|
31.8.2023 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 307/19 |
ΓΝΩΜΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ
της 5ης Ιουλίου 2023
σχετικά με τροποποιήσεις του ενωσιακού πλαισίου για τη διαχείριση κρίσεων και την ασφάλιση των καταθέσεων
(CON/2023/19)
(2023/C 307/04)
Εισαγωγή και νομική βάση
Στις 18 Απριλίου 2023 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε: 1) πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014 όσον αφορά τα μέτρα έγκαιρης παρέμβασης, τις προϋποθέσεις εξυγίανσης και τη χρηματοδότηση για δράση εξυγίανσης (1) (εφεξής οι «προτεινόμενες τροποποιήσεις του κανονισμού για τον Ενιαίο Μηχανισμό Εξυγίανσης» ή οι «προτεινόμενες τροποποιήσεις του κανονισμού SRMR»)· 2) πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 2014/59/ΕΕ όσον αφορά τα μέτρα έγκαιρης παρέμβασης, τις προϋποθέσεις εξυγίανσης και τη χρηματοδότηση για δράση εξυγίανσης (2) (εφεξής οι «προτεινόμενες τροποποιήσεις της οδηγίας για την ανάκαμψη και την εξυγίανση των τραπεζών» ή οι «προτεινόμενες τροποποιήσεις της οδηγίας BRRD»)· 3) πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 2014/49/ΕΕ όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής της προστασίας των καταθέσεων, τη χρήση των κεφαλαίων των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων, τη διασυνοριακή συνεργασία και τη διαφάνεια (3) (εφεξής οι «προτεινόμενες τροποποιήσεις της οδηγίας για τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων» ή οι «προτεινόμενες τροποποιήσεις της ΟΣΕΚ»)· και 4) πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 2014/59/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014 όσον αφορά ορισμένες πτυχές της ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων (4) (εφεξής οι «προτεινόμενες τροποποιήσεις των αλυσιδωτών δομών»). Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις του κανονισμού SRMR, οι προτεινόμενες τροποποιήσεις της οδηγίας BRRD, οι προτεινόμενες τροποποιήσεις της ΟΣΕΚ και οι προτεινόμενες τροποποιήσεις των αλυσιδωτών δομών, καλούνται εφεξής, από κοινού, η «προτεινόμενη δέσμη νομοθετικών μέτρων».
Η Επιτροπή πρότεινε να ζητηθεί η γνώμη της ΕΚΤ σχετικά με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις του κανονισμού SRMR, τις προτεινόμενες τροποποιήσεις της οδηγίας BRRD και τις προτεινόμενες τροποποιήσεις της ΟΣΕΚ. Στις 23 Ιουνίου και στις 3 Ιουλίου 2023, η ΕΚΤ έλαβε αιτήματα από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αντίστοιχα, για τη διατύπωση γνώμης σχετικά με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις των αλυσιδωτών δομών.
Η γνωμοδοτική αρμοδιότητα της ΕΚΤ βασίζεται στο άρθρο 127 παράγραφος 4 και στο άρθρο 282 παράγραφος 5 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεδομένου ότι η προτεινόμενη δέσμη νομοθετικών μέτρων περιέχει διατάξεις που επηρεάζουν: 1) το καθήκον του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ) να συμβάλλει στην ομαλή άσκηση πολιτικών τις οποίες επιδιώκουν οι αρμόδιες αρχές και οι οποίες αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων και τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, βάσει του άρθρου 127 παράγραφος 5 της Συνθήκης· και 2) τα καθήκοντα που απονέμονται στην ΕΚΤ σχετικά με την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων σύμφωνα με το άρθρο 127 παράγραφος 6 της Συνθήκης. Η παρούσα γνώμη εκδόθηκε από το διοικητικό συμβούλιο, σύμφωνα με το άρθρο 17.5 πρώτη πρόταση του εσωτερικού κανονισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Γενικές παρατηρήσεις:
1. Αναγκαία επικαιροποίηση του πλαισίου της Ένωσης για τη διαχείριση κρίσεων και την ασφάλιση των καταθέσεων
|
1.1. |
Η ΕΚΤ εκφράζει την έντονη ικανοποίησή της για την προτεινόμενη δέσμη νομοθετικών μέτρων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία επιδιώκει να επιφέρει βελτιώσεις σε όλα τα διαφορετικά στάδια του πλαισίου της Ένωσης για τη διαχείριση κρίσεων και την ασφάλιση των καταθέσεων (ΔΚΑΚ) (5). Η εύρυθμη λειτουργία του πλαισίου ΔΚΑΚ της Ένωσης είναι απαραίτητη για την αντιμετώπιση πιθανών ή πραγματικών πτωχεύσεων πιστωτικών ιδρυμάτων όλων των μεγεθών εντός και μεταξύ κρατών μελών. Το ισχύον πλαίσιο ΔΚΑΚ, το οποίο θεσπίστηκε για την αντιμετώπιση της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008, εφαρμόζεται εδώ και μερικά έτη και η πείρα έχει δείξει ότι οι μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν κατά την τελευταία δεκαετία έχουν ενισχύσει σημαντικά την αποτελεσματικότητά του. Η παρούσα επανεξέταση αποτελεί σημαντική ευκαιρία για την περαιτέρω ενίσχυση του πλαισίου ΔΚΑΚ υπό το πρίσμα των διδαγμάτων που αντλήθηκαν κατά τα πρώτα έτη εφαρμογής του. |
|
1.2. |
Η προτεινόμενη δέσμη νομοθετικών μέτρων αποσκοπεί στην αύξηση της ανθεκτικότητας των ευρωπαϊκών χρηματοπιστωτικών αγορών σε καταστάσεις κρίσης. Περαιτέρω, εναρμονίζει τους εφαρμοστέους κανόνες διαχείρισης κρίσεων στην Ένωση, μειώνοντας την πολυπλοκότητα της διαχείρισης διασυνοριακών κρίσεων. Διευρύνει επίσης το πεδίο εφαρμογής και αποσκοπεί στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της διαθέσιμης εργαλειοθήκης διαχείρισης κρίσεων για την αντιμετώπιση των καταστάσεων κρίσης, ιδίως σε σχέση με τις πτωχεύσεις μικρότερων και μεσαίων πιστωτικών ιδρυμάτων. |
|
1.3. |
Η ΕΚΤ επικροτεί τις βελτιώσεις του καθεστώτος έγκαιρης παρέμβασης, καθώς και τις νέες διατάξεις σχετικά με τη συνεργασία και την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ εποπτικών αρχών και αρχών εξυγίανσης, οι οποίες αποσκοπούν στην περαιτέρω ενίσχυση της διαδικασίας διαχείρισης κρίσεων. Στο πλαίσιο αυτού του καθεστώτος θα είναι σημαντικό να διατηρηθεί σαφής κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ εποπτικών αρχών και αρχών εξυγίανσης. |
|
1.4. |
Η ΕΚΤ εκφράζει επίσης την ικανοποίησή της για την προτεινόμενη διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής της εξυγίανσης (6), η οποία θα βελτιώσει την αποτελεσματική διαχείριση των πτωχεύσεων μικρότερων και μεσαίων πιστωτικών ιδρυμάτων στα κράτη μέλη με εναρμονισμένο τρόπο (7). Παράλληλα, είναι επιτακτική ανάγκη αυτό το ευρύτερο πεδίο εφαρμογής της εξυγίανσης να συνοδεύεται από επαρκή χρηματοδότηση της εξυγίανσης για τα μικρά και μεσαία πιστωτικά ιδρύματα. Χωρίς βελτιωμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση, η διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής της εξυγίανσης κινδυνεύει να αποβεί αδύνατη στην πράξη. Ως εκ τούτου, εκκινώντας από την αρχή ότι οι ζημίες σε περίπτωση πτώχευσης πιστωτικού ιδρύματος θα πρέπει να βαρύνουν πρωτίστως τους μετόχους και τους πιστωτές, η ΕΚΤ υποστηρίζει πλήρως το ότι η προτεινόμενη δέσμη νομοθετικών μέτρων προβλέπει επίσης ισχυρότερο ρόλο για τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων (ΣΕΚ) κατά την εξυγίανση, με την επιφύλαξη ορισμένων εγγυήσεων. Είναι σημαντικό ο ρόλος αυτός να διευκολύνεται από την εναρμονισμένη δοκιμή ελάχιστου κόστους και την προτίμηση των καταθετών μίας κατηγορίας. |
|
1.5. |
Η προτεινόμενη δέσμη νομοθετικών μέτρων θα καταστήσει πιο εφικτή την πρόσβαση στις χρηματοδοτικές ρυθμίσεις εξυγίανσης σε ορισμένες περιπτώσεις. Ωστόσο, σε συστημικές κρίσεις κατά τις οποίες πολλά πιστωτικά ιδρύματα αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα ζητήματα ή όταν η διάσωση ορισμένης κατηγορίας πιστωτών με ίδια μέσα απειλεί να υπονομεύσει σοβαρά τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, θα ήταν επωφελές να επιτρέπεται η έκτακτη πρόσβαση στις χρηματοδοτικές ρυθμίσεις εξυγίανσης προκειμένου να διαφυλαχθεί το δημόσιο συμφέρον και να αποτραπούν συστημικές επιπτώσεις. Ως προς την αντιμετώπιση τέτοιων εξαιρετικών καταστάσεων η ΕΚΤ υποστηρίζει τη θέσπιση εξαίρεσης από τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, που να καλύπτει τη δυνατότητα πρόσβασης στις χρηματοδοτικές ρυθμίσεις εξυγίανσης πριν από την απορρόφηση των ζημιών ύψους 8 % των συνολικών υποχρεώσεων και ιδίων κεφαλαίων (TLOF) σε εξαιρετικές περιστάσεις, με την επιφύλαξη, ωστόσο, ισχυρών εγγυήσεων. |
|
1.6. |
Ανεξάρτητα από τη διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής της εξυγίανσης, ορισμένα πιστωτικά ιδρύματα θα εξακολουθήσουν να εκκαθαρίζονται στο πλαίσιο των εθνικών διαδικασιών εκκαθάρισης ή αφερεγγυότητας. Στις περιπτώσεις αυτές είναι σημαντικό να διασφαλιστεί η ομαλή και έγκαιρη διαδικασία για την αποτροπή τυχόν «αδιέξοδων καταστάσεων» (8) κατόπιν αρνητικής εκτίμησης του δημόσιου συμφέροντος. |
|
1.7. |
Η προτεινόμενη δέσμη νομοθετικών μέτρων επιδιώκει εξάλλου να εναρμονίσει και να ενισχύσει, π.χ. μέσω της προτίμησης των καταθετών μίας κατηγορίας, την ικανότητα των ΣΕΚ να παρεμβαίνουν με τη λήψη προληπτικών και εναλλακτικών μέτρων. Πάντως, η ΕΚΤ υποστηρίζει την περαιτέρω εναρμόνιση των μέτρων αυτών. Επιπλέον, η ΕΚΤ θα εκτιμούσε τη θέσπιση ρητής απαίτησης διαχωρισμού των κεφαλαίων των θεσμικών συστημάτων προστασίας (ΘΣΠ) και των κεφαλαίων των ΣΕΚ στα άρθρα της ΟΣΕΚ. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται ιδίως ότι οι ειδικές λειτουργίες των ΘΣΠ μπορούν, ως εκ τούτου, να συνεχίσουν να ασκούνται με τη συνδρομή των εν λόγω ειδικών κεφαλαίων των ΘΣΠ. |
|
1.8. |
Η ΕΚΤ θεωρεί αναγκαίο να βελτιωθούν οι ισχύοντες κανόνες μεταβίβασης των συνεισφορών των ΣΕΚ όταν τα πιστωτικά ιδρύματα αλλάζουν τη συμμετοχή τους σε διαφορετικό ΣΕΚ εντός της Ένωσης, ειδάλλως οι κανόνες αυτοί θα μπορούσαν να παρακωλύσουν μια πιο ολοκληρωμένη ενιαία αγορά για τις τραπεζικές υπηρεσίες στην Ένωση. Στο πλαίσιο αυτό η ΕΚΤ υποστηρίζει την ανάθεση στην Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ) της ανάπτυξης μεθοδολογίας υπολογισμού του ύψους των μεταβιβαστέων συνεισφορών, κατά τρόπο που να διασφαλίζει την ευθυγράμμιση με τους μεταβιβαζόμενους κινδύνους. |
|
1.9. |
Η ΕΚΤ υποστηρίζει σθεναρά την ταχεία ολοκλήρωση της νομοθετικής διαδικασίας, σύμφωνα με τον στόχο της ολοκλήρωσης των συζητήσεων κατά τη διάρκεια της τρέχουσας κοινοβουλευτικής περιόδου (9). Η προτεινόμενη δέσμη νομοθετικών μέτρων επιτυγχάνει τη σωστή ισορροπία μεταξύ των βασικών στόχων, αφενός, της προστασίας των φορολογουμένων και των καταθετών και, αφετέρου, της διαφύλαξης της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Αποτελεί μια συνεκτική δέσμη που πρέπει να συζητηθεί συνολικά, δεδομένου ότι τα βασικά στοιχεία της θα λειτουργήσουν όπως προβλέπεται μόνον εάν τεθούν σε εφαρμογή ταυτόχρονα. |
2. Ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης
|
2.1. |
Πέρα από την προτεινόμενη δέσμη νομοθετικών μέτρων, η οποία αποτελεί σημαντικό βήμα προς την ενίσχυση της τραπεζικής ένωσης, θα απαιτηθούν περαιτέρω πρωτοβουλίες για την ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης κατά τα επόμενα έτη. |
|
2.2. |
Πρώτον, το Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασφάλισης Καταθέσεων (ΕΣΑΚ) είναι ο τρίτος αναγκαίος πυλώνας για την ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης (10) και θα ενισχύσει περαιτέρω την ανθεκτικότητα του τραπεζικού τομέα της Ένωσης. Η εφαρμογή του ΕΣΑΚ με πλήρη καταμερισμό των κινδύνων, συμπεριλαμβανομένης της πλήρους κάλυψης τόσο των αναγκών ρευστότητας όσο και των ζημιών, εξακολουθεί να αποτελεί βασική προτεραιότητα (11). Το κοινό σύστημα θα διασφαλίσει ότι το επίπεδο εμπιστοσύνης στην ασφάλεια των τραπεζικών καταθέσεων θα είναι εξίσου υψηλό σε όλα τα κράτη μέλη (12), μειώνοντας έτσι τον κίνδυνο μαζικών αναλήψεων καταθέσεων και διαφυλάσσοντας τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Το να παραμείνει η λειτουργία της προστασίας των καταθετών σε εθνικό επίπεδο συντηρεί τον δεσμό μεταξύ πιστωτικού ιδρύματος και κράτους. Τούτο εμποδίζει τη δημιουργία ισότιμων όρων ανταγωνισμού, αποδυναμώνει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και συνεπάγεται τη μη επίτευξη ενός από τους κύριους στόχους της τραπεζικής ένωσης. Η θέσπιση ΕΣΑΚ θα μπορούσε επίσης να επιτρέψει περαιτέρω βελτιώσεις του πλαισίου διαχείρισης κρίσεων και της διασυνοριακής ολοκλήρωσης στην τραπεζική ένωση. Η ΕΚΤ επικροτεί το αίτημα της Επιτροπής για ανανεωμένη προσπάθεια επίτευξης πολιτικής συμφωνίας σχετικά με το ΕΣΑΚ (13) και καλεί τους νομοθέτες της Ένωσης να σημειώσουν πρόοδο στο θέμα αυτό. |
|
2.3. |
Δεύτερον, πρέπει να διασφαλιστεί κατά προτεραιότητα η πλήρης εφαρμογή στην πράξη του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας στο πλαίσιο του μηχανισμού ασφαλείας για το Ενιαίο Ταμείο Εξυγίανσης (ΕΤΕ). |
|
2.4. |
Τρίτον, η πρόσβαση στη ρευστότητα είναι απαραίτητη για την επιτυχή εξυγίανση, όπως καταδεικνύεται και από τις πρόσφατες κρίσεις. Επί του παρόντος η τραπεζική ένωση εξακολουθεί να μη διαθέτει πλαίσιο για τη ρευστότητα κατά την εξυγίανση. Το πλαίσιο αυτό θα πρέπει να θεσπιστεί σύμφωνα με τις κατευθυντήριες αρχές του Συμβουλίου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και τις διεθνείς βέλτιστες πρακτικές. |
Ειδικές παρατηρήσεις
3. Λήψη μέτρων έγκαιρης παρέμβασης από την εποπτική αρχή
|
3.1. |
Η ΕΚΤ επικροτεί τις προτάσεις της Επιτροπής σχετικά με το πλαίσιο έγκαιρης παρέμβασης, οι οποίες βασίζονται σε προηγούμενες συστάσεις της ΕΚΤ (14). Η προτεινόμενη δέσμη νομοθετικών μέτρων είναι σημαντική για την αντιμετώπιση των υφιστάμενων προκλήσεων κατά την εφαρμογή του εν λόγω πλαισίου. Η παροχή άμεσης νομικής βάσης για την άσκηση από την ΕΚΤ των εξουσιών έγκαιρης παρέμβασης βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (15) [εφεξής ο «κανονισμός για τον Ενιαίο Μηχανισμό Εξυγίανσης» (κανονισμός SRMR)] (16) μειώνει τον κίνδυνο που απορρέει από τη δυνητικά αποκλίνουσα μεταφορά της οδηγίας 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (17) [εφεξής η «οδηγία για την ανάκαμψη και την εξυγίανση των τραπεζών» (οδηγία BRRD)] στο εθνικό δίκαιο. Η προτεινόμενη δέσμη νομοθετικών μέτρων εξαλείφει επίσης την αλληλεπικάλυψη μεταξύ μέτρων έγκαιρης παρέμβασης και εποπτικών μέτρων, ενισχύοντας την αντίστοιχη πρακτική εφαρμογή τους (18). Εκτός από τις αλλαγές αυτές, η ΕΚΤ υποστηρίζει την ευθυγράμμιση των προϋποθέσεων λήψης μέτρων έγκαιρης παρέμβασης με τις προϋποθέσεις λήψης εποπτικών μέτρων από την ίδια. Η ευθυγράμμιση αυτή θα διευρύνει τη δυνατότητα της εποπτικής αρχής να παρεμβαίνει άμεσα, λαμβάνοντας μέτρα έγκαιρης παρέμβασης για την αντιμετώπιση των αδυναμιών που έχουν εντοπιστεί, ακόμη και αν δεν έχει ακόμη διαπραχθεί παράβαση ή πιθανή παράβαση των απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας. Η ΕΚΤ συνιστά να διαγραφεί η αναφορά στην ταχεία και σημαντική επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της οντότητας ως προϋπόθεση λήψης μέτρου έγκαιρης παρέμβασης. Μια τέτοια αναφορά θα μπορούσε να υπονομεύσει την ικανότητα της εποπτικής αρχής να αντιμετωπίσει ορθά και έγκαιρα την επιδείνωση της κατάστασης της οντότητας, όταν, για παράδειγμα, η επιδείνωση δεν είναι μεν ταχεία, αλλά εξακολουθεί να είναι σημαντική, ή η επιδείνωση σχετίζεται με ζητήματα διακυβέρνησης, εσωτερικούς ελέγχους και άλλες μη χρηματοοικονομικές παραμέτρους. |
|
3.2. |
Η ΕΚΤ επικροτεί επίσης την πρόταση να συμπεριληφθεί η εξουσία λήψης όλων των μέτρων έγκαιρης παρέμβασης βάσει ενιαίας διάταξης (19), υπό τους ίδιους όρους, χωρίς να περιλαμβάνεται κλιμάκωση. Με τον τρόπο αυτό θα καταστεί δυνατή η ταχεία λήψη του καταλληλότερου μέτρου ή των καταλληλότερων μέτρων έγκαιρης παρέμβασης, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών περιστάσεων κάθε κατάστασης. |
|
3.3. |
Με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις του κανονισμού SRMR επιδιώκεται η χορήγηση στην ΕΚΤ της εξουσίας να λαμβάνει μέτρα έγκαιρης παρέμβασης βάσει παράβασης ή πιθανής παράβασης των ελάχιστων απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων (MREL) (20), ακόμη και αν με την εν λόγω παράβαση δεν παραβιάζονται οι απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας. Οι MREL αποσκοπούν στη διευκόλυνση της εφαρμογής μιας συντεταγμένης στρατηγικής εξυγίανσης για ένα πιστωτικό ίδρυμα το οποίο παύει να είναι βιώσιμο. Ως εκ τούτου, εξυπηρετούν διακριτό σκοπό σε σύγκριση με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας, οι οποίες αποσκοπούν στη διαφύλαξη της ασφάλειας και ευρωστίας των πιστωτικών ιδρυμάτων. Συνεπώς, οι αρχές εξυγίανσης είναι οι πλέον κατάλληλες, καθώς και νομικά αρμόδιες για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης με τους στόχους των MREL και τη λήψη διορθωτικών μέτρων σε σχέση με αυτούς. Ως εκ τούτου, το προνόμιο της αντιμετώπισης των παραβάσεων των MREL θα πρέπει να εξακολουθεί να ανήκει αποκλειστικά στις αρχές εξυγίανσης σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες οι παραβάσεις των MREL δεν χαρακτηρίζονται ταυτόχρονα ως παραβάσεις απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων. Με τον τρόπο αυτό θα αποτραπεί η αλληλεπικάλυψη των καθηκόντων και η ασάφεια των αρμοδιοτήτων μεταξύ των αρχών προληπτικής εποπτείας και των αρχών εξυγίανσης. |
|
3.4. |
Μολονότι τα εποπτικά μέτρα μπορούν πράγματι να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά ορισμένα διαρθρωτικά ζητήματα βιωσιμότητας, ενδέχεται να αποδειχθούν ανεπαρκή σε περιπτώσεις που αφορούν πιστωτικά ιδρύματα με αδύναμα επιχειρηματικά μοντέλα τα οποία αντιμετωπίζουν παρατεταμένες δυσκολίες και συνεχή εξάντληση κεφαλαίου. Εφόσον τα εν λόγω πιστωτικά ιδρύματα δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για να θεωρηθούν ότι «τελούν υπό πτώχευση ή ενδέχεται να πτωχεύσουν», η υφιστάμενη εργαλειοθήκη ενδέχεται να μην παρέχει στην αρμόδια αρχή επαρκή εργαλεία για να τα προτρέψει να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα αντιμετώπισης των εν λόγω κινδύνων. Η πρόσφατη εμπειρία δείχνει ότι η σταδιακή εκούσια εκκαθάριση, συνοδευόμενη από κατάλληλη κεφαλαιακή στήριξη και στήριξη της ρευστότητας, θα μπορούσε, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να αποτελέσει οικονομικά αποδοτική λύση για την έξοδo των πιστωτικών ιδρυμάτων με αδύναμο επιχειρηματικό μοντέλο από την αγορά, αποτρέποντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, μια παρατεταμένη περίοδο εξασθένησης, συμπεριλαμβανομένων περαιτέρω ζημιών και εξάντλησης κεφαλαίου επί σειρά ετών, με αποκορύφωμα την πτώχευση του πιστωτικού ιδρύματος. Υπό το πρίσμα αυτό, η ΕΚΤ υποστηρίζει τη συμπερίληψη ρητής διάταξης που θα χορηγεί στις αρμόδιες αρχές, στο πλαίσιο της έγκαιρης παρέμβασης, την εξουσία να ζητούν την υποβολή σχεδίου προς εφαρμογή σε περίπτωση εκούσιας εκκαθάρισης. Η αρμόδια αρχή μπορεί να ζητήσει από το ίδρυμα να συμπεριλάβει πρόσθετα στοιχεία στο σχέδιο. Η κατάρτιση ενός τέτοιου σχεδίου θα ενισχύσει την προσήλωση του ιδρύματος στις διαθέσιμες στρατηγικές επιλογές και το σχετικό κόστος. Σε κάθε περίπτωση, η τελική απόφαση σχετικά με την εφαρμογή του σχεδίου θα επαφίεται στο οικείο ίδρυμα και στους μετόχους του. |
4. Προετοιμασία για εξυγίανση
|
4.1. |
Η ΕΚΤ υποστηρίζει πλήρως τις προτάσεις για περαιτέρω ενίσχυση της συνεργασίας και της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ της ΕΚΤ και του Ενιαίου Συμβουλίου Εξυγίανσης (ΕΣΕ) στο πλαίσιο των προετοιμασιών για εξυγίανση (21). Ενώ η συνεργασία και η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της ΕΚΤ, κατά την άσκηση της εποπτικής της λειτουργίας, και του ΕΣΕ είναι ήδη ολοκληρωμένη βάσει του διμερούς μνημονίου συνεννόησης (22), η ΕΚΤ επικροτεί τις προτάσεις να προβλεφθεί αυτή η στενότερη συνεργασία απευθείας στη νομοθεσία. |
|
4.2. |
Η ΕΚΤ αντιλαμβάνεται ότι η προτεινόμενη εξουσία της ΕΚΤ να συλλέγει πληροφορίες που αφορούν την εξυγίανση, για παράδειγμα μέσω επιτόπιων επιθεωρήσεων, και να τις παρέχει στο ΕΣΕ (23), επιδιώκει να αντικαταστήσει την υφιστάμενη εξουσία έγκαιρης παρέμβασης που προβλέπεται στην οδηγία BRRD (24). Ωστόσο, η ΕΚΤ προτείνει ορισμένες ήσσονος σημασίας τροποποιήσεις των σχετικών διατάξεων οι οποίες περιγράφουν λεπτομερώς την εν λόγω εξουσία, καθώς και την εισαγωγή επεξηγηματικής αιτιολογικής σκέψης που θα διευκρινίζει την ανάγκη να αξιολογείται κατά περίπτωση ο τρόπος συλλογής των εν λόγω πληροφοριών. |
|
4.3. |
Επιπλέον, ο όρος «εποπτική δραστηριότητα» δεν ορίζεται στην προτεινόμενη δέσμη νομοθετικών μέτρων, γεγονός που δυσχεραίνει τον καθορισμό του πεδίου εφαρμογής του προτεινόμενου καθήκοντος της ΕΚΤ να ενημερώνει το ΕΣΕ για την εν λόγω «εποπτική δραστηριότητα» (25). Αντ’ αυτού, η ΕΚΤ μπορεί να ενημερώνει το ΕΣΕ για όλες τις σχετικές εποπτικές αξιολογήσεις της ΕΚΤ, τις οποίες κοινοποιεί στα οικεία όργανα λήψης αποφάσεων. |
5. Προληπτική ανακεφαλαιοποίηση και κρατική στήριξη ρευστότητας
|
5.1. |
Η ΕΚΤ επαναλαμβάνει ότι η προληπτική ανακεφαλαιοποίηση αποτελεί χρήσιμο εργαλείο για έκτακτες περιστάσεις στο υφιστάμενο πλαίσιο για τη διαχείριση κρίσεων, το οποίο θα πρέπει να διατηρηθεί (26). Αποτελεί μία από τις ελάχιστες εξαιρέσεις στον γενικό κανόνα ότι η παροχή έκτακτης δημόσιας χρηματοπιστωτικής στήριξης σε πιστωτικό ίδρυμα έχει ως αποτέλεσμα το εν λόγω ίδρυμα να θεωρείται πιστωτικό ίδρυμα που τελεί υπό πτώχευση ή ενδέχεται να πτωχεύσει. Η προληπτική ανακεφαλαιοποίηση υπόκειται σε αυστηρές προϋποθέσεις οι οποίες έχουν πληρωθεί μόνο σε περιορισμένο αριθμό περιπτώσεων στο παρελθόν. Η περιορισμένη χρήση του μέσου καταδεικνύει την καταλληλότητα των ισχυουσών προϋποθέσεων. Πράγματι, οι οικείες αρχές πρέπει να είναι σε θέση να λαμβάνουν πλήρως υπόψη τις ειδικές περιστάσεις κάθε περίπτωσης. |
|
5.2. |
Η ΕΚΤ επικροτεί εν γένει τις διευκρινίσεις που περιέχονται στις προτεινόμενες τροποποιήσεις του κανονισμού SRMR, καθώς και τις προτάσεις για διατήρηση της υφιστάμενης εργαλειοθήκης για τον εντοπισμό των ζημιών που έχουν επέλθει (δηλαδή δεν θα μπορούσε να είναι κατάλληλος ο υποχρεωτικός έλεγχος της ποιότητας των περιουσιακών στοιχείων, καθώς και άλλα εργαλεία, όπως οι επιτόπιες επιθεωρήσεις), δεδομένου ότι οι προληπτικές ανακεφαλαιοποιήσεις κατά κανόνα πρέπει να εφαρμόζονται τάχιστα για να είναι αποτελεσματικές (27). |
|
5.3. |
Ταυτόχρονα, οι προϋποθέσεις προληπτικής ανακεφαλαιοποίησης δεν θα πρέπει να περιορίζουν την ικανότητα των οικείων αρχών να λαμβάνουν υπόψη τις ειδικές περιστάσεις κάθε περίπτωσης. Στο πλαίσιο αυτό, ο νέος προτεινόμενος ορισμός της φερεγγυότητας (28) θα υποχρεώσει την αρμόδια αρχή να καταλήγει στο συμπέρασμα ότι μια οντότητα δεν είναι φερέγγυα για τον συγκεκριμένο σκοπό της προληπτικής ανακεφαλαιοποίησης, επίσης με βάση απλώς τεχνικές ή προβλέψιμες προσωρινές παραβάσεις των κεφαλαιακών απαιτήσεων, οι οποίες ενδέχεται να περιορίσουν αδικαιολόγητα περαιτέρω τις προληπτικές ανακεφαλαιοποιήσεις, καθώς και την κρατική στήριξη της ρευστότητας. Ως εκ τούτου, η ΕΚΤ συνιστά να αποσαφηνιστεί ο νέος ορισμός, προκειμένου μια οντότητα να μπορεί να εξακολουθεί να αξιολογείται ως φερέγγυα και σε περιπτώσεις παράβασης ή πιθανής παράβασης των κεφαλαιακών απαιτήσεων, εάν οι εν λόγω παραβάσεις θεωρούνται προσωρινές υπό το πρίσμα των ειδικών περιστάσεων της υπόθεσης. |
|
5.4. |
Η ΕΚΤ αναγνωρίζει τα πλεονεκτήματα της απαίτησης στρατηγικής εξόδου από το μέτρο στήριξης (29). Ωστόσο, η εφαρμογή καθορισμένου χρονοδιαγράμματος χωρίς δυνατότητα παράτασης δημιουργεί τον κίνδυνο φαινομένων «κατακρήμνισης», διότι οι αγορές ενδέχεται να προβλέπουν την προθεσμία εξόδου, δημιουργώντας δυσμενείς συνέπειες για τις συνθήκες της αγοράς εις βάρος των δημοσίων εσόδων. Επιπλέον, θα πρέπει να είναι δυνατόν να λαμβάνονται υπόψη απροσδόκητες εξελίξεις στην αγορά. Η ΕΚΤ θεωρεί επίσης ότι δεν απαιτείται να εγκριθεί οποιαδήποτε στρατηγική εξόδου από πλευράς εποπτείας πέραν της έγκρισης της Επιτροπής που απαιτείται ήδη στο πλαίσιο της γενικής διαδικασίας χορήγησης κρατικών ενισχύσεων. Προκειμένου να είναι δυνατή η αποτελεσματική αντίδραση σε περίπτωση απρόβλεπτων περιστάσεων, θα πρέπει να καταργηθεί η αυτόματη σύνδεση μεταξύ τυχόν καθυστερήσεων στην εφαρμογή της στρατηγικής εξόδου και της αξιολόγησης σε περίπτωση πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης. Τέλος, και ο περιορισμός του ποσού των μέσων κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 (CET1) που αποκτώνται μέσω προληπτικής ανακεφαλαιοποίησης στο 2 % του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο ενδέχεται να περιορίσει αδικαιολόγητα τη χρήση των διαθέσιμων λύσεων. Για παράδειγμα, ενδέχεται να δημιουργήσει ανεπιθύμητα φαινόμενα κατακρήμνισης και να εγκυμονεί τον κίνδυνο το μέτρο της ανακεφαλαιοποίησης να είναι ανεπαρκές για να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη της αγοράς. |
6. Παρεμβάσεις των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων
|
6.1. |
Τα προληπτικά μέτρα των ΣΕΚ έχουν αποδειχθεί χρήσιμο εργαλείο για την πρόληψη κρίσεων. Στο πλαίσιο της προτεινόμενης δέσμης νομοθετικών μέτρων η παροχή στα ΣΕΚ της δυνατότητας να χρηματοδοτούν προληπτικές παρεμβάσεις θα εξακολουθήσει να αποτελεί επιλογή για τα κράτη μέλη (30). Λαμβανομένων υπόψη των δυνητικών οφελών των εργαλείων αυτών, η ΕΚΤ ενθαρρύνει τους νομοθέτες της Ένωσης να καταστήσουν διαθέσιμα τα προληπτικά μέτρα των ΣΕΚ στην Ένωση βάσει εναρμονισμένου πλαισίου ασφάλισης των καταθέσεων. Η ΕΚΤ αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι η ανάπτυξη της απαιτούμενης ικανότητας για τη λήψη προληπτικών μέτρων από τα ΣΕΚ μπορεί να απαιτήσει κάποιο χρόνο και, ως εκ τούτου, θεωρεί ότι ενδέχεται να είναι σκόπιμη μια μεταβατική περίοδος. Απαιτείται περαιτέρω εναρμόνιση προκειμένου να διασφαλιστούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού στην Ένωση, επαρκείς εγγυήσεις και καλύτερα εξοπλισμένη εργαλειοθήκη, ώστε να διασφαλιστεί η συνέπεια με τους γενικούς στόχους του πλαισίου ΔΚΑΚ. |
|
6.2. |
Η ΕΚΤ επικροτεί τις διευκρινίσεις που προτείνονται στον κανονισμό SRMR (31) και στην οδηγία BRRD (32) ότι οι παρεμβάσεις των ΣΕΚ που πραγματοποιούνται σύμφωνα με τους κανόνες της ΟΣΕΚ (33) για τα προληπτικά μέτρα δεν ενεργοποιούν τη διενέργεια αξιολόγησης σε περίπτωση πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης. Με τον τρόπο αυτό θα παρασχεθεί μεγαλύτερη σαφήνεια και ασφάλεια στις αρμόδιες αρχές. Ωστόσο, η ΕΚΤ διατηρεί ορισμένες επιφυλάξεις όσον αφορά την προϋπόθεση κατά την οποία η αρμόδια αρχή θα πρέπει να διαπιστώσει ότι η παρέμβαση των ΣΕΚ είναι αναγκαία για τη διατήρηση της χρηματοπιστωτικής ευρωστίας και της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του οικείου πιστωτικού ιδρύματος, προκειμένου η προληπτική παρέμβαση να μην ενεργοποιήσει τη διενέργεια αξιολόγησης σε περίπτωση πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης (34). Ως εκ τούτου, η ΕΚΤ συνιστά τη διαγραφή της εν λόγω αναφοράς από τις προτεινόμενες τροποποιήσεις του κανονισμού SRMR και της οδηγίας BRRD. |
|
6.3. |
Η ΕΚΤ εκφράζει επίσης την ικανοποίησή της για την εναρμόνιση της δοκιμής του ελάχιστου κόστους πριν από τη χρήση κεφαλαίων των ΣΕΚ ή κατά την εξέταση του ενδεχομένου εφαρμογής ενός προληπτικού μέτρου ΣΕΚ (35). Σε όλες τις περιπτώσεις χρήσης των ΣΕΚ, το εναρμονισμένο πλαίσιο δοκιμής ελάχιστου κόστους θα συμβάλει στην εξασφάλιση ισότιμων όρων ανταγωνισμού και στη διασφάλιση συνέπειας μεταξύ των κρατών μελών. Όσον αφορά την ειδική περίπτωση των προληπτικών μέτρων, στις προτεινόμενες τροποποιήσεις της ΟΣΕΚ επισημαίνεται ότι η πρόβλεψη ανακτήσεων εκκαθάρισης συνιστά πρόκληση, καθώς τα προληπτικά μέτρα θα πρέπει να λαμβάνονται πολύ πριν από οποιαδήποτε προβλέψιμη εκκαθάριση (36). Ως εκ τούτου, με τις εν λόγω προτάσεις συνιστάται η εφαρμογή συντελεστή κλίμακας 85 % επί του εκτιμώμενου δείκτη ανακτήσεων κατά τη διενέργεια της δοκιμής ελάχιστου κόστους για ένα προληπτικό μέτρο, επιτρέποντας πρόσθετη χρηματοδότηση από τα ΣΕΚ. Η ομοιόμορφη εφαρμογή ενός τέτοιου συντελεστή κλίμακας για τα προληπτικά και εναλλακτικά μέτρα, καθώς και για τη συνεισφορά των ΣΕΚ στην εξυγίανση θα εξισώσει περαιτέρω τους όρους του ανταγωνισμού και θα συμβάλει στη διευκόλυνση των εν λόγω παρεμβάσεων των ΣΕΚ σε περισσότερες περιπτώσεις. Ωστόσο, δεδομένου ότι η κατάσταση των ιδρυμάτων στα οποία εφαρμόζονται τα προληπτικά μέτρα μπορεί να διαφέρει σημαντικά όσον αφορά τους ισολογισμούς τους και τον βαθμό επιδείνωσής τους, ο συντελεστής κλίμακας ενδέχεται να μην ανταποκρίνεται επαρκώς στις ιδιαιτερότητες των προληπτικών μέτρων. Το ζήτημα αυτό μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικότερα από την ΕΑΤ στο πλαίσιο των προτεινόμενων σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων (37). |
|
6.4. |
Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις της ΟΣΕΚ προβλέπουν ότι τα πιστωτικά ιδρύματα που ζητούν από ΣΕΚ να χρηματοδοτήσει προληπτικά μέτρα οφείλουν να υποβάλουν στην αρμόδια αρχή προς διαβούλευση σημείωμα γνωστοποίησης των μέτρων τα οποία δεσμεύονται να λάβουν τα εν λόγω πιστωτικά ιδρύματα προκειμένου να διασφαλιστεί ή να αποκατασταθεί η συμμόρφωση με τις εποπτικές απαιτήσεις, συμπεριλαμβανομένων μέτρων για τον μετριασμό του κινδύνου επιδείνωσης της χρηματοπιστωτικής ευρωστίας και την ενίσχυση της κεφαλαιακής θέσης και της θέσης ρευστότητας του πιστωτικού ιδρύματος. Η ΕΚΤ προτείνει να διευκρινιστεί ότι η εποπτική αρχή θα είναι υποχρεωμένη να ελέγχει μόνον την προβλεπόμενη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας. Ο έλεγχος αυτός θα περιλαμβάνει την επαλήθευση των προληπτικών και εποπτικών πτυχών των σχεδίων αποκατάστασης, τα οποία αποσκοπούν στη διασφάλιση ή την αποκατάσταση της συμμόρφωσης με τις εποπτικές απαιτήσεις, καθώς και τη διασφάλιση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του πιστωτικού ιδρύματος. Η εποπτική αρχή θα πρέπει να συνεργάζεται στενά με τις εθνικές ορισθείσες αρχές ή τις αρχές των ΣΕΚ σε θέματα τα οποία εμπίπτουν εντός των ορίων της εντολής τους και για τα οποία εξακολουθούν να αρμόδιες. Επιπλέον, το ΣΕΚ και/ή η ορισθείσα αρχή έχουν πραγματικό συμφέρον και είναι οι πλέον κατάλληλοι να παρακολουθούν την επιστροφή από το πιστωτικό ίδρυμα του ποσού που συνεισέφερε το ΣΕΚ στο προληπτικό μέτρο, καθώς και το σχετικό χρονοδιάγραμμα, και να αποφασίσουν σε αυτή τη βάση εάν θα χορηγήσουν ή όχι περαιτέρω προληπτικά μέτρα στο εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα. |
|
6.5. |
Η ΕΚΤ προτείνει τη θέσπιση ρητής απαίτησης για διαχωρισμό των κεφαλαίων των ΘΣΠ και των ΣΕΚ. Η εμπειρία του παρελθόντος έχει δείξει ότι η ύπαρξη αυτοτελούς ταμείου ΘΣΠ είναι σημαντική για την ομαλή λειτουργία των εν λόγω συστημάτων. Θα υπάρξουν επίσης σημαντικά οφέλη από την ύπαρξη χωριστών κεφαλαίων των ΘΣΠ και ΣΕΚ, δεδομένου ότι τα χωριστά κεφάλαια των ΘΣΠ δεν υπόκεινται στους περιορισμούς που επιβάλλει η ΟΣΕΚ. Ως εκ τούτου, η ύπαρξη αυτοτελούς ταμείου ΘΣΠ διασφαλίζει ότι οι λοιπές λειτουργίες του ΘΣΠ μπορούν να εξακολουθήσουν να ασκούνται με τη συνδρομή των εν λόγω κεφαλαίων τα οποία προορίζονται για τους σκοπούς του ΘΣΠ. Για παράδειγμα, το ΘΣΠ, παρεμβαίνοντας προορατικά και έγκαιρα, διασφαλίζει ότι τα ιδρύματα-μέλη του πληρούν τις κανονιστικές απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και ρευστότητας. Η ΕΚΤ εκφράζει την ικανοποίησή της για το γεγονός ότι, όπως και στο παρελθόν, τα εν λόγω χωριστά κεφάλαια των ΘΣΠ δεν υπόκεινται στις απαιτήσεις της ΟΣΕΚ. Όσον αφορά τον ρόλο τους ως ΣΕΚ, η ΕΚΤ υποστηρίζει ότι τα ΘΣΠ θα πρέπει να εξακολουθήσουν να υπόκεινται στην ΟΣΕΚ προκειμένου να διασφαλίζονται ισότιμοι όροι ανταγωνισμού. Ως εκ τούτου, η πρόταση της Επιτροπής —σε συνδυασμό με τον διαχωρισμό των κεφαλαίων των ΘΣΠ και των ΣΕΚ— διατηρεί την αναγκαία ευελιξία, διασφαλίζοντας παράλληλα νομική σαφήνεια και ισότιμους όρους ανταγωνισμού. |
7. Έγκαιρη προειδοποίηση για ενδεχόμενη αξιολόγηση σε περίπτωση πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης
|
7.1. |
Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις του κανονισμού SRMR προβλέπουν ότι η ΕΚΤ ή η οικεία εθνική αρμόδια αρχή θα πρέπει να ενημερώνει το ΕΣΕ, το συντομότερο δυνατόν, όταν θεωρεί ότι υπάρχει σημαντικός κίνδυνος να πληρούται μία ή περισσότερες από τις προϋποθέσεις ώστε να θεωρηθεί ότι ένα ίδρυμα τελεί υπό πτώχευση ή ενδέχεται να πτωχεύσει (38). Στη συνέχεια, η ΕΚΤ ή η εθνική αρμόδια αρχή και το ΕΣΕ θα ανταλλάξουν απόψεις σχετικά με τα πιθανά μέτρα για την αποτροπή της εν λόγω πτώχευσης, καθώς και σχετικά με το εύλογο χρονοδιάγραμμα για την εφαρμογή τους. Η ΕΚΤ ή η εθνική αρμόδια αρχή και το ΕΣΕ θα παρακολουθούν την εξέλιξη της υπόθεσης και θα συνεδριάζουν τακτικά. |
|
7.2. |
Η ΕΚΤ υποστηρίζει την εν λόγω νέα διαδικασία έγκαιρης προειδοποίησης και εκφράζει την ικανοποίησή της για το γεγονός ότι δεν επηρεάζει την καθιερωμένη διαδικασία εξυγίανσης (39), συμπεριλαμβανομένων ιδίως των αρχών, της αρμοδιότητας και της διαδικασίας για την αξιολόγηση του κατά πόσον ένα ίδρυμα τελεί υπό πτώχευση ή ενδέχεται να πτωχεύσει. Με τον τρόπο αυτό θα αναπτυχθούν περαιτέρω βέλτιστες πρακτικές όσον αφορά τη συνεργασία μεταξύ της ΕΚΤ και του ΕΣΕ. Επιπλέον, διασφαλίζεται ότι η ΕΚΤ ή η εθνική αρμόδια αρχή και το ΕΣΕ μπορούν να αξιολογούν καταστάσεις κρίσης, καθώς αυτές εξελίσσονται, και να ενεργούν με τον πλέον κατάλληλο τρόπο με την πλήρη εργαλειοθήκη τους. |
|
7.3. |
Στο πνεύμα αυτό, η ΕΚΤ επικροτεί το γεγονός ότι η ενεργοποίηση αυτής της νέας διαδικασίας έγκαιρης προειδοποίησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την επακόλουθη αξιολόγηση σε περίπτωση πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης (40). Σε περιόδους ταχέως εξελισσόμενων κρίσεων, ενδέχεται να είναι σκόπιμο να διενεργηθεί άμεσα η εν λόγω αξιολόγηση, δεδομένης της σοβαρότητας της κατάστασης και της έλλειψης άμεσα διαθέσιμων μέτρων που θα μπορούσαν να αποτρέψουν την πτώχευση. |
8. Διαδικασία εξυγίανσης
|
8.1. |
Η ΕΚΤ εκφράζει την ικανοποίησή της για την επέκταση του πεδίου εφαρμογής της εξυγίανσης. Το ευρύτερο πεδίο εφαρμογής της εξυγίανσης θα καταστήσει τα εργαλεία εξυγίανσης διαθέσιμα σε ένα ευρύτερο σύνολο πιστωτικών ιδρυμάτων, βελτιώνοντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, την πρόσβαση σε διεθνή εργαλεία εξυγίανσης βέλτιστων πρακτικών και διασφαλίζοντας περαιτέρω εναρμόνιση στη διαχείριση κρίσεων. Ταυτόχρονα, η ΕΚΤ αντιλαμβάνεται ότι η πρόταση δεν θα απαιτεί από τις αρχές εξυγίανσης να προορίζουν τα μικρότερα πιστωτικά ιδρύματα για εξυγίανση, εάν το μέτρο αυτό θα ήταν δυσανάλογο. Τα εν λόγω πιστωτικά ιδρύματα θα μπορούσαν ακόμη να εκκαθαριστούν στο πλαίσιο των εθνικών διαδικασιών αφερεγγυότητας, εφόσον αυτό θα οδηγούσε σε πιο ικανοποιητικό αποτέλεσμα. Σε κάθε περίπτωση, η ΕΚΤ θα επιθυμούσε την ανάλυση του κατά πόσον το σωρευτικό αποτέλεσμα των προτεινόμενων αλλαγών όσον αφορά την εκτίμηση του δημοσίου συμφέροντος, συμπεριλαμβανομένου του νέου στόχου για ελαχιστοποίηση των ζημιών για τα ΣΕΚ, επιτυγχάνει τη σκοπούμενη αναλογική επέκταση της εξυγίανσης. |
|
8.2. |
Η διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής της εξυγίανσης ώστε να συμπεριληφθούν τα μικρότερα και μεσαία πιστωτικά ιδρύματα μπορεί να είναι αξιόπιστη μόνο εάν βρεθούν ρεαλιστικές λύσεις για τη διασφάλιση επαρκούς χρηματοδότησης της εξυγίανσης, συμπεριλαμβανομένης της εσωτερικής ικανότητας απορρόφησης ζημιών των πιστωτικών ιδρυμάτων, αλλά και, κυρίως, για τη διασφάλιση πρόσβασης στη χρηματοδότηση των ΣΕΚ και στις χρηματοδοτικές ρυθμίσεις εξυγίανσης. |
|
8.3. |
Η αρχή σύμφωνα με την οποία οι ζημίες σε περίπτωση πτώχευσης πιστωτικού ιδρύματος θα πρέπει πρωτίστως να βαρύνουν τους μετόχους και τους πιστωτές αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο του ενωσιακού πλαισίου για τη διαχείριση κρίσεων. Ως εκ τούτου, η ΕΚΤ εκφράζει την ικανοποίησή της για το γεγονός ότι αυτή η βασική αρχή επιβεβαιώνεται στην προτεινόμενη δέσμη νομοθετικών μέτρων. |
|
8.4. |
Ταυτόχρονα, η διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής της εξυγίανσης σε μικρότερα και μεσαία πιστωτικά ιδρύματα συνεπάγεται προκλήσεις. Τα εν λόγω πιστωτικά ιδρύματα συχνά εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις καταθέσεις ως πηγή χρηματοδότησης και, ανάλογα με τις συνθήκες της τοπικής αγοράς, ενδέχεται να αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην έκδοση άλλων χρηματοπιστωτικών μέσων που μπορούν να απορροφήσουν αξιόπιστα τις ζημίες ή να μετατραπούν σε μετοχές όταν το πιστωτικό ίδρυμα πτωχεύσει. Ενδέχεται να υπάρχουν καταστάσεις στις οποίες η διάσωση με ίδια μέσα καταθέσεων που δεν προστατεύονται από το ΣΕΚ (ακάλυπτες καταθέσεις) μπορεί να προκαλέσει κινδύνους χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει σε καταστροφή αξίας που θα έβλαπτε το δημόσιο συμφέρον. Αυτό μπορεί, για παράδειγμα, να συμβεί όταν η διάσωση με ίδια μέσα ακάλυπτων καταθέσεων σε ένα πιστωτικό ίδρυμα οδηγεί σε αναλήψεις ακάλυπτων καταθέσεων σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα, με αποτέλεσμα τη διασπορά της μετάδοσης. Η ΕΚΤ εκφράζει την ικανοποίησή της για το γεγονός ότι η προτεινόμενη δέσμη νομοθετικών μέτρων θέτει σε εφαρμογή επιλογές για τη βελτίωση της προστασίας των καταθετών μέσω της ενίσχυσης της ικανότητας των ΣΕΚ να παρέχουν χρηματοδότηση κατά την εξυγίανση (41). Αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί κυρίως με την αποσαφήνιση και τη διεύρυνση του κριτηρίου του χαμηλότερου κόστους (42) και με την καθιέρωση προτίμησης των καταθετών μίας κατηγορίας με ίση κατάταξη όλων των καταθέσεων (43). Ομοίως, η ΕΚΤ εκφράζει την ικανοποίησή της για την πρόταση της Επιτροπής να προσμετρηθεί η συνεισφορά του ΣΕΚ στην ελάχιστη απαίτηση απορρόφησης ζημιών για την πρόσβαση σε χρηματοδοτικές ρυθμίσεις εξυγίανσης, συμπεριλαμβανομένου του ΕΤΕ, όταν χρησιμοποιείται εργαλείο μεταφοράς (44). Οι αλλαγές αυτές, οι οποίες βελτιώνουν την ικανότητα του ΣΕΚ και των χρηματοδοτικών ρυθμίσεων εξυγίανσης να στηρίζουν την εξυγίανση μικρότερων και μεσαίων πιστωτικών ιδρυμάτων, αποτελούν απαραίτητο αντιστάθμισμα για την ουσιαστική επέκταση της εφαρμογής των εργαλείων εξυγίανσης στα εν λόγω πιστωτικά ιδρύματα. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό να εγκριθεί ολιστικά η προτεινόμενη δέσμη νομοθετικών μέτρων και να διασφαλιστεί ότι οι αλλαγές στο πλαίσιο CMDI διατυπώνονται με συνεκτικό τρόπο. Η εφαρμογή ορισμένων μόνο από τα στοιχεία της προτεινόμενης δέσμης νομοθετικών μέτρων θα μπορούσε να οδηγήσει σε αδυναμία επιτυχούς εφαρμογής της εξυγίανσης στην πράξη. |
|
8.5. |
Σύμφωνα με την αρχή ότι οι ζημίες σε περίπτωση πτώχευσης ενός πιστωτικού ιδρύματος θα πρέπει να βαρύνουν πρωτίστως τους μετόχους και τους πιστωτές, όλα τα πιστωτικά ιδρύματα που προορίζονται για εξυγίανση πρέπει να διαθέτουν ελάχιστη ικανότητα απορρόφησης ζημιών ως πρώτη γραμμή άμυνας, κατάλληλα διαμορφωμένη σύμφωνα με τη στρατηγική εξυγίανσης, διασφαλίζοντας έτσι την πειθαρχία της αγοράς και ελαχιστοποιώντας την εξάρτηση από εξωτερικές πηγές χρηματοδότησης. Ωστόσο, ακόμη και με τη δυνατότητα των ΣΕΚ να συνεισφέρουν στη χρηματοδότηση της εξυγίανσης και η συνεισφορά αυτή να προσμετρηθεί στην ελάχιστη απαίτηση απορρόφησης ζημιών 8 % TLOF (45), η επίτευξη του ορίου του 8 % TLOF θα μπορούσε να ενισχύσει τη δυσμενή δυναμική σε μια συστημική κρίση, π.χ. όταν πολλά πιστωτικά ιδρύματα πτωχεύουν ταυτόχρονα ή όταν αυτό θα απαιτούσε την επιβολή ζημιών σε ορισμένους πιστωτές, γεγονός που με τη σειρά του θα μπορούσε να υπονομεύσει σοβαρά τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Ως εκ τούτου, η ΕΚΤ θα υποστηρίξει, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, τη θέσπιση εξαίρεσης για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα όσον αφορά την πρόσβαση σε χρηματοδοτικές ρυθμίσεις εξυγίανσης σύμφωνα με τη σύσταση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) (46). Αυτό θα επέτρεπε την πρόσβαση σε χρηματοδοτικές ρυθμίσεις εξυγίανσης πριν από την απορρόφηση των ζημιών ύψους 8 % TLOF σε περιπτώσεις όπου αυτό είναι απολύτως αναγκαίο για την προστασία του δημόσιου συμφέροντος και τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Ως εκ τούτου, η επιλογή αυτή θα πρέπει να υπόκειται σε αυστηρούς όρους και ρυθμίσεις διακυβέρνησης, σύμφωνα με έναν συγκρίσιμο μηχανισμό που υπάρχει στις Ηνωμένες Πολιτείες, π.χ. με την απαίτηση κοινής έγκρισης του ΕΣΕ, της Επιτροπής και της ΕΚΤ. Η εξαίρεση θα χρησιμοποιείται μόνο σε περιόδους κρίσης στο σύνολο της ζώνης του ευρώ ή σε επίπεδο κράτους μέλους ή όταν υπάρχει κίνδυνος τέτοιας κρίσης, ως έσχατη λύση και αφού χρησιμοποιηθεί η ικανότητα απορρόφησης ζημιών των πιστωτικών ιδρυμάτων στον μέγιστο δυνατό βαθμό, χωρίς να δημιουργούνται δυσμενείς επιπτώσεις για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα (47). |
|
8.6. |
Ακόμη και με την επέκταση της αξιολόγησης του δημόσιου συμφέροντος, ορισμένα μικρότερα πιστωτικά ιδρύματα είναι πιθανό να παραμείνουν εκτός του πεδίου της εξυγίανσης. Για τα εν λόγω πιστωτικά ιδρύματα, για τα οποία η εφαρμογή του πλαισίου εξυγίανσης θα εξακολουθούσε να μην είναι αναλογική, η ΕΚΤ θα επιθυμούσε βελτιώσεις και περαιτέρω εναρμόνιση των εθνικών διαδικασιών αφερεγγυότητας (48). Το επίπεδο φιλοδοξίας της προτεινόμενης δέσμης νομοθετικών μέτρων είναι περιορισμένο από την άποψη αυτή. Η ΕΚΤ ενθαρρύνει τους νομοθέτες της Ένωσης να εναρμονίσουν και να επεκτείνουν σε όλα τα κράτη μέλη τη διαθεσιμότητα εναλλακτικών μέτρων υπό εκκαθάριση, ιδίως την ικανότητα των ΣΕΚ να στηρίζουν τις μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων σε αποκτώντα πιστωτικά ιδρύματα. Η ΕΚΤ εκφράζει την ικανοποίησή της για τις προτεινόμενες τροποποιήσεις της ιεράρχησης των πιστωτών και τις διευκρινίσεις σχετικά με τον έλεγχο του χαμηλότερου κόστους, οι οποίες θα οδηγήσουν σε καλύτερη πρόσβαση στη χρηματοδότηση των ΣΕΚ και σε ευρύτερη διαθεσιμότητα των μέτρων αυτών. Η λήψη αυτών των εναλλακτικών μέτρων σε όλα τα κράτη μέλη θα επιτρέψει μια ταχύτερη, αποτελεσματικότερη και πιο εναρμονισμένη διαδικασία για τη διαχείριση των ρευστοποιήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων, η οποία θα ωφελήσει τελικά τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και τους καταθέτες, και θα περιορίσει τις ανάγκες εκταμίευσης για τα ΣΕΚ. |
|
8.7. |
Τέλος, η ΕΚΤ εκφράζει την ικανοποίησή της για τη διευκρίνιση ότι η κατανομή των αρμοδιοτήτων στη διαδικασία απομείωσης των κεφαλαιακών μέσων και άλλων επιλέξιμων υποχρεώσεων αντικατοπτρίζει πλήρως τον καταμερισμό των αρμοδιοτήτων στο πλαίσιο της διαδικασίας εξυγίανσης (49). Αυτό συνεπάγεται ότι η πρωταρχική ευθύνη της εποπτικής αρχής αφορά τις αξιολογήσεις σε σημείο πτώχευσης ή πτώχευσης, ενώ οι υπόλοιπες προϋποθέσεις για την απομείωση αξιολογούνται από την αρχή εξυγίανσης. |
9. Προτίμηση καταθετών
|
9.1. |
Η ΕΚΤ εκφράζει την ικανοποίησή της για την πρόταση της Επιτροπής να καθιερωθεί η προτίμηση των καταθετών μίας κατηγορίας (50). Η προσέγγιση αυτή θα εξασφαλίσει μεγαλύτερη εναρμόνιση της ιεράρχησης των πιστωτών πιστωτικών ιδρυμάτων σε ολόκληρη την Ένωση και θα διασφαλίσει ότι όλες οι καταθέσεις, συμπεριλαμβανομένων των καταθέσεων μεγάλων επιχειρήσεων και των εξαιρούμενων καταθέσεων, έχουν την ίδια προτεραιότητα και πάνω από τις κοινές μη εξασφαλισμένες απαιτήσεις. Η προσέγγιση αυτή θα βελτιώσει την πρόσβαση στη χρηματοδότηση των ΣΕΚ με όφελος της διατήρησης του χαρτοφυλακίου καταθέσεων στο σύνολό του, γεγονός που σημαίνει ότι το ΣΕΚ μπορεί να συμβάλει καλύτερα σε μέτρα διαχείρισης κρίσεων, κατά την εξυγίανση, καθώς και μέσω προληπτικών ή εναλλακτικών μέτρων, συμπεριλαμβανομένων στρατηγικών μεταφοράς. Αυτό ενισχύει σημαντικά τις διαθέσιμες λύσεις διαχείρισης κρίσεων (51) και διευκολύνει την πρόληψη ανησυχιών για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα που προκαλούνται από τη μετάδοση, λόγω του ότι άλλα πιστωτικά ιδρύματα αντιμετωπίζουν μαζικές συγκεντρώσεις μη ασφαλισμένων καταθετών από τράπεζες. Η διευρυμένη διαθεσιμότητα στρατηγικών πώλησης επιχειρήσεων, είτε στο πλαίσιο της εξυγίανσης είτε στο πλαίσιο εναλλακτικών μέτρων των ΣΕΚ, μπορεί να μειώσει τη χρήση τμηματικής εκκαθάρισης ως μέσου διαχείρισης των πτωχεύσεων πιστωτικών ιδρυμάτων. Αυτό είναι επωφελές, καθώς η τμηματική εκκαθάριση μπορεί να καταστρέψει αξία και να αποδιοργανώσει τους καταθέτες και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Η προτεινόμενη προσέγγιση μειώνει επίσης την ανάγκη για πληρωμές από τους καταθέτες, οι οποίες συχνά απαιτούν την κινητοποίηση μεγάλων ποσών από τα ΣΕΚ, περιορίζοντας έτσι τη ρευστότητά τους και την ικανότητά τους να χειρίζονται περαιτέρω χρεοκοπίες πιστωτικών ιδρυμάτων. Με την καλύτερη διασφάλιση της πρόσβασης στις καταθέσεις και της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, μειώνονται επίσης τα κίνητρα για τη χρήση των χρημάτων των φορολογουμένων σε περιπτώσεις χρεοκοπίας πιστωτικών ιδρυμάτων. Είναι σημαντικό ότι οι καλυπτόμενοι καταθέτες εξακολουθούν να προστατεύονται πλήρως από το ΣΕΚ σε όλα τα σενάρια, αλλά επωφελούνται επίσης από στρατηγικές μεταφοράς που μπορούν να επιτύχουν αδιάλειπτη πρόσβαση στις καταθέσεις τους (52). |
|
9.2. |
Προτιμώντας όλες τις καταθέσεις από τις απαιτήσεις με εξοφλητική προτεραιότητα στην ιεράρχηση των πιστωτών, η προσέγγιση αυτή θα διευκολύνει επίσης την κατανομή των ζημιών σε μη εξασφαλισμένα χρεόγραφα πιστωτικών ιδρυμάτων, καθιστώντας ευκολότερη τη διασφάλιση της πλήρους απορρόφησης των ζημιών από τους πιστωτές που μπορούν να διασωθούν με ίδια μέσα χωρίς να αντιμετωπίζουν προβλήματα χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Θα ελαχιστοποιούσε επίσης τον κίνδυνο αξιώσεων αποζημίωσης βάσει της αρχής της «μη επιδείνωσης της θέσης των πιστωτών», ενισχύοντας έτσι τη δυνατότητα εξυγίανσης (53). |
|
9.3. |
Ταυτόχρονα, η ΕΚΤ αναγνωρίζει ότι η εισαγωγή της προτίμησης των καταθετών μίας κατηγορίας μπορεί να οδηγήσει σε πρόσθετο κόστος για τα ΣΕΚ σε ορισμένα σενάρια διαχείρισης τραπεζικών κρίσεων. Ενώ η ΕΚΤ επισημαίνει ότι η προτίμηση των καταθετών μίας κατηγορίας έχει αποδειχθεί επιτυχής σε ορισμένες δικαιοδοσίες, θα ήταν ευπρόσδεκτη η περαιτέρω ανάλυση των ειδικών καταστάσεων στις οποίες ενδέχεται να προκύψουν πρόσθετες δαπάνες για τα ΣΕΚ ή αδικαιολόγητες συνέπειες. Η ανάλυση αυτή θα πρέπει επίσης να εξετάζει, στο μέτρο του δυνατού και λαμβάνοντας υπόψη την πείρα που αποκτήθηκε σε δικαιοδοσίες που έχουν εισαγάγει προτίμηση καταθετών μίας κατηγορίας, τον αντίκτυπο των προτεινόμενων αλλαγών στη διαβάθμιση και την τιμολόγηση του μη εξασφαλισμένου χρέους με εξοφλητική προτεραιότητα, και θα πρέπει να εξετάσει περαιτέρω την αλληλεπίδραση μεταξύ της προτίμησης καταθετών μίας κατηγορίας και της επιλεξιμότητας ορισμένων καταθέσεων για τους σκοπούς της MREL. Επιπλέον, η ΕΚΤ είναι πρόθυμη να διερευνήσει εναλλακτικές λύσεις που βελτιώνουν την ικανότητα των ΣΕΚ να συμβάλλουν στην εξυγίανση (καθώς και μέσω προληπτικών και εναλλακτικών μέτρων) στον ίδιο βαθμό με αυτόν που θα ήταν δυνατό με την προτίμηση των καταθετών μίας κατηγορίας, περιορίζοντας παράλληλα την έκθεση των ΣΕΚ σε ζημίες μετά από πληρωμή κατά την εκκαθάριση. Κατά τη διερεύνηση τέτοιων λύσεων, θα είναι επιτακτική ανάγκη να διασφαλιστεί ότι οποιαδήποτε επέκταση του πεδίου εφαρμογής της εξυγίανσης συνδυάζεται με επαρκή πρόσβαση σε χρηματοδότηση κατά την εξυγίανση, συμπεριλαμβανομένης ιδίως της χρηματοδότησης από τα ΣΕΚ. Τέλος, ο αντίκτυπος από την εισαγωγή της προτίμησης των καταθετών μίας κατηγορίας στη διάρθρωση του παθητικού των πιστωτικών ιδρυμάτων θα πρέπει προφανώς να τύχει στενής εποπτικής προσοχής, και η ΕΚΤ είναι έτοιμη να το αξιολογήσει προσεκτικά για τα πιστωτικά ιδρύματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της. |
10. Αντιμετώπιση του κινδύνου περιορισμένων καταστάσεων
|
10.1. |
Η οδηγία BRRD απαιτεί ήδη από τα κράτη μέλη να διασφαλίζουν ότι ένα προβληματικό ίδρυμα που δεν υπόκειται σε εξυγίανση εκκαθαρίζεται με εύτακτο τρόπο σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο (54). Η ΕΚΤ υποστηρίζει τις προτεινόμενες τροποποιήσεις της οδηγίας BRRD που αποσαφηνίζουν περαιτέρω τον εν λόγω μηχανισμό (55), διασφαλίζοντας ότι η εν λόγω εκκαθάριση δρομολογείται χωρίς καθυστέρηση και ότι έχει ως αποτέλεσμα την έξοδο του πιστωτικού ιδρύματος από την αγορά ή τον τερματισμό των τραπεζικών του δραστηριοτήτων εντός εύλογου χρονικού διαστήματος (56). |
|
10.2. |
Οι εθνικές διαδικασίες για τη διαχείριση υποθέσεων εκτός εξυγίανσης θα πρέπει να εναρμονιστούν περαιτέρω, εξουσιοδοτώντας τις αρχές εξυγίανσης να κινήσουν διοικητική διαδικασία εκκαθάρισης για τα ιδρύματα που πληρούν τις δύο πρώτες προϋποθέσεις εξυγίανσης, αλλά δεν υπόκεινται σε εξυγίανση λόγω έλλειψης δημόσιου συμφέροντος για την εξυγίανση (57). Αυτή θα ήταν η πλέον αποτελεσματική οδός για την αποφασιστική αντιμετώπιση της πιθανότητας μιας «άκαιρης» κατάστασης για παρατεταμένο χρονικό διάστημα. |
|
10.3. |
Η ΕΚΤ υποστηρίζει την εξουσιοδότηση της αρμόδιας αρχής να ανακαλεί την άδεια λειτουργίας των πιστωτικών ιδρυμάτων που τελούν υπό πτώχευση ή ενδέχεται να πτωχεύσουν αλλά δεν έχουν τεθεί υπό εξυγίανση (58). Ταυτόχρονα, οι τροποποιήσεις δεν θα πρέπει να εισάγουν αυτοματισμό, διατηρώντας την απόσυρση ως διακριτική εξουσία της ΕΚΤ σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου (59). |
|
10.4. |
Όσον αφορά την πρόταση να καθοριστεί ότι η ανάκληση της άδειας λειτουργίας αποτελεί επαρκή προϋπόθεση για την έναρξη της εκκαθάρισης (60), η ΕΚΤ θεωρεί υψίστης σημασίας να αποφευχθούν τυχόν ακούσιες συνέπειες όσον αφορά τις αντικρουόμενες ερμηνείες ή τις αποκλίνουσες εθνικές διατάξεις μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο. Η κύρια πρόταση της Επιτροπής για την αντιμετώπιση «περιορισμένων» καταστάσεων προβλέπει ότι, όταν μια αρχή εξυγίανσης διαπιστώνει ότι ένα πιστωτικό ίδρυμα πληροί όλες τις προϋποθέσεις για εξυγίανση, εκτός από την προϋπόθεση του δημόσιου συμφέροντος, η αρμόδια εθνική αρχή πρέπει επίσης να έχει την εξουσία να κινήσει χωρίς καθυστέρηση τη διαδικασία εκκαθάρισης του πιστωτικού ιδρύματος (61). Η πρόταση σύμφωνα με την οποία η ανάκληση της άδειας αποτελεί «επαρκή» προϋπόθεση για την εκκαθάριση μπορεί να δώσει ώθηση στα κράτη μέλη να παραιτηθούν από την κατάλληλη μεταφορά αυτής της σημαντικής απαίτησης εξουσιοδότησης των εθνικών αρχών (62). Μια τέτοια προσέγγιση θα μπορούσε να οδηγήσει σε εσφαλμένη ερμηνεία κατά την οποία η ανάκληση της άδειας από την εποπτική αρχή θα αποτελούσε το αποκλειστικό έναυσμα για την έναρξη διαδικασίας εκκαθάρισης, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η προηγούμενη απόφαση της αρχής εξυγίανσης σχετικά με το αν πληρούνται οι προϋποθέσεις εξυγίανσης. Η προσέγγιση αυτή θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια πρακτική κατά την οποία οι εθνικές διοικητικές αρχές ή τα εθνικά δικαστήρια αναβάλλουν την έναρξη της διαδικασίας εκκαθάρισης έως ότου ανακληθεί η άδεια. Με τον τρόπο αυτό δεν λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα ότι σε ορισμένες περιπτώσεις θα ήταν καταλληλότερο να κινηθεί η διαδικασία εκκαθάρισης ενόσω το πιστωτικό ίδρυμα εξακολουθεί να διαθέτει τραπεζική άδεια. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, η ΕΚΤ συνιστά η ανάκληση της άδειας λειτουργίας να μην αποτελεί εναρμονισμένη προϋπόθεση για την εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων. |
11. Ανέκκλητες δεσμεύσεις πληρωμής προς το ΕΤΕ
|
11.1. |
Η ΕΚΤ συνιστά ένθερμα να μην αυξηθεί το μερίδιο των αμετάκλητων αναλήψεων υποχρεώσεων πληρωμών από 30 % σε 50 % του συνολικού ποσού των εκ των προτέρων συνεισφορών των ιδρυμάτων στο ΕΤΕ και στις χρηματοδοτικές ρυθμίσεις εξυγίανσης (63). Η πρακτική των πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν αναλάβει αμετάκλητες δεσμεύσεις πληρωμής έχει δείξει ότι η αντιμετώπιση που εφαρμόζουν ορισμένα πιστωτικά ιδρύματα μπορεί να δημιουργήσει κίνδυνο υπερεκτίμησης του κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1. Αυτό θα μπορούσε, όταν η αξιολόγηση της κατάστασης του πιστωτικού ιδρύματος δείξει ότι υπάρχει και παραμένει ακάλυπτος τέτοιος κίνδυνος, να ενεργοποιήσει τη λήψη εποπτικών μέτρων για τον μετριασμό του εν λόγω κινδύνου. |
|
11.2. |
Το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται αυτό το ζήτημα προληπτικής εποπτείας είναι ότι, για λογιστικούς σκοπούς, πολλά πιστωτικά ιδρύματα δεν καταγράφουν ανέκκλητη δέσμευση πληρωμής ως υποχρέωση, αλλά την διατηρούν εκτός ισολογισμού και ταυτόχρονα καταχωρίζουν την ασφάλεια σε μετρητά ως στοιχείο ενεργητικού, χωρίς να καταγράφουν καμία δαπάνη στην κατάσταση αποτελεσμάτων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το κεφάλαιο CET1 του πιστωτικού ιδρύματος είναι υπερεκτιμημένο διότι δεν αντικατοπτρίζει το γεγονός ότι οι πόροι που συνεισφέρονται ως εξασφάλιση στο ταμείο εξυγίανσης δεν μπορούν να ανακτηθούν χωρίς αντίστοιχη πληρωμή σε μετρητά. Η ύπαρξη προληπτικού κινδύνου σε σχέση με αμετάκλητες δεσμεύσεις πληρωμής έχει επίσης αναγνωριστεί από το Γενικό Δικαστήριο (64). Να σημειωθεί ότι ακόμη και οι προτεινόμενες διευκρινίσεις δεν θα επιλύσουν το ζήτημα αυτό (65). |
|
11.3. |
Σε κάθε περίπτωση, η ΕΚΤ εκφράζει την ικανοποίησή της για τις διευκρινίσεις (66) ότι, όταν ένα πιστωτικό ίδρυμα δεν εμπίπτει πλέον στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού SRMR ή της οδηγίας BRRD και δεν υπόκειται πλέον στην υποχρέωση καταβολής εισφορών στο ΕΤΕ, η αρχή εξυγίανσης θα καλεί τις αμετάκλητες δεσμεύσεις πληρωμής που έχουν αναληφθεί και εξακολουθούν να οφείλονται. Η παρούσα τροπολογία επιβεβαιώνει περαιτέρω ότι τα πιστωτικά ιδρύματα δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να ανακτήσουν τις εξασφαλίσεις σε μετρητά που έχουν παρασχεθεί για την εξασφάλιση των αμετάκλητων δεσμεύσεων πληρωμής, εκτός εάν πραγματοποιηθεί αντίστοιχη πληρωμή στο ταμείο εξυγίανσης, γεγονός που καθιστά αναγκαία την αφαίρεση των εν λόγω εξασφαλίσεων σε μετρητά από το κεφάλαιο CET1 των πιστωτικών ιδρυμάτων. |
|
11.4. |
Τέλος, δεδομένου ότι ορισμένα πιστωτικά ιδρύματα δεν καταγράφουν αυτές τις εισφορές στο ΕΤΕ ως δαπάνη κατά τη δημιουργία του ταμείου, θα πρέπει στη συνέχεια να καταγράφουν τις εισφορές αυτές ως δαπάνη όταν χρησιμοποιείται το ταμείο. Ενώ η επίδραση στους δείκτες προληπτικής εποπτείας περιορίζεται από τις προληπτικές αφαιρέσεις που εφαρμόζει η ΕΚΤ, οι αμετάκλητες δεσμεύσεις πληρωμών αυξάνουν τα κέρδη των πιστωτικών ιδρυμάτων σε περιόδους ηρεμίας (όταν δημιουργείται το ΕΤΕ) και επιδεινώνουν τις ζημίες σε περίπτωση κρίσης (όταν χρησιμοποιείται το ΕΤΕ), δημιουργώντας έτσι έναν φιλοκυκλικό δίαυλο μετάδοσης. Ως εκ τούτου, η ΕΚΤ θεωρεί ότι οι αμετάκλητες δεσμεύσεις πληρωμών, όταν δεν καταλογίζονται ως δαπάνη κατά τη φάση δημιουργίας του ΕΤΕ, είναι προβληματικές από την άποψη του συστημικού κινδύνου και προτείνει την ελαχιστοποίηση της χρήσης τους. |
12. Συμμόρφωση με τις ελάχιστες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων (αλυσιδωτές αλυσίδες)
|
12.1. |
Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις σχετικά με τις αλυσιδωτές αλυσίδες εξουσιοδοτούν τις αρχές εξυγίανσης να επιτρέπουν σε ορισμένες θυγατρικές οντότητες να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις εσωτερικής MREL σε ενοποιημένη βάση (67)και όχι σε μεμονωμένη βάση. Η δυνατότητα αυτή υπόκειται σε δύο δέσμες διασφαλίσεων (68). Πρώτον, για τις οντότητες εξυγίανσης που είναι μητρικές (μικτές) χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην Ένωση, απαιτείται η θυγατρική οντότητα να είναι η μόνη άμεση θυγατρική που κατέχει η οντότητα εξυγίανσης, και τόσο η οντότητα εξυγίανσης όσο και η θυγατρική οντότητα να είναι εγκατεστημένες στο ίδιο κράτος μέλος και να ανήκουν στον ίδιο όμιλο εξυγίανσης. Εναλλακτικά, για άλλα είδη οντοτήτων εξυγίανσης, απαιτείται η θυγατρική οντότητα να υπόκειται σε απαίτηση του πυλώνα 2 ή σε συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας σε ενοποιημένη βάση. Δεύτερον, η αρχή εξυγίανσης πρέπει να έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις εσωτερικής MREL σε ενοποιημένη βάση δεν επηρεάζει αρνητικά τη δυνατότητα εξυγίανσης του σχετικού ομίλου, ούτε την εφαρμογή των εξουσιών απομείωσης και μετατροπής στην εν λόγω ενδιάμεση οντότητα ή σε άλλες οντότητες του ίδιου ομίλου εξυγίανσης. |
|
12.2. |
Όσον αφορά τις οντότητες εξυγίανσης που δεν είναι μητρικές (μικτές) χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών της Ένωσης, γίνεται σύνδεση με απαίτηση του πυλώνα 2 που επιβάλλεται στη θυγατρική οντότητα σε ενοποιημένη βάση. Η ΕΚΤ επισημαίνει ότι οι ενοποιημένες ή υποενοποιημένες απαιτήσεις που επιβάλλονται σε θυγατρική οντότητα εντός τραπεζικού ομίλου της Ένωσης πρέπει να καθορίζονται σύμφωνα με τις σχετικές προϋποθέσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( (69)εφεξής «κανονισμός για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις» (ΚΚΑ)) και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( (70)εφεξής «οδηγία για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις» (ΟΚΑ)). Για παράδειγμα, όταν το θυγατρικό ίδρυμα δεν είναι ούτε μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο σε κράτος μέλος ούτε κατέχει θυγατρικές σε τρίτες χώρες, η εποπτική αρχή μπορεί να απαιτήσει τη συμμόρφωση με ορισμένες υποχρεώσεις που απορρέουν από τον ΚΚΑ και την ΟΚΑ (71) σε υποενοποιημένη βάση μόνον όταν αυτό δικαιολογείται για εποπτικούς σκοπούς από τις ιδιαιτερότητες του κινδύνου ή της κεφαλαιακής διάρθρωσης ενός ιδρύματος ή όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν εθνικούς νόμους που απαιτούν τον διαρθρωτικό διαχωρισμό των δραστηριοτήτων εντός ενός τραπεζικού ομίλου (72). |
13. Άλλες πτυχές που σχετίζονται με το πλαίσιο ασφάλισης των καταθέσεων
|
13.1. |
Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις της ΟΣΕΚ προτείνουν ορισμένες άλλες αλλαγές στο πλαίσιο ασφάλισης των καταθέσεων (73). Η ΕΚΤ εκφράζει την ικανοποίησή της για τις αλλαγές που οδηγούν σε περαιτέρω εναρμόνιση και διεύρυνση της εργαλειοθήκης των αρχών βάσει του πλαισίου CMDI. |
|
13.2. |
Ορισμένες από τις προτεινόμενες αλλαγές της ΟΣΕΚ αποτελούν πηγή ανησυχίας για την ΕΚΤ. Πρώτον, οι προτεινόμενες τροποποιήσεις της οδηγίας ΣΕΚ επιδιώκουν να αναθέσουν στην εποπτική αρχή την υποχρέωση να διασφαλίζει τη συμμόρφωση των πιστωτικών ιδρυμάτων με τις υποχρεώσεις τους ως μέλη ΣΕΚ (74). Οι εξουσίες της εποπτικής αρχής βάσει της ΟΚΑ μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για την εκπλήρωση των στόχων που ορίζονται σε αυτήν και δεν μπορούν να επεκταθούν σε μη συναφή ζητήματα, όπως η μη συμμόρφωση των πιστωτικών ιδρυμάτων με τις υποχρεώσεις τους ως μέλη ΣΕΚ. Επιπλέον, οι αρχές των ΣΕΚ είναι πολύ καλύτερα σε θέση να αξιολογήσουν την εν λόγω συμμόρφωση και, αντ’ αυτού, θα πρέπει να διαθέτουν τις σχετικές εξουσίες επιβολής. Ως εκ τούτου, η ΕΚΤ συνιστά την επανεξέταση της παρούσας πρότασης. |
|
13.3. |
Δεύτερον, οι προτεινόμενες τροποποιήσεις της οδηγίας ΣΕΚ υποδηλώνουν ότι θα επιτρέπεται στα ΣΕΚ να διατηρούν τα κεφάλαιά τους σε λογαριασμούς εθνικών κεντρικών τραπεζών (ΕθνΚΤ) (75). Ενώ το άνοιγμα των λογαριασμών αυτών θα ήταν σύμφωνο με τη Συνθήκη (76), η διάταξη αυτή ενδέχεται να απαιτεί αλλαγές στα καταστατικά ορισμένων ΕθνΚΤ βάσει του εθνικού δικαίου, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τόσο τα δημόσια όσο και τα ιδιωτικά ΣΕΚ είναι επιλέξιμα για το άνοιγμα των αναγκαίων λογαριασμών. Επιπλέον, οποιαδήποτε χρηματοδότηση από μια ΕθνΚΤ ενός ΣΕΚ, για παράδειγμα μέσω της επέκτασης των δυνατοτήτων υπερανάληψης σε λογαριασμό ενός ΣΕΚ σε μια ΕθνΚΤ, δεν θα ήταν συμβατή με την απαγόρευση της νομισματικής χρηματοδότησης, εφόσον το ΣΕΚ μπορεί να χαρακτηριστεί ως «οργανισμός δημοσίου δικαίου» κατά την έννοια του άρθρου 123 παράγραφος 1 (77)της Συνθήκης. |
14. Διευκόλυνση της μεταφοράς των εισφορών των ΣΕΚ
|
14.1. |
Επί του παρόντος, όταν ένα πιστωτικό ίδρυμα παύει να είναι μέλος ενός ΣΕΚ και εντάσσεται σε άλλο ΣΕΚ, ή εάν ορισμένες από τις δραστηριότητές του μεταβιβάζονται σε άλλο ΣΕΚ, το ΣΕΚ προέλευσης μεταφέρει μικρό μόνο μέρος των προηγούμενων εισφορών του πιστωτικού ιδρύματος στο νέο ΣΕΚ. Από το 2024, μόλις τα ΣΕΚ φτάσουν στο επίπεδο-στόχο τους, η δυνατότητα μεταφοράς εισφορών μπορεί να παύσει εντελώς, καθώς μόνο οι εισφορές των τελευταίων 12 μηνών μπορούν να μεταφερθούν. Στην περίπτωση που ένα πιστωτικό ίδρυμα αλλάξει τη συμμετοχή του στο ΣΕΚ, αυτό θα οδηγήσει σε πλεόνασμα χρηματοδότησης στο ΣΕΚ προέλευσης, καθώς οι κίνδυνοι που καλύπτονται από το εν λόγω ΣΕΚ μειώνονται, ενώ τα χρηματοδοτικά του μέσα παραμένουν σε μεγάλο βαθμό παρόμοια. Από την άλλη πλευρά, στο ΣΕΚ υποδοχής προκύπτει χρηματοδοτικό κενό, καθώς οι μεταβιβασθέντες πόροι δεν είναι ανάλογοι με τους μεταφερόμενους κινδύνους. Το κενό αυτό πρέπει να καλυφθεί από το μεταβιβάζον πιστωτικό ίδρυμα ή από όλα τα μέλη του ΣΕΚ υποδοχής. Το ισχύον πλαίσιο ασφάλισης των καταθέσεων αντιμετωπίζει ευνοϊκά το ΣΕΚ προέλευσης εις βάρος του μεταφέροντος πιστωτικού ιδρύματος και/ή των μελών του ΣΕΚ υποδοχής. Εάν παραμείνει αμετάβλητο, το πλαίσιο ασφάλισης των καταθέσεων επιβάλλει σημαντικό μη ανακτήσιμο κόστος σε ένα πιστωτικό ίδρυμα που αλλάζει τη συμμετοχή του στο ΣΕΚ. Αυτό αποτελεί ουσιαστικό εμπόδιο για τον στόχο της προώθησης της ενιαίας αγοράς τραπεζικών υπηρεσιών στην Ένωση. |
|
14.2. |
Η ΕΚΤ εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι η πρόταση της Επιτροπής δεν ακολουθεί (78) τη σύσταση της ΕΑΤ να αναθέσει στην ΕΑΤ την ανάπτυξη μεθοδολογίας για την αντιμετώπιση αυτού του ελαττώματος στο πλαίσιο ασφάλισης των καταθέσεων. Η ΕΚΤ θα προτείνει να δοθεί στην ΕΑΤ η εντολή να αναπτύξει μεθοδολογία για τον υπολογισμό του ύψους των εισφορών που πρόκειται να μεταβιβαστούν, ώστε να διασφαλιστεί η ευθυγράμμιση με τους μεταφερόμενους κινδύνους. Με τον τρόπο αυτό θα ελαχιστοποιηθεί το πλεόνασμα χρηματοδότησης στο ΣΕΚ προέλευσης και τυχόν χρηματοδοτικό κενό στο ΣΕΚ υποδοχής και, ως εκ τούτου, θα αποφευχθεί η επιβολή περιττών δαπανών στο μεταβιβάζον πιστωτικό ίδρυμα και σε άλλα μέλη του ΣΕΚ υποδοχής. Η μεθοδολογία αυτή θα πρέπει να εξισορροπεί τα συμφέροντα των εμπλεκόμενων ΣΕΚ και να διαφυλάσσει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα σε ολόκληρο το σύστημα. |
15. Ανταλλαγή πληροφοριών
|
15.1. |
Η προτεινόμενη δέσμη νομοθετικών μέτρων αποσκοπεί στην περαιτέρω ενίσχυση των διατάξεων που διέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών στο πλαίσιο της διαχείρισης κρίσεων (79). |
|
15.2. |
Η ΕΚΤ υποστηρίζει την ολοκληρωμένη και έγκαιρη ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών και των αρχών εξυγίανσης για τους σκοπούς της διαχείρισης κρίσεων. Η ΕΚΤ και το ΕΣΕ διαθέτουν ήδη ένα ολοκληρωμένο διμερές μνημόνιο συνεννόησης που διευκολύνει την εν λόγω ανταλλαγή (80). Το μνημόνιο θεσπίζει πολλαπλούς διαύλους ανταλλαγής πληροφοριών και συνεργασίας, διασφαλίζοντας ότι το ΕΣΕ ενημερώνεται για τις σχετικές εξελίξεις που αφορούν οντότητες που τελούν υπό την άμεση εποπτεία της ΕΚΤ. |
|
15.3. |
Ωστόσο, η ΕΚΤ εκφράζει ανησυχίες σχετικά με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις του κανονισμού SRMR και της οδηγίας BRRD που απαιτούν από την ΕΚΤ και άλλα μέλη του ΕΣΚΤ να παρέχουν στο ΕΣΕ όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση των καθηκόντων του ΕΣΕ στο πλαίσιο του κανονισμού SRMR (81) και να παρέχουν στην Επιτροπή όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση των καθηκόντων της Επιτροπής στο πλαίσιο της οδηγίας BRRD σχετικά με την ανάπτυξη πολιτικής, συμπεριλαμβανομένης της εκπόνησης εκτιμήσεων επιπτώσεων και της προετοιμασίας και διαπραγμάτευσης νομοθετικών προτάσεων (82). |
|
15.4. |
Το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής των υποχρεώσεων αυτών δεν είναι σαφές και, ως εκ τούτου, θα ήταν ευπρόσδεκτη η περαιτέρω εξειδίκευση του είδους των πληροφοριών που πρέπει να διαβιβάζονται στο ΕΣΕ και στην Επιτροπή. Συγκεκριμένα, τυχόν νέες διατάξεις σχετικά με την ανταλλαγή πληροφοριών που πρέπει να περιλαμβάνονται στην οδηγία BRRD μπορούν να εφαρμόζονται μόνο στο αντικείμενο της εν λόγω οδηγίας. Μια τέτοια ανταλλαγή πληροφοριών δεν θα περιλαμβάνει, για παράδειγμα, πληροφορίες σχετικά με την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων ή τις δραστηριότητες της Επιτροπής στον τομέα της ανάπτυξης πολιτικής. Η ΕΚΤ αντιλαμβάνεται ότι αυτή η ανταλλαγή πληροφοριών αφορά μόνο πληροφορίες σε συγκεντρωτική μορφή που δεν αφορούν μεμονωμένα πιστωτικά ιδρύματα. Επιπλέον, η ΕΚΤ θα επιθυμούσε τη θέσπιση ρυθμίσεων συνεργασίας με την Επιτροπή προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική και ομαλή διαβίβαση των πληροφοριών αυτών. Τέλος, η ΕΚΤ αντιλαμβάνεται ότι τυχόν εμπιστευτικές πληροφορίες θα διαβιβάζονται στην Επιτροπή σύμφωνα με το σχετικό τομεακό δίκαιο της Ένωσης που θεσπίζει την προστασία των εμπιστευτικών πληροφοριών και τις εξαιρέσεις από την προστασία αυτή. |
|
15.5. |
Θα πρέπει επίσης να υπενθυμιστεί ότι εμπιστευτικές στατιστικές πληροφορίες μπορούν να διαβιβάζονται στο ΕΣΕ και στην Επιτροπή μόνο σύμφωνα με τη σχετική ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία των εμπιστευτικών πληροφοριών. Ειδικότερα, το άρθρο 8 παράγραφος 4α του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2533/98 του Συμβουλίου (83) επιτρέπει στα μέλη του ΕΣΚΤ να διαβιβάζουν εμπιστευτικές στατιστικές πληροφορίες (84) σε αρχές ή οργανισμούς των κρατών μελών και της Ένωσης που είναι υπεύθυνοι για την εποπτεία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, αγορών και υποδομών ή για τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, στον βαθμό και στο επίπεδο λεπτομέρειας που απαιτούνται για την εκτέλεση των αντίστοιχων καθηκόντων τους. Σύμφωνα με το ίδιο άρθρο, οι αρχές ή τα όργανα που λαμβάνουν εμπιστευτικές στατιστικές πληροφορίες πρέπει να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία κανονιστικά, διοικητικά, τεχνικά και οργανωτικά μέτρα για τη διασφάλιση της φυσικής και λογικής προστασίας των εμπιστευτικών στατιστικών πληροφοριών. Σε αυτή τη βάση και κατόπιν αιτήματος του ΕΣΕ, η ΕΚΤ διαβιβάζει εμπιστευτικές στατιστικές πληροφορίες στο ΕΣΕ. |
16. Διαβιβάσεις δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα
|
16.1. |
Ενώ η προτεινόμενη δέσμη νομοθετικών μέτρων αποσκοπεί στην περαιτέρω ενίσχυση των διατάξεων που διέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών στο πλαίσιο της διαχείρισης κρίσεων, δεν θίγει το ζήτημα της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, το οποίο αποτελεί σημαντικό θέμα και θεμελιώδες δικαίωμα. Ο κανονισμός SRMR θα μπορούσε να παρέχει σαφέστερη καθοδήγηση σχετικά με την ανταλλαγή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και κατάλληλες εγγυήσεις για τα υποκείμενα των δεδομένων, προκειμένου να διασφαλίζεται δίκαιη ισορροπία μεταξύ των διαφόρων διακυβευόμενων συμφερόντων. |
|
16.2. |
Επιπλέον, η πείρα έχει δείξει ότι η συμμόρφωση με τους κανόνες προστασίας των δεδομένων ενδέχεται να απαιτήσει πρόσθετο χρόνο για την εκτέλεση των ενεργειών που απαιτούνται πριν από την ανταλλαγή των σχετικών πληροφοριών. Αυτός ο πρόσθετος χρόνος που απαιτείται θα μπορούσε να οδηγήσει σε πιθανές καθυστερήσεις. Αυτό θα ήταν ιδιαίτερα προβληματικό στο πλαίσιο μιας κατάστασης κρίσης, όταν, για παράδειγμα, το ΕΣΕ χρειάζεται άμεση ενημέρωση για να προετοιμαστεί για την εξυγίανση. Ως εκ τούτου, θα μπορούσε να υπάρξει ανάγκη θέσπισης ειδικών διατάξεων για την προσωρινή χαλάρωση των διαδικαστικών απαιτήσεων προστασίας των δεδομένων, προκειμένου να διασφαλιστεί δίκαιη ισορροπία μεταξύ των διαφόρων συμφερόντων που διακυβεύονται σε αυτές τις περιστάσεις κρίσης.
Όταν η ΕΚΤ συνιστά την τροποποίηση του προτεινόμενου κανονισμού και των οδηγιών, διατυπώνονται συγκεκριμένες προτάσεις διατύπωσης σε χωριστό τεχνικό έγγραφο εργασίας, συνοδευόμενο από επεξηγηματικό κείμενο για τον σκοπό αυτό. Το τεχνικό έγγραφο εργασίας είναι διαθέσιμο στην αγγλική γλώσσα στο EUR-Lex. |
Φρανκφούρτη, 5 Ιουλίου 2023.
Η Πρόεδρος της ΕΚΤ
Christine LAGARDE
(1) COM (2023) 226 final.
(2) COM (2023) 227 final.
(3) COM (2023) 228 final.
(4) COM (2023) 229 final.
(5) Βλέπε γνώμη CON/2017/6 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 8ης Μαρτίου 2017, σχετικά με πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 2014/59/ΕΕ όσον αφορά την κατάταξη των μη εξασφαλισμένων χρεωστικών μέσων στην πτωχευτική ιεραρχία (ΕΕ C 132 της 26.4.2017, σ. 1) και γνώμη CON/2017/47 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 8ης Νοεμβρίου 2017, σχετικά με αναθεωρήσεις του πλαισίου διαχείρισης κρίσεων της Ένωσης (ΕΕ C 34 της 31.1.2018, σ. 17). Όλες οι γνώμες της ΕΚΤ είναι διαθέσιμες στο EUR-Lex. Βλέπε επίσης «ECB contribution to the European Commission’s targeted consultation on the review of the crisis management and deposit insurance framework» (Συμβολή της ΕΚΤ στη στοχευμένη διαβούλευση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την επανεξέταση του πλαισίου για τη διαχείριση κρίσεων και την ασφάλιση των καταθέσεων), η οποία είναι διαθέσιμη στον ιστότοπο της ΕΚΤ (www.ecb.europa.eu).
(6) Βλέπε αιτιολογική έκθεση των προτεινόμενων τροποποιήσεων του κανονισμού SRMR, σ. 5 και 10.
(7) Βλέπε «ECB contribution to the European Commission’s targeted consultation on the review of the crisis management and deposit insurance framework» (Συμβολή της ΕΚΤ στη στοχευμένη διαβούλευση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την επανεξέταση του πλαισίου για τη διαχείριση κρίσεων και την ασφάλιση των καταθέσεων), σ. 1.
(8) Βλέπε αιτιολογική έκθεση των προτεινόμενων τροποποιήσεων της οδηγίας BRRD, σ. 19.
(9) Βλέπε Eurogroup statement on the future of the Banking Union, (Δήλωση της Ευρωομάδας σχετικά με το μέλλον της τραπεζικής ένωσης), της 16ης Ιουνίου 2022, η οποία είναι διαθέσιμη στον ιστότοπο του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (www.consilium.europa.eu).
(10) Βλέπε παράγραφο 1.1 της γνώμης CON/2016/26 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 20ής Απριλίου 2016, σχετικά με πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014 με σκοπό τη θέσπιση Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασφάλισης Καταθέσεων (ΕΕ C 252 της 12.7.2016, σ. 1).
(11) Βλέπε «ECB contribution to the European Commission’s targeted consultation on the review of the crisis management and deposit insurance framework» (Συμβολή της ΕΚΤ στη στοχευμένη διαβούλευση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την επανεξέταση του πλαισίου για τη διαχείριση κρίσεων και την ασφάλιση των καταθέσεων), σ. 1-4 και 14-15.
(12) Βλέπε παράγραφο 1.1 της γνώμης CON/2016/26.
(13) Βλέπε ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών σχετικά με την επανεξέταση του πλαισίου διαχείρισης κρίσεων και ασφάλισης καταθέσεων που συμβάλλει στην ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης [COM (2023) 225 final].
(14) Βλέπε παράγραφο 4 της γνώμης CON/2017/47 και «ECB contribution to the European Commission’s targeted consultation on the review of the crisis management and deposit insurance framework» (Συμβολή της ΕΚΤ στη στοχευμένη διαβούλευση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την επανεξέταση του πλαισίου για τη διαχείριση κρίσεων και την ασφάλιση των καταθέσεων), σ. 2 και 5-6.
(15) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2014, περί θεσπίσεως ενιαίων κανόνων και διαδικασίας για την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων στο πλαίσιο ενός Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης και ενός Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης και τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 (ΕΕ L 225 της 30.7.2014, σ. 1).
(16) Βλέπε άρθρο 1 σημείο 15) των προτεινόμενων τροποποιήσεων του κανονισμού SRMR, το οποίο τροποποιεί το άρθρο 13 του κανονισμού SRMR.
(17) Οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου, και των οδηγιών 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΕ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ, καθώς και των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 190).
(18) Βλέπε άρθρο 1 σημείο 15) των προτεινόμενων τροποποιήσεων του κανονισμού SRMR, το οποίο τροποποιεί το άρθρο 13 του κανονισμού SRMR.
(19) Βλέπε άρθρο 1 σημείο 15) των προτεινόμενων τροποποιήσεων του κανονισμού SRMR, το οποίο τροποποιεί το άρθρο 13 του κανονισμού SRMR.
(20) Βλέπε άρθρο 1 σημείο 15) των προτεινόμενων τροποποιήσεων του κανονισμού SRMR, το οποίο τροποποιεί το άρθρο 13 του κανονισμού SRMR.
(21) Βλέπε αιτιολογική σκέψη 14 και άρθρο 1 σημείο 16) των προτεινόμενων τροποποιήσεων του κανονισμού SRMR, με το οποίο παρεμβάλλεται νέο άρθρο 13γ στον κανονισμό SRMR.
(22) Memorandum of Understanding between the Single Resolution Board and the European Central Bank in respect of Cooperation and Information Exchange (Μνημόνιο συνεννόησης μεταξύ του Ενιαίου Συμβουλίου Εξυγίανσης και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για τη συνεργασία και την ανταλλαγή πληροφοριών), το οποίο είναι διαθέσιμο στο EUR-Lex.
(23) Βλέπε άρθρο 1 σημείο 16) των προτεινόμενων τροποποιήσεων του κανονισμού SRMR, με το οποίο παρεμβάλλεται νέο άρθρο 13γ στον κανονισμό SRMR.
(24) Βλέπε άρθρο 27 παράγραφος 1 στοιχείο η) της οδηγίας BRRD.
(25) Βλέπε άρθρο 1 σημείο 16) των προτεινόμενων τροποποιήσεων του κανονισμού SRMR, με το οποίο παρεμβάλλεται νέο άρθρο 13γ παράγραφος 1 στοιχείο β) στον κανονισμό SRMR.
(26) Βλέπε «ECB contribution to the European Commission’s targeted consultation on the review of the crisis management and deposit insurance framework» (Συμβολή της ΕΚΤ στη στοχευμένη διαβούλευση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την επανεξέταση του πλαισίου για τη διαχείριση κρίσεων και την ασφάλιση των καταθέσεων), σ. 2 και 6-7.
(27) Βλέπε άρθρο 1 σημείο 20) των προτεινόμενων τροποποιήσεων του κανονισμού SRMR, με το οποίο παρεμβάλλεται νέο άρθρο 18α παράγραφος 2 στον κανονισμό SRMR.
(28) Βλέπε άρθρο 1 σημείο 20) των προτεινόμενων τροποποιήσεων του κανονισμού SRMR, με το οποίο παρεμβάλλεται νέο άρθρο 18α στον κανονισμό SRMR, και άρθρο 1 σημείο 19) των προτεινόμενων τροποποιήσεων της οδηγίας BRRD, με το οποίο παρεμβάλλεται νέο άρθρο 32γ στην οδηγία BRRD.
(29) Βλέπε άρθρο 1 σημείο 20) των προτεινόμενων τροποποιήσεων του κανονισμού SRMR, με το οποίο παρεμβάλλεται νέο άρθρο 18α παράγραφος 2 στοιχείο β) στον κανονισμό SRMR.
(30) Βλέπε άρθρο 1 σημείο 12) των προτεινόμενων τροποποιήσεων της ΟΣΕΚ, το οποίο τροποποιεί το άρθρο 11 της ΟΣΕΚ.
(31) Βλέπε άρθρο 1 σημείο 19) στοιχείο β) των προτεινόμενων τροποποιήσεων του κανονισμού SRMR, το οποίο τροποποιεί το άρθρο 18 παράγραφος 4 στοιχείο δ) του κανονισμού SRMR.
(32) Βλέπε άρθρο 1 σημείο 17) στοιχείο β) των προτεινόμενων τροποποιήσεων της οδηγίας BRRD, το οποίο τροποποιεί το άρθρο 32 παράγραφος 4 στοιχείο δ) της οδηγίας BRRD.
(33) Οδηγία 2014/49/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, περί των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 149).
(34) Βλέπε άρθρο 1 σημείο 20) των προτεινόμενων τροποποιήσεων του κανονισμού SRMR, με το οποίο παρεμβάλλεται νέο άρθρο 18α παράγραφος 1 στοιχείο β) στον κανονισμό SRMR, και άρθρο 1 σημείο 19) των προτεινόμενων τροποποιήσεων της οδηγίας BRRD, με το οποίο παρεμβάλλεται νέο άρθρο 32γ παράγραφος 1 στοιχείο β) στην οδηγία BRRD.
(35) Βλέπε άρθρο 1 σημείο 13) των προτεινόμενων τροποποιήσεων της ΟΣΕΚ, με το οποίο παρεμβάλλεται νέο άρθρο 11ε στην ΟΣΕΚ.
(36) Βλέπε αιτιολογική σκέψη 30 των προτεινόμενων τροποποιήσεων της ΟΣΕΚ.
(37) Βλέπε άρθρο 1 σημείο 13) των προτεινόμενων τροποποιήσεων της ΟΣΕΚ, με το οποίο παρεμβάλλεται νέο άρθρο 11ε παράγραφος 5 στην ΟΣΕΚ.
(38) Βλέπε αιτιολογική σκέψη 15 και άρθρο 1 σημείο 16) των προτεινόμενων τροποποιήσεων του κανονισμού SRMR, με το οποίο παρεμβάλλεται νέο άρθρο 13γ στον κανονισμό SRMR.
(39) Βλέπε αιτιολογική σκέψη 15 των προτεινόμενων τροποποιήσεων του κανονισμού SRMR.
(40) Βλέπε αιτιολογική σκέψη 16 των προτεινόμενων τροποποιήσεων του κανονισμού SRMR.
(41) Βλέπε, για παράδειγμα, άρθρο 1 σημείο (56) των προτεινόμενων τροποποιήσεων της οδηγίας BRRD, το οποίο τροποποιεί το άρθρο 109 της οδηγίας BRRD.
(42) Βλέπε άρθρο 1 σημείο (13) των προτεινόμενων τροποποιήσεων της οδηγίας ΣΕΚ, το οποίο εισάγει ένα νέο άρθρο 11ε στην οδηγία ΣΕΚ.
(43) Βλέπε άρθρο 1 σημείο (55) στοιχείο α) των προτεινόμενων τροποποιήσεων της οδηγίας BRRD, το οποίο τροποποιεί το άρθρο 108 παράγραφος 1 της οδηγίας BRRD.
(44) Βλέπε άρθρο 1 σημείο (24) στοιχείο α) των προτεινόμενων τροποποιήσεων του κανονισμού SRMR, το οποίο τροποποιεί το άρθρο 27 παράγραφος 7 του κανονισμού SRMR.
(45) Βλέπε άρθρο 1 σημείο (24) στοιχείο α) των προτεινόμενων τροποποιήσεων του κανονισμού SRMR, το οποίο τροποποιεί το άρθρο 27 παράγραφος 7 του κανονισμού SRMR.
(46) Βλέπε ΔΝΤ, Financial Sector Assessment Program — Technical Note — Bank Resolution and Crisis Management (2018), σ. 6 και 30, διαθέσιμο στον δικτυακό τόπο του ΔΝΤ στη διεύθυνση www.imf.org.
(47) Βλέπε επίσης τη συμβολή της ΕΚΤ στη στοχευμένη διαβούλευση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την επανεξέταση του πλαισίου διαχείρισης κρίσεων και ασφάλισης καταθέσεων, σ. 4.
(48) Βλέπε συμβολή της ΕΚΤ στη στοχευμένη διαβούλευση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την επανεξέταση του πλαισίου διαχείρισης κρίσεων και ασφάλισης καταθέσεων, σ. 3 και 11. Η ΕΚΤ ενθάρρυνε την Επιτροπή να διερευνήσει τη σκοπιμότητα λύσεων όπως η δημιουργία ενός ευρωπαϊκού πλαισίου διοικητικής εκκαθάρισης — με την υποστήριξη του ΕΣΑΚ — προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι χρεοκοπίες των εν λόγω πιστωτικών ιδρυμάτων αντιμετωπίζονται με αποτελεσματικό και εναρμονισμένο τρόπο.
(49) Βλέπε αιτιολογική σκέψη 26 και άρθρο 1 σημείο (23) των προτεινόμενων τροποποιήσεων του κανονισμού SRMR, ο οποίος τροποποιεί το άρθρο 21 του κανονισμού SRMR.
(50) Βλέπε άρθρο 1 σημείο (55) στοιχείο α) των προτεινόμενων τροποποιήσεων της οδηγίας BRRD, το οποίο τροποποιεί το άρθρο 108 παράγραφος 1 της οδηγίας BRRD.
(51) Βλέπε επίσης σχετικά τη συμβολή της ΕΚΤ στη στοχευμένη διαβούλευση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την επανεξέταση του πλαισίου διαχείρισης κρίσεων και ασφάλισης καταθέσεων, σ. 4 και 13.
(52) Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την προσέγγιση των ΗΠΑ, η οποία περιλαμβάνει προτίμηση καταθετών μίας κατηγορίας και σημαντική εξάρτηση από στρατηγικές μεταφοράς, Βλέπε ομιλία του Andrea Enria, προέδρου του Εποπτικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, «Of temples and ree: στην πορεία προς την ολοκλήρωση της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Ένωσης», διατίθεται στον δικτυακό τόπο της ΕΚΤ για την τραπεζική εποπτεία στη διεύθυνση www.bankingsupervision.europa.eu.
(53) Βλέπε Παράγραφο 2.3.2, Γνώμη CON/2017/6.
(54) Βλέπε άρθρο 32β της οδηγίας 2014/59.
(55) Βλέπε άρθρο 1 σημείο (18) των προτεινόμενων τροποποιήσεων της οδηγίας BRRD, το οποίο τροποποιεί το άρθρο 32β της οδηγίας BRRD.
(56) Βλέπε παράγραφο 3.2 της γνώμης CON/2020/25· Συμβολή της ΕΚΤ στη στοχευμένη διαβούλευση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την επανεξέταση του πλαισίου διαχείρισης κρίσεων και ασφάλισης καταθέσεων, σ. 2 και 8.
(57) Βλέπε επίσης παράγραφο 8.6 ανωτέρω.
(58) Βλέπε άρθρο 1 σημείο (18) των προτεινόμενων τροποποιήσεων της οδηγίας BRRD, το οποίο τροποποιεί το άρθρο 32β παράγραφος 3 της οδηγίας BRRD.
(59) Βλέπε άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) και άρθρο 14 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου, της 15 Οκτωβρίου 2013, για την ανάθεση ειδικών καθηκόντων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΕ L 287 της 29.10.2013, σ. 63).
(60) Βλέπε αιτιολογική σκέψη 16 και άρθρο 1 σημείο (18) των προτεινόμενων τροποποιήσεων της οδηγίας BRRD, το οποίο τροποποιεί το άρθρο 32β παράγραφος 4 της οδηγίας BRRD).
(61) Βλέπε αιτιολογική σκέψη 16 και άρθρο 1 σημείο (18) των προτεινόμενων τροποποιήσεων της οδηγίας BRRD, το οποίο τροποποιεί το άρθρο 32β παράγραφος 1 και (2) της οδηγίας BRRD.
(62) Βλέπε άρθρο 1 σημείο (18) των προτεινόμενων τροποποιήσεων της οδηγίας BRRD, το οποίο τροποποιεί το άρθρο 32β παράγραφος 1 της οδηγίας BRRD και προβλέπει ότι η αρμόδια εθνική διοικητική ή δικαστική αρχή πρέπει να έχει την εξουσία να κινήσει χωρίς καθυστέρηση τη διαδικασία εκκαθάρισης του ιδρύματος ή της οντότητας με συντεταγμένο τρόπο.
(63) Βλέπε άρθρο 1 σημείο (37) στοιχείο α) των προτεινόμενων τροποποιήσεων του κανονισμού SRMR, το οποίο τροποποιεί το άρθρο 70 παράγραφος 3 του κανονισμού SRMR και το άρθρο 1 σημείο (53) στοιχείο α) των προτεινόμενων τροποποιήσεων της οδηγίας BRRD, το οποίο τροποποιεί το άρθρο 103 παράγραφος 3 της οδηγίας BRRD.
(64) Βλέπε απόφαση της 9 Σεπτεμβρίου 2020, BNP Paribas κατά Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, T-150/18 και T-345/18, EU:T:2020:394, σκέψη 78.
(65) Βλέπε άρθρο 1 σημείο (37) στοιχείο β) των προτεινόμενων τροποποιήσεων του κανονισμού SRMR, το οποίο εισάγει ένα νέο άρθρο 70 παράγραφος 3α στον κανονισμό SRMR και άρθρο 1 σημείο (53) στοιχείο β) των προτεινόμενων τροποποιήσεων της οδηγίας BRRD, το οποίο εισάγει ένα νέο άρθρο 103 παράγραφος 3α στην οδηγία BRRD.
(66) Βλέπε άρθρο 1 σημείο (37) στοιχείο β) των προτεινόμενων τροποποιήσεων του κανονισμού SRMR, το οποίο εισάγει ένα νέο άρθρο 70 παράγραφος 3α στον κανονισμό SRMR και άρθρο 1 σημείο (53) στοιχείο β) των προτεινόμενων τροποποιήσεων της οδηγίας BRRD, το οποίο εισάγει ένα νέο άρθρο 103 παράγραφος 3α στην οδηγία BRRD.
(67) Βλέπε άρθρο 1 σημείο (3) στοιχείο α) και άρθρο 2 σημείο (7) στοιχείο α) των προτεινόμενων τροποποιήσεων σχετικά με τις αλυσίδες δόνησης, οι οποίες τροποποιούν το άρθρο 45στ παράγραφος 1 της οδηγίας BRRD και το άρθρο 12ζ παράγραφος 1 του κανονισμού SRMR αντίστοιχα.
(68) Βλέπε άρθρο 1 σημείο (3) στοιχείο α) και άρθρο 2 σημείο (7) στοιχείο α) των προτεινόμενων τροποποιήσεων σχετικά με τις αλυσίδες δόνησης, οι οποίες τροποποιούν το άρθρο 45στ παράγραφος 1 της οδηγίας BRRD και το άρθρο 12ζ παράγραφος 1 του κανονισμού SRMR αντίστοιχα.
(69) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26 Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 1).
(70) Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26 Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 338).
(71) Βλέπε δεύτερο έως όγδοο μέρος του ΚΚΑ και τίτλο VII της ΟΚΑ.
(72) Βλέπε άρθρο 11 παράγραφος 6 του ΚΚΑ.
(73) Οι περισσότερες από αυτές τις αλλαγές ανάγονται στη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών σχετικά με τη χρηματοδότηση των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων και τις χρήσεις των κεφαλαίων των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων (EBA/OP/2020/02), η οποία διατίθεται στον δικτυακό τόπο της ΕΑΤ στη διεύθυνση www.eba.europa.eu.
(74) Βλέπε άρθρο 1 σημείο (3) στοιχείο α) των προτεινόμενων τροποποιήσεων της οδηγίας ΣΕΚ, το οποίο τροποποιεί το άρθρο 4 παράγραφος 4 της οδηγίας ΣΕΚ.
(75) Βλέπε άρθρο 1 σημείο (11) στοιχείο ε) των προτεινόμενων τροποποιήσεων της οδηγίας ΣΕΚ, το οποίο εισάγει ένα νέο άρθρο 10 παράγραφος 7α στην οδηγία ΣΕΚ.
(76) Βλέπε άρθρο 17 του καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (εφεξής «καταστατικό του ΕΣΚΤ»), το οποίο προβλέπει ότι, για την εκτέλεση των εργασιών τους, οι ΕθνΚΤ μπορούν να ανοίγουν λογαριασμούς για πιστωτικά ιδρύματα, δημόσιους φορείς και άλλους συμμετέχοντες στην αγορά.
(77) Βλέπε Έκθεση της ΕΚΤ για τη Σύγκλιση 2022, σημείο 2.2.3· και γνώμη CON/2020/24.
(78) Βλέπε γνώμη της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών σχετικά με την επιλεξιμότητα των καταθέσεων, το επίπεδο κάλυψης και τη συνεργασία μεταξύ των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων (EBA/OP/2019/10), η οποία διατίθεται στον δικτυακό τόπο της ΕΑΤ στη διεύθυνση www.eba.europa.eu.
(79) Βλέπε άρθρο 1 σημεία (25) και (43) των προτεινόμενων τροποποιήσεων του κανονισμού SRMR, οι οποίες τροποποιούν το άρθρο 30 και το άρθρο 88 του κανονισμού SRMR αντίστοιχα.
(80) Μνημόνιο συνεννόησης μεταξύ του Ενιαίου Συμβουλίου Εξυγίανσης και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας όσον αφορά τη συνεργασία και την ανταλλαγή πληροφοριών.
(81) Βλέπε άρθρο 1 σημείο (29) των προτεινόμενων τροποποιήσεων του κανονισμού SRMR, το οποίο τροποποιεί το άρθρο 34 του κανονισμού SRMR και το άρθρο 1 σημείο (58) των προτεινόμενων τροποποιήσεων της οδηγίας BRRD, το οποίο τροποποιεί το άρθρο 128 της οδηγίας BRRD.
(82) Βλέπε άρθρο 1 σημείο (58) των προτεινόμενων τροποποιήσεων της οδηγίας BRRD, το οποίο τροποποιεί το άρθρο 128 της οδηγίας BRRD.
(83) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2533/98 του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1998, σχετικά με τη συλλογή στατιστικών πληροφοριών από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΕ L 318 της 27.11.1998, σ. 8). Η νομική βάση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2533/98 είναι το άρθρο 5.4 του καταστατικού του ΕΣΚΤ, το οποίο προβλέπει ότι το Συμβούλιο, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 41 του καταστατικού του ΕΣΚΤ, καθορίζει, μεταξύ άλλων, το καθεστώς εμπιστευτικότητας που εφαρμόζεται στη συλλογή στατιστικών πληροφοριών από την ΕΚΤ, επικουρούμενη από τις ΕθνΚΤ.
(84) Όπως ορίζεται στο άρθρο 1 σημείο (12) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2533/98.