ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Βρυξέλλες, 5.3.2024
COM(2024) 102 final
ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ, ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ, ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΑΙ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΣΥΣΤΗΜΙΚΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ
Κοινή έκθεση σχετικά με τις εξελίξεις στην ενωσιακή αγορά υπηρεσιών υποχρεωτικών ελέγχων σε οντότητες δημόσιου συμφέροντος από το 2019 έως το 2021
ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ, ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ, ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΑΙ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΣΥΣΤΗΜΙΚΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ
Κοινή έκθεση σχετικά με τις εξελίξεις στην ενωσιακή αγορά υπηρεσιών υποχρεωτικών ελέγχων σε οντότητες δημόσιου συμφέροντος από το 2019 έως το 2021
1.Εισαγωγή
Στην παρούσα κοινή έκθεση αξιολογούνται οι εξελίξεις στην αγορά της ΕΕ για τη διενέργεια υποχρεωτικών ελέγχων σε οντότητες δημόσιου συμφέροντος (ΟΔΣ) κατά την περίοδο 2019-2021. Εστιάζεται στα εξής:
-τη συγκέντρωση της αγοράς,
-τους κινδύνους που προκύπτουν από ελλείψεις ως προς την ποιότητα του ελέγχου, και
-τις επιδόσεις των επιτροπών ελέγχου.
Πρόκειται για την τρίτη έκθεση που συντάσσεται σύμφωνα με το άρθρο 27 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014() (στο εξής: κανονισμός). Η πρώτη έκθεση παρακολούθησης της αγοράς() κάλυπτε τις εξελίξεις κατά την περίοδο 2014-2015 και η δεύτερη έκθεση() κάλυπτε τις εξελίξεις κατά την περίοδο 2016-2018.
Την παρούσα έκθεση εκπόνησε η Επιτροπή Ευρωπαϊκών Φορέων Εποπτείας των Ελεγκτών (ΕΕΦΕΕ). Εάν δεν ορίζεται διαφορετικά, οι εκθέσεις των εθνικών αρμόδιων αρχών που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία του ελέγχου (στο εξής: ΕΑΑ) αποτελούν την κύρια πηγή δεδομένων. Τα δεδομένα αναφέρονται κυρίως στα έτη 2020 και 2021 και συλλέχθηκαν το 2022.
Για πρώτη φορά, η έκθεση περιλαμβάνει δεδομένα που συλλέχθηκαν από τη Νορβηγία. Χρησιμοποιούνται στην παράγραφο 2.1 σχετικά με την «επισκόπηση της αγοράς» και στην παράγραφο 2.2 σχετικά με τη «συγκέντρωση της αγοράς». Δεν συλλέχθηκαν δεδομένα για το Ηνωμένο Βασίλειο. Όταν στην παρούσα έκθεση περιλαμβάνονται συγκρίσεις με το 2018, και εάν δεν ορίζεται διαφορετικά, στα στοιχεία του 2018 περιλαμβάνονται δεδομένα για το Ηνωμένο Βασίλειο.
2.Εξελίξεις στην ενωσιακή αγορά υποχρεωτικών ελέγχων ΟΔΣ
2.1.Επισκόπηση της αγοράς
Το 2021 υπήρχαν 200 484 νόμιμοι ελεγκτές και 22 427 ελεγκτικά γραφεία που ήταν εγγεγραμμένα στην ΕΕ και τη Νορβηγία. Στον πίνακα 1 παρουσιάζονται τα στοιχεία για το 2021 και για το 2018 (χωρίς το Ηνωμένο Βασίλειο). Ο αριθμός των ελεγκτών (εξυπηρέτηση πελατών ελέγχου ΟΔΣ ή μη ΟΔΣ) μειώθηκε κατά 6 % από το 2018 και ο αριθμός των εγγεγραμμένων ελεγκτικών γραφείων μειώθηκε κατά 11 %. Τα ελεγκτικά γραφεία που διενεργούν ελέγχους ΟΔΣ αντιπροσωπεύουν σχεδόν το 4 % του συνόλου των εγγεγραμμένων ελεγκτικών γραφείων, σύμφωνα με το ποσοστό του 2018.
Ο αριθμός των νόμιμων ελεγκτών που απασχολούνται από ελεγκτικά γραφεία και συνδέονται με αυτά (ως εταίροι ή με άλλο τρόπο) αυξήθηκε κατά 7 %.
|
Πίνακας 1:
Νόμιμοι ελεγκτές και ελεγκτικά γραφεία εγγεγραμμένοι/-α στα μητρώα της ΕΕ (2018-2021)()
|
|
|
2018
|
2021
|
Μεταβολή
|
|
Νόμιμοι ελεγκτές
|
213 299
|
200 484
|
– 6 %
|
|
Νόμιμοι ελεγκτές που απασχολούνται από ελεγκτικό γραφείο ή συνδέονται με αυτό ως εταίροι ή με άλλον τρόπο
|
47 944
|
51 388
|
7 %
|
|
Ελεγκτικά γραφεία
|
25 110
|
22 427
|
– 11 %
|
|
Εκ των οποίων, ελεγκτικά γραφεία που διενεργούν ελέγχους ΟΔΣ
|
1 090
|
1 008
|
– 8 %
|
Ο αριθμός των υποχρεωτικών ελέγχων ΟΔΣ αυξήθηκε κατά 11 % από το 2018 έως το 2021 (διάγραμμα 1). Οι εισηγμένες εταιρείες ήταν η μεγαλύτερη κατηγορία ΟΔΣ σε ολόκληρη την ΕΕ το 2021, αντιπροσωπεύοντας το 37 % του συνόλου (44 % το 2018).
Οι κοινοί έλεγχοι ΟΔΣ αντιπροσωπεύουν το 16 % των υποχρεωτικών ελέγχων των ΟΔΣ. Από τα 13 κράτη μέλη που ανέφεραν κοινούς ελέγχους(), η Γαλλία είχε και πάλι το μεγαλύτερο ποσοστό (87 % της ΕΕ‑27 και της Νορβηγίας συνολικά). Το Βέλγιο, η Ιρλανδία, η Κροατία, η Πολωνία και η Φινλανδία ανέφεραν κοινούς ελέγχους το 2021, ενώ δεν είχε αναφερθεί κοινός έλεγχος στις εν λόγω πέντε χώρες το 2018.
Διάγραμμα 1:
ΟΔΣ και υποχρεωτικοί έλεγχοι ΟΔΣ (2018-2021)()
Για τα ελεγκτικά γραφεία που διενεργούν ελέγχους ΟΔΣ, ο κύκλος εργασιών τους στην ΕΕ-25() και στη Νορβηγία ανήλθε περίπου σε 30 δισ. EUR() το 2021. Τα στοιχεία για τα 10 βασικά ελεγκτικά γραφεία [10KAP()] υποδηλώνουν ότι ο κύκλος εργασιών τους στην ΕΕ‑25 και στη Νορβηγία εκτιμάται περίπου σε 28 δισ. EUR.
Τα αριθμητικά στοιχεία για τον κύκλο εργασιών ανά κράτος μέλος διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό. Η Γερμανία και η Γαλλία παραμένουν οι δύο μεγαλύτερες αγορές (αντιπροσωπεύοντας το 47 % του κύκλου εργασιών των ελεγκτικών γραφείων στην ΕΕ)().
Το 11 % του κύκλου εργασιών των ελεγκτικών γραφείων που διενεργούν ελέγχους ΟΔΣ, όπως αναφέρθηκε ανά εταιρεία ή σε επίπεδο δικτύου, προήλθε από έσοδα από μη ελεγκτικές υπηρεσίες (επιτρεπόμενες μη ελεγκτικές υπηρεσίες που παρασχέθηκαν σε ελεγχόμενες οντότητες) και το 56 % από μη ελεγκτικές υπηρεσίες που παρασχέθηκαν σε άλλες οντότητες.
Το 10 % του συνολικού κύκλου εργασιών των ελεγκτικών γραφείων που διενεργούν ελέγχους ΟΔΣ στην ΕΕ προήλθε από έσοδα από υποχρεωτικούς ελέγχους ΟΔΣ και οντοτήτων που ανήκουν σε όμιλο επιχειρήσεων των οποίων η μητρική επιχείρηση είναι ΟΔΣ (έναντι 9 % το 2018). Το 23 % προήλθε από έσοδα από υποχρεωτικούς ελέγχους άλλων οντοτήτων (διάγραμμα 2) (26 % το 2018). Ωστόσο, το ποσοστό αυτό διαφέρει μεταξύ των κρατών μελών: σε επτά χώρες, πάνω από το 50 % των εσόδων προήλθε από υπηρεσίες υποχρεωτικών ελέγχων, αλλά σε έξι χώρες, λιγότερο από το ένα τρίτο των εσόδων προήλθε από υποχρεωτικούς ελέγχους().
Διάγραμμα 2: Ανάλυση των εσόδων του κύκλου εργασιών στην ΕΕ για τα ελεγκτικά γραφεία που διενεργούν ελέγχους ΟΔΣ (2021)
Από τις 24 ΕΑΑ του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ανταγωνισμού, οι 21 ανέφεραν ότι κατά την περίοδο 2019-2021 δεν διενήργησαν τομεακή έρευνα στην αγορά ελεγκτικών υπηρεσιών ούτε ανέφεραν αντιμονοπωλιακή δραστηριότητα ή δραστηριότητα επιβολής της νομοθεσίας στον εν λόγω τομέα. Δύο ΕΑΑ ανέφεραν ότι ανέλυσαν το επίπεδο συγκέντρωσης στην αγορά ελεγκτικών υπηρεσιών. Μία ΕΑΑ ανέφερε μια αντιμονοπωλιακή έρευνα που πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου().
2.2.Συγκέντρωση της αγοράς
Στην παρούσα έκθεση παρουσιάζονται δεδομένα της αγοράς() για τους υποχρεωτικούς ελέγχους ΟΔΣ από τις τέσσερις μεγάλες ελεγκτικές εταιρείες («Big Four»: Deloitte, EY, KMPG και PwC), «CR4» (τα τέσσερα μεγαλύτερα ελεγκτικά γραφεία σε κάθε χώρα) και 10KAP.
Οι Big Four αντιπροσωπεύουν πάνω από το 80 % του μεριδίου αγοράς σε 11 κράτη μέλη() (σε σύγκριση με 13 το 2018) και μέσο μερίδιο αγοράς της ΕΕ 59 % (έναντι 70 % το 2018) του συνόλου των υποχρεωτικών ελέγχων ΟΔΣ.
Σε 13 κράτη μέλη (έναντι 7 το 2018), οι Big Four δεν είναι τα τέσσερα μεγαλύτερα ελεγκτικά γραφεία() όσον αφορά τον συνολικό αριθμό των γνωμοδοτήσεων για υποχρεωτικούς ελέγχους ΟΔΣ. Το μέσο μερίδιο αγοράς των CR4 είναι 70 % και των 10KAP 81 %.
Διάγραμμα 3:
Μερίδιο αγοράς των ελεγκτικών γραφείων επί του αριθμού υποχρεωτικών ελέγχων ΟΔΣ (2021)
Οι Big Four εξακολουθούν να κυριαρχούν όσον αφορά τα έσοδα από υποχρεωτικούς ελέγχους ΟΔΣ. Σε επίπεδο ΕΕ, οι Big Four αντιπροσώπευαν το 86 % των εσόδων από υποχρεωτικούς ελέγχους ΟΔΣ και το 71 % των εσόδων από υποχρεωτικούς ελέγχους άλλων οντοτήτων (διάγραμμα 4).
Διάγραμμα 4:
Ποσοστό (%) υποχρεωτικών ελέγχων ΟΔΣ, ποσοστό (%) εσόδων από υποχρεωτικούς ελέγχους ΟΔΣ και ποσοστό (%) εσόδων από ελέγχους άλλων οντοτήτων, ανά κράτος μέλος [Big 4] (2021)
Όσον αφορά τον συνολικό κύκλο εργασιών των ελεγκτικών γραφείων, οι Big Four αντιπροσώπευαν περίπου το 80 % του συνόλου της ΕΕ, ποσοστό που συνάδει με τα στοιχεία του 2018. Όπως φαίνεται στο διάγραμμα 5, οι Big Four είναι μεμονωμένα τα μεγαλύτερα γραφεία όσον αφορά το μερίδιο αγοράς του αριθμού των υποχρεωτικών ελέγχων ΟΔΣ, αντιπροσωπεύοντας συλλογικά το 59 % της αγοράς υποχρεωτικών ελέγχων ΟΔΣ. Η Mazars είναι το πέμπτο μεγαλύτερο γραφείο, με μερίδιο αγοράς 7 %, και ακολουθεί η BDO με μερίδιο αγοράς 5 %.
Διάγραμμα 5:
Μερίδιο αγοράς των 10KAP επί του αριθμού των υποχρεωτικών ελέγχων ΟΔΣ (2021)
Παρότι η επικράτησή τους όσον αφορά τον αριθμό των ελέγχων ΟΔΣ μειώνεται, οι Big Four εξακολουθούν να κυριαρχούν στην αγορά υποχρεωτικών ελέγχων ΟΔΣ, με το 86 % των εσόδων για τους υποχρεωτικούς ελέγχους ΟΔΣ (διάγραμμα 6). Το ποσοστό αυτό είναι χαμηλότερο από το 92 % των εσόδων του 2018, το οποίο εξηγείται εν μέρει από το γεγονός ότι τα ελεγκτικά γραφεία του Ηνωμένου Βασιλείου δεν περιλαμβάνονται πλέον στο σύνολο της ΕΕ, μετά την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ.
Στην αγορά υποχρεωτικών ελέγχων άλλων οντοτήτων, οι Big Four κατέχουν μερίδιο της τάξης του 71 % των εσόδων, σημειώνοντας ελαφρά άνοδο από το 68 % το 2018.
Για τις Big Four, σημαντικό ποσοστό (περίπου 82-84 %) των εσόδων από μη ελεγκτικές υπηρεσίες() προέρχεται από πελάτες στους οποίους παρέχουν ελεγκτικές και μη ελεγκτικές υπηρεσίες. Η κατάσταση διαφέρει μεταξύ των κρατών μελών.
Η εκτιμώμενη διάρθρωση των εσόδων στην ΕΕ δείχνει ότι οι Big Four κυριαρχούν στην αγορά τόσο στους υποχρεωτικούς ελέγχους όσο και στις μη ελεγκτικές υπηρεσίες που παρέχονται από νόμιμους ελεγκτές. Το υψηλότερο ποσοστό εσόδων άλλων ελεγκτικών γραφείων (όχι των Big Four) προέρχεται από υποχρεωτικούς ελέγχους άλλων οντοτήτων (15 % για τα υπόλοιπα γραφεία της ομάδας 10KAP και 14 % για όλα τα άλλα γραφεία) και από μη ελεγκτικές υπηρεσίες προς άλλες οντότητες (13 % για τα υπόλοιπα γραφεία της ομάδας 10KAP και 5 % για όλα τα άλλα γραφεία). Τα υπόλοιπα γραφεία της ομάδας 10KAP αύξησαν το μερίδιό τους στα έσοδα από τους υποχρεωτικούς ελέγχους ΟΔΣ (από 5 % το 2018 σε 9 % το 2021).
Διάγραμμα 6: Μερίδια αγοράς της ΕΕ που κατέχουν τα ελεγκτικά γραφεία που διενεργούν ελέγχους ΟΔΣ ανά έσοδα (2021)
Η εκτιμώμενη διάρθρωση των εσόδων στην ΕΕ ανά γραφείο στο διάγραμμα 7 δείχνει ότι οι Big Four κατέχουν υψηλότερο ποσοστό των συνολικών εσόδων τους που προέρχονται από υποχρεωτικούς ελέγχους ΟΔΣ σε σύγκριση με τα υπόλοιπα γραφεία της ομάδας 10KAP (5 %) και όλα τα άλλα γραφεία (7 %). Ωστόσο, οι Big Four κατέχουν χαμηλότερο μερίδιο εσόδων που προέρχονται από υποχρεωτικούς ελέγχους άλλων οντοτήτων επί των συνολικών εσόδων σε σύγκριση με τα υπόλοιπα γραφεία της ομάδας KAP10 (45 %) και όλες τις άλλες εταιρείες (26 %).
Διάγραμμα 7:
Διάρθρωση των εσόδων ανά γραφείο (2021)
2.3.Κίνδυνοι που προκύπτουν από ελλείψεις ως προς την ποιότητα
Συνολικά, οι ΕΑΑ εξέτασαν 737 φακέλους ελέγχων ΟΔΣ, οι οποίοι αφορούσαν κυρίως ετήσιους κύκλους επιθεώρησης που διενεργήθηκαν το 2021(). Από την εξέταση προέκυψαν, κατά μέσο όρο, 2,6 ευρήματα επιθεώρησης() ανά φάκελο ελέγχων ΟΔΣ. Από τις διαδικασίες σε επίπεδο γραφείου που διενεργήθηκαν σε 361 ελεγκτικά γραφεία / μεμονωμένους επαγγελματίες που διενεργούν ελέγχους ΟΔΣ, προέκυψαν κατά μέσο όρο 3,5 ευρήματα ανά ελεγκτικό γραφείο.
Η ποιοτική αξιολόγηση που ακολουθεί καλύπτει τον τομέα του μετριασμού και της ανάλυσης συστημικού κινδύνου.
Κατά τα προηγούμενα έτη, τα ευρήματα αφορούσαν κυρίως ελλείψεις στα συστήματα εσωτερικού ελέγχου ποιότητας των ελεγκτικών γραφείων, αλλά τα πρόσφατα ευρήματα() υποδεικνύουν ότι οι περισσότερες ελλείψεις εντοπίστηκαν στους φακέλους εργασιών ελέγχου ΟΔΣ. Τα δύο τρίτα των ΕΑΑ ανέφεραν ότι οι συστάσεις τους για τη θέσπιση μέτρων μετριασμού και διορθωτικών μέτρων για την αντιμετώπιση των εν λόγω ελλείψεων εφαρμόστηκαν ικανοποιητικά.
Στη συνέχεια παρατίθενται οι συνηθέστερα αναφερόμενοι τομείς μετριασμού και ανάλυσης κινδύνου (όπου παρατηρήθηκε επανάληψη των ευρημάτων, δηλαδή τα ίδια ευρήματα εντοπίστηκαν στο ίδιο ελεγκτικό γραφείο / στους ίδιους επαγγελματίες σε προηγούμενους κύκλους επιθεωρήσεων).
·Μεθοδολογία:
oμη επαρκείς ελεγκτικές διαδικασίες που διενεργήθηκαν και/ή μη επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν·
oμη συμμόρφωση με το Διεθνές Πρότυπο Ελέγχου (ΔΠΕ) 500 Ελεγκτικά τεκμήρια, ΔΠΕ 530 Ελεγκτική δειγματοληψία, ΔΠΕ 540 Έλεγχος λογιστικών εκτιμήσεων και σχετικών γνωστοποιήσεων, ή ΔΠΕ 230 Τεκμηρίωση του ελέγχου·
oανάγκη βελτίωσης της μεθοδολογίας ελέγχου / των υποδειγμάτων τεκμηρίωσης για την επίτευξη συμμόρφωσης με τη νομοθεσία / τα ΔΠΕ.
·Ανασκόπηση επί της ποιότητας της εργασίας (EQCR):
oμη έγκαιρη εκτέλεση της EQCR και/ή ανεπαρκής τεκμηρίωση·
oαναποτελεσματική εσωτερική παρακολούθηση των EQCR που διενεργήθηκαν από ελεγκτικούς εταίρους·
oμη συνεκτίμηση, κατά την αξιολόγηση και την αμοιβή των εταίρων, των ελλείψεων που εντοπίστηκαν σε σχέση με την εκτέλεση της EQCR.
·Δεοντολογία και ανεξαρτησία:
oη παροχή μη ελεγκτικών υπηρεσιών σε πελάτες στους οποίους παρέχονται ελεγκτικές υπηρεσίες δεν αξιολογήθηκε επαρκώς ως προς τους ακόλουθους τομείς:
§εξέταση του ενδεχόμενου διαβούλευσης με τον εταίρο διαχείρισης κινδύνου σε περίπτωση που προκύψουν ζητήματα που απειλούν την ανεξαρτησία ή συγκρούσεις συμφερόντων·
§λήψη και τεκμηρίωση της έγκρισης της επιτροπής ελέγχου πριν από την παροχή μη ελεγκτικών υπηρεσιών·
§εκτέλεση με κριτικό πνεύμα και επαρκής τεκμηρίωση της διαδικασίας αποδοχής, ιδίως όταν ενδέχεται να προκύψουν κίνδυνοι αυτοελέγχου ή συγκρούσεις συμφερόντων.
·Τεκμηρίωση του ελέγχου και ασφάλεια των δεδομένων:
oβελτιώσεις που απαιτούνται στην αρχειοθέτηση των ελεγκτικών φακέλων·
oανάγκη βελτίωσης της τεκμηρίωσης του ελέγχου.
·Εκτίμηση κινδύνου και δοκιμές συστήματος εσωτερικού ελέγχου:
oανεπαρκής εκτίμηση κινδύνου από τον ελεγκτή·
oακατάλληλος προσδιορισμός των εσωτερικών γενικών ελέγχων εντός της ελεγχόμενης οντότητας·
oέλλειψη δοκιμών του συστήματος εσωτερικού ελέγχου.
Σε πέντε περιπτώσεις, οι ΕΑΑ συζήτησαν με τα ρυθμιστικά σώματα και την υποομάδα επιθεωρήσεων της ΕΕΦΕΕ αν θα πρέπει να χαρακτηριστούν ως συστημικοί κίνδυνοι συγκεκριμένες ελλείψεις, που σχετίζονται κυρίως με τη συνολική ποιότητα των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου των ελεγκτικών γραφείων. Παρότι το αποτέλεσμα ήταν αρνητικό σε κάθε περίπτωση, οι συζητήσεις είχαν σημασία για τη βελτίωση της ποιότητας του ελέγχου σε όλα τα ελεγκτικά γραφεία.
2.4.Επιδόσεις των επιτροπών ελέγχου
Το άρθρο 39(
) της οδηγίας για τους ελέγχους καθορίζει τις βασικές απαιτήσεις για τις επιτροπές ελέγχου, τη σύνθεσή τους, τα καθήκοντα και την αλληλεπίδρασή τους με το διοικητικό ή εποπτικό όργανο. Στην παρούσα έκθεση αξιολογούνται οι επιδόσεις των επιτροπών ελέγχου. Η αξιολόγηση βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε στοιχεία που παρείχαν οι ίδιες οι επιτροπές ελέγχου. Οι ΕΑΑ κάλεσαν 1 506 επιτροπές ελέγχου από όλα τα κράτη μέλη να απαντήσουν σε ερωτηματολόγιο της ΕΕΦΕΕ(
) και απάντησε περίπου το 60 % των επιτροπών ελέγχου (από 23 κράτη μέλη).
Αλληλεπίδραση με το διοικητικό ή εποπτικό όργανο
Από τις απαντήσεις φαίνεται ότι η αλληλεπίδραση των επιτροπών ελέγχου με το διοικητικό ή εποπτικό όργανο είναι επαρκής και καταδεικνύεται επαρκής κατανόηση των απαιτήσεων στον εν λόγω τομέα. Πάνω από τις μισές επιτροπές ελέγχου συναντήθηκαν με το διοικητικό ή εποπτικό όργανο τουλάχιστον τρεις φορές για να κοινοποιήσουν τις δραστηριότητές του, τα ζητήματα και τις σχετικές συστάσεις του μετά τον υποχρεωτικό έλεγχο. Ορισμένες φορές ήταν παρούσα η διοίκηση της ελεγχόμενης οντότητας.
Περίπου το 77 % των επιτροπών ελέγχου αφιέρωσε, στις συναντήσεις με το διοικητικό ή εποπτικό όργανο, μεταξύ 10 % και 50 % του χρόνου της συνεδρίασής του για θέματα που σχετίζονται με το αποτέλεσμα και την παρακολούθηση του ελέγχου (βλέπε διάγραμμα 8).
Διάγραμμα 8:
Χρόνος που αφιερώνουν οι επιτροπές ελέγχου σε θέματα που άπτονται του αποτελέσματος και της παρακολούθησης του ελέγχου
Ανεξαρτησία, συμπεριλαμβανομένων των επιτρεπόμενων μη ελεγκτικών υπηρεσιών, και όριο αμοιβών
Οι επιτροπές ελέγχου είναι αρμόδιες για τον έλεγχο της ανεξαρτησίας των νόμιμων ελεγκτών ή των ελεγκτικών γραφείων, συμπεριλαμβανομένης της έγκρισης των επιτρεπόμενων μη ελεγκτικών υπηρεσιών(
). Στο 66 % των περιπτώσεων, οι επιτροπές ελέγχου έλαβαν γραπτές διαβεβαιώσεις από τους ελεγκτές. Στο 32 % των περιπτώσεων, οι επιτροπές ελέγχου έθεσαν περαιτέρω ερωτήματα. Στο 24 % των περιπτώσεων, οι επιτροπές ελέγχου ανέφεραν επίσημες συζητήσεις με τους νόμιμους ελεγκτές ή τα ελεγκτικά γραφεία σχετικά με τους κινδύνους για την ανεξαρτησία του ελεγκτή και τις διασφαλίσεις που εφαρμόζονται για τον μετριασμό του εν λόγω κινδύνου. Το 2 % των επιτροπών ελέγχου δεν έλαβε μέτρα για την παρακολούθηση της ανεξαρτησίας των ελεγκτών.
Διάγραμμα 9:
Παρακολούθηση της ανεξαρτησίας των ελεγκτών
Το 24 % των επιτροπών ελέγχου όρισε περαιτέρω κριτήρια για τον περιορισμό των μη ελεγκτικών υπηρεσιών που θα μπορούσαν να επιτραπούν βάσει του κανονισμού ή της εθνικής νομοθεσίας.
Το 65 % των επιτροπών ελέγχου (2018: 50 % περίπου) επιβεβαίωσε ότι ο νόμιμος ελεγκτής (ή οποιοδήποτε μέλος του δικτύου του) είχε υποβάλει προτάσεις για την παροχή μη ελεγκτικών υπηρεσιών κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς(
).
Το 37 % των επιτροπών ελέγχου ανέφερε ότι δεν εξέτασε αιτήσεις για την παροχή μη ελεγκτικών υπηρεσιών σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 4 του κανονισμού, ποσοστό που συνιστά σημαντική μείωση έναντι του 80 % το 2018. Οι μισές εξ αυτών δήλωσαν ότι δεν εξέτασαν αιτήσεις διότι οι μη ελεγκτικές υπηρεσίες περιλαμβάνονταν σε προεγκεκριμένο κατάλογο (36 %) ή δεν επιτρέπονταν από την οντότητα (14 %).
Για τις περιπτώσεις στις οποίες οι επιτροπές ελέγχου συμμετείχαν στην έγκριση μη ελεγκτικών υπηρεσιών, αρνήθηκαν την έγκριση σε ποσοστό 2 % των περιπτώσεων. Οι λόγοι που αναφέρθηκαν για την άρνηση της έγκρισης παροχής μη ελεγκτικών υπηρεσιών ήταν ο κίνδυνος για την ανεξαρτησία του νόμιμου ελεγκτή, οι απαγορευμένες μη ελεγκτικές υπηρεσίες βάσει του κανονισμού ή βάσει του εθνικού δικαίου, ή ο στόχος της επιτροπής ελέγχου να ενισχύσει τον ανταγωνισμό μεταξύ των ελεγκτικών γραφείων. Καμία από τις επιτροπές ελέγχου δεν ανέφερε το όριο των αμοιβών ως λόγο για τη συγκεκριμένη απόφαση.
Το 12 % των επιτροπών ελέγχου δεν εξέτασε τις μη ελεγκτικές υπηρεσίες που παρασχέθηκαν, γεγονός που σημαίνει ότι δεν έλεγξε ότι η διοίκηση της οντότητας είχε διασφαλίσει ότι οι μη ελεγκτικές υπηρεσίες που παρασχέθηκαν ήταν σύμφωνες με τις εγκεκριμένες μη ελεγκτικές υπηρεσίες (φύση και αμοιβές).
Η συντριπτική πλειονότητα των επιτροπών ελέγχου (87 %) δεν όρισε όριο αμοιβών για τις μη ελεγκτικές υπηρεσίες χαμηλότερο από το 70 %() για την παρακολούθηση. Μόνο το ένα τρίτο περίπου εξέτασε τον υπολογισμό που πραγματοποίησε η οντότητα σε σχέση με το όριο του 70 % για τις αμοιβές για επιτρεπόμενες μη ελεγκτικές υπηρεσίες. Οι μέθοδοι υπολογισμού ποικίλλουν μεταξύ των επιτροπών ελέγχου, με το 50 % σχεδόν να διενεργείται σε επίπεδο ομίλου για την ΟΔΣ που συμμετέχει σε επίπεδο ομίλου. Άλλες οντότητες υπολογίζουν το όριο της αμοιβής σε επίπεδο θυγατρικής (20 %), σε επίπεδο ομίλου για όλες τις ΟΔΣ εντός του ομίλου (16 %) ή, όταν δεν υπάρχει δομή ομίλου, σε επίπεδο εταιρείας (16 %). Σύμφωνα με το 1 % των επιτροπών ελέγχου, σημειώθηκε υπέρβαση του ορίου του 70 % για τις μη ελεγκτικές υπηρεσίες.
Διαδικασία επιλογής ελεγκτή
Οι επιτροπές ελέγχου είναι υπεύθυνες για τη διαδικασία επιλογής του νόμιμου ελεγκτή. Πάνω από το 95 % (2018: 87 %) αναφέρει ότι έχει αρμοδιότητα για τη διαδικασία υποβολής προσφορών, παρότι για ορισμένες επιτροπές ελέγχου αυτό εξακολουθεί να αποτελεί πρόκληση.
Το 19 % των επιτροπών ελέγχου ανέφερε τον διορισμό νέου νόμιμου ελεγκτή (ή ελεγκτικού γραφείου). Για τα δύο τρίτα, ο ελεγκτής κατείχε τη θέση έως και 10 έτη πριν από τον διορισμό νέου νόμιμου ελεγκτή. Το 18 % των περιπτώσεων είχε τον ίδιο ελεγκτή για περισσότερα από 20 έτη.
Σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 2 του κανονισμού για τους ελέγχους, το 90 % των ΟΔΣ που προέβη σε διαδικασία υποβολής προσφορών είχε απευθύνει πρόσκληση σε τουλάχιστον δύο νόμιμους ελεγκτές ή ελεγκτικά γραφεία (6 % περισσότερες σε σύγκριση με το 2018).
Διάγραμμα 10:
Νόμιμοι ελεγκτές / ελεγκτικά γραφεία που κλήθηκαν να συμμετάσχουν σε διαδικασία υποβολής προσφορών
Το 35 % των ελεγκτικών επιτροπών δεν έλαβε ιδιαίτερα υπόψη την απαίτηση σύμφωνα με την οποία η διαδικασία υποβολής προσφορών δεν πρέπει να εμποδίζει τα γραφεία που έλαβαν λιγότερο από το 15 % των συνολικών αμοιβών τους από ΟΔΣ στο κράτος μέλος κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος να συμμετάσχουν στη διαδικασία επιλογής().
Όσον αφορά την προκήρυξη ή τη γνωστοποίηση της διαδικασίας υποβολής προσφορών, το 76 % δεν ακολούθησε τις κατευθυντήριες γραμμές της ΕΕΦΕΕ με τίτλο «Διορισμός νόμιμων ελεγκτών ή ελεγκτικών γραφείων από οντότητες δημόσιου συμφέροντος», σύμφωνα με τις οποίες οι ΟΔΣ ενθαρρύνονται να δημοσιοποιούν την αίτηση υποβολής προσφορών ώστε να μπορούν να συμμετέχουν μη προσκεκλημένοι νόμιμοι ελεγκτές (ή ελεγκτικά γραφεία).
Ο φάκελος της πρόσκλησης υποβολής προσφορών είτε δημοσιοποιήθηκε (13 %) είτε απεστάλη σε επιλεγμένα ελεγκτικά γραφεία (87 %, εκ των οποίων το 25 % αφορά μόνο τα ελεγκτικά γραφεία που ανήκουν στην ομάδα Big Four).
Ο αριθμός των νόμιμων ελεγκτών (ή ελεγκτικών γραφείων) που υπέβαλαν προσφορά παρουσιάζεται στο διάγραμμα που ακολουθεί:
Διάγραμμα 11:
Αριθμός νόμιμων ελεγκτών / ελεγκτικών γραφείων που υπέβαλαν προσφορά
Το 73 % των επιτροπών ελέγχου έλεγξε αν η ελεγχόμενη οντότητα ήταν σε θέση να αποδείξει, κατόπιν αιτήματος, στην αρμόδια αρχή ότι η διαδικασία επιλογής είχε διεξαχθεί με δίκαιο τρόπο.
Το 51 % των επιτροπών ελέγχου που άλλαξε τους ελεγκτές ανέφερε ότι ήταν πολύ νωρίς να αξιολογηθεί ο αντίκτυπος της εναλλαγής των ελεγκτών ή ότι δεν είχε πραγματοποιηθεί αξιολόγηση κατά τον χρόνο σύνταξης του ερωτηματολογίου. Το 22 % των επιτροπών ελέγχου αξιολόγησε τον αντίκτυπο της εναλλαγής των ελεγκτών ως ουδέτερο και το 12 % τον αξιολόγησε ως θετικό.
Παρακολούθηση του υποχρεωτικού ελέγχου
Οι επιτροπές ελέγχου είναι επίσης υπεύθυνες για την παρακολούθηση των υποχρεωτικών ελέγχων. Το 77 % των επιτροπών ελέγχου συναντήθηκε με τους νόμιμους ελεγκτές (ή το ελεγκτικό γραφείο) περισσότερες από μία φορές, με παρουσία της διοίκησης (το 36 % το έπραξε χωρίς την παρουσία της διοίκησης). Το 36 % των επιτροπών ελέγχου αξιολόγησε την ποιότητα του ελέγχου βάσει κριτηρίων / δεικτών μέτρησης, όπως η ποιότητα της επικοινωνίας, η ομάδα ελεγκτικών εργασιών (συμπεριλαμβανομένης της παρουσιαζόμενης τεχνικής εμπειρογνωσίας), ο βαθμός πρόκλησης του ελεγκτή και ο χρόνος που δαπανήθηκε για τον υποχρεωτικό έλεγχο από τον εταίρο / τα ανώτερα διοικητικά στελέχη ελέγχου.
Οι επιτροπές ελέγχου χρησιμοποίησαν ελάχιστα (17 %) τις εκθέσεις / τα πορίσματα της επιθεώρησης των ΕΑΑ από την τελευταία επιθεώρηση του νόμιμου ελεγκτή για την παρακολούθηση της εκτέλεσης του υποχρεωτικού ελέγχου. Πάνω από τις μισές επιτροπές ελέγχου δήλωσαν ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμες εκθέσεις πορισμάτων ή ότι δεν είχαν πρόσβαση σε αυτές, ενώ το 30 % των επιτροπών ελέγχου δεν διερεύνησε αν υπήρχαν διαθέσιμα πορίσματα.
3.Βασικά πορίσματα
Τα κυριότερα πορίσματα που προέκυψαν από την έρευνα της ΕΕΦΕΕ είναι τα εξής:
1.Η μείωση του αριθμού των μεμονωμένων ελεγκτών και ελεγκτικών γραφείων που παρατηρήθηκε στην τελευταία έκθεση συνεχίστηκε.
Επιπτώσεις όπως η ηλικιακή διάρθρωση του επαγγέλματος των ελεγκτών, η δυνατότητα προσέλκυσης νέων επαγγελματιών και η αύξηση της ομαδοποίησης επαγγελματιών σε μεγαλύτερες δομές, ενδέχεται να έχουν θετικές και αρνητικές συνέπειες στην ποιότητα του διενεργούμενου ελέγχου και θα πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο παρακολούθησης κατά την επόμενη περίοδο.
2.Κατά μέσο όρο, τα ελεγκτικά γραφεία ΟΔΣ αντλούν το 67 % των εσόδων τους από μη ελεγκτικές υπηρεσίες. Πρόκειται για μείωση κατά 2 % περίπου σε σύγκριση με την προηγούμενη περίοδο. Από αυτό προκύπτει ότι η εστίαση των ελεγκτικών γραφείων εξακολουθεί να υπερβαίνει τις εργασίες υποχρεωτικού ελέγχου.
Το γεγονός ότι η παροχή μη ελεγκτικών υπηρεσιών μπορεί να επηρεάσει την ανεξαρτησία και την ποιότητα του ελέγχου, αποτελεί πηγή πιθανής ανησυχίας για τις ρυθμιστικές αρχές. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό να συνεχιστεί η στενή παρακολούθηση των εξελίξεων της αγοράς, και ειδικότερα ενόσω τα ελεγκτικά γραφεία ανταγωνίζονται για την εκτέλεση νέων καθηκόντων, ως αποτέλεσμα της πρόσφατης νομοθεσίας της ΕΕ, όπως η οδηγία για την υποβολή εκθέσεων βιωσιμότητας από τις εταιρείες(
) που απαιτεί τη διασφάλιση των εκθέσεων βιωσιμότητας, και η πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες(
) που απαιτεί αξιολόγηση της συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις για τις χαρακτηρισμένες πολύ μεγάλες επιγραμμικές πλατφόρμες και μηχανές αναζήτησης.
3.Σημειώθηκε μια μικρή μετατόπιση στην ευρωπαϊκή αγορά ελέγχων, όπου οι Big Four παραιτήθηκαν από μέρος του μεριδίου αγοράς τους υπέρ των υπόλοιπων 10 βασικών ελεγκτικών φορέων, παρότι διατηρούν υψηλό βαθμό συγκέντρωσης στην αγορά.
Η κατανομή των ελέγχων ΟΔΣ μεταξύ των φορέων έχει αλλάξει, καθώς μεγαλύτερο ποσοστό των εργασιών εκτελείται από άλλους φορείς της αγοράς παρά από τις Big Four. Ωστόσο, οι αλλαγές στη διάρθρωση της αγοράς όσον αφορά τα έσοδα είναι λιγότερο σημαντικές από τον αριθμό των εργασιών που αναλαμβάνονται.
Σε αρκετά κράτη μέλη της ΕΕ διαπιστώθηκε ελαφρά αύξηση της συχνότητας των κοινών ελέγχων. Ωστόσο, κοινοί έλεγχοι εξακολουθούν να διενεργούνται κυρίως στη Γαλλία.
4.Μολονότι δεν εντοπίστηκε «συστημικός κίνδυνος», οι ΕΑΑ συνέχισαν να εντοπίζουν στις επιθεωρήσεις τους υψηλή συχνότητα ελλείψεων. Συχνά, αλλά όχι πάντοτε, αξιολόγησαν το επίπεδο ανταπόκρισης των ελεγκτικών γραφείων όσον αφορά την αντιμετώπιση των ευρημάτων των επιθεωρήσεων ως επαρκές.
Αφενός, αυτό απηχεί την έκκληση για μεγαλύτερη διαφάνεια όσον αφορά τα αποτελέσματα των επιθεωρήσεων που απευθύνθηκε από το κοινό, ή τουλάχιστον από τις επιτροπές ελέγχου, ώστε να εξασφαλιστεί μεγαλύτερη λογοδοσία και καλύτερη κατανόηση του επιπέδου ποιότητας του ελέγχου σε επίπεδο γραφείου. Αφετέρου, είναι σημαντικό οι ΕΑΑ να συνεχίσουν να ασκούν πιέσεις στα ελεγκτικά γραφεία για βελτιώσεις μέσω της ΕΕΦΕΕ και των ευρωπαϊκών σωμάτων ρυθμιστικών αρχών, ώστε να θεσπίσουν περισσότερα προληπτικά εσωτερικά μέτρα για την αποφυγή ελλείψεων στους ελέγχους.
5.Γενικά, οι επιτροπές ελέγχου έχουν βελτιώσει την εκτέλεση των εποπτικών αρμοδιοτήτων τους από την τελευταία περίοδο αναφοράς.
Οι περισσότερες επιτροπές ελέγχου παρακολουθούν ενεργά την ανεξαρτησία του ελεγκτή και συμμετέχουν στην επιλογή νέων ελεγκτών ή γραφείων, καθώς και στην έγκριση μη ελεγκτικών υπηρεσιών. Παρατηρείται μεγαλύτερος βαθμός εποπτείας και ελέγχου των μη ελεγκτικών υπηρεσιών. Στις περισσότερες διαδικασίες υποβολής προσφορών, καλούνται αρκετοί νόμιμοι ελεγκτές ή ελεγκτικά γραφεία, με αποτέλεσμα την αύξηση του αριθμού των προσφορών ανά διαδικασία υποβολής προσφορών.
Δεδομένου του σημαντικού ρόλου των επιτροπών ελέγχου στη διασφάλιση της ποιότητας του ελέγχου, απαιτούνται περαιτέρω συζητήσεις μεταξύ των επιτροπών ελέγχου και των ΕΑΑ. Θα πρέπει επίσης να εξεταστεί το ενδεχόμενο εναρμόνισης και ενίσχυσης της εποπτείας των επιτροπών ελέγχου από τις ΕΑΑ.
6.Οι επιπτώσεις των πληθωριστικών πιέσεων, της αύξησης των επιτοκίων, της γεωπολιτικής αστάθειας και της αυξανόμενης χρήσης εργαλείων ανάλυσης δεδομένων και τεχνητής νοημοσύνης στον τομέα των ελέγχων ενδέχεται να δημιουργήσουν προκλήσεις για τον ελεγκτικό τομέα κατά τα επόμενα έτη. Οι επιπτώσεις των αλλαγών αυτών θα πρέπει να παρακολουθούνται.
Δεδομένου του διακρατικού χαρακτήρα των αλλαγών αυτών, η ενίσχυση της ευρωπαϊκής συνεργασίας και η διασφάλιση της συνοχής μεταξύ των κανονισμών και των εργαλείων συνεργασίας θα διευκολύνουν την εν λόγω διαδικασία παρακολούθησης. Θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο κοινών επιθεωρήσεων μεταξύ των ΕΑΑ και μέσω της ΕΕΦΕΕ για τη βελτίωση της εποπτείας των ελεγκτικών γραφείων και των δικτύων που λειτουργούν σε ολόκληρη την ΕΕ.