ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Βρυξέλλες, 18.12.2024
COM(2024) 581 final
2024/0320(NLE)
Πρόταση
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
σχετικά με την υπογραφή, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Βραζιλίας για τη συνεργασία με τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ) και την Ομοσπονδιακή Αστυνομία της Βραζιλίας και μέσω αυτών
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
Η παρούσα πρόταση αφορά την υπογραφή, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της συμφωνίας με την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Βραζιλίας (στο εξής: Βραζιλία), σχετικά με τη συνεργασία με τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ)·και την Ομοσπονδιακή Αστυνομία της Βραζιλίας και μέσω αυτών (στο εξής: συμφωνία)
1.ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ
•Αιτιολόγηση και στόχοι της πρότασης
Αποστολή της Ευρωπόλ είναι να στηρίζει τα κράτη μέλη όσον αφορά την πρόληψη και την καταπολέμηση όλων των μορφών σοβαρού διεθνούς και οργανωμένου εγκλήματος, κυβερνοεγκλήματος και της τρομοκρατίας. Σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο όπου το σοβαρό έγκλημα και η τρομοκρατία αποκτούν όλο και περισσότερο διακρατικό και πολύμορφο χαρακτήρα, οι αρχές επιβολής του νόμου θα πρέπει να είναι πλήρως εξοπλισμένες ώστε να συνεργάζονται με εξωτερικούς εταίρους για να διαφυλάσσουν την ασφάλεια των πολιτών τους. Ως εκ τούτου, η Ευρωπόλ θα πρέπει να είναι σε θέση να συνεργάζεται στενά, μεταξύ άλλων μέσω της ανταλλαγής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, με αρχές επιβολής του νόμου τρίτων χωρών στον βαθμό που απαιτείται, ώστε να εκτελεί τα καθήκοντά της στο πλαίσιο των απαιτήσεων που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2016/794. Ταυτόχρονα, όσον αφορά την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι υπάρχουν επαρκείς εγγυήσεις για την προστασία της ιδιωτικής ζωής και των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών των φυσικών προσώπων.
Η Ευρωπόλ μπορεί να ανταλλάσσει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα με τρίτες χώρες ή διεθνείς οργανισμούς, με βάση ένα από τα ακόλουθα, όπως ορίζεται στο άρθρο 25 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως γ) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/794:
·απόφαση της Επιτροπής, εκδοθείσα σύμφωνα με το άρθρο 36 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/680 σύμφωνα με την οποία η τρίτη χώρα, έδαφος ή ένας ή περισσότεροι τομείς εντός αυτής της τρίτης χώρας, ή ο εν λόγω διεθνής οργανισμός διασφαλίζει επαρκές επίπεδο προστασίας («απόφαση περί επάρκειας»)·
·διεθνή συμφωνία συναφθείσα μεταξύ της Ένωσης και της εν λόγω τρίτης χώρας ή του εν λόγω διεθνούς οργανισμού δυνάμει του άρθρου 218 της ΣΛΕΕ, η οποία παρέχει επαρκείς εγγυήσεις όσον αφορά την προστασία της ιδιωτικής ζωής, των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των ελευθεριών των φυσικών προσώπων· ή
·συμφωνία συνεργασίας που επιτρέπει την ανταλλαγή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πριν από την 1η Μαΐου 2017, συναφθείσα μεταξύ της Ευρωπόλ και της εν λόγω τρίτης χώρας ή του εν λόγω διεθνούς οργανισμού, σύμφωνα με το άρθρο 23 της απόφασης 2009/371/ΔΕΥ.
Από την έναρξη ισχύος του κανονισμού (ΕΕ) 2016/794 την 1η Μαΐου 2017, η Επιτροπή είναι αρμόδια, εξ ονόματος της Ένωσης, για τη διαπραγμάτευση διεθνών συμφωνιών με τρίτες χώρες σχετικά με την ανταλλαγή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με την Ευρωπόλ. Στον βαθμό που είναι αναγκαίο για την εκτέλεση των καθηκόντων της, η Ευρωπόλ δύναται επίσης να συνάπτει και να διατηρεί σχέσεις συνεργασίας με εξωτερικούς εταίρους με τη θέσπιση συμφωνιών συνεργασίας και διοικητικών διακανονισμών, τα οποία δεν μπορούν αφ’ εαυτά να αποτελούν νομική βάση για την ανταλλαγή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Σε αντίθεση με τις διεθνείς συμφωνίες, οι ρυθμίσεις αυτές συνάπτονται από την Ευρωπόλ και δεν δεσμεύουν την Ευρωπαϊκή Ένωση ή τα κράτη μέλη της.
Οι ομάδες οργανωμένου εγκλήματος στη Λατινική Αμερική συνιστούν σοβαρή απειλή για την εσωτερική ασφάλεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς η δράση τους συνδέεται όλο και περισσότερο με μια σειρά εγκλημάτων εντός της Ένωσης, συγκεκριμένα στον τομέα της διακίνησης ναρκωτικών. Στην αξιολόγηση απειλής όσον αφορά το σοβαρό και οργανωμένο έγκλημα στην Ευρωπαϊκή Ένωση (SOCTA) για το 2021 επισημαίνεται ότι πρωτοφανείς ποσότητες παράνομων ναρκωτικών διακινούνται στην Ευρωπαϊκή Ένωση από τη Λατινική Αμερική, αποφέροντας κέρδη πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ, τα οποία χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση ενός ευρέος φάσματος εγκληματικών οργανώσεων (σε διεθνές και ενωσιακό επίπεδο) και για την αποδυνάμωση του κράτους δικαίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Πρόσφατες εκθέσεις επιβεβαιώνουν ότι η διαθεσιμότητα της κοκαΐνης στην Ευρώπη βρίσκεται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα και ότι το ναρκωτικό αυτό είναι πιο οικονομικά προσιτό και προσβάσιμο για τους καταναλωτές απ’ ό,τι στο παρελθόν. Το μεγαλύτερο μέρος του εν λόγω προϊόντος που κατάσχεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση μεταφέρεται διά θαλάσσης, κυρίως σε εμπορευματοκιβώτια θαλάσσιων μεταφορών, και αποστέλλεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση απευθείας από τις χώρες παραγωγής καθώς και από γειτονικές χώρες αναχώρησης στη Λατινική Αμερική, συμπεριλαμβανομένης της Βραζιλίας. Οι βραζιλιάνικες ομάδες οργανωμένου εγκλήματος συνεργάζονται με κολομβιανά εγκληματικά δίκτυα, ενώ αγοράζουν επίσης κοκαΐνη που παράγεται στη Βολιβία και το Περού. Εκτός από τις δραστηριότητες διακίνησης που πραγματοποιούν, τα δίκτυα αυτά παρέχουν επίσης υπηρεσίες για εγκληματικά δίκτυα που δραστηριοποιούνται σε παγκόσμιο επίπεδο και τα οποία χρησιμοποιούν λιμένες στη Βραζιλία για τη διακίνηση κοκαΐνης. Με βάση τις ποσότητες κοκαΐνης που κατασχέθηκαν τόσο στους ευρωπαϊκούς λιμένες και όσο και σε λιμένες αλλού και οι οποίες προορίζονταν για την Ευρώπη, η Βραζιλία (με κατασχέσεις κοκαΐνης ύψους 71 τόνων περίπου) ήταν ένα από τα κύρια σημεία αναχώρησης το 2020, κάτι που συμβαίνει εδώ και μερικά χρόνια. Επίσημα στοιχεία από τη Βραζιλία επιβεβαιώνουν ότι η Ευρώπη είναι ο μεγαλύτερος προορισμός για την κοκαΐνη που αποστέλλεται από τη Βραζιλία.
Οι οργανώσεις οργανωμένου εγκλήματος που έχουν ως βάση τη Λατινική Αμερική είναι εδραιωμένες και δραστηριοποιούνται και σε άλλους τομείς εγκληματικότητας που εμπίπτουν στις αρμοδιότητες της Ευρωπόλ, όπως το κυβερνοέγκλημα, η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τα περιβαλλοντικά εγκλήματα.
Στο έγγραφο προγραμματισμού 2022-2024, η Ευρωπόλ έχει επισημάνει ότι, μεταξύ άλλων, η αυξανόμενη ζήτηση ναρκωτικών και η αύξηση των οδών διακίνησης ναρκωτικών προς την Ευρωπαϊκή Ένωση δικαιολογούν την ανάγκη για ενισχυμένη συνεργασία με τις χώρες της Λατινικής Αμερικής.
Στο πλαίσιο αυτό, η συνεργασία μεταξύ της Ευρωπόλ και της Βραζιλίας συνεχίζεται μετά την υπογραφή της συμφωνίας στρατηγικής συνεργασίας τον Απρίλιο του 2017. Τα αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν μετά την εφαρμογή της εν λόγω συμφωνίας και τη σύσταση του Γραφείου Σύνδεσης της Βραζιλίας στην Ευρωπόλ, συμπεριλαμβανομένης της επακόλουθης τοποθέτησης των βραζιλιάνικων αξιωματικών-συνδέσμων στην Ευρωπόλ τον Σεπτέμβριο του 2020, οδήγησαν στην ενίσχυση της συνεργασίας σε στρατηγικό επιχειρησιακό επίπεδο με τα κράτη μέλη και τρίτα μέρη που εκπροσωπούνται στην Ευρωπόλ.
Έκτοτε, η ομοσπονδιακή αστυνομία της Βραζιλίας έχει συνεργαστεί αποτελεσματικά με τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την Ευρωπόλ για την καταπολέμηση του διεθνικού οργανωμένου εγκλήματος και της τρομοκρατίας, συμβάλλοντας ώστε η Ευρώπη και ο υπόλοιπος κόσμος να γίνουν πιο ασφαλείς. Έχουν ήδη επιτευχθεί πολλά θετικά αποτελέσματα, από την καθημερινή ανταλλαγή πληροφοριών μέσω της εφαρμογής δικτύου ασφαλούς ανταλλαγής πληροφοριών (SIENA) της Ευρωπόλ έως τη συμμετοχή σε συνεδριάσεις της Ευρωπαϊκής Πολυκλαδικής Πλατφόρμας κατά των Εγκληματικών Απειλών (EMPACT) και τη διεξαγωγή κοινών ερευνών με τα κράτη μέλη.
Η Βραζιλία συμμετέχει στον μηχανισμό συντονισμού και συνεργασίας σε θέματα ναρκωτικών της Κοινότητας των κρατών της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής (CELAC). Επιπλέον, η Βραζιλία είναι μέλος της Αστυνομικής κοινότητας της αμερικανικής ηπείρου (Ameripol) και έχει δεσμευτεί να συμβάλει στην εξάρθρωση των ομάδων οργανωμένου εγκλήματος που εμπλέκονται στην παραγωγή και διακίνηση ναρκωτικών. Μάλιστα, η Βραζιλία έχει χαρακτηριστεί από το Ευρωπαϊκό Κέντρο Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας (ΕΚΠΝΤ) ως βασικός διεθνής εταίρος για τη μείωση της παγκόσμιας προσφοράς κοκαΐνης.
Ωστόσο, η συμφωνία στρατηγικής συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπόλ και της Βραζιλίας δεν παρέχει νομική βάση για την ανταλλαγή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Εντούτοις, η αυξημένη επιχειρησιακή συνεργασία και η ανταλλαγή σχετικών πληροφοριών μεταξύ της Ευρωπόλ και της Βραζιλίας θα είναι σημαντικές για την αντιμετώπιση των σοβαρών αδικημάτων σε πολλούς τομείς εγκληματικότητας που παρουσιάζουν κοινό ενδιαφέρον, όπως η διακίνηση ναρκωτικών και τα περιβαλλοντικά εγκλήματα, ιδίως εάν ληφθεί υπόψη ο εξέχοντας ρόλος των βραζιλιάνικων εγκληματικών δικτύων στη διεθνή αγορά ναρκωτικών.
Υπό το πρίσμα αυτό, στις 9 Μαρτίου 2023 η Επιτροπή διατύπωσε σύσταση με την οποία προτεινόταν η έγκριση από το Συμβούλιο της έναρξης διαπραγματεύσεων για σύναψη συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Βραζιλίας σχετικά με την ανταλλαγή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μεταξύ της Ευρωπόλ και των αρχών της Βραζιλίας που είναι αρμόδιες για την καταπολέμηση του σοβαρού εγκλήματος και της τρομοκρατίας. Στις 15 Μαΐου 2023 το Συμβούλιο έδωσε την έγκρισή του και εξέδωσε οδηγίες διαπραγμάτευσης.
Οι διαπραγματεύσεις με τη Βραζιλία για την παρούσα συμφωνία ξεκίνησαν τον Ιούλιο του 2023. Με σκοπό μια ενιαία, συνεκτική και νομικά δεσμευτική πράξη για τη ρύθμιση της συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπόλ και της Βραζιλίας, στη συμφωνία συμπεριλήφθηκαν επίσης διατάξεις σχετικά με τη στρατηγική συνεργασία και την ανταλλαγή δεδομένων μη προσωπικού χαρακτήρα.
Έπειτα από τρεις γύρους διαπραγματεύσεων και τρεις τεχνικές συνεδριάσεις, οι επικεφαλής διαπραγματευτές κατέληξαν σε προκαταρκτική συμφωνία επί του κειμένου και μονογράφησαν το σχέδιο κειμένου της συμφωνίας στις 18 Οκτωβρίου 2024.
Οι συννομοθέτες ενημερώνονται τακτικά και ζητείται η γνώμη τους σε όλα τα στάδια των διαπραγματεύσεων, ιδίως μέσω της υποβολής εκθέσεων στην αρμόδια ομάδα εργασίας του Συμβουλίου και στην επιτροπή LIBE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
•Συνέπεια με άλλες πολιτικές της Ένωσης
Η διαπραγμάτευση της συμφωνίας πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τις συνολικές οδηγίες διαπραγμάτευσης που εξέδωσε το Συμβούλιο στις 15 Μαΐου 2023. Η παρούσα συμφωνία συνάδει επίσης με την ισχύουσα πολιτική της Ένωσης όσον αφορά τη συνεργασία στον τομέα της επιβολής του νόμου.
Τα τελευταία χρόνια σημειώθηκε πρόοδος και βελτιώθηκε η συνεργασία στην ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών, ενώ περιορίστηκε ο χώρος στον οποίο δρουν οι τρομοκράτες και οι δράστες σοβαρών εγκλημάτων. Στα ισχύοντα στρατηγικά έγγραφα της Επιτροπής τονίζεται η ανάγκη να βελτιωθεί η αποδοτικότητα και η αποτελεσματικότητα της συνεργασίας στον τομέα επιβολής του νόμου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και να διευρυνθεί η συνεργασία με τρίτες χώρες· στα έγγραφα περιλαμβάνεται η στρατηγική για την Ένωση Ασφάλειας και η στρατηγική της ΕΕ για την αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος.
Σύμφωνα μ’ αυτά τα στρατηγικά έγγραφα, η διεθνής συνεργασία έχει ήδη ενισχυθεί στον τομέα της επιβολής του νόμου. Με βάση εξουσιοδότηση του Συμβουλίου, η Επιτροπή διαπραγματεύθηκε συμφωνία με τη Νέα Ζηλανδία σχετικά με την ανταλλαγή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ). Θα πρέπει επίσης να υπενθυμιστεί ότι το Συμβούλιο έχει ήδη εγκρίνει την έναρξη διαπραγματεύσεων με την Αλγερία, την Αίγυπτο, την Ιορδανία, το Ισραήλ, τον Λίβανο, το Μαρόκο, την Τουρκία και την Τυνησία για τη σύναψη διεθνών συμφωνιών σχετικά με την ανταλλαγή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με την Ευρωπόλ.
Επιπλέον, η συμφωνία συνάδει με τη στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα ναρκωτικά 2021-2025 και το σχέδιο δράσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα ναρκωτικά 2021-2025, τα οποία υπογραμμίζουν τη σημασία της διεθνούς συνεργασίας για την αντιμετώπιση των πολύπλευρων πτυχών του φαινομένου των ναρκωτικών.
Προς τον σκοπό αυτόν, η συμφωνία με τη Βραζιλία θα πρέπει επίσης να θεωρηθεί μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας για την ενίσχυση της συνεργασίας στον τομέα της επιβολής του νόμου μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των χωρών ενδιαφέροντος της Λατινικής Αμερικής. Στο πλαίσιο αυτό, με σύσταση της Επιτροπής, το Κοινοβούλιο ενέκρινε την έναρξη διαπραγματεύσεων για παρόμοιες διεθνείς συμφωνίες με τη Βολιβία, τον Ισημερινό, το Μεξικό και το Περού, παράλληλα με τη Βραζιλία, με απώτερο στόχο την ενίσχυση της καταπολέμησης της τρομοκρατίας και του σοβαρού εγκλήματος, συμπεριλαμβανομένης της διακίνησης ναρκωτικών.
Ταυτόχρονα, είναι εξαιρετικά σημαντικό η συνεργασία για την επιβολή του νόμου με τρίτες χώρες να συνάδει πλήρως με τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στις Συνθήκες της ΕΕ και στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Μια ιδιαίτερα σημαντική δέσμη εγγυήσεων, ιδίως αυτή που αποτυπώνεται στα κεφάλαια ΙΙ και IV της συμφωνίας, αφορά την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η οποία συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα που κατοχυρώνεται στις Συνθήκες της ΕΕ και στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού για την Ευρωπόλ, η Ευρωπόλ δύναται να διαβιβάζει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σε αρχή τρίτης χώρας ή σε διεθνή οργανισμό με βάση διεθνή συμφωνία συναφθείσα μεταξύ της Ένωσης και της εν λόγω τρίτης χώρας ή του εν λόγω διεθνούς οργανισμού δυνάμει του άρθρου 218 της ΣΛΕΕ, η οποία παρέχει επαρκείς εγγυήσεις όσον αφορά την προστασία της ιδιωτικής ζωής, των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των ελευθεριών των φυσικών προσώπων. Στα κεφάλαια ΙΙ και IV της συμφωνίας προβλέπονται οι εν λόγω εγγυήσεις, μεταξύ άλλων προβλέπονται ειδικότερα διατάξεις με τις οποίες διασφαλίζονται ορισμένες αρχές και υποχρεώσεις προστασίας των δεδομένων τις οποίες πρέπει να τηρούν τα μέρη (άρθρα 3, 4, 5, 7, 10, 11, 12, 13, 18 και 19), καθώς και διατάξεις με τις οποίες διασφαλίζονται εκτελεστά ατομικά δικαιώματα (άρθρα 6, 8 και 9), ανεξάρτητη εποπτεία (άρθρο 14) και αποτελεσματικά διοικητικά και δικαστικά μέσα προσφυγής για παραβιάσεις των δικαιωμάτων και των εγγυήσεων τα οποία αναγνωρίζονται στη συμφωνία και προκύπτουν από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (άρθρο 15).
Το σχέδιο συμφωνίας παρέχει επαρκείς εγγυήσεις όσον αφορά την προστασία της ιδιωτικής ζωής και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων, καθώς και νομική βάση για την ανταλλαγή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για την καταπολέμηση του σοβαρού εγκλήματος και της τρομοκρατίας.
2.ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ, ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ
•Νομική βάση
Το άρθρο 218 παράγραφος 5 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) προβλέπει την έκδοση αποφάσεων που επιτρέπουν «την υπογραφή της συμφωνίας και, ενδεχομένως, την προσωρινή της εφαρμογή πριν να τεθεί σε ισχύ». Δεδομένου ότι η παρούσα πρόταση αποσκοπεί στη χορήγηση εξουσιοδότησης για την υπογραφή της συμφωνίας, η διαδικαστική νομική βάση είναι το άρθρο 218 παράγραφος 5 της ΣΛΕΕ.
Η πρόταση έχει δύο κύριους στόχους και συνιστώσες: τη συνεργασία μεταξύ της Europol και της Βραζιλίας για την επιβολή του νόμου, και τη θέσπιση κατάλληλων εγγυήσεων όσον αφορά την προστασία της ιδιωτικής ζωής και άλλων θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών των φυσικών προσώπων για τη συγκεκριμένη συνεργασία. Επομένως, η ουσιαστική νομική βάση πρέπει να είναι το άρθρο 16 παράγραφος 2 και το άρθρο 88 της ΣΛΕΕ.
Κατά συνέπεια, η παρούσα πρόταση βασίζεται στο άρθρο 16 παράγραφος 2 και στο άρθρο 88 της ΣΛΕΕ σε συνδυασμό με το άρθρο 218 παράγραφος 5 της ΣΛΕΕ.
•Επικουρικότητα (σε περίπτωση μη αποκλειστικής αρμοδιότητας)
Ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/794 θεσπίζει ειδικούς κανόνες σχετικά με τις διαβιβάσεις δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Ευρωπόλ εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το άρθρο 25 παράγραφος 1 παραθέτει τις περιπτώσεις στις οποίες η Ευρωπόλ μπορεί να διαβιβάζει νομίμως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σε αρχές επιβολή του νόμου τρίτων χωρών. Από την εν λόγω διάταξη προκύπτει ότι για τις διαβιβάσεις δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Ευρωπόλ στη Βραζιλία απαιτείται η σύναψη δεσμευτικής διεθνούς συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Βραζιλίας, η οποία θα παρέχει επαρκείς εγγυήσεις όσον αφορά την προστασία της ιδιωτικής ζωής και των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών των φυσικών προσώπων. Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ, η συμφωνία εμπίπτει στην αποκλειστική εξωτερική αρμοδιότητα της Ένωσης. Ως εκ τούτου, η παρούσα πρόταση δεν υπόκειται σε έλεγχο επικουρικότητας.
•Αναλογικότητα
Οι στόχοι της Ένωσης όσον αφορά την παρούσα πρόταση, όπως καθορίζονται ανωτέρω, μπορούν να επιτευχθούν μόνο με τη σύναψη δεσμευτικής διεθνούς συμφωνίας, στην οποία προβλέπονται τα απαραίτητα μέτρα συνεργασίας, ενώ παράλληλα διασφαλίζεται η δέουσα προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων. Οι διατάξεις της συμφωνίας περιορίζονται σε ό,τι είναι αναγκαίο για την επίτευξη των βασικών στόχων της συμφωνίας. Η μονομερής δράση των κρατών μελών έναντι της Βραζιλίας δεν αποτελεί εναλλακτική λύση, δεδομένου ότι η Ευρωπόλ διαδραματίζει μοναδικό ρόλο. Η μονομερής δράση επίσης δεν θα παρείχε επαρκή βάση για την αστυνομική συνεργασία μεταξύ της Ευρωπόλ και χωρών εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεν θα διασφάλιζε την αναγκαία προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
•Επιλογή της νομικής πράξης
Σύμφωνα με το άρθρο 25 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/794, αν δεν υπάρχει απόφαση περί επάρκειας, η Ευρωπόλ μπορεί να προβεί σε διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε τρίτη χώρα μόνο βάσει διεθνούς συμφωνίας σύμφωνα με το άρθρο 218 της ΣΛΕΕ η οποία να προβλέπει επαρκείς εγγυήσεις όσον αφορά την προστασία της ιδιωτικής ζωής και των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών των φυσικών προσώπων [άρθρο 25 παράγραφος 2 στοιχείο γ)]. Σύμφωνα με το άρθρο 218 παράγραφος 5 της ΣΛΕΕ, η υπογραφή μιας τέτοιας συμφωνίας επιτρέπεται κατόπιν έκδοσης σχετικής απόφασης του Συμβουλίου.
•Θεμελιώδη δικαιώματα
Η ανταλλαγή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και η επεξεργασία τους από τις αρχές τρίτης χώρας συνιστούν παρέμβαση στα θεμελιώδη δικαιώματα της ιδιωτικής ζωής και της προστασίας των δεδομένων. Ωστόσο, η συμφωνία διασφαλίζει την αναγκαιότητα και την αναλογικότητα κάθε τέτοιας παρέμβασης, καθώς εγγυάται την εφαρμογή επαρκών εγγυήσεων προστασίας όσον αφορά τα διαβιβαζόμενα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, σύμφωνα με το δίκαιο της ΕΕ.
Στα κεφάλαια ΙΙ και IV προβλέπεται η προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Επί αυτής της βάσης, στα άρθρα 3 έως 15, και στα άρθρα 18 και 19 καθορίζονται οι θεμελιώδεις αρχές προστασίας δεδομένων, όπως μεταξύ άλλων ο περιορισμός του σκοπού, η ποιότητα των δεδομένων και οι κανόνες που εφαρμόζονται στην επεξεργασία ειδικών κατηγοριών δεδομένων, οι υποχρεώσεις που ισχύουν για τους υπευθύνους επεξεργασίας, όπως για παράδειγμα όσον αφορά τη διατήρηση, την τήρηση αρχείων, την ασφάλεια και τις περαιτέρω διαβιβάσεις, τα εκτελεστά ατομικά δικαιώματα, μεταξύ άλλων τα δικαιώματα σχετικά με την πρόσβαση, τη διόρθωση και την αυτοματοποιημένη λήψη αποφάσεων, την ανεξάρτητη και αποτελεσματική εποπτεία, καθώς και διοικητικά και δικαστικά μέσα προσφυγής.
Οι εγγυήσεις καλύπτουν όλες τις μορφές επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο πλαίσιο της συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπόλ και της Βραζιλίας Είναι δυνατή η καθυστέρηση, ο περιορισμός ή η άρνηση άσκησης ορισμένων ατομικών δικαιωμάτων, αν πρόκειται για μέτρο αναγκαίο, εύλογο και αναλογικό για τη λήψη του οποίου λήφθηκαν υπόψη τα θεμελιώδη δικαιώματα και τα συμφέροντα του υποκειμένου των δεδομένων, ιδίως με στόχο την πρόληψη κινδύνου στο πλαίσιο ποινικών ερευνών που είναι σε εξέλιξη ή στο πλαίσιο ποινικής δίωξης, μέτρο το οποίο συνάδει επίσης με το ενωσιακό δίκαιο.
Επίσης, τόσο η Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και η Βραζιλία θα διασφαλίζουν ότι ανεξάρτητη δημόσια αρχή, η οποία είναι αρμόδια για την προστασία των δεδομένων (στο εξής: εποπτική αρχή), επιβλέπει θέματα που επηρεάζουν την ιδιωτική ζωή των φυσικών προσώπων, ώστε να προστατεύονται τα θεμελιώδη δικαιώματα και οι ελευθερίες τους όσον αφορά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
Το άρθρο 32 ενισχύει την αποτελεσματικότητα των εγγυήσεων που περιλαμβάνονται στη συμφωνία με τη θέσπιση από κοινού επανεξέτασης της εφαρμογής της σε τακτά χρονικά διαστήματα. Στις ομάδες αξιολόγησης περιλαμβάνονται εμπειρογνώμονες σχετικοί με την προστασία των δεδομένων και την επιβολή του νόμου.
Ως περαιτέρω εγγύηση, βάσει του άρθρου 21 παράγραφος 1 η συμφωνία μπορεί να αναστέλλεται σε περίπτωση μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις διατάξεις της συμφωνίας. Τυχόν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που διαβιβάστηκαν πριν από την αναστολή εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις της συμφωνίας. Επιπλέον, σε περίπτωση καταγγελίας της συμφωνίας, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που διαβιβάστηκαν πριν από την καταγγελία εξακολουθούν να υφίστανται επεξεργασία σύμφωνα με τις διατάξεις της συμφωνίας.
Επιπρόσθετα, η συμφωνία εγγυάται ότι η ανταλλαγή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μεταξύ της Ευρωπόλ και της Βραζιλίας συνάδει τόσο με την αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων όσο και με το άρθρο 52 παράγραφος 1 του Χάρτη, με τα οποία διασφαλίζεται ότι οι παρεμβάσεις σε θέματα θεμελιωδών δικαιωμάτων τα οποία κατοχυρώνονται στον Χάρτη περιορίζονται στον βαθμό που είναι απολύτως αναγκαίο για την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών γενικού ενδιαφέροντος, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας.
3.ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΕΩΝ, ΤΩΝ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΤΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΑ ΜΕΡΗ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΚΤΙΜΗΣΕΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ
Άνευ αντικειμένου.
4.ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ
Δεν υπάρχουν δημοσιονομικές επιπτώσεις στον προϋπολογισμό της Ένωσης.
5.ΛΟΙΠΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
•Σχέδια εφαρμογής και ρυθμίσεις παρακολούθησης, αξιολόγησης και υποβολής εκθέσεων
Δεν χρειάζεται σχέδιο εφαρμογής, δεδομένου ότι η συμφωνία θα αρχίσει να ισχύει την ημερομηνία παραλαβής της τελευταίας έγγραφης κοινοποίησης με την οποία τόσο η Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και η Βραζιλία ενημερώνονται μέσω της διπλωματικής οδού ότι έχουν ολοκληρωθεί οι οικείες διαδικασίες.
Όσον αφορά την παρακολούθηση, η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Βραζιλία επανεξετάζουν από κοινού την εφαρμογή της συμφωνίας ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος της, και στη συνέχεια ανά τακτά χρονικά διαστήματα και πιο συχνά αν η επανεξέταση ζητηθεί από οποιοδήποτε μέρος και αποφασιστεί από κοινού.
•Αναλυτική επεξήγηση των επιμέρους διατάξεων της πρότασης
Το άρθρο 1 περιλαμβάνει τον στόχο και το πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας.
Το άρθρο 2 περιλαμβάνει τους ορισμούς της συμφωνίας.
Το άρθρο 3 περιλαμβάνει τους σκοπούς της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
Στο άρθρο 4 προβλέπονται οι γενικές αρχές προστασίας των δεδομένων τις οποίες πρέπει να τηρούν η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Βραζιλία.
Στο άρθρο 5 προβλέπονται ειδικές κατηγορίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και διαφορετικές κατηγορίες υποκειμένων των δεδομένων, όπως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν θύματα αξιόποινων πράξεων, μάρτυρες ή άλλα πρόσωπα που μπορούν να παράσχουν πληροφορίες σχετικά με αξιόποινες πράξεις, ή δεδομένα που αφορούν πρόσωπα κάτω των 18 ετών.
Στο άρθρο 6 προβλέπεται αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
Στο άρθρο 7 προβλέπεται νομική βάση για την περαιτέρω διαβίβαση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που έχουν ληφθεί.
Στο άρθρο 8 προβλέπεται το δικαίωμα πρόσβασης και διασφαλίζεται ότι το υποκείμενο των δεδομένων έχει το δικαίωμα, σε εύλογα χρονικά διαστήματα, να λαμβάνει πληροφορίες σχετικά με το αν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν υποβάλλονται σε επεξεργασία στο πλαίσιο της συμφωνίας.
Στο άρθρο 9 προβλέπεται το δικαίωμα διόρθωσης, διαγραφής και περιορισμού και διασφαλίζεται ότι το υποκείμενο των δεδομένων έχει το δικαίωμα να ζητά από τις αρμόδιες αρχές τη διόρθωση ανακριβών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν και τα οποία διαβιβάζονται στο πλαίσιο της συμφωνίας.
Στο άρθρο 10, αφενός, προβλέπεται η κοινοποίηση της παραβίασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα η οποία έχει επιπτώσεις στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που διαβιβάζονται στο πλαίσιο της συμφωνίας και, αφετέρου, διασφαλίζεται ότι οι αντίστοιχες αρμόδιες αρχές αλληλοενημερώνονται αμελλητί για την εν λόγω παραβίαση, όπως επίσης και οι αντίστοιχες εποπτικές αρχές της χώρας τους, προκειμένου να λάβουν μέτρα για την άμβλυνση των πιθανών δυσμενών συνεπειών της εν λόγω παραβίασης.
Στο άρθρο 11 προβλέπεται η ανακοίνωση παραβίασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο υποκείμενο των δεδομένων και διασφαλίζεται ότι οι αρμόδιες αρχές αμφότερων των μερών της συμφωνίας ενημερώνουν αμελλητί το υποκείμενο των δεδομένων σε περίπτωση παραβίασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα η οποία ενδέχεται να έχει σοβαρές δυσμενείς επιπτώσεις στα δικαιώματα και τις ελευθερίες του.
Στο άρθρο 12 προβλέπονται η αποθήκευση, η επανεξέταση, η διόρθωση και η διαγραφή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
Στο άρθρο 13 προβλέπεται η τήρηση αρχείων στα οποία καταγράφονται η συλλογή, η μεταβολή, η πρόσβαση, η κοινολόγηση, συμπεριλαμβανομένων των περαιτέρω διαβιβάσεων, ο συνδυασμός και η διαγραφή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
Στο άρθρο 14 προβλέπεται η εποπτική αρχή και διασφαλίζεται ότι υπάρχει ανεξάρτητη δημόσια αρχή που είναι αρμόδια για την προστασία των δεδομένων (εποπτική αρχή) και επιβλέπει θέματα που επηρεάζουν την ιδιωτική ζωή των φυσικών προσώπων, μεταξύ άλλων τις ρυθμίσεις της εθνικής νομοθεσίας που σχετίζονται με την παρούσα συμφωνία, με στόχο την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των ελευθεριών των φυσικών προσώπων όσον αφορά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
Στο άρθρο 15 καθορίζονται τα διοικητικά και τα δικαστικά μέσα προσφυγής και διασφαλίζεται ότι τα υποκείμενα των δεδομένων έχουν δικαίωμα σε αποτελεσματικά διοικητικά και δικαστικά μέσα προσφυγής για παραβιάσεις των δικαιωμάτων και των εγγυήσεων που αναγνωρίζονται στη συμφωνία οι οποίες προκύπτουν από την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τους.
Στο άρθρο 16 προβλέπονται οι αρχές προστασίας των δεδομένων που πρέπει να τηρούνται στην ανταλλαγή δεδομένων μη προσωπικού χαρακτήρα.
Στο άρθρο 17 προβλέπεται η περαιτέρω διαβίβαση των δεδομένων μη προσωπικού χαρακτήρα που λαμβάνονται.
Στο άρθρο 18 προβλέπεται η αξιολόγηση της αξιοπιστίας της πηγής και της ακρίβειας των δεδομένων σε σχέση τόσο με τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα όσο και με τα δεδομένα μη προσωπικού χαρακτήρα που ανταλλάσσονται στο πλαίσιο της συμφωνίας.
Στο άρθρο 19 προβλέπεται η ασφάλεια των δεδομένων και διασφαλίζεται η εφαρμογή τεχνικών και οργανωτικών μέτρων για την προστασία δεδομένων προσωπικού και μη προσωπικού χαρακτήρα που ανταλλάσσονται στο πλαίσιο της παρούσας συμφωνίας.
Στο άρθρο 20 προβλέπεται η επίλυση διαφορών και διασφαλίζεται ότι κάθε διαφορά που ενδέχεται να προκύψει σε σχέση με την ερμηνεία, την εφαρμογή ή την εκτέλεση της συμφωνίας, καθώς και για κάθε θέμα σχετικό με αυτήν, θα οδηγήσει σε διαβουλεύσεις και διαπραγματεύσεις μεταξύ των εκπροσώπων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Βραζιλίας με σκοπό την εξεύρεση αμοιβαία αποδεκτής λύσης.
Στο άρθρο 21 προβλέπεται ρήτρα αναστολής.
Στο άρθρο 22 προβλέπεται η καταγγελία της συμφωνίας.
Στο άρθρο 23 καθορίζεται η σχέση με άλλες διεθνείς πράξεις και διασφαλίζεται ότι η συμφωνία δεν θίγει ούτε επηρεάζει τις νομικές διατάξεις όσον αφορά την ανταλλαγή πληροφοριών που προβλέπονται σε οποιαδήποτε συνθήκη, συμφωνία ή διακανονισμό μεταξύ της Βραζιλίας και οποιουδήποτε κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Στο άρθρο 24 προβλέπεται η ανταλλαγή διαβαθμισμένων πληροφοριών, εφόσον απαιτείται στο πλαίσιο της συμφωνίας.
Στο άρθρο 25 προβλέπεται η διεκπεραίωση αιτημάτων πρόσβασης του κοινού σε δεδομένα που διαβιβάζονται στο πλαίσιο της συμφωνίας.
Στο άρθρο 26 προβλέπονται τα εθνικά σημεία επαφής και οι αξιωματικοί-σύνδεσμοι.
Στο άρθρο 27 προβλέπεται ασφαλής γραμμή επικοινωνίας.
Στο άρθρο 28 προβλέπονται οι δαπάνες στο πλαίσιο συμφωνίας.
Στο άρθρο 29 προβλέπεται η κοινοποίηση της εφαρμογής της συμφωνίας.
Στο άρθρο 30 προβλέπεται η έναρξη ισχύος και εφαρμογής της συμφωνίας.
Στο άρθρο 31 προβλέπονται τροποποιήσεις της συμφωνίας και προσθήκες σ' αυτή.
Στο άρθρο 32 προβλέπεται η επανεξέταση και η αξιολόγηση της συμφωνίας.
Στο άρθρο 33 προβλέπεται η καταγγελία της συμφωνίας.
2024/0320 (NLE)
Πρόταση
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
σχετικά με την υπογραφή, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Βραζιλίας για τη συνεργασία με τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ) και την Ομοσπονδιακή Αστυνομία της Βραζιλίας και μέσω αυτών
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 16 παράγραφος 2 και το άρθρο 88, σε συνδυασμό με το άρθρο 218 παράγραφος 5,
Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
(1)Στον κανονισμό (ΕΕ) 2016/794 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου προβλέπεται ότι ο Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ) δύναται να διαβιβάζει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σε αρχή τρίτης χώρας, μεταξύ άλλων, με βάση διεθνή συμφωνία συναφθείσα μεταξύ της Ένωσης και της εν λόγω τρίτης χώρας δυνάμει του άρθρου 218 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), η οποία παρέχει επαρκείς εγγυήσεις όσον αφορά την προστασία της ιδιωτικής ζωής, των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των ελευθεριών των φυσικών προσώπων.
(2)Στις 15 Μαΐου 2023 το Συμβούλιο εξουσιοδότησε την Επιτροπή να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Βραζιλίας για σύναψη συμφωνίας σχετικά με την ανταλλαγή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μεταξύ της Ευρωπόλ και των αρχών της Βραζιλίας που είναι αρμόδιες για την καταπολέμηση του σοβαρού εγκλήματος και της τρομοκρατίας.
(3)Οι διαπραγματεύσεις για τη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Βραζιλίας σχετικά με τη συνεργασία με τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ) και την Ομοσπονδιακή Αστυνομία της Βραζιλίας και μέσω αυτών (στο εξής: συμφωνία) ολοκληρώθηκαν επιτυχώς και το κείμενο της συμφωνίας μονογραφήθηκε στις 18 Οκτωβρίου 2024.
(4)Η συμφωνία καθιερώνει σχέσεις συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπόλ και των αρμόδιων αρχών της Βραζιλίας και επιτρέπει να διαβιβάζουν μεταξύ τους δεδομένα προσωπικού και μη προσωπικού χαρακτήρα, με σκοπό την καταπολέμηση του σοβαρού εγκλήματος και της τρομοκρατίας και την προστασία της ασφάλειας της Ένωσης και των πολιτών της.
(5)Η συμφωνία διασφαλίζει τον πλήρη σεβασμό του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, που αναγνωρίζεται στο άρθρο 7 του Χάρτη, του δικαιώματος στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. που αναγνωρίζεται στο άρθρο 8 του Χάρτη και του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου, που αναγνωρίζεται στο άρθρο 47 του Χάρτη. Η συμφωνία προβλέπει επαρκείς εγγυήσεις για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που διαβιβάζονται από την Ευρωπόλ στο πλαίσιο της συμφωνίας.
(6)Η συμφωνία δεν επηρεάζει ούτε θίγει τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή άλλες μορφές συνεργασίας μεταξύ των αρχών που είναι αρμόδιες για τη διαφύλαξη της εθνικής ασφάλειας.
(7)Η Ιρλανδία δεσμεύεται από τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/794 και, ως εκ τούτου, συμμετέχει στην έκδοση της παρούσας απόφασης.
(8)Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου αριθ. 22 σχετικά με τη θέση της Δανίας, το οποίο προσαρτάται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Δανία δεν συμμετέχει στη θέσπιση της παρούσας απόφασης και δεν δεσμεύεται από αυτή ούτε υπόκειται στην εφαρμογή της.
(9)Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων εξέδωσε τη γνωμοδότηση [xxx] την/στις [xx.xx.xxxx].
(10)Επομένως, η συμφωνία θα πρέπει να υπογραφεί εξ ονόματος της Ένωσης, με την επιφύλαξη της σύναψής της σε μεταγενέστερη ημερομηνία.
(11)Σύμφωνα με τις Συνθήκες, εναπόκειται στην Επιτροπή να διασφαλίσει την υπογραφή της συμφωνίας, με την επιφύλαξη της σύναψής της σε μεταγενέστερη ημερομηνία,
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:
Άρθρο 1
Η υπογραφή της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Βραζιλίας σχετικά με τη συνεργασία με τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ) και την Ομοσπονδιακή Αστυνομία της Βραζιλίας και μέσω αυτών (στο εξής: συμφωνία) εγκρίνεται εξ ονόματος της Ένωσης, με την επιφύλαξη της σύναψης της εν λόγω συμφωνίας.
Το κείμενο της προς υπογραφή συμφωνίας επισυνάπτεται στην παρούσα απόφαση.
Άρθρο 2
Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει την ημερομηνία της έκδοσής της.
Βρυξέλλες,
ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Βρυξέλλες, 18.12.2024
COM(2024) 581 final
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
της
πρότασης απόφασης του Συμβουλίου
σχετικά με την υπογραφή, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Βραζιλίας για τη συνεργασία με τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ) και την Ομοσπονδιακή Αστυνομία της Βραζιλίας και μέσω αυτών
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Σχέδιο συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Βραζιλίας για τη συνεργασία με τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ) και την Ομοσπονδιακή Αστυνομία της Βραζιλίας και μέσω αυτών
Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ (στο εξής: «Ένωση» ή «ΕΕ»)
και
Η ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΒΡΑΖΙΛΙΑΣ (στο εξής και: Βραζιλία),
(στο εξής από κοινού: συμβαλλόμενα μέρη),
ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ ότι επιτρέποντας την ανταλλαγή δεδομένων προσωπικού και μη προσωπικού χαρακτήρα μεταξύ του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ) και των αρμόδιων αρχών της Βραζιλίας, η παρούσα συμφωνία θα δημιουργήσει το πλαίσιο για ενίσχυση της επιχειρησιακής συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Βραζιλίας στον τομέα της επιβολής του νόμου, με παράλληλη διασφάλιση της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών όλων των ενδιαφερόμενων φυσικών προσώπων, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή και την προστασία των δεδομένων.
ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ ότι η παρούσα συμφωνία δεν θίγει τις συμφωνίες μεταξύ της Βραζιλίας και των κρατών μελών της ΕΕ περί αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής με τις οποίες επιτρέπεται η ανταλλαγή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα,
ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ ότι η παρούσα συμφωνία δεν επιβάλλει καμία απαίτηση στις αρμόδιες αρχές να διαβιβάζουν δεδομένα προσωπικού ή μη προσωπικού χαρακτήρα και ότι η ανταλλαγή δεδομένων προσωπικού ή μη προσωπικού χαρακτήρα που ζητούνται βάσει της παρούσας συμφωνίας παραμένει προαιρετική,
ΣΥΜΦΩΝΟΥΝ ΤΑ ΑΚΟΛΟΥΘΑ:
ΚΕΦΑΛΑΙΟ I
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΡΘΡΟ 1
Στόχος και πεδίο εφαρμογής
1.Στόχος της παρούσας συμφωνίας είναι να θεσπίσει σχέσεις συνεργασίας μεταξύ του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ) και των αρμόδιων αρχών της Βραζιλίας και να επιτρέπει τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού και μη προσωπικού χαρακτήρα μεταξύ τους, με σκοπό τη στήριξη και την ενίσχυση της δράσης των αρχών των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Βραζιλίας και της αμοιβαίας συνεργασίας τους για την πρόληψη και την καταπολέμηση αξιόποινων πράξεων, συμπεριλαμβανομένων των σοβαρών εγκλημάτων και της τρομοκρατίας, με παράλληλη διασφάλιση της κατάλληλης προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή και την προστασία των δεδομένων.
2.Το πεδίο εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας καλύπτει τη συνεργασία μεταξύ της Ευρωπόλ και των αρμόδιων αρχών της Βραζιλίας στους τομείς δραστηριοτήτων και στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων και των καθηκόντων της Ευρωπόλ, που ορίζονται στον κανονισμό για την Ευρωπόλ, όπως αυτός εφαρμόζεται σύμφωνα με τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και στην παρούσα συμφωνία.
ΑΡΘΡΟ 2
Ορισμοί
Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, εφαρμόζονται οι ακόλουθοι ορισμοί:
1)«Συμβαλλόμενα μέρη»: η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Βραζιλίας·
2)«Ευρωπόλ»: ο Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου, όπως ιδρύθηκε δυνάμει του κανονισμού για την Ευρωπόλ·
3)«Κανονισμός για την Ευρωπόλ» ή «Κανονισμός (ΕΕ) 2016/794»: Κανονισμός (ΕΕ) 2016/794 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2016, για τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ) και την αντικατάσταση και κατάργηση των αποφάσεων του Συμβουλίου 2009/371/ΔΕΥ, 2009/934/ΔΕΥ, 2009/935/ΔΕΥ, 2009/936/ΔΕΥ και 2009/968/ΔΕΥ (ΕΕ L 135 της 24.5.2016, σ. 53), ή οποιαδήποτε τροποποίησή του ή διάδοχη πράξη·
4)«αρμόδιες αρχές»: για τη Βραζιλία, οι εθνικές αρχές επιβολής του νόμου οι οποίες, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο της Βραζιλίας, είναι υπεύθυνες για την πρόληψη και την καταπολέμηση των αξιόποινων πράξεων που απαριθμούνται στο παράρτημα II (στο εξής: αρμόδιες αρχές της Βραζιλίας) και για τις οποίες ένα ορισθέν εθνικό σημείο επαφής εντός της Ομοσπονδιακής Αστυνομίας της Βραζιλίας ενεργεί ως κεντρικό σημείο επαφής με την Ευρωπόλ σύμφωνα με το άρθρο 26 και, για την Ένωση, η Ευρωπόλ·
5)«φορείς της Ένωσης»: θεσμικά όργανα, φορείς, αποστολές, οργανισμοί και υπηρεσίες που έχουν ιδρυθεί δυνάμει ή επί τη βάσει της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (στο εξής: ΣΕΕ) και της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΣΛΕΕ), τα οποία παρατίθενται στο παράρτημα ΙΙΙ·
6)«αξιόποινες πράξεις»: τα είδη των εγκλημάτων που παρατίθενται στο παράρτημα Ι, καθώς και οι συναφείς αξιόποινες πράξεις. Οι αξιόποινες πράξεις θεωρούνται συναφείς με τα είδη των εγκλημάτων που παρατίθενται στο παράρτημα Ι, εφόσον διαπράττονται με σκοπό την εξασφάλιση των μέσων για την τέλεσή τους, ή για τη διευκόλυνση ή την τέλεσή τους, ή για τη διασφάλιση της ατιμωρησίας όσων διαπράττουν αυτού του είδους τα εγκλήματα·
7)«δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα»: κάθε πληροφορία η οποία αναφέρεται σε συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο·
8)«δεδομένα μη προσωπικού χαρακτήρα»: πληροφορίες που δεν είναι δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα·
9)«υποκείμενο των δεδομένων»: ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο. Ταυτοποιήσιμο είναι το πρόσωπο που μπορεί να προσδιοριστεί, άμεσα ή έμμεσα, ιδίως μέσω αναφοράς σε αναγνωριστικό ταυτότητας όπως όνομα, αριθμό ταυτότητας, δεδομένα θέσης, επιγραμμικό αναγνωριστικό ταυτότητας, ή σε έναν ή περισσότερους παράγοντες που προσιδιάζουν στη σωματική, φυσιολογική, γενετική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική ή κοινωνική ταυτότητα του προσώπου αυτού·
10)«γενετικά δεδομένα»: νοούνται όλα τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που σχετίζονται με τα γενετικά χαρακτηριστικά ενός προσώπου και τα οποία κληρονομήθηκαν ή αποκτήθηκαν, παρέχουν μοναδικές πληροφορίες σχετικά με τη φυσιολογία ή την υγεία του εν λόγω προσώπου, ενώ προκύπτουν ιδίως από ανάλυση βιολογικού δείγματος του εν λόγω προσώπου·
11)«βιομετρικά δεδομένα»: τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία προκύπτουν από ειδική τεχνική επεξεργασία συνδεόμενη με τα φυσικά χαρακτηριστικά, τα χαρακτηριστικά της φυσιολογίας ή τα συμπεριφορικά χαρακτηριστικά φυσικού προσώπου και τα οποία επιτρέπουν ή επιβεβαιώνουν τη μοναδική ταυτοποίηση του εν λόγω φυσικού προσώπου, όπως εικόνες προσώπου ή δακτυλοσκοπικά δεδομένα·
12)«επεξεργασία»: κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιούνται με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων επί δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή συνόλου τέτοιων δεδομένων, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η αποθήκευση, η προσαρμογή ή η τροποποίηση, η ανάκτηση, η αναζήτηση πληροφοριών, η χρήση, η ανακοίνωση με διαβίβαση, η διάδοση και κάθε άλλη μορφή διάθεσης, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, καθώς και ο περιορισμός, η διαγραφή ή η καταστροφή·
13)«παραβίαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα»: παραβίαση της ασφάλειας που οδηγεί σε τυχαία ή παράνομη καταστροφή, απώλεια ή μεταβολή, άνευ αδείας κοινολόγηση ή προσπέλαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που διαβιβάστηκαν, αποθηκεύτηκαν ή άλλως υπέστησαν επεξεργασία·
14)«εποπτική αρχή»: μία ή περισσότερες εγχώριες ανεξάρτητες αρχές που είναι, μεμονωμένα ή από κοινού, υπεύθυνες για την προστασία των δεδομένων σύμφωνα με το άρθρο 14 και οι οποίες έχουν κοινοποιηθεί σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο· στην εν λόγω αρχή ενδέχεται να περιλαμβάνονται αρχές οι οποίες είναι υπεύθυνες για την προστασία και άλλων ανθρώπινων δικαιωμάτων·
15)«διεθνείς οργανισμοί»: οι διεθνείς οργανισμοί και οι υπαγόμενοι σε αυτούς φορείς δημοσίου διεθνούς δικαίου, ή οποιοιδήποτε άλλοι φορείς οι οποίοι έχουν ιδρυθεί δυνάμει ή επί τη βάσει συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων χωρών·
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II
ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ
ΑΡΘΡΟ 3
Σκοποί επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα
1.Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που ζητούνται και λαμβάνονται βάσει της συμφωνίας υποβάλλονται σε επεξεργασία μόνο για τους σκοπούς της πρόληψης, της διερεύνησης, της ανίχνευσης ή της δίωξης αξιόποινων πράξεων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων, εντός των ορίων του άρθρου 4 παράγραφος 5 και των αντίστοιχων εντολών των αρμόδιων αρχών.
2.Οι αρμόδιες αρχές υποδεικνύουν με σαφήνεια, το αργότερο κατά τη στιγμή της διαβίβασης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τον συγκεκριμένο σκοπό ή τους σκοπούς για τους οποίους διαβιβάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Όσον αφορά τη διαβίβαση δεδομένων στην Ευρωπόλ, ο σκοπός ή οι σκοποί της εν λόγω διαβίβασης ορίζονται σύμφωνα με τον συγκεκριμένο σκοπό ή τους συγκεκριμένους σκοπούς επεξεργασίας που καθορίζονται στον κανονισμό για την Ευρωπόλ. Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να αποφασίσουν από κοινού ότι τα διαβιβαζόμενα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μπορούν να υποβληθούν σε επεξεργασία για συμπληρωματικό, συμβατό και συγκεκριμένο σκοπό, ο οποίος καθορίζεται κατά τη στιγμή της εν λόγω κοινής συμφωνίας και εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.
ΑΡΘΡΟ 4
Γενικές αρχές προστασίας των δεδομένων
1. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος μεριμνά ώστε τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που ανταλλάσσονται στο πλαίσιο της παρούσας συμφωνίας:
α)να υποβάλλονται σε θεμιτή και σύννομη επεξεργασία, σύμφωνα με τις απαιτήσεις διαφάνειας που ορίζονται στο άρθρο 29 παράγραφος 1, και μόνο για τον σκοπό ή τους σκοπούς για τους οποίους έχουν διαβιβαστεί σύμφωνα με το άρθρο 3·
β)να είναι κατάλληλα, συναφή και να περιορίζονται σε ό,τι είναι αναγκαίο για τον σκοπό ή τους σκοπούς για τους οποίους υποβάλλονται σε επεξεργασία·
γ)να είναι ακριβή και να ενημερώνονται· κάθε συμβαλλόμενο μέρος μεριμνά ώστε οι οικείες αρμόδιες αρχές να λαμβάνουν κάθε εύλογο μέτρο για την άμεση διόρθωση ή διαγραφή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία είναι ανακριβή, σε σχέση με τους σκοπούς της επεξεργασίας·
δ)να διατηρούνται υπό μορφή που να επιτρέπει την ταυτοποίηση των υποκειμένων των δεδομένων μόνο για το διάστημα που απαιτείται για τους σκοπούς της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα·
ε)να υποβάλλονται σε επεξεργασία κατά τρόπο που να εγγυάται την ενδεδειγμένη ασφάλεια των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
2.Η διαβιβάζουσα αρμόδια αρχή, κατά τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, μπορεί να υποδεικνύει, με γενικούς ή ειδικούς όρους, οποιονδήποτε περιορισμό όσον αφορά την πρόσβαση στα εν λόγω δεδομένα ή τη χρήση τους, όπως για παράδειγμα όσον αφορά την περαιτέρω διαβίβαση, τη διαγραφή ή την καταστροφή τους μετά από ορισμένο χρονικό διάστημα, ή την περαιτέρω επεξεργασία τους. Στην περίπτωση που η ανάγκη για τους εν λόγω περιορισμούς προκύψει μετά την παροχή των πληροφοριών, η διαβιβάζουσα αρμόδια αρχή ενημερώνει αντίστοιχα τη λαμβάνουσα αρχή.
3.Κάθε συμβαλλόμενο μέρος διασφαλίζει ότι η λαμβάνουσα αρμόδια αρχή συμμορφώνεται με κάθε περιορισμό όσον αφορά την πρόσβαση στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή την περαιτέρω χρήση τους, ο οποίος υποδεικνύεται από τη διαβιβάζουσα αρμόδια αρχή, όπως περιγράφεται στην παράγραφο 2.
4.Κάθε συμβαλλόμενο μέρος μεριμνά ώστε οι οικείες αρμόδιες αρχές να εφαρμόζουν κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα με τρόπο ώστε να μπορούν να αποδείξουν ότι η επεξεργασία θα πραγματοποιείται σύμφωνα με την παρούσα συμφωνία και ότι θα προστατεύονται τα δικαιώματα των οικείων υποκειμένων των δεδομένων.
5.Κάθε συμβαλλόμενο μέρος μεριμνά ώστε οι αρμόδιες αρχές της χώρας του να μη διαβιβάζουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που έχουν αποκτηθεί με πρόδηλη παραβίαση ανθρώπινων δικαιωμάτων, αναγνωρισμένη από τους κανόνες του διεθνούς δικαίου από τους οποίους δεσμεύονται τα συμβαλλόμενα μέρη. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος διασφαλίζει ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που λαμβάνονται δεν χρησιμοποιούνται για να ζητηθεί, να εκδοθεί ή να εκτελεστεί απόφαση θανατικής ποινής ή οποιαδήποτε μορφή βασανιστηρίων ή άλλη σκληρή, απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία.
6.Κάθε συμβαλλόμενο μέρος διασφαλίζει ότι τηρείται αρχείο για όλες τις διαβιβάσεις δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της παρούσας συμφωνίας, καθώς και ότι αναφέρεται ο σκοπός ή οι σκοποί των εν λόγω διαβιβάσεων.
ΑΡΘΡΟ 5
Ειδικές κατηγορίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και διαφορετικές κατηγορίες υποκειμένων των δεδομένων
1.Η διαβίβαση και η περεταίρω επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία αφορούν θύματα αξιόποινων πράξεων, μάρτυρες ή άλλα πρόσωπα που μπορούν να δώσουν πληροφορίες για αξιόποινες πράξεις, ή πρόσωπα ηλικίας κάτω των 18 ετών, απαγορεύεται εκτός εάν η εν λόγω διαβίβαση είναι απολύτως αναγκαία και αναλογική σε μεμονωμένες περιπτώσεις για την πρόληψη ή την καταπολέμηση αξιόποινης πράξης.
2.Επιτρέπεται η διαβίβαση και η περεταίρω επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία αποκαλύπτουν φυλετική ή εθνοτική καταγωγή, πολιτικά φρονήματα, θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, ή συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, γενετικά δεδομένα, βιομετρικά δεδομένα με σκοπό την αδιαμφισβήτητη ταυτοποίηση φυσικού προσώπου, ή δεδομένα που αφορούν την υγεία ή τη σεξουαλική ζωή φυσικού προσώπου ή τον σεξουαλικό προσανατολισμό του μόνο σε μεμονωμένες περιπτώσεις στον βαθμό που η εν λόγω διαβίβαση είναι αυστηρά αναγκαία και αναλογική, για την αποτροπή ή την καταπολέμηση αξιόποινης πράξης, και εφόσον τα εν λόγω δεδομένα, εξαιρουμένων των βιομετρικών δεδομένων, συμπληρώνουν άλλα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.
3.Τα συμβαλλόμενα μέρη διασφαλίζουν ότι η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δυνάμει των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου υπόκειται σε κατάλληλες εγγυήσεις για την πρόληψη των σχετικών συγκεκριμένων κινδύνων, όπως μεταξύ άλλων σε περιορισμούς πρόσβασης, μέτρα ασφάλειας των δεδομένων κατά την έννοια του άρθρου 19, καθώς και σε περιορισμούς για περαιτέρω διαβιβάσεις βάσει του άρθρου 7.
ΑΡΘΡΟ 6
Αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα
Απαγορεύονται οι αποφάσεις που βασίζονται αποκλειστικά σε αυτοματοποιημένη επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που ανταλλάσσονται, συμπεριλαμβανομένης της κατάρτισης προφίλ, οι οποίες ενδέχεται να επιφέρουν δυσμενείς έννομες συνέπειες για το υποκείμενο των δεδομένων ή να το επηρεάσουν σημαντικά, εκτός αν επιτρέπεται στο πλαίσιο της νομοθεσίας με σκοπό την πρόληψη ή την καταπολέμηση αξιόποινης πράξης κι εφόσον προβλέπονται κατάλληλες εγγυήσεις για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες του υποκειμένου των δεδομένων, συμπεριλαμβανομένου τουλάχιστον του δικαιώματος εξασφάλισης ανθρώπινης παρέμβασης.
ΑΡΘΡΟ 7
Περαιτέρω διαβίβαση των ληφθέντων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα
1.Η Βραζιλία διασφαλίζει ότι οι οικείες αρμόδιες αρχές διαβιβάζουν σε άλλες εγχώριες αρχές δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που λαμβάνονται στο πλαίσιο της παρούσας συμφωνίας μόνο εάν:
α)η Ευρωπόλ έχει δώσει εκ των προτέρων ρητή άδεια·
β)ο σκοπός ή οι σκοποί της περαιτέρω διαβίβασης είναι ταυτόσημοι με τον αρχικό σκοπό ή τους αρχικούς σκοπούς της διαβίβασης από την Ευρωπόλ· και
γ)η περαιτέρω διαβίβαση υπόκειται στις ίδιες προϋποθέσεις και εγγυήσεις με εκείνες που ισχύουν για την αρχική διαβίβαση.
Με την επιφύλαξη του άρθρου 4 παράγραφος 2, η απαίτηση που ορίζεται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου δεν χρειάζεται να πληρούται όταν η παραλήπτρια αρχή είναι αρμόδια αρχή της Βραζιλίας.
2.Η Ένωση διασφαλίζει ότι η Ευρωπόλ διαβιβάζει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που λαμβάνει δυνάμει της παρούσας συμφωνίας σε αρχές της Ένωσης διαφορετικές από εκείνες που απαριθμούνται στο παράρτημα III μόνον εάν:
α)η Βραζιλία έχει δώσει την εκ των προτέρων ρητή άδεια·
β)ο σκοπός ή οι σκοποί της περαιτέρω διαβίβασης είναι ταυτόσημοι με τον σκοπό ή τους σκοπούς της διαβίβασης από τη Βραζιλία· και
γ)η περαιτέρω διαβίβαση υπόκειται στις ίδιες προϋποθέσεις και εγγυήσεις με εκείνες που ισχύουν για την αρχική διαβίβαση.
Με την επιφύλαξη του άρθρου 4 παράγραφος 2, η απαίτηση που ορίζεται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου δεν χρειάζεται να πληρούται όταν η παραλήπτρια αρχή είναι ένας από τους φορείς ή τις αρχές που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙΙ.
3.Η Βραζιλία διασφαλίζει την απαγόρευση περαιτέρω διαβιβάσεων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε αρχές τρίτης χώρας ή σε διεθνή οργανισμό, δεδομένων τα οποία λαμβάνουν αρμόδιες αρχές της Βραζιλίας στο πλαίσιο της παρούσας συμφωνίας, εκτός αν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)η Ευρωπόλ έχει δώσει εκ των προτέρων ρητή άδεια·
β)ο σκοπός ή οι σκοποί της περαιτέρω διαβίβασης είναι ταυτόσημοι με τον αρχικό σκοπό ή τους αρχικούς σκοπούς της διαβίβασης από την Ευρωπόλ· και
γ)η περαιτέρω διαβίβαση υπόκειται στις ίδιες προϋποθέσεις και εγγυήσεις με εκείνες που ισχύουν για την αρχική διαβίβαση.
4.Η Ευρωπόλ δύναται, δυνάμει του εδαφίου 3 στοιχείο α του παρόντος άρθρου, να χορηγήσει την άδειά της για περαιτέρω διαβίβαση στην αρχή τρίτης χώρας ή σε διεθνή οργανισμό μόνο εάν και στον βαθμό που υπάρχει απόφαση επάρκειας, έχει συναφθεί διεθνής συμφωνία που παρέχει κατάλληλες εγγυήσεις για την προστασία του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή και των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών των φυσικών προσώπων, έχει συναφθεί συμφωνία συνεργασίας ή προβλέπεται οποιαδήποτε άλλη νομική βάση για διαβιβάσεις δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά την έννοια των διατάξεων του κανονισμού για την Ευρωπόλ που αφορά τις εν λόγω περαιτέρω διαβιβάσεις.
5.Η Ένωση διασφαλίζει την απαγόρευση περαιτέρω διαβιβάσεων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε αρχές τρίτων χωρών ή σε διεθνή οργανισμό, δεδομένων τα οποία λαμβάνει η Ευρωπόλ στο πλαίσιο της παρούσας συμφωνίας, εκτός αν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)η Βραζιλία έχει δώσει την εκ των προτέρων ρητή άδεια·
β)ο σκοπός ή οι σκοποί της περαιτέρω διαβίβασης είναι ταυτόσημοι με τον αρχικό σκοπό της διαβίβασης από τη Βραζιλία· και
γ)η περαιτέρω διαβίβαση υπόκειται στις ίδιες προϋποθέσεις και εγγυήσεις με εκείνες που ισχύουν για την αρχική διαβίβαση.
6.Κατά την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, περαιτέρω διαβιβάσεις ειδικών κατηγοριών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αναφέρονται στο άρθρο 5 επιτρέπονται μόνον εάν οι εν λόγω περαιτέρω διαβιβάσεις είναι απολύτως αναγκαίες και αναλογικές σε μεμονωμένες περιπτώσεις που αφορούν ποινικά αδικήματα.
ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΩΝ ΤΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ
ΑΡΘΡΟ 8
Δικαίωμα πρόσβασης
1.Τα συμβαλλόμενα μέρη διασφαλίζουν ότι το υποκείμενο των δεδομένων έχει το δικαίωμα, σε εύλογα χρονικά διαστήματα, να λαμβάνει πληροφορίες για το αν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν υποβάλλονται σε επεξεργασία στο πλαίσιο της παρούσας συμφωνίας και, όταν συμβαίνει αυτό, ότι έχει δικαίωμα πρόσβασης τουλάχιστον στα εξής:
α)επιβεβαίωση σχετικά με το εάν τα δεδομένα που το αφορούν υποβάλλονται ή όχι σε επεξεργασία·
β)πληροφορίες τουλάχιστον όσον αφορά τον σκοπό ή τους σκοπούς της επεξεργασίας, τις σχετικές κατηγορίες δεδομένων, και, κατά περίπτωση, όσον αφορά τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών στους οποίους κοινολογούνται τα δεδομένα·
γ)πληροφορίες για την ύπαρξη δικαιώματος υποβολής αιτήματος στην αρμόδια αρχή για διόρθωση ή για διαγραφή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή για περιορισμό της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν το υποκείμενο των δεδομένων·
δ)αναφορά της νομικής βάσης στην οποία στηρίζεται η επεξεργασία·
ε)το προβλεπόμενο χρονικό διάστημα για το οποίο θα αποθηκευτούν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή, όταν αυτό είναι αδύνατο, τα κριτήρια που καθορίζουν το εν λόγω χρονικό διάστημα,
στ)κοινοποίηση με κατανοητό τρόπο, αφενός, των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που υποβάλλονται σε επεξεργασία και, αφετέρου, τυχόν διαθέσιμων πληροφοριών όσον αφορά τις πηγές τους.
2.Στις περιπτώσεις που ασκείται το δικαίωμα πρόσβασης της παραγράφου 1, ζητείται η γραπτή γνώμη του συμβαλλόμενου μέρους, η οποία δεν είναι δεσμευτική, πριν από τη λήψη οριστικής απόφασης σχετικά με το αίτημα πρόσβασης.
3.Τα συμβαλλόμενα μέρη ενδέχεται να προβλέπουν ότι η παροχή πληροφοριών ως απάντηση σε οποιοδήποτε αίτημα υποβάλλεται βάσει της παραγράφου 1 θα καθυστερεί, θα απορρίπτεται ή θα περιορίζεται, εάν και στον βαθμό που η εν λόγω καθυστέρηση, η απόρριψη ή ο περιορισμός συνιστούν μέτρο που είναι αναγκαίο και αναλογικό, λαμβανομένων υπόψη των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των συμφερόντων του υποκειμένου των δεδομένων, με στόχο:
α)τη διασφάλιση ότι δεν τίθενται σε κίνδυνο ποινική έρευνα και ποινική δίωξη·
β)την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών τρίτων· ή
γ)την προστασία της εθνικής ασφάλειας και της δημόσιας τάξης ή την πρόληψη εγκληματικών πράξεων.
4.Τα συμβαλλόμενα μέρη διασφαλίζουν ότι η αρμόδια αρχή, αφού λάβει το αίτημα, ενημερώνει εγγράφως το υποκείμενο των δεδομένων για τυχόν καθυστέρηση, άρνηση ή περιορισμό πρόσβασης, ενώ αναφέρει και τους λόγους για την εν λόγω καθυστέρηση, άρνηση ή περιορισμό πρόσβασης. Οι λόγοι αυτοί μπορούν να παραλείπονται εάν και στον βαθμό που η συμπερίληψή τους θα υπονόμευε τον σκοπό της καθυστέρησης, της άρνησης ή του περιορισμού σύμφωνα με την παράγραφο 3. Η αρμόδια αρχή ενημερώνει το υποκείμενο των δεδομένων για τη δυνατότητα υποβολής καταγγελίας στις αντίστοιχες εποπτικές αρχές, καθώς και για άλλα διαθέσιμα μέσα διοικητικής και δικαστικής προσφυγής τα οποία προβλέπονται στα αντίστοιχα οικεία νομοθετικά πλαίσια.
ΑΡΘΡΟ 9
Δικαίωμα διόρθωσης, διαγραφής και περιορισμού
1.Τα συμβαλλόμενα μέρη διασφαλίζουν ότι το πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα έχει το δικαίωμα διόρθωσης από τις αρμόδιες αρχές ανακριβών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που διαβιβάζονται στο πλαίσιο της παρούσας συμφωνίας. Λαμβανομένου υπόψη του σκοπού ή των σκοπών της επεξεργασίας, στο εν λόγω δικαίωμα περιλαμβάνεται και το δικαίωμα του υποκειμένου των δεδομένων να ζητήσει τη συμπλήρωση ελλιπών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία διαβιβάζονται στο πλαίσιο της παρούσας συμφωνίας.
2.Στη διόρθωση περιλαμβάνεται η διαγραφή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που δεν είναι πλέον απαραίτητα για τον σκοπό ή για τους σκοπούς της επεξεργασίας.
3.Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να προβλέπουν τον περιορισμό της επεξεργασίας αντί της διαγραφής των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, εάν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι ότι η εν λόγω διαγραφή δεδομένων θα μπορούσε να βλάψει τα έννομα συμφέροντα του υποκειμένου των δεδομένων.
4.Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνονται αμοιβαία για τα μέτρα που λαμβάνονται σύμφωνα με τις παραγράφους 1, 2 και 3. Η λαμβάνουσα αρμόδια αρχή διορθώνει, διαγράφει ή περιορίζει την επεξεργασία σε συνάρτηση με τις ενέργειες που αναλαμβάνει η διαβιβάζουσα αρμόδια αρχή.
5.Τα συμβαλλόμενα μέρη μεριμνούν ώστε η αρμόδια αρχή που έλαβε το αίτημα να ενημερώνει γραπτώς και αμελλητί το υποκείμενο των δεδομένων, και, σε κάθε περίπτωση, εντός τριών μηνών από τη λήψη του αιτήματος σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή 2, ότι, δηλαδή, δεδομένα που αφορούν το υποκείμενο των δεδομένων έχουν διορθωθεί ή διαγραφεί ή έχει περιοριστεί η επεξεργασία τους.
6.Τα συμβαλλόμενα μέρη μεριμνούν ώστε η αρμόδια αρχή που έλαβε το αίτημα να ενημερώνει γραπτώς και αμελλητί το υποκείμενο των δεδομένων, και, σε κάθε περίπτωση, εντός τριών μηνών από τη λήψη του αιτήματος, για τυχόν απόρριψη διόρθωσης, διαγραφής ή περιορισμού της επεξεργασίας, για τους λόγους της εν λόγω απόρριψης, για με τη δυνατότητα υποβολής καταγγελίας στις αντίστοιχες εποπτικές αρχές, καθώς και για άλλα μέσα διοικητικής και δικαστικής προσφυγής που προβλέπονται στα αντίστοιχα οικεία νομοθετικά πλαίσια.
ΑΡΘΡΟ 10
Γνωστοποίηση παραβίασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στις οικείες αρχές
1.Σε περίπτωση παραβίασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία διαβιβάζονται στο πλαίσιο της παρούσας συμφωνίας, τα συμβαλλόμενα μέρη διασφαλίζουν ότι οι αντίστοιχες αρμόδιες αρχές αλληλοενημερώνονται αμελλητί για την εν λόγω παραβίαση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και ότι ενημερώνουν την οικεία αρμόδια εποπτική αρχή, και επίσης λαμβάνουν μέτρα για την άμβλυνση των πιθανών δυσμενών συνεπειών της εν λόγω παραβίασης.
2.Στη γνωστοποίηση κατ’ ελάχιστο:
α)περιγράφεται η φύση της παραβίασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, συμπεριλαμβανομένων, όπου είναι δυνατό, των κατηγοριών και του αριθμού των επηρεαζόμενων υποκειμένων των δεδομένων, καθώς και των κατηγοριών και του αριθμού των επηρεαζόμενων αρχείων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα·
β)περιγράφονται οι ενδεχόμενες συνέπειες της παραβίασης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα·
γ)περιγράφονται τα ληφθέντα ή τα προτεινόμενα προς λήψη μέτρα από την αρμόδια αρχή για την αντιμετώπιση της παραβίασης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και, όπου ενδείκνυται, μέτρα για την άμβλυνση των ενδεχόμενων δυσμενών συνεπειών της παραβίασης.
3.Στον βαθμό που δεν είναι δυνατή η ταυτόχρονη παροχή όλων των απαιτούμενων πληροφοριών, είναι δυνατή η σταδιακή παροχή αυτών. Οι πληροφορίες που εκκρεμούν παρέχονται χωρίς αδικαιολόγητη περαιτέρω καθυστέρηση.
4.Τα συμβαλλόμενα μέρη διασφαλίζουν ότι οι αντίστοιχες αρμόδιες αρχές τεκμηριώνουν κάθε παραβίαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα η οποία επηρεάζει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που διαβιβάζονται στο πλαίσιο της παρούσας συμφωνίας, αναφέροντας, μεταξύ άλλων, τα πραγματικά περιστατικά που αφορούν την παραβίαση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τις συνέπειες της παραβίασης, καθώς και τα διορθωτικά μέτρα που λαμβάνονται και τα οποία δίνουν τη δυνατότητα στην αντίστοιχη εποπτική αρχή να ελέγχει τη συμμόρφωση με τις εφαρμοστέες νομικές απαιτήσεις.
ΑΡΘΡΟ 11
Ανακοίνωση παραβίασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο υποκείμενο των δεδομένων
1.Σε περίπτωση που η παραβίαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που προβλέπεται στο άρθρο 10 ενδέχεται να επηρεάσει σοβαρά και αρνητικά τα δικαιώματα και τις ελευθερίες του υποκειμένου των δεδομένων, τα συμβαλλόμενα μέρη μεριμνούν ώστε οι αντίστοιχες οικείες αρμόδιες αρχές να ανακοινώνουν αμελλητί την παραβίαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο υποκείμενο των δεδομένων.
2.Στην ανακοίνωση προς το υποκείμενο των δεδομένων που προβλέπεται στην παράγραφο 1, περιγράφεται, κατά περίπτωση, η φύση της παραβίασης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, συνιστώνται μέτρα για την άμβλυνση των ενδεχόμενων δυσμενών συνεπειών της εν λόγω παραβίασης και παρέχονται το όνομα και τα στοιχεία επικοινωνίας του σημείου επαφής από το οποίο μπορούν να ληφθούν περισσότερες πληροφορίες.
3.Η ανακοίνωση προς το υποκείμενο των δεδομένων, η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 1, δεν απαιτείται εάν:
α)τα επηρεαζόμενα από την παραβίαση δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα υπόκεινται σε κατάλληλα τεχνολογικά μέτρα προστασίας που καθιστούν τα δεδομένα μη κατανοητά σε οποιοδήποτε πρόσωπο δεν διαθέτει εξουσία πρόσβασης στα εν λόγω δεδομένα·
β)έχουν ληφθεί επακόλουθα μέτρα που διασφαλίζουν ότι δεν είναι πλέον πιθανό να θιγούν σοβαρά τα δικαιώματα και οι ελευθερίες του υποκειμένου των δεδομένων· ή
γ)η κοινοποίηση στο υποκείμενο των δεδομένων σύμφωνα με την παράγραφο 1 θα συνεπαγόταν δυσανάλογη προσπάθεια, ιδίως λόγω του αριθμού των σχετικών υποθέσεων· στην περίπτωση αυτή, γίνεται αντ’ αυτής δημόσια ανακοίνωση ή λαμβάνεται παρόμοιο μέτρο με το οποίο το υποκείμενο των δεδομένων ενημερώνεται με εξίσου αποτελεσματικό τρόπο.
4.Η ανακοίνωση προς το υποκείμενο των δεδομένων σύμφωνα με την παράγραφο 1 ενδέχεται να καθυστερήσει, να περιοριστεί ή να παραλειφθεί στην περίπτωση που με την εν λόγω ανακοίνωση είναι πιθανό:
α)να παρεμποδιστούν επίσημες ή νομικές έρευνες, ανακρίσεις ή διαδικασίες·
β)να τεθούν σε κίνδυνο η πρόληψη, η ανίχνευση, η διερεύνηση και η δίωξη αξιόποινων πράξεων ή η εκτέλεση ποινικών κυρώσεων, η δημόσια τάξη ή η εθνική ασφάλεια·
γ)να επηρεαστούν τα δικαιώματα και οι ελευθερίες τρίτων·
και με την προϋπόθεση ότι η εν λόγω καθυστέρηση, ο περιορισμός ή η παράλειψη συνιστούν μέτρο αναγκαίο και αναλογικό λαμβανομένων δεόντως υπόψη των έννομων συμφερόντων του επηρεαζόμενου υποκειμένου των δεδομένων.
ΑΡΘΡΟ 12
Αποθήκευση, επανεξέταση, διόρθωση και διαγραφή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα
1.Τα συμβαλλόμενα μέρη μεριμνούν για τη θέσπιση κατάλληλων προθεσμιών ως προς την αποθήκευση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που λαμβάνονται στο πλαίσιο της παρούσας συμφωνίας ή για την περιοδική επανεξέταση της ανάγκης αποθήκευσης των εν λόγω δεδομένων, ώστε αυτά να αποθηκεύονται μόνο για όσο διάστημα είναι αναγκαίο λαμβανομένου υπόψη του σκοπού ή των σκοπών της διαβίβασης.
2.Σε κάθε περίπτωση, το αργότερο τρία έτη μετά τη διαβίβαση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα θα πρέπει να επανεξετάζεται αν είναι αναγκαία η συνέχιση της αποθήκευσής τους, και αν δεν ληφθεί αιτιολογημένη και τεκμηριωμένη απόφαση όσον αφορά τη συνέχιση της αποθήκευσης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα εν λόγω δεδομένα διαγράφονται αυτομάτως μετά την παρέλευση τριών ετών.
3.Στην περίπτωση που αρμόδια αρχή έχει λόγους να πιστεύει ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που είχε προγενέστερα διαβιβάσει, είναι εσφαλμένα, ανακριβή, δεν είναι πλέον επικαιροποιημένα ή δεν θα έπρεπε να έχουν διαβιβαστεί, ενημερώνει τη λαμβάνουσα αρμόδια αρχή, η οποία διορθώνει ή διαγράφει τα εν λόγω δεδομένα και γνωστοποιεί τις ενέργειές της στη διαβιβάζουσα αρχή.
4.Στην περίπτωση που αρμόδια αρχή έχει λόγους να πιστεύει ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που είχε προγενέστερα λάβει, είναι εσφαλμένα, ανακριβή, δεν είναι πλέον επικαιροποιημένα ή δεν θα έπρεπε να έχουν διαβιβαστεί, ενημερώνει τη διαβιβάζουσα αρμόδια αρχή, η οποία δηλώνει τη θέση της επί του θέματος. Στην περίπτωση που η διαβιβάζουσα αρμόδια αρχή καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα είναι εσφαλμένα, ανακριβή, δεν είναι πλέον επικαιροποιημένα ή δεν θα έπρεπε να έχουν διαβιβαστεί, ενημερώνει τη λαμβάνουσα αρμόδια αρχή, η οποία διορθώνει ή διαγράφει τα εν λόγω δεδομένα και γνωστοποιεί τις ενέργειές της στη διαβιβάζουσα αρμόδια αρχή.
ΑΡΘΡΟ 13
Καταχώριση και τεκμηρίωση
1.Τα συμβαλλόμενα μέρη μεριμνούν για την τήρηση αρχείων καταγραφής ή τεκμηρίωση στα οποία καταγράφονται η συλλογή, η μεταβολή, η πρόσβαση, η κοινολόγηση, συμπεριλαμβανομένων των περαιτέρω διαβιβάσεων, ο συνδυασμός και η διαγραφή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
2.Τα αρχεία καταγραφής ή τεκμηρίωση που αναφέρονται στην παράγραφο 1 τίθενται, κατόπιν αιτήματος, στη διάθεση της αντίστοιχης εποπτικής αρχής για λόγους επαλήθευσης νομιμότητας της επεξεργασίας, διενέργειας αυτοελέγχου και διαφύλαξης της ενδεδειγμένης ακεραιότητας και ασφάλειας των δεδομένων.
ΑΡΘΡΟ 14
Εποπτική αρχή
1.Κάθε συμβαλλόμενο μέρος διασφαλίζει ότι υπάρχει δημόσια αρχή που είναι αρμόδια για την προστασία των δεδομένων (εποπτική αρχή) και επιβλέπει ανεξάρτητη θέματα που επηρεάζουν το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή των φυσικών προσώπων, όπως μεταξύ άλλων τις ρυθμίσεις της οικείας νομοθεσίας που σχετίζονται με την παρούσα συμφωνία, με στόχο την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των ελευθεριών των φυσικών προσώπων όσον αφορά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Τα συμβαλλόμενα μέρη κοινοποιούν μεταξύ τους την αρχή που καθένα από αυτά ορίζει ως εποπτική αρχή.
2.Τα συμβαλλόμενα μέρη μεριμνούν ώστε:
α)η εποπτική αρχή να ενεργεί με πλήρη ανεξαρτησία κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της και την άσκηση των εξουσιών της· η εποπτική αρχή να ενεργεί χωρίς εξωτερικές επιρροές και να μην επιζητεί ούτε να δέχεται οδηγίες· η θητεία των μελών της εποπτικής αρχής να μην μπορεί να τερματιστεί πριν από τη λήξη της, και να υπάρχουν διασφαλίσεις κατά των αυθαίρετων απομακρύνσεων·
β)η εποπτική αρχή να διαθέτει τους ανθρώπινους, τεχνικούς και οικονομικούς πόρους, τις εγκαταστάσεις και την υποδομή που είναι απαραίτητα για την αποτελεσματική εκτέλεση των καθηκόντων της και την άσκηση των εξουσιών της·
γ)η εποπτική αρχή να διαθέτει ουσιαστικές εξουσίες έρευνας και παρέμβασης, ώστε να ασκεί εποπτεία επί των φορέων που εποπτεύει, καθώς και να συμμετέχει σε δικαστικές διαδικασίες·
δ)η εποπτική αρχή να έχει την εξουσία να εξετάζει καταγγελίες φυσικών προσώπων σχετικά με τη χρήση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τα αφορούν από τις αρμόδιες αρχές που τελούν υπό την εποπτεία της.
ΑΡΘΡΟ 15
Διοικητική και δικαστική αποκατάσταση
1.Τα υποκείμενα των δεδομένων δικαιούνται αποτελεσματικά διοικητικά και δικαστικά μέσα προσφυγής για παραβιάσεις των δικαιωμάτων και των εγγυήσεων που αναγνωρίζονται στην παρούσα συμφωνία και προκύπτουν από την επεξεργασία των οικείων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Τα συμβαλλόμενα μέρη κοινοποιούν αμοιβαία την οικεία νομοθεσία στην οποία καθένα από αυτά θεωρεί ότι προβλέπονται τα δικαιώματα που διασφαλίζονται στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου.
2.Σ’ αυτά περιλαμβάνεται το δικαίωμα αποζημίωσης για κάθε ζημία που προκλήθηκε στο υποκείμενο των δεδομένων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IΙΙ
ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΜΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
ΑΡΘΡΟ 16
Αρχές προστασίας δεδομένων για δεδομένα μη προσωπικού χαρακτήρα
1.Κάθε συμβαλλόμενο μέρος μεριμνά ώστε τα δεδομένα μη προσωπικού χαρακτήρα που ανταλλάσσονται στο πλαίσιο της παρούσας συμφωνίας να υποβάλλονται σε θεμιτή και σύννομη επεξεργασία και κατά τρόπο που να εγγυάται την κατάλληλη ασφάλεια των δεδομένων μη προσωπικού χαρακτήρα.
2.Η διαβιβάζουσα αρμόδια αρχή, κατά τη διαβίβαση δεδομένων μη προσωπικού χαρακτήρα, μπορεί να υποδεικνύει, με γενικούς ή ειδικούς όρους, οποιονδήποτε περιορισμό όσον αφορά την πρόσβαση στα εν λόγω δεδομένα ή τη χρήση τους, όπως για παράδειγμα όσον αφορά την περαιτέρω διαβίβαση, τη διαγραφή ή την καταστροφή τους μετά από ορισμένο χρονικό διάστημα ή την περαιτέρω επεξεργασία τους. Στην περίπτωση που η ανάγκη για τους εν λόγω περιορισμούς προκύψει μετά την παροχή των δεδομένων, η διαβιβάζουσα αρμόδια αρχή ενημερώνει αντίστοιχα τη λαμβάνουσα αρχή.
3.Κάθε συμβαλλόμενο μέρος διασφαλίζει ότι η λαμβάνουσα αρμόδια αρχή συμμορφώνεται με κάθε περιορισμό όσον αφορά την πρόσβαση στα δεδομένα μη προσωπικού χαρακτήρα ή την περαιτέρω χρήση τους, ο οποίος υποδεικνύεται από τη διαβιβάζουσα αρμόδια αρχή, όπως περιγράφεται στην παράγραφο 2.
4.Κάθε συμβαλλόμενο μέρος μεριμνά ώστε οι αρμόδιες αρχές της χώρας του να μη διαβιβάζουν δεδομένα μη προσωπικού χαρακτήρα που έχουν αποκτηθεί με πρόδηλη παραβίαση ανθρώπινων δικαιωμάτων, αναγνωρισμένη από τους κανόνες του διεθνούς δικαίου από τους οποίους δεσμεύονται τα συμβαλλόμενα μέρη. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος διασφαλίζει ότι τα δεδομένα μη προσωπικού χαρακτήρα που λαμβάνονται δεν χρησιμοποιούνται για να ζητηθεί, να εκδοθεί ή να εκτελεστεί απόφαση θανατικής ποινής ή οποιαδήποτε μορφή σκληρής ή απάνθρωπης μεταχείρισης ή τιμωρίας.
ΑΡΘΡΟ 17
Περαιτέρω διαβίβαση των ληφθέντων δεδομένων μη προσωπικού χαρακτήρα
1.Η Βραζιλία διασφαλίζει ότι οι οικείες αρμόδιες αρχές διαβιβάζουν σε άλλες εγχώριες αρχές, σε αρχές τρίτης χώρας ή σε διεθνή οργανισμό δεδομένα μη προσωπικού χαρακτήρα που λαμβάνονται στο πλαίσιο της παρούσας συμφωνίας μόνο εάν:
α)η Ευρωπόλ έχει δώσει εκ των προτέρων ρητή άδεια·
β)η περαιτέρω διαβίβαση υπόκειται στις ίδιες προϋποθέσεις και εγγυήσεις με εκείνες που ισχύουν για την αρχική διαβίβαση.
Με την επιφύλαξη του άρθρου 16 παράγραφος 2, η απαίτηση που ορίζεται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου δεν χρειάζεται να πληρούται όταν η παραλήπτρια αρχή είναι αρμόδια αρχή της Βραζιλίας.
2.Η Ένωση διασφαλίζει ότι η Ευρωπόλ διαβιβάζει σε άλλα όργανα της Ένωσης ή σε αρχές τρίτης χώρας ή σε διεθνή οργανισμό δεδομένα μη προσωπικού χαρακτήρα που λαμβάνονται στο πλαίσιο της παρούσας συμφωνίας μόνο εάν:
α)η Βραζιλία έχει δώσει την εκ των προτέρων ρητή άδεια·
β)η περαιτέρω διαβίβαση υπόκειται στις ίδιες προϋποθέσεις και εγγυήσεις με εκείνες που ισχύουν για την αρχική διαβίβαση.
Με την επιφύλαξη του άρθρου 16 παράγραφος 2, η απαίτηση που ορίζεται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου δεν χρειάζεται να πληρούται όταν η παραλήπτρια αρχή είναι ένας από τους φορείς ή τις αρχές που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙΙ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙV
ΚΟΙΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΚΑΙ ΜΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
ΑΡΘΡΟ 18
Αξιολόγηση της αξιοπιστίας της πηγής και της ακρίβειας των δεομένων
1.Οι αρμόδιες αρχές, το αργότερο κατά τη στιγμή της διαβίβασης των δεδομένων, υποδεικνύουν στο μέτρο του δυνατού την αξιοπιστία της πηγής των δεδομένων που διαβιβάζονται στο πλαίσιο της παρούσας συμφωνίας, αφού λάβουν υπόψη ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα κριτήρια:
α)Α) όταν δεν υπάρχει αμφιβολία για τη γνησιότητα, την αξιοπιστία και την εγκυρότητα της πηγής ή αν τα δεδομένα παρέχονται από πηγή που, κατά το παρελθόν, αποδείχθηκε αξιόπιστη σε κάθε περίπτωση·
β)Β) όταν τα δεδομένα προέρχονται από πηγή που έχει αποδειχθεί αξιόπιστη στις περισσότερες περιπτώσεις·
γ)Γ) όταν τα δεδομένα προέρχονται από πηγή που αποδείχθηκε αναξιόπιστη στις περισσότερες περιπτώσεις·
δ)Χ) όταν η αξιοπιστία της πηγής δεν μπορεί να εξακριβωθεί.
2.Οι αρμόδιες αρχές, το αργότερο κατά τη στιγμή της διαβίβασης των δεδομένων, υποδεικνύουν στο μέτρο του δυνατού την ακρίβεια των δεδομένων, αφού λάβουν υπόψη ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα κριτήρια:
α)1) δεδομένα των οποίων η ακρίβεια δεν αμφισβητείται κατά τον χρόνο της διαβίβασης·
β)2) δεδομένα τα οποία γνωρίζει προσωπικά η πηγή, αλλά όχι και ο αξιωματούχος που τα διαβιβάζει·
γ)3) δεδομένα που δεν γνωρίζει προσωπικά η πηγή, αλλά τα οποία επιβεβαιώνονται από άλλες πληροφορίες που έχουν ήδη καταγραφεί·
δ)4) δεδομένα που δεν γνωρίζει προσωπικά η πηγή και δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν.
3.Εάν η λαμβάνουσα αρμόδια αρχή, βάσει των πληροφοριών που ήδη έχει στην κατοχή της, συμπεράνει ότι η αξιολόγηση των δεδομένων που παρασχέθηκαν, όπως παρέχονται από τη διαβιβάζουσα αρμόδια αρχή σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2, ή της πηγής τους, πρέπει να διορθωθεί, ενημερώνει την αρμόδια αρχή και προσπαθεί να συνεννοηθεί μαζί της για την τροποποίηση της αξιολόγησης. Η λαμβάνουσα αρμόδια αρχή δεν τροποποιεί την αξιολόγηση των δεδομένων που έχει λάβει ή της πηγής τους, αν δεν προηγηθεί η εν λόγω συμφωνία.
4.Εάν αρμόδια αρχή παραλάβει δεδομένα χωρίς αξιολόγηση, προσπαθεί, στο μέτρο του δυνατού και κατά περίπτωση, με τη σύμφωνη γνώμη της διαβιβάζουσας αρμόδιας αρχής, να αξιολογήσει την αξιοπιστία της πηγής ή την ακρίβεια των δεδομένων βάσει των πληροφοριών που ήδη διαθέτει.
5.Εάν δεν είναι δυνατή η επίτευξη αξιόπιστης αξιολόγησης, τα δεδομένα αξιολογούνται σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο δ) και την παράγραφο 2 στοιχείο δ), κατά περίπτωση.
ΑΡΘΡΟ 19
Ασφάλεια των δεδομένων
1.Τα συμβαλλόμενα μέρη διασφαλίζουν ότι τα δεδομένα που διαβιβάζονται στο πλαίσιο της παρούσας συμφωνίας υποβάλλονται σε επεξεργασία κατά τρόπο που εγγυάται την κατάλληλη ασφάλεια των δεδομένων.
2.Τα συμβαλλόμενα μέρη μεριμνούν για την εφαρμογή τεχνικών και οργανωτικών μέτρων για την προστασία των δεδομένων που ανταλλάσσονται στο πλαίσιο της παρούσας συμφωνίας. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής των μέτρων αυτών καθορίζονται μεταξύ της Ευρωπόλ και των αρμόδιων αρχών της Βραζιλίας.
3.Όσον αφορά την αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων, τα συμβαλλόμενα μέρη μεριμνούν για την εφαρμογή μέτρων τα οποία έχουν ως στόχο:
α)την απαγόρευση της πρόσβασης μη εξουσιοδοτημένων προσώπων σε εξοπλισμό επεξεργασίας που χρησιμοποιείται για την επεξεργασία δεδομένων (έλεγχος πρόσβασης σε εξοπλισμό)·
β)την αποφυγή της μη επιτρεπόμενης ανάγνωσης, αντιγραφής, τροποποίησης ή αφαίρεσης υποθεμάτων δεδομένων (έλεγχος υποθεμάτων δεδομένων)·
γ)την αποφυγή της μη επιτρεπόμενης εισαγωγής δεδομένων και του μη επιτρεπόμενου ελέγχου, τροποποίησης ή διαγραφής αποθηκευμένων δεδομένων (έλεγχος αποθήκευσης)·
δ)την αποφυγή της χρήσης συστημάτων αυτοματοποιημένης επεξεργασίας από μη εξουσιοδοτημένα πρόσωπα που χρησιμοποιούν εξοπλισμό επικοινωνίας δεδομένων (έλεγχος χρηστών)·
ε)την εξασφάλιση ότι πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να χρησιμοποιούν ένα σύστημα αυτοματοποιημένης επεξεργασίας έχουν πρόσβαση μόνον σε δεδομένα που καλύπτει η εξουσιοδότηση πρόσβασής τους (έλεγχος πρόσβασης στα δεδομένα)·
στ)την εξασφάλιση ότι είναι δυνατό να εξακριβώνεται και να αποδεικνύεται σε ποιους φορείς επιτρέπεται να διαβιβάζονται ή έχουν διαβιβαστεί δεδομένα με τη χρήση εξοπλισμού κοινοποίησης δεδομένων (έλεγχος της κοινοποίησης)·
ζ)την εξασφάλιση ότι είναι δυνατό να εξακριβώνεται και να αποδεικνύεται ποια δεδομένα έχουν εισαχθεί στα συστήματα αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων, από ποιο μέλος του προσωπικού και τι ώρα (έλεγχος της καταχώρισης)·
η)την εξασφάλιση ότι είναι δυνατόν να εξακριβώνεται και να αποδεικνύεται σε ποια δεδομένα υπήρξε πρόσβαση, από ποιο μέλος του προσωπικού και τι ώρα (καταγραφή πρόσβασης)·
θ)την αποτροπή της μη εξουσιοδοτημένης ανάγνωσης, αντιγραφής, τροποποίησης ή διαγραφής δεδομένων κατά τη διαβίβαση δεδομένων ή κατά τη μεταφορά υποθεμάτων δεδομένων (έλεγχος μεταφοράς)·
ι)την εξασφάλιση της δυνατότητας άμεσης αποκατάστασης της λειτουργίας εγκατεστημένων συστημάτων σε περίπτωση διακοπής (αποκατάσταση)·
ια)την εξασφάλιση ότι το σύστημα λειτουργεί αλάνθαστα, ότι γνωστοποιείται αμέσως κάθε ελαττωματική λειτουργία που παρουσιάζεται (αξιοπιστία) και ότι τα αποθηκευμένα δεδομένα δεν είναι δυνατό να υποστούν αλλοίωση εξαιτίας κακής λειτουργίας του συστήματος (ακεραιότητα).
ΚΕΦΑΛΑΙΟ V
ΔΙΑΦΟΡΕΣ
ΑΡΘΡΟ 20
Επίλυση διαφορών
Κάθε διαφορά που ενδέχεται να προκύψει σε σχέση με την ερμηνεία, την εφαρμογή ή την εκτέλεση της παρούσας συμφωνίας, καθώς και για κάθε θέμα σχετικό μ’ αυτήν, οδηγεί σε διαβουλεύσεις και σε διαπραγματεύσεις μεταξύ των εκπροσώπων των συμβαλλομένων μερών με σκοπό την εξεύρεση αμοιβαία αποδεκτής λύσης.
ΑΡΘΡΟ 21
Ρήτρα αναστολής
1.Σε περίπτωση μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που απορρέουν από την παρούσα συμφωνία, οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη μπορεί να αναστείλει προσωρινά την παρούσα συμφωνία εν όλω ή εν μέρει με έγγραφη κοινοποίηση στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος μέσω της διπλωματικής οδού. Η εν λόγω έγγραφη κοινοποίηση πραγματοποιείται μόνον αφού τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν προβεί σε διαβουλεύσεις για εύλογο χρονικό διάστημα χωρίς να επιτευχθεί λύση, και η αναστολή αρχίζει να ισχύει είκοσι ημέρες μετά την ημερομηνία παραλαβής της εν λόγω κοινοποίησης. Είναι δυνατή η άρση της εν λόγω αναστολής από συμβαλλόμενο μέρος που προέβη στην αναστολή, κατόπιν έγγραφης κοινοποίησης στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Η αναστολή αίρεται αμέσως μετά την παραλαβή της εν λόγω κοινοποίησης.
2.Παρά την τυχόν αναστολή της παρούσας συμφωνίας, δεδομένα προσωπικού και μη προσωπικού χαρακτήρα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας και έχουν διαβιβαστεί πριν από την αναστολή της, εξακολουθούν να υποβάλλονται σε επεξεργασία σύμφωνα με την παρούσα συμφωνία.
ΑΡΘΡΟ 22
Καταγγελία
1.Η παρούσα συμφωνία μπορεί να καταγγελθεί ανά πάσα στιγμή από οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη με έγγραφη κοινοποίηση μέσω της διπλωματικής οδού. Η καταγγελία παράγει αποτελέσματα τρεις μήνες μετά την ημερομηνία παραλαβής της κοινοποίησης.
2.Σε περίπτωση που οποιοδήποτε εκ των δύο συμβαλλόμενων μερών προβεί σε κοινοποίηση της καταγγελίας δυνάμει του παρόντος άρθρου, τα συμβαλλόμενα μέρη αποφασίζουν ποια μέτρα είναι αναγκαία για να εξασφαλιστεί ότι κάθε συνεργασία που δρομολογείται στο πλαίσιο της παρούσας συμφωνίας θα συναφθεί με τον κατάλληλο τρόπο. Σε κάθε περίπτωση, όσον αφορά όλα τα δεδομένα προσωπικού και μη προσωπικού χαρακτήρα που λαμβάνονται μέσω της συνεργασίας στο πλαίσιο της παρούσας συμφωνίας πριν από την παύση ισχύος της, τα συμβαλλόμενα μέρη διασφαλίζουν ότι το επίπεδο προστασίας βάσει του οποίου διαβιβάστηκαν τα δεδομένα προσωπικού και μη προσωπικού χαρακτήρα διατηρείται και μετά την έναρξη ισχύος της καταγγελίας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI
ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΡΘΡΟ 23
Σχέση με άλλες διεθνείς πράξεις
Η παρούσα συμφωνία δεν θίγει ούτε επιφέρει με άλλον τρόπο επιπτώσεις ούτε έχει αντίκτυπο στις νομικές διατάξεις που διέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών που προβλέπονται σε τυχόν συμφωνίες σχετικά με την αμοιβαία δικαστική συνδρομή, σε κάθε άλλη συμφωνία ή ρύθμιση συνεργασίας, ή σε σχέσεις εργασίας για την επιβολή του νόμου και οι οποίες αφορούν την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της Βραζιλίας και οποιουδήποτε κράτους μέλους της Ένωσης.
ΑΡΘΡΟ 24
Ανταλλαγή διαβαθμισμένων πληροφοριών
Αν κρίνεται αναγκαίο στο πλαίσιο της παρούσας συμφωνίας, οι λεπτομέρειες της ανταλλαγής διαβαθμισμένων πληροφοριών καθορίζονται μεταξύ της Ευρωπόλ και των αρμόδιων αρχών της Βραζιλίας.
ΑΡΘΡΟ 25
Αιτήματα πρόσβασης του κοινού
Τα αιτήματα πρόσβασης του κοινού σε έγγραφα που περιέχουν δεδομένα προσωπικού ή μη προσωπικού χαρακτήρα που διαβιβάζονται δυνάμει της παρούσας συμφωνίας, υποβάλλονται στο διαβιβάζον συμβαλλόμενο μέρος για διαβούλευση το συντομότερο δυνατόν.
ΑΡΘΡΟ 26
Εθνικά σημεία επαφής και αξιωματικοί-σύνδεσμοι
1.Η Βραζιλία ορίζει ένα εθνικό σημείο επαφής εντός της Ομοσπονδιακής Αστυνομίας της Βραζιλίας, το οποίο θα ενεργεί ως κεντρικό σημείο επαφής μεταξύ της Ευρωπόλ και των αρμόδιων αρχών της Βραζιλίας. Η Βραζιλία κοινοποιεί στην ΕΕ το εθνικό σημείο επαφής που έχει ορίσει. Η Βραζιλία εξασφαλίζει τη συνεχή διαθεσιμότητα του εθνικού σημείου επαφής είκοσι τέσσερις ώρες την ημέρα, επτά ημέρες την εβδομάδα. Τυχόν απευθείας ανταλλαγές μεταξύ της Ευρωπόλ και άλλων αρμόδιων αρχών της Βραζιλίας, οι οποίες περιορίζονται στο πλαίσιο συγκεκριμένων επιχειρήσεων, πρέπει προηγουμένως να λαμβάνουν ρητή άδεια από το εθνικό σημείο επαφής.
2.Η Ευρωπόλ και η Βραζιλία μπορούν να ενισχύσουν τη συνεργασία τους, όπως ορίζεται στην παρούσα συμφωνία, μέσω της τοποθέτησης ενός ή περισσοτέρων αξιωματικών-συνδέσμων από τη Βραζιλία. Η Ευρωπόλ μπορεί να τοποθετήσει έναν ή περισσότερους αξιωματικούς-συνδέσμους στη Βραζιλία. Τα καθήκοντα των αξιωματικών-συνδέσμων, ο αριθμός τους και οι σχετικές δαπάνες καθορίζονται μεταξύ της Ευρωπόλ και της Ομοσπονδιακής Αστυνομίας της Βραζιλίας.
ΑΡΘΡΟ 27
Ασφαλής γραμμή επικοινωνίας
Δημιουργείται ασφαλής γραμμή επικοινωνίας με σκοπό την ανταλλαγή δεδομένων προσωπικού και μη προσωπικού χαρακτήρα μεταξύ της Ευρωπόλ και των αρμόδιων αρχών της Βραζιλίας. Οι λεπτομέρειες για τη δημιουργία, την εφαρμογή, το κόστος και τη λειτουργία της ασφαλούς γραμμής επικοινωνίας καθορίζονται μεταξύ της Ευρωπόλ και της Ομοσπονδιακής Αστυνομίας της Βραζιλίας.
ΑΡΘΡΟ 28
Δαπάνες
Τα συμβαλλόμενα μέρη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες αρχές να αναλαμβάνουν τις δικές τους δαπάνες οι οποίες προκύπτουν κατά την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά όσον αφορά την Ευρωπόλ και την Ομοσπονδιακή Αστυνομία της Βραζιλίας.
ΑΡΘΡΟ 29
Κοινοποίηση εφαρμογής
1.Κάθε συμβαλλόμενο μέρος μεριμνά ώστε οι αρμόδιες αρχές του να θέσουν στη διάθεση του κοινού έγγραφο στο οποίο καθορίζονται με σαφήνεια οι διατάξεις σχετικά με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία διαβιβάζονται στο πλαίσιο της παρούσας συμφωνίας, συμπεριλαμβανομένων των μέσων που διατίθενται στα υποκείμενα των δεδομένων για την άσκηση των δικαιωμάτων τους. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος κοινοποιεί αντίγραφο του εν λόγω εγγράφου στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος.
2.Σε περίπτωση που δεν έχουν ήδη θεσπιστεί, κάθε συμβαλλόμενο μέρος διασφαλίζει ότι οι αρμόδιες αρχές θεσπίζουν κανόνες με τους οποίους διευκρινίζεται πώς θα επιβάλλεται στην πράξη η συμμόρφωση με τις διατάξεις που αφορούν την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που διαβιβάζονται στο πλαίσιο της παρούσας συμφωνίας. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος κοινοποιεί αντίγραφο των εν λόγω κανόνων στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος και στις αντίστοιχες εποπτικές αρχές.
3.Οι κοινοποιήσεις που πραγματοποιούνται από συμβαλλόμενο μέρος σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 1, το άρθρο 15, το άρθρο 26 παράγραφος 1 και το άρθρο 29 παράγραφοι 1 και 2 της παρούσας συμφωνίας πραγματοποιούνται διά της διπλωματικής οδού, με μία μόνο ρηματική διακοίνωση.
ΑΡΘΡΟ 30
Έναρξη ισχύος και εφαρμογή
1.Η παρούσα συμφωνία εγκρίνεται από τα συμβαλλόμενα μέρη με βάση τις οικείες διαδικασίες τους.
2.Η παρούσα συμφωνία αρχίζει να ισχύει κατά την ημερομηνία παραλαβής της τελευταίας έγγραφης κοινοποίησης με την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν ενημερωθεί αμοιβαία μέσω της διπλωματικής οδού για την ολοκλήρωση των διαδικασιών που αναφέρονται στην παράγραφο 1.
3.Για να τεθεί σε εφαρμογή η παρούσα συμφωνία, απαιτείται οι κοινοποιήσεις ενός συμβαλλόμενου μέρους που αναφέρονται στο άρθρο 29 παράγραφος 3 να γίνονται αποδεκτές από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος διά της διπλωματικής οδού. Η παρούσα συμφωνία αρχίζει να εφαρμόζεται την πρώτη ημέρα μετά την ημερομηνία παραλαβής της τελευταίας αποδοχής των κοινοποιήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 29 παράγραφος 3.
4.Από τη στιγμή που τίθεται σε εφαρμογή, τα συμβαλλόμενα μέρη μεριμνούν για την άμεση κατάργηση όλων των άλλων νομικών πράξεων που διέπουν τη συνεργασία μεταξύ της Ευρωπόλ και των αρμόδιων αρχών της Βραζιλίας.
ΑΡΘΡΟ 31
Τροποποιήσεις και προσθήκες
1.Η παρούσα συμφωνία μπορεί να τροποποιείται εγγράφως, ανά πάσα στιγμή, με αμοιβαία συναίνεση μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών και με έγγραφη κοινοποίηση η οποία ανταλλάσσεται μέσω της διπλωματικής οδού. Οι εν λόγω τροποποιήσεις τίθενται σε ισχύ σύμφωνα με τη νομική διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 30 παράγραφοι 1 και 2.
2.Τα παραρτήματα της παρούσας συμφωνίας, εφόσον απαιτείται, μπορούν να επικαιροποιούνται με ανταλλαγή διπλωματικών διακοινώσεων. Οι εν λόγω επικαιροποιήσεις τίθενται σε ισχύ σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 30 παράγραφοι 1 και 2.
3.Τα συμβαλλόμενα μέρη ξεκινούν διαβουλεύσεις σχετικά με την τροποποίηση της παρούσας συμφωνίας ή των παραρτημάτων της, κατόπιν αιτήματος οποιουδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη.
ΑΡΘΡΟ 32
Επανεξέταση και αξιολόγηση
1.Τα συμβαλλόμενα μέρη επανεξετάζουν από κοινού την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος της, και στη συνέχεια ανά τακτά χρονικά διαστήματα, καθώς και πιο συχνά εφόσον ζητηθεί από οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος και αποφασιστεί από κοινού.
2.Τα συμβαλλόμενα μέρη αξιολογούν από κοινού την παρούσα συμφωνία τέσσερα έτη μετά την ημερομηνία εφαρμογής της.
3.Τα συμβαλλόμενα μέρη αποφασίζουν εκ των προτέρων σχετικά με τις λεπτομέρειες επανεξέτασης της εφαρμογής της συμφωνίας και κοινοποιούν το ένα στο άλλο τη σύνθεση των αντίστοιχων ομάδων. Στις ομάδες περιλαμβάνονται εμπειρογνώμονες σχετικοί με την προστασία των δεδομένων και την επιβολή του νόμου. Σύμφωνα με τις εφαρμοστέες νομοθετικές διατάξεις, όσοι συμμετέχουν στην επανεξέταση οφείλουν να διαφυλάσσουν την εμπιστευτικότητα των συζητήσεων και να διαθέτουν τις κατάλληλες εξουσιοδοτήσεις ασφάλειας. Για τους σκοπούς κάθε επανεξέτασης, η Ένωση και η Βραζιλία διασφαλίζουν την πρόσβαση σε σχετική τεκμηρίωση, συστήματα και προσωπικό.
ΑΡΘΡΟ 33
Η παρούσα συμφωνία συντάσσεται σε δύο αντίτυπα στην αγγλική, βουλγαρική, γαλλική, γερμανική, δανική, ελληνική, εσθονική, ιρλανδική, ισπανική, ιταλική, κροατική, λετονική, λιθουανική, μαλτέζικη, ολλανδική, ουγγρική, πολωνική, πορτογαλική, ρουμανική, σλοβακική, σλοβενική, σουηδική, τσεχική και φινλανδική γλώσσα, όλα δε τα κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά. Σε περίπτωση απόκλισης μεταξύ των κειμένων της παρούσας συμφωνίας, υπερισχύει το αγγλικό κείμενο.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι
ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ
Ποινικά αδικήματα είναι τα εξής:
–τρομοκρατία,
–οργανωμένο έγκλημα,
–διακίνηση ναρκωτικών,
–νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες,
–εγκληματικές πράξεις συνδεόμενες με πυρηνικές και ραδιενεργές ουσίες,
–κυκλώματα παράνομης μετανάστευσης,
–εμπορία ανθρώπων,
–εγκλήματα σχετικά με μηχανοκίνητα οχήματα,
–ανθρωποκτονία εκ προθέσεως, βαριά σωματική βλάβη,
–παράνομο εμπόριο ανθρώπινων οργάνων και ιστών,
–απαγωγή, παράνομη κατακράτηση και περιαγωγή σε ομηρία,
–ρατσισμός και ξενοφοβία,
–ληστεία και διακεκριμένη κλοπή,
–παράνομη διακίνηση πολιτιστικών αγαθών, περιλαμβανομένων των αρχαιοτήτων και των έργων τέχνης,
–υπεξαίρεση και απάτη,
–εγκληματικές πράξεις κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης,
–κατάχρηση εμπιστευτικών πληροφοριών και χειραγώγηση της χρηματοπιστωτικής αγοράς,
–«προστασία» έναντι χρημάτων και εκβίαση,
–παραποίηση/απομίμηση και πειρατεία προϊόντων,
–πλαστογραφία και διακίνηση διοικητικών εγγράφων,
–πλαστογραφία χρημάτων και μέσων πληρωμής,
–έγκλημα στον τομέα της πληροφορικής,
–διαφθορά και δωροδοκία,
–παράνομη διακίνηση όπλων, πυρομαχικών και εκρηκτικών,
–παράνομο εμπόριο απειλούμενων ζωικών ειδών,
–παράνομο εμπόριο απειλούμενων φυτικών ειδών και φυτικών ποικιλιών,
–έγκλημα κατά του περιβάλλοντος, περιλαμβανομένης της ρύπανσης από τα πλοία,
–παράνομη διακίνηση ορμονικών ουσιών και άλλων αυξητικών παραγόντων,
–σεξουαλική κακοποίηση και σεξουαλική εκμετάλλευση, περιλαμβανομένης της παιδικής πορνογραφίας και της άγρας παιδιών για σεξουαλικούς σκοπούς,
–γενοκτονία, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και εγκλήματα πολέμου.
Οι μορφές εγκλήματος που αναφέρονται στο παρόν παράρτημα αξιολογούνται από τις αρμόδιες αρχές της Βραζιλίας σύμφωνα με το δίκαιο της Βραζιλίας και από την Ευρωπόλ σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών μελών της.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ
ΑΡΜΟΔΙΕΣ ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΒΡΑΖΙΛΙΑΣ
Οι αρμόδιες αρχές της Βραζιλίας είναι οι εξής:
Η Ομοσπονδιακή Αστυνομία της Βραζιλίας, και
Η κρατική πολιτική αστυνομία και η πολιτική αστυνομία των ομοσπονδιακών περιφερειών, και
Οι μονάδες του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Ασφάλειας που είναι αρμόδιες για την πρόληψη και την καταπολέμηση ποινικών αδικημάτων σύμφωνα με τη νομοθεσία της Βραζιλίας.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙI
ΟΡΓΑΝΑ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΑΡΧΕΣ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΕΕ
α)Όργανα της Ένωσης:
Αποστολές/επιχειρήσεις στο πλαίσιο της Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας, οι οποίες περιορίζονται σε δραστηριότητες επιβολής του νόμου
Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF)
Ευρωπαϊκός Οργανισμός Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής (Frontex)
Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ)
Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (EPPO)
Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Ποινικής Δικαιοσύνης (Εurojust)
Γραφείο διανοητικής ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO)
β)αρχές που είναι αρμόδιες στα κράτη μέλη της ΕΕ για την πρόληψη και την καταπολέμηση αξιόποινων πράξεων, σύμφωνα με το άρθρο 2 στοιχείο α) και το άρθρο 7 του κανονισμού για την Ευρωπόλ.