΟ IV.4
Αμοιβαία αποδεκτή λύση ή άλλοι λόγοι για την περάτωση της διαδικασίας
1.
Τα μέρη μπορούν, ανά πάσα στιγμή, να καταλήξουν σε αμοιβαία αποδεκτή λύση στη διαφορά τους. Κοινοποιούν από κοινού κάθε τέτοια λύση στο διαιτητικό δικαστήριο. Αν η λύση απαιτεί έγκριση σύμφωνα με τις οικείες εθνικές διαδικασίες ενός εκ των μερών, η κοινοποίηση παραπέμπει σ’ αυτήν την απαίτηση και η διαδικασία διαιτησίας αναστέλλεται. Αν δεν απαιτείται έγκριση, ή με κοινοποίηση της ολοκλήρωσης των εθνικών διαδικασιών, η διαδικασία διαιτησίας περατώνεται.
2.
Αν, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ο ενάγων ενημερώσει εγγράφως το διαιτητικό δικαστήριο ότι δεν επιθυμεί να συνεχίσει περαιτέρω τη διαδικασία και αν, κατά την ημερομηνία παραλαβής της εν λόγω κοινοποίησης από το διαιτητικό δικαστήριο, ο εναγόμενος δεν έχει προβεί ακόμη σε καμία ενέργεια στο πλαίσιο της διαδικασίας, το διαιτητικό δικαστήριο εκδίδει διάταξη με την οποία διαπιστώνει επισήμως την περάτωση της διαδικασίας. Το διαιτητικό δικαστήριο αποφαίνεται επί των εξόδων, τα οποία βαρύνουν τον ενάγοντα, αν αυτό δικαιολογείται από τη στάση του εν λόγω μέρους.
3.
Αν το διαιτητικό δικαστήριο, προτού λάβει απόφαση, καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η συνέχιση της διαδικασίας έχει καταστεί άνευ αντικειμένου ή αδύνατη για οποιονδήποτε λόγο εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, το διαιτητικό δικαστήριο ενημερώνει τα μέρη για την πρόθεσή του να εκδώσει διάταξη για την περάτωση της διαδικασίας.
Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται όταν εκκρεμούν ζητήματα επί των οποίων ενδέχεται να είναι αναγκαίο να ληφθεί απόφαση και αν το διαιτητικό δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να το πράξει.
4.
Το διαιτητικό δικαστήριο κοινοποιεί στα μέρη αντίγραφο της διάταξης για την περάτωση της διαιτητικής διαδικασίας ή της απόφασης που λαμβάνεται με συμφωνία μεταξύ των μερών, υπογεγραμμένης από τους διαιτητές. Το άρθρο IV.2 παράγραφοι 2 έως 5 εφαρμόζεται στις διαιτητικές αποφάσεις που λαμβάνονται με συμφωνία μεταξύ των μερών.
ΑΡΘΡΟ IV.5
Διόρθωση της απόφασης του διαιτητικού δικαστηρίου
1.
Εντός 30 ημερών από την παραλαβή της απόφασης του διαιτητικού δικαστηρίου, ένα μέρος μπορεί, με κοινοποίηση στο άλλο μέρος και στο διαιτητικό δικαστήριο μέσω του Διεθνούς Γραφείου, να ζητήσει από το διαιτητικό δικαστήριο να διορθώσει στο κείμενο της απόφασης του διαιτητικού δικαστηρίου τυχόν σφάλματα υπολογισμού, λάθη εκ παραδρομής ή τυπογραφικά λάθη ή τυχόν σφάλματα ή παραλείψεις παρόμοιας φύσης. Αν το διαιτητικό όργανο κρίνει το αίτημα δικαιολογημένο, προβαίνει στη διόρθωση εντός 45 ημερών από την παραλαβή του αιτήματος. Το αίτημα δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα όσον αφορά την προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο IV.2 παράγραφος 6.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί, εντός 30 ημερών από την κοινοποίηση της απόφασής του, να προβεί με δική του πρωτοβουλία στις διορθώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1.
3.
Οι διορθώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου πραγματοποιούνται γραπτώς και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της απόφασης. Εφαρμόζεται το άρθρο IV.2 παράγραφοι 2 έως 5.
ΑΡΘΡΟ IV.6
Αμοιβές διαιτητών
1.
Οι αμοιβές που αναφέρονται στο άρθρο IV.7 είναι εύλογες, λαμβανομένων υπόψη της πολυπλοκότητας της υπόθεσης, του χρόνου που αφιερώνουν σ’ αυτήν οι διαιτητές και όλων των άλλων σχετικών περιστάσεων.
2.
Καταρτίζεται και επικαιροποιείται, όταν κρίνεται αναγκαίο, κατάλογος ημερήσιας αμοιβής και μέγιστων και ελάχιστων ωρών ο οποίος είναι κοινός για όλες τις διμερείς συμφωνίες στους τομείς της εσωτερικής αγοράς στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία, καθώς και για τη συμφωνία για την υγεία, τη συμφωνία για τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων και τη συμφωνία σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας. Η μεικτή επιτροπή γεωργίας εγκρίνει και επικαιροποιεί, για τους σκοπούς της συμφωνίας, τον εν λόγω κατάλογο μέσω απόφασης.
ΑΡΘΡΟ IV.7
Έξοδα
1.
Κάθε μέρος επωμίζεται τα έξοδά του και το ήμισυ των εξόδων του διαιτητικού δικαστηρίου.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο καθορίζει τα έξοδά του στην απόφασή του επί της ουσίας της υπόθεσης. Τα εν λόγω έξοδα περιλαμβάνουν μόνο:
α)
τις αμοιβές των διαιτητών, οι οποίες πρέπει να δηλώνονται χωριστά για κάθε διαιτητή και να καθορίζονται από το ίδιο το διαιτητικό δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο IV.6·
β)
τα έξοδα ταξιδιού και άλλα έξοδα των διαιτητών· και
γ)
τις αμοιβές και τα έξοδα του Διεθνούς Γραφείου.
3.
Τα έξοδα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 είναι εύλογα, λαμβανομένων υπόψη του επίμαχου ποσού, της πολυπλοκότητας της διαφοράς, του χρόνου που αφιέρωσαν οι διαιτητές και τυχόν εμπειρογνώμονες που έχουν διοριστεί από το διαιτητικό δικαστήριο και τυχόν άλλων σχετικών περιστάσεων.
ΑΡΘΡΟ IV.8
Κατάθεση του ποσού των εξόδων
1.
Κατά την έναρξη της διαιτησίας, το Διεθνές Γραφείο μπορεί να ζητήσει από τα μέρη να καταθέσουν ίσο ποσό ως προκαταβολή για τα έξοδα που αναφέρονται στο άρθρο IV.7 παράγραφος 2.
2.
Κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας, το Διεθνές Γραφείο μπορεί να ζητήσει από τα μέρη να καταθέσουν ποσά συμπληρωματικά προς εκείνα που αναφέρονται στην παράγραφο 1.
3.
Όλα τα ποσά που κατατίθενται από τα μέρη κατ’ εφαρμογή του παρόντος άρθρου καταβάλλονται στο Διεθνές Γραφείο το οποίο τα χρησιμοποιεί για την κάλυψη των πραγματικών εξόδων που πραγματοποιούνται, συμπεριλαμβανομένων, ιδίως, των αμοιβών που καταβάλλονται στους διαιτητές και στο Διεθνές Γραφείο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ V
ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΡΘΡΟ V.1
Τροποποιήσεις
Η μεικτή επιτροπή γεωργίας μπορεί να εγκρίνει, μέσω απόφασης, τροποποιήσεις στο παρόν πρωτόκολλο.
________________
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ
ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ
ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ
ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΒΕΤΙΚΗΣ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ
ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ
ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΚΟΙΝΟΥ ΧΩΡΟΥ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΤΩΝ ΤΡΟΦΙΜΩΝ
Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ, καλούμενη στο εξής «Ένωση»,
και
Η ΕΛΒΕΤΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ, καλούμενη στο εξής «Ελβετία»,
στο εξής αναφερόμενες ως «μέρη»·
ΑΠΟΦΑΣΙΣΜΕΝΑ να ενισχύσουν την ασφάλεια των τροφίμων και των ζωοτροφών σε ολόκληρη την αλυσίδα τροφίμων στα εδάφη των κρατών μελών της Ένωσης και της Ελβετίας με τη δημιουργία κοινού χώρου ασφάλειας των τροφίμων, ο οποίος συμπληρώνει τη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων, η οποία υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο στις 21 Ιουνίου 1999·
ΕΠΙΔΙΩΚΟΝΤΑΣ την πρόληψη και τον έλεγχο των μεταδοτικών νόσων των ζώων που μπορούν να έχουν σημαντική επίδραση στη δημόσια υγεία και στην ασφάλεια των τροφίμων·
ΕΠΙΔΙΩΚΟΝΤΑΣ την πρόληψη και τον έλεγχο των επιβλαβών για τα φυτά οργανισμών και ασθενειών·
ΕΠΙΔΙΩΚΟΝΤΑΣ την καταπολέμηση της μικροβιακής αντοχής·
ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΝΟΝΤΑΣ την προθυμία τους να ενισχύσουν την προστασία των ζώων και να προωθήσουν την καλή μεταχείριση των ζώων·
ΕΠΙΔΙΩΚΟΝΤΑΣ να διασφαλίσουν την εφαρμογή θεμιτών πρακτικών σε όλα τα στάδια της παραγωγής, της μεταποίησης και της διανομής τροφίμων και ζωοτροφών και την ενίσχυση της καταπολέμησης των δόλιων ή παραπλανητικών πρακτικών στην αγροδιατροφική αλυσίδα·
ΕΠΙΘΥΜΩΝΤΑΣ να εμβαθύνουν τις προσπάθειές τους για τον συντονισμό των θέσεών τους και να αλληλοϋποστηρίζονται στο έργο τους στο πλαίσιο διεθνών οργανισμών·
ΥΠΕΝΘΥΜΙΖΟΝΤΑΣ ότι η Ένωση και η Ελβετία δεσμεύονται από πολυάριθμες διμερείς συμφωνίες οι οποίες καλύπτουν διάφορους τομείς και προβλέπουν ειδικά δικαιώματα και υποχρεώσεις, παρόμοια, από ορισμένες απόψεις, με εκείνα που προβλέπονται εντός της Ένωσης·
ΥΠΕΝΘΥΜΙΖΟΝΤΑΣ ότι σκοπός των εν λόγω διμερών συμφωνιών είναι να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης και να δημιουργηθούν στενότεροι οικονομικοί δεσμοί μεταξύ των μερών, με βάση την ισότητα, την αμοιβαιότητα και τη γενική ισορροπία των πλεονεκτημάτων, των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεών τους·
ΑΠΟΦΑΣΙΣΜΕΝΕΣ να ενισχύσουν και να εμβαθύνουν τη συμμετοχή της Ελβετίας στην εσωτερική αγορά της Ένωσης, με βάση τους ίδιους κανόνες με εκείνους που ισχύουν για την εσωτερική αγορά, διατηρώντας παράλληλα την ανεξαρτησία τους και την ανεξαρτησία των θεσμικών οργάνων τους και, όσον αφορά την Ελβετία, τον σεβασμό των αρχών που απορρέουν από την άμεση δημοκρατία, το ομοσπονδιακό σύστημα και τον τομεακό χαρακτήρα της συμμετοχής της στην εσωτερική αγορά·
ΕΠΑΝΑΒΕΒΑΙΩΝΟΝΤΑΣ ότι διατηρείται η αρμοδιότητα του Ελβετικού Ομοσπονδιακού Ανώτατου Δικαστηρίου και όλων των άλλων ελβετικών δικαστηρίων, καθώς και η αρμοδιότητα των δικαστηρίων των κρατών μελών και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να ερμηνεύουν το παρόν πρωτόκολλο σε μεμονωμένες περιπτώσεις·
ΕΧΟΝΤΑΣ ΕΠΙΓΝΩΣΗ της διασφάλισης της ομοιομορφίας των τομέων της εσωτερικής αγοράς στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία, τόσο των τρεχόντων όσο και των μελλοντικών,
ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ ΤΑ ΕΞΗΣ:
ΜΕΡΟΣ I
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΡΘΡΟ 1
Αντικείμενο
Σκοπός του παρόντος πρωτοκόλλου είναι η επέκταση του πεδίου εφαρμογής της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων, η οποία υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο στις 21 Ιουνίου 1999 (στο εξής: συμφωνία για τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων), σε ολόκληρη την αλυσίδα διατροφής, με τη δημιουργία κοινού χώρου ασφάλειας των τροφίμων μεταξύ των μερών και η διασφάλιση, για τα μέρη, καθώς και για τους οικονομικούς φορείς και τους ιδιώτες, μεγαλύτερης ασφάλειας δικαίου, ίσης μεταχείρισης και ισότιμων όρων ανταγωνισμού στον τομέα της εσωτερικής αγοράς που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κοινού χώρου ασφάλειας των τροφίμων.
ΑΡΘΡΟ 2
Πεδίο εφαρμογής
Το πεδίο εφαρμογής του κοινού χώρου ασφάλειας των τροφίμων καλύπτει όλα τα στάδια της παραγωγής, της μεταποίησης και της διανομής τροφίμων, ζωοτροφών και ζωικών υποπροϊόντων· την υγεία και την καλή μεταχείριση των ζώων· την υγεία των φυτών και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα· το φυτικό αναπαραγωγικό υλικό· τη μικροβιακή αντοχή· την αναπαραγωγή ζώων· τους μολυσματικούς παράγοντες και τα κατάλοιπα· τα υλικά και τα είδη που προορίζονται να έλθουν σε επαφή με τα τρόφιμα· την επισήμανση· καθώς και τους σχετικούς επίσημους ελέγχους.
ΑΡΘΡΟ 3
Διμερείς συμφωνίες στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά
στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία
1.
Οι υφιστάμενες και μελλοντικές διμερείς συμφωνίες μεταξύ της Ένωσης και της Ελβετίας στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία θεωρείται ότι αποτελούν συνεκτικό σύνολο το οποίο εξασφαλίζει ισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μεταξύ της Ένωσης και της Ελβετίας.
2.
Το πρωτόκολλο αποτελεί διμερή συμφωνία σε τομέα σχετιζόμενο με την εσωτερική αγορά στον οποίο συμμετέχει η Ελβετία.
ΑΡΘΡΟ 4
Ορισμός
Για τους σκοπούς του παρόντος πρωτοκόλλου, ως «νομικές πράξεις που εκδίδονται βάσει οποιασδήποτε από τις νομικές πράξεις που απαριθμούνται στο παράρτημα I» νοούνται οι νομικές πράξεις οι οποίες προσδιορίζονται ως κατ’ εξουσιοδότηση ή εκτελεστικές πράξεις σύμφωνα με τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΣΛΕΕ) καθώς και άλλες μη νομοθετικές νομικές πράξεις που εκδίδονται βάσει οποιασδήποτε από τις νομικές πράξεις που απαριθμούνται στο παράρτημα I.
ΜΕΡΟΣ II
ΚΟΙΝΟΣ ΧΩΡΟΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΤΩΝ ΤΡΟΦΙΜΩΝ
ΑΡΘΡΟ 5
Δημιουργία και στόχοι του κοινού χώρου ασφάλειας των τροφίμων
1.
Τα μέρη δημιουργούν κοινό χώρο ασφάλειας των τροφίμων.
2.
Οι στόχοι του κοινού χώρου ασφάλειας των τροφίμων είναι οι εξής:
α)
ενίσχυση της ασφάλειας των τροφίμων και των ζωοτροφών σε ολόκληρη την αλυσίδα διατροφής·
β)
εξασφάλιση υψηλού επιπέδου υγείας των ανθρώπων, των ζώων και των φυτών κατά μήκος της αλυσίδας διατροφής και σε όλους τους τομείς δραστηριότητας για τους οποίους βασικός στόχος είναι η καταπολέμηση της πιθανής εξάπλωσης νόσων των ζώων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που μεταδίδονται στον άνθρωπο, ή επιβλαβών για τα φυτά ή τα φυτικά προϊόντα οργανισμών, και η διασφάλιση της προστασίας του περιβάλλοντος από κινδύνους που ενδέχεται να προκύψουν από τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα·
γ)
εφαρμογή με ολοκληρωμένο τρόπο εναρμονισμένων προτύπων σε ολόκληρη την αλυσίδα διατροφής·
δ)
εντατικοποίηση των προσπαθειών για την καταπολέμηση της μικροβιακής αντοχής·
ε)
ενίσχυση της προστασίας των ζώων και προώθηση υψηλών προτύπων καλής μεταχείρισης των ζώων· και
στ)
εμβάθυνση των κοινών προσπαθειών των μερών για τον συντονισμό των θέσεών τους και την αλληλοϋποστήριξη στο έργο τους στο πλαίσιο διεθνών οργανισμών.
ΑΡΘΡΟ 6
Λειτουργία του κοινού χώρου ασφάλειας των τροφίμων
Τα μέρη διασφαλίζουν την αποτελεσματική λειτουργία του κοινού χώρου ασφάλειας των τροφίμων. Για τον σκοπό αυτόν, η Ένωση δεν θεωρεί την Ελβετία ως τρίτη χώρα όσον αφορά τις νομικές πράξεις της Ένωσης που ενσωματώνονται στο παρόν πρωτόκολλο σύμφωνα με το άρθρο 13 ή που πρέπει να τεθούν σε εφαρμογή προσωρινά σύμφωνα με το άρθρο 15, υπό την προϋπόθεση ότι η Ελβετία εκπληρώνει την υποχρέωσή της να εφαρμόζει όλες αυτές τις νομικές πράξεις σύμφωνα με το παρόν πρωτόκολλο.
ΑΡΘΡΟ 7
Εξαιρέσεις
1.
Η υποχρέωση ενσωμάτωσης των νομικών πράξεων, η οποία ορίζεται στο άρθρο 13, καθώς και η υποχρέωση προσωρινής εφαρμογής των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει οποιασδήποτε από τις νομικές πράξεις που απαριθμούνται στο παράρτημα I, η οποία ορίζεται στο άρθρο 15, δεν ισχύουν στους ακόλουθους τομείς:
α)
σκόπιμη ελευθέρωση γενετικά τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον και διάθεση στην αγορά προϊόντων που περιέχουν ή αποτελούνται από γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς και τροφίμων και ζωοτροφών που παράγονται από γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς.
Στον τομέα αυτόν, η Ελβετία μπορεί να συνεχίσει να εφαρμόζει τις διατάξεις του ελβετικού δικαίου υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
−
η Ελβετία επιτρέπει τη διάθεση στην αγορά τροφίμων και ζωοτροφών που έχουν λάβει έγκριση στην Ένωση και που περιέχουν τυχαία ή τεχνικώς αναπόφευκτα ίχνη υλικού που περιέχει, αποτελείται ή παράγεται από γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς και δεν υπερβαίνει το όριο που ορίζεται στο ενωσιακό δίκαιο, πάνω από το οποίο τα εν λόγω τρόφιμα ή ζωοτροφές πρέπει να φέρουν ετικέτα στην οποία να αναγράφεται ότι περιέχουν γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς ή ότι παράγονται από γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς·
−
η Ελβετία επιτρέπει τη διάθεση στην αγορά και τη χρήση ζωοτροφών που παράγονται από γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς, οι οποίες έχουν λάβει έγκριση στην Ένωση.
β)
καλή μεταχείριση των ζώων, μεταξύ άλλων όσον αφορά τα ελάχιστα πρότυπα για την προστασία των ζώων που εκτρέφονται ή διατηρούνται για γεωργικούς σκοπούς, την προστασία των ζώντων σπονδυλωτών ζώων κατά τη μεταφορά και τις συναφείς δραστηριότητες, καθώς και ορισμένες υποχρεωτικές απαιτήσεις επισήμανσης.
Στον τομέα αυτόν, η Ελβετία μπορεί να συνεχίσει να εφαρμόζει τις διατάξεις του ελβετικού δικαίου:
i)
σχετικά με την προστασία των ζώων στα εκτροφεία·
ii)
σχετικά με τη μεταφορά ζώων εντός του εδάφους της, συμπεριλαμβανομένης της διαμετακόμισης βοοειδών, προβατοειδών, αιγοειδών, χοιροειδών, αλόγων ή πουλερικών προς σφαγή, και οι οποίες ορίζουν ότι η εν λόγω διαμετακόμιση επιτρέπεται μόνο σιδηροδρομικώς ή αεροπορικώς·
iii)
σχετικά με την υποχρεωτική επισήμανση των ζωικών προϊόντων που παράγονται με επώδυνες διαδικασίες χωρίς αναισθησία ή που παράγονται με αναγκαστική σίτιση, και οι οποίες ορίζουν ότι:
−
τα προϊόντα που εισάγονται στην Ελβετία και προέρχονται από ζώα τα οποία έχουν υποβληθεί σε επώδυνες διαδικασίες χωρίς προηγούμενη αναισθησία πρέπει να φέρουν ειδική επισήμανση όταν διατίθενται στους καταναλωτές. Τεχνικές όπως η αποκεράτωση, ο ευνουχισμός, η κοπή της ουράς, η αποτομή του ράμφους ή η κοπή των ποδιών των βατράχων καλύπτονται από τον όρο «επώδυνες διαδικασίες» αν εκτελούνται χωρίς προηγούμενη αναισθησία. Η απαίτηση υποχρεωτικής επισήμανσης δεν ισχύει αν η απαγόρευση των πρακτικών αυτών ρυθμίζεται από τη νομοθεσία της χώρας καταγωγής ή αν έχει πιστοποιηθεί ότι η παραγωγή πραγματοποιείται χωρίς να χρησιμοποιούνται τέτοιες πρακτικές·
−
τα προϊόντα που προέρχονται από διαδικασία παραγωγής η οποία περιλαμβάνει αναγκαστική σίτιση πρέπει να φέρουν ειδική επισήμανση όταν διατίθενται στους καταναλωτές στην Ελβετία·
iv)
σχετικά με τις απαιτήσεις επισήμανσης όσον αφορά την εκτροφή κατοικίδιων κουνελιών και ορνίθων ωοπαραγωγής για την παραγωγή αυγών, οι οποίες ορίζουν ότι τα αυγά ορνίθων και το κρέας κουνελιών που προέρχονται από εκτροφή σε κλωβούς τα οποία εισάγονται στην Ελβετία πρέπει να φέρουν ειδική επισήμανση όταν διατίθενται στους καταναλωτές στην Ελβετία. Η εν λόγω απαίτηση υποχρεωτικής επισήμανσης δεν ισχύει αν η απαγόρευση των πρακτικών αυτών ρυθμίζεται νομικά στη χώρα καταγωγής ή αν έχει πιστοποιηθεί ότι η παραγωγή πραγματοποιείται χωρίς να χρησιμοποιούνται τέτοιες πρακτικές·
v)
οι οποίες θεσπίζουν και θέτουν σε εφαρμογή την απαγόρευση των εισαγωγών γούνας και προϊόντων γούνας που παράγονται με βάναυσο τρόπο·
γ)
εισαγωγή βοείου κρέατος από βοοειδή στα οποία έχουν ενδεχομένως χορηγηθεί ορμονικοί αυξητικοί παράγοντες.
Στον τομέα αυτόν, η Ελβετία μπορεί να συνεχίσει να εφαρμόζει τις διατάξεις του ελβετικού δικαίου υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
−
το εν λόγω κρέας εισάγεται μόνο για εγχώρια κατανάλωση και η διάθεσή του στην αγορά της Ένωσης εξακολουθεί να απαγορεύεται·
−
η χρήση των εν λόγω κρεάτων περιορίζεται αποκλειστικά στην άμεση διάθεση στον καταναλωτή από καταστήματα λιανικού εμπορίου, με την κατάλληλη επισήμανση·
−
τα εν λόγω κρέατα εισέρχονται στην Ελβετία αποκλειστικά μέσω ελβετικών σταθμών συνοριακού ελέγχου·
−
παρέχεται ένα αποτελεσματικό σύστημα ιχνηλασιμότητας και διοχέτευσης το οποίο αποτρέπει κάθε πιθανότητα μεταγενέστερης εισόδου των εν λόγω κρεάτων στο έδαφος των κρατών μελών της Ένωσης·
−
η Ελβετία υποβάλλει κάθε έτος έκθεση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή (στο εξής: Επιτροπή) σχετικά με την προέλευση και τον προορισμό των εισαγωγών και της παρέχει απολογισμό των ελέγχων που διενεργήθηκαν με σκοπό την εξασφάλιση της τήρησης των όρων που αναφέρονται ανωτέρω.
2.
Κατόπιν αιτήματος ενός εκ των μερών, σημαντικές εξελίξεις που επέρχονται στην έννομη τάξη των μερών σχετικά με τους τομείς που αναφέρονται στην παράγραφο 1 εξετάζονται στο πλαίσιο της μεικτής επιτροπής για την ασφάλεια των τροφίμων.
ΑΡΘΡΟ 8
Υποστήριξη στο πλαίσιο διεθνών οργανισμών
Τα μέρη συμφωνούν να καταβάλλουν προσπάθειες για τον συντονισμό των θέσεών τους και την αλληλοϋποστήριξη στο πλαίσιο διεθνών οργανισμών στον τομέα που καλύπτεται από τον κοινό χώρο ασφάλειας των τροφίμων.
ΑΡΘΡΟ 9
Χρηματοδοτική συνεισφορά
1.
Η Ελβετία συνεισφέρει στη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων των οργανισμών της Ένωσης, των συστημάτων πληροφοριών και άλλων δραστηριοτήτων που παρατίθενται στο άρθρο 1 του παραρτήματος II στις οποίες έχει πρόσβαση, σύμφωνα με το παρόν άρθρο και το παράρτημα II.
Η μεικτή επιτροπή για την ασφάλεια των τροφίμων μπορεί να εκδώσει απόφαση για την τροποποίηση του παραρτήματος II.
2.
Η Ένωση μπορεί να αναστείλει ανά πάσα στιγμή τη συμμετοχή της Ελβετίας στις δραστηριότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, αν η Ελβετία δεν τηρήσει την προθεσμία πληρωμής σύμφωνα με τους όρους πληρωμής που καθορίζονται στο άρθρο 2 του παραρτήματος II.
Σε περίπτωση που η Ελβετία δεν τηρήσει την προθεσμία πληρωμής, η Ένωση αποστέλλει στην Ελβετία επίσημη επιστολή υπενθύμισης. Αν δεν καταβληθεί όλο το ποσό εντός 30 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της εν λόγω επίσημης επιστολής υπενθύμισης, η Ένωση μπορεί να αναστείλει τη συμμετοχή της Ελβετίας στη σχετική δραστηριότητα.
3.
Η χρηματοδοτική συνεισφορά είναι το άθροισμα:
α)
της επιχειρησιακής συνεισφοράς· και
β)
του τέλους συμμετοχής.
4.
Η χρηματοδοτική συνεισφορά λαμβάνει τη μορφή ετήσιας χρηματοδοτικής συνεισφοράς και είναι πληρωτέα κατά τις ημερομηνίες που προσδιορίζονται στις προσκλήσεις καταβολής συνεισφορών που εκδίδει η Επιτροπή.
5.
Η επιχειρησιακή συνεισφορά βασίζεται σε κλίμακα συνεισφοράς, η οποία ορίζεται ως ο λόγος του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (στο εξής: ΑΕΠ) της Ελβετίας σε τιμές αγοράς προς το ΑΕΠ της Ένωσης σε τιμές αγοράς.
Για τον σκοπό αυτό, τα στοιχεία των μερών για το ΑΕΠ σε τιμές αγοράς είναι τα πλέον πρόσφατα διαθέσιμα σχετικά στοιχεία από την 1η Ιανουαρίου του έτους κατά το οποίο πραγματοποιείται η ετήσια πληρωμή, όπως παρέχονται από τη Στατιστική Υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUROSTAT), λαμβανομένης δεόντως υπόψη της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τη συνεργασία στον τομέα της στατιστικής, που πραγματοποιήθηκε στο Λουξεμβούργο στις 26 Οκτωβρίου 2004. Σε περίπτωση παύσης εφαρμογής της εν λόγω συμφωνίας, το ΑΕΠ της Ελβετίας είναι αυτό που καθορίζεται με βάση τα δεδομένα που παρέχονται από τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης.
6.
Η επιχειρησιακή συνεισφορά για κάθε οργανισμό της Ένωσης υπολογίζεται με την εφαρμογή της κλείδας συνεισφοράς στον ετήσιο ψηφισθέντα προϋπολογισμό του οργανισμού που έχει εγγραφεί στη/στις σχετική/-ές γραμμή/-ές επιδότησης του προϋπολογισμού της Ένωσης του εν λόγω έτους, λαμβανομένης υπόψη, για κάθε οργανισμό, τυχόν προσαρμοσμένης επιχειρησιακής συνεισφοράς όπως ορίζεται στο άρθρο 1 του παραρτήματος II.
Η επιχειρησιακή συνεισφορά για τα συστήματα πληροφοριών και τις άλλες δραστηριότητες υπολογίζεται με την εφαρμογή της κλείδας συνεισφοράς στον σχετικό προϋπολογισμό του εν λόγω έτους, όπως ορίζεται στα έγγραφα εκτέλεσης του προϋπολογισμού, όπως προγράμματα εργασίας ή συμβάσεις.
Όλα τα ποσά αναφοράς βασίζονται στις πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων.
7.
Το ετήσιο τέλος συμμετοχής ανέρχεται στο 4 % της ετήσιας επιχειρησιακής συνεισφοράς, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με τις παραγράφους 5 και 6.
8.
Η Επιτροπή παρέχει στην Ελβετία επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τον υπολογισμό της χρηματοδοτικής συνεισφοράς της. Οι πληροφορίες αυτές παρέχονται λαμβανομένων δεόντως υπόψη των ενωσιακών κανόνων εμπιστευτικότητας και προστασίας των δεδομένων.
9.
Όλες οι χρηματοδοτικές συνεισφορές της Ελβετίας ή οι πληρωμές από την Ένωση, καθώς και ο υπολογισμός των οφειλόμενων ή των προς είσπραξη ποσών πραγματοποιούνται σε ευρώ.
10.
Όταν η έναρξη ισχύος του παρόντος πρωτοκόλλου δεν συμπίπτει με την έναρξη ημερολογιακού έτους, η επιχειρησιακή συνεισφορά της Ελβετίας για το εν λόγω έτος υπόκειται σε προσαρμογή, σύμφωνα με τη μεθοδολογία και τους όρους πληρωμής που ορίζονται στο άρθρο 4 του παραρτήματος II.
11.
Οι λεπτομερείς διατάξεις για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου καθορίζονται στο παράρτημα II.
12.
Τρία έτη μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος πρωτοκόλλου, και στη συνέχεια ανά τριετία, η μεικτή επιτροπή για την ασφάλεια των τροφίμων επανεξετάζει τους όρους συμμετοχής της Ελβετίας, όπως ορίζονται στο άρθρο 1 του παραρτήματος II, και, κατά περίπτωση, τους προσαρμόζει.
ΜΕΡΟΣ III
ΘΕΣΜΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΡΘΡΟ 10
Στόχοι
Για την επίτευξη του σκοπού του παρόντος πρωτοκόλλου, το παρόν μέρος παρέχει θεσμικές λύσεις που διευκολύνουν τη συνεχή και ισόρροπη ενίσχυση των οικονομικών σχέσεων μεταξύ των μερών στους τομείς που καλύπτονται από τον κοινό χώρο ασφάλειας των τροφίμων. Το παρόν μέρος, λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές του διεθνούς δικαίου, καθορίζει, ιδίως, θεσμικές λύσεις για τον κοινό χώρο ασφάλειας των τροφίμων, οι οποίες είναι κοινές στις διμερείς συμφωνίες που έχουν συναφθεί ή πρόκειται να συναφθούν στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία, χωρίς να μεταβάλλει το πεδίο εφαρμογής ή τους στόχους του παρόντος πρωτοκόλλου, και ειδικότερα:
α)
τη διαδικασία ευθυγράμμισης του παρόντος πρωτοκόλλου με τις νομικές πράξεις της Ένωσης που είναι συναφείς με το παρόν πρωτόκολλο·
β)
την ομοιόμορφη ερμηνεία και εφαρμογή του παρόντος πρωτοκόλλου και των νομικών πράξεων της Ένωσης στις οποίες γίνεται αναφορά στο παρόν πρωτόκολλο·
γ)
την εποπτεία και την εφαρμογή του παρόντος πρωτοκόλλου· και
δ)
την επίλυση των διαφορών στο πλαίσιο του παρόντος πρωτοκόλλου.
ΑΡΘΡΟ 11
Μεικτή επιτροπή για την ασφάλεια των τροφίμων
1.
Συγκροτείται μεικτή επιτροπή για την ασφάλεια των τροφίμων.
Η μεικτή επιτροπή για την ασφάλεια των τροφίμων απαρτίζεται από εκπροσώπους των μερών.
2.
Η προεδρία της μεικτής επιτροπής για την ασφάλεια των τροφίμων ασκείται από κοινού από εκπρόσωπο της Ένωσης και εκπρόσωπο της Ελβετίας.
3.
Η μεικτή επιτροπή για την ασφάλεια των τροφίμων:
α)
διασφαλίζει την ομαλή λειτουργία και την αποτελεσματική διαχείριση και εφαρμογή του παρόντος πρωτοκόλλου·
β)
παρέχει φόρουμ αμοιβαίας διαβούλευσης και συνεχούς ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των μερών, ιδίως με σκοπό την εξεύρεση λύσης σε οποιαδήποτε δυσκολία ερμηνείας ή εφαρμογής του παρόντος πρωτοκόλλου ή νομικής πράξης της Ένωσης στην οποία γίνεται αναφορά στο παρόν πρωτόκολλο σύμφωνα με το άρθρο 20·
γ)
διατυπώνει συστάσεις προς τα μέρη για θέματα που αφορούν το παρόν πρωτόκολλο·
δ)
εκδίδει αποφάσεις όπως προβλέπεται στο παρόν πρωτόκολλο· και
ε)
ασκεί κάθε άλλη αρμοδιότητα που της εκχωρείται με το παρόν πρωτόκολλο.
4.
Σε περίπτωση τροποποίησης των άρθρων 1 έως 6, 10 έως 15, 17 ή 18 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7) περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης [στο εξής: πρωτόκολλο (αριθ. 7)], το οποίο προσαρτάται στη ΣΛΕΕ, η μεικτή επιτροπή για την ασφάλεια των τροφίμων τροποποιεί αναλόγως το προσάρτημα 2.
5.
Η μεικτή επιτροπή για την ασφάλεια των τροφίμων αποφασίζει βάσει ομοφωνίας.
Οι αποφάσεις είναι δεσμευτικές για τα μέρη, τα οποία λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεσή τους.
6.
Η μεικτή επιτροπή για την ασφάλεια των τροφίμων συνεδριάζει τουλάχιστον μία φορά ετησίως εκ περιτροπής στις Βρυξέλλες και στη Βέρνη, εκτός αν οι συμπρόεδροι αποφασίσουν διαφορετικά. Συνεδριάζει επίσης κατόπιν αιτήματος ενός εκ των μερών. Οι συμπρόεδροι μπορούν να αποφασίσουν ότι μια συνεδρίαση της μεικτής επιτροπής για την ασφάλεια των τροφίμων μπορεί να διεξαχθεί με βιντεοδιάσκεψη ή τηλεδιάσκεψη.
Η μεικτή επιτροπή για την ασφάλεια των τροφίμων μπορεί να αποφασίσει να λαμβάνει αποφάσεις με γραπτή διαδικασία.
7.
Κατά την πρώτη της συνεδρίαση, η μεικτή επιτροπή για την ασφάλεια των τροφίμων καθορίζει τον εσωτερικό κανονισμό της.
8.
Η μεικτή επιτροπή για την ασφάλεια των τροφίμων μπορεί να αποφασίσει να συγκροτήσει οποιαδήποτε ομάδα εργασίας ή ομάδα εμπειρογνωμόνων που μπορεί να την επικουρεί στην εκτέλεση των καθηκόντων της.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
ΕΥΘΥΓΡΑΜΜΙΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ
ΜΕ ΤΙΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
ΑΡΘΡΟ 12
Συμμετοχή στη σύνταξη νομικών πράξεων της Ένωσης («διαμόρφωση αποφάσεων»)
1.
Κατά τη σύνταξη πρότασης για την έκδοση νομικής πράξης της Ένωσης σύμφωνα με τη ΣΛΕΕ στον τομέα που καλύπτεται από το παρόν πρωτόκολλο, η Επιτροπή ενημερώνει σχετικά την Ελβετία και ζητεί ανεπίσημα τη γνώμη εμπειρογνωμόνων της Ελβετίας κατά τον ίδιο τρόπο που ζητεί τη γνώμη εμπειρογνωμόνων των κρατών μελών της Ένωσης για τη σύνταξη των προτάσεών της.
Κατόπιν αιτήματος οποιουδήποτε μέρους, πραγματοποιείται προκαταρκτική ανταλλαγή απόψεων στο πλαίσιο της μεικτής επιτροπής για την ασφάλεια των τροφίμων.
Τα μέρη διαβουλεύονται μεταξύ τους εκ νέου, κατόπιν αιτήματος ενός εξ αυτών, στο πλαίσιο της μεικτής επιτροπής για την ασφάλεια των τροφίμων σε σημαντικές στιγμές του σταδίου που προηγείται της έκδοσης της νομικής πράξης από την Ένωση, στο πλαίσιο συνεχούς διαδικασίας ενημέρωσης και διαβούλευσης.
2.
Κατά την κατάρτιση, σύμφωνα με τη ΣΛΕΕ, κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων σχετικά με βασικές πράξεις του ενωσιακού δικαίου στον τομέα που καλύπτεται από το παρόν πρωτόκολλο, η Επιτροπή εξασφαλίζει την ευρύτερη δυνατή συμμετοχή της Ελβετίας στην κατάρτιση των σχεδίων και διαβουλεύεται με εμπειρογνώμονες της Ελβετίας στην ίδια βάση στην οποία διαβουλεύεται με εμπειρογνώμονες των κρατών μελών της Ένωσης.
3.
Κατά την κατάρτιση, σύμφωνα με τη ΣΛΕΕ, εκτελεστικών πράξεων σχετικά με βασικές πράξεις του ενωσιακού δικαίου στον τομέα που καλύπτεται από το παρόν πρωτόκολλο, η Επιτροπή εξασφαλίζει την ευρύτερη δυνατή συμμετοχή της Ελβετίας στην κατάρτιση των σχεδίων που θα υποβληθούν αργότερα στις επιτροπές που επικουρούν την Επιτροπή κατά την άσκηση των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων της και διαβουλεύεται με εμπειρογνώμονες της Ελβετίας στην ίδια βάση στην οποία διαβουλεύεται με εμπειρογνώμονες των κρατών μελών της Ένωσης.
4.
Οι εμπειρογνώμονες της Ελβετίας συμμετέχουν στις εργασίες των επιτροπών που δεν καλύπτονται από τις παραγράφους 2 και 3, όταν αυτό απαιτείται για την ορθή λειτουργία του παρόντος πρωτοκόλλου. Η μεικτή επιτροπή για την ασφάλεια των τροφίμων καταρτίζει και επικαιροποιεί κατάλογο των εν λόγω επιτροπών και, κατά περίπτωση, άλλων επιτροπών με παρόμοια χαρακτηριστικά.
5.
Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται όσον αφορά νομικές πράξεις της Ένωσης ή διατάξεις τους οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής εξαίρεσης που αναφέρεται στο άρθρο 13 παράγραφος 7.
ΑΡΘΡΟ 13
Ενσωμάτωση νομικών πράξεων της Ένωσης
1.
Προκειμένου να εξασφαλιστούν η ασφάλεια δικαίου και η ομοιογένεια του δικαίου στον τομέα που σχετίζεται με την εσωτερική αγορά στον οποίο συμμετέχει η Ελβετία δυνάμει του παρόντος πρωτοκόλλου, η Ελβετία και η Ένωση διασφαλίζουν ότι οι νομικές πράξεις της Ένωσης οι οποίες εκδίδονται στον τομέα που καλύπτεται από το παρόν πρωτόκολλο ενσωματώνονται στο παρόν πρωτόκολλο το συντομότερο δυνατόν μετά την έκδοσή τους.
2.
Οι νομικές πράξεις της Ένωσης οι οποίες ενσωματώνονται στο παρόν πρωτόκολλο σύμφωνα με την παράγραφο 4 αποτελούν, με την ενσωμάτωσή τους στο παρόν πρωτόκολλο, μέρος της έννομης τάξης της Ελβετίας, με την επιφύλαξη, ανάλογα με την περίπτωση, των προσαρμογών που αποφασίζει η μεικτή επιτροπή για την ασφάλεια των τροφίμων.
3.
Η Ένωση, όταν εκδίδει νομική πράξη στον τομέα που καλύπτεται από το παρόν πρωτόκολλο, ενημερώνει σχετικά την Ελβετία το συντομότερο δυνατόν μέσω της μεικτής επιτροπής για την ασφάλεια των τροφίμων. Κατόπιν αιτήματος οποιουδήποτε μέρους, η μεικτή επιτροπή για την ασφάλεια των τροφίμων προβαίνει σε ανταλλαγή απόψεων επί του θέματος.
4.
Η μεικτή επιτροπή για την ασφάλεια των τροφίμων ενεργεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 εκδίδοντας απόφαση το συντομότερο δυνατόν για την τροποποίηση του τμήματος 2 του παραρτήματος I, συμπεριλαμβανομένων των αναγκαίων προσαρμογών.
5.
Με την επιφύλαξη των παραγράφων 1 και 2, αν είναι αναγκαίο για να εξασφαλιστεί η συνοχή του παρόντος πρωτοκόλλου με το παράρτημα I, όπως θα έχει τροποποιηθεί σύμφωνα με την παράγραφο 4, η μεικτή επιτροπή για την ασφάλεια των τροφίμων μπορεί να προτείνει, προς έγκριση από τα μέρη σύμφωνα με τις εσωτερικές τους διαδικασίες, την αναθεώρηση του παρόντος πρωτοκόλλου.
6.
Οι αναφορές του παρόντος πρωτοκόλλου σε νομικές πράξεις της Ένωσης που δεν ισχύουν πλέον νοούνται ως αναφορές στην καταργούσα νομική πράξη της Ένωσης, όπως έχει ενσωματωθεί στο παράρτημα I του παρόντος πρωτοκόλλου, από την έναρξη ισχύος της απόφασης της μεικτής επιτροπής για την ασφάλεια των τροφίμων σχετικά με την αντίστοιχη τροποποίηση του παραρτήματος I του παρόντος πρωτοκόλλου σύμφωνα με την παράγραφο 4, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στην εν λόγω απόφαση.
7.
Η υποχρέωση που ορίζεται στην παράγραφο 1 δεν ισχύει για νομικές πράξεις της Ένωσης ή διατάξεις τους οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής εξαίρεσης που παρατίθεται στο άρθρο 7.
8.
Με την επιφύλαξη του άρθρου 14, οι αποφάσεις της μεικτής επιτροπής για την ασφάλεια των τροφίμων δυνάμει της παραγράφου 4 αρχίζουν να ισχύουν πάραυτα, αλλά σε καμία περίπτωση πριν από την ημερομηνία κατά την οποία η αντίστοιχη νομική πράξη της Ένωσης αρχίζει να εφαρμόζεται στην Ένωση.
9.
Τα μέρη συνεργάζονται καλόπιστα καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας που ορίζεται στο παρόν άρθρο, προκειμένου να διευκολύνουν τη λήψη αποφάσεων.
ΑΡΘΡΟ 14
Εκπλήρωση συνταγματικών υποχρεώσεων από την Ελβετία
1.
Κατά την ανταλλαγή απόψεων που αναφέρεται στο άρθρο 13 παράγραφος 3, η Ελβετία ενημερώνει την Ένωση αν απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 13 παράγραφος 4 απαιτεί την εκπλήρωση συνταγματικών υποχρεώσεων από την Ελβετία προκειμένου να καταστεί δεσμευτική.
2.
Όταν η απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 13 παράγραφος 4 απαιτεί από την Ελβετία να εκπληρώσει συνταγματικές υποχρεώσεις προκειμένου να καταστεί δεσμευτική, η Ελβετία διαθέτει μέγιστη προθεσμία δύο ετών από την ημερομηνία της ενημέρωσης που προβλέπεται στην παράγραφο 1, εκτός αν κινηθεί διαδικασία δημοψηφίσματος, οπότε η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά ένα έτος.
3.
Εν αναμονή της ενημέρωσης από την Ελβετία ότι έχει εκπληρώσει τις συνταγματικές υποχρεώσεις της, τα μέρη εφαρμόζουν προσωρινά την απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 13 παράγραφος 4, εκτός αν η Ελβετία ενημερώσει την Ένωση ότι η προσωρινή εφαρμογή της απόφασης δεν είναι δυνατή και εκθέσει τους σχετικούς λόγους.
Η απόφαση δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εφαρμοστεί προσωρινά πριν από την ημερομηνία κατά την οποία η αντίστοιχη νομική πράξη της Ένωσης αρχίζει να εφαρμόζεται στην Ένωση.
4.
Η Ελβετία ενημερώνει την Ένωση μέσω της μεικτής επιτροπής για την ασφάλεια των τροφίμων αμέσως μόλις εκπληρώσει τις συνταγματικές υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1.
5.
Η απόφαση αρχίζει να ισχύει την ημέρα της ενημέρωσης που προβλέπεται στην παράγραφο 4, αλλά σε καμία περίπτωση πριν από την ημερομηνία κατά την οποία η αντίστοιχη νομική πράξη της Ένωσης αρχίζει να εφαρμόζεται στην Ένωση.
ΑΡΘΡΟ 15
Προσωρινή δημοσίευση νομικών πράξεων
οι οποίες εκδίδονται βάσει οποιασδήποτε από τις νομικές πράξεις που απαριθμούνται στο παράρτημα I
1.
Αν νομική πράξη που εκδόθηκε βάσει οποιασδήποτε από τις νομικές πράξεις που απαριθμούνται στο παράρτημα I εφαρμόζεται στην Ένωση πριν από την έκδοση της αντίστοιχης απόφασης της μεικτής επιτροπής για την ασφάλεια των τροφίμων σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 4, η Ελβετία εφαρμόζει προσωρινά την εν λόγω πράξη από την ημερομηνία εφαρμογής της στην Ένωση, προκειμένου να διασφαλιστεί η ταυτόχρονη εφαρμογή της.
Τυχόν προσωρινή εφαρμογή σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου λήγει με την έναρξη ισχύος της απόφασης της μεικτής επιτροπής για την ασφάλεια των τροφίμων σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 8 ή με την πρόσκαιρη εφαρμογή της σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 3, εκτός αν η μεικτή επιτροπή για την ασφάλεια των τροφίμων αποφασίσει ότι η λήξη θα επέλθει σε μεταγενέστερη χρονική στιγμή.
2.
Όταν, σε εξαιρετικές περιστάσεις και για αντικειμενικά αιτιολογημένους λόγους, η Ελβετία δεν είναι σε θέση να εφαρμόσει προσωρινά νομική πράξη εν όλω ή εν μέρει σύμφωνα με την παράγραφο 1, ενημερώνει αμέσως τη μεικτή επιτροπή για την ασφάλεια των τροφίμων, εξηγώντας για ποιο λόγο δεν είναι σε θέση να το πράξει. Τα μέρη διαβουλεύονται μεταξύ τους το συντομότερο δυνατόν στο πλαίσιο της μεικτής επιτροπής για την ασφάλεια των τροφίμων.
3.
Αν και στον βαθμό που η Ελβετία δεν εφαρμόζει προσωρινά ή πρόσκαιρα νομική πράξη σύμφωνα με την παράγραφο 1, η Ένωση μπορεί να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσει την ακεραιότητα του οικείου χώρου ασφάλειας των τροφίμων. Η Ένωση κοινοποιεί αμέσως τα εν λόγω μέτρα στη μεικτή επιτροπή για την ασφάλεια των τροφίμων και εκθέτει τους σχετικούς λόγους.
ΑΡΘΡΟ 16
Δημοσίευση νομικών πράξεων οι οποίες εκδίδονται βάσει οποιασδήποτε από τις νομικές πράξεις που απαριθμούνται στο παράρτημα I
Τα μέρη δημοσιεύουν και επικαιροποιούν αμέσως και με εύκολα προσβάσιμο τρόπο κατάλογο των μη νομοθετικών νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει οποιασδήποτε από τις νομικές πράξεις που απαριθμούνται στο παράρτημα I, οι οποίες ενσωματώνονται στο παρόν πρωτόκολλο σύμφωνα με το άρθρο 13 ή πρέπει να εφαρμοστούν προσωρινά σύμφωνα με το άρθρο 15.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ
ΑΡΘΡΟ 17
Αρχή της ομοιόμορφης ερμηνείας
1.
Για την επίτευξη των στόχων που ορίζονται στο παρόν πρωτόκολλο και σύμφωνα με τις αρχές του δημόσιου διεθνούς δικαίου, οι διμερείς συμφωνίες στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία και οι νομικές πράξεις της Ένωσης στις οποίες γίνεται αναφορά στις εν λόγω συμφωνίες ερμηνεύονται και εφαρμόζονται ομοιόμορφα στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία.
2.
Οι νομικές πράξεις της Ένωσης στις οποίες γίνεται αναφορά στο παρόν πρωτόκολλο και, στον βαθμό που η εφαρμογή τους περιλαμβάνει έννοιες του ενωσιακού δικαίου, οι διατάξεις του παρόντος πρωτοκόλλου ερμηνεύονται και εφαρμόζονται σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πριν ή μετά την υπογραφή του παρόντος πρωτοκόλλου.
ΑΡΘΡΟ 18
Αρχή της αποτελεσματικής και αρμονικής εφαρμογής
1.
Η Επιτροπή και οι αρμόδιες ελβετικές αρχές συνεργάζονται και αλληλοϋποστηρίζονται για να διασφαλίσουν την εποπτεία της εφαρμογής του παρόντος πρωτοκόλλου. Μπορούν να ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες εποπτείας της εφαρμογής του παρόντος πρωτοκόλλου. Μπορούν να ανταλλάσσουν απόψεις και να συζητούν θέματα αμοιβαίου ενδιαφέροντος.
2.
Κάθε μέρος λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσει την αποτελεσματική και αρμονική εφαρμογή του παρόντος πρωτοκόλλου στο έδαφός του.
3.
Η εποπτεία της εφαρμογής του παρόντος πρωτοκόλλου διενεργείται από κοινού από τα μέρη στο πλαίσιο της μεικτής επιτροπής για την ασφάλεια των τροφίμων.
Αν η Επιτροπή ή οι αρμόδιες ελβετικές αρχές αντιληφθούν περίπτωση πλημμελούς εφαρμογής, το θέμα μπορεί να παραπεμφθεί στη μεικτή επιτροπή για την ασφάλεια των τροφίμων με σκοπό την εξεύρεση αποδεκτής λύσης.
4.
Η Επιτροπή και οι αρμόδιες ελβετικές αρχές παρακολουθούν αντίστοιχα την εφαρμογή του παρόντος πρωτοκόλλου από το άλλο μέρος. Εφαρμόζεται η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 20.
Στον βαθμό που ορισμένες εποπτικές αρμοδιότητες των θεσμικών οργάνων της Ένωσης όσον αφορά ένα μέρος είναι αναγκαίες για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής και αρμονικής εφαρμογής του παρόντος πρωτοκόλλου, όπως οι εξουσίες έρευνας και λήψης αποφάσεων, το παρόν πρωτόκολλο πρέπει να τις προβλέπει ειδικά.
ΑΡΘΡΟ 19
Αρχή της αποκλειστικότητας
Τα μέρη δεσμεύονται να μην υποβάλλουν διαφορά σχετικά με την ερμηνεία ή την εφαρμογή του παρόντος πρωτοκόλλου και των νομικών πράξεων της Ένωσης στις οποίες γίνεται αναφορά στο παρόν πρωτόκολλο ή, κατά περίπτωση, σχετικά με τη συμμόρφωση με το παρόν πρωτόκολλο απόφασης που εκδίδεται από την Επιτροπή βάσει του παρόντος πρωτοκόλλου σε οποιαδήποτε μέθοδο επίλυσης πλην εκείνων που προβλέπονται στο παρόν πρωτόκολλο.
ΑΡΘΡΟ 20
Διαδικασία σε περίπτωση δυσκολίας ερμηνείας ή εφαρμογής
1.
Σε περίπτωση δυσκολίας ερμηνείας ή εφαρμογής του παρόντος πρωτοκόλλου ή νομικής πράξης της Ένωσης στην οποία γίνεται αναφορά στο παρόν πρωτόκολλο, τα μέρη διαβουλεύονται μεταξύ τους στο πλαίσιο της μεικτής επιτροπής για την ασφάλεια των τροφίμων για την εξεύρεση αμοιβαία αποδεκτής λύσης. Για τον σκοπό αυτόν, παρέχονται στη μεικτή επιτροπή για την ασφάλεια των τροφίμων όλα τα χρήσιμα πληροφοριακά στοιχεία, ώστε να μπορεί να προβεί σε λεπτομερή εξέταση της κατάστασης. Η μεικτή επιτροπή για την ασφάλεια των τροφίμων εξετάζει όλες τις δυνατότητες που επιτρέπουν τη διατήρηση της ορθής λειτουργίας του παρόντος πρωτοκόλλου.
2.
Αν η μεικτή επιτροπή για την ασφάλεια των τροφίμων δεν κατορθώσει να βρει λύση στη δυσκολία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 εντός τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία παραπέμφθηκε σ’ αυτήν το θέμα της δυσκολίας, οποιοδήποτε από τα μέρη μπορεί να ζητήσει από διαιτητικό δικαστήριο να επιλύσει τη διαφορά σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται στο προσάρτημα 1.
3.
Όταν η διαφορά εγείρει ζήτημα ερμηνείας ή εφαρμογής διάταξης που αναφέρεται στο άρθρο 17 παράγραφος 2, και αν η ερμηνεία της διάταξης αυτής είναι συναφής για την επίλυση της διαφοράς και αναγκαία για να μπορέσει το διαιτητικό δικαστήριο να εκδώσει απόφαση, το διαιτητικό δικαστήριο παραπέμπει το ζήτημα αυτό στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Όταν η διαφορά εγείρει ζήτημα ερμηνείας ή εφαρμογής διάταξης που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής εξαίρεσης από την υποχρέωση δυναμικής ευθυγράμμισης που αναφέρεται στο άρθρο 13 παράγραφος 7 και όταν η διαφορά δεν αφορά την ερμηνεία ή την εφαρμογή εννοιών του ενωσιακού δικαίου, το διαιτητικό δικαστήριο επιλύει τη διαφορά χωρίς να την παραπέμψει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
4.
Όταν το διαιτητικό δικαστήριο υποβάλλει ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με την παράγραφο 3:
α)
η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι δεσμευτική για το διαιτητικό δικαστήριο· και
β)
η Ελβετία απολαμβάνει τα ίδια δικαιώματα με τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα της Ένωσης και υπόκειται στις ίδιες διαδικασίες ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τηρουμένων των αναλογιών.
5.
Κάθε μέρος λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί καλόπιστα με την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου.
Το μέρος το οποίο, κατά την κρίση του διαιτητικού δικαστηρίου, δεν συμμορφώθηκε με το παρόν πρωτόκολλο ενημερώνει το άλλο μέρος μέσω της μεικτής επιτροπής για την ασφάλεια των τροφίμων σχετικά με τα μέτρα που έλαβε για να συμμορφωθεί με την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου.
ΑΡΘΡΟ 21
Αντισταθμιστικά μέτρα
1.
Αν το μέρος το οποίο, κατά την κρίση του διαιτητικού δικαστηρίου, δεν συμμορφώθηκε με το παρόν πρωτόκολλο δεν ενημερώσει το άλλο μέρος, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο IV.2 παράγραφος 6 του προσαρτήματος 1, σχετικά με τα μέτρα που έλαβε για να συμμορφωθεί με την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου, ή αν το άλλο μέρος θεωρεί ότι τα κοινοποιηθέντα μέτρα δεν συμμορφώνονται με την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου, το εν λόγω άλλο μέρος μπορεί να λάβει αναλογικά αντισταθμιστικά μέτρα στο πλαίσιο του παρόντος πρωτοκόλλου ή οποιασδήποτε άλλης διμερούς συμφωνίας στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία ή της συμφωνίας για τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων (στο εξής: αντισταθμιστικά μέτρα), προκειμένου να αντιμετωπιστεί ενδεχόμενη ανισορροπία. Κοινοποιεί στο μέρος το οποίο, κατά την κρίση του διαιτητικού δικαστηρίου, δεν συμμορφώθηκε με το παρόν πρωτόκολλο τα αντισταθμιστικά μέτρα, τα οποία προσδιορίζονται στην κοινοποίηση. Τα εν λόγω αντισταθμιστικά μέτρα αρχίζουν να ισχύουν τρεις μήνες από την ημερομηνία της εν λόγω κοινοποίησης.
2.
Αν, εντός ενός μηνός από την ημερομηνία κοινοποίησης των προβλεπόμενων αντισταθμιστικών μέτρων, η μεικτή επιτροπή για την ασφάλεια των τροφίμων δεν αποφασίσει να αναστείλει, να τροποποιήσει ή να ακυρώσει τα εν λόγω αντισταθμιστικά μέτρα, οποιοδήποτε μέρος μπορεί να υποβάλει σε διαιτησία το ζήτημα της αναλογικότητας αυτών των αντισταθμιστικών μέτρων, σύμφωνα με το προσάρτημα 1.
3.
Το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίζει εντός των προθεσμιών που καθορίζονται στο άρθρο III.8 παράγραφος 4 του προσαρτήματος 1.
4.
Τα αντισταθμιστικά μέτρα δεν έχουν αναδρομική ισχύ. Ειδικότερα, διατηρούνται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που είχαν ήδη οι ιδιώτες και οι οικονομικοί φορείς πριν από την έναρξη ισχύος των αντισταθμιστικών μέτρων.
ΑΡΘΡΟ 22
Συνεργασία μεταξύ δικαιοδοσιών
1.
Για την προώθηση της ομοιόμορφης ερμηνείας, το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Ελβετίας και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης συμφωνούν στην τήρηση διαλόγου και στις λεπτομέρειες διεξαγωγής του.
2.
Η Ελβετία έχει το δικαίωμα να καταθέτει υπομνήματα ή γραπτές παρατηρήσεις στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης όταν δικαστήριο κράτους μέλους της Ένωσης υποβάλλει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ερώτημα σχετικά με την ερμηνεία του παρόντος πρωτοκόλλου ή διάταξης νομικής πράξης της Ένωσης που αναφέρεται σ’ αυτό για την έκδοση προδικαστικής απόφασης.
ΜΕΡΟΣ IV
ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΡΘΡΟ 23
Αναφορές σε επικράτειες
Στις περιπτώσεις που οι νομικές πράξεις της Ένωσης οι οποίες ενσωματώνονται στο παρόν πρωτόκολλο σύμφωνα με το άρθρο 13 ή πρέπει να εφαρμοστούν προσωρινά σύμφωνα με το άρθρο 15 περιέχουν αναφορές στην επικράτεια της «Ευρωπαϊκής Ένωσης», της «Ένωσης», της «κοινής αγοράς» ή της «εσωτερικής αγοράς», οι αναφορές νοούνται, για τους σκοπούς του παρόντος πρωτοκόλλου, ως αναφορές στις επικράτειες που αναφέρονται στο άρθρο 16 της συμφωνίας για τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων.
ΑΡΘΡΟ 24
Αναφορές σε υπηκόους κρατών μελών της Ένωσης
Στις περιπτώσεις που οι νομικές πράξεις της Ένωσης οι οποίες ενσωματώνονται στο παρόν πρωτόκολλο σύμφωνα με το άρθρο 13 ή πρέπει να εφαρμοστούν προσωρινά σύμφωνα με το άρθρο 15 περιέχουν αναφορές σε υπηκόους κρατών μελών της Ένωσης, οι αναφορές νοούνται, για τους σκοπούς του παρόντος πρωτοκόλλου, ως αναφορές σε υπηκόους των κρατών μελών της Ένωσης και της Ελβετίας.
ΑΡΘΡΟ 25
Έναρξη ισχύος και εφαρμογή των νομικών πράξεων της Ένωσης
Οι διατάξεις των νομικών πράξεων της Ένωσης οι οποίες ενσωματώνονται στο παρόν πρωτόκολλο σχετικά με την έναρξη ισχύος ή την εφαρμογή τους δεν είναι συναφείς για τους σκοπούς του παρόντος πρωτοκόλλου.
Τα χρονικά όρια και οι ημερομηνίες κατά τις οποίες αρχίζουν να ισχύουν και να εφαρμόζονται στην Ελβετία οι αποφάσεις για την ενσωμάτωση των νομικών πράξεων της Ένωσης στο παρόν πρωτόκολλο απορρέουν από το άρθρο 13 παράγραφος 8 και το άρθρο 14 παράγραφος 5, καθώς και από τις διατάξεις σχετικά με τις μεταβατικές ρυθμίσεις.
ΑΡΘΡΟ 26
Αποδέκτες των νομικών πράξεων της Ένωσης
Οι διατάξεις των νομικών πράξεων της Ένωσης οι οποίες ενσωματώνονται στο παρόν πρωτόκολλο σύμφωνα με το άρθρο 13 ή οι οποίες πρέπει να εφαρμοστούν προσωρινά σύμφωνα με το άρθρο 15 στις οποίες επισημαίνεται ότι απευθύνονται στα κράτη μέλη της Ένωσης δεν είναι συναφείς για τους σκοπούς του παρόντος πρωτοκόλλου.
ΜΕΡΟΣ V
ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΡΘΡΟ 27
Επαγγελματικό απόρρητο
Οι αντιπρόσωποι, εμπειρογνώμονες και λοιποί υπάλληλοι των μερών υποχρεούνται, ακόμη και μετά την παύση άσκησης των καθηκόντων τους, να μην αποκαλύπτουν τις πληροφορίες που έχουν αποκτήσει στο πλαίσιο του παρόντος πρωτοκόλλου, οι οποίες καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο.
ΑΡΘΡΟ 28
Διαβαθμισμένες πληροφορίες και ευαίσθητες μη διαβαθμισμένες πληροφορίες
1.
Καμία διάταξη του παρόντος πρωτοκόλλου δεν ερμηνεύεται ως υποχρέωση των μερών να γνωστοποιούν διαβαθμισμένες πληροφορίες.
2.
Ο χειρισμός και η προστασία διαβαθμισμένων πληροφοριών ή υλικού που παρέχονται από τα μέρη ή ανταλλάσσονται μεταξύ τους δυνάμει του παρόντος πρωτοκόλλου πραγματοποιούνται βάσει της συμφωνίας μεταξύ της Ελβετικής Συνομοσπονδίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με διαδικασίες ασφαλείας για την ανταλλαγή διαβαθμισμένων πληροφοριών, η οποία υπογράφηκε στις Βρυξέλλες στις 28 Απριλίου 2008, καθώς και βάσει κάθε ρύθμισης ασφαλείας για την εκτέλεσή της.
3.
Η μεικτή επιτροπή για την ασφάλεια των τροφίμων εκδίδει, μέσω απόφασης, οδηγίες χειρισμού για τη διασφάλιση της προστασίας των ευαίσθητων μη διαβαθμισμένων πληροφοριών που ανταλλάσσονται μεταξύ των μερών.
ΑΡΘΡΟ 29
Εφαρμογή
1.
Τα μέρη λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το παρόν πρωτόκολλο και απέχουν από τη λήψη κάθε μέτρου που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την επίτευξη των στόχων του.
2.
Τα μέρη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα των νομικών πράξεων της Ένωσης στις οποίες γίνεται αναφορά στο παρόν πρωτόκολλο και απέχουν από τη λήψη κάθε μέτρου που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την επίτευξη των στόχων τους.
ΑΡΘΡΟ 30
Παραρτήματα και προσαρτήματα
Τα παραρτήματα και προσαρτήματα του παρόντος πρωτοκόλλου αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του.
ΑΡΘΡΟ 31
Εδαφικό πεδίο εφαρμογής
Το παρόν πρωτόκολλο εφαρμόζεται στα εδάφη που αναφέρονται στο άρθρο 16 της συμφωνίας για τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων.
ΑΡΘΡΟ 32
Μεταβατικές ρυθμίσεις
1.
Προβλέπεται μεταβατική περίοδος η οποία ξεκινά κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος πρωτοκόλλου και λήγει 24 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του. Η μεταβατική περίοδος δεν ισχύει για το άρθρο 11.
2.
Οι διατάξεις του παρόντος πρωτοκόλλου πλην του άρθρου 11 εφαρμόζονται από την επομένη της λήξης της μεταβατικής περιόδου, με εξαίρεση το παράρτημα I τμήμα 2 ενότητα Γ σημεία 14 και 15, για τα οποία οι διατάξεις του παρόντος πρωτοκόλλου εφαρμόζονται από την έναρξη ισχύος του.
3.
Κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, η συμφωνία για τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων εξακολουθεί να εφαρμόζεται όσον αφορά τα παραρτήματα 4, 5, 6 και 11 της εν λόγω συμφωνίας.
4.
Η Ελβετία μπορεί να κοινοποιήσει στη μεικτή επιτροπή για την ασφάλεια των τροφίμων την επιθυμία της να λήξει η μεταβατική περίοδος εντός διαστήματος μικρότερου των 24 μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος πρωτοκόλλου. Στην περίπτωση αυτή, η μεικτή επιτροπή για την ασφάλεια των τροφίμων ορίζει την ημερομηνία λήξης της μεταβατικής περιόδου και ενημερώνει σχετικά τη μεικτή επιτροπή γεωργίας που συστήνεται με το άρθρο 6 της συμφωνίας για τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων.
5.
Η μεικτή επιτροπή για την ασφάλεια των τροφίμων επικαιροποιεί, έως τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, την ημερομηνία ενσωμάτωσης που αναφέρεται στο παράρτημα I τμήμα 2 πρώτο εδάφιο στις καταχωρίσεις καθεμίας από τις σχετικές νομικές πράξεις.
ΑΡΘΡΟ 33
Έναρξη ισχύος
1.
Το παρόν πρωτόκολλο κυρώνεται ή εγκρίνεται από τα μέρη σύμφωνα με τις κατ’ ιδίαν διαδικασίες. Τα μέρη κοινοποιούν αμοιβαία την ολοκλήρωση των εσωτερικών διαδικασιών που είναι αναγκαίες για την έναρξη ισχύος του παρόντος πρωτοκόλλου.
2.
Το παρόν πρωτόκολλο αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του δεύτερου μήνα που έπεται της τελευταίας κοινοποίησης όσον αφορά τις ακόλουθες πράξεις:
α)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων·
β)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων·
γ)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές·
δ)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές·
ε)
Πρωτόκολλο για τις κρατικές ενισχύσεις της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές·
στ)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών·
ζ)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών·
η)
Πρωτόκολλο για τις κρατικές ενισχύσεις της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών·
θ)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων·
ι)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας αμοιβαίας αναγνώρισης σχετικά με την αξιολόγηση της πιστότητας, μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας·
ια)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας αμοιβαίας αναγνώρισης σχετικά με την αξιολόγηση της πιστότητας, μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας·
ιβ)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας στη μείωση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση·
ιγ)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενεργείας, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, σχετικά με τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σε προγράμματα της Ένωσης·
ιδ)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας στον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Διαστημικό Πρόγραμμα.
ΑΡΘΡΟ 34
Τροποποίηση και καταγγελία
1.
Το παρόν πρωτόκολλο μπορεί να τροποποιηθεί ανά πάσα στιγμή με αμοιβαία συμφωνία των μερών.
2.
Οποιοδήποτε μέρος μπορεί να καταγγείλει το παρόν πρωτόκολλο με κοινοποίηση προς το έτερο μέρος.
3.
Το παρόν πρωτόκολλο παύει να ισχύει έξι μήνες μετά την παραλαβή της κοινοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 2.
4.
Σε περίπτωση καταγγελίας του παρόντος πρωτοκόλλου σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, η συμφωνία για τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων παύει να ισχύει κατά την ημερομηνία που αναφέρεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου. Στην περίπτωση αυτή, εφαρμόζεται το άρθρο 17 παράγραφος 4 της συμφωνίας για τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων.
5.
Σε περίπτωση καταγγελίας της συμφωνίας για τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 3 της εν λόγω συμφωνίας, το παρόν πρωτόκολλο παύει να ισχύει κατά την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 17 παράγραφος 4 της εν λόγω συμφωνίας.
6.
Σε περίπτωση που το παρόν πρωτόκολλο παύσει να ισχύει, διατηρούνται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που έχουν ήδη αποκτήσεις βάσει του παρόντος πρωτοκόλλου οι ιδιώτες και οι οικονομικοί φορείς πριν από την ημερομηνία παύσης του παρόντος πρωτοκόλλου. Τα μέρη ρυθμίζουν με αμοιβαία συμφωνία ποιες ενέργειες θα αναληφθούν σε σχέση με δικαιώματα στο στάδιο της απόκτησης.
[Τόπος], στις [...], σε δύο αντίτυπα στην αγγλική, βουλγαρική, γαλλική, γερμανική, δανική, ελληνική, εσθονική, ιρλανδική, ισπανική, ιταλική, κροατική, λετονική, λιθουανική, μαλτέζικη, ολλανδική, ουγγρική, πολωνική, πορτογαλική, ρουμανική, σλοβακική, σλοβενική, σουηδική, τσεχική και φινλανδική γλώσσα, όλα δε τα κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά.
ΣΕ ΠΙΣΤΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩ, οι υπογράφοντες πληρεξούσιοι, δεόντως εξουσιοδοτημένοι, έθεσαν την υπογραφή τους κάτω από το παρόν πρωτόκολλο.
(Πεδίο υπογραφών και στις 24 γλώσσες της ΕΕ: «Για την Ευρωπαϊκή Ένωση» και «Για την Ελβετική Συνομοσπονδία»)
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I
ΝΟΜΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΣΤΟΝ ΚΟΙΝΟ ΧΩΡΟ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΤΩΝ ΤΡΟΦΙΜΩΝ
ΤΜΗΜΑ 1
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Οι νομικές πράξεις οι οποίες ενσωματώνονται στο παρόν πρωτόκολλο σύμφωνα με το άρθρο 13 ή που πρέπει να εφαρμοστούν προσωρινά σύμφωνα με το άρθρο 15 εφαρμόζονται με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που παρατίθενται στο άρθρο 7 και έχουν ως εξής:
Εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά σε τυχόν τεχνικές προσαρμογές:
−
τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στις εν λόγω πράξεις για τα κράτη μέλη της Ένωσης θεωρείται ότι προβλέπονται και για την Ελβετία·
−
κάθε άλλη αναφορά των εν λόγω πράξεων στα κράτη μέλη θεωρείται ότι περιλαμβάνει αναφορά στην Ελβετία·
−
οι αναφορές των εν λόγω πράξεων σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα οποία διαμένουν ή είναι εγκατεστημένα στα κράτη μέλη της Ένωσης θεωρείται ότι περιλαμβάνουν αναφορές σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα οποία διαμένουν ή είναι εγκατεστημένα στην Ελβετία.
Αυτό ισχύει με πλήρη σεβασμό των θεσμικών διατάξεων.
Για να ληφθεί υπόψη ο ειδικός χαρακτήρας του κοινού χώρου ασφάλειας των τροφίμων και για τους σκοπούς του άρθρου 18 παράγραφος 4 τελευταία περίοδος, η Επιτροπή διαθέτει, όσον αφορά την Ελβετία, τις αρμοδιότητες που της ανατίθενται με τις εν λόγω πράξεις, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά σε τυχόν τεχνικές προσαρμογές. Όταν η Επιτροπή ασκεί τις εν λόγω αρμοδιότητες, θα πρέπει να συνεργάζεται με τις αρμόδιες ελβετικές αρχές σύμφωνα με την πρακτική που αφορά την εφαρμοστέα νομοθεσία.
ΤΜΗΜΑ 2
ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ
Οι νομικές πράξεις που απαριθμούνται στο παρόν τμήμα θεωρείται ότι περιλαμβάνουν τις νομικές πράξεις που εκδίδονται βάσει αυτών και ενσωματώνονται στο παρόν πρωτόκολλο με αποφάσεις της μεικτής επιτροπής για την ασφάλεια των τροφίμων σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 4 έως την ημερομηνία ενσωμάτωσης που αναφέρεται στην καταχώριση κάθε αντίστοιχης νομικής πράξης που απαριθμείται στο παρόν τμήμα.
Η σχετική ημερομηνία καθορίζεται με την αντίστοιχη απόφαση της μεικτής επιτροπής για την ασφάλεια των τροφίμων.
Για τους σκοπούς του παρόντος πρωτοκόλλου, οι διατάξεις των νομικών πράξεων που απαριθμούνται στο παρόν τμήμα προσαρμόζονται ως εξής:
Όταν οποιαδήποτε από τις κατωτέρω νομικές πράξεις αναφέρεται σε υποχρεώσεις των κρατών μελών δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 ή της οδηγίας 2002/58/ΕΚ, οι αναφορές αυτές νοούνται, όσον αφορά την Ελβετία, ως αναφορές στη σχετική εθνική νομοθεσία.
Α. Επίσημοι έλεγχοι και εισαγωγές
1.
32017 R 0625: Κανονισμός (ΕΕ) 2017/625 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2017, για τους επίσημους ελέγχους και τις άλλες επίσημες δραστηριότητες που διενεργούνται με σκοπό την εξασφάλιση της εφαρμογής της νομοθεσίας για τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές και των κανόνων για την υγεία και την καλή μεταχείριση των ζώων, την υγεία των φυτών και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, για την τροποποίηση των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 999/2001, (ΕΚ) αριθ. 396/2005, (ΕΚ) αριθ. 1069/2009, (ΕΚ) αριθ. 1107/2009, (ΕΕ) αριθ. 1151/2012, (ΕΕ) αριθ. 652/2014, (ΕΕ) 2016/429 και (ΕΕ) 2016/2031, των κανονισμών του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 1/2005 και (ΕΚ) αριθ. 1099/2009 και των οδηγιών του Συμβουλίου 98/58/ΕΚ, 1999/74/ΕΚ, 2007/43/ΕΚ, 2008/119/ΕΚ και 2008/120/ΕΚ και για την κατάργηση των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 854/2004 και (ΕΚ) αριθ. 882/2004, των οδηγιών του Συμβουλίου 89/608/ΕΟΚ, 89/662/ΕΟΚ, 90/425/ΕΟΚ, 91/496/ΕΟΚ, 96/23/ΕΚ, 96/93/ΕΚ και 97/78/ΕΚ και της απόφασης 92/438/ΕΟΚ του Συμβουλίου (κανονισμός για τους επίσημους ελέγχους) (ΕΕ L 95 της 7.4.2017, σ. 1),
όπως τροποποιήθηκε με την/τις ακόλουθη/-ες νομική/-ές πράξη/-εις:
1.1.
32021 R 1756: Κανονισμός (ΕΕ) 2021/1756 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Οκτωβρίου 2021 (ΕΕ L 357 της 8.10.2021, σ. 27),
1.2.
32024 R 3115: Κανονισμός (ΕΕ) 2024/3115 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2024 (ΕΕ L, 2024/3115, 16.12.2024, σ. 1),
και συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτού του κανονισμού οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
Για τους σκοπούς του παρόντος πρωτοκόλλου, οι διατάξεις του κανονισμού προσαρμόζονται ως εξής:
α)
οι αναφορές σε τελωνειακά καθεστώτα νοούνται ως αναφορές στη σχετική ελβετική νομοθεσία·
β)
στο παράρτημα I προστίθεται το ακόλουθο κείμενο: «31. Το έδαφος της Ελβετίας».
Β. Φυτικό αναπαραγωγικό υλικό
2.
31966 L 0401: Οδηγία 66/401/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1966, περί εμπορίας σπόρων προς σπορά κτηνοτροφικών φυτών (ΕΕ 125 της 11.7.1966, σ. 2298),
όπως τροποποιήθηκε με την/τις ακόλουθη/-ες νομική/-ές πράξη/-εις:
2.1.
31969 L 0063: Οδηγία 69/63/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Φεβρουαρίου 1969 (ΕΕ L 48 της 26.2.1969, σ. 8),
2.2.
31971 L 0162: Οδηγία 71/162/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 30ής Μαρτίου 1971 (ΕΕ L 87 της 17.4.1971, σ. 24),
2.3.
31972 L 0274: Οδηγία 72/274/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1972 (ΕΕ L 171 της 29.7.1972, σ. 37),
2.4.
31972 L 0418: Οδηγία 72/418/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 6ης Δεκεμβρίου 1972 (ΕΕ L 287 της 26.12.1972, σ. 22),
2.5.
31973 L 0438: Οδηγία 73/438/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 1973 (ΕΕ L 356 της 27.12.1973, σ. 79),
2.6.
31975 L 0444: Οδηγία 75/444/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1975 (ΕΕ L 196 της 26.7.1975, σ. 6),
2.7.
31978 L 0055: Οδηγία 78/55/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1977 (ΕΕ L 16 της 20.1.1978, σ. 23),
2.8.
31978 L 0692: Οδηγία 78/692/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978 (ΕΕ L 236 της 26.8.1978, σ. 13),
2.9.
31978 L 1020: Οδηγία 78/1020/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Δεκεμβρίου 1978 (ΕΕ L 350 της 14.12.1978, σ. 27),
2.10.
31979 L 0692: Οδηγία 79/692/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979 (ΕΕ L 205 της 13.8.1979, σ. 1),
2.11.
31986 L 0155: Οδηγία 86/155/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Απριλίου 1986 (ΕΕ L 118 της 7.5.1986, σ. 23),
2.12.
31988 L 0332: Οδηγία 88/332/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1988 (ΕΕ L 151 της 17.6.1988, σ. 82),
2.13.
31988 L 0380: Οδηγία 88/380/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1988 (ΕΕ L 187 της 16.7.1988, σ. 31),
2.14.
31996 L 0072: Οδηγία 96/72/ΕΚ του Συμβουλίου, της 18ης Νοεμβρίου 1996 (ΕΕ L 304 της 27.11.1996, σ. 10),
2.15.
31998 L 0095: Οδηγία 98/95/ΕΚ του Συμβουλίου, της 14ης Δεκεμβρίου 1998 (ΕΕ L 25 της 1.2.1999, σ. 1),
2.16.
31998 L 0096: Οδηγία 98/96/ΕΚ του Συμβουλίου, της 14ης Δεκεμβρίου 1998 (ΕΕ L 25 της 1.2.1999, σ. 27),
2.17.
32001 L 0064: Οδηγία 2001/64/ΕΚ του Συμβουλίου, της 31ης Αυγούστου 2001 (ΕΕ L 234 της 1.9.2001, σ. 60),
2.18.
32003 L 0061: Οδηγία 2003/61/ΕΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 2003 (ΕΕ L 165 της 3.7.2003, σ. 23),
2.19.
32004 L 0117: Οδηγία 2004/117/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2004 (ΕΕ L 14 της 18.1.2005, σ. 18),
και συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτής της οδηγίας οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
3.
31966 L 0402: Οδηγία 66/402/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1966, περί εμπορίας σπόρων δημητριακών προς σπορά (ΕΕ 125 της 11.7.1966, σ. 2309),
όπως τροποποιήθηκε με την/τις ακόλουθη/-ες νομική/-ές πράξη/-εις:
3.1.
31969 L 0060: Οδηγία 69/60/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Φεβρουαρίου 1969 (ΕΕ L 48 της 26.2.1969, σ. 1),
3.2.
31971 L 0162: Οδηγία 71/162/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 30ής Μαρτίου 1971 (ΕΕ L 87 της 17.4.1971, σ. 24),
3.3.
31972 L 0274: Οδηγία 72/274/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1972 (ΕΕ L 171 της 29.7.1972, σ. 37),
3.4.
31972 L 0418: Οδηγία 72/418/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 6ης Δεκεμβρίου 1972 (ΕΕ L 287 της 26.12.1972, σ. 22),
3.5.
31973 L 0438: Οδηγία 73/438/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 1973 (ΕΕ L 356 της 27.12.1973, σ. 79),
3.6.
31975 L 0444: Οδηγία 75/444/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1975 (ΕΕ L 196 της 26.7.1975, σ. 6),
3.7.
31978 L 0055: Οδηγία 78/55/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1977 (ΕΕ L 16 της 20.1.1978, σ. 23),
3.8.
31978 L 0692: Οδηγία 78/692/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978 (ΕΕ L 236 της 26.8.1978, σ. 13),
3.9.
31978 L 1020: Οδηγία 78/1020/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Δεκεμβρίου 1978 (ΕΕ L 350 της 14.12.1978, σ. 27),
3.10.
31979 L 0692: Οδηγία 79/692/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979 (ΕΕ L 205 της 13.8.1979, σ. 1),
3.11.
31986 L 0155: Οδηγία 86/155/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Απριλίου 1986 (ΕΕ L 118 της 7.5.1986, σ. 23),
3.12.
31988 L 0332: Οδηγία 88/332/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1988 (ΕΕ L 151 της 17.6.1988, σ. 82),
3.13.
31988 L 0380: Οδηγία 88/380/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1988 (ΕΕ L 187 της 16.7.1988, σ. 31),
3.14.
31996 L 0072: Οδηγία 96/72/ΕΚ του Συμβουλίου, της 18ης Νοεμβρίου 1996 (ΕΕ L 304 της 27.11.1996, σ. 10),
3.15.
31998 L 0095: Οδηγία 98/95/ΕΚ του Συμβουλίου, της 14ης Δεκεμβρίου 1998 (ΕΕ L 25 της 1.2.1999, σ. 1),
3.16.
31998 L 0096: Οδηγία 98/96/ΕΚ του Συμβουλίου, της 14ης Δεκεμβρίου 1998 (ΕΕ L 25 της 1.2.1999, σ. 27),
3.17.
32001 L 0064: Οδηγία 2001/64/ΕΚ του Συμβουλίου, της 31ης Αυγούστου 2001 (ΕΕ L 234 της 1.9.2001, σ. 60),
3.18.
32003 L 0061: Οδηγία 2003/61/ΕΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 2003 (ΕΕ L 165 της 3.7.2003, σ. 23),
3.19.
32004 L 0117: Οδηγία 2004/117/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2004 (ΕΕ L 14 της 18.1.2005, σ. 18),
και συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτής της οδηγίας οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
4.
31968 L 0193: Οδηγία 68/193/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Απριλίου 1968, περί εμπορίας υλικών αγενούς πολλαπλασιασμού της αμπέλου (ΕΕ L 93 της 17.4.1968, σ. 15),
όπως τροποποιήθηκε με την/τις ακόλουθη/-ες νομική/-ές πράξη/-εις:
4.1.
31971 L 0140: Οδηγία 71/140/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1971 (ΕΕ L 71 της 25.3.1971, σ. 16),
4.2.
31974 L 0648: Οδηγία 74/648/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Δεκεμβρίου 1974 (ΕΕ L 352 της 28.12.1974, σ. 43),
4.3.
31978 L 0055: Οδηγία 78/55/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1977 (ΕΕ L 16 της 20.1.1978, σ. 23),
4.4.
31978 L 0692: Οδηγία 78/692/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978 (ΕΕ L 236 της 26.8.1978, σ. 13),
4.5.
31986 L 0155: Οδηγία 86/155/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Απριλίου 1986 (ΕΕ L 118 της 7.5.1986, σ. 23),
4.6.
31988 L 0332: Οδηγία 88/332/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1988 (ΕΕ L 151 της 17.6.1988, σ. 82),
4.7.
32002 L 0011: Οδηγία 2002/11/ΕΚ του Συμβουλίου, της 14ης Φεβρουαρίου 2002 (ΕΕ L 53 της 23.2.2002, σ. 20),
4.8.
32003 L 0061: Οδηγία 2003/61/ΕΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 2003 (ΕΕ L 165 της 3.7.2003, σ. 23),
4.9.
32003 R 1829: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1829/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003 (ΕΕ L 268 της 18.10.2003, σ. 1),
και συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτής της οδηγίας οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
5.
31998 L 0056: Οδηγία 98/56/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1998 (ΕΕ L 226 της 13.8.1998, σ. 16),
όπως τροποποιήθηκε με την/τις ακόλουθη/-ες νομική/-ές πράξη/-εις:
5.1.
32003 R 0806: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 806/2003 του Συμβουλίου, της 14ης Απριλίου 2003 (ΕΕ L 122 της 16.5.2003, σ. 1),
5.2.
32003 L 0061: Οδηγία 2003/61/ΕΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 2003 (ΕΕ L 165 της 3.7.2003, σ. 23),
και συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτής της οδηγίας οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
6.
31999 L 0105: Οδηγία 1999/105/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1999, σχετικά με την εμπορία του δασικού πολλαπλασιαστικού υλικού (ΕΕ L 11 της 15.1.2000, σ. 17), συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτής της οδηγίας οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
7.
32002 L 0053: Οδηγία 2002/53/ΕΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, περί του κοινού καταλόγου ποικιλιών καλλιεργούμενων φυτικών ειδών (ΕΕ L 193 της 20.7.2002, σ. 1),
όπως τροποποιήθηκε με την/τις ακόλουθη/-ες νομική/-ές πράξη/-εις:
7.1.
32003 R 1829: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1829/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003 (ΕΕ L 268 της 18.10.2003, σ. 1),
και συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτής της οδηγίας οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
8.
32002 L 0054: Οδηγία 2002/54/ΕΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, περί εμπορίας σπόρων τεύτλων προς σπορά (ΕΕ L 193 της 20.7.2002, σ. 12),
όπως τροποποιήθηκε με την/τις ακόλουθη/-ες νομική/-ές πράξη/-εις:
8.1.
32003 L 0061: Οδηγία 2003/61/ΕΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 2003 (ΕΕ L 165 της 3.7.2003, σ. 23),
8.2.
32004 L 0117: Οδηγία 2004/117/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2004 (ΕΕ L 14 της 18.1.2005, σ. 18),
και συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτής της οδηγίας οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
9.
32002 L 0055: Οδηγία 2002/55/ΕΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, περί εμπορίας σπόρων προς σπορά κηπευτικών (ΕΕ L 193 της 20.7.2002, σ. 33),
όπως τροποποιήθηκε με την/τις ακόλουθη/-ες νομική/-ές πράξη/-εις:
9.1.
32003 L 0061: Οδηγία 2003/61/ΕΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 2003 (ΕΕ L 165 της 3.7.2003, σ. 23),
9.2.
32003 R 1829: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1829/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003 (ΕΕ L 268 της 18.10.2003, σ. 1),
9.3.
32004 L 0117: Οδηγία 2004/117/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2004 (ΕΕ L 14 της 18.1.2005, σ. 18),
και συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτής της οδηγίας οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
10.
32002 L 0056: Οδηγία 2002/56/ΕΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, περί εμπορίας σπόρων γεωμήλων προς φύτευση (ΕΕ L 193 της 20.7.2002, σ. 60),
όπως τροποποιήθηκε με την/τις ακόλουθη/-ες νομική/-ές πράξη/-εις:
10.1.
32003 L 0061: Οδηγία 2003/61/ΕΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 2003 (ΕΕ L 165 της 3.7.2003, σ. 23),
και συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτής της οδηγίας οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
11.
32002 L 0057: Οδηγία 2002/57/ΕΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, περί εμπορίας των σπόρων προς σπορά των ελαιούχων και κλωστικών φυτών (ΕΕ L 193 της 20.7.2002, σ. 74),
όπως τροποποιήθηκε με την/τις ακόλουθη/-ες νομική/-ές πράξη/-εις:
11.1.
32002 L 0068: Οδηγία 2002/68/ΕΚ του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 2002 (ΕΕ L 195 της 24.7.2002, σ. 32),
11.2.
32003 L 0061: Οδηγία 2003/61/ΕΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 2003 (ΕΕ L 165 της 3.7.2003, σ. 23),
11.3.
32004 L 0117: Οδηγία 2004/117/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2004 (ΕΕ L 14 της 18.1.2005, σ. 18),
και συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτής της οδηγίας οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
12.
32008 L 0072: Οδηγία 2008/72/ΕΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2008, για την εμπορία φυταρίων και πολλαπλασιαστικού υλικού κηπευτικών, εκτός των σπόρων προς σπορά (ΕΕ L 205 της 1.8.2008, σ. 28), συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτής της οδηγίας οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
13.
32008 L 0090: Οδηγία 2008/90/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2008, για την εμπορία του πολλαπλασιαστικού υλικού οπωροφόρων φυτών και των οπωροφόρων δένδρων που προορίζονται για την παραγωγή φρούτων (ΕΕ L 267 της 8.10.2008, σ. 8), συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτής της οδηγίας οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
Γ. Φυτοπροστατευτικά προϊόντα
14.
32009 R 1107: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1107/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2009, σχετικά με τη διάθεση φυτοπροστατευτικών προϊόντων στην αγορά και την κατάργηση των οδηγιών 79/117/ΕΟΚ και 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 309 της 24.11.2009, σ. 1),
όπως τροποποιήθηκε με την/τις ακόλουθη/-ες νομική/-ές πράξη/-εις:
14.1.
32013 R 0518: Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 518/2013 του Συμβουλίου, της 13ης Μαΐου 2013 (ΕΕ L 158 της 10.6.2013, σ. 72),
14.2.
32017 R 0625: Κανονισμός (ΕΕ) 2017/625 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2017 (ΕΕ L 95 της 7.4.2017, σ. 1),
14.3.
32019 R 1009: Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 2019 (ΕΕ L 170 της 25.6.2019, σ. 1),
14.4.
32019 R 1381: Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1381 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019 (ΕΕ L 231 της 6.9.2019, σ. 1),
και συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτού του κανονισμού οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
Για τους σκοπούς του παρόντος πρωτοκόλλου, οι διατάξεις του κανονισμού προσαρμόζονται ως εξής:
Στο παράρτημα I, η Ελβετία ανήκει στην Κεντρική Ζώνη Β.
15.
32009 L 0128: Οδηγία 2009/128/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2009, σχετικά με την κοινή θέση του Συμβουλίου που αφορά τον καθορισμό πλαισίου κοινοτικής δράσης με σκοπό την επίτευξη ορθολογικής χρήσης των γεωργικών φαρμάκων (ΕΕ L 309 της 24.11.2009, σ. 71),
όπως τροποποιήθηκε με την/τις ακόλουθη/-ες νομική/-ές πράξη/-εις:
15.1.
32019 R 1243: Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1243 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019 (ΕΕ L 198 της 25.7.2019, σ. 241),
και συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτής της οδηγίας οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
Δ. Υγεία των φυτών
16.
32016 R 2031: Κανονισμός (ΕΕ) 2016/2031 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 2016, σχετικά με προστατευτικά μέτρα κατά των επιβλαβών για τα φυτά οργανισμών, την τροποποίηση των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ) αριθ. 228/2013, (ΕΕ) αριθ. 652/2014 και (ΕΕ) αριθ. 1143/2014, και την κατάργηση των οδηγιών του Συμβουλίου 69/464/ΕΟΚ, 74/647/ΕΟΚ, 93/85/ΕΟΚ, 98/57/ΕΚ, 2000/29/ΕΚ, 2006/91/ΕΚ και 2007/33/ΕΚ (ΕΕ L 317 της 23.11.2016, σ. 4),
όπως τροποποιήθηκε με την/τις ακόλουθη/-ες νομική/-ές πράξη/-εις:
16.1.
32017 R 0625: Κανονισμός (ΕΕ) 2017/625 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2017 (ΕΕ L 95 της 7.4.2017, σ. 1),
16.2.
32024 R 3115: Κανονισμός (ΕΕ) 2024/3115 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2024 (ΕΕ L, 2024/3115, 16.12.2024),
και συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτού του κανονισμού οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
Για τους σκοπούς του παρόντος πρωτοκόλλου, οι διατάξεις του κανονισμού προσαρμόζονται ως εξής:
α)
στο άρθρο 45 παράγραφος 1, στο ενημερωτικό υλικό μπορεί να χρησιμοποιείται η εικόνα της ελβετικής σημαίας ή του εθνοσήμου επιπλέον ή αντί της σημαίας της Ένωσης·
β)
στο παράρτημα VII, στο φυτοϋγειονομικό διαβατήριο μπορεί να χρησιμοποιείται η εικόνα του ελβετικού εθνοσήμου αντί της σημαίας της Ένωσης·
γ)
στο παράρτημα VIII, στα πιστοποιητικά φυτοϋγείας, στο πιστοποιητικό φυτοϋγείας επανεξαγωγής και στο προεξαγωγικό πιστοποιητικό μπορεί να χρησιμοποιείται η εικόνα του ελβετικού εθνοσήμου αντί της σημαίας της Ένωσης. Τα πιστοποιητικά εκδίδονται στο όνομα της Ελβετίας και, όταν απαιτείται, η ένδειξη «ΕΕ» αντικαθίσταται από την ένδειξη «CH»·
δ)
οι παραπομπές στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2658/87 του Συμβουλίου νοούνται, όσον αφορά την Ελβετία, ως παραπομπές στη σχετική εθνική νομοθεσία.
Ε. Ζωοτροφές
17.
32002 L 0032: Οδηγία 2002/32/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαΐου 2002, σχετικά με τις ανεπιθύμητες ουσίες στις ζωοτροφές (ΕΕ L 140 της 30.5.2002, σ. 10),
όπως τροποποιήθηκε με την/τις ακόλουθη/-ες νομική/-ές πράξη/-εις:
17.1.
32009 R 0219: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 219/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2009 (ΕΕ L 87 της 31.3.2009, σ. 109),
17.2.
32019 R 1243: Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1243 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019 (ΕΕ L 198 της 25.7.2019, σ. 241),
και συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτής της οδηγίας οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
18.
32003 R 1831: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1831/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, για τις πρόσθετες ύλες που χρησιμοποιούνται στη διατροφή των ζώων (ΕΕ L 268 της 18.10.2003, σ. 29),
όπως τροποποιήθηκε με την/τις ακόλουθη/-ες νομική/-ές πράξη/-εις:
18.1.
32009 R 0596: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 596/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 2009 (ΕΕ L 188 της 18.7.2009, σ. 14),
18.2.
32009 R 0767: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 767/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009 (ΕΕ L 229 της 1.9.2009, σ. 1),
18.3.
32019 R 1243: Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1243 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019 (ΕΕ L 198 της 25.7.2019, σ. 241),
18.4.
32019 R 1381: Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1381 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019 (ΕΕ L 231 της 6.9.2019, σ. 1),
και συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτού του κανονισμού οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
19.
32005 R 0183: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 183/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιανουαρίου 2005, περί καθορισμού των απαιτήσεων για την υγιεινή των ζωοτροφών (ΕΕ L 35 της 8.2.2005, σ. 1),
όπως τροποποιήθηκε με την/τις ακόλουθη/-ες νομική/-ές πράξη/-εις:
19.1.
32009 R 0219: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 219/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2009 (ΕΕ L 87 της 31.3.2009, σ. 109),
19.2.
32019 R 0004: Κανονισμός (ΕΕ) 2019/4 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2018 (ΕΕ L 4 της 7.1.2019, σ. 1),
19.3.
32019 R 1243: Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1243 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019 (ΕΕ L 198 της 25.7.2019, σ. 241),
και συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτού του κανονισμού οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
20.
32009 R 0767: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 767/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τη διάθεση στην αγορά και τη χρήση ζωοτροφών, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1831/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση των οδηγιών 79/373/ΕΟΚ του Συμβουλίου, 80/511/ΕΟΚ της Επιτροπής, 82/471/ΕΟΚ του Συμβουλίου, 83/228/ΕΟΚ του Συμβουλίου, 93/74/ΕΟΚ του Συμβουλίου, 93/113/ΕΚ του Συμβουλίου, 96/25/ΕΚ του Συμβουλίου, και της απόφασης 2004/217/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 229 της 1.9.2009, σ. 1), συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτού του κανονισμού οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
Για τους σκοπούς του παρόντος πρωτοκόλλου, οι διατάξεις του κανονισμού προσαρμόζονται ως εξής:
Η Ελβετία μπορεί να συνεχίσει να εφαρμόζει τις διατάξεις του ελβετικού δικαίου που προβλέπουν περιορισμούς όσον αφορά τη χρήση πρώτων υλών ζωοτροφών που προέρχονται από ποικιλίες του φυτού Cannabis sp. για ζώα που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή τροφίμων, επιπλέον εκείνων που προβλέπονται στο παράρτημα III του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 767/2009.
ΣΤ. Αναπαραγωγή ζώων — Ζωοτεχνία
21.
31990 L 0428: Οδηγία 90/428/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1990, σχετικά με το εμπόριο ιπποειδών που προορίζονται για αγώνες και με τους όρους συμμετοχής στους αγώνες αυτούς (ΕΕ L 224 της 18.8.1990, σ. 60),
όπως τροποποιήθηκε με την/τις ακόλουθη/-ες νομική/-ές πράξη/-εις:
21.1.
32008 L 0073: Οδηγία 2008/73/ΕΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2008 (ΕΕ L 219 της 14.8.2008, σ. 40),
και συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτής της οδηγίας οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
22.
32016 R 1012: Κανονισμός (ΕΕ) 2016/1012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2016, σχετικά με τους ζωοτεχνικούς και γενεαλογικούς όρους για την αναπαραγωγή, το εμπόριο και την είσοδο στην Ένωση καθαρόαιμων ζώων αναπαραγωγής, υβριδικών χοίρων αναπαραγωγής και του αναπαραγωγικού υλικού τους και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 652/2014, καθώς και των οδηγιών 89/608/ΕΟΚ και 90/425/ΕΟΚ του Συμβουλίου, και για την κατάργηση ορισμένων πράξεων στον τομέα της αναπαραγωγής ζώων («κανονισμός για την αναπαραγωγή ζώων») (ΕΕ L 171 της 29.6.2016, σ. 66), συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτού του κανονισμού οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
Ζ. Υγεία των ζώων, έλεγχος ζωονόσων
23.
32016 R 0429: Κανονισμός (ΕΕ) 2016/429 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2016, σχετικά με τις μεταδοτικές νόσους των ζώων και για την τροποποίηση και την κατάργηση ορισμένων πράξεων στον τομέα της υγείας των ζώων («νόμος για την υγεία των ζώων») (ΕΕ L 84 της 31.3.2016, σ. 1),
όπως τροποποιήθηκε με την/τις ακόλουθη/-ες νομική/-ές πράξη/-εις:
23.1.
32017 R 0625: Κανονισμός (ΕΕ) 2017/625 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2017 (ΕΕ L 95 της 7.4.2017, σ. 1),
και συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτού του κανονισμού οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
Για τους σκοπούς του παρόντος πρωτοκόλλου, οι διατάξεις του κανονισμού προσαρμόζονται ως εξής:
Στο άρθρο 49 παράγραφος 1, η Ελβετία δεσμεύεται να αναλάβει τα έξοδα μεταφοράς και αντικατάστασης του αντιγόνου, του εμβολίου και του διαγνωστικού αντιδραστηρίου που παραδίδονται στην Ελβετία δυνάμει της εν λόγω διάταξης.
24.
32013 R 0576: Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 576/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις μη εμπορικού χαρακτήρα μετακινήσεις ζώων συντροφιάς και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 998/2003 (ΕΕ L 178 της 28.6.2013, σ. 1), συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτού του κανονισμού οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
25.
32001 R 0999: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 999/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για τη θέσπιση κανόνων πρόληψης, καταπολέμησης και εξάλειψης ορισμένων μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών (ΕΕ L 147 της 31.5.2001, σ. 1),
όπως τροποποιήθηκε με την/τις ακόλουθη/-ες νομική/-ές πράξη/-εις:
25.1.
32003 R 1128: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1128/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 2003 (ΕΕ L 160 της 28.6.2003, σ. 1),
25.2.
32005 R 0932: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 932/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2005 (ΕΕ L 163 της 23.6.2005, σ. 1),
25.3.
32006 R 1923: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1923/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006 (ΕΕ L 404 της 30.12.2006, σ. 1),
25.4.
32009 R 0220: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 220/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2009 (ΕΕ L 87 της 31.3.2009, σ. 155),
25.5.
32013 R 0517: Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 517/2013 του Συμβουλίου, της 13ης Μαΐου 2013 (ΕΕ L 158 της 10.6.2013, σ. 1),
25.6.
32017 R 0625: Κανονισμός (ΕΕ) 2017/625 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2017 (ΕΕ L 95 της 7.4.2017, σ. 1),
και συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτού του κανονισμού οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
26.
32003 R 2160: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2160/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Νοεμβρίου 2003, για τον έλεγχο της σαλμονέλας και άλλων συγκεκριμένων τροφιμογενών ζωονοσογόνων παραγόντων (ΕΕ L 325 της 12.12.2003, σ. 1),
όπως τροποποιήθηκε με την/τις ακόλουθη/-ες νομική/-ές πράξη/-εις:
26.1.
32009 R 0596: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 596/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 2009 (ΕΕ L 188 της 18.7.2009, σ. 14),
26.2.
32013 R 0517: Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 517/2013 του Συμβουλίου, της 13ης Μαΐου 2013 (ΕΕ L 158 της 10.6.2013, σ. 1),
26.3.
32016 R 0429: Κανονισμός (ΕΕ) 2016/429 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2016 (ΕΕ L 84 της 31.3.2016, σ. 1),
και συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτού του κανονισμού οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
27.
32003 L 0099: Οδηγία 2003/99/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Νοεμβρίου 2003, για την παρακολούθηση των ζωονόσων και των ζωονοσογόνων παραγόντων, για την τροποποίηση της απόφασης 90/424/ΕΟΚ του Συμβουλίου και την κατάργηση της οδηγίας 92/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 325 της 12.12.2003, σ. 31),
όπως τροποποιήθηκε με την/τις ακόλουθη/-ες νομική/-ές πράξη/-εις:
27.1.
32006 L 0104: Οδηγία 2006/104/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2006 (ΕΕ L 363 της 20.12.2006, σ. 352),
27.2.
32009 R 0219: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 219/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2009 (ΕΕ L 87 της 31.3.2009, σ. 109),
27.3.
32013 L 0020: Οδηγία 2013/20/ΕΕ του Συμβουλίου, της 13ης Μαΐου 2013 (ΕΕ L 158 της 10.6.2013, σ. 234),
και συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτής της οδηγίας οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
Η. Τρόφιμα — γενικά
28.
32002 R 0178: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002, για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων (ΕΕ L 31 της 1.2.2002, σ. 1),
όπως τροποποιήθηκε με την/τις ακόλουθη/-ες νομική/-ές πράξη/-εις:
28.1.
32003 R 1642: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1642/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουλίου 2003 (ΕΕ L 245 της 29.9.2003, σ. 4),
28.2.
32009 R 0596: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 596/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 2009 (ΕΕ L 188 της 18.7.2009, σ. 14),
28.3.
32017 R 0745: Κανονισμός (ΕΕ) 2017/745 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2017 (ΕΕ L 117 της 5.5.2017, σ. 1),
28.4.
32019 R 1243: Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1243 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019 (ΕΕ L 198 της 25.7.2019, σ. 241),
28.5.
32019 R 1381: Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1381 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019 (ΕΕ L 231 της 6.9.2019, σ. 1),
και συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτού του κανονισμού οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
Για τους σκοπούς του παρόντος πρωτοκόλλου, οι διατάξεις του κανονισμού προσαρμόζονται ως εξής:
α)
Η Ελβετία συμμετέχει στις εργασίες της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων (στο εξής: Αρχή)·
β)
Η Ελβετία συνεισφέρει οικονομικά στις δραστηριότητες που αναφέρονται στο στοιχείο α) σύμφωνα με το άρθρο 9 του παρόντος πρωτοκόλλου και με το παράρτημα II του παρόντος πρωτοκόλλου·
γ)
Η Ελβετία συμμετέχει πλήρως στο διοικητικό συμβούλιο της Αρχής και στο συμβουλευτικό σώμα της Αρχής και έχει, στο πλαίσιο αυτής, τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις με τα κράτη μέλη της Ένωσης, εξαιρουμένου του δικαιώματος ψήφου·
δ)
Οι Ελβετοί εμπειρογνώμονες, μετά την επιλογή και τον διορισμό τους, συμμετέχουν πλήρως στις επιστημονικές επιτροπές και στις επιστημονικές ομάδες και έχουν τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις με όλους τους άλλους εμπειρογνώμονες που συμμετέχουν σ’ αυτές σύμφωνα με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο·
ε)
Η Ελβετία μπορεί να ορίζει αρμόδιους οργανισμούς οι οποίοι δραστηριοποιούνται σε τομείς που εμπίπτουν στην αποστολή της Αρχής και οι οποίοι μπορούν να επικουρούν την Αρχή·
στ)
κατά παρέκκλιση από το άρθρο 12 παράγραφος 2 στοιχείο α) του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Αρχή μπορεί, αν το αποφασίσει, να συνάψει συμβάσεις πρόσληψης Ελβετών υπηκόων οι οποίοι απολαμβάνουν τα πλήρη πολιτικά τους δικαιώματα. Η Αρχή μπορεί να δεχθεί την απόσπαση εμπειρογνωμόνων από την Ελβετία·
ζ)
Η Ελβετία χορηγεί στην Αρχή και στους υπαλλήλους της, στο πλαίσιο των επίσημων καθηκόντων τους για την Αρχή, τα προνόμια και τις ασυλίες που προβλέπονται στο προσάρτημα 2, τα οποία βασίζονται στα άρθρα 1 έως 6, 10 έως 15, 17 και 18 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7). Οι παραπομπές στα αντίστοιχα άρθρα του εν λόγω πρωτοκόλλου επισημαίνονται εντός παρενθέσεων για λόγους ενημέρωσης·
η)
Η Ελβετία συμμετέχει πλήρως στα δίκτυα που διαχειρίζεται η Αρχή και έχει, στο πλαίσιό τους, τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις με τα κράτη μέλη της Ένωσης.
Θ. Τρόφιμα — υγιεινή
29.
31989 L 0108: Οδηγία 89/108/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τα τρόφιμα βαθείας κατάψυξης που προορίζονται για τη διατροφή του ανθρώπου (ΕΕ L 40 της 11.2.1989, σ. 34),
όπως τροποποιήθηκε με την/τις ακόλουθη/-ες νομική/-ές πράξη/-εις:
29.1.
32003 R 1882: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1882/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003 (ΕΕ L 284 της 31.10.2003, σ. 1),
29.2.
32006 L 0107: Οδηγία 2006/107/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2006 (ΕΕ L 363 της 20.12.2006, σ. 411),
29.3.
32008 R 1137: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1137/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2008 (ΕΕ L 311 της 21.11.2008, σ. 1),
29.4.
32013 L 0020: Οδηγία 2013/20/ΕΕ του Συμβουλίου, της 13ης Μαΐου 2013 (ΕΕ L 158 της 10.6.2013, σ. 234),
και συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτής της οδηγίας οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
30.
32004 R 0852: Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 852/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για την υγιεινή των τροφίμων (ΕΕ L 139 της 30.4.2004, σ. 1),
όπως τροποποιήθηκε με την/τις ακόλουθη/-ες νομική/-ές πράξη/-εις:
30.1.
32009 R 0219: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 219/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2009 (ΕΕ L 87 της 31.3.2009, σ. 109),
και συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτού του κανονισμού οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
31.
32004 R 0853: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 853/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τον καθορισμό ειδικών κανόνων υγιεινής για τα τρόφιμα ζωικής προέλευσης (ΕΕ L 139 της 30.4.2004, σ. 55),
όπως τροποποιήθηκε με την/τις ακόλουθη/-ες νομική/-ές πράξη/-εις:
31.1.
32009 R 0219: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 219/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2009 (ΕΕ L 87 της 31.3.2009, σ. 109),
31.2.
32013 R 0517: Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 517/2013 του Συμβουλίου, της 13ης Μαΐου 2013 (ΕΕ L 158 της 10.6.2013, σ. 1),
31.3.
32019 R 1243: Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1243 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019 (ΕΕ L 198 της 25.7.2019, σ. 241),
31.4.
32021 R 1756: Κανονισμός (ΕΕ) 2021/1756 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Οκτωβρίου 2021 (ΕΕ L 357 της 8.10.2021, σ. 27),
και συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτού του κανονισμού οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
Ι. Τρόφιμα – συστατικά, ίχνη και πρότυπα εμπορίας
32.
32002 L 0046: Οδηγία 2002/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 2002, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί των συμπληρωμάτων διατροφής (ΕΕ L 183 της 12.7.2002, σ. 51),
όπως τροποποιήθηκε με την/τις ακόλουθη/-ες νομική/-ές πράξη/-εις:
32.1.
32008 R 1137: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1137/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2008 (ΕΕ L 311 της 21.11.2008, σ. 1),
και συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτής της οδηγίας οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
33.
32003 R 2065: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2065/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Νοεμβρίου 2003, για τα αρτύματα καπνιστών τροφίμων που χρησιμοποιούνται ή προορίζονται να χρησιμοποιηθούν μέσα ή πάνω στα τρόφιμα (ΕΕ L 309 της 26.11.2003, σ. 1),
όπως τροποποιήθηκε με την/τις ακόλουθη/-ες νομική/-ές πράξη/-εις:
33.1.
32009 R 0596: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 596/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 2009 (ΕΕ L 188 της 18.7.2009, σ. 14),
33.2.
32019 R 1243: Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1243 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019 (ΕΕ L 198 της 25.7.2019, σ. 241),
33.3.
32019 R 1381: Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1381 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019 (ΕΕ L 231 της 6.9.2019, σ. 1),
και συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτού του κανονισμού οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
34.
32006 R 1925: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1925/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με την προσθήκη βιταμινών και ανόργανων συστατικών και ορισμένων άλλων ουσιών στα τρόφιμα (ΕΕ L 404 της 30.12.2006, σ. 26),
όπως τροποποιήθηκε με την/τις ακόλουθη/-ες νομική/-ές πράξη/-εις:
34.1.
32008 R 0108: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 108/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιανουαρίου 2008 (ΕΕ L 39 της 13.2.2008, σ. 11),
34.2.
32011 R 1169: Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1169/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2011 (ΕΕ L 304 της 22.11.2011, σ. 18),
και συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτού του κανονισμού οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
35.
32008 R 1331: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1331/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, για τη θέσπιση ενιαίας διαδικασίας έγκρισης για τα πρόσθετα τροφίμων, τα ένζυμα τροφίμων και τις αρωματικές ύλες τροφίμων (ΕΕ L 354 της 31.12.2008, σ. 1),
όπως τροποποιήθηκε με την/τις ακόλουθη/-ες νομική/-ές πράξη/-εις:
35.1.
32019 R 1381: Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1381 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019 (ΕΕ L 231 της 6.9.2019, σ. 1),
και συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτού του κανονισμού οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
36.
32008 R 1332: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1332/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, για τα ένζυμα τροφίμων και την τροποποίηση της οδηγίας 83/417/ΕΟΚ του Συμβουλίου, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1493/1999 του Συμβουλίου, της οδηγίας 2000/13/ΕΚ, της οδηγίας 2001/112/ΕΚ του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 258/97 (ΕΕ L 354 της 31.12.2008, σ. 7), συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτού του κανονισμού οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
37.
32008 R 1333: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1333/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, που αφορά τα πρόσθετα τροφίμων (ΕΕ L 354 της 31.12.2008, σ. 16), συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτού του κανονισμού οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
38.
32008 R 1334: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1334/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, για αρωματικές ύλες και ορισμένα συστατικά τροφίμων με αρωματικές ιδιότητες που χρησιμοποιούνται εντός και επί των τροφίμων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1601/91 του Συμβουλίου, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2232/96, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 110/2008 και της οδηγίας 2000/13/ΕΚ (ΕΕ L 354 της 31.12.2008, σ. 34),
όπως τροποποιήθηκε με την/τις ακόλουθη/-ες νομική/-ές πράξη/-εις:
38.1.
32011 R 1169: Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1169/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2011 (ΕΕ L 304 της 22.11.2011, σ. 18),
38.2.
32014 R 0251: Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 251/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014 (ΕΕ L 84 της 20.3.2014, σ. 14),
και συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτού του κανονισμού οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
39.
32013 R 0609: Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 609/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 2013, για τα τρόφιμα τα οποία προορίζονται για βρέφη και μικρά παιδιά και για τα τρόφιμα που προορίζονται για ειδικούς ιατρικούς σκοπούς, και ως υποκατάστατα του συνόλου του διαιτολογίου για τον έλεγχο του σωματικού βάρους και για την κατάργηση της οδηγίας 92/52/ΕΟΚ του Συμβουλίου, των οδηγιών της Επιτροπής 96/8/ΕΚ, 1999/21/ΕΚ, 2006/125/ΕΚ και 2006/141/ΕΚ, της οδηγίας 2009/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και των κανονισμών της Επιτροπής (ΕΚ) αριθ. 41/2009 και (ΕΚ) αριθ. 953/2009 (ΕΕ L 181 της 29.6.2013, σ. 35), συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτού του κανονισμού οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
40.
32015 L 2203: Οδηγία (ΕΕ) 2015/2203 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2015, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τις καζεΐνες και τα καζεϊνικά άλατα που προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση και την κατάργηση της οδηγίας 83/417/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 314 της 1.12.2015, σ. 1), συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτής της οδηγίας οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
41.
32015 R 2283: Κανονισμός (ΕΕ) 2015/2283 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2015, σχετικά με τα νέα τρόφιμα, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1169/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 258/97 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1852/2001 της Επιτροπής (ΕΕ L 327 της 11.12.2015, σ. 1),
όπως τροποποιήθηκε με την/τις ακόλουθη/-ες νομική/-ές πράξη/-εις:
41.1.
32019 R 1381: Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1381 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019 (ΕΕ L 231 της 6.9.2019, σ. 1),
και συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτού του κανονισμού οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
ΙΑ. Τρόφιμα — κατάλοιπα φυτοφαρμάκων και κτηνιατρικών φαρμάκων και προσμείξεις
42.
31993 R 0315: Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 315/93 του Συμβουλίου, της 8ης Φεβρουαρίου 1993, για τη θέσπιση κοινοτικών διαδικασιών για τις προσμείξεις των τροφίμων (ΕΕ L 37 της 13.2.1993, σ. 1),
όπως τροποποιήθηκε με την/τις ακόλουθη/-ες νομική/-ές πράξη/-εις:
42.1.
32003 R 1882: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1882/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003 (ΕΕ L 284 της 31.10.2003, σ. 1),
42.2.
32009 R 0596: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 596/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 2009 (ΕΕ L 188 της 18.7.2009, σ. 14),
και συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτού του κανονισμού οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
43.
32005 R 0396: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 396/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23 Φεβρουαρίου 2005, για τα ανώτατα όρια καταλοίπων φυτοφαρμάκων μέσα η πάνω στα τρόφιμα και τις ζωοτροφές φυτικής και ζωικής προέλευσης και για την τροποποίηση της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 70 της 16.3.2005, σ. 1),
όπως τροποποιήθηκε με την/τις ακόλουθη/-ες νομική/-ές πράξη/-εις:
43.1.
32008 R 0299: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 299/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2008 (ΕΕ L 97 της 9.4.2008, σ. 67),
43.2.
32017 R 0625: Κανονισμός (ΕΕ) 2017/625 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2017 (ΕΕ L 95 της 7.4.2017, σ. 1),
και συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτού του κανονισμού οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
44.
32009 R 0470: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 470/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Μαΐου 2009, για θέσπιση κοινοτικών διαδικασιών για τον καθορισμό ορίων καταλοίπων των φαρμακολογικά δραστικών ουσιών στα τρόφιμα ζωικής προέλευσης, για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2377/90 του Συμβουλίου και τροποποίηση της οδηγίας 2001/82/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 726/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 152 της 16.6.2009, σ. 11), συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτού του κανονισμού οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
Για τους σκοπούς του παρόντος πρωτοκόλλου, οι διατάξεις του κανονισμού προσαρμόζονται ως εξής:
α)
Τα άρθρα 3, 9, 10, 11, 13, 15, 17, 25, 27, για τους σκοπούς του παρόντος πρωτοκόλλου, δεν εφαρμόζονται στην Ελβετία.
β)
Η Ελβετία δεν συμμετέχει στη μόνιμη επιτροπή κτηνιατρικών φαρμάκων ούτε στις ομάδες εμπειρογνωμόνων για τα κτηνιατρικά φάρμακα.
Η Ελβετία δεν συμμετέχει στην κατάρτιση προτάσεων και σχεδίων σχετικά με τον καθορισμό ανώτατων ορίων καταλοίπων των φαρμακολογικά δραστικών ουσιών στα τρόφιμα ζωικής προέλευσης, εφόσον αυτά καθορίζονται στο πλαίσιο διαδικασιών που αφορούν κτηνιατρικά φάρμακα, ούτε ζητείται εν προκειμένω η γνώμη εμπειρογνωμόνων της Ελβετίας.
ΙΒ. Υλικό που έρχεται σε επαφή με τρόφιμα
45.
32004 R 1935: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1935/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 2004, σχετικά με τα υλικά και αντικείμενα που προορίζονται να έρθουν σε επαφή με τρόφιμα και με την κατάργηση των οδηγιών 80/590/ΕΟΚ και 89/109/ΕΟΚ (ΕΕ L 338 της 13.11.2004, σ. 4),
όπως τροποποιήθηκε με την/τις ακόλουθη/-ες νομική/-ές πράξη/-εις:
45.1.
32009 R 0596: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 596/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 2009 (ΕΕ L 188 της 18.7.2009, σ. 14),
45.2.
32019 R 1381: Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1381 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019 (ΕΕ L 231 της 6.9.2019, σ. 1),
και συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτού του κανονισμού οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
46.
31984 L 0500: Οδηγία 84/500/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1984, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών όσον αφορά τα κεραμικά αντικείμενα που προορίζονται να έλθουν σε επαφή με τα τρόφιμα (ΕΕ L 277 της 20.10.1984, σ. 12), συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτής της οδηγίας οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
ΙΓ. Επισήμανση τροφίμων, παρουσίαση και διαφήμιση τροφίμων και ισχυρισμοί που αφορούν τη διατροφή ή την υγεία
47.
32000 R 1760: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1760/2000 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 2000, για τη θέσπιση συστήματος αναγνώρισης και καταγραφής των βοοειδών και την επισήμανση του βοείου κρέατος και των προϊόντων με βάση το βόειο κρέας, καθώς και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 820/97 του Συμβουλίου (ΕΕ L 204 της 11.8.2000, σ. 1),
όπως τροποποιήθηκε με την/τις ακόλουθη/-ες νομική/-ές πράξη/-εις:
47.1.
32013 R 0517: Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 517/2013 του Συμβουλίου, της 13ης Μαΐου 2013 (ΕΕ L 158 της 10.6.2013, σ. 1),
47.2.
32014 R 0653: Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 653/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014 (ΕΕ L 189 της 27.6.2014, σ. 33),
47.3.
32016 R 0429: Κανονισμός (ΕΕ) 2016/429 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2016 («νόμος για την υγεία των ζώων») (ΕΕ L 84 της 31.3.2016, σ. 1),
και συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτού του κανονισμού οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
48.
32006 R 1924: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1924/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20 Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τους ισχυρισμούς διατροφής και υγείας που διατυπώνονται στα τρόφιμα (ΕΕ L 404 της 30.12.2006, σ. 9),
όπως τροποποιήθηκε με την/τις ακόλουθη/-ες νομική/-ές πράξη/-εις:
48.1.
32008 R 0107: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 107/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιανουαρίου 2008 (ΕΕ L 39 της 13.2.2008, σ. 8),
48.2.
32008 R 0109: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 109/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιανουαρίου 2008, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1924/2006 σχετικά με τους ισχυρισμούς διατροφής και υγείας που διατυπώνονται στα τρόφιμα (ΕΕ L 39 της 13.2.2008, σ. 14),
48.3.
32011 R 1169: Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1169/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2011 (ΕΕ L 304 της 22.11.2011, σ. 18),
και συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτού του κανονισμού οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
49.
32011 R 1169: Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1169/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με την παροχή πληροφοριών για τα τρόφιμα στους καταναλωτές, την τροποποίηση των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 1924/2006 και (ΕΚ) αριθ. 1925/2006 και την κατάργηση της οδηγίας 87/250/ΕΟΚ της Επιτροπής, της οδηγίας 90/496/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της οδηγίας 1999/10/ΕΚ της Επιτροπής, της οδηγίας 2000/13/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, των οδηγιών της Επιτροπής 2002/67/ΕΚ και 2008/5/ΕΚ και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 608/2004 της Επιτροπής (ΕΕ L 304 της 22.11.2011, σ. 18),
όπως τροποποιήθηκε με την/τις ακόλουθη/-ες νομική/-ές πράξη/-εις:
49.1.
32015 R 2283: Κανονισμός (ΕΕ) 2015/2283 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2015 (ΕΕ L 327 της 11.12.2015, σ. 1),
και συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτού του κανονισμού οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
Για τους σκοπούς του παρόντος πρωτοκόλλου, οι διατάξεις του κανονισμού προσαρμόζονται ως εξής:
α)
Η Ελβετία μπορεί να συνεχίσει να εφαρμόζει τις διατάξεις του ελβετικού δικαίου που απαιτούν την υποχρεωτική επισήμανση της χώρας καταγωγής ή του τόπου προέλευσης και προβλέπουν ότι, για τα προϊόντα καταγωγής Ένωσης:
–
γίνεται δεκτή η ένδειξη «ΕΕ» ως χώρα παραγωγής· και
–
το ονοματεπώνυμο ή η εταιρική επωνυμία και η διεύθυνση του υπευθύνου επιχείρησης τροφίμων πληρούν την απαίτηση για την υποχρεωτική αναγραφή της χώρας παραγωγής·
β)
Η Ελβετία μπορεί να συνεχίσει να εφαρμόζει τις διατάξεις της νομοθεσίας της που απαιτούν την υποχρεωτική επισήμανση της ακούσιας παρουσίας ιχνών αλλεργιογόνων στα τρόφιμα.
50.
32011 L 0091: Οδηγία 2011/91/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις ενδείξεις ή τα σήματα που επιτρέπουν την αναγνώριση της παρτίδας στην οποία ανήκει ένα τρόφιμο (ΕΕ L 334 της 16.12.2011, σ. 1).
ΙΔ. Τρόφιμα — άλλα
51.
31999 L 0002: Οδηγία 1999/2/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Φεβρουαρίου 1999, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών όσον αφορά τα τρόφιμα και τα συστατικά τροφίμων που έχουν υποστεί επεξεργασία με ιοντίζουσα ακτινοβολία (ΕΕ L 66 της 13.3.1999, σ. 16),
όπως τροποποιήθηκε με την/τις ακόλουθη/-ες νομική/-ές πράξη/-εις:
51.1.
32003 R 1882: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1882/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003 (ΕΕ L 284 της 31.10.2003, σ. 1),
51.2.
32008 R 1137: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1137/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2008 (ΕΕ L 311 της 21.11.2008, σ. 1),
και συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτής της οδηγίας οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
52.
31999 L 0003: Οδηγία 1999/3/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Φεβρουαρίου 1999, για τη θέσπιση κοινοτικού καταλόγου τροφίμων και συστατικών τροφίμων που υποβάλλονται σε επεξεργασία με ιοντίζουσα ακτινοβολία (ΕΕ L 66 της 13.3.1999, σ. 24).
53.
32009 L 0032: Οδηγία 2009/32/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τους διαλύτες εκχύλισης οι οποίοι χρησιμοποιούνται στην παρασκευή των τροφίμων και των συστατικών τους (ΕΕ L 141 της 6.6.2009, σ. 31), συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτής της οδηγίας οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
54.
32009 L 0054: Οδηγία 2009/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 2009, σχετικά με την εκμετάλλευση και τη θέση στο εμπόριο των φυσικών μεταλλικών νερών (ΕΕ L 164 της 26.6.2009, σ. 45), συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτής της οδηγίας οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
55.
32016 R 0052: Κανονισμός (Ευρατόμ) 2016/52 του Συμβουλίου, της 15ης Ιανουαρίου 2016, για τον καθορισμό μέγιστων επιτρεπτών επιπέδων ραδιορρύπανσης των τροφίμων και των ζωοτροφών κατόπιν πυρηνικού ατυχήματος ή άλλου έκτακτου ραδιολογικού συμβάντος και την κατάργηση του κανονισμού (Ευρατόμ) αριθ. 3954/87 και των κανονισμών της Επιτροπής (Ευρατόμ) αριθ. 944/89 και (Ευρατόμ) αριθ. 770/90 (ΕΕ L 13 της 20.1.2016, σ. 2), συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτού του κανονισμού οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
IΕ. Γενετικώς τροποποιημένοι οργανισμοί
Το όριο που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο α) πρώτη περίπτωση του παρόντος πρωτοκόλλου θεσπίζεται στο άρθρο 12 παράγραφος 2 και στο άρθρο 24 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1829/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, για τα γενετικώς τροποποιημένα τρόφιμα και ζωοτροφές (ΕΕ L 268 της 18.10.2003, σ. 1).
Οι ζωοτροφές που παράγονται από γενετικώς τροποποιημένους οργανισμούς οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο α) δεύτερη περίπτωση του παρόντος πρωτοκόλλου επιτρέπονται δυνάμει του άρθρου 19 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1829/2003.
ΙΣΤ. Καλή μεταχείριση των ζώων
56.
32005 R 0001: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1/2005 του Συμβουλίου, της 22 Δεκεμβρίου 2004, για την προστασία των ζώων κατά τη μεταφορά και συναφείς δραστηριότητες και για την τροποποίηση των οδηγιών 64/432/ΕΟΚ και 93/119/ΕΚ και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1255/97 (ΕΕ L 3 της 5.1.2005, σ. 1),
όπως τροποποιήθηκε με την/τις ακόλουθη/-ες νομική/-ές πράξη/-εις:
56.1.
32017 R 0625: Κανονισμός (ΕΕ) 2017/625 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2017 (ΕΕ L 95 της 7.4.2017, σ. 1),
και συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτού του κανονισμού οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
Για τους σκοπούς του παρόντος πρωτοκόλλου, οι διατάξεις του κανονισμού προσαρμόζονται ως εξής:
στο άρθρο 1 παράγραφος 3 προστίθεται η ακόλουθη περίοδος:
«Η Ελβετία μπορεί να συνεχίσει να εφαρμόζει τις διατάξεις της νομοθεσίας της σχετικά με τη μεταφορά ζώων εντός της Ελβετίας, συμπεριλαμβανομένης της διαμετακόμισης βοοειδών, προβατοειδών, αιγοειδών, χοιροειδών, αλόγων ή πουλερικών προς σφαγή, οι οποίες ορίζουν ότι η εν λόγω διαμετακόμιση επιτρέπεται μόνο σιδηροδρομικώς ή αεροπορικώς στην Ελβετία.»
57.
32009 R 1099: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1099/2009 του Συμβουλίου, της 24ης Σεπτεμβρίου 2009, για την προστασία των ζώων κατά τη θανάτωσή τους (ΕΕ L 303 της 18.11.2009, σ. 1),
όπως τροποποιήθηκε με την/τις ακόλουθη/-ες νομική/-ές πράξη/-εις:
57.1.
32017 R 0625: Κανονισμός (ΕΕ) 2017/625 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2017 (ΕΕ L 95 της 7.4.2017, σ. 1),
και συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτού του κανονισμού οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
ΙΖ. Ζωικά υποπροϊόντα
58.
32009 R 1069: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1069/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2009, περί υγειονομικών κανόνων για ζωικά υποπροϊόντα και παράγωγα προϊόντα που δεν προορίζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1774/2002 (κανονισμός για τα ζωικά υποπροϊόντα) (ΕΕ L 300 της 14.11.2009, σ. 1),
όπως τροποποιήθηκε με την/τις ακόλουθη/-ες νομική/-ές πράξη/-εις:
58.1.
32010 L 0063: Οδηγία 2010/63/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2010 (ΕΕ L 276 της 20.10.2010, σ. 33),
58.2.
32013 R 1385: Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1385/2013 του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013 (ΕΕ L 354 της 28.12.2013, σ. 86),
58.3.
32017 R 0625: Κανονισμός (ΕΕ) 2017/625 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2017 (ΕΕ L 95 της 7.4.2017, σ. 1),
58.4.
32019 R 1009: Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 2019 (ΕΕ L 170 της 25.6.2019, σ. 1),
και συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτού του κανονισμού οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
ΙΗ. Υγειονομικοί και φυτοϋγειονομικοί κανόνες — Λοιπά
59.
31996 L 0022: Οδηγία 96/22/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 1996, για την απαγόρευση της χρησιμοποίησης ορισμένων ουσιών με ορμονική ή θυρεοστατική δράση και των β- ανταγωνιστικών ουσιών στη ζωική παραγωγή για κερδοσκοπικούς λόγους και κατάργησης των οδηγιών 81/602/ΕΟΚ, 88/146/ΕΟΚ και 88/299/ΕΟΚ (ΕΕ L 125 της 23.5.1996, σ. 3),
όπως τροποποιήθηκε με την/τις ακόλουθη/-ες νομική/-ές πράξη/-εις:
59.1.
32003 L 0074: Οδηγία 2003/74/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003 (ΕΕ L 262 της 14.10.2003, σ. 17),
59.2.
32008 L 0097: Οδηγία 2008/97/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 2008 (ΕΕ L 318 της 28.11.2008, σ. 9).
Για τους σκοπούς του παρόντος πρωτοκόλλου, οι διατάξεις της οδηγίας προσαρμόζονται ως εξής:
Το άρθρο 11 παράγραφος 2 στοιχείο β) δεν εφαρμόζεται για την Ελβετία ούτε εντός αυτής.
ΙΘ. Μικροβιακή αντοχή
60.
32019 R 0006: Άρθρο 107 (με εξαίρεση την παράγραφο 6) και άρθρο 118 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/6 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2018, για τα κτηνιατρικά φάρμακα και για την κατάργηση της οδηγίας 2001/82/ΕΚ (ΕΕ L 4 της 7.1.2019, σ. 43), σε συνδυασμό με το άρθρο 37 παράγραφος 5, συμπεριλαμβανομένων των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει των εν λόγω διατάξεων οι οποίες έχουν ενσωματωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
Για τους σκοπούς του παρόντος πρωτοκόλλου, το άρθρο 107 παράγραφος 5 προσαρμόζεται ως εξής:
α)
φάρμακα που περιέχουν τα αντιμικροβιακά ή τις ομάδες αντιμικροβιακών που προορίζονται αποκλειστικά για τη θεραπεία ορισμένων λοιμώξεων στον άνθρωπο σύμφωνα με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2022/1255 της Επιτροπής (ΕΕ L 191 της 20.7.2022, σ. 58) δεν χρησιμοποιούνται σε ζώα·
β)
οι νομικές πράξεις που εκδίδονται βάσει του άρθρου 107 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/6 δεν θεωρείται ότι περιλαμβάνονται στην αναφορά στο άρθρο 107 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/6·
γ)
η Ελβετία και οι εμπειρογνώμονες της Ελβετίας δεν συμμετέχουν στη μόνιμη επιτροπή κτηνιατρικών φαρμάκων ούτε στις ομάδες εμπειρογνωμόνων για τα κτηνιατρικά φάρμακα. Η Ελβετία δεν συμμετέχει στην κατάρτιση προτάσεων και σχεδίων σχετικά με την παρασκευή, τη διάθεση στην αγορά και τη χρήση κτηνιατρικών φαρμάκων ούτε ζητείται εν προκειμένω η γνώμη των εμπειρογνωμόνων της Ελβετίας.
61.
32019 R 0004: Άρθρο 17 παράγραφος 3 του
κανονισμού (ΕΕ) 2019/4
του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2018, σχετικά με την παρασκευή, τη διάθεση στην αγορά και τη χρήση φαρμακούχων ζωοτροφών, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 183/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση της οδηγίας 90/167/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 4 της 7.1.2019, σ. 1).
________________
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II
ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 9 ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ
ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΚΟΙΝΟΥ ΧΩΡΟΥ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΤΩΝ ΤΡΟΦΙΜΩΝ
Άρθρο 1
Κατάλογος των δραστηριοτήτων των οργανισμών της Ένωσης, των συστημάτων πληροφοριών και άλλων δραστηριοτήτων στις οποίες πρέπει να συνεισφέρει οικονομικά η Ελβετία
Η Ελβετία συνεισφέρει οικονομικά στα εξής:
α)
οργανισμούς:
−
Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 178/2002.
β)
συστήματα πληροφοριών:
−
δικτυακή πύλη EUROPHYT (EUROPHYTPORTAL) η οποία δημιουργήθηκε με την οδηγία 94/3/ΕΚ της Επιτροπής, της 21ης Ιανουαρίου 1994·
−
σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης για τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές (RASFF) που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 178/2002·
−
διαδικτυακή πλατφόρμα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την πιστοποίηση υγειονομικού και φυτοϋγειονομικού ελέγχου (TRACES) που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/625·
−
σύστημα πληροφοριών της ΕΕ για τις νόσους των ζώων (ADIS) που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2020/2002.
γ)
άλλες δραστηριότητες:
καμία.
Άρθρο 2
Όροι πληρωμής
1.
Οι πληρωμές που οφείλονται σύμφωνα με το άρθρο 9 του πρωτοκόλλου της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων για τη δημιουργία κοινού χώρου ασφάλειας των τροφίμων (στο εξής: πρωτόκολλο) πραγματοποιούνται σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
2.
Κατά την έκδοση της πρόσκλησης καταβολής του οικονομικού έτους, η Επιτροπή κοινοποιεί στην Ελβετία τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)
το ποσό της επιχειρησιακής συνεισφοράς· και
β)
το ποσό του τέλους συμμετοχής.
3.
Η Επιτροπή κοινοποιεί στην Ελβετία, το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο στις 16 Απριλίου κάθε οικονομικού έτους, τις ακόλουθες πληροφορίες σε σχέση με τη συμμετοχή της Ελβετίας:
α)
τα ποσά των πιστώσεων αναλήψεων υποχρεώσεων του ετήσιου ψηφισθέντος προϋπολογισμού της Ένωσης που έχει εγγραφεί στη/στις σχετική/-ές γραμμή/-ές επιδότησης του προϋπολογισμού της Ένωσης του εν λόγω έτους για κάθε οργανισμό της Ένωσης, λαμβανομένης υπόψη, για κάθε οργανισμό, τυχόν προσαρμοσμένης επιχειρησιακής συνεισφοράς, όπως ορίζεται στο άρθρο 1, και τα ποσά των πιστώσεων αναλήψεων υποχρεώσεων σε σχέση με τον ψηφισθέντα προϋπολογισμό της Ένωσης του εν λόγω έτους για τον σχετικό προϋπολογισμό των συστημάτων πληροφοριών και άλλων δραστηριοτήτων, που καλύπτουν τη συμμετοχή της Ελβετίας σύμφωνα με το άρθρο 1·
β)
το ποσό του τέλους συμμετοχής που αναφέρεται στο άρθρο 9 παράγραφος 7 του πρωτοκόλλου· και
γ)
όσον αφορά τους οργανισμούς, το έτος Ν+1, τα ποσά των δημοσιονομικών δεσμεύσεων που αναλήφθηκαν επί πιστώσεων αναλήψεων υποχρεώσεων οι οποίες εγκρίθηκαν το έτος Ν στη/στις σχετική/-ές γραμμή/-ές επιδότησης του προϋπολογισμού της Ένωσης σε σχέση με τον ετήσιο προϋπολογισμό της Ένωσης που έχει εγγραφεί στη/στις σχετική/-ές γραμμή/-ές επιδότησης του προϋπολογισμού της Ένωσης του έτους N.
4.
Βάσει του σχεδίου προϋπολογισμού της, η Επιτροπή παρέχει εκτίμηση των πληροφοριών της παραγράφου 3 στοιχεία α) και β) το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο έως την 1η Σεπτεμβρίου του οικονομικού έτους.
5.
Η Επιτροπή εκδίδει προς την Ελβετία, το αργότερο στις 16 Απριλίου και, εφόσον έχει εφαρμογή στον σχετικό οργανισμό, στο σχετικό σύστημα πληροφοριών ή σε άλλη σχετική δραστηριότητα, το νωρίτερο στις 22 Οκτωβρίου και το αργότερο στις 31 Οκτωβρίου κάθε οικονομικού έτους, πρόσκληση καταβολής που αντιστοιχεί στη συνεισφορά της Ελβετίας βάσει του πρωτοκόλλου για καθέναν από τους οργανισμούς, τα συστήματα πληροφοριών και τις άλλες δραστηριότητες όπου συμμετέχει η Ελβετία.
6.
Η/Οι πρόσκληση/-εις καταβολής που αναφέρεται/-ονται στην παράγραφο 5 διαρθρώνεται/-ονται σε δόσεις ως εξής:
α)
η πρώτη δόση κάθε έτους, σε σχέση με την πρόσκληση καταβολής που πρέπει να εκδοθεί έως τις 16 Απριλίου, αντιστοιχεί σε ποσό που δεν υπερβαίνει το ισοδύναμο της εκτιμώμενης ετήσιας χρηματοδοτικής συνεισφοράς του σχετικού οργανισμού, συστήματος πληροφοριών ή άλλης δραστηριότητας που αναφέρεται στην παράγραφο 4·
Η Ελβετία καταβάλλει το ποσό που αναγράφεται στην πρόσκληση καταβολής το αργότερο 60 ημέρες από την ημερομηνία έκδοσης της πρόσκλησης καταβολής.
β)
κατά περίπτωση, η δεύτερη δόση του έτους, σε σχέση με την πρόσκληση καταβολής που πρέπει να εκδοθεί το νωρίτερο στις 22 Οκτωβρίου και το αργότερο στις 31 Οκτωβρίου, αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ του ποσού που αναφέρεται στην παράγραφο 4 και του ποσού που αναφέρεται στην παράγραφο 5, όταν το ποσό που αναφέρεται στην παράγραφο 5 είναι υψηλότερο.
Η Ελβετία καταβάλλει το ποσό που αναγράφεται στην εν λόγω πρόσκληση καταβολής το αργότερο έως τις 21 Δεκεμβρίου.
Για κάθε πρόσκληση καταβολής, η Ελβετία μπορεί να πραγματοποιεί χωριστές πληρωμές για κάθε οργανισμό, σύστημα πληροφοριών ή άλλη δραστηριότητα.
7.
Για το πρώτο έτος εφαρμογής του πρωτοκόλλου, η Επιτροπή εκδίδει μία μόνο πρόσκληση καταβολής εντός 90 ημερών από την έναρξη ισχύος του πρωτοκόλλου.
Η Ελβετία καταβάλλει το ποσό που αναγράφεται στην πρόσκληση καταβολής το αργότερο 60 ημέρες από την ημερομηνία έκδοσης της πρόσκλησης καταβολής.
8.
Οποιαδήποτε καθυστέρηση στην καταβολή της χρηματοδοτικής συνεισφοράς συνεπάγεται την καταβολή τόκων υπερημερίας από την Ελβετία επί του οφειλόμενου ποσού από την ημερομηνία καταβολής έως την ημέρα κατά την οποία το εν λόγω οφειλόμενο ποσό εξοφληθεί εξ ολοκλήρου.
Το επιτόκιο για τα εισπρακτέα ποσά που δεν εξοφλούνται εμπρόθεσμα είναι αυτό που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στις κύριες πράξεις αναχρηματοδότησης, όπως δημοσιεύεται στη σειρά C της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και που ισχύει την πρώτη ημέρα του μήνα κατά τον οποίο εκπνέει η προθεσμία ή 0 %, αναλόγως του ποιο ποσό είναι μεγαλύτερο, συν 3,5 εκατοστιαίες μονάδες.
ΑΡΘΡΟ 3
Προσαρμογή της χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Ελβετίας στους οργανισμούς της Ένωσης με βάση την εκτέλεση
Η προσαρμογή της χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Ελβετίας στους οργανισμούς της Ένωσης πραγματοποιείται το έτος Ν+1, όταν η αρχική επιχειρησιακή συνεισφορά προσαρμόζεται προς τα πάνω ή προς τα κάτω με βάση τη διαφορά μεταξύ της αρχικής επιχειρησιακής συνεισφοράς και μιας προσαρμοσμένης συνεισφοράς υπολογιζόμενης με την εφαρμογή της κλείδας κατανομής του έτους Ν στο ποσό των δημοσιονομικών δεσμεύσεων που αναλήφθηκαν επί πιστώσεων αναλήψεων υποχρεώσεων οι οποίες εγκρίθηκαν κατά το έτος Ν στο πλαίσιο της/των σχετικής/-ών γραμμής/-ών επιδότησης του προϋπολογισμού της Ένωσης. Κατά περίπτωση, η διαφορά λαμβάνει υπόψη, για κάθε οργανισμό, την προσαρμοσμένη επιχειρησιακή συνεισφορά βάσει ποσοστού, όπως ορίζεται στο άρθρο 1.
ΑΡΘΡΟ 4
Μεταβατικές ρυθμίσεις
Σε περίπτωση που η ημερομηνία έναρξης ισχύος του πρωτοκόλλου δεν είναι η 1η Ιανουαρίου, εφαρμόζεται το παρόν άρθρο κατά παρέκκλιση από το άρθρο 2.
Για το πρώτο έτος εφαρμογής του πρωτοκόλλου, σε σχέση με την οφειλόμενη επιχειρησιακή συνεισφορά για το εν λόγω έτος η οποία εφαρμόζεται στον σχετικό οργανισμό, σύστημα πληροφοριών ή άλλη δραστηριότητα, όπως καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 9 του πρωτοκόλλου και τα άρθρα 1 έως 3 του παρόντος παραρτήματος, η επιχειρησιακή συνεισφορά μειώνεται pro rata temporis με τον πολλαπλασιασμό του ποσού της ετήσιας οφειλόμενης επιχειρησιακής συνεισφοράς με τον λόγο των ακόλουθων στοιχείων:
−
του αριθμού των ημερολογιακών ημερών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος έως τις 31 Δεκεμβρίου του εν λόγω έτους· και
−
του συνολικού αριθμού των ημερολογιακών ημερών του εν λόγω έτους.
Προσάρτημα 1
ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ I
ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΡΘΡΟ I.1
Πεδίο εφαρμογής
Αν ένα από τα μέρη (στο εξής: μέρη) υποβάλει διαφορά σε διαιτησία σύμφωνα με το άρθρο 20 παράγραφος 2 ή το άρθρο 21 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τη δημιουργία κοινού χώρου ασφάλειας των τροφίμων (στο εξής: πρωτόκολλο), εφαρμόζονται οι κανόνες του παρόντος προσαρτήματος.
ΑΡΘΡΟ I.2
Γραμματεία και γραμματειακές υπηρεσίες
Το Διεθνές Γραφείο του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου της Χάγης (στο εξής: Διεθνές Γραφείο) ασκεί καθήκοντα γραμματείας και παρέχει τις αναγκαίες γραμματειακές υπηρεσίες.
ΑΡΘΡΟ I.3
Κοινοποιήσεις και υπολογισμός προθεσμιών
1.
Οι κοινοποιήσεις, συμπεριλαμβανομένων των ανακοινώσεων ή των προτάσεων, μπορούν να αποστέλλονται με οποιοδήποτε μέσο επικοινωνίας πιστοποιεί τη διαβίβασή τους ή επιτρέπει την πιστοποίησή τους.
2.
Οι εν λόγω κοινοποιήσεις μπορούν να αποστέλλονται ηλεκτρονικά μόνον εφόσον έχει οριστεί ή εγκριθεί διεύθυνση από μέρος ειδικά για τον σκοπό αυτόν.
3.
Οι κοινοποιήσεις αυτές που επιδίδονται στα μέρη αποστέλλονται, για την Ελβετία, στο Τμήμα Ευρώπης του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Εξωτερικών της Ελβετίας και, για την Ένωση, στη Νομική Υπηρεσία της Επιτροπής.
4.
Κάθε προθεσμία που ορίζεται στο παρόν προσάρτημα προσμετράται από την επομένη της επέλευσης ενός γεγονότος ή της διενέργειας μιας πράξης. Αν η τελευταία ημέρα για την παράδοση εγγράφου συμπίπτει με μη εργάσιμη ημέρα των θεσμικών οργάνων της Ένωσης ή της κυβέρνησης της Ελβετίας, η χρονική περίοδος της παράδοσης του εγγράφου λήγει την πρώτη επόμενη εργάσιμη μέρα. Υπολογίζονται οι μη εργάσιμες ημέρες που εμπίπτουν στη χρονική περίοδο.
ΑΡΘΡΟ I.4
Κοινοποίηση διαιτησίας
1.
Το μέρος που αναλαμβάνει την πρωτοβουλία να προσφύγει στη διαιτησία (στο εξής: ενάγων) αποστέλλει στο άλλο μέρος (στο εξής: εναγόμενος) και στο Διεθνές Γραφείο κοινοποίηση διαιτησίας.
2.
Η διαιτητική διαδικασία θεωρείται ότι αρχίζει από την ημέρα που έπεται αυτής κατά την οποία ο εναγόμενος παραλαμβάνει την κοινοποίηση διαιτησίας.
3.
Η κοινοποίηση διαιτησίας περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)
το αίτημα παραπομπής της διαφοράς σε διαιτησία·
β)
τα ονόματα και τα στοιχεία επικοινωνίας των μερών·
γ)
το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση του/των εκπροσώπου/-ων του ενάγοντος·
δ)
τη νομική βάση της διαδικασίας (άρθρο 20 παράγραφος 2 ή άρθρο 21 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου) και:
i)
στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 20 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου, το ζήτημα που αποτέλεσε το έναυσμα της διαφοράς, όπως έχει εγγραφεί επίσημα, προς επίλυση, στην ημερήσια διάταξη της μεικτής επιτροπής για την ασφάλεια των τροφίμων σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφος 1 του πρωτοκόλλου· και
ii)
στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 21 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου, την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου, τα εκτελεστικά μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 20 παράγραφος 5 του πρωτοκόλλου και τα επίμαχα αντισταθμιστικά μέτρα·
ε)
τον προσδιορισμό τυχόν κανόνα που αποτέλεσε το έναυσμα της διαφοράς ή που σχετίζεται μ’ αυτήν·
στ)
συνοπτική περιγραφή της διαφοράς· και
ζ)
τον ορισμό διαιτητή ή, αν πρέπει να διοριστούν πέντε διαιτητές, τον ορισμό δύο διαιτητών.
4.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 20 παράγραφος 3 του πρωτοκόλλου, η κοινοποίηση διαιτησίας μπορεί επίσης να περιέχει πληροφορίες σχετικά με την ανάγκη προσφυγής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
5.
Τυχόν ισχυρισμοί σχετικά με την επάρκεια της κοινοποίησης διαιτησίας δεν εμποδίζουν τη σύσταση του διαιτητικού δικαστηρίου. Η διαφορά διευθετείται οριστικά από το διαιτητικό δικαστήριο.
ΑΡΘΡΟ I.5
Απάντηση στην κοινοποίηση διαιτησίας
1.
Εντός 60 ημερών από την παραλαβή της κοινοποίησης διαιτησίας, ο εναγόμενος αποστέλλει στον ενάγοντα και στο Διεθνές Γραφείο απάντηση στην κοινοποίηση διαιτησίας, η οποία περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)
τα ονόματα και τα στοιχεία επικοινωνίας των μερών·
β)
το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση του/των εκπροσώπου/-ων του εναγομένου·
γ)
απάντηση στις πληροφορίες που περιέχονται στην κοινοποίηση διαιτησίας σύμφωνα με το άρθρο I.4 παράγραφος 3 στοιχεία δ) έως στ)· και
δ)
τον ορισμό διαιτητή ή, αν πρέπει να διοριστούν πέντε διαιτητές, τον ορισμό δύο διαιτητών.
2.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 20 παράγραφος 3 του πρωτοκόλλου, η απάντηση στην κοινοποίηση διαιτησίας μπορεί επίσης να περιέχει απάντηση στις πληροφορίες που περιέχονται στην κοινοποίηση διαιτησίας σύμφωνα με το άρθρο I.4 παράγραφος 4 του παρόντος προσαρτήματος και πληροφορίες σχετικά με την ανάγκη προσφυγής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
3.
Η έλλειψη απάντησης ή η ελλιπής ή καθυστερημένη απάντηση του εναγομένου στην κοινοποίηση διαιτησίας δεν εμποδίζει τη σύσταση διαιτητικού δικαστηρίου. Η διαφορά διευθετείται οριστικά από το διαιτητικό δικαστήριο.
4.
Αν στην απάντησή του στην κοινοποίηση διαιτησίας ο εναγόμενος ζητήσει το διαιτητικό δικαστήριο να αποτελείται από πέντε διαιτητές, ο ενάγων ορίζει επιπλέον διαιτητή εντός 30 ημερών από την παραλαβή της απάντησης στην κοινοποίηση διαιτησίας.
ΑΡΘΡΟ I.6
Εκπροσώπηση και συνδρομή
1.
Τα μέρη εκπροσωπούνται ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου από έναν ή περισσότερους εκπροσώπους. Οι εκπρόσωποι μπορούν να επικουρούνται από συμβούλους ή δικηγόρους.
2.
Κάθε αλλαγή των εκπροσώπων ή των διευθύνσεών τους κοινοποιείται στο άλλο μέρος, στο Διεθνές Γραφείο και στο διαιτητικό δικαστήριο. Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί, ανά πάσα στιγμή, με δική του πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος ενός μέρους, να ζητήσει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τις εξουσίες που έχουν ανατεθεί στους εκπροσώπους των μερών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II
ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΟΥ ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
ΑΡΘΡΟ II.1
Αριθμός διαιτητών
Το διαιτητικό δικαστήριο απαρτίζεται από τρεις διαιτητές. Αν το ζητήσει ο ενάγων στην οικεία κοινοποίηση διαιτησίας ή ο εναγόμενος στην απάντησή του στην κοινοποίηση διαιτησίας, το διαιτητικό δικαστήριο απαρτίζεται από πέντε διαιτητές.
ΑΡΘΡΟ II.2
Διορισμός διαιτητών
1.
Αν πρέπει να διοριστούν τρεις διαιτητές, καθένα από τα μέρη ορίζει έναν από αυτούς. Οι δύο διαιτητές που διορίζονται από τα μέρη επιλέγουν τον τρίτο διαιτητή, ο οποίος προεδρεύει του διαιτητικού δικαστηρίου.
2.
Αν πρέπει να διοριστούν πέντε διαιτητές, καθένα από τα μέρη ορίζει δύο από αυτούς. Οι τέσσερις διαιτητές που διορίζονται από τα μέρη επιλέγουν τον πέμπτο διαιτητή, ο οποίος προεδρεύει του διαιτητικού δικαστηρίου.
3.
Αν, εντός 30 ημερών από τον ορισμό του τελευταίου διαιτητή τον οποίο διόρισαν τα μέρη, οι διαιτητές δεν καταλήξουν σε συμφωνία σχετικά με την επιλογή του προέδρου του διαιτητικού δικαστηρίου, ο πρόεδρος διορίζεται από τον γενικό γραμματέα του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου.
4.
Για τη διευκόλυνση της επιλογής των διαιτητών που θα απαρτίζουν το διαιτητικό δικαστήριο, καταρτίζεται και επικαιροποιείται, όποτε κρίνεται αναγκαίο, ενδεικτικός κατάλογος των προσώπων τα οποία διαθέτουν τα προσόντα που αναφέρονται στην παράγραφο 6, ο οποίος είναι κοινός για όλες τις διμερείς συμφωνίες στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία, καθώς και για τη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για την υγεία, η οποία υπογράφηκε στ […] στις […] (στο εξής: συμφωνία για την υγεία), τη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων, η οποία υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο στις 21 Ιουνίου 1999 (στο εξής: συμφωνία για τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων) και τη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας στη μείωση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία υπογράφηκε στ […] στις […] (στο εξής: συμφωνία σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας). Η μεικτή επιτροπή για την ασφάλεια των τροφίμων εγκρίνει και επικαιροποιεί, για τους σκοπούς του πρωτοκόλλου, τον εν λόγω κατάλογο μέσω απόφασης.
5.
Σε περίπτωση που ένα μέρος δεν ορίσει διαιτητή, ο γενικός γραμματέας του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου διορίζει τον εν λόγω διαιτητή από τον κατάλογο που αναφέρεται στην παράγραφο 4. Ελλείψει τέτοιου καταλόγου, ο διαιτητής διορίζεται με κλήρωση από τον γενικό γραμματέα του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου μεταξύ των ατόμων που έχει προτείνει επίσημα ένα μέρος ή και τα δύο μέρη για τους σκοπούς της παραγράφου 4.
6.
Τα πρόσωπα που απαρτίζουν το διαιτητικό δικαστήριο είναι πρόσωπα υψηλής ειδίκευσης, με ή χωρίς δεσμούς με τα μέρη, των οποίων η ανεξαρτησία και η έλλειψη σύγκρουσης συμφερόντων είναι εγγυημένες, ενώ διαθέτουν επίσης ευρεία πείρα. Ειδικότερα, διαθέτουν αποδεδειγμένη εμπειρογνωσία στο δίκαιο και στα θέματα που καλύπτονται από το παρόν πρωτόκολλο· δεν δέχονται οδηγίες από κανένα μέρος· και συμμετέχουν σε ατομική βάση και δεν δέχονται οδηγίες από κανέναν οργανισμό ή δημόσια αρχή σχετικά με θέματα που συνδέονται με τη διαφορά. Ο πρόεδρος του διαιτητικού δικαστηρίου διαθέτει επίσης πείρα σε διαδικασίες επίλυσης διαφορών.
ΑΡΘΡΟ II.3
Δηλώσεις διαιτητών
1.
Όταν ένα πρόσωπο τελεί υπό εξέταση για διορισμό ως διαιτητής, το εν λόγω πρόσωπο αναφέρει όλες τις περιστάσεις που ενδέχεται να δημιουργήσουν εύλογες αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία ή την ανεξαρτησία του. Από τον διορισμό και καθ’ όλη τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας, ο διαιτητής αναφέρει τις περιστάσεις αυτές στα μέρη και στους άλλους διαιτητές χωρίς καθυστέρηση, αν ο διαιτητής δεν το έχει ήδη πράξει.
2.
Κάθε διαιτητής μπορεί να εξαιρεθεί αν συντρέχουν περιστάσεις που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν εύλογες αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία ή την ανεξαρτησία του.
3.
Ένα μέρος μπορεί να ζητήσει την εξαίρεση διαιτητή που έχει διορίσει μόνο για λόγο που του γνωστοποιείται μετά τον εν λόγω διορισμό.
4.
Αν ένας διαιτητής δεν ενεργήσει ή αδυνατεί εκ του νόμου ή εκ των πραγμάτων να ασκήσει τα καθήκοντά του, εφαρμόζεται η διαδικασία εξαίρεσης διαιτητών που προβλέπεται στο άρθρο II.4.
ΑΡΘΡΟ II.4
Εξαίρεση διαιτητών
1.
Κάθε μέρος που επιθυμεί να εξαιρέσει διαιτητή υποβάλλει αίτημα εξαίρεσης εντός 30 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία του κοινοποιήθηκε ο διορισμός του εν λόγω διαιτητή ή εντός 30 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία έλαβε γνώση των περιστάσεων που αναφέρονται στο άρθρο II.3.
2.
Το αίτημα εξαίρεσης αποστέλλεται στο άλλο μέρος, στον διαιτητή προς εξαίρεση, στους άλλους διαιτητές και στο Διεθνές Γραφείο. Στο αίτημα εκτίθενται οι λόγοι της εξαίρεσης.
3.
Όταν έχει υποβληθεί αίτημα εξαίρεσης, το άλλο μέρος μπορεί να αποδεχθεί το αίτημα εξαίρεσης. Ο εν λόγω διαιτητής μπορεί επίσης να παραιτηθεί. Η αποδοχή της παραίτησης δεν συνεπάγεται αναγνώριση των λόγων για τους οποίους ζητείται η εξαίρεση.
4.
Αν, εντός 15 ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης του αιτήματος εξαίρεσης, το άλλο μέρος δεν αποδεχθεί το αίτημα εξαίρεσης ή ο εν λόγω διαιτητής δεν παραιτηθεί, το μέρος που ζητεί την εξαίρεση μπορεί να ζητήσει από τον γενικό γραμματέα του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου να λάβει απόφαση σχετικά με την εξαίρεση.
5.
Εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά, στην απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 4 εκτίθενται οι λόγοι της απόφασης αυτής.
ΑΡΘΡΟ II.5
Αντικατάσταση διαιτητή
1.
Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, αν είναι αναγκαίο να αντικατασταθεί διαιτητής κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας, διορίζεται ή επιλέγεται αντικαταστάτης σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο II.2 η οποία εφαρμόζεται στον διορισμό ή στην επιλογή του προς αντικατάσταση διαιτητή. Η διαδικασία αυτή εφαρμόζεται ακόμα και αν ένα μέρος δεν έχει ασκήσει το δικαίωμά του να διορίσει ή να συμμετάσχει στον διορισμό του προς αντικατάσταση διαιτητή.
2.
Σε περίπτωση αντικατάστασης διαιτητή, η διαδικασία συνεχίζεται από το σημείο κατά το οποίο ο διαιτητής που αντικαταστάθηκε έπαυσε να ασκεί τα καθήκοντά του, εκτός αν το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίσει διαφορετικά.
ΑΡΘΡΟ II.6
Απαλλαγή της ευθύνης
Εξαιρουμένων των περιπτώσεων δόλου ή σοβαρής αμέλειας, τα μέρη παραιτούνται, στον μέγιστο βαθμό που το επιτρέπει το εφαρμοστέο δίκαιο, από κάθε ενέργεια κατά των διαιτητών για κάθε πράξη ή παράλειψη που σχετίζεται με τη διαιτησία.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ III
ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
ΑΡΘΡΟ III.1
Γενικές διατάξεις
1.
Η ημερομηνία σύστασης του διαιτητικού δικαστηρίου είναι η ημερομηνία κατά την οποία ο τελευταίος διαιτητής αποδέχθηκε τον διορισμό του.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο εξασφαλίζει ότι τα μέρη τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης και ότι, στο κατάλληλο στάδιο της διαδικασίας, καθένα από αυτά έχει επαρκή δυνατότητα να ασκήσει τα δικαιώματά του και να εκθέσει την άποψή του. Το διαιτητικό δικαστήριο διεξάγει τη διαδικασία κατά τρόπο ώστε να αποφεύγονται καθυστερήσεις και περιττές δαπάνες και να διασφαλίζεται η επίλυση της διαφοράς μεταξύ των μερών.
3.
Οργανώνεται ακρόαση, εκτός αν το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίσει διαφορετικά, έπειτα από ακρόαση των μερών.
4.
Όταν ένα μέρος αποστέλλει κοινοποίηση στο διαιτητικό δικαστήριο, το πράττει μέσω του Διεθνούς Γραφείου και αποστέλλει ταυτόχρονα αντίγραφο στο άλλο μέρος. Το Διεθνές Γραφείο αποστέλλει αντίγραφο της εν λόγω κοινοποίησης σε καθέναν από τους διαιτητές.
ΑΡΘΡΟ III.2
Τόπος διαιτησίας
Τόπος διαιτησίας είναι η Χάγη. Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί, αν το απαιτούν εξαιρετικές περιστάσεις, να συνεδριάζει σε οποιοδήποτε άλλο μέρος κρίνει κατάλληλο για τις διασκέψεις του.
ΑΡΘΡΟ III.3
Γλώσσα
1.
Οι γλώσσες διαδικασίας είναι τα γαλλικά και τα αγγλικά.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει όλα τα έγγραφα που επισυνάπτονται στο δικόγραφο αγωγής ή στο υπόμνημα αντίκρουσης, καθώς και όλα τα επιπλέον έγγραφα που προσκομίστηκαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, που υποβλήθηκαν στην πρωτότυπη γλώσσα τους, να συνοδεύονται από μετάφραση σε μία από τις γλώσσες της διαδικασίας.
ΑΡΘΡΟ III.4
Δικόγραφο αγωγής
1.
Ο ενάγων αποστέλλει εγγράφως το οικείο δικόγραφο αγωγής στον εναγόμενο και στο διαιτητικό δικαστήριο μέσω του Διεθνούς Γραφείου, εντός της προθεσμίας που ορίζει το διαιτητικό δικαστήριο. Ο ενάγων μπορεί να αποφασίσει να θεωρήσει την οικεία κοινοποίηση διαιτησίας που αναφέρεται στο άρθρο I.4 ως δικόγραφο αγωγής, υπό την προϋπόθεση ότι πληροί επίσης τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου.
2.
Το δικόγραφο αγωγής περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)
τις πληροφορίες που ορίζονται στο άρθρο I.4 παράγραφος 3 στοιχεία β) έως στ)·
β)
περιγραφή των πραγματικών περιστατικών που προβλήθηκαν προς στήριξη της αγωγής· και
γ)
τα νομικά επιχειρήματα που προβλήθηκαν προς στήριξη της αγωγής.
3.
Το δικόγραφο αγωγής συνοδεύεται, στο μέτρο του δυνατού, από όλα τα έγγραφα και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρει ο ενάγων ή στα οποία θα πρέπει να παραπέμψει. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 20 παράγραφος 3 του πρωτοκόλλου, το δικόγραφο αγωγής μπορεί επίσης να περιέχει, στο μέτρο του δυνατού, πληροφορίες σχετικά με την ανάγκη προσφυγής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
ΑΡΘΡΟ III.5
Υπόμνημα αντίκρουσης
1.
Ο εναγόμενος αποστέλλει εγγράφως το υπόμνημα αντίκρουσης στον ενάγοντα και στο διαιτητικό δικαστήριο μέσω του Διεθνούς Γραφείου, εντός της προθεσμίας που ορίζει το διαιτητικό δικαστήριο. Ο εναγόμενος μπορεί να αποφασίσει να θεωρήσει την απάντηση στην κοινοποίηση διαιτησίας που αναφέρεται στο άρθρο I.5 ως υπόμνημα αντίκρουσης, υπό τον όρο ότι η απάντηση στην κοινοποίηση διαιτησίας πληροί επίσης τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου.
2.
Το υπόμνημα αντίκρουσης απαντά στα σημεία του δικογράφου αγωγής που αναφέρονται σύμφωνα με το άρθρο III.4 παράγραφος 2 στοιχεία α) έως γ) του παρόντος προσαρτήματος. Το υπόμνημα αντίκρουσης συνοδεύεται, στο μέτρο του δυνατού, από όλα τα έγγραφα και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρει ο εναγόμενος ή στα οποία θα πρέπει να παραπέμψει. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 20 παράγραφος 3 του πρωτοκόλλου, το υπόμνημα αντίκρουσης μπορεί επίσης να περιέχει, στο μέτρο του δυνατού, πληροφορίες σχετικά με την ανάγκη προσφυγής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
3.
Στο υπόμνημα αντίκρουσης, ή σε μεταγενέστερο στάδιο της διαιτητικής διαδικασίας, αν το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίσει ότι τυχόν καθυστέρηση δικαιολογείται από τις περιστάσεις, ο εναγόμενος μπορεί να ασκήσει ανταγωγή, υπό την προϋπόθεση ότι το διαιτητικό δικαστήριο είναι αρμόδιο να την εκδικάσει.
4.
Σε ανταγωγή εφαρμόζεται το άρθρο III.4 παράγραφοι 2 και 3.
ΑΡΘΡΟ III.6
Διαιτητική δικαιοδοσία
1.
Το διαιτητικό δικαστήριο αποφαίνεται αν είναι αρμόδιο βάσει του άρθρου 20 παράγραφος 2 ή του άρθρου 21 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου.
2.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 20 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου, το διαιτητικό δικαστήριο έχει εντολή να εξετάσει το ζήτημα που αποτέλεσε το έναυσμα της διαφοράς, όπως έχει εγγραφεί επίσημα, προς επίλυση, στην ημερήσια διάταξη της μεικτής επιτροπής για την ασφάλεια των τροφίμων σύμφωνα με το άρθρο 20 παράγραφος 1 του πρωτοκόλλου.
3.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 21 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου, το διαιτητικό δικαστήριο το οποίο επιλήφθηκε της κύριας δίκης έχει εντολή να εξετάσει την αναλογικότητα των επίμαχων αντισταθμιστικών μέτρων, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων στις οποίες τα εν λόγω μέτρα ελήφθησαν, εν όλω ή εν μέρει, στο πλαίσιο άλλης διμερούς συμφωνίας στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία ή στη συμφωνία για τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων.
4.
Η προκαταρκτική ένσταση αναρμοδιότητας του διαιτητικού δικαστηρίου υποβάλλεται το αργότερο με το υπόμνημα αντίκρουσης ή, σε περίπτωση ανταγωγής, με το υπόμνημα απάντησης. Το γεγονός ότι ένα μέρος έχει διορίσει διαιτητή ή έχει συμμετάσχει στον διορισμό του δεν του στερεί το δικαίωμα να προβεί σε τέτοια προκαταρκτική ένσταση. Η προκαταρκτική ένσταση ότι η διαφορά θα υπερέβαινε τις αρμοδιότητες του διαιτητικού δικαστηρίου υποβάλλεται μόλις τεθεί κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας το ζήτημα που φέρεται ότι υπερβαίνει τις αρμοδιότητές του. Σε κάθε περίπτωση, το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την υποβολή προκαταρκτικής ένστασης μετά την παρέλευση της ταχθείσας προθεσμίας, αν κρίνει ότι η καθυστέρηση οφείλεται σε βάσιμο λόγο.
5.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί επί της προκαταρκτικής ένστασης που αναφέρεται στην παράγραφο 4 είτε αντιμετωπίζοντάς την ως προδικαστικό ερώτημα είτε κατά την έκδοση απόφασης επί της ουσίας της υπόθεσης.
ΑΡΘΡΟ III.7
Άλλα γραπτά υπομνήματα
Το διαιτητικό δικαστήριο, μετά από διαβούλευση με τα μέρη, αποφασίζει ποια άλλα γραπτά υπομνήματα, εκτός από το δικόγραφο αγωγής και το υπόμνημα αντίκρουσης, υποβάλλουν ή μπορούν να υποβάλουν τα μέρη και ορίζει προθεσμία για την υποβολή τους.
ΑΡΘΡΟ III.8
Προθεσμίες
1.
Οι προθεσμίες που ορίζει το διαιτητικό δικαστήριο για την κοινοποίηση των γραπτών εγγράφων, συμπεριλαμβανομένου του δικογράφου αγωγής και του υπομνήματος αντίκρουσης, δεν υπερβαίνουν τις 90 ημέρες, εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο λαμβάνει την οριστική του απόφαση εντός 12 μηνών από την ημερομηνία σύστασής του. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις ιδιαίτερης δυσκολίας, το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να παρατείνει την προθεσμία αυτή κατά τρεις επιπλέον μήνες κατ’ ανώτατο όριο.
3.
Οι προθεσμίες που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 μειώνονται κατά το ήμισυ:
α)
κατόπιν αιτήματος του ενάγοντος ή του εναγομένου, αν, εντός 30 ημερών από την υποβολή του εν λόγω αιτήματος, το διαιτητικό δικαστήριο, έπειτα από ακρόαση του άλλου μέρους, κρίνει ότι η υπόθεση είναι επείγουσα· ή
β)
αν συμφωνήσουν τα μέρη.
4.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 21 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου, το διαιτητικό δικαστήριο λαμβάνει την οριστική του απόφαση εντός έξι μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης των αντισταθμιστικών μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφος 1 του πρωτοκόλλου.
ΑΡΘΡΟ III.9
Παραπομπή υποθέσεων στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
1.
Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 17 και του άρθρου 20 παράγραφος 3 του πρωτοκόλλου, το διαιτητικό δικαστήριο παραπέμπει την υπόθεση στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να παραπέμψει υπόθεση στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανά πάσα στιγμή της διαδικασίας, υπό την προϋπόθεση ότι το διαιτητικό δικαστήριο είναι σε θέση να προσδιορίσει με επαρκή ακρίβεια το νομικό και πραγματικό πλαίσιο της υπόθεσης, καθώς και τα νομικά ζητήματα που εγείρει.
Η διαδικασία ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου αναστέλλεται έως ότου αποφανθεί το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
3.
Κάθε μέρος μπορεί να αποστείλει στο διαιτητικό δικαστήριο αιτιολογημένο αίτημα για την παραπομπή υπόθεσης στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το διαιτητικό δικαστήριο απορρίπτει το εν λόγω αίτημα αν κρίνει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την παραπομπή της υπόθεσης στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 1. Αν το διαιτητικό δικαστήριο απορρίψει το αίτημα ενός μέρους για παραπομπή της υπόθεσης στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αιτιολογεί την απόφασή του στην απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης.
4.
Το διαιτητικό δικαστήριο παραπέμπει υπόθεση στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με κοινοποίηση. Η κοινοποίηση περιέχει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)
συνοπτική περιγραφή της διαφοράς·
β)
την/τις επίμαχη/-ες νομική/-ές πράξη/-εις της Ένωσης και/ή διάταξη/-εις του πρωτοκόλλου· και
γ)
την έννοια του ενωσιακού δικαίου που πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου.
Το διαιτητικό δικαστήριο ενημερώνει τα μέρη για την παραπομπή της υπόθεσης στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
5.
Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εφαρμόζει, κατ’ αναλογία, τον εσωτερικό του κανονισμό που εφαρμόζεται στην άσκηση της αρμοδιότητάς του να αποφαίνεται προδικαστικώς επί της ερμηνείας των Συνθηκών και των πράξεων των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης.
6.
Οι εκπρόσωποι και οι δικηγόροι που είναι εξουσιοδοτημένοι να εκπροσωπούν τα μέρη ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου δυνάμει των άρθρων I.4, I.5, III.4 και III.5 εξουσιοδοτούνται να εκπροσωπούν τα μέρη ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
ΑΡΘΡΟ III.10
Προσωρινά μέτρα
1.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 21 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου, κάθε μέρος μπορεί, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαιτητικής διαδικασίας, να υποβάλει αίτηση λήψης προσωρινών μέτρων που συνίστανται στην αναστολή των αντισταθμιστικών μέτρων.
2.
Στην αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 προσδιορίζονται το αντικείμενο της διαφοράς, τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υπόθεσης, καθώς και οι πραγματικοί και νομικοί ισχυρισμοί που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη των προσωρινών μέτρων τα οποία ζητούνται. Περιλαμβάνονται όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και παρατίθενται τα προτεινόμενα αποδεικτικά μέσα προς δικαιολόγηση της λήψης των προσωρινών μέτρων.
3.
Το μέρος που ζητεί τη λήψη των προσωρινών μέτρων διαβιβάζει την αίτησή του εγγράφως στο άλλο μέρος και στο διαιτητικό δικαστήριο μέσω του Διεθνούς Γραφείου. Το διαιτητικό δικαστήριο ορίζει σύντομη προθεσμία εντός της οποίας το εν λόγω άλλο μέρος μπορεί να υποβάλει γραπτές ή προφορικές παρατηρήσεις.
4.
Εντός ενός μηνός από την υποβολή της αίτησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, το διαιτητικό δικαστήριο εκδίδει απόφαση σχετικά με την αναστολή των επίμαχων αντισταθμιστικών μέτρων, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)
το διαιτητικό δικαστήριο έχει πεισθεί εκ πρώτης όψεως για το βάσιμο της υπόθεσης που υπέβαλε το μέρος που ζήτησε τη λήψη των προσωρινών μέτρων στην αίτησή του·
β)
το διαιτητικό δικαστήριο θεωρεί ότι, εν αναμονή της οριστικής του απόφασης, το μέρος που ζητεί τη λήψη των προσωρινών μέτρων θα υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία αν δεν ανασταλούν τα αντισταθμιστικά μέτρα· και
γ)
η ζημία που υπέστη το μέρος το οποίο ζητεί τη λήψη των προσωρινών μέτρων λόγω της άμεσης εφαρμογής των επίμαχων αντισταθμιστικών μέτρων υπερτερεί του συμφέροντος για άμεση και αποτελεσματική εφαρμογή των μέτρων αυτών.
5.
Η αναστολή της διαδικασίας που αναφέρεται στο άρθρο III.9 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο δεν εφαρμόζεται στις διαδικασίες δυνάμει του παρόντος άρθρου.
6.
Η απόφαση που λαμβάνεται από το διαιτητικό δικαστήριο σύμφωνα με την παράγραφο 4 έχει μόνο προσωρινό χαρακτήρα και δεν προδικάζει την κρίση του διαιτητικού δικαστηρίου επί της ουσίας της υπόθεσης.
7.
Εκτός αν η απόφαση που λαμβάνει το διαιτητικό δικαστήριο σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου ορίζει προγενέστερη ημερομηνία για τη λήξη της αναστολής, η αναστολή αίρεται όταν ληφθεί η οριστική απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου.
8.
Προς αποφυγή αμφιβολιών, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, εξυπακούεται ότι, κατά την εξέταση των αντίστοιχων συμφερόντων του μέρους που ζητεί τη λήψη προσωρινών μέτρων και του άλλου μέρους, το διαιτητικό δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα των ιδιωτών και των οικονομικών φορέων των μερών, αλλά η εξέταση αυτή δεν ισοδυναμεί με αναγνώριση οποιασδήποτε ιδιότητας στους εν λόγω ιδιώτες ή οικονομικούς φορείς ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου.
ΑΡΘΡΟ III.11
Αποδεικτικά στοιχεία
1.
Κάθε μέρος παρέχει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζει την αγωγή του ή την αντίκρουσή του.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο, κατόπιν αιτήματος ενός μέρους ή με δική του πρωτοβουλία, μπορεί να ζητεί από τα μέρη σχετικές πληροφορίες που θεωρεί αναγκαίες και κατάλληλες. Το διαιτητικό δικαστήριο ορίζει προθεσμία εντός της οποίας τα μέρη πρέπει να απαντήσουν στο αίτημά του.
3.
Το διαιτητικό δικαστήριο, κατόπιν αιτήματος ενός μέρους ή με δική του πρωτοβουλία, μπορεί να ζητεί από οποιαδήποτε πηγή τις πληροφορίες που θεωρεί κατάλληλες. Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί επίσης να ζητεί τη γνώμη εμπειρογνωμόνων εφόσον το κρίνει σκόπιμο και υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που συμφωνούνται από τα μέρη, κατά περίπτωση.
4.
Οι πληροφορίες που λαμβάνονται από το διαιτητικό δικαστήριο δυνάμει του παρόντος άρθρου καθίστανται διαθέσιμες στα μέρη, τα δε μέρη μπορούν να υποβάλλουν παρατηρήσεις επί των εν λόγω πληροφοριών στο διαιτητικό δικαστήριο.
5.
Το διαιτητικό δικαστήριο, αφού ζητήσει τη γνώμη του άλλου μέρους, λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση τυχόν ζητημάτων που έχει εγείρει ένα μέρος όσον αφορά την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, το επαγγελματικό απόρρητο και τα νόμιμα συμφέροντα της εμπιστευτικότητας.
6.
Το διαιτητικό δικαστήριο κρίνει το παραδεκτό, τη λυσιτέλεια και την ισχύ των υποβληθέντων αποδεικτικών στοιχείων.
ΑΡΘΡΟ III.12
Ακροάσεις
1.
Όταν πρέπει να πραγματοποιηθεί ακρόαση, το διαιτητικό δικαστήριο, κατόπιν διαβούλευσης με τα μέρη, ενημερώνει τα μέρη εγκαίρως σχετικά με την ημερομηνία, την ώρα και τον τόπο διεξαγωγής της ακρόασης.
2.
Η ακρόαση είναι δημόσια, εκτός αν το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίσει διαφορετικά, αυτεπαγγέλτως ή αιτήσει των μερών, για σοβαρούς λόγους.
3.
Τα πρακτικά κάθε ακρόασης συντάσσονται και υπογράφονται από τον πρόεδρο του διαιτητικού δικαστηρίου. Τα εν λόγω πρακτικά είναι τα μόνα αυθεντικά.
4.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει τη διεξαγωγή της ακρόασης διαδικτυακά σύμφωνα με την πρακτική του Διεθνούς Γραφείου. Τα μέρη ενημερώνονται εγκαίρως για την πρακτική αυτή. Στις περιπτώσεις αυτές, εφαρμόζονται η παράγραφος 1, κατ’ αναλογία, και η παράγραφος 3.
ΑΡΘΡΟ III.13
Ερήμην διαδικασία
1.
Αν ο ενάγων δεν υποβάλει, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο παρόν προσάρτημα ή που έχει ορίσει το διαιτητικό δικαστήριο, χωρίς να προβάλει επαρκείς λόγους, το οικείο δικόγραφο αγωγής, το διαιτητικό δικαστήριο διατάσσει την περάτωση της διαιτητικής διαδικασίας, εκτός αν υπάρχουν εκκρεμή ζητήματα επί των οποίων ενδέχεται να απαιτείται απόφαση και αν το διαιτητικό δικαστήριο το κρίνει σκόπιμο.
Αν ο εναγόμενος δεν υποβάλει, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο παρόν προσάρτημα ή που έχει ορίσει το διαιτητικό δικαστήριο, χωρίς να προβάλει επαρκείς λόγους, την απάντησή του στην κοινοποίηση διαιτησίας ή το οικείο υπόμνημα αντίκρουσης, το διαιτητικό δικαστήριο διατάσσει τη συνέχιση της διαδικασίας, χωρίς να θεωρεί ότι η παράλειψη αυτή συνιστά αποδοχή των ισχυρισμών του ενάγοντος.
Το δεύτερο εδάφιο εφαρμόζεται επίσης στην περίπτωση που ο ενάγων δεν απαντήσει σε ανταγωγή.
2.
Αν ένα μέρος, το οποίο έχει κληθεί δεόντως σύμφωνα με το άρθρο III.12 παράγραφος 1, δεν εμφανιστεί σε ακρόαση και δεν προβάλει επαρκείς λόγους για τη μη εμφάνισή του, το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να συνεχίσει τη διαιτησία.
3.
Αν ένα μέρος, το οποίο έχει κληθεί δεόντως από το διαιτητικό δικαστήριο να προσκομίσει περαιτέρω αποδεικτικά στοιχεία, δεν το πράξει εντός της ταχθείσας προθεσμίας χωρίς να προβάλει επαρκείς λόγους για τη μη προσκόμισή τους, το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που έχει στη διάθεσή του.
ΑΡΘΡΟ III.14
Περάτωση της διαδικασίας
1.
Όταν αποδεικνύεται ότι τα μέρη είχαν ευλόγως τη δυνατότητα να εκθέσουν τα επιχειρήματά τους, το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να κηρύξει την περάτωση της διαδικασίας.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί, αν το κρίνει αναγκαίο λόγω εξαιρετικών περιστάσεων, να αποφασίσει, με δική του πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος ενός μέρους, να κινήσει εκ νέου τη διαδικασία ανά πάσα στιγμή προτού λάβει την απόφασή του.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΑΡΘΡΟ IV.1
Αποφάσεις
Το διαιτητικό δικαστήριο καταβάλλει κάθε προσπάθεια ώστε να λαμβάνει τις αποφάσεις του με συναίνεση. Αν, ωστόσο, αποδειχθεί αδύνατη η λήψη απόφασης με συναίνεση, η απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου λαμβάνεται με πλειοψηφία των διαιτητών.
ΑΡΘΡΟ IV.2
Μορφή και ισχύς της απόφασης του διαιτητικού δικαστηρίου
1.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει χωριστές αποφάσεις επί διαφορετικών ζητημάτων σε διαφορετικές χρονικές στιγμές.
2.
Όλες οι αποφάσεις είναι γραπτές και αιτιολογημένες. Είναι οριστικές και δεσμευτικές για τα μέρη.
3.
Η απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου υπογράφεται από τους διαιτητές, περιέχει την ημερομηνία κατά την οποία ελήφθη και αναφέρει τον τόπο της διαιτησίας. Αντίγραφο της απόφασης υπογεγραμμένο από τους διαιτητές κοινοποιείται στα μέρη από το Διεθνές Γραφείο.
4.
Το Διεθνές Γραφείο δημοσιοποιεί την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου.
Το Διεθνές Γραφείο, όταν δημοσιοποιεί την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου, τηρεί τους σχετικούς κανόνες για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, του επαγγελματικού απορρήτου και των νόμιμων συμφερόντων εμπιστευτικότητας.
Οι κανόνες που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο είναι πανομοιότυποι για όλες τις διμερείς συμφωνίες στους τομείς της εσωτερικής αγοράς στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία, καθώς και για τη συμφωνία για την υγεία, τη συμφωνία για τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων και τη συμφωνία σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας. Η μεικτή επιτροπή για την ασφάλεια των τροφίμων εγκρίνει και επικαιροποιεί, για τους σκοπούς του πρωτοκόλλου, τους εν λόγω κανόνες μέσω απόφασης.
5.
Τα μέρη συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση με όλες τις αποφάσεις του διαιτητικού δικαστηρίου.
6.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 20 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου, το διαιτητικό δικαστήριο, αφού λάβει τη γνώμη των μερών, ορίζει στην απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης εύλογη προθεσμία εντός της οποίας τα μέρη πρέπει να συμμορφωθούν με την απόφασή του σύμφωνα με το άρθρο 20 παράγραφος 5 του πρωτοκόλλου, λαμβάνοντας υπόψη τις εσωτερικές διαδικασίες των μερών.
ΑΡΘΡΟ IV.3
Εφαρμοστέο δίκαιο, κανόνες ερμηνείας, διαμεσολαβητής
1.
Το εφαρμοστέο δίκαιο περιλαμβάνει το πρωτόκολλο, τις νομικές πράξεις της Ένωσης στις οποίες γίνεται αναφορά σ’ αυτό, καθώς και κάθε άλλον κανόνα του διεθνούς δικαίου που σχετίζεται με την εφαρμογή των εν λόγω πράξεων.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίζει σύμφωνα με τους κανόνες ερμηνείας που αναφέρονται στο άρθρο 17 του πρωτοκόλλου.
3.
Προηγούμενες αποφάσεις που έχουν ληφθεί από όργανο επίλυσης διαφορών όσον αφορά την αναλογικότητα των αντισταθμιστικών μέτρων βάσει άλλης διμερούς συμφωνίας μεταξύ εκείνων που αναφέρονται στο άρθρο 21 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου είναι δεσμευτικές για το διαιτητικό δικαστήριο.
4.
Το διαιτητικό δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίζει ως διαμεσολαβητής ή ex aequo et bono.
ΑΡΘΡΟ IV.4
Αμοιβαία αποδεκτή λύση ή άλλοι λόγοι για την περάτωση της διαδικασίας
1.
Τα μέρη μπορούν, ανά πάσα στιγμή, να καταλήξουν σε αμοιβαία αποδεκτή λύση στη διαφορά τους. Κοινοποιούν από κοινού κάθε τέτοια λύση στο διαιτητικό δικαστήριο. Αν η λύση απαιτεί έγκριση σύμφωνα με τις οικείες εθνικές διαδικασίες ενός εκ των μερών, η κοινοποίηση παραπέμπει σ’ αυτήν την απαίτηση και η διαδικασία διαιτησίας αναστέλλεται. Αν δεν απαιτείται έγκριση, ή με κοινοποίηση της ολοκλήρωσης των εθνικών διαδικασιών, η διαδικασία διαιτησίας περατώνεται.
2.
Αν, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ο ενάγων ενημερώσει εγγράφως το διαιτητικό δικαστήριο ότι δεν επιθυμεί να συνεχίσει περαιτέρω τη διαδικασία και αν, κατά την ημερομηνία παραλαβής της εν λόγω κοινοποίησης από το διαιτητικό δικαστήριο, ο εναγόμενος δεν έχει προβεί ακόμη σε καμία ενέργεια στο πλαίσιο της διαδικασίας, το διαιτητικό δικαστήριο εκδίδει διάταξη με την οποία διαπιστώνει επισήμως την περάτωση της διαδικασίας. Το διαιτητικό δικαστήριο αποφαίνεται επί των εξόδων, τα οποία βαρύνουν τον ενάγοντα, αν αυτό δικαιολογείται από τη στάση του εν λόγω μέρους.
3.
Αν το διαιτητικό δικαστήριο, προτού λάβει απόφαση, καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η συνέχιση της διαδικασίας έχει καταστεί άνευ αντικειμένου ή αδύνατη για οποιονδήποτε λόγο εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, το διαιτητικό δικαστήριο ενημερώνει τα μέρη για την πρόθεσή του να εκδώσει διάταξη για την περάτωση της διαδικασίας.
Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται όταν εκκρεμούν ζητήματα επί των οποίων ενδέχεται να είναι αναγκαίο να ληφθεί απόφαση και αν το διαιτητικό δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να το πράξει.
4.
Το διαιτητικό δικαστήριο κοινοποιεί στα μέρη αντίγραφο της διάταξης για την περάτωση της διαιτητικής διαδικασίας ή της απόφασης που λαμβάνεται με συμφωνία μεταξύ των μερών, υπογεγραμμένης από τους διαιτητές. Το άρθρο IV.2 παράγραφοι 2 έως 5 εφαρμόζεται στις διαιτητικές αποφάσεις που λαμβάνονται με συμφωνία μεταξύ των μερών.
ΑΡΘΡΟ IV.5
Διόρθωση της απόφασης του διαιτητικού δικαστηρίου
1.
Εντός 30 ημερών από την παραλαβή της απόφασης του διαιτητικού δικαστηρίου, ένα μέρος μπορεί, με κοινοποίηση στο άλλο μέρος και στο διαιτητικό δικαστήριο μέσω του Διεθνούς Γραφείου, να ζητήσει από το διαιτητικό δικαστήριο να διορθώσει στο κείμενο της απόφασης του διαιτητικού δικαστηρίου τυχόν σφάλματα υπολογισμού, λάθη εκ παραδρομής ή τυπογραφικά λάθη ή τυχόν σφάλματα ή παραλείψεις παρόμοιας φύσης. Αν το διαιτητικό όργανο κρίνει το αίτημα δικαιολογημένο, προβαίνει στη διόρθωση εντός 45 ημερών από την παραλαβή του αιτήματος. Το αίτημα δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα όσον αφορά την προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο IV.2 παράγραφος 6.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί, εντός 30 ημερών από την κοινοποίηση της απόφασής του, να προβεί με δική του πρωτοβουλία στις διορθώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1.
3.
Οι διορθώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου πραγματοποιούνται γραπτώς και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της απόφασης. Εφαρμόζεται το άρθρο IV.2 παράγραφοι 2 έως 5.
ΑΡΘΡΟ IV.6
Αμοιβές διαιτητών
1.
Οι αμοιβές που αναφέρονται στο άρθρο IV.7 είναι εύλογες, λαμβανομένων υπόψη της πολυπλοκότητας της υπόθεσης, του χρόνου που αφιερώνουν σ’ αυτήν οι διαιτητές και όλων των άλλων σχετικών περιστάσεων.
2.
Καταρτίζεται και επικαιροποιείται, όταν κρίνεται αναγκαίο, κατάλογος ημερήσιας αμοιβής και μέγιστων και ελάχιστων ωρών ο οποίος είναι κοινός για όλες τις διμερείς συμφωνίες στους τομείς της εσωτερικής αγοράς στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία, καθώς και για τη συμφωνία για την υγεία, τη συμφωνία για τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων και τη συμφωνία σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας. Η μεικτή επιτροπή για την ασφάλεια των τροφίμων εγκρίνει και επικαιροποιεί, για τους σκοπούς του πρωτοκόλλου, τον εν λόγω κατάλογο μέσω απόφασης.
ΑΡΘΡΟ IV.7
Έξοδα
1.
Κάθε μέρος επωμίζεται τα έξοδά του και το ήμισυ των εξόδων του διαιτητικού δικαστηρίου.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο καθορίζει τα έξοδά του στην απόφασή του επί της ουσίας της υπόθεσης. Τα εν λόγω έξοδα περιλαμβάνουν μόνο:
α)
τις αμοιβές των διαιτητών, οι οποίες πρέπει να δηλώνονται χωριστά για κάθε διαιτητή και να καθορίζονται από το ίδιο το διαιτητικό δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο IV.6·
β)
τα έξοδα ταξιδιού και άλλα έξοδα των διαιτητών· και
γ)
τις αμοιβές και τα έξοδα του Διεθνούς Γραφείου.
3.
Τα έξοδα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 είναι εύλογα, λαμβανομένων υπόψη του επίμαχου ποσού, της πολυπλοκότητας της διαφοράς, του χρόνου που αφιέρωσαν οι διαιτητές και τυχόν εμπειρογνώμονες που έχουν διοριστεί από το διαιτητικό δικαστήριο και τυχόν άλλων σχετικών περιστάσεων.
ΑΡΘΡΟ IV.8
Κατάθεση του ποσού των εξόδων
1.
Κατά την έναρξη της διαιτησίας, το Διεθνές Γραφείο μπορεί να ζητήσει από τα μέρη να καταθέσουν ίσο ποσό ως προκαταβολή για τα έξοδα που αναφέρονται στο άρθρο IV.7 παράγραφος 2.
2.
Κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας, το Διεθνές Γραφείο μπορεί να ζητήσει από τα μέρη να καταθέσουν ποσά συμπληρωματικά προς εκείνα που αναφέρονται στην παράγραφο 1.
3.
Όλα τα ποσά που κατατίθενται από τα μέρη κατ’ εφαρμογή του παρόντος άρθρου καταβάλλονται στο Διεθνές Γραφείο το οποίο τα χρησιμοποιεί για την κάλυψη των πραγματικών εξόδων που πραγματοποιούνται, συμπεριλαμβανομένων, ιδίως, των αμοιβών που καταβάλλονται στους διαιτητές και στο Διεθνές Γραφείο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ V
ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΡΘΡΟ V.1
Τροποποιήσεις
Η μεικτή επιτροπή για την ασφάλεια των τροφίμων μπορεί να εγκρίνει, με απόφαση, τροποποιήσεις του παρόντος προσαρτήματος.
Προσάρτημα 2
ΠΡΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΑΣΥΛΙΕΣ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΤΩΝ ΤΡΟΦΙΜΩΝ
ΑΡΘΡΟ 1
[αντιστοιχεί στο άρθρο 1 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
Οι χώροι και τα κτίρια της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων (στο εξής: Αρχή) είναι απαραβίαστα. Δεν υπόκεινται σε έρευνα, κατάσχεση, επίταξη ή απαλλοτρίωση. Τα περιουσιακά στοιχεία και τα στοιχεία ενεργητικού της Αρχής δεν είναι δυνατό να αποτελέσουν αντικείμενο οποιουδήποτε αναγκαστικού μέτρου διοικητικής ή δικαστικής αρχής, χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
ΑΡΘΡΟ 2
[αντιστοιχεί στο άρθρο 2 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
Τα αρχεία της Αρχής είναι απαραβίαστα.
ΑΡΘΡΟ 3
[αντιστοιχεί στα άρθρα 3 και 4 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
1.
Η Αρχή, τα στοιχεία ενεργητικού της, τα έσοδα και λοιπά περιουσιακά της στοιχεία απαλλάσσονται από κάθε άμεσο φόρο.
2.
Αγαθά και υπηρεσίες που εξάγονται από την Ελβετία στην Αρχή, για υπηρεσιακή χρήση, ή που παρέχονται στην Αρχή στην Ελβετία δεν υπόκεινται σε έμμεσους δασμούς και φόρους.
3.
Απαλλαγή από τον ΦΠΑ χορηγείται αν η πραγματική τιμή αγοράς των αγαθών και των υπηρεσιών που αναφέρονται στο τιμολόγιο ή στο αντίστοιχο έγγραφο ανέρχεται συνολικά σε τουλάχιστον εκατό ελβετικά φράγκα (συμπεριλαμβανομένου του φόρου). Η Αρχή απαλλάσσεται όλων των δασμών, απαγορεύσεων και περιορισμών επί των εισαγωγών και εξαγωγών ως προς τα είδη που προορίζονται για υπηρεσιακή χρήση. Τα εισαγόμενα κατ’ αυτόν τον τρόπο είδη δεν διατίθενται, επαχθώς ή χαριστικώς, στην Ελβετία, εκτός αν αυτό γίνεται υπό όρους που εγκρίνει η κυβέρνηση της Ελβετίας.
4.
Απαλλαγή από τον ΦΠΑ, τον ειδικό φόρο κατανάλωσης και λοιπούς έμμεσους φόρους χορηγείται υπό μορφήν εμβάσματος αφού ο προμηθευτής των αγαθών ή ο πάροχος των υπηρεσιών προσκομίσει τα ελβετικά έντυπα που απαιτούνται προς τον σκοπό αυτόν.
5.
Δεν παρέχονται απαλλαγές όσον αφορά τους φόρους, τα τέλη και τα δικαιώματα που επιβάλλονται ως ανταπόδοση για παροχές υπηρεσιών κοινής ωφέλειας.
ΑΡΘΡΟ 4
[αντιστοιχεί στο άρθρο 5 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
Η Αρχή απολαμβάνει στην Ελβετία για την υπηρεσιακή της επικοινωνία και τη διακίνηση όλων των εγγράφων της, εντός της επικράτειας κάθε κράτους μέλους, τη μεταχείριση που επιφυλάσσεται από το κράτος αυτό στις διπλωματικές αποστολές.
Η υπηρεσιακή αλληλογραφία και οι λοιπές υπηρεσιακές επικοινωνίες της Αρχής δεν υπόκεινται σε λογοκρισία.
ΑΡΘΡΟ 5
[αντιστοιχεί στο άρθρο 6 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
Οι ταυτότητες της Ένωσης που εκδίδονται για τα μέλη και το προσωπικό της Αρχής αναγνωρίζονται ως έγκυρα πιστοποιητικά κυκλοφορίας στο έδαφος της Ελβετίας. Οι εν λόγω ταυτότητες εκδίδονται για τους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό υπό προϋποθέσεις που καθορίζονται από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και από το καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ένωσης.
ΑΡΘΡΟ 6
[αντιστοιχεί στο άρθρο 10 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
Οι αντιπρόσωποι των κρατών μελών της Ένωσης που συμμετέχουν στις εργασίες της Αρχής, καθώς και οι σύμβουλοί τους και τεχνικοί εμπειρογνώμονες, απολαμβάνουν, κατά τη διάρκεια της άσκησης των καθηκόντων τους και κατά τη διάρκεια ταξιδιών τους προς ή από τον τόπο συνεδρίασης στην Ελβετία, τα καθιερωμένα προνόμια, τις ασυλίες και διευκολύνσεις.
ΑΡΘΡΟ 7
[αντιστοιχεί στο άρθρο 11 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
Στην επικράτεια της Ελβετίας και ανεξαρτήτως ιθαγένειας, οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό της Αρχής:
α)
απολαύουν ετεροδικίας για πράξεις στις οποίες προέβησαν, συμπεριλαμβανομένου του προφορικού ή γραπτού λόγου, ενεργώντας υπό την επίσημη ιδιότητά τους, με την επιφύλαξη των διατάξεων των Συνθηκών που αφορούν, αφενός, τους κανόνες περί ευθύνης των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού έναντι της Ένωσης, αφετέρου, την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης επί διαφορών μεταξύ της Ένωσης και των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού της. Η ασυλία αυτή εξακολουθεί να ισχύει και μετά τη λήξη της θητείας τους·
β)
δεν υπόκεινται, όπως και οι σύζυγοί τους και τα συντηρούμενα από αυτούς μέλη της οικογένειάς τους, στους περιορισμούς διακίνησης και στις διατυπώσεις εγγραφής στα μητρώα αλλοδαπών·
γ)
απολαμβάνουν, όσον αφορά τις νομισματικές ή συναλλαγματικές ρυθμίσεις, τις ίδιες διευκολύνσεις που αναγνωρίζονται από την καθιερωμένη πρακτική σε υπαλλήλους διεθνών οργανισμών·
δ)
έχουν το δικαίωμα να εισάγουν ατελώς την οικοσκευή και τα προσωπικά τους είδη κατά την πρώτη ανάληψη των καθηκόντων τους στην Ελβετία και το δικαίωμα να τα επανεξάγουν ατελώς, κατά τη λήξη της θητείας τους, με την επιφύλαξη και στις δύο περιπτώσεις των όρων που κρίνονται αναγκαίοι από την κυβέρνηση της Ελβετίας·
ε)
έχουν το δικαίωμα να εισάγουν ατελώς αυτοκίνητο που προορίζεται για προσωπική τους χρήση, το οποίο έχει αποκτηθεί στη χώρα της τελευταίας τους διαμονής ή στη χώρα της οποίας είναι υπήκοοι σύμφωνα με τους όρους του εσωτερικού εμπορίου αυτής και να το επανεξάγουν ατελώς, με την επιφύλαξη και στις δύο περιπτώσεις των όρων που κρίνονται αναγκαίοι από την κυβέρνηση της Ελβετίας.
ΑΡΘΡΟ 8
[αντιστοιχεί στο άρθρο 12 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
Επί των αποδοχών, μισθών και λοιπών αμοιβών που καταβάλλει η Αρχή στους υπαλλήλους και στο λοιπό προσωπικό της επιβάλλεται φόρος υπέρ της Ένωσης σύμφωνα με τους όρους και τη διαδικασία που καθορίζονται στο ενωσιακό δίκαιο.
Οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό απαλλάσσονται από την επιβολή ελβετικών ομοσπονδιακών φόρων και φόρων των καντονιών επί των αποδοχών, μισθών και λοιπών αμοιβών που καταβάλλονται από την Αρχή.
ΑΡΘΡΟ 9
[αντιστοιχεί στο άρθρο 13 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
Για την εφαρμογή του φόρου επί του εισοδήματος και της περιουσίας, του φόρου κληρονομιών, καθώς και για την εφαρμογή των συμβάσεων περί αποφυγής της διπλής φορολογίας που έχουν συναφθεί μεταξύ της Ελβετίας και κρατών μελών της Ένωσης, οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό της Αρχής, οι οποίοι έχουν, απλώς και μόνο λόγω της άσκησης των καθηκόντων τους στην υπηρεσία της Αρχής, τη φορολογική κατοικία τους στην επικράτεια της Ελβετίας κατά τον χρόνο της εισόδου τους στην υπηρεσία της Αρχής, θεωρούνται και στην Ελβετία και στη χώρα της φορολογικής κατοικίας ότι διατηρούν την προηγούμενη κατοικία τους εφόσον αυτή ευρίσκεται σε κράτος μέλος της Ένωσης. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται ομοίως και για τον ή τη σύζυγο στο μέτρο που αυτός ή αυτή δεν ασκεί ιδία επαγγελματική δραστηριότητα, καθώς και για τα τέκνα των οποίων έχουν την επιμέλεια και τα οποία συντηρούνται από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο παρόν άρθρο.
Τα κινητά πράγματα τα οποία ανήκουν στα πρόσωπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο και που ευρίσκονται στην Ελβετία απαλλάσσονται του φόρου κληρονομίας στην Ελβετία. Για την επιβολή του φόρου αυτού, τα εν λόγω κινητά πράγματα θεωρούνται ευρισκόμενα εντός του κράτους της φορολογικής κατοικίας, με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων τρίτων χωρών και της ενδεχομένης εφαρμογής διατάξεων διεθνών συμβάσεων περί διπλής φορολογίας.
Κατοικία που αποκτάται απλώς και μόνο λόγω της άσκησης καθηκόντων στην υπηρεσία άλλων διεθνών οργανισμών δεν λαμβάνεται υπόψη για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου.
ΑΡΘΡΟ 10
[αντιστοιχεί στο άρθρο 14 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
Η Ένωση καθορίζει το καθεστώς των κοινωνικών παροχών που εφαρμόζεται στους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό της Ένωσης.
Ως εκ τούτου, οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό της Αρχής δεν υποχρεούνται να εγγραφούν στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης της Ελβετίας, εφόσον καλύπτονται ήδη από το καθεστώς των κοινωνικών παροχών που εφαρμόζεται στους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό της Ένωσης. Μέλη των οικογενειών των υπαλλήλων της Αρχής, τα οποία μετέχουν στο νοικοκυριό του εκάστοτε υπαλλήλου, καλύπτονται από το καθεστώς των κοινωνικών παροχών που εφαρμόζεται στους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό της Ένωσης, εφόσον απασχολούνται σε άλλον εργοδότη εκτός της Αρχής και δεν λαμβάνουν κοινωνικές παροχές από κράτος μέλος της Ένωσης ή από την Ελβετία.
ΑΡΘΡΟ 11
[αντιστοιχεί στο άρθρο 15 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
Το ενωσιακό δίκαιο προσδιορίζει τις κατηγορίες υπαλλήλων και λοιπού προσωπικού της Αρχής για τους οποίους εφαρμόζονται, εν όλω ή εν μέρει, οι διατάξεις των άρθρων 7, 8 και 9.
Τα ονόματα, η υπηρεσιακή θέση και οι διευθύνσεις των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού που περιλαμβάνονται στις εν λόγω κατηγορίες κοινοποιούνται περιοδικά στην Ελβετία.
ΑΡΘΡΟ 12
[αντιστοιχεί στο άρθρο 17 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
Τα προνόμια, οι ασυλίες και οι διευκολύνσεις παρέχονται στους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό της Αρχής αποκλειστικά προς το συμφέρον της Αρχής.
Η Αρχή υποχρεούται να άρει την ασυλία που χορηγήθηκε σε υπάλληλο ή σε οποιοδήποτε μέλος του λοιπού προσωπικού, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες κρίνει ότι η άρση της ασυλίας δεν είναι αντίθετη προς τα συμφέροντα της Αρχής.
ΑΡΘΡΟ 13
[αντιστοιχεί στο άρθρο 18 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
Για την εφαρμογή του παρόντος προσαρτήματος, η Αρχή ενεργεί σε συνεννόηση με τις αρμόδιες αρχές της Ελβετίας ή των ενδιαφερόμενων κρατών μελών της Ένωσης.
________________
ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Βρυξέλλες, 13.6.2025
COM(2025) 308 final
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
της
πρότασης απόφασης του Συμβουλίου
σχετικά με την υπογραφή, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ευρείας δέσμης συμφωνιών για την εδραίωση, εμβάθυνση και διεύρυνση των διμερών σχέσεων με την Ελβετική Συνομοσπονδία και σχετικά με την προσωρινή εφαρμογή της συμφωνίας σχετικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας στον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Διαστημικό Πρόγραμμα
ΣΥΜΦΩΝΙΑ
ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΒΕΤΙΚΗΣ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ
Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ, καλούμενη στο εξής «Ένωση»,
και
Η ΕΛΒΕΤΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ, καλούμενη στο εξής «Ελβετία»,
στο εξής καλούμενες «συμβαλλόμενα μέρη»·
ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ την υφιστάμενη ιδιαίτερα βαθιά ολοκλήρωση των συστημάτων ηλεκτρικής ενέργειας της Ένωσης και της Ελβετίας και ότι η Ελβετία ανήκε στην ομάδα των ευρωπαϊκών χωρών που ανέπτυξαν διασυνοριακές συναλλαγές ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη βάσει της συνεργασίας μεταξύ των διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς, προκειμένου να επωφεληθούν από τα πλεονεκτήματα των κοινών ενεργειακών πόρων·
ΕΠΙΣΗΜΑΙΝΟΝΤΑΣ ότι τις τελευταίες δύο δεκαετίες έχει δημιουργηθεί στην Ένωση ένα πυκνό νομικό πλαίσιο για την οργάνωση μιας αποδοτικής εσωτερικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας με μηχανισμούς εμπορίας ηλεκτρικής ενέργειας, όπως η σύζευξη των αγορών σε επίπεδο Ένωσης, το οποίο αντικατέστησε το προηγούμενο πλαίσιο συνεργασίας·
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ότι η μη εφαρμογή των ενωσιακών κανόνων για τις συναλλαγές ηλεκτρικής ενέργειας και την ασφάλεια του εφοδιασμού στην Ελβετία και η συνακόλουθη απουσία της Ελβετίας από τα κοινά συστήματα εμπορίας, πλατφόρμες και συντονιστικούς οργανισμούς που διέπονται από το ενωσιακό δίκαιο έχουν δημιουργήσει αυξανόμενες προκλήσεις για τη συνεργασία των συμβαλλόμενων μερών στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας και για την ασφάλεια του εφοδιασμού τους, οι οποίες οδήγησαν σε ανεπάρκειες της αγοράς, υψηλότερο κόστος συναλλαγών, ανασφάλεια δικαίου και έλλειψη αξιοπιστίας στις ανταλλαγές ηλεκτρικής ενέργειας, με αποτέλεσμα να αυξηθεί το κόστος για τους πελάτες ηλεκτρικής ενέργειας·
ΤΟΝΙΖΟΝΤΑΣ ότι η παρούσα συμφωνία, λαμβάνοντας υπόψη την υφιστάμενη, στενή από φυσική άποψη διασύνδεση του ελβετικού συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας και του ευρωπαϊκού συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας, έχει ως στόχο να ενισχύσει την αμοιβαία συνεργασία στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, να καταστήσει δυνατή τη συμμετοχή της Ελβετίας σε όλα τα συστήματα εμπορίας, τις πλατφόρμες και τους κοινούς συντονιστικούς οργανισμούς που διέπονται από το ενωσιακό δίκαιο, να προωθήσει τις διασυνοριακές συναλλαγές ηλεκτρικής ενέργειας, να αυξήσει την οικονομική αποδοτικότητα και την κοινωνική ευημερία, να ενισχύσει την ασφάλεια του εφοδιασμού, να αυξήσει τη σταθερότητα του δικτύου και να διευκολύνει τη μετάβαση σε ένα σύστημα ενέργειας μηδενικών καθαρών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στην Ευρώπη έως το 2050 προς αμοιβαίο όφελος της Ελβετίας και της Ένωσης·
ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι για τη συμμετοχή της Ελβετίας στην εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας της Ένωσης απαιτείται η ενσωμάτωση της Ελβετίας κατά τρόπο που να διασφαλίζει τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις για τα συμβαλλόμενα μέρη. Αυτό απαιτεί, με τη σειρά του, κατάλληλους κανόνες για ισότιμους όρους ανταγωνισμού που να διασφαλίζουν ανοικτό και θεμιτό ανταγωνισμό μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, συμπεριλαμβανομένων σχετικών κανόνων για τον ανταγωνισμό, το περιβάλλον και την παραγωγή ανανεώσιμης ενέργειας·
ΕΠΙΣΗΜΑΙΝΟΝΤΑΣ την ανάγκη στενής συνεργασίας μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών και των αρχών τους για την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και για την ενίσχυση της σταθερότητας του περιφερειακού δικτύου, καθώς και της ασφάλειας του εφοδιασμού, ιδίως σε περιόδους ενεργειακής κρίσης·
ΤΟΝΙΖΟΝΤΑΣ ότι τα συμβαλλόμενα μέρη αποδίδουν μεγάλη σημασία στην ασφάλεια του εφοδιασμού με ηλεκτρική ενέργεια στο πλαίσιο της συνεργασίας τους βάσει της παρούσας συμφωνίας και ότι βασικός σκοπός της παρούσας συμφωνίας είναι η θέσπιση αξιόπιστων κανόνων, οι οποίοι θα εγγυώνται ότι αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη θα συνεχίσουν να ανταλλάσσουν ηλεκτρική ενέργεια και σε περιόδους ενεργειακής κρίσης, βάσει σαφών κανόνων, ώστε να μπορούν να βασίζονται στις ροές ηλεκτρικής ενέργειας μεταξύ τους και, επομένως, να μειωθεί το κόστος για τους καταναλωτές ηλεκτρικής ενέργειας·
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ότι οι φυσικές μακροπρόθεσμες κρατήσεις διασυνοριακής δυναμικότητας περιορίζουν την αρχή της πρόσβασης τρίτων, όπως εφαρμόζεται στους κανόνες της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας της Ένωσης, και ότι η αντιμετώπιση των ιστορικών συμβάσεων με φυσικές μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις με χώρες εκτός της Ένωσης μπορεί να εγείρει πολύπλοκα νομικά ζητήματα, επομένως, η παρούσα συμφωνία θα πρέπει να παρέχει ασφάλεια δικαίου όσον αφορά τη σταδιακή κατάργηση των εν λόγω δεσμεύσεων και το καθεστώς που εφαρμόζεται κατά τη μεταβατική περίοδο·
ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ τα οφέλη της διασυνοριακής εμπορίας ηλεκτρικής ενέργειας και της παροχής κινήτρων για επενδύσεις για οικονομικά αποδοτικό, καθαρό και ασφαλή εφοδιασμό με ηλεκτρική ενέργεια στην Ένωση και στην Ελβετία·
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ότι η δημόσια ιδιοκτησία των υποδομών ηλεκτρικής ενέργειας μπορεί να είναι θεμιτή πολιτική επιλογή·
ΕΠΙΔΙΩΚΟΝΤΑΣ να ενισχύσουν και να εμβαθύνουν τη συμμετοχή της Ελβετίας και των επιχειρήσεών της στην εσωτερική αγορά της Ένωσης, στην οποία η Ελβετία συμμετέχει βάσει της παρούσας συμφωνίας·
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ότι για την εύρυθμη λειτουργία και την ομοιογένεια στους τομείς της εσωτερικής αγοράς στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία απαιτούνται ισότιμοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ των ελβετικών και των ενωσιακών επιχειρήσεων βάσει ουσιαστικών και διαδικαστικών κανόνων ισοδύναμων με εκείνους που ισχύουν στην εσωτερική αγορά όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις·
ΕΠΑΝΑΒΕΒΑΙΩΝΟΝΤΑΣ την αυτονομία των συμβαλλόμενων μερών και τον ρόλο και τις αρμοδιότητες των θεσμικών οργάνων τους και, όσον αφορά την Ελβετία, τον σεβασμό των αρχών που απορρέουν από τη συνταγματική της τάξη, συμπεριλαμβανομένων της άμεσης δημοκρατίας, της διάκρισης των εξουσιών και του ομοσπονδιακού συστήματος·
ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ ότι η Ένωση και η Ελβετία δεσμεύονται από πολυάριθμες διμερείς συμφωνίες οι οποίες καλύπτουν διάφορους τομείς και προβλέπουν ειδικά δικαιώματα και υποχρεώσεις, παρόμοια, από ορισμένες απόψεις, με εκείνα που προβλέπονται εντός της Ένωσης·
ΥΠΕΝΘΥΜΙΖΟΝΤΑΣ ότι σκοπός των εν λόγω διμερών συμφωνιών είναι να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης και να δημιουργηθούν στενότεροι οικονομικοί δεσμοί μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, με βάση την ισότητα, την αμοιβαιότητα και τη γενική ισορροπία των πλεονεκτημάτων, των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεών τους·
ΑΠΟΦΑΣΙΣΜΕΝΕΣ να ενισχύσουν και να εμβαθύνουν τη συμμετοχή της Ελβετίας στην εσωτερική αγορά της Ένωσης, με βάση τους ίδιους κανόνες με εκείνους που ισχύουν για την εσωτερική αγορά, διατηρώντας παράλληλα την ανεξαρτησία τους και την ανεξαρτησία των θεσμικών οργάνων τους και, όσον αφορά την Ελβετία, τον σεβασμό των αρχών που απορρέουν από την άμεση δημοκρατία, το ομοσπονδιακό σύστημα και τον τομεακό χαρακτήρα της συμμετοχής της στην εσωτερική αγορά·
ΕΠΑΝΑΒΕΒΑΙΩΝΟΝΤΑΣ ότι διατηρείται η αρμοδιότητα του Ελβετικού Ομοσπονδιακού Ανώτατου Δικαστηρίου και όλων των άλλων ελβετικών δικαστηρίων, καθώς και η αρμοδιότητα των δικαστηρίων των κρατών μελών και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να ερμηνεύουν τη συμφωνία σε μεμονωμένες περιπτώσεις·
ΕΧΟΝΤΑΣ ΕΠΙΓΝΩΣΗ της διασφάλισης της ομοιομορφίας των τομέων που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία, τόσο των τρεχόντων όσο και των μελλοντικών,
ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ ΤΑ ΕΞΗΣ:
ΜΕΡΟΣ I
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΡΘΡΟ 1
Αντικείμενο
1.
Σκοπός της παρούσας συμφωνίας είναι να καταστεί δυνατή η συμμετοχή της Ελβετίας στην εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας της Ένωσης, με τη διασφάλιση της ομοιόμορφης εφαρμογής των κανόνων της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, όπως έχουν προσαρμοστεί κατά περίπτωση, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στην παρούσα συμφωνία.
2.
Στο πλαίσιο αυτό, στόχος της παρούσας συμφωνίας είναι:
α)
να διασφαλιστεί σε όλους τους συμμετέχοντες στην αγορά ισότιμη πρόσβαση τόσο στην ενωσιακή όσο και στην ελβετική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης σε κοινά συστήματα εμπορίας, πλατφόρμες και συντονιστικούς οργανισμούς·
β)
να προωθηθούν οι διασυνοριακές συναλλαγές ηλεκτρικής ενέργειας προς αμοιβαίο όφελος της Ένωσης και της Ελβετίας, μεταξύ άλλων μέσω της βελτιωμένης κατανομής και διαχείρισης της δυναμικότητας του συστήματος μεταφοράς, ιδίως στις γραμμές διασύνδεσης·
γ)
να διασφαλιστεί η σταθερότητα του περιφερειακού δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας και της σύνδεσης του ελβετικού συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας στο διασυνδεδεμένο σύστημα της Ένωσης·
δ)
να εξασφαλιστεί υψηλός βαθμός ασφάλειας του εφοδιασμού·
ε)
να διασφαλιστούν η ακεραιότητα και η διαφάνεια της χονδρικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας·
στ)
να αυξηθεί και να προωθηθεί το μερίδιο της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και να διασφαλιστεί υψηλό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, ώστε να διευκολυνθεί η μετάβαση σε ένα ενεργειακό σύστημα καθαρών μηδενικών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στην Ευρώπη έως το 2050·
ζ)
να ενισχυθεί η συνεργασία μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, των αντίστοιχων ρυθμιστικών αρχών τους και των φορέων του τομέα ηλεκτρικής ενέργειας.
ΑΡΘΡΟ 2
Πεδίο εφαρμογής
1.
Η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, όσον αφορά την παραγωγή, τη μεταφορά, τη διανομή, την εμπορία και την προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας.
2.
Η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται επίσης στα θέματα που σχετίζονται άμεσα με τον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, όπως ορίζεται στην παρούσα συμφωνία.
ΑΡΘΡΟ 3
Μη εισαγωγή διακρίσεων
Τα συμβαλλόμενα μέρη δεσμεύονται να μη λαμβάνουν μέτρα που εισάγουν διακρίσεις κατά την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας.
ΜΕΡΟΣ II
ΚΑΝΟΝΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΗΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΑΓΟΡΑ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ
ΑΡΘΡΟ 4
Κανόνες που διέπουν τον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας
Η Ελβετία εφαρμόζει τις νομικές πράξεις στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας που παρατίθενται στο παράρτημα I.
ΑΡΘΡΟ 5
Διαχειριστής του ελβετικού συστήματος μεταφοράς
1.
Με την επιφύλαξη των διατάξεων των νομικών πράξεων που παρατίθενται στο παράρτημα I σχετικά με τον διαχωρισμό διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς (στο εξής: ΔΣΜ), καμία διάταξη της παρούσας συμφωνίας δεν ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι εμποδίζει δημόσιους οργανισμούς της Ελβετίας, όπως καντόνια και δήμοι, να έχουν άμεση ή έμμεση πλειοψηφία στον διαχειριστή του ελβετικού συστήματος μεταφοράς.
2.
Καμία διάταξη της παρούσας συμφωνίας δεν εμποδίζει εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας να έχουν άμεση ή έμμεση πλειοψηφία στον ελβετικό ΔΣΜ εντός των ορίων των διατάξεων των νομικών πράξεων που παρατίθενται στο παράρτημα I σχετικά με τον διαχωρισμό των ΔΣΜ.
ΑΡΘΡΟ 6
Διαχειριστές του ελβετικού συστήματος διανομής
Με την επιφύλαξη των διατάξεων των νομικών πράξεων που παρατίθενται στο παράρτημα I σχετικά με τον διαχωρισμό διαχειριστών συστημάτων διανομής, καμία διάταξη της παρούσας συμφωνίας δεν ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι εμποδίζει δημόσιους οργανισμούς της Ελβετίας, όπως καντόνια ή δήμοι:
α)
να κατέχουν πλήρως διαχειριστές του ελβετικού συστήματος διανομής ή να έχουν άμεση ή έμμεση πλειοψηφία σ’ αυτούς·
β)
να οργανώνουν τους οικείους διαχειριστές δικτύου και τις οντότητες παραγωγής ή προμήθειας κατά το δημόσιο δίκαιο.
ΑΡΘΡΟ 7
Καθολική υπηρεσία της Ελβετίας
1.
Καμία διάταξη της παρούσας συμφωνίας δεν ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι εμποδίζει την Ελβετία να θεσπίζει μέτρα προστασίας των καταναλωτών τα οποία προβλέπουν το δικαίωμα των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων των οποίων η κατανάλωση δεν υπερβαίνει ένα συγκεκριμένο όριο να επωφελούνται από καθολική υπηρεσία, συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών ύστατου προμηθευτή σύμφωνα με τις διατάξεις των νομικών πράξεων που παρατίθενται στο παράρτημα I.
2.
Επιπλέον, η παρούσα συμφωνία δεν ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι εμποδίζει τη ρύθμιση των τιμών για την καθολική υπηρεσία σύμφωνα με τις διατάξεις των νομικών πράξεων που παρατίθενται στο παράρτημα I.
ΑΡΘΡΟ 8
Μεταβατικό καθεστώς για υφιστάμενες μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις δυναμικότητας
σε γραμμές διασύνδεσης στα ελβετικά σύνορα
1.
Προκειμένου να επιτευχθεί συμμόρφωση με την αρχή της πρόσβασης χωρίς διακρίσεις στο δίκτυο, οι υφιστάμενες μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις δυναμικότητας για ηλεκτρική ενέργεια σε γραμμές διασύνδεσης μεταξύ Ελβετίας και Γαλλίας, όπως προσδιορίζονται στις συμβάσεις που συνάφθηκαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 2002, οι οποίες παρατίθενται στο παράρτημα II τμήμα Β, καταργούνται με την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας. Στους κατόχους των εν λόγω συμβάσεων χορηγείται οικονομική αποζημίωση για μεταβατική περίοδο η οποία λήγει επτά έτη μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας, ωστόσο δεν μπορεί να χορηγείται πέραν της ημερομηνίας λήξης της αντίστοιχης υφιστάμενης σύμβασης που αναφέρεται στο παράρτημα II τμήμα Β, αν η εν λόγω σύμβαση λήγει νωρίτερα. Τυχόν τροποποιήσεις των συμβάσεων που παρατίθενται στο παράρτημα II τμήμα Β δεν επηρεάζουν την κατάργηση των μακροπρόθεσμων δεσμεύσεων δυναμικότητας ή τη μεταβατική περίοδο.
2.
Στο παράρτημα II τμήμα Α καθορίζονται οι αρχές της οικονομικής αποζημίωσης και τα καθήκοντα των εθνικών ρυθμιστικών αρχών (στο εξής: ΕΡΑ) τα οποία σχετίζονται με την αποζημίωση και τη χρηματοδότησή της.
3.
Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, οι δεσμεύσεις δυναμικότητας που αφορούν διασυνοριακές υδροηλεκτρικές εγκαταστάσεις με μικρότερο όγκο δέσμευσης δυναμικότητας που δεν υπερβαίνει τα 65 MW, όπως παρατίθενται στο παράρτημα II τμήμα Γ, διατηρούνται κατά τη διάρκεια μεταβατικής περιόδου η οποία λήγει 15 έτη μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας, χωρίς ωστόσο να διατηρούνται πέραν της ημερομηνίας λήξης της αντίστοιχης υφιστάμενης παραχώρησης, αν η σύμβαση παραχώρησης λήγει νωρίτερα, και στη συνέχεια καταργούνται.
ΑΡΘΡΟ 9
Ασφάλεια εφοδιασμού και εφεδρείες
1.
Τα συμβαλλόμενα μέρη, στο πλαίσιο της συνεργασίας τους βάσει της παρούσας συμφωνίας, αποδίδουν μεγάλη σημασία στην ασφάλεια του εφοδιασμού με ηλεκτρική ενέργεια. Για να διασφαλίζεται η λειτουργία των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας και η ροή της ηλεκτρικής ενέργειας εκεί όπου είναι περισσότερο αναγκαία, οι διασυνοριακές γραμμές διασύνδεσης παραμένουν ανοικτές, μεταξύ άλλων και σε περιόδους κρίσης ηλεκτρικής ενέργειας, σύμφωνα με την παρούσα συμφωνία. Αποφεύγεται η λήψη μέτρων που θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια του εφοδιασμού με ηλεκτρική ενέργεια, ιδίως σε περίπτωση κρίσεων ηλεκτρικής ενέργειας, και ειδικότερα παρεμβάσεις όπως αδικαιολόγητοι περιορισμοί στις διασυνοριακές ροές ηλεκτρικής ενέργειας.
2.
Η Ελβετία μπορεί να λάβει αναγκαία, αναλογικά και μη στρεβλωτικά μέτρα για τη διασφάλιση της ασφάλειας του εφοδιασμού με ηλεκτρική ενέργεια, ιδίως με τη δημιουργία και τη διατήρηση εφεδρειών ηλεκτρικής ενέργειας στον βαθμό που συμβιβάζονται με την παρούσα συμφωνία.
3.
Η Ελβετία, κατά την αξιολόγηση της επάρκειας των εθνικών της πόρων, μπορεί να προβαίνει σε παραδοχές λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες της εθνικής ζήτησης και προσφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, συμπεριλαμβανομένων των ιδιαιτεροτήτων που απορρέουν από το γεγονός ότι η Ελβετία δεν είναι κράτος μέλος της Ένωσης ή από στοιχεία που ενδέχεται να είναι ιδιαίτερα συναφή για την ασφάλεια του εφοδιασμού στην Ελβετία, όπως η μειωμένη διαθεσιμότητα πυρηνικής ενέργειας και αερίου για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας σε γειτονικές χώρες, υπό την προϋπόθεση ότι οι ανησυχίες αυτές εξετάζονται με αναλογικό και εύλογο τρόπο.
4.
Προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα των κανόνων σχετικά με την κρατική στήριξη για την επάρκεια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στο πλαίσιο της παρούσας συμφωνίας και να ληφθούν υπόψη οι νέες δυνατότητες ανταλλαγής ηλεκτρικής ενέργειας βάσει δεσμευτικών κανόνων μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας, η κρατική στήριξη για εφεδρείες επάρκειας που χορηγείται πριν από την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας και η οποία δεν συμβιβάζεται με την παρούσα συμφωνία δεν υπερβαίνει τα έξι έτη μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας.
ΑΡΘΡΟ 10
Συμμετοχή της Ελβετίας σε ιδρύματα και άλλους φορείς
1.
Η Ελβετία και οι σχετικοί ελβετικοί φορείς συμμετέχουν σε ιδρύματα, επιτροπές, περιφέρειες, συστήματα, πλατφόρμες, πρωτοβουλίες και άλλους παρόμοιους φορείς που σχετίζονται με την παρούσα συμφωνία.
2.
Ειδικότερα:
α)
η ελβετική ΕΡΑ συμμετέχει στον Οργανισμό Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας (στο εξής: ACER)·
β)
ο ελβετικός ΔΣΜ συμμετέχει στο ευρωπαϊκό δίκτυο διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας (στο εξής: ΕΔΔΣΜ-ηλ)·
γ)
οι διαχειριστές του ελβετικού συστήματος διανομής συμμετέχουν στον ευρωπαϊκό φορέα διαχειριστών συστημάτων διανομής (στο εξής: φορέας ΔΣΔ της ΕΕ).
3.
Οι λεπτομέρειες της συμμετοχής της Ελβετίας καθορίζονται στα παραρτήματα.
ΑΡΘΡΟ 11
Εκμετάλλευση ενεργειακών πόρων και ιδιοκτησία εγκαταστάσεων παραγωγής
1.
Η Ελβετία διατηρεί το δικαίωμα να καθορίζει τους όρους εκμετάλλευσης των ενεργειακών της πόρων, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης υδροηλεκτρικής ενέργειας, εντός των ορίων της σχετικής εφαρμοστέας νομοθεσίας δυνάμει της παρούσας συμφωνίας, καθώς και να επιλέγει μεταξύ διαφορετικών ενεργειακών πηγών και να καθορίζει τη γενική διάρθρωση του ενεργειακού εφοδιασμού της.
2.
Καμία διάταξη της παρούσας συμφωνίας δεν εμποδίζει τη δημόσια ιδιοκτησία των εγκαταστάσεων παραγωγής, συμπεριλαμβανομένης της παραγωγής υδροηλεκτρικής ενέργειας, από δημόσιους οργανισμούς, εντός των ορίων της σχετικής εφαρμοστέας νομοθεσίας για την ηλεκτρική ενέργεια.
ΜΕΡΟΣ III
ΚΡΑΤΙΚΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ
ΑΡΘΡΟ 12
Στόχοι των διατάξεων για τις κρατικές ενισχύσεις
1.
Οι στόχοι του παρόντος μέρους είναι να διασφαλιστούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ των ενωσιακών και των ελβετικών επιχειρήσεων στους τομείς της εσωτερικής αγοράς που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας και να εξασφαλιστεί η εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς με τη θέσπιση ουσιαστικών και διαδικαστικών κανόνων σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις.
2.
Το παρόν μέρος και τα παραρτήματά του δεν μεταβάλλουν ούτε το πεδίο εφαρμογής ούτε τους στόχους της παρούσας συμφωνίας.
ΑΡΘΡΟ 13
Κρατικές ενισχύσεις
1.
Με την επιφύλαξη διαφορετικών διατάξεων που προβλέπονται στην παρούσα συμφωνία, οποιαδήποτε ενίσχυση χορηγούμενη από την Ελβετία ή κράτος μέλος της Ένωσης ή χορηγούμενη υπό οποιαδήποτε μορφή μέσω κρατικών πόρων, η οποία στρεβλώνει ή απειλεί να στρεβλώσει τον ανταγωνισμό διότι ευνοεί ορισμένες επιχειρήσεις ή την παραγωγή ορισμένων εμπορευμάτων, είναι ασύμβατη με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς εφόσον επηρεάζει δυσμενώς το εμπόριο μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών εντός του πεδίου εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας.
2.
Συμβιβάζονται με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς:
α)
οι ενισχύσεις κοινωνικού χαρακτήρα προς μεμονωμένους καταναλωτές, υπό τον όρο ότι χορηγούνται χωρίς διάκριση προέλευσης των προϊόντων·
β)
οι ενισχύσεις για την επανόρθωση ζημιών που προκαλούνται από φυσικές καταστροφές ή άλλα έκτακτα γεγονότα·
γ)
τα μέτρα που καθορίζονται στο παράρτημα III τμήμα Α.
3.
Είναι δυνατό να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς:
α)
οι ενισχύσεις για την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης περιοχών, στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθως χαμηλό ή στις οποίες επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση·
β)
οι ενισχύσεις για την προώθηση της εκτέλεσης σημαντικού έργου κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος ή κοινού ενδιαφέροντος για τα συμβαλλόμενα μέρη ή για την αντιμετώπιση σοβαρής διαταραχής στην οικονομία κράτους μέλους της Ένωσης ή της Ελβετίας·
γ)
οι ενισχύσεις για την προώθηση της ανάπτυξης ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ή οικονομικών περιοχών, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο αντίθετο προς το συμφέρον των συμβαλλόμενων μερών·
δ)
οι ενισχύσεις για την προώθηση του πολιτισμού και της διατήρησης της πολιτιστικής κληρονομιάς, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους συναλλαγών και τον ανταγωνισμό σε βαθμό αντίθετο με το συμφέρον των συμβαλλόμενων μερών·
ε)
οι κατηγορίες ενισχύσεων που καθορίζονται στο παράρτημα III τμήμα Β.
4.
Οι ενισχύσεις που χορηγούνται σύμφωνα με το παράρτημα III τμήμα Γ θεωρούνται ότι συμβιβάζονται με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και απαλλάσσονται από τις απαιτήσεις κοινοποίησης βάσει του άρθρου 14.
5.
Ενισχύσεις χορηγούμενες σε επιχειρήσεις που είναι επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος ή που έχουν χαρακτήρα δημοσιονομικού μονοπωλίου υπόκεινται στους κανόνες που περιέχονται στην παρούσα συμφωνία, κατά το μέτρο που η εφαρμογή των κανόνων αυτών δεν εμποδίζει, εκ του νόμου ή εκ των πραγμάτων, την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που τους έχει ανατεθεί. Η ανάπτυξη των συναλλαγών δεν πρέπει να επηρεάζεται σε βαθμό αντίθετο προς το συμφέρον των συμβαλλόμενων μερών.
6.
Το παρόν μέρος δεν εφαρμόζεται σε ενισχύσεις όταν το ποσό που χορηγείται σε ενιαία επιχείρηση για δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας συνιστά ενίσχυση ήσσονος σημασίας κατά την έννοια του παραρτήματος III τμήμα Δ.
7.
Η μεικτή επιτροπή που συγκροτείται με το άρθρο 25 της παρούσας συμφωνίας (στο εξής: μεικτή επιτροπή) μπορεί να αποφασίσει να επικαιροποιήσει το παράρτημα III τμήματα Α και Β προσδιορίζοντας μέτρα που συμβιβάζονται ή κατηγορίες ενισχύσεων που μπορούν να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.
ΑΡΘΡΟ 14
Εποπτεία
1.
Για τους σκοπούς του άρθρου 12, η Ένωση, σύμφωνα με την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών της, και η Ελβετία, σύμφωνα με την οικεία συνταγματική τάξη αρμοδιοτήτων, εποπτεύουν την εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις στο αντίστοιχο έδαφός τους σύμφωνα με το παρόν μέρος.
2.
Για τους σκοπούς της εφαρμογής του παρόντος μέρους, η Ένωση διατηρεί σύστημα εποπτείας των κρατικών ενισχύσεων σύμφωνα με τα άρθρα 93, 106, 107 και 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΣΛΕΕ), όπως συμπληρώνεται από τις νομικές πράξεις της Ένωσης στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων και τις νομικές πράξεις της Ένωσης σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας οι οποίες απαριθμούνται στο παράρτημα IV τμήμα Α σημείο 1.
3.
Για τους σκοπούς της εφαρμογής του παρόντος μέρους, η Ελβετία θεσπίζει και διατηρεί, εντός πέντε ετών από την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας, σύστημα εποπτείας των κρατικών ενισχύσεων το οποίο εξασφαλίζει ανά πάσα στιγμή επίπεδο εποπτείας και επιβολής ισοδύναμο με εκείνο που εφαρμόζεται στην Ένωση, όπως ορίζεται στην παράγραφο 2, και το οποίο περιλαμβάνει τα εξής:
α)
ανεξάρτητη αρχή εποπτείας· και
β)
διαδικασίες που διασφαλίζουν ότι η εποπτεύουσα αρχή εξετάζει τη συμβατότητα των ενισχύσεων με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, συμπεριλαμβανομένων των εξής:
i)
της εκ των προτέρων κοινοποίησης της σχεδιαζόμενης ενίσχυσης στην εποπτεύουσα αρχή·
ii)
της αξιολόγησης από την εποπτεύουσα αρχή των κοινοποιηθεισών ενισχύσεων και της αρμοδιότητάς της να εξετάζει τις μη κοινοποιηθείσες ενισχύσεις·
iii)
της προσβολής ενώπιον της αρμόδιας δικαστικής αρχής, με ανασταλτικό αποτέλεσμα από τη στιγμή που η πράξη είναι δεκτική προσφυγής, ενίσχυσης την οποία η εποπτεύουσα αρχή θεωρεί ασυμβίβαστη με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς· και
iv)
της ανάκτησης, συμπεριλαμβανομένων των τόκων, των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν και κρίθηκαν ασυμβίβαστες με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.
4.
Σύμφωνα με τη συνταγματική τάξη αρμοδιοτήτων της Ελβετίας, η παράγραφος 3 στοιχείο β) σημεία iii) και iv) δεν εφαρμόζεται στις πράξεις της Ελβετικής Ομοσπονδιακής Συνέλευσης ή του Ελβετικού Ομοσπονδιακού Συμβουλίου.
5.
Όταν η ελβετική εποπτεύουσα αρχή δεν μπορεί να προσβάλει την ενίσχυση της Ελβετικής Ομοσπονδιακής Συνέλευσης ή του Ελβετικού Ομοσπονδιακού Συμβουλίου ενώπιον δικαστικής αρχής λόγω των περιορισμών της αρμοδιότητάς της βάσει της ελβετικής συνταγματικής τάξης, προσβάλλει την εφαρμογή της εν λόγω ενίσχυσης από άλλες αρχές σε όλες τις ειδικές περιπτώσεις. Αν η δικαστική αρχή διαπιστώσει ότι η εν λόγω ενίσχυση είναι ασυμβίβαστη με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, οι αρμόδιες ελβετικές δικαστικές και διοικητικές αρχές λαμβάνουν υπόψη τη διαπίστωση αυτή όταν εκτιμούν αν θα επιτρέψουν τη χορήγηση της εν λόγω ενίσχυσης στην υπόθεση της οποίας έχουν επιληφθεί.
ΑΡΘΡΟ 15
Υφιστάμενη ενίσχυση
1.
Το άρθρο 14 παράγραφος 3 στοιχείο β) δεν εφαρμόζεται σε υφιστάμενες ενισχύσεις, συμπεριλαμβανομένων καθεστώτων ενισχύσεων και μεμονωμένων ενισχύσεων.
2.
Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, οι υφιστάμενες ενισχύσεις περιλαμβάνουν τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας και εντός πενταετίας από αυτήν.
3.
Εντός 12 μηνών από την ημερομηνία καθιέρωσης του συστήματος εποπτείας σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 3, η εποπτεύουσα αρχή προβαίνει σε επισκόπηση των υφιστάμενων καθεστώτων ενισχύσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας και τα οποία εξακολουθούν να ισχύουν και αξιολογεί εκ πρώτης όψεως τα εν λόγω καθεστώτα με βάση τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 13.
4.
Όλα τα υφιστάμενα καθεστώτα ενισχύσεων στην Ελβετία υπόκεινται σε συνεχή επανεξέταση από την εποπτεύουσα αρχή ως προς τη συμβατότητά τους με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς σύμφωνα με τις παραγράφους 5, 6 και 7.
5.
Αν η εποπτεύουσα αρχή κρίνει ότι υφιστάμενο καθεστώς ενισχύσεων δεν συμβιβάζεται, ή δεν συμβιβάζεται πλέον, με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές σχετικά με την υποχρέωση συμμόρφωσης με το παρόν μέρος. Σε περίπτωση τροποποίησης ή κατάργησης ενός τέτοιου καθεστώτος ενισχύσεων, οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την εποπτεύουσα αρχή.
6.
Αν η εποπτεύουσα αρχή κρίνει ότι τα μέτρα που έλαβαν οι αρμόδιες αρχές είναι κατάλληλα για τη διασφάλιση της συμβατότητας του καθεστώτος ενισχύσεων με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, δημοσιεύει τα εν λόγω μέτρα.
7.
Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, αν η εποπτεύουσα αρχή κρίνει ότι το καθεστώς ενισχύσεων εξακολουθεί να μη συμβιβάζεται με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, δημοσιεύει την αξιολόγησή της και προσβάλλει την εφαρμογή του εν λόγω καθεστώτος ενισχύσεων σε όλες τις ειδικές περιπτώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 3 στοιχείο β) σημείο iii) και άρθρο 14 παράγραφος 5.
8.
Για τους σκοπούς του παρόντος μέρους, αν υφιστάμενο καθεστώς ενισχύσεων τροποποιηθεί κατά τρόπο που επηρεάζει τη συμβατότητα της ενίσχυσης με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, η ενίσχυση θεωρείται νέα ενίσχυση και, ως εκ τούτου, υπόκειται στις διατάξεις του άρθρου 14 παράγραφος 3 στοιχείο β).
ΑΡΘΡΟ 16
Διαφάνεια
1.
Τα συμβαλλόμενα μέρη εξασφαλίζουν τη διαφάνεια ως προς τις ενισχύσεις που χορηγούνται στο έδαφός τους. Όσον αφορά την Ένωση, η διαφάνεια βασίζεται σε ουσιαστικούς και διαδικαστικούς κανόνες που ισχύουν στην Ένωση για τις κρατικές ενισχύσεις εντός του πεδίου εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας. Όσον αφορά την Ελβετία, η διαφάνεια βασίζεται σε ουσιαστικούς και διαδικαστικούς κανόνες ισοδύναμους με εκείνους που ισχύουν στην Ένωση για τις κρατικές ενισχύσεις εντός του πεδίου εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας.
2.
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος εξασφαλίζει, όσον αφορά το έδαφός του και εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στο παρόν μέρος, τη δημοσίευση:
α)
των ενισχύσεων που χορηγούνται·
β)
των γνωμοδοτήσεων ή των αποφάσεων των εποπτευουσών αρχών του·
γ)
των αποφάσεων των αρμόδιων δικαστικών αρχών του σχετικά με τη συμβατότητα των ενισχύσεων με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς· και
δ)
των κατευθυντήριων γραμμών και των ανακοινώσεων που εφαρμόζουν οι οικείες εποπτεύουσες αρχές.
ΑΡΘΡΟ 17
Όροι συνεργασίας
1.
Τα συμβαλλόμενα μέρη συνεργάζονται και ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις, με την επιφύλαξη των αντίστοιχων νομοθεσιών τους και των διαθέσιμων πόρων τους.
2.
Για τους σκοπούς της ομοιόμορφης υλοποίησης, εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις και της αρμονικής ανάπτυξής τους:
α)
τα συμβαλλόμενα μέρη συνεργάζονται και διαβουλεύονται μεταξύ τους όσον αφορά τις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές και ανακοινώσεις που αναφέρονται στο παράρτημα IV τμήμα Β· και
β)
οι εποπτεύουσες αρχές των συμβαλλόμενων μερών συνάπτουν ρυθμίσεις για την τακτική ανταλλαγή πληροφοριών, μεταξύ άλλων σχετικά με τις επιπτώσεις στην εφαρμογή των κανόνων για τις υφιστάμενες ενισχύσεις.
ΑΡΘΡΟ 18
Διαβουλεύσεις
1.
Κατόπιν αιτήματος συμβαλλόμενου μέρους, τα συμβαλλόμενα μέρη διαβουλεύονται μεταξύ τους, στο πλαίσιο της μεικτής επιτροπής, για θέματα που αφορούν την εφαρμογή του παρόντος μέρους.
2.
Σε περίπτωση εξελίξεων που αφορούν σημαντικά συμφέροντα συμβαλλόμενου μέρους τα οποία ενδέχεται να επηρεάσουν τη λειτουργία του παρόντος μέρους, η μεικτή επιτροπή συνέρχεται, κατόπιν αιτήματος συμβαλλόμενου μέρους, σε επαρκώς υψηλό επίπεδο εντός 30 ημερών από την υποβολή του εν λόγω αιτήματος, προκειμένου να συζητήσει το θέμα.
ΑΡΘΡΟ 19
Ενσωμάτωση νομικών πράξεων στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων
1.
Με την επιφύλαξη του άρθρου 27, για τους σκοπούς του άρθρου 13 παράγραφοι 4 και 6 και του άρθρου 14 παράγραφοι 2 και 3, και προκειμένου να κατοχυρωθούν η ασφάλεια δικαίου και η ομοιογένεια του δικαίου στους τομείς της εσωτερικής αγοράς στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία δυνάμει της παρούσας συμφωνίας, η Ελβετία και η Ένωση εξασφαλίζουν την ενσωμάτωση των νομικών πράξεων της Ένωσης που εκδίδονται στους τομείς που καλύπτονται από το παράρτημα III τμήματα Γ και Δ, καθώς και από το παράρτημα IV τμήμα Α, στα εν λόγω παραρτήματα το συντομότερο δυνατόν μετά την έκδοσή τους.
2.
Η Ένωση, όταν εκδίδει νομική πράξη στον τομέα που καλύπτεται από το παράρτημα III τμήματα Γ και Δ ή από το παράρτημα IV τμήμα Α, ενημερώνει σχετικά την Ελβετία το συντομότερο δυνατόν μέσω της μεικτής επιτροπής. Κατόπιν αιτήματος οποιουδήποτε συμβαλλόμενου μέρους, η μεικτή επιτροπή προβαίνει σε ανταλλαγή απόψεων επί του θέματος.
3.
Η μεικτή επιτροπή ενεργεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 εκδίδοντας απόφαση το συντομότερο δυνατόν για την τροποποίηση του παραρτήματος III τμήματα Γ και Δ, καθώς και του παραρτήματος IV τμήμα Α, συμπεριλαμβανομένων των αναγκαίων προσαρμογών.
4.
Με την επιφύλαξη του άρθρου 28, οι αποφάσεις της μεικτής επιτροπής δυνάμει της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου αρχίζουν να ισχύουν πάραυτα, αλλά σε καμία περίπτωση πριν από την ημερομηνία κατά την οποία η αντίστοιχη νομική πράξη της Ένωσης αρχίζει να εφαρμόζεται στην Ένωση.
ΜΕΡΟΣ IV
ΤΟΜΕΙΣ ΠΟΥ ΣΧΕΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ
ΑΡΘΡΟ 20
Περιβάλλον
1.
Τα συμβαλλόμενα μέρη εξασφαλίζουν υψηλό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας.
2.
Η Ελβετία εξασφαλίζει υψηλό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος σύμφωνα με το άρθρο 27 παράγραφος 3 και το παράρτημα V.
ΑΡΘΡΟ 21
Ανανεώσιμες πηγές ενέργειας
1.
Τα συμβαλλόμενα μέρη συνεργάζονται στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, ιδίως όσον αφορά την ανάπτυξη και την προώθησή τους.
2.
Τα συμβαλλόμενα μέρη δεσμεύονται να αυξήσουν το μερίδιο της ανανεώσιμης ενέργειας στα ενεργειακά τους συστήματα. Η Ελβετία εφαρμόζει τις νομικές πράξεις για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, όπως καθορίζονται στο παράρτημα VI, και ιδίως ορίζει κατάλληλο ενδεικτικό στόχο για την ανανεώσιμη ενέργεια.
3.
Τα συμβαλλόμενα μέρη καταβάλλουν προσπάθειες για να επιταχύνουν τις οικείες διαδικασίες σχεδιασμού και αδειοδότησης.
ΑΡΘΡΟ 22
Συνεργασία στον τομέα των υποδομών
1.
Τα συμβαλλόμενα μέρη συνεργάζονται για να διευκολύνουν την έγκαιρη ανάπτυξη και διαλειτουργικότητα των υποδομών ηλεκτρικής ενέργειας που συνδέουν τα εδάφη τους.
2.
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος εξασφαλίζει ότι καταρτίζονται, δημοσιεύονται και επικαιροποιούνται τακτικά τα προγράμματα ανάπτυξης δικτύων για τα οικεία συστήματα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας.
3.
Για τους σκοπούς του ενδεχόμενου χαρακτηρισμού ελβετικών έργων υποδομής ως έργων αμοιβαίου ενδιαφέροντος σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 και το άρθρο 4 παράγραφος 2 στοιχείο ε) του κανονισμού (ΕΕ) 2022/869 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, θεωρείται ότι στην Ελβετία υπάρχει υψηλό επίπεδο σύγκλισης του πλαισίου πολιτικής. Η Ελβετία διευκολύνει την τήρηση παρεμφερούς χρονοδιαγράμματος ταχύρρυθμης υλοποίησης και άλλων μέτρων πολιτικής στήριξης, όπως προβλέπεται στον εν λόγω κανονισμό.
ΜΕΡΟΣ V
ΘΕΣΜΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΡΘΡΟ 23
Στόχοι των θεσμικών διατάξεων
1.
Στόχος του παρόντος μέρους είναι να διασφαλίσει, για τα συμβαλλόμενα μέρη, καθώς και για τους οικονομικούς φορείς και τους ιδιώτες, μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου, ίση μεταχείριση και ισότιμους όρους ανταγωνισμού στους τομείς της εσωτερικής αγοράς που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας.
2.
Για τον σκοπό αυτόν, το παρόν μέρος παρέχει θεσμικές λύσεις που διευκολύνουν τη συνεχή και ισόρροπη ενίσχυση των οικονομικών σχέσεων μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών. Το παρόν μέρος, λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές του διεθνούς δικαίου, καθορίζει, ιδίως, θεσμικές λύσεις για την παρούσα συμφωνία οι οποίες είναι κοινές στις διμερείς συμφωνίες που έχουν συναφθεί ή πρόκειται να συναφθούν στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία, χωρίς να μεταβάλλει το πεδίο εφαρμογής ή τους στόχους της παρούσας συμφωνίας, και ειδικότερα:
α)
τη διαδικασία ευθυγράμμισης της συμφωνίας με τις νομικές πράξεις της Ένωσης που είναι συναφείς με την παρούσα συμφωνία·
β)
την ομοιόμορφη ερμηνεία και εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας και των νομικών πράξεων της Ένωσης στις οποίες γίνεται αναφορά στην παρούσα συμφωνία·
γ)
την εποπτεία και την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας· και
δ)
την επίλυση των διαφορών στο πλαίσιο της παρούσας συμφωνίας.
ΑΡΘΡΟ 24
Διμερείς συμφωνίες στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά
στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία
1.
Οι υφιστάμενες και μελλοντικές διμερείς συμφωνίες μεταξύ της Ένωσης και της Ελβετίας στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία θεωρείται ότι αποτελούν συνεκτικό σύνολο το οποίο εξασφαλίζει ισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μεταξύ της Ένωσης και της Ελβετίας.
2.
Η παρούσα συμφωνία αποτελεί διμερή συμφωνία σε τομέα σχετιζόμενο με την εσωτερική αγορά στον οποίο συμμετέχει η Ελβετία.
ΑΡΘΡΟ 25
Μεικτή επιτροπή
1.
Συγκροτείται μεικτή επιτροπή. Η μεικτή επιτροπή απαρτίζεται από εκπροσώπους των συμβαλλόμενων μερών.
2.
Η προεδρία της μεικτής επιτροπής ασκείται από κοινού από εκπρόσωπο της Ένωσης και εκπρόσωπο της Ελβετίας.
3.
Η μεικτή επιτροπή:
α)
διασφαλίζει την ομαλή λειτουργία και την αποτελεσματική διαχείριση και εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας·
β)
παρέχει φόρουμ αμοιβαίας διαβούλευσης και συνεχούς ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, ιδίως με σκοπό την εξεύρεση λύσης σε οποιαδήποτε δυσκολία ερμηνείας ή εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας ή νομικής πράξης της Ένωσης στην οποία γίνεται αναφορά στην παρούσα συμφωνία σύμφωνα με το άρθρο 32·
γ)
διατυπώνει συστάσεις προς τα συμβαλλόμενα μέρη για θέματα που αφορούν την παρούσα συμφωνία·
δ)
εκδίδει αποφάσεις όπως προβλέπεται ρητά στην παρούσα συμφωνία· και
ε)
ασκεί κάθε άλλη αρμοδιότητα που της εκχωρείται με την παρούσα συμφωνία.
4.
Σε περίπτωση τροποποίησης των άρθρων 1 έως 6, 10 έως 15, 17 ή 18 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7) περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο προσαρτάται στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης [στο εξής: πρωτόκολλο (αριθ. 7)], η μεικτή επιτροπή τροποποιεί αναλόγως το προσάρτημα του παραρτήματος I.
5.
Η μεικτή επιτροπή αποφασίζει βάσει ομοφωνίας.
Οι αποφάσεις είναι δεσμευτικές για τα συμβαλλόμενα μέρη, τα οποία λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεσή τους.
6.
Η μεικτή επιτροπή συνεδριάζει τουλάχιστον μία φορά ετησίως εκ περιτροπής στις Βρυξέλλες και στη Βέρνη, εκτός αν οι συμπρόεδροι αποφασίσουν διαφορετικά. Συνεδριάζει επίσης κατόπιν αιτήματος ενός εκ των συμβαλλόμενων μερών. Οι συμπρόεδροι μπορούν να αποφασίσουν ότι μια συνεδρίαση της μεικτής επιτροπής μπορεί να διεξαχθεί με βιντεοδιάσκεψη ή τηλεδιάσκεψη.
7.
Η μεικτή επιτροπή καθορίζει τον εσωτερικό κανονισμό της και τον επικαιροποιεί κατά περίπτωση.
8.
Η μεικτή επιτροπή μπορεί να αποφασίσει να συγκροτήσει οποιαδήποτε ομάδα εργασίας ή ομάδα εμπειρογνωμόνων που μπορεί να την επικουρεί στην εκτέλεση των καθηκόντων της.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
ΕΥΘΥΓΡΑΜΜΙΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
ΑΡΘΡΟ 26
Συμμετοχή στη σύνταξη νομικών πράξεων της Ένωσης («διαμόρφωση αποφάσεων»)
1.
Κατά τη σύνταξη πρότασης για την έκδοση νομικής πράξης της Ένωσης σύμφωνα με τη ΣΛΕΕ στον τομέα που καλύπτεται από την παρούσα συμφωνία, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (στο εξής: Επιτροπή) ενημερώνει σχετικά την Ελβετία και ζητεί ανεπίσημα τη γνώμη εμπειρογνωμόνων της Ελβετίας κατά τον ίδιο τρόπο που ζητεί τη γνώμη εμπειρογνωμόνων των κρατών μελών της Ένωσης για τη σύνταξη των προτάσεών της.
Κατόπιν αιτήματος οποιουδήποτε συμβαλλόμενου μέρους, πραγματοποιείται προκαταρκτική ανταλλαγή απόψεων στο πλαίσιο της μεικτής επιτροπής.
Τα συμβαλλόμενα μέρη διαβουλεύονται μεταξύ τους εκ νέου, κατόπιν αιτήματος ενός εξ αυτών, στο πλαίσιο της μεικτής επιτροπής σε σημαντικές στιγμές του σταδίου που προηγείται της έκδοσης της νομικής πράξης από την Ένωση, στο πλαίσιο συνεχούς διαδικασίας ενημέρωσης και διαβούλευσης.
2.
Κατά την κατάρτιση, σύμφωνα με τη ΣΛΕΕ, κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων σχετικά με βασικές πράξεις του ενωσιακού δικαίου στον τομέα που καλύπτεται από την παρούσα συμφωνία, η Επιτροπή εξασφαλίζει την ευρύτερη δυνατή συμμετοχή της Ελβετίας στην κατάρτιση των σχεδίων και διαβουλεύεται με εμπειρογνώμονες της Ελβετίας στην ίδια βάση στην οποία διαβουλεύεται με εμπειρογνώμονες των κρατών μελών της Ένωσης.
3.
Κατά την κατάρτιση, σύμφωνα με τη ΣΛΕΕ, εκτελεστικών πράξεων σχετικά με βασικές πράξεις του ενωσιακού δικαίου στον τομέα που καλύπτεται από την παρούσα συμφωνία, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξασφαλίζει την ευρύτερη δυνατή συμμετοχή της Ελβετίας στην κατάρτιση των σχεδίων που θα υποβληθούν στις επιτροπές που επικουρούν την Επιτροπή κατά την άσκηση των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων της και διαβουλεύεται με εμπειρογνώμονες της Ελβετίας στην ίδια βάση στην οποία διαβουλεύεται με εμπειρογνώμονες των κρατών μελών της Ένωσης.
4.
Οι εμπειρογνώμονες της Ελβετίας συμμετέχουν στις εργασίες των επιτροπών που δεν καλύπτονται από τις παραγράφους 2 και 3, όταν αυτό απαιτείται για την ορθή λειτουργία της παρούσας συμφωνίας. Η μεικτή επιτροπή καταρτίζει και επικαιροποιεί κατάλογο των εν λόγω επιτροπών και, κατά περίπτωση, άλλων επιτροπών με παρόμοια χαρακτηριστικά.
5.
Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται όσον αφορά νομικές πράξεις της Ένωσης ή διατάξεις τους οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής εξαίρεσης που αναφέρεται στο άρθρο 27 παράγραφος 8.
ΑΡΘΡΟ 27
Ενσωμάτωση νομικών πράξεων της Ένωσης
1.
Προκειμένου να εξασφαλιστούν η ασφάλεια δικαίου και η ομοιογένεια του δικαίου στον τομέα που σχετίζεται με την εσωτερική αγορά στον οποίο συμμετέχει η Ελβετία δυνάμει της παρούσας συμφωνίας, η Ελβετία και η Ένωση διασφαλίζουν ότι οι νομικές πράξεις της Ένωσης οι οποίες εκδίδονται στον τομέα που καλύπτεται από την παρούσα συμφωνία ενσωματώνονται στην παρούσα συμφωνία το συντομότερο δυνατόν μετά την έκδοσή τους.
2.
Οι νομικές πράξεις της Ένωσης οι οποίες ενσωματώνονται στα παραρτήματα I και VI σύμφωνα με την παράγραφο 5 αποτελούν, με την ενσωμάτωσή τους στην παρούσα συμφωνία, μέρος της έννομης τάξης της Ελβετίας, με την επιφύλαξη, ανάλογα με την περίπτωση, των προσαρμογών που αποφασίζει η μεικτή επιτροπή.
3.
Η Ελβετία θεσπίζει ή διατηρεί διατάξεις οι οποίες εφαρμόζονται στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας και καθορίζουν απαιτήσεις που διασφαλίζουν τουλάχιστον το ίδιο επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος με εκείνο που προβλέπεται στις νομικές πράξεις της Ένωσης οι οποίες ενσωματώνονται στο παράρτημα V σύμφωνα με την παράγραφο 5. Δεν μπορεί να γίνει επίκληση των διατάξεων του ελβετικού δικαίου που θεσπίζονται ή διατηρούνται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο για τον περιορισμό της ελεύθερης πρόσβασης, στην ελβετική αγορά, αγαθών και υπηρεσιών από την Ένωση που συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στις νομικές πράξεις της Ένωσης οι οποίες αναφέρονται στο παράρτημα V.
4.
Η Ένωση, όταν εκδίδει νομική πράξη στον τομέα που καλύπτεται από την παρούσα συμφωνία, ενημερώνει σχετικά την Ελβετία το συντομότερο δυνατόν μέσω της μεικτής επιτροπής. Κατόπιν αιτήματος οποιουδήποτε συμβαλλόμενου μέρους, η μεικτή επιτροπή προβαίνει σε ανταλλαγή απόψεων επί του θέματος.
5.
Η μεικτή επιτροπή ενεργεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 εκδίδοντας απόφαση το συντομότερο δυνατόν για την τροποποίηση των παραρτημάτων I, V και VI της παρούσας συμφωνίας, συμπεριλαμβανομένων των αναγκαίων προσαρμογών.
6.
Με την επιφύλαξη των παραγράφων 1 και 2, αν είναι αναγκαίο για να εξασφαλιστεί η συνοχή της παρούσας συμφωνίας με τα παραρτήματα I, V και VI, όπως θα έχουν τροποποιηθεί σύμφωνα με την παράγραφο 5, η μεικτή επιτροπή μπορεί να προτείνει, προς έγκριση από τα συμβαλλόμενα μέρη σύμφωνα με τις εσωτερικές τους διαδικασίες, την αναθεώρηση της παρούσας συμφωνίας.
7.
Οι αναφορές της παρούσας συμφωνίας σε νομικές πράξεις της Ένωσης που δεν ισχύουν πλέον νοούνται ως αναφορές στην καταργούσα νομική πράξη της Ένωσης, όπως ενσωματώνεται στα παραρτήματα I, V και VI, από την έναρξη ισχύος της απόφασης της μεικτής επιτροπής σχετικά με την αντίστοιχη τροποποίηση των παραρτημάτων I, V και VI, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στην εν λόγω απόφαση.
8.
Η υποχρέωση που ορίζεται στην παράγραφο 1 δεν ισχύει για νομικές πράξεις της Ένωσης ή διατάξεις τους οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της ακόλουθης εξαίρεσης:
–
άρθρο 9 παράγραφος 3.
9.
Με την επιφύλαξη του άρθρου 28, οι αποφάσεις της μεικτής επιτροπής δυνάμει της παραγράφου 5 αρχίζουν να ισχύουν πάραυτα, αλλά σε καμία περίπτωση πριν από την ημερομηνία κατά την οποία η αντίστοιχη νομική πράξη της Ένωσης αρχίζει να εφαρμόζεται στην Ένωση.
10.
Τα συμβαλλόμενα μέρη συνεργάζονται καλόπιστα καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας που ορίζεται στο παρόν άρθρο, προκειμένου να διευκολύνουν τη λήψη αποφάσεων.
ΑΡΘΡΟ 28
Εκπλήρωση συνταγματικών υποχρεώσεων από την Ελβετία
1.
Κατά την ανταλλαγή απόψεων που αναφέρεται στο άρθρο 27 παράγραφος 4, η Ελβετία ενημερώνει την Ένωση αν απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 27 παράγραφος 5 απαιτεί την εκπλήρωση συνταγματικών υποχρεώσεων από την Ελβετία προκειμένου να καταστεί δεσμευτική.
2.
Όταν η απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 27 παράγραφος 5 απαιτεί από την Ελβετία να εκπληρώσει συνταγματικές υποχρεώσεις προκειμένου να καταστεί δεσμευτική, η Ελβετία διαθέτει μέγιστη προθεσμία δύο ετών από την ημερομηνία της ενημέρωσης που προβλέπεται στην παράγραφο 1, εκτός αν κινηθεί διαδικασία δημοψηφίσματος, οπότε η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά ένα έτος.
3.
Εν αναμονή της ενημέρωσης από την Ελβετία ότι έχει εκπληρώσει τις συνταγματικές της υποχρεώσεις, τα συμβαλλόμενα μέρη εφαρμόζουν προσωρινά την απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 27 παράγραφος 5, εκτός αν η Ελβετία ενημερώσει την Ένωση ότι η προσωρινή εφαρμογή της απόφασης δεν είναι δυνατή και εκθέσει τους σχετικούς λόγους.
Η απόφαση δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εφαρμοστεί προσωρινά πριν από την ημερομηνία κατά την οποία η αντίστοιχη νομική πράξη της Ένωσης αρχίζει να εφαρμόζεται στην Ένωση.
4.
Η Ελβετία ενημερώνει την Ένωση μέσω της μεικτής επιτροπής αμέσως μόλις εκπληρώσει τις συνταγματικές υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1.
5.
Η απόφαση αρχίζει να ισχύει την ημέρα της ενημέρωσης που προβλέπεται στην παράγραφο 4, αλλά σε καμία περίπτωση πριν από την ημερομηνία κατά την οποία η αντίστοιχη νομική πράξη της Ένωσης αρχίζει να εφαρμόζεται στην Ένωση.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ
ΑΡΘΡΟ 29
Αρχή της ομοιόμορφης ερμηνείας
1.
Για την επίτευξη των στόχων που ορίζονται στα άρθρα 1, 12 και 23 και σύμφωνα με τις αρχές του δημόσιου διεθνούς δικαίου, οι διμερείς συμφωνίες στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία και οι νομικές πράξεις της Ένωσης στις οποίες γίνεται αναφορά στις εν λόγω συμφωνίες ερμηνεύονται και εφαρμόζονται ομοιόμορφα στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία.
2.
Οι νομικές πράξεις της Ένωσης στις οποίες γίνεται αναφορά στην παρούσα συμφωνία και, στον βαθμό που η εφαρμογή τους περιλαμβάνει έννοιες του ενωσιακού δικαίου, οι διατάξεις της παρούσας συμφωνίας ερμηνεύονται και εφαρμόζονται σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πριν ή μετά την υπογραφή της παρούσας συμφωνίας.
ΑΡΘΡΟ 30
Αρχή της αποτελεσματικής και αρμονικής εφαρμογής
1.
Η Επιτροπή και οι αρμόδιες ελβετικές αρχές συνεργάζονται και αλληλοϋποστηρίζονται για να διασφαλίσουν την εποπτεία της εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας. Μπορούν να ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες εποπτείας της εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας. Μπορούν να ανταλλάσσουν απόψεις και να συζητούν θέματα αμοιβαίου ενδιαφέροντος.
2.
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσει την αποτελεσματική και αρμονική εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας στο έδαφός του.
3.
Η εποπτεία της εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας διενεργείται από κοινού από τα συμβαλλόμενα μέρη στο πλαίσιο της μεικτής επιτροπής. Αν η Επιτροπή ή οι αρμόδιες ελβετικές αρχές αντιληφθούν περίπτωση πλημμελούς εφαρμογής, το θέμα μπορεί να παραπεμφθεί στη μεικτή επιτροπή με σκοπό την εξεύρεση αποδεκτής λύσης.
4.
Η Επιτροπή και οι αρμόδιες ελβετικές αρχές παρακολουθούν αντίστοιχα την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Εφαρμόζεται η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 32 της παρούσας συμφωνίας.
Στον βαθμό που ορισμένες εποπτικές αρμοδιότητες των θεσμικών οργάνων της Ένωσης όσον αφορά ένα συμβαλλόμενο μέρος είναι αναγκαίες για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής και αρμονικής εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας, όπως οι εξουσίες έρευνας και λήψης αποφάσεων, η παρούσα συμφωνία πρέπει να τις προβλέπει ειδικά.
ΑΡΘΡΟ 31
Αρχή της αποκλειστικότητας
Τα συμβαλλόμενα μέρη δεσμεύονται να μην υποβάλλουν διαφορά σχετικά με την ερμηνεία ή την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας και των νομικών πράξεων της Ένωσης στις οποίες γίνεται αναφορά στην παρούσα συμφωνία ή, κατά περίπτωση, σχετικά με τη συμμόρφωση με την παρούσα συμφωνία απόφασης που εκδίδεται από την Επιτροπή βάσει της παρούσας συμφωνίας σε οποιαδήποτε μέθοδο επίλυσης πλην εκείνων που προβλέπονται στο παρόν μέρος.
ΑΡΘΡΟ 32
Διαδικασία σε περίπτωση δυσκολίας ερμηνείας ή εφαρμογής
1.
Σε περίπτωση δυσκολίας ερμηνείας ή εφαρμογής της συμφωνίας ή νομικής πράξης της Ένωσης στην οποία γίνεται αναφορά στη συμφωνία, τα συμβαλλόμενα μέρη διαβουλεύονται μεταξύ τους στο πλαίσιο της μεικτής επιτροπής για την εξεύρεση αμοιβαία αποδεκτής λύσης. Για τον σκοπό αυτόν, παρέχονται στη μεικτή επιτροπή όλα τα χρήσιμα πληροφοριακά στοιχεία, ώστε να μπορεί να προβεί σε λεπτομερή εξέταση της κατάστασης. Η μεικτή επιτροπή εξετάζει όλες τις δυνατότητες που επιτρέπουν τη διατήρηση της ορθής λειτουργίας της παρούσας συμφωνίας.
2.
Αν η μεικτή επιτροπή δεν κατορθώσει να βρει λύση στη δυσκολία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 εντός τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία παραπέμφθηκε σ’ αυτήν το θέμα της δυσκολίας, οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη μπορεί να ζητήσει από διαιτητικό δικαστήριο να επιλύσει τη διαφορά σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται στο πρωτόκολλο.
3.
Όταν η διαφορά εγείρει ζήτημα ερμηνείας ή εφαρμογής διάταξης που αναφέρεται στο άρθρο 29 παράγραφος 2, και εφόσον η ερμηνεία της διάταξης αυτής είναι συναφής για την επίλυση της διαφοράς και αναγκαία για να μπορέσει το διαιτητικό δικαστήριο να εκδώσει απόφαση, το διαιτητικό δικαστήριο παραπέμπει το ζήτημα αυτό στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Όταν η διαφορά εγείρει ζήτημα ερμηνείας ή εφαρμογής διάταξης που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής εξαίρεσης από την υποχρέωση δυναμικής ευθυγράμμισης που αναφέρεται στο άρθρο 27 παράγραφος 8 και όταν η διαφορά δεν αφορά την ερμηνεία ή την εφαρμογή εννοιών του ενωσιακού δικαίου, το διαιτητικό δικαστήριο επιλύει τη διαφορά χωρίς να την παραπέμψει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
4.
Όταν το διαιτητικό δικαστήριο υποβάλλει ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με την παράγραφο 3:
α)
η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι δεσμευτική για το διαιτητικό δικαστήριο, και·
β)
η Ελβετία απολαμβάνει τα ίδια δικαιώματα με τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα της Ένωσης και υπόκειται στις ίδιες διαδικασίες ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τηρουμένων των αναλογιών.
5.
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί καλόπιστα με την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου. Το συμβαλλόμενο μέρος το οποίο, κατά την κρίση του διαιτητικού δικαστηρίου, δεν συμμορφώθηκε με την παρούσα συμφωνία ενημερώνει το άλλο συμβαλλόμενο μέρος μέσω της μεικτής επιτροπής σχετικά με τα μέτρα που έλαβε για να συμμορφωθεί με την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου.
ΑΡΘΡΟ 33
Αντισταθμιστικά μέτρα
1.
Αν το συμβαλλόμενο μέρος το οποίο, κατά την κρίση του διαιτητικού δικαστηρίου, δεν συμμορφώθηκε με την παρούσα συμφωνία δεν ενημερώσει το άλλο συμβαλλόμενο μέρος, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο IV.2 παράγραφος 6 του πρωτοκόλλου, σχετικά με τα μέτρα που έλαβε για να συμμορφωθεί με την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου, ή αν το άλλο συμβαλλόμενο μέρος θεωρεί ότι τα κοινοποιηθέντα μέτρα δεν συμμορφώνονται με την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου, το εν λόγω άλλο συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να λάβει αναλογικά αντισταθμιστικά μέτρα στο πλαίσιο της παρούσας συμφωνίας ή οποιασδήποτε άλλης διμερούς συμφωνίας στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία (στο εξής: αντισταθμιστικά μέτρα), προκειμένου να αντιμετωπιστεί ενδεχόμενη ανισορροπία. Κοινοποιεί στο συμβαλλόμενο μέρος το οποίο, κατά την κρίση του διαιτητικού δικαστηρίου, δεν συμμορφώθηκε με την παρούσα συμφωνία τα αντισταθμιστικά μέτρα, τα οποία προσδιορίζονται στην κοινοποίηση. Τα εν λόγω αντισταθμιστικά μέτρα αρχίζουν να ισχύουν τρεις μήνες από την ημερομηνία της εν λόγω κοινοποίησης.
2.
Αν, εντός ενός μηνός από την ημερομηνία κοινοποίησης των προβλεπόμενων αντισταθμιστικών μέτρων, η μεικτή επιτροπή δεν αποφασίσει να αναστείλει, να τροποποιήσει ή να ακυρώσει τα εν λόγω αντισταθμιστικά μέτρα, οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να υποβάλει σε διαιτησία το ζήτημα της αναλογικότητας αυτών των αντισταθμιστικών μέτρων, σύμφωνα με το πρωτόκολλο.
3.
Το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίζει εντός των προθεσμιών που καθορίζονται στο άρθρο III.8 παράγραφος 4 του πρωτοκόλλου.
4.
Τα αντισταθμιστικά μέτρα δεν έχουν αναδρομική ισχύ. Ειδικότερα, διατηρούνται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που είχαν ήδη οι ιδιώτες και οι οικονομικοί φορείς πριν από την έναρξη ισχύος των αντισταθμιστικών μέτρων.
ΑΡΘΡΟ 34
Συνεργασία μεταξύ δικαιοδοσιών
1.
Για την προώθηση της ομοιόμορφης ερμηνείας, το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Ελβετίας και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης συμφωνούν στην τήρηση διαλόγου και στις λεπτομέρειες διεξαγωγής του.
2.
Η Ελβετία έχει το δικαίωμα να καταθέτει υπομνήματα ή γραπτές παρατηρήσεις στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης όταν δικαστήριο κράτους μέλους της Ένωσης υποβάλλει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ερώτημα σχετικά με την ερμηνεία της παρούσας συμφωνίας ή διάταξης νομικής πράξης της Ένωσης που αναφέρεται σ’ αυτή για την έκδοση προδικαστικής απόφασης.
ΑΡΘΡΟ 35
Αναφορές σε επικράτειες
Στις περιπτώσεις στις οποίες οι νομικές πράξεις της Ένωσης οι οποίες ενσωματώνονται στην παρούσα συμφωνία περιέχουν αναφορές στην επικράτεια της «Ευρωπαϊκής Ένωσης», της «Ένωσης», της «κοινής αγοράς» ή της «εσωτερικής αγοράς», οι αναφορές νοούνται, για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, ως αναφορές στις επικράτειες που αναφέρονται στο άρθρο 43.
ΑΡΘΡΟ 36
Αναφορές σε υπηκόους κρατών μελών της Ένωσης
Στις περιπτώσεις που οι νομικές πράξεις της Ένωσης οι οποίες έχουν ενσωματωθεί στην παρούσα συμφωνία περιέχουν αναφορές σε υπηκόους κρατών μελών της Ένωσης, οι αναφορές νοούνται, για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, ως αναφορές σε υπηκόους των κρατών μελών της Ένωσης και της Ελβετίας.
ΑΡΘΡΟ 37
Έναρξη ισχύος και εφαρμογή των νομικών πράξεων της Ένωσης
Οι διατάξεις των νομικών πράξεων της Ένωσης οι οποίες ενσωματώνονται στην παρούσα συμφωνία σχετικά με την έναρξη ισχύος ή την εφαρμογή τους δεν είναι συναφείς για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας.
Τα χρονικά όρια και οι ημερομηνίες κατά τις οποίες αρχίζουν να ισχύουν και να εφαρμόζονται στην Ελβετία οι αποφάσεις για την ενσωμάτωση των νομικών πράξεων της Ένωσης στην παρούσα συμφωνία απορρέουν από το άρθρο 27 παράγραφος 9 και το άρθρο 28 παράγραφος 5, καθώς και από τις διατάξεις σχετικά με τις μεταβατικές ρυθμίσεις.
ΑΡΘΡΟ 38
Αποδέκτες των νομικών πράξεων της Ένωσης
Οι διατάξεις των νομικών πράξεων της Ένωσης οι οποίες ενσωματώνονται στην παρούσα συμφωνία, στις οποίες επισημαίνεται ότι απευθύνονται στα κράτη μέλη της Ένωσης, δεν είναι συναφείς για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας.
ΜΕΡΟΣ VI
ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΡΘΡΟ 39
Γενικές προσαρμογές
Το παρόν μέρος προβλέπει γενικές προσαρμογές οι οποίες εφαρμόζονται στις νομικές πράξεις της Ένωσης που αναφέρονται στα παραρτήματα I και VI, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στο αντίστοιχο παράρτημα.
ΑΡΘΡΟ 40
Ανταλλαγή πληροφοριών
1.
Όταν ένα κράτος μέλος της Ένωσης ή η αρμόδια αρχή του πρέπει να υποβάλει πληροφορίες στην Επιτροπή, η Ελβετία ή η αρμόδια αρχή της υποβάλλει τις εν λόγω πληροφορίες στην Επιτροπή μέσω της μεικτής επιτροπής.
2.
Όταν ένα κράτος μέλος της Ένωσης ή η αρμόδια αρχή του πρέπει να υποβάλει πληροφορίες σε ένα ή περισσότερα άλλα κράτη μέλη της Ένωσης, υποβάλλει επίσης τις πληροφορίες αυτές απευθείας στην Ελβετία, ενημερώνοντας παράλληλα την Επιτροπή. Όταν η Ελβετία ή η αρμόδια αρχή της πρέπει να υποβάλει πληροφορίες σε ένα ή περισσότερα άλλα κράτη μέλη της Ένωσης ή στις αρμόδιες αρχές τους, το πράττει απευθείας και ενημερώνει την Επιτροπή μέσω της μεικτής επιτροπής.
3.
Η μεικτή επιτροπή μπορεί να συμφωνήσει σε κατάλληλες λύσεις για την άμεση ανταλλαγή πληροφοριών σε τομείς στους οποίους απαιτείται ταχεία διαβίβαση πληροφοριών.
4.
Οι παράγραφοι 1 και 2 δεν θίγουν τους ειδικούς τομεακούς κανόνες και τις ρυθμίσεις που ισχύουν για την ανταλλαγή πληροφοριών μέσω συστημάτων πληροφοριών.
5.
Εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1, όταν είναι αναγκαίο να πραγματοποιηθεί ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ του ACER ή άλλων θεσμικών οργάνων της Ένωσης και ελβετικής αρχής κατά την έκδοση απόφασης ή την εκπόνηση έκθεσης, γνώμης, σύστασης ή άλλου παρόμοιου εγγράφου, η εν λόγω ανταλλαγή πραγματοποιείται απευθείας μεταξύ των σχετικών οντοτήτων, εκτός αν η μεικτή επιτροπή αποφασίσει ότι η ανταλλαγή αυτή θα πρέπει να πραγματοποιηθεί μέσω της μεικτής επιτροπής.
6.
Όταν η Επιτροπή ή ο ACER, για την άσκηση των αρμοδιοτήτων που τους έχουν ανατεθεί, χρειάζεται να ανταλλάσσουν πληροφορίες με επιχειρήσεις στην Ελβετία, μπορούν να τις ανταλλάσσουν απευθείας με τις εν λόγω επιχειρήσεις, εκτός αν η μεικτή επιτροπή ορίσει ότι θα πρέπει να εφαρμοστεί άλλη διαδικασία στις περιπτώσεις αυτές.
7.
Όταν ζητείται η γνώμη των κρατών μελών της Ένωσης, των αρχών ή των επιχειρήσεών τους κατά την έκδοση απόφασης της Ένωσης, ζητείται με τον ίδιο τρόπο και η γνώμη της Ελβετίας, των αρχών της και των επιχειρήσεών της.
ΑΡΘΡΟ 41
Μη δεσμευτικά έγγραφα
1.
Όταν η Επιτροπή, ο ACER ή άλλα θεσμικά όργανα της Ένωσης εκδίδουν εκθέσεις, γνώμες, δηλώσεις, συστάσεις ή άλλα παρόμοια έγγραφα προς τα κράτη μέλη της Ένωσης ή τις αρχές τους, μπορούν επίσης να πράξουν το ίδιο σε σχέση με την Ελβετία ή τις αρχές της. Όταν ζητείται η γνώμη των κρατών μελών της Ένωσης, των αρχών ή των επιχειρήσεών τους κατά την εκπόνηση αυτών των εγγράφων, ζητείται με τον ίδιο τρόπο και η γνώμη της Ελβετίας, των αρχών της και των επιχειρήσεών της.
2.
Η Επιτροπή διαβιβάζει τα εν λόγω έγγραφα μέσω της μεικτής επιτροπής, εκτός αν έχουν δημοσιευθεί. Η μεικτή επιτροπή μπορεί να συμφωνήσει να προβλεφθεί απευθείας ανταλλαγή. Ο ACER και άλλα θεσμικά όργανα διαβιβάζουν τα έγγραφα απευθείας.
ΑΡΘΡΟ 42
Δημοσίευση των πληροφοριών
1.
Όταν ένα κράτος μέλος της Ένωσης πρέπει να δημοσιεύσει ορισμένες πληροφορίες, η Ελβετία δημοσιεύει επίσης, στο πλαίσιο της παρούσας συμφωνίας, τις σχετικές πληροφορίες με αντίστοιχο τρόπο.
2.
Όταν, σύμφωνα με πράξη που αναφέρεται στα παραρτήματα, πρέπει να δημοσιευθούν πληροφορίες στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το θεσμικό όργανο της Ένωσης δημοσιεύει επίσης σ’ αυτήν αντίστοιχες πληροφορίες σχετικά με την Ελβετία.
ΜΕΡΟΣ VII
ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΡΘΡΟ 43
Εδαφικό πεδίο εφαρμογής
Η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται, αφενός, στο έδαφος στο οποίο εφαρμόζονται η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και η ΣΛΕΕ και υπό τους όρους που προβλέπονται στις εν λόγω Συνθήκες, και, αφετέρου, στο έδαφος της Ελβετίας.
ΑΡΘΡΟ 44
Εξελικτική ρήτρα για διευρυμένη συνεργασία
Τα συμβαλλόμενα μέρη δηλώνουν ότι είναι πρόθυμα να εξετάσουν το ενδεχόμενο εμβάθυνσης της συνεργασίας τους στον τομέα της ενέργειας πέραν της ηλεκτρικής ενέργειας, ιδίως στους τομείς του υδρογόνου ή των ανανεώσιμων αερίων.
ΑΡΘΡΟ 45
Διαβαθμισμένες πληροφορίες και ευαίσθητες μη διαβαθμισμένες πληροφορίες
1.
Καμία διάταξη της παρούσας συμφωνίας δεν ερμηνεύεται ως υποχρέωση των συμβαλλόμενων μερών να γνωστοποιούν διαβαθμισμένες πληροφορίες.
2.
Ο χειρισμός και η προστασία διαβαθμισμένων πληροφοριών ή υλικού που παρέχονται από τα συμβαλλόμενα μέρη ή ανταλλάσσονται μεταξύ τους δυνάμει της παρούσας συμφωνίας πραγματοποιούνται βάσει της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με διαδικασίες ασφαλείας για την ανταλλαγή διαβαθμισμένων πληροφοριών, η οποία υπογράφηκε στις Βρυξέλλες στις 28 Απριλίου 2008, καθώς και βάσει κάθε ρύθμισης ασφαλείας για την εκτέλεσή της.
3.
Η μεικτή επιτροπή εκδίδει, με απόφαση, οδηγίες χειρισμού για τη διασφάλιση της προστασίας των ευαίσθητων μη διαβαθμισμένων πληροφοριών που ανταλλάσσονται μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών.
ΑΡΘΡΟ 46
Επαγγελματικό απόρρητο
Οι αντιπρόσωποι, εμπειρογνώμονες και λοιποί υπάλληλοι των συμβαλλόμενων μερών υποχρεούνται, ακόμη και μετά την παύση άσκησης των καθηκόντων τους, να μην αποκαλύπτουν τις πληροφορίες που έχουν αποκτήσει στο πλαίσιο της παρούσας συμφωνίας, οι οποίες καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο.
ΑΡΘΡΟ 47
Παραρτήματα και πρωτόκολλα
Τα παραρτήματα και τα πρωτόκολλα της παρούσας συμφωνίας αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της.
ΑΡΘΡΟ 48
Εφαρμογή
1.
Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την παρούσα συμφωνία και απέχουν από τη λήψη κάθε μέτρου που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την επίτευξη των στόχων της.
2.
Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα των νομικών πράξεων της Ένωσης στις οποίες γίνεται αναφορά στην παρούσα συμφωνία και απέχουν από τη λήψη οποιωνδήποτε μέτρων θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την επίτευξη των στόχων τους.
ΑΡΘΡΟ 49
Χρηματοδοτική συνεισφορά
1.
Η Ελβετία συνεισφέρει στη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων των οργανισμών της Ένωσης, των συστημάτων πληροφοριών και άλλων δραστηριοτήτων που παρατίθενται στο άρθρο 1 του παραρτήματος VII στις οποίες έχει πρόσβαση, σύμφωνα με το παρόν άρθρο και το παράρτημα VII.
Η μεικτή επιτροπή μπορεί να εκδώσει απόφαση για την τροποποίηση του παραρτήματος VII.
2.
Η Ένωση μπορεί να αναστείλει ανά πάσα στιγμή τη συμμετοχή της Ελβετίας στις δραστηριότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, αν η Ελβετία δεν τηρήσει την προθεσμία πληρωμής σύμφωνα με τους όρους πληρωμής που καθορίζονται στο άρθρο 2 του παραρτήματος VII.
Σε περίπτωση που η Ελβετία δεν τηρήσει την προθεσμία πληρωμής, η Ένωση αποστέλλει στην Ελβετία επίσημη επιστολή υπενθύμισης. Αν δεν καταβληθεί όλο το ποσό εντός 30 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της εν λόγω επίσημης επιστολής υπενθύμισης, η Ένωση μπορεί να αναστείλει τη συμμετοχή της Ελβετίας στη σχετική δραστηριότητα.
3.
Η χρηματοδοτική συνεισφορά είναι το άθροισμα:
α)
της επιχειρησιακής συνεισφοράς· και
β)
του τέλους συμμετοχής.
4.
Η χρηματοδοτική συνεισφορά λαμβάνει τη μορφή ετήσιας χρηματοδοτικής συνεισφοράς και είναι πληρωτέα κατά τις ημερομηνίες που προσδιορίζονται στις προσκλήσεις καταβολής συνεισφορών που εκδίδει η Επιτροπή.
5.
Η επιχειρησιακή συνεισφορά βασίζεται σε κλίμακα συνεισφοράς, η οποία ορίζεται ως ο λόγος του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (στο εξής: ΑΕΠ) της Ελβετίας σε τιμές αγοράς προς το ΑΕΠ της Ένωσης σε τιμές αγοράς.
Για τον σκοπό αυτό, τα στοιχεία των συμβαλλόμενων μερών για το ΑΕΠ σε τιμές αγοράς είναι τα πλέον πρόσφατα διαθέσιμα σχετικά στοιχεία από την 1η Ιανουαρίου του έτους κατά το οποίο πραγματοποιείται η ετήσια πληρωμή, όπως παρέχονται από τη Στατιστική Υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, λαμβανομένης δεόντως υπόψη της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τη συνεργασία στον τομέα της στατιστικής, που πραγματοποιήθηκε στο Λουξεμβούργο στις 26 Οκτωβρίου 2004. Σε περίπτωση παύσης εφαρμογής της εν λόγω συμφωνίας, το ΑΕΠ της Ελβετίας είναι αυτό που καθορίζεται με βάση τα δεδομένα που παρέχονται από τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης.
6.
Η επιχειρησιακή συνεισφορά για κάθε οργανισμό της Ένωσης υπολογίζεται με την εφαρμογή της κλείδας συνεισφοράς στον ετήσιο ψηφισθέντα προϋπολογισμό του οργανισμού που έχει εγγραφεί στη/στις σχετική/-ές γραμμή/-ές επιδότησης του προϋπολογισμού της Ένωσης του εν λόγω έτους, λαμβανομένης υπόψη, για κάθε οργανισμό, τυχόν προσαρμοσμένης επιχειρησιακής συνεισφοράς όπως ορίζεται στο άρθρο 1 του παραρτήματος VII.
Η επιχειρησιακή συνεισφορά για τα συστήματα πληροφοριών και άλλες δραστηριότητες υπολογίζεται με την εφαρμογή της κλείδας συνεισφοράς στον σχετικό προϋπολογισμό του εν λόγω έτους, όπως ορίζεται στα έγγραφα εκτέλεσης του εν λόγω προϋπολογισμού, όπως προγράμματα εργασίας ή συμβάσεις. Όλα τα ποσά αναφοράς βασίζονται στις πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων.
7.
Το ετήσιο τέλος συμμετοχής ανέρχεται στο 4 % της ετήσιας επιχειρησιακής συνεισφοράς, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με τις παραγράφους 5 και 6.
8.
Η Επιτροπή παρέχει στην Ελβετία επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τον υπολογισμό της χρηματοδοτικής συνεισφοράς της. Οι πληροφορίες αυτές παρέχονται λαμβανομένων δεόντως υπόψη των ενωσιακών κανόνων εμπιστευτικότητας και προστασίας των δεδομένων.
9.
Όλες οι χρηματοδοτικές συνεισφορές της Ελβετίας ή οι πληρωμές από την Ένωση, καθώς και ο υπολογισμός των οφειλόμενων ή των προς είσπραξη ποσών πραγματοποιούνται σε ευρώ.
10.
Όταν η έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας δεν συμπίπτει με την έναρξη ημερολογιακού έτους, η επιχειρησιακή συνεισφορά της Ελβετίας για το εν λόγω έτος υπόκειται σε προσαρμογή, σύμφωνα με τη μεθοδολογία και τους όρους πληρωμής που καθορίζονται στο άρθρο 4 του παραρτήματος VII.
11.
Οι λεπτομερείς διατάξεις για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου καθορίζονται στο παράρτημα VII.
12.
Τρία έτη μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας, και στη συνέχεια ανά τριετία, η μεικτή επιτροπή επανεξετάζει τους όρους συμμετοχής της Ελβετίας, όπως ορίζονται στο άρθρο 1 του παραρτήματος VII, και, κατά περίπτωση, τους προσαρμόζει.
ΑΡΘΡΟ 50
Έναρξη ισχύος
1.
Η παρούσα συμφωνία κυρώνεται ή εγκρίνεται από τα συμβαλλόμενα μέρη σύμφωνα με τις κατ' ιδίαν διαδικασίες. Τα συμβαλλόμενα μέρη κοινοποιούν αμοιβαία την ολοκλήρωση των εσωτερικών διαδικασιών που είναι αναγκαίες για την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας.
2.
Η παρούσα συμφωνία αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του δεύτερου μήνα που έπεται της τελευταίας κοινοποίησης όσον αφορά τις ακόλουθες πράξεις:
α)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων·
β)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων·
γ)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές·
δ)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές·
ε)
Πρωτόκολλο για τις κρατικές ενισχύσεις της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές·
στ)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών·
ζ)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών·
η)
Πρωτόκολλο για τις κρατικές ενισχύσεις της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών·
θ)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων·
ι)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας αμοιβαίας αναγνώρισης σχετικά με την αξιολόγηση της πιστότητας, μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας·
ια)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας αμοιβαίας αναγνώρισης σχετικά με την αξιολόγηση της πιστότητας, μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας·
ιβ)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας στη μείωση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση·
ιγ)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενεργείας, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, σχετικά με τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σε προγράμματα της Ένωσης·
ιδ)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας στον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Διαστημικό Πρόγραμμα.
ΑΡΘΡΟ 51
Τροποποίηση και καταγγελία
1.
Η παρούσα συμφωνία μπορεί να τροποποιηθεί ανά πάσα στιγμή με αμοιβαία συμφωνία των συμβαλλόμενων μερών.
2.
Η Ένωση ή η Ελβετία μπορούν να καταγγείλουν την παρούσα συμφωνία με κοινοποίηση προς το έτερο συμβαλλόμενο μέρος. Η παρούσα συμφωνία παύει να ισχύει έξι μήνες μετά την παραλαβή της εν λόγω κοινοποίησης.
3.
Σε περίπτωση που η παρούσα συμφωνία παύσει να ισχύει, διατηρούνται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που έχουν ήδη αποκτήσει βάσει της παρούσας συμφωνίας οι ιδιώτες και οι οικονομικοί φορείς πριν από την ημερομηνία παύσης της παρούσας συμφωνίας. Τα συμβαλλόμενα μέρη ρυθμίζουν με αμοιβαία συμφωνία ποιες ενέργειες θα αναληφθούν σε σχέση με δικαιώματα στο στάδιο της απόκτησης.
[Τόπος], στις [...], σε δύο αντίτυπα στην αγγλική, βουλγαρική, γαλλική, γερμανική, δανική, ελληνική, εσθονική, ιρλανδική, ισπανική, ιταλική, κροατική, λετονική, λιθουανική, μαλτέζικη, ολλανδική, ουγγρική, πολωνική, πορτογαλική, ρουμανική, σλοβακική, σλοβενική, σουηδική, τσεχική και φινλανδική γλώσσα, όλα δε τα κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά.
ΣΕ ΠΙΣΤΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩ, οι υπογράφοντες πληρεξούσιοι, δεόντως εξουσιοδοτημένοι, έθεσαν την υπογραφή τους κάτω από την παρούσα συμφωνία.
(Πεδίο υπογραφών και στις 24 γλώσσες της ΕΕ: «Για την Ευρωπαϊκή Ένωση» και «Για την Ελβετική Συνομοσπονδία»)
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I
ΗΛΕΚΤΡΙΚΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ
Εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά σε τυχόν τεχνικές προσαρμογές:
–
δικαιώματα και υποχρεώσεις που προβλέπονται για τα κράτη μέλη της Ένωσης στις νομικές πράξεις της Ένωσης οι οποίες ενσωματώνονται στο παρόν παράρτημα θεωρείται ότι προβλέπονται και για την Ελβετία·
–
αναφορές των εν λόγω πράξεων σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα οποία διαμένουν ή είναι εγκατεστημένα στα κράτη μέλη της Ένωσης θεωρείται ότι περιλαμβάνουν αναφορές σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα οποία διαμένουν ή είναι εγκατεστημένα στην Ελβετία.
Αυτό ισχύει με πλήρη σεβασμό των θεσμικών διατάξεων που περιέχονται στο μέρος V της παρούσας συμφωνίας.
ΠΡΑΞΕΙΣ ΣΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΝΑΦΟΡΑ
1.
32019 R 0941: Κανονισμός (ΕΕ) 2019/941 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 2019, σχετικά με την ετοιμότητα αντιμετώπισης κινδύνων στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας και με την κατάργηση της οδηγίας 2005/89/ΕΚ (ΕΕ L 158 της 14.6.2019, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2019/941/oj)
Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) 2019/941 προσαρμόζονται ως εξής:
α)
Στο άρθρο 3 παράγραφος 1, οι λέξεις «Το συντομότερο δυνατό και σε κάθε περίπτωση το αργότερο έως τις 5 Ιανουαρίου 2020, κάθε κράτος μέλος» αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:
«Το αργότερο τρία έτη μετά την έναρξη ισχύος της συμφωνίας, η Ελβετία»·
β)
στο άρθρο 7 παράγραφος 1, οι λέξεις «Εντός τεσσάρων μηνών από τον προσδιορισμό των περιφερειακών σεναρίων κρίσης ηλεκτρικής ενέργειας σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1» αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:
«Το αργότερο τρία έτη και τέσσερις μήνες μετά την έναρξη ισχύος της συμφωνίας»·
γ)
στο άρθρο 7 παράγραφος 4, οι λέξεις «Εντός τεσσάρων μηνών από τον προσδιορισμό των περιφερειακών σεναρίων κρίσης ηλεκτρικής ενέργειας σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1» αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:
«Το αργότερο τρία έτη και τέσσερις μήνες μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας»·
δ)
Τα άρθρα 10 και 14 εφαρμόζονται το αργότερο τρία έτη από την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας.
2.
32019 R 0942: Κανονισμός (ΕΕ) 2019/942 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 2019, για την ίδρυση Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας (ΕΕ L 158 της 14.6.2019, σ. 22, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2019/942/oj), όπως τροποποιήθηκε με:
–
32024 R 1787: Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1787 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2024, σχετικά με τη μείωση των εκπομπών μεθανίου στον τομέα της ενέργειας και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2019/942 (ΕΕ L 1787 της 15.7.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2024/1787/oj)
–
32024 R 1789: Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1789 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2024, σχετικά με τις εσωτερικές αγορές ανανεώσιμου αερίου, φυσικού αερίου και υδρογόνου, για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1227/2011, (ΕΕ) 2017/1938, (ΕΕ) 2019/942 και (ΕΕ) 2022/869 και της απόφασης (ΕΕ) 2017/684 και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 715/2009 (αναδιατύπωση) (ΕΕ L 1789, 15.7.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2024/1789/oj)
Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) 2019/942 προσαρμόζονται ως εξής:
α)
ο κανονισμός (ΕΕ) 2019/942 εφαρμόζεται μόνο σε θέματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας·
β)
με την επιφύλαξη της γενικής διάταξης στην αρχή του παραρτήματος I της παρούσας συμφωνίας, ο όρος «κράτος/-η μέλος/-η» που περιέχεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2019/942 θεωρείται ότι περιλαμβάνει, εκτός από την έννοια που έχει στον κανονισμό (ΕΕ) 2019/942, την Ελβετία. Ομοίως, ο όρος «ρυθμιστική αρχή» που περιέχεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2019/942 θεωρείται ότι περιλαμβάνει, εκτός από την έννοια που έχει στον κανονισμό (ΕΕ) 2019/942, τη ρυθμιστική αρχή της Ελβετίας·
γ)
στο άρθρο 3 προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:
«3.
Όσον αφορά την Ελβετία, ο ACER έχει τις αρμοδιότητες που του ανατίθενται σύμφωνα με τα άρθρα 3 έως 10 και το άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/942, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στην παρούσα συμφωνία. Προτού ο ACER λάβει απόφαση σχετικά με την Ελβετία, διαβουλεύεται με την αρμόδια ελβετική αρχή.»·
δ)
στο άρθρο 5 παράγραφος 4 προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:
«Για το άρθρο 9 παράγραφος 6 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) 2015/1222 εφαρμόζεται η ακόλουθη διαδικασία:
Στον βαθμό που η τροποποίηση των περιφερειών υπολογισμού δυναμικότητας αφορά την κατανομή των ελβετικών συνόρων σε συγκεκριμένη περιφέρεια, η Ελβετία έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τη μεικτή επιτροπή να αποφασίσει σχετικά με την έγκριση της κατανομής των ελβετικών συνόρων σε συγκεκριμένη περιφέρεια.
Αν η μεικτή επιτροπή δεν λάβει απόφαση εντός έξι μηνών από την υποβολή του αιτήματος, ο ACER αποφασίζει σχετικά με τις περιφέρειες υπολογισμού δυναμικότητας σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, λαμβάνοντας υπόψη τις ανησυχίες της Ελβετίας.
Αν η μεικτή επιτροπή αποφασίσει να μην εγκρίνει την κατανομή των ελβετικών συνόρων σε συγκεκριμένη περιφέρεια, ο ACER καταρτίζει νέα απόφαση λαμβάνοντας υπόψη τις ανησυχίες της Ελβετίας.»·
ε)
στο άρθρο 21 προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:
«Η ΕΡΑ της Ελβετίας συμμετέχει πλήρως στο ρυθμιστικό συμβούλιο, καθώς και σε όλα τα άλλα προπαρασκευαστικά όργανα του ACER, συμπεριλαμβανομένων των ομάδων εργασίας, των επιτροπών και των ειδικών ομάδων, όσον αφορά θέματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας. Δεν έχει δικαίωμα ψήφου στο ρυθμιστικό συμβούλιο. Ο εσωτερικός κανονισμός του ρυθμιστικού συμβουλίου και ο εσωτερικός κανονισμός για τη λειτουργία των ομάδων εργασίας κατοχυρώνουν πλήρως τη συμμετοχή της ΕΡΑ της Ελβετίας.»·
στ)
στο άρθρο 31 προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:
«Η Ελβετία συμμετέχει στη χρηματοδότηση του ACER. Για τον σκοπό αυτόν, εφαρμόζονται οι διαδικασίες που καθορίζονται στο άρθρο 49 της παρούσας συμφωνίας.»·
ζ)
η Ελβετία χορηγεί στον ACER και στους υπαλλήλους του, στο πλαίσιο των επίσημων καθηκόντων τους για τον ACER, τα προνόμια και τις ασυλίες που προβλέπονται στο προσάρτημα του παρόντος παραρτήματος, τα οποία βασίζονται στα άρθρα 1 έως 6, 10 έως 15, 17 και 18 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7). Οι αναφορές στα αντίστοιχα άρθρα του πρωτοκόλλου επισημαίνονται εντός παρενθέσεων για λόγους ενημέρωσης·
η)
στο άρθρο 39 προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:
«1α.
Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 12 παράγραφος 2 στοιχείο α) του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 31, (ΕΥΡΑΤΟΜ) αριθ. 11, περί καθορισμού του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενεργείας (ΕΕ 45 της 14.6.1962, σ. 1385), συμπεριλαμβανομένων τυχόν μεταγενέστερων τροποποιήσεων, ο ACER μπορεί, αν το αποφασίσει, να προσλάβει με σύμβαση Ελβετούς υπηκόους οι οποίοι απολαμβάνουν τα πλήρη πολιτικά τους δικαιώματα. Ο ACER μπορεί να δεχθεί την απόσπαση εμπειρογνωμόνων από την Ελβετία.»·
θ)
στο άρθρο 41 παράγραφος 1 προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:
«Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, (ΕΕ L 145 της 31.5.2001, σ. 43), για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής εφαρμόζεται, για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, σε κάθε έγγραφο του ACER που αφορά και την Ελβετία.»·
3.
32020 D 2152: Απόφαση (ΕΕ) 2020/2152 της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 2020, σχετικά με τα τέλη που πρέπει να καταβάλλονται στον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας για τη συλλογή, τον χειρισμό, την επεξεργασία και την ανάλυση των πληροφοριών που υποβάλλονται δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1227/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 428 της 18.12.2020, σ. 68, ELI: http://data.europa.eu/eli/dec/2020/2152/oj)
4.
32019 R 943: Κανονισμός (ΕΕ) 2019/943 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 2019, σχετικά με την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. (ΕΕ L 158 της 14.6.2019, σ. 54, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2019/943/oj), όπως τροποποιήθηκε με:
–
32022 R 0869: Κανονισμός (ΕΕ) 2022/869 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2022, σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές για τις διευρωπαϊκές ενεργειακές υποδομές, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 715/2009, (ΕΕ) 2019/942 και (ΕΕ) 2019/943 και των οδηγιών 2009/73/ΕΚ και (ΕΕ) 2019/944 και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 347/2013 (ΕΕ ΕΕ L 152 της 3.6.2022, σ. 45, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2022/869/oj)
–
32024 R 1747: Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1747 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2024, για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) 2019/942 και (ΕΕ) 2019/943 όσον αφορά τη βελτίωση του σχεδιασμού της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας της Ένωσης (ΕΕ L, 2024/1747, 26.6.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2024/1747/oj)
Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) 2019/943 προσαρμόζονται ως εξής:
α)
στο άρθρο 14 παράγραφος 8 προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:
«Στον βαθμό που η Επιτροπή προτίθεται να τροποποιήσει ζώνη προσφοράς που καλύπτει το ελβετικό έδαφος, υποβάλλει το σχέδιο απόφασης στη μεικτή επιτροπή προς έγκριση. Η μεικτή επιτροπή αποφασίζει εντός έξι μηνών από την υποβολή. Αν η μεικτή επιτροπή δεν εγκρίνει την τροποποίηση της ζώνης προσφοράς, η οποία καλύπτει το ελβετικό έδαφος, η Επιτροπή καταρτίζει νέα απόφαση η οποία λαμβάνει υπόψη τις ανησυχίες της Ελβετίας.»·
β)
στο άρθρο 15 παράγραφος 5 προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:
«Στον βαθμό που η Επιτροπή προτίθεται να τροποποιήσει ζώνη προσφοράς που καλύπτει το ελβετικό έδαφος, υποβάλλει το σχέδιο απόφασης στη μεικτή επιτροπή προς έγκριση. Η μεικτή επιτροπή αποφασίζει εντός έξι μηνών από την υποβολή. Αν η μεικτή επιτροπή δεν εγκρίνει την τροποποίηση της ζώνης προσφοράς, η οποία καλύπτει το ελβετικό έδαφος, η Επιτροπή καταρτίζει νέα απόφαση η οποία λαμβάνει υπόψη τις ανησυχίες της Ελβετίας.»·
γ)
οι μηχανισμοί ισχύος που θεσπίζει η Ελβετία εγκρίνονται από την αρμόδια ελβετική αρχή. Συνεπώς, για τους εν λόγω μηχανισμούς ισχύος, στο άρθρο 21 παράγραφος 8, η λέξη «Επιτροπή» αντικαθίσταται από τις λέξεις «αρμόδια ελβετική αρχή»·
δ)
στο άρθρο 24 παράγραφος 1, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«α)
να κάνουν παραδοχές που λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες της εθνικής ζήτησης και προσφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, συμπεριλαμβανομένων των ιδιαιτεροτήτων που απορρέουν από το γεγονός ότι η Ελβετία δεν είναι κράτος μέλος της Ένωσης ή από στοιχεία που ενδέχεται να είναι ιδιαίτερα συναφή για την ασφάλεια του εφοδιασμού στην Ελβετία, όπως η ενδεχόμενη μειωμένη διαθεσιμότητα πυρηνικής ενέργειας και αερίου για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας σε γειτονικές χώρες, υπό την προϋπόθεση ότι οι ανησυχίες αυτές εξετάζονται με αναλογικό και εύλογο τρόπο·»·
ε)
η Επιτροπή έχει τις αρμοδιότητες που προβλέπονται στα άρθρα 34, 63 και 64 στις περιπτώσεις που αφορούν την Ελβετία·
στ)
στο άρθρο 65 παράγραφος 2 προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:
«Σε περίπτωση που η Επιτροπή προτίθεται να ζητήσει πληροφορίες για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου από επιχείρηση εγκατεστημένη στην Ελβετία, η Επιτροπή υποβάλλει στην ελβετική ΕΡΑ αίτημα παροχής πληροφοριών καθορίζοντας επίσης την προθεσμία εντός της οποίας η οικεία επιχείρηση υποχρεούται να παράσχει τις εν λόγω πληροφορίες. Η ΕΡΑ ζητεί αμέσως τις πληροφορίες αυτές από την οικεία επιχείρηση και περιλαμβάνει στο αίτημά της τις πληροφορίες σύμφωνα με την παράγραφο 3. Η ελβετική ΕΡΑ διαβιβάζει την απάντηση των οικείων επιχειρήσεων στην Επιτροπή αμέσως μετά την παραλαβή της.
Αν μια επιχείρηση δεν παράσχει τις πληροφορίες που ζητούνται σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο εντός της προθεσμίας που έχει ορίσει η Επιτροπή ή παράσχει ελλιπείς πληροφορίες, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από την ελβετική ΕΡΑ να εκδώσει αποφάσεις σύμφωνα με την παράγραφο 5.»·
ζ)
στο άρθρο 65 παράγραφος 5 προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:
«Αν το ζητήσει η Επιτροπή σύμφωνα με την παράγραφο 2, η ελβετική ΕΡΑ απαιτεί από την επιχείρηση την οποία αφορά η απόφαση να παράσχει τις ζητούμενες πληροφορίες.»·
η)
στο άρθρο 66 παράγραφος 2 προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:
«Αν πληρούνται οι προϋποθέσεις της παρούσας παραγράφου όσον αφορά απάντηση σε αίτημα παροχής πληροφοριών που υποβάλλεται από την ελβετική ΕΡΑ σύμφωνα με το άρθρο 65 παράγραφος 2, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από την ελβετική ΕΡΑ να εκδώσει απόφαση σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο όσον αφορά τις οικείες επιχειρήσεις.»·
θ)
προστίθεται νέο άρθρο:
«Άρθρο 66α
Οι αποφάσεις που εκδίδονται από την ελβετική ΕΡΑ σύμφωνα με τα άρθρα 65 και 66 υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο από τα ελβετικά δικαστήρια.»·
ι)
το άρθρο 7β, το άρθρο 12 παράγραφοι 2 έως 7, το άρθρο 19α παράγραφοι 3 έως 9, τα άρθρα 19ε, 19στ, 50 και 63 εφαρμόζονται το αργότερο τρία έτη μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας.
5.
32010 R 0838: Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 838/2010 της Επιτροπής, της 23ης Σεπτεμβρίου 2010, περί καθορισμού κατευθυντηρίων γραμμών για τον μηχανισμό αντιστάθμισης μεταξύ διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας καθώς και για κοινή κανονιστική προσέγγιση σχετικά με την επιβολή των τελών μεταφοράς (ΕΕ L 250 της 24.9.2010, σ. 5, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2010/838/oj)
Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, η Επιτροπή έχει τις αρμοδιότητες που προβλέπονται στο μέρος Α σημεία 3.3 και 5.1 του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 838/2010.
6.
32013 R 0543: Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 543/2013 της Επιτροπής, της 14ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την υποβολή και δημοσίευση δεδομένων στις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας και για την τροποποίηση του παραρτήματος I του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 714/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ ΕΕ L 163 της 15.6.2013, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2013/543/oj), όπως τροποποιήθηκε με:
–
32019 R 943: Κανονισμός (ΕΕ) 2019/943, της 5ης Ιουνίου 2019 (ΕΕ L 158 της 14.6.2019, σ. 54)
7.
32015 R 1222: Κανονισμός (ΕΕ) 2015/1222 της Επιτροπής, της 24ης Ιουλίου 2015, σχετικά με τον καθορισμό κατευθυντήριων γραμμών για την κατανομή της δυναμικότητας και τη διαχείριση της συμφόρησης (ΕΕ L 197 της 25.7.2015, σ. 24, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2015/1222/oj), όπως τροποποιήθηκε με:
–
32021 R 0280: Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2021/280 της Επιτροπής, της 22ας Φεβρουαρίου 2021, για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) 2015/1222, (ΕΕ) 2016/1719, (ΕΕ) 2017/2195 και (ΕΕ) 2017/1485 προκειμένου να ευθυγραμμιστούν με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/943 (ΕΕ ΕΕ L 62 της 23.2.2021, σ.24, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2015/1222/oj)
Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) 2015/1222 προσαρμόζονται ως εξής:
α)
στο άρθρο 1 προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:
«6.
Ο ΔΣΜ και οι διαχειριστές αγοράς της Ελβετίας συμμετέχουν στην ενιαία σύζευξη επόμενης ημέρας και στην ενιαία ενδοημερήσια σύζευξη υπό τους ίδιους όρους με τους ΔΣΜ και τους διαχειριστές αγοράς της Ένωσης, εφόσον πληρούνται οι τεχνικές και κανονιστικές προϋποθέσεις του παρόντος κανονισμού. Η Επιτροπή, στην απόφασή της σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 5, λαμβάνει υπόψη ότι η εφαρμογή της συμφωνίας θεωρείται ότι πληροί τους όρους του άρθρου 1 παράγραφος 4. Όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς λαμβάνουν ταχέως τα αναγκαία μέτρα ώστε να καταστεί δυνατή η ένταξη της Ελβετίας στη διασύνδεση των αγορών εντός 9 μηνών από την έναρξη ισχύος της συμφωνίας.»·
β)
όσον αφορά τους όρους και τις προϋποθέσεις ή τις μεθοδολογίες (στο εξής: ΟΠΜ) των οποίων η έγκριση προβλέπεται από τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/1222:
i)
ο ΔΣΜ, οι ορισθέντες διαχειριστές αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας (στο εξής: ΝΕΜΟ) και η ΕΡΑ της Ελβετίας συμμετέχουν στην εκπόνηση τυχόν νέων ή τροποποιημένων ΟΠΜ και οι παρατηρήσεις τους λαμβάνονται υπόψη κατά τη λήψη των αποφάσεων σχετικά με τους ΟΠΜ·
ii)
όταν πραγματοποιείται ψηφοφορία και εξετάζεται αν έχουν επιτευχθεί τα σχετικά κατώτατα όρια κράτους μέλους ή πληθυσμού για τις ειδικές πλειοψηφίες, λαμβάνονται υπόψη η Ελβετία και ο πληθυσμός της·
iii)
οι αναφορές σε “περιφέρειες αποτελούμενες από περισσότερα από πέντε κράτη μέλη” στο άρθρο 9 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο και σε “περιφέρειες αποτελούμενες από πέντε ή λιγότερα κράτη μέλη” στο άρθρο 9 παράγραφος 3 τρίτο εδάφιο νοούνται ως “περιφέρειες αποτελούμενες από περισσότερα από τέσσερα κράτη μέλη της Ένωσης και την Ελβετία” ή “περιφέρειες αποτελούμενες από τέσσερα ή λιγότερα κράτη μέλη της Ένωσης και την Ελβετία”·
iv)
όταν η κατανομή των ελβετικών συνόρων σε περιφέρεια υπολογισμού δυναμικότητας τροποποιείται σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 6 στοιχείο β), εφαρμόζεται η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/942·
v)
στην Ελβετία εφαρμόζονται οι ΟΠΜ που είχαν ήδη εγκριθεί κατά την ημερομηνία υπογραφής της παρούσας συμφωνίας· και
vi)
οι νέοι ή τροποποιημένοι ΟΠΜ που εγκρίνονται από τον ACER σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2015/1222 ενσωματώνονται εντός ενός μηνός στην ελβετική έννομη τάξη από την ελβετική ΕΡΑ. Οι ΟΠΜ εφαρμόζονται προσωρινά στην Ελβετία από την ημερομηνία εφαρμογής τους στην Ένωση. Κάθε προσωρινή εφαρμογή λήγει με την ενσωμάτωση στην ελβετική έννομη τάξη από την ελβετική ΕΡΑ.
8.
32016 R 1719: Κανονισμός (ΕΕ) 2016/1719 της Επιτροπής, της 26ης Σεπτεμβρίου 2016, σχετικά με τον καθορισμό κατευθυντήριας γραμμής για τη μελλοντική κατανομή δυναμικότητας (ΕΕ L 259 της 27.9.2016, σ. 42, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2016/1719/oj), όπως τροποποιήθηκε με:
–
32021 R 0280: Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2021/280 της Επιτροπής, της 22ας Φεβρουαρίου 2021, για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) 2015/1222, (ΕΕ) 2016/1719, (ΕΕ) 2017/2195 και (ΕΕ) 2017/1485 προκειμένου να ευθυγραμμιστούν με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/943 (ΕΕ ΕΕ L 62 της 23.2.2021, σ.24, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg_impl/2021/280/oj)
Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1719 προσαρμόζονται ως εξής:
α)
στο άρθρο 1 προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:
«6.
Ο ΔΣΜ και οι διαχειριστές αγοράς της Ελβετίας συμμετέχουν στον ενιαίο μηχανισμό κατανομής υπό τους ίδιους όρους με τους ΔΣΜ και τους διαχειριστές αγοράς της Ένωσης, εφόσον πληρούνται οι τεχνικές και κανονιστικές προϋποθέσεις του παρόντος κανονισμού. Η Επιτροπή, στην απόφασή της σύμφωνα με την παράγραφο 5, λαμβάνει υπόψη ότι η εφαρμογή της συμφωνίας θεωρείται ότι πληροί τις προϋποθέσεις της παραγράφου 4. Όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς λαμβάνουν ταχέως τα αναγκαία μέτρα ώστε να καταστεί δυνατή η ένταξη της Ελβετίας στη διασύνδεση των αγορών εντός 9 μηνών μετά την έναρξη ισχύος της συμφωνίας.»·
β)
όσον αφορά τους όρους και τις προϋποθέσεις ή τις μεθοδολογίες (στο εξής: ΟΠΜ) των οποίων η έγκριση προβλέπεται από τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/1719:
i)
ο ΔΣΜ και η ΕΡΑ της Ελβετίας συμμετέχουν στην εκπόνηση τυχόν νέων ή τροποποιημένων ΟΠΜ και οι παρατηρήσεις τους λαμβάνονται υπόψη κατά τη λήψη των αποφάσεων σχετικά με τους ΟΠΜ·
ii)
όταν πραγματοποιείται ψηφοφορία και εξετάζεται αν έχουν επιτευχθεί τα σχετικά κατώτατα όρια κράτους μέλους ή πληθυσμού για τις ειδικές πλειοψηφίες, λαμβάνονται υπόψη η Ελβετία και ο πληθυσμός της·
iii)
οι αναφορές σε “περιφέρειες αποτελούμενες από περισσότερα από πέντε κράτη μέλη” στο άρθρο 4 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο και σε “περιφέρειες αποτελούμενες από πέντε ή λιγότερα κράτη μέλη” στο άρθρο 4 παράγραφος 3 τρίτο εδάφιο νοούνται ως “περιφέρειες αποτελούμενες από περισσότερα από τέσσερα κράτη μέλη της Ένωσης και την Ελβετία” ή “περιφέρειες αποτελούμενες από τέσσερα ή λιγότερα κράτη μέλη της Ένωσης και την Ελβετία”·
iv)
στην Ελβετία εφαρμόζονται οι ΟΠΜ που είχαν ήδη εγκριθεί κατά την ημερομηνία υπογραφής της παρούσας συμφωνίας· και
v)
οι νέοι ή τροποποιημένοι ΟΠΜ που εγκρίνονται από τον ACER σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2016/1719 ενσωματώνονται εντός ενός μηνός στην ελβετική έννομη τάξη από την ελβετική ΕΡΑ. Οι ΟΠΜ εφαρμόζονται προσωρινά στην Ελβετία από την ημερομηνία εφαρμογής τους στην Ένωση. Κάθε προσωρινή εφαρμογή λήγει με την ενσωμάτωση στην ελβετική έννομη τάξη από την ελβετική ΕΡΑ.
9.
32017 R 2195: Κανονισμός (ΕΕ) 2017/2195 της Επιτροπής, της 23ης Νοεμβρίου 2017, σχετικά με τον καθορισμό κατευθυντήριας γραμμής για την εξισορρόπηση ηλεκτρικής ενέργειας (ΕΕ L 312 της 28.11.2017, σ. 6, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2017/2195/oj), όπως τροποποιήθηκε με:
–
32021 R 0280: Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2021/280, της 22ας Φεβρουαρίου 2021, για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) 2015/1222, (ΕΕ) 2016/1719, (ΕΕ) 2017/2195 και (ΕΕ) 2017/1485 προκειμένου να ευθυγραμμιστούν με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/943 (ΕΕ ΕΕ L 62 της 23.2.2021, σ.24, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2015/1222/oj)
Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2195 προσαρμόζονται ως εξής:
α)
στο άρθρο 1 προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:
«9.
Ο ΔΣΜ και οι διαχειριστές αγοράς της Ελβετίας συμμετέχουν στις ευρωπαϊκές πλατφόρμες για την ανταλλαγή τυποποιημένων προϊόντων ενέργειας εξισορρόπησης υπό τους ίδιους όρους με τους ΔΣΜ και τους διαχειριστές αγοράς της Ένωσης, εφόσον πληρούνται οι τεχνικές και κανονιστικές προϋποθέσεις του παρόντος κανονισμού. Η Επιτροπή, στην απόφασή της σύμφωνα με την παράγραφο 7, λαμβάνει υπόψη ότι η εφαρμογή της συμφωνίας θεωρείται ότι πληροί τις προϋποθέσεις της παραγράφου 6. Όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς λαμβάνουν ταχέως τα αναγκαία μέτρα ώστε να καταστεί δυνατή η ένταξη της Ελβετίας στη διασύνδεση των αγορών εντός 9 μηνών από την έναρξη ισχύος της συμφωνίας.»·
β)
όσον αφορά τους όρους και τις προϋποθέσεις ή τις μεθοδολογίες (στο εξής: ΟΠΜ) των οποίων η έγκριση προβλέπεται από τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/2195:
i)
ο ΔΣΜ και η ΕΡΑ της Ελβετίας συμμετέχουν στην εκπόνηση τυχόν νέων ή τροποποιημένων ΟΠΜ και οι παρατηρήσεις τους λαμβάνονται υπόψη κατά τη λήψη των αποφάσεων σχετικά με τους ΟΠΜ·
ii)
όταν πραγματοποιείται ψηφοφορία και εξετάζεται αν έχουν επιτευχθεί τα σχετικά κατώτατα όρια κράτους μέλους ή πληθυσμού για τις ειδικές πλειοψηφίες, λαμβάνονται υπόψη η Ελβετία και ο πληθυσμός της·
iii)
οι αναφορές σε «περιφέρειες που αποτελούνται από περισσότερα από πέντε κράτη μέλη» στο άρθρο 4 παράγραφος 4 και σε «περιφέρειες αποτελούμενες από πέντε ή λιγότερα κράτη μέλη» στο άρθρο 4 παράγραφος 4 νοούνται ως «περιφέρειες που αποτελούνται από περισσότερα από τέσσερα κράτη μέλη της Ένωσης και την Ελβετία» ή «περιφέρειες αποτελούμενες από τέσσερα ή λιγότερα κράτη μέλη της Ένωσης και την Ελβετία»·
iv)
στην Ελβετία εφαρμόζονται οι ΟΠΜ που είχαν ήδη εγκριθεί κατά την ημερομηνία υπογραφής της παρούσας συμφωνίας· και
v)
οι νέοι ή τροποποιημένοι ΟΠΜ που εγκρίνονται από τον ACER σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2017/2195 ενσωματώνονται εντός ενός μηνός στην ελβετική έννομη τάξη από την ελβετική ΕΡΑ. Οι ΟΠΜ εφαρμόζονται προσωρινά στην Ελβετία από την ημερομηνία εφαρμογής τους στην Ένωση. Κάθε προσωρινή εφαρμογή λήγει με την ενσωμάτωση στην ελβετική έννομη τάξη από την ελβετική ΕΡΑ.
10.
32017 R 2196: Κανονισμός (ΕΕ) 2017/2196 της Επιτροπής, της 24ης Νοεμβρίου 2017, για τη θέσπιση κώδικα δικτύου όσον αφορά τις διαδικασίες έκτακτης ανάγκης και αποκατάστασης σχετικά με το σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας (ΕΕ ΕΕ L 312 της 28.11.2017, σ. 54, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2017/2196/oj)
11.
32016 R 1388: Κανονισμός (ΕΕ) 2016/1388 της Επιτροπής, της 17ης Αυγούστου 2016, για τη θέσπιση κώδικα δικτύου όσον αφορά τη σύνδεση ζήτησης (ΕΕ ΕΕ L 223 της 18.8.2016, σ. 10, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2016/1388/oj)
Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, η Επιτροπή έχει τις αρμοδιότητες που προβλέπονται στο άρθρο 51.
12.
32016 R 0631: Κανονισμός (ΕΕ) 2016/631 της Επιτροπής, της 14ης Απριλίου 2016, για τη θέσπιση κώδικα δικτύου όσον αφορά τις απαιτήσεις για τη σύνδεση ηλεκτροπαραγωγών με το δίκτυο (ΕΕ ΕΕ L 112 της 27.4.2016, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2016/631/oj)
Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, η Επιτροπή έχει τις αρμοδιότητες που προβλέπονται στο άρθρο 61.
13.
32016 R 1447: Κανονισμός (ΕΕ) 2016/1447 της Επιτροπής, της 26ης Αυγούστου 2016, για τη θέσπιση κώδικα δικτύου όσον αφορά τις απαιτήσεις για τη σύνδεση με το δίκτυο των συστημάτων συνεχούς ρεύματος υψηλής τάσης και των συνδεόμενων σε συνεχές ρεύμα μονάδων πάρκων ισχύος (ΕΕ ΕΕ L 241 της 8.9.2016, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2016/1447/oj)
Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, η Επιτροπή έχει τις αρμοδιότητες που προβλέπονται στο άρθρο 78.
14.
32017 R 1485: Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1485 της Επιτροπής, της 2ας Αυγούστου 2017, σχετικά με τον καθορισμό κατευθυντήριων γραμμών για τη λειτουργία του συστήματος μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας (ΕΕ ΕΕ L 220 της 25.8.2017, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2017/1485/oj), όπως τροποποιήθηκε με:
–
32021 R 0280: Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2021/280, της 22ας Φεβρουαρίου 2021 (ΕΕ L 62 της 23.2.2021, σ. 24)
Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1485 προσαρμόζονται ως εξής:
α)
όσον αφορά τους όρους και τις προϋποθέσεις ή τις μεθοδολογίες (στο εξής: ΟΠΜ) των οποίων η έγκριση προβλέπεται από τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1485:
i)
ο ΔΣΜ και η ΕΡΑ της Ελβετίας συμμετέχουν στην εκπόνηση τυχόν νέων ή τροποποιημένων ΟΠΜ και οι παρατηρήσεις τους λαμβάνονται υπόψη κατά τη λήψη των αποφάσεων σχετικά με τους ΟΠΜ·
ii)
όταν πραγματοποιείται ψηφοφορία και εξετάζεται αν έχουν επιτευχθεί τα σχετικά κατώτατα όρια κράτους μέλους ή πληθυσμού για τις ειδικές πλειοψηφίες, λαμβάνονται υπόψη η Ελβετία και ο πληθυσμός της·
iii)
οι αναφορές σε «περιφέρειες αποτελούμενες από περισσότερα των πέντε κράτη μέλη» στο άρθρο 5 παράγραφος 5 και σε «περιφέρειες αποτελούμενες από πέντε ή λιγότερα κράτη μέλη» στο άρθρο 5 παράγραφος 5 νοούνται ως «περιφέρειες αποτελούμενες από περισσότερα από τέσσερα κράτη μέλη της Ένωσης και την Ελβετία» ή «περιφέρειες αποτελούμενες από τέσσερα ή λιγότερα κράτη μέλη της Ένωσης και την Ελβετία»·
iv)
στην Ελβετία εφαρμόζονται οι ΟΠΜ που είχαν ήδη εγκριθεί κατά την ημερομηνία υπογραφής της παρούσας συμφωνίας· και
v)
οι νέοι ή τροποποιημένοι ΟΠΜ που εγκρίνονται από τον ACER σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1485 ενσωματώνονται εντός ενός μηνός στην ελβετική έννομη τάξη από την ελβετική ΕΡΑ. Οι ΟΠΜ εφαρμόζονται προσωρινά στην Ελβετία από την ημερομηνία εφαρμογής τους στην ΕΕ. Κάθε προσωρινή εφαρμογή λήγει με την ενσωμάτωση στην ελβετική έννομη τάξη από την ελβετική ΕΡΑ.
15.
32024 L 01366: Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2024/1366 της Επιτροπής, της 11ης Μαρτίου 2024, για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) 2019/943 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου με τη θέσπιση κώδικα δικτύου σχετικά με ειδικούς τομεακούς κανόνες για τις πτυχές της κυβερνοασφάλειας στις διασυνοριακές ροές ηλεκτρικής ενέργειας (ΕΕ ΕΕ L, 2024/1366, 24.5.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg_del/2024/1366/oj)
Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1366 προσαρμόζονται ως εξής:
α)
παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:
« Άρθρο 1α
1.
Με την έναρξη ισχύος της συμφωνίας, η Ελβετία συστήνει ή ορίζει τις ακόλουθες αρχές και φορείς:
α)
εθνική κυβερνητική ή ρυθμιστική αρχή υπεύθυνη για την εκτέλεση των καθηκόντων που ανατίθενται στην “αρμόδια αρχή” με τον παρόντα κανονισμό· όσον αφορά την Ελβετία, οι αναφορές του παρόντος κανονισμού σε “αρμόδια αρχή” νοούνται ως αναφορές στην εν λόγω ορισθείσα αρχή·
β)
μία ή περισσότερες ομάδες αντιμετώπισης περιστατικών ασφάλειας σε υπολογιστές (CSIRT) οι οποίες είναι υπεύθυνες για τον χειρισμό περιστατικών εντός του πεδίου εφαρμογής του παρόντος κανονισμού σύμφωνα με σαφώς καθορισμένη διαδικασία· οι εν λόγω ομάδες μπορούν να συνάπτουν σχέσεις συνεργασίας με τις εθνικές CSIRT των κρατών μελών της Ένωσης, στον βαθμό που απαιτείται για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού· στο πλαίσιο των εν λόγω σχέσεων συνεργασίας, η Ελβετία διευκολύνει την αποτελεσματική, αποδοτική και ασφαλή ανταλλαγή πληροφοριών με τις εν λόγω εθνικές CSIRT, χρησιμοποιώντας σχετικά πρωτόκολλα ανταλλαγής πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένου του πρωτοκόλλου φωτεινού σηματοδότη. Όσον αφορά την Ελβετία, οι αναφορές του παρόντος κανονισμού σε “CSIRT” νοούνται ως αναφορές στην ομάδα ή στις ομάδες που ορίζονται σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο.
Η Ελβετία αναθέτει σε μία από τις οικείες CSIRT τον ρόλο του συντονιστή για τους σκοπούς της συντονισμένης γνωστοποίησης ευπαθειών (στο εξής: CSIRT συντονισμού). Η CSIRT συντονισμού ενεργεί ως αξιόπιστος διαμεσολαβητής, διευκολύνοντας, όπου απαιτείται, την αλληλεπίδραση μεταξύ του φυσικού ή νομικού προσώπου που αναφέρει την ευπάθεια και του κατασκευαστή ή του παρόχου των δυνητικά ευπαθών προϊόντων τεχνολογίας πληροφοριών και επικοινωνιών (ΤΠΕ) ή υπηρεσιών ΤΠΕ, κατόπιν αιτήματος ενός εκ των μερών αυτών. Στα καθήκοντα της CSIRT συντονισμού περιλαμβάνονται:
i)
ο προσδιορισμός των οικείων οντοτήτων και η επικοινωνία με αυτές·
ii)
η παροχή συνδρομής στα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που αναφέρουν ευπάθειες· και
iii)
η διαπραγμάτευση χρονοδιαγραμμάτων γνωστοποίησης και η διαχείριση ευπαθειών που επηρεάζουν πλείονες οντότητες.
Η Ελβετία διασφαλίζει ότι τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα μπορούν να αναφέρουν, ανώνυμα εφόσον το ζητήσουν, ευπάθεια στη CSIRT συντονισμού. Η τελευταία διασφαλίζει ότι εκτελούνται επιμελείς ενέργειες παρακολούθησης όσον αφορά την αναφερθείσα ευπάθεια και διασφαλίζει την ανωνυμία του φυσικού ή νομικού προσώπου που αναφέρει την ευπάθεια. Όταν αναφερόμενη ευπάθεια θα μπορούσε να έχει σημαντικό αντίκτυπο σε οντότητες όχι μόνο στην Ελβετία αλλά και σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη της Ένωσης, η CSIRT συντονισμού της Ελβετίας συνεργάζεται, κατά περίπτωση, με τις άλλες CSIRT συντονισμού στο πλαίσιο του δικτύου CSIRT·
γ)
μία ή περισσότερες αρμόδιες αρχές υπεύθυνες για τη διαχείριση περιστατικών και κρίσεων μεγάλης κλίμακας στον κυβερνοχώρο εντός του πεδίου εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, οι οποίες καθορίζουν εθνικό σχέδιο αντιμετώπισης περιστατικών και κρίσεων μεγάλης κλίμακας στον κυβερνοχώρο για την ηλεκτρική ενέργεια, στο οποίο καθορίζονται οι στόχοι και οι ρυθμίσεις για τη διαχείριση περιστατικών και κρίσεων μεγάλης κλίμακας στον κυβερνοχώρο. Όσον αφορά την Ελβετία, οι αναφορές του παρόντος κανονισμού σε “αρχές διαχείρισης κυβερνοκρίσεων”, “αρχές διαχείρισης κυβερνοκρίσεων NIS” ή “εθνικές αρχές διαχείρισης κυβερνοκρίσεων” νοούνται ως αναφορές στην εν λόγω ορισθείσα αρχή·
δ)
σημείο επαφής το οποίο ασκεί καθήκοντα συνδέσμου για τη διασφάλιση της διασυνοριακής συνεργασίας εντός του πεδίου εφαρμογής του παρόντος κανονισμού μεταξύ των ελβετικών αρχών και των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών της Ένωσης και, κατά περίπτωση, με την Επιτροπή και τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Κυβερνοασφάλεια (στο εξής: ENISA) καθώς και για τη διασφάλιση της διατομεακής συνεργασίας με άλλες αρμόδιες αρχές εντός της Ελβετίας. Όσον αφορά την Ελβετία, οι αναφορές του παρόντος κανονισμού σε “εθνικό ενιαίο σημείο επαφής” νοούνται ως αναφορές στο εν λόγω ορισθέν σημείο επαφής·
ε)
αρμόδια αρχή υπεύθυνη για την κυβερνοασφάλεια. Όσον αφορά την Ελβετία, οι αναφορές του παρόντος κανονισμού σε “αρμόδιες αρχές υπεύθυνες για την κυβερνοασφάλεια” ή “EAA κυβερνοασφάλειας” νοούνται ως αναφορές στην εν λόγω ορισθείσα αρχή.
2.
Έως την έναρξη ισχύος της συμφωνίας, η Ελβετία ενημερώνει την Επιτροπή, τον ACER, το ΕΔΔΣΜ-ηλ. και τον φορέα ΔΣΔ της ΕΕ, κοινοποιώντας τους το όνομα και τα στοιχεία επικοινωνίας των αντίστοιχων αρχών που αναφέρονται στην παράγραφο 1.»·
β)
όσον αφορά τους όρους και τις προϋποθέσεις ή τις μεθοδολογίες (στο εξής: ΟΠΜ) ή τα σχέδια των οποίων η έγκριση προβλέπεται από τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/1366:
i)
ο ΔΣΜ της Ελβετίας, οι διαχειριστές του συστήματος διανομής της Ελβετίας (ΔΣΔ) μέσω του φορέα ΔΣΔ της ΕΕ και η αρμόδια αρχή της Ελβετίας συμμετέχουν στην εκπόνηση τυχόν νέων ή τροποποιημένων ΟΠΜ ή σχεδίων και οι παρατηρήσεις τους λαμβάνονται υπόψη κατά τη λήψη των αποφάσεων σχετικά με τους ΟΠΜ·
ii)
όταν πραγματοποιείται ψηφοφορία για τους ΟΠΜ ή τα σχέδια και εξετάζεται αν έχουν επιτευχθεί τα σχετικά κατώτατα όρια κράτους μέλους της Ένωσης ή πληθυσμού για τις ειδικές πλειοψηφίες, λαμβάνονται υπόψη η Ελβετία και ο πληθυσμός της·
iii)
οι αναφορές του άρθρου 7 παράγραφος 3 στη φράση «η οικεία λειτουργική περιοχή συστήματος αποτελείται από περισσότερα από πέντε κράτη μέλη» νοούνται ως αναφορές στη φράση «η οικεία λειτουργική περιοχή συστήματος αποτελείται από περισσότερα από τέσσερα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την Ελβετία»·
iv)
στην Ελβετία εφαρμόζονται οι ΟΠΜ και τα σχέδια που είχαν ήδη εγκριθεί κατά την ημερομηνία υπογραφής της παρούσας συμφωνίας·
v)
οι νέοι ή τροποποιημένοι ΟΠΜ και τα νέα ή τροποποιημένα σχέδια που εγκρίνονται στην Ένωση σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2024/1366 ενσωματώνονται εντός ενός μηνός στην ελβετική έννομη τάξη από την ελβετική αρμόδια αρχή. Οι ΟΠΜ εφαρμόζονται προσωρινά στην Ελβετία από την ημερομηνία εφαρμογής τους στην Ένωση. Κάθε προσωρινή εφαρμογή λήγει με την ενσωμάτωση στην ελβετική έννομη τάξη από την ελβετική αρμόδια αρχή·
γ)
στο άρθρο 2 παράγραφος 6 και στο άρθρο 33 παράγραφος 2 στοιχείο α) σημείο i), η αναφορά στον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 νοείται, όσον αφορά την Ελβετία, ως αναφορά στη σχετική εθνική νομοθεσία·
δ)
το άρθρο 5 τελευταία περίοδος, το άρθρο 38 παράγραφος 8, το άρθρο 41 παράγραφος 2 δεύτερη περίοδος, παράγραφοι 3 και 7 και το άρθρο 43 παράγραφος 4 δεν εφαρμόζονται·
ε)
Το άρθρο 37 παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Αν η αρμόδια αρχή λάβει γνώση μη διορθωμένης ευπάθειας χωρίς να υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι αποτελεί αντικείμενο ενεργού εκμετάλλευσης, συντονίζεται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση με τη CSIRT συντονισμού για τους σκοπούς της συντονισμένης γνωστοποίησης ευπαθειών, όπως ορίζεται στο άρθρο 1α παράγραφος 1 στοιχείο β) του παρόντος κανονισμού.»·
στ)
το άρθρο 40 παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Όταν η κυβερνοεπίθεση χαρακτηρίζεται ή αναμένεται να χαρακτηριστεί ως κυβερνοπεριστατικό μεγάλης κλίμακας και επηρεάζει την Ελβετία, η ad hoc ομάδα συντονισμού της διασυνοριακής κρίσης ενημερώνει αμέσως τις εθνικές αρχές διαχείρισης κυβερνοκρίσεων στην Ελβετία και στα κράτη μέλη της Ένωσης που επηρεάζονται από το περιστατικό, καθώς και την Επιτροπή και το ευρωπαϊκό δίκτυο οργανισμών διασύνδεσης για τις κρίσεις στον κυβερνοχώρο (στο εξής: EU CyCLONe). Στην περίπτωση αυτή, η ad hoc ομάδα συντονισμού της διασυνοριακής κρίσης στηρίζει το EU-CyCLONe όσον αφορά τις τομεακές ιδιαιτερότητες.»·
ζ)
Το άρθρο 42 παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Οι CSIRT διαδίδουν τις πληροφορίες που λαμβάνουν από τον ENISA στις ενδιαφερόμενες οντότητες χωρίς καθυστέρηση.».
16.
32019 L 0944: Οδηγία (ΕΕ) 2019/944 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 2019, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και την τροποποίηση της οδηγίας 2012/27/ΕΕ (ΕΕ ΕΕ L 158 της 14.6.2019, σ. 125, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2019/944/oj), όπως τροποποιήθηκε με:
–
32022 R 0869: Κανονισμός (ΕΕ) 2022/869 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2022, σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές για τις διευρωπαϊκές ενεργειακές υποδομές, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 715/2009, (ΕΕ) 2019/942 και (ΕΕ) 2019/943 και των οδηγιών 2009/73/ΕΚ και (ΕΕ) 2019/944 και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 347/2013 (ΕΕ L 152 της 3.6.2022, σ. 45, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2022/869/oj)
–
32024 L 1711: Οδηγία (ΕΕ) 2024/1711 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2024, για την τροποποίηση των οδηγιών (ΕΕ) 2018/2001 και (ΕΕ) 2019/944 όσον αφορά τη βελτίωση του σχεδιασμού της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας της Ένωσης (ΕΕ ΕΕ L, 2024/1711, 26.6.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2024/1711/oj).
Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, οι διατάξεις της οδηγίας (ΕΕ) 2019/944 προσαρμόζονται ως εξής:
α)
η Επιτροπή έχει τις αρμοδιότητες που προβλέπονται στο άρθρο 44 παράγραφος 1, στο άρθρο 63 και στο άρθρο 66 παράγραφος 1 στις περιπτώσεις που αφορούν την Ελβετία·
β)
το άρθρο 6α, το άρθρο 7 παράγραφοι 1 έως 2 και 4 έως 5, το άρθρο 8, το άρθρο 12 παράγραφος 1, το άρθρο 15, το άρθρο 15α παράγραφοι 1 έως 8, τα άρθρα 16 και 23, το άρθρο 24 παράγραφοι 1 και 3, τα άρθρα 28 και 28α, το άρθρο 29 παράγραφος 1, τα άρθρα 32, 38 και 66α εφαρμόζονται το αργότερο τρία έτη μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας·
γ)
το άρθρο 35 παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζεται όσον αφορά τον διαχωρισμό διαχειριστών συστημάτων διανομής που είναι οργανωμένοι κατά το ελβετικό δημόσιο δίκαιο το αργότερο τρία έτη μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας·
δ)
η ελβετική ΕΡΑ ασκεί τα καθήκοντα που αφορούν τη σύνδεση και την πρόσβαση στα εθνικά δίκτυα, συμπεριλαμβανομένων των τιμολογίων μεταφοράς και διανομής, σύμφωνα με το άρθρο 59 παράγραφος 1 στοιχείο α) και παράγραφος 7 στοιχείο α) το αργότερο πέντε έτη μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας·
ε)
η μεικτή επιτροπή έχει την αρμοδιότητα σύμφωνα με το άρθρο 65.
17.
32023 R 1162: Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2023/1162 της Επιτροπής, της 6ης Ιουνίου 2023, σχετικά με απαιτήσεις διαλειτουργικότητας και αμερόληπτες και διαφανείς διαδικασίες για την πρόσβαση σε δεδομένα μέτρησης και κατανάλωσης (ΕΕ ΕΕ L 154 της 15.6.2023, σ. 10, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg_impl/2023/1162/oj)
18.
32011 R 1227: Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1227/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2011, για την ακεραιότητα και τη διαφάνεια στη χονδρική αγορά ενέργειας (ΕΕ ΕΕ L 326 της 8.12.2011, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2011/1227/oj), όπως τροποποιήθηκε με:
–
32024 R 1106: Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1106 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Απριλίου 2024, για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1227/2011 και (ΕΕ) 2019/942 με σκοπό τη βελτίωση της προστασίας της Ένωσης από τη χειραγώγηση της χονδρικής αγοράς ενέργειας (ΕΕ ΕΕ L, 2024/1106, 17.4.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2024/1106/oj)
Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1227/2011 προσαρμόζονται ως εξής:
α)
στο άρθρο 1 παράγραφος 2 προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:
«Όσον αφορά τα παράγωγα ηλεκτρικής ενέργειας που δεν καλύπτονται από το άρθρο 2 παράγραφος 4 και έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε τόπο διαπραγμάτευσης ή σε μηχανισμό διαπραγμάτευσης τεχνολογίας κατανεμημένου καθολικού που έχει την καταστατική του έδρα στην Ελβετία, η Ελβετία εξακολουθεί να εφαρμόζει κανόνες που απαγορεύουν τη χειραγώγηση της αγοράς και την εκμετάλλευση εμπιστευτικών πληροφοριών, οι οποίοι διασφαλίζουν συγκρίσιμο επίπεδο προστασίας με εκείνο της Ένωσης.»·
β)
στο άρθρο 1 προστίθεται νέα παράγραφος:
«6.
Στην Ελβετία, ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται μόνο στο χονδρικό εμπόριο ηλεκτρικής ενέργειας αλλά όχι στον τομέα του αερίου»·
γ)
στο άρθρο 9 παρεμβάλλεται η ακόλουθη νέα παράγραφος:
«1α.
Οι συμμετέχοντες στην αγορά που είναι εγγεγραμμένοι τόσο στην ελβετική ΕΡΑ όσο και σε ΕΡΑ κράτους μέλους της Ένωσης κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος της παρούσας συμφωνίας ευθυγραμμίζουν τις οικείες υποχρεώσεις εγγραφής με το παρόν άρθρο.»·
δ)
στο άρθρο 13 παρεμβάλλεται η ακόλουθη νέα παράγραφος:
«8α.
Όσον αφορά την Ελβετία, ο Οργανισμός διεξάγει διασυνοριακές έρευνες σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφοι 5 έως 8 σε στενή και ενεργό συνεργασία με την ελβετική ΕΡΑ.
Στο πλαίσιο των εν λόγω διασυνοριακών ερευνών, οι αρμόδιες ελβετικές αρχές, και ειδικότερα η ελβετική ΕΡΑ, εφαρμόζουν στο ελβετικό έδαφος, σε στενή συνεργασία με τον Οργανισμό, ερευνητικά μέτρα δυνάμει του άρθρου 13α, του άρθρου 13β παράγραφος 2 και του άρθρου 13γ.
Ο Οργανισμός μπορεί να καλέσει την ελβετική ΕΡΑ να λάβει συγκεκριμένα ερευνητικά μέτρα και οι αρμόδιες ελβετικές αρχές εφαρμόζουν τα εν λόγω μέτρα. Ο Οργανισμός συμμετέχει στην εκτέλεση των μέτρων κατόπιν αιτήματός του.
Η ελβετική ΕΡΑ συλλέγει τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες προκειμένου ο Οργανισμός να διεξαγάγει αποτελεσματικά την έρευνά του και ανταλλάσσει τις πληροφορίες αυτές με τον Οργανισμό χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση μετά την οριστικοποίηση του αντίστοιχου ερευνητικού μέτρου.
Όταν ο Οργανισμός προτίθεται να επικοινωνήσει με πρόσωπα στο ελβετικό έδαφος, μεταξύ άλλων για τους σκοπούς των αιτημάτων παροχής πληροφοριών δυνάμει του άρθρου 13β παράγραφος 1, οι σχετικές πληροφορίες διαβιβάζονται στα εν λόγω πρόσωπα και στον Οργανισμό, αντίστοιχα, από την ελβετική ΕΡΑ.
Η έκθεση έρευνας που αναφέρεται στο άρθρο 13 παράγραφος 11 συντάσσεται από τον Οργανισμό. Τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 13 παράγραφος 11 λαμβάνονται από την ελβετική ΕΡΑ.»·
ε)
όσον αφορά τα μέτρα που λαμβάνονται από τις αρμόδιες ελβετικές αρχές σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 8α, ως «Οργανισμός» στο άρθρο 13ζ παράγραφοι 1 και 4 νοείται η «αρμόδια ελβετική αρχή»·
στ)
μετά το άρθρο 13ι, παρεμβάλλεται νέο άρθρο:
«Άρθρο 13ια
Τα μέτρα που λαμβάνονται από τις αρμόδιες ελβετικές αρχές σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 8α και το άρθρο 13ιζ υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο από τα ελβετικά δικαστήρια.».
19.
32014 R 1348: Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1348/2014 της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 2014, σχετικά με την αναφορά δεδομένων για την εφαρμογή του άρθρου 8 παράγραφοι 2 και 6 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1227/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την ακεραιότητα και τη διαφάνεια στη χονδρική αγορά ενέργειας (ΕΕ ΕΕ L 363 της 18.12.2014, σ.121, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg_impl/2014/1348/oj)
20.
32012 D 1117(01): Απόφαση της Επιτροπής, της 15ης Νοεμβρίου 2012, για τη σύσταση της Συντονιστικής Ομάδας στον τομέα του Ηλεκτρισμού (ΕΕ ΕΕ C 353 της 17.11.2012, σ. 2)
Προσάρτημα
ΠΡΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΑΣΥΛΙΕΣ
ΑΡΘΡΟ 1
[αντιστοιχεί στο άρθρο 1 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
Οι χώροι και τα κτίρια του Οργανισμού είναι απαραβίαστα. Δεν υπόκεινται σε έρευνα, κατάσχεση, επίταξη ή απαλλοτρίωση. Τα περιουσιακά στοιχεία και τα στοιχεία ενεργητικού του Οργανισμού δεν είναι δυνατό να αποτελέσουν αντικείμενο οποιουδήποτε αναγκαστικού μέτρου διοικητικής ή δικαστικής αρχής, χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
ΑΡΘΡΟ 2
[αντιστοιχεί στο άρθρο 2 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
Τα αρχεία του Οργανισμού είναι απαραβίαστα.
ΑΡΘΡΟ 3
[αντιστοιχεί στα άρθρα 3 και 4 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
1.
Ο Οργανισμός, τα στοιχεία ενεργητικού του, τα έσοδα και λοιπά περιουσιακά του στοιχεία απαλλάσσονται από κάθε άμεσο φόρο.
2.
Αγαθά και υπηρεσίες που εξάγονται από την Ελβετία στον Οργανισμό, για υπηρεσιακή χρήση, ή που παρέχονται στον Οργανισμό στην Ελβετία δεν υπόκεινται σε έμμεσους δασμούς και φόρους.
3.
Η απαλλαγή από τον ΦΠΑ χορηγείται αν η πραγματική τιμή αγοράς των αγαθών και των παρεχόμενων υπηρεσιών, η οποία αναγράφεται στο τιμολόγιο ή σε αντίστοιχο έγγραφο, ανέρχεται σε τουλάχιστον εκατό ελβετικά φράγκα (με τους φόρους). Ο Οργανισμός απαλλάσσεται από όλους τους δασμούς, τις απαγορεύσεις και τους περιορισμούς επί των εισαγωγών και εξαγωγών ως προς τα είδη που προορίζονται για υπηρεσιακή χρήση· Τα εισαγόμενα κατ’ αυτόν τον τρόπο είδη δεν διατίθενται, επαχθώς ή χαριστικώς, στην Ελβετία, εκτός αν αυτό γίνεται υπό όρους που εγκρίνει η κυβέρνηση της Ελβετίας.
4.
Απαλλαγή από τον ΦΠΑ, τον ειδικό φόρο κατανάλωσης και λοιπούς έμμεσους φόρους χορηγείται υπό μορφήν εμβάσματος αφού ο προμηθευτής των αγαθών ή ο πάροχος των υπηρεσιών προσκομίσει τα ελβετικά έντυπα που απαιτούνται προς τον σκοπό αυτόν.
5.
Δεν παρέχονται απαλλαγές όσον αφορά τους φόρους, τα τέλη και τα δικαιώματα που επιβάλλονται ως ανταπόδοση για παροχές υπηρεσιών κοινής ωφέλειας.
ΑΡΘΡΟ 4
[αντιστοιχεί στο άρθρο 5 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
Ο Οργανισμός απολαμβάνει στην Ελβετία για την υπηρεσιακή του επικοινωνία και τη διακίνηση όλων των εγγράφων του, εντός της επικράτειας κάθε κράτους μέλους, τη μεταχείριση που επιφυλάσσεται από το κράτος αυτό στις διπλωματικές αποστολές.
Η υπηρεσιακή αλληλογραφία και οι λοιπές υπηρεσιακές επικοινωνίες του Οργανισμού δεν υπόκεινται σε λογοκρισία.
ΑΡΘΡΟ 5
[αντιστοιχεί στο άρθρο 6 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
Οι ταυτότητες της Ένωσης που εκδίδονται για τα μέλη και το προσωπικό του Οργανισμού αναγνωρίζονται ως έγκυρα πιστοποιητικά κυκλοφορίας στο έδαφος της Ελβετίας. Οι εν λόγω ταυτότητες εκδίδονται για τους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό υπό προϋποθέσεις που καθορίζονται από τον κανονισμό περί της υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και από το καθεστώς που διέπει το λοιπό προσωπικό της Ένωσης [κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 31, κανονισμός (ΕΥΡΑΤΟΜ) αριθ. 11, περί καθορισμού του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος και της Ευρωπαϊκής Κοινότητος Ατομικής Ενεργείας (ΕΕ 45 της 14.6.1962, σ. 1385), συμπεριλαμβανομένων τυχόν μεταγενέστερων τροποποιήσεων].
ΑΡΘΡΟ 6
[αντιστοιχεί στο άρθρο 10 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
Οι αντιπρόσωποι των κρατών μελών της Ένωσης που συμμετέχουν στις εργασίες του Οργανισμού, καθώς και οι σύμβουλοί τους και τεχνικοί εμπειρογνώμονες, απολαμβάνουν, κατά τη διάρκεια της άσκησης των καθηκόντων τους και κατά τη διάρκεια ταξιδιών τους προς ή από τον τόπο συνεδρίασης στην Ελβετία, τα καθιερωμένα προνόμια, τις ασυλίες και διευκολύνσεις.
ΑΡΘΡΟ 7
[αντιστοιχεί στο άρθρο 11 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
Στην επικράτεια της Ελβετίας και ανεξαρτήτως ιθαγένειας, οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό του Οργανισμού:
α)
απολαύουν ετεροδικίας για πράξεις στις οποίες προέβησαν, συμπεριλαμβανομένου του προφορικού ή γραπτού λόγου, ενεργώντας υπό την επίσημη ιδιότητά τους, με την επιφύλαξη των διατάξεων των Συνθηκών που αφορούν, αφενός, τους κανόνες περί ευθύνης των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού έναντι της Ένωσης, αφετέρου, την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης επί διαφορών μεταξύ της Ένωσης και των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού της. Η ασυλία αυτή εξακολουθεί να ισχύει και μετά τη λήξη της θητείας τους·
β)
δεν υπόκεινται, όπως και οι σύζυγοί τους και τα συντηρούμενα από αυτούς μέλη της οικογένειάς τους, στους περιορισμούς διακίνησης και στις διατυπώσεις εγγραφής στα μητρώα αλλοδαπών·
γ)
απολαμβάνουν, όσον αφορά τις νομισματικές ή συναλλαγματικές ρυθμίσεις, τις ίδιες διευκολύνσεις που αναγνωρίζονται από την καθιερωμένη πρακτική σε υπαλλήλους διεθνών οργανισμών·
δ)
έχουν το δικαίωμα να εισάγουν ατελώς την οικοσκευή και τα προσωπικά τους είδη κατά την πρώτη ανάληψη των καθηκόντων τους στην Ελβετία και το δικαίωμα να τα επανεξάγουν ατελώς, κατά τη λήξη της θητείας τους, με την επιφύλαξη και στις δύο περιπτώσεις των όρων που κρίνονται αναγκαίοι από την κυβέρνηση της Ελβετίας·
ε)
έχουν το δικαίωμα να εισάγουν ατελώς αυτοκίνητο που προορίζεται για προσωπική τους χρήση, το οποίο έχει αποκτηθεί στη χώρα της τελευταίας τους διαμονής ή στη χώρα της οποίας είναι υπήκοοι σύμφωνα με τους όρους του εσωτερικού εμπορίου αυτής και να το επανεξάγουν ατελώς, με την επιφύλαξη και στις δύο περιπτώσεις των όρων που κρίνονται αναγκαίοι από την κυβέρνηση της Ελβετίας.
ΑΡΘΡΟ 8
[αντιστοιχεί στο άρθρο 12 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
Επί των αποδοχών, μισθών και λοιπών αμοιβών που καταβάλλει ο Οργανισμός στους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό του επιβάλλεται φόρος υπέρ της Ένωσης σύμφωνα με τους όρους και τη διαδικασία που καθορίζονται στο ενωσιακό δίκαιο.
Οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό απαλλάσσονται από την επιβολή ελβετικών ομοσπονδιακών φόρων και φόρων των καντονιών επί των αποδοχών, μισθών και λοιπών αμοιβών που καταβάλλονται από τον Οργανισμό.
ΑΡΘΡΟ 9
[αντιστοιχεί στο άρθρο 13 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
Για την εφαρμογή του φόρου επί του εισοδήματος και της περιουσίας, του φόρου κληρονομιών, καθώς και για την εφαρμογή των συμβάσεων περί αποφυγής της διπλής φορολογίας που έχουν συναφθεί μεταξύ της Ελβετίας και κρατών μελών της Ένωσης, οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό του Οργανισμού, οι οποίοι έχουν, απλώς και μόνο λόγω της άσκησης των καθηκόντων τους στην υπηρεσία του Οργανισμού, τη φορολογική κατοικία τους στην επικράτεια της Ελβετίας κατά τον χρόνο της εισόδου τους στην υπηρεσία του Οργανισμού, θεωρούνται και στην Ελβετία και στη χώρα της φορολογικής κατοικίας ότι διατηρούν την προηγούμενη κατοικία τους εφόσον αυτή ευρίσκεται σε κράτος μέλος της Ένωσης. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται ομοίως και για τον ή τη σύζυγο στο μέτρο που αυτός ή αυτή δεν ασκεί ιδία επαγγελματική δραστηριότητα, καθώς και για τα τέκνα των οποίων έχουν την επιμέλεια και τα οποία συντηρούνται από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο παρόν άρθρο.
Τα κινητά πράγματα τα οποία ανήκουν στα πρόσωπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο και που ευρίσκονται στην Ελβετία απαλλάσσονται του φόρου κληρονομίας στην Ελβετία. Για την επιβολή του φόρου αυτού, τα εν λόγω κινητά πράγματα θεωρούνται ευρισκόμενα εντός του κράτους της φορολογικής κατοικίας, με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων τρίτων χωρών και της ενδεχομένης εφαρμογής διατάξεων διεθνών συμβάσεων περί διπλής φορολογίας.
Κατοικία που αποκτάται απλώς και μόνο λόγω της άσκησης καθηκόντων στην υπηρεσία άλλων διεθνών οργανισμών δεν λαμβάνεται υπόψη για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου.
ΑΡΘΡΟ 10
[αντιστοιχεί στο άρθρο 14 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
Η Ένωση καθορίζει το καθεστώς των κοινωνικών παροχών που εφαρμόζεται στους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό της Ένωσης.
Ως εκ τούτου, οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό του Οργανισμού δεν υποχρεούνται να εγγραφούν στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης της Ελβετίας, εφόσον καλύπτονται ήδη από το καθεστώς των κοινωνικών παροχών που εφαρμόζεται στους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό της Ένωσης. Μέλη των οικογενειών των υπαλλήλων του Οργανισμού, τα οποία μετέχουν στο νοικοκυριό του εκάστοτε υπαλλήλου, καλύπτονται από το καθεστώς των κοινωνικών παροχών που εφαρμόζεται στους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό της Ένωσης, εφόσον απασχολούνται σε άλλον εργοδότη εκτός του Οργανισμού και δεν λαμβάνουν κοινωνικές παροχές από κράτος μέλος της Ένωσης ή από την Ελβετία.
ΑΡΘΡΟ 11
[αντιστοιχεί στο άρθρο 15 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
Το ενωσιακό δίκαιο προσδιορίζει τις κατηγορίες υπαλλήλων και λοιπού προσωπικού του Οργανισμού για τους οποίους εφαρμόζονται, εν όλω ή εν μέρει, οι διατάξεις των άρθρων 7, 8 και 9.
Τα ονόματα, η υπηρεσιακή θέση και οι διευθύνσεις των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού που περιλαμβάνονται στις εν λόγω κατηγορίες κοινοποιούνται περιοδικά στην Ελβετία.
ΑΡΘΡΟ 12
[αντιστοιχεί στο άρθρο 17 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
Τα προνόμια, οι ασυλίες και οι διευκολύνσεις παρέχονται στους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό του Οργανισμού αποκλειστικά προς το συμφέρον του Οργανισμού.
Ο Οργανισμός υποχρεούται να άρει την ασυλία που χορηγήθηκε σε υπάλληλο ή σε οποιοδήποτε μέλος του λοιπού προσωπικού, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες κρίνει ότι η άρση της ασυλίας δεν είναι αντίθετη προς τα συμφέροντα του Οργανισμού.
ΑΡΘΡΟ 13
[αντιστοιχεί στο άρθρο 18 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
Για την εφαρμογή του παρόντος προσαρτήματος, ο Οργανισμός ενεργεί σε συνεννόηση με τις αρμόδιες αρχές της Ελβετίας ή των ενδιαφερόμενων κρατών μελών της Ένωσης.
________________
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II
ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΓΙΑ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΕΣ
ΜΑΚΡΟΠΡΟΘΕΣΜΕΣ ΔΕΣΜΕΥΣΕΙΣ ΔΥΝΑΜΙΚΟΤΗΤΑΣ
ΣΕ ΓΡΑΜΜΕΣ ΔΙΑΣΥΝΔΕΣΗΣ ΣΤΑ ΕΛΒΕΤΙΚΑ ΣΥΝΟΡΑ
ΤΜΗΜΑ Α
ΑΡΧΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ
ΑΡΘΡΟ 1
Γενικές αρχές και πεδίο εφαρμογής
1.
Το παρόν παράρτημα καθορίζει τις αρχές για έναν μεταβατικό μηχανισμό οικονομικής αποζημίωσης των κατόχων των συμβάσεων που παρατίθενται στο τμήμα Β.
2.
Η οικονομική αποζημίωση υπολογίζεται με βάση την οικονομική αξία των δεσμεύσεων δυναμικότητας για τους κατόχους συμβάσεων, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 2.
3.
Η οικονομική αποζημίωση χορηγείται για τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου που καθορίζεται στο άρθρο 8 παράγραφος 1 της παρούσας συμφωνίας.
4.
Πριν από τη συμμετοχή της Ελβετίας στην ενιαία σύζευξη επόμενης ημέρας, οι κάτοχοι συμβάσεων που επιθυμούν να λάβουν την οικονομική αποζημίωση αποκτούν την αναγκαία διασυνοριακή δυναμικότητα μέσω δημοπρασίας την οποία πραγματοποιεί το κοινό γραφείο κατανομής (στο εξής: JAO), σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες και διαδικασίες που καθορίζει το JAO. Οι κάτοχοι συμβάσεων δεν δικαιούνται αποζημίωση αν δεν κατόρθωσαν να αποκτήσουν την αναγκαία δυναμικότητα μέσω της διαδικασίας δημοπρασίας.
5.
Μόλις η Ελβετία ενταχθεί στην ενιαία σύζευξη επόμενης ημέρας, οι κάτοχοι συμβάσεων που επιθυμούν να λάβουν οικονομική αποζημίωση αποδεικνύουν ότι η προσφορά τους έγινε δεκτή στο πλαίσιο της ενιαίας διαδικασίας επόμενης ημέρας σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες και διαδικασίες, όπως ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2015/1222, της 24ης Ιουλίου 2015, σχετικά με τον καθορισμό κατευθυντήριων γραμμών για την κατανομή της δυναμικότητας και τη διαχείριση της συμφόρησης (ΕΕ L 197 της 25.7.2015, σ. 24, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2015/1222/oj).
ΑΡΘΡΟ 2
Υπολογισμός της οικονομικής αποζημίωσης
1.
Η οικονομική αποζημίωση υπολογίζεται βάσει όγκου αποζημίωσης (σε MW για δεδομένη ώρα), όπως ορίζεται στις παραγράφους 2 και 3, πολλαπλασιαζόμενου επί την τιμή αποζημίωσης (σε EUR/MWh), όπως ορίζεται στην παράγραφο 4.
2.
Ο όγκος αποζημίωσης για κάθε σύμβαση είναι:
α)
κατά την περίοδο πριν από την ένταξη της Ελβετίας στην ενιαία σύζευξη επόμενης ημέρας, η δυναμικότητα (σε MW για δεδομένη ώρα) που έχει κατανεμηθεί στον κάτοχο σύμβασης στο πλαίσιο της διαδικασίας δημοπρασίας· οι κάτοχοι συμβάσεων, όταν ζητούν την αποζημίωση, παρέχουν στοιχεία που αποδεικνύουν ότι έχει αποκτηθεί και χρησιμοποιηθεί δυναμικότητα έως τον όγκο της σύμβασης στα σύνορα και ότι η εγκατάσταση παραγωγής είναι διαθέσιμη στην αντίστοιχη αγοραία χρονική μονάδα·
β)
μετά την ένταξη της Ελβετίας στην ενιαία σύζευξη επόμενης ημέρας, ο όγκος (σε MW για δεδομένη ώρα) της επιλεγείσας προσφοράς στη διαδικασία ενιαίας σύζευξης επόμενης ημέρας στην αντίστοιχη ζώνη προσφοράς, έως τον μέγιστο όγκο των συμβάσεων· οι κάτοχοι συμβάσεων, όταν ζητούν την οικονομική αποζημίωση, παρέχουν αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τον όγκο της επιλεγείσας προσφοράς και τη διαθεσιμότητα της εγκατάστασης παραγωγής στην αντίστοιχη αγοραία χρονική μονάδα.
3.
Σε ένα δεδομένο έτος, ο όγκος αποζημίωσης σύμφωνα με την παράγραφο 2 μειώνεται στα ακόλουθα ποσοστά:
–
74,3 % για την κατεύθυνση από τη Γαλλία προς την Ελβετία κατά τη χειμερινή περίοδο (1η Οκτωβρίου έως 30 Απριλίου) και 68,5 % κατά τη θερινή περίοδο (1η Μαΐου έως 30 Σεπτεμβρίου)·
–
93,9 % για την κατεύθυνση από την Ελβετία προς τη Γαλλία κατά τη χειμερινή περίοδο (1η Οκτωβρίου έως 30 Απριλίου) και 100 % κατά τη θερινή περίοδο (1η Μαΐου έως 30 Σεπτεμβρίου).
4.
Η τιμή της αποζημίωσης υπολογίζεται εκ των υστέρων ως η θετική διαφορά τιμής μεταξύ των τιμών εκκαθάρισης της αγοράς επόμενης ημέρας της Ελβετίας και της Γαλλίας, λαμβανομένης υπόψη της κατεύθυνσης της ιστορικής δέσμευσης δυναμικότητας, η οποία προκύπτει από το αποτέλεσμα της αγοράς στο χρονικό πλαίσιο επόμενης ημέρας, υπολογιζόμενο χωριστά για κάθε αγοραία χρονική μονάδα. Σε περίπτωση αρνητικής διαφοράς τιμής, δεν καταβάλλεται καμία αποζημίωση.
5.
Το ποσό της αποζημίωσης που υπολογίζεται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 έως 4 μειώνεται περαιτέρω κατά 20 % προκειμένου να ληφθεί υπόψη η συνεισφορά των κατόχων συμβάσεων στο κόστος συντήρησης και κεφαλαίου του δικτύου.
6.
Σε περίπτωση που οι συνολικές πληρωμές αποζημίωσης που καταβάλλονται στους κατόχους συμβάσεων, όπως υπολογίζονται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 έως 5, υπερβαίνουν τα έσοδα συμφόρησης που παράγονται στα γαλλοελβετικά σύνορα ή κατανέμονται σ’ αυτά, οι πληρωμές αποζημίωσης μειώνονται αναλογικά για όλους τους κατόχους συμβάσεων, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι συνολικές αποζημιώσεις δεν υπερβαίνουν τα διαθέσιμα έσοδα συμφόρησης.
7.
Η συνολική οικονομική αποζημίωση για κάθε κάτοχο σύμβασης που υπολογίζεται σύμφωνα με το παρόν άρθρο καταβάλλεται εκ των υστέρων στους κατόχους συμβάσεων σε μηνιαία βάση.
ΑΡΘΡΟ 3
Χρηματοδότηση της αποζημίωσης
Η οικονομική αποζημίωση σύμφωνα με το άρθρο 2 χρηματοδοτείται από τα έσοδα συμφόρησης τα οποία παράγονται από την κατανομή δυναμικότητας στα γαλλοελβετικά σύνορα, είτε όπως προκύπτει από δημοπρασία δυναμικότητας στα εν λόγω σύνορα που διενεργείται από το JAO είτε όπως κατανέμεται στα σύνορα με την εφαρμογή της μεθοδολογίας διανομής των εσόδων συμφόρησης.
ΑΡΘΡΟ 4
Εφαρμογή, παρακολούθηση και επίλυση διαφορών
1.
Οι ΕΡΑ της Γαλλίας και της Ελβετίας συμφωνούν, όπου απαιτείται, σχετικά με τις διαδικασίες για την εφαρμογή των κανόνων του παρόντος παραρτήματος εντός τριών μηνών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας συμφωνίας. Κοινοποιούν σχέδιο των διαδικασιών στον ACER, στην Επιτροπή και στη μεικτή επιτροπή δύο μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας συμφωνίας.
2.
Οι ΕΡΑ της Γαλλίας και της Ελβετίας είναι υπεύθυνες να επαληθεύουν τη συμμόρφωση των ΔΣΜ και των κατόχων συμβάσεων με τις διαδικασίες που αναπτύσσονται σύμφωνα με την παράγραφο 1, μεταξύ άλλων και να επαληθεύουν ότι η αποζημίωση που χορηγείται στους κατόχους συμβάσεων περιορίζεται στις συμβάσεις που παρατίθενται στο τμήμα Β του παρόντος παραρτήματος. Αποστέλλουν στον ACER και στη μεικτή επιτροπή ετήσια έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του μεταβατικού μηχανισμού έως την 1η Μαρτίου του επόμενου έτους.
3.
Σε περίπτωση που οι ΕΡΑ δεν καταλήξουν σε συναίνεση σχετικά με τις διαδικασίες σύμφωνα με την παράγραφο 1 εντός τριών μηνών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας συμφωνίας, η Ελβετία μπορεί να παραπέμψει το θέμα στη μεικτή επιτροπή, η οποία αποφασίζει σχετικά με τις διαδικασίες εφαρμογής εντός 6 μηνών από την ημερομηνία της εν λόγω παραπομπής.
4.
Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 1 έως 3, οι κάτοχοι συμβάσεων έχουν το δικαίωμα να λαμβάνουν την οικονομική αποζημίωση από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας συμφωνίας έως το τέλος της μεταβατικής περιόδου.
ΤΜΗΜΑ B
ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΜΑΚΡΟΠΡΟΘΕΣΜΗΣ ΔΕΣΜΕΥΣΗΣ ΔΥΝΑΜΙΚΟΤΗΤΑΣ ΜΕ
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ
|
Κατεύθυνση
|
Ονομασία σύμβασης
|
Τεχνολογία
|
Μέγιστη ημερομηνία λήξης
|
|
FR => CH
|
EOS CNP Cattenom 3 / 4
|
Πυρηνική ενέργεια
|
Τέλος δραστηριότητας παραγωγής των μονάδων
|
|
FR => CH
|
NOK 94 / EDF 95
|
Πυρηνική ενέργεια
|
30.9.2036
|
|
FR => CH
|
EDL Cattenom 3 / 4
|
Πυρηνική ενέργεια
|
Τέλος δραστηριότητας παραγωγής των μονάδων
|
|
FR => CH
|
EDL 2000
|
Πυρηνική ενέργεια
|
31.12.2039
|
|
FR => CH
|
Participation Bugey 2
|
Πυρηνική ενέργεια
|
Τέλος δραστηριότητας παραγωγής της μονάδας
|
|
FR => CH
|
Participation Bugey 3
|
Πυρηνική ενέργεια
|
Τέλος δραστηριότητας παραγωγής της μονάδας
|
|
FR => CH
|
EOS Cleuson Dixence
|
Υδροηλεκτρική ενέργεια
|
30.4.2030
|
|
CH => FR
|
EOS Cleuson Dixence
|
Υδροηλεκτρική ενέργεια
|
30.4.2030
|
|
FR => CH
|
Emosson Pompage
|
Υδροηλεκτρική ενέργεια
|
Τέλος δραστηριότητας παραγωγής της μονάδας
|
|
CH => FR
|
Emosson Turbine
|
Υδροηλεκτρική ενέργεια
|
Τέλος δραστηριότητας παραγωγής της μονάδας
|
ΤΜΗΜΑ Γ
ΥΔΡΟΗΛΕΚΤΡΙΚΟΙ ΣΤΑΘΜΟΙ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΔΙΑΤΗΡΟΥΝ ΔΕΣΜΕΥΣΕΙΣ ΔΥΝΑΜΙΚΟΤΗΤΑΣ
ΠΟΥ ΔΕΝ ΥΠΕΡΒΑΙΝΟΥΝ ΤΑ 65 MW
|
Κατεύθυνση
|
Ονομασία σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας
|
Μέγιστη δέσμευση δυναμικότητας [MW]
|
Μέγιστη ημερομηνία λήξης
|
|
FR => CH
|
Kembs
|
35
|
Λήξη παραχώρησης (31.12.2035)
|
|
FR => CH
|
FM Chatelot
|
15
|
Λήξη παραχώρησης (31.12.2028)
|
|
CH => FR
|
FM Chatelot
|
30
|
Λήξη παραχώρησης (31.12.2028)
|
|
AT => CH
|
GKW Inn
|
13,3
|
Λήξη παραχώρησης
(μετά το 2050)
|
|
CH => IT
|
Kraftwerke Hinterrhein
|
65
|
Λήξη παραχώρησης (31.12.2042)
|
|
FR => CH
|
Bagnes Martigny (Champsec)
|
2
|
Λήξη παραχώρησης (31.12.2041)
|
|
CH => FR
|
Forces Motrices de Mauvoisin
|
41
|
Λήξη παραχώρησης (31.12.2041)
|
________________
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III
ΚΡΑΤΙΚΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ
ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΕΙΣ
ΤΜΗΜΑ Α
ΜΕΤΡΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΣΥΜΒΙΒΑΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΡΥΘΜΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ
ΤΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΑΓΟΡΑΣ,
ΟΠΩΣ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 13 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 2 ΣΤΟΙΧΕΙΟ γ)
1.
Τα ακόλουθα υφιστάμενα ελβετικά μέτρα συμβιβάζονται με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και δεν υπόκεινται στο άρθρο 14 παράγραφος 3 στοιχείο β):
α)
επιχορηγήσεις επενδύσεων για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σύμφωνα με τα άρθρα 25 έως 29 του νόμου για την ενέργεια (στο εξής: EnG), συμπεριλαμβανομένης της προσωρινής απαλλαγής από τα δικαιώματα ύδρευσης σύμφωνα με το άρθρο 50α του νόμου για την υδροηλεκτρική ενέργεια·
β)
συμβάσεις επί διαφοράς για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σύμφωνα με τα άρθρα 29α έως 29ε του EnG·
γ)
συνεισφορά στις λειτουργικές δαπάνες για τη βιομάζα σύμφωνα με το άρθρο 33α του EnG·
δ)
γεωθερμικές εγγυήσεις σύμφωνα με το άρθρο 33 του EnG·
ε)
αποζημίωση για μέτρα ροών υπολειμμάτων σύμφωνα με το άρθρο 80 παράγραφος 2 του νόμου για την προστασία των υδάτων· και
στ)
αντιστάθμιση για μέτρα περιβαλλοντικής αποκατάστασης που σχετίζονται με την υδροηλεκτρική ενέργεια (τεχνητή αυξομείωση απορροών, μεταφορά ιζημάτων και μετανάστευση ιχθύων) σύμφωνα με το άρθρο 34 του EnG.
2.
Οι ελβετικές αρχές δεσμεύονται να επιτρέπουν, από την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας, τη χορήγηση νέας ενίσχυσης για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στις εγκαταστάσεις για τις οποίες δεν προβλέπεται παρέκκλιση σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχείο β) ή παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/943 στο πλαίσιο των μέτρων που αναφέρονται στο σημείο 1 μόνον αν:
–
υποχρεούνται να πωλούν την οικεία παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στην αγορά·
–
δεν έχουν κίνητρο να προσφέρουν την παραγωγή τους κάτω από το οριακό κόστος τους και δεν λαμβάνουν ενισχύσεις λειτουργίας για την παραγωγή σε περιόδους κατά τις οποίες η αγοραία αξία της εν λόγω παραγωγής είναι αρνητική.
3.
Οι διατάξεις του σημείου 1 στοιχεία α) και β) παύουν να εφαρμόζονται 10 έτη μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας και οι διατάξεις του σημείου 1 στοιχεία γ) έως στ) παύουν να εφαρμόζονται έξι έτη μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας. Μετά τη λήξη των εν λόγω προθεσμιών, η ελβετική εποπτεύουσα αρχή περιλαμβάνει τα εν λόγω μέτρα μεταξύ αυτών που υπόκεινται σε συνεχή επανεξέταση δυνάμει του άρθρου 15 παράγραφος 4.
ΤΜΗΜΑ B
ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΩΝ ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟ ΝΑ ΘΕΩΡΗΘΟΥΝ
ΟΤΙ ΣΥΜΒΙΒΑΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΡΥΘΜΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ
ΤΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΑΓΟΡΑΣ,
ΟΠΩΣ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 13 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 3 ΣΤΟΙΧΕΙΟ ε)
Είναι δυνατό να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς οι ακόλουθες κατηγορίες ενισχύσεων:
[…]
ΤΜΗΜΑ Γ
ΑΠΑΛΛΑΓΕΣ ΚΑΤΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ, ΟΠΩΣ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 13 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 4
Οι ενισχύσεις θεωρούνται ότι συμβιβάζονται με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και απαλλάσσονται από τις απαιτήσεις κοινοποίησης βάσει του άρθρου 14 αν χορηγούνται σύμφωνα με τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που καθορίζονται στις ακόλουθες διατάξεις:
α)
Κεφάλαια I και III του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 651/2014 της Επιτροπής, της 17ης Ιουνίου 2014, για την κήρυξη ορισμένων κατηγοριών ενισχύσεων ως συμβατών με την εσωτερική αγορά κατ’ εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης (ΕΕ ΕΕ L 187 της 26.6.2014, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2014/651/oj), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΕ) 2023/1315 της Επιτροπής, της 23ης Ιουνίου 2023, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 651/2014 για την κήρυξη ορισμένων κατηγοριών ενισχύσεων ως συμβατών με την εσωτερική αγορά κατ’ εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης, και του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2473 για την κήρυξη ορισμένων κατηγοριών ενισχύσεων σε επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην παραγωγή, τη μεταποίηση και την εμπορία προϊόντων αλιείας και υδατοκαλλιέργειας συμβατών με την εσωτερική αγορά κατ’ εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης (EE EE L 167 της 30.6.2023, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2023/1315/oj)·
β)
Άρθρα 1 έως 6 της απόφασης της Επιτροπής, της 20ής Δεκεμβρίου 2011, για την εφαρμογή του άρθρου 106 παράγραφος 2 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις κρατικές ενισχύσεις υπό μορφή αντιστάθμισης για την παροχή δημόσιας υπηρεσίας που χορηγούνται σε ορισμένες επιχειρήσεις επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος (ΕΕ L 7 της 11.1.2012, σ. 3, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2023/2832/oj).
ΤΜΗΜΑ Δ
ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ ΗΣΣΟΝΟΣ ΣΗΜΑΣΙΑΣ, ΟΠΩΣ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 13 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 6
Οι «ενισχύσεις ήσσονος σημασίας» έχουν την έννοια που τους αποδίδεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2023/2831 της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 2023, σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας (ΕΕ ΕΕ L, 2023/2831, 15.12.2023, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2023/2831/oj).
Όσον αφορά τις ενισχύσεις που χορηγούνται σε επιχειρήσεις επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος, οι «ενισχύσεις ήσσονος σημασίας» έχουν την έννοια που τους αποδίδεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2023/2832 της Επιτροπής, της 12ης Δεκεμβρίου 2023, σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας οι οποίες χορηγούνται σε επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος (ΕΕ L, 2023/2832, 15.12.2023, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2023/2382/oj).
________________
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV
ΚΡΑΤΙΚΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ
ΓΕΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΜΕΑΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ
ΟΠΩΣ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 14 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 2
ΤΜΗΜΑ Α
ΓΕΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΜΕΑΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ
(1)
Για τους σκοπούς του μέρους III και σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 2 της παρούσας συμφωνίας, η Ένωση εφαρμόζει τις ακόλουθες πράξεις:
α)
Κανονισμός (ΕΕ) 2015/1589 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2015, περί λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του άρθρου 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ ΕΕ L 248 της 24.9.2015, σ. 9, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2015/1589/oj)·
β)
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 794/2004 της Επιτροπής, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) 2015/1589 του Συμβουλίου για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ ΕΕ L 140 της 30.4.2004, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2004/794/oj), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/2105 της Επιτροπής, της 1ης Δεκεμβρίου 2016, για την τροποποίηση του παραρτήματος I του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 794/2004 σχετικά με το έντυπο που πρέπει να χρησιμοποιείται για την κοινοποίηση κρατικών ενισχύσεων στον τομέα της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας (ΕΕ ΕΕ L 327 της 2.12.2016, σ. 19, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2016/2105/oj)·
γ)
Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 651/2014 της Επιτροπής, της 17ης Ιουνίου 2014, για την κήρυξη ορισμένων κατηγοριών ενισχύσεων ως συμβατών με την εσωτερική αγορά κατ' εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης (ΕΕ ΕΕ L 187 της 26.6.2014, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2014/651/oj), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΕ) 2023/1315 της Επιτροπής, της 23ης Ιουνίου 2023, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 651/2014 για την κήρυξη ορισμένων κατηγοριών ενισχύσεων ως συμβατών με την εσωτερική αγορά κατ’ εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης, και του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2473 για την κήρυξη ορισμένων κατηγοριών ενισχύσεων σε επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην παραγωγή, τη μεταποίηση και την εμπορία προϊόντων αλιείας και υδατοκαλλιέργειας συμβατών με την εσωτερική αγορά κατ’ εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης (EE EE L 167 της 30.6.2023, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2023/1315/oj)·
δ)
Απόφαση της Επιτροπής, της 20ής Δεκεμβρίου 2011, για την εφαρμογή του άρθρου 106 παράγραφος 2 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις κρατικές ενισχύσεις υπό μορφή αντιστάθμισης για την παροχή δημόσιας υπηρεσίας που χορηγούνται σε ορισμένες επιχειρήσεις επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος (ΕΕ ΕΕ L 7 της 11.1.2012, σ. 3, ELI: http://data.europa.eu/eli/dec/2012/21(1)/oj)·
ε)
Κανονισμός (ΕΕ) 2023/2831 της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 2023, σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας (ΕΕ ΕΕ L, 2023/2831, 15.12.2023, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2023/2831/oj)·
στ)
Κανονισμός (ΕΕ) 2023/2832 της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 2023, σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας οι οποίες χορηγούνται σε επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος (ΕΕ ΕΕ L, 2023/2832, 15.12.2023, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2023/2832/oj).
(2)
Για τους σκοπούς του μέρους III και σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 3 της παρούσας συμφωνίας, η Ελβετία θεσπίζει και διατηρεί σύστημα εποπτείας των κρατικών ενισχύσεων το οποίο εξασφαλίζει ανά πάσα στιγμή επίπεδο εποπτείας και επιβολής ισοδύναμο με εκείνο που εφαρμόζει η Ένωση, όπως ορίζεται στο άρθρο 14 παράγραφος 2 και στο σημείο 1 του παρόντος τμήματος.
ΤΜΗΜΑ B
ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ, ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ
ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΛΗΨΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
(1)
Για τους σκοπούς του μέρους III και σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 3 της παρούσας συμφωνίας, η ελβετική εποπτεύουσα αρχή και οι αρμόδιες δικαστικές αρχές της Ελβετίας λαμβάνουν δεόντως υπόψη και ακολουθούν, στο μέτρο του δυνατού, τις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές και ανακοινώσεις οι οποίες είναι δεσμευτικές για την Επιτροπή, καθώς και την οικεία πρακτική λήψης αποφάσεων, προκειμένου να διασφαλίζεται επίπεδο εποπτείας και επιβολής ισοδύναμο με εκείνο της Ένωσης.
(2)
Η Επιτροπή κοινοποιεί στη μεικτή επιτροπή και δημοσιεύει τις κατευθυντήριες γραμμές και τις ανακοινώσεις που θεωρεί συναφείς στο πλαίσιο της παρούσας συμφωνίας.
________________
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ
Οι σχετικές νομικές πράξεις της Ένωσης για την προστασία του περιβάλλοντος οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 20 και στο άρθρο 27 παράγραφος 3 της παρούσας συμφωνίας είναι οι εξής:
1.
32011 L 0092: Οδηγία 2011/92/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (ΕΕ ΕΕ L 26 της 28.1.2012, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2011/92/oj), όπως τροποποιήθηκε με:
–
32014 L 0052: Οδηγία 2014/52/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014 , για την τροποποίηση της οδηγίας 2011/92/ΕΕ σχετικά με την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (ΕΕ ΕΕ L 124 της 25.4.2014, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2014/52/oj).
2.
32001 L 0042: Οδηγία 2001/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 2001, σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων (ΕΕ L 197 της 21.7.2001, σ. 30, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2001/42/oj).
3.
32016 L 0802: Οδηγία (ΕΕ) 2016/802 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2016, σχετικά με τη μείωση της περιεκτικότητας ορισμένων υγρών καυσίμων σε θείο (ΕΕ L 132 της 21.5.2016, σ. 58, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2016/802/oj).
4.
32010 L 0075: Οδηγία 2010/75/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, περί βιομηχανικών εκπομπών (ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχος της ρύπανσης) (ΕΕ ΕΕ L 334 της 17.12.2010, σ. 17, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2010/75/oj).
5.
32009 L 0147: Οδηγία 2009/147/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009 , περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών (ΕΕ ΕΕ L 20 της 26.1.2010, σ. 7, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2009/147/oj), όπως τροποποιήθηκε με:
–
32013 L 0017: Οδηγία 2013/17/ΕΕ του Συμβουλίου, της 13ης Μαΐου 2013, για την προσαρμογή ορισμένων οδηγιών στον τομέα του περιβάλλοντος, λόγω της προσχώρησης της Δημοκρατίας της Κροατίας (ΕΕ ΕΕ L 158 της 10.6.2013, σ. 193, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2013/17/oj),
–
32019 R 1010: Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 2019, σχετικά με την ευθυγράμμιση των υποχρεώσεων υποβολής εκθέσεων στο πλαίσιο της περιβαλλοντικής νομοθεσίας και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 166/2006 και (ΕΕ) αριθ. 995/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, των οδηγιών 2002/49/ΕΚ, 2004/35/ΕΚ, 2007/2/ΕΚ, 2009/147/ΕΚ και 2010/63/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και το Συμβουλίου, των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 338/97 και (ΕΚ) αριθ. 2173/2005 του Συμβουλίου και της οδηγίας 86/278/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ ΕΕ L 170 της 25.6.2019, σ. 115, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2019/1010/oj).
6.
32004 L 0035: Οδηγία 2004/35/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με την περιβαλλοντική ευθύνη όσον αφορά την πρόληψη και την αποκατάσταση περιβαλλοντικής ζημίας (ΕΕ ΕΕ L 143 της 30.4.2004, σ. 56, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2004/35/oj), όπως τροποποιήθηκε με:
–
32006 L 0021: Οδηγία 2006/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2006, σχετικά με τη διαχείριση των αποβλήτων της εξορυκτικής βιομηχανίας και την τροποποίηση της οδηγίας 2004/35/ΕΚ (ΕΕ ΕΕ L 102 της 11.4.2006, σ. 15, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2006/21/oj),
–
32009 L 0031: Οδηγία 2009/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με την αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα σε γεωλογικούς σχηματισμούς και για την τροποποίηση της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου, των οδηγιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 2000/60/ΕΚ, 2001/80/ΕΚ, 2004/35/ΕΚ, 2006/12/ΕΚ και 2008/1/ΕΚ, και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1013/2006 (ΕΕ ΕΕ L 140 της 5.6.2009, σ. 114, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2009/31/oj),
–
32013 L 0030: Οδηγία 2013/30/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 2013, για την ασφάλεια των υπεράκτιων εργασιών πετρελαίου και φυσικού αερίου και την τροποποίηση της οδηγίας 2004/35/ΕΚ (ΕΕ ΕΕ L 178 της 28.6.2013, σ. 66, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2013/30/oj),
–
32019 R 1010: Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 2019, σχετικά με την ευθυγράμμιση των υποχρεώσεων υποβολής εκθέσεων στο πλαίσιο της περιβαλλοντικής νομοθεσίας και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 166/2006 και (ΕΕ) αριθ. 995/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, των οδηγιών 2002/49/ΕΚ, 2004/35/ΕΚ, 2007/2/ΕΚ, 2009/147/ΕΚ και 2010/63/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και το Συμβουλίου, των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 338/97 και (ΕΚ) αριθ. 2173/2005 του Συμβουλίου και της οδηγίας 86/278/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ ΕΕ L 170 της 25.6.2019, σ. 115, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2019/1010/oj).
________________
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VI
ΑΝΑΝΕΩΣΙΜΕΣ ΠΗΓΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ
Εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά σε τυχόν τεχνικές προσαρμογές,
–
δικαιώματα και υποχρεώσεις που προβλέπονται για τα κράτη μέλη της Ένωσης στις νομικές πράξεις οι οποίες περιλαμβάνονται στο παρόν παράρτημα θεωρείται ότι προβλέπονται και για την Ελβετία·
–
αναφορές των εν λόγω πράξεων σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα οποία διαμένουν ή είναι εγκατεστημένα στα κράτη μέλη της Ένωσης θεωρείται ότι περιλαμβάνουν αναφορές σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα οποία διαμένουν ή είναι εγκατεστημένα στην Ελβετία.
Αυτό ισχύει με πλήρη σεβασμό των θεσμικών διατάξεων που περιέχονται στο μέρος V της παρούσας συμφωνίας.
ΠΡΑΞΕΙΣ ΣΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΝΑΦΟΡΑ
1.
32018 L 2001: Οδηγία (ΕΕ) 2018/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2018, για την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές (ΕΕ ΕΕ L 328 της 21.12.2018, σ. 82, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2018/2001/oj), όπως τροποποιήθηκε με:
–
32023 L 2413: Οδηγία (ΕΕ) 2023/2413 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Οκτωβρίου 2023, για την τροποποίηση της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001, του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999 και της οδηγίας 98/70/ΕΚ όσον αφορά την προώθηση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, και την κατάργηση της οδηγίας (ΕΕ) 2015/652 του Συμβουλίου (ΕΕ ΕΕ L, 2023/2413. 31.10.2023, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2023/2413/oj),
–
32022 R 0759: Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2022/759 της Επιτροπής, της 14ης Δεκεμβρίου 2021, για την τροποποίηση του παραρτήματος VII της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά μεθοδολογία για τον υπολογισμό της ποσότητας της ανανεώσιμης ενέργειας που χρησιμοποιείται για ψύξη και τηλεψύξη (ΕΕ ΕΕ L 139 της 18.5.2022, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg_del/2022/759/oj),
–
32024 L1711: Οδηγία (ΕΕ) 2024/1711 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2024, για την τροποποίηση των οδηγιών (ΕΕ) 2018/2001 και (ΕΕ) 2019/944 όσον αφορά τη βελτίωση του σχεδιασμού της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας της Ένωσης (ΕΕ L, 2024/1711, 26.6.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2024/1711/oj).
Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, οι διατάξεις της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001 προσαρμόζονται ως εξής:
α)
στο άρθρο 2 προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:
«Ο ορισμός ενός όρου ισχύει μόνον αν ο όρος αυτός χρησιμοποιείται σε διάταξη που έχει ενσωματωθεί στο παράρτημα VI της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετίας για την ηλεκτρική ενέργεια.»·
β)
το άρθρο 3 τροποποιείται ως εξής:
i)
η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται·
ii)
η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Η Ελβετία θέτει ενδεικτικό στόχο 48,4 % για το μερίδιο της ανανεώσιμης ενέργειας στην οικεία ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας το 2030. Η μεικτή επιτροπή προσαρμόζει τον εν λόγω στόχο για τις περιόδους μετά το 2030, λαμβάνοντας υπόψη τον εφαρμοστέο στόχο στην Ένωση. Η Ελβετία δημοσιεύει πληροφορίες και ενημερώνει τη μεικτή επιτροπή που συγκροτείται με τη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετίας για την ηλεκτρική ενέργεια σχετικά με την πρόοδο που έχει σημειωθεί προς την επίτευξη του εν λόγω στόχου, καθώς και σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 19 και 26 έως 31α της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001, όπως ορίζεται στο παράρτημα VI της εν λόγω συμφωνίας, τουλάχιστον κάθε 2 έτη.»·
iii)
στην παράγραφο 3γ, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«α)
τη χρήση κορμοτεμαχίων πριονιού, κορμών ξυλόφυλλων, στρογγυλής ξυλείας βιομηχανικής ποιότητας, πρέμνων και ριζών για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας·»·
iv)
η παράγραφος 3γ στοιχείο β) και οι παράγραφοι 4, 5 και 6 δεν εφαρμόζονται·
v)
η παράγραφος 4α τροποποιείται ως εξής:
«4α.
Η Ελβετία θεσπίζει πλαίσιο, το οποίο μπορεί να περιλαμβάνει καθεστώτα στήριξης και μέτρα διευκόλυνσης της υιοθέτησης συμβάσεων αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, επιτρέποντας την ανάπτυξη της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε επίπεδο το οποίο συνάδει με τον εθνικό στόχο που αναφέρεται στην παράγραφο 2. Ειδικότερα, το εν λόγω πλαίσιο αντιμετωπίζει τους εναπομένοντες φραγμούς για υψηλό επίπεδο παροχής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και την ανάπτυξη των αναγκαίων υποδομών μεταφοράς, διανομής και αποθήκευσης, συμπεριλαμβανομένης της συντοπισμένης αποθήκευσης ενέργειας. Κατά τον σχεδιασμό του εν λόγω πλαισίου, η Ελβετία λαμβάνει υπόψη την πρόσθετη ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές που απαιτείται για την κάλυψη της ζήτησης στους τομείς των μεταφορών, της βιομηχανίας, των κτιρίων και της θέρμανσης και ψύξης και για την παραγωγή ανανεώσιμων καυσίμων μη βιολογικής προέλευσης.»·
γ)
το άρθρο 5 δεν εφαρμόζεται·
δ)
τα άρθρα 8 έως 14 δεν εφαρμόζονται·
ε)
το άρθρο 15 και τα άρθρα 15β έως 16στ δεν εφαρμόζονται· αντ’ αυτού, η Ελβετία διατηρεί και θεσπίζει συγκρίσιμους κανόνες προκειμένου να επιτύχει τον στόχο της αύξησης του οικείου μεριδίου ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Οι κανόνες αυτοί περιλαμβάνουν:
i)
τον καθορισμό περιοχών όπου μπορούν να κατασκευαστούν σταθμοί παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές,
ii)
τη δημόσια συμμετοχή,
iii)
ταχείες και αποτελεσματικές διαδικασίες αδειοδότησης,
iv)
κατάλληλο καθεστώς δημόσιου συμφέροντος για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας·
στ)
το άρθρο 15α δεν εφαρμόζεται·
ζ)
το άρθρο 17 δεν εφαρμόζεται·
η)
το άρθρο 18 παράγραφοι 1, 2 και 4 έως 6 δεν εφαρμόζεται·
θ)
το άρθρο 18 παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Η Ελβετία θεσπίζει πλαίσιο για να διασφαλίσει επαρκή αριθμό εκπαιδευμένων και ειδικευμένων εγκαταστατών i) όλων των μορφών συστημάτων θέρμανσης και ψύξης από ανανεώσιμες πηγές στα κτίρια, τη βιομηχανία και τη γεωργία, ii) ηλιακών φωτοβολταϊκών συστημάτων, συμπεριλαμβανομένης της αποθήκευσης ενέργειας, και iii) σημείων επαναφόρτισης που επιτρέπουν την ανταπόκριση στη ζήτηση για την εξυπηρέτηση της ανάπτυξης της ανανεώσιμης ενέργειας που απαιτείται για την επίτευξη του στόχου που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 2.»·
ι)
η Ελβετία δεν εφαρμόζει το άρθρο 19 στην ενέργεια εκτός από την ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από κορμοτεμάχια πριονιού, κορμούς ξυλόφυλλων, στρογγυλή ξυλεία βιομηχανικής ποιότητας, πρέμνα και ρίζες·
ια)
το άρθρο 20 και το άρθρο 20α παράγραφοι 3 και 4 δεν εφαρμόζονται·
ιβ)
το άρθρο 20α παράγραφοι 1, 2 και 5 εφαρμόζεται τρία έτη μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας·
ιγ)
τα άρθρα 21 και 22 δεν εφαρμόζονται· αντ’ αυτού, η Ελβετία διατηρεί και θεσπίζει συγκρίσιμους κανόνες για τους αυτοκαταναλωτές ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και τις κοινότητες ανανεώσιμης ενέργειας στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας·
ιδ)
τα άρθρα 22α έως 25 δεν εφαρμόζονται·
ιε)
στο άρθρο 26 προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:
«Η Ελβετία μπορεί να καθορίσει το οικείο μερίδιο βιοκαυσίμων, βιορευστών και καυσίμων βιομάζας που παράγονται από καλλιέργειες τροφίμων και ζωοτροφών στο 0 %.»·
ιστ)
το άρθρο 27 παράγραφοι 1 έως 5 δεν εφαρμόζεται·
ιζ)
το άρθρο 28 παράγραφοι 6 και 7 δεν εφαρμόζεται·
ιη)
το άρθρο 29 παράγραφοι 7α και 7β δεν εφαρμόζεται·
ιθ)
το άρθρο 29α παράγραφος 2 δεν εφαρμόζεται·
κ)
Το άρθρο 30 τροποποιείται ως εξής:
i)
στην παράγραφο 1, στο πρώτο εδάφιο, η εισαγωγική περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Όταν τα ανανεώσιμα καύσιμα πρόκειται να προσμετρηθούν στους στόχους που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 2, τα κράτη μέλη απαιτούν από τους οικονομικούς φορείς να αποδεικνύουν, μέσω υποχρεωτικών ανεξάρτητων και διαφανών ελέγχων, σύμφωνα με την εκτελεστική πράξη που εκδίδεται δυνάμει της παραγράφου 8 του παρόντος άρθρου, ότι πληρούνται τα κριτήρια αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου που ορίζονται στο άρθρο 29 παράγραφοι 2 έως 7 και 10 και στο άρθρο 29α παράγραφος 1 για τα ανανεώσιμα καύσιμα. Για τον σκοπό αυτόν, απαιτούν από τους οικονομικούς φορείς να χρησιμοποιούν σύστημα ισοζυγίου μάζας το οποίο:»·
ii)
η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«2.
Όταν μια παρτίδα υποβάλλεται σε επεξεργασία, οι πληροφορίες για τα χαρακτηριστικά αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου της παρτίδας προσαρμόζονται και αποδίδονται στο παραγόμενο προϊόν σύμφωνα με τους ακόλουθους κανόνες:
α)
όταν από την επεξεργασία παρτίδας πρώτων υλών προκύπτει μόνο ένα προϊόν που προορίζεται για την παραγωγή βιοκαυσίμων, βιορευστών ή καυσίμων βιομάζας, ή ανανεώσιμων καυσίμων μη βιολογικής προέλευσης, το μέγεθος της παρτίδας και οι σχετικές ποσότητες που αντιστοιχούν στα χαρακτηριστικά αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου προσαρμόζονται με την εφαρμογή συντελεστή προσαρμογής που αντιπροσωπεύει τον λόγο της μάζας του προϊόντος που προορίζεται για παρόμοια παραγωγή προς τη μάζα των πρώτων υλών που εισέρχονται στη διαδικασία·
β)
όταν από την επεξεργασία παρτίδας πρώτων υλών προκύπτουν περισσότερα του ενός προϊόντα που προορίζονται για την παραγωγή βιοκαυσίμων, βιορευστών ή καυσίμων βιομάζας, ή ανανεώσιμων καυσίμων μη βιολογικής προέλευσης, για κάθε προϊόν εφαρμόζεται χωριστός συντελεστής προσαρμογής και χωριστό ισοζύγιο μάζας.»·
iii)
στην παράγραφο 3, στο πρώτο εδάφιο, η πρώτη περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«1.
Τα κράτη μέλη λαμβάνουν μέτρα για να διασφαλίσουν ότι οι οικονομικοί φορείς υποβάλλουν αξιόπιστες πληροφορίες όσον αφορά την τήρηση των κριτηρίων αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου που ορίζονται στο άρθρο 29 παράγραφοι 2 έως 7 και 10 και στο άρθρο 29α παράγραφος 1, και ότι οι οικονομικοί φορείς θέτουν στη διάθεση του οικείου κράτους μέλους, κατόπιν αιτήματος, τα δεδομένα που χρησιμοποιήθηκαν για την ανάπτυξη των εν λόγω πληροφοριών.»·
iv)
στην παράγραφο 3, στο δεύτερο εδάφιο, η πρώτη περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Οι υποχρεώσεις που ορίζονται στην παρούσα παράγραφο εφαρμόζονται ανεξάρτητα από το αν τα ανανεώσιμα καύσιμα παράγονται εντός της Ένωσης ή εισάγονται.»·
v)
στην παράγραφο 10, η εισαγωγική περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«10.
Κατόπιν αιτήματος της Ελβετίας, μεταξύ άλλων βάσει αιτήματος οικονομικού φορέα, η Επιτροπή εξετάζει, με βάση όλα τα διαθέσιμα στοιχεία, κατά πόσον έχουν τηρηθεί τα κριτήρια αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου του άρθρου 29 παράγραφοι 2 έως 7 και 10 και του άρθρου 29α παράγραφος 1 σε σχέση με μια πηγή ανανεώσιμων καυσίμων.»·
vi)
στην παράγραφο 10, τα στοιχεία α) και β) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:
«α)
να λαμβάνει υπόψη τα ανανεώσιμα καύσιμα από την εν λόγω πηγή για τους σκοπούς που αναφέρονται στο άρθρο 29 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχεία α), β) και γ)· ή
β)
να απαιτεί, κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 9, από τους προμηθευτές των ανανεώσιμων καυσίμων να προσκομίσουν περαιτέρω αποδείξεις συμμόρφωσης με τα εν λόγω κριτήρια αειφορίας και μείωσης εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και με τα εν λόγω ελάχιστα όρια μείωσης εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.»·
κα)
το άρθρο 31α παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Έως τις 21 Νοεμβρίου 2024, η Επιτροπή μεριμνά ώστε να δημιουργηθεί βάση δεδομένων της Ένωσης που θα επιτρέπει την ιχνηλάτηση των υγρών και αερίων ανανεώσιμων καυσίμων (στο εξής: ενωσιακή βάση δεδομένων).»·
κβ)
τα άρθρα 32 έως 39 δεν εφαρμόζονται·
κγ)
τα παραρτήματα I, IA, IV και VIII δεν εφαρμόζονται·
κδ)
το παράρτημα IX μέρος Α στοιχεία α) και ιστ) δεν εφαρμόζεται·
κε)
τα παραρτήματα X και XI δεν εφαρμόζονται.
2.
32019 R807: Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2019/807 της Επιτροπής, της 13ης Μαρτίου 2019, για τη συμπλήρωση της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τον καθορισμό των πρώτων υλών υψηλού κινδύνου έμμεσης αλλαγής της χρήσης γης για τις οποίες παρατηρείται σημαντική επέκταση της περιοχής παραγωγής σε εκτάσεις με υψηλά αποθέματα άνθρακα και για την πιστοποίηση των βιοκαυσίμων, βιορευστών και καυσίμων βιομάζας χαμηλού κινδύνου έμμεσης αλλαγής της χρήσης γης (ΕΕ ΕΕ L 133 της 21.5.2019, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg_del/2019/807/oj)
3.
32023 R 1184: Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2023/1184 της Επιτροπής, της 10ης Φεβρουαρίου 2023, για τη συμπλήρωση της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου με τη θέσπιση ενωσιακής μεθοδολογίας για τον καθορισμό λεπτομερών κανόνων για την παραγωγή υγρών και αέριων καυσίμων μεταφορών μη βιολογικής προέλευσης από ανανεώσιμες πηγές (ΕΕ ΕΕ L 157 της 20.6.2023, σ. 11, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg_del/2023/1184/oj)
4.
32024 R 1408: Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2024/1408 της Επιτροπής για την τροποποίηση του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2023/1184 της Επιτροπής όσον αφορά την εναρμόνιση ενός τεχνικού όρου με την οδηγία (ΕΕ) 2018/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ ΕΕ L, 2024/1408, 21.5.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg_del/2024/1408/oj)
5.
32023 R 1640: Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2023/1640 της Επιτροπής, της 5ης Ιουνίου 2023, σχετικά με τη μεθοδολογία για τον προσδιορισμό του μεριδίου των βιοκαυσίμων και των βιοαερίων για μεταφορές που παράγονται από την επεξεργασία βιομάζας με ορυκτά καύσιμα σε κοινή διαδικασία (ΕΕ ΕΕ L 205 της 18.8.2023, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg_del/2023/1640/oj)
6.
32023 R 1185: Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2023/1185 της Επιτροπής, της 10ης Φεβρουαρίου 2023, για τη συμπλήρωση της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου με τη θέσπιση ελάχιστου ορίου για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου των καυσίμων ανακυκλωμένου άνθρακα και με τον καθορισμό μεθοδολογίας για την εκτίμηση της μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου από υγρά και αέρια καύσιμα μεταφορών μη βιολογικής προέλευσης από ανανεώσιμες πηγές και από καύσιμα ανακυκλωμένου άνθρακα (ΕΕ L 157 της 20.6.2023, σ. 20, http://data.europa.eu/eli/reg_del/2023/1185/oj)
Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, οι διατάξεις του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2023/1185 προσαρμόζονται ως εξής:
α)
δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2023/1185 όσον αφορά τον υπολογισμό των στόχων για τα καύσιμα και την ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές που παρέχονται στον τομέα των μεταφορών και των στόχων για τα προηγμένα βιοκαύσιμα και το βιοαέριο που αναφέρονται στο άρθρο 25 παράγραφος 2 της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001·
β)
δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2023/1185 όσον αφορά τα καύσιμα ανακυκλωμένου άνθρακα.
7.
32022 R 2448: Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2022/2448 της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 2022, σχετικά με τον ορισμό επιχειρησιακών κατευθύνσεων για τον τρόπο συγκέντρωσης των αποδεικτικών στοιχείων που καταδεικνύουν τη συμμόρφωση με τα κριτήρια αειφορίας της δασικής βιομάζας που ορίζονται στο άρθρο 29 της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ ΕΕ L 320 της 14.12.2022, σ. 4, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg_impl/2022/2448/oj)
8.
32022 D 599: Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2022/599 της Επιτροπής, της 8ης Απριλίου 2022, σχετικά με την αναγνώριση του εθελοντικού συστήματος «Biomass Biofuels Sustainability» (2BSvs) για την απόδειξη της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις που ορίζονται στην οδηγία (ΕΕ) 2018/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα βιοκαύσιμα, τα βιορευστά, τα καύσιμα βιομάζας, τα ανανεώσιμα υγρά και αέρια καύσιμα μη βιολογικής προέλευσης και τα καύσιμα ανακυκλωμένου άνθρακα (ΕΕ ΕΕ L 114 της 12.4.2022, σ. 173, ELI: http://data.europa.eu/eli/dec_impl/2022/599/oj)
9.
32022 D 600: Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2022/600 της Επιτροπής, της 8ης Απριλίου 2022, σχετικά με την αναγνώριση του εθελοντικού συστήματος «Bonsucro EU» για την απόδειξη της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις που ορίζονται στην οδηγία (ΕΕ) 2018/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα βιοκαύσιμα, τα βιορευστά, τα καύσιμα βιομάζας, τα ανανεώσιμα υγρά και αέρια καύσιμα μη βιολογικής προέλευσης και τα καύσιμα ανακυκλωμένου άνθρακα (ΕΕ ΕΕ L 114 της 12.4.2022, σ. 176, ELI: http://data.europa.eu/eli/dec_impl/2022/600/oj)
10.
32022 D 601: Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2022/601 της Επιτροπής, της 8ης Απριλίου 2022, σχετικά με την αναγνώριση του εθελοντικού συστήματος «Better Biomass» για την απόδειξη της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις που ορίζονται στην οδηγία (ΕΕ) 2018/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα βιοκαύσιμα, τα βιορευστά, τα καύσιμα βιομάζας, τα ανανεώσιμα υγρά και αέρια καύσιμα μη βιολογικής προέλευσης και τα καύσιμα ανακυκλωμένου άνθρακα (ΕΕ ΕΕ L 114 της 12.4.2022, σ. 179, ELI: http://data.europa.eu/eli/dec_impl/2022/601/oj)
11.
32022 D 602: Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2022/602 της Επιτροπής, της 8ης Απριλίου 2022, σχετικά με την αναγνώριση του εθελοντικού συστήματος «International Sustainability & Carbon Certification- ISCC EU» για την απόδειξη της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις που ορίζονται στην οδηγία (ΕΕ) 2018/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα βιοκαύσιμα, τα βιορευστά, τα καύσιμα βιομάζας, τα ανανεώσιμα υγρά και αέρια καύσιμα μη βιολογικής προέλευσης και τα καύσιμα ανακυκλωμένου άνθρακα (ΕΕ ΕΕ L 114 της 12.4.2022, σ. 182, ELI: http://data.europa.eu/eli/dec_impl/2022/602/oj)
12.
32022 D 604: Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2022/604 της Επιτροπής, της 8ης Απριλίου 2022, σχετικά με την αναγνώριση του εθελοντικού συστήματος «Red Tractor Farm Assurance Crops and Sugar Beet Scheme» για την απόδειξη της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις που ορίζονται στην οδηγία (ΕΕ) 2018/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα βιοκαύσιμα, τα βιορευστά, τα καύσιμα βιομάζας, τα ανανεώσιμα υγρά και αέρια καύσιμα μη βιολογικής προέλευσης και τα καύσιμα ανακυκλωμένου άνθρακα (ΕΕ ΕΕ L 114 της 12.4.2022, σ. 188, ELI: http://data.europa.eu/eli/dec_impl/2022/604/oj)
13.
32022 D 605: Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2022/605 της Επιτροπής, της 8ης Απριλίου 2022, σχετικά με την αναγνώριση του εθελοντικού συστήματος «REDcert-EU» για την απόδειξη της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις που ορίζονται στην οδηγία (ΕΕ) 2018/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα βιοκαύσιμα, τα βιορευστά, τα καύσιμα βιομάζας, τα ανανεώσιμα υγρά και αέρια καύσιμα μη βιολογικής προέλευσης και τα καύσιμα ανακυκλωμένου άνθρακα (ΕΕ ΕΕ L 114 της 12.4.2022, σ. 191, ELI: http://data.europa.eu/eli/dec_impl/2022/605/oj)
14.
32022 D 606: Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2022/606 της Επιτροπής, της 8ης Απριλίου 2022, σχετικά με την αναγνώριση του εθελοντικού συστήματος «Round Table on Responsible Soy with EU RED Requirements (RTRS EU RED)» για την απόδειξη της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις που ορίζονται στην οδηγία (ΕΕ) 2018/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα βιοκαύσιμα, τα βιορευστά, τα καύσιμα βιομάζας, τα ανανεώσιμα υγρά και αέρια καύσιμα μη βιολογικής προέλευσης και τα καύσιμα ανακυκλωμένου άνθρακα (ΕΕ ΕΕ L 114 της 12.4.2022, σ. 194, ELI: http://data.europa.eu/eli/dec_impl/2022/606/oj)
15.
32022 D 607: Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2022/607 της Επιτροπής, της 8ης Απριλίου 2022, σχετικά με την αναγνώριση του εθελοντικού συστήματος «Roundtable on Sustainable Biomaterials (RSB) EU RED» για την απόδειξη της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις που ορίζονται στην οδηγία (ΕΕ) 2018/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα βιοκαύσιμα, τα βιορευστά, τα καύσιμα βιομάζας, τα ανανεώσιμα υγρά και αέρια καύσιμα μη βιολογικής προέλευσης και τα καύσιμα ανακυκλωμένου άνθρακα (ΕΕ ΕΕ L 114 της 12.4.2022, σ. 197, ELI: http://data.europa.eu/eli/dec_impl/2022/607/oj)
16.
32022 D 608: Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2022/608 της Επιτροπής, της 8ης Απριλίου 2022, σχετικά με την αναγνώριση του εθελοντικού συστήματος «Scottish Quality Crops Farm Assurance Scheme (SQC)» για την απόδειξη της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις που ορίζονται στην οδηγία (ΕΕ) 2018/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα βιοκαύσιμα, τα βιορευστά, τα καύσιμα βιομάζας, τα ανανεώσιμα υγρά και αέρια καύσιμα μη βιολογικής προέλευσης και τα καύσιμα ανακυκλωμένου άνθρακα (ΕΕ ΕΕ L 114 της 12.4.2022, σ. 200, ELI: http://data.europa.eu/eli/dec_impl/2022/608/oj)
17.
32022 D 609: Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2022/609 της Επιτροπής, της 8ης Απριλίου 2022, σχετικά με την αναγνώριση του εθελοντικού συστήματος «SURE» για την απόδειξη της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις που ορίζονται στην οδηγία (ΕΕ) 2018/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα βιοκαύσιμα, τα βιορευστά, τα καύσιμα βιομάζας, τα ανανεώσιμα υγρά και αέρια καύσιμα μη βιολογικής προέλευσης και τα καύσιμα ανακυκλωμένου άνθρακα (ΕΕ ΕΕ L 114 της 12.4.2022, σ. 203, ELI: http://data.europa.eu/eli/dec_impl/2022/609/oj)
18.
32022 D 610: Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2022/610 της Επιτροπής, της 8ης Απριλίου 2022, σχετικά με την αναγνώριση του εθελοντικού συστήματος «Trade Assurance Scheme for Combinable Crops (TASCC)» για την απόδειξη της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις που ορίζονται στην οδηγία (ΕΕ) 2018/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα βιοκαύσιμα, τα βιορευστά, τα καύσιμα βιομάζας, τα ανανεώσιμα υγρά και αέρια καύσιμα μη βιολογικής προέλευσης και τα καύσιμα ανακυκλωμένου άνθρακα (ΕΕ ΕΕ L 114 της 12.4.2022, σ. 206, ELI: http://data.europa.eu/eli/dec_impl/2022/610/oj)
19.
32022 D 611: Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2022/611 της Επιτροπής, της 8ης Απριλίου 2022, σχετικά με την αναγνώριση του εθελοντικού συστήματος «Universal Feed Assurance Scheme (UFAS)» για την απόδειξη της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις που ορίζονται στην οδηγία (ΕΕ) 2018/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα βιοκαύσιμα, τα βιορευστά, τα καύσιμα βιομάζας, τα ανανεώσιμα υγρά και αέρια καύσιμα μη βιολογικής προέλευσης και τα καύσιμα ανακυκλωμένου άνθρακα (ΕΕ ΕΕ L 114 της 12.4.2022, σ. 209, ELI: http://data.europa.eu/eli/dec_impl/2022/611/oj)
20.
32022 D 2461: Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2022/2461 της Επιτροπής, της 14ης Δεκεμβρίου 2022, σχετικά με την αναγνώριση του καθεστώτος «KZR IniG» για την απόδειξη της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις που ορίζονται στην οδηγία (ΕΕ) 2018/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τα βιοκαύσιμα, τα βιορευστά, τα καύσιμα βιομάζας, τα ανανεώσιμα υγρά και αέρια καύσιμα μη βιολογικής προέλευσης και τα καύσιμα ανακυκλωμένου άνθρακα και με την κατάργηση της εκτελεστικής απόφασης (ΕΕ) 2022/603 της Επιτροπής (ΕΕ ΕΕ L 321 της 15.12.2022, σ. 38, ELI: http://data.europa.eu/eli/dec_impl/2022/2461/oj)
21.
32022 D 1657: Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2022/1657 της Επιτροπής, της 26ης Σεπτεμβρίου 2022, σχετικά με την αναγνώριση του εθελοντικού καθεστώτος «Sustainable Biomass Program» για την απόδειξη της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα βιοκαύσιμα, τα βιορευστά, τα καύσιμα βιομάζας, τα ανανεώσιμα υγρά και αέρια καύσιμα μη βιολογικής προέλευσης και τα καύσιμα ανακυκλωμένου άνθρακα (ΕΕ ΕΕ L 249 της 27.9.2022, σ. 53, ELI: http://data.europa.eu/eli/dec_impl/2022/1657/oj)
22.
32022 D 1656: Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2022/1656 της Επιτροπής, της 26ης Σεπτεμβρίου 2022, σχετικά με την αναγνώριση του εθελοντικού καθεστώτος «Austrian agricultural certification scheme (AACS)» για την απόδειξη της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις που ορίζονται στην οδηγία (ΕΕ) 2018/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα βιοκαύσιμα, τα βιορευστά, τα καύσιμα βιομάζας, τα ανανεώσιμα υγρά και αέρια καύσιμα μη βιολογικής προέλευσης και τα καύσιμα ανακυκλωμένου άνθρακα (ΕΕ ΕΕ L 249 της 27.9.2022, σ. 50, ELI: http://data.europa.eu/eli/dec_impl/2022/1656/oj)
23.
32022 R 996: Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2022/996 της Επιτροπής, της 14ης Ιουνίου 2022, σχετικά με τους κανόνες για την επαλήθευση των κριτηρίων αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και των κριτηρίων χαμηλού κινδύνου έμμεσης αλλαγής της χρήσης γης (ΕΕ ΕΕ L 168 της 27.6.2022, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg_impl/2022/996/oj)
24.
32022 D 1655: Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2022/1655 της Επιτροπής, της 26ης Σεπτεμβρίου 2022, για την αναγνώριση της έκθεσης που περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τις τυπικές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου από την καλλιέργεια σόγιας στην Αργεντινή σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφοι 3 και 4 της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ ΕΕ L 249 της 27.9.2022, σ. 47, ELI: http://data.europa.eu/eli/dec_impl/2022/1655/oj)
25.
32024 D 861: Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2024/861 της Επιτροπής, της 15ης Μαρτίου 2024, για την αναγνώριση της έκθεσης που περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τις τυπικές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου από την καλλιέργεια ελαιούχων σπερμάτων ελαιοκράμβης (ραφανίδας) στον Καναδά σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφοι 3 και 4 της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ ΕΕ L, 2024/861, 19.3.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/dec_impl/2024/861/oj)
26.
32023 D 1760: Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2023/1760 της Επιτροπής, της 11ης Σεπτεμβρίου 2023, για την αναγνώριση της έκθεσης που περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τις τυπικές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου από την καλλιέργεια ελαιούχων σπερμάτων ελαιοκράμβης (ραφανίδας) στην Αυστραλία σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφοι 3 και 4 της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ ΕΕ L 224 της 12.9.2023, σ. 105, ELI: http://data.europa.eu/eli/dec_impl/2023/1760/oj)
________________
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VII
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 49 ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ
ΑΡΘΡΟ 1
Κατάλογος των δραστηριοτήτων των οργανισμών της Ένωσης, των συστημάτων πληροφοριών και άλλων δραστηριοτήτων
στις οποίες πρέπει να συνεισφέρει οικονομικά η Ελβετία
Η Ελβετία συνεισφέρει οικονομικά στα εξής:
α)
οργανισμούς:
–
Οργανισμός Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας, όπως θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/942 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 2019, για την ίδρυση Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας (ΕΕ L 158 της 14.6.2019, σ. 22, όπως εφαρμόζεται σύμφωνα με το παράρτημα I της συμφωνίας), λαμβανομένου υπόψη του πεδίου εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας, για το 85 % της γραμμής επιδότησης του προϋπολογισμού της Ένωσης του εν λόγω έτους·
β)
συστήματα πληροφοριών:
–
η ενωσιακή βάση δεδομένων, όπως θεσπίστηκε με την Οδηγία (ΕΕ) 2018/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2018, για την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές (ΕΕ L 328 της 21.12.2018, σ. 82, όπως εφαρμόζεται σύμφωνα με το παράρτημα VI της συμφωνίας)·
γ)
άλλες δραστηριότητες:
καμία.
ΑΡΘΡΟ 2
Όροι πληρωμής
1.
Οι πληρωμές που οφείλονται σύμφωνα με το άρθρο 49 της παρούσας συμφωνίας πραγματοποιούνται σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
2.
Κατά την έκδοση της πρόσκλησης καταβολής του οικονομικού έτους, η Επιτροπή κοινοποιεί στην Ελβετία τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)
το ποσό της επιχειρησιακής συνεισφοράς· και
β)
το ποσό του τέλους συμμετοχής.
3.
Η Επιτροπή κοινοποιεί στην Ελβετία, το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο στις 16 Απριλίου κάθε οικονομικού έτους, τις ακόλουθες πληροφορίες σε σχέση με τη συμμετοχή της Ελβετίας:
α)
τα ποσά των πιστώσεων αναλήψεων υποχρεώσεων του ετήσιου ψηφισθέντος προϋπολογισμού της Ένωσης που έχει εγγραφεί στη/στις σχετική/-ές γραμμή/-ές επιδότησης του προϋπολογισμού της Ένωσης του εν λόγω έτους για κάθε οργανισμό της Ένωσης, λαμβανομένης υπόψη, για κάθε οργανισμό, τυχόν προσαρμοσμένης επιχειρησιακής συνεισφοράς, όπως ορίζεται στο άρθρο 1, και τα ποσά των πιστώσεων αναλήψεων υποχρεώσεων σε σχέση με τον ψηφισθέντα προϋπολογισμό της Ένωσης του εν λόγω έτους για τον σχετικό προϋπολογισμό των συστημάτων πληροφοριών και άλλων δραστηριοτήτων, που καλύπτουν τη συμμετοχή της Ελβετίας σύμφωνα με το άρθρο 1·
β)
το ποσό του τέλους συμμετοχής που αναφέρεται στο άρθρο 49 παράγραφος 7 της παρούσας συμφωνίας· και
γ)
όσον αφορά τους οργανισμούς, το έτος Ν+1 τα ποσά των δημοσιονομικών δεσμεύσεων που αναλήφθηκαν επί πιστώσεων αναλήψεων υποχρεώσεων οι οποίες εγκρίθηκαν το έτος Ν στη/στις σχετική/-ές γραμμή/-ές επιδότησης του προϋπολογισμού της Ένωσης σε σχέση με τον ετήσιο προϋπολογισμό της Ένωσης που έχει εγγραφεί στη/στις σχετική/-ές γραμμή/-ές επιδότησης του προϋπολογισμού της Ένωσης του έτους N.
4.
Βάσει του σχεδίου προϋπολογισμού της, η Επιτροπή παρέχει εκτίμηση των πληροφοριών της παραγράφου 3 στοιχεία α) και β) το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο έως την 1η Σεπτεμβρίου του οικονομικού έτους.
5.
Η Επιτροπή εκδίδει προς την Ελβετία, το αργότερο στις 16 Απριλίου και, εφόσον έχει εφαρμογή στον σχετικό οργανισμό, στο σχετικό σύστημα πληροφοριών ή σε άλλη σχετική δραστηριότητα, το νωρίτερο στις 22 Οκτωβρίου και το αργότερο στις 31 Οκτωβρίου κάθε οικονομικού έτους, πρόσκληση καταβολής που αντιστοιχεί στη συνεισφορά της Ελβετίας βάσει της παρούσας συμφωνίας για καθέναν από τους οργανισμούς, τα συστήματα πληροφοριών και τις άλλες δραστηριότητες όπου συμμετέχει η Ελβετία.
6.
Η/Οι πρόσκληση/-εις καταβολής που αναφέρεται/-ονται στην παράγραφο 5 διαρθρώνεται/-ονται σε δόσεις ως εξής:
α)
η πρώτη δόση κάθε έτους, σε σχέση με την πρόσκληση καταβολής που πρέπει να εκδοθεί έως τις 16 Απριλίου, αντιστοιχεί σε ποσό που δεν υπερβαίνει το ισοδύναμο της εκτιμώμενης ετήσιας χρηματοδοτικής συνεισφοράς του σχετικού οργανισμού, συστήματος πληροφοριών ή άλλης δραστηριότητας που αναφέρεται στην παράγραφο 4.
Η Ελβετία καταβάλλει το ποσό που αναγράφεται στην πρόσκληση καταβολής το αργότερο 60 ημέρες από την ημερομηνία έκδοσης της πρόσκλησης καταβολής·
β)
κατά περίπτωση, η δεύτερη δόση του έτους, σε σχέση με την πρόσκληση καταβολής που πρέπει να εκδοθεί το νωρίτερο στις 22 Οκτωβρίου και το αργότερο στις 31 Οκτωβρίου, αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ του ποσού που αναφέρεται στην παράγραφο 4 και του ποσού που αναφέρεται στην παράγραφο 5, όταν το ποσό που αναφέρεται στην παράγραφο 5 είναι υψηλότερο.
Η Ελβετία καταβάλλει το ποσό που αναγράφεται στην πρόσκληση καταβολής το αργότερο έως τις 21 Δεκεμβρίου.
Για κάθε πρόσκληση καταβολής, η Ελβετία μπορεί να πραγματοποιεί χωριστές πληρωμές για κάθε οργανισμό, σύστημα πληροφοριών ή άλλη δραστηριότητα.
7.
Για το πρώτο έτος εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας, η Επιτροπή εκδίδει μία μόνο πρόσκληση καταβολής εντός 90 ημερών από την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας.
Η Ελβετία καταβάλλει το ποσό που αναγράφεται στην πρόσκληση καταβολής το αργότερο 60 ημέρες από την ημερομηνία έκδοσης της πρόσκλησης καταβολής.
8.
Οποιαδήποτε καθυστέρηση στην καταβολή της χρηματοδοτικής συνεισφοράς συνεπάγεται την καταβολή τόκων υπερημερίας από την Ελβετία επί του οφειλόμενου ποσού από την ημερομηνία καταβολής έως την ημέρα κατά την οποία το εν λόγω οφειλόμενο ποσό εξοφληθεί εξ ολοκλήρου.
Το επιτόκιο για τα εισπρακτέα ποσά που δεν εξοφλούνται εμπρόθεσμα είναι αυτό που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στις κύριες πράξεις αναχρηματοδότησης, όπως δημοσιεύεται στη σειρά C της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και που ισχύει την πρώτη ημέρα του μήνα κατά τον οποίο εκπνέει η προθεσμία ή 0 %, αναλόγως του ποιο ποσό είναι μεγαλύτερο, συν 3,5 εκατοστιαίες μονάδες.
ΑΡΘΡΟ 3
Προσαρμογή της χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Ελβετίας στους οργανισμούς της Ένωσης
με βάση την εκτέλεση
Η προσαρμογή της χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Ελβετίας στους οργανισμούς της Ένωσης πραγματοποιείται το έτος Ν+1, όταν η αρχική επιχειρησιακή συνεισφορά προσαρμόζεται προς τα πάνω ή προς τα κάτω με βάση τη διαφορά μεταξύ της αρχικής επιχειρησιακής συνεισφοράς και μιας προσαρμοσμένης συνεισφοράς η οποία υπολογίζεται με την εφαρμογή της κλείδας κατανομής του έτους Ν στο ποσό των δημοσιονομικών δεσμεύσεων που αναλήφθηκαν επί πιστώσεων αναλήψεων υποχρεώσεων που εγκρίθηκαν κατά το έτος Ν στο πλαίσιο της/των σχετικής/-ών γραμμής/-ών επιδότησης του προϋπολογισμού της Ένωσης. Κατά περίπτωση, η διαφορά λαμβάνει υπόψη, για κάθε οργανισμό, την προσαρμοσμένη επιχειρησιακή συνεισφορά βάσει ποσοστού, όπως ορίζεται στο άρθρο 1.
ΑΡΘΡΟ 4
Μεταβατικές ρυθμίσεις
Σε περίπτωση που η ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας συμφωνίας δεν είναι η 1η Ιανουαρίου, εφαρμόζεται το παρόν άρθρο κατά παρέκκλιση από το άρθρο 2.
Για το πρώτο έτος εφαρμογής της συμφωνίας, σε σχέση με την οφειλόμενη επιχειρησιακή συνεισφορά για το εν λόγω έτος η οποία εφαρμόζεται στον σχετικό οργανισμό, σύστημα πληροφοριών ή άλλη δραστηριότητα, όπως καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 49 της συμφωνίας και τα άρθρα 1 έως 3 του παρόντος παραρτήματος, η επιχειρησιακή συνεισφορά μειώνεται pro rata temporis με τον πολλαπλασιασμό του ποσού της ετήσιας οφειλόμενης επιχειρησιακής συνεισφοράς με τον λόγο των ακόλουθων στοιχείων:
α)
του αριθμού των ημερολογιακών ημερών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της συμφωνίας έως τις 31 Δεκεμβρίου του εν λόγω έτους, και
β)
του συνολικού αριθμού των ημερολογιακών ημερών του εν λόγω έτους.
________________
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ I
ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΡΘΡΟ I.1
Πεδίο εφαρμογής
Αν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη (στο εξής: μέρη) υποβάλει διαφορά σε διαιτησία σύμφωνα με το άρθρο 32 παράγραφος 2 ή το άρθρο 33 παράγραφος 2 της παρούσας συμφωνίας, εφαρμόζονται οι κανόνες του παρόντος πρωτοκόλλου.
ΑΡΘΡΟ I.2
Γραμματεία και γραμματειακές υπηρεσίες
Το Διεθνές Γραφείο του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου της Χάγης (στο εξής: Διεθνές Γραφείο) ασκεί καθήκοντα γραμματείας και παρέχει τις αναγκαίες γραμματειακές υπηρεσίες.
ΑΡΘΡΟ I.3
Κοινοποιήσεις και υπολογισμός προθεσμιών
1.
Οι κοινοποιήσεις, συμπεριλαμβανομένων των ανακοινώσεων ή των προτάσεων, μπορούν να αποστέλλονται με οποιοδήποτε μέσο επικοινωνίας πιστοποιεί τη διαβίβασή τους ή επιτρέπει την πιστοποίησή τους.
2.
Οι εν λόγω κοινοποιήσεις μπορούν να αποστέλλονται ηλεκτρονικά μόνον εφόσον έχει οριστεί ή εγκριθεί διεύθυνση από μέρος ειδικά για τον σκοπό αυτόν.
3.
Οι κοινοποιήσεις αυτές που επιδίδονται στα μέρη αποστέλλονται, για την Ελβετία, στο Τμήμα Ευρώπης του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Εξωτερικών της Ελβετίας και, για την Ένωση, στη Νομική Υπηρεσία της Επιτροπής.
4.
Κάθε προθεσμία που ορίζεται στο παρόν πρωτόκολλο προσμετράται από την επομένη της επέλευσης ενός γεγονότος ή της διενέργειας μιας πράξης. Αν η τελευταία ημέρα για την παράδοση εγγράφου συμπίπτει με μη εργάσιμη ημέρα των θεσμικών οργάνων της Ένωσης ή της κυβέρνησης της Ελβετίας, η χρονική περίοδος της παράδοσης του εγγράφου λήγει την πρώτη επόμενη εργάσιμη μέρα. Υπολογίζονται οι μη εργάσιμες ημέρες που εμπίπτουν στη χρονική περίοδο.
ΑΡΘΡΟ I.4
Κοινοποίηση διαιτησίας
1.
Το μέρος που αναλαμβάνει την πρωτοβουλία να προσφύγει στη διαιτησία (στο εξής: ενάγων) αποστέλλει στο άλλο μέρος (στο εξής: εναγόμενος) και στο Διεθνές Γραφείο κοινοποίηση διαιτησίας.
2.
Η διαιτητική διαδικασία θεωρείται ότι αρχίζει από την ημέρα που έπεται αυτής κατά την οποία ο εναγόμενος παραλαμβάνει την κοινοποίηση διαιτησίας.
3.
Η κοινοποίηση διαιτησίας περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)
το αίτημα παραπομπής της διαφοράς σε διαιτησία·
β)
τα ονόματα και τα στοιχεία επικοινωνίας των μερών·
γ)
το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση του/των εκπροσώπου/-ων του ενάγοντος·
δ)
τη νομική βάση της διαδικασίας, συγκεκριμένα το άρθρο 32 παράγραφος 2 ή το άρθρο 33 παράγραφος 2 της παρούσας συμφωνίας και:
i)
στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 32 παράγραφος 2 της παρούσας συμφωνίας, το ζήτημα που αποτέλεσε το έναυσμα της διαφοράς, όπως έχει εγγραφεί επίσημα, προς επίλυση, στην ημερήσια διάταξη της μεικτής επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 32 παράγραφος 1 της παρούσας συμφωνίας· και
ii)
στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 33 παράγραφος 2 της παρούσας συμφωνίας, την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου, τα εκτελεστικά μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 32 παράγραφος 5 της παρούσας συμφωνίας και τα επίμαχα αντισταθμιστικά μέτρα·
ε)
τον προσδιορισμό τυχόν κανόνα που αποτέλεσε το έναυσμα της διαφοράς ή που σχετίζεται μ’ αυτήν·
στ)
συνοπτική περιγραφή της διαφοράς· και
ζ)
τον ορισμό διαιτητή ή, αν πρέπει να διοριστούν πέντε διαιτητές, τον ορισμό δύο διαιτητών.
4.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 32 παράγραφος 3 της παρούσας συμφωνίας, η κοινοποίηση διαιτησίας μπορεί επίσης να περιέχει πληροφορίες σχετικά με την ανάγκη προσφυγής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
5.
Τυχόν ισχυρισμοί σχετικά με την επάρκεια της κοινοποίησης διαιτησίας δεν εμποδίζουν τη σύσταση του διαιτητικού δικαστηρίου. Η διαφορά διευθετείται οριστικά από το διαιτητικό δικαστήριο.
ΑΡΘΡΟ I.5
Απάντηση στην κοινοποίηση διαιτησίας
1.
Εντός 60 ημερών από την παραλαβή της κοινοποίησης διαιτησίας, ο εναγόμενος αποστέλλει στον ενάγοντα και στο Διεθνές Γραφείο απάντηση στην κοινοποίηση διαιτησίας, η οποία περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)
τα ονόματα και τα στοιχεία επικοινωνίας των μερών·
β)
το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση του/των εκπροσώπου/-ων του εναγομένου·
γ)
απάντηση στις πληροφορίες που περιέχονται στην κοινοποίηση διαιτησίας σύμφωνα με το άρθρο I.4 παράγραφος 3 στοιχεία δ) έως στ)· και
δ)
τον ορισμό διαιτητή ή, αν πρέπει να διοριστούν πέντε διαιτητές, τον ορισμό δύο διαιτητών.
2.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 32 παράγραφος 3 της παρούσας συμφωνίας, η απάντηση στην κοινοποίηση διαιτησίας μπορεί επίσης να περιέχει απάντηση στις πληροφορίες που περιέχονται στην κοινοποίηση διαιτησίας σύμφωνα με το άρθρο I.4 παράγραφος 4 του παρόντος πρωτοκόλλου και πληροφορίες σχετικά με την ανάγκη προσφυγής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
3.
Η έλλειψη απάντησης ή η ελλιπής ή καθυστερημένη απάντηση του εναγομένου στην κοινοποίηση διαιτησίας δεν εμποδίζει τη σύσταση διαιτητικού δικαστηρίου. Η διαφορά διευθετείται οριστικά από το διαιτητικό δικαστήριο.
4.
Αν στην απάντησή του στην κοινοποίηση διαιτησίας ο εναγόμενος ζητήσει το διαιτητικό δικαστήριο να αποτελείται από πέντε διαιτητές, ο ενάγων ορίζει επιπλέον διαιτητή εντός 30 ημερών από την παραλαβή της απάντησης στην κοινοποίηση διαιτησίας.
ΑΡΘΡΟ I.6
Εκπροσώπηση και συνδρομή
1.
Τα μέρη εκπροσωπούνται ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου από έναν ή περισσότερους εκπροσώπους. Ο εκπρόσωπος μπορεί να επικουρείται από συμβούλους ή δικηγόρους.
2.
Κάθε αλλαγή των εκπροσώπων ή των διευθύνσεών τους κοινοποιείται στο άλλο μέρος, στο Διεθνές Γραφείο και στο διαιτητικό δικαστήριο. Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί, ανά πάσα στιγμή, με δική του πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος ενός μέρους, να ζητήσει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τις εξουσίες που έχουν ανατεθεί στους εκπροσώπους των μερών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II
ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΟΥ ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
ΑΡΘΡΟ II.1
Αριθμός διαιτητών
Το διαιτητικό δικαστήριο απαρτίζεται από τρεις διαιτητές. Αν το ζητήσει ο ενάγων στην οικεία κοινοποίηση διαιτησίας ή ο εναγόμενος στην απάντησή του στην κοινοποίηση διαιτησίας, το διαιτητικό δικαστήριο απαρτίζεται από πέντε διαιτητές.
ΑΡΘΡΟ II.2
Διορισμός διαιτητών
1.
Αν πρέπει να διοριστούν τρεις διαιτητές, καθένα από τα μέρη ορίζει έναν από αυτούς. Οι δύο διαιτητές που διορίζονται από τα μέρη επιλέγουν τον τρίτο διαιτητή, ο οποίος προεδρεύει του διαιτητικού δικαστηρίου.
2.
Αν πρέπει να διοριστούν πέντε διαιτητές, καθένα από τα μέρη ορίζει δύο από αυτούς. Οι τέσσερις διαιτητές που διορίζονται από τα μέρη επιλέγουν τον πέμπτο διαιτητή, ο οποίος προεδρεύει του διαιτητικού δικαστηρίου.
3.
Αν, εντός 30 ημερών από τον ορισμό του τελευταίου διαιτητή τον οποίο διόρισαν τα μέρη, οι διαιτητές δεν καταλήξουν σε συμφωνία σχετικά με την επιλογή του προέδρου του διαιτητικού δικαστηρίου, ο πρόεδρος διορίζεται από τον γενικό γραμματέα του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου.
4.
Για τη διευκόλυνση της επιλογής των διαιτητών που θα απαρτίζουν το διαιτητικό δικαστήριο, καταρτίζεται και επικαιροποιείται, όποτε κρίνεται αναγκαίο, ενδεικτικός κατάλογος των προσώπων τα οποία διαθέτουν τα προσόντα που αναφέρονται στην παράγραφο 6, ο οποίος είναι κοινός για όλες τις διμερείς συμφωνίες στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία, καθώς και για τη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για την υγεία, η οποία υπογράφηκε στ […] στις […] (στο εξής: συμφωνία για την υγεία), τη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων, η οποία υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο στις 21 Ιουνίου 1999 (στο εξής: συμφωνία για τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων) και τη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας στη μείωση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία υπογράφηκε στ […] στις […] (στο εξής: συμφωνία σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας). Η μεικτή επιτροπή εγκρίνει και επικαιροποιεί, για τους σκοπούς της συμφωνίας, τον εν λόγω κατάλογο μέσω απόφασης.
5.
Σε περίπτωση που ένα μέρος δεν ορίσει διαιτητή, ο γενικός γραμματέας του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου διορίζει τον εν λόγω διαιτητή από τον κατάλογο που αναφέρεται στην παράγραφο 4. Ελλείψει τέτοιου καταλόγου, ο διαιτητής διορίζεται με κλήρωση από τον γενικό γραμματέα του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου μεταξύ των ατόμων που έχει προτείνει επίσημα ένα μέρος ή και τα δύο μέρη για τους σκοπούς της παραγράφου 4.
6.
Τα πρόσωπα που απαρτίζουν το διαιτητικό δικαστήριο είναι πρόσωπα υψηλής ειδίκευσης, με ή χωρίς δεσμούς με τα μέρη, των οποίων η ανεξαρτησία και η έλλειψη σύγκρουσης συμφερόντων είναι εγγυημένες, ενώ διαθέτουν επίσης ευρεία πείρα. Ειδικότερα, διαθέτουν αποδεδειγμένη εμπειρογνωσία στο δίκαιο και στα θέματα που καλύπτονται από την παρούσα συμφωνία· δεν δέχονται οδηγίες από κανένα μέρος· και συμμετέχουν σε ατομική βάση και δεν δέχονται οδηγίες από κανέναν οργανισμό ή δημόσια αρχή σχετικά με θέματα που συνδέονται με τη διαφορά. Ο πρόεδρος του διαιτητικού δικαστηρίου διαθέτει επίσης πείρα σε διαδικασίες επίλυσης διαφορών.
ΑΡΘΡΟ II.3
Δηλώσεις διαιτητών
1.
Όταν ένα πρόσωπο τελεί υπό εξέταση για διορισμό ως διαιτητής, το εν λόγω πρόσωπο αναφέρει όλες τις περιστάσεις που ενδέχεται να δημιουργήσουν εύλογες αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία ή την ανεξαρτησία του. Από τον διορισμό και καθ’ όλη τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας, ο διαιτητής αναφέρει τις περιστάσεις αυτές στα μέρη και στους άλλους διαιτητές χωρίς καθυστέρηση, αν ο διαιτητής δεν το έχει ήδη πράξει.
2.
Κάθε διαιτητής μπορεί να εξαιρεθεί αν συντρέχουν περιστάσεις που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν εύλογες αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία ή την ανεξαρτησία του.
3.
Ένα μέρος μπορεί να ζητήσει την εξαίρεση διαιτητή που έχει διορίσει μόνο για λόγο που του γνωστοποιείται μετά τον εν λόγω διορισμό.
4.
Αν ένας διαιτητής δεν ενεργήσει ή αδυνατεί εκ του νόμου ή εκ των πραγμάτων να ασκήσει τα καθήκοντά του, εφαρμόζεται η διαδικασία εξαίρεσης διαιτητών που προβλέπεται στο άρθρο II.4.
ΑΡΘΡΟ II.4
Εξαίρεση διαιτητών
1.
Κάθε μέρος που επιθυμεί να εξαιρέσει διαιτητή υποβάλλει αίτημα εξαίρεσης εντός 30 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία του κοινοποιήθηκε ο διορισμός του εν λόγω διαιτητή ή εντός 30 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία έλαβε γνώση των περιστάσεων που αναφέρονται στο άρθρο II.3.
2.
Το αίτημα εξαίρεσης αποστέλλεται στο άλλο μέρος, στον διαιτητή προς εξαίρεση, στους άλλους διαιτητές και στο Διεθνές Γραφείο. Στο αίτημα εκτίθενται οι λόγοι της εξαίρεσης.
3.
Όταν έχει υποβληθεί αίτημα εξαίρεσης, το άλλο μέρος μπορεί να αποδεχθεί το αίτημα εξαίρεσης. Ο εν λόγω διαιτητής μπορεί επίσης να παραιτηθεί. Η αποδοχή της παραίτησης δεν συνεπάγεται αναγνώριση των λόγων για τους οποίους ζητείται η εξαίρεση.
4.
Αν, εντός 15 ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης του αιτήματος εξαίρεσης, το άλλο μέρος δεν αποδεχθεί το αίτημα εξαίρεσης ή ο εν λόγω διαιτητής δεν παραιτηθεί, το μέρος που ζητεί την εξαίρεση μπορεί να ζητήσει από τον γενικό γραμματέα του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου να λάβει απόφαση σχετικά με την εξαίρεση.
5.
Εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά, στην απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 4 εκτίθενται οι λόγοι της απόφασης αυτής.
ΑΡΘΡΟ II.5
Αντικατάσταση διαιτητή
1.
Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, αν είναι αναγκαίο να αντικατασταθεί διαιτητής κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας, διορίζεται ή επιλέγεται αντικαταστάτης σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο II.2 η οποία εφαρμόζεται στον διορισμό ή στην επιλογή του προς αντικατάσταση διαιτητή. Η διαδικασία αυτή εφαρμόζεται ακόμα και αν ένα μέρος δεν έχει ασκήσει το δικαίωμά του να διορίσει ή να συμμετάσχει στον διορισμό του προς αντικατάσταση διαιτητή.
2.
Σε περίπτωση αντικατάστασης διαιτητή, η διαδικασία συνεχίζεται από το σημείο κατά το οποίο ο διαιτητής που αντικαταστάθηκε έπαυσε να ασκεί τα καθήκοντά του, εκτός αν το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίσει διαφορετικά.
ΑΡΘΡΟ II.6
Απαλλαγή της ευθύνης
Εξαιρουμένων των περιπτώσεων δόλου ή σοβαρής αμέλειας, τα μέρη παραιτούνται, στον μέγιστο βαθμό που το επιτρέπει το εφαρμοστέο δίκαιο, από κάθε ενέργεια κατά των διαιτητών για κάθε πράξη ή παράλειψη που σχετίζεται με τη διαιτησία.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ III
ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
ΑΡΘΡΟ III.1
Γενικές διατάξεις
1.
Η ημερομηνία σύστασης του διαιτητικού δικαστηρίου είναι η ημερομηνία κατά την οποία ο τελευταίος διαιτητής αποδέχθηκε τον διορισμό του.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο εξασφαλίζει ότι τα μέρη τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης και ότι, στο κατάλληλο στάδιο της διαδικασίας, καθένα από αυτά έχει επαρκή δυνατότητα να ασκήσει τα δικαιώματά του και να εκθέσει την άποψή του. Το διαιτητικό δικαστήριο διεξάγει τη διαδικασία κατά τρόπο ώστε να αποφεύγονται καθυστερήσεις και περιττές δαπάνες και να διασφαλίζεται η επίλυση της διαφοράς μεταξύ των μερών.
3.
Οργανώνεται ακρόαση, εκτός αν το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίσει διαφορετικά, έπειτα από ακρόαση των μερών.
4.
Όταν ένα μέρος αποστέλλει κοινοποίηση στο διαιτητικό δικαστήριο, το πράττει μέσω του Διεθνούς Γραφείου και αποστέλλει ταυτόχρονα αντίγραφο στο άλλο μέρος. Το Διεθνές Γραφείο αποστέλλει αντίγραφο της εν λόγω κοινοποίησης σε καθέναν από τους διαιτητές.
ΑΡΘΡΟ III.2
Τόπος διαιτησίας
Τόπος διαιτησίας είναι η Χάγη. Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί, αν το απαιτούν εξαιρετικές περιστάσεις, να συνεδριάζει σε οποιοδήποτε άλλο μέρος κρίνει κατάλληλο για τις διασκέψεις του.
ΑΡΘΡΟ III.3
Γλώσσα
1.
Οι γλώσσες διαδικασίας είναι τα γαλλικά και τα αγγλικά.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει όλα τα έγγραφα που επισυνάπτονται στο δικόγραφο αγωγής ή στο υπόμνημα αντίκρουσης, καθώς και όλα τα επιπλέον έγγραφα που προσκομίστηκαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, που υποβλήθηκαν στην πρωτότυπη γλώσσα τους, να συνοδεύονται από μετάφραση σε μία από τις γλώσσες της διαδικασίας.
ΑΡΘΡΟ III.4
Δικόγραφο αγωγής
1.
Ο ενάγων αποστέλλει εγγράφως το οικείο δικόγραφο αγωγής στον εναγόμενο και στο διαιτητικό δικαστήριο μέσω του Διεθνούς Γραφείου, εντός της προθεσμίας που ορίζει το διαιτητικό δικαστήριο. Ο ενάγων μπορεί να αποφασίσει να θεωρήσει την οικεία κοινοποίηση διαιτησίας που αναφέρεται στο άρθρο I.4 ως δικόγραφο αγωγής, υπό την προϋπόθεση ότι πληροί επίσης τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου.
2.
Το δικόγραφο αγωγής περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)
τις πληροφορίες που ορίζονται στο άρθρο I.4 παράγραφος 3 στοιχεία β) έως στ)·
β)
περιγραφή των πραγματικών περιστατικών που προβλήθηκαν προς στήριξη της αγωγής· και
γ)
τα νομικά επιχειρήματα που προβλήθηκαν προς στήριξη της αγωγής.
3.
Το δικόγραφο αγωγής συνοδεύεται, στο μέτρο του δυνατού, από όλα τα έγγραφα και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρει ο ενάγων ή στα οποία θα πρέπει να παραπέμψει. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 32 παράγραφος 3 της παρούσας συμφωνίας, το δικόγραφο αγωγής μπορεί επίσης να περιέχει, στο μέτρο του δυνατού, πληροφορίες σχετικά με την ανάγκη προσφυγής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
ΑΡΘΡΟ III.5
Υπόμνημα αντίκρουσης
1.
Ο εναγόμενος αποστέλλει εγγράφως το υπόμνημα αντίκρουσης στον ενάγοντα και στο διαιτητικό δικαστήριο μέσω του Διεθνούς Γραφείου, εντός της προθεσμίας που ορίζει το διαιτητικό δικαστήριο. Ο εναγόμενος μπορεί να αποφασίσει να θεωρήσει την απάντηση στην κοινοποίηση διαιτησίας που αναφέρεται στο άρθρο I.5 ως υπόμνημα αντίκρουσης, υπό τον όρο ότι η απάντηση στην κοινοποίηση διαιτησίας πληροί επίσης τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου.
2.
Το υπόμνημα αντίκρουσης απαντά στα σημεία του δικογράφου αγωγής που αναφέρονται σύμφωνα με το άρθρο III.4 παράγραφος 2 στοιχεία α) έως γ) του παρόντος πρωτοκόλλου. Το υπόμνημα αντίκρουσης συνοδεύεται, στο μέτρο του δυνατού, από όλα τα έγγραφα και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρει ο εναγόμενος ή στα οποία θα πρέπει να παραπέμψει. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 32 παράγραφος 3 της παρούσας συμφωνίας, το υπόμνημα αντίκρουσης μπορεί επίσης να περιέχει, στο μέτρο του δυνατού, πληροφορίες σχετικά με την ανάγκη προσφυγής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
3.
Στο υπόμνημα αντίκρουσης, ή σε μεταγενέστερο στάδιο της διαιτητικής διαδικασίας, αν το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίσει ότι τυχόν καθυστέρηση δικαιολογείται από τις περιστάσεις, ο εναγόμενος μπορεί να ασκήσει ανταγωγή, υπό την προϋπόθεση ότι το διαιτητικό δικαστήριο είναι αρμόδιο να την εκδικάσει.
4.
Σε ανταγωγή εφαρμόζεται το άρθρο III.4 παράγραφοι 2 και 3.
ΑΡΘΡΟ III.6
Διαιτητική δικαιοδοσία
1.
Το διαιτητικό δικαστήριο αποφαίνεται αν είναι αρμόδιο βάσει του άρθρου 32 παράγραφος 2 ή του άρθρου 33 παράγραφος 2 της παρούσας συμφωνίας.
2.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 32 παράγραφος 2 της παρούσας συμφωνίας, το διαιτητικό δικαστήριο έχει εντολή να εξετάσει το ζήτημα που αποτέλεσε το έναυσμα της διαφοράς, όπως έχει εγγραφεί επίσημα, προς επίλυση, στην ημερήσια διάταξη της μεικτής επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 32 παράγραφος 1 της παρούσας συμφωνίας.
3.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 33 παράγραφος 2 της παρούσας συμφωνίας, το διαιτητικό δικαστήριο το οποίο επιλήφθηκε της κύριας δίκης έχει εντολή να εξετάσει την αναλογικότητα των επίμαχων αντισταθμιστικών μέτρων, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων στις οποίες τα εν λόγω μέτρα ελήφθησαν, εν όλω ή εν μέρει, στο πλαίσιο άλλης διμερούς συμφωνίας στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία.
4.
Η προκαταρκτική ένσταση αναρμοδιότητας του διαιτητικού δικαστηρίου υποβάλλεται το αργότερο με το υπόμνημα αντίκρουσης ή, σε περίπτωση ανταγωγής, με το υπόμνημα απάντησης. Το γεγονός ότι ένα μέρος έχει διορίσει διαιτητή ή έχει συμμετάσχει στον διορισμό του δεν του στερεί το δικαίωμα να προβεί σε τέτοια προκαταρκτική ένσταση. Η προκαταρκτική ένσταση ότι η διαφορά θα υπερέβαινε τις αρμοδιότητες του διαιτητικού δικαστηρίου υποβάλλεται μόλις τεθεί κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας το ζήτημα που φέρεται ότι υπερβαίνει τις αρμοδιότητές του. Σε κάθε περίπτωση, το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την υποβολή προκαταρκτικής ένστασης μετά την παρέλευση της ταχθείσας προθεσμίας, αν κρίνει ότι η καθυστέρηση οφείλεται σε βάσιμο λόγο.
5.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί επί της προκαταρκτικής ένστασης που αναφέρεται στην παράγραφο 4 είτε αντιμετωπίζοντάς την ως προδικαστικό ερώτημα είτε κατά την έκδοση απόφασης επί της ουσίας της υπόθεσης.
ΑΡΘΡΟ III.7
Άλλα γραπτά υπομνήματα
Το διαιτητικό δικαστήριο, μετά από διαβούλευση με τα μέρη, αποφασίζει ποια άλλα γραπτά υπομνήματα, εκτός από το δικόγραφο αγωγής και το υπόμνημα αντίκρουσης, υποβάλλουν ή μπορούν να υποβάλουν τα μέρη και ορίζει προθεσμία για την υποβολή τους.
ΑΡΘΡΟ III.8
Προθεσμίες
1.
Οι προθεσμίες που ορίζει το διαιτητικό δικαστήριο για την κοινοποίηση των γραπτών εγγράφων, συμπεριλαμβανομένου του δικογράφου αγωγής και του υπομνήματος αντίκρουσης, δεν υπερβαίνουν τις 90 ημέρες, εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο λαμβάνει την οριστική του απόφαση εντός 12 μηνών από την ημερομηνία σύστασής του. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις ιδιαίτερης δυσκολίας, το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να παρατείνει την προθεσμία αυτή κατά τρεις επιπλέον μήνες κατ’ ανώτατο όριο.
3.
Οι προθεσμίες που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 μειώνονται κατά το ήμισυ:
α)
κατόπιν αιτήματος του ενάγοντος ή του εναγομένου, αν, εντός 30 ημερών από την υποβολή του εν λόγω αιτήματος, το διαιτητικό δικαστήριο, έπειτα από ακρόαση του άλλου μέρους, κρίνει ότι η υπόθεση είναι επείγουσα· ή
β)
αν συμφωνήσουν τα μέρη.
4.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 33 παράγραφος 2 της παρούσας συμφωνίας, το διαιτητικό δικαστήριο λαμβάνει την οριστική του απόφαση εντός έξι μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης των αντισταθμιστικών μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 33 παράγραφος 1 της παρούσας συμφωνίας.
ΑΡΘΡΟ III.9
Παραπομπή υποθέσεων στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
1.
Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 29 και του άρθρου 32 παράγραφος 3 της παρούσας συμφωνίας, το διαιτητικό δικαστήριο παραπέμπει την υπόθεση στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να παραπέμψει υπόθεση στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανά πάσα στιγμή της διαδικασίας, υπό την προϋπόθεση ότι το διαιτητικό δικαστήριο είναι σε θέση να προσδιορίσει με επαρκή ακρίβεια το νομικό και πραγματικό πλαίσιο της υπόθεσης, καθώς και τα νομικά ζητήματα που εγείρει.
Η διαδικασία ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου αναστέλλεται έως ότου αποφανθεί το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
3.
Κάθε μέρος μπορεί να αποστείλει στο διαιτητικό δικαστήριο αιτιολογημένο αίτημα για την παραπομπή υπόθεσης στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το διαιτητικό δικαστήριο απορρίπτει το εν λόγω αίτημα αν κρίνει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την παραπομπή της υπόθεσης στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 1. Αν το διαιτητικό δικαστήριο απορρίψει το αίτημα ενός μέρους για παραπομπή της υπόθεσης στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αιτιολογεί την απόφασή του στην απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης.
4.
Το διαιτητικό δικαστήριο παραπέμπει υπόθεση στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με κοινοποίηση. Η κοινοποίηση περιέχει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)
συνοπτική περιγραφή της διαφοράς·
β)
την/τις επίμαχη/-ες νομική/-ές πράξη/-εις της Ένωσης και/ή διάταξη/-εις της παρούσας συμφωνίας· και
γ)
την έννοια του ενωσιακού δικαίου που πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 2 της παρούσας συμφωνίας.
Το διαιτητικό δικαστήριο ενημερώνει τα μέρη για την παραπομπή της υπόθεσης στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
5.
Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εφαρμόζει, κατ’ αναλογία, τον εσωτερικό του κανονισμό που εφαρμόζεται στην άσκηση της αρμοδιότητάς του να αποφαίνεται προδικαστικώς επί της ερμηνείας των Συνθηκών και των πράξεων των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης.
6.
Οι εκπρόσωποι και οι δικηγόροι που είναι εξουσιοδοτημένοι να εκπροσωπούν τα μέρη ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου δυνάμει των άρθρων I.4, I.5, III.4 και III.5 εξουσιοδοτούνται να εκπροσωπούν τα μέρη ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
ΑΡΘΡΟ III.10
Προσωρινά μέτρα
1.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 33 παράγραφος 2 της παρούσας συμφωνίας, κάθε μέρος μπορεί, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαιτητικής διαδικασίας, να υποβάλει αίτηση λήψης προσωρινών μέτρων που συνίστανται στην αναστολή των αντισταθμιστικών μέτρων.
2.
Στην αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 προσδιορίζονται το αντικείμενο της διαφοράς, τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υπόθεσης, καθώς και οι πραγματικοί και νομικοί ισχυρισμοί που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη των προσωρινών μέτρων τα οποία ζητούνται. Περιλαμβάνονται όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και παρατίθενται τα προτεινόμενα αποδεικτικά μέσα προς δικαιολόγηση της λήψης των προσωρινών μέτρων.
3.
Το μέρος που ζητεί τη λήψη των προσωρινών μέτρων διαβιβάζει την αίτησή του εγγράφως στο άλλο μέρος και στο διαιτητικό δικαστήριο μέσω του Διεθνούς Γραφείου. Το διαιτητικό δικαστήριο ορίζει σύντομη προθεσμία εντός της οποίας το εν λόγω άλλο μέρος μπορεί να υποβάλει γραπτές ή προφορικές παρατηρήσεις.
4.
Εντός ενός μηνός από την υποβολή της αίτησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, το διαιτητικό δικαστήριο εκδίδει απόφαση σχετικά με την αναστολή των επίμαχων αντισταθμιστικών μέτρων, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)
το διαιτητικό δικαστήριο έχει πειστεί εκ πρώτης όψεως για το βάσιμο της υπόθεσης που υπέβαλε το μέρος που ζήτησε τη λήψη των προσωρινών μέτρων στην αίτησή του·
β)
το διαιτητικό δικαστήριο θεωρεί ότι, εν αναμονή της οριστικής του απόφασης, το μέρος που ζητεί τη λήψη των προσωρινών μέτρων θα υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία αν δεν ανασταλούν τα αντισταθμιστικά μέτρα· και
γ)
η ζημία που υπέστη το μέρος το οποίο ζητεί τη λήψη των προσωρινών μέτρων λόγω της άμεσης εφαρμογής των επίμαχων αντισταθμιστικών μέτρων υπερτερεί του συμφέροντος για άμεση και αποτελεσματική εφαρμογή των μέτρων αυτών.
5.
Η αναστολή της διαδικασίας που αναφέρεται στο άρθρο III.9 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο δεν εφαρμόζεται στις διαδικασίες δυνάμει του παρόντος άρθρου.
6.
Η απόφαση που λαμβάνεται από το διαιτητικό δικαστήριο σύμφωνα με την παράγραφο 4 έχει μόνο προσωρινό χαρακτήρα και δεν προδικάζει την κρίση του διαιτητικού δικαστηρίου επί της ουσίας της υπόθεσης.
7.
Εκτός αν η απόφαση που λαμβάνει το διαιτητικό δικαστήριο σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου ορίζει προγενέστερη ημερομηνία για τη λήξη της αναστολής, η αναστολή αίρεται όταν ληφθεί η οριστική απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 33 παράγραφος 2 της παρούσας συμφωνίας.
8.
Προς αποφυγή αμφιβολιών, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, εξυπακούεται ότι, κατά την εξέταση των αντίστοιχων συμφερόντων του μέρους που ζητεί τη λήψη προσωρινών μέτρων και του άλλου μέρους, το διαιτητικό δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα των ιδιωτών και των οικονομικών φορέων των μερών, αλλά η εξέταση αυτή δεν ισοδυναμεί με αναγνώριση οποιασδήποτε ιδιότητας στους εν λόγω ιδιώτες ή οικονομικούς φορείς ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου.
ΑΡΘΡΟ III.11
Αποδεικτικά στοιχεία
1.
Κάθε μέρος παρέχει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζει την αγωγή του ή την αντίκρουσή του.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο, κατόπιν αιτήματος ενός μέρους ή με δική του πρωτοβουλία, μπορεί να ζητεί από τα μέρη σχετικές πληροφορίες που θεωρεί αναγκαίες και κατάλληλες. Το διαιτητικό δικαστήριο ορίζει προθεσμία εντός της οποίας τα μέρη πρέπει να απαντήσουν στο αίτημά του.
3.
Το διαιτητικό δικαστήριο, κατόπιν αιτήματος ενός μέρους ή με δική του πρωτοβουλία, μπορεί να ζητεί από οποιαδήποτε πηγή τις πληροφορίες που θεωρεί κατάλληλες. Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί επίσης να ζητεί τη γνώμη εμπειρογνωμόνων εφόσον το κρίνει σκόπιμο και υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που συμφωνούνται από τα μέρη, κατά περίπτωση.
4.
Οι πληροφορίες που λαμβάνονται από το διαιτητικό δικαστήριο δυνάμει του παρόντος άρθρου καθίστανται διαθέσιμες στα μέρη, τα δε μέρη μπορούν να υποβάλλουν παρατηρήσεις επί των εν λόγω πληροφοριών στο διαιτητικό δικαστήριο.
5.
Το διαιτητικό δικαστήριο, αφού ζητήσει τη γνώμη του άλλου μέρους, λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση τυχόν ζητημάτων που έχει εγείρει ένα μέρος όσον αφορά την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, το επαγγελματικό απόρρητο και τα νόμιμα συμφέροντα της εμπιστευτικότητας.
6.
Το διαιτητικό δικαστήριο κρίνει το παραδεκτό, τη λυσιτέλεια και την ισχύ των υποβληθέντων αποδεικτικών στοιχείων.
ΑΡΘΡΟ III.12
Ακροάσεις
1.
Όταν πρέπει να πραγματοποιηθεί ακρόαση, το διαιτητικό δικαστήριο, κατόπιν διαβούλευσης με τα μέρη, ενημερώνει τα μέρη εγκαίρως σχετικά με την ημερομηνία, την ώρα και τον τόπο διεξαγωγής της ακρόασης.
2.
Η ακρόαση είναι δημόσια, εκτός αν το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίσει διαφορετικά, αυτεπαγγέλτως ή αιτήσει των μερών, για σοβαρούς λόγους.
3.
Τα πρακτικά κάθε ακρόασης συντάσσονται και υπογράφονται από τον πρόεδρο του διαιτητικού δικαστηρίου. Τα εν λόγω πρακτικά είναι τα μόνα αυθεντικά.
4.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει τη διεξαγωγή της ακρόασης διαδικτυακά σύμφωνα με την πρακτική του Διεθνούς Γραφείου. Τα μέρη ενημερώνονται εγκαίρως για την πρακτική αυτή. Στις περιπτώσεις αυτές, εφαρμόζονται η παράγραφος 1, κατ’ αναλογία, και η παράγραφος 3.
ΑΡΘΡΟ III.13
Ερήμην διαδικασία
1.
Αν ο ενάγων δεν υποβάλει, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο παρόν πρωτόκολλο ή που έχει ορίσει το διαιτητικό δικαστήριο, χωρίς να προβάλει επαρκείς λόγους, το οικείο δικόγραφο αγωγής, το διαιτητικό δικαστήριο διατάσσει την περάτωση της διαιτητικής διαδικασίας, εκτός αν υπάρχουν εκκρεμή ζητήματα επί των οποίων ενδέχεται να απαιτείται απόφαση και αν το διαιτητικό δικαστήριο το κρίνει σκόπιμο.
Αν ο εναγόμενος δεν υποβάλει, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο παρόν πρωτόκολλο ή που έχει ορίσει το διαιτητικό δικαστήριο, χωρίς να προβάλει επαρκείς λόγους, την απάντησή του στην κοινοποίηση διαιτησίας ή το οικείο υπόμνημα αντίκρουσης, το διαιτητικό δικαστήριο διατάσσει τη συνέχιση της διαδικασίας, χωρίς να θεωρεί ότι η παράλειψη αυτή συνιστά αποδοχή των ισχυρισμών του ενάγοντος.
Το δεύτερο εδάφιο εφαρμόζεται επίσης στην περίπτωση που ο ενάγων δεν απαντήσει σε ανταγωγή.
2.
Αν ένα μέρος, το οποίο έχει κληθεί δεόντως σύμφωνα με το άρθρο III.12 παράγραφος 1, δεν εμφανιστεί σε ακρόαση και δεν προβάλει επαρκείς λόγους για τη μη εμφάνισή του, το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να συνεχίσει τη διαιτησία.
3.
Αν ένα μέρος, το οποίο έχει κληθεί δεόντως από το διαιτητικό δικαστήριο να προσκομίσει περαιτέρω αποδεικτικά στοιχεία, δεν το πράξει εντός της ταχθείσας προθεσμίας χωρίς να προβάλει επαρκείς λόγους για τη μη προσκόμισή τους, το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που έχει στη διάθεσή του.
ΑΡΘΡΟ III.14
Περάτωση της διαδικασίας
1.
Όταν αποδεικνύεται ότι τα μέρη είχαν ευλόγως τη δυνατότητα να εκθέσουν τα επιχειρήματά τους, το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να κηρύξει την περάτωση της διαδικασίας.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί, αν το κρίνει αναγκαίο λόγω εξαιρετικών περιστάσεων, να αποφασίσει, με δική του πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος ενός μέρους, να κινήσει εκ νέου τη διαδικασία ανά πάσα στιγμή προτού λάβει την απόφασή του.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΑΡΘΡΟ IV.1
Αποφάσεις
Το διαιτητικό δικαστήριο καταβάλλει κάθε προσπάθεια ώστε να λαμβάνει τις αποφάσεις του με συναίνεση. Αν, ωστόσο, αποδειχθεί αδύνατη η λήψη απόφασης με συναίνεση, η απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου λαμβάνεται με πλειοψηφία των διαιτητών.
ΑΡΘΡΟ IV.2
Μορφή και ισχύς της απόφασης του διαιτητικού δικαστηρίου
1.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει χωριστές αποφάσεις επί διαφορετικών ζητημάτων σε διαφορετικές χρονικές στιγμές.
2.
Όλες οι αποφάσεις είναι γραπτές και αιτιολογημένες. Είναι οριστικές και δεσμευτικές για τα μέρη.
3.
Η απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου υπογράφεται από τους διαιτητές, περιέχει την ημερομηνία κατά την οποία ελήφθη και αναφέρει τον τόπο της διαιτησίας. Αντίγραφο της απόφασης υπογεγραμμένο από τους διαιτητές κοινοποιείται στα μέρη από το Διεθνές Γραφείο.
4.
Το Διεθνές Γραφείο δημοσιοποιεί την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου.
Το Διεθνές Γραφείο, όταν δημοσιοποιεί την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου, τηρεί τους σχετικούς κανόνες για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, του επαγγελματικού απορρήτου και των νόμιμων συμφερόντων εμπιστευτικότητας.
Οι κανόνες που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο είναι πανομοιότυποι για όλες τις διμερείς συμφωνίες στους τομείς της εσωτερικής αγοράς στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία, καθώς και για τη συμφωνία για την υγεία, τη συμφωνία για τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων και τη συμφωνία σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας. Η μεικτή επιτροπή εγκρίνει και επικαιροποιεί, για τους σκοπούς της συμφωνίας, τους εν λόγω κανόνες μέσω απόφασης.
5.
Τα μέρη συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση με όλες τις αποφάσεις του διαιτητικού δικαστηρίου.
6.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 32 παράγραφος 2 της παρούσας συμφωνίας, το διαιτητικό δικαστήριο, αφού λάβει τη γνώμη των μερών, ορίζει στην απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης εύλογη προθεσμία εντός της οποίας τα μέρη πρέπει να συμμορφωθούν με την απόφασή του σύμφωνα με το άρθρο 32 παράγραφος 5 της παρούσας συμφωνίας, λαμβάνοντας υπόψη τις εσωτερικές διαδικασίες των μερών.
ΑΡΘΡΟ IV.3
Εφαρμοστέο δίκαιο, κανόνες ερμηνείας, διαμεσολαβητής
1.
Το εφαρμοστέο δίκαιο περιλαμβάνει την παρούσα συμφωνία, τις νομικές πράξεις της Ένωσης στις οποίες γίνεται αναφορά σ’ αυτήν, καθώς και κάθε άλλο κανόνα του διεθνούς δικαίου που σχετίζεται με την εφαρμογή των εν λόγω πράξεων.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίζει σύμφωνα με τους κανόνες ερμηνείας που αναφέρονται στο άρθρο 29 της παρούσας συμφωνίας.
3.
Προηγούμενες αποφάσεις που έχουν ληφθεί από όργανο επίλυσης διαφορών όσον αφορά την αναλογικότητα των αντισταθμιστικών μέτρων βάσει άλλης διμερούς συμφωνίας μεταξύ εκείνων που αναφέρονται στο άρθρο 33 παράγραφος 1 είναι δεσμευτικές για το διαιτητικό δικαστήριο.
4.
Το διαιτητικό δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίζει ως διαμεσολαβητής ή ex aequo et bono.
ΑΡΘΡΟ IV.4
Αμοιβαία αποδεκτή λύση ή άλλοι λόγοι για την περάτωση της διαδικασίας
1.
Τα μέρη μπορούν, ανά πάσα στιγμή, να καταλήξουν σε αμοιβαία αποδεκτή λύση στη διαφορά τους. Κοινοποιούν από κοινού κάθε τέτοια λύση στο διαιτητικό δικαστήριο. Αν η λύση απαιτεί έγκριση σύμφωνα με τις οικείες εθνικές διαδικασίες ενός εκ των μερών, η κοινοποίηση παραπέμπει σ’ αυτήν την απαίτηση και η διαδικασία διαιτησίας αναστέλλεται. Αν δεν απαιτείται έγκριση, ή με κοινοποίηση της ολοκλήρωσης των εθνικών διαδικασιών, η διαδικασία διαιτησίας περατώνεται.
2.
Αν, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ο ενάγων ενημερώσει εγγράφως το διαιτητικό δικαστήριο ότι δεν επιθυμεί να συνεχίσει περαιτέρω τη διαδικασία και αν, κατά την ημερομηνία παραλαβής της εν λόγω κοινοποίησης από το διαιτητικό δικαστήριο, ο εναγόμενος δεν έχει προβεί ακόμη σε καμία ενέργεια στο πλαίσιο της διαδικασίας, το διαιτητικό δικαστήριο εκδίδει διάταξη με την οποία διαπιστώνει επισήμως την περάτωση της διαδικασίας. Το διαιτητικό δικαστήριο αποφαίνεται επί των εξόδων, τα οποία βαρύνουν τον ενάγοντα, αν αυτό δικαιολογείται από τη στάση του εν λόγω μέρους.
3.
Αν το διαιτητικό δικαστήριο, προτού λάβει απόφαση, καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η συνέχιση της διαδικασίας έχει καταστεί άνευ αντικειμένου ή αδύνατη για οποιονδήποτε λόγο εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, το διαιτητικό δικαστήριο ενημερώνει τα μέρη για την πρόθεσή του να εκδώσει διάταξη για την περάτωση της διαδικασίας.
Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται όταν εκκρεμούν ζητήματα επί των οποίων ενδέχεται να είναι αναγκαίο να ληφθεί απόφαση και αν το διαιτητικό δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να το πράξει.
4.
Το διαιτητικό δικαστήριο κοινοποιεί στα μέρη αντίγραφο της διάταξης για την περάτωση της διαιτητικής διαδικασίας ή της απόφασης που λαμβάνεται με συμφωνία μεταξύ των μερών, υπογεγραμμένης από τους διαιτητές. Το άρθρο IV.2 παράγραφοι 2 έως 5 εφαρμόζεται στις διαιτητικές αποφάσεις που λαμβάνονται με συμφωνία μεταξύ των μερών.
ΑΡΘΡΟ IV.5
Διόρθωση της απόφασης του διαιτητικού δικαστηρίου
1.
Εντός 30 ημερών από την παραλαβή της απόφασης του διαιτητικού δικαστηρίου, ένα μέρος μπορεί, με κοινοποίηση στο άλλο μέρος και στο διαιτητικό δικαστήριο μέσω του Διεθνούς Γραφείου, να ζητήσει από το διαιτητικό δικαστήριο να διορθώσει στο κείμενο της απόφασης του διαιτητικού δικαστηρίου τυχόν σφάλματα υπολογισμού, λάθη εκ παραδρομής ή τυπογραφικά λάθη ή τυχόν σφάλματα ή παραλείψεις παρόμοιας φύσης. Αν το διαιτητικό όργανο κρίνει το αίτημα δικαιολογημένο, προβαίνει στη διόρθωση εντός 45 ημερών από την παραλαβή του αιτήματος. Το αίτημα δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα όσον αφορά την προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο IV.2 παράγραφος 6.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί, εντός 30 ημερών από την κοινοποίηση της απόφασής του, να προβεί με δική του πρωτοβουλία στις διορθώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1.
3.
Οι διορθώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου πραγματοποιούνται γραπτώς και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της απόφασης. Εφαρμόζεται το άρθρο IV.2 παράγραφοι 2 έως 5.
ΑΡΘΡΟ IV.6
Αμοιβές διαιτητών
1.
Οι αμοιβές που αναφέρονται στο άρθρο IV.7 είναι εύλογες, λαμβανομένων υπόψη της πολυπλοκότητας της υπόθεσης, του χρόνου που αφιερώνουν σ’ αυτήν οι διαιτητές και όλων των άλλων σχετικών περιστάσεων.
2.
Καταρτίζεται και επικαιροποιείται, όταν κρίνεται αναγκαίο, κατάλογος ημερήσιας αμοιβής και μέγιστων και ελάχιστων ωρών ο οποίος είναι κοινός για όλες τις διμερείς συμφωνίες στους τομείς της εσωτερικής αγοράς στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία, καθώς και για τη συμφωνία για την υγεία, τη συμφωνία για τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων και τη συμφωνία σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας. Η μεικτή επιτροπή εγκρίνει και επικαιροποιεί, για τους σκοπούς της συμφωνίας, τον εν λόγω κατάλογο μέσω απόφασης.
ΑΡΘΡΟ IV.7
Έξοδα
1.
Κάθε μέρος επωμίζεται τα έξοδά του και το ήμισυ των εξόδων του διαιτητικού δικαστηρίου.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο καθορίζει τα έξοδά του στην απόφασή του επί της ουσίας της υπόθεσης. Τα εν λόγω έξοδα περιλαμβάνουν μόνο:
α)
τις αμοιβές των διαιτητών, οι οποίες πρέπει να δηλώνονται χωριστά για κάθε διαιτητή και να καθορίζονται από το ίδιο το διαιτητικό δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο IV.6·
β)
τα έξοδα ταξιδιού και άλλα έξοδα των διαιτητών· και
γ)
τις αμοιβές και τα έξοδα του Διεθνούς Γραφείου.
3.
Τα έξοδα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 είναι εύλογα, λαμβανομένων υπόψη του επίμαχου ποσού, της πολυπλοκότητας της διαφοράς, του χρόνου που αφιέρωσαν οι διαιτητές και τυχόν εμπειρογνώμονες που έχουν διοριστεί από το διαιτητικό δικαστήριο και τυχόν άλλων σχετικών περιστάσεων.
ΑΡΘΡΟ IV.8
Κατάθεση του ποσού των εξόδων
1.
Κατά την έναρξη της διαιτησίας, το Διεθνές Γραφείο μπορεί να ζητήσει από τα μέρη να καταθέσουν ίσο ποσό ως προκαταβολή για τα έξοδα που αναφέρονται στο άρθρο IV.7 παράγραφος 2.
2.
Κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας, το Διεθνές Γραφείο μπορεί να ζητήσει από τα μέρη να καταθέσουν ποσά συμπληρωματικά προς εκείνα που αναφέρονται στην παράγραφο 1.
3.
Όλα τα ποσά που κατατίθενται από τα μέρη κατ’ εφαρμογή του παρόντος άρθρου καταβάλλονται στο Διεθνές Γραφείο το οποίο τα χρησιμοποιεί για την κάλυψη των πραγματικών εξόδων που πραγματοποιούνται, συμπεριλαμβανομένων, ιδίως, των αμοιβών που καταβάλλονται στους διαιτητές και στο Διεθνές Γραφείο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ V
ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΡΘΡΟ V.1
Τροποποιήσεις
Η μεικτή επιτροπή μπορεί να εγκρίνει, μέσω απόφασης, τροποποιήσεις στο παρόν πρωτόκολλο.
ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Βρυξέλλες, 13.6.2025
COM(2025) 308 final
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
της
πρότασης απόφασης του Συμβουλίου
σχετικά με την υπογραφή, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ευρείας δέσμης συμφωνιών για την εδραίωση, εμβάθυνση και διεύρυνση των διμερών σχέσεων με την Ελβετική Συνομοσπονδία και σχετικά με την προσωρινή εφαρμογή της συμφωνίας σχετικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας στον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Διαστημικό Πρόγραμμα
ΣΥΜΦΩΝΙΑ
ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΒΕΤΙΚΗΣ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΓΕΙΑ
Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ, καλούμενη στο εξής «Ένωση»,
και
Η ΕΛΒΕΤΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ, καλούμενη στο εξής «Ελβετία»,
στο εξής καλούμενες «συμβαλλόμενα μέρη»·
ΕΠΙΘΥΜΩΝΤΑΣ να ενισχύσουν τη συνεργασία τους προς όφελος της υγείας των πληθυσμών των συμβαλλόμενων μερών, ιδίως για την ετοιμότητα και την αντίδραση σε σοβαρές διασυνοριακές απειλές κατά της υγείας·
ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι οι απειλές κατά της υγείας δεν σταματούν στα εθνικά σύνορα τα οποία αρκετά κράτη μέλη της Ένωσης μοιράζονται με την Ελβετία και ότι σημαντικός αριθμός προσώπων διασχίζει καθημερινά τα κοινά σύνορα και, συνεπώς, η καλύτερη ανταλλαγή εμπειρογνωσίας στον τομέα των σοβαρών διασυνοριακών απειλών κατά της υγείας θα είναι προς το κοινό συμφέρον·
ΑΠΟΦΑΣΙΣΜΕΝΑ να αντιμετωπίζουν τις σοβαρές διασυνοριακές απειλές κατά της υγείας με τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο, μεταξύ άλλων ανταλλάσσοντας πληροφορίες μέσω κοινών συστημάτων και αμοιβαίων ικανοτήτων επιδημιολογικής επιτήρησης·
ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι η συμμετοχή της Ελβετίας σε όργανα, οργανισμούς και δομές της Ένωσης για την πρόληψη και τον έλεγχο των νόσων, καθώς και στα δίκτυα επιτήρησης και συναγερμού, και η εφαρμογή παρόμοιων μηχανισμών ετοιμότητας και αντίδρασης για την πρόληψη και τον έλεγχο σοβαρών διασυνοριακών απειλών κατά της υγείας θα βελτιώσουν το επίπεδο προστασίας της υγείας των πληθυσμών των συμβαλλόμενων μερών·
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ότι μια διμερής συμφωνία μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών για την υγεία θα πρέπει να παρέχει σαφή και ισχυρή νομική βάση για τη συνεργασία στον τομέα της υγειονομικής ασφάλειας·
ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι η Ένωση έχει θεσπίσει μηχανισμούς και δομές για τον συντονισμό της πρόληψης, της ετοιμότητας και της αντίδρασης στον τομέα των σοβαρών διασυνοριακών απειλών κατά της υγείας και ότι η συμμετοχή της Ελβετίας στους εν λόγω μηχανισμούς και δομές θα μπορούσε να είναι αμοιβαία επωφελής και για τα δύο συμβαλλόμενα μέρη·
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ότι η προώθηση της ανταλλαγής επαγγελματικής εμπειρογνωσίας μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, μεταξύ άλλων μέσω αποσπάσεων, είναι αμοιβαία επωφελής·
ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ ότι έχει θεσπιστεί νομική βάση για τη συμμετοχή της Ελβετίας σε προγράμματα της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου του προγράμματος «Η ΕΕ για την υγεία»· και ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ότι είναι σημαντικό να προωθηθεί η συνεργασία μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών σε θέματα που αφορούν την υγεία τα οποία καλύπτονται από την παρούσα συμφωνία και από τη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, σχετικά με τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σε προγράμματα της Ένωσης·
ΣΥΜΜΕΡΙΖΟΜΕΝΑ τους γενικούς στόχους του προγράμματος «Η ΕΕ για την υγεία», ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ τους κοινούς στόχους, τις αξίες και τους ισχυρούς δεσμούς των συμβαλλόμενων μερών στον τομέα της υγείας·
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ την κοινή επιθυμία των συμβαλλόμενων μερών να αναπτύξουν, να ενισχύσουν, να τονώσουν και να επεκτείνουν τις σχέσεις και τη συνεργασία τους στον τομέα αυτό·
ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι η στενότερη συνεργασία στον τομέα των σοβαρών διασυνοριακών απειλών κατά της υγείας και η συμμετοχή της Ελβετίας στο Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων (στο εξής: Κέντρο) θα αυξήσουν το επίπεδο προστασίας της υγείας των πληθυσμών των συμβαλλόμενων μερών και ότι για τη συμμετοχή της Ελβετίας στο Κέντρο θα πρέπει να απαιτείται χρηματοδοτική συνεισφορά που θα πρέπει να καθορίζεται για κάθε περίοδο προγραμματισμού·
ΔΙΑΤΕΘΕΙΜΕΝΑ να διερευνήσουν τη δυνατότητα διεύρυνσης της συνεργασίας τους ώστε να καλύπτει στο μέλλον και άλλα θέματα που σχετίζονται με την υγεία·
ΑΠΟΦΑΣΙΣΜΕΝΑ να ενισχύσουν τη συνεργασία μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών στους τομείς που διέπονται από την παρούσα συμφωνία με βάση τους ίδιους κανόνες με εκείνους που ισχύουν στην Ένωση, διατηρώντας παράλληλα την ανεξαρτησία τους και την ανεξαρτησία των θεσμικών οργάνων τους και, όσον αφορά την Ελβετία, τον σεβασμό των αρχών που απορρέουν από την άμεση δημοκρατία και το ομοσπονδιακό σύστημα·
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ότι η παρούσα συμφωνία δεν συνιστά συμφωνία στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά της Ένωσης στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία·
ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι είναι, ωστόσο, σκόπιμο να εφαρμοστούν στην παρούσα συμφωνία κατ’ αναλογία οι ειδικές αρχές για τις θεσμικές διατάξεις οι οποίες είναι κοινές στις συμφωνίες που έχουν συναφθεί ή πρόκειται να συναφθούν στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία·
ΕΠΑΝΑΒΕΒΑΙΩΝΟΝΤΑΣ ότι διατηρείται η αρμοδιότητα του Ελβετικού Ομοσπονδιακού Ανώτατου Δικαστηρίου και όλων των άλλων ελβετικών δικαστηρίων, καθώς και η αρμοδιότητα των δικαστηρίων των κρατών μελών και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να ερμηνεύουν την παρούσα συμφωνία σε μεμονωμένες περιπτώσεις,
ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ ΤΑ ΕΞΗΣ:
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΡΘΡΟ 1
Αντικείμενο
Σκοπός της παρούσας συμφωνίας είναι η ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών με σκοπό:
α)
την προστασία και τη βελτίωση της υγείας των πληθυσμών των κρατών μελών της Ένωσης και της Ελβετίας·
β)
την καταπολέμηση των μεγάλων πληγών της ανθρωπότητας στον τομέα της υγείας, με την ενθάρρυνση της διερεύνησης των αιτίων τους, της μετάδοσης και της πρόληψής τους, καθώς και με την προώθηση της ενημέρωσης σε θέματα υγείας και του αλφαβητισμού για την υγεία·
γ)
τη διασφάλιση σταθερά υψηλού επιπέδου παρακολούθησης των σοβαρών διασυνοριακών απειλών κατά της υγείας στα εδάφη των συμβαλλόμενων μερών, καθώς και τον συντονισμό των οικείων συστημάτων συναγερμού και των οικείων αντιδράσεων στις εν λόγω απειλές.
ΑΡΘΡΟ 2
Πεδίο εφαρμογής
Τα συμβαλλόμενα μέρη ενισχύουν και διευρύνουν τη συνεργασία τους στον τομέα της υγειονομικής ασφάλειας. Το πεδίο εφαρμογής της συνεργασίας αυτής περιορίζεται στους ακόλουθους τομείς:
–
στους μηχανισμούς υγειονομικής ασφάλειας για σοβαρές διασυνοριακές απειλές κατά της υγείας·
–
στο Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων (στο εξής: Κέντρο).
ΑΡΘΡΟ 3
Συνεργασία
Τα συμβαλλόμενα μέρη συνεργάζονται, ανταλλάσσουν πληροφορίες και συντονίζουν τις πολιτικές τους σχετικά με τις σοβαρές διασυνοριακές απειλές κατά της υγείας μέσω των μηχανισμών και των δομών που ορίζονται στις νομικές πράξεις της Ένωσης οι οποίες αναφέρονται στο παράρτημα I, ιδίως των δικτύων επιτήρησης και συναγερμού της Ένωσης και των μηχανισμών ετοιμότητας και αντίδρασης για την πρόληψη και τον έλεγχο των μεταδοτικών ασθενειών. Τα συμβαλλόμενα μέρη ενισχύουν τη συνολική συνεργασία τους στον τομέα της υγειονομικής ασφάλειας, μεταξύ άλλων και στον τομέα της επιδημιολογικής επιτήρησης, προκειμένου να ενισχυθούν η ετοιμότητα και η αντιμετώπιση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
ΘΕΣΜΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΡΘΡΟ 4
Γενικό περιεχόμενο
Για να εξασφαλιστεί η ασφάλεια δικαίου για τα συμβαλλόμενα μέρη όσον αφορά τη συνεργασία που προβλέπεται στην παρούσα συμφωνία, και λαμβανομένων υπόψη των αρχών του διεθνούς δικαίου, το παρόν κεφάλαιο καθορίζει τις θεσμικές λύσεις που είναι ανάλογες με εκείνες που είναι κοινές στις διμερείς συμφωνίες οι οποίες έχουν συναφθεί ή πρόκειται να συναφθούν στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία, χωρίς να μεταβάλλει το πεδίο εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας, και συγκεκριμένα:
α)
τη διαδικασία ευθυγράμμισης της παρούσας συμφωνίας με τις νομικές πράξεις της Ένωσης που είναι συναφείς με την παρούσα συμφωνία·
β)
την ομοιόμορφη ερμηνεία και εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας και των νομικών πράξεων της Ένωσης στις οποίες γίνεται αναφορά στο παράρτημα I·
γ)
την εποπτεία και την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας· και
δ)
την επίλυση των διαφορών στο πλαίσιο της παρούσας συμφωνίας.
ΑΡΘΡΟ 5
Συμμετοχή στη σύνταξη νομικών πράξεων της Ένωσης («διαμόρφωση αποφάσεων»)
1.
Κατά τη σύνταξη πρότασης για την έκδοση νομικής πράξης της Ένωσης σύμφωνα με τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΣΛΕΕ) στον τομέα που καλύπτεται από την παρούσα συμφωνία, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (στο εξής: Επιτροπή) ενημερώνει σχετικά την Ελβετία και ζητεί ανεπίσημα τη γνώμη εμπειρογνωμόνων της Ελβετίας κατά τον ίδιο τρόπο που ζητεί τη γνώμη εμπειρογνωμόνων των κρατών μελών της Ένωσης για τη σύνταξη των προτάσεών της.
Κατόπιν αιτήματος οποιουδήποτε συμβαλλόμενου μέρους, πραγματοποιείται προκαταρκτική ανταλλαγή απόψεων στο πλαίσιο της μεικτής επιτροπής.
Τα συμβαλλόμενα μέρη διαβουλεύονται μεταξύ τους εκ νέου, κατόπιν αιτήματος ενός εξ αυτών, στο πλαίσιο της μεικτής επιτροπής σε σημαντικές στιγμές του σταδίου που προηγείται της έκδοσης της νομικής πράξης από την Ένωση, στο πλαίσιο συνεχούς διαδικασίας ενημέρωσης και διαβούλευσης.
2.
Κατά την κατάρτιση, σύμφωνα με τη ΣΛΕΕ, κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων σχετικά με βασικές πράξεις του ενωσιακού δικαίου στον τομέα που καλύπτεται από την παρούσα συμφωνία, η Επιτροπή εξασφαλίζει την ευρύτερη δυνατή συμμετοχή της Ελβετίας στην κατάρτιση των σχεδίων και διαβουλεύεται με εμπειρογνώμονες της Ελβετίας στην ίδια βάση στην οποία διαβουλεύεται με εμπειρογνώμονες των κρατών μελών της Ένωσης.
3.
Κατά την κατάρτιση, σύμφωνα με τη ΣΛΕΕ, εκτελεστικών πράξεων σχετικά με βασικές πράξεις του ενωσιακού δικαίου στον τομέα που καλύπτεται από την παρούσα συμφωνία, η Επιτροπή εξασφαλίζει την ευρύτερη δυνατή συμμετοχή της Ελβετίας στην κατάρτιση των σχεδίων που θα υποβληθούν αργότερα στις επιτροπές που επικουρούν την Επιτροπή κατά την άσκηση των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων της και διαβουλεύεται με εμπειρογνώμονες της Ελβετίας στην ίδια βάση στην οποία διαβουλεύεται με εμπειρογνώμονες των κρατών μελών της Ένωσης.
4.
Οι εμπειρογνώμονες της Ελβετίας συμμετέχουν στις εργασίες των επιτροπών που δεν καλύπτονται από τις παραγράφους 2 και 3, όταν αυτό απαιτείται για την ορθή λειτουργία της παρούσας συμφωνίας. Η μεικτή επιτροπή καταρτίζει και επικαιροποιεί κατάλογο των εν λόγω επιτροπών και, κατά περίπτωση, άλλων επιτροπών με παρόμοια χαρακτηριστικά.
5.
Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται όσον αφορά νομικές πράξεις της Ένωσης ή διατάξεις τους οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής εξαίρεσης που αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 5.
ΑΡΘΡΟ 6
Ενσωμάτωση νομικών πράξεων της Ένωσης
1.
Προκειμένου να εξασφαλιστούν η ασφάλεια δικαίου και η ομοιογένεια του δικαίου όσον αφορά τη συνεργασία που καθορίζεται στην παρούσα συμφωνία, η Ελβετία και η Ένωση διασφαλίζουν ότι οι νομικές πράξεις της Ένωσης οι οποίες εκδίδονται στον τομέα που καλύπτεται από την παρούσα συμφωνία ενσωματώνονται στην παρούσα συμφωνία το συντομότερο δυνατόν μετά την έκδοσή τους.
2.
Οι νομικές πράξεις της Ένωσης οι οποίες ενσωματώνονται στην παρούσα συμφωνία σύμφωνα με την παράγραφο 4 αποτελούν, με την ενσωμάτωσή τους στην παρούσα συμφωνία, μέρος της έννομης τάξης της Ελβετίας, με την επιφύλαξη, ανάλογα με την περίπτωση, των προσαρμογών που αποφασίζει η μεικτή επιτροπή.
3.
Η Ένωση, όταν εκδίδει νομική πράξη στον τομέα που καλύπτεται από την παρούσα συμφωνία, ενημερώνει σχετικά την Ελβετία το συντομότερο δυνατόν μέσω της μεικτής επιτροπής. Κατόπιν αιτήματος οποιουδήποτε συμβαλλόμενου μέρους, η μεικτή επιτροπή προβαίνει σε ανταλλαγή απόψεων επί του θέματος.
4.
Η μεικτή επιτροπή ενεργεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 εκδίδοντας απόφαση το συντομότερο δυνατόν για την τροποποίηση του παραρτήματος I της παρούσας συμφωνίας, συμπεριλαμβανομένων των αναγκαίων προσαρμογών.
5.
Η υποχρέωση που ορίζεται στην παράγραφο 1 δεν ισχύει για νομικές πράξεις της Ένωσης ή διατάξεις τους οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής εξαίρεσης. Η παρούσα συμφωνία δεν προβλέπει εξαίρεση.
6.
Με την επιφύλαξη του άρθρου 7, οι αποφάσεις της μεικτής επιτροπής δυνάμει της παραγράφου 4 αρχίζουν να ισχύουν πάραυτα, αλλά σε καμία περίπτωση πριν από την ημερομηνία κατά την οποία η αντίστοιχη νομική πράξη της Ένωσης αρχίζει να εφαρμόζεται στην Ένωση.
7.
Τα συμβαλλόμενα μέρη συνεργάζονται καλόπιστα καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας που ορίζεται στο παρόν άρθρο, προκειμένου να διευκολύνουν τη λήψη αποφάσεων.
ΑΡΘΡΟ 7
Εκπλήρωση συνταγματικών υποχρεώσεων από την Ελβετία
1.
Κατά την ανταλλαγή απόψεων που αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 3, η Ελβετία ενημερώνει την Ένωση αν απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 4 απαιτεί την εκπλήρωση συνταγματικών υποχρεώσεων από την Ελβετία προκειμένου να καταστεί δεσμευτική.
2.
Όταν η απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 4 απαιτεί από την Ελβετία να εκπληρώσει συνταγματικές υποχρεώσεις προκειμένου να καταστεί δεσμευτική, η Ελβετία διαθέτει μέγιστη προθεσμία δύο ετών από την ημερομηνία της ενημέρωσης που προβλέπεται στην παράγραφο 1, εκτός αν κινηθεί διαδικασία δημοψηφίσματος, οπότε η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά ένα έτος.
3.
Εν αναμονή της ενημέρωσης από την Ελβετία ότι έχει εκπληρώσει τις συνταγματικές της υποχρεώσεις, τα συμβαλλόμενα μέρη εφαρμόζουν προσωρινά την απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 4, εκτός αν η Ελβετία ενημερώσει την Ένωση ότι η προσωρινή εφαρμογή της απόφασης δεν είναι δυνατή και εκθέσει τους σχετικούς λόγους. Η απόφαση δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εφαρμοστεί προσωρινά πριν από την ημερομηνία κατά την οποία η αντίστοιχη νομική πράξη της Ένωσης αρχίζει να εφαρμόζεται στην Ένωση.
4.
Η Ελβετία ενημερώνει την Ένωση μέσω της μεικτής επιτροπής αμέσως μόλις εκπληρώσει τις συνταγματικές υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1.
5.
Η απόφαση αρχίζει να ισχύει την ημέρα της ενημέρωσης που προβλέπεται στην παράγραφο 4, αλλά σε καμία περίπτωση πριν από την ημερομηνία κατά την οποία η αντίστοιχη νομική πράξη της Ένωσης αρχίζει να εφαρμόζεται στην Ένωση.
ΑΡΘΡΟ 8
Αναφορές σε επικράτειες
Στις περιπτώσεις στις οποίες οι νομικές πράξεις της Ένωσης οι οποίες ενσωματώνονται στην παρούσα συμφωνία περιέχουν αναφορές στην επικράτεια της «Ευρωπαϊκής Ένωσης» ή της «Ένωσης», οι αναφορές νοούνται, για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, ως αναφορές στις επικράτειες που αναφέρονται στο άρθρο 20.
ΑΡΘΡΟ 9
Αναφορές σε υπηκόους κρατών μελών της Ένωσης
Στις περιπτώσεις που οι νομικές πράξεις της Ένωσης οι οποίες έχουν ενσωματωθεί στην παρούσα συμφωνία περιέχουν αναφορές σε υπηκόους κρατών μελών της Ένωσης, οι αναφορές νοούνται, για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, ως αναφορές σε υπηκόους των κρατών μελών της Ένωσης και της Ελβετίας.
ΑΡΘΡΟ 10
Έναρξη ισχύος και εφαρμογή των νομικών πράξεων της Ένωσης
Οι διατάξεις των νομικών πράξεων της Ένωσης οι οποίες ενσωματώνονται στην παρούσα συμφωνία σχετικά με την έναρξη ισχύος ή την εφαρμογή τους δεν είναι συναφείς για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας.
Τα χρονικά όρια και οι ημερομηνίες κατά τις οποίες αρχίζουν να ισχύουν και να εφαρμόζονται στην Ελβετία οι αποφάσεις για την ενσωμάτωση των νομικών πράξεων της Ένωσης στην παρούσα συμφωνία απορρέουν από το άρθρο 6 παράγραφος 6 και το άρθρο 7 παράγραφος 5, καθώς και από τις διατάξεις σχετικά με τις μεταβατικές ρυθμίσεις.
ΑΡΘΡΟ 11
Αποδέκτες των νομικών πράξεων της Ένωσης
Οι διατάξεις των νομικών πράξεων της Ένωσης οι οποίες ενσωματώνονται στην παρούσα συμφωνία, στις οποίες επισημαίνεται ότι απευθύνονται στα κράτη μέλη της Ένωσης, δεν είναι συναφείς για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας.
ΑΡΘΡΟ 12
Αρχή της ομοιόμορφης ερμηνείας
1.
Για την επίτευξη του στόχου που ορίζεται στο άρθρο 4 και σύμφωνα με τις αρχές του δημόσιου διεθνούς δικαίου, η παρούσα συμφωνία και οι νομικές πράξεις της Ένωσης στις οποίες γίνεται αναφορά σ’ αυτήν ερμηνεύονται και εφαρμόζονται ομοιόμορφα στους τομείς που καλύπτονται από την παρούσα συμφωνία.
2.
Οι νομικές πράξεις της Ένωσης στις οποίες γίνεται αναφορά στο παράρτημα I και, στον βαθμό που η εφαρμογή τους περιλαμβάνει έννοιες του ενωσιακού δικαίου, οι διατάξεις της παρούσας συμφωνίας ερμηνεύονται και εφαρμόζονται σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πριν ή μετά την υπογραφή της παρούσας συμφωνίας.
ΑΡΘΡΟ 13
Αρχή της αποτελεσματικής και αρμονικής εφαρμογής
1.
Η Επιτροπή και οι αρμόδιες ελβετικές αρχές συνεργάζονται και αλληλοϋποστηρίζονται για να διασφαλίσουν την εποπτεία της εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας. Μπορούν να ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες εποπτείας της εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας. Μπορούν να ανταλλάσσουν απόψεις και να συζητούν θέματα αμοιβαίου ενδιαφέροντος.
2.
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσει την αποτελεσματική και αρμονική εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας στο έδαφός του.
3.
Η εποπτεία της εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας διενεργείται από κοινού από τα συμβαλλόμενα μέρη στο πλαίσιο της μεικτής επιτροπής. Αν η Επιτροπή ή οι αρμόδιες ελβετικές αρχές αντιληφθούν περίπτωση πλημμελούς εφαρμογής, το θέμα μπορεί να παραπεμφθεί στη μεικτή επιτροπή με σκοπό την εξεύρεση αποδεκτής λύσης.
4.
Η Επιτροπή και οι αρμόδιες ελβετικές αρχές παρακολουθούν αντίστοιχα την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Εφαρμόζεται η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 15.
ΑΡΘΡΟ 14
Αρχή της αποκλειστικότητας
Τα συμβαλλόμενα μέρη δεσμεύονται να μην υποβάλλουν διαφορά σχετικά με την ερμηνεία ή την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας και των νομικών πράξεων της Ένωσης στις οποίες γίνεται αναφορά στο παράρτημα I ή, κατά περίπτωση, σχετικά με τη συμμόρφωση με την παρούσα συμφωνία απόφασης που εκδίδεται από την Επιτροπή βάσει της παρούσας συμφωνίας σε οποιαδήποτε μέθοδο επίλυσης πλην εκείνων που προβλέπονται στην παρούσα συμφωνία.
ΑΡΘΡΟ 15
Διαδικασία σε περίπτωση δυσκολίας ερμηνείας ή εφαρμογής
1.
Σε περίπτωση δυσκολίας ερμηνείας ή εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας ή νομικής πράξης της Ένωσης στην οποία γίνεται αναφορά στο παράρτημα I, τα συμβαλλόμενα μέρη διαβουλεύονται μεταξύ τους στο πλαίσιο της μεικτής επιτροπής για την εξεύρεση αμοιβαία αποδεκτής λύσης. Για τον σκοπό αυτόν, παρέχονται στη μεικτή επιτροπή όλα τα χρήσιμα πληροφοριακά στοιχεία, ώστε να μπορεί να προβεί σε λεπτομερή εξέταση της κατάστασης. Η μεικτή επιτροπή εξετάζει όλες τις δυνατότητες που επιτρέπουν τη διατήρηση της ορθής λειτουργίας της παρούσας συμφωνίας.
2.
Αν η μεικτή επιτροπή δεν κατορθώσει να βρει λύση στη δυσκολία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 εντός τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία παραπέμφθηκε σ’ αυτήν το θέμα της δυσκολίας, οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη μπορεί να ζητήσει από διαιτητικό δικαστήριο να επιλύσει τη διαφορά σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται στο πρωτόκολλο για το διαιτητικό δικαστήριο.
3.
Όταν η διαφορά εγείρει ζήτημα ερμηνείας ή εφαρμογής διάταξης που αναφέρεται στο άρθρο 12 παράγραφος 2, και εφόσον η ερμηνεία της διάταξης αυτής είναι συναφής για την επίλυση της διαφοράς και αναγκαία για να μπορέσει το διαιτητικό δικαστήριο να εκδώσει απόφαση, το διαιτητικό δικαστήριο παραπέμπει το ζήτημα αυτό στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Όταν η διαφορά εγείρει ζήτημα ερμηνείας ή εφαρμογής διάταξης που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής εξαίρεσης από την υποχρέωση δυναμικής ευθυγράμμισης που αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 5 και όταν η διαφορά δεν αφορά την ερμηνεία ή την εφαρμογή εννοιών του ενωσιακού δικαίου, το διαιτητικό δικαστήριο επιλύει τη διαφορά χωρίς να την παραπέμψει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
4.
Όταν το διαιτητικό δικαστήριο υποβάλλει ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με την παράγραφο 3:
α)
η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι δεσμευτική για το διαιτητικό δικαστήριο· και
β)
η Ελβετία απολαμβάνει τα ίδια δικαιώματα με τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα της Ένωσης και υπόκειται στις ίδιες διαδικασίες ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τηρουμένων των αναλογιών.
5.
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί καλόπιστα με την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου. Το συμβαλλόμενο μέρος το οποίο, κατά την κρίση του διαιτητικού δικαστηρίου, δεν συμμορφώθηκε με την παρούσα συμφωνία ενημερώνει το άλλο συμβαλλόμενο μέρος μέσω της μεικτής επιτροπής σχετικά με τα μέτρα που έλαβε για να συμμορφωθεί με την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου.
ΑΡΘΡΟ 16
Αντισταθμιστικά μέτρα
1.
Αν το συμβαλλόμενο μέρος το οποίο, κατά την κρίση του διαιτητικού δικαστηρίου, δεν συμμορφώθηκε με την παρούσα συμφωνία δεν ενημερώσει το άλλο συμβαλλόμενο μέρος, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο IV.2 παράγραφος 6 του πρωτοκόλλου για το διαιτητικό δικαστήριο, για τα μέτρα που έλαβε για να συμμορφωθεί με την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου, ή αν το άλλο συμβαλλόμενο μέρος θεωρεί ότι τα κοινοποιηθέντα μέτρα δεν συμμορφώνονται με την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου, το εν λόγω άλλο συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να λάβει αναλογικά αντισταθμιστικά μέτρα προκειμένου να αντιμετωπιστεί ενδεχόμενη ανισορροπία. Αντισταθμιστικά μέτρα μπορούν να ληφθούν μόνο στο πλαίσιο της παρούσας συμφωνίας ή σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 1 στοιχείο γ) και το άρθρο 20 παράγραφος 4 της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, σχετικά με τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σε προγράμματα της Ένωσης, η οποία υπογράφηκε στ … στις …, (στο εξής: συμφωνία για τη συμμετοχή της Ελβετίας σε προγράμματα της Ένωσης), όσον αφορά τη συμμετοχή της Ελβετίας στο Πρόγραμμα σχετικά με τη δράση της Ένωσης στον τομέα της υγείας. Το συμβαλλόμενο μέρος το οποίο λαμβάνει τα αντισταθμιστικά μέτρα κοινοποιεί στο συμβαλλόμενο μέρος το οποίο, κατά την κρίση του διαιτητικού δικαστηρίου, δεν συμμορφώθηκε με την παρούσα συμφωνία τα αντισταθμιστικά μέτρα, τα οποία προσδιορίζονται στην κοινοποίηση. Τα εν λόγω αντισταθμιστικά μέτρα αρχίζουν να ισχύουν τρεις μήνες από την ημερομηνία της εν λόγω κοινοποίησης.
2.
Αν, εντός ενός μηνός από την ημερομηνία κοινοποίησης των προβλεπόμενων αντισταθμιστικών μέτρων, η μεικτή επιτροπή δεν αποφασίσει να αναστείλει, να τροποποιήσει ή να ακυρώσει τα εν λόγω αντισταθμιστικά μέτρα, οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να υποβάλει σε διαιτησία το ζήτημα της αναλογικότητας αυτών των αντισταθμιστικών μέτρων, σύμφωνα με το πρωτόκολλο για το διαιτητικό δικαστήριο.
3.
Το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίζει εντός των προθεσμιών που καθορίζονται στο άρθρο III.8 παράγραφος 4 του πρωτοκόλλου για το διαιτητικό δικαστήριο.
4.
Τα αντισταθμιστικά μέτρα δεν έχουν αναδρομική ισχύ. Ειδικότερα, διατηρούνται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που είχαν ήδη οι ιδιώτες και οι οικονομικοί φορείς πριν από την έναρξη ισχύος των αντισταθμιστικών μέτρων.
ΑΡΘΡΟ 17
Συνεργασία μεταξύ δικαιοδοσιών
1.
Για την προώθηση της ομοιόμορφης ερμηνείας, το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Ελβετίας και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης συμφωνούν στην τήρηση διαλόγου και στις λεπτομέρειες διεξαγωγής του.
2.
Η Ελβετία έχει το δικαίωμα να καταθέτει υπομνήματα ή γραπτές παρατηρήσεις στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης όταν δικαστήριο κράτους μέλους της Ένωσης υποβάλλει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ερώτημα σχετικά με την ερμηνεία της παρούσας συμφωνίας ή διάταξης νομικής πράξης της Ένωσης που αναφέρεται στο παράρτημα I για την έκδοση προδικαστικής απόφασης.
ΑΡΘΡΟ 18
Εφαρμογή
1.
Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμφωνία και απέχουν από τη λήψη κάθε μέτρου που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την επίτευξη του σκοπού της.
2.
Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα των νομικών πράξεων της Ένωσης στις οποίες γίνεται αναφορά στο παράρτημα I και απέχουν από τη λήψη κάθε μέτρου που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την επίτευξη των στόχων τους.
ΑΡΘΡΟ 19
Μεικτή επιτροπή
1.
Συγκροτείται μεικτή επιτροπή.
Η μεικτή επιτροπή απαρτίζεται από εκπροσώπους των συμβαλλόμενων μερών.
2.
Η προεδρία της μεικτής επιτροπής ασκείται από κοινού από εκπρόσωπο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εκπρόσωπο της Ελβετίας.
3.
Η μεικτή επιτροπή:
α)
διασφαλίζει την ομαλή λειτουργία και την αποτελεσματική διαχείριση και εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας·
β)
μπορεί να ανταλλάσσει πληροφορίες και να διεξάγει διαβουλεύσεις για θέματα που σχετίζονται με την παρούσα συμφωνία και τις σχετικές δημοσιονομικές πτυχές της·
γ)
παρέχει φόρουμ αμοιβαίας διαβούλευσης και συνεχούς ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, ιδίως με σκοπό την εξεύρεση λύσης σε οποιαδήποτε δυσκολία ερμηνείας ή εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας ή νομικής πράξης της Ένωσης στην οποία γίνεται αναφορά στο παράρτημα I σύμφωνα με το άρθρο 15·
δ)
διασφαλίζει, σε συνεργασία με τη μεικτή επιτροπή που έχει συσταθεί με τη συμφωνία σχετικά με τη συμμετοχή της Ελβετίας σε προγράμματα της Ένωσης (στο εξής: μεικτή επιτροπή για τη συμμετοχή σε προγράμματα της Ένωσης), την ορθή λειτουργία και την αποτελεσματική εφαρμογή όσον αφορά τη συμμετοχή της Ελβετίας στο Πρόγραμμα σχετικά με τη δράση της Ένωσης στον τομέα της υγείας, μόνο για θέματα που καλύπτονται από την παρούσα συμφωνία· για τον σκοπό αυτόν, η μεικτή επιτροπή ενημερώνει τη μεικτή επιτροπή για τη συμμετοχή σε προγράμματα της Ένωσης όταν:
i)
πρέπει να εγκριθεί νέο πρωτόκολλο της συμφωνίας σχετικά με τη συμμετοχή της Ελβετίας σε προγράμματα της Ένωσης, το οποίο θα αφορά το Πρόγραμμα σχετικά με τη δράση της Ένωσης στον τομέα της υγείας·
ii)
το πρωτόκολλο πρέπει να τροποποιηθεί λόγω τροποποίησης του πεδίου εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας·
iii)
η ημερήσια διάταξη των συνεδριάσεών της περιλαμβάνει θέματα που σχετίζονται με το εν λόγω Πρόγραμμα·
ε)
διατυπώνει συστάσεις προς τα συμβαλλόμενα μέρη για θέματα που αφορούν την παρούσα συμφωνία·
στ)
εκδίδει αποφάσεις όπως προβλέπεται στην παρούσα συμφωνία·
ζ)
σε περίπτωση τροποποίησης των άρθρων 1 έως 6, 10 έως 15, 17 ή 18 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7) περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης [στο εξής: πρωτόκολλο (αριθ. 7)], το οποίο προσαρτάται στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η μεικτή επιτροπή τροποποιεί αναλόγως το προσάρτημα· και
η)
ασκεί κάθε άλλη αρμοδιότητα που της εκχωρείται με την παρούσα συμφωνία.
4.
Η μεικτή επιτροπή αποφασίζει βάσει ομοφωνίας.
Οι αποφάσεις είναι δεσμευτικές για τα συμβαλλόμενα μέρη, τα οποία λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεσή τους.
5.
Η μεικτή επιτροπή συνεδριάζει τουλάχιστον μία φορά ετησίως εκ περιτροπής στις Βρυξέλλες και στη Βέρνη, εκτός αν οι συμπρόεδροι αποφασίσουν διαφορετικά. Συνεδριάζει επίσης κατόπιν αιτήματος ενός εκ των συμβαλλόμενων μερών. Οι συμπρόεδροι μπορούν να αποφασίσουν ότι μια συνεδρίαση της μεικτής επιτροπής μπορεί να διεξαχθεί με βιντεοδιάσκεψη ή τηλεδιάσκεψη.
6.
Κατά την πρώτη της συνεδρίαση, η μεικτή επιτροπή καθορίζει τον εσωτερικό κανονισμό της και τον επικαιροποιεί κατά περίπτωση.
7.
Η μεικτή επιτροπή μπορεί να αποφασίσει να συγκροτήσει οποιαδήποτε ομάδα εργασίας ή ομάδα εμπειρογνωμόνων που μπορεί να την επικουρεί στην εκτέλεση των καθηκόντων της.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΡΘΡΟ 20
Εδαφικό πεδίο εφαρμογής
Η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται, αφενός, στο έδαφος στο οποίο εφαρμόζονται η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και η ΣΛΕΕ και υπό τους όρους που προβλέπονται στις εν λόγω Συνθήκες, και, αφετέρου, στο έδαφος της Ελβετίας.
ΑΡΘΡΟ 21
Αναθεώρηση
1.
Τα συμβαλλόμενα μέρη επανεξετάζουν τακτικά τη λειτουργία της παρούσας συμφωνίας στο πλαίσιο της μεικτής επιτροπής και μπορούν να εξετάσουν το ενδεχόμενο αναθεώρησής της, ιδίως με σκοπό τη βελτίωση της συνεργασίας τους ή την επέκτασή της σε άλλα θέματα που σχετίζονται με την υγεία.
2.
Με βάση ενδεχόμενες εκτιμήσεις αυτού του είδους, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να αρχίσουν διαπραγματεύσεις, σύμφωνα με τις αντίστοιχες εσωτερικές διαδικασίες τους, με σκοπό την αναθεώρησή της.
3.
Το αποτέλεσμα κάθε διαπραγμάτευσης υπόκειται σε κύρωση ή έγκριση από τα συμβαλλόμενα μέρη σύμφωνα με τις αντίστοιχες εσωτερικές διαδικασίες τους.
ΑΡΘΡΟ 22
Επαγγελματικό απόρρητο
Οι αντιπρόσωποι, εμπειρογνώμονες και λοιποί υπάλληλοι των συμβαλλόμενων μερών υποχρεούνται, ακόμη και μετά την παύση άσκησης των καθηκόντων τους, να μην αποκαλύπτουν τις πληροφορίες που έχουν αποκτήσει στο πλαίσιο της παρούσας συμφωνίας, οι οποίες καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο.
ΑΡΘΡΟ 23
Διαβαθμισμένες πληροφορίες και ευαίσθητες μη διαβαθμισμένες πληροφορίες
1.
Καμία διάταξη της παρούσας συμφωνίας δεν ερμηνεύεται ως υποχρέωση των συμβαλλόμενων μερών να γνωστοποιούν διαβαθμισμένες πληροφορίες.
2.
Ο χειρισμός και η προστασία διαβαθμισμένων πληροφοριών ή υλικού που παρέχονται από τα συμβαλλόμενα μέρη ή ανταλλάσσονται μεταξύ τους δυνάμει της παρούσας συμφωνίας πραγματοποιούνται βάσει της συμφωνίας μεταξύ της Ελβετικής Συνομοσπονδίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με διαδικασίες ασφαλείας για την ανταλλαγή διαβαθμισμένων πληροφοριών, η οποία υπογράφηκε στις Βρυξέλλες στις 28 Απριλίου 2008, καθώς και βάσει κάθε ρύθμισης ασφαλείας για την εκτέλεσή της.
3.
Η μεικτή επιτροπή εκδίδει, με απόφαση, οδηγίες χειρισμού για τη διασφάλιση της προστασίας των ευαίσθητων μη διαβαθμισμένων πληροφοριών που ανταλλάσσονται μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών.
ΑΡΘΡΟ 24
Παραρτήματα, προσαρτήματα και πρωτόκολλα
Τα παραρτήματα, τα προσαρτήματα και τα πρωτόκολλα της παρούσας συμφωνίας αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της.
ΑΡΘΡΟ 25
Χρηματοδοτική συνεισφορά
1.
Η Ελβετία συνεισφέρει στη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων των οργανισμών της Ένωσης, των συστημάτων πληροφοριών και άλλων δραστηριοτήτων που παρατίθενται στο άρθρο 1 του παραρτήματος II στις οποίες έχει πρόσβαση, σύμφωνα με το παρόν άρθρο και το παράρτημα II.
Η μεικτή επιτροπή μπορεί να εκδώσει απόφαση για την τροποποίηση του παραρτήματος II.
2.
Η Ένωση μπορεί να αναστείλει ανά πάσα στιγμή τη συμμετοχή της Ελβετίας στις δραστηριότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, αν η Ελβετία δεν τηρήσει την προθεσμία πληρωμής σύμφωνα με τους όρους πληρωμής που καθορίζονται στο άρθρο 2 του παραρτήματος II.
Σε περίπτωση που η Ελβετία δεν τηρήσει την προθεσμία πληρωμής, η Ένωση αποστέλλει στην Ελβετία επίσημη επιστολή υπενθύμισης. Αν δεν καταβληθεί όλο το ποσό εντός 30 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της εν λόγω επίσημης επιστολής υπενθύμισης, η Ένωση μπορεί να αναστείλει τη συμμετοχή της Ελβετίας στη σχετική δραστηριότητα.
3.
Η χρηματοδοτική συνεισφορά είναι το άθροισμα:
α)
της επιχειρησιακής συνεισφοράς· και
β)
του τέλους συμμετοχής.
4.
Η χρηματοδοτική συνεισφορά λαμβάνει τη μορφή ετήσιας χρηματοδοτικής συνεισφοράς και είναι πληρωτέα κατά τις ημερομηνίες που προσδιορίζονται στις προσκλήσεις καταβολής συνεισφορών που εκδίδει η Επιτροπή.
5.
Η επιχειρησιακή συνεισφορά βασίζεται σε κλίμακα συνεισφοράς, η οποία ορίζεται ως ο λόγος του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (στο εξής: ΑΕΠ) της Ελβετίας σε τιμές αγοράς προς το ΑΕΠ της Ένωσης σε τιμές αγοράς. Για τον σκοπό αυτόν, τα στοιχεία των συμβαλλόμενων μερών για το ΑΕΠ σε τιμές αγοράς είναι τα πλέον πρόσφατα διαθέσιμα σχετικά στοιχεία από την 1η Ιανουαρίου του έτους κατά το οποίο πραγματοποιείται η ετήσια πληρωμή, όπως παρέχονται από τη Στατιστική Υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUROSTAT), λαμβανομένης δεόντως υπόψη της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τη συνεργασία στον τομέα της στατιστικής, που πραγματοποιήθηκε στο Λουξεμβούργο στις 26 Οκτωβρίου 2004. Σε περίπτωση παύσης εφαρμογής της εν λόγω συμφωνίας, το ΑΕΠ της Ελβετίας είναι αυτό που καθορίζεται με βάση τα δεδομένα που παρέχονται από τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης.
6.
Η επιχειρησιακή συνεισφορά για κάθε οργανισμό της Ένωσης υπολογίζεται με την εφαρμογή της κλείδας συνεισφοράς στον ετήσιο ψηφισθέντα προϋπολογισμό του οργανισμού που έχει εγγραφεί στη/στις σχετική/-ές γραμμή/-ές επιδότησης του προϋπολογισμού της Ένωσης του εν λόγω έτους, λαμβανομένης υπόψη, για κάθε οργανισμό, τυχόν προσαρμοσμένης επιχειρησιακής συνεισφοράς όπως ορίζεται στο άρθρο 1 του παραρτήματος II. Η επιχειρησιακή συνεισφορά για τα συστήματα πληροφοριών και άλλες δραστηριότητες υπολογίζεται με την εφαρμογή της κλείδας συνεισφοράς στον σχετικό προϋπολογισμό του εν λόγω έτους, όπως ορίζεται στα έγγραφα εκτέλεσης του προϋπολογισμού (όπως προγράμματα εργασίας ή συμβάσεις).
Όλα τα ποσά αναφοράς βασίζονται στις πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων.
7.
Το ετήσιο τέλος συμμετοχής ανέρχεται στο 4 % της ετήσιας επιχειρησιακής συνεισφοράς, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με τις παραγράφους 5 και 6.
8.
Η Επιτροπή παρέχει στην Ελβετία επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τον υπολογισμό της χρηματοδοτικής συνεισφοράς της. Οι πληροφορίες αυτές παρέχονται λαμβανομένων δεόντως υπόψη των ενωσιακών κανόνων εμπιστευτικότητας και προστασίας των δεδομένων.
9.
Όλες οι χρηματοδοτικές συνεισφορές της Ελβετίας ή οι πληρωμές από την Ένωση, καθώς και ο υπολογισμός των οφειλόμενων ή των προς είσπραξη ποσών πραγματοποιούνται σε ευρώ.
10.
Όταν η έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας δεν συμπίπτει με την έναρξη ημερολογιακού έτους, η επιχειρησιακή συνεισφορά της Ελβετίας για το εν λόγω έτος υπόκειται σε προσαρμογή, σύμφωνα με τη μεθοδολογία και τους όρους πληρωμής που ορίζονται στο άρθρο 4 του παραρτήματος II.
11.
Οι λεπτομερείς διατάξεις για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου καθορίζονται στο παράρτημα II.
12.
Τρία έτη μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας, και στη συνέχεια ανά τριετία, η μεικτή επιτροπή επανεξετάζει τους όρους συμμετοχής της Ελβετίας, όπως ορίζονται στο άρθρο 1 του παραρτήματος II, και, κατά περίπτωση, τους προσαρμόζει.
ΑΡΘΡΟ 26
Έναρξη ισχύος
1.
Η παρούσα συμφωνία κυρώνεται ή εγκρίνεται από τα συμβαλλόμενα μέρη σύμφωνα με τις κατ' ιδίαν διαδικασίες. Τα συμβαλλόμενα μέρη κοινοποιούν αμοιβαία την ολοκλήρωση των εσωτερικών διαδικασιών που είναι αναγκαίες για την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας.
2.
Η παρούσα συμφωνία αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του δεύτερου μήνα που έπεται της τελευταίας κοινοποίησης όσον αφορά τις ακόλουθες πράξεις:
α)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων·
β)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων·
γ)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές·
δ)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές·
ε)
Πρωτόκολλο για τις κρατικές ενισχύσεις της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές·
στ)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών·
ζ)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών·
η)
Πρωτόκολλο για τις κρατικές ενισχύσεις της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών·
θ)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων·
ι)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας αμοιβαίας αναγνώρισης σχετικά με την αξιολόγηση της πιστότητας, μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας·
ια)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας αμοιβαίας αναγνώρισης σχετικά με την αξιολόγηση της πιστότητας, μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας·
ιβ)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας στη μείωση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση·
ιγ)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενεργείας, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, σχετικά με τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σε προγράμματα της Ένωσης·
ιδ)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας στον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Διαστημικό Πρόγραμμα.
ΑΡΘΡΟ 27
Καταγγελία
1.
Έκαστο των συμβαλλόμενων μερών μπορεί να καταγγείλει την παρούσα συμφωνία με κοινοποίηση προς το έτερο συμβαλλόμενο μέρος.
2.
Η παρούσα συμφωνία παύει να ισχύει 6 μήνες μετά την παραλαβή της κοινοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1.
3.
Σε περίπτωση που η παρούσα συμφωνία παύσει να ισχύει, διατηρούνται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που έχουν ήδη αποκτήσει βάσει της παρούσας συμφωνίας οι ιδιώτες και οι οικονομικοί φορείς πριν από την ημερομηνία παύσης της παρούσας συμφωνίας. Τα συμβαλλόμενα μέρη ρυθμίζουν με αμοιβαία συμφωνία ποιες ενέργειες θα αναληφθούν σε σχέση με δικαιώματα στο στάδιο της απόκτησης.
[Τόπος], στις [...], σε δύο αντίτυπα στην αγγλική, βουλγαρική, γαλλική, γερμανική, δανική, ελληνική, εσθονική, ιρλανδική, ισπανική, ιταλική, κροατική, λετονική, λιθουανική, μαλτέζικη, ολλανδική, ουγγρική, πολωνική, πορτογαλική, ρουμανική, σλοβακική, σλοβενική, σουηδική, τσεχική και φινλανδική γλώσσα, όλα δε τα κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά.
ΣΕ ΠΙΣΤΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩ, οι υπογράφοντες πληρεξούσιοι, δεόντως εξουσιοδοτημένοι, έθεσαν την υπογραφή τους κάτω από την παρούσα συμφωνία.
(Πεδίο υπογραφών και στις 24 γλώσσες της ΕΕ: «Για την Ευρωπαϊκή Ένωση» και «Για την Ελβετική Συνομοσπονδία»)
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I
ΝΟΜΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΕΝΣΩΜΑΤΩΝΟΝΤΑΙ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ
ΤΟ ΑΡΘΡΟ 6 ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ
Εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά σε τυχόν τεχνικές προσαρμογές, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που προβλέπονται για τα κράτη μέλη της Ένωσης στις νομικές πράξεις της Ένωσης οι οποίες ενσωματώνονται στο παρόν παράρτημα θεωρείται ότι προβλέπονται και για την Ελβετία. Αυτό ισχύει με πλήρη σεβασμό των θεσμικών διατάξεων που περιέχονται στο κεφάλαιο 2 της συμφωνίας.
Σοβαρές διασυνοριακές απειλές κατά της υγείας
1.
32022 R 2371 Κανονισμός (ΕΕ) 2022/2371 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 2022, σχετικά με σοβαρές διασυνοριακές απειλές κατά της υγείας και την κατάργηση της απόφασης αριθ. 1082/2013/ΕΕ (ΕΕ ΕΕ L 314 της 6.12.2022, σ. 26, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2022/2371/oj).
Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2371 προσαρμόζονται ως εξής:
α)
Η Ελβετία συμμετέχει πλήρως στην επιτροπή υγειονομικής ασφάλειας και έχει, στο πλαίσιο αυτής, τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις με τα κράτη μέλη της Ένωσης, εξαιρουμένου του δικαιώματος ψήφου·
β)
η Ελβετία χρησιμοποιεί πλήρως τα δικαιώματα του συστήματος έγκαιρης προειδοποίησης και αντίδρασης (ΣΕΠΑ) το οποίο θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2022/2371·
γ)
η Ελβετία θα χρησιμοποιεί τον ορισμό που περιέχεται στο άρθρο 3 παράγραφος 10 του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2371 μόνο για την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας·
δ)
οι εκθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2371 υποβάλλονται από την Ελβετία εντός των ίδιων προθεσμιών που προβλέπονται και για τα κράτη μέλη της Ένωσης δυνάμει του εν λόγω άρθρου, αλλά σε καμία περίπτωση νωρίτερα από ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας. Η Ελβετία διαβιβάζει την έκθεσή της μέσω του ΣΕΠΑ·
ε)
στο άρθρο 7 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2371, διαγράφονται οι λέξεις «ως διαβαθμισμένες πληροφορίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Η δεύτερη περίοδος νοείται, όσον αφορά την Ελβετία, ως εξής: «Οι εν λόγω εθνικοί κανόνες ασφαλείας παρέχουν το επίπεδο προστασίας διαβαθμισμένων πληροφοριών που προβλέπεται στη συμφωνία μεταξύ της Ελβετικής Συνομοσπονδίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με διαδικασίες ασφαλείας για την ανταλλαγή διαβαθμισμένων πληροφοριών και στις ρυθμίσεις ασφαλείας της»·
στ)
για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, η Ελβετία μπορεί επίσης να συμμετέχει στη διαδικασία κοινής προμήθειας που αναφέρεται στο άρθρο 12 παράγραφος 3 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2371·
ζ)
το άρθρο 12 παράγραφος 4 στοιχεία α), β), γ), ε) και στ) του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2371 δεν εφαρμόζονται στην Ελβετία·
η)
το άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2371 δεν θίγει την αρμοδιότητα της Ελβετίας να αναγνωρίζει και να τερματίζει την αναγνώριση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης στον τομέα της δημόσιας υγείας σε εθνικό επίπεδο·
θ)
το άρθρο 25 στοιχεία α) και β) του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2371 δεν εφαρμόζονται στην Ελβετία·
ι)
στο άρθρο 27 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2371, η αναφορά στον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 και στην οδηγία 2002/58/ΕΚ νοείται, όσον αφορά την Ελβετία, ως αναφορά στη σχετική εθνική νομοθεσία.
2.
32023 R 1808 Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2023/1808 της Επιτροπής, της 21ης Σεπτεμβρίου 2023, για τον καθορισμό του υποδείγματος για την παροχή πληροφοριών σχετικά με τον σχεδιασμό πρόληψης, ετοιμότητας και αντίδρασης σε σχέση με σοβαρές διασυνοριακές απειλές κατά της υγείας σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2022/2371 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ ΕΕ L 234 της 22.9.2023, σ. 105, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg_impl/2023/1808/oj).
3.
32024 R 0892 Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2024/892 της Επιτροπής, της 22ας Μαρτίου 2024, για τον ορισμό εργαστηρίων αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά συγκεκριμένους τομείς της δημόσιας υγείας (ΕΕ ΕΕ L, 2024/892, 25.3.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg_impl/2024/892/oj).
4.
32024 R 1232 Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2024/1232 της Επιτροπής, της 5ης Μαρτίου 2024, για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2371 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις αξιολογήσεις της προόδου όσον αφορά την εφαρμογή των εθνικών σχεδίων πρόληψης, ετοιμότητας και αντίδρασης και τη σχέση τους με το σχέδιο πρόληψης, ετοιμότητας και αντίδρασης της Ένωσης (ΕΕ ΕΕ L, 2024/1232, 8.5.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg_del/2024/1232/oj).
5.
32024 R 2959 Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2024/2959 της Επιτροπής, της 29ης Νοεμβρίου 2024, για τον ορισμό εργαστηρίων αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη δημόσια υγεία όσον αφορά τα βακτήρια που μεταδίδονται με τα τρόφιμα και με το νερό· τους έλμινθες και τα πρωτόζωα που μεταδίδονται με τα τρόφιμα, με το νερό και μέσω διαβιβαστών· και τους ιούς που μεταδίδονται με τα τρόφιμα και με το νερό (ΕΕ ΕΕ L, 2024/2959, 2.12.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg_impl/2024/2959/oj).
6.
32018 D 0945 Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2018/945 της Επιτροπής, της 22ας Ιουνίου 2018, σχετικά με τις μεταδοτικές νόσους και συναφή ειδικά ζητήματα υγείας που πρέπει να καλύπτονται από επιδημιολογική επιτήρηση και τους σχετικούς ορισμούς κρουσμάτων (ΕΕ ΕΕ L 170 της 6.7.2018, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/dec_impl/2018/945/oj).
7.
32017 D 0253 Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2017/253 της Επιτροπής, της 13ης Φεβρουαρίου 2017, σχετικά με τη θέσπιση διαδικασιών για την κοινοποίηση συναγερμών στο πλαίσιο του συστήματος έγκαιρης προειδοποίησης και αντίδρασης που συστάθηκε σε σχέση με σοβαρές διασυνοριακές απειλές κατά της υγείας και για την ανταλλαγή πληροφοριών, τη διαβούλευση και τον συντονισμό των αντιδράσεων στις εν λόγω απειλές σύμφωνα με την απόφαση αριθ. 1082/2013/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ ΕΕ L 37 της 14.2.2017, σ. 23, ELI: http://data.europa.eu/eli/dec_impl/2017/253/oj), όπως τροποποιήθηκε με:
–
32021 D 0858 Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2021/858 της Επιτροπής, της 27ης Μαΐου 2021, για την τροποποίηση της εκτελεστικής απόφασης (ΕΕ) 2017/253 όσον αφορά τους συναγερμούς που ενεργοποιούνται από σοβαρές διασυνοριακές απειλές κατά της υγείας και για την ιχνηλάτηση επαφών επιβατών που εντοπίζονται μέσω των εντύπων εντοπισμού επιβατών (ΕΕ ΕΕ L 188 της 28.5.2021, σ. 106, ELI: http://data.europa.eu/eli/dec_impl/2021/858/oj)·
–
32021 D 1212 Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2021/1212 της Επιτροπής, της 22ας Ιουλίου 2021, για την τροποποίηση της εκτελεστικής απόφασης (ΕΕ) 2017/253 όσον αφορά τους συναγερμούς που ενεργοποιούνται από σοβαρές διασυνοριακές απειλές κατά της υγείας και για την ιχνηλάτηση επαφών εκτεθέντων ατόμων που εντοπίζονται στο πλαίσιο της συμπλήρωσης των εντύπων εντοπισμού επιβατών (ΕΕ ΕΕ L 263 της 23.7.2021, σ. 32, ELI: http://data.europa.eu/eli/dec_impl/2021/1212/oj).
EΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΟΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΥ ΝΟΣΩΝ
8.
32004 R 0851 Κανονισμός (ΕΚ) αριθ.851/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων (ΕΕ ΕΕ L 142 της 30.4.2004, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2004/851/oj), όπως τροποποιήθηκε με:
–
32022 R 2370 Κανονισμός (ΕΕ) 2022/2370 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 2022, σχετικά με την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 851/2004 για την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων (ΕΕ ΕΕ L 314 της 6.12.2022, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2022/2370/oj).
Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 851/2004 προσαρμόζονται ως εξής:
α)
η Ελβετία συμμετέχει στη χρηματοδότηση του Κέντρου·
β)
η Ελβετία καταβάλλει χρηματοδοτική συνεισφορά στις δραστηριότητες του Κέντρου σύμφωνα με το άρθρο 25 της συμφωνίας·
γ)
η Ελβετία συμμετέχει πλήρως στο διοικητικό συμβούλιο του Κέντρου και έχει, στο πλαίσιο αυτού, τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις με τα κράτη μέλη της Ένωσης, εξαιρουμένου του δικαιώματος ψήφου·
δ)
η Ελβετία συμμετέχει πλήρως στο συμβουλευτικό σώμα του Κέντρου και έχει, στο πλαίσιο αυτού, τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις με τα κράτη μέλη της Ένωσης·
ε)
Η Ελβετία χορηγεί στο Κέντρο και στους υπαλλήλους του, στο πλαίσιο των επίσημων καθηκόντων τους για τον Οργανισμό, τα προνόμια και τις ασυλίες που προβλέπονται στο προσάρτημα, τα οποία βασίζονται στα άρθρα 1 έως 6, 10 έως 15, 17 και 18 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7). Οι παραπομπές στα αντίστοιχα άρθρα του εν λόγω πρωτοκόλλου επισημαίνονται εντός παρενθέσεων για λόγους ενημέρωσης·
στ)
κατά παρέκκλιση από το άρθρο 12 παράγραφος 2 στοιχείο α) του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 31, (ΕΥΡΑΤΟΜ) αριθ. 11, περί καθορισμού του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενεργείας (ΕΕ 45 της 14.6.1962, σ. 1385), συμπεριλαμβανομένης τυχόν μεταγενέστερης τροποποίησης, το Κέντρο μπορεί, αν το αποφασίσει, να προσλάβει με σύμβαση Ελβετούς υπηκόους οι οποίοι απολαμβάνουν τα πλήρη πολιτικά τους δικαιώματα. Το Κέντρο μπορεί να δεχθεί την απόσπαση εμπειρογνωμόνων από την Ελβετία·
ζ)
η Ελβετία συμμετέχει πλήρως στα δίκτυα που διαχειρίζεται το Κέντρο και έχει, στο πλαίσιό τους, τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις με τα κράτη μέλη της Ένωσης·
η)
στο άρθρο 3 παράγραφος 2 στοιχείο ζ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 851/2004, μετά τις λέξεις «κατά περίπτωση» προστίθενται οι λέξεις «με τη συνδρομή και»·
θ)
στο άρθρο 20α του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 851/2004, η αναφορά στον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 και στην οδηγία 2002/58/ΕΚ νοείται, όσον αφορά την Ελβετία, ως αναφορά στη σχετική εθνική νομοθεσία.
Προσάρτημα
ΓΙΑ ΤΑ ΠΡΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΑΣΥΛΙΕΣ
ΑΡΘΡΟ 1
[αντιστοιχεί στο άρθρο 1 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
Οι χώροι και τα κτίρια του Οργανισμού είναι απαραβίαστα. Δεν υπόκεινται σε έρευνα, κατάσχεση, επίταξη ή απαλλοτρίωση. Τα περιουσιακά στοιχεία και τα στοιχεία ενεργητικού του Οργανισμού δεν είναι δυνατό να αποτελέσουν αντικείμενο οποιουδήποτε αναγκαστικού μέτρου διοικητικής ή δικαστικής αρχής, χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
ΑΡΘΡΟ 2
[αντιστοιχεί στο άρθρο 2 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
Τα αρχεία του Οργανισμού είναι απαραβίαστα.
ΑΡΘΡΟ 3
[αντιστοιχεί στα άρθρα 3 και 4 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
1.
Ο Οργανισμός, τα στοιχεία ενεργητικού του, τα έσοδα και λοιπά περιουσιακά του στοιχεία απαλλάσσονται από κάθε άμεσο φόρο.
2.
Αγαθά και υπηρεσίες που εξάγονται από την Ελβετία στον Οργανισμό, για υπηρεσιακή χρήση, ή που παρέχονται στον Οργανισμό στην Ελβετία δεν υπόκεινται σε έμμεσους δασμούς και φόρους.
3.
Απαλλαγή από τον ΦΠΑ χορηγείται αν η πραγματική τιμή αγοράς των αγαθών και των υπηρεσιών που αναφέρονται στο τιμολόγιο ή στο αντίστοιχο έγγραφο ανέρχεται συνολικά σε τουλάχιστον εκατό ελβετικά φράγκα (συμπεριλαμβανομένου του φόρου). Ο Οργανισμός απαλλάσσεται όλων των δασμών, απαγορεύσεων και περιορισμών επί των εισαγωγών και εξαγωγών ως προς τα είδη που προορίζονται για υπηρεσιακή χρήση. Τα εισαγόμενα κατ’ αυτόν τον τρόπο είδη δεν διατίθενται, επαχθώς ή χαριστικώς, στην Ελβετία, εκτός αν αυτό γίνεται υπό όρους που εγκρίνει η κυβέρνηση της Ελβετίας.
4.
Απαλλαγή από τον ΦΠΑ, τον ειδικό φόρο κατανάλωσης και λοιπούς έμμεσους φόρους χορηγείται υπό μορφήν εμβάσματος αφού ο προμηθευτής των αγαθών ή ο πάροχος των υπηρεσιών προσκομίσει τα ελβετικά έντυπα που απαιτούνται προς τον σκοπό αυτόν.
5.
Δεν παρέχονται απαλλαγές όσον αφορά τους φόρους, τα τέλη και τα δικαιώματα που επιβάλλονται ως ανταπόδοση για παροχές υπηρεσιών κοινής ωφέλειας.
ΑΡΘΡΟ 4
[αντιστοιχεί στο άρθρο 5 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
Ο Οργανισμός απολαμβάνει στην Ελβετία για την υπηρεσιακή του επικοινωνία και τη διακίνηση όλων των εγγράφων του, εντός της επικράτειας κάθε κράτους μέλους, τη μεταχείριση που επιφυλάσσεται από το κράτος αυτό στις διπλωματικές αποστολές.
Η υπηρεσιακή αλληλογραφία και οι λοιπές υπηρεσιακές επικοινωνίες του Οργανισμού δεν υπόκεινται σε λογοκρισία.
ΑΡΘΡΟ 5
[αντιστοιχεί στο άρθρο 6 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
Οι ταυτότητες της Ένωσης που εκδίδονται για τα μέλη και το προσωπικό του Οργανισμού αναγνωρίζονται ως έγκυρα πιστοποιητικά κυκλοφορίας στο έδαφος της Ελβετίας. Οι εν λόγω ταυτότητες εκδίδονται για τους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό υπό προϋποθέσεις που καθορίζονται από τον κανονισμό περί της υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και από το καθεστώς που διέπει το λοιπό προσωπικό της Ένωσης [κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 31, κανονισμός (ΕΥΡΑΤΟΜ) αριθ. 11, περί καθορισμού του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος και της Ευρωπαϊκής Κοινότητος Ατομικής Ενεργείας (ΕΕ 45 της 14.6.1962, σ. 1385), συμπεριλαμβανομένων τυχόν μεταγενέστερων τροποποιήσεων].
ΑΡΘΡΟ 6
[αντιστοιχεί στο άρθρο 10 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
Οι αντιπρόσωποι των κρατών μελών της Ένωσης που συμμετέχουν στις εργασίες του Οργανισμού, καθώς και οι σύμβουλοί τους και τεχνικοί εμπειρογνώμονες, απολαμβάνουν, κατά τη διάρκεια της άσκησης των καθηκόντων τους και κατά τη διάρκεια ταξιδιών τους προς ή από τον τόπο συνεδρίασης στην Ελβετία, τα καθιερωμένα προνόμια, τις ασυλίες και διευκολύνσεις.
ΑΡΘΡΟ 7
[αντιστοιχεί στο άρθρο 11 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
Στην επικράτεια της Ελβετίας και ανεξαρτήτως ιθαγένειας, οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό του Οργανισμού:
α)
απολαύουν ετεροδικίας για πράξεις στις οποίες προέβησαν, συμπεριλαμβανομένου του προφορικού ή γραπτού λόγου, ενεργώντας υπό την επίσημη ιδιότητά τους, με την επιφύλαξη των διατάξεων των Συνθηκών που αφορούν, αφενός, τους κανόνες περί ευθύνης των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού έναντι της Ένωσης, αφετέρου, την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης επί διαφορών μεταξύ της Ένωσης και των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού της. Η ασυλία αυτή εξακολουθεί να ισχύει και μετά τη λήξη της θητείας τους·
β)
δεν υπόκεινται, όπως και οι σύζυγοί τους και τα συντηρούμενα από αυτούς μέλη της οικογένειάς τους, στους περιορισμούς διακίνησης και στις διατυπώσεις εγγραφής στα μητρώα αλλοδαπών·
γ)
απολαμβάνουν, όσον αφορά τις νομισματικές ή συναλλαγματικές ρυθμίσεις, τις ίδιες διευκολύνσεις που αναγνωρίζονται από την καθιερωμένη πρακτική σε υπαλλήλους διεθνών οργανισμών·
δ)
έχουν το δικαίωμα να εισάγουν ατελώς την οικοσκευή και τα προσωπικά τους είδη κατά την πρώτη ανάληψη των καθηκόντων τους στην Ελβετία και το δικαίωμα να τα επανεξάγουν ατελώς, κατά τη λήξη της θητείας τους, με την επιφύλαξη και στις δύο περιπτώσεις των όρων που κρίνονται αναγκαίοι από την κυβέρνηση της Ελβετίας·
ε)
έχουν το δικαίωμα να εισάγουν ατελώς αυτοκίνητο που προορίζεται για προσωπική τους χρήση, το οποίο έχει αποκτηθεί στη χώρα της τελευταίας τους διαμονής ή στη χώρα της οποίας είναι υπήκοοι σύμφωνα με τους όρους του εσωτερικού εμπορίου αυτής και να το επανεξάγουν ατελώς, με την επιφύλαξη και στις δύο περιπτώσεις των όρων που κρίνονται αναγκαίοι από την κυβέρνηση της Ελβετίας.
ΑΡΘΡΟ 8
[αντιστοιχεί στο άρθρο 12 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
Επί των αποδοχών, μισθών και λοιπών αμοιβών που καταβάλλει ο Οργανισμός στους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό του επιβάλλεται φόρος υπέρ της Ένωσης σύμφωνα με τους όρους και τη διαδικασία που καθορίζονται στο ενωσιακό δίκαιο.
Οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό απαλλάσσονται από την επιβολή ελβετικών ομοσπονδιακών φόρων και φόρων των καντονιών επί των αποδοχών, μισθών και λοιπών αμοιβών που καταβάλλονται από τον Οργανισμό.
ΑΡΘΡΟ 9
[αντιστοιχεί στο άρθρο 13 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
Για την εφαρμογή του φόρου επί του εισοδήματος και της περιουσίας, του φόρου κληρονομιών, καθώς και για την εφαρμογή των συμβάσεων περί αποφυγής της διπλής φορολογίας που έχουν συναφθεί μεταξύ της Ελβετίας και κρατών μελών της Ένωσης, οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό του Οργανισμού, οι οποίοι έχουν, απλώς και μόνο λόγω της άσκησης των καθηκόντων τους στην υπηρεσία του Οργανισμού, τη φορολογική κατοικία τους στην επικράτεια της Ελβετίας κατά τον χρόνο της εισόδου τους στην υπηρεσία του Οργανισμού, θεωρούνται και στην Ελβετία και στη χώρα της φορολογικής κατοικίας ότι διατηρούν την προηγούμενη κατοικία τους εφόσον αυτή ευρίσκεται σε κράτος μέλος της Ένωσης. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται ομοίως και για τον ή τη σύζυγο στο μέτρο που αυτός ή αυτή δεν ασκεί ιδία επαγγελματική δραστηριότητα, καθώς και για τα τέκνα των οποίων έχουν την επιμέλεια και τα οποία συντηρούνται από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο παρόν άρθρο.
Τα κινητά πράγματα τα οποία ανήκουν στα πρόσωπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο και που ευρίσκονται στην Ελβετία απαλλάσσονται του φόρου κληρονομίας στην Ελβετία. Για την επιβολή του φόρου αυτού, τα εν λόγω κινητά πράγματα θεωρούνται ευρισκόμενα εντός του κράτους της φορολογικής κατοικίας, με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων τρίτων χωρών και της ενδεχομένης εφαρμογής διατάξεων διεθνών συμβάσεων περί διπλής φορολογίας.
Κατοικία που αποκτάται απλώς και μόνο λόγω της άσκησης καθηκόντων στην υπηρεσία άλλων διεθνών οργανισμών δεν λαμβάνεται υπόψη για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου.
ΑΡΘΡΟ 10
[αντιστοιχεί στο άρθρο 14 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
Η Ένωση καθορίζει το καθεστώς των κοινωνικών παροχών που εφαρμόζεται στους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό της Ένωσης.
Ως εκ τούτου, οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό του Οργανισμού δεν υποχρεούνται να εγγραφούν στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης της Ελβετίας, εφόσον καλύπτονται ήδη από το καθεστώς των κοινωνικών παροχών που εφαρμόζεται στους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό της Ένωσης. Μέλη των οικογενειών των υπαλλήλων του Οργανισμού, τα οποία μετέχουν στο νοικοκυριό του εκάστοτε υπαλλήλου, καλύπτονται από το καθεστώς των κοινωνικών παροχών που εφαρμόζεται στους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό της Ένωσης, εφόσον απασχολούνται σε άλλον εργοδότη εκτός του Οργανισμού και δεν λαμβάνουν κοινωνικές παροχές από κράτος μέλος της Ένωσης ή από την Ελβετία.
ΑΡΘΡΟ 11
[αντιστοιχεί στο άρθρο 15 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
Το ενωσιακό δίκαιο προσδιορίζει τις κατηγορίες υπαλλήλων και λοιπού προσωπικού του Οργανισμού για τους οποίους εφαρμόζονται, εν όλω ή εν μέρει, οι διατάξεις των άρθρων 7, 8 και 9.
Τα ονόματα, η υπηρεσιακή θέση και οι διευθύνσεις των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού που περιλαμβάνονται στις εν λόγω κατηγορίες κοινοποιούνται περιοδικά στην Ελβετία.
ΑΡΘΡΟ 12
[αντιστοιχεί στο άρθρο 17 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
Τα προνόμια, οι ασυλίες και οι διευκολύνσεις παρέχονται στους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό του Οργανισμού αποκλειστικά προς το συμφέρον του Οργανισμού.
Ο Οργανισμός υποχρεούται να άρει την ασυλία που χορηγήθηκε σε υπάλληλο ή σε οποιοδήποτε μέλος του λοιπού προσωπικού, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες κρίνει ότι η άρση της ασυλίας δεν είναι αντίθετη προς τα συμφέροντα του Οργανισμού.
ΑΡΘΡΟ 13
[αντιστοιχεί στο άρθρο 18 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7)]
Για την εφαρμογή του παρόντος προσαρτήματος, ο Οργανισμός ενεργεί σε συνεννόηση με τις αρμόδιες αρχές της Ελβετίας ή των ενδιαφερόμενων κρατών μελών της Ένωσης.
________________
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II
ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ
ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 25 ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ
ΑΡΘΡΟ 1
Κατάλογος των δραστηριοτήτων των οργανισμών της Ένωσης,
των συστημάτων πληροφοριών και άλλων δραστηριοτήτων
στις οποίες πρέπει να συνεισφέρει οικονομικά η Ελβετία
Η Ελβετία συνεισφέρει οικονομικά στα εξής:
α)
οργανισμούς:
–
Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων, το οποίο συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 851/2004 (ΕΕ ΕΕ L 142 της 30.4.2004, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2004/851/oj), όπως εφαρμόζεται σύμφωνα με το παράρτημα I·
β)
συστήματα πληροφοριών:
–
σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης και αντίδρασης (ΣΕΠΑ), το οποίο θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2022/2371 (ΕΕ ΕΕ L 314 της 6.12.2022, σ. 26, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2022/2371/oj), όπως εφαρμόζεται σύμφωνα με το παράρτημα I, εκτός αν η συνεισφορά της Ελβετίας στο εν λόγω σύστημα πληροφοριών καλύπτεται ήδη εξ ολοκλήρου από τη συνεισφορά της Ελβετίας στο Κέντρο και στο Πρόγραμμα σχετικά με τη δράση της Ένωσης στον τομέα της υγείας·
γ)
άλλες δραστηριότητες:
–
καμία.
ΑΡΘΡΟ 2
Όροι πληρωμής
1.
Οι πληρωμές που οφείλονται σύμφωνα με το άρθρο 25 της συμφωνίας πραγματοποιούνται σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
2.
Κατά την έκδοση της πρόσκλησης καταβολής του οικονομικού έτους, η Επιτροπή κοινοποιεί στην Ελβετία τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)
το ποσό της επιχειρησιακής συνεισφοράς· και
β)
το ποσό του τέλους συμμετοχής.
3.
Η Επιτροπή κοινοποιεί στην Ελβετία, το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο στις 16 Απριλίου κάθε οικονομικού έτους, τις ακόλουθες πληροφορίες σε σχέση με τη συμμετοχή της Ελβετίας:
α)
τα ποσά των πιστώσεων αναλήψεων υποχρεώσεων του ετήσιου ψηφισθέντος προϋπολογισμού της Ένωσης που έχει εγγραφεί στη/στις σχετική/-ές γραμμή/-ές επιδότησης του προϋπολογισμού της Ένωσης του εν λόγω έτους για κάθε οργανισμό της Ένωσης, λαμβανομένης υπόψη, για κάθε οργανισμό, τυχόν προσαρμοσμένης επιχειρησιακής συνεισφοράς, όπως ορίζεται στο άρθρο 1, και τα ποσά των πιστώσεων αναλήψεων υποχρεώσεων σε σχέση με τον ψηφισθέντα προϋπολογισμό της Ένωσης του εν λόγω έτους για τον σχετικό προϋπολογισμό των συστημάτων πληροφοριών και άλλων δραστηριοτήτων, που καλύπτουν τη συμμετοχή της Ελβετίας σύμφωνα με το άρθρο 1·
β)
το ποσό του τέλους συμμετοχής που αναφέρεται στο άρθρο 25 παράγραφος 7 της συμφωνίας· και
γ)
όσον αφορά τους οργανισμούς, το έτος Ν+1, τα ποσά των δημοσιονομικών δεσμεύσεων που αναλήφθηκαν επί πιστώσεων αναλήψεων υποχρεώσεων οι οποίες εγκρίθηκαν το έτος Ν στη/στις σχετική/-ές γραμμή/-ές επιδότησης του προϋπολογισμού της Ένωσης σε σχέση με τον ετήσιο προϋπολογισμό της Ένωσης που έχει εγγραφεί στη/στις σχετική/-ές γραμμή/-ές επιδότησης του προϋπολογισμού της Ένωσης του έτους N.
4.
Βάσει του σχεδίου προϋπολογισμού της, η Επιτροπή παρέχει εκτίμηση των πληροφοριών της παραγράφου 3 στοιχεία α) και β) το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο έως την 1η Σεπτεμβρίου του οικονομικού έτους.
5.
Η Επιτροπή εκδίδει προς την Ελβετία, το αργότερο στις 16 Απριλίου και, εφόσον έχει εφαρμογή στον σχετικό οργανισμό, στο σχετικό σύστημα πληροφοριών ή σε άλλη σχετική δραστηριότητα, το νωρίτερο στις 22 Οκτωβρίου και το αργότερο στις 31 Οκτωβρίου κάθε οικονομικού έτους, πρόσκληση καταβολής που αντιστοιχεί στη συνεισφορά της Ελβετίας βάσει της παρούσας συμφωνίας για καθέναν από τους οργανισμούς, τα συστήματα πληροφοριών και τις άλλες δραστηριότητες όπου συμμετέχει η Ελβετία.
6.
Η/Οι πρόσκληση/-εις καταβολής που αναφέρεται/-ονται στην παράγραφο 5 διαρθρώνεται/-ονται σε δόσεις ως εξής:
α)
η πρώτη δόση κάθε έτους, σε σχέση με την πρόσκληση καταβολής που πρέπει να εκδοθεί έως τις 16 Απριλίου, αντιστοιχεί σε ποσό που δεν υπερβαίνει το ισοδύναμο της εκτιμώμενης ετήσιας χρηματοδοτικής συνεισφοράς του σχετικού οργανισμού, συστήματος πληροφοριών ή άλλης δραστηριότητας που αναφέρεται στην παράγραφο 4·
Η Ελβετία καταβάλλει το ποσό που αναγράφεται στην πρόσκληση καταβολής το αργότερο 60 ημέρες από την ημερομηνία έκδοσης της πρόσκλησης καταβολής·
β)
κατά περίπτωση, η δεύτερη δόση του έτους, σε σχέση με την πρόσκληση καταβολής που πρέπει να εκδοθεί το νωρίτερο στις 22 Οκτωβρίου και το αργότερο στις 31 Οκτωβρίου, αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ του ποσού που αναφέρεται στην παράγραφο 4 και του ποσού που αναφέρεται στην παράγραφο 5, όταν το ποσό που αναφέρεται στην παράγραφο 5 είναι υψηλότερο.
Η Ελβετία καταβάλλει το ποσό που αναγράφεται στην εν λόγω πρόσκληση καταβολής το αργότερο έως τις 21 Δεκεμβρίου.
Για κάθε πρόσκληση καταβολής, η Ελβετία μπορεί να πραγματοποιεί χωριστές πληρωμές για κάθε οργανισμό, σύστημα πληροφοριών ή άλλη δραστηριότητα.
7.
Για το πρώτο έτος εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας, η Επιτροπή εκδίδει μία μόνο πρόσκληση καταβολής εντός 90 ημερών από την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας.
Η Ελβετία καταβάλλει το ποσό που αναγράφεται στην πρόσκληση καταβολής το αργότερο 60 ημέρες από την ημερομηνία έκδοσης της πρόσκλησης καταβολής.
8.
Οποιαδήποτε καθυστέρηση στην καταβολή της χρηματοδοτικής συνεισφοράς συνεπάγεται την καταβολή τόκων υπερημερίας από την Ελβετία επί του οφειλόμενου ποσού από την ημερομηνία καταβολής έως την ημέρα κατά την οποία το εν λόγω οφειλόμενο ποσό εξοφληθεί εξ ολοκλήρου.
Το επιτόκιο για τα εισπρακτέα ποσά που δεν εξοφλούνται εμπρόθεσμα είναι αυτό που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στις κύριες πράξεις αναχρηματοδότησης, όπως δημοσιεύεται στη σειρά C της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και που ισχύει την πρώτη ημέρα του μήνα κατά τον οποίο εκπνέει η προθεσμία ή 0 %, αναλόγως του ποιο ποσό είναι μεγαλύτερο, συν 3,5 εκατοστιαίες μονάδες.
ΑΡΘΡΟ 3
Προσαρμογή της χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Ελβετίας στους οργανισμούς της Ένωσης
με βάση την εκτέλεση
Η προσαρμογή της χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Ελβετίας στους οργανισμούς της Ένωσης πραγματοποιείται το έτος Ν+1, όταν η αρχική επιχειρησιακή συνεισφορά προσαρμόζεται προς τα πάνω ή προς τα κάτω με βάση τη διαφορά μεταξύ της αρχικής επιχειρησιακής συνεισφοράς και μιας προσαρμοσμένης συνεισφοράς υπολογιζόμενης με την εφαρμογή της κλείδας κατανομής του έτους Ν στο ποσό των δημοσιονομικών δεσμεύσεων που αναλήφθηκαν επί πιστώσεων αναλήψεων υποχρεώσεων οι οποίες εγκρίθηκαν κατά το έτος Ν στο πλαίσιο της/των σχετικής/-ών γραμμής/-ών επιδότησης του προϋπολογισμού της Ένωσης. Κατά περίπτωση, η διαφορά λαμβάνει υπόψη, για κάθε οργανισμό, την προσαρμοσμένη επιχειρησιακή συνεισφορά βάσει ποσοστού, όπως ορίζεται στο άρθρο 1.
ΑΡΘΡΟ 4
Μεταβατικές ρυθμίσεις
Σε περίπτωση που η ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας συμφωνίας δεν είναι η 1η Ιανουαρίου, εφαρμόζεται το παρόν άρθρο κατά παρέκκλιση από το άρθρο 2.
Για το πρώτο έτος εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας, σε σχέση με την οφειλόμενη επιχειρησιακή συνεισφορά για το εν λόγω έτος η οποία εφαρμόζεται στον σχετικό οργανισμό, σύστημα πληροφοριών ή άλλη δραστηριότητα, όπως καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 25 της συμφωνίας και τα άρθρα 1 έως 3 του παρόντος παραρτήματος, η επιχειρησιακή συνεισφορά μειώνεται pro rata temporis με τον πολλαπλασιασμό του ποσού της ετήσιας οφειλόμενης επιχειρησιακής συνεισφοράς με τον λόγο των ακόλουθων στοιχείων:
α)
του αριθμού των ημερολογιακών ημερών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας συμφωνίας έως τις 31 Δεκεμβρίου του εν λόγω έτους· και
β)
του συνολικού αριθμού των ημερολογιακών ημερών του εν λόγω έτους.
________________
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ
ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ I
ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΡΘΡΟ I.1
Πεδίο εφαρμογής
Αν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη (στο εξής: μέρη) υποβάλει διαφορά σε διαιτησία σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 2 ή το άρθρο 16 παράγραφος 2 της συμφωνίας, εφαρμόζονται οι κανόνες του παρόντος πρωτοκόλλου.
ΑΡΘΡΟ I.2
Γραμματεία και γραμματειακές υπηρεσίες
Το Διεθνές Γραφείο του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου της Χάγης (στο εξής: Διεθνές Γραφείο) ασκεί καθήκοντα γραμματείας και παρέχει τις αναγκαίες γραμματειακές υπηρεσίες.
ΑΡΘΡΟ I.3
Κοινοποιήσεις και υπολογισμός προθεσμιών
1.
Οι κοινοποιήσεις, συμπεριλαμβανομένων των ανακοινώσεων ή των προτάσεων, μπορούν να αποστέλλονται με οποιοδήποτε μέσο επικοινωνίας πιστοποιεί τη διαβίβασή τους ή επιτρέπει την πιστοποίησή τους.
2.
Οι εν λόγω κοινοποιήσεις μπορούν να αποστέλλονται ηλεκτρονικά μόνον εφόσον έχει οριστεί ή εγκριθεί διεύθυνση από μέρος ειδικά για τον σκοπό αυτόν.
3.
Οι κοινοποιήσεις αυτές που επιδίδονται στα μέρη αποστέλλονται, για την Ελβετία, στο Τμήμα Ευρώπης του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Εξωτερικών της Ελβετίας και, για την Ένωση, στη Νομική Υπηρεσία της Επιτροπής.
4.
Κάθε προθεσμία που ορίζεται στο παρόν πρωτόκολλο προσμετράται από την επομένη της επέλευσης ενός γεγονότος ή της διενέργειας μιας πράξης. Αν η τελευταία ημέρα για την παράδοση εγγράφου συμπίπτει με μη εργάσιμη ημέρα των θεσμικών οργάνων της Ένωσης ή της κυβέρνησης της Ελβετίας, η χρονική περίοδος της παράδοσης του εγγράφου λήγει την πρώτη επόμενη εργάσιμη μέρα. Υπολογίζονται οι μη εργάσιμες ημέρες που εμπίπτουν στη χρονική περίοδο.
ΑΡΘΡΟ I.4
Κοινοποίηση διαιτησίας
1.
Το μέρος που αναλαμβάνει την πρωτοβουλία να προσφύγει στη διαιτησία (στο εξής: ενάγων) αποστέλλει στο άλλο μέρος (στο εξής: εναγόμενος) και στο Διεθνές Γραφείο κοινοποίηση διαιτησίας.
2.
Η διαιτητική διαδικασία θεωρείται ότι αρχίζει από την ημέρα που έπεται αυτής κατά την οποία ο εναγόμενος παραλαμβάνει την κοινοποίηση διαιτησίας.
3.
Η κοινοποίηση διαιτησίας περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)
το αίτημα παραπομπής της διαφοράς σε διαιτησία·
β)
τα ονόματα και τα στοιχεία επικοινωνίας των μερών·
γ)
το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση του/των εκπροσώπου/-ων του ενάγοντος·
δ)
τη νομική βάση της διαδικασίας (άρθρο 15 παράγραφος 2 ή άρθρο 16 παράγραφος 2 της συμφωνίας) και:
i)
στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 15 παράγραφος 2 της συμφωνίας, το ζήτημα που αποτέλεσε το έναυσμα της διαφοράς, όπως έχει εγγραφεί επίσημα, προς επίλυση, στην ημερήσια διάταξη της μεικτής επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 1 της συμφωνίας· και
ii)
στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 16 παράγραφος 2 της συμφωνίας, την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου, τα εκτελεστικά μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 15 παράγραφος 5 της συμφωνίας και τα επίμαχα αντισταθμιστικά μέτρα·
ε)
τον προσδιορισμό τυχόν κανόνα που αποτέλεσε το έναυσμα της διαφοράς ή που σχετίζεται μ’ αυτήν·
στ)
συνοπτική περιγραφή της διαφοράς· και
ζ)
τον ορισμό διαιτητή ή, αν πρέπει να διοριστούν πέντε διαιτητές, τον ορισμό δύο διαιτητών.
4.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 15 παράγραφος 3 της συμφωνίας, η κοινοποίηση διαιτησίας μπορεί επίσης να περιέχει πληροφορίες σχετικά με την ανάγκη προσφυγής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
5.
Τυχόν ισχυρισμοί σχετικά με την επάρκεια της κοινοποίησης διαιτησίας δεν εμποδίζουν τη σύσταση του διαιτητικού δικαστηρίου. Η διαφορά διευθετείται οριστικά από το διαιτητικό δικαστήριο.
ΑΡΘΡΟ I.5
Απάντηση στην κοινοποίηση διαιτησίας
1.
Εντός 60 ημερών από την παραλαβή της κοινοποίησης διαιτησίας, ο εναγόμενος αποστέλλει στον ενάγοντα και στο Διεθνές Γραφείο απάντηση στην κοινοποίηση διαιτησίας, η οποία περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)
τα ονόματα και τα στοιχεία επικοινωνίας των μερών·
β)
το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση του/των εκπροσώπου/-ων του εναγομένου·
γ)
απάντηση στις πληροφορίες που περιέχονται στην κοινοποίηση διαιτησίας σύμφωνα με το άρθρο I.4 παράγραφος 3 στοιχεία δ) έως στ)· και
δ)
τον ορισμό διαιτητή ή, αν πρέπει να διοριστούν πέντε διαιτητές, τον ορισμό δύο διαιτητών.
2.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 15 παράγραφος 3 της συμφωνίας, η απάντηση στην κοινοποίηση διαιτησίας μπορεί επίσης να περιέχει απάντηση στις πληροφορίες που περιέχονται στην κοινοποίηση διαιτησίας σύμφωνα με το άρθρο I.4 παράγραφος 4 του παρόντος πρωτοκόλλου και πληροφορίες σχετικά με την ανάγκη προσφυγής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
3.
Η έλλειψη απάντησης ή η ελλιπής ή καθυστερημένη απάντηση του εναγομένου στην κοινοποίηση διαιτησίας δεν εμποδίζει τη σύσταση διαιτητικού δικαστηρίου. Η διαφορά διευθετείται οριστικά από το διαιτητικό δικαστήριο.
4.
Αν στην απάντησή του στην κοινοποίηση διαιτησίας ο εναγόμενος ζητήσει το διαιτητικό δικαστήριο να αποτελείται από πέντε διαιτητές, ο ενάγων ορίζει επιπλέον διαιτητή εντός 30 ημερών από την παραλαβή της απάντησης στην κοινοποίηση διαιτησίας.
ΑΡΘΡΟ I.6
Εκπροσώπηση και συνδρομή
1.
Τα μέρη εκπροσωπούνται ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου από έναν ή περισσότερους εκπροσώπους. Οι εκπρόσωποι μπορούν να επικουρούνται από συμβούλους ή δικηγόρους.
2.
Κάθε αλλαγή των εκπροσώπων ή των διευθύνσεών τους κοινοποιείται στο άλλο μέρος, στο Διεθνές Γραφείο και στο διαιτητικό δικαστήριο. Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί, ανά πάσα στιγμή, με δική του πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος ενός μέρους, να ζητήσει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τις εξουσίες που έχουν ανατεθεί στους εκπροσώπους των μερών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II
ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΟΥ ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
ΑΡΘΡΟ II.1
Αριθμός διαιτητών
Το διαιτητικό δικαστήριο απαρτίζεται από τρεις διαιτητές. Αν το ζητήσει ο ενάγων στην οικεία κοινοποίηση διαιτησίας ή ο εναγόμενος στην απάντησή του στην κοινοποίηση διαιτησίας, το διαιτητικό δικαστήριο απαρτίζεται από πέντε διαιτητές.
ΑΡΘΡΟ II.2
Διορισμός διαιτητών
1.
Αν πρέπει να διοριστούν τρεις διαιτητές, καθένα από τα μέρη ορίζει έναν από αυτούς. Οι δύο διαιτητές που διορίζονται από τα μέρη επιλέγουν τον τρίτο διαιτητή, ο οποίος προεδρεύει του διαιτητικού δικαστηρίου.
2.
Αν πρέπει να διοριστούν πέντε διαιτητές, καθένα από τα μέρη ορίζει δύο από αυτούς. Οι τέσσερις διαιτητές που διορίζονται από τα μέρη επιλέγουν τον πέμπτο διαιτητή, ο οποίος προεδρεύει του διαιτητικού δικαστηρίου.
3.
Αν, εντός 30 ημερών από τον ορισμό του τελευταίου διαιτητή τον οποίο διόρισαν τα μέρη, οι διαιτητές δεν καταλήξουν σε συμφωνία σχετικά με την επιλογή του προέδρου του διαιτητικού δικαστηρίου, ο πρόεδρος διορίζεται από τον γενικό γραμματέα του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου.
4.
Για τη διευκόλυνση της επιλογής των διαιτητών που θα απαρτίζουν το διαιτητικό δικαστήριο, καταρτίζεται και επικαιροποιείται, όποτε κρίνεται αναγκαίο, ενδεικτικός κατάλογος των προσώπων τα οποία διαθέτουν τα προσόντα που αναφέρονται στην παράγραφο 6, ο οποίος είναι κοινός για όλες τις διμερείς συμφωνίες στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία, καθώς και για την παρούσα συμφωνία, τη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων, η οποία υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο στις 21 Ιουνίου 1999 (στο εξής: συμφωνία για τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων) και τη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας στη μείωση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία υπογράφηκε στ […] στις […] (στο εξής: συμφωνία σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας). Η μεικτή επιτροπή εγκρίνει και επικαιροποιεί, για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, τον εν λόγω κατάλογο μέσω απόφασης.
5.
Σε περίπτωση που ένα μέρος δεν ορίσει διαιτητή, ο γενικός γραμματέας του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου διορίζει τον εν λόγω διαιτητή από τον κατάλογο που αναφέρεται στην παράγραφο 4. Ελλείψει τέτοιου καταλόγου, ο διαιτητής διορίζεται με κλήρωση από τον γενικό γραμματέα του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου μεταξύ των ατόμων που έχει προτείνει επίσημα ένα μέρος ή και τα δύο μέρη για τους σκοπούς της παραγράφου 4.
6.
Τα πρόσωπα που απαρτίζουν το διαιτητικό δικαστήριο είναι πρόσωπα υψηλής ειδίκευσης, με ή χωρίς δεσμούς με τα μέρη, των οποίων η ανεξαρτησία και η έλλειψη σύγκρουσης συμφερόντων είναι εγγυημένες, ενώ διαθέτουν επίσης ευρεία πείρα. Ειδικότερα, διαθέτουν αποδεδειγμένη εμπειρογνωσία στο δίκαιο και στα θέματα που καλύπτονται από την παρούσα συμφωνία· δεν δέχονται οδηγίες από κανένα μέρος· και συμμετέχουν σε ατομική βάση και δεν δέχονται οδηγίες από κανέναν οργανισμό ή δημόσια αρχή σχετικά με θέματα που συνδέονται με τη διαφορά. Ο πρόεδρος του διαιτητικού δικαστηρίου διαθέτει επίσης πείρα σε διαδικασίες επίλυσης διαφορών.
ΑΡΘΡΟ II.3
Δηλώσεις διαιτητών
1.
Όταν ένα πρόσωπο τελεί υπό εξέταση για διορισμό ως διαιτητής, το εν λόγω πρόσωπο αναφέρει όλες τις περιστάσεις που ενδέχεται να δημιουργήσουν εύλογες αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία ή την ανεξαρτησία του. Από τον διορισμό και καθ’ όλη τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας, ο διαιτητής αναφέρει τις περιστάσεις αυτές στα μέρη και στους άλλους διαιτητές χωρίς καθυστέρηση, αν ο διαιτητής δεν το έχει ήδη πράξει.
2.
Κάθε διαιτητής μπορεί να εξαιρεθεί αν συντρέχουν περιστάσεις που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν εύλογες αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία ή την ανεξαρτησία του.
3.
Ένα μέρος μπορεί να ζητήσει την εξαίρεση διαιτητή που έχει διορίσει μόνο για λόγο που του γνωστοποιείται μετά τον εν λόγω διορισμό.
4.
Αν ένας διαιτητής δεν ενεργήσει ή αδυνατεί εκ του νόμου ή εκ των πραγμάτων να ασκήσει τα καθήκοντά του, εφαρμόζεται η διαδικασία εξαίρεσης διαιτητών που προβλέπεται στο άρθρο II.4.
ΑΡΘΡΟ II.4
Εξαίρεση διαιτητών
1.
Κάθε μέρος που επιθυμεί να εξαιρέσει διαιτητή υποβάλλει αίτημα εξαίρεσης εντός 30 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία του κοινοποιήθηκε ο διορισμός του εν λόγω διαιτητή ή εντός 30 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία έλαβε γνώση των περιστάσεων που αναφέρονται στο άρθρο II.3.
2.
Το αίτημα εξαίρεσης αποστέλλεται στο άλλο μέρος, στον διαιτητή προς εξαίρεση, στους άλλους διαιτητές και στο Διεθνές Γραφείο. Στο αίτημα εκτίθενται οι λόγοι της εξαίρεσης.
3.
Όταν έχει υποβληθεί αίτημα εξαίρεσης, το άλλο μέρος μπορεί να αποδεχθεί το αίτημα εξαίρεσης. Ο εν λόγω διαιτητής μπορεί επίσης να παραιτηθεί. Η αποδοχή της παραίτησης δεν συνεπάγεται αναγνώριση των λόγων για τους οποίους ζητείται η εξαίρεση.
4.
Αν, εντός 15 ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης του αιτήματος εξαίρεσης, το άλλο μέρος δεν αποδεχθεί το αίτημα εξαίρεσης ή ο εν λόγω διαιτητής δεν παραιτηθεί, το μέρος που ζητεί την εξαίρεση μπορεί να ζητήσει από τον γενικό γραμματέα του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου να λάβει απόφαση σχετικά με την εξαίρεση.
5.
Εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά, στην απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 4 εκτίθενται οι λόγοι της απόφασης αυτής.
ΑΡΘΡΟ II.5
Αντικατάσταση διαιτητή
1.
Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, αν είναι αναγκαίο να αντικατασταθεί διαιτητής κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας, διορίζεται ή επιλέγεται αντικαταστάτης σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο II.2 η οποία εφαρμόζεται στον διορισμό ή στην επιλογή του προς αντικατάσταση διαιτητή. Η διαδικασία αυτή εφαρμόζεται ακόμα και αν ένα μέρος δεν έχει ασκήσει το δικαίωμά του να διορίσει ή να συμμετάσχει στον διορισμό του προς αντικατάσταση διαιτητή.
2.
Σε περίπτωση αντικατάστασης διαιτητή, η διαδικασία συνεχίζεται από το σημείο κατά το οποίο ο διαιτητής που αντικαταστάθηκε έπαυσε να ασκεί τα καθήκοντά του, εκτός αν το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίσει διαφορετικά.
ΑΡΘΡΟ II.6
Απαλλαγή της ευθύνης
Εξαιρουμένων των περιπτώσεων δόλου ή σοβαρής αμέλειας, τα μέρη παραιτούνται, στον μέγιστο βαθμό που το επιτρέπει το εφαρμοστέο δίκαιο, από κάθε ενέργεια κατά των διαιτητών για κάθε πράξη ή παράλειψη που σχετίζεται με τη διαιτησία.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ III
ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
ΑΡΘΡΟ III.1
Γενικές διατάξεις
1.
Η ημερομηνία σύστασης του διαιτητικού δικαστηρίου είναι η ημερομηνία κατά την οποία ο τελευταίος διαιτητής αποδέχθηκε τον διορισμό του.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο εξασφαλίζει ότι τα μέρη τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης και ότι, στο κατάλληλο στάδιο της διαδικασίας, καθένα από αυτά έχει επαρκή δυνατότητα να ασκήσει τα δικαιώματά του και να εκθέσει την άποψή του. Το διαιτητικό δικαστήριο διεξάγει τη διαδικασία κατά τρόπο ώστε να αποφεύγονται καθυστερήσεις και περιττές δαπάνες και να διασφαλίζεται η επίλυση της διαφοράς μεταξύ των μερών.
3.
Οργανώνεται ακρόαση, εκτός αν το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίσει διαφορετικά, έπειτα από ακρόαση των μερών.
4.
Όταν ένα μέρος αποστέλλει κοινοποίηση στο διαιτητικό δικαστήριο, το πράττει μέσω του Διεθνούς Γραφείου και αποστέλλει ταυτόχρονα αντίγραφο στο άλλο μέρος. Το Διεθνές Γραφείο αποστέλλει αντίγραφο της εν λόγω κοινοποίησης σε καθέναν από τους διαιτητές.
ΑΡΘΡΟ III.2
Τόπος διαιτησίας
Τόπος διαιτησίας είναι η Χάγη. Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί, αν το απαιτούν εξαιρετικές περιστάσεις, να συνεδριάζει σε οποιοδήποτε άλλο μέρος κρίνει κατάλληλο για τις διασκέψεις του.
ΑΡΘΡΟ III.3
Γλώσσα
1.
Οι γλώσσες διαδικασίας είναι τα γαλλικά και τα αγγλικά.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει όλα τα έγγραφα που επισυνάπτονται στο δικόγραφο αγωγής ή στο υπόμνημα αντίκρουσης, καθώς και όλα τα επιπλέον έγγραφα που προσκομίστηκαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, που υποβλήθηκαν στην πρωτότυπη γλώσσα τους, να συνοδεύονται από μετάφραση σε μία από τις γλώσσες της διαδικασίας.
ΑΡΘΡΟ III.4
Δικόγραφο αγωγής
1.
Ο ενάγων αποστέλλει εγγράφως το οικείο δικόγραφο αγωγής στον εναγόμενο και στο διαιτητικό δικαστήριο μέσω του Διεθνούς Γραφείου, εντός της προθεσμίας που ορίζει το διαιτητικό δικαστήριο. Ο ενάγων μπορεί να αποφασίσει να θεωρήσει την οικεία κοινοποίηση διαιτησίας που αναφέρεται στο άρθρο I.4 ως δικόγραφο αγωγής, υπό την προϋπόθεση ότι πληροί επίσης τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου.
2.
Το δικόγραφο αγωγής περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)
τις πληροφορίες που ορίζονται στο άρθρο I.4 παράγραφος 3 στοιχεία β) έως στ)·
β)
περιγραφή των πραγματικών περιστατικών που προβλήθηκαν προς στήριξη της αγωγής· και
γ)
τα νομικά επιχειρήματα που προβλήθηκαν προς στήριξη της αγωγής.
3.
Το δικόγραφο αγωγής συνοδεύεται, στο μέτρο του δυνατού, από όλα τα έγγραφα και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρει ο ενάγων ή στα οποία θα πρέπει να παραπέμψει. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 15 παράγραφος 3 της συμφωνίας, το δικόγραφο αγωγής μπορεί επίσης να περιέχει, στο μέτρο του δυνατού, πληροφορίες σχετικά με την ανάγκη προσφυγής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
ΑΡΘΡΟ III.5
Υπόμνημα αντίκρουσης
1.
Ο εναγόμενος αποστέλλει εγγράφως το υπόμνημα αντίκρουσης στον ενάγοντα και στο διαιτητικό δικαστήριο μέσω του Διεθνούς Γραφείου, εντός της προθεσμίας που ορίζει το διαιτητικό δικαστήριο. Ο εναγόμενος μπορεί να αποφασίσει να θεωρήσει την απάντηση στην κοινοποίηση διαιτησίας που αναφέρεται στο άρθρο I.5 ως υπόμνημα αντίκρουσης, υπό τον όρο ότι η απάντηση στην κοινοποίηση διαιτησίας πληροί επίσης τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου.
2.
Το υπόμνημα αντίκρουσης απαντά στα σημεία του δικογράφου αγωγής που αναφέρονται σύμφωνα με το άρθρο III.4 παράγραφος 2 στοιχεία α) έως γ) του παρόντος πρωτοκόλλου. Το υπόμνημα αντίκρουσης συνοδεύεται, στο μέτρο του δυνατού, από όλα τα έγγραφα και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρει ο εναγόμενος ή στα οποία θα πρέπει να παραπέμψει. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 15 παράγραφος 3 της συμφωνίας, το υπόμνημα αντίκρουσης μπορεί επίσης να περιέχει, στο μέτρο του δυνατού, πληροφορίες σχετικά με την ανάγκη προσφυγής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
3.
Στο υπόμνημα αντίκρουσης, ή σε μεταγενέστερο στάδιο της διαιτητικής διαδικασίας, αν το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίσει ότι τυχόν καθυστέρηση δικαιολογείται από τις περιστάσεις, ο εναγόμενος μπορεί να ασκήσει ανταγωγή, υπό την προϋπόθεση ότι το διαιτητικό δικαστήριο είναι αρμόδιο να την εκδικάσει.
4.
Σε ανταγωγή εφαρμόζεται το άρθρο III.4 παράγραφοι 2 και 3.
ΑΡΘΡΟ III.6
Διαιτητική δικαιοδοσία
1.
Το διαιτητικό δικαστήριο αποφαίνεται αν είναι αρμόδιο βάσει του άρθρου 15 παράγραφος 2 ή του άρθρου 16 παράγραφος 2 της συμφωνίας.
2.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 15 παράγραφος 2 της συμφωνίας, το διαιτητικό δικαστήριο έχει εντολή να εξετάσει το ζήτημα που αποτέλεσε το έναυσμα της διαφοράς, όπως έχει εγγραφεί επίσημα, προς επίλυση, στην ημερήσια διάταξη της μεικτής επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 1 της συμφωνίας.
3.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 16 παράγραφος 2 της συμφωνίας, το διαιτητικό δικαστήριο το οποίο επιλήφθηκε της κύριας δίκης έχει εντολή να εξετάσει την αναλογικότητα των επίμαχων αντισταθμιστικών μέτρων, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων στις οποίες τα εν λόγω μέτρα ελήφθησαν, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 1 στοιχείο γ) και το άρθρο 20 παράγραφος 4 της συμφωνίας σχετικά με τη συμμετοχή της Ελβετίας στα προγράμματα της Ένωσης, όσον αφορά τη συμμετοχή της Ελβετίας στο Πρόγραμμα σχετικά με τη δράση της Ένωσης στον τομέα της υγείας.
4.
Η προκαταρκτική ένσταση αναρμοδιότητας του διαιτητικού δικαστηρίου υποβάλλεται το αργότερο με το υπόμνημα αντίκρουσης ή, σε περίπτωση ανταγωγής, με το υπόμνημα απάντησης. Το γεγονός ότι ένα μέρος έχει διορίσει διαιτητή ή έχει συμμετάσχει στον διορισμό του δεν του στερεί το δικαίωμα να προβεί σε τέτοια προκαταρκτική ένσταση. Η προκαταρκτική ένσταση ότι η διαφορά θα υπερέβαινε τις αρμοδιότητες του διαιτητικού δικαστηρίου υποβάλλεται μόλις τεθεί κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας το ζήτημα που φέρεται ότι υπερβαίνει τις αρμοδιότητές του. Σε κάθε περίπτωση, το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την υποβολή προκαταρκτικής ένστασης μετά την παρέλευση της ταχθείσας προθεσμίας, αν κρίνει ότι η καθυστέρηση οφείλεται σε βάσιμο λόγο.
5.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί επί της προκαταρκτικής ένστασης που αναφέρεται στην παράγραφο 4 είτε αντιμετωπίζοντάς την ως προδικαστικό ερώτημα είτε κατά την έκδοση απόφασης επί της ουσίας της υπόθεσης.
ΑΡΘΡΟ III.7
Άλλα γραπτά υπομνήματα
Το διαιτητικό δικαστήριο, μετά από διαβούλευση με τα μέρη, αποφασίζει ποια άλλα γραπτά υπομνήματα, εκτός από το δικόγραφο αγωγής και το υπόμνημα αντίκρουσης, υποβάλλουν ή μπορούν να υποβάλουν τα μέρη και ορίζει προθεσμία για την υποβολή τους.
ΑΡΘΡΟ III.8
Προθεσμίες
1.
Οι προθεσμίες που ορίζει το διαιτητικό δικαστήριο για την κοινοποίηση των γραπτών εγγράφων, συμπεριλαμβανομένου του δικογράφου αγωγής και του υπομνήματος αντίκρουσης, δεν υπερβαίνουν τις 90 ημέρες, εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο λαμβάνει την οριστική του απόφαση εντός 12 μηνών από την ημερομηνία σύστασής του. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις ιδιαίτερης δυσκολίας, το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να παρατείνει την προθεσμία αυτή κατά τρεις επιπλέον μήνες κατ’ ανώτατο όριο.
3.
Οι προθεσμίες που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 μειώνονται κατά το ήμισυ:
α)
κατόπιν αιτήματος του ενάγοντος ή του εναγομένου, αν, εντός 30 ημερών από την υποβολή του εν λόγω αιτήματος, το διαιτητικό δικαστήριο, έπειτα από ακρόαση του άλλου μέρους, κρίνει ότι η υπόθεση είναι επείγουσα· ή
β)
αν συμφωνήσουν τα μέρη.
4.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 16 παράγραφος 2 της συμφωνίας, το διαιτητικό δικαστήριο λαμβάνει την οριστική του απόφαση εντός έξι μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης των αντισταθμιστικών μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 1 της συμφωνίας.
ΑΡΘΡΟ III.9
Παραπομπή υποθέσεων στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
1.
Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 12 και του άρθρου 15 παράγραφος 3 της συμφωνίας, το διαιτητικό δικαστήριο παραπέμπει την υπόθεση στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να παραπέμψει υπόθεση στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανά πάσα στιγμή της διαδικασίας, υπό την προϋπόθεση ότι το διαιτητικό δικαστήριο είναι σε θέση να προσδιορίσει με επαρκή ακρίβεια το νομικό και πραγματικό πλαίσιο της υπόθεσης, καθώς και τα νομικά ζητήματα που εγείρει. Η διαδικασία ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου αναστέλλεται έως ότου αποφανθεί το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
3.
Κάθε μέρος μπορεί να αποστείλει στο διαιτητικό δικαστήριο αιτιολογημένο αίτημα για την παραπομπή υπόθεσης στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το διαιτητικό δικαστήριο απορρίπτει το εν λόγω αίτημα αν κρίνει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την παραπομπή της υπόθεσης στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 1. Αν το διαιτητικό δικαστήριο απορρίψει το αίτημα ενός μέρους για παραπομπή της υπόθεσης στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αιτιολογεί την απόφασή του στην απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης.
4.
Το διαιτητικό δικαστήριο παραπέμπει υπόθεση στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με κοινοποίηση. Η κοινοποίηση περιέχει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)
συνοπτική περιγραφή της διαφοράς·
β)
την/τις επίμαχη/-ες νομική/-ές πράξη/-εις της Ένωσης και/ή διάταξη/-εις της παρούσας συμφωνίας· και
γ)
την έννοια του ενωσιακού δικαίου που πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 2 της συμφωνίας.
Το διαιτητικό δικαστήριο ενημερώνει τα μέρη για την παραπομπή της υπόθεσης στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
5.
Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εφαρμόζει, κατ’ αναλογία, τον εσωτερικό του κανονισμό που εφαρμόζεται στην άσκηση της αρμοδιότητάς του να αποφαίνεται προδικαστικώς επί της ερμηνείας των Συνθηκών και των πράξεων των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης.
6.
Οι εκπρόσωποι και οι δικηγόροι που είναι εξουσιοδοτημένοι να εκπροσωπούν τα μέρη ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου δυνάμει των άρθρων I.4, I.5, III.4 και III.5 εξουσιοδοτούνται να εκπροσωπούν τα μέρη ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
ΑΡΘΡΟ III.10
Προσωρινά μέτρα
1.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 16 παράγραφος 2 της συμφωνίας, κάθε μέρος μπορεί, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαιτητικής διαδικασίας, να υποβάλει αίτηση λήψης προσωρινών μέτρων που συνίστανται στην αναστολή των αντισταθμιστικών μέτρων.
2.
Στην αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 προσδιορίζεται το αντικείμενο της διαφοράς, τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υπόθεσης, καθώς και οι πραγματικοί και νομικοί ισχυρισμοί που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη των προσωρινών μέτρων τα οποία ζητούνται. Περιλαμβάνονται όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και παρατίθενται τα προτεινόμενα αποδεικτικά μέσα προς δικαιολόγηση της λήψης των προσωρινών μέτρων.
3.
Το μέρος που ζητεί τη λήψη των προσωρινών μέτρων διαβιβάζει την αίτησή του εγγράφως στο άλλο μέρος και στο διαιτητικό δικαστήριο μέσω του Διεθνούς Γραφείου. Το διαιτητικό δικαστήριο ορίζει σύντομη προθεσμία εντός της οποίας το εν λόγω άλλο μέρος μπορεί να υποβάλει γραπτές ή προφορικές παρατηρήσεις.
4.
Εντός ενός μηνός από την υποβολή της αίτησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, το διαιτητικό δικαστήριο εκδίδει απόφαση σχετικά με την αναστολή των επίμαχων αντισταθμιστικών μέτρων, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)
το διαιτητικό δικαστήριο έχει πεισθεί εκ πρώτης όψεως για το βάσιμο της υπόθεσης που υπέβαλε το μέρος που ζήτησε τη λήψη των προσωρινών μέτρων στην αίτησή του·
β)
το διαιτητικό δικαστήριο θεωρεί ότι, εν αναμονή της οριστικής του απόφασης, το μέρος που ζητεί τη λήψη των προσωρινών μέτρων θα υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία αν δεν ανασταλούν τα αντισταθμιστικά μέτρα· και
γ)
η ζημία που υπέστη το μέρος το οποίο ζητεί τη λήψη των προσωρινών μέτρων λόγω της άμεσης εφαρμογής των επίμαχων αντισταθμιστικών μέτρων υπερτερεί του συμφέροντος για άμεση και αποτελεσματική εφαρμογή των μέτρων αυτών.
5.
Η αναστολή της διαδικασίας που αναφέρεται στο άρθρο III.9 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο δεν εφαρμόζεται στις διαδικασίες δυνάμει του παρόντος άρθρου.
6.
Η απόφαση που λαμβάνεται από το διαιτητικό δικαστήριο σύμφωνα με την παράγραφο 4 έχει μόνο προσωρινό χαρακτήρα και δεν προδικάζει την κρίση του διαιτητικού δικαστηρίου επί της ουσίας της υπόθεσης.
7.
Εκτός αν η απόφαση που λαμβάνει το διαιτητικό δικαστήριο σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου ορίζει προγενέστερη ημερομηνία για τη λήξη της αναστολής, η αναστολή αίρεται όταν ληφθεί η οριστική απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 2 της συμφωνίας.
8.
Προς αποφυγή αμφιβολιών, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, εξυπακούεται ότι, κατά την εξέταση των αντίστοιχων συμφερόντων του μέρους που ζητεί τη λήψη προσωρινών μέτρων και του άλλου μέρους, το διαιτητικό δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα των ιδιωτών και των οικονομικών φορέων των μερών, αλλά η εξέταση αυτή δεν ισοδυναμεί με αναγνώριση οποιασδήποτε ιδιότητας στους εν λόγω ιδιώτες ή οικονομικούς φορείς ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου.
ΑΡΘΡΟ III.11
Αποδεικτικά στοιχεία
1.
Κάθε μέρος παρέχει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζει την αγωγή του ή την αντίκρουσή του.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο, κατόπιν αιτήματος ενός μέρους ή με δική του πρωτοβουλία, μπορεί να ζητεί από τα μέρη σχετικές πληροφορίες που θεωρεί αναγκαίες και κατάλληλες. Το διαιτητικό δικαστήριο ορίζει προθεσμία εντός της οποίας τα μέρη πρέπει να απαντήσουν στο αίτημά του.
3.
Το διαιτητικό δικαστήριο, κατόπιν αιτήματος ενός μέρους ή με δική του πρωτοβουλία, μπορεί να ζητεί από οποιαδήποτε πηγή τις πληροφορίες που θεωρεί κατάλληλες. Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί επίσης να ζητεί τη γνώμη εμπειρογνωμόνων εφόσον το κρίνει σκόπιμο και υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που συμφωνούνται από τα μέρη, κατά περίπτωση.
4.
Οι πληροφορίες που λαμβάνονται από το διαιτητικό δικαστήριο δυνάμει του παρόντος άρθρου καθίστανται διαθέσιμες στα μέρη, τα δε μέρη μπορούν να υποβάλλουν παρατηρήσεις επί των εν λόγω πληροφοριών στο διαιτητικό δικαστήριο.
5.
Το διαιτητικό δικαστήριο, αφού ζητήσει τη γνώμη του άλλου μέρους, λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση τυχόν ζητημάτων που έχει εγείρει ένα μέρος όσον αφορά την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, το επαγγελματικό απόρρητο και τα νόμιμα συμφέροντα της εμπιστευτικότητας.
6.
Το διαιτητικό δικαστήριο κρίνει το παραδεκτό, τη λυσιτέλεια και την ισχύ των υποβληθέντων αποδεικτικών στοιχείων.
ΑΡΘΡΟ III.12
Ακροάσεις
1.
Όταν πρέπει να πραγματοποιηθεί ακρόαση, το διαιτητικό δικαστήριο, κατόπιν διαβούλευσης με τα μέρη, ενημερώνει τα μέρη εγκαίρως σχετικά με την ημερομηνία, την ώρα και τον τόπο διεξαγωγής της ακρόασης.
2.
Η ακρόαση είναι δημόσια, εκτός αν το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίσει διαφορετικά, αυτεπαγγέλτως ή αιτήσει των μερών, για σοβαρούς λόγους.
3.
Τα πρακτικά κάθε ακρόασης συντάσσονται και υπογράφονται από τον πρόεδρο του διαιτητικού δικαστηρίου. Τα εν λόγω πρακτικά είναι τα μόνα αυθεντικά.
4.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει τη διεξαγωγή της ακρόασης διαδικτυακά σύμφωνα με την πρακτική του Διεθνούς Γραφείου. Τα μέρη ενημερώνονται εγκαίρως για την πρακτική αυτή. Στις περιπτώσεις αυτές, εφαρμόζονται η παράγραφος 1, κατ’ αναλογία, και η παράγραφος 3.
ΑΡΘΡΟ III.13
Ερήμην διαδικασία
1.
Αν ο ενάγων δεν υποβάλει, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο παρόν πρωτόκολλο ή που έχει ορίσει το διαιτητικό δικαστήριο, χωρίς να προβάλει επαρκείς λόγους, το οικείο δικόγραφο αγωγής, το διαιτητικό δικαστήριο διατάσσει την περάτωση της διαιτητικής διαδικασίας, εκτός αν υπάρχουν εκκρεμή ζητήματα επί των οποίων ενδέχεται να απαιτείται απόφαση και αν το διαιτητικό δικαστήριο το κρίνει σκόπιμο.
Αν ο εναγόμενος δεν υποβάλει, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο παρόν πρωτόκολλο ή που έχει ορίσει το διαιτητικό δικαστήριο, χωρίς να προβάλει επαρκείς λόγους, την απάντησή του στην κοινοποίηση διαιτησίας ή το οικείο υπόμνημα αντίκρουσης, το διαιτητικό δικαστήριο διατάσσει τη συνέχιση της διαδικασίας, χωρίς να θεωρεί ότι η παράλειψη αυτή συνιστά αποδοχή των ισχυρισμών του ενάγοντος.
Το δεύτερο εδάφιο εφαρμόζεται επίσης στην περίπτωση που ο ενάγων δεν απαντήσει σε ανταγωγή.
2.
Αν ένα μέρος, το οποίο έχει κληθεί δεόντως σύμφωνα με το άρθρο III.12 παράγραφος 1, δεν εμφανιστεί σε ακρόαση και δεν προβάλει επαρκείς λόγους για τη μη εμφάνισή του, το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να συνεχίσει τη διαιτησία.
3.
Αν ένα μέρος, το οποίο έχει κληθεί δεόντως από το διαιτητικό δικαστήριο να προσκομίσει περαιτέρω αποδεικτικά στοιχεία, δεν το πράξει εντός της ταχθείσας προθεσμίας χωρίς να προβάλει επαρκείς λόγους για τη μη προσκόμισή τους, το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που έχει στη διάθεσή του.
ΑΡΘΡΟ III.14
Περάτωση της διαδικασίας
1.
Όταν αποδεικνύεται ότι τα μέρη είχαν ευλόγως τη δυνατότητα να εκθέσουν τα επιχειρήματά τους, το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να κηρύξει την περάτωση της διαδικασίας.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί, αν το κρίνει αναγκαίο λόγω εξαιρετικών περιστάσεων, να αποφασίσει, με δική του πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος ενός μέρους, να κινήσει εκ νέου τη διαδικασία ανά πάσα στιγμή προτού λάβει την απόφασή του.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΑΡΘΡΟ IV.1
Αποφάσεις
Το διαιτητικό δικαστήριο καταβάλλει κάθε προσπάθεια ώστε να λαμβάνει τις αποφάσεις του με συναίνεση. Αν, ωστόσο, αποδειχθεί αδύνατη η λήψη απόφασης με συναίνεση, η απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου λαμβάνεται με πλειοψηφία των διαιτητών.
ΑΡΘΡΟ IV.2
Μορφή και ισχύς της απόφασης του διαιτητικού δικαστηρίου
1.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει χωριστές αποφάσεις επί διαφορετικών ζητημάτων σε διαφορετικές χρονικές στιγμές.
2.
Όλες οι αποφάσεις είναι γραπτές και αιτιολογημένες. Είναι οριστικές και δεσμευτικές για τα μέρη.
3.
Η απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου υπογράφεται από τους διαιτητές, περιέχει την ημερομηνία κατά την οποία ελήφθη και αναφέρει τον τόπο της διαιτησίας. Αντίγραφο της απόφασης υπογεγραμμένο από τους διαιτητές κοινοποιείται στα μέρη από το Διεθνές Γραφείο.
4.
Το Διεθνές Γραφείο δημοσιοποιεί την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου.
Το Διεθνές Γραφείο, όταν δημοσιοποιεί την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου, τηρεί τους σχετικούς κανόνες για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, του επαγγελματικού απορρήτου και των νόμιμων συμφερόντων εμπιστευτικότητας.
Οι κανόνες που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο είναι πανομοιότυποι για όλες τις διμερείς συμφωνίες στους τομείς της εσωτερικής αγοράς στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία, καθώς και για την παρούσα συμφωνία, τη συμφωνία για τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων και τη συμφωνία σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας. Η μεικτή επιτροπή εγκρίνει και επικαιροποιεί, για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, τους εν λόγω κανόνες μέσω απόφασης.
5.
Τα μέρη συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση με όλες τις αποφάσεις του διαιτητικού δικαστηρίου.
6.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 15 παράγραφος 2 της συμφωνίας, το διαιτητικό δικαστήριο, αφού λάβει τη γνώμη των μερών, ορίζει στην απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης εύλογη προθεσμία εντός της οποίας τα μέρη πρέπει να συμμορφωθούν με την απόφασή του σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 5 της συμφωνίας, λαμβάνοντας υπόψη τις εσωτερικές διαδικασίες των μερών.
ΑΡΘΡΟ IV.3
Εφαρμοστέο δίκαιο, κανόνες ερμηνείας, διαμεσολαβητής
1.
Το εφαρμοστέο δίκαιο περιλαμβάνει την παρούσα συμφωνία, τις νομικές πράξεις της Ένωσης στις οποίες γίνεται αναφορά σ’ αυτήν, καθώς και κάθε άλλο κανόνα του διεθνούς δικαίου που σχετίζεται με την εφαρμογή των εν λόγω πράξεων.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίζει σύμφωνα με τους κανόνες ερμηνείας που αναφέρονται στο άρθρο 12 της συμφωνίας.
3.
Το διαιτητικό δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίζει ως διαμεσολαβητής ή ex aequo et bono.
ΑΡΘΡΟ IV.4
Αμοιβαία αποδεκτή λύση ή άλλοι λόγοι για την περάτωση της διαδικασίας
1.
Τα μέρη μπορούν, ανά πάσα στιγμή, να καταλήξουν σε αμοιβαία αποδεκτή λύση στη διαφορά τους. Κοινοποιούν από κοινού κάθε τέτοια λύση στο διαιτητικό δικαστήριο. Αν η λύση απαιτεί έγκριση σύμφωνα με τις οικείες εθνικές διαδικασίες ενός εκ των μερών, η κοινοποίηση παραπέμπει σ’ αυτήν την απαίτηση και η διαδικασία διαιτησίας αναστέλλεται. Αν δεν απαιτείται έγκριση, ή με κοινοποίηση της ολοκλήρωσης των εθνικών διαδικασιών, η διαδικασία διαιτησίας περατώνεται.
2.
Αν, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ο ενάγων ενημερώσει εγγράφως το διαιτητικό δικαστήριο ότι δεν επιθυμεί να συνεχίσει περαιτέρω τη διαδικασία και αν, κατά την ημερομηνία παραλαβής της εν λόγω κοινοποίησης από το διαιτητικό δικαστήριο, ο εναγόμενος δεν έχει προβεί ακόμη σε καμία ενέργεια στο πλαίσιο της διαδικασίας, το διαιτητικό δικαστήριο εκδίδει διάταξη με την οποία διαπιστώνει επισήμως την περάτωση της διαδικασίας. Το διαιτητικό δικαστήριο αποφαίνεται επί των εξόδων, τα οποία βαρύνουν τον ενάγοντα, αν αυτό δικαιολογείται από τη στάση του εν λόγω μέρους.
3.
Αν το διαιτητικό δικαστήριο, προτού λάβει απόφαση, καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η συνέχιση της διαδικασίας έχει καταστεί άνευ αντικειμένου ή αδύνατη για οποιονδήποτε λόγο εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, το διαιτητικό δικαστήριο ενημερώνει τα μέρη για την πρόθεσή του να εκδώσει διάταξη για την περάτωση της διαδικασίας. Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται όταν εκκρεμούν ζητήματα επί των οποίων ενδέχεται να είναι αναγκαίο να ληφθεί απόφαση και αν το διαιτητικό δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να το πράξει.
4.
Το διαιτητικό δικαστήριο κοινοποιεί στα μέρη αντίγραφο της διάταξης για την περάτωση της διαιτητικής διαδικασίας ή της απόφασης που λαμβάνεται με συμφωνία μεταξύ των μερών, υπογεγραμμένης από τους διαιτητές. Το άρθρο IV.2 παράγραφοι 2 έως 5 εφαρμόζεται στις διαιτητικές αποφάσεις που λαμβάνονται με συμφωνία μεταξύ των μερών.
ΑΡΘΡΟ IV.5
Διόρθωση της απόφασης του διαιτητικού δικαστηρίου
1.
Εντός 30 ημερών από την παραλαβή της απόφασης του διαιτητικού δικαστηρίου, ένα μέρος μπορεί, με κοινοποίηση στο άλλο μέρος και στο διαιτητικό δικαστήριο μέσω του Διεθνούς Γραφείου, να ζητήσει από το διαιτητικό δικαστήριο να διορθώσει στο κείμενο της απόφασης του διαιτητικού δικαστηρίου τυχόν σφάλματα υπολογισμού, λάθη εκ παραδρομής ή τυπογραφικά λάθη ή τυχόν σφάλματα ή παραλείψεις παρόμοιας φύσης. Αν το διαιτητικό όργανο κρίνει το αίτημα δικαιολογημένο, προβαίνει στη διόρθωση εντός 45 ημερών από την παραλαβή του αιτήματος. Το αίτημα δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα όσον αφορά την προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο IV.2 παράγραφος 6.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί, εντός 30 ημερών από την κοινοποίηση της απόφασής του, να προβεί με δική του πρωτοβουλία στις διορθώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1.
3.
Οι διορθώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου πραγματοποιούνται γραπτώς και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της απόφασης. Εφαρμόζεται το άρθρο IV.2 παράγραφοι 2 έως 5.
ΑΡΘΡΟ IV.6
Αμοιβές διαιτητών
1.
Οι αμοιβές που αναφέρονται στο άρθρο IV.7 είναι εύλογες, λαμβανομένων υπόψη της πολυπλοκότητας της υπόθεσης, του χρόνου που αφιερώνουν σ’ αυτήν οι διαιτητές και όλων των άλλων σχετικών περιστάσεων.
2.
Καταρτίζεται και επικαιροποιείται, όταν κρίνεται αναγκαίο, κατάλογος ημερήσιας αμοιβής και μέγιστων και ελάχιστων ωρών ο οποίος είναι κοινός για όλες τις διμερείς συμφωνίες στους τομείς της εσωτερικής αγοράς στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία, καθώς και για την παρούσα συμφωνία, τη συμφωνία για τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων και τη συμφωνία σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας. Η μεικτή επιτροπή εγκρίνει και επικαιροποιεί, για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, τον εν λόγω κατάλογο μέσω απόφασης.
ΑΡΘΡΟ IV.7
Έξοδα
1.
Κάθε μέρος επωμίζεται τα έξοδά του και το ήμισυ των εξόδων του διαιτητικού δικαστηρίου.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο καθορίζει τα έξοδά του στην απόφασή του επί της ουσίας της υπόθεσης. Τα εν λόγω έξοδα περιλαμβάνουν μόνο:
α)
τις αμοιβές των διαιτητών, οι οποίες πρέπει να δηλώνονται χωριστά για κάθε διαιτητή και να καθορίζονται από το ίδιο το διαιτητικό δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο IV.6·
β)
τα έξοδα ταξιδιού και άλλα έξοδα των διαιτητών· και
γ)
τις αμοιβές και τα έξοδα του Διεθνούς Γραφείου.
3.
Τα έξοδα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 είναι εύλογα, λαμβανομένων υπόψη του επίμαχου ποσού, της πολυπλοκότητας της διαφοράς, του χρόνου που αφιέρωσαν οι διαιτητές και τυχόν εμπειρογνώμονες που έχουν διοριστεί από το διαιτητικό δικαστήριο και τυχόν άλλων σχετικών περιστάσεων.
ΑΡΘΡΟ IV.8
Κατάθεση του ποσού των εξόδων
1.
Κατά την έναρξη της διαιτησίας, το Διεθνές Γραφείο μπορεί να ζητήσει από τα μέρη να καταθέσουν ίσο ποσό ως προκαταβολή για τα έξοδα που αναφέρονται στο άρθρο IV.7 παράγραφος 2.
2.
Κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας, το Διεθνές Γραφείο μπορεί να ζητήσει από τα μέρη να καταθέσουν ποσά συμπληρωματικά προς εκείνα που αναφέρονται στην παράγραφο 1.
3.
Όλα τα ποσά που κατατίθενται από τα μέρη κατ’ εφαρμογή του παρόντος άρθρου καταβάλλονται στο Διεθνές Γραφείο το οποίο τα χρησιμοποιεί για την κάλυψη των πραγματικών εξόδων που πραγματοποιούνται, συμπεριλαμβανομένων, ιδίως, των αμοιβών που καταβάλλονται στους διαιτητές και στο Διεθνές Γραφείο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ V
ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΡΘΡΟ V.1
Τροποποιήσεις
Η μεικτή επιτροπή μπορεί να εγκρίνει, μέσω απόφασης, τροποποιήσεις στο παρόν πρωτόκολλο.
ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Βρυξέλλες, 13.6.2025
COM(2025) 308 final
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
της
πρότασης απόφασης του Συμβουλίου
σχετικά με την υπογραφή, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ευρείας δέσμης συμφωνιών για την εδραίωση, εμβάθυνση και διεύρυνση των διμερών σχέσεων με την Ελβετική Συνομοσπονδία και σχετικά με την προσωρινή εφαρμογή της συμφωνίας σχετικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας στον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Διαστημικό Πρόγραμμα
ΣΥΜΦΩΝΙΑ
ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΒΕΤΙΚΗΣ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ
ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΤΑΚΤΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑ ΤΗΣ ΕΛΒΕΤΙΑΣ
ΣΤΗ ΜΕΙΩΣΗ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΝΙΣΟΤΗΤΩΝ
ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ
Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ, καλούμενη στο εξής «Ένωση»,
και
Η ΕΛΒΕΤΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ, καλούμενη στο εξής «Ελβετία»,
στο εξής καλούμενες «συμβαλλόμενα μέρη»·
ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ τους στενούς δεσμούς μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών·
ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ την ευρεία δέσμη διμερών συμφωνιών μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών η οποία αποσκοπεί στη σταθεροποίηση και στην ανάπτυξη των διμερών τους σχέσεων, συμπεριλαμβανομένης της συμμετοχής της Ελβετίας στην εσωτερική αγορά·
ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ, στο πλαίσιο αυτό, τη σημασία των δράσεων που συμβάλλουν στη μείωση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων στην Ένωση, οι οποίες θα πρέπει να αποσκοπούν στην ενθάρρυνση της συνεχούς και ισόρροπης ενίσχυσης των οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών της και της Ελβετίας, με παράλληλη αντιμετώπιση των σημαντικών κοινών προκλήσεων·
ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι η συνεργασία μεταξύ της Ελβετίας και των κρατών-εταίρων στο πλαίσιο της τακτικής χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Ελβετίας βασίζεται και καθοδηγείται από κοινές αξίες, αρχές χρηστής διακυβέρνησης και κοινή δέσμευση για μηδενική ανοχή στη διαφθορά,
ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ ΤΑ ΕΞΗΣ:
ΜΕΡΟΣ I
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΡΘΡΟ 1
Στόχοι
Στο πλαίσιο της ευρείας δέσμης διμερών συμφωνιών, τα συμβαλλόμενα μέρη συμμερίζονται τον γενικό στόχο της συμβολής στη μείωση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων στην Ένωση.
Κατά συνέπεια, η τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας αποσκοπεί στην ενθάρρυνση της συνεχούς και ισόρροπης ενίσχυσης των οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών της και της Ελβετίας, με παράλληλη αντιμετώπιση των σημαντικών κοινών προκλήσεων.
ΑΡΘΡΟ 2
Αντικείμενο
1.
Η παρούσα συμφωνία θεσπίζει τη βάση της τακτικής χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Ελβετίας για την επίτευξη των στόχων που καθορίζονται στο άρθρο 1.
2.
Η τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας συμπληρώνει τα μέτρα της Ένωσης και των κρατών μελών της στον τομέα της συνοχής και των δράσεών τους για την αντιμετώπιση των σημαντικών κοινών προκλήσεων.
ΑΡΘΡΟ 3
Ορισμοί
Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
α)
«κατάλογος συμφωνιών»: οι ακόλουθες συμφωνίες:
i)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, που υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο στις 21 Ιουνίου 1999·
ii)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές, που υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο στις 21 Ιουνίου 1999·
iii)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών, που υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο στις 21 Ιουνίου 1999·
iv)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων, που υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο στις 21 Ιουνίου 1999·
v)
Συμφωνία αμοιβαίας αναγνώρισης σχετικά με την αξιολόγηση της πιστότητας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της ελβετικής συνομοσπονδίας, που υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο στις 21 Ιουνίου 1999·
vi)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενεργείας, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, σχετικά με τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σε προγράμματα της Ένωσης, που υπογράφηκε στ[…] στις […]·
vii)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας στον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Διαστημικό Πρόγραμμα, που υπογράφηκε στ[…] στις […]·
viii)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για την ηλεκτρική ενέργεια, που υπογράφηκε στ[…] στις […]·
ix)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για την υγεία, που υπογράφηκε στ[…] στις […]· και
x)
Πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων για τη δημιουργία κοινού χώρου ασφάλειας των τροφίμων, που υπογράφηκε στ[…] στις […]·
β)
«περίοδος συνεισφοράς»: το χρονικό πλαίσιο κατά το οποίο χορηγείται η συγκεκριμένη χρηματοδοτική συνεισφορά από την Ελβετία·
γ)
«περίοδος εκτέλεσης»: το χρονικό πλαίσιο κατά το οποίο πρέπει να εκτελεστεί μια συγκεκριμένη χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας και να εκταμιευθούν τα κονδύλια· κάθε περίοδος εκτέλεσης διαρκεί τουλάχιστον δέκα έτη·
δ)
«κράτος-εταίρος»: κράτος μέλος της Ένωσης που επωφελείται από την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας σε συγκεκριμένη περίοδο συνεισφοράς·
ε)
«κράτη-εταίροι στον τομέα της συνοχής»: τα κράτη μέλη της Ένωσης με κατά κεφαλήν ακαθάριστο εθνικό εισόδημα (στο εξής: ΑΕΕ), μετρούμενο σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, που δεν υπερβαίνει το 90 % του μέσου κατά κεφαλήν ΑΕΕ της Ένωσης σε μονάδες αγοραστικής δύναμης για την ίδια περίοδο αναφοράς. Η περίοδος αναφοράς για τα δεδομένα που πρέπει να χρησιμοποιούνται είναι η ίδια με εκείνη που χρησιμοποιείται για να καθοριστεί η επιλεξιμότητα των κρατών μελών της Ένωσης στο πλαίσιο του Ταμείου Συνοχής της Ένωσης, όπως ισχύει κατά την ημερομηνία έναρξης της σχετικής περιόδου συνεισφοράς·
στ)
«μέτρο στήριξης»: πρόγραμμα ή έργο που υλοποιείται με τη στήριξη συγκεκριμένης χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Ελβετίας.
ΑΡΘΡΟ 4
Πλαίσιο που διέπει την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας
1.
Η τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας διαρθρώνεται βάσει διαδοχικών περιόδων συνεισφοράς.
Κάθε περίοδος συνεισφοράς αρχίζει δύο έτη μετά την έναρξη της περιόδου την οποία καλύπτει το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο της Ένωσης (στο εξής: ΠΔΠ). Η διάρκειά της ισούται με τον αριθμό των ετών που καλύπτονται από το ΠΔΠ με το οποίο σχετίζεται.
2.
Για κάθε περίοδο συνεισφοράς ισχύουν τα εξής:
α)
Η Ελβετία δεσμεύεται να παρέχει χρηματοδοτική συνεισφορά η οποία καθορίζεται βάσει του παραρτήματος I.
β)
Για την εκπλήρωση της δέσμευσης που αναλαμβάνεται σύμφωνα με το στοιχείο α), τα συμβαλλόμενα μέρη συνάπτουν νομικά μη δεσμευτικό μνημόνιο συμφωνίας το αργότερο 12 μήνες πριν από τη λήξη της τρέχουσας περιόδου συνεισφοράς.
Για τον σκοπό αυτόν, η μεικτή επιτροπή αρχίζει συζητήσεις το αργότερο 36 μήνες πριν από τη λήξη της εν λόγω περιόδου συνεισφοράς.
Σε κάθε μνημόνιο συμφωνίας προσδιορίζονται τα ακόλουθα στοιχεία:
i)
το ύψος της συγκεκριμένης χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Ελβετίας, το οποίο καθορίζεται βάσει της παραγράφου 1 του παραρτήματος I·
ii)
τα ειδικά ανά χώρα κονδύλια στον τομέα της συνοχής σύμφωνα με το προσάρτημα 2 του παραρτήματος I·
iii)
τους θεματικούς τομείς για τη συγκεκριμένη χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας στον τομέα της συνοχής·
iv)
όταν ένα ποσοστό συγκεκριμένης χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Ελβετίας προβλέπεται να διατεθεί για την αντιμετώπιση άλλων σημαντικών κοινών προκλήσεων· τις σημαντικές κοινές προκλήσεις που έχουν προσδιοριστεί· τους αντίστοιχους θεματικούς τομείς τους· τα κριτήρια για την επιλογή των κρατών-εταίρων που επηρεάζονται από τις κοινές προκλήσεις που προσδιορίστηκαν· και την κατανομή μεταξύ των κονδυλίων που διατίθενται στον τομέα της συνοχής και των κονδυλίων που διατίθενται για τις κοινές προκλήσεις που προσδιορίστηκαν, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παραρτήματος I·
v)
γενική περιγραφή του προβλεπόμενου περιεχομένου των ειδικών ανά χώρα συμφωνιών μεταξύ της Ελβετίας και των κρατών-εταίρων (στο εξής: ειδικές ανά χώρα συμφωνίες)·
vi)
τη διάρκεια της περιόδου εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 3 στοιχείο γ).
γ)
Αν το μνημόνιο συμφωνίας δεν συναφθεί εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στο στοιχείο β) πρώτη περίοδος, εφαρμόζεται το άρθρο 16. Σε περίπτωση υποβολής της διαφοράς στο διαιτητικό δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 2, το διαιτητικό δικαστήριο εξακριβώνει αν τα συμβαλλόμενα μέρη ενήργησαν καλόπιστα κατά τη διάρκεια των συζητήσεων που αναφέρονται στο στοιχείο β) προκειμένου να εκπληρώσουν τη δέσμευση που προβλέπεται στο στοιχείο α).
ΑΡΘΡΟ 5
Ειδικές ανά χώρα συμφωνίες και περαιτέρω μέτρα στήριξης
1.
Σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2 στοιχείο α) και το μέρος II, καθώς και σύμφωνα με τα στοιχεία που ορίζονται στο μνημόνιο συμφωνίας, η Ελβετία συνάπτει ειδικές ανά χώρα συμφωνίες με τα κράτη-εταίρους και, κατά περίπτωση, προετοιμάζει περαιτέρω μέτρα στήριξης υπό τη διαχείρισή της ή με τη μορφή συνεισφορών σε σχετικά χρηματοδοτικά μέσα.
2.
Οι ειδικές ανά χώρα συμφωνίες λαμβάνουν υπόψη τις πολιτικές της Ένωσης και τα εθνικά στρατηγικά πλαίσια για τις επενδύσεις στο πλαίσιο της συνοχής πολιτικής της Ένωσης που έχουν εγκριθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (στο εξής: Επιτροπή).
3.
Στις ειδικές ανά χώρα συμφωνίες καθορίζονται ιδίως τα εξής: η κατανομή των κονδυλίων μεταξύ θεματικών τομέων· τα μέτρα στήριξης· οι δομές διαχείρισης και ελέγχου· οι ισχύουσες συνθήκες· και οι αρμόδιες αρχές του οικείου κράτους-εταίρου. Περιλαμβάνονται επίσης ειδικοί κανόνες σχετικά με τη διαδικασία και τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 13 παράγραφος 5.
4.
Για κάθε περίοδο συνεισφοράς, τα ειδικά ανά χώρα κονδύλια στον τομέα της συνοχής δεσμεύονται επίσημα προς διάθεση στα κράτη-εταίρους μετά τη σύναψη των αντίστοιχων ειδικών ανά χώρα συμφωνιών, το αργότερο δύο έτη μετά την έναρξη της περιόδου συνεισφοράς με την οποία συνδέονται.
5.
Όταν ένα ποσοστό συγκεκριμένης χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Ελβετίας προβλέπεται να διατεθεί για την αντιμετώπιση άλλων σημαντικών κοινών προκλήσεων, τα ειδικά ανά χώρα κονδύλια στον τομέα των κοινών προκλήσεων που προσδιορίστηκαν δεσμεύονται επίσημα προς διάθεση στα κράτη-εταίρους μετά τη σύναψη των αντίστοιχων ειδικών ανά χώρα συμφωνιών, το αργότερο πέντε έτη μετά την έναρξη της περιόδου συνεισφοράς με την οποία συνδέονται.
6.
Αν οι ειδικές ανά χώρα συμφωνίες που αναφέρονται στις παραγράφους 4 και 5 δεν έχουν συναφθεί εντός των χρονικών πλαισίων που αναφέρονται σ’ αυτές, εφαρμόζεται το άρθρο 16.
Σε περίπτωση υποβολής της διαφοράς στο διαιτητικό δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 2, το διαιτητικό δικαστήριο εξακριβώνει αν η Ελβετία και το αντίστοιχο κράτος-εταίρος ενήργησαν καλόπιστα κατά τη διαπραγμάτευση της ειδικής ανά χώρα συμφωνίας.
7.
Τα κεφάλαια συγκεκριμένης χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Ελβετίας μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο μέχρι το τέλος της αντίστοιχης περιόδου εκτέλεσης.
ΑΡΘΡΟ 6
Επικοινωνία μεταξύ της Ελβετίας και της Επιτροπής
1.
Η Ελβετία ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με τις ειδικές ανά χώρα συμφωνίες που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 εντός ενός μηνός από τη δημοσίευσή τους στην Επίσημη Επιτομή Ελβετικού Ομοσπονδιακού Δικαίου.
2.
Η Ελβετία και η Επιτροπή επικοινωνούν μεταξύ τους σε τεχνικό επίπεδο σε ετήσια βάση, ή όποτε προκύπτει ανάγκη, όσον αφορά την εκτέλεση της τακτικής χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Ελβετίας.
ΑΡΘΡΟ 7
Ποσοστά συγχρηματοδότησης
Όσον αφορά τα μέτρα στήριξης για την εφαρμογή των οποίων είναι υπεύθυνα τα κράτη-εταίροι, τα ποσοστά συγχρηματοδότησης της Ελβετίας για την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της είναι τα ίδια με τα ποσοστά συγχρηματοδότησης της Ένωσης στο πλαίσιο των μέσων της πολιτικής συνοχής της Ένωσης και άλλων σχετικών μέσων, εκτός αν η Ελβετία και το οικείο κράτος-εταίρος συμφωνήσουν διαφορετικά.
ΑΡΘΡΟ 8
Κρατικές ενισχύσεις και δημόσιες συμβάσεις
Κατά την εφαρμογή μέτρων στήριξης πληρούνται οι ισχύοντες κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις και τις δημόσιες συμβάσεις.
ΑΡΘΡΟ 9
Ευθύνη
Η ευθύνη της Ελβετίας περιορίζεται στην παροχή κεφαλαίων σύμφωνα με τις ειδικές ανά χώρα συμφωνίες και τα περαιτέρω μέτρα στήριξης. Κατά συνέπεια, η Ελβετία δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη έναντι τρίτων.
ΑΡΘΡΟ 10
Αλλαγές στη σύνθεση της Ένωσης
1.
Σε περίπτωση αλλαγής στη σύνθεση της Ένωσης η οποία αφορά κράτος του οποίου το κατά κεφαλήν ΑΕΕ, μετρούμενο σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, είναι μικρότερο από το 90 % του μέσου κατά κεφαλήν ΑΕΕ της Ένωσης σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, η χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας προσαρμόζεται αναλογικά από την ημερομηνία κατά την οποία αρχίζει να ισχύει η αλλαγή στη σύνθεση.
Η περίοδος αναφοράς για τα δεδομένα που πρέπει να χρησιμοποιούνται είναι η ίδια με εκείνη που χρησιμοποιείται για το Ταμείο Συνοχής της Ένωσης όπως ισχύει κατά την ημερομηνία έναρξης της αντίστοιχης περιόδου συνεισφοράς ή, αν δεν είναι διαθέσιμη, την τελευταία τριετή περίοδο για την οποία υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία.
2.
Το ποσό της προσαρμογής που αναφέρεται στην παράγραφο 1 καθορίζεται από τα συμβαλλόμενα μέρη.
ΜΕΡΟΣ II
ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ
ΑΡΘΡΟ 11
Κοινές αξίες
Η εκτέλεση της τακτικής χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Ελβετίας βασίζεται στις κοινές αξίες του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της ισότητας.
ΑΡΘΡΟ 12
Διαχείριση της τακτικής χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Ελβετίας
1.
Η Ελβετία είναι υπεύθυνη για τη συνολική διαχείριση της τακτικής χρηματοδοτικής συνεισφοράς της.
2.
Οι δαπάνες διαχείρισης της Ελβετίας καλύπτονται από το συνολικό ποσό συγκεκριμένης χρηματοδοτικής συνεισφοράς που καθορίζεται στο μνημόνιο συμφωνίας το οποίο αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 στοιχείο β).
ΑΡΘΡΟ 13
Αρχές που διέπουν την εφαρμογή
1.
Οι ειδικές ανά χώρα συμφωνίες αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και εφαρμόζονται με πνεύμα ισότιμης εταιρικής σχέσης μεταξύ των κρατών-εταίρων και της Ελβετίας.
2.
Η εφαρμογή των συμφωνηθέντων μέτρων στήριξης αποτελεί ευθύνη των κρατών-εταίρων, τα οποία θεσπίζουν κατάλληλα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου ώστε να εξασφαλίζεται η ορθή εφαρμογή και διαχείριση.
3.
Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, για τα μέτρα στήριξης που εφαρμόζονται άμεσα από την Ελβετία αρμόδια είναι η Ελβετία, η οποία θεσπίζει κατάλληλα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου ώστε να εξασφαλίζεται η ορθή εφαρμογή και διαχείριση.
4.
Κατά την εφαρμογή των μέτρων στήριξης τηρούνται οι κοινές αξίες που αναφέρονται στο άρθρο 11 και οι αρχές της χρηστής διακυβέρνησης και της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, ενώ επίσης διασφαλίζονται η διαφάνεια, η απαγόρευση των διακρίσεων, η αποτελεσματικότητα και η λογοδοσία.
Η βάση της εφαρμογής είναι η κοινή δέσμευση της Ελβετίας και των κρατών-εταίρων για την καταπολέμηση κάθε μορφής διαφθοράς κατά την εκτέλεση της χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Ελβετίας, ενώ προβλέπονται αποτελεσματικά μέτρα και διαδικασίες για την πρόληψη, τον εντοπισμό και την αντιμετώπιση τυχόν ενεργειών που θέτουν σε κίνδυνο την ορθή χρήση των κονδυλίων, λαμβανομένων υπόψη των κινδύνων που έχουν εντοπιστεί.
5.
Σε περίπτωση παραβίασης υποχρέωσης που ορίζεται στην παράγραφο 4 η οποία επηρεάζει ή ενδέχεται να επηρεάσει την ορθή εφαρμογή ενός ειδικού μέτρου στήριξης, η Ελβετία μπορεί, μετά από αξιολόγηση και διαδικασία που εγγυάται το ουσιαστικό δικαίωμα ακρόασης του κράτους-εταίρου, να λάβει κατάλληλα, αναλογικά και αποτελεσματικά μέτρα όσον αφορά το οικείο συγκεκριμένο μέτρο στήριξης.
6.
Η Ελβετία μπορεί να διενεργεί ελέγχους σύμφωνα με τις εσωτερικές απαιτήσεις της. Τα κράτη-εταίροι παρέχουν κάθε αναγκαία συνδρομή, πληροφόρηση και τεκμηρίωση για τον σκοπό αυτόν.
7.
Κατά τη διενέργεια λογιστικών ελέγχων, οι ελβετικές ελεγκτικές αρχές λαμβάνουν δεόντως υπόψη τις αρχές του ενιαίου ελέγχου και της αναλογικότητας σε σχέση με το επίπεδο κινδύνου, προκειμένου να αποφευχθεί η διενέργεια διπλών λογιστικών ελέγχων και διαχειριστικών επαληθεύσεων των ίδιων δαπανών, με στόχο την ελαχιστοποίηση του κόστους των διαχειριστικών επαληθεύσεων και των λογιστικών ελέγχων, καθώς και της διοικητικής επιβάρυνσης για τους δικαιούχους.
ΜΕΡΟΣ III
ΘΕΣΜΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΡΘΡΟ 14
Μεικτή επιτροπή
1.
Συγκροτείται μεικτή επιτροπή.
Η μεικτή επιτροπή απαρτίζεται από εκπροσώπους των συμβαλλόμενων μερών.
2.
Η προεδρία της μεικτής επιτροπής ασκείται από κοινού από εκπρόσωπο της Ένωσης και εκπρόσωπο της Ελβετίας.
3.
Η μεικτή επιτροπή:
α)
διασφαλίζει την ομαλή λειτουργία και την αποτελεσματική διαχείριση και εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας·
β)
παρέχει φόρουμ αμοιβαίας διαβούλευσης και συνεχούς ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, ιδίως με σκοπό την εξεύρεση λύσης σε οποιαδήποτε δυσκολία ερμηνείας ή εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας σύμφωνα με το άρθρο 16·
γ)
διατυπώνει συστάσεις προς τα συμβαλλόμενα μέρη για θέματα που αφορούν την παρούσα συμφωνία·
δ)
εκδίδει αποφάσεις όπως προβλέπεται στην παρούσα συμφωνία· και
ε)
ασκεί κάθε άλλη αρμοδιότητα που της εκχωρείται με την παρούσα συμφωνία.
4.
Η μεικτή επιτροπή αποφασίζει βάσει ομοφωνίας. Οι αποφάσεις είναι δεσμευτικές για τα συμβαλλόμενα μέρη, τα οποία λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεσή τους.
5.
Η μεικτή επιτροπή συνεδριάζει τουλάχιστον μία φορά ετησίως εκ περιτροπής στις Βρυξέλλες και στη Βέρνη, εκτός αν οι συμπρόεδροι αποφασίσουν διαφορετικά. Συνεδριάζει επίσης κατόπιν αιτήματος ενός εκ των συμβαλλόμενων μερών. Οι συμπρόεδροι μπορούν να αποφασίσουν ότι μια συνεδρίαση της μεικτής επιτροπής μπορεί να διεξαχθεί με βιντεοδιάσκεψη ή τηλεδιάσκεψη.
6.
Κατά την πρώτη της συνεδρίαση, η μεικτή επιτροπή καθορίζει τον εσωτερικό κανονισμό της.
7.
Η μεικτή επιτροπή μπορεί να αποφασίσει να συγκροτήσει οποιαδήποτε ομάδα εργασίας ή ομάδα εμπειρογνωμόνων που μπορεί να την επικουρεί στην εκτέλεση των καθηκόντων της.
ΑΡΘΡΟ 15
Αρχή της αποκλειστικότητας
Τα συμβαλλόμενα μέρη δεσμεύονται να μη ρυθμίζουν διαφορές σχετικές με την ερμηνεία ή την εφαρμογή της συμφωνίας κατά τρόπο διάφορο από εκείνον που προβλέπει η παρούσα συμφωνία.
ΑΡΘΡΟ 16
Διαδικασία σε περίπτωση δυσκολίας ερμηνείας ή εφαρμογής
1.
Σε περίπτωση δυσκολίας ερμηνείας ή εφαρμογής της συμφωνίας, τα συμβαλλόμενα μέρη διαβουλεύονται μεταξύ τους στο πλαίσιο της μεικτής επιτροπής για την εξεύρεση αμοιβαία αποδεκτής λύσης. Για τον σκοπό αυτόν, παρέχονται στη μεικτή επιτροπή όλα τα χρήσιμα πληροφοριακά στοιχεία, ώστε να μπορεί να προβεί σε λεπτομερή εξέταση της κατάστασης. Η μεικτή επιτροπή εξετάζει όλες τις δυνατότητες που επιτρέπουν τη διατήρηση της ορθής λειτουργίας της συμφωνίας.
2.
Αν η μεικτή επιτροπή δεν κατορθώσει να βρει λύση στη δυσκολία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 εντός τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία παραπέμφθηκε σ’ αυτήν το θέμα της δυσκολίας, οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη μπορεί να ζητήσει από διαιτητικό δικαστήριο να επιλύσει τη διαφορά σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται στο πρωτόκολλο για το διαιτητικό δικαστήριο (στο εξής: πρωτόκολλο).
3.
Κατά την επίλυση διαφοράς μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών στο πλαίσιο της παρούσας συμφωνίας, το διαιτητικό δικαστήριο είναι αρμόδιο για την ερμηνεία της παρούσας συμφωνίας. Το διαιτητικό δικαστήριο, όταν κρίνει αν ένα μέτρο συνάδει με την παρούσα συμφωνία, μπορεί να εκλάβει, κατά περίπτωση, το δίκαιο κάθε συμβαλλόμενου μέρους εκτός της παρούσας συμφωνίας ως πραγματικό στοιχείο. Στο πλαίσιο αυτό, το διαιτητικό δικαστήριο ακολουθεί την κρατούσα ερμηνεία του δικαίου κάθε συμβαλλόμενου μέρους, εκτός της παρούσας συμφωνίας, από τα δικαστήρια και τις αρχές του αντίστοιχου συμβαλλόμενου μέρους, καθώς και, κατά περίπτωση, από αρμόδιους διεθνείς φορείς επίλυσης διαφορών. Κάθε έννοια που αποδίδει το διαιτητικό δικαστήριο στο δίκαιο συμβαλλόμενου μέρους εκτός της παρούσας συμφωνίας δεν είναι δεσμευτική για τα δικαστήρια ή τις αρχές του εν λόγω συμβαλλόμενου μέρους.
4.
Το διαιτητικό δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο για διαφορές που σχετίζονται με την εφαρμογή των ειδικών ανά χώρα συμφωνιών.
5.
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί καλόπιστα με την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου.
Το συμβαλλόμενο μέρος το οποίο, κατά την κρίση του διαιτητικού δικαστηρίου, δεν συμμορφώθηκε με τη συμφωνία ενημερώνει το άλλο συμβαλλόμενο μέρος μέσω της μεικτής επιτροπής σχετικά με τα μέτρα που έλαβε για να συμμορφωθεί με την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου.
ΑΡΘΡΟ 17
Αντισταθμιστικά μέτρα
1.
Αν το συμβαλλόμενο μέρος το οποίο, κατά την κρίση του διαιτητικού δικαστηρίου, δεν συμμορφώθηκε με τη συμφωνία δεν ενημερώσει το άλλο συμβαλλόμενο μέρος, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο IV.2 παράγραφος 6 του πρωτοκόλλου, σχετικά με τα μέτρα που έλαβε για να συμμορφωθεί με την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου, ή αν το άλλο συμβαλλόμενο μέρος θεωρεί ότι τα κοινοποιηθέντα μέτρα δεν συμμορφώνονται με την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου, το εν λόγω άλλο συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να λάβει αναλογικά αντισταθμιστικά μέτρα στο πλαίσιο της συμφωνίας ή οποιασδήποτε συμφωνίας αποτελεί μέρος του καταλόγου συμφωνιών που ορίζεται στο άρθρο 3 στοιχείο α) (στο εξής: αντισταθμιστικά μέτρα), προκειμένου να αντιμετωπιστεί ενδεχόμενη ανισορροπία. Κοινοποιεί στο συμβαλλόμενο μέρος το οποίο, κατά την κρίση του διαιτητικού δικαστηρίου, δεν συμμορφώθηκε με τη συμφωνία τα αντισταθμιστικά μέτρα, τα οποία προσδιορίζονται στην κοινοποίηση. Τα εν λόγω αντισταθμιστικά μέτρα αρχίζουν να ισχύουν τρεις μήνες από την ημερομηνία της εν λόγω κοινοποίησης.
2.
Αν, εντός ενός μηνός από την ημερομηνία κοινοποίησης των προβλεπόμενων αντισταθμιστικών μέτρων, η μεικτή επιτροπή δεν αποφασίσει να αναστείλει, να τροποποιήσει ή να ακυρώσει τα εν λόγω αντισταθμιστικά μέτρα, οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να υποβάλει σε διαιτησία το ζήτημα της αναλογικότητας αυτών των αντισταθμιστικών μέτρων, σύμφωνα με το πρωτόκολλο.
3.
Το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίζει εντός των προθεσμιών που καθορίζονται στο άρθρο III.8 παράγραφος 4 του πρωτοκόλλου.
4.
Τα αντισταθμιστικά μέτρα δεν έχουν αναδρομική ισχύ. Ειδικότερα, διατηρούνται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που είχαν ήδη οι ιδιώτες και οι οικονομικοί φορείς πριν από την έναρξη ισχύος των αντισταθμιστικών μέτρων.
ΜΕΡΟΣ IV
ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΡΘΡΟ 18
Πρώτη χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας στο πλαίσιο της παρούσας συμφωνίας
και εφάπαξ πρόσθετη χρηματοδοτική δέσμευση
1.
Η Ελβετία δεσμεύεται να παράσχει την πρώτη χρηματοδοτική συνεισφορά της στο πλαίσιο της παρούσας συμφωνίας (στο εξής: πρώτη χρηματοδοτική συνεισφορά) από την 1η Ιανουαρίου 2030 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2036 σύμφωνα με το παράρτημα II και εφάπαξ πρόσθετη χρηματοδοτική δέσμευση που θα καλύπτει την περίοδο από τα τέλη του 2024 έως τα τέλη του 2029 σύμφωνα με το παράρτημα III.
2.
Στον βαθμό που τα στοιχεία της πρώτης χρηματοδοτικής συνεισφοράς δεν καθορίζονται στο παράρτημα II, τα συμβαλλόμενα μέρη συνάπτουν νομικά μη δεσμευτικό μνημόνιο συμφωνίας προκειμένου να εκπληρώσουν τη δέσμευση που αναλαμβάνεται στην παράγραφο 1 εντός 12 μηνών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας συμφωνίας. Για τον σκοπό αυτόν, η μεικτή επιτροπή αρχίζει συζητήσεις αμέσως μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας συμφωνίας.
3.
Στον βαθμό που τα στοιχεία της εφάπαξ πρόσθετης χρηματοδοτικής δέσμευσης δεν καθορίζονται στο παράρτημα III, τα συμβαλλόμενα μέρη συνάπτουν νομικά μη δεσμευτικό μνημόνιο συμφωνίας προκειμένου να εκπληρώσουν τη δέσμευση που αναλαμβάνεται στην παράγραφο 1 εντός 12 μηνών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας συμφωνίας. Για τον σκοπό αυτόν, η μεικτή επιτροπή αρχίζει συζητήσεις αμέσως μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας συμφωνίας.
4.
Τα ειδικά ανά χώρα κονδύλια της πρώτης χρηματοδοτικής συνεισφοράς στον τομέα της συνοχής και η εφάπαξ πρόσθετη χρηματοδοτική δέσμευση δεσμεύονται επισήμως προς διάθεση στα κράτη-εταίρους μετά τη σύναψη των αντίστοιχων ειδικών ανά χώρα συμφωνιών, το αργότερο τρία έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας συμφωνίας.
5.
Τα ειδικά ανά χώρα κονδύλια της πρώτης χρηματοδοτικής συνεισφοράς στον τομέα της μετανάστευσης δεσμεύονται επίσημα προς διάθεση στα κράτη-εταίρους μετά τη σύναψη των αντίστοιχων ειδικών ανά χώρα συμφωνιών, το αργότερο πέντε έτη από την έναρξη της περιόδου συνεισφοράς.
6.
Αν τα μνημόνια συμφωνίας που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 δεν έχουν συναφθεί εντός του χρονικού πλαισίου που αναφέρονται σ’ αυτές, εφαρμόζεται το άρθρο 4 παράγραφος 2 στοιχείο γ) κατ’ αναλογία.
7.
Αν οι ειδικές ανά χώρα συμφωνίες που αναφέρονται στις παραγράφους 4 και 5 δεν έχουν συναφθεί εντός των χρονικών πλαισίων που αναφέρονται σ’ αυτές, εφαρμόζεται το άρθρο 5 παράγραφος 6 κατ’ αναλογία.
ΑΡΘΡΟ 19
Πρωτόκολλο, παραρτήματα και προσαρτήματα
Το πρωτόκολλο, τα παραρτήματα και τα προσαρτήματα της παρούσας συμφωνίας αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της.
ΑΡΘΡΟ 20
Έναρξη ισχύος
1.
Η παρούσα συμφωνία κυρώνεται ή εγκρίνεται από τα συμβαλλόμενα μέρη σύμφωνα με τις κατ' ιδίαν διαδικασίες. Τα συμβαλλόμενα μέρη κοινοποιούν αμοιβαία την ολοκλήρωση των εσωτερικών διαδικασιών που είναι αναγκαίες για την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας.
2.
Η παρούσα συμφωνία αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του δεύτερου μήνα που έπεται της τελευταίας κοινοποίησης όσον αφορά τις ακόλουθες πράξεις:
α)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων·
β)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων·
γ)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές·
δ)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές·
ε)
Πρωτόκολλο για τις κρατικές ενισχύσεις της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές·
στ)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών·
ζ)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών·
η)
Πρωτόκολλο για τις κρατικές ενισχύσεις της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών·
θ)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων·
ι)
Θεσμικό πρωτόκολλο της συμφωνίας αμοιβαίας αναγνώρισης σχετικά με την αξιολόγηση της πιστότητας, μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας·
ια)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας αμοιβαίας αναγνώρισης σχετικά με την αξιολόγηση της πιστότητας, μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας·
ιβ)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενεργείας, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, σχετικά με τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σε προγράμματα της Ένωσης·
ιγ)
Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας στον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Διαστημικό Πρόγραμμα.
ΑΡΘΡΟ 21
Καταγγελία
Έκαστο των συμβαλλόμενων μερών μπορεί να καταγγείλει την παρούσα συμφωνία με κοινοποίηση προς το έτερο συμβαλλόμενο μέρος. Η συμφωνία παύει να ισχύει έξι μήνες μετά την παραλαβή της κοινοποίησης.
[Τόπος], στις [...], σε δύο αντίτυπα στην αγγλική, βουλγαρική, γαλλική, γερμανική, δανική, ελληνική, εσθονική, ιρλανδική, ισπανική, ιταλική, κροατική, λετονική, λιθουανική, μαλτέζικη, ολλανδική, ουγγρική, πολωνική, πορτογαλική, ρουμανική, σλοβακική, σλοβενική, σουηδική, τσεχική και φινλανδική γλώσσα, όλα δε τα κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά.
ΣΕ ΠΙΣΤΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩ, οι υπογράφοντες πληρεξούσιοι, δεόντως εξουσιοδοτημένοι, έθεσαν την υπογραφή τους κάτω από την παρούσα συμφωνία.
(Πεδίο υπογραφών και στις 24 γλώσσες της ΕΕ: «Για την Ευρωπαϊκή Ένωση» και «Για την Ελβετική Συνομοσπονδία»)
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I
ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ
ΤΑΚΤΙΚΗΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑΣ ΤΗΣ ΕΛΒΕΤΙΑΣ
ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 4 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 2 ΣΤΟΙΧΕΙΟ α)
ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΕΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥΣ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑΣ
1.
Το ύψος της χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Ελβετίας για συγκεκριμένη περίοδο συνεισφοράς καθορίζεται με βάση τα ακόλουθα στοιχεία:
α)
το ποσό της χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Ελβετίας για την προηγούμενη περίοδο συνεισφοράς προσαρμοσμένο pro rata temporis με βάση τη διάρκεια της συγκεκριμένης περιόδου συνεισφοράς, συμπεριλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της προσαρμογής σύμφωνα με το άρθρο 10, προσαρμοσμένης pro rata temporis με βάση τη διάρκεια της συγκεκριμένης περιόδου συνεισφοράς·
β)
αύξηση ή μείωση του ποσού που προκύπτει από την εφαρμογή του στοιχείου α) σύμφωνα με τη μέθοδο που ορίζεται στο προσάρτημα 1, με βάση τους ακόλουθους παράγοντες:
i)
τον πληθωρισμό στην Ελβετία, όπως μετράται με τον εναρμονισμένο δείκτη τιμών καταναλωτή (στο εξής: ΕνΔΤΚ) στην Ελβετία, και
ii)
συντελεστή προσαρμογής για την αντιμετώπιση τυχόν απόκλισης μεταξύ του πληθωρισμού στην Ελβετία και του πληθωρισμού που σημειώνεται στα κράτη-εταίρους, στον βαθμό που δεν αντισταθμίζεται από την εξέλιξη της συναλλαγματικής ισοτιμίας, ώστε να διατηρηθεί η αγοραστική δύναμη της τακτικής χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Ελβετίας·
γ)
αύξηση ή μείωση του ποσού που καθορίζεται βάσει των στοιχείων α) και β) για πολιτικούς λόγους. Η εν λόγω αύξηση ή μείωση δεν υπερβαίνει το 10 % του ποσού που καθορίζεται βάσει των στοιχείων α) και β).
2.
Το ποσοστό της χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Ελβετίας για συγκεκριμένη περίοδο συνεισφοράς που προορίζεται για τον τομέα της συνοχής ανέρχεται τουλάχιστον στο 90 % του ποσού που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1.
3.
Το ποσοστό της χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Ελβετίας για συγκεκριμένη περίοδο συνεισφοράς στον τομέα της συνοχής το οποίο διατίθεται στις ειδικές ανά χώρα συμφωνίες ανέρχεται τουλάχιστον στο 90 % του ποσού της χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Ελβετίας που προορίζεται για τον εν λόγω τομέα, το οποίο καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 2.
4.
Το ποσό που διατίθεται στις ειδικές ανά χώρα συμφωνίες στον τομέα της συνοχής κατανέμεται στα κράτη-εταίρους σύμφωνα με την κλείδα κατανομής που ορίζεται στο προσάρτημα 2.
Προσάρτημα 1
ΜΕΘΟΔΟΣ
ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΘΟΡΙΣΜΟ ΤΗΣ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗΣ
ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 1 ΣΤΟΙΧΕΙΟ β)
Η αύξηση ή μείωση που αναφέρεται στο παράρτημα I παράγραφος 1 στοιχείο β) υπολογίζεται σύμφωνα με την ακόλουθη μέθοδο:
1.
Το ποσό που προκύπτει από την εφαρμογή του παραρτήματος I παράγραφος 1 στοιχείο α) πολλαπλασιάζεται επί τον συντελεστή αναπροσαρμογής που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος προσαρτήματος·
2.
ο συντελεστής αναπροσαρμογής είναι το γινόμενο:
α)
του πληθωρισμού στην Ελβετία, όπως μετράται με τον ΕνΔΤΚ στην Ελβετία, ανάμεσα στο τελευταίο έτος, με βάση τον αριθμητικό μέσο όρο των τελευταίων 12 διαθέσιμων μηνών κατά την ημερομηνία υπολογισμού, και στο πρώτο έτος της προηγούμενης περιόδου συνεισφοράς, με βάση τον αριθμητικό μέσο όρο 12 μηνών του εν λόγω ημερολογιακού έτους· και
β)
συντελεστή προσαρμογής, μετρούμενου με τον λόγο της πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας της ομάδας των κρατών-εταίρων στον τομέα της συνοχής κατά την προηγούμενη περίοδο συνεισφοράς έναντι της Ελβετίας ανάμεσα στο τελευταίο έτος και στο πρώτο έτος της προηγούμενης περιόδου συνεισφοράς, ο οποίος αντικατοπτρίζει την πραγματική ανατίμηση ή υποτίμηση που σημειώθηκε στην εν λόγω ομάδα κατά τη διάρκεια της περιόδου.
Για τους σκοπούς του υπολογισμού του συντελεστή αναπροσαρμογής, ισχύουν τα ακόλουθα:
i)
η πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία της ομάδας των κρατών-εταίρων στον τομέα της συνοχής κατά την προηγούμενη περίοδο συνεισφοράς συνίσταται στην ονομαστική συναλλαγματική ισοτιμία των εν λόγω κρατών-εταίρων έναντι του ελβετικού φράγκου πολλαπλασιαζόμενη επί το συγκεντρωτικό μέγεθος βάσει του ΕνΔΤΚ των εν λόγω κρατών-εταίρων και διαιρούμενη με τον ελβετικό ΕνΔΤΚ.
Η πραγματική ανατίμηση για την εν λόγω ομάδα κρατών-εταίρων συνεπάγεται αύξηση της πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας και η πραγματική υποτίμηση για την εν λόγω ομάδα κρατών-εταίρων συνεπάγεται μείωση της πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας·
ii)
το συγκεντρωτικό μέγεθος βάσει του ΕνΔΤΚ για τα εν λόγω κράτη-εταίρους υπολογίζεται ως ο αριθμητικός μέσος όρος 12 μηνών του δείκτη ΕνΔΤΚ για την εν λόγω ομάδα κρατών-εταίρων, με τη χρήση της μεθοδολογίας ΕνΔΤΚ όπως προβλέπεται στη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τη συνεργασία στον τομέα της στατιστικής, η οποία υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο στις 26 Οκτωβρίου 2004, αλλά όπου οι συντελεστές στάθμισης είναι η κλείδα κατανομής που ορίζεται στο προσάρτημα 2·
iii)
η ονομαστική συναλλαγματική ισοτιμία των κρατών-εταίρων έναντι του ελβετικού φράγκου υπολογίζεται ως ο σταθμισμένος αριθμητικός μέσος όρος των ονομαστικών συναλλαγματικών ισοτιμιών των εν λόγω κρατών-εταίρων έναντι του ελβετικού φράγκου, όπου οι συντελεστές στάθμισης είναι η κλείδα κατανομής που ορίζεται στο προσάρτημα 2. Οι ονομαστικές συναλλαγματικές ισοτιμίες που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό ενός δεδομένου έτους είναι ο μέσος όρος 12 μηνών των μηνιαίων στοιχείων για το εν λόγω έτος που προκύπτουν από τις ημερήσιες συναλλαγματικές ισοτιμίες.
Η Επιτροπή υπολογίζει τον συντελεστή προσαρμογής σύμφωνα με την παράγραφο 2 στοιχείο β) του παρόντος προσαρτήματος. Η Επιτροπή κοινοποιεί τον υπολογισμό στην Ελβετία μέσω της μεικτής επιτροπής έναν μήνα μετά τη λήψη του.
3.
Αν δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για ένα δεδομένο έτος, τα στοιχεία που πρέπει να χρησιμοποιούνται για το εν λόγω έτος είναι τα στοιχεία από τους τελευταίους 12 μήνες που είναι διαθέσιμοι κατά την ημερομηνία υπολογισμού.
4.
Τα στοιχεία για τον ΕνΔΤΚ και τις συναλλαγματικές ισοτιμίες που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του συντελεστή αναπροσαρμογής λαμβάνονται από τη Στατιστική Υπηρεσία της Ένωσης (στο εξής: Eurostat), με βάση τα στατιστικά στοιχεία που δημοσιεύει η Eurostat, λαμβανομένης δεόντως υπόψη της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τη συνεργασία στον τομέα της στατιστικής, η οποία υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο στις 26 Οκτωβρίου 2004. Όπου κρίνεται αναγκαίο, τα στοιχεία σχετικά με τις συναλλαγματικές ισοτιμίες λαμβάνονται από δημόσιες βάσεις δεδομένων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, των κεντρικών τραπεζών των κρατών-εταίρων και/ή της Εθνικής Τράπεζας της Ελβετίας.
Προσάρτημα 2
ΚΛΕΙΔΑ ΚΑΤΑΝΟΜΗΣ ΓΙΑ
ΤΗΝ ΤΑΚΤΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑ ΤΗΣ ΕΛΒΕΤΙΑΣ
ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΗΣ ΣΥΝΟΧΗΣ
Η κατανομή της χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Ελβετίας στον τομέα της συνοχής για κάθε κράτος-εταίρο για συγκεκριμένη περίοδο συνεισφοράς αντιστοιχεί σε ποσοστό της χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Ελβετίας στον τομέα της συνοχής, το οποίο προκύπτει από την εφαρμογή των ακόλουθων σταδίων:
α)
υπολογισμός του αριθμητικού μέσου όρου των μεριδίων του πληθυσμού και της έκτασης του κράτους-εταίρου στον συνολικό πληθυσμό και στη συνολική έκταση όλων των κρατών-εταίρων. Ωστόσο, αν το μερίδιο ενός κράτους-εταίρου στον συνολικό πληθυσμό είναι τουλάχιστον πενταπλάσιο του μεριδίου του στη συνολική έκταση, πράγμα που αντιστοιχεί σε εξαιρετικά υψηλή πυκνότητα πληθυσμού, στο παρόν στάδιο λαμβάνεται υπόψη μόνο το μερίδιο στον συνολικό πληθυσμό·
β)
μείωση ή αύξηση των ποσοστών που προκύπτουν από τον υπολογισμό σύμφωνα με το στοιχείο α) με την εφαρμογή συντελεστή που αντιστοιχεί στο ένα τρίτο του ποσοστού κατά το οποίο το κατά κεφαλήν ΑΕΕ του εν λόγω κράτους-εταίρου, μετρούμενο σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, υπερβαίνει το μέσο κατά κεφαλήν ΑΕΕ του συνόλου των κρατών-εταίρων ή υπολείπεται αυτού (μέσος όρος εκφραζόμενος ως 100 %)· και
γ)
αναπροσαρμογή των μεριδίων που προκύπτουν από τον υπολογισμό σύμφωνα με το στοιχείο β), ώστε το άθροισμά τους να ισούται με 100 %.
Η περίοδος αναφοράς για τα στοιχεία που πρέπει να χρησιμοποιούνται είναι η ίδια με εκείνη που χρησιμοποιείται για το Ταμείο Συνοχής της Ένωσης όπως ισχύει κατά την ημερομηνία έναρξης της αντίστοιχης περιόδου συνεισφοράς ή, αν δεν είναι διαθέσιμη, την τελευταία τριετή περίοδο για την οποία υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία.
________________
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II
ΠΡΩΤΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑ ΤΗΣ ΕΛΒΕΤΙΑΣ
ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ 2030 – 2036
1.
Η πρώτη χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας στο πλαίσιο της παρούσας συμφωνίας (στο εξής: πρώτη χρηματοδοτική συνεισφορά) για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2030 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2036 (στο εξής: περίοδος συνεισφοράς) ανέρχεται σε 350 000 000 ελβετικά φράγκα (CHF) για κάθε έτος της εν λόγω περιόδου.
2.
Από το ποσό που αναφέρεται στην παράγραφο 1 για κάθε έτος της περιόδου συνεισφοράς, 308 000 000 CHF διατίθενται για τη συνεργασία στον τομέα της συνοχής και 42 000 000 CHF για τη συνεργασία στον τομέα της μετανάστευσης.
3.
Η πρώτη χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας συμβάλλει στην επίτευξη των στόχων που καθορίζονται στο άρθρο 1 της παρούσας συμφωνίας.
4.
Η πρώτη χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας εκτελείται για περίοδο δέκα ετών (στο εξής: περίοδος εκτέλεσης), η οποία ξεκινά την ίδια ημερομηνία κατά την οποία ξεκινά και η περίοδος συνεισφοράς.
5.
Το μερίδιο της χρηματοδοτικής συνεισφοράς στον τομέα της συνοχής που διατίθεται στις ειδικές ανά χώρα συμφωνίες ανέρχεται τουλάχιστον στο 90 % του ποσού που διατίθεται στον εν λόγω τομέα.
6.
Ποσοστό έως 5 % των αντίστοιχων ποσών για τη συνεργασία στους τομείς της συνοχής και της μετανάστευσης διατίθεται στην Ελβετία για την κάλυψη των δαπανών διαχείρισης, και έως 2 % διατίθεται για την ανταλλαγή ελβετικής εμπειρογνωσίας (Ταμείο εμπειρογνωσίας και εταιρικής σχέσης της Ελβετίας).
7.
Ως κράτη-εταίροι για τη συνεργασία στον τομέα της συνοχής νοούνται τα κράτη μέλη της Ένωσης των οποίων το κατά κεφαλήν ΑΕΕ, μετρούμενο σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, δεν υπερβαίνει το 90 % του μέσου κατά κεφαλήν ΑΕΕ της Ένωσης σε μονάδες αγοραστικής δύναμης για την ίδια περίοδο αναφοράς. Η περίοδος αναφοράς για τα δεδομένα που πρέπει να χρησιμοποιούνται είναι η ίδια με εκείνη που χρησιμοποιείται για να καθοριστεί η επιλεξιμότητα των κρατών μελών της Ένωσης στο πλαίσιο του Ταμείου Συνοχής της Ένωσης, όπως ισχύει κατά την ημερομηνία έναρξης της περιόδου συνεισφοράς.
8.
Πιθανά κράτη-εταίροι στον τομέα της μετανάστευσης είναι τα κράτη μέλη της Ένωσης που αντιμετωπίζουν ιδιαίτερη μεταναστευτική πίεση και/ή κράτη μέλη της Ένωσης τα οποία έχουν συμφωνήσει με την Ελβετία σχετικά με την ανάγκη ενίσχυσης της διακυβέρνησης της μετανάστευσης.
9.
Όσον αφορά τη συνεργασία στους τομείς της συνοχής και της μετανάστευσης, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να καταλήξουν σε αμοιβαία συμφωνία σχετικά με τη διάθεση συγκεκριμένου ποσού για τη σύσταση ταμείου προοριζόμενου για ένα συγκεκριμένο θέμα (συνοχή) και ταμείου ταχείας αντίδρασης (μετανάστευση). Κατά περίπτωση, τα στοιχεία καθορίζονται στο μνημόνιο συμφωνίας βάσει του άρθρου 18 παράγραφος 2 της συμφωνίας.
10.
Οι θεματικοί τομείς συνεργασίας στο πλαίσιο της πρώτης χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Ελβετίας βασίζονται στην επιτυχή συνεργασία στο πλαίσιο της προηγούμενης ελβετικής συνεισφοράς σε επιλεγμένα κράτη μέλη της Ένωσης. Συμπληρώνουν τις προσπάθειες της Ένωσης για τη συνοχή και τη διαχείριση της μετανάστευσης κατά τον χρόνο έναρξης της περιόδου συνεισφοράς.
11.
Σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 2 της συμφωνίας, τα συμβαλλόμενα μέρη προσδιορίζουν στο μνημόνιο συμφωνίας τους τομείς εστίασης μεταξύ των ακόλουθων θεματικών τομέων:
α)
Συνοχή:
i)
συμπεριληπτική ανθρώπινη και κοινωνική ανάπτυξη·
ii)
βιώσιμη και συμπεριληπτική οικονομική ανάπτυξη·
iii)
πράσινη μετάβαση· και
iv)
δημοκρατία και συμμετοχή.
β)
Μετανάστευση.
________________
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III
ΕΦΑΠΑΞ ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗ ΔΕΣΜΕΥΣΗ ΤΗΣ ΕΛΒΕΤΙΑΣ
Η ΟΠΟΙΑ ΚΑΛΥΠΤΕΙ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΑΠΟ
ΤΑ ΤΕΛΗ ΤΟΥ 2024 ΕΩΣ ΤΑ ΤΕΛΗ ΤΟΥ 2029
1.
Σύμφωνα με το άρθρο 18 της παρούσας συμφωνίας, η Ελβετία δεσμεύεται να παρέχει εφάπαξ πρόσθετη χρηματοδοτική δέσμευση για την περίοδο από τα τέλη του 2024 έως τα τέλη του 2029, η οποία αντικατοπτρίζει το επίπεδο εταιρικής σχέσης και συνεργασίας μεταξύ της Ελβετίας και της Ένωσης κατά την εν λόγω περίοδο. Η εν λόγω εφάπαξ πρόσθετη χρηματοδοτική δέσμευση ανέρχεται σε 130 000 000 CHF ετησίως έως την έναρξη ισχύος των συμφωνιών που αναφέρονται στο άρθρο 20 παράγραφος 2 της παρούσας συμφωνίας και σε 350 000 000 CHF ετησίως για την περίοδο από την έναρξη ισχύος των συμφωνιών που αναφέρονται στο άρθρο 20 παράγραφος 2 της παρούσας συμφωνίας έως τα τέλη του 2029. Για το έτος κατά το οποίο θα αρχίσουν να ισχύουν οι συμφωνίες που αναφέρονται στο άρθρο 20 παράγραφος 2 της παρούσας συμφωνίας, το ποσό της εφάπαξ πρόσθετης δέσμευσης υπολογίζεται pro rata temporis.
2.
Η εφάπαξ πρόσθετη χρηματοδοτική δέσμευση της Ελβετίας εκτελείται για περίοδο δέκα ετών (στο εξής: περίοδος εκτέλεσης), η οποία ξεκινά την ίδια ημερομηνία κατά την οποία ξεκινά και η περίοδος συνεισφοράς της πρώτης χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Ελβετίας.
3.
Η εφάπαξ πρόσθετη χρηματοδοτική δέσμευση χρησιμοποιείται για τη συνεργασία στον τομέα της συνοχής.
4.
Το ποσοστό της εφάπαξ χρηματοδοτικής δέσμευσης που διατίθεται στις ειδικές ανά χώρα συμφωνίες ανέρχεται τουλάχιστον στο 90 % του ποσού της εφάπαξ πρόσθετης χρηματοδοτικής δέσμευσης της Ελβετίας.
5.
Ποσοστό έως 5 % του ποσού της εφάπαξ χρηματοδοτικής δέσμευσης διατίθεται στην Ελβετία για την κάλυψη των δαπανών διαχείρισης, και έως 2 % διατίθεται για την ανταλλαγή ελβετικής εμπειρογνωσίας (Ταμείο εμπειρογνωσίας και εταιρικής σχέσης της Ελβετίας).
6.
Ως κράτη-εταίροι για τη συνεργασία νοούνται τα κράτη μέλη της Ένωσης των οποίων το κατά κεφαλήν ΑΕΕ, μετρούμενο σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, δεν υπερβαίνει το 90 % του μέσου κατά κεφαλήν ΑΕΕ της Ένωσης σε μονάδες αγοραστικής δύναμης για την ίδια περίοδο αναφοράς. Η περίοδος αναφοράς για τα δεδομένα που πρέπει να χρησιμοποιούνται είναι η ίδια με εκείνη που χρησιμοποιείται για να καθοριστεί η επιλεξιμότητα των κρατών μελών της Ένωσης στο πλαίσιο του Ταμείου Συνοχής της Ένωσης, όπως ισχύει κατά την ημερομηνία έναρξης της περιόδου εκτέλεσης της εφάπαξ πρόσθετης χρηματοδοτικής δέσμευσης.
7.
Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να καταλήξουν σε αμοιβαία συμφωνία σχετικά με τη διάθεση συγκεκριμένου ποσού για τη σύσταση ταμείου προοριζόμενου για συγκεκριμένο θέμα στον τομέα της συνοχής. Κατά περίπτωση, τα στοιχεία καθορίζονται στο μνημόνιο συμφωνίας βάσει του άρθρου 18 παράγραφος 3 της συμφωνίας.
8.
Οι στόχοι και οι κανόνες για την εκτέλεση της τακτικής χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Ελβετίας που καθορίζονται στη συμφωνία εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, στην εφάπαξ πρόσθετη χρηματοδοτική δέσμευση, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στο άρθρο 18 της παρούσας συμφωνίας και στο παρόν παράρτημα.
9.
Οι θεματικοί τομείς συνεργασίας στο πλαίσιο της εφάπαξ πρόσθετης χρηματοδοτικής δέσμευσης της Ελβετίας βασίζονται στην επιτυχή συνεργασία στο πλαίσιο της προηγούμενης ελβετικής συνεισφοράς σε επιλεγμένα κράτη μέλη της Ένωσης. Συμπληρώνουν τις προσπάθειες συνοχής της Ένωσης κατά τον χρόνο έναρξης της περιόδου εκτέλεσης της εφάπαξ πρόσθετης χρηματοδοτικής δέσμευσης.
10.
Σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 3 της συμφωνίας, τα συμβαλλόμενα μέρη προσδιορίζουν στο μνημόνιο συμφωνίας τους τομείς εστίασης μεταξύ των ακόλουθων θεματικών τομέων:
i)
συμπεριληπτική ανθρώπινη και κοινωνική ανάπτυξη·
ii)
βιώσιμη και συμπεριληπτική οικονομική ανάπτυξη·
iii)
πράσινη μετάβαση· και
iv)
δημοκρατία και συμμετοχή.
________________
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ
ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ I
ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΡΘΡΟ I.1
Πεδίο εφαρμογής
Αν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη (στο εξής: μέρη) υποβάλει διαφορά σε διαιτησία σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 2 ή το άρθρο 17 παράγραφος 2 της συμφωνίας, εφαρμόζονται οι κανόνες του παρόντος πρωτοκόλλου.
ΑΡΘΡΟ I.2
Γραμματεία και γραμματειακές υπηρεσίες
Το Διεθνές Γραφείο του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου της Χάγης (στο εξής: Διεθνές Γραφείο) ασκεί καθήκοντα γραμματείας και παρέχει τις αναγκαίες γραμματειακές υπηρεσίες.
ΑΡΘΡΟ I.3
Κοινοποιήσεις και υπολογισμός προθεσμιών
1.
Οι κοινοποιήσεις, συμπεριλαμβανομένων των ανακοινώσεων ή των προτάσεων, μπορούν να αποστέλλονται με οποιοδήποτε μέσο επικοινωνίας πιστοποιεί τη διαβίβασή τους ή επιτρέπει την πιστοποίησή τους.
2.
Οι εν λόγω κοινοποιήσεις μπορούν να αποστέλλονται ηλεκτρονικά μόνον εφόσον έχει οριστεί ή εγκριθεί διεύθυνση από μέρος ειδικά για τον σκοπό αυτόν.
3.
Οι κοινοποιήσεις αυτές που επιδίδονται στα μέρη αποστέλλονται, για την Ελβετία, στο Τμήμα Ευρώπης του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Εξωτερικών της Ελβετίας και, για την Ένωση, στη Νομική Υπηρεσία της Επιτροπής.
4.
Κάθε προθεσμία που ορίζεται στο παρόν πρωτόκολλο προσμετράται από την επομένη της επέλευσης ενός γεγονότος ή της διενέργειας μιας πράξης. Αν η τελευταία ημέρα για την παράδοση εγγράφου συμπίπτει με μη εργάσιμη ημέρα των θεσμικών οργάνων της Ένωσης ή της κυβέρνησης της Ελβετίας, η χρονική περίοδος της παράδοσης του εγγράφου λήγει την πρώτη επόμενη εργάσιμη μέρα. Υπολογίζονται οι μη εργάσιμες ημέρες που εμπίπτουν στη χρονική περίοδο.
ΑΡΘΡΟ I.4
Κοινοποίηση διαιτησίας
1.
Το μέρος που αναλαμβάνει την πρωτοβουλία να προσφύγει στη διαιτησία (στο εξής: ενάγων) αποστέλλει στο άλλο μέρος (στο εξής: εναγόμενος) και στο Διεθνές Γραφείο κοινοποίηση διαιτησίας.
2.
Η διαιτητική διαδικασία θεωρείται ότι αρχίζει από την ημέρα που έπεται αυτής κατά την οποία ο εναγόμενος παραλαμβάνει την κοινοποίηση διαιτησίας.
3.
Η κοινοποίηση διαιτησίας περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)
το αίτημα παραπομπής της διαφοράς σε διαιτησία·
β)
τα ονόματα και τα στοιχεία επικοινωνίας των μερών·
γ)
το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση του/των εκπροσώπου/-ων του ενάγοντος·
δ)
τη νομική βάση της διαδικασίας (άρθρο 16 παράγραφος 2 ή άρθρο 17 παράγραφος 2 της συμφωνίας) και:
i)
στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 16 παράγραφος 2 της συμφωνίας, το ζήτημα που αποτέλεσε το έναυσμα της διαφοράς, όπως έχει εγγραφεί επίσημα, προς επίλυση, στην ημερήσια διάταξη της μεικτής επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 1 της συμφωνίας· και
ii)
στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 17 παράγραφος 2 της συμφωνίας, την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου, τα εκτελεστικά μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 16 παράγραφος 5 της συμφωνίας και τα επίμαχα αντισταθμιστικά μέτρα·
ε)
τον προσδιορισμό τυχόν κανόνα που αποτέλεσε το έναυσμα της διαφοράς ή που σχετίζεται μ’ αυτήν·
στ)
συνοπτική περιγραφή της διαφοράς· και
ζ)
τον ορισμό διαιτητή ή, αν πρέπει να διοριστούν πέντε διαιτητές, τον ορισμό δύο διαιτητών.
4.
Τυχόν ισχυρισμοί σχετικά με την επάρκεια της κοινοποίησης διαιτησίας δεν εμποδίζουν τη σύσταση του διαιτητικού δικαστηρίου. Η διαφορά διευθετείται οριστικά από το διαιτητικό δικαστήριο.
ΑΡΘΡΟ I.5
Απάντηση στην κοινοποίηση διαιτησίας
1.
Εντός 60 ημερών από την παραλαβή της κοινοποίησης διαιτησίας, ο εναγόμενος αποστέλλει στον ενάγοντα και στο Διεθνές Γραφείο απάντηση στην κοινοποίηση διαιτησίας, η οποία περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)
τα ονόματα και τα στοιχεία επικοινωνίας των μερών·
β)
το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση του/των εκπροσώπου/-ων του εναγομένου·
γ)
απάντηση στις πληροφορίες που περιέχονται στην κοινοποίηση διαιτησίας σύμφωνα με το άρθρο I.4 παράγραφος 3 στοιχεία δ) έως στ)· και
δ)
τον ορισμό διαιτητή ή, αν πρέπει να διοριστούν πέντε διαιτητές, τον ορισμό δύο διαιτητών.
2.
Η έλλειψη απάντησης ή η ελλιπής ή καθυστερημένη απάντηση του εναγομένου στην κοινοποίηση διαιτησίας δεν εμποδίζει τη σύσταση διαιτητικού δικαστηρίου. Η διαφορά διευθετείται οριστικά από το διαιτητικό δικαστήριο.
3.
Αν στην απάντησή του στην κοινοποίηση διαιτησίας ο εναγόμενος ζητήσει το διαιτητικό δικαστήριο να αποτελείται από πέντε διαιτητές, ο ενάγων ορίζει επιπλέον διαιτητή εντός 30 ημερών από την παραλαβή της απάντησης στην κοινοποίηση διαιτησίας.
ΑΡΘΡΟ I.6
Εκπροσώπηση και συνδρομή
1.
Τα μέρη εκπροσωπούνται ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου από έναν ή περισσότερους εκπροσώπους. Οι εκπρόσωποι μπορούν να επικουρούνται από συμβούλους ή δικηγόρους.
2.
Κάθε αλλαγή των εκπροσώπων ή των διευθύνσεών τους κοινοποιείται στο άλλο μέρος, στο Διεθνές Γραφείο και στο διαιτητικό δικαστήριο. Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί, ανά πάσα στιγμή, με δική του πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος ενός μέρους, να ζητήσει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τις εξουσίες που έχουν ανατεθεί στους εκπροσώπους των μερών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II
ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΟΥ ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
ΑΡΘΡΟ II.1
Αριθμός διαιτητών
Το διαιτητικό δικαστήριο απαρτίζεται από τρεις διαιτητές. Αν το ζητήσει ο ενάγων στην οικεία κοινοποίηση διαιτησίας ή ο εναγόμενος στην απάντησή του στην κοινοποίηση διαιτησίας, το διαιτητικό δικαστήριο απαρτίζεται από πέντε διαιτητές.
ΑΡΘΡΟ II.2
Διορισμός διαιτητών
1.
Αν πρέπει να διοριστούν τρεις διαιτητές, καθένα από τα μέρη ορίζει έναν από αυτούς. Οι δύο διαιτητές που διορίζονται από τα μέρη επιλέγουν τον τρίτο διαιτητή, ο οποίος προεδρεύει του διαιτητικού δικαστηρίου.
2.
Αν πρέπει να διοριστούν πέντε διαιτητές, καθένα από τα μέρη ορίζει δύο από αυτούς. Οι τέσσερις διαιτητές που διορίζονται από τα μέρη επιλέγουν τον πέμπτο διαιτητή, ο οποίος προεδρεύει του διαιτητικού δικαστηρίου.
3.
Αν, εντός 30 ημερών από τον ορισμό του τελευταίου διαιτητή τον οποίο διόρισαν τα μέρη, οι διαιτητές δεν καταλήξουν σε συμφωνία σχετικά με την επιλογή του προέδρου του διαιτητικού δικαστηρίου, ο πρόεδρος διορίζεται από τον γενικό γραμματέα του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου.
4.
Για τη διευκόλυνση της επιλογής των διαιτητών που θα απαρτίζουν το διαιτητικό δικαστήριο, καταρτίζεται και επικαιροποιείται, όποτε κρίνεται αναγκαίο, ενδεικτικός κατάλογος των προσώπων τα οποία διαθέτουν τα προσόντα που αναφέρονται στην παράγραφο 6, ο οποίος είναι κοινός για όλες τις διμερείς συμφωνίες στους τομείς που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία, καθώς και για τη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για την υγεία, η οποία υπογράφηκε στ […] στις […] (στο εξής: συμφωνία για την υγεία), τη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων, η οποία υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο στις 21 Ιουνίου 1999 (στο εξής: συμφωνία για τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων) και τη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας στη μείωση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία υπογράφηκε στ […] στις […] (στο εξής: συμφωνία σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας). Η μεικτή επιτροπή εγκρίνει και επικαιροποιεί, για τους σκοπούς της συμφωνίας, τον εν λόγω κατάλογο μέσω απόφασης.
5.
Σε περίπτωση που ένα μέρος δεν ορίσει διαιτητή, ο γενικός γραμματέας του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου διορίζει τον εν λόγω διαιτητή από τον κατάλογο που αναφέρεται στην παράγραφο 4. Ελλείψει τέτοιου καταλόγου, ο διαιτητής διορίζεται με κλήρωση από τον γενικό γραμματέα του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου μεταξύ των ατόμων που έχει προτείνει επίσημα ένα μέρος ή και τα δύο μέρη για τους σκοπούς της παραγράφου 4.
6.
Τα πρόσωπα που απαρτίζουν το διαιτητικό δικαστήριο είναι πρόσωπα υψηλής ειδίκευσης, με ή χωρίς δεσμούς με τα μέρη, των οποίων η ανεξαρτησία και η έλλειψη σύγκρουσης συμφερόντων είναι εγγυημένες, ενώ διαθέτουν επίσης ευρεία πείρα. Ειδικότερα, διαθέτουν αποδεδειγμένη εμπειρογνωσία στο δίκαιο και στα θέματα που καλύπτονται από την παρούσα συμφωνία· δεν δέχονται οδηγίες από κανένα μέρος· και συμμετέχουν σε ατομική βάση και δεν δέχονται οδηγίες από κανέναν οργανισμό ή δημόσια αρχή σχετικά με θέματα που συνδέονται με τη διαφορά. Ο πρόεδρος του διαιτητικού δικαστηρίου διαθέτει επίσης πείρα σε διαδικασίες επίλυσης διαφορών.
ΑΡΘΡΟ II.3
Δηλώσεις διαιτητών
1.
Όταν ένα πρόσωπο τελεί υπό εξέταση για διορισμό ως διαιτητής, το εν λόγω πρόσωπο αναφέρει όλες τις περιστάσεις που ενδέχεται να δημιουργήσουν εύλογες αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία ή την ανεξαρτησία του. Από τον διορισμό και καθ’ όλη τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας, ο διαιτητής αναφέρει τις περιστάσεις αυτές στα μέρη και στους άλλους διαιτητές χωρίς καθυστέρηση, αν ο διαιτητής δεν το έχει ήδη πράξει.
2.
Κάθε διαιτητής μπορεί να εξαιρεθεί αν συντρέχουν περιστάσεις που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν εύλογες αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία ή την ανεξαρτησία του.
3.
Ένα μέρος μπορεί να ζητήσει την εξαίρεση διαιτητή που έχει διορίσει μόνο για λόγο που του γνωστοποιείται μετά τον εν λόγω διορισμό.
4.
Αν ένας διαιτητής δεν ενεργήσει ή αδυνατεί εκ του νόμου ή εκ των πραγμάτων να ασκήσει τα καθήκοντά του, εφαρμόζεται η διαδικασία εξαίρεσης διαιτητών που προβλέπεται στο άρθρο II.4.
ΑΡΘΡΟ II.4
Εξαίρεση διαιτητών
1.
Κάθε μέρος που επιθυμεί να εξαιρέσει διαιτητή υποβάλλει αίτημα εξαίρεσης εντός 30 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία του κοινοποιήθηκε ο διορισμός του εν λόγω διαιτητή ή εντός 30 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία έλαβε γνώση των περιστάσεων που αναφέρονται στο άρθρο II.3.
2.
Το αίτημα εξαίρεσης αποστέλλεται στο άλλο μέρος, στον διαιτητή προς εξαίρεση, στους άλλους διαιτητές και στο Διεθνές Γραφείο. Στο αίτημα εκτίθενται οι λόγοι της εξαίρεσης.
3.
Όταν έχει υποβληθεί αίτημα εξαίρεσης, το άλλο μέρος μπορεί να αποδεχθεί το αίτημα εξαίρεσης. Ο εν λόγω διαιτητής μπορεί επίσης να παραιτηθεί. Η αποδοχή της παραίτησης δεν συνεπάγεται αναγνώριση των λόγων για τους οποίους ζητείται η εξαίρεση.
4.
Αν, εντός 15 ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης του αιτήματος εξαίρεσης, το άλλο μέρος δεν αποδεχθεί το αίτημα εξαίρεσης ή ο εν λόγω διαιτητής δεν παραιτηθεί, το μέρος που ζητεί την εξαίρεση μπορεί να ζητήσει από τον γενικό γραμματέα του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου να λάβει απόφαση σχετικά με την εξαίρεση.
5.
Εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά, στην απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 4 εκτίθενται οι λόγοι της απόφασης αυτής.
ΑΡΘΡΟ II.5
Αντικατάσταση διαιτητή
1.
Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, αν είναι αναγκαίο να αντικατασταθεί διαιτητής κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας, διορίζεται ή επιλέγεται αντικαταστάτης σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο II.2 η οποία εφαρμόζεται στον διορισμό ή στην επιλογή του προς αντικατάσταση διαιτητή. Η διαδικασία αυτή εφαρμόζεται ακόμα και αν ένα μέρος δεν έχει ασκήσει το δικαίωμά του να διορίσει ή να συμμετάσχει στον διορισμό του προς αντικατάσταση διαιτητή.
2.
Σε περίπτωση αντικατάστασης διαιτητή, η διαδικασία συνεχίζεται από το σημείο κατά το οποίο ο διαιτητής που αντικαταστάθηκε έπαυσε να ασκεί τα καθήκοντά του, εκτός αν το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίσει διαφορετικά.
ΑΡΘΡΟ II.6
Απαλλαγή της ευθύνης
Εξαιρουμένων των περιπτώσεων δόλου ή σοβαρής αμέλειας, τα μέρη παραιτούνται, στον μέγιστο βαθμό που το επιτρέπει το εφαρμοστέο δίκαιο, από κάθε ενέργεια κατά των διαιτητών για κάθε πράξη ή παράλειψη που σχετίζεται με τη διαιτησία.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ III
ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
ΑΡΘΡΟ III.1
Γενικές διατάξεις
1.
Η ημερομηνία σύστασης του διαιτητικού δικαστηρίου είναι η ημερομηνία κατά την οποία ο τελευταίος διαιτητής αποδέχθηκε τον διορισμό του.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο εξασφαλίζει ότι τα μέρη τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης και ότι, στο κατάλληλο στάδιο της διαδικασίας, καθένα από αυτά έχει επαρκή δυνατότητα να ασκήσει τα δικαιώματά του και να εκθέσει την άποψή του. Το διαιτητικό δικαστήριο διεξάγει τη διαδικασία κατά τρόπο ώστε να αποφεύγονται καθυστερήσεις και περιττές δαπάνες και να διασφαλίζεται η επίλυση της διαφοράς μεταξύ των μερών.
3.
Οργανώνεται ακρόαση, εκτός αν το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίσει διαφορετικά, έπειτα από ακρόαση των μερών.
4.
Όταν ένα μέρος αποστέλλει κοινοποίηση στο διαιτητικό δικαστήριο, το πράττει μέσω του Διεθνούς Γραφείου και αποστέλλει ταυτόχρονα αντίγραφο στο άλλο μέρος. Το Διεθνές Γραφείο αποστέλλει αντίγραφο της εν λόγω κοινοποίησης σε καθέναν από τους διαιτητές.
ΑΡΘΡΟ III.2
Τόπος διαιτησίας
Τόπος διαιτησίας είναι η Χάγη. Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί, αν το απαιτούν εξαιρετικές περιστάσεις, να συνεδριάζει σε οποιοδήποτε άλλο μέρος κρίνει κατάλληλο για τις διασκέψεις του.
ΑΡΘΡΟ III.3
Γλώσσα
1.
Οι γλώσσες διαδικασίας είναι τα γαλλικά και τα αγγλικά.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει όλα τα έγγραφα που επισυνάπτονται στο δικόγραφο αγωγής ή στο υπόμνημα αντίκρουσης, καθώς και όλα τα επιπλέον έγγραφα που προσκομίστηκαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, που υποβλήθηκαν στην πρωτότυπη γλώσσα τους, να συνοδεύονται από μετάφραση σε μία από τις γλώσσες της διαδικασίας.
ΑΡΘΡΟ III.4
Δικόγραφο αγωγής
1.
Ο ενάγων αποστέλλει εγγράφως το οικείο δικόγραφο αγωγής στον εναγόμενο και στο διαιτητικό δικαστήριο μέσω του Διεθνούς Γραφείου, εντός της προθεσμίας που ορίζει το διαιτητικό δικαστήριο. Ο ενάγων μπορεί να αποφασίσει να θεωρήσει την οικεία κοινοποίηση διαιτησίας που αναφέρεται στο άρθρο I.4 ως δικόγραφο αγωγής, υπό την προϋπόθεση ότι πληροί επίσης τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου.
2.
Το δικόγραφο αγωγής περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)
τις πληροφορίες που ορίζονται στο άρθρο I.4 παράγραφος 3 στοιχεία β) έως στ)·
β)
περιγραφή των πραγματικών περιστατικών που προβλήθηκαν προς στήριξη της αγωγής· και
γ)
τα νομικά επιχειρήματα που προβλήθηκαν προς στήριξη της αγωγής.
3.
Το δικόγραφο αγωγής συνοδεύεται, στο μέτρο του δυνατού, από όλα τα έγγραφα και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρει ο ενάγων ή στα οποία θα πρέπει να παραπέμψει.
ΑΡΘΡΟ III.5
Υπόμνημα αντίκρουσης
1.
Ο εναγόμενος αποστέλλει εγγράφως το υπόμνημα αντίκρουσης στον ενάγοντα και στο διαιτητικό δικαστήριο μέσω του Διεθνούς Γραφείου, εντός της προθεσμίας που ορίζει το διαιτητικό δικαστήριο. Ο εναγόμενος μπορεί να αποφασίσει να θεωρήσει την απάντηση στην κοινοποίηση διαιτησίας που αναφέρεται στο άρθρο I.5 ως υπόμνημα αντίκρουσης, υπό τον όρο ότι η απάντηση στην κοινοποίηση διαιτησίας πληροί επίσης τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου.
2.
Το υπόμνημα αντίκρουσης απαντά στα σημεία του δικογράφου αγωγής που αναφέρονται σύμφωνα με το άρθρο III.4 παράγραφος 2 στοιχεία α) έως γ) του παρόντος πρωτοκόλλου. Το υπόμνημα αντίκρουσης συνοδεύεται, στο μέτρο του δυνατού, από όλα τα έγγραφα και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρει ο εναγόμενος ή στα οποία θα πρέπει να παραπέμψει.
3.
Στο υπόμνημα αντίκρουσης, ή σε μεταγενέστερο στάδιο της διαιτητικής διαδικασίας, αν το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίσει ότι τυχόν καθυστέρηση δικαιολογείται από τις περιστάσεις, ο εναγόμενος μπορεί να ασκήσει ανταγωγή, υπό την προϋπόθεση ότι το διαιτητικό δικαστήριο είναι αρμόδιο να την εκδικάσει.
4.
Σε ανταγωγή εφαρμόζεται το άρθρο III.4 παράγραφοι 2 και 3.
ΑΡΘΡΟ III.6
Διαιτητική δικαιοδοσία
1.
Το διαιτητικό δικαστήριο αποφαίνεται αν είναι αρμόδιο βάσει του άρθρου 16 παράγραφος 2 ή του άρθρου 17 παράγραφος 2 της συμφωνίας.
2.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 16 παράγραφος 2 της συμφωνίας, το διαιτητικό δικαστήριο έχει εντολή να εξετάσει το ζήτημα που αποτέλεσε το έναυσμα της διαφοράς, όπως έχει εγγραφεί επίσημα, προς επίλυση, στην ημερήσια διάταξη της μεικτής επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 1 της συμφωνίας.
3.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 17 παράγραφος 2 της συμφωνίας, το διαιτητικό δικαστήριο το οποίο επιλήφθηκε της κύριας δίκης έχει εντολή να εξετάσει την αναλογικότητα των επίμαχων αντισταθμιστικών μέτρων, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων στις οποίες τα εν λόγω μέτρα ελήφθησαν, εν όλω ή εν μέρει, στο πλαίσιο οποιασδήποτε διμερούς συμφωνίας αποτελεί μέρος του καταλόγου συμφωνιών που ορίζεται στο άρθρο 3 στοιχείο α) της συμφωνίας.
4.
Η προκαταρκτική ένσταση αναρμοδιότητας του διαιτητικού δικαστηρίου υποβάλλεται το αργότερο με το υπόμνημα αντίκρουσης ή, σε περίπτωση ανταγωγής, με το υπόμνημα απάντησης. Το γεγονός ότι ένα μέρος έχει διορίσει διαιτητή ή έχει συμμετάσχει στον διορισμό του δεν του στερεί το δικαίωμα να προβεί σε τέτοια προκαταρκτική ένσταση. Η προκαταρκτική ένσταση ότι η διαφορά θα υπερέβαινε τις αρμοδιότητες του διαιτητικού δικαστηρίου υποβάλλεται μόλις τεθεί κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας το ζήτημα που φέρεται ότι υπερβαίνει τις αρμοδιότητές του. Σε κάθε περίπτωση, το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την υποβολή προκαταρκτικής ένστασης μετά την παρέλευση της ταχθείσας προθεσμίας, αν κρίνει ότι η καθυστέρηση οφείλεται σε βάσιμο λόγο.
5.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί επί της προκαταρκτικής ένστασης που αναφέρεται στην παράγραφο 4 είτε αντιμετωπίζοντάς την ως προδικαστικό ερώτημα είτε κατά την έκδοση απόφασης επί της ουσίας της υπόθεσης.
ΑΡΘΡΟ III.7
Άλλα γραπτά υπομνήματα
Το διαιτητικό δικαστήριο, μετά από διαβούλευση με τα μέρη, αποφασίζει ποια άλλα γραπτά υπομνήματα, εκτός από το δικόγραφο αγωγής και το υπόμνημα αντίκρουσης, υποβάλλουν ή μπορούν να υποβάλουν τα μέρη και ορίζει προθεσμία για την υποβολή τους.
ΑΡΘΡΟ III.8
Προθεσμίες
1.
Οι προθεσμίες που ορίζει το διαιτητικό δικαστήριο για την κοινοποίηση των γραπτών εγγράφων, συμπεριλαμβανομένου του δικογράφου αγωγής και του υπομνήματος αντίκρουσης, δεν υπερβαίνουν τις 90 ημέρες, εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο λαμβάνει την οριστική του απόφαση εντός 12 μηνών από την ημερομηνία σύστασής του. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις ιδιαίτερης δυσκολίας, το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να παρατείνει την προθεσμία αυτή κατά τρεις επιπλέον μήνες κατ’ ανώτατο όριο.
3.
Οι προθεσμίες που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 μειώνονται κατά το ήμισυ:
α)
κατόπιν αιτήματος του ενάγοντος ή του εναγομένου, αν, εντός 30 ημερών από την υποβολή του εν λόγω αιτήματος, το διαιτητικό δικαστήριο, έπειτα από ακρόαση του άλλου μέρους, κρίνει ότι η υπόθεση είναι επείγουσα·
β)
στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 στοιχείο γ) και στο άρθρο 18 παράγραφος 6 της συμφωνίας·
γ)
στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 6 και στο άρθρο 18 παράγραφος 7 της συμφωνίας, όταν δεν έχουν συναφθεί ειδικές ανά χώρα συμφωνίες από την Ελβετία· ή
δ)
αν συμφωνήσουν τα μέρη.
4.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 17 παράγραφος 2 της συμφωνίας, το διαιτητικό δικαστήριο λαμβάνει την οριστική του απόφαση εντός έξι μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης των αντισταθμιστικών μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 1 της συμφωνίας.
ΑΡΘΡΟ III.9
Προσωρινά μέτρα
1.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 17 παράγραφος 2 της συμφωνίας, κάθε μέρος μπορεί, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαιτητικής διαδικασίας, να υποβάλει αίτηση λήψης προσωρινών μέτρων που συνίστανται στην αναστολή των αντισταθμιστικών μέτρων.
2.
Στην αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 προσδιορίζονται το αντικείμενο της διαφοράς, τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υπόθεσης, καθώς και οι πραγματικοί και νομικοί ισχυρισμοί που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη των προσωρινών μέτρων τα οποία ζητούνται. Περιλαμβάνονται όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και παρατίθενται τα προτεινόμενα αποδεικτικά μέσα προς δικαιολόγηση της λήψης των προσωρινών μέτρων.
3.
Το μέρος που ζητεί τη λήψη των προσωρινών μέτρων διαβιβάζει την αίτησή του εγγράφως στο άλλο μέρος και στο διαιτητικό δικαστήριο μέσω του Διεθνούς Γραφείου. Το διαιτητικό δικαστήριο ορίζει σύντομη προθεσμία εντός της οποίας το εν λόγω άλλο μέρος μπορεί να υποβάλει γραπτές ή προφορικές παρατηρήσεις.
4.
Εντός ενός μηνός από την υποβολή της αίτησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, το διαιτητικό δικαστήριο εκδίδει απόφαση σχετικά με την αναστολή των επίμαχων αντισταθμιστικών μέτρων, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)
το διαιτητικό δικαστήριο έχει πεισθεί εκ πρώτης όψεως για το βάσιμο της υπόθεσης που υπέβαλε το μέρος που ζήτησε τη λήψη των προσωρινών μέτρων στην αίτησή του·
β)
το διαιτητικό δικαστήριο θεωρεί ότι, εν αναμονή της οριστικής του απόφασης, το μέρος που ζητεί τη λήψη των προσωρινών μέτρων θα υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία αν δεν ανασταλούν τα αντισταθμιστικά μέτρα· και
γ)
η ζημία που υπέστη το μέρος το οποίο ζητεί τη λήψη των προσωρινών μέτρων λόγω της άμεσης εφαρμογής των επίμαχων αντισταθμιστικών μέτρων υπερτερεί του συμφέροντος για άμεση και αποτελεσματική εφαρμογή των μέτρων αυτών.
5.
Η απόφαση που λαμβάνεται από το διαιτητικό δικαστήριο σύμφωνα με την παράγραφο 4 έχει μόνο προσωρινό χαρακτήρα και δεν προδικάζει την κρίση του διαιτητικού δικαστηρίου επί της ουσίας της υπόθεσης.
6.
Εκτός αν η απόφαση που λαμβάνει το διαιτητικό δικαστήριο σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου ορίζει προγενέστερη ημερομηνία για τη λήξη της αναστολής, η αναστολή αίρεται όταν ληφθεί η οριστική απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 2 της συμφωνίας.
7.
Προς αποφυγή αμφιβολιών, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, εξυπακούεται ότι, κατά την εξέταση των αντίστοιχων συμφερόντων του μέρους που ζητεί τη λήψη προσωρινών μέτρων και του άλλου μέρους, το διαιτητικό δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα των ιδιωτών και των οικονομικών φορέων των μερών, αλλά η εξέταση αυτή δεν ισοδυναμεί με αναγνώριση οποιασδήποτε ιδιότητας στους εν λόγω ιδιώτες ή οικονομικούς φορείς ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου.
ΑΡΘΡΟ III.10
Αποδεικτικά στοιχεία
1.
Κάθε μέρος παρέχει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζει την αγωγή του ή την αντίκρουσή του.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο, κατόπιν αιτήματος ενός μέρους ή με δική του πρωτοβουλία, μπορεί να ζητεί από τα μέρη σχετικές πληροφορίες που θεωρεί αναγκαίες και κατάλληλες. Το διαιτητικό δικαστήριο ορίζει προθεσμία εντός της οποίας τα μέρη πρέπει να απαντήσουν στο αίτημά του.
3.
Το διαιτητικό δικαστήριο, κατόπιν αιτήματος ενός μέρους ή με δική του πρωτοβουλία, μπορεί να ζητεί από οποιαδήποτε πηγή τις πληροφορίες που θεωρεί κατάλληλες. Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί επίσης να ζητεί τη γνώμη εμπειρογνωμόνων εφόσον το κρίνει σκόπιμο και υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που συμφωνούνται από τα μέρη, κατά περίπτωση.
4.
Οι πληροφορίες που λαμβάνονται από το διαιτητικό δικαστήριο δυνάμει του παρόντος άρθρου καθίστανται διαθέσιμες στα μέρη, τα δε μέρη μπορούν να υποβάλλουν παρατηρήσεις επί των εν λόγω πληροφοριών στο διαιτητικό δικαστήριο.
5.
Το διαιτητικό δικαστήριο, αφού ζητήσει τη γνώμη του άλλου μέρους, λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση τυχόν ζητημάτων που έχει εγείρει ένα μέρος όσον αφορά την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, το επαγγελματικό απόρρητο και τα νόμιμα συμφέροντα της εμπιστευτικότητας.
6.
Το διαιτητικό δικαστήριο κρίνει το παραδεκτό, τη λυσιτέλεια και την ισχύ των υποβληθέντων αποδεικτικών στοιχείων.
ΑΡΘΡΟ III.11
Ακροάσεις
1.
Όταν πρέπει να πραγματοποιηθεί ακρόαση, το διαιτητικό δικαστήριο, κατόπιν διαβούλευσης με τα μέρη, ενημερώνει τα μέρη εγκαίρως σχετικά με την ημερομηνία, την ώρα και τον τόπο διεξαγωγής της ακρόασης.
2.
Η ακρόαση είναι δημόσια, εκτός αν το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίσει διαφορετικά, αυτεπαγγέλτως ή αιτήσει των μερών, για σοβαρούς λόγους.
3.
Τα πρακτικά κάθε ακρόασης συντάσσονται και υπογράφονται από τον πρόεδρο του διαιτητικού δικαστηρίου. Τα εν λόγω πρακτικά είναι τα μόνα αυθεντικά.
4.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει τη διεξαγωγή της ακρόασης διαδικτυακά σύμφωνα με την πρακτική του Διεθνούς Γραφείου. Τα μέρη ενημερώνονται εγκαίρως για την πρακτική αυτή. Στις περιπτώσεις αυτές, εφαρμόζονται η παράγραφος 1, κατ’ αναλογία, και η παράγραφος 3.
ΑΡΘΡΟ III.12
Ερήμην διαδικασία
1.
Αν ο ενάγων δεν υποβάλει, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο παρόν πρωτόκολλο ή που έχει ορίσει το διαιτητικό δικαστήριο, χωρίς να προβάλει επαρκείς λόγους, το οικείο δικόγραφο αγωγής, το διαιτητικό δικαστήριο διατάσσει την περάτωση της διαιτητικής διαδικασίας, εκτός αν υπάρχουν εκκρεμή ζητήματα επί των οποίων ενδέχεται να απαιτείται απόφαση και αν το διαιτητικό δικαστήριο το κρίνει σκόπιμο.
Αν ο εναγόμενος δεν υποβάλει, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο παρόν πρωτόκολλο ή που έχει ορίσει το διαιτητικό δικαστήριο, χωρίς να προβάλει επαρκείς λόγους, την απάντησή του στην κοινοποίηση διαιτησίας ή το οικείο υπόμνημα αντίκρουσης, το διαιτητικό δικαστήριο διατάσσει τη συνέχιση της διαδικασίας, χωρίς να θεωρεί ότι η παράλειψη αυτή συνιστά αποδοχή των ισχυρισμών του ενάγοντος.
Το δεύτερο εδάφιο εφαρμόζεται επίσης στην περίπτωση που ο ενάγων δεν απαντήσει σε ανταγωγή.
2.
Αν ένα μέρος, το οποίο έχει κληθεί δεόντως σύμφωνα με το άρθρο III.11 παράγραφος 1, δεν εμφανιστεί σε ακρόαση και δεν προβάλει επαρκείς λόγους για τη μη εμφάνισή του, το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να συνεχίσει τη διαιτησία.
3.
Αν ένα μέρος, το οποίο έχει κληθεί δεόντως από το διαιτητικό δικαστήριο να προσκομίσει περαιτέρω αποδεικτικά στοιχεία, δεν το πράξει εντός της ταχθείσας προθεσμίας χωρίς να προβάλει επαρκείς λόγους για τη μη προσκόμισή τους, το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που έχει στη διάθεσή του.
ΑΡΘΡΟ III.13
Περάτωση της διαδικασίας
1.
Όταν αποδεικνύεται ότι τα μέρη είχαν ευλόγως τη δυνατότητα να εκθέσουν τα επιχειρήματά τους, το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να κηρύξει την περάτωση της διαδικασίας.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί, αν το κρίνει αναγκαίο λόγω εξαιρετικών περιστάσεων, να αποφασίσει, με δική του πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος ενός μέρους, να κινήσει εκ νέου τη διαδικασία ανά πάσα στιγμή προτού λάβει την απόφασή του.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΑΡΘΡΟ IV.1
Αποφάσεις
Το διαιτητικό δικαστήριο καταβάλλει κάθε προσπάθεια ώστε να λαμβάνει τις αποφάσεις του με συναίνεση. Αν, ωστόσο, αποδειχθεί αδύνατη η λήψη απόφασης με συναίνεση, η απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου λαμβάνεται με πλειοψηφία των διαιτητών.
ΑΡΘΡΟ IV.2
Μορφή και ισχύς της απόφασης του διαιτητικού δικαστηρίου
1.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει χωριστές αποφάσεις επί διαφορετικών ζητημάτων σε διαφορετικές χρονικές στιγμές.
2.
Όλες οι αποφάσεις είναι γραπτές και αιτιολογημένες. Είναι οριστικές και δεσμευτικές για τα μέρη.
3.
Η απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου υπογράφεται από τους διαιτητές, περιέχει την ημερομηνία κατά την οποία ελήφθη και αναφέρει τον τόπο της διαιτησίας. Αντίγραφο της απόφασης υπογεγραμμένο από τους διαιτητές κοινοποιείται στα μέρη από το Διεθνές Γραφείο.
4.
Το Διεθνές Γραφείο δημοσιοποιεί την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου.
Το Διεθνές Γραφείο, όταν δημοσιοποιεί την απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου, τηρεί τους σχετικούς κανόνες για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, του επαγγελματικού απορρήτου και των νόμιμων συμφερόντων εμπιστευτικότητας.
Οι κανόνες που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο είναι πανομοιότυποι για όλες τις διμερείς συμφωνίες στους τομείς της εσωτερικής αγοράς στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία, καθώς και για τη συμφωνία για την υγεία, τη συμφωνία για τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων και τη συμφωνία σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας. Η μεικτή επιτροπή εγκρίνει και επικαιροποιεί, για τους σκοπούς της συμφωνίας, τους εν λόγω κανόνες μέσω απόφασης.
5.
Τα μέρη συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση με όλες τις αποφάσεις του διαιτητικού δικαστηρίου.
6.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 16 παράγραφος 2 της συμφωνίας, το διαιτητικό δικαστήριο, αφού λάβει τη γνώμη των μερών, ορίζει στην απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης εύλογη προθεσμία εντός της οποίας τα μέρη πρέπει να συμμορφωθούν με την απόφασή του σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 5 της συμφωνίας, λαμβάνοντας υπόψη τις εσωτερικές διαδικασίες των μερών.
ΑΡΘΡΟ IV.3
Εφαρμοστέο δίκαιο, κανόνες ερμηνείας, διαμεσολαβητής
1.
Το εφαρμοστέο δίκαιο περιλαμβάνει τη συμφωνία, καθώς και τους κανόνες και τις αρχές του διεθνούς δικαίου που εφαρμόζονται μεταξύ των μερών για την ερμηνεία των συνθηκών.
2.
Προηγούμενες αποφάσεις που έχουν ληφθεί από όργανο επίλυσης διαφορών όσον αφορά την αναλογικότητα των αντισταθμιστικών μέτρων βάσει άλλης διμερούς συμφωνίας μεταξύ εκείνων που αναφέρονται στο άρθρο 17 παράγραφος 1 της συμφωνίας είναι δεσμευτικές για το διαιτητικό δικαστήριο.
3.
Το διαιτητικό δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίζει ως διαμεσολαβητής ή ex aequo et bono.
ΑΡΘΡΟ IV.4
Αμοιβαία αποδεκτή λύση ή άλλοι λόγοι για την περάτωση της διαδικασίας
1.
Τα μέρη μπορούν, ανά πάσα στιγμή, να καταλήξουν σε αμοιβαία αποδεκτή λύση στη διαφορά τους. Κοινοποιούν από κοινού κάθε τέτοια λύση στο διαιτητικό δικαστήριο. Αν η λύση απαιτεί έγκριση σύμφωνα με τις οικείες εθνικές διαδικασίες ενός εκ των μερών, η κοινοποίηση παραπέμπει σ’ αυτήν την απαίτηση και η διαδικασία διαιτησίας αναστέλλεται. Αν δεν απαιτείται έγκριση, ή με κοινοποίηση της ολοκλήρωσης των εθνικών διαδικασιών, η διαδικασία διαιτησίας περατώνεται.
2.
Αν, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ο ενάγων ενημερώσει εγγράφως το διαιτητικό δικαστήριο ότι δεν επιθυμεί να συνεχίσει περαιτέρω τη διαδικασία και αν, κατά την ημερομηνία παραλαβής της εν λόγω κοινοποίησης από το διαιτητικό δικαστήριο, ο εναγόμενος δεν έχει προβεί ακόμη σε καμία ενέργεια στο πλαίσιο της διαδικασίας, το διαιτητικό δικαστήριο εκδίδει διάταξη με την οποία διαπιστώνει επισήμως την περάτωση της διαδικασίας. Το διαιτητικό δικαστήριο αποφαίνεται επί των εξόδων, τα οποία βαρύνουν τον ενάγοντα, αν αυτό δικαιολογείται από τη στάση του εν λόγω μέρους.
3.
Αν το διαιτητικό δικαστήριο, προτού λάβει απόφαση, καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η συνέχιση της διαδικασίας έχει καταστεί άνευ αντικειμένου ή αδύνατη για οποιονδήποτε λόγο εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, το διαιτητικό δικαστήριο ενημερώνει τα μέρη για την πρόθεσή του να εκδώσει διάταξη για την περάτωση της διαδικασίας.
Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται όταν εκκρεμούν ζητήματα επί των οποίων ενδέχεται να είναι αναγκαίο να ληφθεί απόφαση και αν το διαιτητικό δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να το πράξει.
4.
Το διαιτητικό δικαστήριο κοινοποιεί στα μέρη αντίγραφο της διάταξης για την περάτωση της διαιτητικής διαδικασίας ή της απόφασης που λαμβάνεται με συμφωνία μεταξύ των μερών, υπογεγραμμένης από τους διαιτητές. Το άρθρο IV.2 παράγραφοι 2 έως 5 εφαρμόζεται στις διαιτητικές αποφάσεις που λαμβάνονται με συμφωνία μεταξύ των μερών.
ΑΡΘΡΟ IV.5
Διόρθωση της απόφασης του διαιτητικού δικαστηρίου
1.
Εντός 30 ημερών από την παραλαβή της απόφασης του διαιτητικού δικαστηρίου, ένα μέρος μπορεί, με κοινοποίηση στο άλλο μέρος και στο διαιτητικό δικαστήριο μέσω του Διεθνούς Γραφείου, να ζητήσει από το διαιτητικό δικαστήριο να διορθώσει στο κείμενο της απόφασης του διαιτητικού δικαστηρίου τυχόν σφάλματα υπολογισμού, λάθη εκ παραδρομής ή τυπογραφικά λάθη ή τυχόν σφάλματα ή παραλείψεις παρόμοιας φύσης. Αν το διαιτητικό όργανο κρίνει το αίτημα δικαιολογημένο, προβαίνει στη διόρθωση εντός 45 ημερών από την παραλαβή του αιτήματος. Το αίτημα δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα όσον αφορά την προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο IV.2 παράγραφος 6.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί, εντός 30 ημερών από την κοινοποίηση της απόφασής του, να προβεί με δική του πρωτοβουλία στις διορθώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1.
3.
Οι διορθώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου πραγματοποιούνται γραπτώς και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της απόφασης. Εφαρμόζεται το άρθρο IV.2 παράγραφοι 2 έως 5.
ΑΡΘΡΟ IV.6
Αμοιβές διαιτητών
1.
Οι αμοιβές που αναφέρονται στο άρθρο IV.7 είναι εύλογες, λαμβανομένων υπόψη της πολυπλοκότητας της υπόθεσης, του χρόνου που αφιερώνουν σ’ αυτήν οι διαιτητές και όλων των άλλων σχετικών περιστάσεων.
2.
Καταρτίζεται και επικαιροποιείται, όταν κρίνεται αναγκαίο, κατάλογος ημερήσιας αμοιβής και μέγιστων και ελάχιστων ωρών ο οποίος είναι κοινός για όλες τις διμερείς συμφωνίες στους τομείς της εσωτερικής αγοράς στους οποίους συμμετέχει η Ελβετία, καθώς και για τη συμφωνία για την υγεία, τη συμφωνία για τις Συναλλαγές Γεωργικών Προϊόντων και τη συμφωνία σχετικά με την τακτική χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετίας. Η μεικτή επιτροπή εγκρίνει και επικαιροποιεί, για τους σκοπούς της συμφωνίας, τον εν λόγω κατάλογο μέσω απόφασης.
ΑΡΘΡΟ IV.7
Έξοδα
1.
Κάθε μέρος επωμίζεται τα έξοδά του και το ήμισυ των εξόδων του διαιτητικού δικαστηρίου.
2.
Το διαιτητικό δικαστήριο καθορίζει τα έξοδά του στην απόφασή του επί της ουσίας της υπόθεσης. Τα εν λόγω έξοδα περιλαμβάνουν μόνο:
α)
τις αμοιβές των διαιτητών, οι οποίες πρέπει να δηλώνονται χωριστά για κάθε διαιτητή και να καθορίζονται από το ίδιο το διαιτητικό δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο IV.6·
β)
τα έξοδα ταξιδιού και άλλα έξοδα των διαιτητών· και
γ)
τις αμοιβές και τα έξοδα του Διεθνούς Γραφείου.
3.
Τα έξοδα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 είναι εύλογα, λαμβανομένων υπόψη του επίμαχου ποσού, της πολυπλοκότητας της διαφοράς, του χρόνου που αφιέρωσαν οι διαιτητές και τυχόν εμπειρογνώμονες που έχουν διοριστεί από το διαιτητικό δικαστήριο και τυχόν άλλων σχετικών περιστάσεων.
ΑΡΘΡΟ IV.8
Κατάθεση του ποσού των εξόδων
1.
Κατά την έναρξη της διαιτησίας, το Διεθνές Γραφείο μπορεί να ζητήσει από τα μέρη να καταθέσουν ίσο ποσό ως προκαταβολή για τα έξοδα που αναφέρονται στο άρθρο IV.7 παράγραφος 2.
2.
Κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας, το Διεθνές Γραφείο μπορεί να ζητήσει από τα μέρη να καταθέσουν ποσά συμπληρωματικά προς εκείνα που αναφέρονται στην παράγραφο 1.
3.
Όλα τα ποσά που κατατίθενται από τα μέρη κατ’ εφαρμογή του παρόντος άρθρου καταβάλλονται στο Διεθνές Γραφείο το οποίο τα χρησιμοποιεί για την κάλυψη των πραγματικών εξόδων που πραγματοποιούνται, συμπεριλαμβανομένων, ιδίως, των αμοιβών που καταβάλλονται στους διαιτητές και στο Διεθνές Γραφείο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ V
ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΡΘΡΟ V.1
Τροποποιήσεις
Η μεικτή επιτροπή μπορεί να εγκρίνει, μέσω απόφασης, τροποποιήσεις στο παρόν πρωτόκολλο.