ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Βρυξέλλες, 28.6.2023
COM(2023) 366 final
2023/0209(COD)
Πρόταση
ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
σχετικά με τις υπηρεσίες πληρωμών και τις υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος στην εσωτερική αγορά, την τροποποίηση της οδηγίας 98/26/ΕΚ και την κατάργηση των οδηγιών (ΕΕ) 2015/2366 και 2009/110/ΕΚ
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
{SEC(2023) 256 final} - {SWD(2023) 231 final} - {SWD(2023) 232 final}
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
1.ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ
•Αιτιολόγηση και στόχοι της πρότασης
Η δεύτερη οδηγία για τις υπηρεσίες πληρωμών (PSD2) παρέχει το νομικό πλαίσιο για όλες τις πληρωμές λιανικής στην ΕΕ, σε ευρώ και σε άλλα νομίσματα, σε εγχώριο και σε διασυνοριακό επίπεδο. H πρώτη οδηγία για τις υπηρεσίες πληρωμών (PSD1), η οποία εγκρίθηκε το 2007, θέσπισε ένα εναρμονισμένο νομικό πλαίσιο για τη δημιουργία μιας ολοκληρωμένης αγοράς πληρωμών στην ΕΕ. Με βάση την PSD1, η PSD2 αντιμετώπισε τα εμπόδια στα νέα είδη υπηρεσιών πληρωμών και βελτίωσε το επίπεδο προστασίας και ασφάλειας των καταναλωτών. Οι περισσότεροι κανόνες της PSD2 εφαρμόζονται από τον Ιανουάριο του 2018, αλλά ορισμένοι κανόνες όπως αυτοί σχετικά με την αυστηρή εξακρίβωση ταυτότητας πελάτη, εφαρμόζονται από τον Σεπτέμβριο του 2019.
Η PSD2 περιέχει κανόνες σχετικά με την παροχή υπηρεσιών πληρωμών από τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών (ΠΥΠ) καθώς και κανόνες σχετικά με την αδειοδότηση και την εποπτεία μίας συγκεκριμένης κατηγορίας ΠΥΠ, και ειδικότερα των ιδρυμάτων πληρωμών. Άλλες κατηγορίες ΠΥΠ περιλαμβάνουν κυρίως τα πιστωτικά ιδρύματα, τα οποία ρυθμίζονται από την τραπεζική νομοθεσία της ΕΕ, και τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος, τα οποία ρυθμίζονται από την οδηγία για το ηλεκτρονικό χρήμα (στο εξής: ΟΗΧ).
Στην ανακοίνωση της Επιτροπής του 2020 σχετικά με μια στρατηγική πληρωμών λιανικής για την ΕΕ προσδιορίστηκαν οι προτεραιότητες της Επιτροπής για τον τομέα των πληρωμών λιανικής κατά τη θητεία του σημερινού Σώματος των Επιτρόπων (2019-2024). Συνοδευόταν από στρατηγική για τον ψηφιακό χρηματοοικονομικό τομέα, στην οποία προσδιορίστηκαν οι προτεραιότητες για το ψηφιακό θεματολόγιο στον χρηματοοικονομικό τομέα εκτός από τις πληρωμές. Στη στρατηγική πληρωμών λιανικής αναφέρεται ότι «στο τέλος του 2021 η Επιτροπή θα ξεκινήσει τη συνολική επανεξέταση της εφαρμογής και των επιπτώσεων της οδηγίας PSD2». Η επανεξέταση αυτή πραγματοποιήθηκε δεόντως, κυρίως το 2022, και κατέληξε στην απόφαση της Επιτροπής να προτείνει νομοθετικές τροποποιήσεις της PSD2 για τη βελτίωση της λειτουργίας της. Οι τροποποιήσεις αυτές περιέχονται σε δύο προτάσεις, την παρούσα πρόταση οδηγίας για τις υπηρεσίες πληρωμών και τις υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος, η οποία επικεντρώνεται στην αδειοδότηση και την εποπτεία των ιδρυμάτων πληρωμών (και την τροποποίηση ορισμένων άλλων οδηγιών), και την πρόταση κανονισμού για τις υπηρεσίες πληρωμών στην ΕΕ.
Η προτεινόμενη αναθεώρηση της PSD2 περιλαμβάνεται στο πρόγραμμα εργασίας της Επιτροπής για το 2023, μαζί με μια προγραμματισμένη νομοθετική πρωτοβουλία σχετικά με το πλαίσιο για την πρόσβαση σε χρηματοοικονομικά δεδομένα, επεκτείνοντας την πρόσβαση σε χρηματοοικονομικά δεδομένα και τη χρήση τους πέραν των λογαριασμών πληρωμών σε περισσότερες χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες.
•Συνέπεια με τις ισχύουσες διατάξεις στον τομέα πολιτικής
Οι υφιστάμενες διατάξεις πολιτικής που σχετίζονται με την παρούσα πρωτοβουλία περιλαμβάνουν άλλες νομοθετικές πράξεις στον τομέα των πληρωμών λιανικής, άλλες νομοθετικές πράξεις για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες που καλύπτουν επίσης τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών και τη νομοθεσία οριζόντιας εφαρμογής της Ένωσης που επηρεάζει τον τομέα των πληρωμών λιανικής. Κατά την κατάρτιση της παρούσας πρότασης ελήφθη μέριμνα για τη διασφάλιση της συνοχής με τις εν λόγω διατάξεις.
Άλλες νομοθετικές πράξεις στον τομέα των πληρωμών λιανικής, εκτός από αυτές που προαναφέρθηκαν, περιλαμβάνουν τον κανονισμό του 2012 για τον ενιαίο χώρο πληρωμών σε ευρώ (ΕΧΠΕ), ο οποίος εναρμονίζει τις τεχνικές απαιτήσεις για τις μεταφορές πίστωσης και τις άμεσες χρεώσεις σε ευρώ. Στις 26 Οκτωβρίου 2022 η Επιτροπή πρότεινε τροποποίηση του κανονισμού ΕΧΠΕ, ώστε να επιταχυνθεί και να διευκολυνθεί η χρήση άμεσων πληρωμών σε ευρώ στην ΕΕ. Ο κανονισμός για τις διασυνοριακές πληρωμές εξισώνει την τιμολόγηση των εγχώριων και των διασυνοριακών μεταφορών σε ευρώ. Ο κανονισμός για τις διατραπεζικές προμήθειες θεσπίζει ανώτατα όρια για τις εν λόγω προμήθειες.
Άλλες σχετικές νομοθετικές πράξεις για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες περιλαμβάνουν την οδηγία σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού (ΟΑΔ), στην οποία πραγματοποιείται στοχευμένη αλλαγή μέσω της παρούσας πρότασης, τον κανονισμό για τις αγορές κρυπτοστοιχείων (MiCA), την πράξη για την ψηφιακή επιχειρησιακή ανθεκτικότητα σχετικά με την κυβερνοασφάλεια (DORA) και την οδηγία για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (ΚΞΧ), για τις οποίες συζητείται επί του παρόντος από τους συννομοθέτες μια δέσμη προτεινόμενων τροποποιήσεων.
Η πρωτοβουλία συνάδει πλήρως με άλλες πρωτοβουλίες της Επιτροπής που καθορίζονται στη στρατηγική της Επιτροπής για τις ψηφιακές χρηματοοικονομικές υπηρεσίες για την ΕΕ, η οποία εγκρίθηκε μαζί με τη στρατηγική για τις πληρωμές λιανικής, με στόχο την προώθηση του ψηφιακού μετασχηματισμού του χρηματοοικονομικού τομέα και της οικονομίας της ΕΕ, καθώς και την άρση του κατακερματισμού στην εσωτερική ψηφιακή αγορά.
•Συνέπεια με άλλες πολιτικές της Ένωσης
Η πρωτοβουλία συνάδει, επίσης, με την ανακοίνωση που εξέδωσε η Επιτροπή το 2021 με τίτλο «Το ευρωπαϊκό οικονομικό και χρηματοπιστωτικό σύστημα: προώθηση του ανοικτού χαρακτήρα, της ισχύος και της ανθεκτικότητας», στην οποία επανέλαβε τη σημασία της στρατηγικής της για τις πληρωμές λιανικής και της ψηφιακής καινοτομίας στον χρηματοπιστωτικό τομέα για την ενίσχυση της ενιαίας αγοράς χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Στην ίδια ανακοίνωση επιβεβαιώθηκε ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας θα επανεξετάσουν από κοινού, σε τεχνικό επίπεδο, ένα ευρύ φάσμα ζητημάτων πολιτικής, νομικών και τεχνικών ζητημάτων που προκύπτουν από την πιθανή θέσπιση του ψηφιακού ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη τις αντίστοιχες εντολές τους που προβλέπονται στις συνθήκες της ΕΕ.
Η Επιτροπή υποβάλλει πρόταση για ένα νομικό πλαίσιο της ΕΕ σχετικά με την πρόσβαση σε χρηματοοικονομικά δεδομένα, το οποίο παρουσιάζεται σε συνδυασμό με τις δύο προτάσεις για την τροποποίηση της PSD2· η εν λόγω πρόταση καλύπτει την πρόσβαση σε χρηματοοικονομικά δεδομένα πέραν των δεδομένων των λογαριασμών πληρωμών, τα οποία εξακολουθούν να καλύπτονται από τη νομοθεσία για τις πληρωμές.
Η γενικότερη σχετική νομοθεσία της ΕΕ περιλαμβάνει τον γενικό κανονισμό για την προστασία δεδομένων.
2.ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ, ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ
•Νομική βάση
Η νομική βάση της PSD2 είναι το άρθρο 114 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), το οποίο αναθέτει στα θεσμικά όργανα της ΕΕ τη θέσπιση διατάξεων για την εγκαθίδρυση της εσωτερικής αγοράς και τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της σύμφωνα με το άρθρο 26 της ΣΛΕΕ. Ωστόσο, δεδομένου ότι η οδηγία για το ηλεκτρονικό χρήμα βασίζεται στα άρθρα 53 και 114 της ΣΛΕΕ και ότι η εν λόγω πράξη ενσωματώνεται στην παρούσα πρόταση οδηγίας, συνάγεται ότι κάθε νέα νομική πράξη που ενσωματώνει κανόνες για την άδεια λειτουργίας των ιδρυμάτων που εκδίδουν ηλεκτρονικό χρήμα θα πρέπει επίσης να έχει μια τέτοια διπλή νομική βάση.
•Επικουρικότητα (σε περίπτωση μη αποκλειστικής αρμοδιότητας)
Η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και η ελευθερία εγκατάστασης χρησιμοποιούνται ευρέως από τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών. Για να εξασφαλιστούν αρμονικές συνθήκες και ισότιμοι όροι ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς για τις υπηρεσίες πληρωμών λιανικής, απαιτείται νομοθεσία σε επίπεδο ΕΕ. Η λογική αυτή αποτελεί τη βάση της πρώτης και της δεύτερης οδηγίας για τις υπηρεσίες πληρωμών και εξακολουθεί να ισχύει για την παρούσα πρόταση.
•Αναλογικότητα
Η πρόταση περιλαμβάνει στοχευμένα μέτρα αναλογικότητας, όπως διαφορετικές απαιτήσεις αρχικού κεφαλαίου και ιδίων κεφαλαίων για τα διάφορα είδη υπηρεσιών πληρωμών. Η πρόταση δίνει επίσης τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να εξαιρούν μικρά ιδρύματα πληρωμών με κύκλο εργασιών μικρότερο των 3 εκατ. EUR από ορισμένες από τις απαιτήσεις άδειας λειτουργίας. Οι προτεινόμενες νέες διατάξεις για τις υπηρεσίες ανάληψης μετρητών στα καταστήματα ή για τις αναλήψεις μετρητών που παρέχονται από ανεξάρτητους παρόχους ATM είναι επίσης αναλογικές.
•Επιλογή της νομικής πράξης
Η PSD2 είναι επί του παρόντος οδηγία η οποία εφαρμόζεται με μεταφορά της νομοθεσίας στα κράτη μέλη. Ωστόσο, σε διάφορους τομείς της νομοθεσίας της ΕΕ για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, κρίθηκε σκόπιμο να θεσπιστούν κανόνες που θα ισχύουν για χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις σε άμεσα εφαρμοστέο κανονισμό, ώστε να ενισχυθεί η συνοχή της εφαρμογής στα κράτη μέλη. Από την επανεξέταση της PSD2 προέκυψε το συμπέρασμα ότι η προσέγγιση αυτή θα ήταν επίσης κατάλληλη στη νομοθεσία για τις πληρωμές, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα οι προτεινόμενες τροποποιήσεις της PSD2 να περιληφθούν σε δύο χωριστές νομοθετικές πράξεις: στην παρούσα πρόταση οδηγίας, η οποία περιλαμβάνει ιδίως κανόνες σχετικά με την αδειοδότηση και την εποπτεία των ιδρυμάτων πληρωμών, και σε συνοδευτική πρόταση κανονισμού, η οποία περιέχει τους κανόνες για τους ΠΥΠ (συμπεριλαμβανομένων των ιδρυμάτων πληρωμών και ορισμένων άλλων κατηγοριών ΠΥΠ) που παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών και ηλεκτρονικού χρήματος. Στην παρούσα περίπτωση ενδείκνυται η έκδοση οδηγίας, δεδομένου ότι η αδειοδότηση και η εποπτεία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων εν γένει (συμπεριλαμβανομένων των ιδρυμάτων πληρωμών και άλλων κατηγοριών ΠΥΠ, όπως τα πιστωτικά ιδρύματα) παραμένουν εθνική αρμοδιότητα των κρατών μελών και δεν προτείνεται αδειοδότηση ή εποπτεία σε επίπεδο ΕΕ.
3.ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΕΩΝ, ΤΩΝ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΤΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΑ ΜΕΡΗ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΚΤΙΜΗΣΕΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ
•Εκ των υστέρων αξιολογήσεις / έλεγχοι καταλληλότητας της ισχύουσας νομοθεσίας
Το 2022 πραγματοποιήθηκε αξιολόγηση της PSD2. Τα στοιχεία που ελήφθησαν κατά την αξιολόγηση περιλάμβαναν έκθεση ανεξάρτητου αναδόχου και απόψεις των ενδιαφερόμενων μερών σε διάφορες δημόσιες διαβουλεύσεις. Η έκθεση αξιολόγησης δημοσιεύεται ως παράρτημα της εκτίμησης επιπτώσεων που συνοδεύει την παρούσα πρόταση. Η έκθεση αξιολόγησης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η PSD2 είχε διαφορετικό βαθμό επιτυχίας όσον αφορά την επίτευξη των στόχων της. Συνολικά, από την αξιολόγηση προκύπτει το συμπέρασμα ότι, μολονότι υπήρχαν ορισμένες ελλείψεις, το ισχύον πλαίσιο της PSD2 κατέστησε δυνατή την πρόοδο προς την επίτευξη των στόχων του, ενώ ήταν σχετικά αποδοτικό όσον αφορά το κόστος του και την παροχή ενωσιακής προστιθέμενης αξίας.
•Διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη
Για να διασφαλιστεί ότι η πρόταση της Επιτροπής λαμβάνει υπόψη τις απόψεις όλων των ενδιαφερόμενων μερών, η στρατηγική διαβούλευσης για την παρούσα πρωτοβουλία συμπεριέλαβε:
·ανοικτή δημόσια διαβούλευση από τις 10 Μαΐου 2022 έως τις 2 Αυγούστου 2022·
·στοχευμένη (αλλά ωστόσο δημόσια και ανοικτή) διαβούλευση, με πιο λεπτομερείς ερωτήσεις από τη δημόσια διαβούλευση, από τις 10 Μαΐου 2022 έως τις 5 Ιουλίου 2022·
·πρόσκληση υποβολής στοιχείων από τις 10 Μαΐου 2022 έως τις 2 Αυγούστου 2022·
·στοχευμένη διαβούλευση σχετικά με την ΟΑΔ, από τις 12 Φεβρουαρίου 2021 έως τις 7 Μαΐου 2021·
·διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη σε ομάδα εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής, την ομάδα εμπειρογνωμόνων της αγοράς για τα συστήματα πληρωμών·
·ad hoc επαφές με διάφορα ενδιαφερόμενα μέρη, είτε με δική τους πρωτοβουλία είτε με πρωτοβουλία της Επιτροπής·
·διαβούλευση με εμπειρογνώμονες των κρατών μελών στην ομάδα εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής για θέματα τραπεζών, πληρωμών και ασφαλίσεων.
Το αποτέλεσμα των εν λόγω διαβουλεύσεων συνοψίζεται στο παράρτημα 2 της εκτίμησης επιπτώσεων που συνοδεύει την παρούσα πρόταση.
•Συλλογή και χρήση εμπειρογνωσίας
Για την προετοιμασία της παρούσας πρωτοβουλίας χρησιμοποιήθηκαν διάφορες πληροφορίες και πηγές εμπειρογνωσίας, μεταξύ των οποίων οι ακόλουθες:
–αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν μέσω των διαφόρων διαβουλεύσεων που αναφέρονται ανωτέρω και σε ad hoc βάση από τα ενδιαφερόμενα μέρη·
–αποδεικτικά στοιχεία που παρείχε η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών στις συμβουλές της·
–μελέτη που εκπονήθηκε από ανάδοχο, την εταιρεία Valdani Vicari & Associati Consulting, και παραδόθηκε τον Σεπτέμβριο του 2022, με τίτλο «A study on the application and impact of Directive (EU) 2015/2366 on Payment Services (PSD2)» [Μελέτη σχετικά με την εφαρμογή και τον αντίκτυπο της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 στις υπηρεσίες πληρωμών].
–στοιχεία που ελήφθησαν από φορείς του ιδιωτικού τομέα.
•Εκτίμηση επιπτώσεων
Η παρούσα πρόταση (και η πρόταση κανονισμού σχετικά με τις υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά) συνοδεύεται από εκτίμηση επιπτώσεων, η οποία εξετάστηκε από την επιτροπή ρυθμιστικού ελέγχου (RSB) την 1η Μαρτίου 2023. Η RSB εξέδωσε θετική γνώμη με επιφυλάξεις στις 3 Μαρτίου 2023 (οι επιφυλάξεις εξετάστηκαν στην τελική έκδοση). Από την εκτίμηση επιπτώσεων διαπιστώθηκε ότι υπάρχουν τέσσερα βασικά προβλήματα στην αγορά πληρωμών της ΕΕ, παρά τα επιτεύγματα της PSD2:
–οι καταναλωτές διατρέχουν κίνδυνο απάτης και δεν έχουν εμπιστοσύνη στις πληρωμές·
–ο τομέας της ανοικτής τραπεζικής λειτουργεί με ατέλειες·
–οι εποπτικές αρχές στα κράτη μέλη της ΕΕ έχουν ασυνεπείς εξουσίες και υποχρεώσεις·
–επικρατούν άνισοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ τραπεζών και μη τραπεζικών ΠΥΠ.
Στις συνέπειες αυτών των προβλημάτων συγκαταλέγονται οι εξής:
–οι χρήστες (καταναλωτές έμποροι και ΜΜΕ) εξακολουθούν να εκτίθενται σε κίνδυνο απάτης και έχουν περιορισμένη επιλογή υπηρεσιών πληρωμών, με τιμές υψηλότερες από το αναγκαίο·
–οι πάροχοι ανοικτής τραπεζικής αντιμετωπίζουν εμπόδια στην παροχή βασικών σχετικών υπηρεσιών και δυσκολεύονται να καινοτομήσουν·
–οι ΠΥΠ αντιμετωπίζουν αβεβαιότητα όσον αφορά τις υποχρεώσεις τους και οι μη τραπεζικοί ΠΥΠ βρίσκονται σε μειονεκτική ανταγωνιστική θέση έναντι των τραπεζών·
–επικρατεί οικονομική αναποτελεσματικότητα και υψηλότερο κόστος για εμπορικές δραστηριότητες, με αρνητικό αντίκτυπο στην ανταγωνιστικότητα της ΕΕ·
–η εσωτερική αγορά πληρωμών είναι κατακερματισμένη και εμφανίζεται το φαινόμενο της ευκαιριακής επιλογής φορολογικής αρμοδιότητας (forum shopping).
Στην πρωτοβουλία τίθενται τέσσερις ειδικοί στόχοι, οι οποίοι αντιστοιχούν στα προβλήματα που εντοπίστηκαν:
1. Ενίσχυση της προστασίας και της εμπιστοσύνης των χρηστών στις πληρωμές·
2. Βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των υπηρεσιών ανοικτής τραπεζικής·
3. Βελτίωση της επιβολής και της εφαρμογής στα κράτη μέλη·
4. Βελτίωση της (άμεσης ή έμμεσης) πρόσβασης σε συστήματα πληρωμών και τραπεζικούς λογαριασμούς για μη τραπεζικούς ΠΥΠ.
Η εκτίμηση επιπτώσεων παρουσιάζει μια δέσμη προτιμώμενων επιλογών, με σκοπό την επίτευξη των ειδικών στόχων (ο κατάλογος που ακολουθεί καλύπτει τα μέτρα που περιλαμβάνονται τόσο στην παρούσα οδηγία όσο και στον συνοδευτικό κανονισμό):
–Όσον αφορά τον ειδικό στόχο 1, βελτιώσεις στην εφαρμογή της αυστηρής εξακρίβωσης ταυτότητας πελάτη, νομική βάση για την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με την απάτη και την υποχρέωση εκπαίδευσης των πελατών για την απάτη, επέκταση της επαλήθευσης του κωδικού IBAN σε όλες τις μεταφορές πιστώσεων και υπό όρους αντιστροφή της ευθύνης για απάτη με εγκεκριμένες πιστωτικές εντολές· υποχρέωση των ΠΥΠ να βελτιώσουν την προσβασιμότητα της αυστηρής εξακρίβωσης ταυτότητας πελάτη για χρήστες με αναπηρία, ηλικιωμένους και άλλα άτομα που αντιμετωπίζουν προκλήσεις όσον αφορά τη χρήση της αυστηρής εξακρίβωσης ταυτότητας πελάτη· μέτρα για τη βελτίωση της διαθεσιμότητας μετρητών· βελτιώσεις όσον αφορά τα δικαιώματα και την ενημέρωση των χρηστών.
–Όσον αφορά τον ειδικό στόχο 2, απαίτηση για παρόχους υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού (ASPSP) σχετικά με τη δημιουργία ειδικής διεπαφής πρόσβασης σε δεδομένα· «πίνακες αδειών» που δίνουν τη δυνατότητα στους χρήστες να διαχειρίζονται τις άδειες πρόσβασης σε ανοικτή τραπεζική που τους έχουν χορηγηθεί· λεπτομερέστερες προδιαγραφές των ελάχιστων απαιτήσεων για τις διεπαφές δεδομένων ανοικτής τραπεζικής·
–Όσον αφορά τον ειδικό στόχο 3, αντικατάσταση του μεγαλύτερου μέρους της PSD2 με άμεσα εφαρμοστέο κανονισμό· ενίσχυση των διατάξεων σχετικά με τις κυρώσεις· αποσαφηνίσεις στοιχείων που είναι διφορούμενα· ενσωμάτωση των καθεστώτων αδειοδότησης για ιδρύματα πληρωμών και ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος.
–Όσον αφορά τον ειδικό στόχο 4, ενίσχυση των δικαιωμάτων των ιδρυμάτων πληρωμών/ ηλεκτρονικού χρήματος σε τραπεζικό λογαριασμό· παροχή της δυνατότητας άμεσης συμμετοχής των ιδρυμάτων πληρωμών και των ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος σε όλα τα συστήματα πληρωμών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που ορίζονται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με την ΟΑΔ, με πρόσθετες διευκρινίσεις σχετικά με τις διαδικασίες αποδοχής και αξιολόγησης κινδύνου.
Ορισμένες επιλογές απορρίφθηκαν στην εκτίμηση επιπτώσεων λόγω του υψηλού κόστους υλοποίησης και των αβέβαιων οφελών. Το κόστος των επιλεγμένων επιλογών αφορά κυρίως εφάπαξ κόστος και βαρύνει σε μεγάλο βαθμό τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού (κυρίως τις τράπεζες). Στον τομέα της ανοικτής τραπεζικής, το κόστος αντισταθμίζεται από την εξοικονόμηση δαπανών (όπως η κατάργηση της μόνιμης εφεδρικής διεπαφής και της οικείας διαδικασίας απαλλαγής) και από τη θέσπιση μέτρων αναλογικότητας (πιθανές παρεκκλίσεις για εξειδικευμένους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού). Το κόστος της βελτιωμένης επιβολής και εφαρμογής για τα κράτη μέλη θα είναι περιορισμένο. Το κόστος της άμεσης πρόσβασης σε βασικά συστήματα πληρωμών για τα ιδρύματα πληρωμών θα είναι περιορισμένο και θα βαρύνει τα εν λόγω συστήματα πληρωμών. Από την άλλη πλευρά, τα οφέλη θα προκύψουν για ένα ευρύ φάσμα ενδιαφερόμενων μερών, συμπεριλαμβανομένων των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών (καταναλωτές, επιχειρήσεις, έμποροι και δημόσιες διοικήσεις), καθώς και των ίδιων των ΠΥΠ (ιδίως των μη τραπεζικών ΠΥΠ χρηματοοικονομικής τεχνολογίας). Τα οφέλη θα είναι επαναλαμβανόμενα, ενώ το κόστος θα είναι κυρίως εφάπαξ κόστος προσαρμογής· συνεπώς, τα σωρευτικά οφέλη θα πρέπει να υπερβαίνουν το συνολικό κόστος σε βάθος χρόνου.
● Καταλληλότητα και απλούστευση του κανονιστικού πλαισίου
Η παρούσα πρωτοβουλία δεν αποτελεί πρωτοβουλία του προγράμματος βελτίωσης της καταλληλότητας και της αποδοτικότητας του κανονιστικού πλαισίου (REFIT). Ωστόσο, στο πλαίσιο της διαδικασίας αξιολόγησης και επανεξέτασης, αναζητήθηκαν ευκαιρίες διοικητικής απλούστευσης. Το κύριο παράδειγμα της εν λόγω απλούστευσης που περιλαμβάνεται στην παρούσα πρωτοβουλία είναι η ενσωμάτωση της δεύτερης οδηγίας για το ηλεκτρονικό χρήμα στην PSD2 και η μεγάλης κλίμακας μείωση των διαφορών μεταξύ των κανονιστικών καθεστώτων για τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος και τα ιδρύματα πληρωμών (με ορισμένες διατηρούμενες διαφορές, όπως οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων). Η παρούσα πρόταση προβλέπει την κατάργηση της δεύτερης οδηγίας για το ηλεκτρονικό χρήμα.
● Θεμελιώδη δικαιώματα
Το θεμελιώδες δικαίωμα το οποίο αφορά ιδιαίτερα η παρούσα πρωτοβουλία είναι η προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Στον βαθμό που η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι απαραίτητη για τη συμμόρφωση με την παρούσα πρωτοβουλία, η επεξεργασία πρέπει να συνάδει με τον γενικό κανονισμό για την προστασία δεδομένων (ΓΚΠΔ), ο οποίος εφαρμόζεται άμεσα σε όλες τις υπηρεσίες πληρωμών τις οποίες αφορά η παρούσα πρόταση.
● Εφαρμογή της αρχής «για κάθε θέσπιση, μία κατάργηση»
Η παρούσα πρωτοβουλία δεν συνεπάγεται νέες διοικητικές δαπάνες για τις επιχειρήσεις ή τους καταναλωτές, καθώς η πρωτοβουλία δεν θα οδηγήσει σε αυξημένη επίβλεψη ή εποπτεία των ΠΥΠ ούτε σε ειδικές νέες υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων που δεν περιλαμβάνονται ήδη στην PSD2. Επίσης, από την πρωτοβουλία δεν προκύπτουν κανονιστικά τέλη και επιβαρύνσεις. Συνεπώς, η Επιτροπή θεωρεί ότι η παρούσα πρωτοβουλία δεν δημιουργεί διοικητικές δαπάνες που απαιτούν αντιστάθμιση βάσει της αρχής «για κάθε θέσπιση, μία κατάργηση» (παρότι έχει συνάφεια με την αρχή «για κάθε θέσπιση, μία κατάργηση», δεδομένου ότι δημιουργεί κόστος υλοποίησης). Μπορεί να επισημανθεί ότι η συνένωση του νομοθετικού καθεστώτος για τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος και του καθεστώτος για τα ιδρύματα πληρωμών θα μειώσει τις διοικητικές δαπάνες, για παράδειγμα με την κατάργηση της απαίτησης απόκτησης νέας άδειας σε ορισμένες περιπτώσεις.
● Κλίμα και βιωσιμότητα
Δεν έχουν εντοπιστεί αρνητικές επιπτώσεις της πρωτοβουλίας αυτής για το κλίμα. Η πρωτοβουλία θα συμβάλει στον στόχο 8.2 των Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών: «επίτευξη υψηλότερων επιπέδων οικονομικής παραγωγικότητας, μέσω της διαφοροποίησης, της τεχνολογικής αναβάθμισης και καινοτομίας, στρέφοντας την προσοχή σε τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας και έντασης εργασίας».
4.ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ
Η παρούσα πρόταση δεν έχει επιπτώσεις στον προϋπολογισμό της ΕΕ.
5.ΛΟΙΠΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
•Σχέδια εφαρμογής και ρυθμίσεις παρακολούθησης, αξιολόγησης και υποβολής εκθέσεων
Η πρόταση προβλέπει επανεξέταση, η οποία θα ολοκληρωθεί 5 έτη μετά την έναρξη ισχύος.
•Αναλυτική επεξήγηση των επιμέρους διατάξεων της πρότασης
Η παρούσα πρόταση οδηγίας σχετικά με την αδειοδότηση και την εποπτεία των ιδρυμάτων πληρωμών βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στον τίτλο ΙΙ της PSD2 σχετικά με τους «παρόχους υπηρεσιών πληρωμών», ο οποίος εφαρμόζεται μόνο στα ιδρύματα πληρωμών. Επικαιροποιεί και αποσαφηνίζει τις διατάξεις που αφορούν τα ιδρύματα πληρωμών και ενσωματώνει τα πρώην ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος ως υποκατηγορία των ιδρυμάτων πληρωμών (και, κατά συνέπεια, καταργεί τη δεύτερη οδηγία για το ηλεκτρονικό χρήμα, 2009/110/ΕΚ). Επιπλέον, περιλαμβάνει διατάξεις σχετικά με τις υπηρεσίες ανάληψης μετρητών που παρέχονται από εμπόρους λιανικής (χωρίς αγορά) ή ανεξάρτητους παρόχους ATM και τροποποιεί την οδηγία για το αμετάκλητο του διακανονισμού (οδηγία 98/26/ΕΚ).
●Αντικείμενο, πεδίο εφαρμογής και ορισμοί
Η πρόταση αφορά την πρόσβαση στη δραστηριότητα της παροχής υπηρεσιών πληρωμών και υπηρεσιών ηλεκτρονικού χρήματος από ιδρύματα πληρωμών (και όχι από πιστωτικά ιδρύματα). Ορισμένοι βασικοί ορισμοί αποσαφηνίζονται και ευθυγραμμίζονται με την πρόταση κανονισμού που συνοδεύει την παρούσα πρόταση.
●Αδειοδότηση και εποπτεία παρόχων υπηρεσιών πληρωμών
Οι διαδικασίες υποβολής αίτησης για άδεια λειτουργίας και έλεγχο των συμμετοχών στο μετοχικό κεφάλαιο παραμένουν ως επί το πλείστον αμετάβλητες σε σχέση με την PSD2, με εξαίρεση τη νέα απαίτηση υποβολής σχεδίου εκκαθάρισης μαζί με την αίτηση. Ωστόσο, έχει επιτευχθεί η πλήρης συνέπειά τους για τα ιδρύματα που παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών και υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος. Μεταξύ άλλων αλλαγών, αναγνωρίζεται ότι οι πάροχοι υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμών και οι πάροχοι υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού μπορούν να κατέχουν αρχικό κεφάλαιο αντί για ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης, δεδομένου ότι μπορεί να είναι δύσκολο να εκπληρωθεί η απαίτηση κατοχής ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης στο στάδιο της αδειοδότησης, λαμβανομένης υπόψη της προηγούμενης εμπειρίας. Οι απαιτήσεις για το αρχικό κεφάλαιο επικαιροποιούνται για να λαμβάνεται υπόψη ο πληθωρισμός μετά την έγκριση της PSD2 (με εξαίρεση τους παρόχους υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμών, καθώς αυτό δεν θεωρείται σκόπιμο, δεδομένης της σχετικά πρόσφατης λειτουργίας τους). Οι πιθανές μέθοδοι υπολογισμού των ιδίων κεφαλαίων δεν μεταβάλλονται ούτε για τα ιδρύματα πληρωμών που καλύπτονται από την PSD2 ούτε για τα πρώην ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος· προβλέπεται ότι μία από τις τρεις πιθανές μεθόδους υπολογισμού των ιδίων κεφαλαίων θα πρέπει να θεωρείται η προκαθορισμένη επιλογή προκειμένου να ενισχυθούν οι ισότιμοι όροι ανταγωνισμού — αλλά επιτρέπονται εξαιρέσεις για συγκεκριμένα επιχειρηματικά μοντέλα.
Οι κανόνες διασφάλισης για τα ιδρύματα πληρωμών παραμένουν αμετάβλητοι, με εξαίρεση το γεγονός ότι εισάγεται η δυνατότητα διασφάλισης σε λογαριασμό κεντρικής τράπεζας (κατά τη διακριτική ευχέρεια της τελευταίας) προκειμένου να διευρυνθούν οι σχετικές επιλογές για τους ΠΥΠ και ότι τα ιδρύματα πληρωμών πρέπει να προσπαθούν να αποφεύγουν τον κίνδυνο συγκέντρωσης σε διασφαλισμένα κεφάλαια· στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να εγκριθούν ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα της ΕΑΤ σχετικά με τη διαχείριση κινδύνου των διασφαλισμένων κεφαλαίων. Για τα ιδρύματα πληρωμών που παρέχουν υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος, οι κανόνες διασφάλισης ευθυγραμμίζονται πλήρως με εκείνους που ισχύουν για τα ιδρύματα πληρωμών που παρέχουν μόνο υπηρεσίες πληρωμών. Εισάγονται λεπτομερέστερες διατάξεις σχετικά με την εσωτερική διακυβέρνηση των ιδρυμάτων πληρωμών, συμπεριλαμβανομένων των κατευθυντήριων γραμμών της ΕΑΤ.
Οι διατάξεις σχετικά με τους αντιπροσώπους, τα υποκαταστήματα και την εξωτερική ανάθεση παραμένουν αμετάβλητες σε σχέση με την PSD2, αλλά προστίθεται νέος ορισμός των διανομέων ηλεκτρονικού χρήματος και συναφείς διατάξεις, στενά ευθυγραμμισμένες με εκείνες που ισχύουν για τους αντιπροσώπους.
Οι διατάξεις σχετικά με τη διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών από ιδρύματα πληρωμών και την εποπτεία των εν λόγω υπηρεσιών παραμένουν κατά βάση αμετάβλητες. Όσον αφορά την άσκηση του δικαιώματος εγκατάστασης και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών όταν τα ιδρύματα πληρωμών χρησιμοποιούν αντιπροσώπους, διανομείς και υποκαταστήματα, προβλέπονται ειδικές διατάξεις για τις περιπτώσεις στις οποίες εμπλέκονται τρία κράτη μέλη (το κράτος μέλος εγκατάστασης των ιδρυμάτων πληρωμών, το κράτος μέλος του αντιπροσώπου και ένα τρίτο κράτος μέλος στο οποίο ο αντιπρόσωπος παρέχει υπηρεσίες σε διασυνοριακή βάση), ενισχύοντας έτσι τη σαφήνεια.
Τα κράτη μέλη και η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών εξακολουθούν να τηρούν μητρώο των ιδρυμάτων πληρωμών που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας και, επιπλέον, καταρτίζουν κατάλογο παρόχων μηχανικώς αναγνώσιμων υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμών και παρόχων υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού.
Όπως στην PSD2 και στην οδηγία για το ηλεκτρονικό χρήμα, τα κράτη μέλη πρέπει να ορίσουν αρμόδιες αρχές με επαρκείς εξουσίες για την αδειοδότηση και την εποπτεία. Θεσπίζονται διατάξεις για τη συνεργασία μεταξύ των εθνικών αρμόδιων αρχών (στο εξής: ΕΑΑ), με τις οποίες αποσαφηνίζονται οι σχετικοί κανόνες και προστίθεται η δυνατότητα των ΕΑΑ να ζητούν τη συνδρομή της ΕΑΤ για την επίλυση πιθανών διαφωνιών μεταξύ άλλων ΕΑΑ.
Όπως στην PSD2, τα ιδρύματα πληρωμών που παρέχουν μόνο υπηρεσίες πληροφοριών λογαριασμού υπόκεινται σε απαίτηση καταχώρισης και όχι άδειας λειτουργίας. Η πρόταση προσδιορίζει τα έγγραφα που πρέπει να συνοδεύουν την αίτηση καταχώρισης. Οι πάροχοι υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού εξακολουθούν να εποπτεύονται από τις αρμόδιες αρχές. Οι προαιρετικές απαλλαγές από ορισμένες διατάξεις τις οποίες τα κράτη μέλη μπορούν να χορηγούν σε μικρά ιδρύματα πληρωμών παραμένουν αμετάβλητες.
●Διατάξεις σχετικά με τις αναλήψεις μετρητών
Οι διαχειριστές καταστημάτων λιανικής εξαιρούνται από την απαίτηση άδειας ιδρύματος πληρωμών όταν παρέχουν υπηρεσίες ανάληψης μετρητών χωρίς αγορά στις εγκαταστάσεις τους (σε προαιρετική βάση), εάν το ποσό των μετρητών που διανέμονται δεν υπερβαίνει τα 50 EUR, σύμφωνα με την ανάγκη αποφυγής αθέμιτου ανταγωνισμού με τους παρόχους ATM.
Οι διανομείς μετρητών μέσω ΑΤΜ που δεν εξυπηρετούν λογαριασμούς πληρωμών (οι λεγόμενοι «ανεξάρτητοι πάροχοι ATM») εξαιρούνται από τις απαιτήσεις αδειοδότησης των ιδρυμάτων πληρωμών και υπόκεινται μόνο σε απαίτηση καταχώρισης. Η καταχώριση πρέπει να συνοδεύεται από ορισμένη τεκμηρίωση.
●Μεταβατικές διατάξεις
Τα μεταβατικά μέτρα είναι κατάλληλα όσον αφορά τις υφιστάμενες δραστηριότητες στο πλαίσιο της PSD2, δεδομένης της δημιουργίας ενός νέου νομικού καθεστώτος αδειοδότησης. Για παράδειγμα, παρατείνεται η ισχύς των υφιστάμενων αδειών για ιδρύματα πληρωμών και ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος («προϋφιστάμενο καθεστώς») έως 30 μήνες μετά την έναρξη ισχύος (ένα έτος μετά τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο και την έναρξη της εφαρμογής), υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση για άδεια δυνάμει της παρούσας οδηγίας υποβάλλεται το αργότερο 24 μήνες μετά την έναρξη ισχύος.
●Καταργήσεις και τροποποιήσεις άλλων νομοθετικών πράξεων
Η δεύτερη οδηγία για το ηλεκτρονικό χρήμα (οδηγία 2009/110/ΕΚ) καταργείται, με ισχύ από την ημερομηνία εφαρμογής της παρούσας οδηγίας.
Η δεύτερη οδηγία για τις υπηρεσίες πληρωμών [οδηγία (ΕΕ) 2015/2366] καταργείται από την ίδια ημερομηνία. Επισυνάπτεται πίνακας αντιστοιχίας των άρθρων σε σχέση με τα αντίστοιχα άρθρα της PSD2 και της ΟΗΧ2, για λόγους νομικής συνέχειας.
Πραγματοποιείται τροποποίηση της ΟΑΔ (οδηγία 98/26/ΕΚ) προκειμένου να προστεθούν τα ιδρύματα πληρωμών στον κατάλογο των ιδρυμάτων που έχουν τη δυνατότητα να συμμετέχουν απευθείας σε συστήματα πληρωμών που ορίζονται από κράτος μέλος σύμφωνα με την εν λόγω οδηγία (αλλά όχι σε καθορισμένα συστήματα διακανονισμού αξιογράφων). Τροποποιείται επίσης ο ορισμός της έμμεσης συμμετοχής στην ΟΑΔ, ώστε να επανέλθει ο ορισμός στο κείμενο που υπήρχε πριν από το 2019, όταν η οδηγία (ΕΕ) 2019/879 άλλαξε αυτόν τον ορισμό.
Το άρθρο 47 προβλέπει τροποποίηση της οδηγίας (ΕΕ) 2020/1828 ώστε να περιλάβει στο πεδίο εφαρμογής της τον κανονισμό (ΕΕ) 20../.... σχετικά με την πρόσβαση σε χρηματοοικονομικά δεδομένα. Η εν λόγω τροποποίηση θα επιτρέψει την άσκηση αντιπροσωπευτικών αγωγών κατά παραβάσεων του εν λόγω κανονισμού.
●Λοιπές διατάξεις
Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να επικαιροποιεί τα ποσά των ιδίων κεφαλαίων ώστε να λαμβάνεται υπόψη ο πληθωρισμός με κατ’ εξουσιοδότηση πράξη. Η οδηγία είναι οδηγία πλήρους εναρμόνισης. Θα αρχίσει να ισχύει 20 ημέρες μετά τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα. Η προθεσμία για τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας από τα κράτη μέλη και η ημερομηνία εφαρμογής των μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο είναι 18 μήνες μετά την έναρξη ισχύος (εκτός από τις τροποποιήσεις της ΟΑΔ, οπότε είναι 6 μήνες). Θα πρέπει να υποβληθεί έκθεση επανεξέτασης 5 έτη μετά την έναρξη ισχύος της οδηγίας, με εστίαση ιδίως στην καταλληλότητα του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας, στην πιθανή επέκτασή της στα συστήματα πληρωμών και στις τεχνικές υπηρεσίες, καθώς και στον αντίκτυπο της διασφάλισης των κεφαλαίων των ιδρυμάτων πληρωμών από τους κανόνες που πρότεινε η Επιτροπή στις 18 Απριλίου 2023, οι οποίοι, όταν εγκριθούν, θα τροποποιήσουν την οδηγία 2014/49/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, περί των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων.
2023/0209 (COD)
Πρόταση
ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
σχετικά με τις υπηρεσίες πληρωμών και τις υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος στην εσωτερική αγορά, την τροποποίηση της οδηγίας 98/26/ΕΚ και την κατάργηση των οδηγιών (ΕΕ) 2015/2366 και 2009/110/ΕΚ
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως τα άρθρα 53 και 114,
Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής,
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών,
Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
(1)Μετά την έκδοση της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η αγορά υπηρεσιών πληρωμών λιανικής υπέστη σημαντικές αλλαγές που σχετίζονται σε μεγάλο βαθμό με την αυξανόμενη χρήση καρτών και άλλων ψηφιακών μέσων πληρωμής, τη μείωση της χρήσης μετρητών και την αυξανόμενη παρουσία νέων παραγόντων και υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των ψηφιακών πορτοφολιών και των ανέπαφων πληρωμών. Η πανδημία COVID-19 και οι μετασχηματισμοί που επέφερε στην κατανάλωση και στις πρακτικές πληρωμών ενίσχυσαν τη σημασία της ύπαρξης ασφαλών και αποτελεσματικών ψηφιακών πληρωμών.
(2)Στην ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με μια στρατηγική πληρωμών λιανικής για την ΕΕ ανακοινώθηκε η έναρξη συνολικής επανεξέτασης της εφαρμογής και των επιπτώσεων της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366, «η οποία θα πρέπει να περιλαμβάνει συνολική αξιολόγηση του κατά πόσον η οδηγία εξακολουθεί να είναι κατάλληλη για τον επιδιωκόμενο σκοπό, λαμβανομένων υπόψη των εξελίξεων στην αγορά».
(3)Η οδηγία (ΕΕ) 2015/2366 είχε ως στόχο την αντιμετώπιση των εμποδίων στα νέα είδη υπηρεσιών πληρωμών και τη βελτίωση του επιπέδου προστασίας και ασφάλειας των καταναλωτών. Από την αξιολόγηση των επιπτώσεων και της εφαρμογής της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 από την Επιτροπή διαπιστώθηκε ότι η οδηγία (ΕΕ) 2015/2366 ήταν σε μεγάλο βαθμό επιτυχής όσον αφορά πολλούς από τους στόχους της, αλλά εντοπίστηκαν επίσης ορισμένοι τομείς στους οποίους οι στόχοι της οδηγίας δεν έχουν επιτευχθεί πλήρως. Ειδικότερα, μέσω της αξιολόγησης εντοπίστηκαν προβλήματα όσον αφορά την αποκλίνουσα εφαρμογή και επιβολή της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366, τα οποία έχουν επηρεάσει άμεσα τον ανταγωνισμό μεταξύ των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών, οδηγώντας σε ουσιαστικά διαφορετικές ρυθμιστικές συνθήκες στα κράτη μέλη λόγω της διαφορετικής ερμηνείας των κανόνων, ενθαρρύνοντας το ρυθμιστικό αρμπιτράζ.
(4)Δεν θα πρέπει να υπάρχει περιθώριο ευκαιριακής επιλογής φορολογικής αρμοδιότητας (forum shopping) όπου οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών θα επιλέγουν, ως χώρα προέλευσης, τα κράτη μέλη στα οποία η εφαρμογή των ενωσιακών κανόνων για τις υπηρεσίες πληρωμών είναι πιο συμφέρουσα για αυτούς και θα παρέχουν διασυνοριακές υπηρεσίες σε άλλα κράτη μέλη τα οποία εφαρμόζουν αυστηρότερη ερμηνεία των κανόνων ή εφαρμόζουν πιο ενεργητικές πολιτικές επιβολής της νομοθεσίας στους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών που είναι εγκατεστημένοι εκεί. Η πρακτική αυτή στρεβλώνει τον ανταγωνισμό. Οι ενωσιακοί κανόνες για τις υπηρεσίες πληρωμών θα πρέπει να εναρμονιστούν, με ενσωμάτωση των κανόνων που διέπουν τη διεξαγωγή των υπηρεσιών πληρωμών σε κανονισμό και τον διαχωρισμό τους από τους κανόνες σχετικά με την άδεια λειτουργίας και την εποπτεία των ιδρυμάτων πληρωμών, οι οποίοι θα πρέπει να διέπονται από την παρούσα οδηγία (PSD3) και να μη συνεχίσουν να διέπονται από την ισχύουσα οδηγία (PSD2).
(5)Παρότι η έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος ρυθμίζεται από την οδηγία 2009/110/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η χρήση ηλεκτρονικού χρήματος για τη χρηματοδότηση πράξεων πληρωμής ρυθμίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό από την οδηγία (ΕΕ) 2015/2366. Κατά συνέπεια, το νομικό πλαίσιο που ισχύει για τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος και τα ιδρύματα πληρωμών, και ειδικότερα όσον αφορά τους κανόνες επαγγελματικής δεοντολογίας, έχει ήδη ευθυγραμμιστεί σημαντικά. Με την πάροδο των ετών, οι αρμόδιες αρχές που είναι επιφορτισμένες με τη χορήγηση άδειας λειτουργίας και την εποπτεία των ιδρυμάτων πληρωμών και των ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος αντιμετώπισαν πρακτικές δυσκολίες όσον αφορά τη σαφή οριοθέτηση των δύο καθεστώτων και τη διάκριση των προϊόντων και υπηρεσιών ηλεκτρονικού χρήματος από τις υπηρεσίες πληρωμών και ηλεκτρονικού χρήματος που παρέχουν τα ιδρύματα πληρωμών. Αυτό έχει οδηγήσει σε ανησυχίες περί ρυθμιστικού αρμπιτράζ και άνισων όρων ανταγωνισμού, καθώς και σε ζητήματα που άπτονται της καταστρατήγησης των απαιτήσεων της οδηγίας 2009/110/ΕΚ, σε περιπτώσεις όπου τα ιδρύματα πληρωμών που εκδίδουν ηλεκτρονικό χρήμα εκμεταλλεύονται τις ομοιότητες μεταξύ υπηρεσιών πληρωμών και υπηρεσιών ηλεκτρονικού χρήματος και υποβάλλουν αίτηση για άδεια λειτουργίας ως ίδρυμα πληρωμών. Συνεπώς, είναι σκόπιμο το καθεστώς άδειας λειτουργίας και εποπτείας που ισχύει για τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος να ευθυγραμμιστεί περαιτέρω με το καθεστώς που ισχύει για τα ιδρύματα πληρωμών. Ωστόσο, οι απαιτήσεις αδειοδότησης, ιδίως για το αρχικό κεφάλαιο και τα ίδια κεφάλαια, και ορισμένες καίριες βασικές έννοιες που διέπουν τις δραστηριότητες ηλεκτρονικού χρήματος, μεταξύ άλλων την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος, τη διανομή και τη δυνατότητα εξαργύρωσης ηλεκτρονικού χρήματος, είναι διακριτές από τις υπηρεσίες που παρέχουν τα ιδρύματα πληρωμών. Επομένως, είναι σκόπιμο να διατηρηθούν οι ιδιαιτερότητες αυτές κατά τον συγκερασμό των διατάξεων της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 και της οδηγίας 2009/110/ΕΚ.
(6)Όπως προκύπτει από την επανεξέταση που διενήργησε η Επιτροπή και δεδομένης της εξέλιξης των αντίστοιχων αγορών, των επιχειρήσεων και των κινδύνων που συνδέονται με τις δραστηριότητες, είναι αναγκαίο να επικαιροποιηθεί το καθεστώς προληπτικής εποπτείας για τα ιδρύματα πληρωμών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που εκδίδουν ηλεκτρονικό χρήμα και παρέχουν υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος, θέτοντας την απαίτηση ενιαίας άδειας για τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών και υπηρεσιών ηλεκτρονικού χρήματος που δεν δέχονται καταθέσεις. Δεδομένου ότι ο κανονισμός (ΕΕ) 2023/1114 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ορίζει στο άρθρο 48 παράγραφος 2 ότι οι εκδότες ηλεκτρονικού χρήματος θεωρούνται ηλεκτρονικό χρήμα, το καθεστώς αδειοδότησης για τα ιδρύματα πληρωμών, δεδομένου ότι θα αντικαταστήσουν τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος, θα πρέπει να ισχύει και για τους εκδότες μαρκών ηλεκτρονικού χρήματος. Το καθεστώς προληπτικής εποπτείας που ισχύει για τα ιδρύματα πληρωμών θα πρέπει να βασίζεται σε άδεια λειτουργίας, με την επιφύλαξη ενός συνόλου αυστηρών και ολοκληρωμένων προϋποθέσεων, για τα νομικά πρόσωπα που παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών όταν δεν δέχονται καταθέσεις. Το καθεστώς προληπτικής εποπτείας που ισχύει για τα ιδρύματα πληρωμών θα πρέπει να διασφαλίζει ότι ισχύουν οι ίδιοι όροι σε ολόκληρη την Ένωση για τη δραστηριότητα της παροχής υπηρεσιών πληρωμών.
(7)Είναι σκόπιμο να διαχωριστεί η υπηρεσία που επιτρέπει την ανάληψη μετρητών από λογαριασμό πληρωμών από τη δραστηριότητα εξυπηρέτησης λογαριασμού πληρωμών, δεδομένου ότι οι πάροχοι υπηρεσιών ανάληψης μετρητών δεν μπορούν να εξυπηρετούν λογαριασμούς πληρωμών. Οι υπηρεσίες έκδοσης μέσων πληρωμών και αποδοχής πράξεων πληρωμής, οι οποίες απαριθμούνται από κοινού στο σημείο 5 του παραρτήματος της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 όπως εάν η μία δεν μπορεί να προσφερθεί χωρίς την άλλη, θα πρέπει να παρουσιάζονται ως δύο διαφορετικές υπηρεσίες πληρωμών. Στον χωριστό κατάλογο των υπηρεσιών έκδοσης και αποδοχής θα πρέπει να διευκρινίζεται, σε συνδυασμό με χωριστούς ορισμούς για κάθε υπηρεσία, ότι οι υπηρεσίες έκδοσης και αποδοχής μπορούν να προσφέρονται χωριστά από τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών.
(8)Λαμβάνοντας υπόψη την ταχεία εξέλιξη της αγοράς πληρωμών λιανικής και τη συνεχή νέα προσφορά υπηρεσιών πληρωμών και λύσεων πληρωμών, είναι σκόπιμο να προσαρμοστούν στην πραγματικότητα της αγοράς ορισμένοι από τους ορισμούς της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366, όπως ο ορισμός του λογαριασμού πληρωμών, των χρηματικών ποσών και του μέσου πληρωμών, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η νομοθεσία της Ένωσης παραμένει κατάλληλη για τον επιδιωκόμενο σκοπό και τεχνολογικά ουδέτερη.
(9)Δεδομένων των αποκλινουσών απόψεων που εντόπισε η Επιτροπή στην επανεξέταση της εφαρμογής της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 και οι οποίες επισημάνθηκαν από την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ) στη γνώμη που εξέδωσε στις 23 Ιουνίου 2022 σχετικά με την επανεξέταση της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366, είναι αναγκαίο να αποσαφηνιστεί ο ορισμός των λογαριασμών πληρωμών. Το καθοριστικό κριτήριο για τον χαρακτηρισμό ενός λογαριασμού ως λογαριασμού πληρωμών είναι η δυνατότητα εκτέλεσης καθημερινών πράξεων πληρωμής από έναν τέτοιο λογαριασμό. Η δυνατότητα πραγματοποίησης πράξεων πληρωμής προς τρίτο μέσω λογαριασμού ή η δυνατότητα πραγματοποίησης τέτοιων πράξεων από τρίτο αποτελεί καθοριστικό στοιχείο της έννοιας του λογαριασμού πληρωμών. Συνεπώς, ως λογαριασμός πληρωμών θα πρέπει να ορίζεται ο λογαριασμός που χρησιμοποιείται για την αποστολή και την είσπραξη χρηματικών ποσών προς και από τρίτους. Οποιοσδήποτε λογαριασμός διαθέτει τα εν λόγω χαρακτηριστικά θα πρέπει να θεωρείται λογαριασμός πληρωμών και θα πρέπει να είναι προσβάσιμος για την παροχή υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμών και πληροφοριών λογαριασμού. Οι περιπτώσεις στις οποίες απαιτείται άλλος ενδιάμεσος λογαριασμός για την εκτέλεση πράξεων πληρωμής από ή προς τρίτους δεν θα πρέπει να εμπίπτουν στον ορισμό του λογαριασμού πληρωμών. Οι λογαριασμοί ταμιευτηρίου δεν χρησιμοποιούνται για την αποστολή και την είσπραξη χρηματικών ποσών προς ή από τρίτους, με αποτέλεσμα να εξαιρούνται από τον ορισμό του λογαριασμού πληρωμών.
(10)Δεδομένης της εμφάνισης νέων ειδών μέσων πληρωμών και της αβεβαιότητας που επικρατεί στην αγορά όσον αφορά τον νομικό χαρακτηρισμό τους, θα πρέπει να διευκρινιστεί περαιτέρω ο ορισμός του «μέσου πληρωμών» ως προς το τι συνιστά ή όχι μέσο πληρωμών, λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της τεχνολογικής ουδετερότητας.
(11)Παρά το γεγονός ότι η τεχνολογία επικοινωνίας κοντινού πεδίου (Near-Field Communication — NFC) επιτρέπει την εκκίνηση μιας πράξης πληρωμής, ο χαρακτηρισμός της ως πλήρους «μέσου πληρωμών» θα δημιουργούσε ορισμένες προκλήσεις, μεταξύ άλλων όσον αφορά την εφαρμογή αυστηρής εξακρίβωσης ταυτότητας πελάτη για ανέπαφες πληρωμές στο σημείο πώλησης και του καθεστώτος ευθύνης του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών. Συνεπώς, η τεχνολογία NFC θα πρέπει να θεωρείται περισσότερο λειτουργική δυνατότητα ενός μέσου πληρωμών και όχι καθαυτό μέσο πληρωμών.
(12)Ο ορισμός για το «μέσο πληρωμών» της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 αναφερόταν σε «εξατομικευμένη συσκευή». Δεδομένου ότι υπάρχουν προπληρωμένες κάρτες στις οποίες το όνομα του κατόχου του μέσου δεν είναι τυπωμένο στην κάρτα, αυτό θα μπορούσε να αποκλείσει τις εν λόγω κάρτες από το πεδίο εφαρμογής του ορισμού του μέσου πληρωμών. Συνεπώς, θα πρέπει να τροποποιηθεί ο ορισμός για το «μέσο πληρωμών» ώστε να αναφέρεται σε «μεμονωμένες» αντί για «εξατομικευμένες» συσκευές, διευκρινίζοντας ότι οι προπληρωμένες κάρτες στις οποίες το όνομα του κατόχου του μέσου δεν είναι τυπωμένο στην κάρτα αποτελούν μέσα πληρωμών.
(13)Τα λεγόμενα ψηφιακά «πορτοφόλια διέλευσης», τα οποία περιλαμβάνουν τη δημιουργία μαρκών υφιστάμενου μέσου πληρωμών, συμπεριλαμβανομένης της κάρτας πληρωμών, πρέπει να θεωρούνται τεχνικές υπηρεσίες και συνεπώς θα πρέπει να εξαιρούνται από τον ορισμό του μέσου πληρωμών δεδομένου ότι η μάρκα καθαυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μέσο πληρωμών, αλλά, αντιθέτως, ως εφαρμογή πληρωμών κατά την έννοια του άρθρου 2 σημείο 21) του κανονισμού (ΕΕ) 2015/751 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Ωστόσο, ορισμένες άλλες κατηγορίες ψηφιακών πορτοφολιών, συγκεκριμένα τα προπληρωμένα ηλεκτρονικά πορτοφόλια, όπως τα «κλιμακωτά πορτοφόλια», όπου οι χρήστες μπορούν να αποθηκεύουν χρήματα για μελλοντικές ηλεκτρονικές συναλλαγές, πρέπει να θεωρούνται μέσο πληρωμών και η έκδοσή τους ως υπηρεσία πληρωμών.
(14)Το έμβασμα αποτελεί υπηρεσία πληρωμών, συνήθως βάσει μετρητών που ο πληρωτής παρέχει σε πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, χωρίς να δημιουργείται τυχόν λογαριασμός πληρωμών στο όνομα του πληρωτή ή του δικαιούχου, ο οποίος και εμβάζει το αντίστοιχο ποσό σε δικαιούχο ή σε άλλον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών που ενεργεί για λογαριασμό του δικαιούχου. Σε μερικά κράτη μέλη, τα σουπερμάρκετ, οι έμποροι και άλλοι λιανοπωλητές παρέχουν στους καταναλωτές μια υπηρεσία που τους δίνει τη δυνατότητα πληρωμής λογαριασμών των υπηρεσιών κοινής ωφελείας και άλλων τακτικών οικιακών λογαριασμών. Συνεπώς, οι εν λόγω υπηρεσίες πληρωμής λογαριασμών θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως υπηρεσία εμβασμάτων.
(15)Ο ορισμός των χρηματικών ποσών θα πρέπει να καλύπτει όλες τις μορφές χρήματος κεντρικής τράπεζας που εκδίδεται για χρήση στην αγορά λιανικής, συμπεριλαμβανομένων των τραπεζογραμματίων και κερμάτων, καθώς και κάθε πιθανό μελλοντικό ψηφιακό νόμισμα κεντρικής τράπεζας, ηλεκτρονικό χρήμα και χρήμα εμπορικών τραπεζών. Το χρήμα κεντρικής τράπεζας που εκδίδεται για χρήση μεταξύ της κεντρικής τράπεζας και των εμπορικών τραπεζών, δηλαδή για χρήση στην αγορά χονδρικής, δεν θα πρέπει να καλύπτεται.
(16)Ο κανονισμός (ΕΕ) 2023/1114 της 31ης Μαΐου 2023 ορίζει ότι οι μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος θεωρούνται ηλεκτρονικό χρήμα. Επομένως, οι μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος θα πρέπει να περιληφθούν, ως ηλεκτρονικό χρήμα, στον ορισμό των χρηματικών ποσών.
(17)Από την αξιολόγηση της εφαρμογής της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 δεν προέκυψε σαφής ανάγκη ουσιαστικής τροποποίησης των όρων χορήγησης και διατήρησης της άδειας λειτουργίας ιδρύματος πληρωμών ή ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος, οι οποίοι, αντίστοιχα, προβλέπονται, αφενός, στην οδηγία 2007/64/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την οδηγία (ΕΕ) 2015/2366 και, αφετέρου, στην οδηγία 2009/110/ΕΚ. Οι όροι αυτοί εξακολουθούν να περιλαμβάνουν απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας ανάλογες προς τους επιχειρησιακούς και χρηματοοικονομικούς κινδύνους που αντιμετωπίζουν τα ιδρύματα πληρωμών, συμπεριλαμβανομένων των ιδρυμάτων που εκδίδουν ηλεκτρονικό χρήμα και παρέχουν υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος κατά την άσκηση των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων. Στην τεκμηρίωση που απαιτείται για την υποστήριξη της αίτησης για άδεια λειτουργίας ιδρύματος πληρωμών είναι σκόπιμο να προστεθεί σχέδιο εκκαθάρισης για το ενδεχόμενο πτώχευσης, ανάλογο προς το επιχειρηματικό μοντέλο του μελλοντικού ιδρύματος πληρωμών· το εν λόγω σχέδιο εκκαθάρισης θα πρέπει να είναι κατάλληλο για την υποστήριξη της συντεταγμένης εκκαθάρισης των δραστηριοτήτων σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένης της συνέχειας ή της αποκατάστασης τυχόν κρίσιμων δραστηριοτήτων που εκτελούνται από εξωτερικούς παρόχους υπηρεσιών, αντιπροσώπους ή διανομείς. Για να αποφευχθεί η χορήγηση άδειας λειτουργίας για υπηρεσίες που δεν παρέχονται ουσιαστικά από ίδρυμα πληρωμών, είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί ότι ένα ίδρυμα πληρωμών δεν θα πρέπει να υποχρεούται να λάβει άδεια για υπηρεσίες πληρωμών τις οποίες δεν προτίθεται να παράσχει.
(18)Μετά την αξιολόγηση της ΕΑΤ από ομοτίμους σχετικά με τη χορήγηση άδειας λειτουργίας βάσει της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366, η οποία δημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο του 2023, προέκυψε το συμπέρασμα ότι οι ανεπάρκειες στη διαδικασία χορήγησης άδειας λειτουργίας έχουν οδηγήσει σε μια κατάσταση όπου οι αιτούντες υπόκεινται σε διαφορετικές εποπτικές προσδοκίες όσον αφορά τις απαιτήσεις για άδεια λειτουργίας ως ίδρυμα πληρωμών ή ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος σε ολόκληρη την Ένωση, και ότι μερικές φορές η διαδικασία χορήγησης άδειας λειτουργίας μπορεί να είναι υπερβολικά χρονοβόρα. Για να εξασφαλιστούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού και εναρμονισμένη διαδικασία για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας σε επιχειρήσεις που υποβάλλουν αίτηση για άδεια ιδρύματος πληρωμών, είναι σκόπιμο να επιβληθεί στις αρμόδιες αρχές προθεσμία 3 μηνών για την ολοκλήρωση της διαδικασίας χορήγησης άδειας λειτουργίας, μετά τη λήψη όλων των πληροφοριών που απαιτούνται για την απόφαση.
(19)Για να εξασφαλιστεί μεγαλύτερη συνέπεια στη διαδικασία υποβολής αιτήσεων για τα ιδρύματα πληρωμών, είναι σκόπιμο να ανατεθεί στην ΕΑΤ να καταρτίσει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων σχετικά με τη χορήγηση άδειας λειτουργίας, μεταξύ άλλων σχετικά με τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στις αρμόδιες αρχές στην αίτηση για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας ιδρύματος πληρωμών, μια κοινή μεθοδολογία αξιολόγησης για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας ή την καταχώριση, τι μπορεί να θεωρηθεί συγκρίσιμη εγγύηση με την ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης και τα κριτήρια που πρέπει να χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό του ελάχιστου χρηματικού ποσού της ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης ή συγκρίσιμης εγγύησης. Συνεπώς, η ΕΑΤ θα πρέπει να λάβει υπόψη την πείρα που αποκτήθηκε κατά την εφαρμογή των κατευθυντήριων γραμμών της σχετικά με τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται από τους αιτούντες παρόχους υπηρεσιών πληρωμών στις εθνικές αρμόδιες αρχές για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας ή την καταχώριση, καθώς και των κατευθυντήριων γραμμών της σχετικά με την εφαρμογή των κριτηρίων που χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό του ελάχιστου χρηματικού ποσού της ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης ή άλλης συγκρίσιμης εγγύησης.
(20)Το πλαίσιο προληπτικής εποπτείας που εφαρμόζεται στα ιδρύματα πληρωμών θα πρέπει να συνεχίσει να βασίζεται στην παραδοχή ότι τα εν λόγω ιδρύματα απαγορεύεται να δέχονται καταθέσεις από χρήστες υπηρεσιών πληρωμών και επιτρέπεται να χρησιμοποιούν μόνο τα χρηματικά ποσά που λαμβάνουν από τους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών για την παροχή υπηρεσιών πληρωμών. Επομένως, είναι σκόπιμο οι απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας που ισχύουν για τα ιδρύματα πληρωμών να αποτυπώνουν το γεγονός ότι οι δραστηριότητές τους είναι πιο εξειδικευμένες και περιορισμένες σε σύγκριση με τα πιστωτικά ιδρύματα, και ενέχουν έτσι μικρότερους κινδύνους που ελέγχονται και παρακολουθούνται ευκολότερα, σε σχέση με τους κινδύνους που περικλείει το ευρύτερο φάσμα δραστηριοτήτων των πιστωτικών ιδρυμάτων.
(21)Κατά την εξέταση των αιτήσεων για χορήγηση άδειας λειτουργίας ιδρύματος πληρωμών, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στο σχέδιο διακυβέρνησης που υποβάλλεται στο πλαίσιο της εν λόγω αίτησης. Τα ιδρύματα πληρωμών θα πρέπει να αντιμετωπίζουν τις ενδεχόμενες επιζήμιες συνέπειες ελλιπώς σχεδιασμένων ρυθμίσεων διακυβέρνησης στην ορθή διαχείριση των κινδύνων, εφαρμόζοντας μια ορθή νοοτροπία αντιμετώπισης των κινδύνων σε όλα τα επίπεδα. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να παρακολουθούν την επάρκεια των ρυθμίσεων εσωτερικής διακυβέρνησης. Είναι σκόπιμο η ΕΑΤ να εγκρίνει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις ρυθμίσεις εσωτερικής διακυβέρνησης, λαμβάνοντας υπόψη τη διακύμανση των μεγεθών και των επιχειρηματικών μοντέλων μεταξύ των ιδρυμάτων πληρωμών και τηρώντας την αρχή της αναλογικότητας.
(22)Ενώ οι απαιτήσεις άδειας λειτουργίας καθορίζουν ειδικούς κανόνες σχετικά με τους ελέγχους ασφάλειας των τεχνολογιών των πληροφοριών και των επικοινωνιών (ΤΠΕ) και τα στοιχεία μετριασμού για την απόκτηση άδειας παροχής υπηρεσιών πληρωμών, οι απαιτήσεις αυτές θα πρέπει να ευθυγραμμιστούν με τις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2554 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.
(23)Οι πάροχοι υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμών και οι πάροχοι υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού, όταν παρέχουν τις εν λόγω υπηρεσίες, δεν διατηρούν στην κατοχή τους κεφάλαια πελατών. Συνεπώς θα ήταν δυσανάλογο να επιβληθούν σε αυτούς τους φορείς της αγοράς απαιτήσεις ως προς τα ίδια κεφάλαια. Ωστόσο, είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι οι πάροχοι υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμών και οι πάροχοι υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού είναι σε θέση να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους σε σχέση με τις δραστηριότητές τους. Προκειμένου να διασφαλιστεί η κατάλληλη κάλυψη των κινδύνων που συνδέονται με τις υπηρεσίες εκκίνησης πληρωμών ή πληροφοριών λογαριασμού, είναι σκόπιμο να απαιτείται από τα ιδρύματα πληρωμών που παρέχουν τις εν λόγω υπηρεσίες να διαθέτουν είτε ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης είτε συγκρίσιμη εγγύηση, και να διευκρινιστούν περαιτέρω οι κίνδυνοι που πρέπει να καλύπτονται, υπό το πρίσμα των διατάξεων περί ευθύνης που περιλαμβάνονται στον κανονισμό XXX [PSR]. Λαμβανομένων υπόψη των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν οι πάροχοι υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού και υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμών να συνάψουν ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης που να καλύπτει τους κινδύνους που σχετίζονται με τη δραστηριότητά τους, είναι σκόπιμο να προβλεφθεί η δυνατότητα των εν λόγω ιδρυμάτων να επιλέγουν να κατέχουν αρχικό κεφάλαιο ύψους 50 000 EUR ως εναλλακτική λύση στην ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης, μόνο στο στάδιο της αδειοδότησης ή της καταχώρισης. Αυτή η ευελιξία για τους παρόχους υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού και εκκίνησης πληρωμών στο στάδιο της αδειοδότησης ή της καταχώρισης δεν θα πρέπει να θίγει την υποχρέωση των εν λόγω παρόχων να συνάπτουν ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση μετά την απόκτηση της άδειάς τους ή την καταχώρισή τους.
(24)Για την αντιμετώπιση των κινδύνων απόκτησης ειδικής συμμετοχής ιδρύματος πληρωμών κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, είναι σκόπιμο να απαιτείται κοινοποίηση της απόκτησης στη σχετική αρμόδια αρχή.
(25)Για την αντιμετώπιση των κινδύνων που ενέχουν οι δραστηριότητές τους, τα ιδρύματα πληρωμών πρέπει να διαθέτουν επαρκές αρχικό κεφάλαιο σε συνδυασμό με ίδια κεφάλαια. Λαμβανομένης υπόψη της δυνατότητας των ιδρυμάτων πληρωμών να ασκούν το ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία, είναι σκόπιμο να προσαρμοστεί το επίπεδο του αρχικού κεφαλαίου που συνδέεται με τις επιμέρους υπηρεσίες στη φύση και τους κινδύνους που συνδέονται με τις εν λόγω υπηρεσίες.
(26)Δεδομένου ότι οι αρχικές απαιτήσεις που ίσχυαν για τα ιδρύματα πληρωμών δεν έχουν προσαρμοστεί μετά την έκδοση της οδηγίας 2007/64/ΕΚ, είναι σκόπιμο να προσαρμοστούν οι απαιτήσεις αυτές με βάση τον πληθωρισμό. Ωστόσο, δεδομένου ότι οι κεφαλαιακές απαιτήσεις που ισχύουν για τα ιδρύματα πληρωμών που παρέχουν μόνο υπηρεσίες εκκίνησης πληρωμών έχουν εφαρμοστεί μόνο μετά την έναρξη ισχύος της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 και ότι δεν βρέθηκαν στοιχεία σχετικά με την ανεπάρκεια των εν λόγω απαιτήσεων, οι εν λόγω απαιτήσεις δεν θα πρέπει να τροποποιηθούν.
(27)Η μεγάλη ποικιλία επιχειρηματικών μοντέλων στον κλάδο των πληρωμών λιανικής δικαιολογεί τη δυνατότητα εφαρμογής διακριτών μεθόδων για τον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων τα οποία, ωστόσο, δεν μπορούν να είναι κατώτερα από το επίπεδο του σχετικού αρχικού κεφαλαίου.
(28)Η παρούσα οδηγία ακολουθεί την ίδια προσέγγιση με την οδηγία (ΕΕ) 2015/2366, η οποία επέτρεψε τη χρήση διαφόρων μεθόδων για τον υπολογισμό των συνδυασμένων απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων με ορισμένο βαθμό εποπτικής διακριτικής ευχέρειας, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι ίδιοι κίνδυνοι αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο για όλους τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών. Η χρήση του όγκου πληρωμών του ιδρύματος πληρωμών του προηγούμενου έτους για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων του είναι η καταλληλότερη και η πλέον εφαρμοζόμενη μέθοδος υπολογισμού ιδίων κεφαλαίων για τα περισσότερα επιχειρηματικά μοντέλα. Για τους λόγους αυτούς και για να βελτιωθεί η συνοχή και να εξασφαλιστούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού, είναι σκόπιμο να απαιτείται από τις εθνικές αρμόδιες αρχές να επιβάλλουν τη χρήση της εν λόγω μεθόδου. Ωστόσο, οι εθνικές αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να παρεκκλίνουν από την εν λόγω αρχή και να απαιτούν από τα ιδρύματα πληρωμών να εφαρμόζουν άλλες μεθόδους για επιχειρηματικά μοντέλα που οδηγούν σε συναλλαγές χαμηλού όγκου αλλά υψηλής αξίας. Για να διασφαλιστεί η ασφάλεια δικαίου και η μέγιστη δυνατή σαφήνεια όσον αφορά τα εν λόγω επιχειρηματικά μοντέλα, είναι σκόπιμο να ανατεθεί στην ΕΑΤ η κατάρτιση σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων.
(29)Παρά τον στόχο της ευθυγράμμισης των απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας των ιδρυμάτων πληρωμών που παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών και υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος, είναι σκόπιμο να ληφθεί υπόψη η ιδιαιτερότητα της δραστηριότητας της έκδοσης ηλεκτρονικού χρήματος και άσκησης δραστηριότητας ηλεκτρονικού χρήματος, και να επιτραπεί στα ιδρύματα πληρωμών που εκδίδουν ηλεκτρονικό χρήμα και παρέχουν υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος να εφαρμόζουν καταλληλότερη μέθοδο για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων τους.
(30)Όταν το ίδιο ίδρυμα πληρωμών εκτελεί μια πράξη πληρωμής και για τον πληρωτή και για τον δικαιούχο και παρέχεται στον πληρωτή πιστωτικό άνοιγμα, ενδείκνυται η διασφάλιση των κεφαλαίων υπέρ του δικαιούχου εφόσον εκπροσωπούν την αξίωση του δικαιούχου έναντι του ιδρύματος πληρωμών.
(31)Λαμβανομένων υπόψη των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν τα ιδρύματα πληρωμών όσον αφορά το άνοιγμα και την τήρηση λογαριασμών πληρωμών σε πιστωτικά ιδρύματα, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί μια πρόσθετη επιλογή για τη διασφάλιση των κεφαλαίων των χρηστών, δηλαδή η δυνατότητα να τηρούν τα εν λόγω κεφάλαια σε κεντρική τράπεζα. Ωστόσο, η δυνατότητα αυτή δεν θα πρέπει να θίγει τη δυνατότητα μιας κεντρικής τράπεζας να μην προσφέρει αυτή την επιλογή, βάσει του οργανικού της νόμου. Λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης να προστατεύονται τα κεφάλαια των χρηστών και να αποφεύγεται η χρησιμοποίησή τους για άλλους σκοπούς πέραν της παροχής υπηρεσιών πληρωμών ή υπηρεσιών ηλεκτρονικού χρήματος, είναι σκόπιμο να απαιτείται τα κεφάλαια των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών να τηρούνται χωριστά από τα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος πληρωμών. Για να εξασφαλιστούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ των ιδρυμάτων πληρωμών που παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών και των ιδρυμάτων πληρωμών που εκδίδουν ηλεκτρονικό χρήμα και παρέχουν υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος, είναι σκόπιμο να ευθυγραμμιστούν όσο το δυνατόν περισσότερο τα καθεστώτα που ισχύουν για τη διασφάλιση των κεφαλαίων των χρηστών, διατηρώντας παράλληλα τις ιδιαιτερότητες του ηλεκτρονικού χρήματος. Ο κίνδυνος συγκέντρωσης είναι σημαντικός κίνδυνος που αντιμετωπίζουν τα ιδρύματα πληρωμών, ιδίως όταν τα κεφάλαια διασφαλίζονται σε ένα μόνο πιστωτικό ίδρυμα. Συνεπώς, είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι τα ιδρύματα πληρωμών αποφεύγουν τον κίνδυνο συγκέντρωσης στο μέτρο του δυνατού. Γι’ αυτόν τον λόγο, θα πρέπει να δοθεί εντολή στην ΕΑΤ να εκπονήσει ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα για την αποφυγή κινδύνων όσον αφορά τη διασφάλιση των κεφαλαίων των πελατών.
(32)Τα ιδρύματα πληρωμών θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ασκούν άλλες δραστηριότητες, πέραν εκείνων που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία, συμπεριλαμβανομένης της παροχής λειτουργικών και στενά συνδεόμενων επικουρικών υπηρεσιών και της λειτουργίας συστημάτων πληρωμών ή άλλων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων που ρυθμίζονται από το εφαρμοστέο ενωσιακό και εθνικό δίκαιο.
(33)Λαμβανομένων υπόψη των υψηλότερων κινδύνων της δραστηριότητας αποδοχής καταθέσεων, είναι σκόπιμο να απαγορευθεί στα ιδρύματα πληρωμών που παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών να δέχονται καταθέσεις από χρήστες και να απαιτείται από αυτά να χρησιμοποιούν μόνο τα χρηματικά ποσά που λαμβάνουν από τους χρήστες για την παροχή υπηρεσιών πληρωμών. Τα χρηματικά ποσά που λαμβάνουν από χρήστες υπηρεσιών πληρωμών τα ιδρύματα πληρωμών που παρέχουν υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος δεν θα πρέπει να συνιστούν ούτε κατάθεση ούτε άλλα επιστρεπτέα κεφάλαια που λαμβάνονται από το κοινό κατά την έννοια του άρθρου 9 της οδηγίας 2013/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.
(34)Για να περιοριστούν οι κίνδυνοι χρήσης λογαριασμών πληρωμών για άλλους σκοπούς πέραν της εκτέλεσης πράξεων πληρωμής, είναι σκόπιμο να διευκρινιστεί ότι, κατά την παροχή μίας ή περισσότερων υπηρεσιών πληρωμών ή υπηρεσιών ηλεκτρονικού χρήματος, τα ιδρύματα πληρωμών θα πρέπει πάντοτε να τηρούν λογαριασμούς πληρωμών που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για πράξεις πληρωμών.
(35)Τα ιδρύματα πληρωμών θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να χορηγούν πιστώσεις, αλλά η δραστηριότητα αυτή θα πρέπει να υπόκειται σε ορισμένους αυστηρούς όρους. Συνεπώς, είναι σκόπιμο να ρυθμιστεί η χορήγηση πιστώσεων από τα ιδρύματα πληρωμών με τη μορφή πιστωτικών ορίων και την έκδοση πιστωτικών καρτών, στον βαθμό που οι εν λόγω υπηρεσίες διευκολύνουν τις υπηρεσίες πληρωμών και εφόσον η πίστωση χορηγείται για περίοδο που δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες, ακόμα και σε ανανεούμενη βάση. Είναι σκόπιμο να επιτραπεί στα ιδρύματα πληρωμών να χορηγούν βραχυπρόθεσμες πιστώσεις όσον αφορά τις διασυνοριακές δραστηριότητές τους, υπό την προϋπόθεση ότι αναχρηματοδοτούνται κυρίως από τα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος πληρωμών, καθώς και από άλλα κεφάλαια από τις κεφαλαιαγορές, και όχι από τα κεφάλαια που τηρούνται για λογαριασμό πελατών για υπηρεσίες πληρωμών. Ωστόσο, η εν λόγω δυνατότητα θα πρέπει να ισχύει με την επιφύλαξη της οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ή άλλων σχετικών διατάξεων του ενωσιακού δικαίου ή των εθνικών μέτρων που αφορούν τους όρους της καταναλωτικής πίστης. Δεδομένου του κυρίως δανειοδοτικού χαρακτήρα τους, οι υπηρεσίες τύπου «αγοράστε τώρα, πληρώστε αργότερα» δεν θα πρέπει να συνιστούν υπηρεσία πληρωμών. Οι εν λόγω υπηρεσίες καλύπτονται από τη νέα οδηγία για την καταναλωτική πίστη που αντικαθιστά την οδηγία 2008/48/ΕΚ.
(36)Για να διασφαλιστεί ότι τα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στην παρούσα οδηγία διατηρούνται δεόντως για εύλογο χρονικό διάστημα, είναι σκόπιμο να απαιτείται από τα ιδρύματα πληρωμών να τηρούν όλα τα κατάλληλα αρχεία τουλάχιστον για πέντε έτη. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν θα πρέπει να τηρούνται περισσότερο από όσο απαιτείται για τη διασφάλιση του σκοπού αυτού και, όταν μια άδεια έχει ανακληθεί, τα δεδομένα δεν θα πρέπει να τηρούνται περισσότερο από πέντε έτη μετά την εν λόγω ανάκληση.
(37)Για να διασφαλιστεί ότι μια επιχείρηση δεν παρέχει υπηρεσίες πληρωμών ή υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος χωρίς να έχει λάβει άδεια λειτουργίας, είναι σκόπιμο να απαιτείται από όλες τις επιχειρήσεις που προτίθενται να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών ή υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος να υποβάλουν αίτηση για άδεια λειτουργίας, εκτός εάν η παρούσα οδηγία προβλέπει καταχώριση αντί για άδεια λειτουργίας. Επιπλέον, προκειμένου να διασφαλιστούν η σταθερότητα και η ακεραιότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος και των συστημάτων πληρωμών και να προστατευτούν οι καταναλωτές, οι επιχειρήσεις αυτές πρέπει να είναι εγκατεστημένες σε κράτος μέλος και να εποπτεύονται αποτελεσματικά. Η απαίτηση αυτή θα πρέπει επίσης να καλύπτει τα ιδρύματα πληρωμών που εκδίδουν ηλεκτρονικό χρήμα, δεδομένων των σημαντικών νέων κινδύνων προληπτικής εποπτείας που συνδέονται με τη δυνατότητα των ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος να εκδίδουν επίσης μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος. Θα πρέπει να απαιτείται η ίδρυση νομικού προσώπου στην ΕΕ για τους εκδότες ηλεκτρονικού χρήματος, ώστε να καθίσταται δυνατή η αποτελεσματική εποπτεία των εν λόγω οντοτήτων και να επιτευχθεί η ευθυγράμμιση με τον κανονισμό (ΕΕ) 2023/1114. Οι μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος είναι μια μορφή κρυπτοστοιχείων που μπορεί να αυξηθεί σημαντικά σε μέγεθος και να θέσει κινδύνους που επηρεάζουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, τη νομισματική κυριαρχία και τη νομισματική πολιτική.
(38)Προκειμένου να αποφεύγονται οι καταχρήσεις του δικαιώματος εγκατάστασης και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες ένα ίδρυμα πληρωμών εγκαθίσταται σε κράτος μέλος χωρίς να σχεδιάζει να ασκήσει οποιαδήποτε δραστηριότητα στο εν λόγω κράτος μέλος, είναι σκόπιμο να απαιτείται από το ίδρυμα πληρωμών που αιτείται άδεια λειτουργίας σε κράτος μέλος να ασκεί τουλάχιστον μέρος των δραστηριοτήτων του στον τομέα των υπηρεσιών πληρωμών στο εν λόγω κράτος μέλος. Η υποχρέωση ενός ιδρύματος να ασκεί μέρος των δραστηριοτήτων του στη χώρα προέλευσής του, η οποία είχε ήδη επιβληθεί από την οδηγία (ΕΕ) 2015/2366, έχει ερμηνευθεί με πολύ διαφορετικό τρόπο, με ορισμένες χώρες προέλευσης να επιβάλλουν την άσκηση του μεγαλύτερου μέρους των δραστηριοτήτων στη χώρα τους. Ως «μέρος» θα πρέπει να νοείται ποσοστό μικρότερο από την πλειονότητα των δραστηριοτήτων του ιδρύματος προκειμένου να διαφυλαχθεί η πρακτική αποτελεσματικότητα της ελεύθερης παροχής διασυνοριακών υπηρεσιών από το ίδρυμα πληρωμών.
(39)Ένα ίδρυμα πληρωμών μπορεί να ασκεί και άλλες δραστηριότητες πέραν της παροχής υπηρεσιών πληρωμών ή ηλεκτρονικού χρήματος. Για να διασφαλιστεί η ορθή εποπτεία του ιδρύματος πληρωμών, είναι σκόπιμο να επιτραπεί στις εθνικές αρμόδιες αρχές, όποτε είναι απαραίτητο, να απαιτούν τη δημιουργία χωριστής οντότητας για την παροχή υπηρεσιών πληρωμών ή υπηρεσιών ηλεκτρονικού χρήματος. Μια τέτοια απόφαση της αρμόδιας αρχής θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τον δυνητικό αρνητικό αντίκτυπο που θα μπορούσε να έχει στη χρηματοοικονομική ευρωστία του ιδρύματος πληρωμών ένα γεγονός που επηρεάζει τις άλλες επιχειρηματικές δραστηριότητες, ή τον δυνητικό αρνητικό αντίκτυπο που θα προέκυπτε από μια κατάσταση στην οποία το ίδρυμα πληρωμών δεν θα ήταν σε θέση να παράσχει χωριστή αναφορά για τα ίδια κεφάλαια σε σχέση με τις οικείες δραστηριότητες πληρωμών και ηλεκτρονικού χρήματος και για τις άλλες δραστηριότητές του.
(40)Για να διασφαλιστούν η ορθή συνεχής εποπτεία των ιδρυμάτων πληρωμών και η διαθεσιμότητα επακριβών και επικαιροποιημένων πληροφοριών, είναι σκόπιμο να απαιτείται από τα ιδρύματα πληρωμών να ενημερώνουν τις εθνικές αρμόδιες αρχές για κάθε αλλαγή των δραστηριοτήτων τους που επηρεάζει την ακρίβεια των πληροφοριών που παρέχονται σχετικά με την άδεια λειτουργίας, μεταξύ άλλων όσον αφορά πρόσθετους αντιπροσώπους ή οντότητες στις οποίες έχει γίνει εξωτερική ανάθεση δραστηριοτήτων. Σε περίπτωση αμφιβολίας, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να επαληθεύουν αν οι παρεχόμενες πληροφορίες είναι σωστές.
(41)Για να διασφαλιστεί ένα συνεκτικό καθεστώς άδειας λειτουργίας των ιδρυμάτων πληρωμών σε ολόκληρη την Ένωση, είναι σκόπιμο να καθοριστούν εναρμονισμένοι όροι υπό τους οποίους οι εθνικές αρμόδιες αρχές μπορούν να ανακαλούν την άδεια λειτουργίας ιδρύματος πληρωμών.
(42)Προκειμένου να βελτιωθεί η διαφάνεια της λειτουργίας των ιδρυμάτων πληρωμών τα οποία έχουν λάβει άδεια λειτουργίας ή έχουν καταχωριστεί από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης, συμπεριλαμβανομένων των αντιπροσώπων, των διανομέων και των υποκαταστημάτων τους, και για να διασφαλιστεί υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών στην Ένωση, είναι αναγκαίο να εξασφαλιστεί εύκολη πρόσβαση του κοινού στον κατάλογο των επιχειρήσεων που παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών με τα σχετικά εμπορικά σήματά τους, τα οποία θα πρέπει να περιλαμβάνονται σε δημόσιο εθνικό μητρώο.
(43)Για να διασφαλιστεί ότι είναι διαθέσιμες σε ολόκληρη την Ένωση σε κεντρικό μητρώο οι πληροφορίες σχετικά με τα αδειοδοτημένα ή καταχωρισμένα ιδρύματα πληρωμών ή τις οντότητες που δικαιούνται βάσει του εθνικού δικαίου να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών ή ηλεκτρονικού χρήματος, η ΕΑΤ θα πρέπει να τηρεί ένα τέτοιο μητρώο στο οποίο θα πρέπει να δημοσιεύει κατάλογο με τις επωνυμίες των επιχειρήσεων που έχουν λάβει άδεια ή έχουν καταχωριστεί για την παροχή υπηρεσιών πληρωμών ή υπηρεσιών ηλεκτρονικού χρήματος. Όταν αυτό συνεπάγεται την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η δημοσίευση σε ενωσιακό επίπεδο πληροφοριών σχετικά με τα φυσικά πρόσωπα που ενεργούν ως αντιπρόσωποι ή διανομείς είναι απαραίτητη για να διασφαλιστεί ότι στην εσωτερική αγορά δραστηριοποιούνται μόνον εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι και διανομείς και, συνεπώς, πραγματοποιείται προς όφελος της επαρκούς λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς για τις υπηρεσίες πληρωμών. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι τα δεδομένα που παρέχουν για τις σχετικές επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των αντιπροσώπων, των διανομέων και των υποκαταστημάτων τους, είναι ακριβή και επικαιροποιημένα και διαβιβάζονται στην ΕΑΤ χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και, εφόσον είναι δυνατόν, με αυτοματοποιημένο τρόπο. Επομένως, η ΕΑΤ θα πρέπει να καταρτίσει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει τις μεθόδους και τις ρυθμίσεις για τη διαβίβαση των εν λόγω πληροφοριών. Τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων θα πρέπει να διασφαλίζουν υψηλό βαθμό λεπτομέρειας και συνέπειας των πληροφοριών. Κατά την κατάρτιση των εν λόγω σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, η ΕΑΤ θα πρέπει να λάβει υπόψη την πείρα από την εφαρμογή του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2019/411 της Επιτροπής. Για να ενισχυθεί η διαφάνεια, είναι σκόπιμο οι διαβιβαζόμενες πληροφορίες να περιέχουν τα εμπορικά σήματα όλων των παρεχόμενων υπηρεσιών πληρωμών και ηλεκτρονικού χρήματος. Η δημοσίευση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα θα πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες για την προστασία των δεδομένων. Όταν δημοσιεύονται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, θα πρέπει να εφαρμόζονται κατάλληλες εγγυήσεις προστασίας των δεδομένων που αποτρέπουν την περαιτέρω ακούσια διάδοση των πληροφοριών στο διαδίκτυο.
(44)Για να ενισχυθούν η διαφάνεια και η ενημέρωση σχετικά με τις υπηρεσίες που παρέχονται από τους παρόχους υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμών και πληροφοριών λογαριασμού, είναι σκόπιμο η ΕΑΤ να τηρεί μηχανικώς αναγνώσιμο κατάλογο, ο οποίος θα περιέχει βασικές πληροφορίες σχετικά με τις εν λόγω επιχειρήσεις και τις υπηρεσίες που παρέχουν. Οι πληροφορίες που περιέχονται στον εν λόγω κατάλογο θα πρέπει να επιτρέπουν την αδιαμφισβήτητη ταυτοποίηση των παρόχων υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμών και πληροφοριών λογαριασμού.
(45)Για να διευρύνουν την εμβέλεια των υπηρεσιών τους, τα ιδρύματα πληρωμών ενδέχεται να χρειαστεί να χρησιμοποιήσουν οντότητες που παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών για λογαριασμό τους, συμπεριλαμβανομένων αντιπροσώπων ή, στην περίπτωση υπηρεσιών ηλεκτρονικού χρήματος, διανομέων. Τα ιδρύματα πληρωμών μπορούν επίσης να ασκούν το δικαίωμα εγκατάστασής τους σε κράτος μέλος υποδοχής που διαφέρει από το κράτος μέλος προέλευσης, μέσω υποκαταστημάτων. Στις περιπτώσεις αυτές, είναι σκόπιμο το ίδρυμα πληρωμών να κοινοποιεί στην εθνική αρμόδια αρχή όλες τις σχετικές πληροφορίες που αφορούν τους αντιπροσώπους, τους διανομείς και τα υποκαταστήματα και να ενημερώνει τις εθνικές αρμόδιες αρχές για τυχόν αλλαγές χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Για να διασφαλιστεί η διαφάνεια έναντι των τελικών χρηστών, είναι επίσης σκόπιμο οι αντιπρόσωποι, οι διανομείς ή τα υποκαταστήματα που ενεργούν για λογαριασμό ιδρύματος πληρωμών να ενημερώνουν τους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών για το γεγονός αυτό.
(46)Κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, τα ιδρύματα πληρωμών ενδέχεται να χρειαστεί να αναθέσουν σε τρίτους επιχειρησιακές λειτουργίες μέρους της δραστηριότητάς τους. Για να διασφαλιστεί ότι αυτό δεν αποβαίνει εις βάρος της συνεχούς συμμόρφωσης ενός ιδρύματος πληρωμών με τις απαιτήσεις της άδειας λειτουργίας του ή με άλλες εφαρμοστέες απαιτήσεις δυνάμει της παρούσας οδηγίας, είναι σκόπιμο να απαιτείται από το ίδρυμα πληρωμών να ενημερώνει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση τις εθνικές αρμόδιες αρχές όταν προτίθεται να αναθέσει επιχειρησιακές λειτουργίες σε εξωτερικούς συνεργάτες, καθώς και για οποιαδήποτε αλλαγή σχετικά με τη χρήση οντοτήτων στις οποίες έχει γίνει εξωτερική ανάθεση δραστηριοτήτων.
(47)Για να διασφαλιστεί ο κατάλληλος μετριασμός των κινδύνων που μπορεί να προκαλέσει η εξωτερική ανάθεση επιχειρησιακών λειτουργιών, είναι σκόπιμο να απαιτείται από τα ιδρύματα πληρωμών να λαμβάνουν εύλογα μέτρα για να διασφαλίζουν ότι η εν λόγω εξωτερική ανάθεση δεν παραβιάζει τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας. Τα ιδρύματα πληρωμών θα πρέπει να παραμένουν πλήρως υπεύθυνα για κάθε πράξη των υπαλλήλων τους ή οποιουδήποτε αντιπροσώπου, διανομέα ή εξωτερικού συνεργάτη.
(48)Για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική επιβολή των διατάξεων του εθνικού δικαίου που θεσπίζονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να ορίσουν αρμόδιες αρχές επιφορτισμένες με τη χορήγηση άδειας λειτουργίας και την εποπτεία των ιδρυμάτων πληρωμών. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι στις αρμόδιες αρχές παρέχονται οι αναγκαίες εξουσίες και πόροι, συμπεριλαμβανομένου του προσωπικού, για την ορθή εκτέλεση των καθηκόντων τους.
(49)Για να μπορούν οι αρμόδιες αρχές να εποπτεύουν δεόντως τα ιδρύματα πληρωμών, είναι σκόπιμο να ανατεθούν στις εν λόγω αρχές εξουσίες έρευνας και εποπτείας, καθώς και η δυνατότητα επιβολής διοικητικών κυρώσεων και μέτρων αναγκαίων για την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Για τον ίδιο λόγο, είναι σκόπιμο να δοθεί στις αρμόδιες αρχές η εξουσία να ζητούν πληροφορίες, να διενεργούν επιτόπιους ελέγχους και να εκδίδουν συστάσεις, κατευθυντήριες γραμμές και δεσμευτικές διοικητικές αποφάσεις. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να θεσπίσουν εθνικές διατάξεις σχετικά με την αναστολή ή την ανάκληση της άδειας λειτουργίας ιδρύματος πληρωμών. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξουσιοδοτήσουν τις αρμόδιες αρχές τους να επιβάλλουν διοικητικές κυρώσεις και μέτρα που αποσκοπούν ειδικά στον τερματισμό των παραβάσεων των διατάξεων που αφορούν την εποπτεία ή την άσκηση των δραστηριοτήτων παροχής υπηρεσιών πληρωμών.
(50)Λόγω του ευρέος φάσματος πιθανών επιχειρηματικών μοντέλων στον κλάδο των πληρωμών, είναι σκόπιμο να προβλεφθεί ορισμένος βαθμός εποπτικής διακριτικής ευχέρειας ώστε να διασφαλιστεί ότι οι ίδιοι κίνδυνοι αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο.
(51)Κατά την εποπτεία της συμμόρφωσης των ιδρυμάτων πληρωμών με τις υποχρεώσεις τους, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να ασκούν τις εποπτικές εξουσίες τους με σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος στην ιδιωτικότητα. Με την επιφύλαξη του ελέγχου από ανεξάρτητη αρχή (εθνική αρχή προστασίας δεδομένων) και σύμφωνα με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διαθέτουν κατάλληλες και αποτελεσματικές εγγυήσεις, όποτε υφίσταται ο κίνδυνος να οδηγήσει η άσκηση των εξουσιών αυτών σε κατάχρηση ή αυθαιρεσία που να αποτελεί σοβαρή παρέμβαση στα δικαιώματα αυτά, μεταξύ άλλων μέσω εκ των προτέρων άδειας λειτουργίας από τη δικαστική αρχή του οικείου κράτους μέλους, όπου αυτό ενδείκνυται.
(52)Για να διασφαλιστεί η προστασία των ατομικών και επιχειρηματικών δικαιωμάτων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι όλα τα πρόσωπα που εργάζονται ή έχουν εργαστεί για τις αρμόδιες αρχές υπόκεινται στην υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου.
(53)Η δραστηριότητα των ιδρυμάτων πληρωμών μπορεί να εκτείνεται σε διασυνοριακό επίπεδο και να εμπίπτει στο αντικείμενο διαφόρων αρμόδιων αρχών, καθώς και της ΕΑΤ, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (στο εξής: ΕΚΤ) και των εθνικών κεντρικών τραπεζών υπό την ιδιότητά τους ως νομισματικών και εποπτικών αρχών. Επομένως, είναι σκόπιμο να προβλεφθεί η αποτελεσματική συνεργασία τους και η ανταλλαγή πληροφοριών. Οι ρυθμίσεις ανταλλαγής πληροφοριών θα πρέπει να συμμορφώνονται πλήρως με τους κανόνες προστασίας δεδομένων που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και στον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.
(54)Όταν προκύπτουν διαφωνίες στο πλαίσιο της διασυνοριακής συνεργασίας μεταξύ αρμόδιων αρχών, οι εν λόγω αρμόδιες αρχές θα πρέπει να μπορούν να ζητούν τη συνδρομή της ΕΑΤ, η οποία θα πρέπει να λαμβάνει απόφαση χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Η ΕΑΤ θα πρέπει επίσης να είναι σε θέση να συνδράμει τις αρμόδιες αρχές στην επίτευξη συμφωνίας με δική της πρωτοβουλία.
(55)Ένα ίδρυμα πληρωμών που ασκεί το δικαίωμα εγκατάστασης ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών θα πρέπει να παρέχει στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης κάθε σχετική πληροφορία για τις δραστηριότητές του και να ενημερώνει την εν λόγω αρμόδια αρχή για τα κράτη μέλη στα οποία προτίθεται να δραστηριοποιηθεί, αν προτίθεται να χρησιμοποιήσει υποκαταστήματα, αντιπροσώπους ή διανομείς και αν προτίθεται να προχωρήσει σε εξωτερική ανάθεση.
(56)Για να διευκολυνθούν η συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών και η αποτελεσματική εποπτεία των ιδρυμάτων πληρωμών, στο πλαίσιο της άσκησης του δικαιώματος εγκατάστασης ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, είναι σκόπιμο οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης να κοινοποιούν πληροφορίες στο κράτος μέλος υποδοχής. Στις περιπτώσεις του λεγόμενου «τριγωνικού μηχανισμού διαβατηρίου», όπου ένα ίδρυμα πληρωμών που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στη χώρα «Α» χρησιμοποιεί ενδιάμεσο φορέα, όπως αντιπρόσωπο, διανομέα ή υποκατάστημα, που βρίσκεται στη χώρα «Β» για την παροχή υπηρεσιών πληρωμών σε άλλη χώρα «Γ», το κράτος μέλος υποδοχής θα πρέπει να θεωρείται εκείνο στο οποίο οι υπηρεσίες παρέχονται στους τελικούς χρήστες. Λαμβανομένων υπόψη των προκλήσεων στη διασυνοριακή συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών, είναι σκόπιμο η ΕΑΤ να καταρτίσει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων σχετικά με τη συνεργασία και την ανταλλαγή πληροφοριών, συνεκτιμώντας την πείρα που αποκτήθηκε από την εφαρμογή του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2017/2055 της Επιτροπής.
(57)Τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να απαιτούν από τα ιδρύματα πληρωμών που δραστηριοποιούνται στο έδαφός τους και των οποίων η έδρα βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος, να υποβάλλουν ανά τακτά χρονικά διαστήματα στοιχεία για τις δραστηριότητές τους στο έδαφός τους για ενημερωτικούς ή στατιστικούς σκοπούς. Όταν τα εν λόγω ιδρύματα πληρωμών λειτουργούν σύμφωνα με το δικαίωμα εγκατάστασης, οι αρμόδιες αρχές του ή των κρατών μελών υποδοχής θα πρέπει να μπορούν να απαιτούν τη χρήση των εν λόγω πληροφοριών και για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης με τον κανονισμό XXX [PSR]. Το ίδιο θα πρέπει να ισχύει όταν δεν υπάρχει εγκατάσταση σε κράτος ή κράτη μέλη υποδοχής και το ίδρυμα πληρωμών παρέχει υπηρεσίες στο ή στα κράτη μέλη υποδοχής βάσει της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Για να διευκολυνθεί η εποπτεία των δικτύων αντιπροσώπων, διανομέων ή υποκαταστημάτων από τις αρμόδιες αρχές, είναι σκόπιμο τα κράτη μέλη στα οποία δραστηριοποιούνται αντιπρόσωποι, διανομείς ή υποκαταστήματα να μπορούν να απαιτούν από το μητρικό ίδρυμα πληρωμών να ορίζει κεντρικό σημείο επαφής στο έδαφός τους. Η ΕΑΤ θα πρέπει να καταρτίσει ρυθμιστικά πρότυπα που θα καθορίζουν τα κριτήρια βάσει των οποίων θα αποφασίζεται πότε ενδείκνυται ο ορισμός κεντρικού σημείου επαφής και ποιες θα πρέπει να είναι οι αρμοδιότητές του. Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΑΤ θα πρέπει να λάβει υπόψη την πείρα που αποκτήθηκε από την εφαρμογή των κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμών (ΕΕ) 2021/1722 και 2020/1423 της Επιτροπής. Η απαίτηση ορισμού κεντρικού σημείου επαφής θα πρέπει να είναι ανάλογη προς την επίτευξη του στόχου της επαρκούς επικοινωνίας και υποβολής στοιχείων σχετικά με τη συμμόρφωση με τις οικείες διατάξεις του κανονισμού XXX [PSR] στο κράτος μέλος υποδοχής.
(58)Σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης όπου απαιτείται άμεση δράση ώστε να αντιμετωπιστεί σοβαρή απειλή για τα συλλογικά συμφέροντα των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών στο κράτος μέλος υποδοχής, μεταξύ άλλων σε περίπτωση απάτης μεγάλης κλίμακας, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να λαμβάνουν προληπτικά μέτρα, παράλληλα με τη διασυνοριακή συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους υποδοχής και του κράτους μέλους προέλευσης και εν αναμονή της λήψης μέτρων από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης. Τα εν λόγω μέτρα θα πρέπει να είναι κατάλληλα, ανάλογα προς τον σκοπό, να μην κάνουν διακρίσεις και να είναι προσωρινής φύσης. Τα όποια μέτρα ληφθούν θα πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένα. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης του σχετικού ιδρύματος πληρωμών και οι άλλες σχετικές αρχές, μεταξύ άλλων η Επιτροπή και η ΕΑΤ, θα πρέπει να ενημερώνονται εκ των προτέρων ή, εάν αυτό δεν είναι δυνατόν λόγω της επείγουσας κατάστασης, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.
(59)Είναι σημαντικό να διασφαλίζεται ότι όλες οι οντότητες που παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών υπόκεινται σε ορισμένες στοιχειώδεις νομικές και κανονιστικές απαιτήσεις. Επομένως, συνιστάται η καταγραφή της ταυτότητας και του τόπου δραστηριοποίησης όλων των προσώπων που παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών, μεταξύ άλλων και των οντοτήτων που δεν είναι σε θέση να εκπληρώσουν όλες τις προϋποθέσεις άδειας λειτουργίας ως ιδρύματα πληρωμών, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων μικρών ιδρυμάτων πληρωμών. Η προσέγγιση αυτή συνάδει με το σκεπτικό της σύστασης 14 της ομάδας χρηματοοικονομικής δράσης, η οποία προβλέπει μηχανισμό βάσει του οποίου οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών που δεν είναι σε θέση να εκπληρώσουν όλες τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στην εν λόγω σύσταση μπορούν, ωστόσο, να αντιμετωπίζονται ως ιδρύματα πληρωμών. Γι’ αυτόν τον σκοπό, ακόμα και όταν οι οντότητες εξαιρούνται από όλες ή ορισμένες από τις προϋποθέσεις άδειας λειτουργίας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να τις εγγράφουν στο μητρώο των ιδρυμάτων πληρωμών. Ωστόσο, είναι ουσιώδες να υπόκειται η δυνατότητα εξαίρεσης από την άδεια λειτουργίας σε αυστηρές απαιτήσεις όσον αφορά την αξία των πράξεων πληρωμής. Οι οντότητες που εξαιρούνται από την άδεια λειτουργίας δεν θα πρέπει να έχουν δικαίωμα εγκατάστασης ή ελευθερία παροχής υπηρεσιών και δεν θα πρέπει να ασκούν εμμέσως τα δικαιώματα αυτά ενώ συμμετέχουν σε σύστημα πληρωμών.
(60)Για να εξασφαλιστεί η διαφάνεια όσον αφορά τις πιθανές εξαιρέσεις για μικρά ιδρύματα πληρωμών, είναι σκόπιμο να απαιτείται από τα κράτη μέλη να κοινοποιούν τις αποφάσεις αυτές στην Επιτροπή.
(61)Λόγω της ιδιαιτερότητας της ασκούμενης δραστηριότητας και των κινδύνων που συνδέονται με την παροχή υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού, είναι σκόπιμο να προβλεφθεί ειδικό καθεστώς προληπτικής εποπτείας για τους παρόχους υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού, χωρίς να απαιτείται πλήρες καθεστώς άδειας λειτουργίας αλλά με ελαστικότερη απαίτηση καταχώρισης, συνοδευόμενο από έγγραφα και πληροφορίες που θα βοηθούν την αρμόδια αρχή στην άσκηση εποπτείας. Οι πάροχοι υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να παρέχουν διασυνοριακές υπηρεσίες, επωφελούμενοι των κανόνων του «μηχανισμού διαβατηρίου».
(62)Για να βελτιωθεί περαιτέρω η πρόσβαση σε μετρητά, η οποία αποτελεί προτεραιότητα της Επιτροπής, θα πρέπει να επιτραπεί στους εμπόρους λιανικής να προσφέρουν υπηρεσίες παροχής μετρητών σε φυσικά καταστήματα, ακόμη και χωρίς να μεσολαβεί αγορά από πελάτη, χωρίς να χρειάζεται να λάβουν άδεια παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, να είναι καταχωρισμένοι ή να είναι αντιπρόσωποι ιδρύματος πληρωμών. Ωστόσο, οι εν λόγω υπηρεσίες παροχής μετρητών θα πρέπει να υπόκεινται στην υποχρέωση γνωστοποίησης τυχόν τελών που θα χρεώνονται στον πελάτη. Οι υπηρεσίες αυτές θα πρέπει να παρέχονται από εμπόρους λιανικής σε προαιρετική βάση και θα πρέπει να εξαρτώνται από τη διαθεσιμότητα μετρητών του εμπόρου λιανικής. Για να αποφευχθεί ο αθέμιτος ανταγωνισμός μεταξύ των παρόχων ATM που δεν εξυπηρετούν λογαριασμούς πληρωμών και των εμπόρων λιανικής που προσφέρουν αναλήψεις μετρητών χωρίς αγορά, και για να διασφαλιστεί ότι τα καταστήματα δεν θα εξαντλήσουν γρήγορα τα μετρητά, είναι σκόπιμο να επιβληθεί ανώτατο όριο 50 EUR ανά συναλλαγή.
(63)Οι οδηγίες 2007/64/ΕΚ και (ΕΕ) 2015/2366 εξαιρούσαν υπό όρους από το πεδίο εφαρμογής τους τις υπηρεσίες πληρωμών που παρέχονται από ορισμένους παρόχους αυτόματων ταμειολογιστικών μηχανών (ΑΤΜ). Η εν λόγω εξαίρεση έχει τονώσει την ανάπτυξη υπηρεσιών ΑΤΜ σε πολλά κράτη μέλη, ιδίως σε αραιοκατοικημένες περιοχές, συμπληρώνοντας τα τραπεζικά ΑΤΜ. Ωστόσο, η εν λόγω εξαίρεση αποδείχθηκε δύσκολο να εφαρμοστεί λόγω της ασάφειάς της όσον αφορά τις οντότητες που καλύπτονται από αυτήν. Για την αντιμετώπιση του ζητήματος αυτού, είναι σκόπιμο να καταστεί σαφές ότι οι πάροχοι ATM που είχαν προηγουμένως εξαιρεθεί είναι εκείνοι που δεν εξυπηρετούν λογαριασμούς πληρωμών. Λαμβανομένων υπόψη των περιορισμένων κινδύνων που ενέχει η δραστηριότητα των εν λόγω παρόχων ATM, είναι σκόπιμο, αντί να αποκλείονται πλήρως από το πεδίο εφαρμογής, να υπόκεινται σε ειδικό καθεστώς προληπτικής εποπτείας προσαρμοσμένο στους εν λόγω κινδύνους, το οποίο θα απαιτεί μόνο καθεστώς καταχώρισης.
(64)Οι πάροχοι υπηρεσιών που επιδίωκαν να επωφεληθούν από κάποια εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366, συχνά δεν συμβουλεύονταν τις οικείες αρχές σχετικά με το αν οι δραστηριότητές τους καλύπτονται ή εξαιρούνται από την εν λόγω οδηγία, αλλά συχνά στηρίζονταν στις δικές τους εκτιμήσεις. Αποτέλεσμα τούτου ήταν ορισμένες εξαιρέσεις να έχουν τύχει αποκλίνουσας εφαρμογής στα διάφορα κράτη μέλη. Φαίνεται επίσης ότι ορισμένοι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών μπορεί να έχουν κάνει χρήση κάποιων εξαιρέσεων προκειμένου να ανασχεδιάσουν τα επιχειρηματικά τους μοντέλα, ώστε οι προσφερόμενες υπηρεσίες πληρωμών να μην εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας. Οι εν λόγω πρακτικές ενδέχεται να συνεπάγονται αυξημένους κινδύνους για τους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών και άνισους όρους για τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών στην εσωτερική αγορά. Οι πάροχοι υπηρεσιών θα πρέπει, επομένως, να υποχρεούνται να κοινοποιούν τις σχετικές δραστηριότητες στις αρμόδιες αρχές, ούτως ώστε οι αρμόδιες αρχές να μπορούν να αξιολογούν αν πληρούνται οι απαιτήσεις που καθορίζονται στις σχετικές διατάξεις και να εξασφαλίζεται ομοιογενής ερμηνεία των κανόνων σε ολόκληρη την εσωτερική αγορά. Ειδικότερα, για όλες τις εξαιρέσεις που βασίζονται στην τήρηση κατώτατου ορίου, θα πρέπει να προβλέπεται διαδικασία κοινοποίησης προκειμένου να διασφαλίζεται η συμμόρφωση με τις ειδικές απαιτήσεις. Επιπλέον, είναι σημαντικό οι δυνητικοί πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών να είναι υποχρεωμένοι να κοινοποιούν στις αρμόδιες αρχές τις δραστηριότητες που ασκούν στο πλαίσιο ενός περιορισμένου δικτύου βάσει των κριτηρίων του κανονισμού XXX [PSR], εφόσον η αξία των πράξεων πληρωμής υπερβαίνει ένα ορισμένο όριο. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να αξιολογούν αν οι δραστηριότητες που τους κοινοποιούνται μπορούν να θεωρηθούν δραστηριότητες που ασκούνται στο πλαίσιο περιορισμένου δικτύου, για να διαπιστωθεί αν θα πρέπει να συνεχίσουν να εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής.
(65)Θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά την επικαιροποίηση οποιωνδήποτε ποσών προκειμένου να λαμβάνεται υπόψη ο πληθωρισμός. Η Επιτροπή, κατά την επεξεργασία και κατάρτιση των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, θα πρέπει να διασφαλίζει την ταυτόχρονη, έγκαιρη και κατάλληλη διαβίβαση των σχετικών εγγράφων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.
(66)Για να διασφαλιστεί η συνεπής εφαρμογή των εφαρμοστέων απαιτήσεων, η Επιτροπή θα πρέπει να μπορεί να βασίζεται στην εμπειρογνωσία και την υποστήριξη της ΕΑΤ, στην οποία θα πρέπει να ανατεθεί το καθήκον της κατάρτισης κατευθυντήριων γραμμών και σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων. Η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί ώστε να εγκρίνει αυτά τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων. Αυτά τα συγκεκριμένα καθήκοντα συνάδουν απολύτως με τον ρόλο και τις αρμοδιότητες της ΕΑΤ, όπως προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.
(67)Δεδομένου ότι η περαιτέρω ενοποίηση της εσωτερικής αγοράς στον τομέα των υπηρεσιών πληρωμών δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς μόνον από τα κράτη μέλη, διότι απαιτεί την εναρμόνιση διαφορετικών κανόνων που ισχύουν σήμερα στα νομικά συστήματα των διαφόρων κρατών μελών, η οποία μπορεί να επιτευχθεί καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση μπορεί να λάβει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, η οποία προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη του προαναφερθέντος στόχου.
(68)Η παρούσα οδηγία δεν περιλαμβάνει απαιτήσεις αδειοδότησης για συστήματα πληρωμών, καθεστώτα πληρωμών ή ρυθμίσεις πληρωμών, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης αποφυγής τυχόν αλληλεπικαλύψεων με το πλαίσιο του Ευρωσυστήματος για εποπτεία των συστημάτων πληρωμών λιανικής, συμπεριλαμβανομένων των συστημικώς σημαντικών συστημάτων πληρωμών και άλλων συστημάτων, καθώς και με το νέο πλαίσιο «PISA» του Ευρωσυστήματος, και την εποπτεία από τις εθνικές κεντρικές τράπεζες. Η παρούσα οδηγία δεν καλύπτει επίσης, στο πεδίο εφαρμογής της, την παροχή τεχνικών υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένης της επεξεργασίας ή της λειτουργίας ψηφιακών πορτοφολιών. Ωστόσο, συνεκτιμώντας τον ρυθμό καινοτομίας στον τομέα των πληρωμών και την πιθανή εμφάνιση νέων κινδύνων, είναι αναγκαίο η Επιτροπή, κατά τη μελλοντική επανεξέταση της παρούσας οδηγίας, να δώσει ιδιαίτερη προσοχή στις εξελίξεις αυτές και να αξιολογήσει αν το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας θα πρέπει να επεκταθεί ώστε να καλύπτει νέες υπηρεσίες και οντότητες.
(69)Χάριν ασφάλειας δικαίου, θα πρέπει να θεσπιστούν μεταβατικές διατάξεις που θα επιτρέψουν στις επιχειρήσεις που άρχισαν να ασκούν τις δραστηριότητες ιδρύματος πληρωμών, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο που μεταφέρει την οδηγία (ΕΕ) 2015/2366, πριν από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας, να συνεχίσουν τις δραστηριότητες αυτές στο οικείο κράτος μέλος για ορισμένο χρονικό διάστημα.
(70)Χάριν ασφάλειας δικαίου, θα πρέπει να θεσπιστούν μεταβατικές διατάξεις που θα διασφαλίσουν ότι τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος που έχουν αρχίσει να ασκούν τις δραστηριότητές τους σύμφωνα με τους εθνικούς νόμους με τους οποίους μεταφέρθηκε η οδηγία 2009/110/ΕΚ είναι σε θέση να συνεχίσουν τις δραστηριότητες αυτές στο οικείο κράτος μέλος για ορισμένο χρονικό διάστημα. Το εν λόγω διάστημα πρέπει να είναι μεγαλύτερο για ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος που κάνουν χρήση των εξαιρέσεων του άρθρου 9 της οδηγίας 2009/110/ΕΚ.
(71)Τα ιδρύματα πληρωμών δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο των οντοτήτων που εμπίπτουν στον ορισμό των «ιδρυμάτων» του άρθρου 2 στοιχείο β) της οδηγίας 98/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Κατά συνέπεια, τα ιδρύματα πληρωμών εμποδίζονται ουσιαστικά να συμμετέχουν σε συστήματα πληρωμών που ορίζονται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με την εν λόγω οδηγία. Αυτή η έλλειψη πρόσβασης σε ορισμένα βασικά συστήματα πληρωμών μπορεί να εμποδίσει τα ιδρύματα πληρωμών να παρέχουν ένα πλήρες φάσμα υπηρεσιών πληρωμών στους πελάτες τους με αποτελεσματικό και ανταγωνιστικό τρόπο. Συνεπώς, δικαιολογείται να συμπεριληφθούν τα ιδρύματα πληρωμών στον ορισμό των «ιδρυμάτων» στην εν λόγω οδηγία, αλλά μόνο για τους σκοπούς των συστημάτων πληρωμών και όχι για τα συστήματα διακανονισμού αξιογράφων. Τα ιδρύματα πληρωμών θα πρέπει να πληρούν τις απαιτήσεις και να τηρούν τους κανόνες των συστημάτων πληρωμών, ώστε να τους επιτρέπεται η συμμετοχή στα εν λόγω συστήματα. Ο κανονισμός XXX [PSR] θεσπίζει απαιτήσεις για τους φορείς εκμετάλλευσης συστημάτων πληρωμών όσον αφορά την εισδοχή νέων αιτούντων συμμετοχή, μεταξύ άλλων όσον αφορά την αξιολόγηση των σχετικών κινδύνων. Δεδομένης της σημασίας της αποκατάστασης το συντομότερο δυνατόν των ισότιμων όρων ανταγωνισμού μεταξύ τραπεζών και «μη τραπεζών» και λαμβανομένου υπόψη του αντίκτυπου που προκαλεί η τρέχουσα κατάσταση στον ανταγωνισμό στις αγορές πληρωμών, είναι αναγκαίο να χορηγηθεί στα κράτη μέλη συντομότερη προθεσμία μεταφοράς και εφαρμογής γι’ αυτή τη νέα διάταξη της οδηγίας 98/26/ΕΚ σε σύγκριση με τις άλλες διατάξεις της παρούσας οδηγίας. Επομένως, είναι σκόπιμο να απαιτηθεί από τα κράτη μέλη να μεταφέρουν την εν λόγω νέα διάταξη στο εθνικό τους δίκαιο εντός 6 μηνών από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας, και όχι εντός 18 μηνών που ισχύουν για τις άλλες διατάξεις της παρούσας οδηγίας.
(72)Η διευκρίνιση ότι οι συμμετέχοντες μπορούν να ενεργούν ως κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, αντιπρόσωπος διακανονισμού ή γραφείο συμψηφισμού ή να εκτελούν μέρος ή το σύνολο αυτών των καθηκόντων θα πρέπει να επανεισαχθεί στην οδηγία 98/26/ΕΚ, ώστε να διασφαλιστεί όμοια ερμηνεία στα κράτη μέλη. Θα πρέπει επίσης να επανεισαχθεί πως, όταν δικαιολογείται από συστημικό κίνδυνο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να θεωρούν έναν έμμεσο συμμετέχοντα ως συμμετέχοντα στο σύστημα και να εφαρμόζουν τις διατάξεις της οδηγίας 98/26/ΕΚ στον εν λόγω έμμεσο συμμετέχοντα. Ωστόσο, για να διασφαλιστεί ότι αυτό δεν περιορίζει την ευθύνη του συμμετέχοντος μέσω του οποίου ο έμμεσος συμμετέχων διαβιβάζει εντολές μεταβίβασης στο σύστημα, αυτό θα πρέπει να καταστεί σαφές στην εν λόγω οδηγία, χάριν ασφάλειας δικαίου.
(73)Οι καταναλωτές θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να ασκούν τα δικαιώματά τους σε σχέση με τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται στους χρήστες ή στους κατόχους δεδομένων δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 20../.... [πρόσβαση σε χρηματοοικονομικά δεδομένα] του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου μέσω αντιπροσωπευτικών αγωγών σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2020/1828 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Γι’ αυτόν τον σκοπό, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να προβλέπει ότι η οδηγία (ΕΕ) 2020/1828 εφαρμόζεται στις αντιπροσωπευτικές αγωγές που ασκούνται κατά χρηστών δεδομένων ή κατόχων δεδομένων για παραβιάσεις των διατάξεων του κανονισμού (ΕΕ) 20../.... [πρόσβαση σε χρηματοοικονομικά δεδομένα] που βλάπτουν ή μπορούν να βλάψουν τα συλλογικά συμφέροντα των καταναλωτών. Συνεπώς, το παράρτημα της εν λόγω οδηγίας θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως. Εναπόκειται στα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι η εν λόγω τροποποίηση αντικατοπτρίζεται στα μέτρα μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο που έχουν εγκριθεί σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2020/1828.
(74)Σύμφωνα με τις αρχές της βελτίωσης της νομοθεσίας, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να επανεξεταστεί ως προς την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητά της όσον αφορά την επίτευξη των στόχων της, όπως ορίζεται στη συνοδευτική εκτίμηση επιπτώσεων. Η επανεξέταση θα πρέπει να πραγματοποιηθεί εντός επαρκούς χρονικού διαστήματος μετά την έναρξη ισχύος, ώστε να βασιστεί σε κατάλληλα αποδεικτικά στοιχεία. Τα πέντε έτη θεωρούνται κατάλληλη περίοδος. Ενώ η επανεξέταση θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη ολόκληρη την οδηγία, θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή σε ορισμένα θέματα και συγκεκριμένα στο πεδίο εφαρμογής και τη διασφάλιση των κεφαλαίων των ιδρυμάτων πληρωμών, τα οποία ενδέχεται να επηρεαστούν από τους κανόνες που πρότεινε η Επιτροπή στις 18 Απριλίου 2023 και οι οποίοι, όταν εγκριθούν, θα τροποποιήσουν την οδηγία 2014/49/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, περί των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων. Ωστόσο, όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, είναι σκόπιμο να πραγματοποιηθεί επανεξέταση νωρίτερα, τρία έτη μετά την έναρξη ισχύος της, δεδομένης της σημασίας που αποδίδει στο θέμα αυτό ο κανονισμός (ΕΕ) 2022/2554. Στο πλαίσιο της εν λόγω επανεξέτασης του πεδίου εφαρμογής θα πρέπει να συνεκτιμηθούν τόσο η πιθανή επέκταση του καταλόγου των καλυπτόμενων υπηρεσιών πληρωμών, ώστε να συμπεριληφθούν υπηρεσίες όπως αυτές που παρέχονται από τα συστήματα πληρωμών και τα καθεστώτα πληρωμών, όσο και η πιθανή συμπερίληψη στο πεδίο εφαρμογής ορισμένων τεχνικών υπηρεσιών που εξαιρούνται επί του παρόντος.
(75)Δεδομένου του αριθμού των αλλαγών που πρέπει να επέλθουν στην οδηγία (ΕΕ) 2015/2366 και στην οδηγία 2009/110/ΕΚ, κρίνεται σκόπιμη η κατάργηση και των δύο οδηγιών και η αντικατάστασή τους με την παρούσα οδηγία.
(76)Κάθε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που πραγματοποιείται στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας πρέπει να συμμορφώνεται με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 και τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1725. Συνεπώς, οι εποπτικές αρχές του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 και του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725 είναι υπεύθυνες για την εποπτεία της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που διενεργείται στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας. Κατά τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι η εθνική νομοθεσία περιλαμβάνει κατάλληλες εγγυήσεις για την προστασία των δεδομένων όσον αφορά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
(77)Ζητήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 42 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725, η γνώμη του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, ο οποίος γνωμοδότησε στις [XX XX 2023],
ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:
ΤΙΤΛΟΣ Ι
ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ
Άρθρο 1
Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής
1.Η παρούσα οδηγία θεσπίζει κανόνες σχετικά:
α)με την πρόσβαση στη δραστηριότητα της παροχής υπηρεσιών πληρωμών και υπηρεσιών ηλεκτρονικού χρήματος, στο πλαίσιο της Ένωσης, από ιδρύματα πληρωμών,
β)με τις εποπτικές εξουσίες και τα εργαλεία για την εποπτεία των ιδρυμάτων πληρωμών.
2.Τα κράτη μέλη μπορούν να εξαιρούν τα ιδρύματα που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 5 σημεία 4) έως 23) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ από την εφαρμογή του συνόλου ή μέρους των διατάξεων της παρούσας οδηγίας.
3.Εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά, ως υπηρεσίες πληρωμών νοούνται οι υπηρεσίες πληρωμών και ηλεκτρονικού χρήματος, όπου γίνεται σχετική αναφορά στην παρούσα οδηγία.
4.Εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά, ως πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών νοούνται οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών και οι πάροχοι υπηρεσιών ηλεκτρονικού χρήματος, όπου γίνεται σχετική αναφορά στην παρούσα οδηγία.
Άρθρο 2
Ορισμοί
Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
1)«κράτος μέλος προέλευσης»:
α)το κράτος μέλος στο οποίο ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών έχει την καταστατική του έδρα· ή
β)εάν, βάσει του εθνικού δικαίου, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν διαθέτει καταστατική έδρα, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκονται τα κεντρικά γραφεία του·
2)«κράτος μέλος υποδοχής»: το κράτος μέλος, πλην του κράτους μέλους προέλευσης, στο οποίο ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών διαθέτει αντιπρόσωπο, διανομέα ή υποκατάστημα, ή παρέχει υπηρεσίες πληρωμών·
3)«υπηρεσίες πληρωμών»: μία ή περισσότερες από τις επιχειρηματικές δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα I·
4)«ιδρύματα πληρωμών»: τα νομικά πρόσωπα που έχουν λάβει άδεια, σύμφωνα με το άρθρο 13, να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών ή υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος σε ολόκληρη την Ένωση·
5)«πράξη πληρωμής»: πράξη κατάθεσης, μεταβίβασης ή ανάληψης χρηματικών ποσών με βάση εντολή πληρωμής η οποία υποβάλλεται από τον πληρωτή, ή για λογαριασμό του, ή από τον δικαιούχο, ή για λογαριασμό του, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε υποκείμενη υποχρέωση μεταξύ πληρωτή και δικαιούχου·
6)«εκτέλεση πράξης πληρωμής»: η διαδικασία που αρχίζει μόλις ολοκληρωθεί η εκκίνηση μιας πράξης πληρωμής και περατώνεται μόλις τεθούν στη διάθεση του δικαιούχου τα χρηματικά ποσά που έχουν κατατεθεί, αναληφθεί ή μεταφερθεί·
7)«σύστημα πληρωμών»: σύστημα μεταφοράς χρηματικών ποσών με επίσημες και τυποποιημένες ρυθμίσεις και κοινούς κανόνες για την επεξεργασία, την εκκαθάριση ή τον διακανονισμό των πράξεων πληρωμής·
8)«διαχειριστής συστήματος πληρωμών»: η νομική οντότητα που φέρει τη νομική ευθύνη για τη λειτουργία συστήματος πληρωμών·
9)«πληρωτής»: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που διατηρεί λογαριασμό πληρωμών και δίνει εντολή πληρωμής από τον εν λόγω λογαριασμό ή, εάν δεν υπάρχει λογαριασμός πληρωμών, το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που δίνει εντολή πληρωμής·
10)«δικαιούχος»: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι ο τελικός αποδέκτης των χρηματικών ποσών που αποτελούν αντικείμενο πράξης πληρωμής·
11)«χρήστης υπηρεσιών πληρωμών»: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που χρησιμοποιεί μια υπηρεσία πληρωμών ή μια υπηρεσία ηλεκτρονικού χρήματος ως πληρωτής, δικαιούχος, ή και με τις δύο ιδιότητες·
12)«πάροχος υπηρεσιών πληρωμών»: ένας από τους φορείς που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 του κανονισμού XXX [PSR] ή το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που τυγχάνει εξαίρεσης δυνάμει των άρθρων 34, 36 και 38 της παρούσας οδηγίας·
13)«λογαριασμός πληρωμών»: ο λογαριασμός που τηρείται από πάροχο υπηρεσιών πληρωμών στο όνομα ενός ή περισσότερων χρηστών υπηρεσιών πληρωμών και χρησιμοποιείται για την εκτέλεση μίας ή περισσότερων πράξεων πληρωμής και επιτρέπει την αποστολή και λήψη χρηματικών ποσών προς και από τρίτους·
14)«εντολή πληρωμής»: οδηγία εκ μέρους του πληρωτή ή του δικαιούχου προς τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών με την οποία του ζητείται να εκτελέσει μια πράξη πληρωμής·
15)«μέσο πληρωμών»: μεμονωμένη συσκευή ή συσκευές και/ή σειρά διαδικασιών που έχει συμφωνηθεί μεταξύ του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών και του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, η οποία καθιστά δυνατή την εκκίνηση πράξης πληρωμής·
16)«πάροχος υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού»: ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών ο οποίος παρέχει και τηρεί λογαριασμό πληρωμής για πληρωτή·
17)«υπηρεσία εκκίνησης πληρωμής»: η υπηρεσία για την υποβολή εντολής πληρωμής κατόπιν αιτήματος του πληρωτή ή του δικαιούχου σε σχέση με λογαριασμό πληρωμών που τηρείται σε άλλον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών·
18)«υπηρεσία πληροφοριών λογαριασμού»: διαδικτυακή υπηρεσία συλλογής, είτε απευθείας είτε μέσω παρόχου τεχνικής υπηρεσίας, και ενοποίησης πληροφοριών που τηρούνται σε έναν ή περισσότερους λογαριασμούς πληρωμών ενός χρήστη υπηρεσιών πληρωμών με έναν ή περισσότερους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού·
19)«πάροχος υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμών»: πάροχος υπηρεσιών πληρωμών που παρέχει υπηρεσίες εκκίνησης πληρωμών·
20)«πάροχος υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού»: πάροχος υπηρεσιών πληρωμών που παρέχει υπηρεσίες πληροφοριών λογαριασμού·
21)«καταναλωτής»: το φυσικό πρόσωπο που δεν ενεργεί για εμπορικούς, επιχειρηματικούς ή επαγγελματικούς σκοπούς, όσον αφορά συμβάσεις υπηρεσιών πληρωμών που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία·
22)«υπηρεσία εμβασμάτων»: υπηρεσία πληρωμών κατά την οποία λαμβάνεται χρηματικό ποσό από πληρωτή, χωρίς να δημιουργείται λογαριασμός πληρωμών στο όνομα του πληρωτή ή του δικαιούχου, με μοναδικό σκοπό τη μεταφορά αντίστοιχου ποσού σε δικαιούχο ή σε άλλο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών που ενεργεί για λογαριασμό του δικαιούχου, ή κατά την οποία αυτά τα χρηματικά ποσά λαμβάνονται για λογαριασμό του δικαιούχου και τίθενται στη διάθεσή του·
23)«χρηματικά ποσά»: χρήμα κεντρικής τράπεζας που εκδίδεται για χρήση λιανικής, το λογιστικό και το ηλεκτρονικό χρήμα·
24)«πάροχος τεχνικών υπηρεσιών»: πάροχος υπηρεσιών οι οποίες, μολονότι δεν είναι υπηρεσίες πληρωμών, είναι απαραίτητες για την υποστήριξη της παροχής υπηρεσιών πληρωμών, χωρίς ο πάροχος των τεχνικών υπηρεσιών να έχει ανά πάσα στιγμή στην κατοχή του τα προς μεταφορά χρηματικά ποσά·
25)«ευαίσθητα δεδομένα πληρωμών»: δεδομένα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη διάπραξη απάτης, συμπεριλαμβανομένων των εξατομικευμένων διαπιστευτηρίων ασφαλείας·
26)«εργάσιμη ημέρα»: η ημέρα κατά την οποία ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή ή του δικαιούχου που συμμετέχει στην εκτέλεση πράξης πληρωμής ασκεί επιχειρηματικές δραστηριότητες, όπως απαιτείται για την εκτέλεση της πράξης πληρωμής·
27)«υπηρεσίες τεχνολογιών των πληροφοριών και των επικοινωνιών (ΤΠΕ)»: υπηρεσίες ΤΠΕ όπως ορίζονται στο άρθρο 3 σημείο 21) του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2554·
28)«αντιπρόσωπος»: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες πληρωμών εξ ονόματος ενός ιδρύματος πληρωμών·
29)«υποκατάστημα»: τόπος διεξαγωγής επιχειρηματικής δραστηριότητας εκτός των κεντρικών γραφείων, ο οποίος είναι τμήμα ιδρύματος πληρωμών, δεν διαθέτει νομική προσωπικότητα και το οποίο διενεργεί απευθείας μερικές ή όλες τις πράξεις που συνιστούν τις δραστηριότητες ενός ιδρύματος πληρωμών· όλοι οι τόποι διεξαγωγής επιχειρηματικής δραστηριότητας που έχουν συσταθεί στο ίδιο κράτος μέλος από ίδρυμα πληρωμών με κεντρικά γραφεία σε άλλο κράτος μέλος θεωρούνται ένα και μοναδικό υποκατάστημα·
30)«όμιλος»: σύνολο επιχειρήσεων που συνδέονται μεταξύ τους όπως ορίζεται στο άρθρο 22 παράγραφος 1 σημεία 2 ή 7 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ή επιχειρήσεων όπως ορίζονται στα άρθρα 4, 5, 6 και 7 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 241/2014 της Επιτροπής, οι οποίες συνδέονται μεταξύ τους κατά την έννοια του άρθρου 10 παράγραφος 1 ή του άρθρου 113 παράγραφος 6 πρώτο εδάφιο ή του άρθρου 113 παράγραφος 7 πρώτο εδάφιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·
31)«αποδοχή πράξεων πληρωμής»: υπηρεσία πληρωμών παρεχόμενη από πάροχο υπηρεσιών πληρωμών ο οποίος συνάπτει σύμβαση με έναν δικαιούχο για την αποδοχή και επεξεργασία πράξεων πληρωμής, η οποία καταλήγει σε μεταφορά χρηματικών ποσών στον δικαιούχο·
32)«έκδοση μέσων πληρωμών»: υπηρεσία πληρωμών από πάροχο υπηρεσιών πληρωμών που αναλαμβάνει με σύμβαση να παρέχει στον πληρωτή μέσο πληρωμών για την εκκίνηση και την επεξεργασία των πράξεων πληρωμής του πληρωτή·
33)«ίδια κεφάλαια»: τα κεφάλαια όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 118) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 όπου τουλάχιστον το 75 % του κεφαλαίου της κατηγορίας 1 έχει τη μορφή κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, όπως αναφέρεται στο άρθρο 50 του εν λόγω κανονισμού, και το κεφάλαιο της κατηγορίας 2 είναι ίσο ή μικρότερο του ενός τρίτου του κεφαλαίου της κατηγορίας 1·
34)«ηλεκτρονικό χρήμα»: νομισματική αξία αποθηκευμένη σε ηλεκτρονικό, μεταξύ άλλων και μαγνητικό υπόθεμα, αντιπροσωπευόμενη από απαίτηση έναντι του εκδότη, η οποία έχει εκδοθεί κατόπιν λήψης χρηματικού ποσού για τον σκοπό της πραγματοποίησης πράξεων πληρωμών και γίνεται δεκτή από άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα πέραν του εκδότη·
35)«μέσος όρος ηλεκτρονικού χρήματος σε κυκλοφορία»: ο μέσος όρος του συνολικού ποσού των συναφών με το ηλεκτρονικό χρήμα χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων, το οποίο εκδόθηκε στο τέλος κάθε ημερολογιακής ημέρας κατά τη διάρκεια των προηγούμενων έξι ημερολογιακών μηνών, όπως υπολογίστηκε την πρώτη ημερολογιακή ημέρα κάθε ημερολογιακού μήνα και ίσχυε για τον εν λόγω ημερολογιακό μήνα·
36)«διανομέας»: φυσικό ή νομικό πρόσωπο που διανέμει ή εξαργυρώνει ηλεκτρονικό χρήμα για λογαριασμό ιδρύματος πληρωμών·
37)«υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος»: η έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος, η τήρηση λογαριασμών πληρωμών που αποθηκεύουν μονάδες ηλεκτρονικού χρήματος και η μεταφορά μονάδων ηλεκτρονικού χρήματος·
38)«πάροχος ATM»: φορέας εκμετάλλευσης αυτόματων ταμειολογιστικών μηχανών που δεν εξυπηρετεί λογαριασμούς πληρωμών·
39)«ίδρυμα πληρωμών που παρέχει υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος»: ίδρυμα πληρωμών το οποίο παρέχει τις υπηρεσίες έκδοσης ηλεκτρονικού χρήματος, τήρησης λογαριασμών πληρωμών που αποθηκεύουν μονάδες ηλεκτρονικού χρήματος και μεταφοράς μονάδων ηλεκτρονικού χρήματος, ανεξάρτητα από το αν παρέχει οποιαδήποτε από τις υπηρεσίες που αναφέρονται στο παράρτημα I ή όχι.
ΤΙΤΛΟΣ II
ΙΔΡΥΜΑΤΑ ΠΛΗΡΩΜΩΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ I
Αδειοδότηση και εποπτεία
Τμήμα 1
Γενικοί κανόνες
Άρθρο 3
Αιτήσεις άδειας λειτουργίας
1.Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις —εκτός από τις επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχεία α), β), δ) και ε) του κανονισμού XXX [PSR] και εκτός από τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που τυγχάνουν εξαίρεσης δυνάμει των άρθρων 34, 36, 37 και 38 της παρούσας οδηγίας— οι οποίες προτίθενται να παρέχουν οποιαδήποτε από τις υπηρεσίες πληρωμών που αναφέρονται στο παράρτημα Ι, ή υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος, να λαμβάνουν άδεια από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών.
2.Η άδεια λειτουργίας που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο απαιτείται μόνο για τις υπηρεσίες πληρωμών που τα αιτούντα ιδρύματα πληρωμών προτίθενται πράγματι να παρέχουν.
3.Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις που υποβάλλουν αίτηση για άδεια λειτουργίας, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1, υποβάλλουν στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης αίτηση άδειας λειτουργίας, συνοδευόμενη από τα ακόλουθα:
α)πρόγραμμα δραστηριοτήτων, στο οποίο αναφέρεται ειδικότερα το είδος των προβλεπόμενων υπηρεσιών πληρωμών·
β)επιχειρηματικό σχέδιο που περιλαμβάνει πρόβλεψη προϋπολογισμού για τα 3 πρώτα οικονομικά έτη, το οποίο καταδεικνύει την ικανότητα του αιτούντος να χρησιμοποιεί τα κατάλληλα και ανάλογα συστήματα, πόρους και διαδικασίες που εξασφαλίζουν την εύρυθμη λειτουργία του·
γ)στοιχεία που τεκμηριώνουν ότι ο αιτών διαθέτει το αρχικό κεφάλαιο που προβλέπεται στο άρθρο 5·
δ)για τις επιχειρήσεις που υποβάλλουν αίτηση για την παροχή των υπηρεσιών που αναφέρονται στο παράρτημα Ι σημεία 1 έως 5 και των υπηρεσιών ηλεκτρονικού χρήματος, περιγραφή των μέτρων που λαμβάνονται για να διασφαλίζονται τα κεφάλαια των χρηστών της υπηρεσίας πληρωμών σύμφωνα με το άρθρο 9·
ε)περιγραφή του οργανωτικού πλαισίου διακυβέρνησης και των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου του αιτούντος, συμπεριλαμβανομένων των διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών και των διαδικασιών διαχείρισης κινδύνων, και περιγραφή των ρυθμίσεων του αιτούντος για τη χρήση υπηρεσιών ΤΠΕ, όπως αναφέρεται στα άρθρα 6 και 7 του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2554, η οποία αποδεικνύει ότι το εν λόγω οργανωτικό πλαίσιο διακυβέρνησης, οι μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου και οι ρυθμίσεις για τη χρήση υπηρεσιών ΤΠΕ είναι αναλογικά, κατάλληλα, ορθά και επαρκή·
στ)περιγραφή της υφιστάμενης διαδικασίας ελέγχου, διαχείρισης και παρακολούθησης ενός περιστατικού ασφαλείας, καθώς και των παραπόνων των πελατών για ζητήματα σχετικά με την ασφάλεια, συμπεριλαμβανομένου ενός μηχανισμού αναφοράς περιστατικών που να λαμβάνει υπόψη τις υποχρεώσεις κοινοποίησης του ιδρύματος πληρωμών που καθορίζονται στο κεφάλαιο III του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2554·
ζ)περιγραφή της υφιστάμενης διαδικασίας αρχειοθέτησης, παρακολούθησης, εντοπισμού και περιορισμού της πρόσβασης σε ευαίσθητα δεδομένα πληρωμών·
η)περιγραφή των ρυθμίσεων επιχειρησιακής συνέχειας, μεταξύ άλλων με σαφή προσδιορισμό των κρίσιμων λειτουργιών, περιγραφή των σχεδίων επιχειρησιακής συνέχειας των ΤΠΕ και σχεδίων αντιμετώπισης και ανάκαμψης της λειτουργίας των ΤΠΕ, καθώς και περιγραφή της διαδικασίας για την τακτική δοκιμή και επανεξέταση της επάρκειας και της αποτελεσματικότητας των εν λόγω σχεδίων επιχειρησιακής συνέχειας των ΤΠΕ και αντιμετώπισης και ανάκαμψης της λειτουργίας των ΤΠΕ, βάσει του άρθρου 11 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2554·
θ)περιγραφή των αρχών και των ορισμών που εφαρμόζονται για τη συλλογή στατιστικών στοιχείων επίδοσης, συναλλαγών και απάτης·
ι)έγγραφο πολιτικής ασφάλειας, το οποίο περιλαμβάνει:
i) λεπτομερή αξιολόγηση των κινδύνων που σχετίζονται με τις υπηρεσίες πληρωμών και ηλεκτρονικού χρήματος του αιτούντος·
ii) περιγραφή των μέτρων ελέγχου της ασφάλειας και μείωσης κινδύνων για την επαρκή προστασία των χρηστών των υπηρεσιών πληρωμών από τους κινδύνους που έχουν εντοπιστεί, συμπεριλαμβανομένης της απάτης και της παράνομης χρήσης ευαίσθητων και προσωπικών δεδομένων·
iii) για τα αιτούντα ιδρύματα που επιθυμούν να συνάψουν ρυθμίσεις ανταλλαγής πληροφοριών με άλλους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών για την ανταλλαγή δεδομένων σχετικά με την απάτη στον τομέα των πληρωμών, όπως αναφέρεται στο άρθρο 83 παράγραφος 5 του κανονισμού XXX [PSR], τα συμπεράσματα της εκτίμησης επιπτώσεων σχετικά με την προστασία των δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 83 παράγραφος 5 του κανονισμού XXX [PSR] και σύμφωνα με το άρθρο 35 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 και, κατά περίπτωση, το αποτέλεσμα της προηγούμενης διαβούλευσης με την αρμόδια εποπτική αρχή σύμφωνα με το άρθρο 36 του εν λόγω κανονισμού·
ια)για τα αιτούντα ιδρύματα που υπόκεινται στις υποχρεώσεις σχετικά με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας που προβλέπουν η οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/847 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, περιγραφή των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου που έχει θεσπίσει ο αιτών ώστε να συμμορφώνεται με την εν λόγω οδηγία και τον εν λόγω κανονισμό·
ιβ)περιγραφή της οργανωτικής δομής του αιτούντος, συμπεριλαμβανομένης, κατά περίπτωση, περιγραφής:
i) της σχεδιαζόμενης χρήσης αντιπροσώπων, διανομέων ή υποκαταστημάτων·
ii) των επιτόπιων και μη επιτόπιων ελέγχων που ο αιτών αναλαμβάνει να διενεργεί σε σχέση με τους εν λόγω αντιπροσώπους, διανομείς ή υποκαταστήματα τουλάχιστον ετησίως·
iii) των ρυθμίσεων εξωτερικής ανάθεσης·
iv) της συμμετοχής του αιτούντος σε εθνικό ή διεθνές σύστημα πληρωμών·
ιγ)ταυτότητα των προσώπων που κατέχουν, άμεσα ή έμμεσα, ειδικές συμμετοχές στον αιτούντα, κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 36) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, το μέγεθος της πραγματικής τους συμμετοχής, καθώς και στοιχεία για την καταλληλότητά τους, ώστε να εξασφαλίζεται η ορθή και συνετή διαχείριση του αιτούντος·
ιδ)ταυτότητα των διευθυντικών στελεχών και άλλων προσώπων που είναι υπεύθυνα για τη διαχείριση του αιτούντος ιδρύματος πληρωμών και, κατά περίπτωση:
i) ταυτότητα των προσώπων που είναι υπεύθυνα για τη διαχείριση των δραστηριοτήτων υπηρεσιών πληρωμών του ιδρύματος πληρωμών·
ii) στοιχεία που αποδεικνύουν ότι τα πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για τη διαχείριση των δραστηριοτήτων υπηρεσιών πληρωμών του ιδρύματος πληρωμών είναι έντιμα και διαθέτουν κατάλληλες γνώσεις και πείρα για την παροχή υπηρεσιών πληρωμών, όπως καθορίζεται από το κράτος μέλος προέλευσης του αιτούντος·
ιε)όπου ενδείκνυται, ταυτότητα των νόμιμων ελεγκτών ή των ελεγκτικών γραφείων όπως ορίζονται στο άρθρο 2 σημεία 2 και 3 της οδηγίας 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου·
ιστ)νομική μορφή και καταστατικό του αιτούντος·
ιζ)διεύθυνση της καταστατικής έδρας του αιτούντος·
ιη)επισκόπηση των δικαιοδοσιών της ΕΕ στις οποίες ο αιτών υποβάλλει ή σχεδιάζει να υποβάλει αίτηση για άδεια λειτουργίας ως ίδρυμα πληρωμών·
ιθ)σχέδιο εκκαθάρισης σε περίπτωση πτώχευσης, προσαρμοσμένο στο προβλεπόμενο μέγεθος και επιχειρηματικό μοντέλο του αιτούντος.
Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχεία δ), ε), στ) και ιβ), τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ο αιτών περιγράφει τις ελεγκτικές και οργανωτικές ρυθμίσεις που έχει θεσπίσει για την προστασία των συμφερόντων των χρηστών του και για τη διασφάλιση της αδιάλειπτης και αξιόπιστης παροχής των υπηρεσιών πληρωμών ή ηλεκτρονικού χρήματος.
Τα μέτρα ελέγχου ασφάλειας και μείωσης κινδύνων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο ι) αναφέρουν τον τρόπο με τον οποίο ο αιτών θα διασφαλίσει υψηλό επίπεδο ψηφιακής επιχειρησιακής ανθεκτικότητας, όπως απαιτείται από το κεφάλαιο II του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2554, ιδίως όσον αφορά την τεχνική ασφάλεια και την προστασία των δεδομένων, μεταξύ άλλων για το λογισμικό και τα συστήματα ΤΠΕ που χρησιμοποιούνται από τον αιτούντα ή τις επιχειρήσεις στις οποίες αναθέτει τις δραστηριότητές του.
4.Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις που υποβάλλουν αίτηση για την απόκτηση άδειας λειτουργίας για παροχή υπηρεσιών πληρωμών όπως αναφέρονται στο παράρτημα Ι σημείο 6, ως προϋπόθεση για την απόκτηση άδειας, να διαθέτουν ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης που να καλύπτει το έδαφος όπου παρέχουν υπηρεσίες ή άλλη συγκρίσιμη εγγύηση κατά της ευθύνης ώστε να εξασφαλίζεται ότι:
α)μπορούν να καλύψουν τις υποχρεώσεις τους, όπως ορίζεται στα άρθρα 56, 57, 59, 76 και 78 του κανονισμού XXX [PSR]·
β)καλύπτουν την αξία τυχόν απαλλαγής, κατώτατου ορίου ή αφαιρετέου ποσού από την ασφαλιστική κάλυψη ή συγκρίσιμη εγγύηση·
γ)παρακολουθούν την κάλυψη της ασφάλισης ή συγκρίσιμης εγγύησης σε συνεχή βάση.
5.Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που προσδιορίζουν:
α)τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στις αρμόδιες αρχές με την αίτηση άδειας λειτουργίας ιδρύματος πληρωμών, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων που ορίζονται στην παράγραφο 3 στοιχεία α), β), γ), ε) και ζ) έως ια) και ιη)·
β)κοινή μεθοδολογία αξιολόγησης για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας ως ίδρυμα πληρωμών ή καταχώρισης ως πάροχος υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού ή πάροχος ATM, δυνάμει της παρούσας οδηγίας·
γ)τι συνιστά συγκρίσιμη εγγύηση, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 4 πρώτο εδάφιο, η οποία θα πρέπει να είναι εναλλάξιμη με ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης·
δ)τα κριτήρια καθορισμού του ελάχιστου χρηματικού ποσού της ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης ή άλλης συγκρίσιμης εγγύησης, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 4.
6.Κατά την ανάπτυξη των σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στην παράγραφο 5, η ΕΑΤ λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα:
α)το προφίλ κινδύνου της επιχείρησης·
β)αν η επιχείρηση παρέχει άλλες υπηρεσίες πληρωμών που αναφέρονται στο παράρτημα Ι ή πραγματοποιεί άλλες επιχειρηματικές δραστηριότητες·
γ)το μέγεθος της δραστηριότητας της επιχείρησης·
δ)τα ειδικά χαρακτηριστικά των συγκρίσιμων εγγυήσεων, όπως αναφέρονται στην παράγραφο 4, και τα κριτήρια εφαρμογής τους.
Η ΕΑΤ υποβάλλει τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στην παράγραφο 5 στην Επιτροπή έως τις [ OP please insert the date= 1 year after the date of entry into force of this Directive].
Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία έγκρισης των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
Άρθρο 4
Έλεγχος συμμετοχής
1.Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει αποφασίσει να αποκτήσει ή να αυξήσει περαιτέρω, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 36) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σε ίδρυμα πληρωμών, ώστε η αναλογία των μεριδίων κεφαλαίων ή των δικαιωμάτων ψήφου που κατέχει να φθάνει ή να υπερβαίνει το 20 %, το 30 % ή το 50 %, ή ώστε το ίδρυμα πληρωμών να καταστεί θυγατρική του επιχείρηση, ενημερώνει γραπτώς και εκ των προτέρων τις αρμόδιες αρχές του εν λόγω ιδρύματος πληρωμών σχετικά με την πρόθεσή του. Το ίδιο ισχύει για κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει αποφασίσει να παύσει να κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή ή να μειώσει την ειδική συμμετοχή του, ώστε η αναλογία των μεριδίων κεφαλαίων ή των δικαιωμάτων ψήφου να μειωθεί κάτω από το 20 %, το 30 % ή το 50 % ή ώστε το ίδρυμα πληρωμών να πάψει να είναι θυγατρική του επιχείρηση.
2.Ο υποψήφιος αγοραστής ειδικής συμμετοχής στο ίδρυμα πληρωμών ενημερώνει την αρμόδια αρχή για το μέγεθος της συμμετοχής που προτίθεται να αποκτήσει και παρέχει σχετικές απαραίτητες πληροφορίες όπως αναφέρεται στο άρθρο 23 παράγραφος 4 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.
3.Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι, σε περίπτωση που η επιρροή που ασκεί ο υποψήφιος αγοραστής, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1, είναι δυνατόν να αποβεί εις βάρος της συνετής και χρηστής διαχείρισης του ιδρύματος πληρωμών, οι αρμόδιες αρχές εκφράζουν την αντίθεσή τους ή λαμβάνουν άλλα κατάλληλα μέτρα για να τερματιστεί αυτή η κατάσταση. Σ’ αυτά τα μέτρα μπορεί να περιλαμβάνονται προσωρινά μέτρα, κυρώσεις κατά διευθυντικών στελεχών ή των προσώπων που είναι υπεύθυνα για τη διαχείριση του εν λόγω ιδρύματος πληρωμών, ή αναστολή της άσκησης των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από τις μετοχές που κατέχουν οι μέτοχοι ή οι εταίροι του εν λόγω ιδρύματος πληρωμών.
Παρόμοια μέτρα εφαρμόζονται κατά των φυσικών ή νομικών προσώπων τα οποία δεν τηρούν την υποχρέωση της εκ των προτέρων ενημέρωσης που αναφέρεται στην παράγραφο 2.
4.Σε περίπτωση απόκτησης συμμετοχής, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1, παρά την αντίθεση των αρμόδιων αρχών, τα κράτη μέλη, ανεξάρτητα από τις άλλες κυρώσεις που πρόκειται να επιβληθούν, προβλέπουν αναστολή της άσκησης των αντίστοιχων δικαιωμάτων ψήφου, ακυρότητα των εν λόγω ψήφων ή δυνατότητα ακύρωσης των σχετικών ψήφων.
Άρθρο 5
Αρχικό κεφάλαιο
Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα πληρωμών να έχουν, κατά τη στιγμή της απόκτησης της άδειας, αρχικό κεφάλαιο το οποίο απαρτίζεται από ένα ή περισσότερα από τα στοιχεία που ορίζονται στο άρθρο 26 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, ως εξής:
α)όταν το ίδρυμα πληρωμών παρέχει μόνο την υπηρεσία πληρωμών του σημείου 5 του παραρτήματος I, το κεφάλαιό του δεν πρέπει ποτέ να είναι χαμηλότερο από 25 000 EUR·
β)όταν το ίδρυμα πληρωμών παρέχει την υπηρεσία πληρωμών του σημείου 6 του παραρτήματος I, το κεφάλαιό του δεν πρέπει ποτέ να είναι χαμηλότερο από 50 000 EUR·
γ)όταν το ίδρυμα πληρωμών ασκεί οποιαδήποτε από τις υπηρεσίες πληρωμών των σημείων 1 έως 4 του παραρτήματος I, το κεφάλαιό του δεν πρέπει ποτέ να είναι χαμηλότερο από 150 000 EUR·
δ)όταν το ίδρυμα πληρωμών παρέχει υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος, το κεφάλαιό του δεν πρέπει ποτέ να είναι χαμηλότερο από 400 000 EUR.
Άρθρο 6
Ίδια κεφάλαια
1.Τα κράτη μέλη απαιτούν τα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος πληρωμών να μην υπολείπονται του ποσού του αρχικού κεφαλαίου που αναφέρεται στο άρθρο 5 ή του ποσού των ιδίων κεφαλαίων που υπολογίζεται είτε σύμφωνα με το άρθρο 7 για τα ιδρύματα πληρωμών που δεν παρέχουν υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος, είτε σύμφωνα με το άρθρο 8 για τα ιδρύματα πληρωμών που παρέχουν υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος, όποιο από τα δύο είναι υψηλότερο.
2.Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εμποδίσουν την πολλαπλή χρήση στοιχείων επιλέξιμων ως ιδίων κεφαλαίων εφόσον το ίδρυμα πληρωμών ανήκει στον ίδιο όμιλο με άλλο ίδρυμα πληρωμών, πιστωτικό ίδρυμα, επιχείρηση επενδύσεων, εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων ή ασφαλιστική επιχείρηση. Το ίδιο ισχύει επίσης όταν ένα ίδρυμα πληρωμών είναι υβριδικού χαρακτήρα και ασκεί άλλες δραστηριότητες εκτός της παροχής υπηρεσιών πληρωμής ή ηλεκτρονικού χρήματος.
3.Όταν πληρούνται οι όροι του άρθρου 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, τα κράτη μέλη ή οι αρμόδιες αρχές τους μπορούν να επιλέξουν να μην εφαρμόσουν το άρθρο 7 ή 8 της παρούσας οδηγίας, κατά περίπτωση, στα ιδρύματα πληρωμών που συμπεριλαμβάνονται στην εποπτεία σε ενοποιημένη βάση του μητρικού πιστωτικού ιδρύματος σύμφωνα με την οδηγία 2013/36/ΕΕ.
Άρθρο 7
Υπολογισμός ιδίων κεφαλαίων για ιδρύματα πληρωμών που δεν παρέχουν υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος
1.Με την επιφύλαξη των απαιτήσεων αρχικού κεφαλαίου που ορίζονται στο άρθρο 5, τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα πληρωμών —εκτός από τα ιδρύματα πληρωμών που είτε παρέχουν μόνο υπηρεσίες εκκίνησης πληρωμών, όπως αναφέρονται στο παράρτημα Ι σημείο 6, είτε παρέχουν μόνο υπηρεσίες πληροφοριών λογαριασμού όπως αναφέρονται στο παράρτημα Ι σημείο 7, ή και τα δύο, και εκτός από τα ιδρύματα πληρωμών που παρέχουν υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος— να διατηρούν ανά πάσα στιγμή ίδια κεφάλαια που υπολογίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 2.
2.Οι αρμόδιες αρχές απαιτούν από τα ιδρύματα πληρωμών να εφαρμόζουν, εξ ορισμού, τη μέθοδο Β όπως ορίζεται στο στοιχείο β) παρακάτω. Ωστόσο, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να αποφασίσουν ότι, με βάση το συγκεκριμένο επιχειρηματικό τους μοντέλο, ιδίως όταν εκτελούν μικρό μόνο αριθμό συναλλαγών αλλά υψηλής μεμονωμένης αξίας, τα ιδρύματα πληρωμών πρέπει να εφαρμόζουν τη μέθοδο Α ή Γ. Για τους σκοπούς των μεθόδων Α, Β και Γ, το προηγούμενο έτος πρέπει να νοείται ως το σύνολο της 12μηνης περιόδου πριν από τη στιγμή του υπολογισμού.
α)Μέθοδος Α
Τα ίδια κεφάλαια των ιδρυμάτων πληρωμών ισούνται τουλάχιστον με το 10 % των πάγιων εξόδων τους κατά το προηγούμενο έτος. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να προσαρμόζουν την απαίτηση αυτή σε περίπτωση ουσιαστικής μεταβολής των δραστηριοτήτων του ιδρύματος πληρωμών σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Εάν το ίδρυμα πληρωμών δεν έχει συμπληρώσει ένα ολόκληρο έτος δραστηριοποίησης κατά την ημερομηνία υπολογισμού, τα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος πληρωμών αντιστοιχούν τουλάχιστον στο 10 % των αντίστοιχων πάγιων εξόδων που προβλέπονται στο επιχειρηματικό του σχέδιο, εκτός εάν οι αρμόδιες αρχές ζητήσουν αναπροσαρμογή του σχεδίου αυτού.
β)Μέθοδος Β
Τα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος πληρωμών ισούνται τουλάχιστον με το άθροισμα των ακόλουθων στοιχείων, πολλαπλασιαζόμενο με συντελεστή προσαύξησης k που αναφέρεται στην παράγραφο 3, όπου ο όγκος πληρωμών (ΟΠ) αντιπροσωπεύει το ένα δωδέκατο του συνολικού ποσού πράξεων πληρωμής που εκτέλεσε το ίδρυμα πληρωμών κατά το προηγούμενο έτος:
i) 4,0 % του μεριδίου του ΟΠ μέχρι 5 εκατ. EUR·
συν
ii) 2,5 % του μεριδίου του ΟΠ άνω των 5 εκατ. EUR μέχρι 10 εκατ. EUR·
συν
iii) 1 % του μεριδίου του ΟΠ άνω των 10 εκατ. EUR μέχρι 100 εκατ. EUR
συν
iv) 0,5 % του μεριδίου του ΟΠ άνω των 100 εκατ. EUR μέχρι 250 εκατ. EUR·
συν
v) 0,25 % του μεριδίου του ΟΠ άνω των 250 εκατ. EUR.
γ)Μέθοδος Γ
Τα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος πληρωμών ισούνται τουλάχιστον με τον σχετικό δείκτη που ορίζεται στο σημείο i) πολλαπλασιαζόμενο με τον πολλαπλασιαστικό συντελεστή που ορίζεται στο σημείο ii) και με τον συντελεστή προσαύξησης k που ορίζεται στην παράγραφο 3.
i) Ο σχετικός δείκτης είναι το άθροισμα των εξής:
1)εισόδημα από τόκους·
2)έξοδα από τόκους·
3)προμήθειες και τέλη εισπρακτέα· και
4)άλλα έσοδα εκμετάλλευσης.
Κάθε στοιχείο περιλαμβάνεται στο άθροισμα με το πρόσημό του, θετικό ή αρνητικό. Έσοδα από έκτακτα ή μη τακτικά στοιχεία δεν χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του σχετικού δείκτη. Οι δαπάνες για την εξωτερική ανάθεση υπηρεσιών σε τρίτους επιτρέπεται να μειώνουν τον σχετικό δείκτη, όταν καταβάλλονται σε επιχειρήσεις που εποπτεύονται υπό την έννοια της παρούσας οδηγίας. Ο σχετικός δείκτης υπολογίζεται με βάση τις τελευταίες δωδεκάμηνες παρατηρήσεις στο τέλος του τελευταίου οικονομικού έτους. Ο σχετικός δείκτης υπολογίζεται βάσει του τελευταίου οικονομικού έτους.
Τα ίδια κεφάλαια που υπολογίζονται με τη μέθοδο Γ δεν πρέπει να υπολείπονται του 80 % του μέσου όρου των 3 τελευταίων οικονομικών ετών για τον σχετικό δείκτη. Εάν δεν υπάρχουν ελεγμένα στοιχεία, επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται επιχειρηματικές εκτιμήσεις.
ii) Ο πολλαπλασιαστικός συντελεστής είναι:
1)10 % του μεριδίου του σχετικού δείκτη μέχρι 2,5 εκατ. EUR,
2)8 % του μεριδίου του σχετικού δείκτη από 2,5 εκατ. EUR μέχρι 5 εκατ. EUR,
3)6 % του μεριδίου του σχετικού δείκτη από 5 εκατ. EUR μέχρι 25 εκατ. EUR,
4)3 % του μεριδίου του σχετικού δείκτη από 25 εκατ. EUR μέχρι 50 εκατ. EUR,
5)1,5 % άνω των 50 εκατ. EUR.
3.Ο συντελεστής προσαύξησης k που χρησιμοποιείται στις μεθόδους Β και Γ είναι:
α)0,5 όταν το ίδρυμα πληρωμών παρέχει μόνο την υπηρεσία πληρωμών όπως αναφέρεται στο σημείο 5 του παραρτήματος I·
β)1 όταν το ίδρυμα πληρωμών παρέχει οποιαδήποτε από τις υπηρεσίες πληρωμών όπως αναφέρονται σε ένα εκ των σημείων 1 έως 4 του παραρτήματος Ι.
4.Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα πληρωμών —εκτός από τα ιδρύματα πληρωμών που είτε παρέχουν μόνο υπηρεσίες εκκίνησης πληρωμών, όπως αναφέρονται στο παράρτημα Ι σημείο 6, είτε παρέχουν μόνο υπηρεσίες πληροφοριών λογαριασμού, όπως αναφέρονται στο παράρτημα Ι σημείο 7, ή και τα δύο, και εκτός από τα ιδρύματα πληρωμών που παρέχουν μόνο υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος και ασκούν επίσης τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο άρθρο 10— να διασφαλίζουν ότι τα ίδια κεφάλαια που τηρούνται για τις υπηρεσίες που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι σημεία 1 έως 5 δεν θεωρούνται ίδια κεφάλαια που τηρούνται για τους σκοπούς του άρθρου 10 παράγραφος 4 στοιχείο δ) ή για άλλες υπηρεσίες που δεν ρυθμίζονται από την παρούσα οδηγία.
5.Οι αρμόδιες αρχές μπορούν, βάσει αξιολόγησης των διαδικασιών διαχείρισης κινδύνου, της βάσης δεδομένων κινδύνου ζημίας και των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου του ιδρύματος πληρωμών, να απαιτούν από το ίδρυμα πληρωμών να κατέχει ποσό ιδίων κεφαλαίων έως και 20 % υψηλότερο από το ποσό που θα προέκυπτε από την εφαρμογή της μεθόδου που επιλέγεται σύμφωνα με την παράγραφο 2. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν στο ίδρυμα πληρωμών να κατέχει ποσό ιδίων κεφαλαίων έως και 20 % χαμηλότερο από το ποσό που θα προέκυπτε από την εφαρμογή της μεθόδου που επιλέγεται σύμφωνα με την παράγραφο 2.
6.Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών προτύπων σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 σχετικά με τα κριτήρια βάσει των οποίων προσδιορίζεται πότε το επιχειρηματικό μοντέλο του ιδρύματος πληρωμών είναι τέτοιο ώστε να εκτελεί μόνο μικρό αριθμό συναλλαγών, αλλά υψηλής μεμονωμένης αξίας, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.
Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις [OP please insert the date= 1 year after the date of entry into force of this Directive].
Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία έγκρισης των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
Άρθρο 8
Υπολογισμός ιδίων κεφαλαίων για ιδρύματα πληρωμών που παρέχουν υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος
1.Με την επιφύλαξη των απαιτήσεων αρχικού κεφαλαίου που ορίζονται στο άρθρο 5, τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα πληρωμών που παρέχουν τόσο υπηρεσίες πληρωμών όσο και υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος να κατέχουν, ανά πάσα στιγμή, ίδια κεφάλαια που υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 7 για τη δραστηριότητά τους στον τομέα των υπηρεσιών πληρωμών.
2.Με την επιφύλαξη των απαιτήσεων αρχικού κεφαλαίου που ορίζονται στο άρθρο 5, τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα πληρωμών που παρέχουν μόνο υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος να κατέχουν, ανά πάσα στιγμή, ίδια κεφάλαια που υπολογίζονται σύμφωνα με τη μέθοδο Δ όπως ορίζεται στο σημείο 3) παρακάτω.
3.Μέθοδος Δ: Τα ίδια κεφάλαια για τη δραστηριότητα της παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικού χρήματος ισούνται τουλάχιστον με το 2 % του μέσου όρου ηλεκτρονικού χρήματος σε κυκλοφορία.
4.Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα πληρωμών που παρέχουν τόσο υπηρεσίες πληρωμών όσο και υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος να κατέχουν ανά πάσα στιγμή ίδια κεφάλαια που ισούνται τουλάχιστον με το άθροισμα των απαιτήσεων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2.
5.Τα κράτη μέλη επιτρέπουν στα ιδρύματα πληρωμών που παρέχουν τόσο υπηρεσίες πληρωμών όσο και υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος και που ασκούν οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα Ι και δεν συνδέονται με τις υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος, ή οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφοι 1 και 4, να υπολογίζουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων τους βάσει αντιπροσωπευτικού τμήματος που θεωρείται ότι χρησιμοποιείται για τις υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος, υπό την προϋπόθεση ότι το εν λόγω αντιπροσωπευτικό τμήμα μπορεί να εκτιμηθεί εύλογα βάσει ιστορικών δεδομένων και κατά τρόπο ικανοποιητικό για τις αρμόδιες αρχές, όταν το ποσό του ηλεκτρονικού χρήματος σε κυκλοφορία είναι άγνωστο εκ των προτέρων. Όταν το ίδρυμα πληρωμών δεν έχει ασκήσει ακόμη δραστηριότητα για επαρκές χρονικό διάστημα, τα ίδια κεφάλαιά του υπολογίζονται βάσει του προβλεπόμενου ηλεκτρονικού χρήματος σε κυκλοφορία που αποδεικνύεται από το επιχειρηματικό του σχέδιο, με την επιφύλαξη τυχόν προσαρμογών του εν λόγω σχεδίου κατόπιν απαίτησης των αρμόδιων αρχών.
6.Οι παράγραφοι 4 και 5 του άρθρου 7 εφαρμόζονται κατ’ αναλογία στα ιδρύματα πληρωμών που παρέχουν υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος.
Άρθρο 9
Απαιτήσεις διασφάλισης
1.Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα πληρωμών που παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών όπως αναφέρονται στα σημεία 1 έως 5 του παραρτήματος Ι, ή υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος, να διασφαλίζουν όλα τα χρηματικά ποσά που λαμβάνουν από τους χρήστες των υπηρεσιών πληρωμών ή μέσω άλλου παρόχου υπηρεσιών πληρωμών για την εκτέλεση πράξεων πληρωμής ή, κατά περίπτωση, τα χρηματικά ποσά που λαμβάνονται έναντι ηλεκτρονικού χρήματος που έχει εκδοθεί, με οποιονδήποτε από τους ακόλουθους τρόπους:
α)τα εν λόγω χρηματικά ποσά δεν πρέπει να ενώνονται ποτέ με τα χρηματικά ποσά φυσικών ή νομικών προσώπων διαφορετικών από τους χρήστες των υπηρεσιών πληρωμών για λογαριασμό των οποίων τηρούνται τα χρηματικά ποσά·
β)τα εν λόγω χρηματικά ποσά καλύπτονται από ασφαλιστήριο ή άλλη συγκρίσιμη εγγύηση από ασφαλιστική εταιρεία ή πιστωτικό ίδρυμα που δεν ανήκει στον ίδιο όμιλο με το ίδρυμα πληρωμών για ποσό ισοδύναμο προς το ποσό που θα είχε διαχωριστεί ελλείψει ασφαλιστηρίου ή άλλης συγκρίσιμης εγγύησης, πληρωτέο αν το ίδρυμα πληρωμών αδυνατεί να ανταποκριθεί στις χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις του.
Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο α), όταν το ίδρυμα πληρωμών εξακολουθεί να κατέχει τα χρηματικά ποσά και δεν τα έχει καταβάλει στον δικαιούχο ούτε τα έχει μεταβιβάσει σε άλλον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών έως το τέλος της εργάσιμης ημέρας που έπεται της ημέρας κατά την οποία εισπράχθηκαν τα χρηματικά ποσά, το ίδρυμα πληρωμών προβαίνει σε μία από τις ακόλουθες ενέργειες:
α)καταθέτει τα εν λόγω χρηματικά ποσά είτε σε χωριστό λογαριασμό σε πιστωτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε κράτος μέλος, είτε σε κεντρική τράπεζα κατά τη διακριτική ευχέρεια της εν λόγω κεντρικής τράπεζας·
β)επενδύει τα εν λόγω χρηματικά ποσά σε ασφαλή και ρευστά στοιχεία ενεργητικού χαμηλού κινδύνου, όπως καθορίζονται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης.
Τα ιδρύματα πληρωμών προστατεύουν τα εν λόγω χρηματικά ποσά σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, προς το συμφέρον των χρηστών των υπηρεσιών πληρωμών, έναντι των αξιώσεων άλλων πιστωτών του ιδρύματος πληρωμών, ιδίως σε περίπτωση αφερεγγυότητας.
2.Τα ιδρύματα πληρωμών αποφεύγουν τον κίνδυνο συγκέντρωσης για τα διασφαλισμένα χρηματικά ποσά των πελατών, μεριμνώντας ώστε να μη χρησιμοποιείται η ίδια μέθοδος διασφάλισης για το σύνολο των διασφαλισμένων χρηματικών ποσών των πελατών τους. Ειδικότερα, προσπαθούν να μη διασφαλίζουν όλα τα χρηματικά ποσά των καταναλωτών σε ένα πιστωτικό ίδρυμα.
3.Όταν ένα ίδρυμα πληρωμών υποχρεούται να διασφαλίζει χρηματικά ποσά δυνάμει της παραγράφου 1 και τμήμα αυτών των χρηματικών ποσών πρόκειται να χρησιμοποιηθεί για μελλοντικές πράξεις πληρωμής και το υπόλοιπο ποσό πρόκειται να χρησιμοποιηθεί για άλλες υπηρεσίες εκτός των υπηρεσιών πληρωμών, το τμήμα των χρηματικών ποσών που προορίζεται για μελλοντικές πράξεις πληρωμής υπόκειται επίσης στις απαιτήσεις της παραγράφου 1. Όταν το εν λόγω τμήμα κυμαίνεται ή δεν είναι γνωστό εκ των προτέρων, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν στα ιδρύματα πληρωμών να εφαρμόζουν την παρούσα παράγραφο βάσει αντιπροσωπευτικού τμήματος το οποίο θεωρείται ότι χρησιμοποιείται για υπηρεσίες πληρωμών, εφόσον αυτό το αντιπροσωπευτικό τμήμα μπορεί να εκτιμηθεί ευλόγως βάσει ιστορικών δεδομένων κατά τρόπο ικανοποιητικό για τις αρμόδιες αρχές.
4.Όταν ένα ίδρυμα πληρωμών παρέχει υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος, τα χρηματικά ποσά που λαμβάνονται με σκοπό την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος δεν χρειάζεται να διασφαλίζονται μέχρι να πιστωθούν στον λογαριασμό πληρωμών του ιδρύματος πληρωμών ή να τεθούν με άλλον τρόπο στη διάθεση του ιδρύματος πληρωμών σύμφωνα με τις απαιτήσεις για τις προθεσμίες εκτέλεσης που ορίζονται στον κανονισμό XXX [PSR]. Σε κάθε περίπτωση, τα εν λόγω χρηματικά ποσά διασφαλίζονται το αργότερο έως το τέλος της εργάσιμης ημέρας που έπεται της ημέρας λήψης των χρηματικών ποσών, μετά την έκδοση του ηλεκτρονικού χρήματος.
5.Στην περίπτωση ιδρυμάτων πληρωμών που παρέχουν υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος, για τους σκοπούς της εφαρμογής της παραγράφου 1, ασφαλή και χαμηλού κινδύνου στοιχεία ενεργητικού είναι τα στοιχεία ενεργητικού που εμπίπτουν σε μία από τις κατηγορίες που αναφέρονται στον πίνακα 1 του άρθρου 336 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 για τα οποία η κεφαλαιακή απαίτηση για τον ειδικό κίνδυνο δεν υπερβαίνει το 1,6 %, αλλά εξαιρούνται άλλα επιλέξιμα στοιχεία όπως ορίζονται στο άρθρο 336 παράγραφος 4 του εν λόγω κανονισμού.
Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, ασφαλή, χαμηλού κινδύνου στοιχεία ενεργητικού είναι επίσης συμμετοχές σε οργανισμό συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) που επενδύει αποκλειστικά σε στοιχεία ενεργητικού όπως ορίζονται στο πρώτο εδάφιο.
Σε εξαιρετικές περιστάσεις και με επαρκή αιτιολόγηση, οι αρμόδιες αρχές μπορούν, βάσει αξιολόγησης ασφάλειας, ληκτότητας, αξίας ή άλλου στοιχείου κινδύνου των στοιχείων ενεργητικού όπως προσδιορίζονται στο πρώτο και δεύτερο εδάφιο, να καθορίζουν ποια από αυτά τα στοιχεία ενεργητικού δεν θεωρούνται ασφαλή, χαμηλού κινδύνου στοιχεία ενεργητικού για τους σκοπούς της παραγράφου 1.
6.Τα ιδρύματα πληρωμών ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές εκ των προτέρων για κάθε ουσιαστική μεταβολή των μέτρων που λαμβάνονται για τη διασφάλιση των χρηματικών ποσών που λαμβάνονται για τις παρεχόμενες υπηρεσίες πληρωμών και σε περίπτωση υπηρεσιών ηλεκτρονικού χρήματος έναντι του εκδοθέντος ηλεκτρονικού χρήματος.
7.Η ΕΑΤ καταρτίζει ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα σχετικά με τις απαιτήσεις διασφάλισης, τα οποία θεσπίζουν ιδίως πλαίσια διαχείρισης κινδύνου διασφάλισης για τα ιδρύματα πληρωμών, ώστε να διασφαλίζεται η προστασία των χρηματικών ποσών των χρηστών, και περιλαμβάνουν απαιτήσεις σχετικά με τον διαχωρισμό, τον ορισμό, τη συμφωνία και τον υπολογισμό των απαιτήσεων διασφάλισης χρηματικών ποσών.
Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις [OP please insert the date= 1 year after the date of entry into force of this Directive].
Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία έγκρισης των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
Άρθρο 10
Δραστηριότητες
1.Εκτός από την παροχή υπηρεσιών πληρωμών ή υπηρεσιών ηλεκτρονικού χρήματος, τα ιδρύματα πληρωμών μπορούν να ασκούν τις ακόλουθες δραστηριότητες:
α)παροχή λειτουργικών και στενά συνδεόμενων επικουρικών υπηρεσιών, μεταξύ άλλων εξασφάλιση της εκτέλεσης πράξεων πληρωμής, υπηρεσίες συναλλάγματος, υπηρεσίες φύλαξης, καθώς και αποθήκευση και επεξεργασία δεδομένων·
β)λειτουργία συστημάτων πληρωμών·
γ)επιχειρηματικές δραστηριότητες εκτός της παροχής υπηρεσιών πληρωμών ή υπηρεσιών ηλεκτρονικού χρήματος, τηρουμένου του ισχύοντος ενωσιακού και εθνικού δικαίου.
2.Τα ιδρύματα πληρωμών που παρέχουν μία ή περισσότερες υπηρεσίες πληρωμών ή υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος τηρούν μόνο λογαριασμούς πληρωμών που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για πράξεις πληρωμών.
3.Τα χρηματικά ποσά που λαμβάνουν τα ιδρύματα πληρωμών από χρήστες των υπηρεσιών πληρωμών για την παροχή υπηρεσιών πληρωμών ή ηλεκτρονικού χρήματος δεν συνιστούν κατάθεση ή άλλο επιστρεπτέο κεφάλαιο κατά την έννοια του άρθρου 9 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.
4.Τα ιδρύματα πληρωμών μπορούν να παρέχουν πίστωση σε σχέση με τις υπηρεσίες πληρωμών του σημείου 2 του παραρτήματος Ι μόνον εάν πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)η πίστωση είναι επικουρική και χορηγείται αποκλειστικά σε συνδυασμό με την εκτέλεση μιας πράξης πληρωμής·
β)παρά τους εθνικούς κανόνες, εάν υπάρχουν, για τη χορήγηση πίστωσης από εκδότες πιστωτικών καρτών, η πίστωση που χορηγείται σε συνδυασμό με πληρωμή και εκτελείται σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 6 και το άρθρο 30 πρέπει να αποπληρώνεται εντός σύντομου χρονικού διαστήματος το οποίο δεν υπερβαίνει σε καμία περίπτωση τους 12 μήνες·
γ)η χορηγούμενη πίστωση δεν προέρχεται από τα χρηματικά ποσά που λαμβάνονται ή κατέχονται για την εκτέλεση πράξης πληρωμής ή από τα χρηματικά ποσά που έχουν ληφθεί από χρήστες των υπηρεσιών πληρωμών έναντι ηλεκτρονικού χρήματος και που κατέχονται σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1·
δ)τα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος πληρωμών είναι πάντοτε, κατά την κρίση των εποπτικών αρχών, κατάλληλα ενόψει της συνολικής χορηγούμενης πίστωσης.
5.Τα ιδρύματα πληρωμών δεν αποδέχονται καταθέσεις ή άλλα επιστρεπτέα κεφάλαια κατά την έννοια του άρθρου 9 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.
6.Τα ιδρύματα πληρωμών που παρέχουν υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος ανταλλάσσουν χωρίς καθυστέρηση χρηματικά ποσά, συμπεριλαμβανομένων μετρητών ή λογιστικού χρήματος, τα οποία λαμβάνει το εν λόγω ίδρυμα πληρωμών από χρήστες των υπηρεσιών πληρωμών για ηλεκτρονικό χρήμα. Αυτά τα χρηματικά ποσά δεν συνιστούν κατάθεση ή άλλα επιστρεπτέα κεφάλαια που λαμβάνονται από το κοινό κατά την έννοια του άρθρου 9 της οδηγίας 2013/36/ΕΚ.
7.Η παρούσα οδηγία δεν θίγει την εφαρμογή της οδηγίας 2008/48/ΕΚ, άλλων σχετικών διατάξεων του ενωσιακού δικαίου ή εθνικών μέτρων που αφορούν τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση πιστώσεων στους καταναλωτές που δεν εναρμονίζονται με την παρούσα οδηγία, οι οποίες είναι σύμφωνες με το ενωσιακό δίκαιο.
Άρθρο 11
Λογιστική και υποχρεωτικός έλεγχος
1.Η οδηγία 86/635/ΕΟΚ του Συμβουλίου, η οδηγία 2013/34/ΕΕ και ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, στα ιδρύματα πληρωμών.
2.Εάν δεν εξαιρούνται δυνάμει της οδηγίας 2013/34/ΕΕ και, ανάλογα με την περίπτωση, της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ, οι ετήσιοι και οι ενοποιημένοι λογαριασμοί των ιδρυμάτων πληρωμών ελέγχονται από νόμιμους ελεγκτές ή ελεγκτικά γραφεία, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 σημεία 2 και 3 της οδηγίας 2006/43/ΕΚ.
3.Για λόγους εποπτείας, τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα πληρωμών να παρέχουν χωριστές λογιστικές πληροφορίες, αφενός, για τις υπηρεσίες πληρωμών ή τις υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος και, αφετέρου, για τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1, οι οποίες υπόκεινται σε έκθεση ελεγκτή. Η έκθεση εκπονείται, ανάλογα με την περίπτωση, από τους νόμιμους ελεγκτές ή ελεγκτικά γραφεία.
4.Οι υποχρεώσεις εκ του άρθρου 63 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, στους νόμιμους ελεγκτές ή τα ελεγκτικά γραφεία των ιδρυμάτων πληρωμών όσον αφορά τις υπηρεσίες πληρωμών ή τις υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος.
Άρθρο 12
Τήρηση αρχείου
Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα πληρωμών να τηρούν όλα τα κατάλληλα αρχεία για τους σκοπούς του παρόντος τίτλου επί τουλάχιστον 5 έτη, με την επιφύλαξη της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 ή άλλης σχετικής διάταξης του ενωσιακού δικαίου. Όταν τα εν λόγω αρχεία περιλαμβάνουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, το ίδρυμα πληρωμών δεν τηρεί τα εν λόγω αρχεία για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από το αναγκαίο για τους σκοπούς του παρόντος τίτλου. Σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας λειτουργίας του ιδρύματος πληρωμών σύμφωνα με το άρθρο 16, τα αρχεία που περιλαμβάνουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν τηρούνται περισσότερο από 5 έτη μετά την ανάκληση της άδειας.
Άρθρο 13
Χορήγηση άδειας λειτουργίας
1.Τα κράτη μέλη παρέχουν άδεια στο αιτούν ίδρυμα πληρωμών για τις υπηρεσίες πληρωμών και τις υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος που προτίθεται να παρέχει, υπό την προϋπόθεση ότι το αιτούν ίδρυμα πληρωμών:
α)είναι νομικό πρόσωπο εγκατεστημένο σε κράτος μέλος·
β)έχει υποβάλει στις αρμόδιες αρχές του τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 3·
γ)έχει λάβει υπόψη την ανάγκη να διασφαλιστούν η ορθή και συνετή διαχείριση του αιτούντος ιδρύματος πληρωμών και το άρτιο οργανωτικό πλαίσιο για τις υπηρεσίες πληρωμών ή τις υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος που προτίθεται να παρέχει, μεταξύ άλλων τα εξής:
i) σαφή οργανωτική δομή με σαφώς καθορισμένες, διαφανείς και συνεπείς γραμμές ευθύνης·
ii) αποτελεσματικές διαδικασίες εντοπισμού, διαχείρισης, παρακολούθησης και αναφοράς των κινδύνων στους οποίους εκτίθεται ή ενδέχεται να εκτεθεί το αιτούν ίδρυμα πληρωμών·
iii) επαρκείς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, περιλαμβανομένων ορθών διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών·
δ)έχει το αρχικό κεφάλαιο που αναφέρεται στο άρθρο 5·
ε)συμμορφώνεται με το άρθρο 3 παράγραφος 4.
Το οργανωτικό πλαίσιο και οι μηχανισμοί ελέγχου που αναφέρονται στο στοιχείο γ) είναι εκτενή και ανάλογα προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των υπηρεσιών πληρωμών ή των υπηρεσιών ηλεκτρονικού χρήματος που προτίθενται να παρέχουν τα αιτούντα ιδρύματα πληρωμών.
Η ΕΑΤ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές για τις ρυθμίσεις, τις διαδικασίες και τους μηχανισμούς που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο.
2.Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης χορηγούν άδεια λειτουργίας, εάν οι πληροφορίες και τα δικαιολογητικά που συνοδεύουν την αίτηση πληρούν όλες τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 3 και εάν οι αρμόδιες αρχές, έπειτα από διεξοδική εξέταση της αίτησης, καταλήξουν σε ευνοϊκή συνολική αξιολόγηση. Πριν χορηγηθεί άδεια λειτουργίας, οι αρμόδιες αρχές μπορούν, όπου κρίνεται σκόπιμο, να συμβουλευθούν την εθνική κεντρική τράπεζα ή άλλες αρμόδιες δημόσιες αρχές.
3.Κάθε ίδρυμα πληρωμών το οποίο, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους προέλευσής του, πρέπει να διαθέτει καταστατική έδρα, διατηρεί τα κεντρικά του γραφεία στο ίδιο κράτος μέλος με την καταστατική του έδρα και διεξάγει ένα τμήμα των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων που αφορούν υπηρεσίες πληρωμών ή ηλεκτρονικού χρήματος σε αυτό το κράτος μέλος. Ωστόσο, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο το ίδρυμα πληρωμών πρόκειται να έχει την καταστατική του έδρα δεν απαιτούν από το ίδρυμα πληρωμών να ασκεί το μεγαλύτερο μέρος των δραστηριοτήτων του στη χώρα όπου θα έχει την καταστατική του έδρα.
4.Ως προϋπόθεση για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να απαιτήσουν από το αιτούν ίδρυμα πληρωμών να συστήσει χωριστή οντότητα για την παροχή των υπηρεσιών πληρωμών που αναφέρονται στο παράρτημα Ι σημεία 1 έως 6, όταν το αιτούν ίδρυμα πληρωμών ασκεί άλλες επιχειρηματικές δραστηριότητες οι οποίες ενδέχεται ή είναι πολύ πιθανό να βλάψουν είτε την οικονομική ευρωστία του αιτούντος ιδρύματος πληρωμών είτε την ικανότητα των αρμόδιων αρχών να παρακολουθούν τη συμμόρφωση του αιτούντος ιδρύματος πληρωμών με την παρούσα οδηγία.
5.Οι αρμόδιες αρχές δεν χορηγούν άδεια λειτουργίας σε αιτούν ίδρυμα πληρωμών σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
α)όταν, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη να εξασφαλιστεί η ορθή και συνετή διαχείριση του ιδρύματος πληρωμών, οι εν λόγω αρμόδιες αρχές δεν έχουν πεισθεί ως προς την καταλληλότητα των μετόχων ή εταίρων που κατέχουν ειδική συμμετοχή·
β)όταν η σωστή εκπλήρωση της εποπτικής αποστολής των αρμόδιων αρχών παρεμποδίζεται από στενούς δεσμούς, όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 38) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, μεταξύ του ιδρύματος πληρωμών και φυσικών ή νομικών προσώπων·
γ)όταν η σωστή εκπλήρωση της εποπτικής αποστολής των αρμόδιων αρχών παρεμποδίζεται από νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις τρίτης χώρας στις οποίες υπάγονται ένα ή περισσότερα πρόσωπα, φυσικά ή νομικά, με τα οποία το ίδρυμα πληρωμών έχει στενούς δεσμούς, όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 38) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, ή από δυσχέρειες σχετικές με την εφαρμογή των υπόψη νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων.
6.Η άδεια λειτουργίας ισχύει σε όλα τα κράτη μέλη και επιτρέπει στο ίδρυμα πληρωμών να παρέχει τις υπηρεσίες πληρωμών ή ηλεκτρονικού χρήματος που καλύπτονται από την άδεια λειτουργίας του σε ολόκληρη την Ένωση, με το δικαίωμα ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ή με το δικαίωμα ελεύθερης εγκατάστασης.
Άρθρο 14
Κοινοποίηση της απόφασης χορήγησης ή μη χορήγησης άδειας λειτουργίας
Εντός 3 μηνών από την παραλαβή της αίτησης για άδεια λειτουργίας όπως αναφέρεται στο άρθρο 3 ή, όποτε η αίτηση είναι ελλιπής, εντός 3 μηνών από την παραλαβή όλων των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 3, οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν τον αιτούντα αν η αίτησή του έγινε δεκτή ή απορρίφθηκε. Η αρμόδια αρχή αιτιολογεί τυχόν απόρριψη της αίτησης.
Άρθρο 15
Διατήρηση της άδειας λειτουργίας ιδρύματος πληρωμών
Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα πληρωμών να ενημερώνουν την αρμόδια αρχή τους για κάθε μεταβολή στις πληροφορίες και τα δικαιολογητικά που παρέχονται σύμφωνα με το άρθρο 3, η οποία ενδέχεται να επηρεάσει την ακρίβεια των εν λόγω πληροφοριών ή δικαιολογητικών.
Άρθρο 16
Ανάκληση της άδειας λειτουργίας ιδρύματος πληρωμών
1.Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης μπορούν να ανακαλέσουν την άδεια λειτουργίας ιδρύματος πληρωμών μόνον εφόσον:
α)το ίδρυμα πληρωμών δεν έχει κάνει χρήση της άδειάς του εντός 12 μηνών από τη χορήγηση της εν λόγω άδειας ή δεν έχει παράσχει καμία από τις υπηρεσίες για τις οποίες έχει λάβει άδεια για διάστημα μεγαλύτερο των έξι διαδοχικών μηνών·
β)το ίδρυμα πληρωμών παραιτείται ρητά από την εν λόγω άδεια·
γ)το ίδρυμα πληρωμών δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας ή παραλείπει να ενημερώσει την αρμόδια αρχή σχετικά με σημαντικές εξελίξεις ως προς το θέμα αυτό·
δ)το ίδρυμα πληρωμών απέκτησε την άδεια λειτουργίας με ψευδείς δηλώσεις ή με οποιονδήποτε άλλο αντικανονικό τρόπο·
ε)το ίδρυμα πληρωμών έχει παραβεί τις υποχρεώσεις του όσον αφορά τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή την πρόληψη της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας δυνάμει της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849·
στ)η συνέχιση της παροχής των υπηρεσιών πληρωμών ή των υπηρεσιών ηλεκτρονικού χρήματος από το ίδρυμα πληρωμών θα απειλούσε τη σταθερότητα του συστήματος πληρωμών ή την εμπιστοσύνη σ’ αυτό·
ζ)το ίδρυμα πληρωμών εμπίπτει σε οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις στις οποίες η εθνική νομοθεσία προβλέπει την εν λόγω ανάκληση.
2.Η αρμόδια αρχή αιτιολογεί κάθε ανάκληση άδειας λειτουργίας και την κοινοποιεί στους ενδιαφερόμενους.
3.Η αρμόδια αρχή δημοσιοποιεί την ανάκληση άδειας λειτουργίας, μεταξύ άλλων και στα μητρώα ή στους καταλόγους που αναφέρονται στα άρθρα 17 και 18.
Άρθρο 17
Μητρώο ιδρυμάτων πληρωμών στο κράτος μέλος προέλευσης
1.Τα κράτη μέλη διαχειρίζονται και τηρούν δημόσιο ηλεκτρονικό μητρώο των ιδρυμάτων πληρωμών, συμπεριλαμβανομένων των οντοτήτων που έχουν καταχωριστεί σύμφωνα με τα άρθρα 34, 36, 38, και των αντιπροσώπων ή διανομέων τους. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το μητρώο αυτό περιέχει όλες τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)ιδρύματα πληρωμών που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 13 και τους αντιπροσώπους ή τους διανομείς τους, εάν υπάρχουν·
β)φυσικά και νομικά πρόσωπα που έχουν καταχωριστεί σύμφωνα με το άρθρο 34 παράγραφος 2, το άρθρο 36 παράγραφος 1 ή το άρθρο 38 παράγραφος 1 και τους αντιπροσώπους ή τους διανομείς τους, εφόσον υπάρχουν·
γ)τα ιδρύματα του άρθρου 1 παράγραφος 2 που δικαιούνται βάσει του εθνικού δικαίου να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών ή ηλεκτρονικού χρήματος.
Υποκαταστήματα των ιδρυμάτων πληρωμών καταχωρίζονται στο μητρώο του κράτους μέλους προέλευσης εάν τα εν λόγω υποκαταστήματα παρέχουν υπηρεσίες σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος προέλευσής τους.
2.Στο δημόσιο μητρώο που αναφέρεται στην παράγραφο 1:
α)προσδιορίζονται οι υπηρεσίες πληρωμών και ηλεκτρονικού χρήματος και τα αντίστοιχα εμπορικά σήματα για τα οποία έχει χορηγηθεί άδεια λειτουργίας στο ίδρυμα πληρωμών ή για τα οποία έχει καταχωριστεί το φυσικό ή νομικό πρόσωπο·
β)περιλαμβάνονται οι αντιπρόσωποι ή οι διανομείς, κατά περίπτωση, μέσω των οποίων το ίδρυμα πληρωμών παρέχει υπηρεσίες πληρωμών ή ηλεκτρονικού χρήματος, εκτός από την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος, και προσδιορίζονται οι υπηρεσίες που παρέχουν οι εν λόγω αντιπρόσωποι ή διανομείς για λογαριασμό του ιδρύματος πληρωμών·
γ)περιλαμβάνονται τα άλλα κράτη μέλη στα οποία δραστηριοποιείται το ίδρυμα πληρωμών και αναφέρεται η ημερομηνία έναρξης αυτών των δραστηριοτήτων βάσει διαβατηρίου.
3.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα πληρωμών καταχωρίζονται στο μητρώο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 χωριστά από τα φυσικά και νομικά πρόσωπα που έχουν καταχωριστεί σύμφωνα με τα άρθρα 34, 36 ή 38, και ότι το εν λόγω μητρώο είναι διαθέσιμο στο κοινό προς αναζήτηση στοιχείων, είναι προσβάσιμο ηλεκτρονικά και επικαιροποιείται χωρίς καθυστέρηση.
4.Οι αρμόδιες αρχές καταχωρίζουν στο δημόσιο μητρώο τις ημερομηνίες χορήγησης άδειας ή καταχώρισης, κάθε ανάκληση άδειας λειτουργίας, αναστολή άδειας και κάθε απόσυρση καταχώρισης δυνάμει των άρθρων 34, 36 ή 38.
5.Οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν στην ΕΑΤ, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, τους λόγους ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ή της καταχώρισης, αναστολής της άδειας ή της καταχώρισης, ή τυχόν εξαιρέσεις σύμφωνα με τα άρθρα 34, 36 ή 38.
Άρθρο 18
Μητρώο ΕΑΤ
1.Η ΕΑΤ διαχειρίζεται και τηρεί ηλεκτρονικό κεντρικό μητρώο των ιδρυμάτων πληρωμών, συμπεριλαμβανομένων των οντοτήτων που έχουν καταχωριστεί σύμφωνα με τα άρθρα 34, 36 και 38, και των αντιπροσώπων ή διανομέων τους, και των υποκαταστημάτων τους, κατά περίπτωση. Το εν λόγω ηλεκτρονικό κεντρικό μητρώο περιέχει τις πληροφορίες που κοινοποιούνται από τις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με την παράγραφο 3. Η ΕΑΤ είναι υπεύθυνη για την ακριβή παρουσίαση των εν λόγω πληροφοριών.
2.Η ΕΑΤ καθιστά το ηλεκτρονικό κεντρικό μητρώο διαθέσιμο στο κοινό στον δικτυακό της τόπο, ενώ επίσης διευκολύνει την πρόσβαση και την αναζήτηση στις καταχωρισμένες πληροφορίες άνευ χρέωσης.
3.Οι αρμόδιες αρχές παρέχουν στην ΕΑΤ τις πληροφορίες που έχουν καταχωριστεί στα εθνικά δημόσια μητρώα τους σύμφωνα με το άρθρο 17 το αργότερο εντός μίας εργάσιμης ημέρας από την καταχώρισή τους στα εθνικά δημόσια μητρώα.
4.Οι αρμόδιες αρχές είναι υπεύθυνες για την ακρίβεια των πληροφοριών που περιέχονται στα εθνικά τους μητρώα και παρέχονται στην ΕΑΤ, καθώς και για την επικαιροποίηση των εν λόγω πληροφοριών. Στις εταιρείες που είναι καταχωρισμένες στο μητρώο παρέχονται τα μέσα για να διορθώνουν τυχόν ανακρίβειες που τις αφορούν.
5.Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων σχετικά με τη λειτουργία και την τήρηση του ηλεκτρονικού κεντρικού μητρώου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και σχετικά με την πρόσβαση στις πληροφορίες που περιέχονται σε αυτό, προκειμένου να διασφαλίσει ότι μόνον η οικεία αρμόδια αρχή ή η ΕΑΤ μπορεί να τροποποιήσει τις πληροφορίες που περιέχονται στο μητρώο.
Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις [OP please insert the date= 18 months after the date of entry into force of this Directive].
Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία έγκρισης των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
6.Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων όσον αφορά τις λεπτομέρειες και τη δομή των πληροφοριών που κοινοποιούνται σύμφωνα με την παράγραφο 1, συμπεριλαμβανομένων των προτύπων δεδομένων και των μορφότυπων για τις πληροφορίες, όπως ορίζεται στον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2019/410 της Επιτροπής.
Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις [OP please insert the date= 18 months after the date of entry into force of this Directive].
Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
7.Η ΕΑΤ καταρτίζει, διαχειρίζεται και τηρεί κεντρικό, μηχανικώς αναγνώσιμο κατάλογο των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών που παρέχουν τις υπηρεσίες πληρωμών που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι σημεία 6 και 7, με βάση τις πλέον πρόσφατες πληροφορίες που περιέχονται στο μητρώο της ΕΑΤ που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και στο μητρώο πιστωτικών ιδρυμάτων της ΕΑΤ που δημιουργήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 2 στοιχείο ι) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. Ο εν λόγω κατάλογος περιλαμβάνει το όνομα και το μέσο ταυτοποίησης των εν λόγω παρόχων υπηρεσιών πληρωμών και την κατάσταση αδειοδότησής τους.
Τμήμα 2
Χρήση αντιπροσώπων, διανομέων, υποκαταστημάτων και εξωτερική ανάθεση
Άρθρο 19
Χρήση αντιπροσώπων
1.Τα ιδρύματα πληρωμών που προτίθενται να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών μέσω αντιπροσώπων κοινοποιούν στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσής τους όλες τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)το όνομα και τη διεύθυνση του αντιπροσώπου·
β)επικαιροποιημένη περιγραφή των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου που θα χρησιμοποιήσει ο αντιπρόσωπος για να συμμορφωθεί με την οδηγία (ΕΕ) 2015/849·
γ)την ταυτότητα των διευθυντικών στελεχών και των άλλων προσώπων που είναι υπεύθυνα για τη διαχείριση του αντιπροσώπου και, όταν ο αντιπρόσωπος δεν είναι πάροχος υπηρεσιών πληρωμών, αποδείξεις καταλληλότητας και εντιμότητας αυτών·
δ)τις υπηρεσίες πληρωμών που παρέχει το ίδρυμα πληρωμών και που έχουν ανατεθεί στον αντιπρόσωπο·
ε)όπου ενδείκνυται, τον μοναδικό αναγνωριστικό κωδικό ή αριθμό του αντιπροσώπου.
2.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης κοινοποιούν στο ίδρυμα πληρωμών, εντός 2 μηνών από την παραλαβή των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, αν ο αντιπρόσωπος έχει καταχωριστεί στο μητρώο που αναφέρεται στο άρθρο 17. Με την καταχώριση στο μητρώο, ο αντιπρόσωπος μπορεί να αρχίσει να παρέχει υπηρεσίες πληρωμών.
3.Προτού εγγράψουν τον αντιπρόσωπο στο μητρώο που αναφέρεται στο άρθρο 17, οι αρμόδιες αρχές μπορούν, όταν θεωρούν ότι τα στοιχεία της παραγράφου 1 δεν είναι ορθά, να προβαίνουν σε περαιτέρω ενέργειες για να τα επαληθεύσουν.
4.Εάν, μετά την επαλήθευση των στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, οι αρμόδιες αρχές δεν έχουν βεβαιωθεί ότι τα εν λόγω στοιχεία είναι ορθά, αρνούνται να εγγράψουν τον αντιπρόσωπο στο μητρώο που αναφέρεται στο άρθρο 17 και ενημερώνουν σχετικά το ίδρυμα πληρωμών χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.
5.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα πληρωμών που επιθυμούν να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών σε άλλο κράτος μέλος με την πρόσληψη αντιπροσώπου, ή που προτίθενται να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών σε διαφορετικό κράτος μέλος από το κράτος μέλος προέλευσής τους μέσω αντιπροσώπου εγκατεστημένου σε τρίτο κράτος μέλος, ακολουθούν τις διαδικασίες που ορίζονται στο άρθρο 30.
6.Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα ιδρύματα πληρωμών να ενημερώνουν τους χρήστες των οικείων υπηρεσιών πληρωμών για το γεγονός ότι ενεργεί αντιπρόσωπος για λογαριασμό τους.
7.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα πληρωμών κοινοποιούν στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσής τους κάθε αλλαγή σχετικά με τη χρήση αντιπροσώπων, συμπεριλαμβανομένων τυχόν πρόσθετων αντιπροσώπων, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στις παραγράφους 2, 3 και 4.
Άρθρο 20
Διανομείς υπηρεσιών ηλεκτρονικού χρήματος
1.Τα κράτη μέλη επιτρέπουν στα ιδρύματα πληρωμών που παρέχουν υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος να διανέμουν και να εξαργυρώνουν ηλεκτρονικό χρήμα μέσω διανομέων.
2.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα πληρωμών που προτίθενται να παρέχουν υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος μέσω διανομέα εφαρμόζουν κατ’ αναλογία τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 19.
3.Όταν το ίδρυμα πληρωμών προτίθεται να παρέχει υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος σε άλλο κράτος μέλος με πρόσληψη διανομέα, τα άρθρα 30 έως 33 εφαρμόζονται κατ’ αναλογία στο εν λόγω ίδρυμα πληρωμών, με εξαίρεση το άρθρο 31 παράγραφοι 4 και 5 της παρούσας οδηγίας, συμπεριλαμβανομένων των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 30 παράγραφος 5 της παρούσας οδηγίας.
Άρθρο 21
Υποκαταστήματα
1.Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα πληρωμών που προτίθενται να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών σε άλλο κράτος μέλος μέσω της ίδρυσης υποκαταστήματος, ή που προτίθενται να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών σε διαφορετικό κράτος μέλος από το κράτος μέλος προέλευσής τους μέσω υποκαταστήματος που βρίσκεται σε τρίτο κράτος μέλος, να ακολουθούν τις διαδικασίες που ορίζονται στο άρθρο 30.
2.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα πληρωμών απαιτούν από τα υποκαταστήματα που ενεργούν εξ ονόματός τους να ενημερώνουν σχετικά τους χρήστες των υπηρεσιών πληρωμών.
Άρθρο 22
Οντότητες στις οποίες έχει γίνει εξωτερική ανάθεση δραστηριοτήτων
1.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα πληρωμών που προτίθενται να αναθέσουν σε τρίτους λειτουργικές δραστηριότητες υπηρεσιών πληρωμών ή ηλεκτρονικού χρήματος, ενημερώνουν σχετικά τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσής τους.
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα πληρωμών δεν αναθέτουν σε εξωτερικούς φορείς σημαντικές λειτουργικές δραστηριότητες, περιλαμβανομένων των συστημάτων ΤΠΕ, κατά τρόπο που να βλάπτει ουσιαστικά την ποιότητα των εσωτερικών ελέγχων του ιδρύματος πληρωμών και την ικανότητα των αρμόδιων αρχών να παρακολουθούν και να εξακριβώνουν τη συμμόρφωση του ιδρύματος πληρωμών με όλες τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παρούσα οδηγία.
Μια λειτουργική δραστηριότητα είναι σημαντική όταν η πλημμελής εκτέλεση ή η παράλειψή της θα έβλαπτε ουσιαστικά τη συνεχή συμμόρφωση του ιδρύματος πληρωμών με τις απαιτήσεις της άδειας λειτουργίας του, τις λοιπές υποχρεώσεις του δυνάμει της παρούσας οδηγίας, τις οικονομικές του επιδόσεις ή την ευρωστία ή τη συνέχεια των υπηρεσιών πληρωμών ή ηλεκτρονικού χρήματος που παρέχει.
Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, όταν ανατίθενται σημαντικές λειτουργικές δραστηριότητες σε εξωτερικούς φορείς, τα ιδρύματα πληρωμών να πληρούν όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)η εξωτερική ανάθεση δεν οδηγεί στη μεταβίβαση των ευθυνών των ανώτερων διευθυντικών στελεχών·
β)δεν μεταβάλλονται η σχέση και οι υποχρεώσεις του ιδρύματος πληρωμών έναντι των χρηστών των υπηρεσιών πληρωμών που παρέχει δυνάμει της παρούσας οδηγίας·
γ)δεν θίγονται οι όροι που οφείλει να πληροί το ίδρυμα πληρωμών προκειμένου να λάβει και να διατηρήσει άδεια λειτουργίας·
δ)δεν καταργείται ούτε τροποποιείται κανένας από τους άλλους όρους υπό τους οποίους χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας του ιδρύματος πληρωμών.
2.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα πληρωμών κοινοποιούν χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσής τους κάθε αλλαγή σχετικά με τη χρήση οντοτήτων στις οποίες έχει γίνει εξωτερική ανάθεση δραστηριοτήτων.
Άρθρο 23
Ευθύνη
1.Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα ιδρύματα πληρωμών που στηρίζονται σε τρίτους για την άσκηση λειτουργικών δραστηριοτήτων να λαμβάνουν εύλογα μέτρα προς τήρηση των απαιτήσεων της παρούσας οδηγίας.
2.Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα πληρωμών να έχουν πλήρη ευθύνη για τις πράξεις των υπαλλήλων τους, ή των αντιπροσώπων, των διανομέων, των υποκαταστημάτων ή των οντοτήτων προς τις οποίες έχει γίνει εξωτερική ανάθεση δραστηριοτήτων.
Τμήμα 3
Αρμόδιες αρχές και εποπτεία
Άρθρο 24
Ορισμός των αρμόδιων αρχών
1.Τα κράτη μέλη ορίζουν ως αρμόδιες αρχές επιφορτισμένες με την αδειοδότηση και την προληπτική εποπτεία των ιδρυμάτων πληρωμών, που θα ασκούν τα καθήκοντα τα οποία προβλέπονται στον παρόντα τίτλο, είτε δημόσιες αρχές είτε οργανισμούς αναγνωρισμένους από το εθνικό δίκαιο ή από δημόσιες αρχές ρητά εξουσιοδοτημένες προς τούτο από το εθνικό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένων των εθνικών κεντρικών τραπεζών. Τα κράτη μέλη δεν ορίζουν ως αρμόδιες αρχές ιδρύματα πληρωμών, πιστωτικά ιδρύματα ή γραφεία ταχυδρομικών επιταγών.
Οι αρμόδιες αρχές είναι ανεξάρτητες από οικονομικούς φορείς και αποφεύγουν τις συγκρούσεις συμφερόντων.
Τα κράτη μέλη παρέχουν στην Επιτροπή το όνομα και τα στοιχεία επικοινωνίας της αρμόδιας αρχής που έχει οριστεί σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο.
2.Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες αρχές που έχουν οριστεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 να διαθέτουν όλες τις αναγκαίες εξουσίες προς εκτέλεση των καθηκόντων τους.
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν τους απαραίτητους πόρους, ιδίως όσον αφορά το ειδικό προσωπικό, για την άσκηση των καθηκόντων τους.
3.Τα κράτη μέλη που έχουν ορίσει περισσότερες από μία αρμόδιες αρχές για τα θέματα του παρόντος τίτλου, ή έχουν ορίσει αρμόδιες αρχές υπεύθυνες για την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων ως αρμόδιες αρχές, διασφαλίζουν ότι οι εν λόγω αρχές συνεργάζονται στενά για την αποτελεσματική εκτέλεση των αντίστοιχων καθηκόντων τους.
4.Τα καθήκοντα των αρμόδιων αρχών που έχουν οριστεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 εμπίπτουν στην ευθύνη των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους προέλευσης.
5.Η παράγραφος 1 δεν συνεπάγεται ότι οι αρμόδιες αρχές πρέπει να εποπτεύουν τις επιχειρηματικές δραστηριότητες των ιδρυμάτων πληρωμών πέραν της παροχής υπηρεσιών πληρωμών και των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο α).
Άρθρο 25
Εποπτεία
1.Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι έλεγχοι που ασκούν οι αρμόδιες αρχές για να διαπιστώνουν τη συνεχή τήρηση του παρόντος τίτλου να είναι αναλογικοί, επαρκείς και προσαρμοσμένοι στους κινδύνους στους οποίους εκτίθενται τα ιδρύματα πληρωμών.
Για να διαπιστώνουν την τήρηση του παρόντος τίτλου, οι αρμόδιες αρχές μπορούν, ιδίως, μεταξύ άλλων να λαμβάνουν τα εξής μέτρα:
α)να απαιτούν από το ίδρυμα πληρωμών να παρέχει κάθε πληροφορία απαραίτητη για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης, διευκρινίζοντας τον σκοπό του αιτήματος, κατά το δέον, και την προθεσμία για την παροχή των πληροφοριών·
β)να πραγματοποιούν επιτόπιους ελέγχους στις επιχειρηματικές εγκαταστάσεις του ιδρύματος πληρωμών, κάθε αντιπροσώπου, διανομέα ή υποκαταστήματος που παρέχει υπηρεσίες πληρωμών ή υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος υπό την ευθύνη του ιδρύματος πληρωμών, ή στις επιχειρηματικές εγκαταστάσεις κάθε οντότητας στην οποία γίνεται εξωτερική ανάθεση δραστηριοτήτων·
γ)να εκδίδουν συστάσεις, κατευθυντήριες γραμμές και, εφόσον ενδείκνυται, δεσμευτικές διοικητικές διατάξεις·
δ)να αναστέλλουν ή να ανακαλούν την άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 16.
2.Με την επιφύλαξη του άρθρου 16 και τυχόν εθνικών διατάξεων ποινικού δικαίου, τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι οι αρμόδιες αρχές τους μπορούν να επιβάλλουν κυρώσεις ή μέτρα που αποσκοπούν ειδικά στον τερματισμό των παρατηρούμενων παραβάσεων και στην εξάλειψη των αιτιών των παραβάσεων αυτών, στα ιδρύματα πληρωμών ή σε όσους ελέγχουν αποτελεσματικά τις δραστηριότητες των ιδρυμάτων πληρωμών που παραβιάζουν τις διατάξεις μεταφοράς της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο.
3.Παρά τις απαιτήσεις του άρθρου 5, του άρθρου 6 παράγραφοι 1 και 2, του άρθρου 7 και του άρθρου 8, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες αρχές να μπορούν να λάβουν τα μέτρα της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, για να εξασφαλίζεται η ύπαρξη επαρκών κεφαλαίων για τα ιδρύματα πληρωμών, ιδίως όταν οι δραστηριότητες πέραν των υπηρεσιών πληρωμών ή των υπηρεσιών ηλεκτρονικού χρήματος βλάπτουν ή ενδέχεται να βλάψουν την οικονομική τους ευρωστία.
Άρθρο 26
Επαγγελματικό απόρρητο
1.Με την επιφύλαξη των περιπτώσεων που εμπίπτουν στο εθνικό ποινικό δίκαιο, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε όλα τα πρόσωπα που εργάζονται ή έχουν εργαστεί για τις αρμόδιες αρχές, καθώς και τυχόν εμπειρογνώμονες που ενεργούν εξ ονόματος αυτών, να υποχρεούνται να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο.
2.Οι πληροφορίες που ανταλλάσσονται σύμφωνα με το άρθρο 28 υπόκεινται στην υποχρέωση τήρησης επαγγελματικού απορρήτου τόσο από την κοινοποιούσα όσο και από την αποδέκτρια αρχή, ώστε να διασφαλίζεται η προστασία των δικαιωμάτων των ιδιωτών και των επιχειρήσεων.
3.Τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν το παρόν άρθρο λαμβάνοντας υπόψη, τηρουμένων των αναλογιών, τα άρθρα 53 έως 61 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.
Άρθρο 27
Δικαίωμα δικαστικής προσφυγής
1.Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να είναι δυνατή η ενώπιον δικαστηρίου προσφυγή κατά των αποφάσεων που λαμβάνουν οι αρμόδιες αρχές για τα ιδρύματα πληρωμών, κατ’ εφαρμογή των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που εκδίδονται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.
2.Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται επίσης σε περίπτωση προσφυγής κατά παράλειψης.
Άρθρο 28
Συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών
1.Οι αρμόδιες αρχές των διαφόρων κρατών μελών συνεργάζονται μεταξύ τους και, εφόσον χρειάζεται, με την ΕΚΤ και τις εθνικές κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών, την ΕΑΤ και άλλες σχετικές αρμόδιες αρχές που έχουν οριστεί βάσει του ενωσιακού ή του εθνικού δικαίου που εφαρμόζεται για τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών.
2.Τα κράτη μέλη επιτρέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών τους και:
α)των αρμόδιων αρχών άλλων κρατών μελών που έχουν αναλάβει την αδειοδότηση των αιτούντων ιδρυμάτων πληρωμών και την εποπτεία των ιδρυμάτων πληρωμών·
β)της ΕΚΤ και των εθνικών κεντρικών τραπεζών των κρατών μελών, υπό την ιδιότητά τους ως νομισματικών και εποπτικών αρχών, και, κατά περίπτωση, άλλων δημόσιων αρχών αρμόδιων για την εποπτεία των συστημάτων πληρωμών και διακανονισμού·
γ)άλλων αρμόδιων αρχών που έχουν οριστεί βάσει της παρούσας οδηγίας και άλλων ενωσιακών διατάξεων εφαρμοστέων στους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών, συμπεριλαμβανομένης της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849·
δ)της ΕΑΤ, υπό την ιδιότητά της να συμβάλλει στην αποτελεσματική και συνεπή λειτουργία των μηχανισμών ελέγχου, όπως αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 5 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
Άρθρο 29
Επίλυση διαφορών μεταξύ αρμόδιων αρχών διαφορετικών κρατών μελών
1.Η αρμόδια αρχή κράτους μέλους που θεωρεί ότι, για ένα συγκεκριμένο θέμα, η διασυνοριακή συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές άλλου κράτους μέλους που αναφέρεται στα άρθρα 28, 30, 31, 32 ή 33 δεν είναι σύμφωνη με τις προϋποθέσεις των εν λόγω διατάξεων, μπορεί να παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΤ και να ζητήσει τη συνδρομή της σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
2.Όταν η ΕΑΤ ενεργεί κατόπιν αιτήματος δυνάμει της παραγράφου 1, λαμβάνει απόφαση δυνάμει του άρθρου 19 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Η ΕΑΤ μπορεί επίσης να συνδράμει τις αρμόδιες αρχές στην επίτευξη συμφωνίας με δική της πρωτοβουλία, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο του εν λόγω κανονισμού. Και στις δύο περιπτώσεις, οι σχετικές αρμόδιες αρχές αναβάλλουν τις αποφάσεις τους εν αναμονή επίλυσης βάσει του άρθρου 19 του εν λόγω κανονισμού.
Άρθρο 30
Αίτηση άσκησης του δικαιώματος εγκατάστασης και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών
1.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι κάθε ίδρυμα πληρωμών που επιθυμεί να παρέχει υπηρεσίες πληρωμών ή ηλεκτρονικού χρήματος για πρώτη φορά σε κράτος μέλος άλλο από το κράτος μέλος προέλευσής του, μεταξύ άλλων μέσω εγκατάστασης σε τρίτο κράτος μέλος, ασκώντας το δικαίωμα ελεύθερης εγκατάστασης ή το δικαίωμα ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, παρέχει στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσής του τις εξής πληροφορίες:
α)την επωνυμία, τη διεύθυνση και, κατά περίπτωση, τον αριθμό άδειας του ιδρύματος πληρωμών·
β)το κράτος μέλος ή τα κράτη μέλη όπου το ίδρυμα πληρωμών προτίθεται να δραστηριοποιηθεί και την προβλεπόμενη ημερομηνία έναρξης των δραστηριοτήτων στο εν λόγω κράτος μέλος·
γ)την υπηρεσία ή τις υπηρεσίες πληρωμών ή ηλεκτρονικού χρήματος που προτίθεται να παρέχει το ίδρυμα πληρωμών·
δ)όταν το ίδρυμα πληρωμών προτίθεται να ορίσει αντιπρόσωπο ή διανομέα, τις πληροφορίες του άρθρου 19 παράγραφος 1 και του άρθρου 20 παράγραφος 2·
ε)όταν το ίδρυμα πληρωμών σκοπεύει να έχει υποκατάστημα:
i)τις πληροφορίες του άρθρου 3 παράγραφος 3 στοιχεία β) και ε), όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών πληρωμών ή ηλεκτρονικού χρήματος στο κράτος μέλος υποδοχής·
ii)περιγραφή της οργανωτικής δομής του υποκαταστήματος·
iii)την ταυτότητα των προσώπων που είναι υπεύθυνα για τη διοίκηση του υποκαταστήματος.
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα πληρωμών που προτίθενται να αναθέσουν λειτουργικές δραστηριότητες των υπηρεσιών πληρωμών ή ηλεκτρονικού χρήματος σε άλλες οντότητες στο κράτος μέλος υποδοχής, ενημερώνουν σχετικά τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσής τους.
2.Εντός 1 μηνός από την παραλαβή όλων των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης διαβιβάζουν τις εν λόγω πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής. Όταν οι υπηρεσίες παρέχονται μέσω τρίτου κράτους μέλους, το κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται η γνωστοποίηση είναι εκείνο στο οποίο παρέχονται οι υπηρεσίες στους χρήστες των υπηρεσιών πληρωμών.
Εντός 1 μηνός από την παραλαβή των πληροφοριών από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής αξιολογούν τις εν λόγω πληροφορίες και παρέχουν στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης σχετικά στοιχεία όσον αφορά την προβλεπόμενη παροχή υπηρεσιών πληρωμών ή ηλεκτρονικού χρήματος από το οικείο ίδρυμα πληρωμών στο πλαίσιο της άσκησης του δικαιώματος της ελεύθερης εγκατάστασης ή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης για τυχόν λόγους ανησυχίας όσον αφορά την προβλεπόμενη πρόθεση ορισμού αντιπροσώπου ή διανομέα ή την ίδρυση υποκαταστήματος, σε σχέση με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας κατά την έννοια της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849. Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής έρχεται προηγουμένως σε επαφή με τις σχετικές αρμόδιες αρχές, όπως αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849, προκειμένου να διαπιστώσει αν υφίστανται τέτοιοι λόγοι.
Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης που δεν συμφωνούν με την αξιολόγηση των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους υποδοχής, παρέχουν στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής τους λόγους για τη διαφωνία τους.
Όταν η αξιολόγηση των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους προέλευσης, βάσει των πληροφοριών που λαμβάνουν από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, δεν είναι ευνοϊκή, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης αρνείται να καταχωρίσει τον αντιπρόσωπο, τον διανομέα ή το υποκατάστημα στο μητρώο ή αποσύρει την καταχώριση εφόσον έχει ήδη πραγματοποιηθεί.
3.Εντός 3 μηνών από την παραλαβή των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης κοινοποιούν την απόφασή τους στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής και στο ίδρυμα πληρωμών.
Από την καταχώριση στο μητρώο που προβλέπεται στο άρθρο 17, ο αντιπρόσωπος, ο διανομέας ή το υποκατάστημα μπορεί να αρχίσει να ασκεί δραστηριότητες στο σχετικό κράτος μέλος υποδοχής.
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το ίδρυμα πληρωμών κοινοποιεί στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης την ημερομηνία έναρξης των δραστηριοτήτων που ασκούνται για λογαριασμό του ιδρύματος πληρωμών μέσω του αντιπροσώπου, του διανομέα ή του υποκαταστήματος στο σχετικό κράτος μέλος υποδοχής. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης ενημερώνουν σχετικά τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής.
4.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το ίδρυμα πληρωμών κοινοποιεί χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης κάθε σχετική αλλαγή όσον αφορά τις πληροφορίες που κοινοποιούνται σύμφωνα με την παράγραφο 1, συμπεριλαμβανομένων πρόσθετων αντιπροσώπων, διανομέων, υποκαταστημάτων ή οντοτήτων στις οποίες έχει γίνει εξωτερική ανάθεση δραστηριοτήτων στο κράτος μέλος υποδοχής στο οποίο δραστηριοποιείται το ίδρυμα πληρωμών. Εφαρμόζεται η διαδικασία που προβλέπεται στις παραγράφους 2 και 3.
5.Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που προσδιορίζουν το πλαίσιο για τη συνεργασία και την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους προέλευσης και του κράτους μέλους υποδοχής σύμφωνα με το παρόν άρθρο. Τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων καθορίζουν τον τρόπο, τα μέσα και τις λεπτομέρειες της συνεργασίας σχετικά με τη διαδικασία κοινοποίησης των ιδρυμάτων πληρωμών που λειτουργούν διασυνοριακά και ιδίως το πεδίο εφαρμογής και τη διαχείριση των υποβαλλόμενων πληροφοριών, περιλαμβανομένων της κοινής ορολογίας και των τυποποιημένων υποδειγμάτων κοινοποίησης για τη διασφάλιση συνεπούς και αποτελεσματικής διαδικασίας κοινοποίησης.
Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις [OP please insert the date= 18 months after the date of entry into force of this Directive].
Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία έγκρισης των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
Άρθρο 31
Εποπτεία των ιδρυμάτων πληρωμών κατά την άσκηση του δικαιώματος εγκατάστασης και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών
1.Κατά τη διενέργεια των ελέγχων και τη λήψη των αναγκαίων μέτρων που προβλέπονται στον παρόντα τίτλο όσον αφορά τον αντιπρόσωπο, τον διανομέα ή το υποκατάστημα ιδρύματος πληρωμών που βρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης συνεργάζονται με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, μεταξύ άλλων ενημερώνοντας τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής ότι επιθυμούν να διενεργήσουν επιτόπιο έλεγχο στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους υποδοχής.
Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης μπορούν να αναθέσουν στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής τη διενέργεια επιτόπιων ελέγχων στο σχετικό ίδρυμα πληρωμών.
2.Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών υποδοχής μπορούν να απαιτούν από τα ιδρύματα πληρωμών που έχουν αντιπροσώπους, διανομείς ή υποκαταστήματα στο έδαφός τους να υποβάλλουν ανά τακτά χρονικά διαστήματα έκθεση για τις δραστηριότητες που ασκούν στο έδαφός τους.
Οι εκθέσεις αυτές απαιτούνται για ενημερωτικούς ή στατιστικούς σκοπούς και, εφόσον οι αντιπρόσωποι, οι διανομείς ή τα υποκαταστήματα παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών ή υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος, για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης με τους τίτλους ΙΙ και ΙΙΙ του κανονισμού XXX [PSR]. Αυτοί οι αντιπρόσωποι, οι διανομείς ή τα υποκαταστήματα υπόκεινται στην τήρηση απαιτήσεων επαγγελματικού απορρήτου που είναι τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές που προβλέπονται στο άρθρο 26.
Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής μπορούν να ζητούν ad hoc πληροφορίες από τα ιδρύματα πληρωμών, όταν οι εν λόγω αρχές διαθέτουν αποδεικτικά στοιχεία μη συμμόρφωσης με τον παρόντα τίτλο ή με τους τίτλους II και III του κανονισμού XXX [PSR].
3.Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών προέλευσης και υποδοχής ανταλλάσσουν όλες τις ουσιώδεις ή σχετικές πληροφορίες, ιδίως σε περίπτωση παράβασης ή εικαζόμενης παράβασης εκ μέρους αντιπροσώπου, διανομέα ή υποκαταστήματος, και όταν τέτοιες παραβάσεις συμβαίνουν στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν, κατόπιν αιτήματος, όλες τις σχετικές πληροφορίες και, με δική τους πρωτοβουλία, όλες τις ουσιαστικές πληροφορίες, μεταξύ άλλων όσον αφορά τη συμμόρφωση του ιδρύματος πληρωμών με τις προϋποθέσεις του άρθρου 13 παράγραφος 3.
4.Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν από τα ιδρύματα πληρωμών που λειτουργούν στο έδαφός τους μέσω αντιπροσώπων και των οποίων η έδρα βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος να ορίζουν ένα κεντρικό σημείο επικοινωνίας στο έδαφός τους, προκειμένου να διασφαλίζουν την κατάλληλη επικοινωνία και την υποβολή στοιχείων σύμφωνα με τους τίτλους II και ΙΙΙ του κανονισμού XXX [PSR] και να διευκολύνεται η εποπτεία από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης και του κράτους μέλους υποδοχής, μεταξύ άλλων με την παροχή εγγράφων και πληροφοριών στις αρμόδιες αρχές, κατόπιν αίτησής τους.
5.Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον προσδιορισμό των κριτηρίων που πρέπει να εφαρμόζονται κατά τον καθορισμό, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, των περιστάσεων υπό τις οποίες ενδείκνυται ο ορισμός κεντρικού σημείου επικοινωνίας σύμφωνα με την παράγραφο 4, και των καθηκόντων των εν λόγω σημείων επικοινωνίας.
Τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων λαμβάνουν ιδίως υπόψη:
α)τον συνολικό όγκο και την αξία των συναλλαγών που πραγματοποιούνται από το ίδρυμα πληρωμών στα κράτη μέλη υποδοχής·
β)το είδος των παρεχόμενων υπηρεσιών πληρωμών·
γ)τον συνολικό αριθμό αντιπροσώπων που είναι εγκατεστημένοι στο κράτος μέλος υποδοχής.
Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις [OP please insert the date= 18 months after the date of entry into force of this Directive].
Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία έγκρισης των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
Άρθρο 32
Μέτρα σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, περιλαμβανομένων των προληπτικών μέτρων
1.Όταν αρμόδια αρχή κράτους μέλους υποδοχής θεωρεί ότι ένα ίδρυμα πληρωμών που διαθέτει αντιπροσώπους, διανομείς ή υποκαταστήματα στο έδαφός του δεν συμμορφώνεται με τον παρόντα τίτλο ή με τους τίτλους II και III του κανονισμού XXX [PSR], η εν λόγω αρμόδια αρχή ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.
Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης, αφού αξιολογήσει τις υποβληθείσες πληροφορίες σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, λαμβάνει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, όλα τα κατάλληλα μέτρα ώστε το σχετικό ίδρυμα πληρωμών να θέσει τέλος στη μη συμμόρφωσή του. Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης κοινοποιεί τα εν λόγω μέτρα χωρίς καθυστέρηση στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής και στις αρμόδιες αρχές οποιουδήποτε άλλου ενδιαφερόμενου κράτους μέλους.
2.Σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, όπου απαιτείται άμεση δράση ώστε να αντιμετωπιστεί σοβαρή απειλή για τα συλλογικά συμφέροντα των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών στο κράτος μέλος υποδοχής, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής μπορούν, παράλληλα με τη διασυνοριακή συνεργασία μεταξύ αρμόδιων αρχών και εν αναμονή της λήψης μέτρων από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης, όπως ορίζεται στο άρθρο 31, να λαμβάνουν προληπτικά μέτρα.
3.Τα προληπτικά μέτρα της παραγράφου 2 είναι κατάλληλα και αναλογικά προς τον σκοπό τους, δηλαδή την προστασία από ενδεχόμενη σοβαρή απειλή των συλλογικών συμφερόντων των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών στο κράτος μέλος υποδοχής. Τα εν λόγω μέτρα δεν πρέπει να οδηγούν σε προνομιακή μεταχείριση των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών του ιδρύματος πληρωμών στο κράτος μέλος υποδοχής έναντι των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών του ιδρύματος πληρωμών σε άλλα κράτη μέλη.
Τα προληπτικά μέτρα έχουν προσωρινό χαρακτήρα και παύουν να ισχύουν όταν οι σοβαρές απειλές που εντοπίστηκαν αντιμετωπιστούν, μεταξύ άλλων, με τη βοήθεια και σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης ή με την ΕΑΤ όπως προβλέπεται στο άρθρο 29 παράγραφος 1.
4.Όπου αυτό συμβαδίζει με την κατάσταση έκτακτης ανάγκης, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης και οποιουδήποτε άλλου ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, την Επιτροπή και την ΕΑΤ εκ των προτέρων και, σε κάθε περίπτωση, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση σχετικά με τα προληπτικά μέτρα που λαμβάνονται δυνάμει της παραγράφου 2 και την αιτιολόγησή τους.
Άρθρο 33
Αιτιολόγηση και κοινοποίηση
1.Κάθε μέτρο που λαμβάνεται από τις αρμόδιες αρχές κατ’ εφαρμογή του άρθρου 25, 30, 31 ή 32 και επιβάλλει κυρώσεις ή περιορισμούς στην άσκηση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ή της ελεύθερης εγκατάστασης πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένο και να κοινοποιείται στο ενδιαφερόμενο ίδρυμα πληρωμών.
2.Τα άρθρα 30, 29 και 32 δεν θίγουν την υποχρέωση που υπέχουν οι αρμόδιες αρχές δυνάμει της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 και του κανονισμού (ΕΕ) 2015/847, ιδίως δυνάμει του άρθρου 47 παράγραφος 1 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 και του άρθρου 22 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/847, να εποπτεύουν ή να ελέγχουν τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που θεσπίζουν οι εν λόγω πράξεις.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ
Εξαιρέσεις και γνωστοποιήσεις
Άρθρο 34
Προαιρετικές εξαιρέσεις
1.Τα κράτη μέλη μπορούν να εξαιρούν ή να επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές τους να εξαιρούν φυσικά ή νομικά πρόσωπα που παρέχουν τις υπηρεσίες πληρωμών που απαριθμούνται στα σημεία 1 έως 5 του παραρτήματος Ι ή παρέχουν υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος από την εφαρμογή του συνόλου ή μέρους των διαδικασιών και των όρων που προβλέπονται στο κεφάλαιο Ι τμήματα 1, 2 και 3, πλην των άρθρων 17, 18, 24, 26, 27 και 28, εφόσον:
α)στην περίπτωση υπηρεσιών πληρωμών, ο μηνιαίος μέσος όρος της συνολικής αξίας των πράξεων πληρωμής του προηγούμενου δωδεκαμήνου, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν από το ενδιαφερόμενο πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένων των αντιπροσώπων για τους οποίους το ενδιαφερόμενο πρόσωπο αναλαμβάνει την πλήρη ευθύνη, δεν υπερβαίνει το όριο που θέτει το κράτος μέλος και σε καμία περίπτωση τα 3 εκατ. EUR· ή
β)στην περίπτωση υπηρεσιών ηλεκτρονικού χρήματος, όλες οι επιχειρηματικές δραστηριότητες οδηγούν σε μέσο όρο ηλεκτρονικού χρήματος σε κυκλοφορία που δεν υπερβαίνει το όριο που έχει θέσει το κράτος μέλος και σε καμιά περίπτωση τα 5 εκατ. EUR· και
γ)στην περίπτωση υπηρεσιών πληρωμών και υπηρεσιών ηλεκτρονικού χρήματος, κανένα από τα φυσικά πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για τη διαχείριση ή τη λειτουργία της επιχείρησης δεν έχει καταδικαστεί για αδικήματα σχετικά με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας ή άλλα οικονομικά εγκλήματα.
Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο α), η εκτίμηση του αν έχει σημειωθεί υπέρβαση του ορίου βασίζεται στο συνολικό ποσό των πράξεων πληρωμής που προβλέπεται στο επιχειρηματικό του σχέδιο, εκτός εάν οι αρμόδιες αρχές έχουν ζητήσει προσαρμογή του εν λόγω σχεδίου.
Όταν ένα ίδρυμα πληρωμών που παρέχει υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος παρέχει επίσης οποιαδήποτε υπηρεσία πληρωμών ή οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες του άρθρου 10 και δεν μπορεί να οριστεί εκ των προτέρων το ποσό του ηλεκτρονικού χρήματος σε κυκλοφορία, οι αρμόδιες αρχές επιτρέπουν στο εν λόγω ίδρυμα πληρωμών να εφαρμόσει το στοιχείο β) του πρώτου εδαφίου υποθέτοντας ότι ένα αντιπροσωπευτικό ποσό των κεφαλαίων θα χρησιμοποιηθεί στις υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος, υπό την προϋπόθεση ότι, με βάση τα ιστορικά δεδομένα, αυτό το αντιπροσωπευτικό ποσό μπορεί να υπολογιστεί σωστά και με τρόπο ικανοποιητικό για τις αρμόδιες αρχές. Όταν ένα ίδρυμα πληρωμών δεν έχει ακόμη ασκήσει δραστηριότητα για επαρκές χρονικό διάστημα, η παρούσα απαίτηση αξιολογείται βάσει του προβλεπόμενου ηλεκτρονικού χρήματος σε κυκλοφορία που αποδεικνύεται από το επιχειρηματικό του σχέδιο με την επιφύλαξη τυχόν προσαρμογών του εν λόγω σχεδίου κατόπιν απαίτησης των αρμόδιων αρχών.
Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να προβλέπουν ότι η χορήγηση προαιρετικών εξαιρέσεων υπόκειται στην επιπρόσθετη απαίτηση ανώτατου ποσού αποθήκευσης στο μέσο πληρωμών ή στον λογαριασμό πληρωμών του καταναλωτή όπου είναι αποθηκευμένο το ηλεκτρονικό χρήμα.
Φυσικό ή νομικό πρόσωπο που επωφελείται από εξαίρεση δυνάμει της παραγράφου 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) μπορεί να παρέχει υπηρεσίες πληρωμών που δεν σχετίζονται με υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος μόνο σύμφωνα με την παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο α).
2.Τα κράτη μέλη ζητούν από κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εξαιρείται από την εφαρμογή των διαδικασιών και των όρων της παραγράφου 1 να καταχωριστεί στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης. Τα κράτη μέλη καθορίζουν ποια από τα στοιχεία που απαριθμούνται στο άρθρο 3 παράγραφος 3 στοιχεία α) έως ιθ) συνοδεύουν την εν λόγω αίτηση καταχώρισης ως τεκμηρίωση.
3.Τα κράτη μέλη απαιτούν από κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει καταχωριστεί σύμφωνα με την παράγραφο 2 να διατηρεί την καταστατική του έδρα ή τα γραφεία του στο κράτος μέλος στο οποίο ασκεί πραγματικά τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες.
4.Τα πρόσωπα που εξαιρούνται από την εφαρμογή των διαδικασιών και των όρων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 αντιμετωπίζονται ως ιδρύματα πληρωμών. Το άρθρο 13 παράγραφος 6 και τα άρθρα 30, 31 και 32 δεν ισχύουν για τα εν λόγω πρόσωπα.
5.Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν ότι φυσικά ή νομικά πρόσωπα που καταχωρίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 2 μπορούν να ασκούν μόνο ορισμένες από τις δραστηριότητες του άρθρου 10.
6.Τα πρόσωπα που εξαιρούνται από την εφαρμογή των διαδικασιών και των όρων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 κοινοποιούν στις αρμόδιες αρχές κάθε μεταβολή της κατάστασής τους η οποία σχετίζεται με τους όρους που καθορίζονται στην εν λόγω παράγραφο και, τουλάχιστον ετησίως, κατά την ημερομηνία που ορίζουν οι αρμόδιες αρχές, υποβάλλουν έκθεση σχετικά με τα ακόλουθα:
α)τον μέσο όρο της συνολικής αξίας των πράξεων πληρωμής των προηγούμενων 12 μηνών όταν παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών·
β)τον μέσο όρο ηλεκτρονικού χρήματος σε κυκλοφορία όταν παρέχουν υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος.
7.Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, εάν έχουν παύσει να πληρούνται οι όροι των παραγράφων 1, 3 ή 5 του παρόντος άρθρου, τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα να ζητήσουν άδεια εντός 30 ημερολογιακών ημερών, σύμφωνα με το άρθρο 13. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές τους είναι επαρκώς εξουσιοδοτημένες για να διαπιστώνουν τη συνεχή τήρηση του παρόντος άρθρου.
8.Οι παράγραφοι 1 έως 6 του παρόντος άρθρου ισχύουν με την επιφύλαξη της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 ή της εθνικής νομοθεσίας για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.
Άρθρο 35
Γνωστοποίηση και ενημέρωση
Το κράτος μέλος που αποφασίζει να χορηγήσει εξαίρεση όπως αναφέρεται στο άρθρο 34 ενημερώνει την Επιτροπή για όλα τα ακόλουθα:
α)την απόφασή του να χορηγήσει την εν λόγω εξαίρεση·
β)κάθε μεταγενέστερη αλλαγή στην εν λόγω εξαίρεση·
γ)τον αριθμό των ενδιαφερόμενων φυσικών και νομικών προσώπων·
δ)σε ετήσια βάση, τη συνολική αξία των εκτελεσμένων πράξεων πληρωμής στις 31 Δεκεμβρίου κάθε ημερολογιακού έτους, όπως αναφέρεται στο άρθρο 34 παράγραφος 1 στοιχείο α), και του συνολικού ποσού του εκδοθέντος ηλεκτρονικού χρήματος σε κυκλοφορία, όπως αναφέρεται στο άρθρο 34 παράγραφος 1 στοιχείο β).
Άρθρο 36
Πάροχοι υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού
1.Τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που παρέχουν μόνο την υπηρεσία πληρωμών που αναφέρεται στο παράρτημα Ι σημείο 7 δεν υπόκεινται σε αδειοδότηση, αλλά καταχωρίζονται στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης πριν από την ανάληψη δραστηριότητας.
2.Η εν λόγω αίτηση καταχώρισης συνοδεύεται από τις πληροφορίες και την τεκμηρίωση που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 3 στοιχεία α), β), ε) έως η), ι), ιβ), ιδ), ιστ) και ιζ).
Για τους σκοπούς της τεκμηρίωσης που αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφος 3 στοιχεία ε), στ) και ιβ) το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που καταχωρίζεται περιγράφει τις ελεγκτικές και οργανωτικές ρυθμίσεις που έχει θεσπίσει ώστε να λαμβάνονται όλα τα εύλογα μέτρα για την προστασία των συμφερόντων των χρηστών του και να διασφαλίζεται η αδιάλειπτη και αξιόπιστη παροχή της υπηρεσίας πληρωμών όπως αναφέρεται στο παράρτημα Ι σημείο 7.
3.Τα μέτρα ελέγχου της ασφάλειας και μείωσης κινδύνων που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 3 στοιχείο ι) αναφέρουν τον τρόπο με τον οποίο το φυσικό ή το νομικό πρόσωπο που καταχωρίζεται θα διασφαλίσει υψηλό επίπεδο ψηφιακής επιχειρησιακής ανθεκτικότητας, σύμφωνα με το κεφάλαιο II του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2554, ιδίως όσον αφορά την τεχνική ασφάλεια και την προστασία των δεδομένων, μεταξύ άλλων για το λογισμικό και τα συστήματα ΤΠΕ που χρησιμοποιούνται από το φυσικό ή το νομικό πρόσωπο που καταχωρίζεται ή τις επιχειρήσεις στις οποίες αναθέτει το σύνολο ή μέρος των δραστηριοτήτων του.
4.Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1, ως προϋπόθεση για την καταχώρισή τους, να διαθέτουν ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης που να καλύπτει τα εδάφη όπου παρέχουν υπηρεσίες ή κάποια άλλη συγκρίσιμη εγγύηση και να εξασφαλίζουν ότι:
α)μπορούν να καλύψουν την ευθύνη τους έναντι του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού ή του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών που προκύπτει από μη εγκεκριμένη ή δόλια πρόσβαση ή μη εγκεκριμένη ή δόλια χρήση της υπηρεσίας πληροφοριών λογαριασμού πληρωμών·
β)μπορούν να καλύψουν την αξία τυχόν απαλλαγής, κατώτατου ορίου ή αφαιρετέου ποσού από την ασφάλεια ή συγκρίσιμη εγγύηση·
γ)παρακολουθούν την κάλυψη της ασφάλισης ή συγκρίσιμης εγγύησης σε συνεχή βάση.
5.Τα τμήματα 1 και 2 του κεφαλαίου Ι δεν εφαρμόζονται στα πρόσωπα που παρέχουν τις υπηρεσίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Το τμήμα 3 του κεφαλαίου Ι εφαρμόζεται στα πρόσωπα που παρέχουν τις υπηρεσίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, με εξαίρεση το άρθρο 25 παράγραφος 3.
Ως εναλλακτική λύση στην κατοχή ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης, όπως απαιτείται από τις παραγράφους 3 και 4, οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 κατέχουν αρχικό κεφάλαιο ύψους 50 000 EUR, το οποίο μπορεί να αντικατασταθεί από ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης μετά την έναρξη της δραστηριότητάς τους ως ιδρύματος πληρωμών, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.
6.Τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου αντιμετωπίζονται ως ιδρύματα πληρωμών.
Άρθρο 37
Υπηρεσίες όπου παρέχονται μετρητά σε καταστήματα λιανικής χωρίς αγορά
1.Τα κράτη μέλη εξαιρούν από την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που παρέχουν μετρητά σε καταστήματα λιανικής, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε αγορά, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)η υπηρεσία προσφέρεται στις εγκαταστάσεις του φυσικού ή νομικού προσώπου που πωλεί αγαθά ή υπηρεσίες ως συνήθη επιχειρηματική δραστηριότητα·
β)το ποσό των παρεχόμενων μετρητών δεν υπερβαίνει τα 50 EUR ανά ανάληψη.
2.Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 ή οποιασδήποτε άλλης σχετικής ενωσιακής ή εθνικής νομοθεσίας για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες / της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.
Άρθρο 38
Υπηρεσίες που επιτρέπουν τις αναλήψεις μετρητών από παρόχους ATM που δεν εξυπηρετούν λογαριασμούς πληρωμών
1.Τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που παρέχουν υπηρεσίες ανάληψης μετρητών, όπως αναφέρεται στο παράρτημα Ι σημείο 1, και τα οποία δεν εξυπηρετούν λογαριασμούς πληρωμών και δεν παρέχουν άλλες υπηρεσίες πληρωμών που αναφέρονται στο παράρτημα Ι, δεν υπόκεινται σε αδειοδότηση αλλά καταχωρίζονται σε αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης πριν από την ανάληψη δραστηριότητας.
2.Η καταχώριση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 συνοδεύεται από τις πληροφορίες και την τεκμηρίωση που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 3 στοιχεία α), β), ε) έως η), ι), ιβ), ιδ), ιστ) και ιζ).
Για τους σκοπούς της τεκμηρίωσης που αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφος 3 στοιχεία ε), στ) και ιβ) το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που καταχωρίζεται περιγράφει τις ελεγκτικές και οργανωτικές ρυθμίσεις που έχει θεσπίσει ώστε να λαμβάνονται όλα τα εύλογα μέτρα για την προστασία των συμφερόντων των χρηστών του και να διασφαλίζεται η αδιάλειπτη και αξιόπιστη παροχή της υπηρεσίας πληρωμών όπως αναφέρεται στο σημείο 1 του παραρτήματος Ι.
Τα μέτρα ελέγχου της ασφάλειας και μείωσης κινδύνων που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 3 στοιχείο ι) αναφέρουν τον τρόπο με τον οποίο το φυσικό ή το νομικό πρόσωπο που καταχωρίζεται θα διασφαλίσει υψηλό επίπεδο ψηφιακής επιχειρησιακής ανθεκτικότητας, σύμφωνα με το κεφάλαιο II του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2554, ιδίως όσον αφορά την τεχνική ασφάλεια και την προστασία των δεδομένων, μεταξύ άλλων για το λογισμικό και τα συστήματα ΤΠΕ που χρησιμοποιούνται από το φυσικό ή το νομικό πρόσωπο που καταχωρίζεται ή τις επιχειρήσεις στις οποίες αναθέτει το σύνολο ή μέρος των δραστηριοτήτων του.
3.Τα τμήματα 1 και 2 του κεφαλαίου 1 δεν εφαρμόζονται στα πρόσωπα που παρέχουν τις υπηρεσίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Το τμήμα 3 του κεφαλαίου 1 εφαρμόζεται στα πρόσωπα που παρέχουν τις υπηρεσίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, με εξαίρεση το άρθρο 25 παράγραφος 3.
4.Τα πρόσωπα που παρέχουν τις υπηρεσίες της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου αντιμετωπίζονται ως ιδρύματα πληρωμών.
Άρθρο 39
Υποχρέωση γνωστοποίησης
1.Τα κράτη μέλη απαιτούν οι πάροχοι υπηρεσιών που ασκούν οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο ι), σημεία i) και ii) του κανονισμού XXX [PSR] ή και τις δύο δραστηριότητες, για τις οποίες η συνολική αξία των πράξεων πληρωμής των προηγούμενων 12 μηνών υπερβαίνει το ποσό του 1 εκατ. EUR, να ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές για τις προσφερόμενες υπηρεσίες, προσδιορίζοντας ποια εξαίρεση, δυνάμει του άρθρου 2 παράγραφος 1 στοιχείο ι) σημεία i) και ii) του κανονισμού XXX [PSR], θεωρούν ότι ισχύει για την ασκούμενη δραστηριότητα.
Βασιζόμενη σε αυτή τη γνωστοποίηση, η αρμόδια αρχή λαμβάνει αιτιολογημένη απόφαση, με βάση τα κριτήρια που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο ι) του κανονισμού XXX [PSR] όταν η δραστηριότητα δεν αναγνωρίζεται ως περιορισμένο δίκτυο και ενημερώνει σχετικά τον πάροχο των υπηρεσιών.
2.Τα κράτη μέλη απαιτούν οι πάροχοι υπηρεσιών που ασκούν δραστηριότητα αναφερόμενη στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο ι) του κανονισμού XXX [PSR] να απευθύνουν γνωστοποίηση προς τις αρμόδιες αρχές και να παρέχουν στις αρμόδιες αρχές ετήσια έκθεση ελέγχου που να πιστοποιεί ότι η δραστηριότητα είναι σύμφωνη με τα όρια του άρθρου 2 παράγραφος 1 στοιχείο ι) του κανονισμού XXX [PSR].
3.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την ΕΑΤ για τις υπηρεσίες που γνωστοποιούνται βάσει της παραγράφου 1, αναφέροντας ποια εξαίρεση ισχύει για την ασκούμενη δραστηριότητα.
4.Η περιγραφή της δραστηριότητας που γνωστοποιείται βάσει των παραγράφων 2 και 3 δημοσιοποιείται στα μητρώα που αναφέρονται στα άρθρα 17 και 18.
ΤΙΤΛΟΣ III
ΚΑΤ’ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΠΡΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΡΥΘΜΙΣΤΙΚΑ ΤΕΧΝΙΚΑ ΠΡΟΤΥΠΑ
Άρθρο 40
Κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις
Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 41 για την επικαιροποίηση των ποσών που αναφέρονται στο άρθρο 5, στο άρθρο 34 παράγραφος 1 και στο άρθρο 37, ώστε να λαμβάνεται υπόψη ο πληθωρισμός.
Άρθρο 41
Άσκηση της εξουσιοδότησης
1.Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.
2.Η προβλεπόμενη στο άρθρο 40 εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή για αόριστο χρονικό διάστημα από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας.
3.Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 40 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την ανάθεση της εξουσίας που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σ’ αυτήν. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που είναι ήδη σε ισχύ.
4.Μόλις εκδώσει μια κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτοχρόνως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.
5.Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 40 τίθεται σε ισχύ μόνον εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός 3 μηνών από την ημέρα που η πράξη κοινοποιείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο ή εάν, πριν λήξει αυτή η περίοδος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις. Η περίοδος αυτή παρατείνεται κατά 3 μήνες κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.
ΤΙΤΛΟΣ ΙV
ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 42
Πλήρης εναρμόνιση
1.Με την επιφύλαξη του άρθρου 6 παράγραφος 3 και του άρθρου 34, εφόσον η παρούσα οδηγία περιλαμβάνει εναρμονισμένες διατάξεις, τα κράτη μέλη δεν διατηρούν ούτε θεσπίζουν διαφορετικές διατάξεις.
2.Το κράτος μέλος που χρησιμοποιεί οποιαδήποτε από τις επιλογές που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 3 ή στο άρθρο 34 ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή και για τυχόν μεταγενέστερες αλλαγές. Η Επιτροπή δημοσιοποιεί τις πληροφορίες μέσω ιστοσελίδας ή με άλλον ευπρόσιτο τρόπο.
3.Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών να μην παρεκκλίνουν, εις βάρος των χρηστών των υπηρεσιών πληρωμών, από τις διατάξεις του εθνικού δικαίου οι οποίες μεταφέρουν τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, εκτός εάν η δυνατότητα παρέκκλισης προβλέπεται ρητά από την οδηγία. Ωστόσο, οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών μπορούν να αποφασίζουν να προσφέρουν ευνοϊκότερους όρους στους χρήστες των υπηρεσιών πληρωμών.
Άρθρο 43
Ρήτρα αναθεώρησης
1.Έως τις [OP please insert the date = 5 years after entry into force of this Directive], η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την ΕΚΤ και την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή έκθεση σχετικά με την εφαρμογή και τον αντίκτυπο της παρούσας οδηγίας και ειδικότερα όσον αφορά:
α)την καταλληλότητα του πεδίου εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, ιδίως όσον αφορά τη δυνατότητα επέκτασής της σε ορισμένες υπηρεσίες, μεταξύ άλλων τη λειτουργία συστημάτων πληρωμών και την παροχή τεχνικών υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένης της επεξεργασίας ή της λειτουργίας ψηφιακών πορτοφολιών, οι οποίες δεν καλύπτονται από το πεδίο εφαρμογής·
β)τον αντίκτυπο της αναθεώρησης της οδηγίας 2014/49/ΕΕ στη διασφάλιση των χρηματικών ποσών των πελατών από τα ιδρύματα πληρωμών.
Εφόσον απαιτείται, η Επιτροπή υποβάλλει νομοθετική πρόταση μαζί με την έκθεσή της.
2.Έως τις [OP please insert the date= three years after the date of application of the PSR], η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την ΕΚΤ και την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή έκθεση σχετικά με το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, και ειδικότερα όσον αφορά τα συστήματα πληρωμών, τα καθεστώτα πληρωμών και τους παρόχους τεχνικών υπηρεσιών. Εφόσον απαιτείται, η Επιτροπή υποβάλλει νομοθετική πρόταση μαζί με την εν λόγω έκθεση.
Άρθρο 44
Μεταβατικές διατάξεις
1.Τα κράτη μέλη επιτρέπουν στα ιδρύματα πληρωμών που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 11 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 έως τις [OP please insert the date = 18 months after the date of entry into force of this Directive] να συνεχίσουν να παρέχουν και να εκτελούν τις υπηρεσίες πληρωμών για τις οποίες έχουν λάβει άδεια, χωρίς να χρειάζεται να ζητήσουν άδεια σύμφωνα με το άρθρο 3 της παρούσας οδηγίας ή να συμμορφωθούν με τις άλλες διατάξεις που προβλέπονται ή αναφέρονται στον τίτλο ΙΙ της παρούσας οδηγίας έως τις [OP please insert the date = 24 months after the date of entry into force of this Directive].
Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα εν λόγω ιδρύματα πληρωμών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο να υποβάλουν στις αρμόδιες αρχές όλες τις πληροφορίες που επιτρέπουν στις εν λόγω αρμόδιες αρχές να αξιολογήσουν, έως τις [OP please insert the date = 24 months after the date of entry into force of this Directive], οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:
α)αν τα εν λόγω ιδρύματα πληρωμών συμμορφώνονται με τον τίτλο ΙΙ και, σε αντίθετη περίπτωση, ποια μέτρα πρέπει να ληφθούν για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης·
β)αν η άδεια πρέπει να ανακληθεί.
Τα ιδρύματα πληρωμών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο και τα οποία, κατόπιν επαλήθευσης από τις αρμόδιες αρχές, συμμορφώνονται με τον τίτλο ΙΙ, λαμβάνουν άδεια λειτουργίας ως ιδρύματα πληρωμών σύμφωνα με το άρθρο 13 της παρούσας οδηγίας και καταχωρίζονται στα μητρώα που αναφέρονται στα άρθρα 17 και 18. Εάν τα εν λόγω ιδρύματα πληρωμών δεν συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στον τίτλο ΙΙ έως τις [OP please insert the date = 24 months after the date of entry into force of this Directive], τους απαγορεύεται να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών.
2.Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι τα ιδρύματα πληρωμών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 λαμβάνουν αυτόματα άδεια λειτουργίας και καταχωρίζονται στο μητρώο που αναφέρεται στο άρθρο 17, εάν οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν στοιχεία που αποδεικνύουν ότι τα εν λόγω ιδρύματα πληρωμών συμμορφώνονται ήδη με τα άρθρα 3 και 13. Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν τα εν λόγω ιδρύματα πληρωμών για την αυτόματη χορήγηση άδειας λειτουργίας πριν από τη χορήγησή της.
3.Τα κράτη μέλη επιτρέπουν στα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που επωφελούνται από εξαίρεση σύμφωνα με το άρθρο 32 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 έως τις [OP please insert the date = 18 months after the date of entry into force of this Directive] και παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών όπως αναφέρονται στο παράρτημα I της εν λόγω οδηγίας, να προβούν σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες ενέργειες:
α)να συνεχίσουν να παρέχουν τις εν λόγω υπηρεσίες στο σχετικό κράτος μέλος έως τις [OP please insert the date = 18 months after the date of entry into force of this Directive
β)να εξασφαλίσουν εξαίρεση δυνάμει του άρθρου 34 της παρούσας οδηγίας· ή
γ)να συμμορφωθούν με τις λοιπές διατάξεις που θεσπίζονται ή αναφέρονται στον τίτλο ΙΙ της παρούσας οδηγίας.
Απαγορεύεται η παροχή υπηρεσιών πληρωμών σε κάθε πρόσωπο που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο και το οποίο, έως τις [OP please insert the date = 18 months after the date of entry into force of this Directive] δεν έχει λάβει άδεια ή έχει εξαιρεθεί δυνάμει της παρούσας οδηγίας.
4.Όσον αφορά τα φυσικά και νομικά πρόσωπα που έτυχαν εξαίρεσης δυνάμει του άρθρου 32 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366, τα κράτη μέλη μπορούν να τους χορηγούν εξαίρεση σύμφωνα με το άρθρο 34 της παρούσας οδηγίας και να καταχωρίζουν τα εν λόγω πρόσωπα στα μητρώα που αναφέρονται στα άρθρα 17 και 18 της παρούσας οδηγίας, εφόσον οι αρμόδιες αρχές έχουν αποδείξεις ότι πληρούνται οι απαιτήσεις του άρθρου 34 της παρούσας οδηγίας. Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν σχετικά τα ενδιαφερόμενα ιδρύματα πληρωμών.
Άρθρο 45
Μεταβατική διάταξη — ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας βάσει της οδηγίας 2009/110/ΕΚ
1.Τα κράτη μέλη επιτρέπουν στα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος που ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 1 της οδηγίας 2009/110/ΕΚ και τα οποία, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία για τη μεταφορά της οδηγίας 2009/110/ΕΚ στο εθνικό δίκαιο, έχουν αναλάβει, πριν από τις [OP please insert the date = 18 months after the date of entry into force of this Directive], δραστηριότητες ως ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος στο κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η έδρα τους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία για τη μεταφορά της οδηγίας 2009/110/ΕΚ, να συνεχίσουν τις εν λόγω δραστηριότητες στο εν λόγω κράτος μέλος ή σε άλλο κράτος μέλος χωρίς να χρειάζεται να ζητήσουν άδεια σύμφωνα με το άρθρο 3 της παρούσας οδηγίας ή να συμμορφωθούν με τις άλλες διατάξεις που θεσπίζονται ή αναφέρονται στον τίτλο ΙΙ της παρούσας οδηγίας.
2.Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος που αναφέρονται στην παράγραφο 1 να υποβάλουν στις αρμόδιες αρχές όλες τις πληροφορίες που χρειάζονται οι εν λόγω αρμόδιες αρχές για να αξιολογήσουν, έως τις [OP please insert the date = 24 months after the date of entry into force of this Directive], αν τα εν λόγω ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος συμμορφώνονται με την παρούσα οδηγία. Όταν από την αξιολόγηση αυτή προκύπτει ότι τα εν λόγω ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος δεν συμμορφώνονται με τις εν λόγω απαιτήσεις, οι αρμόδιες αρχές αποφασίζουν ποια μέτρα πρέπει να ληφθούν για να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση αυτή ή να ανακληθεί η άδεια λειτουργίας.
Τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο και τα οποία, κατόπιν επαλήθευσης από τις αρμόδιες αρχές, συμμορφώνονται με τον τίτλο ΙΙ, λαμβάνουν άδεια λειτουργίας ως ιδρύματα πληρωμών σύμφωνα με το άρθρο 13 της παρούσας οδηγίας και καταχωρίζονται στα μητρώα που αναφέρονται στα άρθρα 17 και 18. Εάν τα εν λόγω ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος δεν συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στον τίτλο ΙΙ έως τις [OP please insert the date = 24 months after the date of entry into force of this Directive, τους απαγορεύεται να παρέχουν υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος.
3.Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν στα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος που αναφέρονται στην παράγραφο 1 να λαμβάνουν αυτόματα άδεια λειτουργίας ως ιδρύματα πληρωμών και να καταχωρίζονται στο μητρώο που αναφέρεται στο άρθρο 17, όταν οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν στοιχεία που αποδεικνύουν ότι τα ενδιαφερόμενα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος συμμορφώνονται με την παρούσα οδηγία. Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν σχετικά τα ενδιαφερόμενα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος πριν από την αυτόματη χορήγηση της άδειας.
4.Τα κράτη μέλη επιτρέπουν στα νομικά πρόσωπα που έχουν αναλάβει, πριν από τις [OP please insert the date = 18 months after the date of entry into force of this Directive], δραστηριότητες σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία για τη μεταφορά του άρθρου 9 της οδηγίας 2009/110/ΕΚ, να συνεχίσουν τις εν λόγω δραστηριότητες στο οικείο κράτος μέλος σύμφωνα με την εν λόγω οδηγία έως την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = 24 μήνες από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας], χωρίς να υποχρεούνται να ζητήσουν άδεια λειτουργίας δυνάμει του άρθρου 3 της παρούσας οδηγίας ή να συμμορφωθούν με τις άλλες διατάξεις που θεσπίζονται ή αναφέρονται στον τίτλο II της παρούσας οδηγίας. Όσον αφορά τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και τα οποία, κατά τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, δεν έχουν λάβει άδεια ούτε εξαίρεση κατά την έννοια του άρθρου 34 της παρούσας οδηγίας, τους απαγορεύεται να παρέχουν υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος.
Άρθρο 46
Τροποποιήσεις της οδηγίας 98/26/ΕΚ
Το άρθρο 2 της οδηγίας 98/26/ΕΚ τροποποιείται ως εξής:
1)
το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«β) «ίδρυμα»: οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:
— πιστωτικό ίδρυμα, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου*·
— επιχείρηση επενδύσεων όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) της οδηγίας 2014/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου**, εξαιρουμένων των ιδρυμάτων που απαριθμούνται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 της εν λόγω οδηγίας·
— δημόσιες αρχές και επιχειρήσεις με εγγύηση του Δημοσίου·
— κάθε επιχείρηση που έχει τα κεντρικά της γραφεία εκτός της Ένωσης και της οποίας οι λειτουργίες είναι ανάλογες προς εκείνες των πιστωτικών ιδρυμάτων ή των επιχειρήσεων επενδύσεων της Ένωσης [όπως ορίζονται στην πρώτη και τη δεύτερη περίπτωση]·
εφόσον συμμετέχει σε σύστημα και ευθύνεται για την εκπλήρωση των οικονομικών υποχρεώσεων που απορρέουν από εντολές μεταβίβασης στο πλαίσιο του συστήματος αυτού·
— ίδρυμα πληρωμών όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 4) της οδηγίας XXX [PSD3], με εξαίρεση τα ιδρύματα πληρωμών που επωφελούνται από εξαίρεση σύμφωνα με τα άρθρα 34, 36 και 38 της εν λόγω οδηγίας,
το οποίο συμμετέχει σε σύστημα του οποίου η δραστηριότητα συνίσταται στην εκτέλεση εντολών μεταβίβασης, όπως ορίζεται στο σημείο i) πρώτη περίπτωση, και το οποίο είναι υπεύθυνο για την εκπλήρωση των οικονομικών υποχρεώσεων που απορρέουν από τις εν λόγω εντολές μεταβίβασης στο πλαίσιο του εν λόγω συστήματος.
Εάν ένα σύστημα τελεί υπό εποπτεία βάσει της εθνικής νομοθεσίας και εκτελεί μόνον εντολές μεταβίβασης όπως ορίζονται στο σημείο i) δεύτερη περίπτωση, καθώς και πληρωμές που απορρέουν από τις εν λόγω εντολές, το κράτος μέλος μπορεί να αποφασίσει ότι οι επιχειρήσεις που συμμετέχουν σ’ αυτό το σύστημα και ευθύνονται για την εκπλήρωση των οικονομικών υποχρεώσεων που απορρέουν από εντολές μεταβίβασης στο πλαίσιο του συστήματος αυτού, μπορούν να χαρακτηριστούν ιδρύματα, υπό τον όρο ότι τρεις τουλάχιστον συμμετέχοντες στο σύστημα αυτό καλύπτονται από τις κατηγορίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο και ότι, ως προς την απόφαση αυτή, υφίστανται εχέγγυα από πλευράς συστημικού κινδύνου· »·
2)
το στοιχείο στ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«στ)
«συμμετέχων»: ίδρυμα, κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, αντιπρόσωπος διακανονισμού, γραφείο συμψηφισμού, διαχειριστής συστήματος πληρωμών ή εκκαθαριστικό μέλος ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου, που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012.
Σύμφωνα με τους κανόνες του συστήματος, ο ίδιος συμμετέχων μπορεί να δρα ως κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, αντιπρόσωπος διακανονισμού ή γραφείο συμψηφισμού ή να εκτελεί μέρος ή το σύνολο αυτών των καθηκόντων.
Ένα κράτος μέλος μπορεί, για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, να θεωρήσει έναν έμμεσο συμμετέχοντα ως συμμετέχοντα, όταν αυτό δικαιολογείται για λόγους συστημικού κινδύνου, γεγονός που, ωστόσο, δεν περιορίζει την ευθύνη του συμμετέχοντος μέσω του οποίου ο έμμεσος συμμετέχων διαβιβάζει εντολές μεταβίβασης στο σύστημα·».
Άρθρο 47
Τροποποίηση της οδηγίας (ΕΕ) 2020/1828
Στο παράρτημα Ι της οδηγίας (ΕΕ) 2020/1828, προστίθεται το ακόλουθο σημείο:
«(68) Κανονισμός (ΕΕ) 20../…. του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το πλαίσιο πρόσβασης σε χρηματοοικονομικά δεδομένα και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 και (ΕΕ) 2022/2554 (ΕΕ L[...] της [……….], [σ. ..]).»
Άρθρο 48
Κατάργηση
Η οδηγία (ΕΕ) 2015/2366 καταργείται με ισχύ από τις [ OP please insert the date= 18 months after entry into force of this Directive].
Η οδηγία 2009/110/ΕΚ καταργείται με ισχύ από τις [ OP please insert the date= 18 months after entry into force of this Directive].
Όλες οι αναφορές στην οδηγία (ΕΕ) 2015/2366 και στην οδηγία 2009/110/ΕΚ που περιέχονται σε νομικές πράξεις που ισχύουν κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας νοούνται ως αναφορές στην παρούσα οδηγία ή στον κανονισμό XXX [PSR] και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος III της παρούσας οδηγίας.
Άρθρο 49
Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο
1.Τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν, έως τις [ OP please insert the date= 18 months after entry into force of this Directive] το αργότερο και εντός [ Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = 6 μήνες από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας] για το άρθρο 46, τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για τη συμμόρφωση με την παρούσα οδηγία. Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων.
2.Εφαρμόζουν τα μέτρα αυτά από τις [OP please insert the date= 18 months after entry into force of this Directive] και από τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = 6 μήνες από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας] για το άρθρο 46.
Οι διατάξεις αυτές, όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη, περιέχουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της αναφοράς αποφασίζεται από τα κράτη μέλη.
3.Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών μέτρων εθνικού δικαίου τα οποία θεσπίζουν στον τομέα ο οποίος διέπεται από την παρούσα οδηγία.
Άρθρο 50
Έναρξη ισχύος
Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Άρθρο 51
Αποδέκτες
Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.
Βρυξέλλες,
Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Για το Συμβούλιο
Η Πρόεδρος
Ο Πρόεδρος