|
Δελτίο συνοπτικής παρουσίασης |
|
Εκτίμηση των επιπτώσεων εκτελεστικού κανονισμού της Επιτροπής για τον καθορισμό καταλόγου συνόλων δεδομένων υψηλής αξίας και των ρυθμίσεων για τη δημοσίευση και την περαιτέρω χρήση τους |
|
Α. Ανάγκη ανάληψης δράσης |
|
Ποιο είναι το πρόβλημα και γιατί αποτελεί πρόβλημα σε επίπεδο ΕΕ; |
|
Ο δημόσιος τομέας παράγει τεράστιο όγκο δεδομένων (π.χ. μετεωρολογικά δεδομένα, ψηφιακούς χάρτες, στατιστικές και νομικές πληροφορίες) που αποτελούν πολύτιμο πόρο για την ψηφιακή οικονομία. Χρησιμοποιούνται για την παραγωγή υπηρεσιών και εφαρμογών που βασίζονται σε δεδομένα, για την αποδοτικότερη παροχή ιδιωτικών και δημόσιων υπηρεσιών, καθώς και για τη διευκόλυνση της λήψης καλύτερα τεκμηριωμένων αποφάσεων. Το κύριο πρόβλημα είναι ότι αυτά τα δεδομένα —πληροφορίες του δημόσιου τομέα (ΠΔΤ)— δεν χρησιμοποιούνται περαιτέρω, τουλάχιστον όχι στον βαθμό που θα επέτρεπε την αξιοποίηση του κοινωνικοοικονομικού δυναμικού τους. Αυτό οφείλεται σε δύο ομάδες εμποδίων. Η πρώτη είναι ο φραγμός πρόσβασης στην αγορά που προκύπτει από την επιβολή τελών περαιτέρω χρήσης. Η δεύτερη ομάδα εμποδίων είναι η χαμηλή διαλειτουργικότητα (ασύμβατοι όροι αδειοδότησης και χαμηλή τυποποίηση τεχνικών/σημασιολογικών δεδομένων) και η περιορισμένη μηχαναγνωσιμότητα των δεδομένων (συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης μέσω διεπαφών προγραμματισμού εφαρμογών — API). Το πρόβλημα είναι κοινό για όλα τα δεδομένα του δημόσιου τομέα, αλλά είναι οξύτερο για σύνολα δεδομένων υψηλής αξίας (HVD) σε έξι τομείς: εταιρείες και ιδιοκτησιακό καθεστώς εταιρειών, γεωχωρικές πληροφορίες, γεωσκόπηση και περιβάλλον, μετεωρολογικά δεδομένα, κινητικότητα και στατιστικές. Τα εν λόγω σύνολα δεδομένων έχουν υψηλή ζήτηση, αλλά η περαιτέρω χρήση τους είναι χαμηλότερη από αυτήν που θα έπρεπε, λόγω φραγμών που επιμένουν. Το πρόβλημα αφορά όλους τους περαιτέρω χρήστες: μη εμπορικούς [μη κυβερνητικές οργανώσεις (ΜΚΟ), ερευνήτριες/ερευνητές και το κοινό] και εμπορικούς — κυρίως νεοφυείς και μικρές επιχειρήσεις που δεν διαθέτουν πόρους για αρχικές επενδύσεις στην απόκτηση δεδομένων. |
|
Τι θα πρέπει να επιτευχθεί; |
|
Ο κύριος στόχος πολιτικής είναι η αύξηση της περαιτέρω χρήσης των πληροφοριών του δημόσιου τομέα προς όφελος της οικονομίας (εμπορική περαιτέρω χρήση) και της κοινωνίας (μη εμπορική περαιτέρω χρήση, π.χ. για περιβαλλοντικούς σκοπούς ή για σκοπούς διαφάνειας). |
|
Ποια είναι η προστιθέμενη αξία της δράσης σε επίπεδο ΕΕ (επικουρικότητα); |
|
Λίγα μόνο κράτη μέλη έχουν θεσπίσει εθνικά μέτρα προκειμένου να καθοριστούν και να ανοίξουν οι σημαντικότερες κατηγορίες δεδομένων (π.χ. δεδομένα αναφοράς στη Δανία και την Τσεχία, δεδομένα δημόσιου συμφέροντος στη Γαλλία). Ωστόσο, αυτά τα μέτρα δεν αποσκοπούν στη διευκόλυνση της χρήσης δεδομένων σε ολόκληρη την ΕΕ. Επιπλέον, ο δείκτης ωριμότητας των ανοικτών δεδομένων της ευρωπαϊκής πύλης δεδομένων δείχνει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν διαφορές στην περαιτέρω χρήση πληροφοριών του δημόσιου τομέα στην ΕΕ και ότι ο καταλληλότερος τρόπος για τη μείωσή τους είναι η ανάληψη δράσης από την ΕΕ. Η έκδοση του εκτελεστικού κανονισμού αποτελεί νομική υποχρέωση βάσει της οδηγίας για τα ανοικτά δεδομένα. Η αξιολόγηση της οδηγίας το 2018 επιβεβαίωσε ότι προσέφερε προστιθέμενη αξία στη βελτίωση της χρήσης των δεδομένων του δημόσιου τομέα σε ολόκληρη την ΕΕ. Ο καθορισμός του καταλόγου των συνόλων δεδομένων υψηλής αξίας και των ρυθμίσεων για τη δημοσίευση και την περαιτέρω χρήση τους αποτελεί το επόμενο βήμα στη μακροχρόνια πολιτική ανοικτών δεδομένων της ΕΕ, η οποία αποσκοπεί στην εναρμόνιση και στο σταδιακό άνοιγμα των δεδομένων του δημόσιου τομέα. Αυτός ο στόχος υποστηρίζεται από τα κράτη μέλη. |
|
Β. Λύσεις |
|
Ποιες είναι οι διάφορες επιλογές για την επίτευξη των στόχων; Υπάρχει προτιμώμενη επιλογή ή όχι; Αν όχι, γιατί; |
|
Το πεδίο εφαρμογής της λύσης ορίζεται σε μεγάλο βαθμό στο άρθρο 14 της οδηγίας για τα ανοικτά δεδομένα: τα δεδομένα πρέπει να επιλέγονται από έξι θέματα και πρέπει να είναι δωρεάν, μηχαναγνώσιμα και διαθέσιμα μέσω API. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή έχει σχεδιάσει επιλογές γύρω από δύο άλλες πτυχές: το πεδίο εφαρμογής των συνόλων δεδομένων που προσδιορίστηκαν και τις απαιτήσεις για τη δημοσίευση και την περαιτέρω χρήση τους. Οι επιλογές υψηλότερης και χαμηλότερης έντασης παρέμβασης για καθένα από τα έξι θέματα αναλύθηκαν και συζητήθηκαν με τα ενδιαφερόμενα μέρη και αξιολογήθηκαν το κόστος και τα οφέλη τους. Η προτιμώμενη επιλογή είναι μια επιλογή μεικτής έντασης που βασίζεται στο αποτέλεσμα ανάλυσης πολλαπλών κριτηρίων. Βελτιστοποιεί το πεδίο εφαρμογής των δεδομένων και τη μέθοδο δημοσίευσης για κάθε θέμα. Ακολουθεί μια προσέγγιση χαμηλότερης έντασης για τα εταιρικά δεδομένα, τα γεωχωρικά δεδομένα και τα δεδομένα κινητικότητας και μια προσέγγιση υψηλότερης έντασης για τα στατιστικά δεδομένα, τα περιβαλλοντικά δεδομένα και τα μετεωρολογικά δεδομένα. |
|
Ποιες απόψεις διατύπωσαν τα διάφορα ενδιαφερόμενα μέρη; Ποιο μέρος υποστηρίζει την κάθε επιλογή; |
|
Για όλες τις πρωτοβουλίες ανοικτών δεδομένων, οι περαιτέρω χρήστες (μικρές επιχειρήσεις που δημιουργούν υπηρεσίες δεδομένων, ερευνητές, ΜΚΟ) είναι συνήθως πολύ ενθουσιώδεις, ενώ ο δημόσιος τομέας (κάτοχοι δεδομένων) είναι λιγότερο ενθουσιώδης. Ωστόσο, αυτό εξαρτάται από το θέμα των δεδομένων (π.χ. οι στατιστικές υπηρεσίες είναι πολύ υποστηρικτικές παρά το γεγονός ότι είναι κάτοχοι δεδομένων). Όλοι οι περαιτέρω χρήστες τάσσονται υπέρ μιας προσέγγισης υψηλότερης έντασης. Οι φορείς του δημόσιου τομέα ανησυχούν για το δυνητικό κόστος (ιδίως το εφάπαξ κόστος για τη δημιουργία API). Η προτιμώμενη επιλογή μεικτής έντασης λαμβάνει υπόψη και τις δύο θέσεις. |
|
Γ. Επιπτώσεις της προτιμώμενης επιλογής |
|
Ποια είναι τα οφέλη της προτιμώμενης επιλογής (ειδάλλως, των κυριότερων επιλογών); |
|
Για την προτιμώμενη μεικτή επιλογή, η αξία της οικονομίας των πληροφοριών του δημόσιου τομέα/των συνόλων δεδομένων υψηλής αξίας εκτιμάται ότι θα αυξηθεί σε 276 δισ. EUR το 2028. Ο λόγος ως προς το ΑΕΠ το 2028 αναμένεται να αυξηθεί σε 2,00 %, έναντι 1,85 % εάν δεν αναληφθεί καμία ενέργεια (βασικό σενάριο). Αυτό σημαίνει ότι η προτιμώμενη επιλογή έχει επαυξητικές επιπτώσεις 21 δισ. EUR σε σύγκριση με το βασικό σενάριο. Επιπλέον, υπερβαίνει κατά 8 δισ. EUR την αξία της εφαρμογής της επιλογής χαμηλότερης έντασης (268 δισ. EUR). Οι συνολικές επιπτώσεις έχουν άμεσες και έμμεσες επιδράσεις. Το 2028 η έμμεση μελλοντική επίδραση της εφαρμογής της προτιμώμενης επιλογής θα ήταν 201 δισ. EUR. Το ποσό αυτό υπερβαίνει κατά 16 δισ. EUR το βασικό σενάριο (185 δισ. EUR). Η άμεση επίδραση της προτιμώμενης επιλογής είναι 75 δισ. EUR, ποσό που αντιπροσωπεύει επαυξητικές επιπτώσεις ύψους 6 δισ. EUR σε σύγκριση με το βασικό σενάριο το 2028. Τα ανωτέρω αριθμητικά στοιχεία αποτελούν εκτιμήσεις, διότι είναι δύσκολο να ποσοτικοποιηθούν συγκεκριμένα οφέλη που αντιστοιχούν σε ένα σύνολο δεδομένων — η αξία τους συχνά εκφράζεται καλύτερα σε συνδυασμό με άλλα σύνολα δεδομένων. Με χρήση του πλαισίου που αναπτύχθηκε με τη μελέτη εκτίμησης των επιπτώσεων, τα σύνολα δεδομένων συνδέθηκαν με ένα σύνολο δεικτών από διαφορετικούς μακροοικονομικούς τομείς, μαζί με τα αποτελέσματα της έρευνας τεκμηρίωσης και παρατηρήσεις διαφόρων ενδιαφερόμενων μερών. Εκτός από τις εκτιμώμενες οικονομικές επιπτώσεις, η πρωτοβουλία θα πρέπει να έχει κοινωνικά και περιβαλλοντικά οφέλη. Η ύπαρξη περισσότερων πληροφοριών σχετικά με τις εταιρείες έχει σαφή κοινωνικά οφέλη, μεταξύ άλλων για την καταπολέμηση του εγκλήματος (συμπεριλαμβανομένου του οικονομικού εγκλήματος), την αυξημένη συμμετοχή του κοινού και τη λογοδοσία των κυβερνήσεων (π.χ. δημόσια στήριξη των επιχειρήσεων). Η περαιτέρω χρήση περιβαλλοντικών δεδομένων, δεδομένων χωρικής κινητικότητας και μετεωρολογικών δεδομένων αναμένεται να συμβάλει, μεταξύ άλλων, στην έρευνα για την κλιματική αλλαγή, στη μείωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης στα αστικά κέντρα, καθώς και στη βελτίωση των υποδομών. Τα μέτρα για τη διαχείριση της πανδημίας COVID-19 κατέδειξαν επίσης τη σημασία του γεωγραφικού εντοπισμού νοσοκομείων, σχετικών υποδομών και ανθρώπων. |
|
Ποιο είναι το κόστος της προτιμώμενης επιλογής (ειδάλλως, των κυριότερων επιλογών); |
|
Το κόστος είναι διαφορετικό για τα θέματα δεδομένων. Η εκτίμηση του κόστους είναι επίσης περίπλοκη για διάφορους λόγους. Είναι δύσκολο να διαχωριστεί το κόστος των συνόλων δεδομένων υψηλής αξίας από το κόστος της περαιτέρω χρήσης άλλων συνόλων δεδομένων, επειδή ορισμένες υποδομές ΤΠ δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για σύνολα δεδομένων υψηλής αξίας (π.χ. όταν η αναβάθμιση υποδομών προβλέπεται βάσει άλλης νομοθεσίας, όπως η οδηγία INSPIRE, ή όταν αποτελεί μέρος πρωτοβουλίας ψηφιοποίησης). Ο αριθμός των αλλαγών που απαιτούνται για κάθε σύνολο δεδομένων και για κάθε φορέα του δημόσιου τομέα θα ποικίλλει επίσης σημαντικά. Ωστόσο, οι διαθέσιμες γενικές εκτιμήσεις δείχνουν τα εξής: ·οι εφάπαξ δαπάνες (π.χ. δημιουργία API) κυμαίνονται από 24,9 εκατ. EUR (χαμηλή εκτίμηση) έως 435,9 εκατ. EUR (υψηλή εκτίμηση), με μέση εκτίμηση της τάξης των 122,3 εκατ. EUR. ·οι επαναλαμβανόμενες δαπάνες (π.χ. απώλεια εσόδων και πόροι που απαιτούνται για τη βελτίωση της ποιότητας των δεδομένων έως το 2028) εκτιμώνται σε 473,6 εκατ. EUR. Μέρος του κόστους μπορεί να αντισταθμιστεί μέσω χρηματοδότησης από το πρόγραμμα «Ψηφιακή Ευρώπη», το οποίο έχει σχεδιαστεί ειδικά για τη μείωση της επιβάρυνσης για τη δημοσίευση συνόλων δεδομένων υψηλής αξίας. |
|
Ποιος είναι ο αντίκτυπος στις μικρές επιχειρήσεις και στην ανταγωνιστικότητα; |
|
Η αυξημένη διαθεσιμότητα δεδομένων θα τονώσει την επιχειρηματικότητα και θα οδηγήσει στη δημιουργία νέων εταιρειών, αν και σε διαφορετικό βαθμό σε κάθε θέμα δεδομένων (λόγω π.χ. της τρέχουσας διαθεσιμότητας δεδομένων ανά θέμα και της ωριμότητάς τους). Συνολικά, η ανοικτή διαθεσιμότητα συνόλων δεδομένων υψηλής αξίας αναμένεται να οδηγήσει στη δημιουργία 537 000 νέων εταιρειών το 2028, έναντι 485 000 το 2024. Πέραν της στήριξης της δημιουργίας νέων εταιρειών, τα σύνολα δεδομένων υψηλής αξίας μπορούν να αποτελέσουν σημαντικούς παράγοντες που θα διευκολύνουν τις νεοφυείς επιχειρήσεις να επικυρώσουν τις εκθέσεις επιχειρηματικής σκοπιμότητάς τους και να προσελκύσουν επενδυτές. Τα προγράμματα εκκολαπτηρίων δεδομένων έχουν δείξει τη σύνδεση μεταξύ των ισχυρών και προδραστικών πολιτικών ανοικτών δεδομένων στα κράτη μέλη και του αριθμού των επιτυχημένων νεοφυών επιχειρήσεων δεδομένων από τις εν λόγω χώρες. Τα ανοικτά δεδομένα μπορούν επίσης να ενισχύσουν έμμεσα τις μικρές επιχειρήσεις: ορισμένες αποκτούν τέτοια εξειδίκευση στον χειρισμό τους που οι λύσεις λογισμικού δεδομένων καθίστανται ένα από τα κύρια προϊόντα τους. Τέλος, η διαθεσιμότητα δωρεάν δεδομένων συμβάλλει στην αποκατάσταση της ισορροπίας της θέσης των μικρών επιχειρήσεων σε σχέση με τις μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας (για τις οποίες το κόστος απόκτησης δεδομένων δεν αποτελεί σημαντικό εμπόδιο). |
|
Θα υπάρξουν σημαντικές επιπτώσεις στους εθνικούς προϋπολογισμούς και στις εθνικές διοικητικές αρχές; |
|
Όλες οι δαπάνες που αναφέρονται ανωτέρω θα βαρύνουν τις δημόσιες διοικήσεις, αλλά το σημαντικότερο κόστος θα είναι εφάπαξ (δημιουργία API). Για ορισμένα δεδομένα για τα οποία οι περαιτέρω χρήστες επί του παρόντος πληρώνουν (ιδίως δεδομένα σχετικά με εταιρείες, καιρικές συνθήκες και γεωτεμάχια κτηματολογίου), το κόστος θα επηρεαστεί από τη δωρεάν παροχή των εν λόγω δεδομένων. Ωστόσο, η οδηγία ορίζει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να επωφεληθούν από διετή περίοδο προσαρμογής. Επιπλέον, η διαθεσιμότητα δωρεάν δεδομένων και η μηχαναγνωσιμότητά τους αναμένεται ότι θα μειώσουν το κόστος χειρισμού των δεδομένων (μη ύπαρξη τιμολόγησης, μη ύπαρξη επεξεργασίας αιτήσεων) και θα αυξήσουν την αποδοτικότητα της διαχείρισης των δεδομένων, μειώνοντας έτσι το συνολικό κόστος μεσοπρόθεσμα. |
|
Θα υπάρξουν άλλες σημαντικές επιπτώσεις; |
|
Δεν προσδιορίστηκαν άλλες σημαντικές επιπτώσεις. |
|
Αναλογικότητα; |
|
Η προτιμώμενη επιλογή λαμβάνει υπόψη τις απαιτήσεις σκοπιμότητας και αναλογικότητας. Για την ελαχιστοποίηση των νομικών δυσκολιών (π.χ. διασφάλιση της συμμόρφωσης με τη νομοθεσία της ΕΕ για την προστασία των δεδομένων) και τη μείωση του κόστους, η προτιμώμενη επιλογή ακολουθεί μια προσέγγιση χαμηλότερης έντασης για τα ακόλουθα θέματα: γεωχωρικά δεδομένα, δεδομένα κινητικότητας και εταιρικά δεδομένα. |
|
Δ. Παρακολούθηση |
|
Πότε θα επανεξεταστεί η πολιτική; |
|
Η επανεξέταση της βασικής πράξης (οδηγία 2019/1024) μπορεί να ξεκινήσει το 2025. Ωστόσο, τα έξι θέματα που απαριθμούνται στην οδηγία μπορούν να προστεθούν με κατ’ εξουσιοδότηση πράξη και τα συγκεκριμένα σύνολα δεδομένων μπορούν να τροποποιηθούν μέσω εκτελεστικών πράξεων ανά πάσα στιγμή. |