|
25.3.2022 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 134/13 |
Τελική έκθεση του συμβούλου ακροάσεων (1)
Υπόθεση Μ.8181 – Merck/Sigma-Aldrich (διαδικασία του άρθρου 14 παράγραφος 1)
(2022/C 134/04)
I. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
|
1. |
Η παρούσα έκθεση αφορά σχέδιο απόφασης (στο εξής: σχέδιο απόφασης) σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου (2) (στο εξής: κανονισμός συγκεντρώσεων). Στο σχέδιο απόφασης διαπιστώνεται ότι η εταιρεία Sigma-Aldrich Corporation (στο εξής: Sigma) παρείχε εκ προθέσεως ή εξ αμελείας ανακριβή και/ή παραπλανητικά στοιχεία στην Επιτροπή κατά τη διαδικασία εξέτασης της απόκτησης του αποκλειστικού ελέγχου της Sigma από την εταιρεία Merck KGaA (στο εξής: Merck) στην υπόθεση M.7435 – Merck/Sigma Aldrich (στο εξής: εξέταση της συγκέντρωσης) (3). Όπως αναφέρεται στο σχέδιο απόφασης, η Sigma παρείχε ανακριβή και/ή παραπλανητικά στοιχεία κατά την απάντησή της σε δύο αιτήματα παροχής πληροφοριών που υπέβαλε η Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 2 του κανονισμού συγκεντρώσεων καθώς και στο τελικό έντυπο RM, το οποίο υποβλήθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 20 παράγραφος 1α του κανονισμού (ΕΚ) 802/2004 του Συμβουλίου (4) (στο εξής: εκτελεστικός κανονισμός). |
II. ΙΣΤΟΡΙΚΟ
|
2. |
Στις 15 Ιουνίου 2015, μετά την εξέταση της συγκέντρωσης, η Επιτροπή κήρυξε την εξαγορά της Sigma από τη Merck συμβατή με την εσωτερική αγορά, με την επιφύλαξη ορισμένων διορθωτικών μέτρων (στο εξής: απόφαση περί συγκέντρωσης). Η δέσμη διορθωτικών μέτρων που εγκρίθηκε με την απόφαση περί συγκέντρωσης περιλάμβανε την πώληση των περισσοτέρων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της Sigma για προϊόντα διαλυτών και ανόργανων ουσιών στον ΕΟΧ (στο εξής: εκποιούμενη επιχειρηματική δραστηριότητα). Προϋπόθεση για την περάτωση της συμφωνίας μεταξύ της Merck και της Sigma ήταν η υπογραφή συμφωνίας με κατάλληλο αγοραστή, εγκεκριμένο από την Επιτροπή, για την πώληση της εκποιούμενης επιχειρηματικής δραστηριότητας. |
|
3. |
Στις 19 και 20 Οκτωβρίου 2015, η Merck και η Sigma υπέγραψαν συμφωνία με την εταιρεία Honeywell International Inc. (στο εξής: Honeywell) για την πώληση της εκποιούμενης επιχειρηματικής δραστηριότητας. Η εν λόγω συμφωνία περιλάμβανε παράρτημα στο οποίο αναφέρονταν ορισμένα περιουσιακά στοιχεία τα οποία εξαιρούνταν ρητά από το εύρος της επιχειρηματικής δραστηριότητας την οποία η Sigma θα πωλούσε στη Honeywell (στο εξής: παράρτημα με τα εξαιρούμενα περιουσιακά στοιχεία). Στο παράρτημα με τα εξαιρούμενα περιουσιακά στοιχεία αναφερόταν η αίτηση χορήγησης διπλώματος ευρεσιτεχνίας με τίτλο «κλείσιμο περιέκτη», το οποίο στην πραγματικότητα αφορούσε το έργο iCap της Sigma. Το iCap, ένα έργο που ανέπτυξαν από κοινού η Sigma και η εταιρεία Metrohm AG, είναι ένα έξυπνο καπάκι φιάλης με το οποίο σφραγίζονται οι φιάλες που περιέχουν υγρές χημικές ουσίες και συνδέονται με όργανα τιτλοδότησης. |
|
4. |
Στις 10 Νοεμβρίου 2015, η Επιτροπή ενέκρινε τη Honeywell ως κατάλληλο αγοραστή της εκποιούμενης επιχειρηματικής δραστηριότητας και στις 18 Νοεμβρίου 2015 η Merck ολοκλήρωσε την εξαγορά της Sigma. Στις 15 Δεκεμβρίου 2015, η Honeywell ολοκλήρωσε την εξαγορά της εκποιούμενης επιχειρηματικής δραστηριότητας. |
|
5. |
Στις 10 Φεβρουαρίου 2016, ο εντολοδόχος παρακολούθησης που διορίστηκε στην υπόθεση M.7435 (στο εξής: εντολοδόχος παρακολούθησης) ενημέρωσε τη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού (στο εξής: ΓΔ Ανταγωνισμού) σχετικά με την αξίωση της Honeywell να περιλαμβάνεται το iCap στην εκποιούμενη επιχειρηματική δραστηριότητα. Σύμφωνα με τη Honeywell, το iCap ήταν υψίστης σημασίας για τη βιωσιμότητα της εκποιούμενης επιχειρηματικής δραστηριότητας και εσφαλμένα είχε συμπεριληφθεί στο παράρτημα με τα εξαιρούμενα περιουσιακά στοιχεία. |
|
6. |
Στις 29 Ιουλίου 2016, η Επιτροπή ενημέρωσε τη Merck ότι βρίσκονταν σε εξέλιξη διαδικασίες σχετικά με το ενδεχόμενο παροχής ανακριβών και/ή παραπλανητικών στοιχείων από τη Merck και τη Sigma με την προοπτική πιθανής επιβολής προστίμων σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 1 του κανονισμού συγκεντρώσεων. |
III. ΑΞΙΩΣΕΙΣ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΡΟΝΟΜΙΟ ΠΕΡΙ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥ ΑΠΟΡΡΗΤΟΥ
|
7. |
Στις 14 Οκτωβρίου 2016, η Επιτροπή εξέδωσε δύο αποφάσεις σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 3 του κανονισμού συγκεντρώσεων, με τις οποίες ζητούσε από τη Merck και τη Sigma να παράσχουν τα δεδομένα του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ορισμένων ατόμων που εργάζονταν στη Merck και στη Sigma τα οποία δημιουργήθηκαν το 2015 (στο εξής: αποφάσεις Οκτωβρίου βάσει του άρθρου 11 παράγραφος 3) (5). Μολονότι η Merck και η Sigma προσκόμισαν ορισμένα έγγραφα, η Επιτροπή έκρινε ότι η απάντησή τους δεν ήταν πλήρης, ιδίως λόγω των αξιώσεων της Merck και της Sigma σχετικά με το προνόμιο περί δικηγορικού απορρήτου οι οποίες κρίθηκαν υπερβολικά γενικές. Κατά συνέπεια, την 1η Δεκεμβρίου 2016, η Επιτροπή εξέδωσε δύο νέες αποφάσεις σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 3 του κανονισμού συγκεντρώσεων, με τις οποίες ζητούσε τις πληροφορίες που η Merck και η Sigma δεν είχαν παράσχει όταν απάντησαν στις αποφάσεις του Οκτωβρίου βάσει του άρθρου 11 παράγραφος 3 (στο εξής: αποφάσεις Δεκεμβρίου βάσει του άρθρου 11 παράγραφος 3) (6). Τον Δεκέμβριο του 2016 και τον Ιανουάριο του 2017, η Merck και η Sigma απάντησαν στις αποφάσεις Δεκεμβρίου βάσει του άρθρου 11 παράγραφος 3, και υπέβαλαν επικαιροποιημένες καταγραφές επικοινωνίας, που πρέπει να καλύπτονται από το προνόμιο περί δικηγορικού απορρήτου, τον Φεβρουάριο, τον Μάρτιο, τον Απρίλιο και τον Ιούνιο του 2017. |
|
8. |
Ωστόσο, η ΓΔ Ανταγωνισμού και η Merck εξακολουθούσαν να διαφωνούν ως προς το εύρος των αξιώσεων της Merck σχετικά με το προνόμιο περί δικηγορικού απορρήτου και, ως εκ τούτου, στις 30 Αυγούστου 2017 η Merck ζήτησε από τον σύμβουλο ακροάσεων να εξετάσει, βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 2 στοιχείο α) της απόφασης 2011/695/ΕΕ, τις αξιώσεις της Merck να καλύπτονται από το προνόμιο περί δικηγορικού απορρήτου ορισμένα έγγραφα που ζητεί η Επιτροπή στο πλαίσιο της διαδικασίας βάσει του άρθρου 14 παράγραφος 1 του κανονισμού συγκεντρώσεων (στο εξής: αμφισβητούμενα έγγραφα). Η Merck υπέβαλε τα αμφισβητούμενα έγγραφα στον σύμβουλο ακροάσεων σε αποδεκτή ασφαλή μορφή στις 7 Νοεμβρίου 2017 (7). |
|
9. |
Οι δύο σύμβουλοι ακροάσεων που εκτελούσαν καθήκοντα εκείνη την περίοδο, αποφάσισαν ότι ο ένας εξ αυτών, ο κ. Stragier, θα ενεργούσε ως σύμβουλος ακροάσεων για το αίτημα της Merck βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 2 στοιχείο α) της απόφασης 2011/695/ΕΕ, και ότι ο άλλος, ο κ. Wils, θα ενεργούσε ως σύμβουλος ακροάσεων για όλους τους άλλους λόγους στην υπόθεση M.8181, και ότι ο τελευταίος δεν θα είχε πρόσβαση στα αμφισβητούμενα έγγραφα. |
|
10. |
Την 1η Αυγούστου 2018, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2 στοιχείο α) της απόφασης 2011/695/ΕΕ, ο σύμβουλος ακροάσεων διαβίβασε στον διευθυντή που ήταν αρμόδιος για την υπόθεση, καθώς και στη Merck, την προκαταρκτική του άποψη σχετικά με το ενδεχόμενο να καλύπτονται από δικηγορικό απόρρητο ορισμένα έγγραφα της Merck. Η θέση που διατυπωνόταν στην προκαταρκτική άποψη ήταν, στην ουσία, ότι η γενική επιχειρηματολογία της Merck ήταν σε μεγάλο βαθμό εσφαλμένη ή υπερβολική, και ότι η πλημμελής παρουσίαση των πολυάριθμων ειδικών αξιώσεών της είχε ως αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η περαιτέρω εξέτασή τους βάσει της αίτησης που υπέβαλε η Merck τον Αύγουστο του 2017. Η Merck, στις 8 Σεπτεμβρίου 2018, στην απάντησή της αμφισβήτησε τα πορίσματα της προκαταρκτικής άποψης, αλλά προέτρεψε τον σύμβουλο ακροάσεων να προτείνει κατάλληλα μέτρα για την προώθηση μιας «αμοιβαίως αποδεκτής λύσης» του θέματος σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2 στοιχείο α) της απόφασης 2011/695/ΕΕ. Στις 16 Οκτωβρίου 2018, ο σύμβουλος ακροάσεων ανέλαβε καθήκοντα προέδρου στη συνεδρίαση μεταξύ της ΓΔ Ανταγωνισμού και της Merck, κατά την οποία συζητήθηκαν λύσεις στο ζήτημα των αμφισβητούμενων εγγράφων. |
|
11. |
Στις 9 Νοεμβρίου 2018, η Merck συμφώνησε στην υιοθέτηση πρωτοκόλλου με το οποίο θα δινόταν στη ΓΔ Ανταγωνισμού η δυνατότητα να αποκτήσει πρόσβαση στα αμφισβητούμενα έγγραφα σε αίθουσα δεδομένων (στο εξής: πρωτόκολλο). Στις 23 Νοεμβρίου 2018, η ΓΔ Ανταγωνισμού, κατόπιν επανεξέτασης στο πλαίσιο της διαδικασίας που περιγράφεται στο πρωτόκολλο, εντόπισε ορισμένα έγγραφα στα οποία θα επιθυμούσε να βασιστεί κατά τη διενέργεια της έρευνάς της και κάλεσε τη Merck να παραιτηθεί από τις αξιώσεις της περί προνομίου του δικηγορικού απορρήτου όσον αφορά τα εν λόγω έγγραφα. Η Merck συμφώνησε να παραιτηθεί από τις αξιώσεις της για ορισμένα έγγραφα αλλά όχι για το σύνολο των εγγράφων. Στις 2 Μαΐου 2019, τα μέλη της αρμόδιας για την υπόθεση ομάδας της ΓΔ Ανταγωνισμού συμμετείχαν σε συνεδρίαση με τον νομικό σύμβουλο της Merck, κατά τη διάρκεια της οποίας η αρμόδια για την υπόθεση ομάδα σημείωσε τα έγγραφα για τα οποία η Merck συνέχισε να επικαλείται το προνόμιο περί δικηγορικού απορρήτου. Οι σημειώσεις αυτές προστέθηκαν στον φάκελο της Επιτροπής στην υπό κρίση υπόθεση με μοναδικό σκοπό την ενδεχόμενη διενέργεια διαδικασίας για την απόρριψη των αξιώσεων για το προνόμιο περί δικηγορικού απορρήτου επί των συγκεκριμένων εγγράφων (8). |
IV. ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ ΑΙΤΙΑΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΡΩΤΗ ΑΚΡΟΑΣΗ
|
12. |
Στις 7 Ιουλίου 2017, η Επιτροπή απηύθυνε κοινοποίηση αιτιάσεων (στο εξής: ΚΑ) στη Merck και τη Sigma και παρείχε πρόσβαση στον φάκελο στις 10 Ιουλίου 2017. Η Επιτροπή, στο πλαίσιο της ΚΑ, κατέληξε στο προκαταρκτικό συμπέρασμα ότι, κατά τη διάρκεια της εξέτασης των συγκεντρώσεων, τόσο η Merck όσο και η Sigma παραβίασαν το άρθρο 14 παράγραφος 1 του κανονισμού συγκεντρώσεων και παρείχαν εκ προθέσεως (στην περίπτωση της Sigma) ή τουλάχιστον εξ αμελείας (στην περίπτωση της Merck) ανακριβή και/ή παραπλανητικά στοιχεία στην Επιτροπή. |
|
13. |
Η αρχική προθεσμία της 31ης Αυγούστου 2017 που είχε καθοριστεί ώστε τα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους παρατάθηκε επανειλημμένα, κυρίως για να επιτραπεί στην Επιτροπή να καθορίσει την πιθανή κλίμακα προστίμων που θα μπορούσαν να επιβληθούν στα μέρη σε περίπτωση που δεχθούν να συνεργαστούν για τη διευθέτηση του ζητήματος. Στις 30 Απριλίου 2018, τα μέρη ενημέρωσαν τη ΓΔ Ανταγωνισμού ότι δεν ήταν πρόθυμα να συνεργαστούν για τη διευθέτηση του ζητήματος υπό τους όρους που πρότεινε η Επιτροπή. Την ίδια ημέρα τα μέρη υπέβαλαν τις γραπτές παρατηρήσεις τους για την ΚΑ (στο εξής: απάντηση στην ΚΑ) και υπέβαλαν αίτημα για περαιτέρω πρόσβαση στον φάκελο. |
|
14. |
Σε συνέχεια του αιτήματος για περαιτέρω πρόσβαση στον φάκελο, η ΓΔ Ανταγωνισμού παρείχε σειρά πρόσθετων εγγράφων στα μέρη σε κυλιόμενη βάση. Τα τελευταία έγγραφα που υπολείπονταν απεστάλησαν στα μέρη στις 5 Οκτωβρίου 2018. |
|
15. |
Στην απάντηση στην ΚΑ, τα μέρη ζήτησαν να τους δοθεί η δυνατότητα να αναπτύξουν τα επιχειρήματά τους σε διαδικασία ακρόασης. Η ακρόαση (στο εξής: πρώτη ακρόαση) έλαβε χώρα στις 11 Σεπτεμβρίου 2018. |
|
16. |
Στις 12 Νοεμβρίου 2018, τα μέρη υπέβαλαν συμπληρωματική απάντηση στην ΚΑ, στην οποία συμπεριλαμβάνονταν κυρίως οι παρατηρήσεις τους μετά την περαιτέρω πρόσβαση στον φάκελο. |
V. ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ ΑΙΤΙΑΣΕΩΝ ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΗ ΑΚΡΟΑΣΗ
|
17. |
Στις 30 Ιουνίου 2020, η Επιτροπή εξέδωσε συμπληρωματική κοινοποίηση αιτιάσεων (στο εξής: ΣΚΑ) κατά της Sigma. Η ΣΚΑ αντικατέστησε πλήρως την ΚΑ και δεν διατηρήθηκαν οι ισχυρισμοί σχετικά με τη Merck που περιέχονταν στην ΚΑ. |
|
18. |
Η Επιτροπή, στη ΣΚΑ, κατέληξε στο προκαταρκτικό συμπέρασμα ότι η Sigma, μη κοινοποιώντας, εκ προθέσεως ή τουλάχιστον εξ αμελείας, το iCap στην Επιτροπή κατά την εξέταση της συγκέντρωσης, παρείχε ανακριβή και/ή παραπλανητικά στοιχεία: α) κατά την έννοια του άρθρου 14 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού συγκεντρώσεων, στις απαντήσεις που υπέβαλε σε δύο αιτήματα της Επιτροπής τα οποία υποβλήθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 2 του κανονισμού συγκεντρώσεων και β) κατά την έννοια του άρθρου 14 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού συγκεντρώσεων, κατά την υποβολή στοιχείων και εγγράφων στο έντυπο RM που προβλέπεται στο παράρτημα IV του εκτελεστικού κανονισμού. |
|
19. |
Στις 7 Ιουλίου 2020, η Sigma απέκτησε πρόσβαση στον φάκελο και στις 15 Σεπτεμβρίου 2020 υπέβαλε τις γραπτές παρατηρήσεις της για τη ΣΚΑ (στο εξής: απάντηση στη ΣΚΑ), εντός της (παραταθείσας) προθεσμίας που όρισε η ΓΔ Ανταγωνισμού. |
|
20. |
Στην απάντηση στη ΣΚΑ, η Sigma ζήτησε να της δοθεί η δυνατότητα να αναπτύξει τα επιχειρήματά της σε διαδικασία ακρόασης. Η εν λόγω ακρόαση (στο εξής: δεύτερη ακρόαση) πραγματοποιήθηκε στις 13 Νοεμβρίου 2020 (9). |
VI. ΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΤΗΣ SIGMA ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΛΛΕΙΨΗ ΑΜΕΡΟΛΗΨΙΑΣ
VI.1. Τα επιχειρήματα της Sigma
|
21. |
Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη ακρόαση, καθώς και στην απάντηση στην ΚΑ (10) και στην απάντηση στη ΣΚΑ (11), η Sigma (και η Merck) υποστήριξε ότι ο τρόπος διεξαγωγής της έρευνας στην υπόθεση M.8181 μπορούσε να οδηγήσει σε μεροληπτική στάση και, ως εκ τούτου, παραβιάστηκαν οι αρχές της αμεροληψίας και της χρηστής διοίκησης. Κατά την άποψη της Sigma, το ζήτημα της μεροληψίας ανακύπτει λόγω των ιδιαίτερων περιστάσεων της υπόθεσης, οι οποίες έγκεινται στους ισχυρισμούς ότι η Sigma, κατά την εξέταση των συγκεντρώσεων, παρείχε παραπλανητικά στοιχεία στην αρμόδια για την υπόθεση ομάδα, και στο γεγονός ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί διερευνώνται από την ίδια αρμόδια για την υπόθεση ομάδα, δηλαδή από το «θύμα» της φερόμενης παραπλανητικής συμπεριφοράς (12). Η Sigma, στην απάντηση στη ΣΚΑ, μέσω αναφορών στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Δικαστήριο) και στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: ΕΔΔΑ) σχετικά με το ζήτημα της αμεροληψίας, (13) υποστήριξε ότι η έρευνα στην υπό κρίση διαδικασία διαμορφώθηκε με τρόπο ώστε να δίνεται «έντονα η εντύπωση ότι η έρευνα δεν διεξήχθη με αντικειμενική αμεροληψία». Η Sigma υποστήριξε επίσης ότι υποδηλώνεται, από ορισμένες πτυχές της έρευνας, ότι η αρμόδια για την υπόθεση ομάδα «ενδεχομένως να μην ενήργησε με υποκειμενική αμεροληψία». Προς υποστήριξη των επιχειρημάτων της, η Sigma παρουσίασε σειρά επιχειρημάτων με πραγματικά περιστατικά με τα οποία ισχυρίζεται ότι ενισχύεται η άποψή της, ότι δηλαδή ο χειρισμός της υπόθεσης από την Επιτροπή δεν ήταν αμερόληπτος, όπως για παράδειγμα τα εξής:
|
|
22. |
Τέλος, η Sigma υποστήριξε ότι οι τρέχουσες διαδικασίες διαφέρουν από εκείνες στην υπόθεση GE/LM Wind (24) στην οποία ο σύμβουλος ακροάσεων, στην τελική του έκθεση (25), απέρριψε τα επιχειρήματα της General Electric η οποία υποστήριζε ότι η συγκρότηση παρόμοιου τύπου έρευνας (δηλαδή έρευνας στην οποία η αρμόδια για την υπόθεση ομάδα ήταν υπεύθυνη τόσο για τη διαδικασία έγκρισης όσο και για τη διερεύνηση παραπλανητικών στοιχείων) δημιούργησε την εντύπωση μεροληψίας (26). Στην τελική έκθεση για την υπόθεση GE/LM Wind, ο σύμβουλος ακροάσεων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ισχυρισμοί της General Electric περί αντικειμενικής μεροληψίας δεν ήταν πειστικοί, ιδίως επειδή παρέβλεπαν «i) το γεγονός ότι η τελική απόφαση σε αυτή τη διαδικασία δεν είναι της αρμόδιας για την υπόθεση ομάδας, αλλά της Επιτροπής ως θεσμικού οργάνου που ενεργεί μέσω του Σώματος, στο τέλος μιας διαδικασίας που περιλαμβάνει πολλούς δρώντες πέραν της αρμόδιας για την υπόθεση ομάδας και ii) τους σχετικούς εσωτερικούς ελέγχους και τις ισορροπίες στις διαδικασίες για την εφαρμογή του άρθρου 14 του κανονισμού συγκεντρώσεων (27)». Κατά την άποψη της Sigma, η τρέχουσα διαδικασία διαφέρει από τη διαδικασία στην υπόθεση, GE/LM Wind, διότι α) τα στοιχεία αποδεικνύουν ότι η συγκρότηση της έρευνας είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί εντύπωση μεροληψίας· β) η Sigma (σε αντίθεση με τη General Electric) στην πρώτη ακρόαση εξέφρασε τους προβληματισμούς της όσον αφορά τη μεροληψία· και γ) η συμμετοχή «πολλών δρώντων» στη διαδικασία δεν μετριάζει την εντύπωση μεροληψίας, καθώς η έρευνα στην υπόθεση M.8181 «καθοδηγείται εξαρχής» από την αρμόδια για την υπόθεση ομάδα. Κατά την άποψη της Sigma, η συμμετοχή της ιεραρχίας της Επιτροπής στην έγκριση της οριστικής απόφασης θα μπορούσε να αποκαταστήσει πρόδηλες περιπτώσεις μεροληψίας, αλλά δεν αποτελεί επαρκές εχέγγυο από τη στιγμή που η συνολική συγκρότηση της υπόθεσης επηρεάζεται από αντικειμενική μεροληψία. Σύμφωνα με τη Sigma, κανείς από τους «πολλούς δρώντες» που συμμετείχαν στη διαδικασία δεν προέβη σε λεπτομερή εξέταση των πραγματικών περιστατικών και των εγγράφων ώστε να διαμορφώσει ανεξάρτητη και εμπεριστατωμένη γνώμη, και γι’ αυτό έπρεπε να βασιστούν στα στοιχεία που τους προσκόμισε η αρμόδια για την υπόθεση ομάδα. |
VI.2. Εξέταση των επιχειρημάτων της Sigma
VI.2.1. Γενικές αρχές
|
23. |
Καταρχάς πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η Επιτροπή δεν αποτελεί δικαστήριο κατά την έννοια του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) (28). Το Δικαστήριο έχει επίσης επιβεβαιώσει ότι το σύστημα ελέγχου της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι συμβατό με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και με το άρθρο 47 του Χάρτη (29). |
|
24. |
Υπό το πρίσμα αυτό, είναι προφανές ότι η νομολογία του ΕΔΔΑ στην οποία παραπέμπει η Sigma (η οποία αναφέρεται στην υποσημείωση 14 ανωτέρω) δεν έχει άμεση σχέση με το παρόν πλαίσιο, καθώς αναφέρεται στην αμεροληψία των δικαστηρίων. Η θέση της Sigma δεν ενισχύεται ούτε με την αναφορά στην υπόθεση Ziegler: στην εν λόγω υπόθεση, το Δικαστήριο έκρινε πράγματι ότι, εφόσον οι αποφάσεις της Επιτροπής υπόκεινται στον έλεγχο του δικαστή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εφόσον στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης θεσπίζεται σύστημα που δίνει τη δυνατότητα στα δικαστήρια να ελέγχουν τις αποφάσεις της Επιτροπής, η Επιτροπή δεν μπορεί να θεωρείται ταυτόχρονα «θύμα» παραβάσεως και «κριτής» ο οποίος είναι υπεύθυνος να επιβάλει κυρώσεις για την παράβαση (30). |
|
25. |
Η άποψη αυτή, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι η Επιτροπή (ως διοικητικό όργανο) απαλλάσσεται από την υποχρέωση να ενεργεί με αμεροληψία. Αντιθέτως, στο πλαίσιο του δικαιώματος χρηστής διοίκησης, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 41 του Χάρτη, κάθε πρόσωπο πρέπει να έχει δικαίωμα στην αμερόληπτη εξέταση των υποθέσεών του/της. Στο πλαίσιο αυτό, έχει σημασία να εξεταστεί αν η Επιτροπή ενήργησε με αμεροληψία στην παρούσα υπόθεση. Όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, η επιταγή της αμεροληψίας περιλαμβάνει τόσο υποκειμενικές όσο και αντικειμενικές πτυχές (31). |
VI.2.2. Εξέταση των επιχειρημάτων περί υποκειμενικής αμεροληψίας
|
26. |
Τα επιχειρήματα της Sigma όσον αφορά την υποκειμενική αμεροληψία δεν είναι ιδιαίτερα πειστικά ενώ, για τους λόγους που εκτίθενται κατωτέρω, τα επιχειρήματα περί πραγματικής μεροληψίας εκ μέρους της αρμόδιας για την υπόθεση ομάδας καθίστανται λιγότερο σημαντικά καθόσον εξετάζεται πλήρως η διαδικασία λήψης αποφάσεων της Επιτροπής. |
|
27. |
Όσον αφορά το δελτίο Τύπου, ακόμη και αν μπορεί να επικριθεί μέρος της διατύπωσης (καθόσον ενδεχομένως έδωσε την εντύπωση ότι η Επιτροπή προδίκασε την εκτίμηση ορισμένων πραγματικών περιστατικών), η καταγγελία της Sigma δεν είναι εν τέλει πειστική, δεδομένου ότι το δελτίο Τύπου κατέστησε σαφές ότι τα συμπεράσματα της ΚΑ ήταν προκαταρκτικά (32). Ο προκαταρκτικός χαρακτήρας της θέσης της Επιτροπής κατά την έκδοση του δελτίου Τύπου και η ύπαρξη του «ευεργετήματος της αμφιβολίας» αποδεικνύονται στην πραγματικότητα από το γεγονός ότι η Merck, ενώ είναι αποδέκτης της ΚΑ, δεν είναι αποδέκτης του σχεδίου απόφασης. |
|
28. |
Όσον αφορά το επιχείρημα της Sigma ότι η Επιτροπή ήταν αδικαιολόγητα πρόθυμη να χρησιμοποιήσει αποδεικτικά στοιχεία που στηρίζουν, εκ πρώτης όψεως, τα συμπεράσματά της, η Sigma εμφανίζεται απλώς να επικρίνει τη χρήση εσφαλμένων (κατά την άποψή της) αποδεικτικών στοιχείων στο πλαίσιο της ΚΑ και της ΣΚΑ ως απόδειξης του «ενθουσιασμού» και της μεροληψίας της αρμόδιας για την υπόθεση ομάδας. Ωστόσο, η ουσία της κοινοποίησης αιτιάσεων είναι να παρέχει στα μέρη τη δυνατότητα να διατυπώσουν παρατηρήσεις σχετικά με την υπόθεση που εξετάζει η Επιτροπή, καθώς επίσης και σχετικά με τη χρήση αποδεικτικών στοιχείων. Ο ισχυρισμός ότι η Επιτροπή χρησιμοποίησε εσφαλμένα τα αποδεικτικά στοιχεία, δεν μπορεί, αυτός καθεαυτόν, να συνιστά απόδειξη μεροληπτικής στάσης. Ακόμη και αν η Sigma ορθώς υποστηρίζει ότι η Επιτροπή ερμήνευσε εσφαλμένα ορισμένα αποδεικτικά στοιχεία, η ερμηνεία αυτή δεν αποδεικνύει αφεαυτής μεροληπτική στάση, αλλά, στη χειρότερη των περιπτώσεων, θα μπορούσε να εμφαίνει κακή κατανόηση ενός εγγράφου (33). |
|
29. |
Ομοίως, το επιχείρημα της SIGMA σχετικά με τα «δύο μέτρα και δύο σταθμά» όπως αναφέρεται ανωτέρω στο σημείο 21 στοιχείο e) δεν είναι πειστικό, εφόσον το επίμαχο ζήτημα στην υπόθεση M.8181 είναι αν η Sigma παρείχε εκ προθέσεως ή εξ αμελείας ανακριβή και/ή παραπλανητικά στοιχεία στην Επιτροπή. Το κατά πόσον η αρμόδια για την υπόθεση ομάδα θα μπορούσε να εντοπίσει την ύπαρξη του iCap στο παράρτημα με τα εξαιρούμενα περιουσιακά στοιχεία δεν έχει σημασία ως προς τη διαπίστωση της παράβασης και η Sigma δεν εξηγεί τον λόγο που ο εντοπισμός του iCap θα οδηγούσε σε μεροληπτική στάση κατά τη διεξαγωγή της έρευνας. Επιπλέον, η Sigma δεν εξηγεί τους λόγους για τους οποίους το επίπεδο επιμέλειας που επέδειξε η Επιτροπή κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της στην υπό κρίση υπόθεση, θα πρέπει να συνάδει με το επίπεδο επιμέλειας που επέδειξε η Sigma υπό τις περιστάσεις που οδήγησαν στην υπό κρίση υπόθεση, στην οποία ήταν ιδιαίτερα έντονη η ασυμμετρία στην πληροφόρηση μεταξύ της Sigma και της Επιτροπής (34). |
|
30. |
Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι η Sigma είχε αποδείξει ότι ένα ή περισσότερα μέλη της αρμόδιας για την υπόθεση ομάδας ενεργούσε με υποκειμενική μεροληψία, η απόδειξη αυτή δεν επαρκεί ώστε να αποδειχθεί ότι η Επιτροπή, ως θεσμικό όργανο, ενεργούσε με υποκειμενική μεροληψία, όπως φαίνεται να υποστηρίζει η Sigma (35). |
VI.2.3. Εξέταση των επιχειρημάτων περί αντικειμενικής αμεροληψίας
|
31. |
Το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει ότι το γεγονός ότι η Επιτροπή, ως διοικητικό όργανο, ασκεί καθήκοντα έρευνας και επιβάλλει κυρώσεις δεν συνιστά παραβίαση της επιταγής της αμεροληψίας, δεδομένου ότι οι αποφάσεις της υπόκεινται στον έλεγχο των δικαιοδοτικών οργάνων της ΕΕ (36). Η ουσία της εν λόγω υπόθεσης είναι αν τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας διαδικασίας διαφέρουν κατά κάποιον τρόπο από άλλες υποθέσεις στο πλαίσιο του δικαίου του ανταγωνισμού στις οποίες η Επιτροπή συγκεντρώνει τις εξουσίες τόσο της διενέργειας ερευνών όσο και της έκδοσης αποφάσεων, ή αν υφίστανται «επαρκή εχέγγυα που αποκλείουν κάθε εύλογη αμφιβολία ως προς τη μεροληψία (37)». |
|
32. |
Καταρχάς, θα πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, μολονότι η αρμόδια για την υπόθεση ομάδα έχει αναμφίβολα σημαντικό ρόλο στη διαδικασία έρευνας, δεν αποφασίζει για την έκβαση της υπόθεσης: το Σώμα των Επιτρόπων ασκεί αυτό το καθήκον (38). Επιπλέον, με την προβολή αυτού του είδους ισχυρισμού περί μεροληψίας, παραβλέπεται το σύστημα ελέγχων και ισορροπιών που έχει θεσπιστεί στις εσωτερικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων της Επιτροπής. Η έκδοση οποιασδήποτε απόφασης απαιτεί τη συμμετοχή διαφόρων δρώντων (39). Το επιχείρημα της SIGMA ότι οι πολυάριθμοι δρώντες που συμμετείχαν στη διαδικασία λήψης αποφάσεων δεν αποτελούσαν «επαρκή εγγύηση» διότι δεν είχαν «προβεί σε λεπτομερή εξέταση των πραγματικών περιστατικών και των εγγράφων για να σχηματίσουν ανεξάρτητη, εμπεριστατωμένη άποψη επί της υπόθεσης» δεν είναι αξιόπιστο στην προκειμένη περίπτωση. Η συμμετοχή των εν λόγω δρώντων ήταν καθοριστικής σημασίας για τη μείωση του εύρους της υπόθεσης που εξετάζει η Επιτροπή, καθώς στη ΣΚΑ (σε αντίθεση με την ΚΑ) δεν απευθύνθηκαν αιτιάσεις στη Merck και δόθηκε στη Sigma η δυνατότητα να παρουσιάσει τα επιχειρήματά της κατά τη δεύτερη ακρόαση. Η ίδια η Sigma αναγνώρισε την αποτελεσματικότητα της ακροαματικής διαδικασίας κατά τη διατύπωση των παρατηρήσεών της στη δεύτερη ακρόαση (40), γεγονός που καταδεικνύει ότι, κατά την άποψη της Sigma, η ακρόαση επιτρέπει ουσιαστικά στα μέρη να παρουσιάσουν την υπόθεσή τους σε ακροατήριο ευρύτερο από την αρμόδια για την υπόθεση ομάδα, γεγονός που ενδέχεται να έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του εύρους της υπόθεσης ή ακόμη και την πλήρη απόσυρσή της. |
|
33. |
Ούτε οι αποφάσεις στις υποθέσεις, Ισπανία κατά Συμβουλίου, και, August Wolff, (τις οποίες παρέθεσε η Sigma κατά τη δεύτερη ακρόαση και/ή στην απάντηση στη ΣΚΑ) δεν ενισχύουν τα επιχειρήματα της Sigma. Στην υπόθεση, Ισπανία κατά Συμβουλίου, η Ισπανία προσέβαλε απόφαση του Συμβουλίου με την οποία το τελευταίο επέβαλε πρόστιμο στην Ισπανία λόγω ανακριβών δηλώσεων σχετικά με τα στοιχεία για το έλλειμμα, κατόπιν διεξαγωγής έρευνας και κατόπιν σύστασης που διατύπωσε η Επιτροπή. Η Ισπανία υποστήριξε ότι η Επιτροπή παραβίασε την επιταγή περί αντικειμενικής αμεροληψίας καθόσον ουσιαστικά ανέθεσε τη διεξαγωγή της εν λόγω έρευνας στην ίδια ομάδα που είχε συμμετάσχει σε προηγούμενες τακτικές επισκέψεις και αξιολογήσεις για την επαλήθευση της ποιότητας ορισμένων στοιχείων (συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων για το έλλειμμα) που παρασχέθηκαν από την Ισπανία πριν από την έναρξη της σχετικής διαδικασίας. Αφού απέρριψε τα επιχειρήματα της Ισπανίας περί παραβιάσεως της αντικειμενικής αμεροληψίας, το Δικαστήριο επισήμανε, πρώτον, ότι η έρευνα που είχε ως αποτέλεσμα την έκδοση σύστασης από την Επιτροπή περί επιβολής προστίμου, καθώς και οι επισκέψεις και οι αξιολογήσεις της ποιότητας των στοιχείων του ελλείμματος και άλλων στοιχείων, εμπίπτουν σε χωριστά νομικά πλαίσια και έχουν διαφορετικούς σκοπούς (41). Ως εκ τούτου, οι προηγούμενες επισκέψεις και οι αξιολογήσεις της ποιότητας των στοιχείων δεν προδικάζουν, αυτές καθαυτές, την άποψη που θα μπορούσε να σχηματίσει η Επιτροπή όσον αφορά την ύπαρξη ανακριβών δηλώσεων σχετικά με τα ίδια στοιχεία (42). Δεύτερον, το Δικαστήριο επισήμανε ότι οι σχετικοί κανονισμοί δεν αναθέτουν σε συγκεκριμένη υπηρεσία της Επιτροπής (43) την εξουσία να αποφασίζει για την κίνηση διαδικασίας έρευνας, την ευθύνη για τη διεξαγωγή της έρευνας, ούτε την εξουσία να υποβάλει στο Συμβούλιο τη σύσταση που απαιτείται μετά την ολοκλήρωση της έρευνας. Η εξουσία αυτή δόθηκε στην Επιτροπή, η οποία είναι θεσμικό όργανο και ενεργεί ως συλλογικό όργανο. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο ρόλος που ανατέθηκε στο προσωπικό της Επιτροπής στο πλαίσιο της διαδικασίας έρευνας δεν μπορούσε να θεωρηθεί «καθοριστικός», ούτε όσον αφορά τη διεξαγωγή ούτε όσον αφορά το αποτέλεσμα της διαδικασίας αυτής (44). |
|
34. |
Στην υπόθεση, August Wolff, το Δικαστήριο, προβαίνοντας σε παρόμοιες εκτιμήσεις με αυτές στην υπόθεση, Ισπανία κατά Συμβουλίου, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επιταγή αντικειμενικής αμεροληψίας δεν τηρήθηκε όσον αφορά τη διαδικασία που προσβάλλεται με την αναίρεση. Η υπόθεση, August Wolff, αφορούσε την παραπομπή από την αρμόδια γερμανική αρχή (στο εξής: BfArM) ενώπιον της επιτροπής φαρμάκων για ανθρώπινη χρήση (στο εξής: επιτροπή) του θέματος της άρνησης χορήγησης άδειας κυκλοφορίας ορισμένου φαρμακευτικού προϊόντος. Το ζήτημα της παραβίασης της αντικειμενικής αμεροληψίας προέκυψε από το γεγονός ότι η βασική εισηγήτρια που όρισε η επιτροπή για την προετοιμασία της γνώμης που επρόκειτο να διατυπώσει, ήταν από τη Γερμανία και ήταν επίσης υπάλληλος της BfArM. Κατά τον χρόνο της παραπομπής ενώπιον της επιτροπής, η BfArM συμμετείχε στην αντιδικία με τις αναιρεσείουσες, η οποία αφορούσε την άρνηση της εν λόγω αρχής να ανανεώσει την άδεια κυκλοφορίας του επίμαχου φαρμακευτικού προϊόντος. Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι ακόλουθοι παράγοντες έχουν σημασία για την ανάλυση του θέματος της αντικειμενικής αμεροληψίας: ότι η διαδικασία ενώπιον της BfArM και η διαδικασία ενώπιον της επιτροπής είχαν κατ’ ουσίαν το ίδιο αντικείμενο (45) και επίσης θεωρήθηκαν ότι ήταν αντίστοιχης φύσεως· ότι ο εισηγητής της επιτροπής αναλαμβάνει σημαντικό ρόλο όσον αφορά την προετοιμασία της γνώμης που καλείται να εκδώσει η επιτροπή και έχει αυτοτελή αρμοδιότητα στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής· και ότι μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις θα δικαιολογείτο να μην ακολουθήσει η Επιτροπή τη γνώμη της επιτροπής (46). Σύμφωνα με το Δικαστήριο, τρίτοι παρατηρητές θα μπορούσαν εύλογα να θεωρήσουν ότι η BfArM, προσφεύγοντας στην επιτροπή, εξακολουθεί να επιδιώκει την προάσπιση των συμφερόντων που είχε σε εθνικό επίπεδο και ότι η συμπεριφορά των προσώπων τα οποία εργάζονται στην BfArM και τα οποία έχουν συμμετοχή στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον της επιτροπής, είναι ενδεχομένως μεροληπτική (47). |
|
35. |
Με βάση την ανάλυση που πραγματοποίησε το Δικαστήριο στις προαναφερθείσες υποθέσεις δεν προκύπτει παραβίαση της αντικειμενικής αμεροληψίας στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Τόσο στην υπόθεση, Ισπανία κατά Συμβουλίου, όσο και στην υπόθεση, August Wolff, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο κοινός χαρακτήρας του αντικειμένου των δύο διαδικασιών που οδήγησε στον ισχυρισμό περί σύγκρουσης συμφερόντων, αποτελεί βασικό στοιχείο για την εκτίμηση του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση, August Wolff, τόσο η γερμανική όσο και η ευρωπαϊκή διαδικασία αποσκοπούσαν στη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας για το επίμαχο φαρμακευτικό προϊόν. Κατά συνέπεια, η Γερμανίδα εισηγήτρια βρέθηκε αναπόφευκτα αντιμέτωπη με σύγκρουση συμφερόντων στην ευρωπαϊκή διαδικασία, δεδομένου ότι δεν μπορούσε να θεωρηθεί αμερόληπτη όταν ο εργοδότης της όχι μόνο είχε ήδη αρνηθεί την εν λόγω άδεια κυκλοφορίας, αλλά εμπλεκόταν και σε αντιδικία με τις αναιρεσείουσες σχετικά με το επίμαχο ζήτημα. Από την άλλη πλευρά, στην υπόθεση Ισπανία κατά Συμβουλίου, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η έρευνα της Επιτροπής σχετικά με τις ανακριβείς δηλώσεις που έγιναν ως προς ορισμένα στοιχεία για το έλλειμμα και η προηγούμενη τακτική αξιολόγηση της ποιότητας των ίδιων στοιχείων εξυπηρετούσαν διαφορετικούς σκοπούς και, ως εκ τούτου, έκρινε ότι οι εργασίες προηγούμενης αξιολόγησης δεν προδικάζουν την άποψη που θα μπορούσε να σχηματίσει η Επιτροπή ως προς τη μεταγενέστερη έρευνα σχετικά με ανακριβείς δηλώσεις. |
|
36. |
Κατ’ εφαρμογή της εξέτασης των ως άνω επιχειρημάτων στην παρούσα διαδικασία, είναι προφανές ότι το αντικείμενο και η φύση της έρευνας στην υπόθεση M.7435 και της έρευνας στην υπόθεση Μ.8181 είναι διαφορετικά. Πράγματι, η έρευνα στην υπόθεση M.7435 αποσκοπούσε στη λήψη απόφασης σχετικά με την έγκριση συγκέντρωσης βάσει του άρθρου 8 παράγραφοι 1 έως 3 του κανονισμού συγκεντρώσεων. Από την άλλη πλευρά, η έρευνα στην υπόθεση M.8181 αποσκοπεί στον προσδιορισμό του κατά πόσον η Merck και/ή η Sigma (εξ αμελείας ή εκ προθέσεως) παρείχαν ανακριβή και/ή παραπλανητικά στοιχεία στην Επιτροπή στο πλαίσιο της εξέτασης των συγκεντρώσεων βάσει του άρθρου 14 παράγραφος 1 του κανονισμού συγκεντρώσεων. Δεν προκύπτει με σαφήνεια το πώς η εξέταση της υπόθεσης Μ.7435 από την αρμόδια για την υπόθεση ομάδα θα εμπόδιζε την ομάδα να ενεργήσει αμερόληπτα στην υπόθεση Μ.8181. |
|
37. |
Επιπλέον, το Δικαστήριο στην υπόθεση August Wolff τόνισε την ιδιαίτερη σημασία του ρόλου του εισηγητή στη διαδικασία λήψης αποφάσεων στη συγκεκριμένη υπόθεση, επισημαίνοντας ότι αναλαμβάνει «σημαντικό ρόλο όσον αφορά την προετοιμασία της γνώμης» και ότι «έχει αυτοτελή αρμοδιότητα». Ομοίως, στην υπόθεση, Ισπανία κατά Συμβουλίου το Δικαστήριο εξέτασε το κατά πόσον ο ρόλος των προσώπων που κατηγορούνται για έλλειψη αμεροληψίας ήταν «καθοριστικός» για τη διεξαγωγή ή την έκβαση της διαδικασίας. Στην παρούσα διαδικασία, η αρμόδια για την υπόθεση ομάδα, μολονότι κατέχει σημαντική θέση σε σχέση με την έρευνα, δεν είναι υπεύθυνη για τη λήψη απόφασης. Σε αντίθεση με τον ισχυρισμό της Sigma ότι «η έρευνα στην υπόθεση M.8181 καθοδηγήθηκε εξαρχής από την αρμόδια για την υπόθεση ομάδα (48)», είναι γεγονός ότι άλλοι δρώντες, εκτός της αρμόδιας για την υπόθεση ομάδας, διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στην αναδιαμόρφωση της υπόθεσης και στη μείωση του πεδίου της πιθανής παράβασης σε σύγκριση με εκείνο που περιγράφεται στην ΚΑ. Ασφαλώς, δεν πρόκειται για περίπτωση κατά την οποία μόνο «κατ’ εξαίρεση» δεν θα ακολουθούσε η Επιτροπή τη θέση της αρμόδιας για την υπόθεση ομάδας, όπως ίσχυε στην υπόθεση August Wolff. |
|
38. |
Λαμβανομένων υπόψη των προαναφερθέντων, τα επιχειρήματα της Sigma σχετικά με την έλλειψη αμεροληψίας δεν είναι πειστικά. |
VII. ΚΑΤΑΛΗΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
|
39. |
Το σχέδιο απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 1 της απόφασης 2011/695/ΕΕ, αφορά μόνο τις αιτιάσεις για τις οποίες δόθηκε στη Sigma η δυνατότητα να καταστήσει γνωστές τις απόψεις της. |
|
40. |
Συνολικά, μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η αποτελεσματική άσκηση των διαδικαστικών δικαιωμάτων έχει τηρηθεί κατά τη διάρκεια της παρούσας διαδικασίας. |
Dorothe DALHEIMER
Hearing Officer
Wouter WILS
Hearing Officer
(1) Σύμφωνα με τα άρθρα 16 και 17 της απόφασης 2011/695/ΕΕ του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της 13ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα του συμβούλου ακροάσεων σε ορισμένες διαδικασίες ανταγωνισμού, (ΕΕ L 275 της 20.10.2011, σ. 29) (στο εξής: απόφαση 2011/695/ΕΕ).
(2) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου, της 20ής Ιανουαρίου 2004, για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων (ΕΕ L 24 της 29.1.2004, σ. 1).
(3) Η Sigma και η Merck αναφέρονται από κοινού στην παρούσα έκθεση ως «τα μέρη».
(4) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 802/2004 της Επιτροπής, της 21ης Απριλίου 2004, για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων (ΕΕ L 133 της 30.4.2004, σ. 1).
(5) C(2016) 6772 final (Merck) και C(2016) 6771 final (Sigma).
(6) C(2016) 8202 final (Merck) και C(2016) 8210 final (Sigma).
(7) Η Merck ζήτησε αρχικά από τον σύμβουλο ακροάσεων να εξετάσει τις αξιώσεις της όσον αφορά το προνόμιο περί δικηγορικού απορρήτου επί 9 635 εγγράφων, τα οποία ωστόσο μειώθηκαν στη συνέχεια σε 7 980 έγγραφα μετά τις αρχικές παρατηρήσεις του συμβούλου ακροάσεων σχετικά με το πεδίο εφαρμογής του προνομίου περί δικηγορικού απορρήτου στο πλαίσιο του δικαίου της ΕΕ.
(8) Σύμφωνα με το πρωτόκολλο, η Επιτροπή θα μπορούσε να αποφασίσει να κινήσει διαδικασία για την απόρριψη των αιτημάτων της Merck περί εφαρμογής προνομίου δικηγορικού απορρήτου για ορισμένα έγγραφα, σε περίπτωση που η Merck ενέμενε στις αξιώσεις της σχετικά με έγγραφα τα οποία, κατά την άποψη της Επιτροπής, δεν καλύπτονται από το προνόμιο δικηγορικού απορρήτου. Η απόφαση 2011/695/ΕΕ δεν παρέχει στον σύμβουλο ακροάσεων εξουσίες λήψης αποφάσεων σε σχέση με αιτήματα εφαρμογής προνομίου δικηγορικού απορρήτου, αλλά μόνο τη δυνατότητα διατύπωσης αιτιολογημένης σύστασης προς το αρμόδιο μέλος της Επιτροπής, χωρίς να αποκαλύπτει το περιεχόμενο του εγγράφου που καλύπτεται δυνητικά από το προνόμιο δικηγορικού απορρήτου. Δεδομένης της συμφωνίας που είχε συναφθεί μεταξύ της ΓΔ Ανταγωνισμού και της Merck, δεν ήταν απαραίτητη η έκδοση της εν λόγω σύστασης από τον σύμβουλο ακροάσεων.
(9) Λόγω της συνεχιζόμενης πανδημίας του κορονοϊού, η δεύτερη ακρόαση πραγματοποιήθηκε εξ αποστάσεως μέσω ασφαλούς κρυπτογραφημένης βιντεοδιάσκεψης, καθώς και μέσω εικονικής αίθουσας ακρόασης που προστατεύεται με κωδικό πρόσβασης (διαδικτυακή μετάδοση) για άτομα που δεν χρειάστηκε να λάβουν τον λόγο κατά τη δεύτερη ακρόαση.
(10) Απάντηση στην ΚΑ, σημεία 147, 148 και 322.
(11) Απάντηση στη ΣΚΑ, σημεία 284-294.
(12) Απάντηση στη ΣΚΑ, σημείο 286.
(13) Στο τμήμα 5.1 της απάντησης στη ΣΚΑ και κατά τη δεύτερη ακρόαση, η Sigma αναφέρθηκε στην υπόθεση, Ziegler κατά Επιτροπής, C-439/11 P, EU:C:2011:815 (στο εξής: υπόθεση Ziegler), σκέψη 155· στην υπόθεση, Ισπανία κατά Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, C-521/15, EU:C:2017:982 (στο εξής: υπόθεση Ισπανίας κατά Συμβουλίου), σκέψη 91· στην υπόθεση, Padovani κατά Ιταλίας, 13396/87, 26 Φεβρουαρίου 1993, σκέψη 25· στην υπόθεση, Grande Stevens και λοιποί κατά Ιταλίας, 18640/10, 4 Μαρτίου 2014, σκέψη 137 και στην υπόθεση, Toziczka κατά Πολωνίας, 29995/08, 24 Ιουλίου 2012, σκέψη 36. Κατά τη δεύτερη ακρόαση, η Sigma αναφέρθηκε επίσης στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση, August Wolff και Remedia κατά Επιτροπής, C-680/16 P, EU:C:2019:257 (στο εξής: υπόθεση August Wolff). Στο σημείο 282 της απάντησης στη ΣΚΑ και κατά τη δεύτερη ακρόαση, η Sigma παρέθεσε επίσης ορισμένες αποφάσεις δικαστηρίων της Αγγλίας και της Ουαλίας ή του Ηνωμένου Βασιλείου, αλλά δεν εξήγησε τους λόγους για τους οποίους αυτές ήταν σημαντικές για την ερμηνεία του δικαίου της ΕΕ.
(14) ΚΑ, υποσημείωση 351.
(15) Απάντηση στη ΣΚΑ, σημείο 290.
(16) Όπως αναγνωρίζεται στην απάντηση στη ΣΚΑ, η συγκεκριμένη αναφορά διαγράφηκε από τη ΣΚΑ.
(17) Δελτίο Τύπου της Επιτροπής, της 6ης Ιουλίου 2017, με τίτλο «Commission alleges Merck and Sigma-Aldrich, General Electric, and Canon breached EU merger procedural rules (Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η Merck και η Sigma-Aldrich, η General Electric και η Canon παραβίασαν τους διαδικαστικούς κανόνες της ΕΕ στον τομέα των συγκεντρώσεων)», IP/17/1924 (στο εξής: δελτίο Τύπου).
(18) Απάντηση στη ΣΚΑ, σημείο 292 στοιχείο α).
(19) Για παράδειγμα, στο σημείο 292 στοιχείο ε) της απάντησης στη ΣΚΑ, η Sigma αναφέρει ότι «[την] άνοιξη του 2016 η αρμόδια για την υπόθεση ομάδα έκανε από την αρχή δεκτή την άποψη της Honeywell ότι το iCap ήταν σημαντικό έργο, γεγονός το οποίο επισκίασε την υπόθεση στο στάδιο της κοινοποίησης αιτιάσεων την 6η Ιουλίου 2017 και συνεχίζει ακόμη και σήμερα να την επισκιάζει. […].»
(20) Απάντηση στη ΣΚΑ, σημείο 292 στοιχείο γ).
(21) Στο παράρτημα με τα εξαιρούμενα περιουσιακά στοιχεία αναφέρονταν αρκετά περιουσιακά στοιχεία που επρόκειτο να εξαιρεθούν από το πεδίο των δραστηριοτήτων που πωλήθηκαν στη Honeywell. Το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας που αφορά το iCap περιλαμβανόταν στο εν λόγω παράρτημα με τα εξαιρούμενα περιουσιακά στοιχεία.
(22) Απάντηση στη ΣΚΑ, σημείο 292 στοιχείο δ).
(23) Απάντηση στη ΣΚΑ, σημείο 293.
(24) Υπόθεση M.8436 – General Electric Company / LM Wind Power Holding (διαδικασία του άρθρου 14 παράγραφος 1).
(25) Τελική έκθεση του συμβούλου ακροάσεων – General Electric Company/LM Wind Power Holding (άρθρο 14), 2020/C 24/05, (ΕΕ C 24, της 24.1.2020, σ. 7 («Τελική έκθεση για την υπόθεση GE/LM Wind»).
(26) Απάντηση στη ΣΚΑ, σημεία 295 – 302.
(27) Τελική έκθεση για την υπόθεση GE/LM Wind σκέψη 17.
(28) Βλ. Musique Diffusion française και άλλοι κατά Επιτροπής, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-100/80 έως 103/80, EU:C:1983:158 σκέψη 7.
(29) Βλ. Otis κατά Επιτροπής, C-199/11, EU:C:2012:684, σκέψεις 56-64 και Chalkor κατά Επιτροπής, C-386/10 P, EU:C:2011:815, σκέψη 67.
(30) Βλ. Ziegler, σκέψη 159.
(31) Βλ. Ziegler, σκέψη 155, Gorostiaga Atxalandabaso κατά Κοινοβουλίου, C-308/07 P, EU:C:2009:103, σκέψη 46, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Kokott στην υπόθεση Ισπανία κατά Συμβουλίου, C-521/15, EU:C:2017:420, σκέψεις 97-115.
(32) Συγκεκριμένα, στο δελτίο Τύπου αναφέρθηκε ότι «η Επιτροπή ενημέρωσε τη γερμανική εταιρεία Merck KGaA και τη Sigma-Aldrich για το προκαταρκτικό της συμπέρασμα ότι οι εταιρείες παρείχαν ανακριβή ή παραπλανητικά στοιχεία στο πλαίσιο της εξαγοράς της Sigma-Aldrich από τη Merck. ...Το προκαταρκτικό συμπέρασμα της Επιτροπής ήταν ότι η Merck και η Sigma-Aldrich δεν παρείχαν σημαντικά στοιχεία στην Επιτροπή σχετικά με ένα καινοτόμο έργο που αφορούσε ορισμένα εργαστηριακά χημικά υλικά τα οποία ήταν στο επίκεντρο της ανάλυσης της Επιτροπής. (η επισήμανση του συντάκτη).
(33) Βλέπε, κατ’ αναλογία, JCB Service κατά Επιτροπής, T-67/01, EU:T:2004:3, σκέψη 55.
(34) Το επιχείρημα της Sigma ότι η Επιτροπή όφειλε να παρατηρήσει ότι το iCap αναφερόταν στο παράρτημα με τα εξαιρούμενα περιουσιακά στοιχεία είναι, σε κάθε περίπτωση, άσχετο με τα πραγματικά περιστατικά που μπορούν να εγείρουν παράβαση βάσει του άρθρου 14 παράγραφος 1 του κανονισμού συγκεντρώσεων. Ακόμη και αν η Επιτροπή είχε παρατηρήσει ότι το iCap αναφερόταν στο παράρτημα με τα εξαιρούμενα περιουσιακά στοιχεία, αυτό δεν θα είχε καμία επίπτωση στο κατά πόσον η Sigma είχε παράσχει εξ αμελείας ή εκ προθέσεως ανακριβή και/ή παραπλανητικά στοιχεία κατά τον έλεγχο των συγκεντρώσεων.
(35) Βλέπε, κατ’ αναλογία, ABB Asea Brown Boveri κατά Επιτροπής, T-31/99, EU:T:2002:77, σκέψη 104.
(36) Βλ. Bollore κατά Επιτροπής, T-372/10, EU:T:2012:325, σκέψη 66 και Enso Española κατά Επιτροπής, T-348/94, EU:T:1998:102, σκέψεις 56 έως 64.
(37) Βλ. Ziegler, σκέψη 155.
(38) Βλέπε, κατ’ αναλογία, Chronopost SA κατά Επιτροπής, C-341/06, EU:C:2007:20, σκέψη 54.
(39) Στους σχετικούς δρώντες (εκτός από την αρμόδια για την υπόθεση ομάδα) περιλαμβάνονται ο Επίτροπος Ανταγωνισμού, ο οποίος επικουρείται από μέλη του ιδιαίτερου γραφείου του· η ανώτερη διοίκηση της ΓΔ Ανταγωνισμού, περιλαμβανομένου του γενικού διευθυντή της ΓΔ Ανταγωνισμού· η σχετική μονάδα οριζόντιου συντονισμού της ΓΔ Ανταγωνισμού· η ομάδα οικονομικών αναλύσεων (οσάκις κρίνεται σκόπιμο)· η Νομική Υπηρεσία· «συναφείς υπηρεσίες» στην Επιτροπή, ο σύμβουλος ακροάσεων και η συμβουλευτική επιτροπή συγκεντρώσεων. Επιπλέον, το σύστημα προβλέπει και τη δυνατότητα διενέργειας «αξιολόγησης από ομοτίμους» εντός της Επιτροπής, η οποία πράγματι έλαβε χώρα στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.
(40) Ειδικότερα, κατά τη διάρκεια της ακρόασης, ένας από τους νόμιμους εκπροσώπους της Sigma ανέφερε ότι «οι ακροάσεις όντως έχουν αποτέλεσμα» (η επισήμανση του συντάκτη) και ότι η τρέχουσα διαδικασία «αποδεικνύει πλήρως την αξία των ακροάσεων αυτών».
(41) Ειδικότερα, οι προηγούμενες επισκέψεις βασίζονταν στο άρθρο 8 παράγραφος 1 του κανονισμού 479/2009, της 25ης Μαΐου 2009, για την εφαρμογή του πρωτοκόλλου σχετικά με τη διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος το οποίο προσαρτάται στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΕ 2009 L 145, σ. 1), και είχαν ως σκοπό να παράσχουν στην αρμόδια υπηρεσία της Επιτροπής (Eurostat) τη δυνατότητα να αξιολογήσει την ποιότητα των στοιχείων για το χρέος και το έλλειμμα που γνωστοποιούν τα κράτη μέλη δύο φορές ετησίως. Αντιθέτως, η διαδικασία έρευνας βασίστηκε στο άρθρο 8 παράγραφος 3 του ίδιου κανονισμού και είχε ως αντικείμενο να δοθεί στην Επιτροπή η δυνατότητα να διεξαγάγει κάθε αναγκαία έρευνα προκειμένου να αποδείξει την ύπαρξη, από πρόθεση ή από βαριά αμέλεια, ανακριβών δηλώσεων σχετικά με τα εν λόγω στοιχεία, εφόσον διαπιστώσει ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων που ενδέχεται να στοιχειοθετούν ανακριβείς δηλώσεις αυτού του είδους. Υπόθεση, Ισπανία κατά Συμβουλίου, σκέψεις 96-98.
(42) Βλ. Ισπανία κατά Συμβουλίου, σκέψεις 100-101.
(43) Στην εν λόγω υπόθεση, στη Eurostat.
(44) Βλ. Ισπανία κατά Συμβουλίου, σκέψεις 102-104.
(45) Δηλαδή το να αποφανθεί επί της ποιότητας, της ασφάλειας καθώς και της αποτελεσματικότητας των φαρμακευτικών προϊόντων, με σκοπό τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας.
(46) Βλ. August Wolff, σκέψεις 31-35.
(47) Βλ. August Wolff, σκέψεις 38-39.
(48) Απάντηση στη ΣΚΑ, σημείο 300.