Βρυξέλλες, 4.7.2023

COM(2023) 348 final

2023/0202(COD)

Πρόταση

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ


για τη θέσπιση πρόσθετων διαδικαστικών κανόνων σχετικά με την επιβολή του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679


ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

1.ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ

Αιτιολόγηση και στόχοι της πρότασης

Η αποτελεσματική επιβολή των κανόνων προστασίας των δεδομένων της Ένωσης αποτελεί προαπαιτούμενο για τη διασφάλιση του δικαιώματος στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που κατοχυρώνεται στο άρθρο 8 παράγραφος 1 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) και στο άρθρο 16 παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΣΛΕΕ).

Η επιβολή του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 (στο εξής: «Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων» ή «ΓΚΠΔ») 1 ανατέθηκε σε ανεξάρτητες εθνικές αρχές προστασίας δεδομένων (στο εξής: ΑΠΔ) από την έναρξη της εφαρμογής του το 2018. Στόχος του αποκεντρωμένου συστήματος επιβολής «μίας στάσης» είναι η διασφάλιση συνεπούς ερμηνείας και εφαρμογής του ΓΚΠΔ, διαφυλάσσοντας παράλληλα την αρχή της εγγύτητας, σύμφωνα με την οποία τα φυσικά πρόσωπα έχουν τη δυνατότητα να απευθύνονται στην τοπική ΑΠΔ και να λαμβάνουν απάντηση από αυτήν. Το σύστημα αυτό απαιτεί τη συνεργασία των ΑΠΔ στις λεγόμενες «διασυνοριακές» υποθέσεις. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η λεγόμενη «επικεφαλής» ΑΠΔ (η ΑΠΔ της κύριας εγκατάστασης του ερευνώμενου υπευθύνου επεξεργασίας ή εκτελούντος την επεξεργασία) διενεργεί την έρευνα και υποχρεούται να συνεργάζεται με άλλες «ενδιαφερόμενες» ΑΠΔ με σκοπό την επίτευξης συναίνεσης μέσω διαλόγου σε πνεύμα καλόπιστης και αποτελεσματικής συνεργασίας. Η επικεφαλής ΑΠΔ πρέπει να ασκεί την αρμοδιότητά της σε πλαίσιο στενής συνεργασίας με τις ενδιαφερόμενες ΑΠΔ. Όταν οι ΑΠΔ αδυνατούν να επιτύχουν συναίνεση σε διασυνοριακή υπόθεση, ο ΓΚΠΔ προβλέπει την επίλυση των διαφορών, σε συγκεκριμένα ζητήματα που τίθενται με τις λεγόμενες «σχετικές και αιτιολογημένες ενστάσεις», από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων (στο εξής: ΕΣΠΔ), το οποίο απαρτίζεται από τους προϊσταμένους των ΑΠΔ των κρατών μελών και τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων και στο οποίο συμμετέχει η Επιτροπή.

Στην έκθεση που εκπόνησε δύο έτη μετά την έναρξη εφαρμογής του ΓΚΠΔ, η Επιτροπή επισήμανε ότι απαιτείται περαιτέρω πρόοδος για να γίνει πιο αποδοτικός και εναρμονισμένος ο χειρισμός των διασυνοριακών υποθέσεων σε ολόκληρη την Ένωση 2 . Στην έκθεση επισημάνθηκαν σημαντικές διαφορές στις εθνικές διοικητικές διαδικασίες και ερμηνείες των εννοιών του μηχανισμού συνεργασίας του ΓΚΠΔ. Στο ψήφισμά του σχετικά με την έκθεση της Επιτροπής του 2020 σχετικά με τον ΓΚΠΔ, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο παρότρυνε την Επιτροπή να αξιολογήσει κατά πόσον οι εθνικές διοικητικές διαδικασίες παρεμποδίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα της συνεργασίας σύμφωνα με το άρθρο 60 του ΓΚΠΔ, καθώς και την αποτελεσματική εφαρμογή του 3 . Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κάλεσε το ΕΣΠΔ να θεσπίσει τα βασικά στοιχεία μιας κοινής διοικητικής διαδικασίας για τον χειρισμό καταγγελιών σε διασυνοριακές υποθέσεις βάσει της συνεργασίας που προβλέπεται στο άρθρο 60 του ΓΚΠΔ. Το 2020 το ΕΣΠΔ άρχισε να εξετάζει τρόπους βελτίωσης της συνεργασίας των ΑΠΔ σε διασυνοριακές υποθέσεις και ο προβληματισμός αυτός κατέληξε, τον Απρίλιο του 2022, στην έγκριση δήλωσης σχετικά με τη συνεργασία για την επιβολή, στην οποία περιέχεται δέσμευση κατάρτισης καταλόγου διαδικαστικών πτυχών που θα μπορούσαν να εναρμονιστούν περαιτέρω στο δίκαιο της Ένωσης 4 . Τον Οκτώβριο του 2022 το ΕΣΠΔ διαβίβασε τον εν λόγω κατάλογο στην Επιτροπή 5 .

Η παρούσα πρόταση στηρίζεται στην έκθεση της Επιτροπής του 2020 σχετικά με τον ΓΚΠΔ, στον κατάλογο του ΕΣΠΔ του Οκτωβρίου του 2022 και στα συμπεράσματα που άντλησε η Επιτροπή από την παρακολούθηση της επιβολής του ΓΚΠΔ από την έναρξη της εφαρμογής του και από τη λειτουργία της πολυμερούς ομάδας εμπειρογνωμόνων για τον ΓΚΠΔ 6 και της ομάδας εμπειρογνωμόνων των κρατών μελών για τον ΓΚΠΔ 7 , καθώς και στις παρατηρήσεις που η Επιτροπή έλαβε ως απάντηση στη διαδικασία συγκέντρωσης αποδεικτικών στοιχείων που δρομολόγησε τον Φεβρουάριο του 2023. Εντάσσεται στο πρόγραμμα εργασίας της Επιτροπής για το 2023 8 (υπό τον γενικό τίτλο «Μια νέα ώθηση για την ευρωπαϊκή δημοκρατία»).

Η συνεπής εφαρμογή του ΓΚΠΔ εξαρτάται από την αποτελεσματική λειτουργία του διασυνοριακού συστήματος επιβολής του ΓΚΠΔ. Οι διαφορές στις διαδικασίες που εφαρμόζουν οι ΑΠΔ παρεμποδίζουν την ομαλή και αποτελεσματική λειτουργία του μηχανισμού συνεργασίας και επίλυσης διαφορών του ΓΚΠΔ σε διασυνοριακές υποθέσεις. Οι διαφορές αυτές έχουν επίσης σημαντικές συνέπειες στα δικαιώματα των ερευνώμενων μερών και των καταγγελλόντων (ως υποκειμένων των δεδομένων). Η διασφάλιση της δέουσας επιβολής του ΓΚΠΔ αποτελεί προαπαιτούμενο για την εξασφάλιση, αφενός, της εμπιστοσύνης του κοινού στην ευρύτερη διαδικασία ψηφιοποίησης και, αφετέρου, ίσων όρων ανταγωνισμού για όλες τις οντότητες που επεξεργάζονται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.

Στόχος της πρότασης είναι η αντιμετώπιση προβλημάτων στους ακόλουθους τομείς:

·Καταγγελίες: Οι καταγγελίες αποτελούν ουσιώδη πηγή πληροφοριών για τον εντοπισμό παραβάσεων των κανόνων προστασίας των δεδομένων. Οι ΑΠΔ ερμηνεύουν με διαφορετικούς τρόπους τις απαιτήσεις σχετικά με τη μορφή της καταγγελίας, τη συμμετοχή των καταγγελλόντων στη διαδικασία και την απόρριψη καταγγελιών. Για παράδειγμα: καταγγελία η οποία γίνεται δεκτή από ορισμένες ΑΠΔ θα μπορούσε να απορριφθεί από άλλες, με την αιτιολογία ότι δεν περιέχει επαρκείς πληροφορίες· ορισμένες ΑΠΔ αναγνωρίζουν στους καταγγέλλοντες ίσα δικαιώματα με τα ερευνώμενα μέρη, ενώ άλλες δεν περιλαμβάνουν τους καταγγέλλοντες στην έρευνα ή τους περιλαμβάνουν σε πολύ περιορισμένο βαθμό· ορισμένες ΑΠΔ εκδίδουν επίσημη απόφαση για την απόρριψη κάθε καταγγελίας στην οποία δεν δίνεται συνέχεια, ενώ άλλες ΑΠΔ δεν πράττουν κάτι τέτοιο. Οι διαφορές αυτές σημαίνουν ότι η μεταχείριση των καταγγελιών και η συμμετοχή των καταγγελλόντων διαφέρουν ανάλογα με τον τόπο υποβολής της καταγγελίας ή την επικεφαλής ΑΠΔ σε συγκεκριμένη υπόθεση. Αποτέλεσμα των διαφορών είναι η καθυστέρηση της ολοκλήρωσης της έρευνας και της αποκατάστασης του υποκειμένου των δεδομένων σε διασυνοριακές υποθέσεις. Στο ψήφισμά του σχετικά με την έκθεση της Επιτροπής του 2020 σχετικά με τον ΓΚΠΔ, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υπογράμμισε την αναγκαιότητα αποσαφήνισης της θέσης των καταγγελλόντων σε περίπτωση διασυνοριακών καταγγελιών.

·Διαδικαστικά δικαιώματα των ερευνώμενων μερών: Τα δικαιώματα άμυνας των ερευνώμενων μερών συνιστούν θεμελιώδη αρχή του δικαίου της Ένωσης η οποία πρέπει να τηρείται σε κάθε περίπτωση, και ιδίως σε διαδικασίες οι οποίες μπορεί να συνεπάγονται σημαντικές κυρώσεις. Λαμβανομένης υπόψη της δυνητικής βαρύτητας των κυρώσεων που μπορεί να επιβληθούν, τα μέρη που ερευνώνται για παραβάσεις του ΓΚΠΔ πρέπει να απολαύουν εγγυήσεων ανάλογων εκείνων που προβλέπονται σε διαδικασίες ποινικού χαρακτήρα. Τα διαδικαστικά δικαιώματα των ερευνώμενων μερών, όπως η έκταση του δικαιώματος ακρόασης και του δικαιώματος πρόσβασης στον φάκελο της υπόθεσης, διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των κρατών μελών. Ο βαθμός στον οποίο παρέχεται στα μέρη δυνατότητα ακρόασης, ο χρόνος της ακρόασης και τα έγγραφα που παρέχονται στα μέρη ώστε να μπορούν να ασκήσουν το δικαίωμα ακρόασης είναι στοιχεία ως προς τα οποία τα κράτη μέλη εφαρμόζουν διαφορετικές προσεγγίσεις. Οι διαφορετικές αυτές προσεγγίσεις δεν είναι πάντοτε συμβατές με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 60 του ΓΚΠΔ, η οποία βασίζεται στο τεκμήριο ότι τα ερευνώμενα μέρη έχουν ασκήσει τα δικαιώματά τους που σχετίζονται με την τήρηση της προσήκουσας διαδικασίας πριν από την υποβολή του σχεδίου απόφασης από την επικεφαλής ΑΠΔ. Όταν μια υπόθεση υποβάλλεται στο ΕΣΠΔ για επίλυση διαφοράς, ο βαθμός στον οποίο παρασχέθηκε στα μέρη δυνατότητα ακρόασης σχετικά με τα ζητήματα που τίθενται στο σχέδιο απόφασης και τις ενστάσεις των ενδιαφερόμενων ΑΠΔ μπορεί να ποικίλλει. Επιπλέον, δεν είναι σαφής ο βαθμός στον οποίο θα πρέπει να παρέχεται στα ερευνώμενα μέρη δυνατότητα ακρόασης κατά την επίλυση διαφορών από το ΕΣΠΔ δυνάμει του άρθρου 65 του ΓΚΠΔ. Η μη διασφάλιση του δικαιώματος ακρόασης μπορεί να καταστήσει τις αποφάσεις των ΑΠΔ, με τις οποίες διαπιστώνονται παραβάσεις του ΓΚΠΔ, πιο ευάλωτες στην άσκηση μέσων έννομης προστασίας.

·Συνεργασία και επίλυση διαφορών: Η διαδικασία συνεργασίας του άρθρου 60 του ΓΚΠΔ περιγράφεται με γενικούς όρους. Σε διασυνοριακές υποθέσεις, οι ΑΠΔ υποχρεούνται να ανταλλάσσουν κάθε «συναφή πληροφορία» με σκοπό την επίτευξη συναίνεσης. Όταν η επικεφαλής ΑΠΔ υποβάλει σχέδιο απόφασης στην υπόθεση, άλλες ΑΠΔ έχουν τη δυνατότητα να προβάλουν «σχετικές και αιτιολογημένες ενστάσεις». Οι ενστάσεις αυτές συνεπάγονται το ενδεχόμενο προσφυγής σε διαδικασία επίλυσης διαφορών (όταν δεν ακολουθούνται από την επικεφαλής ΑΠΔ). Μολονότι η διαδικασία επίλυσης διαφορών του άρθρου 65 του ΓΚΠΔ αποτελεί ουσιώδες στοιχείο για τη διασφάλιση της συνεπούς εφαρμογής του ΓΚΠΔ, θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνον σε εξαιρετικές περιπτώσεις όταν η καλόπιστη συνεργασία των ΑΠΔ δεν κατέληξε σε συναίνεση. Η πείρα από την επιβολή του ΓΚΠΔ σε διασυνοριακές υποθέσεις δείχνει ότι η συνεργασία των ΑΠΔ πριν από την υποβολή σχεδίου απόφασης από την επικεφαλής ΑΠΔ είναι ανεπαρκής. Η έλλειψη επαρκούς συνεργασίας και επίτευξης συναίνεσης σε βασικά ζητήματα της έρευνας στο πρώιμο αυτό στάδιο έχει ως αποτέλεσμα την υποβολή πολλών υποθέσεων στο ΕΣΠΔ για την επίλυση διαφορών.

Υπάρχουν διαφορές στη μορφή και στη διάρθρωση των σχετικών και αιτιολογημένων ενστάσεων που υποβάλλουν οι ενδιαφερόμενες ΑΠΔ κατά τη διάρκεια της διαδικασίας διασυνοριακής συνεργασίας. Οι διαφορές αυτές παρεμποδίζουν την αποτελεσματική ολοκλήρωση της διαδικασίας επίλυσης διαφορών και τη συμπερίληψη όλων των ενδιαφερόμενων ΑΠΔ στη διαδικασία, και ιδίως των ΑΠΔ μικρότερων κρατών μελών, οι οποίες διαθέτουν λιγότερους πόρους από ό,τι οι ΑΠΔ μεγαλύτερων κρατών μελών.

·Ο ΓΚΠΔ δεν προβλέπει προθεσμίες για τα διάφορα στάδια της διαδικασίας συνεργασίας και επίλυσης διαφορών. Λαμβανομένων υπόψη του διαφορετικού βαθμού περιπλοκότητας των ερευνών και της διακριτικής ευχέρειας που διαθέτουν οι ΑΠΔ για τη διερεύνηση παραβάσεων του ΓΚΠΔ, δεν είναι επιθυμητό να καθοριστούν προθεσμίες για κάθε στάδιο της διαδικασίας. Ωστόσο, η επιβολή προθεσμιών, κατά περίπτωση, θα συμβάλει στην αποφυγή αδικαιολόγητων καθυστερήσεων στην ολοκλήρωση υποθέσεων.

Στόχος της πρότασης είναι η αντιμετώπιση των προαναφερθέντων ζητημάτων μέσω του καθορισμού διαδικαστικών κανόνων για ορισμένα στάδια της διαδικασίας έρευνας σε διασυνοριακές υποθέσεις, στηρίζοντας με τον τρόπο αυτόν την ομαλή λειτουργία των μηχανισμών συνεργασίας και επίλυσης διαφορών του ΓΚΠΔ. Ειδικότερα, η πρόταση αντιμετωπίζει τα προβλήματα που προσδιορίστηκαν ανωτέρω με τους ακόλουθους τρόπους:

·Μορφή των καταγγελιών και θέση των καταγγελλόντων: Στην πρόταση προβλέπεται ένα έντυπο στο οποίο προσδιορίζονται οι πληροφορίες που απαιτούνται για όλες τις καταγγελίες που υποβάλλονται βάσει του άρθρου 77 του ΓΚΠΔ και αφορούν διασυνοριακή επεξεργασία, καθορίζονται δε διαδικαστικοί κανόνες για τη συμμετοχή των καταγγελλόντων στη διαδικασία, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος των καταγγελλόντων να γνωστοποιήσουν τις απόψεις τους. Στην πρόταση προσδιορίζονται διαδικαστικοί κανόνες για την απόρριψη καταγγελιών σε διασυνοριακές υποθέσεις και αποσαφηνίζονται οι ρόλοι της επικεφαλής ΑΠΔ και της ΑΔΠ στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία σε τέτοιες υποθέσεις. Αναγνωρίζονται η σημασία και η νομιμότητα του φιλικού διακανονισμού υποθέσεων που βασίζονται σε καταγγελία.

·Στοχευμένη εναρμόνιση διαδικαστικών δικαιωμάτων σε διασυνοριακές υποθέσεις: Με την πρόταση αναγνωρίζεται το δικαίωμα ακρόασης των ερευνώμενων μερών σε βασικά στάδια της διαδικασίας, μεταξύ άλλων κατά τη διάρκεια της επίλυσης διαφορών από το ΕΣΠΔ, και αποσαφηνίζονται το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και τα δικαιώματα πρόσβασης των μερών στον φάκελο. Με τον τρόπο αυτό, η πρόταση ενισχύει τα δικαιώματα άμυνας των μερών και διασφαλίζει συνεπή σεβασμό των εν λόγω δικαιωμάτων ανεξαρτήτως της ΑΔΠ που διενεργεί την έρευνα ως επικεφαλής ΑΔΠ.

·Εξορθολογισμός της συνεργασίας και της επίλυσης διαφορών: Με την πρόταση παρέχονται στις ΑΔΠ τα αναγκαία εργαλεία για την επίτευξη συναίνεσης μέσω της ενίσχυσης του ουσιαστικού περιεχομένου της απαίτησης, που προβλέπεται στο άρθρο 60 του ΓΚΠΔ, οι ΑΠΔ να συνεργάζονται και να ανταλλάσσουν μεταξύ τους κάθε «συναφή πληροφορία». Ο παρών κανονισμός θεσπίζει ένα πλαίσιο εντός του οποίου όλες οι ΑΠΔ μπορούν να ασκήσουν ουσιαστική επιρροή σε διασυνοριακή υπόθεση εκθέτοντας τις απόψεις τους σε πρώιμο στάδιο της διαδικασίας έρευνας και κάνοντας χρήση όλων των εργαλείων που προβλέπονται από τον ΓΚΠΔ. Καθοριστικής σημασίας είναι το γεγονός ότι τούτο θα διευκολύνει την επίτευξη συναίνεσης και θα μειώσει το ενδεχόμενο διαφωνιών σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, οι οποίες θα απαιτήσουν τη χρήση του μηχανισμού επίλυσης διαφορών. Όταν ΑΠΔ διαφωνούν σχετικά με το βασικό ζήτημα του πεδίου της έρευνας σε υποθέσεις που βασίζονται σε καταγγελία, η πρόταση αναθέτει στο ΕΣΠΔ ρόλο επίλυσης της διαφωνίας μέσω της έκδοσης επείγουσας δεσμευτικής απόφασης. Η ανάμειξη του ΕΣΠΔ στο χωριστό αυτό ζήτημα παρέχει στην επικεφαλής ΑΠΔ την αναγκαία σαφήνεια για να προχωρήσει στην έρευνα και διασφαλίζει ότι η διαφωνία σχετικά με το πεδίο της έρευνας δεν θα απαιτήσει τη χρήση του μηχανισμού επίλυσης διαφορών του άρθρου 65 του ΓΚΠΔ.

Στην πρόταση περιγράφονται λεπτομερείς απαιτήσεις όσον αφορά τη μορφή και τη διάρθρωση των σχετικών και αιτιολογημένων ενστάσεων που προβάλλουν οι ενδιαφερόμενες ΑΠΔ, διευκολύνοντας με τον τρόπο αυτόν την αποτελεσματική συμμετοχή όλων των ΑΠΔ και τη στοχευμένη και ταχεία επίλυση της υπόθεσης.

·Στην πρόταση καθορίζονται διαδικαστικές προθεσμίες για τη διαδικασία επίλυσης διαφορών, προσδιορίζονται οι πληροφορίες που πρέπει να παρέχει η επικεφαλής ΑΠΔ όταν υποβάλλει την υπόθεση στη διαδικασία επίλυσης διαφορών και αποσαφηνίζεται ο ρόλος όλων των παραγόντων που συμμετέχουν στην επίλυση διαφορών (επικεφαλής ΑΠΔ, ενδιαφερόμενες ΑΠΔ και ΕΣΠΔ). Με τον τρόπο αυτόν, η πρόταση διευκολύνει την ταχεία ολοκλήρωση της διαδικασίας επίλυσης διαφορών για τα ερευνώμενα μέρη και τα υποκείμενα των δεδομένων.

Συνέπεια με τις ισχύουσες διατάξεις στον τομέα πολιτικής

Η πρόταση συμπληρώνει τον ΓΚΠΔ μέσω του καθορισμού διαδικαστικών κανόνων για βασικά στάδια της διαδικασίας έρευνας που καθορίζονται στον ΓΚΠΔ. Δεν επηρεάζει τα δικαιώματα των υποκειμένων των δεδομένων, τις υποχρεώσεις των υπευθύνων επεξεργασίας και των εκτελούντων την επεξεργασία ή τους νόμιμους λόγους επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα οι οποίοι προβλέπονται στον ΓΚΠΔ.

Η πρόταση στηρίζεται στις βασικές αρχές του ΓΚΠΔ όσον αφορά τις καταγγελίες, τη συνεργασία και την επίλυση διαφορών, και συμπληρώνει τις σχετικές διατάξεις με στοχευμένες προσθήκες για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας της επιβολής σε διασυνοριακές υποθέσεις.

Συνέπεια με άλλες πολιτικές της Ένωσης

Η πρόταση είναι απολύτως συνεπής και συμβατή με τις ισχύουσες πολιτικές της Ένωσης σε άλλους τομείς.

2.ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ, ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ

Νομική βάση

Νομική βάση της πρότασης είναι το άρθρο 16 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΣΛΕΕ).

Το άρθρο 16 της ΣΛΕΕ εξουσιοδοτεί το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο να θεσπίζουν κανόνες σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών. Η πρόταση αφορά την επιβολή του ΓΚΠΔ σε διασυνοριακές υποθέσεις. Στόχος της εν λόγω επιβολής είναι να διασφαλιστεί το δικαίωμα των υποκειμένων των δεδομένων στην προστασία των δεδομένων τους προσωπικού χαρακτήρα. Υπ’ αυτή την έννοια, το άρθρο 16 της ΣΛΕΕ είναι η κατάλληλη νομική βάση για την πρόταση.

Επικουρικότητα (σε περίπτωση μη αποκλειστικής αρμοδιότητας)

Η Ένωση είναι η πλέον κατάλληλη για να ενεργήσει, καθώς η πρόταση αφορά υφιστάμενη διαδικασία η οποία θεσπίζεται από τον ΓΚΠΔ και στην οποία συμμετέχουν οι ΑΠΔ πλειόνων κρατών μελών της Ένωσης και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων (όργανο της ΕΕ). Επομένως, τα προβλήματα που περιγράφονται ανωτέρω δεν είναι δυνατόν να επιλυθούν από τα κράτη μέλη της Ένωσης μεμονωμένα.

Αναλογικότητα

Η παρούσα πρόταση διασφαλίζει κατάλληλη ισορροπία μεταξύ, αφενός, της επίτευξης του στόχου που αφορά την ομαλή λειτουργία του μηχανισμού διασυνοριακής επιβολής του ΓΚΠΔ και, αφετέρου, της μη αδικαιολόγητης παρέμβασης στα εθνικά νομικά συστήματα. 

Στόχος της πρότασης είναι να διασφαλίσει την ομαλή λειτουργία του μηχανισμού συνεργασίας και επίλυσης διαφορών που θεσπίζεται από τον ΓΚΠΔ. Επομένως, η πρόταση αφορά μόνον διασυνοριακές υποθέσεις στο πλαίσιο του ΓΚΠΔ. Σε τέτοιες υποθέσεις εμπλέκονται οι ΑΠΔ πλειόνων κρατών μελών της Ένωσης και το ΕΣΠΔ.

Η έκταση στην οποία τα ερευνώμενα μέρη τυγχάνουν ακρόασης και η συμμετοχή των καταγγελλόντων στη διοικητική διαδικασία είναι ζητήματα τα οποία ρυθμίζονται επί του παρόντος από εθνικούς διαδικαστικούς κανόνες. Τα ζητήματα αυτά επηρεάζουν τον τρόπο διενέργειας της έρευνας από την αρχή έως το τέλος της. Επομένως, η στοχευμένη εναρμόνιση του δικαιώματος ακρόασης και η συμμετοχή των καταγγελλόντων σε βασικά στάδια της διαδικασίας, αποκλειστικά και μόνο σε διασυνοριακές υποθέσεις, έχουν καθοριστική σημασία για την επίτευξη του στόχου της πρότασης —ήτοι του εξορθολογισμού της διασυνοριακής επιβολής— και δεν υπερβαίνει τα αναγκαία υπό τις περιστάσεις. Επισημαίνεται ότι το δικαίωμα των ερευνώμενων μερών να τύχουν ακρόασης προβλέπεται ήδη στις έρευνες που διενεργούν οι ΑΠΔ βάσει του ΓΚΠΔ, δεδομένου ότι πρόκειται περί ουσιώδους στοιχείου των δικαιωμάτων άμυνας και του δικαιώματος χρηστής διοίκησης που κατοχυρώνονται στον Χάρτη. Ομοίως, ο καταγγέλλων πρέπει να ενημερώνεται για την πρόοδο της καταγγελίας του, βάσει του άρθρου 77 παράγραφος 2 του ΓΚΠΔ. Κατά κύριο λόγο, η πρόταση εναρμονίζει και καθορίζει τον τρόπο διεξαγωγής των διαδικαστικών αυτών σταδίων.

Επιλογή της νομικής πράξης

Ο κανονισμός είναι η ενδεδειγμένη νομική πράξη για την πρόταση. Η πρόταση συμπληρώνει μια διαδικασία η οποία προβλέπεται σε ισχύοντα κανονισμό, συγκεκριμένα τον ΓΚΠΔ. Στόχος της είναι η αντιμετώπιση του ζητήματος των αποκλινουσών διαδικαστικών προσεγγίσεων των ΑΠΔ μέσω της εναρμόνισης ορισμένων πτυχών της διοικητικής διαδικασίας που εφαρμόζουν οι ΑΠΔ κατά την επιβολή του ΓΚΠΔ. Επομένως, η χρήση κανονισμού (πράξης που ισχύει άμεσα στα κράτη μέλη) είναι αναγκαία για τη μείωση του νομικού κατακερματισμού και τη διασφάλιση του βαθμού εναρμόνισης που απαιτείται για την ομαλή λειτουργία των μηχανισμών συνεργασίας και συνεκτικότητας που θεσπίζονται με τον ΓΚΠΔ και για την παροχή ασφάλειας δικαίου στους καταγγέλλοντες, τα ερευνώμενα μέρη και τις ΑΠΔ. Μια οδηγία, πράξη η οποία παρέχει στα κράτη μέλη διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τον τρόπο επίτευξης των επιθυμητών αποτελεσμάτων, δεν θα διασφάλιζε τον βαθμό εναρμόνισης που είναι αναγκαίος για την επίτευξη των στόχων της πρότασης.

3.ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΕΩΝ, ΤΩΝ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΤΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΑ ΜΕΡΗ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΚΤΙΜΗΣΕΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ

Εκ των υστέρων αξιολογήσεις / έλεγχοι καταλληλότητας της ισχύουσας νομοθεσίας

Στην έκθεση που εκπόνησε δύο έτη μετά την έναρξη εφαρμογής του ΓΚΠΔ, η Επιτροπή επισήμανε ότι απαιτείται περαιτέρω πρόοδος για τη βελτίωση της αποδοτικότητας και της εναρμόνισης του χειρισμού διασυνοριακών υποθέσεων σε ολόκληρη την Ένωση 9 . Σε έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της το οποίο συνοδεύει την έκθεση 10 , η Επιτροπή προσδιόρισε την ανάγκη αντιμετώπισης διαφορών στους ακόλουθους τομείς:

·εθνικές διοικητικές διαδικασίες, ειδικότερα: τις διαδικασίες χειρισμού καταγγελιών, τα κριτήρια παραδεκτού για τις καταγγελίες, τη διάρκεια των διαδικασιών λόγω διαφορετικών χρονικών πλαισίων ή την απουσία προθεσμιών, τη χρονική στιγμή της διαδικασίας κατά την οποία χορηγείται το δικαίωμα ακρόασης, την ενημέρωση και συμμετοχή των καταγγελλόντων κατά τη διάρκεια της διαδικασίας·

·τις ερμηνείες εννοιών που σχετίζονται με τον μηχανισμό συνεργασίας· και

·την προσέγγιση όσον αφορά τον χρόνο έναρξης της διαδικασίας συνεργασίας, τη συμμετοχή των ενδιαφερόμενων ΑΠΔ και την κοινοποίηση πληροφοριών στις ΑΠΔ.

Στο ψήφισμά του σχετικά με την έκθεση της Επιτροπής του 2020 σχετικά με τον ΓΚΠΔ, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο παρότρυνε την Επιτροπή να αξιολογήσει κατά πόσον οι εθνικές διοικητικές διαδικασίες παρεμποδίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα της συνεργασίας σύμφωνα με το άρθρο 60 του ΓΚΠΔ, καθώς και την αποτελεσματική εφαρμογή του 11 . Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κάλεσε το ΕΣΠΔ να θεσπίσει τα βασικά στοιχεία μιας κοινής διοικητικής διαδικασίας για τον χειρισμό καταγγελιών σε διασυνοριακές υποθέσεις βάσει της συνεργασίας που προβλέπεται στο άρθρο 60 του ΓΚΠΔ. Το 2020 το ΕΣΠΔ άρχισε να εξετάζει τρόπους βελτίωσης της συνεργασίας των ΑΠΔ σε διασυνοριακές υποθέσεις. Σε συνέχεια του προβληματισμού αυτού 12 , τον Οκτώβριο του 2022 το ΕΣΠΔ διαβίβασε στην Επιτροπή κατάλογο με διαδικαστικές πτυχές της συνεργασίας των ΑΔΠ οι οποίες θα μπορούσαν να εναρμονιστούν σε επίπεδο Ένωσης 13 .

Στην έκθεση που εκπόνησε δύο έτη μετά την έναρξη εφαρμογής του ΓΚΠΔ, η Επιτροπή επισήμανε ότι δεν υπήρχαν ακόμη παραδείγματα επίλυσης διαφορών στο επίπεδο του ΕΣΠΔ. Από τη δημοσίευση της έκθεσης το 2020, το ΕΣΠΔ έχει εκδώσει οκτώ δεσμευτικές αποφάσεις δυνάμει του άρθρου 65 παράγραφος 1 στοιχείο α) του ΓΚΠΔ. Χάρη στη συμμετοχή της στο ΕΣΠΔ, η Επιτροπή μπόρεσε να αντλήσει διδάγματα σχετικά με τη λειτουργία του μηχανισμού επίλυσης διαφορών. Ειδικότερα, η Επιτροπή εκτιμά ότι η ταχύτητα της έρευνας θα μπορούσε να βελτιωθεί και η προσφυγή στον μηχανισμό επίλυσης διαφορών θα μπορούσε να αποφευχθεί μέσω της αύξησης του βαθμού συνεργασίας των ΑΠΔ πριν από την υποβολή του σχεδίου απόφασης από την επικεφαλής ΑΠΔ.

Διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη

Η κατάρτιση της πρότασης βασίστηκε στις παρατηρήσεις που λήφθηκαν από ευρύ φάσμα ενδιαφερόμενων μερών. Τα ενδιαφερόμενα μέρη συμφώνησαν γενικά ότι θα μπορούσαν να γίνουν περισσότερα για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της διασυνοριακής επιβολής του ΓΚΠΔ.

Ειδικότερα, η Επιτροπή έλαβε παρατηρήσεις σχετικά με την πρόταση από τους ακόλουθους διαύλους.

·ΕΣΠΔ: το ΕΣΠΔ απαρτίζεται από τις ΑΠΔ, οι οποίες είναι αρμόδιες για την επιβολή του ΓΚΠΔ. Καθήκον του ΕΣΠΔ είναι, μεταξύ άλλων, η επίλυση διαφορών σε διασυνοριακές υποθέσεις στο πλαίσιο του ΓΚΠΔ. Επομένως, η Επιτροπή έλαβε δεόντως υπόψη τις παρατηρήσεις του ΕΣΠΔ σε όλα τα στάδια της προπαρασκευαστικής διαδικασίας. Καταρχάς, η πρόταση ανταποκρίνεται στον κατάλογο ζητημάτων που το ΕΣΠΔ διαβίβασε στην Επιτροπή τον Οκτώβριο του 2022, στον οποίο το ΕΣΠΔ προσδιόρισε πτυχές της διαδικασίας διασυνοριακής επιβολής που θα μπορούσαν να εναρμονιστούν σε επίπεδο Ένωσης. Η πρόταση περιλαμβάνει τα περισσότερα από τα ζητήματα που το ΕΣΠΔ προσδιόρισε στον κατάλογο που συνέταξε. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η Επιτροπή επέλεξε να μην εξετάσει τα ζητήματα που προσδιόρισε το ΕΣΠΔ, ιδίως όταν η Επιτροπή εκτίμησε ότι το ζήτημα εξετάζεται ήδη επαρκώς από τον ΓΚΠΔ ή ότι το ζήτημα θα πρέπει να παραμείνει εντός του πεδίου της διακριτικής ευχέρειας της επικεφαλής ΑΠΔ ή να ρυθμίζεται από το εθνικό δίκαιο. Επιπλέον, η πρόταση εξετάζει ορισμένα ζητήματα πέραν εκείνων που προσδιόρισε το ΕΣΠΔ στον κατάλογό του, όταν η Επιτροπή εκτίμησε ότι τούτο είναι αναγκαίο για τη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της διασυνοριακής επιβολής και του σεβασμού των δικαιωμάτων που σχετίζονται με την τήρηση της προσήκουσας διαδικασίας. Κατά τη διάρκεια συναντήσεων που διεξήχθησαν την 21η Μαρτίου 2023 και στις 24 Απριλίου 2023, η Επιτροπή πραγματοποίησε επίσης στοχευμένη διαβούλευση σχετικά με πτυχές της πρότασης με επιμέρους ομάδες του ΕΣΠΔ που έχουν ως αντικείμενο τη διασυνοριακή συνεργασία και επιβολή, προκειμένου να αξιοποιήσει την εμπειρογνωμοσύνη των ΑΔΠ που χειρίζονται τα ζητήματα αυτά στο πλαίσιο των καθημερινών εργασιών τους. Το ΕΣΠΔ στήριξε πλήρως την ανάληψη δράσης από την Επιτροπή στον συγκεκριμένο τομέα και έδωσε χρήσιμες πληροφορίες στην Επιτροπή κατά τις συναντήσεις που πραγματοποιήθηκαν τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του 2023.

·Πολυμερής ομάδα εμπειρογνωμόνων για τον ΓΚΠΔ: η συγκεκριμένη ομάδα εμπειρογνωμόνων συστάθηκε για να επικουρεί την Επιτροπή όσον αφορά την εφαρμογή του ΓΚΠΔ. Απαρτίζεται από εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών, των επιχειρήσεων, της ακαδημαϊκής κοινότητας και των ασκούντων νομικά επαγγέλματα. Η εν λόγω ομάδα στήριξε ευρέως την ανάληψη δράσης από την Επιτροπή στον συγκεκριμένο τομέα μέσω νομοθετικής πρότασης. Στη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στις 19 Οκτωβρίου 2022 συζητήθηκε για πρώτη φορά ο κατάλογος που το ΕΣΠΔ υπέβαλε τον Οκτώβριο του 2022, η δε Επιτροπή αξιοποίησε τη δεύτερη συνάντηση, που πραγματοποιήθηκε την 21η Απριλίου 2023, για να ζητήσει τη γνώμη της ομάδας σχετικά με συγκεκριμένες πτυχές της πρότασης. Λόγω της μεγάλης ποικιλίας ενδιαφερόμενων μερών που εκπροσωπούνται στη συγκεκριμένη ομάδα, οι απόψεις των ενδιαφερόμενων μερών σε συγκεκριμένες πτυχές της πρότασης διέφεραν. Όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη στήριξαν την πρόβλεψη, στην πρόταση, νομικού πλαισίου για φιλικό διακανονισμό. Οι ΜΚΟ εξέφρασαν την ικανοποίησή τους για την πρόθεση της Επιτροπής να εναρμονίσει το έντυπο των καταγγελιών και στήριξαν τη συμμετοχή του καταγγέλλοντος στη διαδικασία, επισημαίνοντας τις μεγάλες διαφορές στον χειρισμό των καταγγελιών μεταξύ κρατών μελών. Επαγγελματικές ομάδες οι οποίες εκπροσωπούν υπευθύνους επεξεργασίας και εκτελούντες την επεξεργασία υπογράμμισαν την αναγκαιότητα να αναγνωρίζεται στα ερευνώμενα μέρη δικαίωμα ακρόασης και να παροτρύνεται η επίλυση των διαφωνιών μεταξύ ΑΠΔ σε πρώιμο στάδιο της διαδικασίας έρευνας.

·Ομάδα εμπειρογνωμόνων των κρατών μελών για τον ΓΚΠΔ: η συγκεκριμένη ομάδα εμπειρογνωμόνων λειτουργεί ως φόρουμ για την ανταλλαγή απόψεων και πληροφοριών μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών σχετικά με την εφαρμογή του ΓΚΠΔ. Πριν από την έναρξη της διαδικασίας κατάρτισης της πρότασης, η Επιτροπή ζήτησε τις απόψεις των κρατών μελών σχετικά με τον κατάλογο που διαβίβασε το ΕΣΠΔ τον Οκτώβριο του 2022. Τα κράτη μέλη στήριξαν γενικά την πρόταση νομοθετικής πρωτοβουλίας για τη βελτίωση της διασυνοριακής επιβολής του ΓΚΠΔ και εξέφρασαν την ικανοποίησή τους σχετικά με αυτήν. Ωστόσο, ορισμένα κράτη μέλη τα οποία διαθέτουν οριζόντιους διαδικαστικούς κανόνες που εφαρμόζονται σε όλες τις διοικητικές διαδικασίες επισήμαναν το ενδεχόμενο παρέμβασης στους εν λόγω κανόνες, ειδικότερα όσον αφορά την εναρμόνιση των δικαιωμάτων ακρόασης των μερών και τη συμμετοχή των καταγγελλόντων στη διαδικασία. Επομένως, η Επιτροπή περιόρισε προσεκτικά την εναρμόνιση των συγκεκριμένων πτυχών της πρότασης στις διασυνοριακές υποθέσεις και στον βαθμό που είναι αναγκαίο για να διασφαλιστεί η ομαλή λειτουργία του μηχανισμού συνεργασίας και επίλυσης διαφορών. Η Επιτροπή πραγματοποίησε ειδική συνάντηση με την ομάδα εμπειρογνωμόνων των κρατών μελών για τον ΓΚΠΔ στις 19 Απριλίου 2023.

Η Επιτροπή πραγματοποίησε επίσης διμερείς συναντήσεις σχετικά με την πρόταση, κατόπιν αιτήματος, με ΜΚΟ, εθνικές αρχές και αντιπροσωπευτικές επαγγελματικές οργανώσεις.

Η Επιτροπή διεξήγαγε διαδικασία συγκέντρωσης αποδεικτικών στοιχείων από τις 24 Φεβρουαρίου έως τις 24 Μαρτίου 2023, στο πλαίσιο της οποίας έλαβε 73 απαντήσεις. Η Επιτροπή έλαβε σχόλια και παρατηρήσεις από ευρύ φάσμα ενδιαφερόμενων μερών, συμπεριλαμβανομένων ΜΚΟ και επαγγελματικών ενώσεων.

Η Επιτροπή έλαβε δεόντως υπόψη τα σχόλια και τις παρατηρήσεις όλων των ενδιαφερόμενων μερών κατά την κατάρτιση της πρότασης.

Συλλογή και χρήση εμπειρογνωσίας

Η πρόταση λαμβάνει υπόψη το εύρος των πληροφοριών που λήφθηκαν από ενδιαφερόμενα μέρη κατά τη διάρκεια της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, και ειδικότερα την εμπειρογνωμοσύνη του ΕΣΠΔ, της πολυμερούς ομάδας εμπειρογνωμόνων για τον ΓΚΠΔ και της ομάδας εμπειρογνωμόνων των κρατών μελών για τον ΓΚΠΔ.

Η πρόταση στηρίζεται επίσης στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΔΕΕ), και ειδικότερα τη νομολογία που αφορά τη λειτουργία του μηχανισμού συνεργασίας και συνεκτικότητας του ΓΚΠΔ και τη νομολογία που αφορά το δικαίωμα ακρόασης και το δικαίωμα χρηστής διοίκησης κατά το άρθρο 41 του Χάρτη.

Εκτίμηση επιπτώσεων

Για την πρόταση δεν πραγματοποιήθηκε εκτίμηση επιπτώσεων. Η πρόταση δεν επηρεάζει τα δικαιώματα των υποκειμένων των δεδομένων, τις υποχρεώσεις των υπευθύνων επεξεργασίας και των εκτελούντων την επεξεργασία ή τους νόμιμους λόγους επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα οι οποίοι προβλέπονται στον ΓΚΠΔ.

Η πρόταση συμπληρώνει τον ΓΚΠΔ με στοχευμένο τρόπο προσδιορίζοντας τους διαδικαστικούς κανόνες για τη διαδικασία διασυνοριακής επιβολής που καθορίζεται στο κεφάλαιο VII του ΓΚΠΔ. Με τον τρόπο αυτόν, η πρόταση κινείται εντός του διαδικαστικού πλαισίου που θεσπίστηκε με τον ΓΚΠΔ.

Επομένως, ο αντίκτυπος της πρότασης θα περιοριστεί στη βελτίωση της λειτουργίας της διαδικασίας διασυνοριακής επιβολής που προβλέπεται στον ΓΚΠΔ. Η πρόταση δεν μεταβάλλει τους ρόλους των παραγόντων στη διαδικασία αυτή —καταγγέλλοντες, επικεφαλής ΑΠΔ, ενδιαφερόμενες ΑΠΔ και ΕΣΠΔ— οι οποίοι περιγράφονται στον ΓΚΠΔ. Ως εκ τούτου, η πρόταση δεν θα έχει σημαντικές οικονομικές, περιβαλλοντικές ή κοινωνικές επιπτώσεις ούτε συνεπάγεται σημαντικές δαπάνες.

Η εναρμόνιση των διαδικαστικών αυτών πτυχών θα έχει θετικό αντίκτυπο για τις ΑΠΔ, τους καταγγέλλοντες, τα ερευνώμενα μέρη και για την εμπιστοσύνη του κοινού στον ΓΚΠΔ.

·ΑΠΔ — η πρωτοβουλία θα στηρίξει τη διαδικασία συνεργασίας και θα αποσαφηνίσει τις ρυθμίσεις και το χρονοδιάγραμμα της συνεργασίας σε διασυνοριακές υποθέσεις. Με τον τρόπο αυτόν, οι ΑΠΔ θα μπορούν να κάνουν αποδοτικότερη χρήση των πόρων τους. Επιπλέον, μέσω της παροχής εργαλείων στις ΑΠΔ για τη βελτίωση της συνεργασίας τους σε διασυνοριακές υποθέσεις, η πρωτοβουλία θα διευκολύνει την επίτευξη συναίνεσης μεταξύ ΑΠΔ, μειώνοντας τον αριθμό των διαφωνιών και προάγοντας πνεύμα συνεργασίας.

·Καταγγέλλοντες και υποκείμενα των δεδομένων — ο εξορθολογισμός της συνεργασίας των ΑΔΠ κατά την επιβολή του ΓΚΠΔ θα στηρίξει την έγκαιρη ολοκλήρωση των ερευνών. Τούτο θα συμβάλει στον αποδοτικότερο χειρισμό των παραβάσεων του ΓΚΠΔ και στην ταχεία αποκατάσταση του υποκειμένου των δεδομένων. Επιπλέον, οι καταγγέλλοντες θα έχουν την ίδια δυνατότητα συμμετοχής στη διαδικασία σε διασυνοριακές υποθέσεις ανεξαρτήτως του τόπου υποβολής της καταγγελίας ή της επικεφαλής ΑΠΔ.

·Ερευνώμενα μέρη — η βελτίωση της συνεργασίας σε διασυνοριακές υποθέσεις θα συμβάλει στη συντόμευση των ερευνών και θα διασφαλίσει την παροχή των αναγκαίων εγγυήσεων, όπως του δικαιώματος ακρόασης και πρόσβασης στον φάκελο, διασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτό την προστασία του δικαιώματος χρηστής διοίκησης (άρθρο 41 του Χάρτη) και των δικαιωμάτων άμυνας (άρθρο 48 του Χάρτη) των ερευνώμενων μερών. Η εναρμόνιση των προαναφερόμενων δικαιωμάτων θα καταστήσει επίσης πιο εύρωστη την τελική απόφαση.

·Εμπιστοσύνη του κοινού στον ΓΚΠΔ — η πρωτοβουλία θα ενισχύσει την εμπιστοσύνη του κοινού στον ΓΚΠΔ μέσω της διευκόλυνσης της ταχύτερης ολοκλήρωσης των ερευνών και της μείωσης του αριθμού των διαφωνιών μεταξύ ΑΠΔ σε διασυνοριακές υποθέσεις.

Καταλληλότητα και απλούστευση του κανονιστικού πλαισίου

Άνευ αντικείμενου

Θεμελιώδη δικαιώματα

Μέσω της διευκόλυνσης της ταχείας επίλυσης διασυνοριακών υποθέσεων, η πρόταση στηρίζει το δικαίωμα των υποκειμένων των δεδομένων στην προστασία των δεδομένων τους προσωπικού χαρακτήρα, κατά το άρθρο 8 του Χάρτη, και το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής, κατά το άρθρο 47 του Χάρτη.

Μέσω της εναρμόνισης του δικαιώματος των ερευνώμενων μερών να τύχουν ακρόασης και να έχουν πρόσβαση στον φάκελο της υπόθεσης, η πρόταση διασφαλίζει τον σεβασμό των δικαιωμάτων των μερών σε χρηστή διοίκηση, κατά το άρθρο 41 του Χάρτη, και των δικαιωμάτων άμυνας, κατά το άρθρο 48 του Χάρτη.

4.ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ

Η παρούσα πρόταση δεν έχει σημαντικές δημοσιονομικές επιπτώσεις.

5.ΛΟΙΠΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Σχέδια εφαρμογής και ρυθμίσεις παρακολούθησης, αξιολόγησης και υποβολής εκθέσεων

Η Επιτροπή θα παρακολουθεί την εφαρμογή του κανονισμού σε συνδυασμό με την τρέχουσα παρακολούθηση της εφαρμογής του ΓΚΠΔ.

Επεξηγηματικά έγγραφα (για οδηγίες)

Άνευ αντικείμενου

Αναλυτική επεξήγηση των επιμέρους διατάξεων της πρότασης

Στο κεφάλαιο Ι καθορίζεται το αντικείμενο του κανονισμού και παρατίθενται οι ορισμοί που χρησιμοποιούνται σε ολόκληρη την πράξη. Οι ορισμοί που χρησιμοποιούνται στον ΓΚΠΔ ισχύουν στην πρόταση. Η πρόταση αφορά μόνον τη διασυνοριακή επιβολή του ΓΚΠΔ.

Το κεφάλαιο II περιέχει λεπτομερείς κανόνες για την υποβολή και τον χειρισμό καταγγελιών. Επιβάλλει ένα έντυπο στο οποίο προσδιορίζονται οι πληροφορίες που απαιτούνται για διασυνοριακές καταγγελίες οι οποίες υποβάλλονται βάσει του άρθρου 77 του ΓΚΠΔ και καθορίζει τους παράγοντες που οι ΑΠΔ πρέπει να λαμβάνουν υπόψη όταν εξετάζουν την κατάλληλη έκταση διερεύνησης καταγγελίας. Η πρόβλεψη κοινού εντύπου για όλες τις διασυνοριακές καταγγελίες απλουστεύει τη διαδικασία υποβολής καταγγελίας για τα υποκείμενα των δεδομένων και αίρει τον κατακερματισμό όσον αφορά την προσέγγιση της έννοιας της καταγγελίας. Το άρθρο 3 υποχρεώνει τις ΑΠΔ να παρέχουν στον καταγγέλλοντα βεβαίωση παραλαβής της καταγγελίας. Το άρθρο 5 προβλέπει νομικό πλαίσιο για τον φιλικό διακανονισμό καταγγελιών με σκοπό τη διευκόλυνση της χρήσης του φιλικού διακανονισμού από τις ΑΠΔ και την αποσαφήνιση των νομικών συνεπειών του φιλικού διακανονισμού για τους καταγγέλλοντες και τις ΑΠΔ. Το άρθρο 6 προβλέπει λεπτομερείς κανόνες σχετικά με τη μετάφραση εγγράφων στο πλαίσιο διασυνοριακής συνεργασίας.

Το κεφάλαιο III αφορά τη συνεργασία των εποπτικών αρχών σε διασυνοριακές υποθέσεις.

Το τμήμα 1 παρέχει στις ΑΠΔ πρόσθετα εργαλεία για την επίτευξη συναίνεσης σε διασυνοριακές υποθέσεις. Προσδιορίζεται ότι οι «συναφείς πληροφορίες» που πρέπει να ανταλλάσσουν οι εποπτικές αρχές κατά τη διάρκεια της διασυνοριακής συνεργασίας θα πρέπει να περιλαμβάνουν ορισμένα έγγραφα και ότι τα εν λόγω έγγραφα θα πρέπει να κοινοποιούνται το συντομότερο δυνατό από την ΑΠΔ. Η συγκεκριμένη διάταξη διασφαλίζει ότι οι ενδιαφερόμενες ΑΠΔ θα έχουν κάθε πληροφορία η οποία είναι απαραίτητη για τη γνωστοποίηση των απόψεών τους σχετικά με την έρευνα στην επικεφαλής ΑΠΔ.

Στο άρθρο 9 προβλέπεται ότι, όταν η επικεφαλής ΑΠΔ διαμορφώσει προκαταρκτική άποψη σχετικά με την έρευνα, αποστέλλει στις ενδιαφερόμενες ΑΠΔ «σύνοψη βασικών ζητημάτων» στην οποία προσδιορίζονται τα κύρια πορίσματα όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά και οι απόψεις της επικεφαλής ΑΔΠ σχετικά με την υπόθεση. Σκοπός της σύνοψης βασικών ζητημάτων είναι να μπορέσουν οι ενδιαφερόμενες ΑΠΔ να ασκήσουν ουσιαστική επιρροή στην πορεία της έρευνας σε πρώιμο στάδιο, μέσω της γνωστοποίησης των απόψεών τους σχετικά με την εκτίμηση της επικεφαλής ΑΠΔ. Τούτο θα βοηθήσει τις ΑΠΔ να επιλύουν σε πρώιμο στάδιο διαφωνίες οι οποίες αφορούν, για παράδειγμα, τη νομική εκτίμηση ή, σε υποθέσεις που βασίζονται σε καταγγελία, το πεδίο της έρευνας, μειώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο το ενδεχόμενο προσφυγής σε επίλυση διαφορών σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας. Όταν, στο στάδιο αυτό, δεν υπάρχει συμφωνία σχετικά με το πεδίο της έρευνας σε υποθέσεις που βασίζονται σε καταγγελία ή σχετικά με την πολύπλοκη νομική ή τεχνολογική εκτίμηση της επικεφαλής ΑΠΔ, το άρθρο 10 υποχρεώνει την ΑΠΔ που διαφωνεί με την επικεφαλής ΑΠΔ να υποβάλλει αίτημα στην επικεφαλής ΑΠΔ δυνάμει του άρθρου 61 (αμοιβαία συνδρομή) ή του άρθρου 62 (κοινές επιχειρήσεις) του ΓΚΠΔ. Με τη διάταξη αυτή διασφαλίζεται ότι οι ΑΠΔ θα κάνουν χρήση όλων των εργαλείων που παρέχει ο ΓΚΠΔ για την επίλυση διαφορών σε βασικά ζητήματα κατά τη διάρκεια της διαδικασίας συνεργασίας. Όταν οι ΑΠΔ αδυνατούν να συμφωνήσουν σχετικά με το πεδίο της έρευνας σε υποθέσεις που βασίζονται σε καταγγελία, το άρθρο 10 προβλέπει ότι η επικεφαλής ΑΠΔ ζητεί την έκδοση επείγουσας δεσμευτικής απόφασης από το ΕΣΠΔ δυνάμει του άρθρου 66 παράγραφος 3 του ΓΚΠΔ. Στην περίπτωση αυτή, τεκμαίρεται ότι απαιτείται επειγόντως η λήψη μέτρων. Η διάταξη αυτή διασφαλίζει ότι η διαφωνία σχετικά με το πεδίο της έρευνας θα επιλυθεί ταχέως και με αποδοτικό τρόπο και ότι θα παρασχεθεί στην επικεφαλής ΑΠΔ η αναγκαία σαφήνεια για να προχωρήσει στην έρευνα.

Το τμήμα 2 του κεφαλαίου III περιέχει λεπτομερείς κανόνες σχετικά με την πλήρη ή μερική απόρριψη καταγγελιών. Οι διατάξεις αυτές διασφαλίζουν ότι η ΑΠΔ στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία διαθέτει τις απαιτούμενες πληροφορίες για να εκδώσει την απόφαση απόρριψης της καταγγελίας και ότι απόφαση απόρριψης της καταγγελίας εκδίδεται, σε κάθε περίπτωση, όταν δεν δίνεται συνέχεια στην καταγγελία ή όταν η καταγγελία αποσύρεται. Παρέχεται στον καταγγέλλοντα η δυνατότητα να διατυπώσει τις απόψεις του πριν από την πλήρη ή μερική απόρριψη της καταγγελίας.

Το τμήμα 3 του κεφαλαίου III εναρμονίζει το δικαίωμα ακρόασης των ερευνώμενων μερών. Προβλέπει ότι η επικεφαλής ΑΠΔ υποβάλλει τα προκαταρκτικά πορίσματά της στα ερευνώμενα μέρη, στα οποία περιγράφονται οι προβληθείσες ενστάσεις, τα σχετικά πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά στοιχεία, η νομική ανάλυση και, κατά περίπτωση, προτεινόμενα διορθωτικά μέτρα. Τα προκαταρκτικά πορίσματα θα παρέχουν στα ερευνώμενα μέρη τη δυνατότητα να κατανοήσουν πλήρως τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς και να αντικρούσουν τους εν λόγω ισχυρισμούς, διασφαλίζοντας τον σεβασμό των δικαιωμάτων τους άμυνας. Το άρθρο 15 προβλέπει ότι θα παρέχεται στους καταγγέλλοντες η δυνατότητα να υποβάλλουν γραπτές παρατηρήσεις επί των προκαταρκτικών πορισμάτων. Το άρθρο 17 προβλέπει ότι τα ερευνώμενα μέρη έχουν τη δυνατότητα να διατυπώσουν τις απόψεις τους όταν η επικεφαλής ΑΠΔ προτίθεται να υποβάλει αναθεωρημένο σχέδιο απόφασης σε συνέχεια σχετικών και αιτιολογημένων ενστάσεων που πρόβαλαν οι ενδιαφερόμενες ΑΠΔ.

Στο τμήμα 4 του κεφαλαίου III περιγράφονται λεπτομερείς απαιτήσεις όσον αφορά τη μορφή και τη διάρθρωση των σχετικών και αιτιολογημένων ενστάσεων που προβάλλουν οι ενδιαφερόμενες ΑΠΔ, διευκολύνοντας με τον τρόπο αυτόν την αποτελεσματική συμμετοχή όλων των ΑΠΔ και την ταχεία επίλυση της υπόθεσης.

Στο κεφάλαιο IV καθορίζονται λεπτομερείς κανόνες σχετικά με την πρόσβαση στον φάκελο της υπόθεσης και τη μεταχείριση εμπιστευτικών πληροφοριών. Με τις σχετικές διατάξεις αποσαφηνίζονται τα έγγραφα που θα πρέπει να περιλαμβάνονται στον διοικητικό φάκελο σε διασυνοριακές υποθέσεις και ο χρόνος κατά τον οποίο παρέχεται πρόσβαση στον φάκελο στα ερευνώμενα μέρη.

Στο κεφάλαιο V προσδιορίζονται διαδικαστικοί κανόνες για τη διαδικασία επίλυσης διαφορών που περιγράφεται στο άρθρο 65 του ΓΚΠΔ. Στο άρθρο 22 προσδιορίζονται οι πληροφορίες τις οποίες η επικεφαλής ΑΠΔ πρέπει να παρέχει στο ΕΣΠΔ κατά την υποβολή υπόθεσης στη διαδικασία επίλυσης διαφορών. Προσδιορίζονται προθεσμίες και ρυθμίσεις για τη διαπίστωση από το ΕΣΠΔ του παραδεκτού σχετικών και αιτιολογημένων ενστάσεων. Το άρθρο 24 προβλέπει την ακρόαση των ερευνώμενων μερών ή, σε περίπτωση απόρριψης καταγγελίας, του καταγγέλλοντος, πριν από την έκδοση της δεσμευτικής απόφασης του Συμβουλίου δυνάμει του άρθρου 65 παράγραφος 1 στοιχείο α) του ΓΚΠΔ. Μέσω της αποσαφήνισης του ρόλου όλων των παραγόντων και του καθορισμού προθεσμιών για ορισμένα διαδικαστικά στάδια, οι σχετικές διατάξεις θα διευκολύνουν την ταχεία και αποδοτική ολοκλήρωση της διαδικασίας επίλυσης διαφορών.

Τα άρθρα 25 και 26 περιέχουν λεπτομερείς ρυθμίσεις για την υποβολή ζητημάτων στη διαδικασία επίλυσης διαφορών δυνάμει του άρθρου 65 παράγραφος 1 στοιχεία β) και γ) του ΓΚΠΔ.

Στο κεφάλαιο VI καθορίζονται λεπτομερείς διαδικαστικοί κανόνες για την επείγουσα διαδικασία του άρθρου 66 του ΓΚΠΔ.

Το κεφάλαιο VII περιέχει τις τελικές διατάξεις του κανονισμού, οι οποίες αφορούν προθεσμίες, μεταβατικές διατάξεις και την έναρξη ισχύος του κανονισμού.

2023/0202 (COD)

Πρόταση

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ


για τη θέσπιση πρόσθετων διαδικαστικών κανόνων σχετικά με την επιβολή του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 16,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής 14 ,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών 15 ,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)Ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 16 θεσπίζει ένα αποκεντρωμένο σύστημα επιβολής με στόχο τη διασφάλιση της συνεπούς ερμηνείας και εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 σε διασυνοριακές υποθέσεις. Σε υποθέσεις που αφορούν διασυνοριακή επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, το εν λόγω σύστημα επιτάσσει τη συνεργασία των εποπτικών αρχών με σκοπό την επίτευξη συναίνεσης και, όταν οι εποπτικές αρχές αδυνατούν να επιτύχουν συναίνεση, προβλέπει την επίλυση των διαφορών από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων (στο εξής: ΕΣΠΔ).

(2)Για την ομαλή και αποτελεσματική λειτουργία του μηχανισμού συνεργασίας και επίλυσης διαφορών που προβλέπεται στα άρθρα 60 και 65 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, πρέπει να θεσπιστούν κανόνες σχετικά με τη διεξαγωγή της διαδικασίας από τις εποπτικές αρχές σε διασυνοριακές υποθέσεις, και από το ΕΣΠΔ κατά τη διάρκεια της επίλυσης διαφορών, συμπεριλαμβανομένου του χειρισμού διασυνοριακών καταγγελιών. Για τον ίδιο λόγο πρέπει επίσης να θεσπιστούν κανόνες σχετικά με την άσκηση του δικαιώματος ακρόασης από τα ερευνώμενα μέρη πριν από την έκδοση αποφάσεων από τις εποπτικές αρχές και, κατά περίπτωση, από το ΕΣΠΔ.

(3)Οι καταγγελίες αποτελούν ουσιώδη πηγή πληροφοριών για τον εντοπισμό παραβάσεων των κανόνων προστασίας των δεδομένων. Ο καθορισμός σαφών και αποτελεσματικών διαδικασιών για τον χειρισμό καταγγελιών σε διασυνοριακές υποθέσεις είναι αναγκαίος καθώς η καταγγελία μπορεί να εξεταστεί από εποπτική αρχή διαφορετική από εκείνη στην οποία υποβλήθηκε.

(4)Προκειμένου να είναι παραδεκτή, η καταγγελία θα πρέπει να περιέχει ορισμένες προσδιοριζόμενες πληροφορίες. Επομένως, προκειμένου να βοηθηθούν οι καταγγέλλοντες στην υποβολή των αναγκαίων πραγματικών περιστατικών στις εποπτικές αρχές, θα πρέπει να προβλεφθεί ένα έντυπο καταγγελίας. Οι πληροφορίες που προσδιορίζονται στο έντυπο θα πρέπει να απαιτούνται μόνον σε περιπτώσεις διασυνοριακής επεξεργασίας κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, μολονότι οι εποπτικές αρχές μπορούν να χρησιμοποιούν το έντυπο σε υποθέσεις που δεν αφορούν διασυνοριακή επεξεργασία. Το έντυπο μπορεί να υποβάλλεται ηλεκτρονικά ή ταχυδρομικώς. Η υποβολή των πληροφοριών που παρατίθενται στο εν λόγω έντυπο θα πρέπει να αποτελεί προϋπόθεση προκειμένου καταγγελία που αφορά διασυνοριακή επεξεργασία να αντιμετωπιστεί ως καταγγελία κατά την έννοια του άρθρου 77 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679. Δεν θα πρέπει να απαιτούνται πρόσθετες πληροφορίες προκειμένου η καταγγελία να θεωρηθεί παραδεκτή. Οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να μπορούν να διευκολύνουν την υποβολή καταγγελιών με εύχρηστο ηλεκτρονικό μορφότυπο, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες ατόμων με αναπηρία, εφόσον οι πληροφορίες που απαιτούνται από τον καταγγέλλοντα αντιστοιχούν στις πληροφορίες που απαιτούνται βάσει του εντύπου και δεν απαιτούνται πρόσθετες πληροφορίες προκειμένου η καταγγελία να κριθεί παραδεκτή.

(5)Οι εποπτικές αρχές υποχρεούνται να αποφαίνονται επί των καταγγελιών εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Το τι συνιστά εύλογο χρονικό διάστημα εξαρτάται από τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης και, ειδικότερα, το πλαίσιο, τα διάφορα διαδικαστικά στάδια που εφαρμόζει η επικεφαλής εποπτική αρχή, τη συμπεριφορά των μερών κατά τη διαδικασία και την πολυπλοκότητα της υπόθεσης.

(6)Κάθε καταγγελία την οποία χειρίζεται εποπτική αρχή δυνάμει του άρθρου 57 παράγραφος 1 στοιχείο στ) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 πρέπει να διερευνάται με τη δέουσα επιμέλεια στην έκταση που απαιτείται έχοντας υπόψη ότι η καθημερινή χρήση των εξουσιών της από την εποπτική αρχή πρέπει να είναι κατάλληλη, αναγκαία και αναλογική προκειμένου να διασφαλίζεται συμμόρφωση με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679. Απόκειται στη διακριτική ευχέρεια κάθε αρμόδιας αρχής να αποφασίσει την έκταση στην οποία θα πρέπει να διευρυνθεί μια καταγγελία. Όταν αξιολογούν την κατάλληλη έκταση μιας έρευνας, στόχος των εποπτικών αρχών θα πρέπει να είναι η επίλυση της υπόθεσης με ικανοποιητικό τρόπο για τον καταγγέλλοντα, κάτι το οποίο ενδέχεται να μην απαιτεί κατ’ ανάγκη διεξοδική διερεύνηση όλων των ενδεχόμενων νομικών και πραγματικών στοιχείων που ανακύπτουν από την καταγγελία, πλην όμως εξασφαλίζει αποτελεσματική και ταχεία αποκατάσταση για τον καταγγέλλοντα. Η αξιολόγηση της έκτασης των απαιτούμενων ερευνητικών μέτρων μπορεί να λαμβάνει υπόψη τη σοβαρότητα της εικαζόμενης παράβασης, τον συστημικό ή επαναλαμβανόμενο χαρακτήρα της ή το γεγονός, ενδεχομένως, ότι ο καταγγέλλων άσκησε επίσης τα δικαιώματά του δυνάμει του άρθρου 79 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679. 

(7)Η επικεφαλής εποπτική αρχή θα πρέπει να παρέχει στην εποπτική αρχή στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με την πρόοδο της έρευνας προκειμένου να παρέχονται ενημερώσεις στον καταγγέλλοντα.

(8)Η αρμόδια εποπτική αρχή θα πρέπει να παρέχει στον καταγγέλλοντα πρόσβαση στα έγγραφα βάσει των οποίων η εποπτική αρχή κατέληξε σε προκαταρκτικό συμπέρασμα περί πλήρους ή μερικής απόρριψης της καταγγελίας.

(9)Προκειμένου οι εποπτικές αρχές να τερματίζουν ταχέως τις παραβάσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 και να παρέχουν ταχέως λύση στους καταγγέλλοντες, οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να επιδιώκουν, όπου ενδείκνυται, την επίλυση καταγγελιών μέσω φιλικού διακανονισμού. Το γεγονός ότι μεμονωμένη καταγγελία επιλύθηκε μέσω φιλικού διακανονισμού δεν εμποδίζει την αρμόδια εποπτική αρχή να κινήσει αυτεπαγγέλτως διαδικασία, για παράδειγμα σε περίπτωση συστημικών ή επαναλαμβανόμενων παραβάσεων του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.  

(10)Προκειμένου να διασφαλίζεται η αποτελεσματική λειτουργία των μηχανισμών συνεργασίας και συνεκτικότητας του κεφαλαίου VII του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, είναι σημαντικό οι διασυνοριακές υποθέσεις να επιλύονται εγκαίρως και σε πνεύμα καλόπιστης και αποτελεσματικής συνεργασίας στο οποίο στηρίζεται το άρθρο 60 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679. Η επικεφαλής εποπτική αρχή θα πρέπει να ασκεί την αρμοδιότητά της σε πλαίσιο στενής συνεργασίας με τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές. Ομοίως, οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές θα πρέπει να συμμετέχουν ενεργά στην έρευνα σε πρώιμο στάδιο με σκοπό την επίτευξη συναίνεσης, κάνοντας πλήρη χρήση των εργαλείων που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679.

(11)Είναι ιδιαίτερα σημαντικό οι εποπτικές αρχές να επιτυγχάνουν συναίνεση σχετικά με βασικές πτυχές της έρευνας όσο το δυνατόν νωρίτερα και πριν από την κοινοποίηση των ισχυρισμών στα ερευνώμενα μέρη και την έκδοση του σχεδίου απόφασης που αναφέρεται στο άρθρο 60 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, ώστε να μειώνεται ο αριθμός των υποθέσεων που υποβάλλονται στον μηχανισμό επίλυσης διαφορών του άρθρου 65 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 και να διασφαλίζεται τελικώς η ταχεία επίλυση των διασυνοριακών υποθέσεων.

(12)Η συνεργασία των εποπτικών αρχών θα πρέπει να βασίζεται σε ανοικτό διάλογο ο οποίος παρέχει στις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές τη δυνατότητα να ασκήσουν ουσιαστική επιρροή στην πορεία της έρευνας μέσω ανταλλαγής των εμπειριών και των απόψεών τους με την επικεφαλής εποπτική αρχή, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τη διακριτική ευχέρεια που διαθέτει κάθε εποπτική αρχή, μεταξύ άλλων κατά την αξιολόγηση της κατάλληλης έκτασης διερεύνησης μιας υπόθεσης, και τις διαφορετικές παραδόσεις των κρατών μελών. Για τον σκοπό αυτόν, η επικεφαλής εποπτική αρχή θα πρέπει να παρέχει στις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές σύνοψη βασικών ζητημάτων στην οποία παρουσιάζεται η προκαταρκτική άποψή της σχετικά με τα κύρια ζητήματα της έρευνας. Η σύνοψη βασικών ζητημάτων θα πρέπει να παρέχεται μεν σε αρκετά πρώιμο στάδιο, ώστε να καθίσταται δυνατή η αποτελεσματική συμμετοχή των ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών, αλλά συγχρόνως σε στάδιο κατά το οποίο οι απόψεις της επικεφαλής εποπτικής αρχής είναι επαρκώς κατασταλαγμένες. Οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να υποβάλλουν παρατηρήσεις σχετικά με ευρύ φάσμα ζητημάτων, όπως το πεδίο της έρευνας και ο προσδιορισμός πολύπλοκων πραγματικών και νομικών εκτιμήσεων. Δεδομένου ότι το πεδίο της έρευνας καθορίζει τα ζητήματα τα οποία πρέπει να διερευνηθούν από την επικεφαλής εποπτική αρχή, οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να επιδιώκουν την επίτευξη συναίνεσης σχετικά με το πεδίο της έρευνας όσο το δυνατόν νωρίτερα.

(13)Προς όφελος της αποτελεσματικής και χωρίς αποκλεισμούς συνεργασίας όλων των ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών και της επικεφαλής εποπτικής αρχής, οι παρατηρήσεις των ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών θα πρέπει να είναι περιεκτικές και διατυπωμένες με επαρκή σαφήνεια και ακρίβεια ώστε να είναι ευχερώς κατανοητές από όλες τις εποπτικές αρχές. Τα νομικά επιχειρήματα θα πρέπει να ομαδοποιούνται διά παραπομπής στο τμήμα της σύνοψης βασικών ζητημάτων το οποίο αφορούν. Οι παρατηρήσεις των ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών μπορούν να συμπληρώνονται με πρόσθετα έγγραφα. Ωστόσο, η απλή παραπομπή, στις παρατηρήσεις ενδιαφερόμενης εποπτικής αρχής, σε συμπληρωματικά έγγραφα δεν μπορεί να αντισταθμίσει την έλλειψη ουσιωδών νομικών ή πραγματικών επιχειρημάτων που θα πρέπει να περιλαμβάνονται στις παρατηρήσεις. Τα βασικά νομικά και πραγματικά στοιχεία των οποίων γίνεται επίκληση στα εν λόγω έγγραφα θα πρέπει να αναφέρονται, τουλάχιστον σε συνοπτική μορφή, με συνεκτικό και κατανοητό τρόπο στις ίδιες τις παρατηρήσεις.

(14)Υποθέσεις στις οποίες δεν τίθενται αμφιλεγόμενα ζητήματα δεν απαιτούν εκτενείς συζητήσεις μεταξύ εποπτικών αρχών προκειμένου να επιτευχθεί συναίνεση και θα μπορούσαν, επομένως, να διεκπεραιωθούν με μεγαλύτερη ταχύτητα. Όταν καμία από τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές δεν υποβάλλει παρατηρήσεις σχετικά με τη σύνοψη βασικών ζητημάτων, η επικεφαλής εποπτική αρχή θα πρέπει να κοινοποιεί εντός εννέα μηνών τα προκαταρκτικά πορίσματα που προβλέπονται στο άρθρο 14.

(15)Οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να αξιοποιούν κάθε αναγκαίο μέσο για την επίτευξη συναίνεσης σε πνεύμα καλόπιστης και αποτελεσματικής συνεργασίας. Επομένως, σε περίπτωση διάστασης απόψεων μεταξύ των ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών και της επικεφαλής εποπτικής αρχής σχετικά με το πεδίο έρευνας που βασίζεται σε καταγγελία, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 η παράβαση των οποίων θα διερευνηθεί, ή εάν οι παρατηρήσεις των ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών αφορούν σημαντική αλλαγή στην πολύπλοκη νομική ή τεχνολογική εκτίμηση, η ενδιαφερόμενη εποπτική αρχή θα πρέπει να χρησιμοποιεί τα εργαλεία που προβλέπονται στα άρθρα 61 και 62 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.

(16)Εάν η χρήση των εν λόγω εργαλείων δεν παρέχει στις εποπτικές αρχές τη δυνατότητα επίτευξης συναίνεσης σχετικά με το πεδίο έρευνας που βασίζεται σε καταγγελία, η επικεφαλής εποπτική αρχή θα πρέπει να ζητεί την έκδοση επείγουσας δεσμευτικής απόφασης από το ΕΣΠΔ δυνάμει του άρθρου 66 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679. Για τον σκοπό αυτόν, η απαίτηση επείγοντος χαρακτήρα θα πρέπει να τεκμαίρεται. Η επικεφαλής εποπτική αρχή θα πρέπει να αντλεί κατάλληλα συμπεράσματα από την επείγουσα δεσμευτική απόφαση του ΕΣΠΔ για τους σκοπούς των προκαταρκτικών πορισμάτων. Η επείγουσα δεσμευτική απόφαση του ΕΣΠΔ δεν μπορεί να προδικάζει την έκβαση της έρευνας της επικεφαλής εποπτικής αρχής ή να εμποδίζει την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων ακρόασης των ερευνώμενων μερών. Ειδικότερα, το ΕΣΠΔ δεν θα πρέπει να επεκτείνει, με δική του πρωτοβουλία, το πεδίο της έρευνας.

(17)Προκειμένου να παρέχεται στον καταγγέλλοντα η δυνατότητα άσκησης του δικαιώματός του πραγματικής δικαστικής προσφυγής δυνάμει του άρθρου 78 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, η εποπτική αρχή που απορρίπτει στο σύνολό της ή εν μέρει μια καταγγελία θα πρέπει να εκδίδει προς τούτο απόφαση η οποία μπορεί να προσβληθεί ενώπιον εθνικού δικαστηρίου.

(18)Οι καταγγέλλοντες θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εκφράσουν την άποψή τους πριν από την έκδοση απόφασης που τους θίγει. Ως εκ τούτου, σε περίπτωση πλήρους ή μερικής απόρριψης καταγγελίας σε διασυνοριακή υπόθεση, ο καταγγέλλων θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να γνωστοποιήσει τις απόψεις του πριν από την υποβολή σχεδίου απόφασης δυνάμει του άρθρου 60 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 ή αναθεωρημένου σχεδίου απόφασης δυνάμει του άρθρου 60 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 ή πριν από την έκδοση δεσμευτικής απόφασης του ΕΣΠΔ δυνάμει του άρθρου 65 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679. Ο καταγγέλλων μπορεί να ζητήσει πρόσβαση στο μη εμπιστευτικό κείμενο των εγγράφων στα οποία βασίζεται η απόφαση πλήρους ή μερικής απόρριψης της καταγγελίας.

(19)Πρέπει να αποσαφηνιστεί η κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ της επικεφαλής εποπτικής αρχής και της εποπτικής αρχής στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία σε περίπτωση απόρριψης καταγγελίας σε διασυνοριακή υπόθεση. Καθώς αποτελεί το σημείο επαφής του καταγγέλλοντος κατά τη διάρκεια της έρευνας, η εποπτική αρχή στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία θα πρέπει να ζητεί την άποψη του καταγγέλλοντος σχετικά με την προτεινόμενη απόρριψη της καταγγελίας και θα πρέπει να είναι υπεύθυνη για κάθε επικοινωνία με τον καταγγέλλοντα. Κάθε τέτοια επικοινωνία θα πρέπει να κοινοποιείται στην επικεφαλής εποπτική αρχή. Δεδομένου ότι, δυνάμει του άρθρου 60 παράγραφοι 8 και 9 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, η εποπτική αρχή στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία είναι υπεύθυνη για την έκδοση της τελικής απόφασης απόρριψης της καταγγελίας, η εν λόγω εποπτική αρχή θα πρέπει να είναι επίσης υπεύθυνη για την κατάρτιση του σχεδίου απόφασης δυνάμει του άρθρου 60 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.

(20)Η αποτελεσματική επιβολή των ενωσιακών κανόνων προστασίας των δεδομένων θα πρέπει να είναι συμβατή με τον πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας των μερών, στοιχείο που συνιστά θεμελιώδη αρχή του ενωσιακού δικαίου και πρέπει να τηρείται σε κάθε περίπτωση, ιδίως σε διαδικασίες οι οποίες μπορεί να καταλήξουν στην επιβολή κυρώσεων.

(21)Για την αποτελεσματική προστασία του δικαιώματος χρηστής διοίκησης και των δικαιωμάτων άμυνας, τα οποία κατοχυρώνονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος κάθε προσώπου να τύχει ακρόασης πριν από τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου που θα το θίγει, είναι σημαντικό να προβλεφθούν σαφείς κανόνες για την άσκηση του συγκεκριμένου δικαιώματος.

(22)Οι κανόνες σχετικά με τη διοικητική διαδικασία που εφαρμόζουν οι εποπτικές αρχές όταν επιβάλλουν τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι τα ερευνώμενα μέρη έχουν πραγματικά τη δυνατότητα να γνωστοποιήσουν την άποψή τους σχετικά με την αλήθεια και τη σημασία των πραγματικών περιστατικών, των ενστάσεων και των περιστάσεων που η εποπτική αρχή πρόβαλε καθ’ όλη τη διαδικασία, ώστε να μπορούν με τον τρόπο αυτόν να ασκήσουν τα δικαιώματά τους άμυνας. Στα προκαταρκτικά πορίσματα περιγράφεται η προκαταρκτική θέση σχετικά με την εικαζόμενη παράβαση του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 μετά την έρευνα. Επομένως, τα προκαταρκτικά πορίσματα συνιστούν ουσιώδη διαδικαστική εγγύηση η οποία διασφαλίζει τον σεβασμό του δικαιώματος ακρόασης. Τα ερευνώμενα μέρη θα πρέπει να λαμβάνουν τα απαιτούμενα έγγραφα για την αποτελεσματική άμυνά τους και την υποβολή παρατηρήσεων σχετικά με τους ισχυρισμούς που προβάλλονται εναντίον τους, μέσω της παροχής πρόσβασης στον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης.

(23)Τα προκαταρκτικά πορίσματα καθορίζουν το πεδίο της έρευνας και, επομένως, την εμβέλεια κάθε μελλοντικής τελικής απόφασης [ενδεχομένως, ληφθείσας βάσει δεσμευτικής απόφασης που εκδίδεται από το ΕΣΠΔ δυνάμει του άρθρου 65 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679], αποδέκτης της οποίας μπορεί να είναι υπεύθυνοι επεξεργασίας ή εκτελούντες την επεξεργασία. Τα προκαταρκτικά πορίσματα θα πρέπει να διατυπώνονται κατά τρόπο ο οποίος, ακόμη και αν είναι λιτός, είναι επαρκώς σαφής ώστε τα ερευνώμενα να μπορούν να προσδιορίσουν δεόντως τη φύση της εικαζόμενης παράβασης του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679. Η υποχρέωση παροχής στα ερευνώμενα μέρη κάθε αναγκαίας πληροφορίας ώστε να μπορούν να υπερασπιστούν δεόντως τον εαυτό τους εκπληρώνεται εάν στην τελική απόφαση δεν αναφέρεται ότι τα ερευνώμενα μέρη διέπραξαν παραβάσεις διαφορετικές από τις αναφερόμενες στα προκαταρκτικά πορίσματα, λαμβάνονται δε υπόψη μόνον πραγματικά περιστατικά σε σχέση με τα οποία τα ερευνώμενα μέρη είχαν τη δυνατότητα να γνωστοποιήσουν την άποψή τους. Ωστόσο, δεν απαιτείται η τελική απόφαση της επικεφαλής εποπτικής αρχής να αναπαράγει οπωσδήποτε τα προκαταρκτικά πορίσματα. Η επικεφαλής εποπτική αρχή θα πρέπει να μπορεί να λάβει υπόψη στην τελική απόφαση τις παρατηρήσεις των ερευνώμενων μερών σχετικά με τα προκαταρκτικά πορίσματα και, κατά περίπτωση, το αναθεωρημένο σχέδιο απόφασης δυνάμει του άρθρου 60 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 και την απόφαση δυνάμει του άρθρου 65 παράγραφος 1 στοιχείο α) με την οποία επιλύεται η διαφορά μεταξύ των εποπτικών αρχών. Η επικεφαλής εποπτική αρχή θα πρέπει να μπορεί να διενεργεί τη δική της εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των νομικών χαρακτηρισμών που προβάλλουν τα ερευνώμενα μέρη προκειμένου είτε να μην λάβει υπόψη τις ενστάσεις, όταν η εποπτική αρχή κρίνει ότι είναι αβάσιμες, είτε να συμπληρώσει και να αναδιατυπώσει τα επιχειρήματά της, τόσο πραγματικά και νομικά, προς στήριξη των ενστάσεων τις οποίες λαμβάνει υπόψη. Για παράδειγμα, η συνεκτίμηση επιχειρήματος το οποίο πρόβαλε ερευνώμενο μέρος κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, χωρίς να παρασχεθεί σε αυτό η δυνατότητα να διατυπώσει τη γνώμη του συναφώς πριν από την έκδοση της τελικής απόφασης, δεν μπορεί να συνιστά καθεαυτήν προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας.

(24)Τα ερευνώμενα μέρη θα πρέπει να έχουν δικαίωμα ακρόασης πριν από την υποβολή αναθεωρημένου σχεδίου απόφασης δυνάμει του άρθρου 60 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 ή την έκδοση δεσμευτικής απόφασης από το ΕΣΠΔ δυνάμει του άρθρου 65 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.  

(25)Οι καταγγέλλοντες θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να συμμετάσχουν στη διαδικασία που κινεί εποπτική αρχή με σκοπό τον προσδιορισμό ή την αποσαφήνιση ζητημάτων σχετικών με δυνητική παράβαση του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679. Το γεγονός ότι εποπτική αρχή έχει ήδη ξεκινήσει έρευνα σχετικά με το αντικείμενο της καταγγελίας ή θα χειριστεί την καταγγελία στο πλαίσιο έρευνας κινηθείσας αυτεπαγγέλτως κατόπιν παραλαβής της καταγγελίας δεν αποκλείει τον χαρακτηρισμό του υποκειμένου των δεδομένων ως καταγγέλλοντος. Ωστόσο, η έρευνα, από εποπτική αρχή, ενδεχόμενης παράβασης του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 από υπεύθυνο επεξεργασίας ή εκτελούντα την επεξεργασία δεν συνιστά διαδικασία εκατέρωθεν ακρόασης μεταξύ του καταγγέλλοντος και των ερευνώμενων μερών. Πρόκειται για διαδικασία κινηθείσα από εποπτική αρχή, ιδία πρωτοβουλία ή βάσει καταγγελίας, κατά την άσκηση των καθηκόντων της βάσει του άρθρου 57 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679. Επομένως, τα ερευνώμενα μέρη και ο καταγγέλλων δεν βρίσκονται στην ίδια διαδικαστική θέση και ο δεύτερος δεν μπορεί να επικαλεστεί το δικαίωμα ακρόασης όταν η απόφαση δεν θίγει τη νομική θέση του. Η συμμετοχή του καταγγέλλοντος στη διαδικασία κατά των ερευνώμενων μερών δεν μπορεί να θίγει το δικαίωμα των εν λόγω μερών να τύχουν ακρόασης.

(26)Θα πρέπει να παρέχεται στους καταγγέλλοντες η δυνατότητα να υποβάλλουν γραπτώς τις απόψεις τους επί των προκαταρκτικών πορισμάτων. Ωστόσο, οι καταγγέλλοντες δεν θα πρέπει να έχουν πρόσβαση σε επιχειρηματικά απόρρητα ή άλλες πληροφορίες εμπιστευτικού χαρακτήρα που ανήκουν σε άλλους συμμετέχοντες στη διαδικασία. Οι καταγγέλλοντες δεν θα πρέπει να έχουν δικαίωμα γενικευμένης πρόσβασης στον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης.

(27)Όταν οι εποπτικές αρχές τάσσουν προθεσμίες σε ερευνώμενα μέρη και σε καταγγέλλοντες προκειμένου να υποβάλουν τις απόψεις τους σχετικά με προκαταρκτικά πορίσματα, οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την πολυπλοκότητα των ζητημάτων που τίθενται στα προκαταρκτικά πορίσματα, ώστε να διασφαλίζεται ότι τα ερευνώμενα μέρη και οι καταγγέλλοντες έχουν σε επαρκή βαθμό τη δυνατότητα να εκθέσουν με ουσιαστικό τρόπο τις απόψεις τους σχετικά με τα εν λόγω ζητήματα.

(28)Η ανταλλαγή απόψεων πριν από την έκδοση σχεδίου απόφασης περιλαμβάνει ανοικτό διάλογο και εκτενή ανταλλαγή απόψεων κατά την οποία οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να καταβάλλουν κάθε προσπάθεια επίτευξης συναίνεσης σχετικά με την περαιτέρω πορεία της έρευνας. Αντιστρόφως, η διαφωνία που διατυπώνεται σε σχετικές και αιτιολογημένες ενστάσεις δυνάμει του άρθρου 60 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, η οποία καθιστά ενδεχόμενη την ανάγκη επίλυσης διαφορών μεταξύ εποπτικών αρχών βάσει του άρθρου 65 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 και καθυστερεί την έκδοση τελικής απόφασης από την αρμόδια εποπτική αρχή, θα πρέπει να ανακύπτει στην εξαιρετική περίπτωση στην οποία οι εποπτικές αρχές αδυνατούν να επιτύχουν συναίνεση και στην οποία είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί συνεπής ερμηνεία του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679. Τέτοιες ενστάσεις θα πρέπει να προβάλλονται με φειδώ, όταν τίθεται ζήτημα συνεπούς επιβολής του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, δεδομένου ότι κάθε προβαλλόμενη σχετική και αιτιολογημένη ένσταση αναβάλλει την αποκατάσταση για το υποκείμενο των δεδομένων. Δεδομένου ότι το πεδίο της έρευνας και τα σχετικά πραγματικά περιστατικά θα πρέπει να καθορίζονται πριν από την κοινοποίηση των προκαταρκτικών πορισμάτων, οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές δεν θα πρέπει να θέτουν τέτοια ζητήματα σε σχετικές και αιτιολογικές ενστάσεις. Οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές μπορούν, ωστόσο, να θέτουν τα εν λόγω ζητήματα με τις παρατηρήσεις τους σχετικά με τη σύνοψη βασικών ζητημάτων δυνάμει του άρθρου 9 παράγραφος 3, πριν από την κοινοποίηση των προκαταρκτικών πορισμάτων στα ερευνώμενα μέρη.

(29)Χάριν της αποτελεσματικής και χωρίς αποκλεισμούς ολοκλήρωσης της διαδικασίας επίλυσης διαφορών, στην οποία όλες οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να διατυπώσουν τις απόψεις τους, και λαμβανομένων υπόψη των χρονικών περιορισμών στους οποίους υπόκειται η επίλυση διαφορών, η μορφή και η διάρθρωση των σχετικών και αιτιολογημένων ενστάσεων θα πρέπει να πληρούν ορισμένες απαιτήσεις. Συνεπώς, οι σχετικές και αιτιολογημένες ενστάσεις θα πρέπει να πρέπει να περιορίζονται ως προς την έκτασή τους, θα πρέπει να προσδιορίζουν με σαφήνεια τη διαφωνία με το σχέδιο απόφασης και θα πρέπει να διατυπώνονται με επαρκώς σαφή, συνεκτικό και ακριβή τρόπο.

(30)Η πρόσβαση στον διοικητικό φάκελο προβλέπεται στο πλαίσιο των δικαιωμάτων άμυνας και του δικαιώματος χρηστής διοίκησης που κατοχυρώνονται στον Χάρτη. Κατά την κοινοποίηση των προκαταρκτικών πορισμάτων, θα πρέπει να παρέχεται στα ερευνώμενα μέρη πρόσβαση στον διοικητικό φάκελο και θα πρέπει να τάσσεται προθεσμία για την υποβολή των γραπτών παρατηρήσεών τους σχετικά με τα προκαταρκτικά πορίσματα.

(31)Κατά την παροχή πρόσβασης στον διοικητικό φάκελο, οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να διασφαλίζουν την προστασία των επιχειρηματικών απορρήτων και άλλων πληροφοριών εμπιστευτικού χαρακτήρα. Η κατηγορία των άλλων πληροφοριών εμπιστευτικού χαρακτήρα περιλαμβάνει τις πληροφορίες που δεν συνιστούν επιχειρηματικά απόρρητα και μπορούν να θεωρούνται ως εμπιστευτικές καθόσον η δημοσιοποίησή τους θα έβλαπτε σημαντικά έναν υπεύθυνο επεξεργασίας, έναν εκτελούντα την επεξεργασία ή ένα φυσικό πρόσωπο. Οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να μπορούν να ζητούν από τα ερευνώμενα μέρη που υποβάλλουν ή υπέβαλαν έγγραφα ή δηλώσεις να προσδιορίζουν τις πληροφορίες εμπιστευτικού χαρακτήρα.

(32)Οσάκις επιχειρηματικά απόρρητα ή άλλες πληροφορίες εμπιστευτικού χαρακτήρα είναι απαραίτητες για να αποδειχθεί μια παράβαση, οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να αξιολογούν, για κάθε επιμέρους στοιχείο, αν η ανάγκη δημοσιοποίησής του είναι μεγαλύτερη από τη βλάβη που είναι πιθανόν να προκληθεί από τη εν λόγω δημοσιοποίηση.

(33)Όταν ένα ζήτημα παραπέμπεται σε επίλυση διαφορών δυνάμει του άρθρου 65 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, η επικεφαλής εποπτική αρχή θα πρέπει να παρέχει στο ΕΣΠΔ κάθε αναγκαία πληροφορία ώστε να είναι σε θέση να αξιολογεί το παραδεκτό των σχετικών και αιτιολογημένων ενστάσεων και να λαμβάνει απόφαση δυνάμει του άρθρου 65 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679. Μόλις το ΕΣΠΔ παραλάβει όλα τα αναγκαία στοιχεία που απαριθμούνται στο άρθρο 23, ο/η πρόεδρος του ΕΣΠΔ θα πρέπει να καταχωρίζει την παραπομπή του ζητήματος κατά την έννοια του άρθρου 65 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.

(34)Η δεσμευτική απόφαση του ΕΣΠΔ δυνάμει του άρθρου 65 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 θα πρέπει να αφορά αποκλειστικά και μόνον ζητήματα τα οποία προκάλεσαν την ενεργοποίηση της διαδικασίας επίλυσης διαφορών και να συντάσσεται με τρόπο που να παρέχει στην επικεφαλής εποπτική αρχή τη δυνατότητα να εκδώσει την τελική απόφασή της βάσει της απόφασης του ΕΣΠΔ, διατηρώντας παράλληλα τη διακριτική ευχέρειά της.

(35)Προκειμένου να εξορθολογιστεί η επίλυση διαφορών μεταξύ εποπτικών αρχών οι οποίες υποβάλλονται στο ΕΣΠΔ δυνάμει του άρθρου 65 παράγραφος 1 στοιχεία β) και γ) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, είναι αναγκαίο να προσδιοριστούν διαδικαστικοί κανόνες σχετικά με τα στοιχεία που πρέπει να υποβάλλονται στο ΕΣΠΔ και στα οποία το ΕΣΠΔ θα πρέπει να βασίζει την απόφασή του. Είναι επίσης αναγκαίο να προσδιορίζεται ο χρόνος κατά τον οποίο το ΕΣΠΔ θα πρέπει να καταχωρίζει την υποβολή του ζητήματος σε επίλυση διαφορών.

(36)Προκειμένου να εξορθολογιστεί η διαδικασία έκδοσης επείγουσας γνώμης ή επείγουσας δεσμευτικής απόφασης από το ΕΣΠΔ δυνάμει του άρθρου 66 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, είναι αναγκαίο να προσδιοριστούν διαδικαστικοί κανόνες σχετικά με τον χρόνο υποβολής του αιτήματος έκδοσης επείγουσας γνώμης ή επείγουσας δεσμευτικής απόφασης, τα στοιχεία που πρέπει να υποβάλλονται στο ΕΣΠΔ και στα οποία το ΕΣΠΔ θα πρέπει να βασίζει την απόφασή του, ο αποδέκτης της γνώμης ή της απόφασης και οι συνέπειες της γνώμης ή της απόφασης του ΕΣΠΔ.

(37)Τα κεφάλαια III και IV αφορούν τη συνεργασία των εποπτικών αρχών, τα διαδικαστικά δικαιώματα των ερευνώμενων μερών και τη συμμετοχή των καταγγελλόντων. Προκειμένου να διασφαλίζεται ασφάλεια δικαίου, οι σχετικές διατάξεις δεν θα πρέπει να εφαρμόζονται σε έρευνες οι οποίες βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού. Θα πρέπει να εφαρμόζονται σε έρευνες που κινούνται αυτεπαγγέλτως μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού και σε έρευνες που βασίζονται σε καταγγελία, όταν η καταγγελία υποβλήθηκε μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού. Στο κεφάλαιο V προβλέπονται διαδικαστικοί κανόνες για υποθέσεις που υποβάλλονται στη διαδικασία επίλυσης διαφορών δυνάμει του άρθρου 65 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679. Επίσης για λόγους ασφάλειας δικαίου, το παρόν κεφάλαιο δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε υποθέσεις οι οποίες υποβλήθηκαν στη διαδικασία επίλυσης διαφορών πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού. Θα πρέπει να εφαρμόζεται σε όλες τις υποθέσεις που υποβάλλονται στη διαδικασία επίλυσης διαφορών μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού.

(38)Πραγματοποιήθηκε διαβούλευση, σύμφωνα με το άρθρο 42 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725, με τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων, οι οποίοι εξέδωσαν κοινή γνωμοδότηση στις [...],

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Κεφάλαιο I

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Ο παρών κανονισμός καθορίζει διαδικαστικούς κανόνες για τον χειρισμό καταγγελιών και τη διενέργεια ερευνών σε υποθέσεις που βασίζονται σε καταγγελία και αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενες υποθέσεις από τις εποπτικές αρχές κατά τη διασυνοριακή επιβολή του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ορισμοί του άρθρου 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 2016/679.

Ισχύουν επίσης οι ακόλουθοι ορισμοί:

(1)«ερευνώμενα μέρη»: ο/οι υπεύθυνος/-οι επεξεργασίας και/ή ο/οι εκτελών/-ούντες την επεξεργασία που διερευνάται/-ώνται για εικαζόμενη παράβαση του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 σχετική με διασυνοριακή επεξεργασία·

(2)«σύνοψη βασικών ζητημάτων»: η σύνοψη που η επικεφαλής εποπτική αρχή παρέχει στις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές, στην οποία προσδιορίζονται τα κύρια σχετικά πραγματικά περιστατικά και εκτίθενται οι απόψεις της επικεφαλής εποπτικής αρχής σχετικά με την υπόθεση·

(3)«προκαταρκτικά πορίσματα»: το έγγραφο που η επικεφαλής εποπτική αρχή παρέχει στα ερευνώμενα μέρη στο οποίο περιέχονται οι ισχυρισμοί, τα σχετικά πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά στοιχεία, η νομική ανάλυση και, όπου συντρέχει περίπτωση, προτεινόμενα διορθωτικά μέτρα·

(4)«αποδεκτές σχετικές και αιτιολογημένες ενστάσεις»: οι ενστάσεις τις οποίες το ΕΣΠΔ έκρινε σχετικές και αιτιολογημένες κατά την έννοια του άρθρου 4 σημείο 24) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.

Κεφάλαιο II

Υποβολή και χειρισμός καταγγελιών

Άρθρο 3

Διασυνοριακές καταγγελίες

1.Κάθε καταγγελία η οποία βασίζεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 και αφορά διασυνοριακή επεξεργασία παρέχει τις πληροφορίες που απαιτούνται στο έντυπο το οποίο παρατίθεται στο παράρτημα. Δεν απαιτούνται πρόσθετες πληροφορίες προκειμένου η καταγγελία να είναι παραδεκτή.

2.Η εποπτική αρχή στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία εξακριβώνει αν η καταγγελία αφορά διασυνοριακή επεξεργασία.

3.Εντός προθεσμίας ενός μηνός, η εποπτική αρχή στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία εξακριβώνει την πληρότητα των πληροφοριών που απαιτούνται από το έντυπο.

4.Μόλις διαπιστώσει την πληρότητα των πληροφοριών που απαιτούνται από το έντυπο, η εποπτική αρχή στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία διαβιβάζει την καταγγελία στην επικεφαλής εποπτική αρχή.

5.Όταν ο καταγγέλλων προβάλλει τον εμπιστευτικό χαρακτήρα πληροφοριών κατά την υποβολή της καταγγελίας, ο καταγγέλλων υποβάλλει επίσης μη εμπιστευτικό κείμενο της καταγγελίας.

6.Η εποπτική αρχή στην οποία υποβλήθηκε καταγγελία βεβαιώνει την παραλαβή της καταγγελίας εντός μίας εβδομάδας. Η εν λόγω βεβαίωση παραλαβής δεν προδικάζει το παραδεκτό της καταγγελίας το οποίο εκτιμάται κατά την παράγραφο 3.

Άρθρο 4

Διερεύνηση των καταγγελιών

Όταν αξιολογεί σε ποιον βαθμό είναι σκόπιμο να διερευνηθεί μια καταγγελία, η εποπτική αρχή λαμβάνει υπόψη σε κάθε περίπτωση το σύνολο των σχετικών περιστάσεων, το οποίο περιλαμβάνει όλα τα ακόλουθα:

(a)την αναγκαιότητα αποτελεσματικής και έγκαιρης αποκατάστασης του καταγγέλλοντος·

(b)τη σοβαρότητα της εικαζόμενης παράβασης·

(c)τον συστημικό ή επαναλαμβανόμενο χαρακτήρα της εικαζόμενης παράβασης.

Άρθρο 5

Φιλικός διακανονισμός

Η καταγγελία μπορεί να επιλυθεί μέσω φιλικού διακανονισμού μεταξύ του καταγγέλλοντος και των ερευνώμενων μερών. Όταν η εποπτική αρχή εκτιμά ότι επιτεύχθηκε φιλικός διακανονισμός σε σχέση με την καταγγελία, η εποπτική αρχή κοινοποιεί τον προτεινόμενο διακανονισμό στον καταγγέλλοντα. Εάν ο καταγγέλλων δεν διατυπώσει αντιρρήσεις στον φιλικό διακανονισμό που προτείνει η εποπτική αρχή εντός προθεσμίας ενός μηνός, η καταγγελία θεωρείται αποσυρθείσα.

Άρθρο 6

Μεταφράσεις

1.Η εποπτική αρχή στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία είναι υπεύθυνη για τα εξής:

α)τη μετάφραση των καταγγελιών και των απόψεων των καταγγελλόντων στη γλώσσα που χρησιμοποιεί η επικεφαλής εποπτική αρχή για τους σκοπούς της έρευνας·

β)τη μετάφραση των εγγράφων που παρέχει η επικεφαλής εποπτική αρχή στη γλώσσα που χρησιμοποιείται για την επικοινωνία με τον καταγγέλλοντα, όταν η παροχή των εν λόγω εγγράφων στον καταγγέλλοντα είναι αναγκαία δυνάμει του παρόντος κανονισμού ή του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.

2.Στον εσωτερικό κανονισμό του, το ΕΣΠΔ καθορίζει τη διαδικασία για τη μετάφραση των παρατηρήσεων που διατυπώνουν, ή των σχετικών και αιτιολογημένων ενστάσεων που προβάλλουν, οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές σε γλώσσα διαφορετική από τη γλώσσα που χρησιμοποιεί η επικεφαλής εποπτική αρχή για τους σκοπούς της έρευνας.

Κεφάλαιο III

Συνεργασία δυνάμει του άρθρου 60 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679

Τμήμα 1

Επίτευξη συναίνεσης κατά την έννοια του άρθρου 60 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679

Άρθρο 7

Συνεργασία των εποπτικών αρχών

Όταν συνεργάζονται με σκοπό την επίτευξη συναίνεσης, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 60 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, οι εποπτικές αρχές χρησιμοποιούν όλα τα μέσα που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679, συμπεριλαμβανομένων της αμοιβαίας συνδρομής δυνάμει του άρθρου 61 και των κοινών επιχειρήσεων δυνάμει του άρθρου 62 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.

Οι διατάξεις του παρόντος τμήματος αφορούν τις σχέσεις των εποπτικών αρχών και δεν αποσκοπούν στην αναγνώριση δικαιωμάτων σε φυσικά πρόσωπα ή στα ερευνώμενα μέρη.

Άρθρο 8

Συναφείς πληροφορίες κατά την έννοια του άρθρου 60 παράγραφοι 1 και 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679

1.Η επικεφαλής εποπτική αρχή ενημερώνει τακτικά τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές σχετικά με την έρευνα και παρέχει στις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές, το συντομότερο δυνατόν, κάθε συναφή πληροφορία μόλις αυτή καθίσταται διαθέσιμη.

2.Οι συναφείς πληροφορίες κατά την έννοια του άρθρου 60 παράγραφοι 1 και 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 περιλαμβάνουν, κατά περίπτωση:

α)πληροφορίες που αφορούν την έναρξη έρευνας σχετικά με εικαζόμενη παράβαση του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679·

β)αιτήματα παροχής πληροφοριών δυνάμει του άρθρου 58 παράγραφος 1 στοιχείο ε) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679·

γ)πληροφορίες για τη χρήση άλλων εξουσιών έρευνας οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 58 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679·

δ)σε περίπτωση προβλεπόμενης απόρριψης της καταγγελίας, τους λόγους απόρριψης της καταγγελίας από την επικεφαλής εποπτική αρχή·

ε)σύνοψη βασικών ζητημάτων της έρευνας σύμφωνα με το άρθρο 9·

στ)πληροφορίες σχετικά με τις ενέργειες που αποσκοπούν στο να διαπιστωθεί παράβαση του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 προτού να εκπονηθούν προκαταρκτικά πορίσματα·

ζ)προκαταρκτικά πορίσματα·

η)τις παρατηρήσεις των ερευνώμενων μερών σχετικά με τα προκαταρκτικά πορίσματα·

θ)τις απόψεις του καταγγέλλοντος σχετικά με τα προκαταρκτικά πορίσματα·

ι)σε περίπτωση απόρριψης της καταγγελίας, τα γραπτά υπομνήματα του καταγγέλλοντος·

ια)κάθε σχετική ενέργεια στην οποία προέβη η επικεφαλής εποπτική αρχή μετά την παραλαβή των παρατηρήσεων των ερευνώμενων μερών σχετικά με τα προκαταρκτικά πορίσματα και πριν από την υποβολή σχεδίου απόφασης κατά την έννοια του άρθρου 60 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.

Άρθρο 9

Σύνοψη βασικών ζητημάτων

1.Η επικεφαλής εποπτική αρχή, μόλις διαμορφώσει προκαταρκτική άποψη σχετικά με τα κύρια ζητήματα της έρευνας, καταρτίζει σύνοψη βασικών ζητημάτων για τον σκοπό της συνεργασίας βάσει του άρθρου 60 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.

2.Η σύνοψη βασικών ζητημάτων περιλαμβάνει όλα τα ακόλουθα στοιχεία:

α)τα κύρια σχετικά πραγματικά περιστατικά·

β)προκαταρκτικό προσδιορισμό του πεδίου της έρευνας και ειδικότερα των διατάξεων του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 τις οποίες αφορά η εικαζόμενη παράβαση που πρόκειται να διερευνηθεί·

γ)προσδιορισμό των πολύπλοκων νομικών και τεχνολογικών εκτιμήσεων οι οποίες έχουν σημασία για την προκαταρκτική κατεύθυνση της εκτίμησής τους·

δ)προκαταρκτικό προσδιορισμό του/των διορθωτικού/-ών μέτρου/-ων.

3.Οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές μπορούν να υποβάλλουν παρατηρήσεις σχετικά με τη σύνοψη βασικών ζητημάτων. Οι εν λόγω παρατηρήσεις πρέπει να υποβάλλονται εντός τεσσάρων εβδομάδων από την παραλαβή της σύνοψης βασικών ζητημάτων.

4.Οι παρατηρήσεις που υποβάλλονται δυνάμει της παραγράφου 3 πληρούν τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)η διατύπωσή τους είναι επαρκώς σαφής και περιέχουν ακριβείς όρους ώστε η επικεφαλής εποπτική αρχή και, κατά περίπτωση, οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές να μπορούν να διατυπώσουν τις θέσεις τους·

β)τα νομικά επιχειρήματα εκτίθενται με συνοπτικό τρόπο και ομαδοποιούνται διά παραπομπής στο τμήμα της σύνοψης βασικών ζητημάτων το οποίο αφορούν·

γ)οι παρατηρήσεις των ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών είναι δυνατόν να υποστηρίζονται από έγγραφα, τα οποία μπορεί να συμπληρώνουν τις παρατηρήσεις όσον αφορά συγκεκριμένα σημεία.

5.Το ΕΣΠΔ μπορεί να θέσει, στον εσωτερικό κανονισμό του, περιορισμούς όσον αφορά τη μέγιστη έκταση των παρατηρήσεων που υποβάλλουν οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές σχετικά με τη σύνοψη βασικών ζητημάτων.

6.Υποθέσεις στις οποίες καμία από τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές δεν υπέβαλε παρατηρήσεις δυνάμει της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρο θεωρούνται μη αμφισβητούμενες υποθέσεις. Σε τέτοιες υποθέσεις, τα προκαταρκτικά πορίσματα του άρθρου 14 κοινοποιούνται στα ερευνώμενα μέρη εντός 9 μηνών από την εκπνοή της προθεσμίας που προβλέπεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 10

Χρήση μέσων για την επίτευξη συναίνεσης

1.Μια ενδιαφερόμενη εποπτική αρχή υποβάλλει αίτημα στην επικεφαλής εποπτική αρχή δυνάμει του άρθρου 61 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, του άρθρου 62 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, ή αμφοτέρων των διατάξεων, όταν, μετά τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές βάσει του άρθρου 9 παράγραφος 3, η ενδιαφερόμενη εποπτική αρχή διαφωνεί με την εκτίμηση της επικεφαλής εποπτικής αρχής όσον αφορά τα εξής:

α)το πεδίο της έρευνας σε υποθέσεις που βασίζονται σε καταγγελία, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 που αφορά η εικαζόμενη παράβαση η οποία πρόκειται να διερευνηθεί·

β)την προκαταρκτική κατεύθυνση σε σχέση με πολύπλοκες νομικές εκτιμήσεις τις οποίες προσδιόρισε η επικεφαλής εποπτική αρχή βάσει του άρθρου 9 παράγραφος 2 στοιχείο γ)·

γ)την προκαταρκτική κατεύθυνση σε σχέση με πολύπλοκες τεχνολογικές εκτιμήσεις τις οποίες προσδιόρισε η επικεφαλής εποπτική αρχή βάσει του άρθρου 9 παράγραφος 2 στοιχείο γ).

2.Το αίτημα της παραγράφου 1 υποβάλλεται εντός δύο μηνών από την εκπνοή της προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 9 παράγραφος 3.

3.Η επικεφαλής εποπτική αρχή συνεργάζεται με τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές βάσει των παρατηρήσεών τους σχετικά με τη σύνοψη βασικών ζητημάτων και, κατά περίπτωση, στο πλαίσιο απάντησης σε αιτήματα που υποβάλλονται δυνάμει των άρθρων 61 και 62 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, με σκοπό την επίτευξη συναίνεσης. Η συναίνεση χρησιμοποιείται από την επικεφαλής εποπτική αρχή ως βάση για τη συνέχιση της έρευνας και την κατάρτιση των προκαταρκτικών πορισμάτων ή, κατά περίπτωση, παρέχει στην εποπτική αρχή στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία την αιτιολογία για τους σκοπούς του άρθρου 11 παράγραφος 2.

4.Όταν, σε έρευνα που βασίζεται σε καταγγελία, δεν επιτυγχάνεται συναίνεση μεταξύ της επικεφαλής εποπτικής αρχής και μίας ή πλειόνων ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών σχετικά με το ζήτημα που αναφέρεται στο άρθρο 9 παράγραφος 2 στοιχείο β) του παρόντος κανονισμού, η επικεφαλής εποπτική αρχή ζητεί από το ΕΣΠΔ να εκδώσει επείγουσα δεσμευτική απόφαση δυνάμει του άρθρου 66 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679. Στην περίπτωση αυτή, τεκμαίρεται ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις υποβολής αιτήματος έκδοσης επείγουσας δεσμευτικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 66 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.

5.Όταν ζητεί από το ΕΣΠΔ να εκδώσει επείγουσα δεσμευτική απόφαση δυνάμει της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου, η επικεφαλής εποπτική αρχή παρέχει όλα τα ακόλουθα στοιχεία:

α)τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 2 στοιχεία α) και β)·

β)τις παρατηρήσεις της ενδιαφερόμενης εποπτικής αρχής η οποία διαφωνεί με τον προκαταρκτικό προσδιορισμό του πεδίου της έρευνας εκ μέρους της επικεφαλής εποπτικής αρχής.

6.Το ΕΣΠΔ εκδίδει επείγουσα δεσμευτική απόφαση σχετικά με το πεδίο της έρευνας βάσει των παρατηρήσεων των ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών και της θέσης της επικεφαλής εποπτικής αρχής επί των εν λόγω παρατηρήσεων.

Τμήμα 2

Ολική ή μερική απόρριψη καταγγελιών

Άρθρο 11

Ακρόαση του καταγγέλλοντος πριν από την ολική ή μερική απόρριψη καταγγελίας

1.Μετά τη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 9 και 10, η επικεφαλής εποπτική αρχή παρέχει στην εποπτική αρχή στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία την αιτιολογία για την προκαταρκτική άποψή της ότι η καταγγελία θα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ή εν μέρει.

2.Η εποπτική αρχή στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία ενημερώνει τον καταγγέλλοντα για τους λόγους της σκοπούμενης πλήρους ή μερικής απόρριψης της καταγγελίας και τάσσει προθεσμία εντός της οποίας ο καταγγέλλων μπορεί να γνωστοποιήσει τις απόψεις του εγγράφως. Η προθεσμία αυτή δεν είναι βραχύτερη των τριών εβδομάδων. Η εποπτική αρχή στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία ενημερώνει τον καταγγέλλοντα για τις συνέπειες της παράλειψης γνωστοποίησης των απόψεών του.

3.Εάν ο καταγγέλλων δεν γνωστοποιήσει τις απόψεις του εντός της προθεσμίας που τάσσει η εποπτική αρχή στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία, η καταγγελία λογίζεται αποσυρθείσα.

4.Ο καταγγέλλων μπορεί να ζητήσει πρόσβαση στο μη εμπιστευτικό κείμενο των εγγράφων στα οποία βασίζεται η προτεινόμενη απόρριψη της καταγγελίας.

5.Εάν ο καταγγέλλων γνωστοποιήσει τις απόψεις του εντός της προθεσμίας που τάσσει η εποπτική αρχή στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία, οι δε απόψεις του δεν έχουν ως αποτέλεσμα τη μεταβολή της προκαταρκτικής άποψης ότι η καταγγελία θα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ή εν μέρει, η εποπτική αρχή στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία καταρτίζει το σχέδιο απόφασης δυνάμει του άρθρου 60 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 το οποίο η επικεφαλής εποπτική αρχή υποβάλλει στις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές δυνάμει του άρθρου 60 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.

Άρθρο 12

Αναθεωρημένο σχέδιο απόφασης περί ολικής ή μερικής απόρριψης καταγγελίας

1.Όταν η επικεφαλής εποπτική αρχή θεωρεί ότι το αναθεωρημένο σχέδιο απόφασης κατά την έννοια του άρθρου 60 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 περιέχει στοιχεία επί των οποίων ο καταγγέλλων θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να γνωστοποιήσει τις απόψεις του, η εποπτική αρχή στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία παρέχει στον καταγγέλλοντα, πριν από την υποβολή του αναθεωρημένου σχεδίου απόφασης δυνάμει του άρθρου 60 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, τη δυνατότητα να γνωστοποιήσει τις απόψεις του επί των νέων αυτών στοιχείων.

2.Η εποπτική αρχή στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία τάσσει προθεσμία εντός της οποίας ο καταγγέλλων δύναται να γνωστοποιήσει τις απόψεις του.

Άρθρο 13

Απόφαση περί ολικής ή μερικής απόρριψης καταγγελίας

Όταν εκδίδει απόφαση περί ολικής ή μερικής απόρριψης καταγγελίας σύμφωνα με το άρθρο 60 παράγραφος 8 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, η εποπτική αρχή στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία ενημερώνει τον καταγγέλλοντα για τα μέσα ένδικης προστασίας τα οποία έχει στη διάθεσή του σύμφωνα με το άρθρο 78 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.

Τμήμα 3

Αποφάσεις οι οποίες έχουν ως αποδέκτες υπευθύνους επεξεργασίας και εκτελούντες την επεξεργασία

Άρθρο 14

Προκαταρκτικά πορίσματα και παρατηρήσεις

1.Όταν η επικεφαλής εποπτική αρχή προτίθεται να υποβάλει στις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές σχέδιο απόφασης κατά την έννοια του άρθρου 60 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 με την οποία διαπιστώνει παράβαση του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, η επικεφαλής εποπτική αρχή καταρτίζει προκαταρκτικά πορίσματα.

2.Στα προκαταρκτικά πορίσματα παρατίθενται οι προβληθέντες ισχυρισμοί με εξαντλητικό και επαρκώς σαφή τρόπο ώστε τα ερευνώμενα μέρη να μπορούν να γνωρίζουν τη συμπεριφορά που διερευνάται από την επικεφαλής εποπτική αρχή. Ειδικότερα, στα προκαταρκτικά πορίσματα πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια όλα τα πραγματικά περιστατικά και το σύνολο της νομικής εκτίμησης που διατυπώνεται εις βάρος των ερευνώμενων μερών, ώστε τα ερευνώμενα μέρη να μπορούν να διατυπώσουν τις απόψεις τους σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά και τα νομικά συμπεράσματα τα οποία η επικεφαλής εποπτική αρχή προτίθεται να αντλήσει στο σχέδιο απόφασης κατά την έννοια του άρθρου 60 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, και να παρατίθενται τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία στηρίζεται η επικεφαλής εποπτική αρχή.

Στα προκαταρκτικά πορίσματα επισημαίνονται τα διορθωτικά μέτρα τα οποία προτίθεται να λάβει η επικεφαλής εποπτική αρχή.

Όταν η επικεφαλής εποπτική αρχή προτίθεται να επιβάλει πρόστιμο, η επικεφαλής εποπτική αρχή παραθέτει στα προκαταρκτικά πορίσματα τα σχετικά στοιχεία στα οποία βασίζεται για τον υπολογισμό του προστίμου. Ειδικότερα, η επικεφαλής εποπτική αρχή παραθέτει τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά και νομικά ζητήματα τα οποία μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα την επιβολή του προστίμου και τα στοιχεία που απαριθμούνται στο άρθρο 83 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, συμπεριλαμβανομένων τυχόν επιβαρυντικών ή ελαφρυντικών στοιχείων τα οποία θα λάβει υπόψη.

3.Η επικεφαλής εποπτική αρχή κοινοποιεί τα προκαταρκτικά πορίσματα σε κάθε ερευνώμενο μέρος.

4.Κατά την κοινοποίηση των προκαταρκτικών πορισμάτων στα ερευνώμενα μέρη, η επικεφαλής εποπτική αρχή τάσσει προθεσμία εντός της οποίας τα εν λόγω μέρη μπορούν να υποβάλουν γραπτώς τις παρατηρήσεις τους. Η επικεφαλής εποπτική αρχή δεν υποχρεούται να λάβει υπόψη γραπτές παρατηρήσεις τις οποίες παραλαμβάνει μετά την εκπνοή της εν λόγω προθεσμίας.

5.Όταν κοινοποιεί τα προκαταρκτικά πορίσματα στα ερευνώμενα μέρη, η επικεφαλής εποπτική αρχή παρέχει στα εν λόγω μέρη πρόσβαση στον διοικητικό φάκελο σύμφωνα με το άρθρο 20.

6.Τα ερευνώμενα μέρη δύνανται, στις γραπτές παρατηρήσεις τους σχετικά με τα προκαταρκτικά πορίσματα, να εκθέτουν κάθε πραγματικό περιστατικό και νομικό επιχείρημα το οποίο γνωρίζουν και το οποίο έχει σημασία για την άμυνά τους κατά των ισχυρισμών της επικεφαλής εποπτικής αρχής. Επισυνάπτουν δε κάθε σχετικό έγγραφο ως αποδεικτικό στοιχείο των εκτιθέμενων πραγματικών περιστατικών. Στο σχέδιο απόφασης, η επικεφαλής εποπτική αρχή εξετάζει μόνον ισχυρισμούς, συμπεριλαμβανομένων των πραγματικών περιστατικών και της νομικής εκτίμησης που βασίζεται στα εν λόγω περιστατικά, σε σχέση με τους οποίους παρασχέθηκε στα ερευνώμενα μέρη η δυνατότητα να υποβάλουν παρατηρήσεις.

Άρθρο 15

Διαβίβαση προκαταρκτικών πορισμάτων σε καταγγέλλοντες

1.Όταν η επικεφαλής εποπτική αρχή εκδίδει προκαταρκτικά πορίσματα σχετικά με ζήτημα ως προς το οποίο έλαβε καταγγελία, η εποπτική αρχή στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία παρέχει στον καταγγέλλοντα μη εμπιστευτικό κείμενο των προκαταρκτικών παρατηρήσεων και τάσσει προθεσμία εντός της οποίας ο καταγγέλλων δύναται να γνωστοποιήσει τις απόψεις του εγγράφως.

2.Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται επίσης όταν εποπτική αρχή εξετάζει, εφόσον συντρέχει περίπτωση, πλείονες καταγγελίες από κοινού, κατατέμνει τις καταγγελίες σε πλείονα μέρη ή ασκεί με οποιονδήποτε άλλο τρόπο τη διακριτική ευχέρειά της σχετικά με το πεδίο της έρευνας το οποίο καθορίζεται στα προκαταρκτικά πορίσματα.

3.Όταν η επικεφαλής εποπτική αρχή θεωρεί ότι είναι αναγκαίο να παρασχεθούν στον καταγγέλλοντα έγγραφα τα οποία περιλαμβάνονται στον διοικητικό φάκελο, προκειμένου ο καταγγέλλων να μπορέσει να γνωστοποιήσει αποτελεσματικά τις απόψεις του σχετικά με τα προκαταρκτικά πορίσματα, η εποπτική αρχή στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία παρέχει στον καταγγέλλοντα το μη εμπιστευτικό κείμενο των εν λόγω εγγράφων όταν παρέχει τα προκαταρκτικά πορίσματα βάσει της παραγράφου 1.

4.Στον καταγγέλλοντα παρέχεται το μη εμπιστευτικό κείμενο των προκαταρκτικών πορισμάτων για τον αποκλειστικό σκοπό της συγκεκριμένης έρευνας σε σχέση με την οποία εκδόθηκαν τα προκαταρκτικά πορίσματα.

5.Πριν από τη λήψη του μη εμπιστευτικού κειμένου των προκαταρκτικών πορισμάτων και κάθε εγγράφου που παρέχεται δυνάμει της παραγράφου 3, ο καταγγέλλων αποστέλλει στην επικεφαλής εποπτική αρχή δήλωση εμπιστευτικότητας, στην οποία ο καταγγέλλων δεσμεύεται να μην δημοσιοποιήσει οποιαδήποτε πληροφορία ή εκτίμηση η οποία περιέχεται στο μη εμπιστευτικό κείμενο των προκαταρκτικών πορισμάτων και να μην χρησιμοποιήσει τα εν λόγω πορίσματα για σκοπούς εκτός της συγκεκριμένης έρευνας σε σχέση με την οποία εκδόθηκαν τα εν λόγω πορίσματα.

Άρθρο 16

Έκδοση τελικής απόφασης

Μετά την υποβολή του σχεδίου απόφασης στις εποπτικές αρχές δυνάμει του άρθρου 60 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 και όταν καμία από τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές δεν πρόβαλε αντιρρήσεις στο σχέδιο απόφασης εντός των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 60 παράγραφοι 4 και 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, η επικεφαλής εποπτική αρχή εκδίδει και κοινοποιεί την απόφασή της δυνάμει του άρθρου 60 παράγραφος 7 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 στην κύρια ή τη μόνη εγκατάσταση του υπευθύνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία, κατά περίπτωση, και ενημερώνει τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές και το ΕΣΠΔ για την εν λόγω απόφαση, συμπεριλαμβανομένης σύνοψης των σχετικών πραγματικών περιστατικών και ισχυρισμών.

Άρθρο 17

Δικαίωμα ακρόασης σε σχέση με αναθεωρημένο σχέδιο απόφασης

1.Όταν η επικεφαλής εποπτική αρχή θεωρεί ότι το αναθεωρημένο σχέδιο απόφασης κατά την έννοια του άρθρου 60 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 περιέχει στοιχεία επί των οποίων τα ερευνώμενα μέρη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να γνωστοποιήσουν τις απόψεις τους, η επικεφαλής εποπτική αρχή παρέχει στα ερευνώμενα μέρη, πριν από την υποβολή του αναθεωρημένου σχεδίου απόφασης δυνάμει του άρθρου 60 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, τη δυνατότητα να γνωστοποιήσουν τις απόψεις τους επί των νέων αυτών στοιχείων.

2.Η επικεφαλής εποπτική αρχή τάσσει προθεσμία εντός της οποίας τα ερευνώμενα μέρη δύνανται να γνωστοποιήσουν τις απόψεις τους.

Τμήμα 4

Σχετικές και αιτιολογημένες ενστάσεις

Άρθρο 18

Σχετικές και αιτιολογημένες ενστάσεις

1.Οι σχετικές και αιτιολογημένες ενστάσεις κατά την έννοια του άρθρου 4 σημείο 24 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679:

α)βασίζονται αποκλειστικά και μόνον σε πραγματικά στοιχεία τα οποία περιέχονται στο σχέδιο απόφασης· και

β)δεν μεταβάλλουν το περιεχόμενο των ισχυρισμών μέσω της έγερσης ζητημάτων που ισοδυναμούν με προσδιορισμό πρόσθετων ισχυρισμών περί παράβασης του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 ή μεταβάλλουν τον εγγενή χαρακτήρα των ισχυρισμών που προβλήθηκαν.

2.Η μορφή και η διάρθρωση των σχετικών και αιτιολογημένων ενστάσεων πληροί όλες τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)η έκταση κάθε σχετικής και αιτιολογημένης ένστασης και η θέση της επικεφαλής εποπτικής αρχής σχετικά με κάθε τέτοια ένσταση δεν υπερβαίνει τις τρεις σελίδες και δεν περιλαμβάνει παραρτήματα. Σε υποθέσεις που αφορούν ιδιαιτέρως πολύπλοκα νομικά ζητήματα, η μέγιστη έκταση μπορεί να αυξηθεί σε έξι σελίδες, εκτός εάν το ΕΣΠΔ κάνει δεκτές ειδικές περιστάσεις οι οποίες δικαιολογούν μεγαλύτερη έκταση·

β)η διαφωνία της ενδιαφερόμενης εποπτικής αρχής με το σχέδιο απόφασης εκτίθεται στην αρχή της σχετικής και αιτιολογημένης ένστασης και διατυπώνεται με επαρκώς σαφή, συνεκτικό και ακριβή τρόπο ώστε η επικεφαλής εποπτική αρχή και, κατά περίπτωση, οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές να μπορούν να διατυπώσουν τη θέση τους, το δε ΕΣΠΔ να μπορεί να επιλύσει με αποτελεσματικό τρόπο τη διαφορά·

γ)τα νομικά επιχειρήματα εκτίθενται και ομαδοποιούνται διά παραπομπής στο διατακτικό του σχεδίου απόφασης το οποίο αφορούν. Γενικά, πριν από κάθε επιχείρημα ή σύνολο επιχειρημάτων παρατίθεται συνοπτική δήλωση.

Κεφάλαιο IV

Πρόσβαση στον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης και μεταχείριση εμπιστευτικών πληροφοριών

Άρθρο 19

Περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου

1.Ο διοικητικός φάκελος έρευνας η οποία αφορά εικαζόμενη παράβαση του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 περιλαμβάνει όλα τα έγγραφα τα οποία η επικεφαλής εποπτική αρχή εξασφάλισε, κατάρτισε και/ή συγκέντρωσε κατά τη διάρκεια της έρευνας.

2.Κατά τη διάρκεια της έρευνας εικαζόμενης παράβασης του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, η επικεφαλής εποπτική αρχή δύναται να επιστρέψει στο μέρος από το οποίο τα έλαβε έγγραφα τα οποία, κατόπιν λεπτομερέστερης εξέτασης, αποδεικνύεται ότι δεν σχετίζονται με το αντικείμενο της έρευνας. Μετά την επιστροφή τους, τα εν λόγω έγγραφα δεν αποτελούν πλέον μέρος του διοικητικού φακέλου.

3.Το δικαίωμα πρόσβασης στον διοικητικό φάκελο δεν εκτείνεται στην αλληλογραφία και στην ανταλλαγή απόψεων μεταξύ της επικεφαλής εποπτικής αρχής και των ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών. Οι πληροφορίες που ανταλλάσσονται μεταξύ των εποπτικών αρχών για τους σκοπούς της διερεύνησης μεμονωμένης υπόθεσης συνιστούν εσωτερικά έγγραφα, τα δε ερευνώμενα μέρη ή ο καταγγέλλων δεν έχουν πρόσβαση σε αυτές.

4.Πρόσβαση σε σχετικές και αιτιολογημένες ενστάσεις δυνάμει του άρθρου 60 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 παρέχεται σύμφωνα με το άρθρο 24. 

Άρθρο 20

Πρόσβαση στον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης και χρήση εγγράφων

1.Η επικεφαλής εποπτική αρχή παρέχει στα ερευνώμενα μέρη πρόσβαση στον διοικητικό φάκελο ώστε να μπορούν να ασκήσουν το δικαίωμα ακρόασης που τους αναγνωρίζεται. Πρόσβαση στον διοικητικό φάκελο παρέχεται μετά την κοινοποίηση των προκαταρκτικών πορισμάτων από την επικεφαλής εποπτική αρχή στα ερευνώμενα μέρη.

2.Ο διοικητικός φάκελος περιλαμβάνει όλα τα έγγραφα, ενοχοποιητικά και απαλλακτικά, συμπεριλαμβανομένων πραγματικών περιστατικών και εγγράφων τα οποία είναι γνωστά στα ερευνώμενα μέρη.

3.Τα συμπεράσματα της επικεφαλής εποπτικής αρχής στο σχέδιο απόφασης δυνάμει του άρθρου 60 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 και στην τελική απόφαση δυνάμει του άρθρου 60 παράγραφος 7 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 μπορούν να βασίζονται μόνον σε έγγραφα τα οποία παρατίθενται στα προκαταρκτικά πορίσματα ή σχετικά με τα οποία παρασχέθηκε στα ερευνώμενα μέρη η δυνατότητα να γνωστοποιήσουν τις απόψεις τους.

4.Έγγραφα τα οποία αποκτήθηκαν μέσω πρόσβασης στον διοικητικό φάκελο δυνάμει του παρόντος άρθρου χρησιμοποιούνται μόνον για τους σκοπούς ένδικης ή διοικητικής διαδικασίας για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 στη συγκεκριμένη υπόθεση σε σχέση με την οποία τα εν λόγω έγγραφα παρασχέθηκαν.

Άρθρο 21

Προσδιορισμός και προστασία εμπιστευτικών πληροφοριών

1.Εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στον παρόντα κανονισμό, η εποπτική αρχή δεν κοινοποιεί ούτε παρέχει πρόσβαση σε πληροφορίες τις οποίες συλλέγει ή αποκτά σε διασυνοριακές υποθέσεις δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, συμπεριλαμβανομένου κάθε εγγράφου που περιέχει τέτοιες πληροφορίες, εφόσον οι εν λόγω πληροφορίες περιέχουν επιχειρηματικά απόρρητα ή άλλες πληροφορίες εμπιστευτικού χαρακτήρα που αφορούν οποιοδήποτε πρόσωπο.

2.Κάθε πληροφορία την οποία εποπτική αρχή συλλέγει ή αποκτά σε διασυνοριακές υποθέσεις δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, συμπεριλαμβανομένου κάθε εγγράφου που περιέχει τέτοιες πληροφορίες, εξαιρείται από τα αιτήματα παροχής πρόσβασης βάσει της νομοθεσίας σχετικά με την πρόσβαση του κοινού σε επίσημα έγγραφα ενόσω η διαδικασία βρίσκεται σε εξέλιξη.

3.Όταν κοινοποιεί προκαταρκτικά πορίσματα σε ερευνώμενα μέρη και παρέχει πρόσβαση στον διοικητικό φάκελο βάσει του άρθρου 20, η επικεφαλής εποπτική αρχή διασφαλίζει ότι τα ερευνώμενα μέρη στα οποία παρέχεται πρόσβαση σε πληροφορίες που περιέχουν επιχειρηματικά απόρρητα ή άλλες πληροφορίες εμπιστευτικού χαρακτήρα μεταχειρίζονται τις εν λόγω πληροφορίες σεβόμενα πλήρως τον εμπιστευτικό χαρακτήρα τους και ότι οι εν λόγω πληροφορίες δεν χρησιμοποιούνται εις βάρος του παρόχου των πληροφοριών. Ανάλογα με τον βαθμό εμπιστευτικότητας των πληροφοριών, η επικεφαλής εποπτική αρχή προβαίνει σε κατάλληλες ρυθμίσεις προκειμένου τα ερευνώμενα μέρη να μπορούν να ασκήσουν πλήρως τα δικαιώματα άμυνας που τους αναγνωρίζονται, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των πληροφοριών.

4.Οντότητα που υποβάλλει πληροφορίες τις οποίες θεωρεί εμπιστευτικές προσδιορίζει σαφώς τις πληροφορίες που θεωρεί εμπιστευτικές, αιτιολογώντας τον προβαλλόμενο εμπιστευτικό χαρακτήρα τους. Η εν λόγω οντότητα παρέχει χωριστό μη εμπιστευτικό κείμενο των υποβαλλόμενων πληροφοριών.

5.Με την επιφύλαξη της παραγράφου 4, η επικεφαλής εποπτική αρχή μπορεί να ζητήσει από τα ερευνώμενα μέρη, ή από οποιοδήποτε μέρος το οποίο προσκομίζει έγγραφα δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, να προσδιορίσουν τα έγγραφα ή τμήματα εγγράφων που θεωρούν ότι περιέχουν επιχειρηματικά απόρρητα ή άλλες πληροφορίες εμπιστευτικού χαρακτήρα που τους ανήκουν και να προσδιορίσουν τα μέρη για τα οποία τα εν λόγω έγγραφα θεωρούνται εμπιστευτικά.

6.Η επικεφαλής εποπτική αρχή δύναται να τάσσει προθεσμία στα ερευνώμενα μέρη και σε κάθε άλλο μέρος το οποίο προβάλλει τον εμπιστευτικό χαρακτήρα πληροφοριών προκειμένου:

α)να τεκμηριώσουν τους ισχυρισμούς τους περί επιχειρηματικού απορρήτου και άλλων πληροφοριών εμπιστευτικού χαρακτήρα για κάθε μεμονωμένο έγγραφο ή τμήμα εγγράφου, δήλωση ή τμήμα δήλωσης·

β)να παράσχουν μη εμπιστευτικό κείμενο των εγγράφων και δηλώσεων στο οποίο έχουν απαλειφθεί τα επιχειρηματικά απόρρητα και άλλες πληροφορίες εμπιστευτικού χαρακτήρα·

γ)να παράσχουν συνοπτική, μη εμπιστευτική, περιγραφή κάθε πληροφορίας που έχει απαλειφθεί.

7.Εάν τα ερευνώμενα μέρη ή οποιοδήποτε άλλο μέρος δεν συμμορφωθούν με τις διατάξεις των παραγράφων 4 και 5, η επικεφαλής εποπτική αρχή μπορεί να θεωρήσει ότι τα σχετικά έγγραφα ή οι σχετικές δηλώσεις δεν περιέχουν επιχειρηματικά απόρρητα ή άλλες πληροφορίες εμπιστευτικού χαρακτήρα.

Κεφάλαιο V

Επίλυση διαφορών

Άρθρο 22

Παραπομπή σε επίλυση διαφορών δυνάμει του άρθρου 65 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679

1.Εάν η επικεφαλής εποπτική αρχή δεν ακολουθήσει τις σχετικές και αιτιολογημένες ενστάσεις ή είναι της γνώμης ότι οι ενστάσεις αυτές δεν είναι σχετικές ή αιτιολογημένες, η επικεφαλής εποπτική αρχή υποβάλλει το ζήτημα στον μηχανισμό επίλυσης διαφορών που περιγράφεται στο άρθρο 65 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.

2.Όταν παραπέμπει το ζήτημα σε επίλυση διαφορών, η επικεφαλής εποπτική αρχή παρέχει στο ΕΣΠΔ όλα τα ακόλουθα στοιχεία:

α)το σχέδιο απόφασης ή το αναθεωρημένο σχέδιο απόφασης που αφορούν οι σχετικές και αιτιολογημένες ενστάσεις·

β)σύνοψη των σχετικών πραγματικών περιστατικών·

γ)τα προκαταρκτικά πορίσματα·

δ)τις απόψεις που τα ερευνώμενα μέρη γνωστοποίησαν εγγράφως, κατά περίπτωση, δυνάμει των άρθρων 14 και 17·

ε)τις απόψεις που οι καταγγέλλοντες γνωστοποίησαν εγγράφως, κατά περίπτωση, δυνάμει των άρθρων 11, 12 και 15·

στ)τις σχετικές και αιτιολογημένες ενστάσεις τις οποίες η επικεφαλής εποπτική αρχή δεν ακολούθησε·

ζ)τους λόγους για τους οποίους η επικεφαλής εποπτική αρχή δεν ακολούθησε τις σχετικές και αιτιολογημένες ενστάσεις ή ήταν της γνώμης ότι οι ενστάσεις αυτές δεν είναι σχετικές ή αιτιολογημένες.

3.Εντός τεσσάρων εβδομάδων από την παραλαβή των στοιχείων που απαριθμούνται στην παράγραφο 2, το ΕΣΠΔ προσδιορίζει τις αποδεκτές σχετικές και αιτιολογημένες ενστάσεις.

Άρθρο 23

Καταχώριση σε σχέση με απόφαση δυνάμει του άρθρου 65 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού(ΕΕ) 2016/679

Ο/Η πρόεδρος του ΕΣΠΔ καταχωρίζει την παραπομπή ζητήματος σε επίλυση διαφορών δυνάμει του άρθρου 65 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 το αργότερο μία εβδομάδα από την παραλαβή όλων των ακόλουθων στοιχείων:

α)το σχέδιο απόφασης ή το αναθεωρημένο σχέδιο απόφασης που αφορούν οι σχετικές και αιτιολογημένες ενστάσεις·

β)σύνοψη των σχετικών πραγματικών περιστατικών·

γ)τις απόψεις που τα ερευνώμενα μέρη γνωστοποίησαν εγγράφως, κατά περίπτωση, δυνάμει των άρθρων 14 και 17·

δ)των απόψεων που οι καταγγέλλοντες γνωστοποίησαν εγγράφως, κατά περίπτωση, δυνάμει των άρθρων 11, 12 και 15·

ε)των αποδεκτών σχετικών και αιτιολογημένων ενστάσεων·

στ)των λόγων για τους οποίους η επικεφαλής εποπτική αρχή δεν ακολούθησε τις αποδεκτές σχετικές και αιτιολογημένες ενστάσεις.

Άρθρο 24

Αιτιολόγηση πριν από την έκδοση απόφασης δυνάμει του άρθρου 65 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού(ΕΕ) 2016/679

1.Πριν από την έκδοση της δεσμευτικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 65 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, ο/η πρόεδρος του ΕΣΠΔ παρέχει, μέσω της επικεφαλής εποπτικής αρχής, στα ερευνώμενα μέρη και/ή, σε περίπτωση πλήρους ή μερικής απόρριψης καταγγελίας, στον καταγγέλλοντα την αιτιολόγηση την οποία το ΕΣΠΔ προτίθεται να εκθέσει στην απόφασή του. Όταν το ΕΣΠΔ προτίθεται να εκδώσει δεσμευτική απόφαση με την οποία απαιτεί από την επικεφαλής εποπτική αρχή να τροποποιήσει το σχέδιο απόφασής της ή το αναθεωρημένο σχέδιο απόφασής της, το ΕΣΠΔ αποφασίζει αν η εν λόγω αιτιολόγηση θα πρέπει να συνοδεύεται από τις αποδεκτές σχετικές και αιτιολογημένες ενστάσεις βάσει των οποίων το ΕΣΠΔ προτίθεται να εκδώσει την απόφασή του.

2.Τα ερευνώμενα μέρη και/ή, σε περίπτωση πλήρους ή μερικής απόρριψης καταγγελίας, ο καταγγέλλων μπορούν να γνωστοποιήσουν τις απόψεις τους εντός μίας εβδομάδας από την παραλαβή της αιτιολόγησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

3.Η προθεσμία της παραγράφου 2 παρατείνεται κατά μία εβδομάδα όταν το ΕΣΠΔ παρατείνει την προθεσμία έκδοσης της δεσμευτικής απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 65 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.

4.Η προθεσμία έκδοσης της δεσμευτικής απόφασης του ΕΣΠΔ η οποία προβλέπεται στο άρθρο 65 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 δεν τρέχει κατά τις προθεσμίες που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3.

Άρθρο 25

Διαδικασία σε σχέση με απόφαση δυνάμει του άρθρου 65 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679

1.Όταν παραπέμπει ένα ζήτημα στο ΕΣΠΔ δυνάμει του άρθρου 65 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, η εποπτική αρχή που παραπέμπει το ζήτημα το οποίο αφορά την αρμοδιότητα για την κύρια εγκατάσταση παρέχει στο ΕΣΠΔ όλα τα ακόλουθα στοιχεία:

α)σύνοψη των σχετικών πραγματικών περιστατικών·

β)την αξιολόγηση των εν λόγω πραγματικών περιστατικών όσον αφορά τις προϋποθέσεις του άρθρου 56 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679·

γ)τις απόψεις του υπευθύνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία την κύρια εγκατάσταση του οποίου αφορά η παραπομπή·

δ)τις απόψεις άλλων εποπτικών αρχών τις οποίες αφορά η παραπομπή·

ε)κάθε άλλο έγγραφο ή πληροφορία που η παραπέμπουσα εποπτική αρχή θεωρεί σχετικό και αναγκαίο για την επίλυση του ζητήματος.

2.Ο/Η πρόεδρος του ΕΣΠΔ καταχωρίζει την παραπομπή το αργότερο μία εβδομάδα από την παραλαβή των στοιχείων που απαριθμούνται στην παράγραφο 1.

Άρθρο 26

Διαδικασία σε σχέση με απόφαση δυνάμει του άρθρου 65 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679

1.Όταν παραπέμπει ένα ζήτημα στο ΕΣΠΔ δυνάμει του άρθρου 65 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, η εποπτική αρχή που παραπέμπει το ζήτημα ή η Επιτροπή παρέχει στο ΕΣΠΔ όλα τα ακόλουθα στοιχεία:

α)σύνοψη των σχετικών πραγματικών περιστατικών·

β)κατά περίπτωση, τη γνώμη που εξέδωσε το ΕΣΠΔ δυνάμει του άρθρου 64 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679·

γ)τις απόψεις της εποπτικής αρχής που παραπέμπει το ζήτημα ή της Επιτροπής σχετικά με το αν, κατά περίπτωση, μια εποπτική αρχή όφειλε να ανακοινώσει το σχέδιο απόφασης στο ΕΣΠΔ δυνάμει του άρθρου 64 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 ή μια εποπτική αρχή δεν ακολούθησε γνώμη την οποία το ΕΣΠΔ εξέδωσε δυνάμει του άρθρου 64 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.

2.Ο/Η πρόεδρος του ΕΣΠΔ ζητεί τα ακόλουθα στοιχεία:

α)τις απόψεις της εποπτικής αρχής η οποία εικάζεται ότι παρέβη την απαίτηση ανακοίνωσης σχεδίου απόφασης στο ΕΣΠΔ ή δεν ακολούθησε γνώμη του ΕΣΠΔ·

β)κάθε άλλο έγγραφο ή πληροφορία που η εποπτική αρχή θεωρεί σχετικό και αναγκαίο για την επίλυση του ζητήματος.

Εάν οποιαδήποτε εποπτική αρχή αναφέρει ότι είναι αναγκαίο να γνωστοποιήσει τις απόψεις της σχετικά με το ζήτημα που παραπέμπεται στο ΕΣΠΔ, η εν λόγω αρχή υποβάλλει τις απόψεις της εντός δύο εβδομάδων από την παραπομπή που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

3.Ο/Η πρόεδρος του ΕΣΠΔ καταχωρίζει την παραπομπή το αργότερο μία εβδομάδα από την παραλαβή των στοιχείων που απαριθμούνται στις παραγράφους 1 και 2.

Κεφάλαιο VI

Επείγουσα διαδικασία

Άρθρο 27

Επείγουσες γνώμες δυνάμει του άρθρου 66 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679

1.Αίτημα για έκδοση επείγουσας γνώμης από το ΕΣΠΔ δυνάμει του άρθρου 66 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 υποβάλλεται από εποπτική αρχή το αργότερο τρεις εβδομάδες πριν από τη λήξη των προσωρινών μέτρων που λήφθηκαν δυνάμει του άρθρου 66 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 και περιέχει όλα τα ακόλουθα στοιχεία:

α)σύνοψη των σχετικών πραγματικών περιστατικών·

β)περιγραφή του προσωρινού μέτρου που λήφθηκε στο έδαφος της εποπτικής αρχής, της διάρκειας του μέτρου και των λόγων που οδήγησαν στη λήψη του, συμπεριλαμβανομένου του λόγου που δικαιολογεί την επείγουσα ανάγκη λήψης μέτρων για να προστατευθούν τα δικαιώματα και οι ελευθερίες των υποκειμένων των δεδομένων·

γ)τον λόγο που δικαιολογεί την επείγουσα ανάγκη λήψης οριστικών μέτρων στο έδαφος του κράτους μέλους της αιτούσας εποπτικής αρχής, συμπεριλαμβανομένης επεξήγησης του εξαιρετικού χαρακτήρα των περιστάσεων που επιτάσσουν τη λήψη των σχετικών μέτρων.

2.Η επείγουσα γνώμη του ΕΣΠΔ απευθύνεται στην εποπτική αρχή που υπέβαλε το αίτημα. Είναι παρόμοια με γνώμη κατά την έννοια του άρθρου 64 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 και παρέχει στην αιτούσα εποπτική αρχή τη δυνατότητα να διατηρήσει ή να τροποποιήσει το προσωρινό μέτρο που έλαβε σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 64 παράγραφος 7 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.

Άρθρο 28

Επείγουσες αποφάσεις δυνάμει του άρθρου 66 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679

1.Αίτημα για έκδοση επείγουσας απόφασης από το ΕΣΠΔ δυνάμει του άρθρου 66 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 υποβάλλεται από εποπτική αρχή το αργότερο τρεις εβδομάδες πριν από τη λήξη των προσωρινών μέτρων που λήφθηκαν δυνάμει του άρθρου 61 παράγραφος 8, του άρθρου 62 παράγραφος 7 ή του άρθρου 66 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679. Το εν λόγω αίτημα περιλαμβάνει όλα τα ακόλουθα στοιχεία:

α)σύνοψη των σχετικών πραγματικών περιστατικών·

β)το προσωρινό μέτρο που λήφθηκε στο έδαφος του κράτους μέλους της εποπτικής αρχής που ζητεί την έκδοση της απόφασης, τη διάρκεια του μέτρου και τους λόγους λήψης των προσωρινών μέτρων, ειδικότερα τον λόγο που δικαιολογεί την επείγουσα ανάγκη λήψης μέτρων για να προστατευθούν τα δικαιώματα και οι ελευθερίες των υποκειμένων των δεδομένων·

γ)πληροφορίες σχετικά με κάθε ερευνητικό μέτρο που λήφθηκε στο έδαφος της εποπτικής αρχής και παρατηρήσεις που λήφθηκαν από την τοπική εγκατάσταση των ερευνώμενων μερών ή κάθε άλλη πληροφορία την οποία κατέχει η αιτούσα εποπτική αρχή·

δ)τον λόγο που δικαιολογεί την επείγουσα ανάγκη λήψης οριστικών μέτρων στο έδαφος της αιτούσας εποπτικής αρχής, λαμβανομένου υπόψη του εξαιρετικού χαρακτήρα των περιστάσεων που επιτάσσουν τη λήψη του οριστικού μέτρου, ή απόδειξη ότι η εποπτική αρχή δεν ανταποκρίθηκε σε αίτημα δυνάμει του άρθρου 61 παράγραφος 3 ή του άρθρου 62 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679·

ε)όταν η αιτούσα εποπτική αρχή δεν είναι η επικεφαλής εποπτική αρχή, τις απόψεις της επικεφαλής εποπτικής αρχής·

στ)όπου συντρέχει περίπτωση, τις απόψεις της τοπικής εγκατάστασης των ερευνώμενων μερών εις βάρος των οποίων λήφθηκαν προσωρινά μέτρα δυνάμει του άρθρου 66 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.

2.Η επείγουσα απόφαση της παραγράφου 1 απευθύνεται στην εποπτική αρχή που υπέβαλε το αίτημα και παρέχει στην αιτούσα εποπτική αρχή τη δυνατότητα διατηρήσει ή να τροποποιήσει το προσωρινό μέτρο που έλαβε.

3.Όταν το ΕΣΠΔ εκδίδει επείγουσα δεσμευτική απόφαση με την οποία επισημαίνει ότι θα πρέπει να ληφθούν οριστικά μέτρα, η εποπτική αρχή στην οποία απευθύνεται η απόφαση λαμβάνει τα εν λόγω μέτρα πριν από τη λήξη των προσωρινών μέτρων που λήφθηκαν δυνάμει του άρθρου 66 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.

4.Η εποπτική αρχή που υπέβαλε το αίτημα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 κοινοποιεί την απόφασή της σχετικά με τα οριστικά μέτρα στην εγκατάσταση του υπευθύνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία στο έδαφος του κράτους μέλους της και ενημερώνει το ΕΣΠΔ. Όταν η επικεφαλής εποπτική αρχή δεν είναι η αιτούσα εποπτική αρχή, η αιτούσα εποπτική αρχή ενημερώνει την επικεφαλής εποπτική αρχή σχετικά με το οριστικό μέτρο.

5.Όταν στην επείγουσα δεσμευτική απόφαση επισημαίνεται ότι δεν είναι αναγκαία η επείγουσα λήψη οριστικών μέτρων, η επικεφαλής εποπτική αρχή και οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές εφαρμόζουν τη διαδικασία του άρθρου 60 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.

Κεφάλαιο VII

Γενικές και τελικές διατάξεις

Άρθρο 29

Έναρξη προθεσμιών και ορισμός εργάσιμης ημέρας

1.Οι προθεσμίες που προβλέπονται ή τάσσονται από τις εποπτικές αρχές δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 υπολογίζονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1182/71 του Συμβουλίου 17 .

2.Οι προθεσμίες αρχίζουν την εργάσιμη ημέρα που έπεται εκείνης κατά την οποία συνέβη το γεγονός στο οποίο αναφέρεται η σχετική διάταξη του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 ή του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 30

Μεταβατικές διατάξεις

Τα κεφάλαια III και IV εφαρμόζονται σε έρευνες που κινούνται αυτεπαγγέλτως μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού και σε έρευνες που βασίζονται σε καταγγελία, όταν η καταγγελία υποβλήθηκε μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού.

Το κεφάλαιο V εφαρμόζεται σε όλες τις υποθέσεις που υποβάλλονται στη διαδικασία επίλυσης διαφορών δυνάμει του άρθρου 65 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 31

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες,

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο    Για το Συμβούλιο

Η Πρόεδρος    Η Πρόεδρος

(1)    Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων), ΕΕ 119 της 4.5.2016, σ. 1.
(2)    Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο με τίτλο «Η προστασία των δεδομένων ως πυλώνας της ενδυνάμωσης των πολιτών και της προσέγγισης της ΕΕ στην ψηφιακή μετάβαση — δύο έτη εφαρμογής του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία Δεδομένων» (COM/2020/264 final).
(3)    Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 25ης Μαρτίου 2021, σχετικά με την έκθεση αξιολόγησης της Επιτροπής για την εφαρμογή του γενικού κανονισμού για την προστασία δεδομένων δύο έτη μετά την εφαρμογή του [2020/2717(RSP)].
(4)     https://edpb.europa.eu/our-work-tools/our-documents/statements/statement-enforcement-cooperation_en .
(5)     https://edpb.europa.eu/system/files/2022-10/edpb_letter_out2022-0069_to_the_eu_commission_on_procedural_aspects_en_0.pdf .
(6)     https://ec.europa.eu/transparency/expert-groups-register/screen/expert-groups/consult?lang=el&do=groupDetail.groupDetail&groupID=3537 .
(7)     https://ec.europa.eu/transparency/expert-groups-register/screen/expert-groups/consult?lang=el&do=groupDetail.groupDetail&groupID=3461 .
(8)     https://commission.europa.eu/strategy-documents/commission-work-programme/commission-work-programme-2023_en .
(9)    Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο με τίτλο «Η προστασία των δεδομένων ως πυλώνας της ενδυνάμωσης των πολιτών και της προσέγγισης της ΕΕ στην ψηφιακή μετάβαση — δύο έτη εφαρμογής του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία Δεδομένων» (COM/2020/264 final).
(10)    Έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής το οποίο συνοδεύει το έγγραφο με τίτλο Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο με τίτλο «Η προστασία των δεδομένων ως πυλώνας της ενδυνάμωσης των πολιτών και της προσέγγισης της ΕΕ στην ψηφιακή μετάβαση — δύο έτη εφαρμογής του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία Δεδομένων» [SWD(2020) 115 final].
(11)    Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 25ης Μαρτίου 2021, σχετικά με την έκθεση αξιολόγησης της Επιτροπής για την εφαρμογή του γενικού κανονισμού για την προστασία δεδομένων δύο έτη μετά την εφαρμογή του [2020/2717(RSP)].
(12)     https://edpb.europa.eu/our-work-tools/our-documents/statements/statement-enforcement-cooperation_en .
(13)     https://edpb.europa.eu/system/files/2022-10/edpb_letter_out2022-0069_to_the_eu_commission_on_procedural_aspects_en_0.pdf .
(14)    ΕΕ , , σ. .
(15)    ΕΕ , , σ. .
(16)    Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (ΕΕ 119 της 4.5.2016, σ. 1).
(17)    Κανονισμός (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1182/71 του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 1971, περί καθορισμού των κανόνων που εφαρμόζονται στις προθεσμίες, ημερομηνίες και διορίες (ΕΕ 124 της 8.6.1971, σ. 1).

Βρυξέλλες, 4.7.2023

COM(2023) 348 final

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

της πρότασης

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

για τη θέσπιση πρόσθετων διαδικαστικών κανόνων σχετικά με την επιβολή του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679




ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Καταγγελία που υποβάλλεται βάσει του άρθρου 3 1

Μέρος A: Υποχρεωτικές πληροφορίες

1.Ταυτοποίηση του προσώπου ή της οντότητας που υποβάλλει την καταγγελία

Εάν ο καταγγέλλων είναι φυσικό πρόσωπο, να προσκομίζεται μέσο ταυτοποίησης 2 .

Εάν η καταγγελία υποβάλλεται από φορέα που αναφέρεται στο άρθρο 80 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, να προσκομίζονται αποδεικτικά στοιχεία ότι ο εν λόγω φορέας έχει συσταθεί δεόντως σύμφωνα με τη νομοθεσία κράτους μέλους.

Εάν η καταγγελία υποβάλλεται βάσει του άρθρου 80 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, να προσκομίζονται αποδεικτικά στοιχεία ότι ο φορέας που υποβάλλει την καταγγελία ενεργεί βάσει εντολής του υποκειμένου των δεδομένων.

2.Στοιχεία επικοινωνίας 3

Όταν η καταγγελία υποβάλλεται ηλεκτρονικά, διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.

Όταν η καταγγελία υποβάλλεται ταχυδρομικώς, ταχυδρομική διεύθυνση.

Αριθμός τηλεφώνου.

3.Οντότητα η οποία επεξεργάστηκε ή επεξεργάζεται τα προσωπικά σας δεδομένα κατά τρόπο που παραβιάζει τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679

Παραθέστε όλες τις πληροφορίες που έχετε στη διάθεσή σας ώστε να διευκολυνθεί η ταυτοποίηση της οντότητας που αποτελεί το αντικείμενο της καταγγελίας σας.

4.Αντικείμενο της καταγγελίας

Παραθέστε τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει, κατά τη γνώμη σας, ότι διενεργείται ή διενεργήθηκε επεξεργασία των προσωπικών σας δεδομένων η οποία παραβαίνει τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 (ΓΚΠΔ). Να αναφέρετε ειδικότερα το πλαίσιο στο οποίο τα προσωπικά σας δεδομένα υποβλήθηκαν σε επεξεργασία.

Μέρος B: Συμπληρωματικές πληροφορίες

Εάν είναι δυνατόν, να παρατεθούν οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 (ΓΚΠΔ) τις οποίες θεωρείτε ότι παραβίασε η οντότητα που επεξεργάζεται ή επεξεργάστηκε τα προσωπικά σας δεδομένα.

Διευκρινίστε αν, πριν από την υποβολή της καταγγελίας σας, επικοινωνήσατε με την οντότητα που αναφέρεται στο σημείο 3 του μέρους Α και περιγράψτε το αποτέλεσμα του διαβήματος αυτού. Εάν είναι δυνατόν, επισυνάψτε κάθε σχετική αλληλογραφία που ανταλλάξατε με την εν λόγω οντότητα.

Διευκρινίστε αν έχετε κινήσει άλλες διοικητικές και/ή δικαστικές διαδικασίες σχετικά με το αντικείμενο της καταγγελίας σας. Εάν αυτό ισχύει, εξηγήστε την κατάσταση και, κατά περίπτωση, την έκβαση των εν λόγω διαδικασιών.

Υποβάλετε όλα τα έγγραφα που έχετε στην κατοχή σας σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στην καταγγελία σας [αντίγραφο των εγγράφων που πιστοποιούν τη σχέση σας με τον υπεύθυνο επεξεργασίας δεδομένων (π.χ. τιμολόγια, συμβόλαια)· αντίγραφο τυχόν μηνυμάτων ή ηλεκτρονικών μηνυμάτων εμπορικής προώθησης· εικόνες, φωτογραφίες ή στιγμιότυπα οθόνης· εκθέσεις εμπειρογνωμόνων· μαρτυρίες· εκθέσεις επιθεώρησης].

Μέρος Γ: Δήλωση και υπογραφή

Επιβεβαιώστε ότι οι πληροφορίες που παρέχονται στο παρόν έντυπο υποβάλλονται καλοπίστως.

Ημερομηνία και υπογραφή

(1)    Η καταγγελία πρέπει να συμπληρώνεται και να υποβάλλεται ηλεκτρονικά ή να συμπληρώνεται και να υποβάλλεται στην εποπτική αρχή ταχυδρομικώς.
(2)    Για παράδειγμα, διαβατήριο, άδεια οδήγησης, δελτίο εθνικής ταυτότητας.
(3)    Στην περίπτωση που η καταγγελία υποβάλλεται από φορέα που αναφέρεται στο άρθρο 80 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, πρέπει να παρέχονται όλες οι πληροφορίες που ζητούνται στο σημείο 2.