|
28.9.2022 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 370/45 |
Δημοσίευση αίτησης καταχώρισης ονομασίας σύμφωνα με το άρθρο 50 παράγραφος 2 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1151/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα συστήματα ποιότητας των γεωργικών προϊόντων και τροφίμων
(2022/C 370/08)
Η παρούσα δημοσίευση παρέχει το δικαίωμα ένστασης κατά της αίτησης σύμφωνα με το άρθρο 51 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1151/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (1) εντός τριών μηνών από την ημερομηνία της παρούσας δημοσίευσης.
ΕΝΙΑΙΟ ΕΓΓΡΑΦΟ
«Íslenskt lambakjöt»
Αριθ. ΕΕ: PDO-IS-2636 – 28.9.2020
ΠΟΠ (X) ΠΓΕ ( )
1. Ονομασία/-ες [ΠΟΠ ή ΠΓΕ]
«Íslenskt lambakjöt»
2. Κράτος μέλος ή τρίτη χώρα
Ισλανδία
3. Περιγραφή του γεωργικού προϊόντος ή του τροφίμου
3.1. Τύπος προϊόντος
Κλάση 1.1 Νωπά κρέατα (και βρώσιμα παραπροϊόντα σφαγίων)
3.2. Περιγραφή του προϊόντος που φέρει την προβλεπόμενη στο σημείο 1 ονομασία
«Íslenskt lambakjöt» είναι η ονομασία που έχει δοθεί στο κρέας καθαρόαιμων ισλανδικών αμνών, οι οποίοι έχουν γεννηθεί, εκτραφεί και σφαγεί στη νήσο της Ισλανδίας στον Βόρειο Ατλαντικό Ωκεανό. Το καθαρισμένο σφάγιο ζυγίζει 15-17 kg στην ηλικία των 4-6 μηνών κατά την οποία σφάζονται όλα τα αρνιά. Το κρέας είναι βαθυκόκκινου χρώματος, τρυφερό με γεύση κρέατος θηράματος. Το αρνί μπορεί να διατίθεται στο εμπόριο με μορφή ακέραιου σφαγίου ή τεμαχίων (εμπρόσθιο τεταρτημόριο, καρέ, φιλέτο, μηρός, πλευρά, κότσια κ.λπ.), νωπό ή κατεψυγμένο.
Τα κύρια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του προϊόντος «Íslenskt lambakjöt» είναι τα εξής:
|
— |
Γεύση: κρέατος θηράματος. |
|
— |
Ποσοστό κρέατος που έχει υποβαθμιστεί λόγω άγχους: 1-2 % με pH24 μεγαλύτερο από 5,8 %. |
|
— |
Ελάχιστα σκληρό κρέας και τρυφεροί ραχιαίοι μύες. |
|
— |
Αναλογία Ω-3 λιπαρών οξέων σε φωσφολιπίδια: 16 %. |
|
— |
Ποσοστό μυών που δεν περιέχει φωσφολιπίδια: 1 % του βάρους του μυός. |
|
— |
Υψηλό ποσοστό σιδήρου και βιταμινών της ομάδας Β, βλέπε πίνακα κατωτέρω.
|
3.3. Ζωοτροφές (μόνο για προϊόντα ζωικής προέλευσης) και πρώτες ύλες (μόνο για μεταποιημένα προϊόντα)
Τα αρνιά βόσκουν σε καλλιεργούμενους λειμώνες ή σε διαδρομές από την άνοιξη έως το φθινόπωρο. Τα νεογέννητα αρνιά συνήθως βόσκουν σε καλλιεργούμενους λειμώνες έως ότου οι φυσικοί βοσκότοποι θεωρηθούν κατάλληλοι για βοσκή. Τα περισσότερα πρόβατα μεταφέρονται σε φυσικές διαδρομές δύο έως τέσσερις εβδομάδες μετά την περίοδο τοκετού. Οι φυσικοί βοσκότοποι που χρησιμοποιούνται για θερινή βόσκηση στην Ισλανδία βρίσκονται είτε σε γη που ανήκει σε αγροκτήματα είτε σε διαδρομές. Ως εκ τούτου, όλες οι ζωοτροφές προέρχονται εξ ολοκλήρου από τη γεωγραφική περιοχή.
3.4. Ειδικά στάδια της παραγωγής τα οποία πρέπει να εκτελούνται εντός της οριοθετημένης γεωγραφικής περιοχής
Όλα τα στάδια πρέπει να εκτελούνται εντός της οριοθετημένης γεωγραφικής περιοχής.
3.5. Ειδικοί κανόνες για τον τεμαχισμό, το τρίψιμο, τη συσκευασία κ.λπ. του προϊόντος στο οποίο αναφέρεται η καταχωρισμένη ονομασία
—
3.6. Ειδικοί κανόνες για την επισήμανση του προϊόντος στο οποίο αναφέρεται η καταχωρισμένη ονομασία
Ο ισλανδικός οργανισμός Lamb Marketing Board (Συμβούλιο Εμπορίας Αρνίσιου Κρέατος) παρέχει κοινό διαφημιστικό υλικό, χρησιμοποιώντας το ακόλουθο συλλογικό σήμα: «Icelandic Lamb Roaming Free Since 874».
Τόσο ο λογότυπος όσο και το διαφημιστικό υλικό είναι προαιρετικά.
4. Συνοπτική οριοθέτηση της γεωγραφικής περιοχής
Η γεωγραφική περιοχή είναι η νήσος της Ισλανδίας στον Βόρειο Ατλαντικό Ωκεανό.
5. Δεσμός με τη γεωγραφική περιοχή
Η προβατοτροφία έχει μακρά και πλούσια πολιτιστική παράδοση στην Ισλανδία. Πολλοί πιστεύουν ότι, αν δεν υπήρχαν τα πρόβατα, η Ισλανδία δεν θα ήταν κατοικήσιμη για τους ανθρώπους που την αποίκισαν πριν από πολλούς αιώνες. Τα πρόβατα συντηρούσαν το έθνος: το κρέας τους έτρεφε γενεές επί γενεών και το μαλλί και τα δέρματά τους προφύλασσαν τους κατοίκους από το κρύο. Ένα από τα καλύτερα παραδείγματα παραδοσιακής ισλανδικής μαγειρικής είναι η σούπα αρνίσιου κρέατος, η οποία στο παρελθόν σερβιριζόταν τις Κυριακές ή ως ξεχωριστό πιάτο, αλλά σήμερα η κατανάλωσή του έχει γίνει καθημερινή συνήθεια. Η γαστρονομική κληρονομιά της Ισλανδίας είναι συνυφασμένη με την προβατοτροφία και τα προϊόντα προβάτων και αρνιών.
Οι παράγοντες που επηρεάζουν την ανάπτυξη και την υγεία των προβάτων είναι η θρεπτική αξία των τροφίμων, η ικανότητα διατροφής και η χρήση των τροφίμων. Η μακρά παράδοση της προβατοτροφίας που μεταλαμπαδεύεται από γενιά σε γενιά στο νησί έχει οδηγήσει σε υψηλά πρότυπα διαχείρισης των κοπαδιών και μεθόδων βόσκησης.
Κατά τη χειμερινή περίοδο που δεν είναι δυνατή η βόσκηση λόγω των καιρικών συνθηκών, οι Ισλανδοί γεωργοί φυλάσσουν τα ενήλικα πρόβατα σε εσωτερικούς χώρους. Τρέφονται με σανό που συλλέγουν οι γεωργοί κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Η περίοδος τοκετού ξεκινά από τα τέλη Απριλίου έως τις αρχές Μαΐου και διαρκεί έως τις αρχές Ιουνίου. Τα αρνιά βόσκουν σε καλλιεργούμενους λειμώνες ή σε διαδρομές από την άνοιξη έως το φθινόπωρο. Τα νεογέννητα αρνιά συνήθως βόσκουν σε καλλιεργούμενους λειμώνες έως ότου οι φυσικοί βοσκότοποι θεωρηθούν κατάλληλοι για βοσκή. Τα περισσότερα πρόβατα μεταφέρονται σε φυσικές διαδρομές δύο έως τέσσερις εβδομάδες μετά την περίοδο τοκετού. Οι φυσικοί βοσκότοποι που χρησιμοποιούνται για θερινή βόσκηση στην Ισλανδία βρίσκονται είτε σε γη που ανήκει σε αγροκτήματα είτε σε διαδρομές. Ως εκ τούτου, όλες οι ζωοτροφές προέρχονται εξ ολοκλήρου από τη γεωγραφική περιοχή.
Από την αποίκιση της Ισλανδίας, για τη βόσκηση των ζώων χρησιμοποιούνται διαδρομές. Οι περισσότερες από αυτές τις εκτάσεις βρίσκονται στα μεσαία υψίπεδα, κυρίως επειδή τα αρνιά που βόσκουν εκεί έχουν γενικά ταχύτερο ρυθμό ανάπτυξης. Παρότι γενικά οι φυσικοί βοσκότοποι που χρησιμοποιούνται για θερινή βόσκηση ποικίλλουν σε μεγάλο βαθμό στην Ισλανδία, η βλάστηση στα υψίπεδα είναι συνήθως πλουσιότερη σε πρωτεΐνες και αυτός είναι ένας από τους παράγοντες που συμβάλλουν στην επιτάχυνση του ρυθμού ανάπτυξης. Ως εκ τούτου, ο ρυθμός ανάπτυξης των αρνιών στις πεδινές περιοχές είναι γενικά βραδύτερος από εκείνον των αρνιών που περιπλανώνται στις ορεινές περιοχές, τρώγοντας φρέσκια βλάστηση, ιδίως στις αρχές και στα μέσα του καλοκαιριού, αλλά οι ρυθμοί ανάπτυξής τους ευθυγραμμίζονται στα τέλη Αυγούστου.
Στις αρχές Σεπτεμβρίου ο ρυθμός ανάπτυξης των αρνιών στους φυσικούς βοσκοτόπους αρχίζει να υποχωρεί. Εάν μέχρι τότε τα αρνιά δεν έχουν φθάσει σε μέγεθος κατάλληλο για σφαγή, το δυναμικό ανάπτυξής τους μπορεί να ενισχυθεί με τη μεταφορά τους σε καλλιεργούμενες εκτάσεις, δηλαδή σε καλλιεργούμενους λειμώνες ή σε εκτάσεις όπου παράγεται χλωρή χορτονομή, για περίπου δύο έως έξι εβδομάδες. Στις περιπτώσεις αυτές, τα αρνιά έχουν πάντοτε πρόσβαση σε άλλες συμπληρωματικές εκτάσεις βοσκής. Σκοπός του συστήματος αυτού είναι η επίτευξη του επιθυμητού βάρους σφαγίου το φθινόπωρο και η προώθηση καλύτερης ταξινόμησης ανά ποσοστιαία σημεία στα σφαγεία.
Το φθινόπωρο οι κτηνοτρόφοι συγκεντρώνουν τα πρόβατα από τις φυσικές διαδρομές και τους βοσκοτόπους με μια διαδικασία που μπορεί να διαρκέσει έως και μία εβδομάδα, ανάλογα με τις γεωγραφικές τοποθεσίες, και η οποία αποτελεί παράδοση τόσο παλιά όσο και η αποίκιση της Ισλανδίας. Από την εποχή της αποίκισης, οι κτηνοτρόφοι κάθε περιοχής ένωναν τις δυνάμεις τους για να συγκεντρώσουν τα πρόβατα από τις διαδρομές και τις ιδιόκτητες εκτάσεις σε ένα κοινοτικό μαντρί. Μετά τη συγκέντρωσή τους, τα πρόβατα ταξινομούνταν και κάθε κοπάδι επέστρεφε στο μαντρί από τον ιδιοκτήτη του ή τον αντιπρόσωπό του.
Τα αρνιά βόσκουν ως επί το πλείστον σε πιο εύφορες περιοχές, λιβάδια και τυρφώνες και αναπαύονται σε πιο δυσπρόσιτες περιοχές. Η βλάστηση αποτελείται από χαμηλά φυτά και υπάρχουν σχετικά λίγα είδη δέντρων. Τα φυτά που επιλέγουν τα αρνιά αλλάζουν με τις εποχές, ανάλογα με την ωριμότητα των φυτών, και τα ισλανδικά πρόβατα αναζητούν ως επί το πλείστον φυτά όπως ο λάθυρος ο παράλιος, ο ρούβος ο βραχόφιλος, η αγγελική αρχαγγελική, το είδος Chamaenerion latifolium και η τριανταφυλλόριζα. Παραδείγματα ποικιλιών χόρτου, κυπερίδων (cyperaceae) και πτεριδόφυτων (pteridophytes) άκρως περιζήτητων από τα πρόβατα είναι το είδος Deschampsia nubigena, η άγρωστη η κοινή, η ψευδάγρωστις (άγρωστις η σπονδυλωτή), η πόα η άλπειος, η φεστούκα η ερυθρωπή και η λούζουλα η πολυανθής. Μεταξύ των ανθοφόρων φυτών που είναι δημοφιλή για βόσκηση από τα πρόβατα συγκαταλέγονται τα είδη Bartsia alpina και Thalictrum alpinum, το γεράνιο το δασικό, η σιλινή, η αρμέρια η παραθαλάσσια, τα είδη Galium boreale L., Rumex longifolius και Saxifraga hirculus και άλλα. Τα ισλανδικά δένδρα και οι θάμνοι που αρέσουν στα πρόβατα για να βόσκουν το καλοκαίρι είναι, για παράδειγμα, η σόρβος των πτηνών, το επιλόβιο το ορεινό, τα είδη Salix lanata και Salix planifolia. Οι θρεπτικοί φυσικοί βοσκότοποι και ο σανός μειώνουν την ανάγκη για χορτονομή και υπάρχει μεγάλη ποικιλία διαθέσιμης για βοσκή βλάστησης. Το ψυχρό κλίμα της Ισλανδίας μειώνει την ανάγκη χρήσης φυτοφαρμάκων στην παραγωγή τροφίμων στις ποσότητες που χρησιμοποιούνται σε πολλές άλλες χώρες. Οι παράγοντες αυτοί έχουν μεγάλη σημασία για την παραγωγή του προϊόντος «Íslenskt lambakjöt».
Τα συμπεράσματα του ευρωπαϊκού σχεδίου για το αρνί, FAIR CT96-1768 (OVAX) Identifying and changing the qualities and composition of meat from different European sheep types which meets regional consumer expectations (Προσδιορισμός και μεταβολή των ιδιοτήτων και της σύνθεσης του κρέατος διαφόρων ευρωπαϊκών τύπων προβάτων που ανταποκρίνεται στις προσδοκίες των καταναλωτών σε περιφερειακό επίπεδο), περιλάμβαναν σύγκριση της ισλανδικής μεθόδου παραγωγής αρνιού με τις μεθόδους παραγωγής σε πέντε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Το προϊόν «Íslenskt lambakjöt» θεωρήθηκε το πιο τρυφερό από τους εκπροσώπους όλων των συμμετεχουσών χωρών. Το αποτέλεσμα αυτό επιβεβαιώθηκε και από μετρήσεις των φυσικών χαρακτηριστικών του κρέατος που εξετάστηκε. Η ηλικία κατά τη σφαγή, καθώς και η ποσότητα και η θερμική διαλυτότητα του κολλαγόνου, αιτιολογούν εν μέρει αυτήν τη διαφορά. Επιπλέον, θεωρήθηκε ότι η διαφορά των μυϊκών ινών μεταξύ των κοπαδιών ήταν και αυτή σημαντικός παράγοντας. Από τα συμπεράσματα προέκυψε επίσης ότι τα κύρια διακριτικά χαρακτηριστικά του «Íslenskt lambakjöt» είναι τα εξής:
|
— |
Η γεύση κρέατος θηράματος. |
|
— |
Το χαμηλό ποσοστό κρέατος από ζώα που έχουν βιώσει άγχος (1-2 % με pH 24 μεγαλύτερο από 5,8 %). |
|
— |
Ελάχιστα σκληρό κρέας και τρυφεροί ραχιαίοι μύες. |
|
— |
Το υψηλότερο ποσοστό Ω-3 λιπαρών οξέων. Η αναλογία Ω-3 λιπαρών οξέων σε φωσφολιπίδια στους μυς των ισλανδικών αμνών έχει μετρηθεί σε 16 % και το ποσοστό των μυών που δεν περιέχει φωσφολιπίδια είναι 1 % του βάρους του μυός. |
|
— |
Υψηλό ποσοστό σιδήρου και βιταμινών της ομάδας Β. |
Τα κυριότερα χαρακτηριστικά του «Íslenskt lambakjöt» είναι ο υψηλός βαθμός τρυφερότητας και η γεύση κρέατος θηράματος. Η γευστικότητα του «Íslenskt lambakjöt» οφείλεται στο ότι τα αρνιά περιφέρονται ελεύθερα σε οριοθετημένες φυσικές διαδρομές και αναπτύσσονται στο άγριο, φυσικό περιβάλλον της Ισλανδίας, όπου τρέφονται με χόρτο και άλλα φυτά.
Σε συγκριτική μελέτη μεταξύ αρνιών από έξι ευρωπαϊκές χώρες, την Αγγλία, την Ελλάδα, την Ισλανδία, την Ισπανία, τη Γαλλία και την Ιταλία, διαπιστώθηκε ότι το «Íslenskt lambakjöt» είναι πλουσιότερο από τους άλλους τύπους αρνιών, όσον αφορά την ποσότητα και το ποσοστό Ω-3 λιπαρών οξέων.
Αυτό οφείλεται στη σύνθεση των λιπαρών οξέων της χορτονομής και της βλάστησης που βόσκουν, η οποία επηρεάζει το ποσοστό των Ω-3 λιπαρών οξέων τόσο στα στρώματα λίπους όσο και στους μυς των αρνιών. Το κλίμα της Ισλανδίας είναι ένας από τους παράγοντες στους οποίους οφείλεται το υψηλό ποσοστό λιπαρών οξέων. Η Ισλανδία εκτείνεται στην Αρκτική και στις υποαρκτικές περιοχές. Στις πεδινές περιοχές στα νότια και στα νοτιοανατολικά, καθώς και σε ορισμένες περιοχές της ενδοχώρας στο βόρειο και ανατολικό τμήμα της χώρας, το κλίμα είναι υποαρκτικό και η μέση θερμοκρασία είναι περίπου 10 °C και άνω τον Ιούλιο και άνω των –3 °C τον Ιανουάριο. Τα υψίπεδα της χώρας και οι περισσότερες άλλες πεδινές περιοχές έχουν αρκτικό κλίμα, με μέσες θερμοκρασίες κάτω των 10 °C τον Ιούλιο και μέσες θερμοκρασίες κάτω των –3 °C τον Ιανουάριο. Οι ετήσιες βροχοπτώσεις στις πεδινές περιοχές κυμαίνονται από 400 έως 2 000 mm. Η Ισλανδία έχει τους μεγαλύτερους παγετώνες που βρίσκονται εκτός των πολικών περιοχών και σε ορισμένα σημεία οι παγετώνες εκροής επεκτείνονται μέχρι τις πεδινές περιοχές. Τα χαμηλά επίπεδα ρύπανσης, ο καθαρός αέρας και οι άφθονοι χώροι διαβίωσης επηρεάζουν τις συνθήκες προβατοτροφίας στην Ισλανδία, όπως τις επηρεάζουν επίσης η χαμηλή ρύπανση των βοσκοτόπων, η καλή μεταχείριση και οι συνθήκες διαβίωσης. Το χόρτο που βόσκουν είναι πλούσιο σε Ω-3 λινολεϊκό οξύ και βιταμίνη Ε. Επιπλέον, έχει αποδειχθεί ότι τα ισλανδικά αρνιά δεν βιώνουν άγχος πριν ή κατά τη σφαγή, κάτι που εξασφαλίζει πολύ χαμηλά επίπεδα οξύτητας στο κρέας.
Παραπομπή στη δημοσίευση των προδιαγραφών