5.4.2023   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 125/295


P9_TA(2022)0315

Ενεργειακή απόδοση (αναδιατύπωση) ***I

Τροπολογίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 14ης Σεπτεμβρίου 2022 στην πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την ενεργειακή απόδοση (αναδιατύπωση) (COM(2021)0558 — C9-0330/2021 — 2021/0203(COD)) (1)

(Συνήθης νομοθετική διαδικασία — αναδιατύπωση)

[Τροπολογία 1, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά]

(2023/C 125/24)

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ (*1)

στην πρόταση της Επιτροπής

Πρόταση

ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

για την ενεργειακή απόδοση (αναδιατύπωση)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 194 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (2),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών (3),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η οδηγία 2012/27/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4) έχει τροποποιηθεί επανειλημμένα και ουσιωδώς (5). Καθώς πρόκειται να τροποποιηθεί εκ νέου, είναι σκόπιμη, για λόγους σαφήνειας, η αναδιατύπωση της εν λόγω οδηγίας.

(2)

Με το σχέδιο κλιματικών στόχων (6), η Επιτροπή πρότεινε να ενισχυθεί η φιλοδοξία της Ένωσης με την αύξηση του στόχου για τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου (GHG) κατά τουλάχιστον 55 % σε σχέση με τα επίπεδα του 1990 έως το 2030. Πρόκειται για σημαντική αύξηση σε σύγκριση με τον υφιστάμενο στόχο του 40 %. Η πρόταση ανταποκρίνεται στη δέσμευση που αναλήφθηκε στην ανακοίνωση σχετικά με την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία (7) για την υποβολή ενός ολοκληρωμένου σχεδίου για την αύξηση του στόχου της Ένωσης για το 2030 στο 55 % με υπεύθυνο τρόπο. Συνάδει επίσης με τους στόχους της 21ης διάσκεψης των μερών της σύμβασης-πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών για την κλιματική αλλαγή («συμφωνία του Παρισιού») για τη συγκράτηση της αύξησης της θερμοκρασίας του πλανήτη αρκετά κάτω από τους 2 oC και τη συνέχιση των προσπαθειών για τη συγκράτησή της στον 1,5 oC.

(3)

Τον Δεκέμβριο του 2020, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ενέκρινε δεσμευτικό στόχο της Ένωσης για καθαρή εγχώρια μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά τουλάχιστον 55 % έως το 2030 σε σύγκριση με το 1990 (8). Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η φιλοδοξία για το κλίμα πρέπει να ενισχυθεί κατά τρόπο που μπορεί να ενθαρρύνει τη βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη, να δημιουργήσει θέσεις εργασίας, να αποφέρει οφέλη για την υγεία και το περιβάλλον στους πολίτες της Ένωσης και να συμβάλει στη μακροπρόθεσμη παγκόσμια ανταγωνιστικότητα της οικονομίας της Ένωσης μέσω της προώθησης της καινοτομίας στις πράσινες τεχνολογίες.

(4)

Για την υλοποίηση αυτών των στόχων, στο πρόγραμμα εργασίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το 2021 (9) εξαγγέλθηκε η «δέσμη προσαρμογής στον στόχο του 55 %» για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά τουλάχιστον 55 % έως το 2030 και την επίτευξη μιας κλιματικά ουδέτερης Ευρωπαϊκής Ένωσης έως το 2050. Η δέσμη αυτή καλύπτει ευρύ φάσμα τομέων πολιτικής, όπως η ενεργειακή απόδοση, η ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές, η χρήση γης, η αλλαγή στη χρήση γης και οι δασοκομικές δραστηριότητες, η φορολογία της ενέργειας, ο επιμερισμός των προσπαθειών και η εμπορία εκπομπών.

(4α)

Η δέσμη μέτρων προσαρμογής στον στόχο του 55 % θα πρέπει να διασφαλίζει και να δημιουργεί θέσεις εργασίας στην Ένωση και να παρέχει στην Ένωση τη δυνατότητα να καταστεί παγκόσμιος ηγέτης στην ανάπτυξη και την υιοθέτηση καθαρών τεχνολογιών στην παγκόσμια ενεργειακή μετάβαση, με ιδιαίτερη έμφαση στις λύσεις ενεργειακής απόδοσης.

(5)

Οι προβολές δείχνουν ότι, με την πλήρη εφαρμογή των πολιτικών που ισχύουν σήμερα, οι μειώσεις των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου έως το 2030 θα αντιστοιχούν περίπου στο 45 % των αντίστοιχων επιπέδων του 1990, εξαιρουμένων των εκπομπών και απορροφήσεων από τη χρήση γης, και περίπου 47 % εάν συμπεριληφθούν αυτές. Ως εκ τούτου, το σχέδιο κλιματικών στόχων για το 2030 προβλέπει ένα σύνολο δράσεων που απαιτούνται σε όλους τους τομείς της οικονομίας και αναθεωρήσεις βασικών νομοθετικών μέσων για την επίτευξη αυτής της ενισχυμένης φιλοδοξίας.

(6)

Η ενεργειακή απόδοση αποτελεί βασικό τομέα δράσης, χωρίς τον οποίο δεν μπορεί να επιτευχθεί η πλήρης απανθρακοποίηση της οικονομίας της Ένωσης (10). Η ανάγκη αξιοποίησης των οικονομικά αποδοτικών ευκαιριών εξοικονόμησης ενέργειας οδήγησε στην τρέχουσα πολιτική της Ένωσης για την ενεργειακή απόδοση. Τον Δεκέμβριο του 2018, ένας νέος πρωταρχικός στόχος ενεργειακής απόδοσης της Ένωσης για το 2030 ύψους τουλάχιστον 32,5 % (σε σύγκριση με την βάσει προβολών υπολογιζόμενη χρήση ενέργειας το 2030) συμπεριλήφθηκε στο πλαίσιο της δέσμης μέτρων «Καθαρή ενέργεια για όλους τους Ευρωπαίους».

(7)

Για να επιτευχθεί η αυξημένη κλιματική φιλοδοξία, η εκτίμηση επιπτώσεων που συνοδεύει το σχέδιο κλιματικών στόχων έδειξε ότι οι βελτιώσεις της ενεργειακής απόδοσης θα πρέπει να αυξηθούν σημαντικά σε σχέση με το τρέχον επίπεδο φιλοδοξίας του 32,5 %. Η αυξημένη φιλοδοξία του στόχου ενεργειακής απόδοσης της Ένωσης για το 2030 μπορεί να μειώσει τις τιμές της ενέργειας και να είναι ζωτικής σημασίας για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, σε συνδυασμό με αύξηση και υιοθέτηση του εξηλεκτρισμού, του υδρογόνου, των ηλεκτρονικών καυσίμων και άλλων σχετικών τεχνολογιών που είναι απαραίτητες για την πράσινη μετάβαση, μεταξύ άλλων στον τομέα των μεταφορών. Ακόμη και με την ταχεία ανάπτυξη της παραγωγής πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας, η ενεργειακή απόδοση μπορεί να μειώσει την ανάγκη για νέα δυναμικότητα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Η αυξημένη ενεργειακή απόδοση είναι, επίσης, άκρως σημαντική για την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού της Ένωσης μέσω της μείωσης της εξάρτησής της από την εισαγωγή καυσίμων από τρίτες χώρες. Η ενεργειακή απόδοση είναι ένα από τα πιο καθαρά και οικονομικά αποδοτικότερα μέτρα για την αντιμετώπιση αυτής της εξάρτησης.

(8)

Το άθροισμα των εθνικών συνεισφορών που κοινοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στα εθνικά τους σχέδια για την ενέργεια και το κλίμα (ΕΣΕΚ) υπολείπεται του επιπέδου φιλοδοξίας 32,5 % της Ένωσης. Οι συνεισφορές θα οδηγήσουν συνολικά σε μείωση κατά 29,4 % για την τελική κατανάλωση ενέργειας και κατά 29,7 % για την κατανάλωση πρωτογενούς ενέργειας σε σύγκριση με τις προβολές του σεναρίου αναφοράς του 2007 για το 2030. Αυτό θα συνεπαγόταν συλλογικό έλλειμα 2,8 ποσοστιαίων μονάδων για την κατανάλωση πρωτογενούς ενέργειας και 3,1 ποσοστιαίων μονάδων για την τελική κατανάλωση ενέργειας στην ΕΕ των 27. Όσον αφορά τα αριθμητικά στοιχεία για την κατανάλωση πρωτογενούς και τελικής ενέργειας για το 2020 και την επίτευξη του στόχου της Ένωσης, θα πρέπει να εξεταστούν στο πλαίσιο των προσωρινών επιπτώσεων των μέτρων που ελήφθησαν το 2020 για την πανδημία της COVID-19, τα οποία επιβράδυναν σημαντικά την οικονομική δραστηριότητα και ιδίως τις μεταφορές. Τα καταγραφέντα επίπεδα κατανάλωσης πρωτογενούς και τελικής ενέργειας για το 2020 απαιτούν προσεκτική ανάλυση.

(9)

Ενώ το δυναμικό εξοικονόμησης ενέργειας παραμένει μεγάλο σε όλους τους τομείς, υπάρχει μια ιδιαίτερη πρόκληση που αφορά τις μεταφορές, καθώς είναι υπεύθυνες για άνω το 30 % της τελικής κατανάλωσης ενέργειας, και τα κτίρια, δεδομένου ότι το 75 % του κτιριακού αποθέματος της Ένωσης έχει χαμηλές ενεργειακές επιδόσεις. Ένας τομέας που αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία είναι ο τομέας των τεχνολογιών της πληροφορίας και των επικοινωνιών (ΤΠΕ), ο οποίος ευθύνεται για το 5-9 % της συνολικής χρήσης ηλεκτρικής ενέργειας παγκοσμίως και για πάνω από το 2 % του συνόλου των εκπομπών. Το 2018, τα κέντρα δεδομένων αντιπροσώπευαν το 2,7 % της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας στην ΕΕ των 28 (11). Στο πλαίσιο αυτό, η ψηφιακή στρατηγική της Ένωσης (12) έχει ήδη αναδείξει την ανάγκη για υψηλής ενεργειακής απόδοσης και βιώσιμα κέντρα δεδομένων και μέτρα διαφάνειας για τους τηλεπικοινωνιακούς φορείς όσον αφορά το περιβαλλοντικό τους αποτύπωμα. Επιπλέον, θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη η ενδεχόμενη αύξηση της ζήτησης ενέργειας που μπορεί να προκύψει από την απανθρακοποίηση της βιομηχανίας, ιδίως για ενεργοβόρες διαδικασίες.

(10)

Το υψηλότερο επίπεδο φιλοδοξίας απαιτεί ισχυρότερη προώθηση οικονομικά αποδοτικών μέτρων ενεργειακής απόδοσης σε όλους τους τομείς του ενεργειακού συστήματος και σε όλους τους σχετικούς κλάδους όπου η δραστηριότητα επηρεάζει τη ζήτηση για ενέργεια, όπως οι κλάδοι των μεταφορών, των υδάτων και της γεωργίας. Με τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης σε ολόκληρη την ενεργειακή αλυσίδα, συμπεριλαμβανομένων της παραγωγής, της μεταφοράς, της διανομής και της τελικής χρήσης της ενέργειας, θα ωφεληθεί το περιβάλλον, θα βελτιωθούν η ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα και η δημόσια υγεία, θα μειωθούν οι εκπομπές των αερίων του θερμοκηπίου, θα βελτιωθεί η ενεργειακή ασφάλεια μέσω της μείωσης της ανάγκης για εισαγωγές ενέργειας, ιδίως ορυκτών καυσίμων, θα περικοπεί το ενεργειακό κόστος για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, θα αμβλυνθεί η ενεργειακή φτώχεια και θα προκαλέσει αύξηση της ανταγωνιστικότητας, περισσότερες θέσεις εργασίας και αυξημένη οικονομική δραστηριότητα σε όλους τους κλάδους της οικονομίας, με αποτέλεσμα την αναβάθμιση της ποιότητας ζωής των πολιτών. Αυτό συνάδει με τις δεσμεύσεις της Ένωσης που αναλήφθηκαν στο πλαίσιο της Ενεργειακής Ένωσης και του παγκόσμιου προγράμματος δράσης για το κλίμα που θεσπίστηκε με τη συμφωνία του Παρισιού του 2015.

(10α)

Η βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης διαφόρων τομέων, συμπεριλαμβανομένων των μεταφορών και της στέγασης, έχει τη δυνατότητα να προωθήσει την αστική ανάπλαση, την απασχόληση, τη βελτίωση των κτιρίων και τις αλλαγές στα πρότυπα κινητικότητας και προσβασιμότητας. Κατά συνέπεια, είναι σημαντικό να προωθηθούν πιο αποτελεσματικές, βιώσιμες και οικονομικά προσιτές επιλογές.

(11)

Η παρούσα οδηγία αποτελεί ένα βήμα προς την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας έως το 2050, στο πλαίσιο της οποίας η ενεργειακή απόδοση οφείλεται να αντιμετωπίζεται ως αυτοτελής πηγή ενέργειας. Η αρχή για την προτεραιότητα στην ενεργειακή απόδοση είναι μια ανώτατη αρχή η οποία θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε όλους τους τομείς, ακόμα και πέραν του ενεργειακού συστήματος, σε όλα τα επίπεδα, συμπεριλαμβανομένου του χρηματοπιστωτικού τομέα. Οι λύσεις ενεργειακής απόδοσης θα πρέπει να εξετάζονται ως πρώτη επιλογή στις αποφάσεις πολιτικής, σχεδιασμού και επενδύσεων , εφόσον αυτό δεν οδηγεί αύξηση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, κατά τον καθορισμό νέων κανόνων για την πλευρά της προσφοράς και για άλλους τομείς πολιτικής. Ενώ η αρχή της «προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση» θα πρέπει να εφαρμόζεται χωρίς να θίγει άλλες νομικές υποχρεώσεις, στόχους και αρχές, οι τελευταίες θα πρέπει επίσης να μην εμποδίζουν την εφαρμογή της ούτε να εισάγουν εξαιρέσεις από την εφαρμογή της αρχής. Η Επιτροπή θα πρέπει να διασφαλίσει ότι η ενεργειακή απόδοση και η ανταπόκριση στη ζήτηση μπορούν να ανταγωνίζονται επί ίσοις όροις με τη δυναμικότητα παραγωγής. Είναι ανάγκη να πραγματοποιούνται βελτιώσεις της ενεργειακής απόδοσης όποτε είναι οικονομικά αποδοτικότερες από ισοδύναμες λύσεις στο σκέλος της προσφοράς. Αυτό θα πρέπει να βοηθήσει στην αξιοποίηση πολλών οφελών της ενεργειακής απόδοσης για την Ένωση, ιδίως για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις. Η εφαρμογή μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης θα πρέπει να αποτελεί επίσης προτεραιότητα για την άμβλυνση της ενεργειακής φτώχειας.

(12)

Η ενεργειακή απόδοση θα πρέπει να αναγνωρισθεί ως καίριο στοιχείο και προτεραιότητα των μελλοντικών αποφάσεων για επενδύσεις στις ενεργειακές υποδομές της Ένωσης. Η αρχή της προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση θα πρέπει να εφαρμόζεται λαμβάνοντας πρωτίστως υπόψη την προσέγγιση της αποδοτικότητας του συστήματος και την κοινωνική προοπτική, καθώς και την προοπτική της υγείας , με έμφαση στην ασφάλεια του εφοδιασμού, στην ενοποίηση του ενεργειακού συστήματος και στη μετάβαση στην κλιματική ουδετερότητα. Κατά συνέπεια, αναμένεται να συμβάλει στην αύξηση της απόδοσης των επιμέρους τομέων τελικής χρήσης και ολόκληρου του ενεργειακού συστήματος. Η εφαρμογή της αρχής θα πρέπει επίσης να στηρίζει επενδύσεις σε ενεργειακά αποδοτικές λύσεις που συμβάλλουν στην επίτευξη των περιβαλλοντικών στόχων που απαριθμούνται στον κανονισμό (ΕΕ) 2020/852 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (13).

(13)

Η αρχή της προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση ορίστηκε στον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (14) και βρίσκεται στο επίκεντρο της στρατηγικής για την ενοποίηση του ενεργειακού συστήματος (15). Ενώ η αρχή βασίζεται στη σχέση κόστους-αποτελεσματικότητας, η εφαρμογή της έχει ευρύτερες επιπτώσεις από κοινωνική άποψη, οι οποίες θα πρέπει να αξιολογούνται προσεκτικά μέσω αξιόπιστων μεθοδολογιών εκτίμησης κόστους-οφέλους που λαμβάνουν υπόψη τα πολλαπλά οφέλη της ενεργειακής απόδοσης. Η Επιτροπή εκπόνησε ειδικές κατευθυντήριες γραμμές για τη λειτουργία και την εφαρμογή της αρχής, προτείνοντας συγκεκριμένα εργαλεία και παραδείγματα εφαρμογής σε διάφορους τομείς. Η Επιτροπή εξέδωσε επίσης σύσταση προς τα κράτη μέλη, η οποία βασίζεται στις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας και ζητεί τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων σε σχέση με την εφαρμογή της αρχής. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη στον μέγιστο δυνατό βαθμό την εν λόγω σύσταση και να καθοδηγούνται από αυτήν κατά την εφαρμογή της αρχής της ενεργειακής απόδοσης στην πράξη.

(13α)

Η αρχή της προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση συνεπάγεται την υιοθέτηση μιας ολιστικής προσέγγισης η οποία λαμβάνει υπόψη τη συνολική απόδοση του ενοποιημένου ενεργειακού συστήματος, την ασφάλεια του εφοδιασμού και την οικονομική αποδοτικότητα και προωθεί τις πλέον αποδοτικές λύσεις για την κλιματική ουδετερότητα σε ολόκληρη την αλυσίδα αξίας, από την παραγωγή ενέργειας, τη μεταφορά του δικτύου έως την τελική κατανάλωση ενέργειας, ώστε να επιτυγχάνονται αποδόσεις τόσο στην πρωτογενή όσο και στην τελική κατανάλωση ενέργειας. Η προσέγγιση αυτή θα πρέπει να εξετάζει τις επιδόσεις του συστήματος και τη δυναμική χρήση της ενέργειας, όπου οι πόροι από την πλευρά της ζήτησης και η ευελιξία του συστήματος θεωρούνται λύσεις ενεργειακής απόδοσης. Ταυτόχρονα, η αρχή μπορεί επίσης να εφαρμοστεί σε χαμηλότερο επίπεδο περιουσιακών στοιχείων όταν πρόκειται να προσδιοριστούν οι επιδόσεις ενεργειακής απόδοσης συγκεκριμένων λύσεων και να προσαρμοστούν λύσεις ώστε να ευνοηθούν όσοι έχουν υψηλότερη απόδοση, όταν αντιπροσωπεύουν επίσης μια οικονομικά αποδοτική πορεία απαλλαγής από τις ανθρακούχες εκπομπές.

(14)

Για να έχει αντίκτυπο, η αρχή της προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση πρέπει να εφαρμόζεται με συνέπεια από τους εθνικούς, περιφερειακούς, τοπικούς και τομεακούς φορείς λήψης αποφάσεων σε όλα τα σχετικά σενάρια και τις ααποφάσεις πολιτικής, σχεδιασμού και μεγάλων επενδύσεων –δηλαδή επενδύσεων μεγάλης κλίμακας, με αξία άνω των 50 εκατ. ευρώ έκαστη ή 75 εκατ. EUR για έργα υποδομής μεταφορών– που επηρεάζουν την κατανάλωση ενέργειας, τη μεταφορά, τη διανομή, την αποθήκευση ή τον εφοδιασμό με ενέργεια. Η ορθή εφαρμογή της αρχής απαιτεί τη χρήση της σωστής μεθοδολογίας ανάλυσης κόστους-οφέλους, τον καθορισμό ευνοϊκών συνθηκών για τη χρήση ενεργειακά αποδοτικών λύσεων και την κατάλληλη παρακολούθηση. Οι αναλύσεις κόστους-οφέλους θα πρέπει πάντα να βασίζονται στις πλέον επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με τις τιμές της ενέργειας και να περιλαμβάνουν σενάρια αύξησης των τιμών, όπως λόγω της μείωσης των δικαιωμάτων του ΣΕΔΕ, προκειμένου να παρέχεται κίνητρο για την εφαρμογή μέτρων ενεργειακής απόδοσης, και θα πρέπει να αναπτύσσονται, να διενεργούνται και να δημοσιοποιούνται συστηματικά. Θα πρέπει να δίνεται προτεραιότητα σε λύσεις από την πλευρά της ζήτησης όπου είναι οικονομικά αποδοτικότερες από τις επενδύσεις σε υποδομές ενεργειακού εφοδιασμού για την επίτευξη των στόχων πολιτικής. Η ευελιξία από την πλευρά της ζήτησης μπορεί να αποφέρει ευρύτερα οικονομικά, περιβαλλοντικά και κοινωνιακά οφέλη για τους καταναλωτές και τις τοπικές κοινότητες , και μπορεί να αυξήσει την αποδοτικότητα του ενεργειακού συστήματος και να μειώσει το ενεργειακό κόστος, για παράδειγμα με τη μείωση του κόστους λειτουργίας του συστήματος που οδηγεί σε χαμηλότερα τιμολόγια για όλους τους καταναλωτές. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα δυνητικά οφέλη από την ευελιξία από την πλευρά της ζήτησης κατά την εφαρμογή της αρχής της προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση και, κατά περίπτωση, να εξετάζουν την απόκριση στη ζήτηση τόσο σε κεντρικό όσο και σε αποκεντρωμένο επίπεδο, την αποθήκευση ενέργειας και τις έξυπνες λύσεις στο πλαίσιο των προσπαθειών τους για αύξηση της απόδοσης του ενοποιημένου ενεργειακού συστήματος.

(15)

Η αρχή της προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση θα πρέπει πάντα να εφαρμόζεται αναλογικά και οι απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας δεν θα πρέπει να συνεπάγονται αλληλεπικαλυπτόμενες ή αντικρουόμενες υποχρεώσεις για τα κράτη μέλη, όταν η εφαρμογή της αρχής διασφαλίζεται άμεσα από άλλη νομοθεσία. Αυτό μπορεί να ισχύει για τα έργα κοινού ενδιαφέροντος που περιλαμβάνονται στον ενωσιακό κατάλογο σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2022/869 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου  (16), το οποίο εισάγει τις απαιτήσεις να λαμβάνεται υπόψη η αρχή της προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση κατά την ανάπτυξη και την αξιολόγηση τέτοιων έργων.

(16)

Η δίκαιη μετάβαση προς μια κλιματικά ουδέτερη Ένωση έως το 2050 είναι κεντρικής σημασίας για την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία. Η ενεργειακή φτώχεια αποτελεί βασική έννοια που εδραιώνεται στη δέσμη νομοθετικών μέτρων με τίτλο «Καθαρή ενέργεια για όλους τους Ευρωπαίους» που σχεδιάστηκε για να διευκολύνει τη δίκαιη ενεργειακή μετάβαση. Δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999 και της οδηγίας (ΕΕ) 2019/944 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (17), η Επιτροπή παρείχε ενδεικτική καθοδήγηση σχετικά με τους κατάλληλους δείκτες για τη μέτρηση της ενεργειακής φτώχειας και του «σημαντικ[ού] αριθμ[ού] νοικοκυριών σε ενεργειακή φτώχεια» (18). Η οδηγία (ΕΕ) 2019/944 και η οδηγία 2009/73/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (19) απαιτούν από τα κράτη μέλη να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας, όπου αυτή εντοπίζεται, συμπεριλαμβανομένων μέτρων για την αντιμετώπιση του ευρύτερου πλαισίου της ενεργειακής φτώχειας. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε ένα πλαίσιο αύξησης των τιμών της ενέργειας και πληθωριστικής πίεσης, όπου θα πρέπει να εφαρμοστούν τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα μέτρα για την αντιμετώπιση των συστημικών προκλήσεων για το ενεργειακό σύστημα της Ένωσης.

(17)

Τα νοικοκυριά χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, οι ευπαθείς καταναλωτές, συμπεριλαμβανομένων των τελικών χρηστών, οι άνθρωποι που αντιμετωπίζουν ή κινδυνεύουν να αντιμετωπίσουν ενεργειακή φτώχεια και οι άνθρωποι που ζουν σε κοινωνικές κατοικίες, καθώς και οι μικρομεσαίες και οι πολύ μικρές επιχειρήσεις , θα πρέπει να επωφελούνται από την εφαρμογή της αρχής της προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση. Τα μέτρα ενεργειακής απόδοσης θα πρέπει να εφαρμοστούν κατά προτεραιότητα για τη βελτίωση της κατάστασης των εν λόγω ανθρώπων και νοικοκυριών και για την άμβλυνση της ενεργειακής φτώχειας , και δεν θα πρέπει να ενθαρρύνουν δυσανάλογες αυξήσεις στο κόστος στέγασης, κινητικότητας ή ενέργειας. Για την υιοθέτηση μιας ολιστικής προσέγγισης στη χάραξη πολιτικής και στην εφαρμογή πολιτικών και μέτρων τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίζουν ότι άλλες πολιτικές και μέτρα δεν έχουν αρνητικές επιπτώσεις στα εν λόγω πρόσωπα και νοικοκυριά.

(18)

Η παρούσα οδηγία αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου πλαισίου πολιτικής για τις πολιτικές ενεργειακής απόδοσης που αξιοποιούν το δυναμικό ενεργειακής απόδοσης σε συγκεκριμένους τομείς πολιτικής, συμπεριλαμβανομένων των κτιρίων (οδηγία 2010/31/ΕE (20), των προϊόντων (οδηγία 2009/125/ΕΚ, κανονισμός (ΕΕ) 2017/1369 και κανονισμός (ΕΕ) 2020/740 (21)) και του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999 για τη διακυβέρνηση. Οι πολιτικές αυτές διαδραματίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στην επίτευξη εξοικονόμησης ενέργειας κατά την αντικατάσταση προϊόντων ή την κατασκευή ή ανακαίνιση κτιρίων (22).

(19)

Για την επίτευξη ενός φιλόδοξου στόχου ενεργειακής απόδοσης, απαιτείται η άρση των φραγμών, προκειμένου να διευκολυνθεί η επένδυση σε μέτρα ενεργειακής απόδοσης. Το υποπρόγραμμα LIFE για τη μετάβαση σε καθαρές μορφές ενέργειας θα κατευθύνει χρηματοδότηση για να στηριχθεί η ανάπτυξη της ευρωπαϊκής βέλτιστης πρακτικής στην εφαρμογή της πολιτικής για την ενεργειακή απόδοση, η οποία θα αντιμετωπίζει τους συμπεριφορικούς, τους αγοραίους και τους κανονιστικούς φραγμούς στην ενεργειακή απόδοση.

(20)

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 23ης και 24ης Οκτωβρίου 2014 υποστήριξε στόχο ενεργειακής απόδοσης 27 % για το 2030 σε επίπεδο Ένωσης, ο οποίος θα επανεξετασθεί έως το 2020 με γνώμονα στόχο 30 % σε ενωσιακό επίπεδο. Στο ψήφισμά του της 15ης Δεκεμβρίου 2015 με τίτλο «Η πορεία προς μια Ευρωπαϊκή Ενεργειακή Ένωση», το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κάλεσε την Επιτροπή να αξιολογήσει, επιπροσθέτως, τη βιωσιμότητα του στόχου του 40 % για την ενεργειακή απόδοση για το ίδιο χρονικό διάστημα.

(21)

Βάσει των προβολών υπολογίζεται ότι ο στόχος ενεργειακής απόδοσης της Ένωσης του 32,5 % για το 2030 και τα άλλα μέσα πολιτικής του υφιστάμενου πλαισίου θα οδηγήσουν σε μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά περίπου 45 % έως το 2030 (23). Για την ενίσχυση της φιλοδοξίας για το κλίμα όσον αφορά τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 55 % έως το 2030, στην εκτίμηση επιπτώσεων του σχεδίου κλιματικών στόχων για το 2030 αξιολογήθηκε ποιο επίπεδο προσπαθειών θα απαιτούνταν στους διάφορους τομείς πολιτικής. Η εκτίμηση επιπτώσεων καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, σε σχέση με τη βάση αναφοράς, η επίτευξη του στόχου για τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου με βέλτιστο από πλευράς κόστους τρόπο συνεπάγεται ότι η τελική κατανάλωση ενέργειας και η κατανάλωση πρωτογενούς ενέργειας πρέπει να μειωθούν τουλάχιστον κατά 36-37 % και κατά 39-41 %, αντιστοίχως.

(22)

Ο στόχος ενεργειακής απόδοσης της Ένωσης καθορίστηκε αρχικά και υπολογίστηκε χρησιμοποιώντας ως βάση αναφοράς τις προβολές του σεναρίου αναφοράς του 2007 για το 2030. Λόγω της αλλαγής στη μεθοδολογία της Eurostat για τον υπολογισμό του ενεργειακού ισοζυγίου και των βελτιώσεων στις μεταγενέστερες προβολές των μοντέλων απαιτείται αλλαγή της βάσης αναφοράς. Επομένως, χρησιμοποιώντας την ίδια προσέγγιση για τον καθορισμό του στόχου, δηλαδή συγκρίνοντάς τον με τις μελλοντικές προβολές του σεναρίου αναφοράς, η φιλοδοξία του στόχου ενεργειακής απόδοσης της Ένωσης για το 2030 καθορίζεται συγκρινόμενη με τις προβολές του σεναρίου αναφοράς του 2020 για το 2030 οι οποίες λαμβάνουν υπόψη τις εθνικές συνεισφορές των ΕΣΕΚ. Με την εν λόγω επικαιροποιημένη βάση αναφοράς, η Ένωση θα πρέπει να αυξήσει περαιτέρω τη φιλοδοξία της ▌. Ο νέος τρόπος έκφρασης του επιπέδου της φιλοδοξίας για τους στόχους της Ένωσης δεν επηρεάζει το πραγματικό επίπεδο των απαιτούμενων προσπαθειών ▌.

(23)

Η μεθοδολογία για τον υπολογισμό της τελικής κατανάλωσης ενέργειας και της κατανάλωσης πρωτογενούς ενέργειας ευθυγραμμίζεται με τη νέα μεθοδολογία της Eurostat, αλλά οι δείκτες που χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας έχουν διαφορετικό πεδίο εφαρμογής — δηλαδή αποκλείουν τη θερμότητα περιβάλλοντος και περιλαμβάνουν την κατανάλωση ενέργειας στις διεθνείς αεροπορικές μεταφορές για τον στόχο της τελικής κατανάλωσης ενέργειας. Η χρήση νέων δεικτών συνεπάγεται επίσης ότι τυχόν αλλαγές στην κατανάλωση ενέργειας των υψικαμίνων αντικατοπτρίζονται πλέον μόνο στην κατανάλωση πρωτογενούς ενέργειας.

(24)

Η ανάγκη να να βελτιώσει η Ένωση την ενεργειακή απόδοσή της θα πρέπει να εκφράζεται με όρους κατανάλωσης πρωτογενούς ενέργειας και τελικής κατανάλωσης ενέργειας που θα πρέπει να έχουν επιτευχθεί το 2030, επισημαίνοντας το πρόσθετο επίπεδο των προσπαθειών που απαιτούνται σε σύγκριση με τα μέτρα που εφαρμόζονται ή σχεδιάζονται στα εθνικά σχέδια για την ενέργεια και το κλίμα. Οι προβολές του σεναρίου αναφοράς του 2020 είναι 864 εκατ. ΤΙΠ τελικής κατανάλωσης ενέργειας και 1,124 δισεκατ. ΤΙΠ κατανάλωσης πρωτογενούς ενέργειας που πρέπει να επιτευχθούν το 2030 (εξαιρουμένης της θερμότητας περιβάλλοντος και συμπεριλαμβανομένων των διεθνών αεροπορικών μεταφορών). Μια πρόσθετη μείωση 14,5 % ισοδυναμεί με 740  εκατ. ΤΙΠ και 960  εκατ. ΤΙΠ το 2030, αντιστοίχως. Αυτό αντιστοιχεί σε μείωση κατά 40 % για την τελική κατανάλωση ενέργειας και κατά 42,5 % για την κατανάλωση πρωτογενούς ενέργειας αντίστοιχα σε σύγκριση με τις προβολές του σεναρίου αναφοράς του 2007 για το 2030. Δεν υπάρχουν δεσμευτικοί στόχοι σε επίπεδο κρατών μελών για την επίτευξη του στόχου ενεργειακής απόδοσης για το 2020. Για τον στόχο για το 2030, οι εθνικές συνεισφορές θα πρέπει να καταστούν δεσμευτικές και τα κράτη μέλη θα πρέπει να καθορίσουν τις συνεισφορές τους στην επίτευξη του στόχου ενεργειακής απόδοσης της Ένωσης σύμφωνα με τον τύπο που παρέχεται στην παρούσα οδηγία. Τα κράτη μέλη καθορίζουν τους εθνικούς στόχους τους με βάση είτε την κατανάλωση πρωτογενούς ή τελικής ενέργειας ή την εξοικονόμηση πρωτογενούς ή τελικής ενέργειας, είτε την ενεργειακή ένταση. Η παρούσα οδηγία τροποποιεί τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη μέλη θα πρέπει να εκφράζουν τις δεσμευτικές εθνικές συνεισφορές τους στον δεσμευτικό στόχο της Ένωσης. Οι δεσμευτικές συνεισφορές των κρατών μελών στον στόχο της Ένωσης θα πρέπει να εκφράζονται ως τελική κατανάλωση ενέργειας και ως κατανάλωση πρωτογενούς ενέργειας, ώστε να διασφαλίζεται η συνέπεια και η παρακολούθηση της προόδου. Η τακτική αξιολόγηση της προόδου προς την επίτευξη των στόχων της Ένωσης για το 2030 είναι αναγκαία και προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1999.

(25)

Ο στόχος της ενεργειακής απόδοσης θα πρέπει να επιτευχθεί ως αποτέλεσμα σωρευτικής εφαρμογής ειδικών τοπικών, περιφερειακών, εθνικών και ευρωπαϊκών μέτρων προώθησης της ενεργειακής απόδοσης σε διάφορα πεδία. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποχρεωθούν να θεσπίσουν εθνικές πολιτικές και μέτρα ενεργειακής απόδοσης. Οι εν λόγω πολιτικές και μέτρα και οι μεμονωμένες προσπάθειες κάθε κράτους μέλους θα πρέπει να αξιολογηθούν από την Επιτροπή, μαζί με δεδομένα για την πρόοδο που σημειώθηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί η πιθανότητα επίτευξης του συνολικού στόχου της Ένωσης και ο βαθμός στον οποίο οι επιμέρους προσπάθειες είναι επαρκείς για την εκπλήρωση της κοινής επιδίωξης.

(26)

Ο δημόσιος τομέας είναι υπεύθυνος για περίπου το 5 έως 10 % της συνολικής τελικής κατανάλωσης ενέργειας της Ένωσης. Οι δημόσιες αρχές δαπανούν περίπου 1,8 τρισεκατομμύρια EUR ετησίως. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε περίπου 14 % του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος της Ένωσης. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο δημόσιος τομέας αποτελεί σημαντική κινητήρια δύναμη για την προώθηση της στροφής της αγοράς προς αποδοτικότερα προϊόντα, κτίρια και υπηρεσίες, καθώς και για την πρόκληση αλλαγών συμπεριφοράς στην κατανάλωση ενέργειας από πολίτες και επιχειρήσεις. Επιπλέον, η μείωση της κατανάλωσης ενέργειας με μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης μπορεί να απελευθερώσει δημόσιους πόρους για άλλους σκοπούς. Οι δημόσιοι φορείς σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο οφείλουν να διαδραματίσουν υποδειγματικό ρόλο όσον αφορά την ενεργειακή απόδοση.

(27)

Για να δώσει το καλό παράδειγμα, ο δημόσιος τομέας θα πρέπει να θέσει τους δικούς του στόχους απανθρακοποίησης και ενεργειακής απόδοσης. Οι βελτιώσεις της ενεργειακής απόδοσης στον δημόσιο τομέα θα πρέπει να αντικατοπτρίζουν τις προσπάθειες που απαιτούνται σε επίπεδο Ένωσης. ▌Η υποχρέωση επίτευξης ετήσιας μείωσης της κατανάλωσης ενέργειας στον δημόσιο τομέα κατά τουλάχιστον 2 % αναμένεται να διασφαλίσει ότι ο δημόσιος τομέας εκπληρώνει τον υποδειγματικό του ρόλο. Τα κράτη μέλη διατηρούν πλήρη ευελιξία όσον αφορά την επιλογή των μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης για την επίτευξη μείωσης της τελικής κατανάλωσης ενέργειας. Η απαίτηση ετήσιας μείωσης της τελικής κατανάλωσης ενέργειας συνεπάγεται μικρότερο διοικητικό φόρτο από ό,τι η καθιέρωση μεθόδων μέτρησης της εξοικονόμησης ενέργειας.

(28)

Για την εκπλήρωση της υποχρέωσής τους, τα κράτη μέλη θα πρέπει να στοχεύουν στην τελική κατανάλωση ενέργειας όλων των δημόσιων υπηρεσιών και εγκαταστάσεων των δημόσιων φορέων. Για τον καθορισμό του πεδίου των αποδεκτών, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εφαρμόσουν τον ορισμό των αναθετουσών αρχών που προβλέπεται στην οδηγία 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (24). Η υποχρέωση μπορεί να εκπληρωθεί με τη μείωση της τελικής κατανάλωσης ενέργειας σε οποιοδήποτε κλάδο του δημόσιου τομέα, συμπεριλαμβανομένων των μεταφορών, των δημόσιων κτιρίων, της υγειονομικής περίθαλψης, του χωροταξικού σχεδιασμού, της διαχείρισης των υδάτων και της επεξεργασίας λυμάτων, του καθαρισμού λυμάτων και υδάτων, της διαχείρισης αποβλήτων, της τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης, της διανομής, της παροχής και της αποθήκευσης ενέργειας, του δημόσιου φωτισμού, του σχεδιασμού υποδομών. Για να μειωθεί ο διοικητικός φόρτος για τους δημόσιους φορείς, τα κράτη μέλη θα πρέπει να δημιουργήσουν ψηφιακές πλατφόρμες ή εργαλεία για τη συλλογή των συγκεντρωτικών δεδομένων κατανάλωσης των δημόσιων φορέων, να τα δημοσιοποιήσουν και να αναφέρουν τα δεδομένα στην Επιτροπή.

(29)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διαδραματίζουν υποδειγματικό ρόλο διασφαλίζοντας ότι όλες οι συμβάσεις ενεργειακής απόδοσης, οι ενεργειακοί έλεγχοι και τα συστήματα ενεργειακής διαχείρισης στον δημόσιο τομέα είναι σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά ή διεθνή πρότυπα, ή ότι χρησιμοποιούνται ενεργειακοί έλεγχοι σε μεγάλο βαθμό στους ενεργοβόρους κλάδους του δημόσιου τομέα. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να παρέχουν σαφή καθοδήγηση και διαδικασίες για τη χρήση των συγκεκριμένων μέσων .

(30)

Οι δημόσιες αρχές ενθαρρύνονται να λαμβάνουν στήριξη από φορείς όπως οι οργανισμοί βιώσιμης ενέργειας, οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι, κατά περίπτωση, σε περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο. Η διάρθρωση των εν λόγω οργανισμών αντικατοπτρίζει συνήθως τις επιμέρους ανάγκες των δημόσιων αρχών που βρίσκονται σε μια συγκεκριμένη περιφέρεια ή που δραστηριοποιούνται σε έναν συγκεκριμένο κλάδο του δημόσιου τομέα. Οι κεντρικοί οργανισμοί μπορούν να εξυπηρετούν καλύτερα τις ανάγκες και να λειτουργούν αποτελεσματικότερα από άλλες απόψεις, για παράδειγμα σε μικρότερα κράτη μέλη ή κράτη μέλη με πιο συγκεντρωτική δομή ή όσον αφορά πολύπλοκες ή διαπεριφερειακές πτυχές, όπως η τηλεθέρμανση και η τηλεψύξη. Οι οργανισμοί βιώσιμης ενέργειας μπορούν να λειτουργούν ως μονοαπευθυντικές υπηρεσίες σύμφωνα με το άρθρο 21. Οι εν λόγω οργανισμοί είναι συχνά υπεύθυνοι για την ανάπτυξη τοπικών ή περιφερειακών σχεδίων απανθρακοποίησης, τα οποία μπορεί επίσης να περιλαμβάνουν και άλλα μέτρα απανθρακοποίησης, όπως η ανταλλαγή λεβήτων ορυκτών καυσίμων, και για τη στήριξη των δημόσιων αρχών στην εφαρμογή των πολιτικών που σχετίζονται με την ενέργεια. Οι οργανισμοί βιώσιμης ενέργειας ή άλλες οντότητες που συνδράμουν τις περιφερειακές και τοπικές αρχές μπορεί να έχουν σαφείς αρμοδιότητες, στόχους και πόρους στον τομέα της βιώσιμης ενέργειας. Οι οργανισμοί βιώσιμης ενέργειας θα μπορούσαν να ενθαρρυνθούν να εξετάσουν πρωτοβουλίες που έχουν αναληφθεί στο πλαίσιο του Συμφώνου των Δημάρχων, στο οποίο συμμετέχουν τοπικές κυβερνήσεις που έχουν δεσμευτεί οικειοθελώς να υλοποιήσουν τους στόχους της Ένωσης για το κλίμα και την ενέργεια, καθώς και άλλες υφιστάμενες πρωτοβουλίες για τον σκοπό αυτό. Τα σχέδια απανθρακοποίησης θα πρέπει να συνδέονται με τα σχέδια εδαφικής ανάπτυξης και να λαμβάνουν υπόψη την περιεκτική αξιολόγηση που θα πρέπει να διενεργούν τα κράτη μέλη.

(31)

Τα κράτη μέλη στηρίζουν τους δημόσιους φορείς στην υιοθέτηση μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης, μεταξύ άλλων σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, παρέχοντας οικονομική και τεχνική στήριξη και υποβάλλοντας σχέδια για την αντιμετώπιση της έλλειψης εργατικού δυναμικού και εξειδικευμένων επαγγελματιών που είναι απαραίτητοι για όλα τα στάδια της πράσινης μετάβασης, συμπεριλαμβανομένων των βιοτεχνών, καθώς και των εμπειρογνωμόνων στην πράσινη τεχνολογία υψηλής ειδίκευσης και τις εφαρμοσμένες επιστήμες, και των φορέων καινοτομίας. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να στηρίξουν τους δημόσιους φορείς ώστε να λαμβάνουν υπόψη τα ευρύτερα οφέλη πέραν της εξοικονόμησης ενέργειας, όπως η βελτίωση της ποιότητας του εσωτερικού αέρα και του υγιέστερου περιβάλλοντος εσωτερικών χώρων, καθώς και η βελτίωση της ποιότητας ζωής των ανθρώπων, ιδίως για τα σχολεία, τα κέντρα ημερήσιας φροντίδας, τους οίκους ευγηρίας, τα προστατευόμενα καταλύματα και τα νοσοκομεία. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να παρέχουν κατευθυντήριες γραμμές για την προώθηση της ανάπτυξης ικανοτήτων και ευκαιριών κατάρτισης και να ενθαρρύνουν τη συνεργασία μεταξύ δημόσιων φορέων, μεταξύ άλλων και μεταξύ οργανισμών. Για τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να δημιουργήσουν εθνικά και περιφερειακά κέντρα ικανοτήτων για σύνθετα ζητήματα, όπως η παροχή συμβουλών σε τοπικούς ή περιφερειακούς οργανισμούς ενέργειας σχετικά με την τηλεθέρμανση ή την τηλεψύξη.

(31α)

Σε μια κατάσταση κρίσης ενεργειακής ασφάλειας και αύξησης των τιμών ενέργειας, θα πρέπει να παρέχονται στα κράτη μέλη κίνητρα για την επίσπευση των επενδύσεων στην εξοικονόμηση ενέργειας. Για τον σκοπό αυτό, θα πρέπει να παρέχεται στα κράτη μέλη που ανακαινίζουν πάνω από το 3 % του συνολικού εμβαδού δαπέδου των κτιρίων της κεντρικής δημόσιας διοίκησής τους σε ένα δεδομένο έτος κατά τη διάρκεια της περιόδου 2024-2026 η δυνατότητα να συνυπολογίζουν το πλεόνασμα στο ετήσιο ποσοστό ανακαίνισης οποιουδήποτε από τα τρία επόμενα έτη. Τα κράτη μέλη που ανακαινίζουν περισσότερο από το 3 % του συνολικού εμβαδού δαπέδου των κτιρίων τους από την 1η Ιανουαρίου 2027 μπορεί να συνυπολογίζουν το πλεόνασμα στο ετήσιο ποσοστό ανακαίνισης των επόμενων δύο ετών. Η δυνατότητα αυτή δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται για σκοπούς που δεν συνάδουν με τους γενικούς στόχους και το επίπεδο φιλοδοξίας της παρούσας οδηγίας.

(32)

Τα κτίρια και οι μεταφορές, μαζί με τη βιομηχανία, είναι οι κύριοι χρήστες ενέργειας και η κύρια πηγή εκπομπών (25). Τα κτίρια ευθύνονται για περίπου το 40 % της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας της Ένωσης και για το 36 % των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου από την ενέργεια (26). Η ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Κύμα ανακαινίσεων» (27) αντιμετωπίζει τη διττή πρόκληση της αποδοτικής χρήσης και της οικονομικής προσιτότητας της ενέργειας και των πόρων στον κτιριακό τομέα και αποσκοπεί στον διπλασιασμό του ρυθμού του ποσοστού των ανακαινίσεων. Επικεντρώνεται στα κτίρια με τις χειρότερες επιδόσεις, στην ενεργειακή φτώχεια και στα δημόσια κτίρια. Επιπλέον, τα κτίρια έχουν ζωτική σημασία για την επίτευξη του στόχου της Ένωσης για την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας έως το 2050. Τα κτίρια που ανήκουν σε δημόσιους φορείς και τα κτίρια που χρησιμοποιούνται για την παροχή υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, όπως η εκπαίδευση (π.χ. κέντρα ημερήσιας φροντίδας, σχολεία και πανεπιστήμια), η υγεία (όπως νοσοκομεία και οίκοι ευγηρίας) και οι κοινωνικές υπηρεσίες (όπως κοινοτικά κέντρα που εξυπηρετούν νέους, ηλικιωμένους και ανθρώπους που ζουν σε νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος) ή οι κοινωνικές κατοικίες , αντιπροσωπεύουν σημαντικό μερίδιο του κτιριακού δυναμικού και έχουν μεγάλη προβολή στη δημόσια ζωή. Επομένως, είναι σκόπιμο να καθορισθεί ένα ετήσιο ποσοστό ριζικής ανακαίνισης κτιρίων που ανήκουν σε δημόσιους φορείς και κτιρίων που χρησιμοποιούνται για την παροχή κοινωνικών υπηρεσιών στην επικράτεια κράτους μέλους, προκειμένου να αναβαθμιστεί η ενεργειακή τους απόδοση και να μετατραπούν σε κτίρια με σχεδόν μηδενική κατανάλωση ενέργειας ή σε κτίρια μηδενικών εκπομπών. Τα κράτη μέλη καλούνται να καθορίσουν υψηλότερο ποσοστό ανακαινίσεων, όπου αυτό είναι οικονομικά αποδοτικό στο πλαίσιο της ανακαίνισης του κτιριακού τους αποθέματος σύμφωνα με τις μακροπρόθεσμες στρατηγικές ανακαίνισης ή τα εθνικά προγράμματα ανακαίνισης. Το εν λόγω ποσοστό ανακαίνισης δεν θα πρέπει να θίγει τις υποχρεώσεις όσον αφορά τα κτίρια με σχεδόν μηδενική κατανάλωση ενέργειας (ΚΣΜΚΕ) που προβλέπονται στην οδηγία 2010/31/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (28). Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να εφαρμόζουν λιγότερο αυστηρές απαιτήσεις σε ορισμένα κτίρια, όπως κτίρια με ειδική αρχιτεκτονική ή ιστορική αξία. Κατά την επόμενη επανεξέταση της οδηγίας 2010/31/ΕΕ, η Επιτροπή θα πρέπει να αξιολογήσει την πρόοδο που έχουν σημειώσει τα κράτη μέλη όσον αφορά την ανακαίνιση των κτιρίων των δημοσίων φορέων. Η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει το ενδεχόμενο υποβολής νομοθετικής πρότασης για την αναθεώρηση του ποσοστού ανακαινίσεων, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη την πρόοδο που θα έχει επιτευχθεί από τα κράτη μέλη, τις ουσιαστικές οικονομικές ή τεχνικές εξελίξεις ή, όπου απαιτείται, τις δεσμεύσεις της Ένωσης για απανθρακοποίηση και μηδενική ρύπανση. Η υποχρέωση ανακαίνισης κτιρίων δημοσίων φορέων στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας συμπληρώνει την ανωτέρω οδηγία, η οποία απαιτεί από τα κράτη μέλη να μεριμνούν ώστε, όταν τα υπάρχοντα κτίρια υποβάλλονται σε μείζονα ανακαίνιση, η ενεργειακή τους απόδοση να αναβαθμίζεται ούτως ώστε τα κτίρια να πληρούν τις απαιτήσεις για τα ΚΣΜΚΕ. Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη θα πρέπει να παρέχουν πρόσθετη καθοδήγηση σχετικά με τη ριζική ανακαίνιση κτιρίων ιστορικής αξίας.

(33)

Για να καθοριστεί το ποσοστό των ανακαινίσεων, τα κράτη μέλη πρέπει να έχουν μια γενική εικόνα των κτιρίων που επιτυγχάνουν επίπεδο ΚΣΜΚΕ. Επομένως, τα κράτη μέλη θα πρέπει να δημοσιεύουν και να επικαιροποιούν κατάλογο των δημόσιων κτιρίων, συμπεριλαμβανομένων των κτιρίων κοινωνικής στέγασης, ως μέρος μιας συνολικής βάσης δεδομένων για τα πιστοποιητικά ενεργειακής απόδοσης. Ο εν λόγω κατάλογος θα πρέπει επίσης να δίνει τη δυνατότητα σε ιδιωτικούς φορείς, συμπεριλαμβανομένων εταιρειών ενεργειακών υπηρεσιών (ΕΕΥ) , να προτείνουν λύσεις ανακαίνισης και μπορούν να συγκεντρώνονται από το Παρατηρητήριο Κτιριακού Δυναμικού της Ένωσης.

(34)

Το 2020, πάνω από το μισό του παγκόσμιου πληθυσμού ζούσε σε αστικές περιοχές. Το ποσοστό αυτό αναμένεται να φθάσει το 68 % έως το 2050 (29). Επιπλέον, οι μισές από τις αστικές υποδομές που θα είναι διαθέσιμες έως το 2050 δεν έχουν ακόμη κατασκευαστεί (30). Οι πόλεις και οι μητροπολιτικές περιοχές είναι κέντρα οικονομικής δραστηριότητας, παραγωγής γνώσης, καινοτομίας και νέων τεχνολογιών. Οι πόλεις επηρεάζουν την ποιότητα ζωής των πολιτών που ζουν ή εργάζονται σε αυτές. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να στηρίξουν τους δήμους σε τεχνικό και οικονομικό επίπεδο. Ορισμένοι δήμοι και άλλοι δημόσιοι φορείς στα κράτη μέλη έχουν ήδη θέσει σε εφαρμογή ολοκληρωμένες προσεγγίσεις για την εξοικονόμηση ενέργειας, τον ενεργειακό εφοδιασμό και τη βιώσιμη κινητικότητα , παραδείγματος χάριν μέσω σχεδίων δράσης για βιώσιμη ενέργεια και σχεδίων βιώσιμης αστικής κινητικότητας , όπως τα σχέδια που εκπονούνται στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας για το Σύμφωνο των Δημάρχων, καθώς και ολοκληρωμένες πολεοδομικές προσεγγίσεις που υπερβαίνουν τις μεμονωμένες παρεμβάσεις στα κτίρια ή στους τρόπους μεταφοράς. Απαιτούνται περαιτέρω προσπάθειες στον τομέα της βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης της αστικής κινητικότητας, τόσο για τις επιβατικές όσο και για τις εμπορευματικές μεταφορές, δεδομένου ότι χρησιμοποιεί περίπου το 40 % της συνολικής ενέργειας των οδικών μεταφορών. Ο [αναθεωρημένος κανονισμός ΔΕΔ-Μ — 2021/420 (COD)] θα πρέπει να συμβάλει σημαντικά στην αντιμετώπιση της ενεργειακής απόδοσης των αστικών μεταφορών με συνεκτική, ολοκληρωμένη και πολυτροπική προσέγγιση μέσω της απαίτησης έγκρισης σχεδίων βιώσιμης αστικής κινητικότητας (ΣΒΑΚ), όπως ορίζεται στον εν λόγω κανονισμό. Επιπλέον, προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να ενθαρρύνουν σθεναρά όσο το δυνατόν περισσότερες τοπικές αρχές να εγκρίνουν ΣΒΑΚ προκειμένου να συμβάλλουν στη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας και να αποφεύγουν τις περιττές μεταφορές, όπου είναι δυνατόν, σύμφωνα με την αρχή της προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση.

(35)

Όσον αφορά την αγορά ορισμένων προϊόντων και υπηρεσιών και την αγορά και ενοικίαση κτιρίων, οι αναθέτουσες αρχές και οι αναθέτοντες φορείς που συνάπτουν συμβάσεις δημοσίων έργων, προμηθειών ή υπηρεσιών θα πρέπει να δίνουν το παράδειγμα και να λαμβάνουν αποφάσεις αγοράς με γνώμονα την ενεργειακή απόδοση και να εφαρμόζουν την αρχή της «προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση», μεταξύ άλλων και για τις δημόσιες συμβάσεις και συμβάσεις παραχώρησης για τις οποίες προβλέπονται ειδικές απαιτήσεις στο παράρτημα IV. Το ίδιο θα πρέπει να ισχύει στις διοικητικές υπηρεσίες των οποίων οι αρμοδιότητες εκτείνονται σε ολόκληρη την επικράτεια κράτους μέλους. Όταν σε συγκεκριμένο κράτος μέλος και για συγκεκριμένη αρμοδιότητα δεν υπάρχει παρόμοια σχετική διοικητική υπηρεσία η οποία να καλύπτει όλη την επικράτεια, η υποχρέωση θα πρέπει να ισχύει για τις διοικητικές υπηρεσίες των οποίων οι αρμοδιότητες καλύπτουν συλλογικά όλη την επικράτεια του κράτους μέλους. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να θίγονται οι διατάξεις των οδηγιών της Ένωσης για τις δημόσιες συμβάσεις. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να άρουν τους φραγμούς στις από κοινού δημόσιες συμβάσεις εντός ενός κράτους μέλους ή διασυνοριακά, εάν έτσι μπορεί να μειωθεί το κόστος, να ενισχυθούν τα οφέλη της εσωτερικής αγοράς δημιουργώντας επιχειρηματικές ευκαιρίες για τους προμηθευτές και τους παρόχους ενεργειακών υπηρεσιών.

(36)

Όλοι οι δημόσιοι φορείς που επενδύουν δημόσιους πόρους μέσω συμβάσεων θα πρέπει να δίνουν το καλό παράδειγμα κατά την ανάθεση συμβάσεων και συμβάσεων παραχώρησης επιλέγοντας προϊόντα, υπηρεσίες, έργα και κτίρια με την υψηλότερη ενεργειακή απόδοση, μεταξύ άλλων και σε σχέση με τις συμβάσεις που δεν υπόκεινται σε ειδικές απαιτήσεις δυνάμει της οδηγίας 2009/30/ΕΚ. Στο πλαίσιο αυτό, όλες οι διαδικασίες ανάθεσης δημόσιων συμβάσεων και συμβάσεων παραχώρησης αξίας άνω των ορίων που καθορίζονται στα άρθρα 6 και 7 της οδηγίας 2014/23/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (31), στο άρθρο 2 παράγραφος 1 της οδηγίας 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (32) και στα άρθρα 3 και 4 της οδηγίας 2014/25/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις επιδόσεις ενεργειακής απόδοσης των προϊόντων, των κτιρίων και των υπηρεσιών που καθορίζονται από το ενωσιακό ή το εθνικό δίκαιο, λαμβάνοντας υπόψη κατά προτεραιότητα την αρχή της προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση στις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων.

(37)

Είναι επίσης σημαντικό τα κράτη μέλη να παρακολουθούν τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται υπόψη οι απαιτήσεις ενεργειακής απόδοσης από τις αναθέτουσες αρχές και τους αναθέτοντες φορείς κατά την προμήθεια προϊόντων, κτιρίων, έργων και υπηρεσιών, διασφαλίζοντας ότι οι δημοσιοποιούνται πληροφορίες σχετικά με τον αντίκτυπο στην ενεργειακή απόδοση εκείνων των επιλεχθεισών προσφορών που υπερβαίνουν τα κατώτατα όρια που αναφέρονται στις οδηγίες για τις δημόσιες συμβάσεις. Αυτό επιτρέπει στα ενδιαφερόμενα μέρη και στους πολίτες να αξιολογούν τον ρόλο του δημόσιου τομέα στη διασφάλιση της προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση στις δημόσιες συμβάσεις με διαφανή τρόπο.

(38)

Η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία αναγνωρίζει τον ρόλο που έχει η κυκλική οικονομία στην επίτευξη των συνολικών στόχων απανθρακοποίησης της Ένωσης. Ο δημόσιος τομέας θα πρέπει να συμβάλει στην επίτευξη αυτών των στόχων χρησιμοποιώντας την αγοραστική του δύναμη, κατά περίπτωση, ώστε να επιλέγει φιλικά προς το περιβάλλον προϊόντα, κτίρια, υπηρεσίες και έργα μέσω των διαθέσιμων εργαλείων για πράσινες δημόσιες συμβάσεις, συμβάλλοντας έτσι σημαντικά στη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας και των περιβαλλοντικών επιπτώσεων.

(39)

Είναι σημαντικό τα κράτη μέλη να παρέχουν την αναγκαία στήριξη στους δημόσιους φορείς για την υιοθέτηση απαιτήσεων ενεργειακής απόδοσης στις δημόσιες συμβάσεις και ▌για τη χρήση πράσινων δημόσιων συμβάσεων, παρέχοντας τις αναγκαίες κατευθυντήριες γραμμές και μεθοδολογίες για τη διενέργεια της εκτίμησης του κόστους κύκλου ζωής και των περιβαλλοντικών επιπτώσεων και κόστους. Τα καλά σχεδιασμένα εργαλεία, ιδίως τα ψηφιακά εργαλεία, αναμένεται να διευκολύνουν τις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων και να μειώσουν το διοικητικό κόστος, ιδίως σε μικρότερα κράτη μέλη, τα οποία ενδέχεται να μην διαθέτουν επαρκή ικανότητα για την προετοιμασία των διαγωνισμών. Στο πλαίσιο αυτό, τα κράτη μέλη θα πρέπει να προωθήσουν ενεργά τη χρήση ψηφιακών εργαλείων και τη συνεργασία μεταξύ των αναθετουσών αρχών, μεταξύ άλλων και σε διασυνοριακό επίπεδο, με σκοπό την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών.

(40)

Δεδομένου ότι τα κτίρια είναι υπεύθυνα για εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου πριν και μετά τον λειτουργικό κύκλο ζωής τους, τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να λαμβάνουν υπόψη ολόκληρο τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα των κτιρίων σε ολόκληρο τον κύκλο ζωής τους. Αυτό πραγματοποιείται στο πλαίσιο των προσπαθειών για την αύξηση της προσοχής στις επιδόσεις σε ολόκληρο τον κύκλο ζωής, στις πτυχές της κυκλικής οικονομίας και στις περιβαλλοντικές επιπτώσεις, στο πλαίσιο του υποδειγματικού ρόλου του δημόσιου τομέα. Συνεπώς, οι δημόσιες συμβάσεις μπορούν να αποτελέσουν ευκαιρία για την αντιμετώπιση των ενσωματωμένων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα των κτιρίων σε ολόκληρο τον κύκλο ζωής τους. Στο πλαίσιο αυτό, οι αναθέτουσες αρχές είναι σημαντικοί παράγοντες που θα πρέπει να αναλάβουν δράση στο πλαίσιο των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων, αγοράζοντας νέα κτίρια που αντιμετωπίζουν σε ολόκληρο τον κύκλο ζωής τους το δυναμικό υπερθέρμανσης του πλανήτη.

(41)

Το δυναμικό υπερθέρμανσης του πλανήτη σε ολόκληρο τον κύκλο ζωής μετρά τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου που συνδέονται με το κτίριο σε διάφορα στάδια κατά τη διάρκεια του κύκλου ζωής του κτιρίου. Επομένως, μετρά τη συνολική συμβολή του κτιρίου στις εκπομπές που ευθύνονται για την κλιματική αλλαγή. Αποκαλείται κάποιες φορές και εκτίμηση αποτυπώματος άνθρακα ή μέτρηση ανθρακούχων εκπομπών κύκλου ζωής. Συνδυάζει τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα που ενσωματώνονται στα οικοδομικά υλικά με τις άμεσες και τις έμμεσες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα από το στάδιο της χρήσης. Τα κτίρια αποτελούν σημαντική τράπεζα υλικών, καθώς είναι αποθετήρια πόρων υψηλής έντασης άνθρακα επί πολλές δεκαετίες και, ως εκ τούτου, είναι σημαντικό να διερευνηθούν σχέδια που θα διευκολύνουν τη μελλοντική επαναχρησιμοποίηση και ανακύκλωση στο τέλος της περιόδου λειτουργίας σύμφωνα με το νέο σχέδιο δράσης για την κυκλική οικονομία . Τα κράτη μέλη θα πρέπει να προωθήσουν την κυκλικότητα, την ανθεκτικότητα και την προσαρμοστικότητα των δομικών υλικών, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι επιδόσεις βιωσιμότητας των δομικών προϊόντων, με παράλληλη θέσπιση ανταγωνιστικού και ελκυστικού κόστους, με τη χρήση όλων των διαθέσιμων χρηματοδοτικών μέσων για την παροχή κινήτρων για τη χρήση υλικών συμβατών με την κυκλική οικονομία.

(42)

Το δυναμικό υπερθέρμανσης του πλανήτη εκφράζεται ως αριθμητικός δείκτης σε kgCO2e/m2 (ωφέλιμου εσωτερικού εμβαδού δαπέδου) για κάθε στάδιο του κύκλου ζωής υπολογιζόμενο ως μέσος όρος για ένα έτος μιας περιόδου αναφοράς 50 ετών. Η επιλογή δεδομένων, ο ορισμός σεναρίων και οι υπολογισμοί πραγματοποιούνται σύμφωνα με το πρότυπο EN 15978. Το πεδίο εφαρμογής των δομικών στοιχείων και του τεχνικού εξοπλισμού καθορίζεται στον δείκτη 1,2 του/των επιπέδου/-ων του κοινού ενωσιακού πλαισίου. Όταν υπάρχει εθνικό εργαλείο υπολογισμού, ή όταν απαιτείται για τη δημοσιοποίηση ή την απόκτηση οικοδομικών αδειών, θα πρέπει να είναι δυνατή η χρήση του εν λόγω εθνικού εργαλείου για την παροχή των απαιτούμενων πληροφοριών. Θα πρέπει να είναι δυνατή η χρήση άλλων εργαλείων υπολογισμού, εφόσον πληρούν τα ελάχιστα κριτήρια που καθορίζονται στο/στα επίπεδο/-α του κοινού ενωσιακού πλαισίου.

(43)

Η οδηγία 2010/75/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (33) διέπει τις εγκαταστάσεις που συμβάλλουν στην παραγωγή ενέργειας ή χρησιμοποιούν ενέργεια για παραγωγικούς σκοπούς, και οι πληροφορίες σχετικά με την ενέργεια που χρησιμοποιείται ή παράγεται από την εγκατάσταση πρέπει να περιλαμβάνονται στις αιτήσεις για ολοκληρωμένες άδειες (άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο β)). Επιπλέον, η εν λόγω οδηγία ορίζει στο άρθρο 11 ότι η αποδοτική χρήση της ενέργειας είναι μία από τις γενικές αρχές που διέπουν τις βασικές υποχρεώσεις του φορέα εκμετάλλευσης και ένα από τα κριτήρια για τον προσδιορισμό των βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών σύμφωνα με το παράρτημα III της οδηγίας 2010/75/ΕΕ. Η λειτουργική απόδοση των ενεργειακών συστημάτων σε οποιαδήποτε δεδομένη χρονική στιγμή εξαρτάται από την ικανότητα απρόσκοπτης και ευέλικτης τροφοδότησης του δικτύου με ενέργεια από διάφορες πηγές — με διαφορετικούς χρόνους αδράνειας και εκκίνησης. Η βελτίωση της απόδοσης θα καταστήσει δυνατή την καλύτερη χρήση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

(44)

Η βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης μπορεί να συμβάλει στην ενίσχυση της οικονομικής απόδοσης. Τα κράτη μέλη και η Ένωση θα πρέπει να επιδιώκουν τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας ανεξάρτητα από τα επίπεδα οικονομικής ανάπτυξης.

(45)

Η υποχρέωση εξοικονόμησης ενέργειας που έχει καθορίσει η παρούσα οδηγία θα πρέπει να ενισχυθεί και να ισχύσει και μετά το 2030. Αυτό θα εξασφαλίσει σταθερότητα για τους επενδυτές και, συνεπώς, θα ενθαρρύνει τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις και τα μακροπρόθεσμα μέτρα ενεργειακής απόδοσης, όπως η ριζική ανακαίνιση κτιρίων με μακροπρόθεσμο στόχο τη διευκόλυνση της οικονομικά αποδοτικής μετατροπής των υφιστάμενων κτιρίων σε κτίρια ΚΣΜΚΕ.  Ριζικές ανακαινίσεις που βελτιώνουν την ενεργειακή απόδοση ενός κτιρίου κατά τουλάχιστον 60 % πραγματοποιούνται επί του παρόντος μόνο στο 0,2 % του κτιριακού δυναμικού ετησίως, ενώ η ενεργειακή απόδοση βελτιώνεται σημαντικά μόνο στο ένα πέμπτο των περιπτώσεων. Η υποχρέωση εξοικονόμησης ενέργειας έχει σημαντικό ρόλο στη δημιουργία ανάπτυξης και θέσεων εργασίας σε τοπικό επίπεδο, την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και την άμβλυνση της ενεργειακής φτώχειας. Θα πρέπει να συνεχιστεί ώστε να διασφαλιστεί ότι η Ένωση μπορεί να επιτύχει τους στόχους της για την ενέργεια και το κλίμα δημιουργώντας περαιτέρω ευκαιρίες και να κόψει τον δεσμό μεταξύ κατανάλωσης ενέργειας και οικονομικής ανάπτυξης. Η συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα είναι σημαντική προκειμένου να αξιολογηθεί υπό ποιες προϋποθέσεις μπορούν να αποδεσμευτούν οι ιδιωτικές επενδύσεις για έργα ενεργειακής απόδοσης και να αναπτυχθούν νέα μοντέλα εσόδων για την καινοτομία στον τομέα της ενεργειακής απόδοσης.

(46)

Τα μέτρα για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης έχουν επίσης θετικό αντίκτυπο στην ποιότητα του αέρα, καθώς τα κτίρια υψηλότερης ενεργειακής απόδοσης συμβάλλουν στη μείωση της ζήτησης καυσίμων θέρμανσης, συμπεριλαμβανομένων των στερεών καυσίμων θέρμανσης. Επομένως, τα μέτρα ενεργειακής απόδοσης συμβάλλουν στη βελτίωση της ποιότητας του αέρα εσωτερικών χώρων και του εξωτερικού αέρα και βοηθούν να επιτευχθούν με οικονομικά αποδοτικό τρόπο οι στόχοι της πολιτικής της Ένωσης για την ποιότητα του αέρα, όπως καθορίζονται ιδίως στην οδηγία (ΕΕ) 2016/2284 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (34).

(47)

Τα κράτη μέλη απαιτείται να επιτύχουν σωρευτική εξοικονόμηση ενέργειας στην τελική χρήση για όλη την περίοδο επιβολής της υποχρέωσης, έως το 2030, που θα ισοδυναμεί με νέα ετήσια εξοικονόμηση ύψους τουλάχιστον 0,8 % της τελικής κατανάλωσης ενέργειας έως τις 31 Δεκεμβρίου 2023 και τουλάχιστον 2 % έως την 1η Ιανουαρίου 2024. Η εν λόγω υποχρέωση θα μπορούσε να τηρηθεί με νέα μέτρα πολιτικής που θα ληφθούν κατά τη διάρκεια της περιόδου επιβολής της υποχρέωσης από την 1η Ιανουαρίου 2021 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2030 ή με επιμέρους νέες δράσεις που θα προκύψουν από τη λήψη μέτρων πολιτικής κατά τη διάρκεια της προηγούμενης περιόδου ή πριν από αυτήν, με την προϋπόθεση ότι οι επιμέρους δράσεις που επιφέρουν εξοικονόμηση ενέργειας αναλαμβάνονται κατά τη διάρκεια της επόμενης περιόδου. Για τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη θα πρέπει να δύνανται να χρησιμοποιήσουν καθεστώς επιβολής υποχρέωσης ενεργειακής απόδοσης ή εναλλακτικά μέτρα πολιτικής ή και τα δύο.

(48)

Για την περίοδο από το 2021 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2023, η Κύπρος και η Μάλτα θα πρέπει να υποχρεούνται να επιτυγχάνουν σωρευτική εξοικονόμηση ενέργειας στην τελική χρήση ισοδύναμη με νέα ετήσια εξοικονόμηση ύψους 0,24 % της τελικής κατανάλωσης ενέργειας μόνο για την περίοδο 2021-2030. Αυτό το ατομικό ποσοστό εξοικονόμησης θα πρέπει να πάψει να ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 2024.

(49)

Όταν χρησιμοποιείται καθεστώς επιβολής υποχρέωσης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να ορίζουν υπόχρεα μέρη μεταξύ των διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς, διαχειριστών συστημάτων διανομής , των διανομέων ενέργειας, των εταιρειών λιανικής πώλησης ενέργειας και των διανομέων καυσίμων κίνησης ή των εταιρειών λιανικής πώλησης καυσίμων κίνησης με βάση αντικειμενικά και αμερόληπτα κριτήρια. Ο ορισμός ή η εξαίρεση από τον ορισμό ορισμένων κατηγοριών των εν λόγω διανομέων ή εταιρειών λιανικής πώλησης δεν θα πρέπει να θεωρούνται ασύμβατα με την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Τα κράτη μέλη δύνανται ως εκ τούτου να επιλέγουν κατά πόσον οι εν λόγω διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς, οι διαχειριστές συστημάτων διανομής , οι διανομείς ή οι εταιρείες λιανικής πώλησης ή μόνο συγκεκριμένες κατηγορίες αυτών ορίζονται ως υπόχρεα μέρη. Για την ενδυνάμωση και την προστασία των ευπαθών πελατών και των νοικοκυριών χαμηλού εισοδήματος , των ανθρώπων που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια και των ανθρώπων που ζουν σε κοινωνικές κατοικίες, καθώς και για την εφαρμογή μέτρων πολιτικής κατά προτεραιότητα μεταξύ των ανθρώπων αυτών, τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν από τα υπόχρεα μέρη να επιτύχουν εξοικονόμηση ενέργειας στους ευπαθείς πελάτες, στους ανθρώπους που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια και στους ανθρώπους που ζουν σε κοινωνικές κατοικίες. Για τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να καθορίσουν στόχους μείωσης του ενεργειακού κόστους. Τα υπόχρεα μέρη θα μπορούσαν να επιτύχουν αυτούς τους στόχους προωθώντας την εφαρμογή μέτρων που οδηγούν σε εξοικονόμηση ενέργειας και οικονομική εξοικονόμηση στους λογαριασμούς ενέργειας, όπως η εφαρμογή μέτρων μόνωσης και θέρμανσης, και υποστηρίζοντας πρωτοβουλίες εξοικονόμησης ενέργειας από κοινότητες ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και ενεργειακές κοινότητες πολιτών. Τέτοια μέτρα μπορούν να είναι ιδιαίτερα επωφελή για τους ευπαθείς πελάτες, ανθρώπους που πλήττονται από την ενεργειακή φτώχεια και ανθρώπους που ζουν σε κοινωνικές κατοικίες, καθώς οι άνθρωποι αυτοί τείνουν να ζουν σε κτίρια με χειρότερες επιδόσεις και, κατά συνέπεια, μπορούν να επωφεληθούν περισσότερο από τις βελτιώσεις της ενεργειακής απόδοσης.

(50)

Κατά τον σχεδιασμό μέτρων πολιτικής για την εκπλήρωση της υποχρέωσης εξοικονόμησης ενέργειας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να τηρούν τα κλιματικά και περιβαλλοντικά πρότυπα και τις προτεραιότητες της Ένωσης και να συμμορφώνονται με την αρχή της μη πρόκλησης σημαντικής ζημίας κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852 (35). Τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να προωθούν δραστηριότητες που δεν είναι περιβαλλοντικά βιώσιμες, όπως η χρήση ▌ορυκτών καυσίμων. Η υποχρέωση εξοικονόμησης ενέργειας αποσκοπεί στην ενίσχυση της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής μέσω της παροχής κινήτρων στα κράτη μέλη για την εφαρμογή ενός βιώσιμου και καθαρού μείγματος πολιτικής, το οποίο είναι ανθεκτικό και μετριάζει την κλιματική αλλαγή. Συνεπώς, η εξοικονόμηση ενέργειας από μέτρα πολιτικής σχετικά με τη χρήση άμεσης καύσης ορυκτών καυσίμων μπορεί να είναι επιλέξιμη εξοικονόμηση ενέργειας υπό ορισμένες προϋποθέσεις και για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα από τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο σύμφωνα με το παράρτημα V. Θα επιτρέψει την ευθυγράμμιση της υποχρέωσης εξοικονόμησης ενέργειας με τους στόχους της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας, του σχεδίου κλιματικών στόχων, της στρατηγικής «Κύμα ανακαινίσεων», και θα αντικατοπτρίζει την ανάγκη για δράση που προσδιορίστηκε από τον ΔΟΕ στην έκθεσή του για το καθαρό μηδενικό ισοζύγιο (36). Στόχος του περιορισμού είναι να ενθαρρυνθούν τα κράτη μέλη να δαπανούν δημόσιους πόρους μόνο σε βιώσιμες τεχνολογίες ανθεκτικές στις μελλοντικές εξελίξεις. Είναι σημαντικό τα κράτη μέλη να παρέχουν σαφές πλαίσιο πολιτικής και επενδυτική ασφάλεια στους παράγοντες της αγοράς. Η εφαρμογή της μεθοδολογίας υπολογισμού στο πλαίσιο της υποχρέωσης εξοικονόμησης ενέργειας αναμένεται να επιτρέψει σε όλους τους παράγοντες της αγοράς να προσαρμόσουν τις τεχνολογίες τους εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Στις περιπτώσεις στις οποίες τα κράτη μέλη υποστηρίζουν την υιοθέτηση αποδοτικών τεχνολογιών ορυκτών καυσίμων ή την πρώιμη αντικατάσταση της εν λόγω τεχνολογίας, για παράδειγμα μέσω καθεστώτων επιδοτήσεων ή καθεστώτων επιβολής της υποχρέωσης ενεργειακής απόδοσης, η εξοικονόμηση ενέργειας ενδέχεται να μην είναι πλέον επιλέξιμη στο πλαίσιο της υποχρέωσης εξοικονόμησης ενέργειας. Ενώ η εξοικονόμηση ενέργειας που προκύπτει, για παράδειγμα, από την προώθηση της συμπαραγωγής με βάση το φυσικό αέριο δεν θα είναι επιλέξιμη, ο περιορισμός δεν θα ισχύει για την έμμεση χρήση ορυκτών καυσίμων, για παράδειγμα για τις περιπτώσεις στις οποίες η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας περιλαμβάνει την παραγωγή ορυκτών καυσίμων. Τα μέτρα πολιτικής που στοχεύουν σε αλλαγές συμπεριφοράς για τη μείωση της κατανάλωσης ορυκτών καυσίμων, για παράδειγμα μέσω ενημερωτικών εκστρατειών, οικολογικής οδήγησης, θα πρέπει να παραμείνουν επιλέξιμα. Η εξοικονόμηση ενέργειας από μέτρα πολιτικής που στοχεύουν τις ανακαινίσεις κτιρίων μπορεί να περιλαμβάνει μέτρα όπως η αντικατάσταση των συστημάτων θέρμανσης με ορυκτά καύσιμα μαζί με βελτιώσεις του κελύφους των κτιρίων, οι οποίες θα πρέπει να περιορίζονται στις τεχνολογίες εκείνες που επιτρέπουν την επίτευξη της απαιτούμενης εξοικονόμησης ενέργειας σύμφωνα με τους εθνικούς οικοδομικούς κανονισμούς που έχουν θεσπιστεί σε ένα κράτος μέλος. Ωστόσο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να προωθήσουν την αναβάθμιση των συστημάτων θέρμανσης στο πλαίσιο ριζικών ανακαινίσεων σύμφωνα με τον μακροπρόθεσμο στόχο του ουδέτερου ισοζυγίου διοξειδίου του άνθρακα, δηλαδή τη μείωση της ζήτησης για θέρμανση και την κάλυψη της εναπομένουσας ζήτησης για θέρμανση με πηγή ενέργειας χωρίς εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα. Κατά τον υπολογισμό της εξοικονόμησης που απαιτείται για την επίτευξη μεριδίου της υποχρέωσης εξοικονόμησης ενέργειας μεταξύ των ανθρώπων που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια, τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν υπόψη τις κλιματικές συνθήκες τους.

(51)

Τα μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης στις μεταφορές των κρατών μελών είναι επιλέξιμα να ληφθούν υπόψη για την επίτευξη της υποχρέωσής τους για εξοικονόμηση ενέργειας στην τελική χρήση. Τα εν λόγω μέτρα περιλαμβάνουν πολιτικές που προορίζονται, μεταξύ άλλων, να προωθούν πιο αποδοτικά οχήματα , συμπεριλαμβανομένων μέσων μεταφοράς που λειτουργούν με συσσωρευτή , τη στροφή των μεταφορών προς την ποδηλασία, την πεζοπορία και τις ομαδικές μεταφορές ή σχεδιασμό για την κινητικότητα και πολεοδομικό σχεδιασμό που μειώνουν τη ζήτηση για μεταφορές. Επιπλέον, τα συστήματα που επιταχύνουν τη χρήση νέων, αποδοτικότερων οχημάτων ή οι πολιτικές που προάγουν τη μετάβαση σε καύσιμα με μειωμένα επίπεδα εκπομπών αερίων θερμοκηπίου , εκτός από μέτρα πολιτικής που αφορούν τη χρήση άμεσης καύσης ορυκτών καυσίμων, τα οποία μειώνουν τη χρήση ενέργειας ανά χιλιόμετρο μπορούν επίσης να είναι επιλέξιμα, υπό την προϋπόθεση της συμμόρφωσης προς τους κανόνες περί σημαντικότητας και προσθετικότητας που καθορίζονται στο παράρτημα V της παρούσας οδηγίας. Τα μέτρα πολιτικής για την προώθηση της υιοθέτησης νέων οχημάτων ορυκτών καυσίμων δεν θα πρέπει να είναι επιλέξιμα μέτρα στο πλαίσιο της υποχρέωσης εξοικονόμησης ενέργειας.

(52)

Τα μέτρα που λαμβάνονται από τα κράτη μέλη βάσει του κανονισμού (ΕΕ) 2018/842 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (37) και τα οποία συντελούν σε βελτιώσεις της ενεργειακής απόδοσης που μπορούν να επαληθευτούν, καθώς και να μετρηθούν ή να εκτιμηθούν, μπορούν να θεωρηθούν ένας αποδοτικός τρόπος για την τήρηση από τα κράτη μέλη της υποχρέωσής τους για εξοικονόμηση ενέργειας βάσει της παρούσας οδηγίας

(53)

Ως εναλλακτική επιλογή σε σχέση με την απαίτηση από τα υπόχρεα μέρη να επιτύχουν την ποσότητα σωρευτικής εξοικονόμησης ενέργειας στην τελική χρήση που ορίζει το άρθρο 8 παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να δύνανται τα κράτη μέλη, στο πλαίσιο των καθεστώτων επιβολής της υποχρέωσής τους, να επιτρέπουν ή να επιβάλλουν στα υπόχρεα μέρη να συνεισφέρουν σε εθνικό ταμείο ενεργειακής απόδοσης, που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την εφαρμογή μέτρων πολιτικής κατά προτεραιότητα σε ευπαθείς πελάτες, ανθρώπους που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια ή ανθρώπους που ζουν σε κοινωνικές κατοικίες.

(54)

Τα κράτη μέλη και τα υπόχρεα μέρη θα πρέπει να κάνουν χρήση όλων των διαθέσιμων μέσων και τεχνολογιών, εκτός από αυτές που αφορούν τη χρήση τεχνολογιών άμεσης καύσης ορυκτών καυσίμων, για την επίτευξη της σωρευτικής εξοικονόμησης ενέργειας στην τελική χρήση που απαιτείται, μεταξύ άλλων προωθώντας έξυπνες και βιώσιμες τεχνολογίες σε αποδοτικά συστήματα τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης, σε υποδομές αποδοτικής θέρμανσης και ψύξης, αποδοτικά και έξυπνα κτίρια, ηλεκτρικά οχήματα και βιομηχανίες , και σε ενεργειακούς ελέγχους ή ισοδύναμα συστήματα διαχείρισης, υπό την προϋπόθεση ότι η δηλούμενη εξοικονόμηση ενέργειας συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του άρθρου 8 και του παραρτήματος V της παρούσας οδηγίας. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να επιδιώκουν μεγάλο βαθμό ευελιξίας κατά τον σχεδιασμό και την εφαρμογή εναλλακτικών μέτρων πολιτικής. Τα κράτη μέλη θα πρέπει:να ενθαρρύνουν τις δράσεις που οδηγούν σε εξοικονόμηση ενέργειας σε όλο τον κύκλο ζωής .

(55)

Τα μακροπρόθεσμα μέτρα ενεργειακής απόδοσης θα εξακολουθήσουν να παρέχουν εξοικονόμηση ενέργειας μετά το 2020· ωστόσο, για να συμβάλουν στον στόχο ενεργειακής απόδοσης της Ένωσης για το 2030, τα μέτρα αυτά θα πρέπει να αποφέρουν νέα εξοικονόμηση μετά το 2020. Από την άλλη πλευρά, η εξοικονόμηση ενέργειας που θα επιτευχθεί μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2020 δεν θα πρέπει να συνυπολογιστεί στην απαιτούμενη σωρευτική εξοικονόμηση ενέργειας στην τελική χρήση για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2014 έως την 31η Δεκεμβρίου 2020.

(56)

Η νέα εξοικονόμηση θα πρέπει να είναι επιπρόσθετη της συνήθους, ώστε η εξοικονόμηση που θα επιτυγχανόταν ούτως ή άλλως να μη συνυπολογίζεται στην επίτευξη των απαιτήσεων εξοικονόμησης ενέργειας. Προκειμένου να υπολογίζονται οι επιπτώσεις των μέτρων που θεσπίζονται, θα πρέπει να συνυπολογίζεται μόνο η καθαρή εξοικονόμηση, μετρούμενη ως η μεταβολή της κατανάλωσης ενέργειας που αποδίδεται απευθείας στα συγκεκριμένα μέτρα ενεργειακής απόδοσης που εφαρμόζονται για τον σκοπό του άρθρου 8 της παρούσας οδηγίας. Για να υπολογίζουν την καθαρή εξοικονόμηση, τα κράτη μέλη θα πρέπει να καθορίσουν ένα βασικό σενάριο σχετικά με το πώς θα εξελισσόταν η κατάσταση εάν δεν είχε ληφθεί το συγκεκριμένο μέτρο. Το εν λόγω μέτρο πολιτικής θα πρέπει να αξιολογείται με βάση αυτό το βασικό σενάριο. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις ελάχιστες απαιτήσεις που προβλέπονται στο σχετικό νομοθετικό πλαίσιο σε ενωσιακό επίπεδο, και θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το γεγονός ότι ενδέχεται να υλοποιηθούν άλλα μέτρα πολιτικής κατά το ίδιο χρονικό πλαίσιο, τα οποία επίσης ενδέχεται να έχουν επίπτωση στην ποσότητα εξοικονόμησης ενέργειας, ώστε να μην είναι δυνατόν να αποδοθούν αποκλειστικά και μόνο στο συγκεκριμένο μέτρο πολιτικής όλες οι παρατηρούμενες αλλαγές από την άσκηση συγκεκριμένου αξιολογούμενου μέτρου πολιτικής. Οι δράσεις του υπόχρεου, του συμμετέχοντος ή του εξουσιοδοτηθέντος θα πρέπει να συμβάλουν στην επίτευξη της δηλούμενης εξοικονόμησης ενέργειας, ώστε να διασφαλίζεται η εκπλήρωση της υποχρέωσης της σημαντικότητας.

(57)

Είναι σημαντικό να ληφθούν υπόψη, κατά περίπτωση, όλα τα στάδια στην ενεργειακή αλυσίδα στον υπολογισμό της εξοικονόμησης ενέργειας προκειμένου να αυξηθούν οι δυνατότητες εξοικονόμησης ενέργειας κατά τη μεταφορά και διανομή ηλεκτρικής ενέργειας. Οι μελέτες που διενεργήθηκαν και οι διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη ανέδειξαν σημαντικές δυνατότητες. Ωστόσο, οι φυσικές και οικονομικές συνθήκες διαφέρουν αρκετά μεταξύ των κρατών μελών και, συχνά, στο εσωτερικό πολλών κρατών μελών, ενώ υπάρχει μεγάλος αριθμός διαχειριστών συστημάτων. Οι περιστάσεις αυτές συνηγορούν υπέρ μιας αποκεντρωμένης προσέγγισης, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές διαθέτουν τις απαιτούμενες γνώσεις, τη νομική αρμοδιότητα και τη διοικητική ικανότητα για να προωθήσουν την ανάπτυξη ενός ενεργειακά αποδοτικού δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας. Φορείς όπως το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Διαχειριστών Συστημάτων Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΔΔΣΜ ηλεκτρικής ενέργειας) και ο Ευρωπαϊκός Φορέας Διαχειριστών Συστημάτων Διανομής (ο φορέας ΔΣΔ της ΕΕ) μπορούν επίσης να παρέχουν χρήσιμες συμβολές και αναμένεται να στηρίξουν τα μέλη τους στην υιοθέτηση μέτρων ενεργειακής απόδοσης.

(58)

Παρόμοιες εκτιμήσεις ισχύουν και για τον πολύ μεγάλο αριθμό διαχειριστών συστημάτων φυσικού αερίου. Ο ρόλος του φυσικού αερίου και ο ρυθμός εφοδιασμού και κάλυψης της επικράτειας ποικίλλουν σε μεγάλο βαθμό μεταξύ των κρατών μελών. Στις περιπτώσεις αυτές, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές είναι οι πλέον κατάλληλες για να παρακολουθούν και να κατευθύνουν την εξέλιξη του συστήματος προς την κατεύθυνση της αυξημένης απόδοσης, και φορείς όπως το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Διαχειριστών Συστημάτων Μεταφοράς Αερίου (ENTSOG) μπορούν να παρέχουν χρήσιμες συμβολές και αναμένεται να στηρίξουν τα μέλη τους στην υιοθέτηση μέτρων ενεργειακής απόδοσης.

(58α)

Οι ΕΕΥ είναι σημαντικές για την ανάπτυξη, τον σχεδιασμό, την κατασκευή και τη ρύθμιση της χρηματοδότησης έργων που εξοικονομούν ενέργεια, μειώνουν το ενεργειακό κόστος και μειώνουν το κόστος λειτουργίας και συντήρησης σε τομείς όπως τα κτίρια, η βιομηχανία και οι μεταφορές.

(59)

Η συνεκτίμηση της σχέσης νερού-ενέργειας είναι ιδιαίτερα σημαντική για την αντιμετώπιση της αλληλοεξαρτώμενης χρήσης ενέργειας και νερού και της αυξανόμενης πίεσης που ασκείται στους δύο αυτούς πόρους. Η αποτελεσματική διαχείριση των υδάτων μπορεί να συμβάλει σημαντικά στην εξοικονόμηση ενέργειας , που αποφέρει όχι μόνο οφέλη για το κλίμα, αλλά και οικονομικά και κοινωνικά οφέλη.  Οι τομείς υδάτων και λυμάτων αντιπροσωπεύουν το 3,5 % της χρήσης ηλεκτρικής ενέργειας στην Ένωση και το εν λόγω ποσοστό αναμένεται να αυξηθεί. Ταυτόχρονα, οι διαρροές ύδατος αντιπροσωπεύουν το 24 % των συνολικών υδάτων που καταναλώνονται στην Ένωση, ο δε ενεργειακός τομέας έχει τη μεγαλύτερη κατανάλωση ύδατος, δεδομένου ότι του αναλογεί το 44 % της κατανάλωσης. Οι δυνατότητες εξοικονόμησης ενέργειας μέσω της χρήσης έξυπνων τεχνολογιών και διεργασιών σε όλους τους βιομηχανικούς, οικιακούς και εμπορικούς κύκλους νερού και εφαρμογές θα πρέπει να διερευνηθούν πλήρως και να εφαρμοστούν όπου αυτό είναι οικονομικά αποδοτικό και θα πρέπει να λαμβάνεται η αρχή της προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση. Επιπλέον, οι προηγμένες τεχνολογίες άρδευσης, οι τεχνολογίες συλλογής ομβρίων υδάτων και επαναχρησιμοποίησης νερού θα μπορούσαν να μειώσουν σημαντικά την κατανάλωση νερού στη γεωργία , τα κτίρια και τη βιομηχανία, και την ενέργεια που χρησιμοποιείται για την επεξεργασία και τη μεταφορά του.

(60)

Σύμφωνα με το άρθρο 9 της Συνθήκης, οι πολιτικές ενεργειακής απόδοσης της Ένωσης θα πρέπει να ευνοούν την ένταξη και, συνεπώς, θα πρέπει να διασφαλίζουν ίση πρόσβαση όλων των καταναλωτών στα μέτρα ενεργειακής απόδοσης. Οι βελτιώσεις στην ενεργειακή απόδοση θα πρέπει να εφαρμόζονται κατά προτεραιότητα για ευπαθείς πελάτες και τελικούς χρήστες, ανθρώπους που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια και ▌νοικοκυριά χαμηλού ή μεσαίου εισοδήματος και ανθρώπους που ζουν σε κοινωνικές κατοικίες, ηλικιωμένους και κατοίκους αγροτικών και απομακρυσμένων περιοχών και εξόχως απόκεντρων περιοχών . Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή σε συγκεκριμένες ομάδες που διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να πληγούν από ενεργειακή φτώχεια ή είναι πιο εκτεθειμένες στις επιπτώσεις της ενεργειακής φτώχειας, όπως γυναίκες, άνθρωποι με αναπηρία, ηλικιωμένοι, παιδιά και άνθρωποι με μειονοτικό φυλετικό ή εθνοτικό υπόβαθρο. Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν από τα υπόχρεα μέρη να συμπεριλαμβάνουν κοινωνικούς στόχους στα μέτρα εξοικονόμησης ενέργειας, σε σχέση με την ενεργειακή φτώχεια, και αυτή η δυνατότητα είχε ήδη επεκταθεί και στα εναλλακτικά μέτρα πολιτικής και τα εθνικά ταμεία ενεργειακής απόδοσης. Η δυνατότητα αυτή θα πρέπει να μετατραπεί σε υποχρέωση για την προστασία και ενδυνάμωση των ευπαθών πελατών και τελικών χρηστών και την άμβλυνση της ενεργειακής φτώχειας, επιτρέποντας παράλληλα στα κράτη μέλη να διατηρήσουν πλήρη ευελιξία σε ό,τι αφορά το είδος των μέτρων πολιτικής, το μέγεθος, το πεδίο εφαρμογής και το περιεχόμενό τους. Εάν ένα καθεστώς επιβολής της υποχρέωσης ενεργειακής απόδοσης δεν επιτρέπει μέτρα που αφορούν μεμονωμένους καταναλωτές ενέργειας, το κράτος μέλος δύναται να λάβει μέτρα για τον μετριασμό της ενεργειακής φτώχειας μέσω εναλλακτικών μέτρων πολιτικής αποκλειστικά. Στο πλαίσιο του μείγματος πολιτικών τους, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι άλλα μέτρα πολιτικής δεν έχουν αρνητικές επιπτώσεις στους ευπαθείς πελάτες, τελικούς χρήστες, στους ανθρώπους που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια και, κατά περίπτωση, στους ανθρώπους που ζουν σε κοινωνικές κατοικίες. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να αξιοποιήσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις δημόσιες επενδύσεις σε μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης, συμπεριλαμβανομένης της χρηματοδότησης και των χρηματοδοτικών διευκολύνσεων που θεσπίζονται σε επίπεδο Ένωσης.

(61)

Η παρούσα οδηγία αναφέρεται στην έννοια των ευπαθών πελατών, την οποία τα κράτη μέλη πρέπει να θεσπίσουν σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2019/944. Επιπλέον, σύμφωνα με την οδηγία 2012/27/ΕΕ, η έννοια των «τελικών χρηστών» παράλληλα με την έννοια του «τελικού πελάτη» αποσαφηνίζει ότι τα δικαιώματα τιμολόγησης και πληροφόρησης για την κατανάλωση ισχύουν και για καταναλωτές χωρίς ατομικές ή άμεσες συμβάσεις με τον προμηθευτή ενέργειας που χρησιμοποιείται για συλλογικά συστήματα θέρμανσης, ψύξης ή παραγωγής ζεστού νερού οικιακής χρήσης σε κτίρια πολλαπλών ενοίκων. Η έννοια των ευπαθών πελατών δεν διασφαλίζει απαραίτητα τη στόχευση των τελικών χρηστών. Επομένως, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα μέτρα που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία περιλαμβάνουν όλους τους ανθρώπους και τα νοικοκυριά που βρίσκονται σε επισφαλή κατάσταση, τα κράτη μέλη, κατά τον ορισμού των ευπαθών πελατών, θα πρέπει να περιλαμβάνουν όχι μόνο τους πελάτες, υπό τη στενή έννοια του όρου, αλλά και τους τελικούς χρήστες.

(62)

Περίπου 34 εκατομμύρια νοικοκυριά στην Ένωση αδυνατούσαν να θερμάνουν επαρκώς το σπίτι τους το 2019 (38). Η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία δίνει προτεραιότητα στην κοινωνική διάσταση της μετάβασης, εμμένοντας στην αρχή ότι «κανείς δεν μένει στο περιθώριο». Η πράσινη μετάβαση, συμπεριλαμβανομένης της μετάβασης σε καθαρές μορφές ενέργειας, επηρεάζει με διαφορετικό τρόπο τις γυναίκες και τους άνδρες και ενδέχεται να έχει ιδιαίτερο αντίκτυπο σε ορισμένες μειονεκτούσες ομάδες, συμπεριλαμβανομένων των ανθρώπων με αναπηρία. Συνεπώς, τα μέτρα ενεργειακής απόδοσης πρέπει να κατέχουν κεντρική θέση σε κάθε οικονομικά αποδοτική στρατηγική για την αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας και της επισφαλούς θέσης των καταναλωτών και να είναι συμπληρωματικά στις πολιτικές κοινωνικής ασφάλειας σε επίπεδο κρατών μελών. Για να διασφαλιστεί ότι τα μέτρα ενεργειακής απόδοσης μειώνουν την ενεργειακή ένδεια των ενοικιαστών κατά τρόπο βιώσιμο, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη η σχέση κόστους-αποτελεσματικότητας των μέτρων αυτών, καθώς και η οικονομική προσιτότητά τους για τους ιδιοκτήτες και τους ενοικιαστές, και να εξασφαλίζεται επαρκής οικονομική και τεχνική υποστήριξη για τα εν λόγω μέτρα σε επίπεδο κράτους μέλους. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να στηρίξουν το τοπικό και περιφερειακό επίπεδο για τον εντοπισμό και την άμβλυνση της ενεργειακής φτώχειας.  Αυτό περιλαμβάνει τον προσδιορισμό και την αντιμετώπιση των ειδικών αναγκών συγκεκριμένων ομάδων που βρίσκονται σε κίνδυνο ενεργειακής φτώχειας ή είναι περισσότερο εκτεθειμένες στις επιπτώσεις της. Για την προστασία των ανθρώπων που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια, των ευπαθών πελατών και, κατά περίπτωση, των ανθρώπων που ζουν σε κοινωνικές κατοικίες, τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν τα υπόχρεα μέρη να υλοποιήσουν δράσεις όπως η ανακαίνιση κτιρίων, συμπεριλαμβανομένης της κοινωνικής κατοικίας, η αντικατάσταση συσκευών, η χρηματοδοτική στήριξη και παροχή κινήτρων για μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης σύμφωνα με τα εθνικά καθεστώτα χρηματοδότησης και στήριξης ή οι ενεργειακοί έλεγχοι. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να απαιτούν από τα υπόχρεα μέρη να συνεργάζονται με τις περιφερειακές και τοπικές αρχές και να δραστηριοποιούνται με τις κοινωνικές υπηρεσίες και τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών (όπως οργανώσεις καταναλωτών, κοινωνικές ΜΚΟ και στεγαστικές ενώσεις) για τη δημιουργία πλατφόρμας συνεργασίας αφιερωμένης στην άμβλυνση της ενεργειακής φτώχειας. Το κτιριακό απόθεμα της Ένωσης είναι ανάγκη, μακροπρόθεσμα, να μετατρέπεται σε ΚΣΜΚΕ, σύμφωνα με τους στόχους της συμφωνίας του Παρισιού. Οι τρέχοντες ρυθμοί ανακαίνισης κτιρίων είναι ανεπαρκείς και τα κτίρια που κατοικούνται από πολίτες χαμηλού εισοδήματος οι οποίοι πλήττονται από ενεργειακή ένδεια παρουσιάζουν και τη μεγαλύτερη δυσκολία προσέγγισης. Τα μέτρα που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία σε σχέση με τις υποχρεώσεις εξοικονόμησης ενέργειας, τα καθεστώτα επιβολής της υποχρέωσης ενεργειακής απόδοσης και τα εναλλακτικά μέτρα πολιτικής έχουν επομένως ιδιαίτερη σημασία.

(63)

Για την αξιοποίηση του δυναμικού εξοικονόμησης ενέργειας σε ορισμένα τμήματα της αγοράς όπου οι ενεργειακοί έλεγχοι δεν προσφέρονται γενικά εμπορικά (όπως οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ)), τα κράτη μέλη θα πρέπει να αναπτύξουν προγράμματα για την ενθάρρυνση και τη στήριξη των ΜΜΕ ώστε να υποβάλλονται σε ενεργειακούς ελέγχους, και για την εφαρμογή συστάσεων από τους ενεργειακούς ελέγχους, για παράδειγμα με τη δημιουργία καθεστώτων στήριξης — όπως κέντρα ενεργειακού ελέγχου για ΜΜΕ και πολύ μικρές επιχειρήσεις — για την κάλυψη του κόστους ενός ενεργειακού ελέγχου. Τα κέντρα αυτά θα μπορούσαν να έχουν την έδρα τους σε πανεπιστήμια, με μια κεντρική βάση δεδομένων για τη συλλογή και την κοινοποίηση των αποτελεσμάτων των ελέγχων. Οι ενεργειακοί έλεγχοι θα πρέπει να είναι υποχρεωτικοί και τακτικοί για τις μεγάλες επιχειρήσεις, διότι η εξοικονόμηση ενέργειας μπορεί να είναι σημαντική. Οι ενεργειακοί έλεγχοι θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη σχετικά ευρωπαϊκά ή διεθνή πρότυπα, όπως το EN ISO 50001 (συστήματα ενεργειακής διαχείρισης) , το EN ISO 50005 (συστήματα ενεργειακής διαχείρισης), το EN 16247-1 (ενεργειακοί έλεγχοι), το ISO 50002 (ενεργειακοί έλεγχοι) , ή, εάν περιλαμβάνουν ενεργειακό έλεγχο, το EN ISO 14000 (συστήματα περιβαλλοντικής διαχείρισης) και να ευθυγραμμίζονται, κατ’ αυτόν τον τρόπο, και με τις διατάξεις του παραρτήματος VI της παρούσας οδηγίας, δεδομένου ότι οι διατάξεις αυτές δεν υπερβαίνουν τις απαιτήσεις των σχετικών αυτών προτύπων. Κατά την τρέχουσα περίοδο, είναι υπό ανάπτυξη συγκεκριμένο ευρωπαϊκό πρότυπο για τους ενεργειακούς ελέγχους. Οι ενεργειακοί έλεγχοι μπορούν να διενεργούνται σε αυτόνομη βάση ή να αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου συστήματος περιβαλλοντικής διαχείρισης ή σύμβασης ενεργειακής απόδοσης. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, τα συστήματα αυτά θα πρέπει να συμμορφώνονται με τις ελάχιστες απαιτήσεις του παραρτήματος VI. Επιπλέον, ειδικοί μηχανισμοί και συστήματα που έχουν θεσπιστεί για την παρακολούθηση των εκπομπών και της κατανάλωσης καυσίμων από ορισμένους μεταφορείς, για παράδειγμα στο πλαίσιο του δικαίου της ΕΕ, το ΣΕΔΕ της ΕΕ, μπορούν να θεωρηθούν συμβατά με τους ενεργειακούς ελέγχους, μεταξύ άλλων στα συστήματα ενεργειακής διαχείρισης, εφόσον συμμορφώνονται με τις ελάχιστες απαιτήσεις που καθορίζονται στο παράρτημα VI.

(63α)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν τον υποχρεωτικό χαρακτήρα της εφαρμογής των συστάσεων για τους ενεργειακούς ελέγχους από τις επιχειρήσεις. Η απουσία υποχρέωσης εφαρμογής συστάσεων ελέγχου αποτελεί σημαντικό λόγο για τον οποίο οι επιχειρήσεις δεν λαμβάνουν επαρκώς υπόψη τις συστάσεις αυτές.

(64)

Η μέση κατανάλωση της επιχείρησης θα πρέπει να αποτελεί το κριτήριο για τον καθορισμό της εφαρμογής συστημάτων ενεργειακής διαχείρισης και της πραγματοποίησης ενεργειακών ελέγχων, προκειμένου να αυξηθεί η ευαισθησία των εν λόγω μηχανισμών όσον αφορά τον προσδιορισμό των σχετικών ευκαιριών για οικονομικά αποδοτική εξοικονόμηση ενέργειας. Οι επιχειρήσεις που βρίσκονται κάτω από τα όρια κατανάλωσης που ορίζονται για τα συστήματα ενεργειακής διαχείρισης και τους ενεργειακούς ελέγχους θα πρέπει να ενθαρρύνονται και να υποστηρίζονται τεχνικά για να υποβάλλονται σε ενεργειακούς ελέγχους και να εφαρμόζουν τις συστάσεις που προκύπτουν από τους εν λόγω ελέγχους.

(65)

Εάν οι ενεργειακοί έλεγχοι διενεργούνται από εσωτερικούς εμπειρογνώμονες, η απαραίτητη ανεξαρτησία τους θα απαιτούσε να μην εμπλέκονται οι εμπειρογνώμονες αυτοί άμεσα στην ελεγχόμενη δραστηριότητα.

(66)

Ο τομέας των τεχνολογιών πληροφοριών και επικοινωνιών (ΤΠΕ) ένας άλλος σημαντικός τομέας που λαμβάνει όλο και μεγαλύτερη προσοχή. Το 2018, η κατανάλωση ενέργειας των κέντρων δεδομένων στην ΕΕ ήταν 76,8 TWh. Η τιμή αυτό αναμένεται να αυξηθεί σε 98,5 TWh έως το 2030, δηλαδή να αυξηθεί κατά 28 %. Αυτή η αύξηση σε απόλυτους όρους μπορεί επίσης να εξεταστεί σε σχετικούς όρους: εντός της ΕΕ, στα κέντρα δεδομένων αναλογούσε το 2,7 % της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας το 2018 και η τιμή αυτή θα αγγίξει το 3,21 % έως το 2030, εάν συνεχιστεί η ανάπτυξη σύμφωνα με την τρέχουσα πορεία (39). Η ψηφιακή στρατηγική της Ευρώπης έχει ήδη τονίσει την ανάγκη για υψηλής ενεργειακής απόδοσης και βιώσιμα κέντρα δεδομένων και απαιτούνται μέτρα διαφάνειας για τους τηλεπικοινωνιακούς φορείς όσον αφορά το περιβαλλοντικό τους αποτύπωμα. Για την προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης του τομέα των ΤΠΕ, ιδίως των κέντρων δεδομένων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να συλλέγουν και να δημοσιεύουν δεδομένα, τα οποία είναι σημαντικά για την ενεργειακή απόδοση και το υδατικό αποτύπωμα των κέντρων δεδομένων από την πλευρά της ζήτησης, βάσει κοινού ενωσιακού υποδείγματος . Τα κράτη μέλη θα πρέπει να συλλέγουν και να δημοσιεύουν δεδομένα μόνο για τα κέντρα δεδομένων με εγκατεστημένη ζήτηση ισχύος ΤΠ τουλάχιστον 100 kW , για τα οποία η πραγματοποίηση κατάλληλων παρεμβάσεων σχεδιασμού ή απόδοσης, για νέες ή υφιστάμενες εγκαταστάσεις αντίστοιχα, μπορούν να οδηγήσουν σε σημαντική μείωση της κατανάλωσης ενέργειας και νερού, αύξηση της απόδοσης των συστημάτων που προάγει την απεξάρτηση από τον άνθρακα του δικτύου , ή στην επαναχρησιμοποίηση της απορριπτόμενης θερμότητας σε κοντινές εγκαταστάσεις και δίκτυα θέρμανσης. Οι δείκτες βιωσιμότητας των κέντρων δεδομένων θα πρέπει να καθοριστούν με βάση τα εν λόγω συλλεγόμενα δεδομένα και με συνεκτίμηση των ήδη υπαρχουσών πρωτοβουλιών στον τομέα. Προκειμένου να διευκολυνθεί η δημοσιοποίηση, η Επιτροπή θα πρέπει να καταρτίσει κατευθυντήριες γραμμές για την παρακολούθηση και τη δημοσίευση πληροφοριών σχετικά με την ενεργειακή απόδοση των κέντρων δεδομένων, μετά τη διεξαγωγή διαβουλεύσεων με τα σχετικά ενδιαφερόμενα μέρη και την εξέταση των υφιστάμενων τυποποιημένων μετρήσεων. Είναι επιτακτική ανάγκη να υπάρχει εναρμονισμένη προσέγγιση μεταξύ των κρατών μελών, προκειμένου να αποφεύγονται τα διαφορετικά συστήματα υποβολής εκθέσεων και οι διαφορετικοί βασικοί δείκτες επιδόσεων μεταξύ των κρατών μελών.

(67)

Οι δείκτες βιωσιμότητας των κέντρων δεδομένων θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για τη μέτρηση τεσσάρων βασικών διαστάσεων ενός βιώσιμου κέντρου δεδομένων: του βαθμού απόδοσης χρήσης της ενέργειας, του ποσοστού της ενέργειας αυτής που προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές, της επαναχρησιμοποίησης τυχόν απορριπτόμενης θερμότητας που παράγει, την αποτελεσματικότητα της ψύξης, την αποτελεσματικότητα της χρήσης άνθρακα, και της χρήσης γλυκού νερού. Οι δείκτες βιωσιμότητας των κέντρων δεδομένων θα πρέπει να ευαισθητοποιούν τους φορείς εκμετάλλευσης δικτύων , τους ιδιοκτήτες των κέντρων δεδομένων, τους κατασκευαστές εξοπλισμού, τους προγραμματιστές λογισμικού και υπηρεσιών, τους χρήστες υπηρεσιών κέντρων δεδομένων σε όλα τα επίπεδα, καθώς και τις οντότητες και τους οργανισμούς που αναπτύσσουν, χρησιμοποιούν ή προμηθεύουν υπηρεσίες υπολογιστικού νέφους και κέντρων δεδομένων. Θα πρέπει επίσης να εμπνέουν εμπιστοσύνη στις πραγματικές βελτιώσεις μετά τις προσπάθειες και τα μέτρα για την αύξηση της βιωσιμότητας σε νέα ή υφιστάμενα κέντρα δεδομένων. Τέλος, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ως βάση για διαφανή και τεκμηριωμένο σχεδιασμό και λήψη αποφάσεων. Η χρήση δεικτών βιωσιμότητας του κέντρου δεδομένων θα πρέπει να είναι υποχρεωτική για τα κράτη μέλη. Η χρήση του δείκτη βιωσιμότητας του κέντρου δεδομένων θα πρέπει να είναι προαιρετική για τα κράτη μέλη. Η Επιτροπή θα πρέπει να αξιολογεί την αποτελεσματικότητα των κέντρων δεδομένων με βάση τις πληροφορίες που κοινοποιούν τα κράτη μέλη.

(67α)

Η Επιτροπή θα πρέπει, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2021/1119 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου  (40) , να θεσπίσει τομεακές εταιρικές σχέσεις για την ενεργειακή απόδοση, φέρνοντας σε επαφή βασικά ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένων ΜΚΟ και κοινωνικών εταίρων, σε τομείς όπως οι ΤΠΕ, οι μεταφορές, η χρηματοδότηση και τα κτίρια με αντιπροσωπευτικό τρόπο χωρίς αποκλεισμούς.

(68)

Οι χαμηλότερες δαπάνες των καταναλωτών για την ενέργεια θα πρέπει να επιτυγχάνονται βοηθώντας τους καταναλωτές να μειώσουν την οικεία κατανάλωση ενέργειας μέσω της μείωσης των ενεργειακών αναγκών των κτιρίων και των βελτιώσεων στην απόδοση των συσκευών, που θα πρέπει να συνδυάζονται με τη διαθεσιμότητα τρόπων μεταφοράς χαμηλής ενέργειας ενσωματωμένων στις δημόσιες μεταφορές , με κοινοχρηστική κινητικότητα και με τη χρήση ποδηλάτου. Τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να εξετάσουν το ενδεχόμενο να βελτιώσουν τη συνδεσιμότητα σε αγροτικές και απομακρυσμένες περιοχές.

(69)

Έχει ζωτική σημασία να ενισχυθεί η ευαισθητοποίηση όλων των πολιτών της Ένωσης για τα οφέλη της αυξημένης ενεργειακής απόδοσης και να τους δοθούν ακριβείς πληροφορίες σχετικά με τους τρόπους επίτευξής της. Στην ενεργειακή μετάβαση θα πρέπει επίσης να συμμετέχουν πολίτες όλων των ηλικιών μέσω του Ευρωπαϊκού Συμφώνου για το Κλίμα και της Διάσκεψης για το Μέλλον της Ευρώπης. Η αυξημένη ενεργειακή απόδοση είναι, επίσης, άκρως σημαντική για την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού της Ένωσης μέσω της μείωσης της εξάρτησής της από την εισαγωγή καυσίμων από τρίτες χώρες.

(70)

Το κόστος και τα οφέλη όλων των μέτρων ενεργειακής απόδοσης που λαμβάνονται, συμπεριλαμβανομένων των περιόδων απόσβεσης, θα πρέπει να καθίστανται απολύτως διαφανή προς τους καταναλωτές.

(71)

Κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και τη λήψη άλλων μέτρων στον τομέα της ενεργειακής απόδοσης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να αποδίδουν ιδιαίτερη προσοχή στις συνέργειες μεταξύ των μέτρων ενεργειακής απόδοσης και της αποδοτικής χρήσης των φυσικών πόρων, σύμφωνα με τις αρχές της κυκλικής οικονομίας.

(72)

Αξιοποιώντας νέα επιχειρηματικά μοντέλα και τεχνολογίες, τα κράτη μέλη θα πρέπει να προσπαθήσουν να προωθούν και να διευκολύνουν τη λήψη μέτρων ενεργειακής απόδοσης, μεταξύ άλλων μέσω καινοτόμων υπηρεσιών ενέργειας για μεγάλους και μικρούς πελάτες.

(73)

Είναι απαραίτητο να προβλεφθεί συχνή και αυξημένη ανταπόκριση όσον αφορά την κατανάλωση ενέργειας, όπου είναι τεχνικά εφικτό και οικονομικά αποδοτικό με βάση τις υπάρχουσες συσκευές μέτρησης. Η παρούσα οδηγία διευκρινίζει ότι το αν η τοπική μέτρηση είναι οικονομικά αποδοτική ή όχι εξαρτάται από το αν το σχετικό κόστος είναι ανάλογο με την πιθανή εξοικονόμηση ενέργειας. Η εκτίμηση του κατά πόσο η τοπική μέτρηση είναι οικονομικά αποδοτική μπορεί να λαμβάνει υπόψη τις επιπτώσεις άλλων συγκεκριμένων και προγραμματισμένων μέτρων σε δεδομένο κτίριο, όπως τυχόν επικείμενη ανακαίνιση. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι, εφόσον είναι τεχνικώς εφικτό, οικονομικώς εύλογο και ανάλογο προς τη δυνητική εξοικονόμηση ενέργειας, παρέχονται σε ανταγωνιστική τιμή στους τελικούς καταναλωτές φυσικού αερίου, θέρμανσης, ψύξης και ζεστού νερού για οικιακή χρήση ατομικοί μετρητές που να αντικατοπτρίζουν επακριβώς την πραγματική ενεργειακή κατανάλωση του τελικού καταναλωτή και να παρέχουν πληροφορίες όσον αφορά τον πραγματικό χρόνο χρήσης.

(74)

Η παρούσα οδηγία διευκρινίζει επίσης ότι τα δικαιώματα που σχετίζονται με την τιμολόγηση και τις πληροφορίες τιμολόγησης ή κατανάλωσης θα πρέπει να ισχύουν για τους καταναλωτές θέρμανσης, ψύξης ή ζεστού νερού οικιακής χρήσης από κεντρική πηγή, ακόμα και όταν δεν υφίσταται άμεση και ατομική συμβατική σχέση με προμηθευτή ενέργειας.

(75)

Για να επιτευχθεί η διαφάνεια του καταμερισμού της ατομικής κατανάλωσης θερμικής ενέργειας και, με αυτόν τον τρόπο, να διευκολυνθεί η εφαρμογή της τοπικής μέτρησης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι έχουν θεσπισθεί διαφανείς, δημοσίως διαθέσιμοι εθνικοί κανόνες σχετικά με την κατανομή του κόστους της κατανάλωσης θέρμανσης, ψύξης και ζεστού νερού οικιακής χρήσης σε πολυκατοικίες και κτίρια πολλαπλών χρήσεων. Επιπλέον της διαφάνειας, τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να εξετάσουν τη λήψη μέτρων για την ενίσχυση του ανταγωνισμού στην παροχή υπηρεσιών τοπικής μέτρησης και να διασφαλίσουν, με τον τρόπο αυτόν, ότι τυχόν δαπάνες, με τις οποίες επιβαρύνονται οι τελικοί χρήστες, είναι εύλογες.

(76)

Οι νεοεγκατεστημένοι μετρητές θερμότητας και οι κατανεμητές κόστους θέρμανσης θα πρέπει να είναι αναγνώσιμοι εξ αποστάσεως, ώστε να διασφαλίζεται η οικονομικά αποδοτική και τακτική παροχή πληροφοριών σχετικά με την κατανάλωση , και να μπορούν να παρέχουν πληροφορίες όπως λεπτομερείς θερμοκρασίες και φορτίο φάσης . Όλα τα δεδομένα θα πρέπει να καθίστανται εύκολα διαθέσιμα σε πραγματικό χρόνο και να επιτρέπεται η κοινοχρησία τους για τον τελικό καταναλωτή ενέργειας. Οι μετρητές και οι τοπικοί μετρητές θα πρέπει να εμφανίζουν την κατανάλωση ενέργειας σε προσβάσιμη και φιλική προς τον χρήστη μορφή. Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας σχετικά με τη μέτρηση για θέρμανση, ψύξη και ζεστό νερό οικιακής χρήσης· με την τοπική μέτρηση και τον επιμερισμό του κόστους για θέρμανση, ψύξη και ζεστό νερό οικιακής χρήσης· την απαίτηση εξ αποστάσεως ανάγνωσης· τις πληροφορίες τιμολόγησης και κατανάλωσης για θέρμανση, ψύξη και ζεστό νερό οικιακής χρήσης· το κόστος πρόσβασης στη μέτρηση και στις πληροφορίες τιμολόγησης και κατανάλωσης για τη θέρμανση, την ψύξη και το ζεστό νερό οικιακής χρήσης· και με τις ελάχιστες απαιτήσεις για την πληροφόρηση τιμολόγησης και κατανάλωσης για θέρμανση, ψύξη και ζεστό νερό οικιακής χρήσης έχουν εφαρμογή μόνο για τη θέρμανση, την ψύξη και το ζεστό νερό οικιακής χρήσης από κεντρική πηγή. Τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να αποφασίσουν εάν οι τεχνολογίες μέτρησης με συσκευές τις οποίες φέρουν οχήματα ή πεζοί (walk-by ή drive-by) πρόκειται να θεωρούνται αναγνώσιμες εξ αποστάσεως ή όχι. Οι συσκευές με δυνατότητα εξ αποστάσεως ανάγνωσης δεν απαιτούν την πρόσβαση σε μεμονωμένα διαμερίσματα ή μονάδες για την ανάγνωσή τους.

(77)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να λαμβάνουν υπόψη το γεγονός ότι η επιτυχής εφαρμογή νέων τεχνολογιών για τη μέτρηση της κατανάλωσης ενέργειας απαιτεί ενισχυμένη επένδυση στην εκπαίδευση και τις δεξιότητες τόσο για τους χρήστες όσο και για τους προμηθευτές ενέργειας.

(78)

Οι πληροφορίες που αφορούν την τιμολόγηση και οι ετήσιοι λογαριασμοί συνιστούν ένα σημαντικό μέσο πληροφόρησης των πελατών για την ενεργειακή τους κατανάλωση. Τα δεδομένα σχετικά με την κατανάλωση και το κόστος μπορούν, επίσης, να μεταφέρουν άλλες πληροφορίες που βοηθούν τους καταναλωτές να συγκρίνουν το τρέχον πρόγραμμά τους με άλλες προσφορές και να κάνουν χρήση της διαχείρισης παραπόνων και εναλλακτικών μηχανισμών επίλυσης διαφορών. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι διαφωνίες σχετικά με τους λογαριασμούς αποτελούν συχνή αιτία παραπόνων των καταναλωτών και παράγοντας που συντελεί σε συστηματικά χαμηλά επίπεδα ικανοποίησης και συμμετοχής των καταναλωτών με τους ενεργειακούς τους παρόχους, είναι αναγκαίο να καταστούν οι λογαριασμοί απλούστεροι, σαφέστεροι και ευκολότερα κατανοητοί και παράλληλα να υπάρξει μέριμνα για την παροχή των αναγκαίων πληροφοριών με χωριστά μέσα, όπως οι πληροφορίες τιμολόγησης, τα εργαλεία πληροφόρησης και οι ετήσιοι λογαριασμοί, προκειμένου οι καταναλωτές να μπορούν να ρυθμίζουν την ενεργειακή τους κατανάλωση, να συγκρίνουν προσφορές και να αλλάζουν προμηθευτή.

(79)

Κατά τον σχεδιασμό των μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν δεόντως υπόψη την ανάγκη διασφάλισης της ορθής λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς και της συνεκτικής εφαρμογής του κεκτημένου, σύμφωνα με τη ΣΛΕΕ.

(80)

Η συμπαραγωγή υψηλής απόδοσης και η αποδοτική τηλεθέρμανση και τηλεψύξη έχουν σημαντικό δυναμικό εξοικονόμησης πρωτογενούς ενέργειας στην Ένωση. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να προβούν σε ολοκληρωμένη αξιολόγηση του δυναμικού συμπαραγωγής υψηλής απόδοσης, και αποδοτικής τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης. Οι εν λόγω αξιολογήσεις θα πρέπει να βασίζονται σε βασικό σενάριο που οδηγεί σε εθνικό τομέα θέρμανσης και ψύξης βασιζόμενο σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας εντός χρονικού πλαισίου συμβατού με την επίτευξη του στόχου της κλιματικής ουδετερότητας και να συνάδουν με τα ενοποιημένα εθνικά σχέδια για την ενέργεια και το κλίμα και τις μακροπρόθεσμες στρατηγικές ανακαίνισης. Οι νέες εγκαταστάσεις ηλεκτροπαραγωγής και οι υφιστάμενες εγκαταστάσεις οι οποίες έχουν ουσιαστικά ανακαινιστεί ή των οποίων η έγκριση ή η άδεια έχει επικαιροποιηθεί θα πρέπει, αφού υποβληθούν σε ανάλυση κόστους-οφέλους από την οποία θα προκύπτει ωφέλεια, να είναι εξοπλισμένες με μονάδες συμπαραγωγής υψηλής απόδοσης για την ανάκτηση της απορριπτόμενης θερμότητας που προκύπτει από την ηλεκτροπαραγωγή. Ομοίως, άλλες εγκαταστάσεις με σημαντική μέση ετήσια εισροή ενέργειας θα πρέπει να είναι εξοπλισμένες με τεχνικές λύσεις για την αξιοποίηση της απορριπτόμενης θερμότητας από την εγκατάσταση, όταν η ανάλυση κόστους-οφέλους δείχνει πλεόνασμα κόστους-οφέλους. Αυτή η απορριπτόμενη θερμότητα μπορεί να μεταφερθεί εκεί όπου χρειάζεται μέσω δικτύων τηλεθέρμανσης. Τα γεγονότα που ενεργοποιούν απαίτηση εφαρμογής των κριτηρίων αδειοδότησης θα είναι συνήθως γεγονότα που ενεργοποιούν επίσης απαιτήσεις για εγκρίσεις δυνάμει της οδηγίας 2010/75/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (41) και για άδειες δυνάμει της οδηγίας (ΕΕ) 2019/944.

(80α)

Κατά την αξιολόγηση των δυνατοτήτων αποδοτικής θέρμανσης και ψύξης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις ευρύτερες πτυχές του περιβάλλοντος, της υγείας και της ασφάλειας. Δεδομένου ότι οι αντλίες θερμότητας αποτελούν απαραίτητο εργαλείο για την επίτευξη ενεργειακής απόδοσης στη θέρμανση και την ψύξη, οι ενδεχόμενες περιβαλλοντικές επιπτώσεις των ψυκτικών μέσων θα πρέπει να αξιολογούνται πλήρως και να εξαλείφονται.

(81)

Ενδέχεται εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας προοριζόμενες να κάνουν χρήση της γεωλογικής αποθήκευσης που επιτρέπεται δυνάμει της οδηγίας 2009/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (42), να τοποθετούνται σε τοποθεσίες στις οποίες η ανάκτηση της απορριπτόμενης θερμότητας μέσω μονάδας συμπαραγωγής υψηλής απόδοσης ή η παροχή δικτύου τηλεθέρμανσης ή τηλεψύξης δεν είναι οικονομικώς αποδοτική. Εν προκειμένω, τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να εξαιρούν αυτές τις εγκαταστάσεις από την υποχρέωση διενέργειας ανάλυσης κόστους-οφέλους και να παρέχεται στην εγκατάσταση εξοπλισμός που θα καθιστά δυνατή την ανάκτηση της απορριπτόμενης θερμότητας μέσω μονάδας συμπαραγωγής υψηλής απόδοσης. Θα πρέπει επίσης να είναι δυνατή η εξαίρεση εγκαταστάσεων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας για την κάλυψη ζήτησης σε περιόδους αιχμής και παραγωγής εφεδρικής ενέργειας που προορίζονται να λειτουργούν λιγότερο από 1 500 ώρες ετησίως κατά μέσο όρο για περίοδο πέντε ετών από την απαίτηση να παράγουν επίσης και θερμότητα.

(82)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να παροτρύνουν την εισαγωγή μέτρων και διαδικασιών που θα προωθούν τις εγκαταστάσεις συμπαραγωγής με συνολική ονομαστική θερμική ισχύ μικρότερη των 5 MW προκειμένου να ενθαρρυνθεί η αποκεντρωμένη παραγωγή ενέργειας.

(83)

Για την εφαρμογή εθνικών περιεκτικών αξιολογήσεων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να ενθαρρύνουν την αξιολόγηση του δυναμικού συμπαραγωγής υψηλής απόδοσης, παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από απορριπτόμενη θερμότητα για ιδιοκατανάλωση και αποδοτικής τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν μέτρα για να προωθήσουν και να διευκολύνουν την αξιοποίηση του προσδιορισμένου οικονομικά αποδοτικού δυναμικού συμπαραγωγής υψηλής απόδοσης και αποδοτικής τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης.

(84)

Οι απαιτήσεις για αποδοτική τηλεθέρμανση και τηλεψύξη θα πρέπει να συνάδουν με τους μακροπρόθεσμους στόχους πολιτικής για το κλίμα, με τα κλιματικά και περιβαλλοντικά πρότυπα και τις προτεραιότητες της Ένωσης και θα πρέπει να συμμορφώνονται με την αρχή της μη πρόκλησης σημαντικής ζημίας κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) 2020/85. Όλα τα συστήματα τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης θα πρέπει να αποσκοπούν στη βελτίωση της ικανότητας αλληλεπίδρασης με άλλα μέρη του ενεργειακού συστήματος, προκειμένου να βελτιστοποιηθεί η χρήση της ενέργειας και να αποτραπεί η σπατάλη ενέργειας με την πλήρη αξιοποίηση του δυναμικού των κτιρίων για την αποθήκευση θερμότητας ή ψύξης, συμπεριλαμβανομένης της πλεονάζουσας θερμότητας από τις εγκαταστάσεις των υπηρεσιών και από τα γειτονικά κέντρα δεδομένων. Για τον λόγο αυτό, το αποδοτικό σύστημα τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης θα πρέπει να διασφαλίζει την αύξηση της πρωτογενούς ενεργειακής απόδοσης και τη σταδιακή ενσωμάτωση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και της απορριπτόμενης θερμότητας, όπως ορίζονται στην οδηγία (ΕΕ) 2018/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου  (43) , ή του ψύχους. Ως εκ τούτου, η παρούσα οδηγία εισάγει προοδευτικά αυστηρότερες απαιτήσεις για την παροχή θέρμανσης και ψύξης οι οποίες θα πρέπει να εισαχθούν σταδιακά και θα πρέπει να τεθούν σε εφαρμογή κατά τη διάρκεια συγκεκριμένων καθορισμένων χρονικών περιόδων και να εφαρμοστούν σε μόνιμη βάση από την 1η Ιανουαρίου 2050 και μετά.

(85)

Η συμπαραγωγή υψηλής απόδοσης έχει οριστεί με βάση την εξοικονόμηση ενέργειας που επιτυγχάνεται με τη συνδυασμένη παραγωγή αντί της μεμονωμένης παραγωγής θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας. Οι απαιτήσεις για συμπαραγωγή υψηλής απόδοσης θα πρέπει να συνάδουν με τους μακροπρόθεσμους στόχους της πολιτικής για το κλίμα. Οι ορισμοί της έννοιας της συμπαραγωγής και της συμπαραγωγής υψηλής απόδοσης που χρησιμοποιούνται στη νομοθεσία της Ένωσης δεν θα πρέπει να προδικάζουν τη χρήση διαφορετικών ορισμών στην εθνική νομοθεσία για σκοπούς διαφορετικούς από εκείνους της εν λόγω νομοθεσίας της Ένωσης. Για τη μεγιστοποίηση της εξοικονόμησης ενέργειας και για να μη χαθούν ευκαιρίες εξοικονόμησης ενέργειας, θα πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη προσοχή στις συνθήκες λειτουργίας των μονάδων συμπαραγωγής.

(86)

Προκειμένου να εξασφαλιστεί η διαφάνεια και να μπορεί ο τελικός πελάτης να επιλέξει μεταξύ ηλεκτρικής ενέργειας από συμπαραγωγή και ηλεκτρικής ενέργειας παραγόμενης με άλλες τεχνικές, η προέλευση της συμπαραγωγής υψηλής απόδοσης θα πρέπει να διασφαλίζεται με βάση εναρμονισμένες τιμές απόδοσης αναφοράς. Η εγγύηση των καθεστώτων προέλευσης δεν συνεπάγεται δικαίωμα υπαγωγής στους εθνικούς μηχανισμούς στήριξης. Είναι σημαντικό να μπορούν να καλύπτονται από εγγύηση προέλευσης όλες οι μορφές ηλεκτρικής ενέργειας που παράγονται από συμπαραγωγή υψηλής απόδοσης. Οι εγγυήσεις προέλευσης θα πρέπει να διακρίνονται από τα ανταλλάξιμα πιστοποιητικά.

(87)

Η συγκεκριμένη διάρθρωση της συμπαραγωγής και οι τομείς τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης που περιλαμβάνουν πολλούς παραγωγούς μικρού και μεσαίου μεγέθους θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, ειδικά κατά την επανεξέταση των διοικητικών διαδικασιών για την απόκτηση άδειας κατασκευής εγκαταστάσεων συμπαραγωγής ή συνδεδεμένων δικτύων, κατ’ εφαρμογή της αρχής «σκέψου πρώτα σε μικρή κλίμακα».

(88)

Οι περισσότερες επιχειρήσεις της Ένωσης είναι ΜΜΕ. Αντιπροσωπεύουν ένα τεράστιο δυναμικό εξοικονόμησης ενέργειας για την Ένωση. Για να βοηθηθούν να υιοθετήσουν μέτρα ενεργειακής απόδοσης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να καθιερώσουν ένα ευνοϊκό πλαίσιο με στόχο να παράσχουν στις ΜΜΕ τεχνική βοήθεια και στοχευμένες πληροφορίες.

(89)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να θεσπίσουν, με βάση αντικειμενικά, διαφανή και αμερόληπτα κριτήρια, κανόνες που διέπουν την ανάληψη και τον επιμερισμό του κόστους των συνδέσεων με το διασυνδεδεμένο ηλεκτρικό δίκτυο και των ενισχύσεων του δικτύου αυτού, και για τις τεχνικές προσαρμογές που απαιτούνται για την ένταξη νέων παραγωγών ηλεκτρισμού που προέρχεται από συμπαραγωγή υψηλής απόδοσης, λαμβάνοντας υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές και τους κώδικες που καταρτίστηκαν σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/943 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (44) και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 715/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (45). Θα πρέπει να επιτρέπεται στους παραγωγούς ηλεκτρισμού που προέρχεται από συμπαραγωγή υψηλής απόδοσης να δημοσιεύουν προκήρυξη υποβολής προσφορών για τις εργασίες σύνδεσης. Θα πρέπει να διευκολύνεται η πρόσβαση στο διασυνδεδεμένο ηλεκτρικό σύστημα της ηλεκτρικής ενέργειας που προέρχεται από συμπαραγωγή υψηλής απόδοσης, ειδικά για μονάδες συμπαραγωγής μικρής και πολύ μικρής κλίμακας. Σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 2 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/944 και το άρθρο 3 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/73/ΕΚ, τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας, μεταξύ άλλων και σχετικά με την ενεργειακή απόδοση, σε επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στους τομείς της ηλεκτρικής ενέργειας και του αερίου.

(90)

Είναι αναγκαίο να θεσπιστούν διατάξεις σχετικά με την τιμολόγηση, το ενιαίο σημείο επαφής, την εξωδικαστική επίλυση διαφορών, την ενεργειακή φτώχεια και τα βασικά συμβατικά δικαιώματα, με στόχο την ευθυγράμμισή τους, κατά περίπτωση, με τις σχετικές διατάξεις σχετικά με την ηλεκτρική ενέργεια σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2019/944, προκειμένου να ενισχυθεί η προστασία των καταναλωτών και να δοθεί η δυνατότητα στους τελικούς πελάτες να έχουν άμεση πρόσβαση σε λεπτομερείς , σαφείς και επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με την οικεία κατανάλωση ηλεκτρισμού, θέρμανσης, ψύξης ή ζεστού νερού οικιακής χρήσης και να ρυθμίζουν τη χρήση της ενέργειάς τους, καθιστώντας την κατανάλωση ενέργειας πλήρως διαφανή για τους καταναλωτές.

(91)

Εγγύηση για μεγαλύτερη προστασία των καταναλωτών θα πρέπει να αποτελεί η διαθεσιμότητα αποτελεσματικών ανεξάρτητων εξωδικαστικών μηχανισμών διακανονισμού διενέξεων για όλους τους καταναλωτές, όπως διαμεσολαβητής ενέργειας, φορέας καταναλωτών ή ρυθμιστική αρχή. Τα κράτη μέλη θα πρέπει, συνεπώς, να θεσπίσουν διαδικασίες για τον ταχύ και αποτελεσματικό διακανονισμό των καταγγελιών.

(92)

Θα πρέπει να υποστηριχθεί δυναμικά η συμβολή των κοινοτήτων ανανεώσιμης ενέργειας, σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2018/2001 ▌, και των ενεργειακών κοινοτήτων πολιτών, σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2019/944, για την επίτευξη και την ενεργό υποστήριξη των στόχων της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας και του σχεδίου κλιματικών στόχων για το 2030. Συνεπώς, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξετάσουν και να προωθήσουν τον ρόλο των κοινοτήτων ανανεώσιμης ενέργειας και των ενεργειακών κοινοτήτων πολιτών. Οι κοινότητες αυτές μπορούν να βοηθήσουν τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν την αρχή της προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση σε τοπικό επίπεδο , προωθώντας την ενεργειακή απόδοση σε τοπικό επίπεδο ή σε επίπεδο νοικοκυριών, καθώς και σε δημόσια κτίρια σε συνεργασία με τις τοπικές αρχές. Μπορούν να ενδυναμώσουν και να κινητοποιήσουν τους καταναλωτές και να δώσουν τη δυνατότητα σε ορισμένες ομάδες οικιακών πελατών, μεταξύ άλλων σε αγροτικές και απομακρυσμένες περιοχές και στις εξόχως απόκεντρες περιοχές , να συμμετάσχουν σε έργα και παρεμβάσεις ενεργειακής απόδοσης, συχνά συνδυάζοντας τέτοιες ενέργειες με επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Οι ενεργειακές κοινότητες μπορούν επίσης να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην εκπαίδευση και την αύξηση της ευαισθητοποίησης των πολιτών σχετικά με τα μέτρα που μπορούν να λάβουν για την επίτευξη εξοικονόμησης ενέργειας. Με κατάλληλη υποστήριξη από τα κράτη μέλη , οι ενεργειακές κοινότητες μπορούν να συμβάλουν στην καταπολέμηση της ενεργειακής φτώχειας μέσω της διευκόλυνσης έργων ενεργειακής απόδοσης, της μείωσης της κατανάλωσης ενέργειας και της μείωσης των τιμολογίων προμήθειας. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να άρουν τα περιττά εμπόδια ώστε να διασφαλιστεί η ελκυστικότητα της δημιουργίας ενεργειακών κοινοτήτων. Οι δημόσιες διοικήσεις σε όλα τα επίπεδα θα πρέπει να διαθέτουν την απαιτούμενη σχετική κατάρτιση.

(92α)

Μακροπρόθεσμες αλλαγές συμπεριφοράς στην κατανάλωση ενέργειας μπορούν να επιτευχθούν μέσω της ενδυνάμωσης των πολιτών. Οι ενεργειακές κοινότητες μπορούν να συμβάλουν στην επίτευξη μακροπρόθεσμης εξοικονόμησης ενέργειας, ιδίως μεταξύ των νοικοκυριών, και στην αύξηση των βιώσιμων επενδύσεων από τους πολίτες και τις μικρές επιχειρήσεις. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να ενδυναμώνουν τις εν λόγω δράσεις των πολιτών μέσω της στήριξης κοινοτικών ενεργειακών έργων και οργανισμών.

(93)

Θα πρέπει να αναγνωριστεί η συμβολή των μονοαπευθυντικών υπηρεσιών ή παρόμοιων δομών ως μηχανισμών που μπορούν να δώσουν τη δυνατότητα σε πολλές στοχευόμενες ομάδες, συμπεριλαμβανομένων των πολιτών, των ΜΜΕ και των δημόσιων αρχών, να σχεδιάζουν και να υλοποιούν έργα και μέτρα που σχετίζονται με τη μετάβαση σε καθαρές μορφές ενέργειας. Η συμβολή των μονοαπυεθυντικών υπηρεσιών μπορεί να είναι πολύ σημαντική για τους πλέον ευπαθείς πελάτες, συμπεριλαμβανομένων των γυναικών σε όλη τους την πολυμορφία και των επικεφαλής μονογονεϊκών οικογενειών, καθώς θα μπορούσαν να προσφέρουν μια ευκολότερη, αξιόπιστη και προσβάσιμη πηγή πληροφοριών σχετικά με τις βελτιώσεις της ενεργειακής απόδοσης. Η συνεισφορά αυτή μπορεί να περιλαμβάνει την παροχή τεχνικών, διοικητικών και χρηματοοικονομικών συμβουλών και βοήθειας, τη διευκόλυνση των αναγκαίων διοικητικών διαδικασιών ή της πρόσβασης στις χρηματοπιστωτικές αγορές, ή την παροχή καθοδήγησης όσον αφορά το εθνικό και ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων και των κριτηρίων για τις δημόσιες συμβάσεις, και την ταξινομία της ΕΕ.

(94)

Η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει τον αντίκτυπο των μέτρων της προς υποστήριξη της ανάπτυξης πλατφορμών ή φόρουμ με τη συμμετοχή, μεταξύ άλλων, των ευρωπαϊκών φορέων κοινωνικού διαλόγου στην προώθηση προγραμμάτων κατάρτισης για την ενεργειακή απόδοση και, κατά περίπτωση, υποβάλλει περαιτέρω μέτρα. Η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να ενθαρρύνει τους ευρωπαίους κοινωνικούς εταίρους στις συζητήσεις τους σχετικά με την ενεργειακή απόδοση, ιδίως για τους ευπαθείς πελάτες και τελικούς χρήστες, συμπεριλαμβανομένων όσων πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια.

(95)

Η δίκαιη μετάβαση προς μια κλιματικά ουδέτερη Ένωση έως το 2050 είναι κεντρικής σημασίας για την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία. Ο ευρωπαϊκός πυλώνας κοινωνικών δικαιωμάτων, που διακηρύχθηκε από κοινού από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή στις 17 Νοεμβρίου 2017, περιλαμβάνει την ενέργεια μεταξύ των βασικών υπηρεσιών στις οποίες όλοι έχουν δικαίωμα πρόσβασης. Πρέπει να παρέχεται στήριξη για την πρόσβαση στις υπηρεσίες αυτές σε όσους έχουν ανάγκη (46) , ιδίως σε ένα πλαίσιο πληθωριστικών πιέσεων και σημαντικών αυξήσεων των τιμών της ενέργειας .

(96)

Είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι οι άνθρωποι που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια, οι ευπαθείς πελάτες και, κατά περίπτωση, οι άνθρωποι που ζουν σε κοινωνικές κατοικίες προστατεύονται και, για τον σκοπό αυτό, έχουν τη δυνατότητα να συμμετέχουν ενεργά στις παρεμβάσεις βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης, στα μέτρα και στα συναφή μέτρα προστασίας των καταναλωτών ή ενημέρωσης που εφαρμόζουν τα κράτη μέλη. Θα πρέπει να αναπτυχθούν στοχευμένες εκστρατείες ευαισθητοποίησης για την ανάδειξη των οφελών της ενεργειακής απόδοσης, καθώς και για την παροχή πληροφοριών σχετικά με τη διαθέσιμη χρηματοδοτική στήριξη.

(97)

Η δημόσια χρηματοδότηση που διατίθεται σε εθνικό και ενωσιακό επίπεδο θα πρέπει να επενδύεται στρατηγικά σε μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης, ιδίως προς όφελος των ευπαθών καταναλωτών, των ανθρώπων που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια και όσων ζουν σε κοινωνικές κατοικίες. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να επωφελούνται από κάθε χρηματοδοτική συνεισφορά που ενδεχομένως λαμβάνουν από το Κοινωνικό Ταμείο για το Κλίμα (47), καθώς και από έσοδα από δικαιώματα από το σύστημα εμπορίας εκπομπών της ΕΕ. Τα έσοδα αυτά θα στηρίξουν τα κράτη μέλη στην εκπλήρωση της υποχρέωσής τους να εφαρμόσουν μέτρα ενεργειακής απόδοσης και μέτρα πολιτικής στο πλαίσιο της υποχρέωσης εξοικονόμησης ενέργειας κατά προτεραιότητα μεταξύ των ευπαθών πελατών και των ανθρώπων που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που ζουν σε αγροτικές και απομακρυσμένες περιοχές.

(98)

Τα εθνικά συστήματα χρηματοδότησης θα πρέπει να συμπληρώνονται από κατάλληλα συστήματα καλύτερης ενημέρωσης, τεχνικής και διοικητικής συνδρομής, από ευκολότερη πρόσβαση σε χρηματοδότηση που θα επιτρέπει την καλύτερη δυνατή χρήση των διαθέσιμων πόρων, ιδίως από ανθρώπους που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια, ευπαθείς πελάτες και, κατά περίπτωση, ανθρώπους που ζουν σε κοινωνικές κατοικίες.

(99)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να ενδυναμώνουν και να προστατεύουν όλους τους ανθρώπους ισότιμα, ανεξαρτήτως βιολογικού ή κοινωνικού φύλου, ηλικίας, αναπηρίας, φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, σεξουαλικού προσανατολισμού, θρησκείας ή πεποιθήσεων, και να διασφαλίζουν ότι προστατεύονται επαρκώς οι άνθρωποι που πλήττονται περισσότερο ή διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να πληγούν από ενεργειακή φτώχεια, ή είναι περισσότερο εκτεθειμένα στις δυσμενείς επιπτώσεις της ενεργειακής φτώχειας. Επιπλέον, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίσουν ότι τα μέτρα ενεργειακής απόδοσης δεν επιτείνουν τυχόν υφιστάμενες ανισότητες, ιδίως όσον αφορά την ενεργειακή φτώχεια.

(100)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές ενέργειας θα υιοθετήσουν ολοκληρωμένη προσέγγιση η οποία θα περιλαμβάνει ενδεχομένως εξοικονόμηση στους τομείς του ενεργειακού εφοδιασμού και της τελικής χρήσης. Με την επιφύλαξη της ασφάλειας του εφοδιασμού, της ενοποίησης της αγοράς και των προληπτικών επενδύσεων σε υπεράκτια δίκτυα που είναι αναγκαία για την ανάπτυξη υπεράκτιων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές ενέργειας θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι στις διαδικασίες σχεδιασμού και λήψης αποφάσεων εφαρμόζεται η αρχή της προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση και ότι τα τιμολόγια δικτύου και οι κανονισμοί παρέχουν κίνητρα για βελτιώσεις της ενεργειακής απόδοσης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να διασφαλίζουν ότι οι διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς και διανομής λαμβάνουν υπόψη την αρχή της προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση. Αυτό θα βοηθήσει τους διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς και διανομής να εξετάζουν καλύτερες λύσεις ενεργειακής απόδοσης και οριακές δαπάνες που προκύπτουν για την προμήθεια πόρων από την πλευρά της ζήτησης, καθώς και τις περιβαλλοντικές και κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις των διαφόρων επενδύσεων σε δίκτυα και σχέδια λειτουργίας. Μια τέτοια προσέγγιση απαιτεί τη μετάβαση από τη στενή προοπτική της οικονομικής αποδοτικότητας στη μεγιστοποίηση της κοινωνικής ευημερίας. Η αρχή της προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση θα πρέπει ιδίως να εφαρμόζεται στο πλαίσιο ενός σεναρίου επέκτασης των ενεργειακών υποδομών στο οποίο οι λύσεις από την πλευρά της ζήτησης θα πρέπει να εξετάζονται ως βιώσιμες εναλλακτικές λύσεις και να αξιολογούνται δεόντως, και θα πρέπει να αποτελέσει αναπόσπαστο μέρος της αξιολόγησης των έργων σχεδιασμού δικτύου. Η εφαρμογή της θα πρέπει να ελέγχεται από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές.

(101)

Θα πρέπει να είναι διαθέσιμος επαρκής αριθμός αξιόπιστων επαγγελματιών με ειδίκευση στον τομέα της ενεργειακής απόδοσης προκειμένου να διασφαλισθεί η αποτελεσματική και έγκαιρη εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, παραδείγματος χάριν όσον αφορά τη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις σχετικά με τους ενεργειακούς ελέγχους και την εφαρμογή των καθεστώτων επιβολής της υποχρέωσης ενεργειακής απόδοσης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει, συνεπώς, να θεσπίσουν καθεστώτα πιστοποίησης και/ή ισοδύναμων επαγγελματικών προσόντων και κατάλληλης κατάρτισης για τους παρόχους ενεργειακών υπηρεσιών, ενεργειακούς ελέγχους και άλλα μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης σε στενή συνεργασία με τους κοινωνικούς εταίρους, τους παρόχους κατάρτισης και άλλους σχετικούς ενδιαφερόμενους. Τα καθεστώτα θα πρέπει να αξιολογούνται κάθε τέσσερα έτη αρχής γενομένης από τον Δεκέμβριο του 2024 και, εάν χρειάζεται, να επικαιροποιούνται ώστε να διασφαλίζεται το αναγκαίο επίπεδο ικανοτήτων των παρόχων ενεργειακών υπηρεσιών, των ενεργειακών ελεγκτών, των διαχειριστές ενέργειας και των εγκαταστατών κτιριακών δομικών στοιχείων.

(102)

Είναι απαραίτητο να συνεχισθεί η ανάπτυξη της αγοράς ενεργειακών υπηρεσιών προκειμένου να διασφαλισθεί η διαθεσιμότητα αφενός της ζήτησης και, αφετέρου, της προσφοράς ενεργειακών υπηρεσιών. Η διαφάνεια, παραδείγματος χάριν, μέσω των καταλόγων πιστοποιημένων παρόχων ενεργειακών υπηρεσιών και των διαθέσιμων υποδειγμάτων συμβάσεων, η ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών και οι κατευθυντήριες γραμμές συμβάλλουν σε μεγάλο βαθμό στην υιοθέτηση ενεργειακών υπηρεσιών και συμβάσεων ενεργειακής απόδοσης και μπορούν επίσης να συμβάλλουν στην τόνωση της ζήτησης και στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης στους παρόχους ενεργειακών υπηρεσιών. Στη σύμβαση ενεργειακής απόδοσης ο δικαιούχος της ενεργειακής υπηρεσίας αποφεύγει το επενδυτικό κόστος χρησιμοποιώντας μέρος της οικονομικής αξίας της εξοικονομούμενης ενέργειας για αποπληρωμή της επένδυσης που πραγματοποιήθηκε πλήρως ή εν μέρει από τρίτο μέρος. Αυτό μπορεί να συμβάλει στην προσέλκυση ιδιωτικών κεφαλαίων που είναι καίριας σημασίας για την αύξηση των ποσοστών ανακαίνισης κτιρίων στην Ένωση, την εισαγωγή εμπειρογνωσίας στην αγορά και τη δημιουργία καινοτόμων επιχειρηματικών μοντέλων. Κατά συνέπεια, τα μη οικιστικά κτίρια και τα δημόσια κτίρια κατοικιών με ωφέλιμο εμβαδόν δαπέδου άνω των 500  m2 και τα κτίρια που χρησιμοποιούνται για κοινωνικούς σκοπούς θα πρέπει να υποχρεούνται να αξιολογούν τη σκοπιμότητα της χρήσης συμβάσεων ενεργειακής απόδοσης για ανακαίνιση. Αυτό είναι ένα βήμα μπροστά για την αύξηση της εμπιστοσύνης στις εταιρείες ενεργειακών υπηρεσιών και την προετοιμασία του εδάφους για την αύξηση τέτοιων έργων στο μέλλον.

(103)

Δεδομένων των φιλόδοξων στόχων ανακαίνισης κατά την επόμενη δεκαετία στο πλαίσιο της ανακοίνωσης της Επιτροπής με τίτλο «Κύμα ανακαινίσεων», είναι αναγκαίο να ενισχυθεί ο ρόλος των ανεξάρτητων μεσαζόντων της αγοράς, συμπεριλαμβανομένων των μονοαπευθυντικών υπηρεσιών ή παρόμοιων μηχανισμών στήριξης, προκειμένου να τονωθεί η ανάπτυξη της αγοράς από την πλευρά της ζήτησης και από την πλευρά της προσφοράς και να προωθηθούν οι συμβάσεις ενεργειακής απόδοσης για την ανακαίνιση τόσο ιδιωτικών όσο και δημόσιων κτιρίων. Οι τοπικοί οργανισμοί ενέργειας θα μπορούσαν να διαδραματίσουν κομβικό ρόλο στο πλαίσιο αυτό και να εντοπίσουν και να υποστηρίξουν τη δημιουργία δυνητικών διαμεσολαβητών ή μονοαπευθυντικών υπηρεσιών. Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να συμβάλει στη βελτίωση της διαθεσιμότητας προϊόντων, υπηρεσιών και συμβουλών που διατίθενται στις αγορές της Ένωσης και στις τοπικές αγορές, μεταξύ άλλων με την προώθηση των δυνατοτήτων των γυναικών επιχειρηματιών να καλύπτουν τα κενά στην αγορά και να προβλέπουν καινοτόμους τρόπους για την ενίσχυση της ενεργειακής απόδοσης.

(104)

Οι συμβάσεις ενεργειακής απόδοσης εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σημαντικούς φραγμούς σε αρκετά κράτη μέλη λόγω των εναπομενόντων κανονιστικών και μη κανονιστικών φραγμών. Είναι επομένως αναγκαίο να αντιμετωπιστούν οι ασάφειες των εθνικών νομοθετικών πλαισίων, η έλλειψη εμπειρογνωσίας, ιδίως όσον αφορά τις διαδικασίες υποβολής προσφορών, και ο αλληλοαποκλεισμός δανείων και επιχορηγήσεων.

(105)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να συνεχίσουν να στηρίζουν τον δημόσιο τομέα στην υιοθέτηση συμβάσεων ενεργειακής απόδοσης με την παροχή υποδειγμάτων συμβάσεων που λαμβάνουν υπόψη τα διαθέσιμα ευρωπαϊκά ή διεθνή πρότυπα, τις κατευθυντήριες γραμμές για την υποβολή προσφορών και τον οδηγό για τη στατιστική επεξεργασία των συμβάσεων ενεργειακής απόδοσης (48) που δημοσιεύθηκε τον Μάιο του 2018 από τη Eurostat και την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων σχετικά με τη μεταχείριση των συμβάσεων ενεργειακής απόδοσης σε δημόσιους λογαριασμούς, που έχουν παράσχει ευκαιρίες για την αντιμετώπιση των κανονιστικών φραγμών που απομένουν στις εν λόγω συμβάσεις στα κράτη μέλη.

(106)

Τα κράτη μέλη έχουν λάβει μέτρα για τον εντοπισμό και την αντιμετώπιση των κανονιστικών και μη κανονιστικών φραγμών. Ωστόσο, υπάρχει ανάγκη ενίσχυσης της προσπάθειας για την άρση των ρυθμιστικών και μη ρυθμιστικών φραγμών στη χρήση συμβάσεων ενεργειακής απόδοσης και χρηματοδοτικών διευθετήσεων με τρίτους που συμβάλλουν στην εξοικονόμηση ενέργειας. Στους φραγμούς αυτούς περιλαμβάνονται οι λογιστικοί κανόνες και πρακτικές που δεν επιτρέπουν στις κεφαλαιουχικές επενδύσεις και στην ετήσια εξοικονόμηση χρημάτων που απορρέει από τα μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης να αντανακλώνται ικανοποιητικά στους λογαριασμούς καθ’ όλο τον κύκλο ζωής της επένδυσης. (107)

(107)

Τα κράτη μέλη χρησιμοποίησαν τα εθνικά σχέδια δράσης για την ενεργειακή απόδοση (ΕΣΔΕΑ) του 2014 και του 2017 για να αναφέρουν την πρόοδο όσον αφορά την άρση των κανονιστικών και μη κανονιστικών φραγμών στην ενεργειακή απόδοση, τον διχασμό των κινήτρων μεταξύ ιδιοκτητών και ενοικιαστών ή μεταξύ ιδιοκτητών κτιρίων ή κτιριακών μονάδων. Ωστόσο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να συνεχίσουν να εργάζονται προς αυτή την κατεύθυνση και να αξιοποιήσουν το δυναμικό ενεργειακής απόδοσης στο πλαίσιο των στατιστικών στοιχείων της Eurostat για το 2016, όπως προκύπτει από το γεγονός ότι περισσότεροι από τέσσερις στους δέκα Ευρωπαίους ζουν σε διαμερίσματα και περισσότεροι από τρεις στους δέκα Ευρωπαίους είναι μισθωτές.

(108)

Τα κράτη μέλη και οι περιφέρειακές και τοπικές αρχές θα πρέπει να ενθαρρυνθούν να αξιοποιούν πλήρως τα ευρωπαϊκά κονδύλια που είναι διαθέσιμα στο πλαίσιο του ΠΔΠ και του Next Generation EU, συμπεριλαμβανομένου του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, των Ταμείων της Πολιτικής Συνοχής, του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης και του Ταμείου Δίκαιης Μετάβασης, καθώς και τα χρηματοδοτικά μέσα και την τεχνική συνδρομή που είναι διαθέσιμα στο πλαίσιο του InvestEU, για την πραγματοποίηση ιδιωτικών και δημόσιων επενδύσεων σε μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης. Οι επενδύσεις στην ενεργειακή απόδοση έχουν την ικανότητα να συμβάλλουν στην οικονομική ανάπτυξη, στην απασχόληση, στην καινοτομία και στη μείωση της ενεργειακής φτώχειας στα νοικοκυριά, και, επομένως, συμβάλλουν θετικά στην οικονομική, κοινωνική και εδαφική συνοχή και στην πράσινη ανάπτυξη. Στους δυνάμενους να χρηματοδοτηθούν τομείς συγκαταλέγονται τα μέτρα ενεργειακής απόδοσης στα δημόσια κτίρια και στις κατοικίες, η κατάρτιση, η επανειδίκευση και η αναβάθμιση των δεξιοτήτων των επαγγελματιών, ιδίως σε θέσεις εργασίας που σχετίζονται με την ανακαίνιση κτιρίων, για την προώθηση της απασχόλησης στον τομέα της ενεργειακής απόδοσης. Η Επιτροπή θα εξασφαλίσει συνέργειες μεταξύ των διαφόρων χρηματοδοτικών μέσων, ιδίως των ταμείων στο πλαίσιο της επιμερισμένης διαχείρισης και της άμεσης διαχείρισης (όπως τα προγράμματα υπό κεντρική διαχείριση: «Ορίζων Ευρώπη» ή LIFE), καθώς και μεταξύ επιχορηγήσεων, δανείων και τεχνικής βοήθειας για τη μεγιστοποίηση της μόχλευσης στην ιδιωτική χρηματοδότηση και του αντικτύπου τους στην επίτευξη των στόχων της πολιτικής για την ενεργειακή απόδοση.

(109)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να ενθαρρύνουν τη χρήση χρηματοδοτικών διευκολύνσεων για την προώθηση των στόχων της παρούσας οδηγίας. Αυτές οι χρηματοδοτικές διευκολύνσεις θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν οικονομικές συνεισφορές και πρόστιμα για τη μη τήρηση διατάξεων της παρούσας οδηγίας· πόρους που διατίθενται για την ενεργειακή απόδοση σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 3 της οδηγίας 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (49)· πόρους που διατίθενται για την ενεργειακή απόδοση στα Ευρωπαϊκά ταμεία και προγράμματα, και εξειδικευμένα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά μέσα, όπως το ευρωπαϊκό ταμείο ενεργειακής απόδοσης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εργαστούν για τη δημιουργία πλατφορμών που θα αποσκοπούν στη συγκέντρωση μικρών και μεσαίων έργων για τη δημιουργία ομάδων έργων κατάλληλων για χρηματοδότηση.

(110)

Οι χρηματοδοτικές διευκολύνσεις θα μπορούσαν να βασίζονται, κατά περίπτωση, σε πόρους που διατίθενται για την ενεργειακή απόδοση από ομόλογα έργων της Ένωσης· πόρους που διατίθενται για την ενεργειακή απόδοση από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και άλλα ευρωπαϊκά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, συγκεκριμένα την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης και την Τράπεζα Ανάπτυξης του Συμβουλίου της Ευρώπης· πόρους που αντλούνται στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα μέσω μόχλευσης· εθνικούς πόρους, μέσω της δημιουργίας και κανονιστικών και φορολογικών πλαισίων, με ενθάρρυνση της εφαρμογής εθνικών πρωτοβουλιών και προγραμμάτων ενεργειακής απόδοσης· έσοδα από τα ετήσια δικαιώματα εκπομπής σύμφωνα με την απόφαση αριθ. 406/2009/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (50).

(111)

Οι χρηματοδοτικές διευκολύνσεις θα μπορούσαν να χρησιμοποιούν ιδίως τις συνεισφορές αυτές και τα έσοδα αυτά για να καθιστούν δυνατή και να ενθαρρύνουν την επένδυση ιδιωτικού κεφαλαίου, ιδίως αντλώντας από θεσμικούς επενδυτές, χρησιμοποιώντας κριτήρια που διασφαλίζουν την επίτευξη τόσο περιβαλλοντικών όσο και κοινωνικών στόχων για τη χορήγηση κονδυλίων· να χρησιμοποιούν καινοτόμους χρηματοδοτικούς μηχανισμούς (π.χ. εγγυήσεις δανείων για ιδιωτικά κεφάλαια, εγγυήσεις δανείων για να τονωθούν οι συμβάσεις ενεργειακής απόδοσης, επιχορηγήσεις, επιδοτούμενα δάνεια και εξειδικευμένες πιστώσεις, συστήματα χρηματοδότησης τρίτου μέρους) που μειώνουν τους κινδύνους των έργων ενεργειακής απόδοσης και παρέχουν δυνατότητα οικονομικώς αποδοτικών καινοτομιών, ακόμη και μεταξύ των χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων νοικοκυριών· να συνδέονται με προγράμματα ή εταιρείες που θα συγκεντρώνουν και θα αξιολογούν την ποιότητα των έργων εξοικονόμησης ενέργειας, θα παρέχουν τεχνική συνδρομή, θα υποστηρίζουν την αγορά ενεργειακών υπηρεσιών και θα συμβάλλουν στη δημιουργία καταναλωτικής ζήτησης για τις ενεργειακές υπηρεσίες.

(112)

Οι χρηματοδοτικές διευκολύνσεις θα μπορούσαν επίσης να παρέχουν επαρκείς πόρους για την υποστήριξη των προγραμμάτων εκπαίδευσης και πιστοποίησης που βελτιώνουν και πιστοποιούν δεξιότητες στον τομέα της ενεργειακής απόδοσης· να παρέχουν πόρους για έρευνα και επίδειξη και επιτάχυνση της υιοθέτησης μικρής κλίμακας τεχνολογιών και μικροτεχνολογιών για την παραγωγή ενέργειας και τη βελτιστοποίηση των συνδέσεων των γεννητριών αυτών στο δίκτυο· να συνδέονται με προγράμματα που αναλαμβάνουν δράση για την προώθηση της ενεργειακής απόδοσης σε κάθε κατοικία, προκειμένου να αποτραπεί η ενεργειακή φτώχεια και να παρακινηθούν οι ιδιοκτήτες που εκμισθώνουν κατοικίες να καταστήσουν τις ιδιοκτησίες τους όσο το δυνατόν αποδοτικότερες ενεργειακά· να εξασφαλίζουν κατάλληλους πόρους για την υποστήριξη του κοινωνικού διαλόγου και τη θέσπιση ρυθμίσεων που στοχεύουν στη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης και που διασφαλίζουν αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας και υγεία και ασφάλεια στην εργασία.

(113)

Θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά προγράμματα, χρηματοδοτικά μέσα και οι καινοτόμοι χρηματοδοτικοί μηχανισμοί της Ένωσης ώστε να λάβει υπόσταση ο στόχος για βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων των δημοσίων φορέων. Στο πλαίσιο αυτό, τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιούν τα έσοδά τους από τα ετήσια δικαιώματα εκπομπής δυνάμει της απόφασης αριθ. 406/2009/ΕΚ για την ανάπτυξη αυτών των μηχανισμών σε εθελούσια βάση και λαμβάνοντας υπόψη τους εθνικούς δημοσιονομικούς κανόνες. Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη θα πρέπει να παρέχουν στις περιφερειακές και τοπικές διοικήσεις επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τα προγράμματα αυτά. Για παράδειγμα, η πρωτοβουλία του Συμφώνου των Δημάρχων θα μπορούσε να αποτελέσει ένα από τα εργαλεία για την παροχή επαρκούς πληροφόρησης.

(114)

Κατά την υλοποίηση του στόχου βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης, η Επιτροπή οφείλει να παρακολουθεί τον αντίκτυπο των σχετικών μέτρων στην οδηγία 2003/87/ΕΚ περί θεσπίσεως συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Ένωσης (ΣΕΔΕ), προκειμένου να διατηρηθούν τα κίνητρα στο σύστημα εμπορίας εκπομπών ανταμείβοντας τις επενδύσεις μείωσης του διοξειδίου του άνθρακα και προετοιμάζοντας τους τομείς ΣΕΔΕ για τις καινοτομίες που θα χρειαστούν μελλοντικά. Θα χρειαστεί να παρακολουθεί τον αντίκτυπο στους τομείς εκείνους της βιομηχανίας που είναι εκτεθειμένοι σε σημαντικό κίνδυνο διαρροής άνθρακα κατά τα οριζόμενα στην απόφαση 2014/746/ΕΕ της Επιτροπής (51) με σκοπό να διασφαλίζεται ότι η παρούσα οδηγία προάγει και δεν δυσχεραίνει την ανάπτυξη των τομέων αυτών.

(115)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποστηρίζονται από καλά σχεδιασμένα και αποτελεσματικά χρηματοδοτικά μέσα της Ένωσης στο πλαίσιο του προγράμματος InvestEU και με χρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ) και την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης (ΕΤΑΑ), τα οποία θα πρέπει να υποστηρίζουν επενδύσεις στον τομέα της ενεργειακής απόδοσης σε όλα τα στάδια της ενεργειακής αλυσίδας και να χρησιμοποιούν πλήρη ανάλυση κόστους-οφέλους με βάση μοντέλο διαφοροποιημένων προεξοφλητικών επιτοκίων. Η χρηματοδοτική υποστήριξη θα πρέπει να εστιάζεται σε οικονομικά αποδοτικές μεθόδους για την αύξηση της ενεργειακής απόδοσης, που να οδηγούν σε μείωση της κατανάλωσης ενέργειας. Η ΕΤΕπ και η ΕΤΑΑ θα πρέπει, από κοινού με εθνικές αναπτυξιακές τράπεζες, να σχεδιάζουν, να παράγουν και να χρηματοδοτούν προγράμματα και έργα προσαρμοσμένα στον τομέα της απόδοσης, μεταξύ άλλων για τα νοικοκυριά που αντιμετωπίζουν ενεργειακή φτώχεια.

(116)

Η διατομεακή νομοθεσία παρέχει ισχυρή βάση για την προστασία των καταναλωτών για ευρύ φάσμα υφιστάμενων ενεργειακών υπηρεσιών, και ενδέχεται να αναπτυχθεί. Ωστόσο, θα πρέπει να καθοριστούν με σαφήνεια ορισμένα βασικά συμβατικά δικαιώματα των πελατών. Οι καταναλωτές θα πρέπει να διαθέτουν σαφείς και μη διφορούμενες πληροφορίες όσον αφορά τα δικαιώματά τους σε σχέση με τον ενεργειακό τομέα.

(117)

Εγγύηση για μεγαλύτερη προστασία των καταναλωτών αποτελεί η διαθεσιμότητα αποτελεσματικών ανεξάρτητων εξωδικαστικών μηχανισμών διακανονισμού διενέξεων για όλους τους καταναλωτές, όπως διαμεσολαβητής ενέργειας, φορέας των καταναλωτών ή ρυθμιστική αρχή. Τα κράτη μέλη θα πρέπει συνεπώς να θεσπίσουν διαδικασίες για τον ταχύ και αποτελεσματικό διακανονισμό των παραπόνων.

(118)

Για να καταστεί δυνατή η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της παρούσα ς οδηγίας, θα πρέπει να θεσπιστεί απαίτηση για διενέργεια γενικής επανεξέτασης της παρούσας οδηγίας και υποβολής έκθεσης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο το αργότερο έως τις 28 Φεβρουαρίου 2027. Η εν λόγω επανεξέταση θα πρέπει να καθιστά δυνατές τις αναγκαίες ευθυγραμμίσεις, λαμβάνοντας επίσης υπόψη τις εξελίξεις στην οικονομία και την καινοτομία.

(119)

Θα πρέπει να δοθεί πρωταγωνιστικός ρόλος στις τοπικές και περιφερειακές αρχές όσον αφορά την ανάπτυξη, τον σχεδιασμό, την εκτέλεση και την αξιολόγηση των μέτρων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία, ώστε να μπορούν να ανταποκριθούν κατάλληλα στις κλιματικές, πολιτισμικές και κοινωνικές ιδιαιτερότητές τους.

(119α)

Λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των εξόχως απόκεντρων περιοχών, όπως αναγνωρίζονται στο άρθρο 349 ΣΛΕΕ, ιδίως όσον αφορά την ενεργειακή σύνδεση, την παραγωγή, τον εφοδιασμό και την κατανάλωση, καθώς και του αυξημένου κινδύνου ενεργειακής φτώχειας, θα πρέπει κατά την κατάρτιση, την εφαρμογή και την αξιολόγηση των μέτρων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στις εξόχως απόκεντρες περιοχές και στους κατοίκους τους.

(120)

Αντανακλώντας την τεχνολογική πρόοδο και την αυξανόμενη χρήση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής, ο προκαθορισμένος συντελεστής για την εξοικονόμηση ηλεκτρικής ενέργειας σε kWh θα πρέπει να επανεξεταστεί ώστε να αντικατοπτρίζει τις αλλαγές στον συντελεστή πρωτογενούς ενέργειας (PEF) για την ηλεκτρική ενέργεια και άλλους φορείς ενέργειας. Ο υπολογισμός του PEF για την ηλεκτρική ενέργεια αντικατοπτρίζει το ενεργειακό μείγμα και βασίζεται στις ετήσιες μέσες τιμές. Για την ηλεκτροπαραγωγή από πυρηνικούς σταθμούς και την παραγωγή θερμότητας χρησιμοποιείται η μέθοδος υπολογισμού του «φυσικού ενεργειακού περιεχομένου» και για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και θερμότητας από ορυκτά καύσιμα και βιομάζα χρησιμοποιείται η μέθοδος της «τεχνικής απόδοσης της μετατροπής». Όσον αφορά την μη καύσιμη ανανεώσιμη ενέργεια, χρησιμοποιείται η μέθοδος του άμεσου ισοδυνάμου με βάση την προσέγγιση της «συνολικής πρωτογενούς ενέργειας». Για τον υπολογισμό του ποσοστού πρωτογενούς ενέργειας για την ηλεκτρική ενέργεια στη συμπαραγωγή ηλεκτρισμού και θερμότητας, εφαρμόζεται η μέθοδος που καθορίζεται στο παράρτημα II της παρούσας οδηγίας. Χρησιμοποιείται η μέση θέση στην αγορά, αντί της οριακής. Οι αποδόσεις μετατροπής θεωρείται ότι ανέρχονται στο 100 % για άκαυστη ανανεώσιμη ενέργεια, στο 10 % για γεωθερμικές μονάδες και στο 33 % για πυρηνικούς σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής. Ο υπολογισμός της συνολικής απόδοσης για συμπαραγωγή ηλεκτρισμού και θερμότητας υπολογίζεται βάσει των πλέον πρόσφατων στοιχείων της Eurostat. Όσον αφορά τα όρια του συστήματος, ο PEF είναι 1 για όλες τις πηγές ενέργειας. Η τιμή του PEF αναφέρεται στο 2018 και βασίζεται σε δεδομένα που παρεμβάλλονται από την πιο πρόσφατη έκδοση του σεναρίου αναφοράς PRIMES για το 2015 και το 2020 και προσαρμόζονται με δεδομένα της Eurostat έως το 2016. Η ανάλυση καλύπτει τα κράτη μέλη και τη Νορβηγία. Το σύνολο δεδομένων για τη Νορβηγία βασίζεται σε δεδομένα του ENTSO-E.

(121)

Η εξοικονόμηση ενέργειας που προκύπτει από την εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου δεν θα πρέπει να δηλώνεται, εκτός εάν προκύπτει από μέτρο που υπερβαίνει τα ελάχιστα απαιτούμενα από την οικεία ενωσιακή νομική πράξη, είτε με καθορισμό πιο φιλόδοξων απαιτήσεων ενεργειακής απόδοσης σε επίπεδο κράτους μέλους είτε με αύξηση της εφαρμογής του μέτρου. Τα κτίρια προσφέρουν σημαντικές δυνατότητες για περαιτέρω αύξηση της ενεργειακής απόδοσης και η ανακαίνιση των κτιρίων αποτελεί ουσιαστικό και μακροπρόθεσμο στοιχείο με οικονομίες κλίμακας για την αύξηση της εξοικονόμησης ενέργειας. Χρειάζεται επομένως να διευκρινιστεί ότι είναι δυνατόν να δηλώνεται όλη η εξοικονόμηση ενέργειας που προκύπτει από μέτρα προώθησης της ανακαίνισης υφιστάμενων κτιρίων, εφόσον υπερβαίνει την εξοικονόμηση που θα επερχόταν χωρίς το μέτρο πολιτικής και εφόσον το κράτος μέλος αποδείξει ότι τα υπόχρεα, τα συμμετέχοντα ή τα εξουσιοδοτηθέντα μέρη έχουν συμβάλει όντως στην επίτευξη της εξοικονόμησης ενέργειας που δηλώνεται.

(122)

Σύμφωνα με τη στρατηγική της Ενεργειακής Ένωσης και τις αρχές βελτίωσης του νομοθετικού μέτρου, θα πρέπει να δίνεται μεγαλύτερη σημασία στους κανόνες παρακολούθησης και επαλήθευσης για την εφαρμογή των καθεστώτων επιβολής της υποχρέωσης ενεργειακής απόδοσης και εναλλακτικών μέτρων πολιτικής, μεταξύ άλλων στην απαίτηση ελέγχου ενός στατιστικά αντιπροσωπευτικού δείγματος μέτρων. Στην παρούσα οδηγία, «στατιστικά σημαντικό ποσοστό και αντιπροσωπευτικό δείγμα των μέτρων βελτίωσης εξοικονόμησης απόδοσης» θα πρέπει να νοείται ότι απαιτεί τον καθορισμό ενός υποσυνόλου στατιστικού πληθυσμού των εν λόγω μέτρων εξοικονόμησης ενέργειας, με τρόπο που να αντιπροσωπεύει με ακρίβεια το σύνολο του πληθυσμού όλων των μέτρων εξοικονόμησης ενέργειας, και, συνεπώς, να επιτρέπει ευλόγως αξιόπιστα συμπεράσματα όσον αφορά την εμπιστοσύνη στο σύνολο των μέτρων.

(123)

Ενέργεια που παράγεται επί ή εντός κτιρίων με τεχνολογίες ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές μειώνει την ποσότητα της ενέργειας που παρέχεται από ορυκτά καύσιμα. Η μείωση της κατανάλωσης ενέργειας και η χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στον κτιριακό τομέα συνιστούν σημαντικά μέτρα μείωσης της ενεργειακής εξάρτησης της Ένωσης και των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, ιδίως ενόψει των φιλόδοξων στόχων για το κλίμα και την ενέργεια για το 2030, καθώς και της συνολικής δέσμευσης που διατυπώθηκε στο πλαίσιο της συμφωνίας του Παρισιού. Για τους σκοπούς της σωρευτικής υποχρέωσής τους για εξοικονόμηση ενέργειας, τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν υπόψη την εξοικονόμηση ενέργειας που προκύπτει από μέτρα πολιτικής που προωθούν τις ανανεώσιμες τεχνολογίες, προκειμένου να ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους για εξοικονόμηση ενέργειας σύμφωνα με τη μεθοδολογία υπολογισμού που παρέχει η παρούσα οδηγία. Η εξοικονόμηση ενέργειας από μέτρα πολιτικής σχετικά με τη χρήση άμεσης καύσης ορυκτών καυσίμων δεν θα πρέπει να συνυπολογίζεται.

(124)

Ορισμένες από τις αλλαγές που εισάγονται με την παρούσα οδηγία ενδέχεται να απαιτήσουν μεταγενέστερη τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999 προκειμένου να διασφαλιστεί η συνοχή μεταξύ των δύο νομικών πράξεων. Οι νέες διατάξεις, που αφορούν κυρίως τον καθορισμό δεσμευτικών εθνικών συνεισφορών , χαρτών πορείας και οροσήμων τους , τους μηχανισμούς αναπλήρωσης ελλειμμάτων και τις υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων, θα πρέπει να εξορθολογιστούν και να μεταφερθούν στον εν λόγω κανονισμό, μόλις τροποποιηθεί. Ορισμένες διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999 ενδέχεται επίσης να χρειαστεί να επανεξεταστούν ενόψει των αλλαγών που προτείνονται στην παρούσα οδηγία. Οι πρόσθετες απαιτήσεις υποβολής εκθέσεων και παρακολούθησης δεν θα πρέπει να δημιουργήσουν νέα παράλληλα συστήματα υποβολής εκθέσεων, αλλά θα υπόκεινται στο υφιστάμενο πλαίσιο παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999.

(125)

Για την προώθηση της πρακτικής εφαρμογής της παρούσας οδηγίας σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, η Επιτροπή θα πρέπει να συνεχίσει να στηρίζει την ανταλλαγή εμπειριών σχετικά με πρακτικές, συγκριτική αξιολόγηση, δραστηριότητες δικτύωσης, καθώς και καινοτόμες πρακτικές μέσω μιας επιγραμμικής πλατφόρμας.

(126)

Δεδομένου ότι οι στόχοι της παρούσας οδηγίας, ήτοι η επίτευξη του στόχου ενεργειακής απόδοσης της Ένωσης και η προετοιμασία του εδάφους για περαιτέρω μέτρα για την ενεργειακή απόδοση και προς την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας δεν μπορούν να επιτευχθούν ικανοποιητικά από τα κράτη μέλη, μπορούν όμως εξαιτίας της κλίμακας και των αποτελεσμάτων της προβλεπόμενης δράσης να επιτευχθούν καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση δύναται να λάβει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των εν λόγω στόχων.

(127)

Προκειμένου να καταστεί δυνατή η προσαρμογή στην τεχνική πρόοδο και στις αλλαγές στην κατανομή των ενεργειακών πηγών, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 της ΣΛΕΕ όσον αφορά την επανεξέταση των εναρμονισμένων τιμών απόδοσης αναφοράς που ορίζονται βάσει της παρούσας οδηγίας και όσον αφορά τις τιμές, τις μεθόδους υπολογισμού, τον προκαθορισμένο συντελεστή πρωτογενούς ενέργειας και τις απαιτήσεις στα παραρτήματα της οδηγίας αυτής.

(128)

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό η Επιτροπή να διεξάγει, κατά τις προπαρασκευαστικές της εργασίες, τις κατάλληλες διαβουλεύσεις, μεταξύ άλλων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, οι οποίες να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου (52). Πιο συγκεκριμένα, προκειμένου να διασφαλιστεί η ίση συμμετοχή στην προετοιμασία των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα κατά τον ίδιο χρόνο με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, και οι εμπειρογνώμονές τους έχουν συστηματικά πρόσβαση στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που ασχολούνται με την προετοιμασία κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

(129)

Προκειμένου να διασφαλιστούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες. Οι εν λόγω αρμοδιότητες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (53).

(130)

Η υποχρέωση μεταφοράς της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο θα πρέπει να περιοριστεί στις διατάξεις που συνιστούν τροποποιήσεις ουσίας της προϋπάρχουσας οδηγίας. Η υποχρέωση μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο των διατάξεων που δεν τροποποιούνται απορρέει από την εν λόγω προϋπάρχουσα οδηγία.

(131)

Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τις υποχρεώσεις των κρατών μελών όσον αφορά τις προθεσμίες μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο των οδηγιών που απαριθμούνται στο παράρτημα XV, μέρος B,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ, ΟΡΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΣΤΟΧΟΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗΣ ΑΠΟΔΟΣΗΣ

Άρθρο 1

Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

1.   Η παρούσα οδηγία θεσπίζει κοινό πλαίσιο μέτρων για την προώθηση της ενεργειακής απόδοσης εντός της Ένωσης προκειμένου να διασφαλισθεί η επίτευξη του δεσμευτικού στόχου της Ένωσης στην ενεργειακή απόδοση και καθιστά δυνατές περαιτέρω βελτιώσεις της ενεργειακής απόδοσης, συμβάλλοντας στην εφαρμογή της συμφωνίας του Παρισιού και στην ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού της Ένωσης μέσω της μείωσης της εξάρτησής της από τις εισαγωγές ενέργειας, συμπεριλαμβανομένων των ορυκτών καυσίμων, με παράλληλη μετατροπή των ενεργειακών σχέσεων της Ένωσης με τρίτες χώρες εταίρους προς την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας.

Η παρούσα οδηγία καθορίζει κανόνες με σκοπό την υλοποίηση της ενεργειακής απόδοσης κατά προτεραιότητα σε όλους τους τομείς, την άρση των φραγμών στην αγορά ενέργειας και την εξάλειψη των αδυναμιών της αγοράς που παρεμποδίζουν την απόδοση στον εφοδιασμό, τη μεταφορά, την αποθήκευση και τη χρήση ενέργειας. Προβλέπει επίσης τον καθορισμό δεσμευτικών εθνικών στόχων ενεργειακής απόδοσης και συνεισφορών για το 2030.

Η παρούσα οδηγία συμβάλλει στην εφαρμογή της αρχής της προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση, συμβάλλοντας έτσι στη δημιουργία μιας Ένωσης που θα είναι μια συμπεριληπτική, δίκαιη και ευημερούσα κοινωνία με μια σύγχρονη, αποδοτική ως προς τη χρήση των πόρων και ανταγωνιστική οικονομία.

2.   Οι απαιτήσεις που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία συνιστούν ελάχιστες απαιτήσεις και δεν εμποδίζουν τα κράτη μέλη να διατηρούν ή να λαμβάνουν αυστηρότερα μέτρα. Τα μέτρα αυτά πρέπει να είναι συμβατά με το δίκαιο της Ένωσης. Εάν η εθνική νομοθεσία προβλέπει αυστηρότερα μέτρα, το κράτος μέλος γνωστοποιεί το εν λόγω νομοθέτημα στην Επιτροπή.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)

«ενέργεια»: όλες οι μορφές ενεργειακών προϊόντων, τα καύσιμα, η θερμότητα, η ανανεώσιμη ενέργεια, ο ηλεκτρισμός ή οποιαδήποτε άλλη μορφή ενέργειας, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1099/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (54)·

2)

«προτεραιότητα στην ενεργειακή απόδοση»: «προτεραιότητα στην ενεργειακή απόδοση» όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 18) του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999·

3)

«ενεργειακό σύστημα»: σύστημα που έχει σχεδιαστεί κυρίως για την παροχή ενεργειακών υπηρεσιών για την κάλυψη της ζήτησης για ενέργεια στους τομείς τελικής χρήσης υπό τη μορφή θερμότητας, καυσίμων και ηλεκτρικής ενέργειας·

3α)

«αποδοτικότητα συστήματος»: η επιλογή των ενεργειακά αποδοτικών λύσεων που καθιστούν επίσης δυνατές μια οικονομικά αποδοτική πορεία απαλλαγής από τις ανθρακούχες εκπομπές, την πρόσθετη ευελιξία και την αποδοτική χρήση των πόρων·

4)

«κατανάλωση πρωτογενούς ενέργειας»: η ακαθάριστη διαθέσιμη ενέργεια, εξαιρουμένων των καυσίμων της διεθνούς ναυτιλίας, της τελικής μη ενεργειακής κατανάλωσης και της θερμότητας περιβάλλοντος και γεωθερμική ενέργεια που χρησιμοποιείται σε αντλίες θερμότητας·

5)

«τελική κατανάλωση ενέργειας»: όλη η ενέργεια που παρέχεται στη βιομηχανία, τις μεταφορές (συμπεριλαμβανομένης της ενεργειακής κατανάλωσης στις διεθνείς αεροπορικές μεταφορές), τα νοικοκυριά, τις δημόσιες και ιδιωτικές υπηρεσίες, τη γεωργία, τις δασοκομικές δραστηριότητες και την αλιεία και άλλους τελικούς χρήστες (τελικούς καταναλωτές ενέργειας). Εξαιρούνται η ενεργειακή κατανάλωση στα καύσιμα της διεθνούς ναυτιλίας, η θερμότητα περιβάλλοντος και η γεωθερμική ενέργεια που χρησιμοποιείται σε αντλίες θερμότητας , οι παραδόσεις στον τομέα της μετατροπής, τον τομέα της ενέργειας και οι απώλειες λόγω μεταφοράς και διανομής (ισχύουν οι ορισμοί του παραρτήματος A του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1099/2008)·

6)

«ενεργειακή απόδοση»: ο λόγος της εκροής επιδόσεων, υπηρεσιών, αγαθών ή ενέργειας προς την εισροή ενέργειας·

7)

«εξοικονόμηση ενέργειας»: ποσότητα εξοικονομούμενης ενέργειας, η οποία προσδιορίζεται με τη μέτρηση ή/και τον κατ’ εκτίμηση υπολογισμό της κατανάλωσης πριν και μετά την υλοποίηση ενός μέτρου βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης, με ταυτόχρονη εξασφάλιση της σταθερότητας των εξωτερικών συνθηκών που επηρεάζουν την ενεργειακή κατανάλωση·

8)

«βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης»: αύξηση της ενεργειακής απόδοσης λόγω τεχνολογικών, συμπεριφορικών ή/και οικονομικών αλλαγών·

9)

«ενεργειακή υπηρεσία»: το φυσικό όφελος, η χρησιμότητα ή το πλεονέκτημα που προκύπτουν από συνδυασμό ενέργειας με ενεργειακά αποδοτική τεχνολογία ή με δράση η οποία μπορεί να περιλαμβάνει τις εργασίες, τη συντήρηση και τον έλεγχο που απαιτούνται για την παροχή της υπηρεσίας, που παρέχεται βάσει σύμβασης και υπό κανονικές συνθήκες έχει αποδείξει ότι οδηγεί σε επαληθεύσιμη και μετρήσιμη ή εκτιμώμενη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης ή σε εξοικονόμηση πρωτογενούς ενέργειας·

10)

«δημόσιοι φορείς»: οι «αναθέτουσες αρχές» της οδηγίας 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (55)·

10α)

«κτίρια χρησιμοποιούμενα για κοινωνικούς σκοπούς»: τα κτίρια που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά από φορείς άλλους από τους δημόσιους, τα οποία χρηματοδοτούνται από το δημόσιο και παρέχουν υπηρεσίες γενικού συμφέροντος, όπως η εκπαίδευση, η υγεία, οι κοινωνικές υπηρεσίες ή η κοινωνική στέγαση·

11)

«συνολικό ωφέλιμο εμβαδόν δαπέδου»: το εμβαδόν των δαπέδων κτιρίου ή μέρους κτιρίου στο οποίο χρησιμοποιείται ενέργεια για τη ρύθμιση των κλιματικών συνθηκών στο εσωτερικό του·

12)

«αναθέτουσες αρχές»: οι αναθέτουσες αρχές όπως ορίζονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1, στο άρθρο 2 παράγραφος 1 και στο άρθρο 3 παράγραφος 1 των οδηγιών 2014/23/ΕΕ, 2014/24/ΕΕ και 2014/25/ΕΕ, αντιστοίχως·

13)

«αναθέτοντες φορείς»: οι αναθέτοντες φορείς όπως ορίζονται στις οδηγίες 2014/23/ΕΕ και 2014/25/ΕΕ, αντιστοίχως·

14)

το σύνολο των αλληλένδετων ή αλληλεπιδρώντων στοιχείων ενός σχεδίου που θέτει στόχο ενεργειακής απόδοσης και χαράσσει τη στρατηγική επίτευξης του εν λόγω στόχου, στα οποία περιλαμβάνονται η παρακολούθηση της πραγματικής κατανάλωσης ενέργειας, οι δράσεις που αναλαμβάνονται για την αύξηση της ενεργειακής απόδοσης και η μέτρηση της προόδου·

15)

«ευρωπαϊκό πρότυπο»: πρότυπο που εκδίδεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τυποποίησης, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ηλεκτροτεχνικής Τυποποίησης ή το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Τυποποίησης στον τομέα των Τηλεπικοινωνιών και διατίθεται προς δημόσια χρήση·

16)

«διεθνές πρότυπο»: πρότυπο το οποίο έχει εκδοθεί από τον Διεθνή Οργανισμό Τυποποίησης και διατίθεται στο κοινό·

17)

«υπόχρεο μέρος»: διανομέας ενέργειας ή η εταιρεία λιανικής πώλησης ενέργειας ή διαχειριστής συστήματος μεταφοράς που δεσμεύεται από τα εθνικά καθεστώτα επιβολής της υποχρέωσης ενεργειακής απόδοσης που αναφέρονται στο άρθρο 9·

18)

«εξουσιοδοτηθέν μέρος»: νομικό πρόσωπο στο οποίο έχει ανατεθεί από κυβέρνηση ή από άλλο δημόσιο φορέα εξουσία ανάπτυξης, διαχείρισης ή λειτουργίας ενός χρηματοδοτικού προγράμματος εξ ονόματος της κυβέρνησης ή του άλλου δημόσιου φορέα·

19)

«συμμετέχον μέρος»: επιχείρηση ή δημόσιος φορέας που δεσμεύεται να επιτύχει ορισμένους στόχους βάσει εθελοντικής συμφωνίας, ή καλύπτεται από εθνικό κανονιστικό μέσο πολιτικής·

20)

«δημόσια αρχή επιβολής»: φορέας ο οποίος διέπεται από το δημόσιο δίκαιο και είναι υπεύθυνος για την επιβολή ή την παρακολούθηση της φορολογίας της ενέργειας ή του άνθρακα, των χρηματοδοτικών καθεστώτων και μέσων, των φορολογικών κινήτρων, προτύπων και κανόνων, των καθεστώτων ενεργειακής επισήμανσης, της εκπαίδευσης ή της κατάρτισης·

21)

«μέτρο πολιτικής»: κανονιστικό, χρηματοδοτικό, δημοσιονομικό, εθελοντικό ή ενημερωτικό μέσο το οποίο έχει καθιερωθεί και εφαρμόζεται επισήμως σε ένα κράτος μέλος προκειμένου να δημιουργήσει ένα υποστηρικτικό πλαίσιο, απαίτηση ή κίνητρο για τους παράγοντες της αγοράς ώστε να παρέχουν και να αγοράζουν ενεργειακές υπηρεσίες και να αναλαμβάνουν άλλα μέτρα για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης·

22)

«επιμέρους δράση»: δράση η οποία οδηγεί σε βελτιώσεις της ενεργειακής απόδοσης που μπορούν να επαληθευτούν και να μετρηθούν ή να εκτιμηθούν και η οποία πραγματοποιείται ως αποτέλεσμα μέτρου πολιτικής·

23)

«διανομέας ενέργειας»: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένου του διαχειριστή συστήματος διανομής, που είναι υπεύθυνο για τη μεταφορά ενέργειας, με σκοπό να την παραδώσει στους τελικούς καταναλωτές ή σε σταθμούς διανομής που πωλούν ενέργεια στους τελικούς καταναλωτές·

24)

«διαχειριστής συστήματος διανομής»: ο «διαχειριστής συστήματος διανομής» όπως ορίζεται άρθρο 2 παράγραφος 29 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/944 όσον αφορά την ηλεκτρική ενέργεια και στο άρθρο 2 παράγραφος 6 της οδηγίας 2009/73/ΕΚ, όσον αφορά το φυσικό αέριο, αντίστοιχα·

25)

«εταιρεία λιανικής πώλησης ενέργειας»: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που πωλεί ενέργεια σε τελικούς καταναλωτές·

26)

«τελικός καταναλωτής»: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αγοράζει ενέργεια για δική του τελική χρήση·

27)

«πάροχος ενεργειακής υπηρεσίας»: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παρέχει ενεργειακές υπηρεσίες ή μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης σε εγκαταστάσεις ή χώρους τελικού καταναλωτή·

27α)

«μικρή ή μεσαία επιχείρηση» ή «ΜΜΕ»: επιχείρηση όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 του παραρτήματος της σύστασης 2003/361/ΕΚ της Επιτροπής  (56)·

27β)

«πολύ μικρή επιχείρηση»: χρηματοπιστωτική οντότητα όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 του παραρτήματος της σύστασης 2003/361/ΕΚ·

28)

«ενεργειακός έλεγχος»: η συστηματική διαδικασία με σκοπό την απόκτηση επαρκούς γνώσης και η διαχείριση του συνόλου χαρακτηριστικών ενεργειακής κατανάλωσης ενός κτιρίου ή μιας ομάδας κτιρίων, μιας βιομηχανικής ή εμπορικής δραστηριότητας ή εγκατάστασης, ιδιωτικής ή δημόσιας υπηρεσίας, με την οποία εντοπίζονται και προσδιορίζονται ποσοτικά οι οικονομικώς αποδοτικές δυνατότητες εξοικονόμησης ενέργειας, με τον προσδιορισμό του δυναμικού οικονομικά αποδοτικής χρήσης ή παραγωγής ανανεώσιμης ενέργειας και μετά την οποία συντάσσεται έκθεση αποτελεσμάτων·

29)

«σύμβαση ενεργειακής απόδοσης»: συμβατική συμφωνία μεταξύ του δικαιούχου και του παρόχου μέτρου βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης, η οποία επαληθεύεται και παρακολουθείται καθ’ όλη τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης, στο πλαίσιο της οποίας πραγματοποιούνται πληρωμές για έργο, προμήθεια ή υπηρεσία για το μέτρο αυτό, οι οποίες συνδέονται με ένα συμβατικώς συμφωνηθέν επίπεδο βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης ή με άλλο συμφωνηθέν κριτήριο ενεργειακής απόδοσης, όπως η εξοικονόμηση χρημάτων·

30)

«έξυπνο σύστημα μέτρησης» ή «ευφυές σύστημα μέτρησης»: «έξυπνο σύστημα μέτρησης» όπως ορίζεται στην οδηγία (ΕΕ) 2019/944·

30α)

«σημείο επαναφόρτισης»: σημείο επαναφόρτισης όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 41 της οδηγίας … [Οδηγία AFIR 2021/0223(COD)]·

31)

«διαχειριστής συστήματος μεταφοράς»: ο «διαχειριστής συστήματος μεταφοράς» όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 35 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/944 και στην οδηγία 2009/73/ΕΚ, για την ηλεκτρική ενέργεια και το φυσικό αέριο, αντίστοιχα·

32)

«συμπαραγωγή»: η ταυτόχρονη παραγωγή θερμικής και ηλεκτρικής ή μηχανικής ενέργειας στο πλαίσιο μίας μόνο διαδικασίας·

33)

«οικονομικά δικαιολογημένη ζήτηση»: η ζήτηση που δεν υπερβαίνει τις ανάγκες θέρμανσης ή ψύξης και η οποία διαφορετικά θα ικανοποιούνταν, σύμφωνα με τις συνθήκες της αγοράς, με διαδικασίες παραγωγής ενέργειας διαφορετικές από την συμπαραγωγή·

34)

«ωφέλιμη θερμότητα»: η θερμότητα που παράγεται στο πλαίσιο διαδικασίας συμπαραγωγής προκειμένου να ικανοποιήσει μια οικονομικά δικαιολογημένη ζήτηση για θέρμανση ή ψύξη·

35)

«ηλεκτρική ενέργεια από συμπαραγωγή»: η ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται στο πλαίσιο μιας διαδικασίας συνδεόμενης με την παραγωγή ωφέλιμης θερμότητας και υπολογίζεται σύμφωνα με τη μεθοδολογία που καθορίζεται στο παράρτημα II·

36)

«συμπαραγωγή υψηλής απόδοσης»: η συμπαραγωγή που πληροί τα κριτήρια του παραρτήματος III·

(37)

«συνολική απόδοση»: ο λόγος της ετήσιας ποσότητας παραγόμενης ηλεκτρικής και μηχανικής ενέργειας και παραγόμενης ωφέλιμης θερμότητας προς τα καύσιμα που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή θερμότητας στο πλαίσιο διαδικασίας συμπαραγωγής, καθώς και για την ακαθάριστη παραγωγή ηλεκτρικής και μηχανικής ενέργειας·

38)

«λόγος ηλεκτρικής ενέργειας/θερμότητας»: ο λόγος της ηλεκτρικής ενέργειας από συμπαραγωγή προς την ωφέλιμη θερμότητα, υπό πλήρη κατάσταση λειτουργίας συμπαραγωγής, με χρήση των λειτουργικών δεδομένων της συγκεκριμένης μονάδας·

39)

«μονάδα συμπαραγωγής»: μονάδα δυναμένη να λειτουργεί ως μονάδα συμπαραγωγής·

40)

«μονάδα συμπαραγωγής μικρής κλίμακας»: μονάδα συμπαραγωγής με εγκατεστημένη ισχύ μικρότερη από 1 MWe·

41)

«μονάδα συμπαραγωγής πολύ μικρής κλίμακας»: μονάδα συμπαραγωγής με μέγιστη ισχύ μικρότερη από 50 kWe·

42)

«αποδοτικό σύστημα τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης»: σύστημα τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης που πληροί τα κριτήρια του άρθρου 24·

43)

«αποδοτική θέρμανση και ψύξη»: επιλογή θέρμανσης και ψύξης η οποία, συγκρινόμενη με ένα βασικό σενάριο συνήθους δραστηριότητας, μειώνει κατά τρόπο μετρήσιμο τη χρήση πρωτογενούς ενέργειας που απαιτείται για την παραγωγή μίας μονάδας παρεχόμενης ενέργειας εντός των ορίων συστήματος κατά τρόπο οικονομικώς αποδοτικό, σύμφωνα με την αξιολόγηση της ανάλυσης κόστους-οφέλους που αναφέρεται στην παρούσα οδηγία, λαμβάνοντας υπόψη την ενέργεια που χρειάζεται για την εξόρυξη, τη μετατροπή, τη μεταφορά και τη διανομή·

44)

«αποδοτική ατομική θέρμανση και ψύξη»: επιλογή ατομικής θέρμανσης και ψύξης η οποία, συγκρινόμενη με την αποδοτική τηλεθέρμανση και τηλεψύξη, μειώνει κατά τρόπο μετρήσιμο τη χρήση πρωτογενούς μη ανανεώσιμης ενέργειας που απαιτείται για την παραγωγή μίας μονάδας παρεχόμενης ενέργειας εντός των ορίων συστήματος ή απαιτεί τη χρήση ίδιας πρωτογενούς μη ανανεώσιμης ενέργειας αλλά με μικρότερο κόστος, λαμβάνοντας υπόψη την ενέργεια που χρειάζεται για την εξόρυξη, τη μετατροπή, τη μεταφορά και τη διανομή·

45)

«κέντρο δεδομένων»: δομή ή ομάδα δομών που χρησιμοποιούνται για τη στέγαση, τη σύνδεση και τη λειτουργία συστημάτων υπολογιστών/διακομιστών και συναφούς εξοπλισμού για την αποθήκευση, την επεξεργασία και/ή τη διανομή δεδομένων, καθώς και συναφείς δραστηριότητες, όπως ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2022/132 της Επιτροπής  (57)·

46)

«ουσιαστική ανακαίνιση»: ανακαίνιση της οποίας το κόστος υπερβαίνει το 50 % του κόστους επένδυσης για νέα συγκρίσιμη μονάδα·

47)

«φορέας συγκέντρωσης»: έχει το νόημα που αποδίδεται στον «ανεξάρτητο φορέα σωρευτικής εκπροσώπησης» όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 19 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/944·

48)

«ενεργειακή φτώχεια»: η  αδυναμία ενός νοικοκυριού , η οποία συνδέεται με οικονομική απροσιτότητα, να καλύψει τις βασικές ανάγκες ενεργειακού εφοδιασμού του και η έλλειψη πρόσβασης σε βασικές ενεργειακές υπηρεσίες για τη διασφάλιση βασικών επιπέδων άνεσης και υγιεινής , αξιοπρεπούς βιοτικού επιπέδου και υγείας, συμπεριλαμβανομένων επαρκούς θέρμανσης, ζεστού νερού , ψύξης, φωτισμού και ενέργειας για τις ηλεκτρικές συσκευές, στο σχετικό εθνικό πλαίσιο, στην υφιστάμενη κοινωνική πολιτική και σε άλλες συναφείς πολιτικές, που προκαλείται από έναν ή από συνδυασμό των ακόλουθων παραγόντων: ανεπάρκεια αναλώσιμου εισοδήματος, υψηλές ενεργειακές δαπάνες και χαμηλή ενεργειακή απόδοση των σπιτιών·

49)

«τελικός χρήστης»: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αγοράζει θέρμανση, ψύξη ή ζεστό νερό οικιακής χρήσης για δική του τελική χρήση, ή το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που καταλαμβάνει μεμονωμένο κτίριο ή μονάδα σε πολυκατοικία ή κτίριο πολλαπλών χρήσεων που τροφοδοτείται με θέρμανση, ψύξη ή ζεστό νερό οικιακής χρήσης από κεντρική πηγή, το οποίο δεν έχει άμεση ή ατομική σύμβαση με τον προμηθευτή ενέργειας·

50)

«διχασμός κινήτρων»: η έλλειψη δίκαιης και εύλογης κατανομής των οικονομικών υποχρεώσεων και ωφελημάτων που σχετίζονται με επενδύσεις ενεργειακής απόδοσης μεταξύ των ενδιαφερόμενων υποκειμένων, για παράδειγμα των ιδιοκτητών και των ενοικιαστών ή των διαφορετικών ιδιοκτητών κτιριακών μονάδων, ή των ιδιοκτητών και των ενοικιαστών ή διαφορετικών ιδιοκτητών πολυκατοικιών ή κτιρίων πολλαπλών χρήσεων·

50α)

«στρατηγική συμμετοχής»: στρατηγική που θέτει στόχους, αναπτύσσει τεχνικές και θεσπίζει τη διαδικασία για τη συμμετοχή όλων των σχετικών ενδιαφερόμενων μερών σε εθνικό και τοπικό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένων εκπροσώπων της κοινωνίας των πολιτών, όπως οι οργανώσεις καταναλωτών, στη διαδικασία χάραξης πολιτικής, με στόχο την αύξηση της ευαισθητοποίησης, την απόκτηση ανάδρασης σχετικά με τις πολιτικές αυτές και τη βελτίωση της αποδοχής τους από το κοινό·

50β)

«μονοαπευθυντική υπηρεσία»: ενιαίο σημείο για την παροχή συμβουλών, καθοδήγησης και πληροφοριών.

Άρθρο 3

Αρχή της προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση

1.   Σύμφωνα με την αρχή της προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι λύσεις ενεργειακής απόδοσης , συμπεριλαμβανομένων των πόρων από την πλευρά της ζήτησης και των δυνατοτήτων ευελιξίας του συστήματος, να αξιολογούνται κατά τη χάραξη και τον σχεδιασμό των αποφάσεων πολιτικής, καθώς και στις σημαντικές επενδυτικές αποφάσεις που σχετίζονται με τους ακόλουθους τομείς:

α)

ενεργειακά συστήματα, και

β)

μη ενεργειακοί τομείς, όταν οι εν λόγω τομείς έχουν αντίκτυπο στην κατανάλωση ενέργειας και στην ενεργειακή απόδοση , συμπεριλαμβανομένων των κτιρίων, των μεταφορών, των υδάτων, της τεχνολογίας της πληροφορίας και των επικοινωνιών (ΤΠΕ), της γεωργίας και του χρηματοοικονομικού τομέα.

2.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η εφαρμογή της αρχής της προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, της ολοκλήρωσης του τομέα και των διατομεακών επιπτώσεων , επαληθεύεται από τις σχετικές οντότητες όταν οι αποφάσεις πολιτικής, σχεδιασμού και επενδύσεων υπόκεινται σε απαιτήσεις έγκρισης και παρακολούθησης.

2α.     Κατά την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη τη σύσταση (ΕΕ) 2021/1749 της Επιτροπής  (58).

3.   Κατά την εφαρμογή της αρχής της προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση, τα κράτη μέλη:

α)

αναπτύσσουν, εφαρμόζουν και δημοσιοποιούν μεθοδολογία κόστους-οφέλους που επιτρέπει την ορθή αξιολόγηση των ευρύτερων οφελών των λύσεων ενεργειακής απόδοσης, λαμβάνοντας υπόψη ολόκληρο τον κύκλο ζωής και τις προβλέψιμες εξελίξεις, την απόδοση του συστήματος και την οικονομική αποδοτικότητα, την ασφάλεια του εφοδιασμού και την ποσοτικοποίηση από την άποψη της κοινωνιακής, υγειονομικής, οικονομικής και κλιματικής ουδετερότητας·

αα)

διασφαλίζουν ότι η εφαρμογή της αρχής της προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση θα έχει θετικό αντίκτυπο στην αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας·

β)

προσδιορίζουν μια οντότητα ως υπεύθυνη για την παρακολούθηση της εφαρμογής της αρχής της προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση και των επιπτώσεων των ρυθμιστικών πλαισίων, συμπεριλαμβανομένων των χρηματοοικονομικών κανονισμών , των αποφάσεων σχεδιασμού, πολιτικής και επενδύσεων στην κατανάλωση ενέργειας και την ενεργειακή απόδοση , και τα ενεργειακά συστήματα ·

βα)

διασφαλίζουν ότι οι επενδύσεις που πραγματοποιούνται είναι περιβαλλοντικά βιώσιμες σε όλα τα στάδια της αλυσίδας αξίας της ενέργειας και εφαρμόζουν τις αρχές της κυκλικότητας κατά τη μετάβαση στην κλιματική ουδετερότητα·

γ)

υποβάλλουν έκθεση στην Επιτροπή, στο πλαίσιο των ενοποιημένων εθνικών εκθέσεων προόδου για την ενέργεια και το κλίμα σύμφωνα με το άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999, σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η αρχή της προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση λήφθηκε υπόψη στον εθνικό, περιφερειακό και τοπικό σχεδιασμό, στις πολιτικές και τις επενδυτικές αποφάσεις που αφορούν τα εθνικά και περιφερειακά ενεργειακά συστήματα και στους μη ενεργειακούς τομείς, όταν οι εν λόγω τομείς έχουν αντίκτυπο στην κατανάλωση ενέργειας και την ενεργειακή απόδοση, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, των εξής:

i)

αξιολόγησης της συστηματικής εφαρμογής και των οφελών της αρχής της προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση στα ενεργειακά συστήματα, ιδίως σε σχέση με την κατανάλωση ενέργειας·

ii)

καταλόγου των μέτρων που λαμβάνονται για την άρση τυχόν κανονιστικών ή μη κανονιστικών φραγμών στην ενεργειακή απόδοση, προκειμένου να τεθούν οι λύσεις από την πλευρά της ζήτησης σε ισότιμη βάση με τα μέτρα από την πλευρά της προσφοράς, μεταξύ άλλων μέσω του εντοπισμού και της κατάργησης της εθνικής νομοθεσίας και των μέτρων που αντιβαίνουν στην αρχή της προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση.

3α.     Έως … [έξι μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας], η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη για τη συμπλήρωση της παρούσας οδηγίας με τη θέσπιση κοινού γενικού πλαισίου, συμπεριλαμβανομένων της εποπτείας, της διαδικασίας παρακολούθησης και της υποβολής εκθέσεων που μπορούν να χρησιμοποιούν τα κράτη μέλη για τον σχεδιασμό των μεθοδολογιών κόστους-οφέλους που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχείο α), προκειμένου να διασφαλίζεται η συγκρισιμότητα, αφήνοντας παράλληλα στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να προσαρμόζονται στις εθνικές και τοπικές συνθήκες.

Άρθρο 4

Στόχοι ενεργειακής απόδοσης

1.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν συλλογικά μείωση της κατανάλωσης ενέργειας κατά τουλάχιστον 40 % έως το 2030 στην τελική κατανάλωση ενέργειας και 42,5 % στην πρωτογενή κατανάλωση ενέργειας σε σύγκριση με τις προβολές του σεναρίου αναφοράς του 2007 , έτσι ώστε η τελική κατανάλωση ενέργειας της Ένωσης να μην υπερβαίνει τα 740 εκατομμύρια ΤΙΠ και η κατανάλωση πρωτογενούς ενέργειας της Ένωσης να μην υπερβαίνει τα 960 εκατομμύρια ΤΙΠ το 2030 (59).

2.   Κάθε κράτος μέλος θεσπίζει δεσμευτικές εθνικές συνεισφορές ενεργειακής απόδοσης για την κατανάλωση πρωτογενούς και τελικής ενέργειας για τη συλλογική επίτευξη του δεσμευτικού στόχου της Ένωσης που καθορίζεται στην παράγραφο 1. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τις συνεισφορές αυτές, μαζί με πορεία δύο σημείων αναφοράς (ορόσημα), 2025 και 2027, για τις εν λόγω συνεισφορές, στο πλαίσιο των επικαιροποιήσεων των ενοποιημένων εθνικών σχεδίων τους για την ενέργεια και το κλίμα σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999, και στο πλαίσιο των ενοποιημένων εθνικών σχεδίων τους για την ενέργεια και το κλίμα, όπως αναφέρεται και σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται στο άρθρο 3 και στα άρθρα 7 έως 12 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999. Κατά τον καθορισμό των δεσμευτικών εθνικών συνεισφορών τους , τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τον τύπο που ορίζεται στο παράρτημα Ι της παρούσας οδηγίας και εξηγούν πώς και βάσει ποιων δεδομένων υπολογίστηκαν οι συνεισφορές.

Στις εθνικές συνεισφορές τους στην ενεργειακή απόδοση τα κράτη μέλη παρέχουν επίσης τα μερίδια κατανάλωσης ενέργειας των τομέων τελικής χρήσης ενέργειας, όπως ορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1099/2008 για τις στατιστικές ενέργειας, συμπεριλαμβανομένων της βιομηχανίας, των κατοικιών, των υπηρεσιών και των μεταφορών. Αναφέρονται επίσης οι προβολές για την κατανάλωση ενέργειας στις ▌ΤΠΕ.

Για τον καθορισμό των εν λόγω συνεισφορών, τα κράτη μέλη συνεκτιμούν τα ακόλουθα:

α)

το ότι η κατανάλωση ενέργειας της Ένωσης το 2030 δεν θα υπερβαίνει τους 740  εκατ. ΤΙΠ τελικής κατανάλωσης ενέργειας ή τους 960  εκατ. ΤΙΠ κατανάλωσης πρωτογενούς ενέργειας·

β)

τα μέτρα που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία·

γ)

άλλα μέτρα για την προώθηση της ενεργειακής απόδοσης στα κράτη μέλη και σε επίπεδο Ένωσης·

δ)

τους ακόλουθους σχετικούς παράγοντες που επηρεάζουν τις προσπάθειες βελτίωσης της απόδοσης, οι οποίοι περιλαμβάνονται στον μαθηματικό τύπο που ορίζεται στο Παράρτημα Ι:

i)

το συλλογικό επίπεδο φιλοδοξίας που απαιτείται για την επίτευξη των κλιματικών στόχων·

ii)

τη δίκαιη κατανομή των προσπαθειών σε ολόκληρη την Ένωση·

iii)

την ενεργειακή ένταση της οικονομίας·

iv)

το υπολειπόμενο οικονομικώς αποδοτικό δυναμικό εξοικονόμησης ενέργειας·

ε)

άλλους εθνικούς παράγοντες που επηρεάζουν την κατανάλωση ενέργειας, ιδίως:

i)

την εξέλιξη και πρόβλεψη του ΑΕΠ·

ii)

αλλαγές στις εισαγωγές και τις εξαγωγές ενέργειας, εξελίξεις στο ενεργειακό μίγμα και ανάπτυξη νέων βιώσιμων καυσίμων·

iii)

την ανάπτυξη όλων των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, την πυρηνική ενέργεια, τη δέσμευση και αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα·

iv)

την απανθρακοποίηση των ενεργοβόρων βιομηχανιών·

ivα)

το επίπεδο φιλοδοξίας των εθνικών σχεδίων απαλλαγής από τις ανθρακούχες εκπομπές/κλιματικής ουδετερότητας.

Όταν τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη τους εθνικούς παράγοντες που αναφέρονται στο τρίτο εδάφιο στοιχείο ε), αυτό δεν συνεπάγεται μη επίτευξη του στόχου ενεργειακής απόδοσης της Ένωσης. Η Επιτροπή αξιολογεί κατά πόσον η συλλογική συνεισφορά των κρατών μελών επαρκεί για την επίτευξη του στόχου ενεργειακής απόδοσης της Ένωσης και αξιολογεί κατά πόσον οι συνεισφορές συνάδουν με την επίτευξη των οροσήμων. Εάν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν επαρκεί, προτείνει σε κάθε κράτος μέλος, εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση των εθνικών συνεισφορών τους για την ενεργειακή απόδοση, διορθωμένη εθνική συνεισφορά ενεργειακής απόδοσης, διασφαλίζοντας ότι η συλλογική συνεισφορά των κρατών μελών επιτυγχάνει τον στόχο ενεργειακής απόδοσης της Ένωσης. Κατά την εφαρμογή του εν λόγω μηχανισμού, η Επιτροπή διασφαλίζει ότι δεν υπάρχει διαφορά στην κατανάλωση πρωτογενούς και τελικής ενέργειας μεταξύ του αθροίσματος των εθνικών συνεισφορών των κρατών μελών και του στόχου ενεργειακής απόδοσης της Ένωσης.

3.   Η Επιτροπή αξιολογεί, σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφοι 1 και 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999, την πρόοδο των κρατών μελών ως προς την επίτευξη των δεσμευτικών εθνικών συνεισφορών και οροσήμων τους που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου. Σε περίπτωση που η Επιτροπή καταλήξει στο συμπέρασμα, με βάση την αξιολόγησή της , ότι έχει σημειωθεί ανεπαρκής πρόοδος όσον αφορά την επίτευξη των συνεισφορών ενεργειακής απόδοσης, τα κράτη μέλη που υπερβαίνουν τις ▌πορείες και τα ορόσημά τους που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου εξασφαλίζουν την εφαρμογή πρόσθετων μέτρων εντός ενός έτους από την ημερομηνία παραλαβής της αξιολόγησης της Επιτροπής, προκειμένου να επαναφέρουν σε ορθή τροχιά τις οικείες συνεισφορές ενεργειακής απόδοσης. Τα εν λόγω πρόσθετα μέτρα περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα μέτρα:

α)

εθνικά μέτρα για την επίτευξη πρόσθετης εξοικονόμησης ενέργειας, συμπεριλαμβανομένης ισχυρότερης παροχής βοήθειας κατά την ανάπτυξη έργων για την εφαρμογή μέτρων επένδυσης στην ενεργειακή απόδοση·

β)

ενίσχυση της υποχρέωσης εξοικονόμησης ενέργειας που ορίζεται στο άρθρο 8·

γ)

προσαρμογή της υποχρέωσης για τον δημόσιο τομέα·

δ)

εθελοντική χρηματοδοτική συνεισφορά στο Εθνικό Ταμείο Ενεργειακής Απόδοσης που αναφέρεται στο άρθρο 28 ή σε άλλο χρηματοδοτικό μέσο αφιερωμένο στην ενεργειακή απόδοση, όπου οι ετήσιες χρηματοδοτικές συνεισφορές ισούνται με τις επενδύσεις που απαιτούνται για την επίτευξη της ▌πορείας.

Όταν ένα κράτος μέλος βρίσκεται πάνω από την ▌ενδεικτική πορεία του που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, συμπεριλαμβάνει στην ενοποιημένη εθνική έκθεση προόδου για την ενέργεια και το κλίμα, σύμφωνα με το άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999, επεξήγηση των μέτρων που θα λάβει για να καλύψει το έλλειμα ώστε να εξασφαλιστεί η επίτευξη των εθνικών συνεισφορών ενεργειακής απόδοσης, καθώς και την ποσότητα εξοικονομούμενης ενέργειας που αναμένεται να επιτευχθεί με καθένα από τα μέτρα.

Η Επιτροπή αξιολογεί κατά πόσον τα εθνικά μέτρα που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο επαρκούν για την επίτευξη των ενωσιακών στόχων ενεργειακής απόδοσης. Σε περίπτωση που τα εθνικά μέτρα κριθούν ανεπαρκή, η Επιτροπή προτείνει, κατά περίπτωση, μέτρα και ασκεί την εξουσία της σε ενωσιακό επίπεδο, προκειμένου να διασφαλίσει ιδίως την επίτευξη των στόχων της Ένωσης για το 2030 όσον αφορά την ενεργειακή απόδοση.

4.   Η Επιτροπή αξιολογεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026 τυχόν μεθοδολογικές αλλαγές στα δεδομένα που υποβάλλονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1099/2008 για τις στατιστικές ενέργειας, στη μεθοδολογία υπολογισμού του ενεργειακού ισοζυγίου και στα ενεργειακά μοντέλα για την ευρωπαϊκή χρήση ενέργειας και, εάν είναι αναγκαίο, προτείνει τεχνικές προσαρμογές του υπολογισμού στους στόχους της Ένωσης για το 2030 με σκοπό τη διατήρηση του επιπέδου φιλοδοξίας που καθορίζεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ

Άρθρο 5

Πρωτοπορία του δημόσιου τομέα στην ενεργειακή απόδοση

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η συνολική τελική κατανάλωση ενέργειας όλων των δημόσιων φορέων μειώνεται κατά τουλάχιστον 2 % ετησίως, σε σύγκριση με το έτος X-2 (με το X ως έτος έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας).

Κατά τον υπολογισμό της τελικής κατανάλωσης ενέργειας των δημόσιων φορέων τους, τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν υπόψη τις κλιματικές διακυμάνσεις εντός του κράτους μέλους.

2.   Τα κράτη μέλη περιλαμβάνουν στα εθνικά τους σχέδια για την ενέργεια και το κλίμα και στις επικαιροποιήσεις τους σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1999 τον κατάλογο όλων των δημόσιων φορέων που θα συμβάλλουν στην εκπλήρωση της υποχρέωσης που καθορίζεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, την ποσότητα της μείωσης της κατανάλωσης ενέργειας και την εξοικονόμηση ενέργειας που πρέπει να επιτευχθεί από καθένα από αυτούς και τα μέτρα που σχεδιάζουν για την επίτευξή της. Στο πλαίσιο των ενοποιημένων εθνικών εκθέσεων προόδου για την ενέργεια και το κλίμα σύμφωνα με το άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999, τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή έκθεση σχετικά με τη μείωση της τελικής κατανάλωσης ενέργειας που επιτεύχθηκε σε ετήσιο επίπεδο.

3.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι περιφερειακές και τοπικές αρχές θεσπίζουν ειδικά μέτρα ενεργειακής απόδοσης στα σχέδιά τους για απαλλαγή από τις ανθρακούχες εκπομπές κατόπιν διαβούλευσης με τα σχετικά ενδιαφερόμενα μέρη , τους οικείους οργανισμούς ενέργειας, κατά περίπτωση , και το κοινό, συμπεριλαμβανομένων των συγκεκριμένων ομάδων που διατρέχουν κίνδυνο ενεργειακής φτώχειας ή είναι περισσότερο ευπαθείς στις επιπτώσεις της λόγω του εισοδήματός τους, του φύλου τους, της δημογραφικής τους κατάστασης, της κατάστασης της υγείας τους ή του γεγονότος ότι ανήκουν σε μειονότητα , όπως ▌οι άνθρωποι με μειονοτικό φυλετικό ή εθνοτικό υπόβαθρο. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν επίσης ότι κατά τον σχεδιασμό και την εφαρμογή μέτρων ενεργειακής απόδοσης, οι περιφερειακές και τοπικές αρχές αποφεύγουν τις αρνητικές άμεσες ή έμμεσες συνέπειες των μέτρων ενεργειακής απόδοσης σε ενεργειακά φτωχά νοικοκυριά, νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος ή ευπαθείς ομάδες.

4.   Τα κράτη μέλη παρέχουν οικονομική και τεχνική στήριξη στους δημόσιους φορείς για την υιοθέτηση μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης και τους ενθαρρύνουν να λαμβάνουν υπόψη τα ευρύτερα οφέλη πέραν της εξοικονόμησης ενέργειας, όπως η ποιότητα του εσωτερικού αέρα και του περιβάλλοντος, καθώς και η βελτίωση της ποιότητας ζωής των ανθρώπων και η άνεση των ανακαινισμένων δημόσιων κτιρίων, ιδίως σχολείων, κέντρων ημερήσιας φροντίδας, οίκων ευγηρίας, προστατευμένων κατοικιών, νοσοκομείων και κοινωνικών κατοικιών , μεταξύ άλλων σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο. Τα κράτη μέλη παρέχουν κατευθυντήριες γραμμές, προωθούν ευκαιρίες ανάπτυξης ικανοτήτων και κατάρτισης, μεταξύ άλλων για την ενεργειακή ανακαίνιση με τη χρήση συμβάσεων ενεργειακής απόδοσης και συμπράξεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και ενθαρρύνουν τη συνεργασία μεταξύ δημόσιων φορέων. Τα κράτη μέλη στηρίζουν τους δημόσιους φορείς για την αντιμετώπιση της έλλειψης ανθρώπινων πόρων, οι οποίοι είναι απαραίτητοι σε όλα τα στάδια της πράσινης μετάβασης, συμπεριλαμβανομένων των βιοτεχνών, καθώς και των εμπειρογνωμόνων υψηλής ειδίκευσης στον τομέα της πράσινης τεχνολογίας, των αποφοίτων εφαρμοσμένων επιστημών και των φορέων καινοτομίας.

5.   Τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν τους δημόσιους φορείς να λαμβάνουν υπόψη τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα κατά τον κύκλο ζωής , καθώς και τα οικονομικά, κοινωνικά και ενεργειακά οφέλη από τις επενδυτικές δραστηριότητες και τις δραστηριότητες πολιτικής των δημόσιων φορέων τους , και παρέχουν ειδική καθοδήγηση εν προκειμένω .

5α.     Τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν τους δημόσιους φορείς να λάβουν κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση της πτυχής της θέρμανσης των κτιρίων που ανήκουν σε ή χρησιμοποιούνται από δημόσιους φορείς, ιδίως με την αντικατάσταση παλαιών και αναποτελεσματικών καυστήρων και τη σταδιακή κατάργηση των ορυκτών καυσίμων.

5β.     Τα κράτη μέλη προωθούν τη χρήση των δημόσιων μεταφορών και άλλων λιγότερο ρυπογόνων και ενεργειακά αποδοτικότερων μέσων κινητικότητας, όπως οι σιδηρόδρομοι, η ποδηλασία, η πεζοπορία ή η κοινή κινητικότητα, με την ανανέωση και την απαλλαγή των στόλων από τις ανθρακούχες εκπομπές, την ενθάρρυνση της αλλαγής του τρόπου εκτέλεσης των μεταφορών και τη συμπερίληψη των τρόπων αυτών στον σχεδιασμό της αστικής κινητικότητας.

Άρθρο 6

Υποδειγματικός ρόλος κτιρίων που ανήκουν σε δημόσιους φορείς

1.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 7 της οδηγίας 2010/31/ΕΕ ▌, κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει ότι τουλάχιστον το 3 % του συνολικού εμβαδού δαπέδου θερμαινόμενων ή/και ψυχόμενων κτιρίων που ανήκουν σε δημόσιους φορείς των ακόλουθων κατηγοριών και εκείνων που χρησιμοποιούνται για κοινωνικούς σκοπούς ανακαινίζεται κάθε χρόνο τουλάχιστον για να μετατραπεί σε κτίρια με σχεδόν μηδενική κατανάλωση ενέργειας ή σε κτίρια μηδενικών εκπομπών σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας 2010/31/ΕΕ, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τη σχέση κόστους-αποτελεσματικότητας και την τεχνική σκοπιμότητα:

α)

κτίρια που ανήκουν σε δημόσιους φορείς·

β)

κτίρια που άρχισαν πρόσφατα να χρησιμοποιούνται από δημόσιους φορείς, από … [έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας]·

γ)

κτίρια που χρησιμοποιούνται από δημόσιους φορείς, όταν επέρχεται στιγμή ενεργοποίησης (ανανέωση μίσθωσης, πώληση, αλλαγή χρήσης, σημαντικές εργασίες επισκευής ή συντήρησης).

Τα κράτη μέλη μπορούν να εξαιρούν τις κοινωνικές κατοικίες από την υποχρέωση ανακαίνισης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, όταν οι εν λόγω ανακαινίσεις δεν θα ήταν οικονομικά ουδέτερες ή θα οδηγούσαν σε αυξήσεις των ενοικίων για τους ανθρώπους που ζουν σε κοινωνικές κατοικίες οι οποίες δεν μπορούν να περιοριστούν με κανέναν τρόπο στο ισοδύναμο της οικονομικής εξοικονόμησης στον λογαριασμό ενέργειας.

Όταν δημόσιοι φορείς καταλαμβάνουν κτίριο που δεν έχουν στην κυριότητά τους, ασκούν τα συμβατικά τους δικαιώματα στο μέτρο του δυνατού και ενθαρρύνουν τον ιδιοκτήτη του κτιρίου να ανακαινίσει το κτίριο ώστε να καταστεί κτίριο με σχεδόν μηδενική κατανάλωση ενέργειας σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας 2010/31/ΕΕ ή να εφαρμόσει σύστημα ενεργειακής διαχείρισης ή σύμβαση ενεργειακής απόδοσης για τη διατήρηση και τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης με την πάροδο του χρόνου. Κατά τη σύναψη νέας σύμβασης για την κατάληψη κτιρίου που δεν βρίσκεται στην κυριότητά τους, οι δημόσιοι φορείς μεριμνούν ώστε το εν λόγω κτίριο να εμπίπτει στις δύο κορυφαίες κατηγορίες του πιστοποιητικού ενεργειακής απόδοσης ή θεσπίζουν συμβατικές ρήτρες που θα δεσμεύουν τον ιδιοκτήτη του κτιρίου να ανακαινίσει το κτίριο σε κτίριο με σχεδόν μηδενική κατανάλωση ενέργειας προτού χρησιμοποιηθεί από τον δημόσιο φορέα.

Το ποσοστό τουλάχιστον 3 % υπολογίζεται επί του συνολικού εμβαδού δαπέδου των κτιρίων συνολικής ωφέλιμης επιφάνειας άνω των 250 m2 που ανήκουν σε δημόσιους φορείς ▌και των κτιρίων που χρησιμοποιούνται για κοινωνικούς σκοπούς τα οποία την 1η Ιανουαρίου 2024 δεν είναι κτίρια με σχεδόν μηδενική κατανάλωση ενέργειας.

Τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίζουν απαιτήσεις ώστε να διασφαλίζεται ότι, όπου είναι τεχνικά και οικονομικά εφικτό, τα κτίρια που ανήκουν σε ή καταλαμβάνονται από δημόσιους φορείς όπως αναφέρεται στο πρώτο και τρίτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου και τα κτίρια για κοινωνικούς σκοπούς άνω των 250 m2 είναι εξοπλισμένα με συστήματα αυτοματισμού και ελέγχου κτιρίων ή άλλες λύσεις για την ενεργό διαχείριση των ενεργειακών ροών, σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 4 της οδηγίας 2010/31/ΕΕ.

Όπου είναι τεχνικά εφικτό και οικονομικά αποδοτικό, τα κράτη μέλη καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για την εγκατάσταση αριθμού σημείων επαναφόρτισης στα κτίρια που ανήκουν σε ή καταλαμβάνονται από δημόσιους φορείς και υπερβαίνουν τις ελάχιστες απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 12 της οδηγίας … [αναδιατυπωμένη ΟΕΑΚ, 2021/0426(COD)].

1α.     Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν λιγότερο αυστηρές απαιτήσεις και να θεσπίζουν διαφορετικές απαιτήσεις ενεργειακής απόδοσης για τις ακόλουθες κατηγορίες κτιρίων:

α)

κτίρια επισήμως προστατευόμενα ως μέρος καθορισμένου περιβάλλοντος ή λόγω της ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής ή ιστορικής τους αξίας, εφόσον η συμμόρφωση με ορισμένες ελάχιστες απαιτήσεις ενεργειακής απόδοσης θα μετέβαλλε απαράδεκτα τον χαρακτήρα ή την εμφάνισή τους·

β)

κτίρια που ανήκουν στις ένοπλες δυνάμεις ή στην κεντρική δημόσια διοίκηση και εξυπηρετούν σκοπούς εθνικής άμυνας, εκτός από τους ενιαίους χώρους διαβίωσης ή κτίρια με γραφεία που προορίζονται για τις ένοπλες δυνάμεις και το λοιπό προσωπικό των αρχών εθνικής άμυνας·

γ)

κτίρια που χρησιμοποιούνται ως χώροι λατρείας ή για θρησκευτικές δραστηριότητες.

1β.     Προκειμένου να μετριαστεί η εξοικονόμηση ενέργειας και να παρασχεθεί κίνητρο για έγκαιρη δράση, τα κράτη μέλη που ανακαινίζουν περισσότερο από το 3 % του συνολικού εμβαδού δαπέδου των κτιρίων τους σύμφωνα με την παράγραφο 1 σε οποιοδήποτε έτος έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026 μπορούν να προσμετρούν το πλεόνασμα στο ετήσιο ποσοστό ανακαίνισης οποιουδήποτε από τα επόμενα τρία έτη. Τα κράτη μέλη που ανακαινίζουν περισσότερο από το 3 % του συνολικού εμβαδού δαπέδου των κτιρίων τους από την 1η Ιανουαρίου 2027 μπορεί να συνυπολογίζουν το πλεόνασμα στο ετήσιο ποσοστό ανακαίνισης των επόμενων δύο ετών.

2.   Σε εξαιρετικές περιστάσεις, τα κράτη μέλη μπορούν να συνυπολογίζουν στο ετήσιο ποσοστό ανακαίνισης των κτιρίων τα νέα κτίρια που καταλαμβάνονται και είναι ιδιόκτητα ως αντικατάσταση συγκεκριμένων κτιρίων δημοσίων φορέων που κατεδαφίσθηκαν κατά τη διάρκεια των δύο προηγουμένων ετών. Οι εξαιρέσεις αυτές εφαρμόζονται μόνο στις περιπτώσεις που θα ήταν οικονομικά αποδοτικότερες και πιο βιώσιμες όσον αφορά τις εκπομπές CO2 από την ενέργεια και τον κύκλο ζωής σε σύγκριση με τις ανακαινίσεις των εν λόγω κτιρίων. Τα γενικά κριτήρια, οι μέθοδοι και οι διαδικασίες προσδιορισμού τέτοιων εξαιρετικών περιπτώσεων καθορίζονται με σαφήνεια και δημοσιεύονται από κάθε κράτος μέλος.

3.   Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, τα κράτη μέλη δημοσιοποιούν κατάλογο των θερμαινόμενων ή/και ψυχόμενων κτιρίων που ανήκουν σε ή καταλαμβάνονται από δημόσιους φορείς, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 πρώτο και τρίτο εδάφιο, και των κτιρίων που χρησιμοποιούνται για κοινωνικούς σκοπούς με συνολική ωφέλιμη επιφάνεια άνω των 250 m2. Ο κατάλογος αυτός καταρτίζεται έως τις 30 Ιουνίου 2024 και επικαιροποιείται τουλάχιστον μία φορά το έτος. Συγκεντρώνεται σε φιλική προς τον χρήστη βάση δεδομένων και συνδέεται με την επισκόπηση του κτιριακού αποθέματος που πραγματοποιείται στο πλαίσιο των εθνικών μακροπρόθεσμων στρατηγικών ανακαίνισης σύμφωνα με το άρθρο 2α της οδηγίας 2010/31/ΕΕ και τις βάσεις δεδομένων που δημιουργούνται δυνάμει του άρθρου [19] της εν λόγω οδηγίας [αναδιατύπωση ΟΕΑΚ — 2021/0426(COD)].

Όταν υπάρχουν ήδη τέτοιοι κατάλογοι σε τοπικό ή περιφερειακό επίπεδο, κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να διευκολύνει τις δραστηριότητες συλλογής και επεξεργασίας δεδομένων που σχετίζονται με τον κατάλογό του. Ο κατάλογος επιτρέπει επίσης σε ιδιωτικούς φορείς, συμπεριλαμβανομένων των ΕΕΥ, να συμμετέχουν σε λύσεις ανακαίνισης. Τα δεδομένα σχετικά με τα χαρακτηριστικά του κτιριακού αποθέματος, τις επιδόσεις του κελύφους του κτιρίου, τα τεχνικά συστήματα κτιρίων, την ανακαίνιση κτιρίων και την ενεργειακή απόδοση μπορούν να συγκεντρωθούν από το Παρατηρητήριο Κτιριακού Αποθέματος της ΕΕ, ώστε να διασφαλιστεί η καλύτερη κατανόηση της ενεργειακής απόδοσης του κτιριακού τομέα μέσω συγκρίσιμων δεδομένων.

Ο κατάλογος περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

την επιφάνεια δαπέδου σε m2·

αβ)

την ετήσια κατανάλωση ενέργειας από θέρμανση, ηλεκτρικό ρεύμα και ζεστό νερό, όταν υπάρχουν τα δεδομένα αυτά·

β)

το πιστοποιητικό ενεργειακής απόδοσης κάθε κτιρίου που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 16 της οδηγίας … [αναδιατύπωση ΟΕΑΚ — 2021/0426(COD)] ή, στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει πιστοποιητικό ενεργειακής απόδοσης του κτιρίου, πληροφορίες σχετικά με την πηγή θέρμανσης του κτιρίου, την ένταση ενέργειας του κτιρίου σε kWh/(m2*y), τις εγκαταστάσεις εξαερισμού και ψύξης και άλλες τεχνικές εγκαταστάσεις·

βα)

τη μετρηθείσα εξοικονόμηση ενέργειας που προκύπτει από την ανακαίνιση κτιρίων που ανήκουν σε ή χρησιμοποιούνται από δημόσιους φορείς και κτιρίων για κοινωνικούς σκοπούς και άλλες δράσεις ενεργειακής απόδοσης στα εν λόγω κτίρια·

ββ)

την ηλικία, τον τύπο χρήσης, την τυπολογία και την περιοχή (αστική ή αγροτική) που βρίσκονται τα κτίρια.

Επιπλέον των δεδομένων που αναφέρονται στο τρίτο εδάφιο, τα κράτη μέλη καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να συμπεριλάβουν ποιοτικές πτυχές στους καταλόγους τους. Ειδικότερα, μπορούν να επισυνάπτουν στους καταλόγους τους περιγραφή των μέτρων που σχετίζονται με τις στρατηγικές ενεργού συμμετοχής τους, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι ιδιοκτήτες και οι ενοικιαστές των κτιρίων προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους στην εξοικονόμηση ενέργειας και στις λειτουργικές απαιτήσεις των κτιρίων με σχεδόν μηδενική κατανάλωση ενέργειας. Τα συγκεκριμένα παραρτήματα διατίθεται ή προστίθεται σε προϋπάρχοντα κέντρα πόρων τα οποία διαχειρίζονται οι τοπικές αρχές, στα οποία έχουν πρόσβαση διάφορα ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένων φορέων χάραξης πολιτικής, ιδιωτικών κοινωνικών εκμισθωτών και ενώσεων ενοικιαστών, καθώς και διαχειριστών ιδιωτικών γραφείων.

Άρθρο 7

Δημόσιες συμβάσεις

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αναθέτουσες αρχές και οι αναθέτοντες φορείς, κατά τη σύναψη δημόσιων συμβάσεων και συμβάσεων παραχώρησης αξίας ίσης ή μεγαλύτερης των κατώτατων ορίων που προβλέπονται στο άρθρο 8 της οδηγίας 2014/23/ΕΕ, στο άρθρο 4 της οδηγίας 2014/24/ΕΕ και στο άρθρο 15 της οδηγίας 2014/25/ΕΕ, αγοράζουν μόνο προϊόντα, υπηρεσίες, κτίρια και έργα υψηλής ενεργειακής απόδοσης , λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την αποδοτική διαχείριση των οικονομικών πόρων, σύμφωνα με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο παράρτημα IV της παρούσας οδηγίας.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν επίσης ότι κατά τη σύναψη δημόσιων συμβάσεων και συμβάσεων παραχώρησης αξίας ίσης ή μεγαλύτερης των ορίων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, οι αναθέτουσες αρχές και οι αναθέτοντες φορείς εφαρμόζουν την αρχή της προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση που αναφέρεται στο άρθρο 3 της παρούσας οδηγίας, μεταξύ άλλων και για τις δημόσιες συμβάσεις και τις συμβάσεων παραχώρησης για τις οποίες δεν προβλέπονται ειδικές απαιτήσεις στο παράρτημα IV.

2.   Η υποχρέωση της παραγράφου 1 εφαρμόζεται στις συμβάσεις των ενόπλων δυνάμεων, μόνον στον βαθμό που η εφαρμογή της δεν συγκρούεται με τον χαρακτήρα και την πρωταρχική επιδίωξη των δραστηριοτήτων των ενόπλων δυνάμεων. Η υποχρέωση δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις προμήθειας στρατιωτικού εξοπλισμού όπως ορίζεται στην οδηγία 2009/81/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (60).

3.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 26 παράγραφος 4 της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αναθέτουσες αρχές και οι αναθέτοντες φορείς αξιολογούν τη σκοπιμότητα της σύναψης μακροχρόνιων συμβάσεων ενεργειακής απόδοσης, οι οποίες επιφέρουν μακροπρόθεσμη εξοικονόμηση ενέργειας κατά τη σύναψη συμβάσεων υπηρεσιών με σημαντικό ενεργειακό περιεχόμενο.

4.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, κατά την αγορά δέσμης προϊόντων η οποία καλύπτεται πλήρως από κατ’ εξουσιοδότηση πράξη εκδοθείσα δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1369 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (61), τα κράτη μέλη μπορούν να διατυπώνουν την απαίτηση η συγκεντρωτική ενεργειακή απόδοση να έχει προτεραιότητα έναντι της ενεργειακής απόδοσης επιμέρους προϊόντων στο πλαίσιο της ίδιας δέσμης, αγοράζοντας τη δέσμη προϊόντων που πληροί το κριτήριο της ανώτερης διαθέσιμης κατηγορίας ενεργειακής απόδοσης.

5.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις αναθέτουσες αρχές και τους αναθέτοντες φορείς να λαμβάνουν υπόψη, κατά περίπτωση, ευρύτερες πτυχές βιωσιμότητας, κοινωνικές πτυχές, περιβαλλοντικές πτυχές και πτυχές κυκλικής οικονομίας στις πρακτικές δημοσίων συμβάσεων, ιδίως για τον τομέα των μεταφορών , με σκοπό την επίτευξη των στόχων απανθρακοποίησης και μηδενικής ρύπανσης της Ένωσης. Κατά περίπτωση, και σύμφωνα με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο παράρτημα IV, τα κράτη μέλη απαιτούν από τις αναθέτουσες αρχές και τους αναθέτοντες φορείς να λαμβάνουν υπόψη τα κριτήρια της Ένωσης για τις πράσινες δημόσιες συμβάσεις.

Για να διασφαλιστεί η διαφάνεια κατά την εφαρμογή των απαιτήσεων ενεργειακής απόδοσης στη διαδικασία σύναψης συμβάσεων, τα κράτη μέλη δημοσιοποιούν πληροφορίες σχετικά με τον αντίκτυπο στην ενεργειακή απόδοση των συμβάσεων αξίας ίσης ή μεγαλύτερης των ορίων που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Οι αναθέτουσες αρχές ▌απαιτούν από τους προσφέροντες να δημοσιοποιούν πληροφορίες σχετικά με το δυναμικό υπερθέρμανσης του πλανήτη κατά τον κύκλο ζωής ενός νέου κτιρίου και ενός κτιρίου που πρόκειται να ανακαινιστεί, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης υλικών χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών και της κυκλικότητας των χρησιμοποιούμενων υλικών, και δημοσιοποιούν τις πληροφορίες αυτές για τις συμβάσεις, ιδίως για νέα κτίρια με εμβαδόν δαπέδου μεγαλύτερο των 2 000 τετραγωνικών μέτρων.

Τα κράτη μέλη στηρίζουν τις αναθέτουσες αρχές και τους αναθέτοντες φορείς στην υιοθέτηση των απαιτήσεων ενεργειακής απόδοσης, μεταξύ άλλων σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, παρέχοντας σαφείς κανόνες και κατευθυντήριες γραμμές, συμπεριλαμβανομένων μεθοδολογιών για την εκτίμηση του κόστους κύκλου ζωής και των περιβαλλοντικών επιπτώσεων και κόστους, δημιουργούν κέντρα υποστήριξης ικανοτήτων, ενθαρρύνοντας τη συνεργασία μεταξύ των αναθετουσών αρχών, μεταξύ άλλων σε διασυνοριακό επίπεδο, και χρησιμοποιώντας συγκεντρωτικές δημόσιες συμβάσεις και ψηφιακές δημόσιες συμβάσεις, όπου είναι δυνατόν.

5α.     Κατά περίπτωση, η Επιτροπή μπορεί να παρέχει περαιτέρω καθοδήγηση και εργαλεία στις εθνικές αρχές και στους υπαλλήλους που είναι αρμόδιοι για τις δημόσιες συμβάσεις κατά την εφαρμογή των απαιτήσεων ενεργειακής απόδοσης στη διαδικασία σύναψης συμβάσεων. Η στήριξη αυτή μπορεί να ενισχύσει τα υφιστάμενα υποστηρικτικά φόρουμ (π.χ. συντονισμένη δράση) για τα κράτη μέλη και να τα βοηθήσει να λάβουν υπόψη τα κριτήρια για τις πράσινες δημόσιες συμβάσεις.

6.   Τα κράτη μέλη θεσπίζουν νομικές και κανονιστικές διατάξεις και διοικητικές πρακτικές, όσον αφορά τις κρατικές προμήθειες και τον ετήσιο προϋπολογισμό και λογιστική, που είναι απαραίτητες για να διασφαλιστεί ότι οι μεμονωμένες αναθέτουσες αρχές δεν αποτρέπονται από την πραγματοποίηση επενδύσεων για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης και από τη χρησιμοποίηση συμβάσεων ενεργειακής απόδοσης και χρηματοδοτικών μηχανισμών τρίτων μερών σε μακροπρόθεσμη συμβατική βάση.

7.   Τα κράτη μέλη αίρουν κάθε κανονιστικό ή μη κανονιστικό φραγμό στην ενεργειακή απόδοση, ιδίως όσον αφορά τις νομικές και κανονιστικές διατάξεις και τις διοικητικές πρακτικές, όσον αφορά τις κρατικές προμήθειες και τον ετήσιο προϋπολογισμό και λογιστική, με σκοπό να διασφαλιστεί ότι οι μεμονωμένοι δημόσιοι φορείς δεν αποτρέπονται από την πραγματοποίηση επενδύσεων για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης και από τη χρησιμοποίηση συμβάσεων ενεργειακής απόδοσης και χρηματοδοτικών μηχανισμών τρίτων μερών σε μακροπρόθεσμη συμβατική βάση.

Τα κράτη μέλη υποβάλλουν έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με τα μέτρα που έλαβαν για την αντιμετώπιση των φραγμών στην υιοθέτηση βελτιώσεων ενεργειακής απόδοσης στο πλαίσιο των ενοποιημένων εθνικών εκθέσεων προόδου για την ενέργεια και το κλίμα σύμφωνα με το άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΑΠΟΔΟΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ

Άρθρο 8

Υποχρέωση εξοικονόμησης ενέργειας

-1.     Προκειμένου να διασφαλιστεί σταθερή και προβλέψιμη συμβολή στην επίτευξη των ενεργειακών και κλιματικών στόχων της Ένωσης για το 2030 και του στόχου της κλιματικής ουδετερότητας για το 2050, τα κράτη μέλη επιτυγχάνουν σωρευτική εξοικονόμηση ενέργειας στην τελική χρήση σε δύο περιόδους επιβολής της υποχρέωσης. Η πρώτη περίοδος επιβολής της υποχρέωσης, η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α), ήταν από το 2014 έως το 2020. Η δεύτερη περίοδος επιβολής της υποχρέωσης, η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχεία β) και γ), είναι από το 2021 έως το 2030.

1.   Τα κράτη μέλη επιτυγχάνουν σωρευτικό στόχο εξοικονόμησης ενέργειας στην τελική χρήση, ο οποίος ισοδυναμεί τουλάχιστον με:

α)

νέα εξοικονόμηση κάθε έτος από την 1η Ιανουαρίου 2014 έως την 31η Δεκεμβρίου 2020, ίση με το 1,5 % των κατ’ όγκον ετήσιων πωλήσεων ενέργειας σε τελικούς καταναλωτές, υπολογιζόμενη κατά μέσο όρο κατά την πλέον πρόσφατη τριετή περίοδο πριν από την 1η Ιανουαρίου 2013. Οι κατ’ όγκον πωλήσεις ενέργειας που χρησιμοποιείται στις μεταφορές μπορούν να εξαιρούνται εν όλω ή εν μέρει από αυτόν τον υπολογισμό·

β)

νέα εξοικονόμηση κάθε έτος από την 1η Ιανουαρίου 2021 έως την 31η Δεκεμβρίου 2023 ίση με το 0,8 % της ετήσιας τελικής κατανάλωσης ενέργειας, υπολογιζόμενη κατά μέσο όρο κατά την πλέον πρόσφατη τριετή περίοδο πριν από την 1η Ιανουαρίου 2019. Κατά παρέκκλιση από την εν λόγω υποχρέωση, η Κύπρος και η Μάλτα επιτυγχάνουν νέα ετήσια εξοικονόμηση από την 1η Ιανουαρίου 2021 έως την 31η Δεκεμβρίου 2023 ισοδύναμη με το 0,24 % της ετήσιας τελικής κατανάλωσης ενέργειας, κατά μέσο όρο κατά την πλέον πρόσφατη τριετή περίοδο πριν από την 1η Ιανουαρίου 2019·

γ)

νέα εξοικονόμηση κάθε έτος από την 1η Ιανουαρίου 2024 έως την 31η Δεκεμβρίου 2030 ίση με το 2 % της ετήσιας τελικής κατανάλωσης ενέργειας, υπολογιζόμενη κατά μέσο όρο κατά την πλέον πρόσφατη τριετή περίοδο πριν από την 1η Ιανουαρίου 2020.

Τα κράτη μέλη αποφασίζουν τον τρόπο σταδιακής εισαγωγής της υπολογισθείσας ποσότητας νέας εξοικονόμησης σε κάθε περίοδο όπως αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχεία α) β) και γ), υπό τον όρο ότι η απαιτούμενη συνολική σωρευτική εξοικονόμηση ενέργειας στην τελική χρήση έχει επιτευχθεί έως τη λήξη κάθε περιόδου επιβολής της υποχρέωσης.

Τα κράτη μέλη εξακολουθούν να επιτυγχάνουν νέα ετήσια εξοικονόμηση σύμφωνα με το ποσοστό εξοικονόμησης που αναφέρεται στο στοιχείο γ) του πρώτου εδαφίου για δεκαετείς περιόδους μετά το 2030.

2.   Τα κράτη μέλη επιτυγχάνουν την απαιτούμενη εξοικονόμηση ενέργειας δυνάμει της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου είτε με την καθιέρωση καθεστώτος επιβολής της υποχρέωσης ενεργειακής απόδοσης όπως αναφέρεται στο άρθρο 9 είτε με τη λήψη εναλλακτικών μέτρων πολιτικής, όπως αναφέρεται στο άρθρο 10. Τα κράτη μέλη δύνανται να συνδυάζουν το καθεστώς επιβολής της υποχρέωσης ενεργειακής απόδοσης με εναλλακτικά μέτρα πολιτικής. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η εξοικονόμηση ενέργειας που απορρέει από τα μέτρα πολιτικής που αναφέρονται στα άρθρα 9 και 10 και το άρθρο 28 παράγραφος 11 να υπολογίζεται σύμφωνα με το παράρτημα V.

3.   Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν καθεστώτα επιβολής της υποχρέωσης ενεργειακής απόδοσης, εναλλακτικά μέτρα πολιτικής, ή συνδυασμό των δύο, ή προγράμματα ή μέτρα που χρηματοδοτούνται από εθνικό ταμείο ενεργειακής απόδοσης, κατά προτεραιότητα μεταξύ ανθρώπων που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια, νοικοκυριών χαμηλού εισοδήματος , ευπαθών πελατών και ανθρώπων που ζουν σε κοινωνικές κατοικίες. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα μέτρα πολιτικής που εφαρμόζονται δυνάμει του παρόντος άρθρου να μην έχουν αρνητικές επιπτώσεις στα πρόσωπα αυτά. Κατά περίπτωση, τα κράτη μέλη κάνουν την καλύτερη δυνατή χρήση της χρηματοδότησης, συμπεριλαμβανομένης της δημόσιας χρηματοδότησης, των χρηματοδοτικών διευκολύνσεων που θεσπίζονται σε επίπεδο Ένωσης, και των εσόδων από δικαιώματα σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 3 στοιχείο β), με σκοπό την εξάλειψη των δυσμενών επιπτώσεων και τη διασφάλιση δίκαιης και συμπεριληπτικής ενεργειακής μετάβασης.

Προκειμένου να επιτευχθεί η ποσότητα εξοικονόμησης ενέργειας που απαιτείται βάσει της παραγράφου 1 , τα κράτη μέλη εξετάζουν και προωθούν τον ρόλο των κοινοτήτων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και των ενεργειακών κοινοτήτων πολιτών στη συμβολή τους στην υλοποίηση των εν λόγω μέτρων πολιτικής.

Τα κράτη μέλη καθορίζουν και επιτυγχάνουν ένα ελάχιστο μερίδιο της απαιτούμενης ποσότητας σωρευτικής εξοικονόμησης ενέργειας στην τελική χρήση μεταξύ των ανθρώπων που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια, των νοικοκυριών χαμηλού εισοδήματος , των ευπαθών πελατών και, κατά περίπτωση, των ανθρώπων που ζουν σε κοινωνικές κατοικίες. Το μερίδιο αυτό ισούται τουλάχιστον με το ποσοστό των νοικοκυριών που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια, όπως εκτιμάται στο εθνικό σχέδιο για την ενέργεια και το κλίμα που καταρτίζεται σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 3 στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999 για τη διακυβέρνηση. Τα κράτη μέλη, κατά την αξιολόγηση του μεριδίου της ενεργειακής φτώχειας στα εθνικά τους σχέδια για την ενέργεια και το κλίμα, λαμβάνουν υπόψη τους δείκτες που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως ββ) του παρόντος εδαφίου. Εάν ένα κράτος μέλος δεν είχε κοινοποιήσει το μερίδιο των νοικοκυριών που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια, όπως εκτιμάται στο οικείο εθνικό σχέδιο για την ενέργεια και το κλίμα, το μερίδιο της απαιτούμενης ποσότητας σωρευτικής εξοικονόμησης ενέργειας στην τελική χρήση μεταξύ ανθρώπων που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια, των νοικοκυριών χαμηλού εισοδήματος , των ευπαθών πελατών και, κατά περίπτωση, ανθρώπων που ζουν σε κοινωνικές κατοικίες ισούται τουλάχιστον με τον αριθμητικό μέσο όρο του μεριδίου των ακόλουθων δεικτών για το έτος 2019 ή, εάν κάποιος δεν είναι διαθέσιμος για το 2019, για την γραμμική παρέκταση των τιμών τους από τα τρία τελευταία έτη για τα οποία ήταν διαθέσιμος:

α)

Αδυναμία επαρκούς θέρμανσης της κατοικίας (Eurostat, SILC [ilc_mdes01])·

β)

Ληξιπρόθεσμες οφειλές λογαριασμών υπηρεσιών κοινής ωφελείας (Eurostat, SILC, [ilc_mdes07])· και

βα)

συνολικός πληθυσμός που ζει σε κατοικία με μη στεγανή στέγη, υγρασία στους τοίχους, τα δάπεδα ή τα θεμέλια, ή με σάπια πλαίσια παραθύρων ή δάπεδα (Eurostat, SILC [ilc_mdho01])·

ββ)

ποσοστό κινδύνου φτώχειας (έρευνες Eurostat, SILC και ECHP [ilc_li02]) (οριακό σημείο: 60 % του διάμεσου ισοδύναμου εισοδήματος, μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις.

4.   Τα κράτη μέλη περιλαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με τους εφαρμοζόμενους δείκτες, τον αριθμητικό μέσο όρο του μεριδίου και με το αποτέλεσμα των μέτρων πολιτικής που θεσπίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου στις επικαιροποιήσεις των ενοποιημένων εθνικών σχεδίων τους για την ενέργεια και το κλίμα σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999, στα επακόλουθα ενοποιημένα εθνικά τους σχέδια για την ενέργεια και το κλίμα σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 7 έως 12 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999, καθώς και στις αντίστοιχες εκθέσεις προόδου σύμφωνα με το άρθρο 17 του εν λόγω κανονισμού.

5.   Τα κράτη μέλη μπορούν να συνυπολογίζουν την εξοικονόμηση ενέργειας που προκύπτει από μέτρα πολιτικής τα οποία θεσπίστηκαν έως την 31η Δεκεμβρίου 2020 ή μετά την εν λόγω ημερομηνία, εφόσον τα μέτρα αυτά συντελούν σε νέες επιμέρους δράσεις που διεξάγονται μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2020. Η εξοικονόμηση ενέργειας που επιτυγχάνεται σε οποιαδήποτε περίοδο επιβολής της υποχρέωσης δεν συνυπολογίζεται στην ποσότητα της απαιτούμενης εξοικονόμησης ενέργειας για τις προηγούμενες περιόδους επιβολής της υποχρέωσης που ορίζονται στην παράγραφο 1.

6.   Με την προϋπόθεση ότι τα κράτη μέλη επιτυγχάνουν τουλάχιστον την οικεία υποχρέωση σωρευτικής εξοικονόμησης ενέργειας στην τελική χρήση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο β), μπορούν να υπολογίζουν την απαιτούμενη ποσότητα εξοικονομούμενης ενέργειας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο σημείο β) μέσω ενός ή περισσότερων από τους ακόλουθους τρόπους:

α)

εφαρμόζοντας ποσοστό ετήσιας εξοικονόμησης στις πωλήσεις ενέργειας σε τελικούς καταναλωτές ή στην τελική κατανάλωση ενέργειας, υπολογιζόμενη κατά μέσο όρο κατά την πλέον πρόσφατη τριετή περίοδο πριν από την 1η Ιανουαρίου 2019·

β)

εξαιρώντας, εν όλω ή εν μέρει, την ενέργεια που χρησιμοποιείται στις μεταφορές από το βασικό σενάριο υπολογισμού·

γ)

χρησιμοποιώντας οποιαδήποτε από τις επιλογές που ορίζονται στην παράγραφο 8.

7.   Στην περίπτωση που τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν κάποια από τις δυνατότητες που προβλέπονται στην παράγραφο 6 σχετικά με την απαιτούμενη εξοικονόμηση ενέργειας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο β), καθορίζουν:

α)

το δικό τους ποσοστό ετήσιας εξοικονόμησης που θα ισχύει για τον υπολογισμό της σωρευτικής τους εξοικονόμησης ενέργειας στην τελική χρήση, η οποία διασφαλίζει ότι η τελική ποσότητα της καθαρής εξοικονόμησης ενέργειάς τους δεν είναι κατώτερη από την απαιτούμενη βάσει της παραγράφου 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο β)·

β)

το δικό τους βασικό σενάριο υπολογισμού, από το οποίο μπορεί να εξαιρείται, εν όλω ή εν μέρει, η ενέργεια που χρησιμοποιείται στις μεταφορές.

8.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 9, κάθε κράτος μέλος μπορεί:

α)

να πραγματοποιεί τον υπολογισμό που απαιτείται βάσει της παραγράφου 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο α) χρησιμοποιώντας τιμές 1 % το 2014 και το 2015· 1,25 % το 2016 και το 2017· και 1,5 % το 2018, 2019 και 2020·

β)

να εξαιρεί από τον υπολογισμό το σύνολο ή μέρος των κατ' όγκον πωλήσεων ενέργειας που χρησιμοποιείται, για την περίοδο επιβολής της υποχρέωσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο α), ή τελικής ενέργειας που καταναλώνεται, για την περίοδο επιβολής της υποχρέωσης που αναφέρεται στο στοιχείο β) του εν λόγω εδαφίου, στις βιομηχανικές δραστηριότητες που απαριθμούνται στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87/ΕΚ·

γ)

να προσμετρά στην ποσότητα απαιτούμενης εξοικονόμησης ενέργειας σύμφωνα με την παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχεία α) και β) την εξοικονόμηση ενέργειας που επιτυγχάνεται στους τομείς μετατροπής, μεταφοράς και διανομής ενέργειας, συμπεριλαμβανομένων των υποδομών αποδοτικής τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής των απαιτήσεων του άρθρου 23 παράγραφος 4, του άρθρου 24 παράγραφος 4 στοιχείο α και του άρθρου 25 παράγραφοι 5 έως 9 και 11. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με τα μέτρα πολιτικής που πρόκειται να λάβουν βάσει του παρόντος στοιχείου για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2021 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2030 στο πλαίσιο των ολοκληρωμένων εθνικών σχεδίων τους για την ενέργεια και το κλίμα. Ο αντίκτυπος των εν λόγω μέτρων υπολογίζεται σύμφωνα με το παράρτημα V και περιλαμβάνεται στα εν λόγω σχέδια·

δ)

να προσμετρά στην ποσότητα απαιτούμενης εξοικονόμησης ενέργειας την εξοικονόμηση ενέργειας η οποία προκύπτει από επιμέρους δράσεις οι οποίες εφαρμόστηκαν για πρώτη φορά από τις 31 Δεκεμβρίου 2008 και έπειτα και εξακολουθούν να έχουν αντίκτυπο το 2020 όσον αφορά την περίοδο επιβολής της υποχρέωσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο α) και μετά το 2020 όσον αφορά την περίοδο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) και η οποία είναι δυνατό να μετρηθεί και να επαληθευθεί·

ε)

να προσμετρά στην ποσότητα απαιτούμενης εξοικονόμησης ενέργειας την εξοικονόμηση ενέργειας που προκύπτει από μέτρα πολιτικής, εφόσον μπορεί να τεκμηριωθεί ότι τα εν λόγω μέτρα οδηγούν σε επιμέρους δράσεις που διεξάγονται από την 1η Ιανουαρίου 2018 έως την 31η Δεκεμβρίου 2020 και επιφέρουν εξοικονόμηση μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2020·

στ)

να εξαιρεί από τον υπολογισμό της ποσότητας απαιτούμενης εξοικονόμησης ενέργειας σύμφωνα με την παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχεία α) και β) το 30 % της επαληθεύσιμης ποσότητας ενέργειας που παράγεται επί ή εντός κτιρίων προς ιδίαν χρήση συνεπεία μέτρων πολιτικής που προάγουν τη νέα εγκατάσταση τεχνολογιών ανανεώσιμων πηγών ενέργειας·

ζ)

να προσμετρά, στην ποσότητα απαιτούμενης εξοικονόμησης ενέργειας σύμφωνα με την παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχεία α) και β), την εξοικονόμηση ενέργειας που υπερβαίνει την εξοικονόμηση ενέργειας που απαιτείται για την περίοδο επιβολής της υποχρέωσης από 1 Ιανουαρίου 2014 έως 31 Δεκεμβρίου 2020, υπό τον όρο ότι η εξοικονόμηση αυτή προκύπτει από επιμέρους δράσεις που διεξάγονται στο πλαίσιο των μέτρων πολιτικής που αναφέρονται στα άρθρα 9 και 10, που κοινοποιούνται από τα κράτη μέλη στα εθνικά σχέδια δράσης τους για την ενεργειακή απόδοση και που αναφέρονται στις εκθέσεις προόδου τους σύμφωνα με το άρθρο 24.

9.   Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν και υπολογίζουν τις επιπτώσεις των προτιμώμενων επιλογών δυνάμει της παραγράφου 8 ξεχωριστά για την περίοδο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχεία α) και β):

α)

για τον υπολογισμό της απαιτούμενης ποσότητας εξοικονόμησης ενέργειας για την περίοδο επιβολής της υποχρέωσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο α), τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιούν την παράγραφο 8 στοιχεία α) έως δ). Ο συνδυασμός όλων των προτιμώμενων επιλογών δυνάμει της παραγράφου 8 δεν υπερβαίνει το 25 % της ποσότητας εξοικονόμησης ενέργειας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο α)·

β)

για τον υπολογισμό της απαιτούμενης ποσότητας εξοικονόμησης ενέργειας για την περίοδο επιβολής της υποχρέωσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο β), τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιούν την παράγραφο 8 στοιχεία β) έως ζ), με την προϋπόθεση ότι οι επιμέρους δράσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 8 στοιχείο δ) εξακολουθούν να έχουν αντίκτυπο που μπορεί να επαληθευθεί και να μετρηθεί μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2020. Ο συνδυασμός όλων των προτιμώμενων επιλογών βάσει της παραγράφου 8 δεν οδηγεί σε μείωση άνω του 35 % της ποσότητας εξοικονόμησης ενέργειας που υπολογίζεται με βάση τις παραγράφους 6 και 7.

Ανεξάρτητα από το αν τα κράτη μέλη εξαιρούν εν όλω ή εν μέρει την ενέργεια που χρησιμοποιείται στις μεταφορές από το βασικό σενάριο υπολογισμού τους ή χρησιμοποιούν οποιαδήποτε από τις επιλογές που παρατίθενται στην παράγραφο 8, διασφαλίζουν ότι η υπολογισθείσα καθαρή ποσότητα νέας εξοικονόμησης που πρόκειται να επιτευχθεί ως προς την τελική κατανάλωση ενέργειας κατά την περίοδο επιβολής της υποχρέωσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) από την 1η Ιανουαρίου 2021 έως την 31η Δεκεμβρίου 2023 δεν είναι κατώτερη της ποσότητας που προκύπτει από την εφαρμογή του ποσοστού ετήσιας εξοικονόμησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο β).

10.   Τα κράτη μέλη περιγράφουν στις επικαιροποιήσεις των ενοποιημένων εθνικών σχεδίων τους για την ενέργεια και το κλίμα σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999, στα μεταγενέστερα ενοποιημένα εθνικά σχέδιά τους για την ενέργεια και το κλίμα σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 7 έως 12 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999 και σύμφωνα με το παράρτημα III του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999 και στις αντίστοιχες εκθέσεις προόδου τον υπολογισμό της ποσότητας εξοικονόμησης ενέργειας που πρόκειται να επιτευχθεί καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου από την 1η Ιανουαρίου 2021 έως την 31η Δεκεμβρίου 2030 και, ενδεχομένως, εξηγούν πώς καθορίστηκαν το ποσοστό ετήσιας εξοικονόμησης και το βασικό σενάριο υπολογισμού, καθώς και πώς και σε ποιο βαθμό εφαρμόστηκαν οι επιλογές που αναφέρονται στην παράγραφο 8 του παρόντος άρθρου.

11.   Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή την ποσότητα της απαιτούμενης εξοικονόμησης ενέργειας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) και στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, περιγραφή των μέτρων πολιτικής που πρέπει να εφαρμοστούν για την επίτευξη της απαιτούμενης συνολικής ποσότητας της σωρευτικής εξοικονόμησης ενέργειας στην τελική χρήση και τις μεθοδολογίες υπολογισμού τους σύμφωνα με το παράρτημα V της παρούσας οδηγίας, ως μέρος των επικαιροποιήσεων των ενοποιημένων εθνικών σχεδίων τους για την ενέργεια και το κλίμα σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999, και στο πλαίσιο των ενοποιημένων εθνικών σχεδίων τους για την ενέργεια και το κλίμα, όπως αναφέρεται και σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 3 και 7 έως 12β του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999. Τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν το υπόδειγμα υποβολής εκθέσεων που παρέχεται στα κράτη μέλη από την Επιτροπή.

12.   Όταν, βάσει της αξιολόγησης των ενοποιημένων εθνικών εκθέσεων προόδου για την ενέργεια και το κλίμα σύμφωνα με το άρθρο 29 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999 ή βάσει του προσχεδίου ή της τελικής επικαιροποίησης του τελευταίου κοινοποιηθέντος ενοποιημένου εθνικού σχεδίου για την ενέργεια και το κλίμα σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999 ή βάσει της αξιολόγησης των επακόλουθων προσχεδίων και τελικών ενοποιημένων εθνικών σχεδίων για την ενέργεια και το κλίμα σύμφωνα με το άρθρο 3 και με τα άρθρα 7 έως 12 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα μέτρα πολιτικής δεν διασφαλίζουν την επίτευξη της απαιτούμενης ποσότητας σωρευτικής εξοικονόμησης ενέργειας στην τελική χρήση κατά το τέλος της περιόδου επιβολής της υποχρέωσης, η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει συστάσεις σύμφωνα με το άρθρο 34 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999 προς τα κράτη μέλη τα μέτρα πολιτικής των οποίων κρίνει ότι είναι ανεπαρκή για να εξασφαλίσουν την τήρηση των υποχρεώσεων εξοικονόμησης ενέργειας.

13.   Όταν ένα κράτος μέλος δεν έχει επιτύχει την απαιτούμενη σωρευτική εξοικονόμηση ενέργειας στην τελική χρήση έως το τέλος κάθε περιόδου επιβολής της υποχρέωσης που ορίζεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, επιτυγχάνει την απομένουσα εξοικονόμηση ενέργειας επιπλέον της σωρευτικής εξοικονόμησης ενέργειας στην τελική χρήση που απαιτείται έως το τέλος της επόμενης περιόδου επιβολής της υποχρέωσης.

14.   Στο πλαίσιο των επικαιροποιήσεων των εθνικών τους σχεδίων για την ενέργεια και το κλίμα και των αντίστοιχων εκθέσεων προόδου, καθώς και των μεταγενέστερων ενοποιημένων εθνικών σχεδίων για την ενέργεια και το κλίμα που κοινοποιούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1999 τα κράτη μέλη αποδεικνύουν συμπεριλαμβάνοντας, κατά περίπτωση, αποδεικτικά στοιχεία και υπολογισμούς:

α)

πως, όταν υπάρχει επικάλυψη του αντικτύπου των μέτρων πολιτικής ή των επιμέρους δράσεων, δεν μετράται διπλά η εξοικονόμηση ενέργειας·

β)

τον τρόπο με τον οποίο η εξοικονόμηση ενέργειας που επιτυγχάνεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχεία β) και γ) συμβάλλει στην επίτευξη της εθνικής συνεισφοράς τους σύμφωνα με το άρθρο 4·

γ)

ότι θεσπίζονται μέτρα πολιτικής για την εκπλήρωση της υποχρέωσής τους για εξοικονόμηση ενέργειας, σχεδιασμένα σύμφωνα με τις απαιτήσεις του παρόντος άρθρου και ότι τα εν λόγω μέτρα πολιτικής είναι επιλέξιμα και κατάλληλα να διασφαλίσουν την επίτευξη της απαιτούμενης ποσότητας σωρευτικής εξοικονόμησης ενέργειας στην τελική χρήση έως το τέλος κάθε περιόδου επιβολής της υποχρέωσης.

Άρθρο 9

Καθεστώτα επιβολής της υποχρέωσης ενεργειακής απόδοσης

1.   Εφόσον τα κράτη μέλη αποφασίσουν να τηρήσουν την υποχρέωση επίτευξης της απαιτούμενης εξοικονόμησης δυνάμει του άρθρου 8 παράγραφος 1 με την καθιέρωση καθεστώτος επιβολής της υποχρέωσης ενεργειακής απόδοσης, μεριμνούν ώστε τα υπόχρεα μέρη που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου και δραστηριοποιούνται στην επικράτεια του εκάστοτε κράτους μέλους να επιτυγχάνουν, με την επιφύλαξη του άρθρου 8 παράγραφοι 8 και 9, την οικεία απαιτούμενη σωρευτική εξοικονόμηση ενέργειας στην τελική χρήση που καθορίζεται στο άρθρο 8 παράγραφος 1.

Εφόσον συντρέχει περίπτωση, τα κράτη μέλη δύνανται να αποφασίσουν ότι τα υπόχρεα μέρη οφείλουν να πραγματοποιήσουν την εν λόγω εξοικονόμηση, εν όλω ή εν μέρει, με τη μορφή συνεισφοράς στο εθνικό ταμείο ενεργειακής απόδοσης σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 11.

2.   Τα κράτη μέλη ορίζουν, με βάση αντικειμενικά και αμερόληπτα κριτήρια, υπόχρεα μέρη μεταξύ των διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς, των διαχειριστών συστημάτων διανομής, των διανομέων ενέργειας, των εταιρειών λιανικής πώλησης ενέργειας και των διανομέων καυσίμων κίνησης ή των εταιρειών λιανικής πώλησης καυσίμων κίνησης που δραστηριοποιούνται στην επικράτειά τους. Η απαραίτητη εξοικονόμηση ενέργειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης επιτυγχάνεται από τα υπόχρεα μέρη μεταξύ των τελικών καταναλωτών, που ορίζονται από το κράτος μέλος, ανεξάρτητα από τον υπολογισμό βάσει του άρθρου 8 παράγραφος 1 ή, εάν τα κράτη μέλη λάβουν σχετική απόφαση, με πιστοποιημένη εξοικονόμηση που προκύπτει από άλλα μέρη σύμφωνα με το στοιχείο α) της παραγράφου 10 του παρόντος άρθρου.

3.   Όταν εταιρείες λιανικής πώλησης ενέργειας ορίζονται ως υπόχρεα μέρη δυνάμει της παραγράφου 2, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, κατά την εκπλήρωση της υποχρέωσής τους, οι εταιρείες λιανικής πώλησης ενέργειας δεν δημιουργούν εμπόδια στους καταναλωτές σε σχέση με την αλλαγή προμηθευτή.

4.   Τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν τα υπόχρεα μέρη να επιτύχουν μερίδιο της υποχρέωσης εξοικονόμησης ενέργειας μεταξύ των ανθρώπων που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια, των ευπαθών πελατών και των νοικοκυριών χαμηλού εισοδήματος και, κατά περίπτωση, των ανθρώπων που ζουν σε κοινωνικές κατοικίες. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να απαιτούν από τα υπόχρεα μέρη να επιτύχουν τους στόχους μείωσης του ενεργειακού κόστους και να επιτύχουν εξοικονόμηση ενέργειας με την προώθηση μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης, συμπεριλαμβανομένων μέτρων χρηματοδοτικής στήριξης που μετριάζουν τις επιπτώσεις των τιμών των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα στις ΜΜΕ και τις πολύ μικρές επιχειρήσεις .

5.   Τα κράτη μέλη ▌απαιτούν από τα υπόχρεα μέρη να συνεργάζονται με τις περιφερειακές και τοπικές αρχές ή τους δήμους και να δραστηριοποιούνται με τις κοινωνικές υπηρεσίες και τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών για τη δημιουργία πλατφόρμας συνεργασίας αφιερωμένης στη μείωση της ενεργειακής φτώχειας, για την προώθηση μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης μεταξύ των ανθρώπων που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια, των ευπαθών πελατών και των νοικοκυριών χαμηλού εισοδήματος και, κατά περίπτωση, των ανθρώπων που ζουν σε κοινωνικές κατοικίες. Αυτό περιλαμβάνει τον προσδιορισμό και την αντιμετώπιση των ειδικών αναγκών συγκεκριμένων ομάδων που βρίσκονται σε κίνδυνο ενεργειακής φτώχειας ή είναι περισσότερο εκτεθειμένες στις επιπτώσεις της. Για την προστασία των ανθρώπων που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια, των ευπαθών πελατών και, κατά περίπτωση, των ανθρώπων που ζουν σε κοινωνικές κατοικίες, τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν τα υπόχρεα μέρη να υλοποιήσουν δράσεις όπως η ανακαίνιση κτιρίων, συμπεριλαμβανομένης της κοινωνικής κατοικίας, η αντικατάσταση συσκευών, η χρηματοδοτική στήριξη και παροχή κινήτρων για μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης σύμφωνα με τα εθνικά καθεστώτα χρηματοδότησης και στήριξης ή οι ενεργειακοί έλεγχοι.

6.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα υπόχρεα μέρη να υποβάλλουν έκθεση σε ετήσια βάση σχετικά με την εξοικονόμηση ενέργειας που επιτεύχθηκε από τα υπόχρεα μέρη από δράσεις που προωθούνται μεταξύ των ανθρώπων που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια, των ευπαθών πελατών και, κατά περίπτωση, των ανθρώπων που ζουν σε κοινωνικές κατοικίες, και απαιτούν συγκεντρωτικές στατιστικές πληροφορίες σχετικά με τους τελικούς πελάτες τους (όπου θα προσδιορίζονται οι αλλαγές στην εξοικονόμηση ενέργειας σε σύγκριση με πληροφορίες που είχαν υποβληθεί παλαιότερα) και σχετικά με την παρεχόμενη τεχνική και χρηματοδοτική στήριξη.

7.   Τα κράτη μέλη εκφράζουν την ποσότητα της εξοικονομούμενης ενέργειας που απαιτείται από κάθε υπόχρεο μέρος ως κατανάλωση είτε τελικής είτε πρωτογενούς ενέργειας. Η μέθοδος που επιλέγεται για να εκφραστεί η απαιτούμενη εξοικονόμηση ενέργειας χρησιμοποιείται επίσης για τον υπολογισμό της εξοικονόμησης που δηλώνουν τα υπόχρεα μέρη. Κατά τη μετατροπή του ποσού της εξοικονόμησης ενέργειας, εφαρμόζονται οι τιμές της κατώτερης θερμογόνου δύναμης που αναφέρονται στο παράρτημα VI του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2018/2066 της Επιτροπής (62) και ο συντελεστής πρωτογενούς ενέργειας σύμφωνα με το άρθρο 29 εκτός αν μπορεί να δικαιολογηθεί η χρήση άλλων συντελεστών μετατροπής.

8.   Τα κράτη μέλη καθιερώνουν συστήματα μέτρησης, ελέγχου και επαλήθευσης για τη διενέργεια τεκμηριωμένης επαλήθευσης σε τουλάχιστον ένα στατιστικά σημαντικό ποσοστό και αντιπροσωπευτικό δείγμα των μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης που εφαρμόζουν τα υπόχρεα μέρη. Η μέτρηση, ο έλεγχος και η επαλήθευση πραγματοποιούνται ανεξάρτητα από τα υπόχρεα μέρη. Όταν μια οντότητα είναι υπόχρεο μέρος στο πλαίσιο εθνικού καθεστώτος επιβολής της υποχρέωσης ενεργειακής απόδοσης δυνάμει του άρθρου 9 και στο πλαίσιο του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής της ΕΕ για κτίρια και οδικές μεταφορές [COM(2021)0551, 2021/0211(COD)] (63), το σύστημα παρακολούθησης και επαλήθευσης διασφαλίζει ότι η τιμή των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα που μετακυλίεται κατά τη διάθεση καυσίμου για κατανάλωση [σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 21 του COM(2021)0551, 2021/0211(COD)] λαμβάνεται υπόψη στον υπολογισμό και στην υποβολή εκθέσεων σχετικά με την εξοικονόμηση ενέργειας των μέτρων εξοικονόμησης ενέργειας της οντότητας.

9.   Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή, στο πλαίσιο των ενοποιημένων εθνικών εκθέσεων προόδου για την ενέργεια και το κλίμα σύμφωνα με το άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999, σχετικά με τα συστήματα μέτρησης, ελέγχου και επαλήθευσης που έχουν τεθεί σε εφαρμογή, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, των μεθόδων που χρησιμοποιήθηκαν, των προβλημάτων που εντοπίστηκαν και του τρόπου αντιμετώπισής τους.

10.   Στο πλαίσιο του καθεστώτος επιβολής της υποχρέωσης ενεργειακής απόδοσης, τα κράτη μέλη μπορούν να εξουσιοδοτούν τα υπόχρεα μέρη να πράττουν τα ακόλουθα:

α)

να προσμετρούν, στο πλαίσιο της υποχρέωσής τους, την πιστοποιημένη εξοικονόμηση ενέργειας που επέτυχαν οι πάροχοι ενεργειακών υπηρεσιών ή άλλα τρίτα μέρη, ακόμη και όταν τα υπόχρεα μέρη προωθούν μέτρα μέσω άλλων εγκεκριμένων από το κράτος φορέων ή μέσω δημόσιων αρχών, ανεξαρτήτως εάν σε αυτές συμμετέχουν επίσημες συμπράξεις και σε συνδυασμό ενδεχομένως με άλλες πηγές χρηματοδότησης. Όταν τα κράτη μέλη το επιτρέπουν, μεριμνούν ώστε η πιστοποίηση της εξοικονόμησης ενέργειας να ακολουθεί θεσμοθετημένη στα κράτη μέλη διαδικασία έγκρισης, η οποία είναι σαφής, διαφανής και ανοικτή προς όλους τους συμμετέχοντες και η οποία αποσκοπεί στην ελαχιστοποίηση του κόστους πιστοποίησης·

β)

να προσμετρούν την εξοικονόμηση που επιτεύχθηκε σε ένα συγκεκριμένο έτος σαν να είχε επιτευχθεί σε ένα από τα τέσσερα προηγούμενα ή τρία επόμενα έτη, εφόσον η σχετική ημερομηνία δεν υπερβαίνει τη λήξη των περιόδων επιβολής της υποχρέωσης που καθορίζονται στο άρθρο 8 παράγραφος 1.

Τα κράτη μέλη αξιολογούν και, εφόσον απαιτείται, λαμβάνουν μέτρα για την ελαχιστοποίηση του αντικτύπου των άμεσων και έμμεσων δαπανών των καθεστώτων επιβολής της υποχρέωσης ενεργειακής απόδοσης στην ανταγωνιστικότητα των ενεργοβόρων βιομηχανιών που εκτίθενται στον διεθνή ανταγωνισμό.

11.   Τα κράτη μέλη δημοσιεύουν, σε ετήσια βάση, την εξοικονόμηση ενέργειας που επιτυγχάνεται από κάθε υπόχρεο μέρος ή κάθε υποκατηγορία υπόχρεου μέρους, καθώς και συνολικά στο πλαίσιο του καθεστώτος.

Άρθρο 10

Εναλλακτικά μέτρα πολιτικής

1.   Εφόσον τα κράτη μέλη αποφασίσουν να τηρήσουν την υποχρέωση επίτευξης της απαιτούμενης εξοικονόμησης δυνάμει του άρθρου 8 παράγραφος 1 με τη λήψη εναλλακτικών μέτρων πολιτικής, μεριμνούν, με την επιφύλαξη του άρθρου 8 παράγραφοι 8 και 9, ώστε η απαιτούμενη εξοικονόμηση ενέργειας δυνάμει του άρθρου 8 παράγραφος 1 να επιτυγχάνεται στους τελικούς καταναλωτές.

2.   Για όλα τα μέτρα πλην των φορολογικών, τα κράτη μέλη θέτουν σε εφαρμογή συστήματα μέτρησης, ελέγχου και επαλήθευσης, με βάση τα οποία διενεργείται τεκμηριωμένη επαλήθευση σε τουλάχιστον ένα στατιστικά σημαντικό ποσοστό και αντιπροσωπευτικό δείγμα των μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης που εφαρμόζουν τα συμμετέχοντα ή τα εξουσιοδοτηθέντα μέρη. Η μέτρηση, ο έλεγχος και η επαλήθευση πραγματοποιούνται ανεξάρτητα από τα συμμετέχοντα ή τα εξουσιοδοτηθέντα μέρη.

3.   Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή, στο πλαίσιο των ενοποιημένων εθνικών εκθέσεων προόδου για την ενέργεια και το κλίμα σύμφωνα με το άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999, σχετικά με τα συστήματα μέτρησης, ελέγχου και επαλήθευσης που έχουν τεθεί σε εφαρμογή, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, των μεθόδων που χρησιμοποιήθηκαν, των προβλημάτων που εντοπίστηκαν και του τρόπου αντιμετώπισής τους.

4.   Κατά την αναφορά ενός φορολογικού μέτρου , συμπεριλαμβανομένων των οιονεί φορολογικών επιβαρύνσεων ή εισφορών , τα κράτη μέλη επιδεικνύουν ότι αυτά σχεδιάστηκαν με σκοπό την εξοικονόμηση ενέργειας και αποδεικνύουν τον τρόπο με τον οποίο έχει διασφαλιστεί, στον σχεδιασμό του φορολογικού μέτρου, η αποτελεσματικότητα και η ορατότητα με την πάροδο του χρόνου που έχει το μήνυμα της τιμής, όπως ο φορολογικός συντελεστής. Σε περίπτωση μείωσης του φορολογικού συντελεστή, τα κράτη μέλη αιτιολογούν τον τρόπο με τον οποίο τα φορολογικά μέτρα εξακολουθούν να οδηγούν σε νέα εξοικονόμηση ενέργειας.

Άρθρο 11

Συστήματα ενεργειακής διαχείρισης και ενεργειακοί έλεγχοι

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις εφαρμόζουν σύστημα ενεργειακής διαχείρισης, στο οποίο η μέση ετήσια ενεργειακή κατανάλωσή τους κατά την προηγούμενη τριετία, λαμβάνοντας υπόψη όλους τους φορείς ενέργειας, είναι:

α)

άνω των 100 TJ, από την 1η Ιανουαρίου 2024·

β)

άνω των 70 TJ, από την 1η Ιανουαρίου 2027·

Το σύστημα ενεργειακής διαχείρισης πιστοποιείται από ανεξάρτητο φορέα σύμφωνα με τα σχετικά ευρωπαϊκά ή διεθνή πρότυπα.

2.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις ▌που δεν εφαρμόζουν σύστημα ενεργειακής διαχείρισης υπόκεινται σε ενεργειακό έλεγχο , όταν η μέση ετήσια ενεργειακή τους κατανάλωση κατά την προηγούμενη τριετία, λαμβανομένων υπόψη όλων των φορέων ενέργειας, είναι:

α)

άνω των 10 TJ, από την 1η Ιανουαρίου 2024·

β)

άνω των 6 TJ, από την 1η Ιανουαρίου 2027·

Οι ενεργειακοί έλεγχοι διενεργούνται σύμφωνα με τα σχετικά ευρωπαϊκά ή διεθνή πρότυπα με ανεξάρτητο και οικονομικά αποδοτικό τρόπο από ειδικευμένους ή διαπιστευμένους ειδικούς ανά τομέα εμπειρογνώμονες ή διαπιστευμένους ανεξάρτητους φορείς σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 26 ή εφαρμόζονται και εποπτεύονται από ανεξάρτητες αρχές δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας. Οι ενεργειακοί έλεγχοι διενεργούνται τουλάχιστον κάθε τέσσερα χρόνια από την ημερομηνία του προηγούμενου ενεργειακού ελέγχου.

Τα αποτελέσματα των ενεργειακών ελέγχων, συμπεριλαμβανομένων των συστάσεων από τους ελέγχους αυτούς καταλήγουν σε συγκεκριμένα και εφικτά σχέδια εφαρμογής, συμπεριλαμβανομένων των τιμών και του χρόνου απόσβεσης κάθε συνιστώμενης δράσης ενεργειακής απόδοσης, και διαβιβάζονται στη διοίκηση της επιχείρησης. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η εφαρμογή των συστάσεων είναι υποχρεωτική, με εξαίρεση εκείνες στις οποίες η περίοδος αποπληρωμής υπερβαίνει τα τέσσερα έτη. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα αποτελέσματα και οι συστάσεις εφαρμογής δημοσιεύονται στην ετήσια έκθεση της επιχείρησης και δημοσιοποιούνται, εκτός από τις πληροφορίες που υπόκεινται στην εθνική νομοθεσία για την προστασία του εμπορικού και επιχειρηματικού απορρήτου και της εμπιστευτικότητας.

2α.     Τα κράτη μέλη μπορούν να ενθαρρύνουν όλες τις επιλέξιμες εταιρείες να παρέχουν τις ακόλουθες πληροφορίες στην ετήσια έκθεσή τους:

α)

πληροφορίες σχετικά με την ετήσια κατανάλωση ενέργειας σε kWh·

β)

πληροφορίες σχετικά με τον ετήσιο όγκο νερού που καταναλώνεται σε κυβικά μέτρα·

γ)

συγκρίσεις της ετήσιας κατανάλωσης ενέργειας και νερού με τα προηγούμενα έτη της ίδιας εγκατάστασης.

3.   Τα κράτη μέλη προωθούν τη δυνατότητα διάθεσης, σε όλους τους τελικούς πελάτες, ενεργειακών ελέγχων υψηλής ποιότητας οι οποίοι είναι οικονομικώς αποδοτικοί, και:

α)

διενεργούνται ανεξάρτητα από ειδικευμένους ή/και διαπιστευμένους εμπειρογνώμονες σύμφωνα με κριτήρια επαγγελματικών προσόντων ή

β)

την εφαρμογή και επίβλεψη των οποίων αναλαμβάνουν ανεξάρτητες αρχές στο πλαίσιο της εθνικής νομοθεσίας.

Οι ενεργειακοί έλεγχοι που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, μπορούν να πραγματοποιούνται από εσωτερικούς εμπειρογνώμονες ή από ενεργειακούς ελεγκτές υπό τον όρο ότι το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος έχει θεσπίσει διασφαλίσεις που εγγυώνται την ικανότητά του να διεξάγει ελέγχους με ανεξαρτησία, καθώς και πρόγραμμα για τη διασφάλιση και τον έλεγχο της ποιότητάς τους, και ότι περιλαμβάνει, εάν κρίνεται σκόπιμο, ετήσια τυχαία επιλογή τουλάχιστον ενός στατιστικά σημαντικού ποσοστού όλων των ενεργειακών ελέγχων που πραγματοποιούν.

Προκειμένου να παρέχονται εχέγγυα για την υψηλή ποιότητα των ενεργειακών ελέγχων και των συστημάτων ενεργειακής διαχείρισης, τα κράτη μέλη θεσπίζουν διαφανή και αμερόληπτα ελάχιστα κριτήρια για τους ενεργειακούς ελέγχους που ορίζονται στο παράρτημα VΙ και εξειδικεύονται στα ευρωπαϊκά και τα διεθνή πρότυπα . Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι διενεργούνται έλεγχοι ποιότητας προκειμένου να διασφαλίζεται η εγκυρότητα και η ακρίβεια των ενεργειακών ελέγχων.

Οι ενεργειακοί έλεγχοι δεν περιλαμβάνουν ρήτρες που θα εμποδίζουν τη διαβίβαση των ευρημάτων του ελέγχου σε ειδικευμένο/διαπιστευμένο πάροχο ενεργειακών υπηρεσιών, υπό τον όρο ότι ο πελάτης δεν φέρει αντίρρηση.

4.   Τα κράτη μέλη καταρτίζουν προγράμματα με στόχο την ενθάρρυνση και την παροχή τεχνικής υποστήριξης στις ΜΜΕ που δεν υπόκεινται στις παραγράφους 1 ή 2 να υποβάλλονται σε ενεργειακούς ελέγχους και την επακόλουθη εφαρμογή των συστάσεων των εν λόγω ελέγχων σύμφωνα με τα ελάχιστα κριτήρια που ορίζονται στο παράρτημα VI.

Με βάση διαφανή και αμερόληπτα κριτήρια και με την επιφύλαξη της νομοθεσίας της Ένωσης για τις κρατικές ενισχύσεις, τα κράτη μέλη ▌θεσπίζουν μηχανισμούς, όπως κέντρα ενεργειακού ελέγχου για τις ΜΜΕ και τις πολύ μικρές επιχειρήσεις, εφόσον δεν ανταγωνίζονται ιδιώτες ελεγκτές, για την παροχή επιδοτούμενων ενεργειακών ελέγχων, καθώς και άλλα καθεστώτα στήριξης για τις ΜΜΕ, μεταξύ άλλων εάν έχουν συνάψει εθελοντικές συμφωνίες, για την κάλυψη του κόστους ενός ενεργειακού ελέγχου και της εφαρμογής εξαιρετικά οικονομικά αποδοτικών συστάσεων από τους ενεργειακούς ελέγχους, εφόσον εφαρμόζονται τα προτεινόμενα μέτρα.

Τα κράτη μέλη στηρίζουν και παρέχουν κίνητρα για την εφαρμογή των συστάσεων μέσω τεχνικής και χρηματοδοτικής στήριξης, η οποία δεν υπολογίζεται στο μέγιστο ποσό των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας σε επιχειρήσεις, της ευκολότερης πρόσβασης σε χρηματοδότηση, με ιδιαίτερη προσοχή στις ΜΜΕ και στις εταιρείες που εφαρμόζουν συστάσεις με τον μεγαλύτερο αντίκτυπο απανθρακοποίησης όσον αφορά την ενεργειακή απόδοση.

Τα κράτη μέλη φέρουν εις γνώση των ΜΜΕ, μεταξύ άλλων και μέσω των οικείων ενδιάμεσων αντιπροσωπευτικών τους οργανώσεων, συγκεκριμένα παραδείγματα για τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να βοηθήσουν τα συστήματα ενεργειακής διαχείρισης στις επιχειρήσεις τους. Η Επιτροπή βοηθά τα κράτη μέλη υποστηρίζοντας την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών στον τομέα αυτόν.

4α.     Για τους σκοπούς της παραγράφου 4, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα προγράμματα περιλαμβάνουν:

α)

ενοποίηση των συστημάτων ενεργειακής διαχείρισης που περιλαμβάνουν τη διαχείριση της επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένων οικονομικών κινήτρων με τη δέσμευση της επιχείρησης να υιοθετήσει τα προσδιορισθέντα μέτρα ενεργειακής απόδοσης·

β)

στήριξη των ΜΜΕ για την ποσοτικοποίηση των πολλαπλών οφελών των μέτρων ενεργειακής απόδοσης στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων τους·

γ)

ανάπτυξη ειδικών για κάθε εταιρεία «οδικών χαρτών ενεργειακής απόδοση» που αναπτύσσονται στο πλαίσιο μιας διαδραστικής διαδικασίας, με ιεράρχηση των στόχων, των μέτρων και των χρηματοοικονομικών και τεχνολογικών επιλογών·

δ)

ανάπτυξη δικτύων ενεργειακής μετάβασης των ΜΜΕ, τα οποία θα διευκολύνονται από ανεξάρτητους διαμεσολαβητές·

ε)

μηχανισμούς στήριξης των εν λόγω δικτύων για την ανάπτυξη ενεργειακών ελέγχων ή συστημάτων ενεργειακής διαχείρισης.

5.   Τα κράτη μέλη καταρτίζουν προγράμματα που θα ενθαρρύνουν τις επιχειρήσεις εκτός ΜΜΕ που δεν υπόκεινται στην παράγραφο 1 ή 2 να υποβάλλονται σε ενεργειακούς ελέγχους και, συνακολούθως, να υλοποιούν τις συστάσεις των ελέγχων αυτών, τηρώντας τα ελάχιστα κριτήρια που καθορίζονται στο παράρτημα VI.

6.   Οι ενεργειακοί έλεγχοι θεωρείται ότι πληρούν τις απαιτήσεις της παραγράφου 2 όταν διεξάγονται με ανεξάρτητο τρόπο, βάσει ελάχιστων κριτηρίων που ορίζονται στο παράρτημα VΙ και υλοποιούνται στο πλαίσιο προαιρετικών συμφωνιών που συνάπτονται μεταξύ οργανώσεων εμπλεκόμενων παραγόντων και ενός διορισμένου φορέα, ή άλλων φορέων στους οποίους οι αρμόδιες αρχές έχουν εκχωρήσει τη σχετική ευθύνη, και υπό την εποπτεία του οικείου κράτους μέλους ή της Επιτροπής.

Η πρόσβαση στους συμμετέχοντες στην αγορά που παρέχουν ενεργειακές υπηρεσίες βασίζεται σε διαφανή και αμερόληπτα κριτήρια.

7.   Οι επιχειρήσεις που εφαρμόζουν σύμβαση ενεργειακής απόδοσης θεωρείται ότι πληρούν τις απαιτήσεις των παραγράφων 1 και 2, υπό την προϋπόθεση ότι η σύμβαση ενεργειακής απόδοσης καλύπτει τα αναγκαία στοιχεία του συστήματος ενεργειακής διαχείρισης και συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του παραρτήματος XIV.

8.   Οι επιχειρήσεις που εφαρμόζουν σύστημα περιβαλλοντικής διαχείρισης –πιστοποιημένο από ανεξάρτητο φορέα, σύμφωνα με τα σχετικά ευρωπαϊκά ή διεθνή πρότυπα– θεωρείται ότι πληρούν τις απαιτήσεις των παραγράφων 1 και 2, υπό τον όρο ότι τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το εν λόγω σύστημα περιβαλλοντικής διαχείρισης περιλαμβάνει ενεργειακό έλεγχο βάσει ελάχιστων κριτηρίων που ορίζονται στο παράρτημα VΙ.

9.   Οι ενεργειακοί έλεγχοι μπορούν να είναι μεμονωμένοι ή να αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου περιβαλλοντικού ελέγχου. Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν η αξιολόγηση του τεχνικώς και οικονομικώς εφικτού της σύνδεσης ενός υφιστάμενου ή σχεδιαζόμενου δικτύου τηλεθέρμανσης ή τηλεψύξης να αποτελεί μέρος του ενεργειακού ελέγχου.

Με την επιφύλαξη του δικαίου της Ένωσης για τις κρατικές ενισχύσεις, τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν καθεστώτα στήριξης και παροχής κινήτρων για την υλοποίηση των συστάσεων από ενεργειακούς ελέγχους και συναφή μέτρα.

9α.     Τα κράτη μέλη προωθούν την εφαρμογή συστημάτων ενεργειακής διαχείρισης και ενεργειακών ελέγχων εντός της δημόσιας διοίκησης σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο.

Άρθρο 11α

Κέντρα δεδομένων

1.     Έως τις 15 Μαρτίου 2024 και στη συνέχεια ετησίως, τα κράτη μέλη απαιτούν από τους ιδιοκτήτες και τους φορείς εκμετάλλευσης κάθε κέντρου δεδομένων στην επικράτειά τους με εγκατεστημένη ζήτηση ισχύος ΤΠ τουλάχιστον 100 kW, ιδίως στον τομέα των ΤΠΕ, να δημοσιοποιούν τις πληροφορίες που ορίζονται στο παράρτημα VΙα βάσει εναρμονισμένου μορφοτύπου.

2.     Τα κράτη μέλη υποβάλλουν αμελλητί στην Επιτροπή τις πληροφορίες που έχουν συγκεντρώσει σύμφωνα με την παράγραφο 1. Οι πληροφορίες δημοσιοποιούνται μέσω βάσης δεδομένων που δημιουργείται από την Επιτροπή, η οποία επιφορτίζεται και με τη διαχείρισή της.

3.     Η Επιτροπή εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές για την παρακολούθηση και τη δημοσίευση των ενεργειακών επιδόσεων των κέντρων δεδομένων σύμφωνα με το παράρτημα VIα. Οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές περιέχουν εναρμονισμένους ορισμούς για κάθε πληροφοριακό στοιχείο, καθώς και ομοιόμορφη μεθοδολογία μέτρησης, κατευθυντήριες γραμμές για την υποβολή εκθέσεων και εναρμονισμένο υπόδειγμα για τη διαβίβαση των πληροφοριών, ώστε να καθίσταται δυνατή η συνεκτική υποβολή εκθέσεων σε όλα τα κράτη μέλη.

4.     Τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν τους ιδιοκτήτες και τους φορείς εκμετάλλευσης κάθε κέντρου δεδομένων στην επικράτειά τους με εγκατεστημένη ζήτηση ισχύος ΤΠ ίση ή μεγαλύτερη από 1 MW να λαμβάνουν υπόψη τις βέλτιστες πρακτικές που αναφέρονται στην πλέον πρόσφατη έκδοση του ευρωπαϊκού κώδικα δεοντολογίας για την ενεργειακή απόδοση των κέντρων δεδομένων ή στο έγγραφο CLC TR50600-99-1 της CEN-CENELEC με τίτλο «Εγκαταστάσεις και υποδομές κέντρων δεδομένων –Μέρος 99-1: Συνιστώμενες πρακτικές για τη διαχείριση της ενέργειας», έως την έναρξη ισχύος της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 3 της παρούσας οδηγίας.

5.     Έως τις 15 Μαρτίου 2025, η Επιτροπή αξιολογεί τα διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με την ενεργειακή απόδοση των κέντρων δεδομένων που της υποβάλλονται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με την παράγραφο 2 και υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Η έκθεση συνοδεύεται, κατά περίπτωση, από πρόταση σχετικά με περαιτέρω μέτρα για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης, συμπεριλαμβανομένης της θέσπισης ελάχιστων προτύπων επιδόσεων και της αξιολόγησης της σκοπιμότητας της μετάβασης σε κέντρα μηδενικών εκπομπών, σε στενή διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη. Η πρόταση αυτή μπορεί να καθορίζει ένα χρονικό πλαίσιο εντός του οποίου τα υφιστάμενα κέντρα δεδομένων πρέπει να πληρούν τα ελάχιστα πρότυπα επιδόσεων.

Άρθρο 12

Μέτρηση φυσικού αερίου

1.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, εφόσον είναι τεχνικώς εφικτό, οικονομικώς εύλογο και ανάλογο προς τη δυνητική εξοικονόμηση ενέργειας, παρέχονται σε ανταγωνιστική τιμή στους τελικούς καταναλωτές φυσικού αερίου ατομικοί μετρητές που να αντικατοπτρίζουν επακριβώς την πραγματική ενεργειακή κατανάλωση του τελικού καταναλωτή και να παρέχουν πληροφορίες όσον αφορά τον πραγματικό χρόνο χρήσης.

Παρόμοιος ατομικός μετρητής σε ανταγωνιστική τιμή παρέχεται πάντα όταν:

α)

αντικαθίσταται υπάρχων μετρητής, εκτός αν τούτο είναι τεχνικώς αδύνατο ή δεν είναι οικονομικώς αποδοτικό σε σχέση με τις εκτιμώμενες δυνατότητες μακροπρόθεσμης εξοικονόμησης ενέργειας·

β)

πραγματοποιείται νέα σύνδεση σε νέο κτίριο, ή σε κτίριο που υποβάλλεται σε ανακαινίσεις μεγάλης κλίμακας, σύμφωνα με την οδηγία 2010/31/ΕΕ.

2.   Εφόσον και στον βαθμό που τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν ευφυή συστήματα μέτρησης και διοργανώνουν την ανάπτυξη έξυπνων μετρητών φυσικού αερίου σύμφωνα με την οδηγία 2009/73/ΕΚ.

α)

μεριμνούν ώστε τα συστήματα μέτρησης να παρέχουν στους τελικούς καταναλωτές πληροφορίες για τον πραγματικό χρόνο χρήσης και ώστε οι στόχοι της ενεργειακής απόδοσης και τα οφέλη των τελικών καταναλωτών να λαμβάνονται πλήρως υπόψη στον καθορισμό των ελάχιστων λειτουργιών των μετρητών και των υποχρεώσεων που επιβάλλονται στους συμμετέχοντες στην αγορά·

β)

διασφαλίζουν την ασφάλεια των έξυπνων μετρητών και των ανταλλαγών δεδομένων, καθώς και την ιδιωτικότητα των τελικών καταναλωτών, σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία της Ένωσης για την προστασία των δεδομένων και της ιδιωτικότητας·

γ)

απαιτούν την παροχή κατάλληλων συμβουλών και πληροφοριών στους καταναλωτές κατά το χρόνο εγκατάστασης έξυπνων μετρητών, κυρίως σχετικά με το σύνολο των δυνατοτήτων τους όσον αφορά τη χρήση των ενδείξεων του μετρητή και την παρακολούθηση της κατανάλωσης ενέργειας.

Άρθρο 13

Μέτρηση για θέρμανση, ψύξη και ζεστό νερό οικιακής χρήσης

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι παρέχονται σε ανταγωνιστική τιμή, στους τελικούς καταναλωτές τηλεθέρμανσης, τηλεψύξης και ζεστού νερού οικιακής χρήσης, μετρητές που αναγράφουν επακριβώς την πραγματική ενεργειακή κατανάλωσή τους.

2.   Εφόσον σε ένα κτίριο παρέχεται θέρμανση, ψύξη ή ζεστό νερό οικιακής χρήσης από κεντρική πηγή που εξυπηρετεί πολλά κτίρια ή από σύστημα τηλεθέρμανσης ή τηλεψύξης, εγκαθίσταται μετρητής στον εναλλάκτη θερμότητας ή στο σημείο διανομής.

Άρθρο 14

Τοπική μέτρηση και επιμερισμός του κόστους για θέρμανση, ψύξη και ζεστό νερό οικιακής χρήσης

1.   Σε πολυκατοικίες και σε κτίρια πολλαπλών χρήσεων όπου η θέρμανση ή η ψύξη παρέχεται από κεντρική πηγή ή από σύστημα τηλεθέρμανσης ή τηλεψύξης, εγκαθίστανται ατομικοί μετρητές για τη μέτρηση της κατανάλωσης για θέρμανση ή ψύξη ή για ζεστό νερό οικιακής χρήσης σε κάθε κτιριακή μονάδα, όπου αυτό είναι τεχνικά εφικτό και οικονομικά αποδοτικό με κριτήριο την αναλογικότητα προς τη δυνητική εξοικονόμηση ενέργειας.

Σε περίπτωση που η χρήση ατομικών μετρητών δεν είναι τεχνικά εφικτή ή οικονομικώς αποδοτική για τη μέτρηση της κατανάλωσης θέρμανσης σε κάθε κτιριακή μονάδα, χρησιμοποιούνται ατομικοί κατανεμητές κόστους θέρμανσης για τη μέτρηση της κατανάλωσης θέρμανσης σε κάθε θερμαντικό σώμα., εκτός εάν το συγκεκριμένο κράτος μέλος αποδείξει ότι η εγκατάσταση των εν λόγω κατανεμητών κόστους θέρμανσης δεν θα ήταν οικονομικώς αποδοτική. Στις περιπτώσεις αυτές, είναι δυνατόν να εξετάζονται εναλλακτικές και οικονομικώς αποδοτικές μέθοδοι μέτρησης της κατανάλωσης θέρμανσης. Τα γενικά κριτήρια, οι μέθοδοι και/ή οι διαδικασίες καθορισμού της αδυναμίας τεχνικής εφαρμογής και της έλλειψης οικονομικής αποδοτικότητας προσδιορίζονται σαφώς και δημοσιεύονται από κάθε κράτος μέλος.

2.   Σε νέες πολυκατοικίες και σε κατοικήσιμα τμήματα νέων κτιρίων πολλαπλών χρήσεων, που διαθέτουν κεντρική πηγή θέρμανσης για ζεστό νερό οικιακής χρήσης ή τροφοδοτούνται από συστήματα τηλεθέρμανσης, τοποθετούνται ατομικοί μετρητές για ζεστό νερό οικιακής χρήσης, παρά τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο.

3.   Σε πολυκατοικίες ή κτίρια πολλαπλών χρήσεων που διαθέτουν τηλεθέρμανση ή τηλεψύξη ή εφόσον σε τέτοια κτίρια είναι διαδεδομένα τα κοινόχρηστα συστήματα ψύξης ή θέρμανσης, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να έχουν θεσπισθεί διαφανείς, δημοσίως διαθέσιμοι εθνικοί κανόνες περί κατανομής του κόστους της κατανάλωσης θέρμανσης, ψύξης ή ζεστού νερού οικιακής χρήσης στα κτίρια αυτά, ώστε να διασφαλίζεται η διαφάνεια και η ακρίβεια του καταμερισμού της ατομικής κατανάλωσης. Όπου ενδείκνυται, οι κανόνες αυτοί περιλαμβάνουν κατευθυντήριες γραμμές για τον τρόπο κατανομής του κόστους της ενέργειας με τις ακόλουθες χρήσεις:

α)

ζεστό νερό οικιακής χρήσης·

β)

θερμότητα που εκλύεται από την κεντρική εγκατάσταση του κτιρίου για θέρμανση των κοινόχρηστων χώρων, εφόσον τα κλιμακοστάσια και οι διάδρομοι είναι εξοπλισμένοι με θερμαντικά σώματα·

γ)

για τον σκοπό της θέρμανσης ή της ψύξης διαμερισμάτων.

Άρθρο 15

Απαίτηση εξ αποστάσεως ανάγνωσης

1.   Για τους σκοπούς των άρθρων 13 και 14, οι νεοεγκατεστημένοι μετρητές και οι ατομικοί κατανεμητές κόστους θέρμανσης είναι συσκευές με δυνατότητα εξ αποστάσεως ανάγνωσης. Οι προϋποθέσεις τεχνικής εφικτότητας και οικονομικής αποδοτικότητας που καθορίζονται στο άρθρο 14 παράγραφος 1 ισχύουν.

2.   Μετρητές και κατανεμητές κόστους θέρμανσης που δεν παρέχουν τη δυνατότητα ανάγνωσης εξ αποστάσεως αλλά έχουν ήδη εγκατασταθεί εξοπλίζονται με τη δυνατότητα ανάγνωσης εξ αποστάσεως ή αντικαθίστανται με συσκευές που παρέχουν τη δυνατότητα εξ αποστάσεως ανάγνωσης το αργότερο έως την 1η Ιανουαρίου 2027, εκτός εάν το οικείο κράτος μέλος αποδείξει ότι αυτό δεν είναι οικονομικά αποδοτικό.

Άρθρο 16

Πληροφορίες τιμολόγησης για το φυσικό αέριο

1.   Όπου οι τελικοί πελάτες δεν διαθέτουν τους έξυπνους μετρητές που αναφέρονται στην οδηγία 2009/73/ΕΚ, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες τιμολόγησης για το φυσικό αέριο είναι αξιόπιστες, ακριβείς και βασίζονται στην πραγματική κατανάλωση, σύμφωνα με το παράρτημα VΙΙ σημείο 1.1, εφόσον αυτό είναι τεχνικά δυνατόν και οικονομικά αιτιολογημένο.

Η υποχρέωση αυτή μπορεί να εκπληρώνεται από σύστημα τακτικής ανάγνωσης της κατανάλωσης στον μετρητή από τους τελικούς καταναλωτές, την οποία θα κοινοποιούν στον προμηθευτή της ενέργειας. Μόνο εάν ο τελικός καταναλωτής δεν έχει γνωστοποιήσει τα αποτελέσματα αυτής της μέτρησης για δεδομένη περίοδο, η τιμολόγηση θα βασίζεται σε τεκμαρτή ή σε κατ’ αποκοπήν κατανάλωση.

2.   Οι μετρητές που εγκαθίστανται σύμφωνα με την οδηγία 2009/73/ΕΚ παρέχουν τη δυνατότητα ακριβούς τιμολόγησης, με βάση την πραγματική κατανάλωση. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι τελικοί πελάτες έχουν τη δυνατότητα εύκολης πρόσβασης σε συμπληρωματικές πληροφορίες που τους επιτρέπουν να ελέγχουν οι ίδιοι λεπτομερώς το ιστορικό της κατανάλωσής τους.

Οι συμπληρωματικές πληροφορίες για το ιστορικό της κατανάλωσης περιλαμβάνουν:

α)

σωρευτικά στοιχεία τουλάχιστον για τα τρία προηγούμενα έτη ή για την περίοδο από την έναρξη της σύμβασης προμήθειας εάν αυτή είναι μικρότερη. Τα στοιχεία αντιστοιχούν στις χρονικές περιόδους για τις οποίες υπάρχουν συχνά τιμολογιακές πληροφορίες·

β)

λεπτομερή στοιχεία για τον χρόνο χρήσης για οιαδήποτε ημέρα, εβδομάδα, μήνα και έτος. Τα στοιχεία αυτά κοινοποιούνται στον τελικό καταναλωτή μέσω του διαδικτύου ή της διεπαφής του μετρητή τουλάχιστον για το διάστημα των τελευταίων 24 μηνών ή για την περίοδο από την έναρξη της σύμβασης προμήθειας εάν αυτή είναι μικρότερη.

3.   Ανεξάρτητα του εάν έχουν εγκατασταθεί έξυπνοι μετρητές ή όχι, τα κράτη μέλη:

α)

απαιτούν, στον βαθμό που είναι διαθέσιμα στοιχεία που αφορούν την ενεργειακή τιμολόγηση και το ιστορικό της κατανάλωσης των τελικών καταναλωτών, να διατίθενται κατόπιν αιτήματος του τελικού καταναλωτή, σε πάροχο ενεργειακών υπηρεσιών οριζόμενο από τον τελικό καταναλωτή·

β)

διασφαλίζουν ότι στους τελικούς καταναλωτές προσφέρεται η επιλογή ηλεκτρονικών τιμολογιακών πληροφοριών και τιμολόγησης και ότι, εάν οι πελάτες το ζητήσουν, λαμβάνουν σαφείς και κατανοητές εξηγήσεις για τον τρόπο με τον οποίο προέκυψε ο λογαριασμός τους, ιδίως στην περίπτωση που οι λογαριασμοί δεν βασίζονται στην πραγματική κατανάλωση·

γ)

διασφαλίζουν ότι στον λογαριασμό παρέχονται κατάλληλα πληροφοριακά στοιχεία ώστε οι τελικοί καταναλωτές να έχουν πλήρη εικόνα του τρέχοντος ενεργειακού κόστους, σύμφωνα με το παράρτημα VΙΙ·

δ)

μπορούν να προβλέπουν ότι, κατόπιν αιτήματος του τελικού καταναλωτή, οι πληροφορίες που περιέχονται σε αυτά τα τιμολόγια δεν θα θεωρούνται αίτημα προς πληρωμή. Σε αυτές τις περιπτώσεις, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι προμηθευτές ενεργειακών πόρων προσφέρουν ευέλικτες ρυθμίσεις για τις πληρωμές·

ε)

μπορούν να απαιτούν οι πληροφορίες και οι εκτιμήσεις του ενεργειακού κόστους να παρέχονται στους καταναλωτές εφόσον τις ζητούν, εγκαίρως και σε κατανοητή μορφή ώστε να μπορούν να συγκρίνουν παρόμοιες προσφορές.

Άρθρο 17

Πληροφορίες τιμολόγησης και κατανάλωσης για θέρμανση, ψύξη και ζεστό νερό οικιακής χρήσης

1.   Όπου έχουν εγκατασταθεί μετρητές και κατανεμητές κόστους θέρμανσης, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες τιμολόγησης και κατανάλωσης είναι αξιόπιστες και ακριβείς και βασίζονται στην πραγματική κατανάλωση ή τις ενδείξεις του κατανεμητή κόστους θέρμανσης, σύμφωνα με το παράρτημα VIII σημεία 1 και 2 για όλους τους τελικούς καταναλωτές

Η υποχρέωση αυτή, σε περίπτωση που αυτό προβλέπεται από το κράτος μέλος, με εξαίρεση την περίπτωση επιμερισμένης μέτρησης της κατανάλωσης βάσει κατανεμητών κόστους θέρμανσης δυνάμει του άρθρου 14, μπορεί να εκπληρώνεται από σύστημα που επιτρέπει στον τελικό καταναλωτή ή τον τελικό χρήστη να ελέγχει τακτικά και να κοινοποιεί το αποτέλεσμα της μέτρησης που αναγράφεται στον μετρητή του. Μόνο όταν ο τελικός καταναλωτής ή ο τελικός χρήστης δεν έχει γνωστοποιήσει τα αποτελέσματα αυτής της μέτρησης για δεδομένη περίοδο τιμολόγησης, η τιμολόγηση βασίζεται σε κατ' εκτίμηση ή σε κατ' αποκοπήν χρέωση.

2.   Τα κράτη μέλη:

α)

απαιτούν, αν υπάρχουν πληροφορίες που αφορούν την ενεργειακή τιμολόγηση και το ιστορικό της κατανάλωσης ή τις ενδείξεις του κατανεμητή κόστους θέρμανσης των τελικών χρηστών, να διατίθενται κατ' αίτηση του τελικού χρήστη σε πάροχο ενεργειακών υπηρεσιών τον οποίο ορίζει ο τελικός χρήστης·

β)

διασφαλίζουν ότι στους τελικούς πελάτες προσφέρεται η επιλογή παροχής των πληροφοριών τιμολόγησης και των λογαριασμών με ηλεκτρονικό τρόπο·

γ)

διασφαλίζουν ότι στους λογαριασμούς παρέχονται σε όλους τους τελικούς χρήστες σαφείς και κατανοητές πληροφορίες σύμφωνα με το παράρτημα VIII σημείο 3 και

δ)

προάγουν την κυβερνοασφάλεια και διασφαλίζουν την προστασία της ιδιωτικότητας και των δεδομένων των τελικών χρηστών σύμφωνα με το εφαρμοστέο ενωσιακό δίκαιο.

Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι, κατόπιν αιτήματος του τελικού καταναλωτή, η παροχή πληροφοριών τιμολόγησης δεν θεωρείται ότι συνιστά αίτημα προς πληρωμή. Σε αυτές τις περιπτώσεις τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι προσφέρονται ευέλικτες ρυθμίσεις για τις πληρωμές.

3.   Τα κράτη μέλη αποφασίζουν ποιος θα επιφορτισθεί με την ευθύνη παροχής των πληροφοριών των παραγράφων 1 και 2 σε τελικούς χρήστες χωρίς άμεση ή ατομική σύμβαση με προμηθευτή ενέργειας.

Άρθρο 18

Κόστος πρόσβασης στις πληροφορίες μέτρησης και τιμολόγησης για το φυσικό αέριο

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι τελικοί καταναλωτές λαμβάνουν ατελώς όλους τους λογαριασμούς τους και τα στοιχεία για την κατανάλωση ενέργειας και ότι οι τελικοί καταναλωτές έχουν κατάλληλη και δωρεάν πρόσβαση στα στοιχεία της κατανάλωσή τους.

Άρθρο 19

Κόστος πρόσβασης στη μέτρηση και στις πληροφορίες τιμολόγησης και κατανάλωσης για τη θέρμανση, την ψύξη και το ζεστό νερό οικιακής χρήσης

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι τελικοί χρήστες λαμβάνουν δωρεάν όλους τους λογαριασμούς τους και τις πληροφορίες τιμολόγησης της κατανάλωσης ενέργειας και ότι οι τελικοί χρήστες έχουν κατάλληλη και δωρεάν πρόσβαση στα στοιχεία της κατανάλωσής τους.

2.   Παρά τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, η κατανομή του κόστους των πληροφοριών τιμολόγησης για την ατομική κατανάλωση θέρμανσης, ψύξης και ζεστού νερού οικιακής χρήσης σε πολυκατοικίες και κτίρια πολλαπλών χρήσεων σύμφωνα με το άρθρο 14 γίνεται σε μη κερδοσκοπική βάση. Οι δαπάνες που προκύπτουν από την ανάθεση αυτού του καθήκοντος σε τρίτο μέρος, όπως σε πάροχο υπηρεσιών ή σε τοπικό προμηθευτή ενέργειας, οι οποίες καλύπτουν τη μέτρηση, την κατανομή και τον υπολογισμό της πραγματικής ατομικής κατανάλωσης σε κτίρια αυτού του είδους, μπορούν να μετακυλίονται στους τελικούς χρήστες, υπό τον όρο ότι οι δαπάνες αυτές είναι εύλογες.

3.   Προκειμένου να διασφαλιστεί ο εύλογος χαρακτήρας των δαπανών για υπηρεσίες τοπικής μέτρησης, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2, τα κράτη μέλη μπορούν να τονώσουν τον ανταγωνισμό στον εν λόγω τομέα παροχής υπηρεσιών με τη λήψη κατάλληλων μέτρων, όπως η σύσταση ή η κατ' άλλον τρόπο προώθηση της χρήσης των διαγωνισμών ή της χρήσης διαλειτουργικών συσκευών και συστημάτων για τη διευκόλυνση της εναλλαγής μεταξύ παρόχων υπηρεσιών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΝΔΥΝΑΜΩΣΗ ΤΩΝ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ

Άρθρο 20

Βασικά συμβατικά δικαιώματα θέρμανσης, ψύξης και ζεστού νερού οικιακής χρήσης

1.   Με την επιφύλαξη των ενωσιακών κανόνων σχετικά με την προστασία των καταναλωτών, ιδίως της οδηγίας 2011/83/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (64) και της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ (65), τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι τελικοί πελάτες και, όπου γίνεται ρητή αναφορά σε αυτούς, οι τελικοί χρήστες έχουν τα δικαιώματα που προβλέπονται στις παραγράφους 2 έως 8 του παρόντος άρθρου.

2.   Οι τελικοί πελάτες έχουν το δικαίωμα να συνάπτουν σύμβαση με τον προμηθευτή τους, στην οποία καθορίζονται:

α)

τα στοιχεία και η διεύθυνση του παρόχου·

β)

οι παρεχόμενες υπηρεσίες και τα προσφερόμενα επίπεδα της ποιότητας των υπηρεσιών·

γ)

τα είδη των προσφερόμενων υπηρεσιών συντήρησης·

δ)

οι τρόποι με τους οποίους είναι δυνατόν να λαμβάνονται οι εκάστοτε επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με όλα τα εφαρμοζόμενα τιμολόγια και τα τέλη συντήρησης και δεσμοποιημένα προϊόντα ή υπηρεσίες·

ε)

η διάρκεια της σύμβασης, οι όροι ανανέωσης και λήξης της σύμβασης και παροχής υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων προϊόντων ή υπηρεσιών που σχετίζονται με τις ανωτέρω υπηρεσίες, και κατά πόσον επιτρέπεται ο τερματισμός της σύμβασης χωρίς χρέωση·

στ)

οι αποζημιώσεις και οι διακανονισμοί επιστροφών που εφαρμόζονται σε περίπτωση αθέτησης της σύμβασης όσον αφορά το επίπεδο ποιότητας της υπηρεσίας, συμπεριλαμβανομένης της εσφαλμένης ή καθυστερημένης χρέωσης·

ζ)

η μέθοδος για την κίνηση της δικαστικής και εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών σύμφωνα με το άρθρο 21·

η)

πληροφορίες σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με τον χειρισμό καταγγελιών και όλων των πληροφοριών που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο, οι οποίες περιλαμβάνονται σαφώς στον λογαριασμό ή στον ιστότοπο τόπο της επιχείρησης και περιλαμβάνουν τα στοιχεία επικοινωνίας ή τον σύνδεσμο προς τον ιστότοπο του ενιαίου σημείου επαφής που αναφέρεται στο άρθρο 21.

Οι όροι είναι δίκαιοι και γνωστοί εκ των προτέρων. Οπωσδήποτε, οι πληροφορίες αυτές θα πρέπει να παρέχονται πριν από τη σύναψη ή επιβεβαίωση της σύμβασης. Όταν οι συμβάσεις συνάπτονται με την παρεμβολή κάποιου μεσάζοντα, οι πληροφορίες σχετικά με τα ζητήματα που εκτίθενται στην παρούσα παράγραφο παρέχονται επίσης πριν από τη σύναψη της σύμβασης.

Στους τελικούς πελάτες και στους τελικούς χρήστες παρέχεται περίληψη των βασικών όρων της σύμβασης με κατανοητό τρόπο και με συνοπτική και απλή διατύπωση.

2α.     Οι προμηθευτές παρέχουν στους τελικούς πελάτες και στους τελικούς χρήστες αντίγραφο της σύμβασης, διαφανείς πληροφορίες σχετικά με τις ισχύουσες τιμές και τιμολόγια και τους τυποποιημένους όρους και προϋποθέσεις όσον αφορά την πρόσβαση και τη χρήση των υπηρεσιών θέρμανσης, ψύξης και ζεστού νερού οικιακής χρήσης.

3.   Οι τελικοί πελάτες ενημερώνονται δεόντως για κάθε πρόθεση τροποποίησης των όρων της σύμβασης. Οι προμηθευτές ειδοποιούν τους τελικούς πελάτες τους με διαφανή και κατανοητό τρόπο απευθείας για οποιαδήποτε προσαρμογή της τιμής προμήθειας και για τους λόγους και τις προϋποθέσεις της προσαρμογής, καθώς και για το πεδίο εφαρμογής της προσαρμογής, την κατάλληλη χρονική στιγμή και το αργότερο δύο εβδομάδες, και όταν πρόκειται για οικιακούς καταναλωτές έναν μήνα, πριν από τη χρονική στιγμή κατά την οποία η προσαρμογή τίθεται σε ισχύ. Οι τελικοί πελάτες ενημερώνονται για το δικαίωμά τους να καταγγείλουν μια σύμβαση εάν δεν αποδέχονται τους νέους συμβατικούς όρους ή τις προσαρμογές της τιμής που τους κοινοποιείται από τον προμηθευτή σύμφωνα με τη σύμβαση. Οι τελικοί πελάτες ενημερώνουν χωρίς καθυστέρηση τους τελικούς χρήστες για τις σκοπούμενες συμβατικές αλλαγές.

4.   Οι προμηθευτές παρέχουν στους τελικούς πελάτες ευρεία ελευθερία επιλογής μεθόδων πληρωμής. Με αυτές τις μεθόδους πληρωμής δεν πραγματοποιούνται αδικαιολόγητες διακρίσεις μεταξύ πελατών. Τυχόν διαφορά στις χρεώσεις σε σχέση με τις μεθόδους πληρωμής ή τις μεθόδους προπληρωμής είναι αντικειμενική, χωρίς διακρίσεις και αναλογική και δεν υπερβαίνει τα άμεσα έξοδα που βαρύνουν τον δικαιούχο της πληρωμής για τη χρήση της συγκεκριμένης μεθόδου πληρωμής ή μεθόδου προπληρωμής σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (66).

5.   Σύμφωνα με την παράγραφο 6, οι οικιακοί πελάτες, οι οποίοι έχουν πρόσβαση σε συστήματα προπληρωμής, δεν περιέρχονται σε μειονεκτική θέση από τα συστήματα προπληρωμής.

6.   Οι προμηθευτές παρέχουν στους τελικούς πελάτες και, κατά περίπτωση, στους τελικούς χρήστες δίκαιους και διαφανείς γενικούς όρους και προϋποθέσεις οι οποίοι πρέπει να διατυπώνονται σε σαφή και κατανοητή γλώσσα και δεν πρέπει να περιλαμβάνουν μη συμβατικούς φραγμούς στην άσκηση των δικαιωμάτων των πελατών, για παράδειγμα μέσω υπέρμετρης συμβατικής τεκμηρίωσης. Στους τελικούς χρήστες παρέχεται πρόσβαση στους παρόντες γενικούς όρους και προϋποθέσεις κατόπιν αιτήματος. Οι τελικοί πελάτες και οι τελικοί χρήστες πρέπει να προστατεύονται από τις αθέμιτες και παραπλανητικές μεθόδους πώλησης. Στους τελικούς πελάτες με αναπηρία παρέχονται όλες οι σχετικές πληροφορίες σχετικά με τη σύμβασή τους με τον προμηθευτή τους σε προσβάσιμη μορφή.

7.   Οι τελικοί πελάτες και οι τελικοί χρήστες δικαιούνται καλό επίπεδο υπηρεσιών και χειρισμό καταγγελιών εκ μέρους των προμηθευτών τους. Οι προμηθευτές χειρίζονται τις καταγγελίες με απλό, δίκαιο και έγκαιρο τρόπο.

7α.     Οι αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την επιβολή των μέτρων προστασίας των καταναλωτών που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία είναι ανεξάρτητες από τα συμφέροντα της αγοράς και μπορούν να λαμβάνουν διοικητικές αποφάσεις.

Άρθρο 21

Ενημέρωση και ευαισθητοποίηση

1.   Τα κράτη μέλη, σε στενή συνεργασία με τις περιφερειακές και τοπικές αρχές, διασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες σχετικά με τα διαθέσιμα μέτρα, τις μεμονωμένες δράσεις και τα οικονομικά και νομικά πλαίσια βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης είναι διαφανείς, προσιτές, και διαδίδονται ευρέως σε όλους τους σχετικούς παράγοντες της αγοράς, όπως οι τελικοί πελάτες, οι τελικοί χρήστες, οι οργανώσεις καταναλωτών, οι εκπρόσωποι της κοινωνίας των πολιτών, οι κοινότητες ανανεώσιμης ενέργειας, οι ενεργειακές κοινότητες πολιτών, οι τοπικές και περιφερειακές αρχές, οι οργανισμοί ενέργειας, οι πάροχοι κοινωνικών υπηρεσιών, οι κατασκευαστές, οι αρχιτέκτονες, οι μηχανικοί, οι περιβαλλοντικοί και ενεργειακοί ελεγκτές, καθώς και οι εγκαταστάτες δομικών στοιχείων, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 9 της οδηγίας 2010/31/ΕΕ.

2.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν ενδεδειγμένα μέτρα για να προαγάγουν και να διευκολύνουν την αποδοτική χρήση της ενέργειας από τελικούς πελάτες και τελικούς χρήστες. Τα μέτρα αυτά αποτελούν μέρος εθνικής στρατηγικής όπως το ενοποιημένο εθνικό σχέδιο για την ενέργεια και το κλίμα σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1999, ή η μακροπρόθεσμη στρατηγική ανακαίνισης όπως ορίζεται στην οδηγία … [αναδιατύπωση ΟΕΑΚ — 2021/0426(COD)] .

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν ένα φάσμα μέσων και πολιτικών για να υποστηρίξουν την αλλαγή συμπεριφορών, όπως:

i)

φορολογικά κίνητρα·

ii)

πρόσβαση σε χρηματοδότηση, κουπόνια,, δάνεια ή επιδοτήσεις·

iiα)

διαθεσιμότητα δημόσιων ενεργειακών ελέγχων και εξατομικευμένων συμβουλευτικών υπηρεσιών και υποστήριξης για οικιακούς καταναλωτές, ιδίως ευπαθείς πελάτες, ανθρώπους που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια και, κατά περίπτωση, ανθρώπους που ζουν σε κοινωνικές κατοικίες·

iiβ)

εξατομικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες για ΜΜΕ και πολύ μικρές επιχειρήσεις·

iii)

παροχή πληροφοριών σε μορφή προσβάσιμη από ανθρώπους με αναπηρία·

iv)

υποδειγματικά έργα·

v)

δραστηριότητες στον χώρο εργασίας·

vi)

δραστηριότητες κατάρτισης·

vii)

ψηφιακά εργαλεία·

viiα)

στρατηγικές δραστηριοποίησης.

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν αλλά δεν περιορίζονται στους ακόλουθους τρόπους και μέσα προκειμένου να συμμετάσχουν παράγοντες της αγοράς όπως αυτοί που αναφέρονται στην παράγραφο 1:

i)

δημιουργία μονοαπευθυντικών θυρίδων ή παρόμοιων μηχανισμών για την παροχή τεχνικών, διοικητικών και οικονομικών συμβουλών και βοήθειας σχετικά με την ενεργειακή απόδοση, συμπεριλαμβανομένων επιτόπιων ενεργειακών ελέγχων για τα νοικοκυριά , ενεργειακών ανακαινίσεων κτιρίων, πληροφοριών σχετικά με την αντικατάσταση παλαιών και αναποτελεσματικών συστημάτων θέρμανσης με σύγχρονες και αποδοτικότερες συσκευές και τη χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και αποθήκευσης ενέργειας για τα κτίρια στους τελικούς καταναλωτές και τους τελικούς χρήστες, ιδίως οικιακούς και μικρούς μη οικιακούς , συμπεριλαμβανομένων των ΜΜΕ και των πολύ μικρών επιχειρήσεων·

iα)

συνεργασία με ιδιωτικούς φορείς που παρέχουν υπηρεσίες όπως οι ενεργειακοί έλεγχοι, οι χρηματοδοτικές λύσεις και η εκτέλεση ενεργειακών ανακαινίσεων, και προώθηση των εν λόγω υπηρεσιών·

ii)

κοινοποίηση οικονομικώς αποδοτικών αλλαγών εύκολης εφαρμογής στη χρήση της ενέργειας·

iii)

διάδοση πληροφοριών για τα μέτρα ενεργειακής απόδοσης και χρηματοδοτικά μέσα·

iv)

παροχή ενιαίων σημείων επαφής, ώστε να παρέχονται στους τελικούς πελάτες και τους τελικούς χρήστες όλες οι απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με τα δικαιώματά τους, το εφαρμοστέο δίκαιο και τους μηχανισμούς επίλυσης διαφορών που έχουν στη διάθεσή τους σε περίπτωση διαφοράς. Αυτά τα ενιαία σημεία επαφής μπορεί να αποτελούν τμήμα γενικών σημείων πληροφόρησης των καταναλωτών.

2α.     Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, τα κράτη μέλη συνεργάζονται με τις αρμόδιες αρχές και τους ιδιωτικούς ενδιαφερόμενους φορείς με σκοπό την ανάπτυξη ειδικών τοπικών, περιφερειακών ή εθνικών μονοαπευθυντικών θυρίδων για την ενεργειακή απόδοση. Οι εν λόγω μονοαπευθυντικές θυρίδες είναι διατομεακές και διεπιστημονικές και οδηγούν σε τοπικά αναπτυγμένα έργα:

α)

παροχή συμβουλών και ουσιαστικών πληροφοριών σχετικά με τις τεχνικές και οικονομικές δυνατότητες και λύσεις στα νοικοκυριά, τις ΜΜΕ, τις πολύ μικρές επιχειρήσεις, τους δημόσιους φορείς·

β)

σύνδεση δυνητικών έργων με παράγοντες της αγοράς, ιδίως έργων μικρότερης κλίμακας·

γ)

συμβούλευση σχετικά με τη συμπεριφορά όσον αφορά την κατανάλωση ενέργειας με στόχο την ενεργό συμμετοχή των καταναλωτών·

δ)

παροχή πληροφοριών σχετικά με τα προγράμματα κατάρτισης και την εκπαίδευση για την εξασφάλιση περισσότερων επαγγελματιών στον τομέα της ενεργειακής απόδοσης, καθώς και επανεκπαίδευση και αναβάθμιση των δεξιοτήτων των επαγγελματιών με σκοπό την κάλυψη των αναγκών της αγοράς·

ε)

συλλογή και υποβολή στην Επιτροπή συγκεντρωτικών δεδομένων τυπολογίας από έργα ενεργειακής απόδοσης που διευκολύνονται από τις μονοαπευθυντικές υπηρεσίες, τα οποία δημοσιεύονται από την Επιτροπή σε έκθεση ανά διετία με σκοπό την ανταλλαγή εμπειριών και την ενίσχυση της διασυνοριακής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών, προκειμένου να προωθηθούν παραδείγματα βέλτιστων πρακτικών από διαφορετικές τυπολογίες κτιρίων, κατοικιών και επιχειρήσεων·

στ)

παροχή ολιστικής στήριξης σε όλα τα νοικοκυριά, με ιδιαίτερη προσοχή στα νοικοκυριά που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια και κτίρια με τις χειρότερες επιδόσεις, καθώς και σε διαπιστευμένες εταιρείες και εγκαταστάτες που παρέχουν υπηρεσίες μετασκευής, προσαρμοσμένες στις διαφορετικές τυπολογίες κατοικιών και στο γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής, και παροχή στήριξης που καλύπτει τα διάφορα στάδια του έργου μετασκευής, ιδίως για τη διευκόλυνση της εφαρμογής των ελάχιστων προτύπων ενεργειακής απόδοσης που προβλέπονται στο άρθρο 9 της οδηγίας … [αναδιατύπωση ΟΕΑΚ — 2021/0426(COD)]·

ζ)

ανάπτυξη υπηρεσιών για ενεργειακά φτωχούς, ευπαθείς καταναλωτές και νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος.

Τα κράτη μέλη συνεργάζονται με τις τοπικές και περιφερειακές αρχές για να ενθαρρύνουν τη συνεργασία μεταξύ δημόσιων φορέων, οργανισμών ενέργειας και πρωτοβουλιών με πρωτοβουλία των τοπικών κοινοτήτων και να προωθήσουν, να αναπτύξουν και να αναβαθμίσουν τις μονοαπευθυντικές υπηρεσίες μέσω μιας ολοκληρωμένης διαδικασίας. Η Επιτροπή παρέχει στα κράτη μέλη κατευθυντήριες γραμμές για την ανάπτυξη των εν λόγω μονοαπευθυντικών υπηρεσιών με στόχο την ανάπτυξη εναρμονισμένης προσέγγισης σε επίπεδο Ένωσης.

3.   Τα κράτη μέλη θεσπίζουν κατάλληλες συνθήκες ώστε οι παράγοντες της αγοράς να παρέχουν επαρκείς και στοχευμένες πληροφορίες και συμβουλές στους τελικούς καταναλωτές, συμπεριλαμβανομένων των ευπαθών καταναλωτών, των ανθρώπων που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια και, κατά περίπτωση, των ανθρώπων που ζουν σε κοινωνικές κατοικίες σχετικά με την ενεργειακή απόδοση, των ΜΜΕ και των πολύ μικρών επιχειρήσεων.

4.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι τελικοί πελάτες, οι τελικοί χρήστες, οι ευπαθείς πελάτες, οι άνθρωποι που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια και, κατά περίπτωση, οι άνθρωποι που ζουν σε κοινωνικές κατοικίες έχουν πρόσβαση σε απλούς, δίκαιους, διαφανείς, ανεξάρτητους, αποτελεσματικούς και αποδοτικούς μηχανισμούς εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών για τον διακανονισμό διαφορών που αφορούν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που θεσπίζονται βάσει της παρούσας οδηγίας μέσω ενός ανεξάρτητου μηχανισμού όπως ένας διαμεσολαβητής ενέργειας ή ένας φορέας καταναλωτών ή μέσω ρυθμιστικής αρχής. Όταν ο τελικός πελάτης είναι καταναλωτής, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας 2013/11/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (67), οι εν λόγω εξωδικαστικοί μηχανισμοί επίλυσης διαφορών συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στην εν λόγω οδηγία.

Εφόσον απαιτείται, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι φορείς εναλλακτικής επίλυσης διαφορών συνεργάζονται για την παροχή μηχανισμών απλής, δίκαιης, διαφανούς, ανεξάρτητης, αποτελεσματικής και αποδοτικής εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών για οποιαδήποτε διαφορά προκύπτει από προϊόντα ή υπηρεσίες που συνδέονται ή είναι δεσμοποιημένα με οποιοδήποτε προϊόν ή υπηρεσία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας.

Η συμμετοχή των επιχειρήσεων σε εξωδικαστικούς μηχανισμούς επίλυσης διαφορών για οικιακούς πελάτες είναι υποχρεωτική, εκτός εάν το κράτος μέλος αποδείξει στην Επιτροπή ότι άλλοι μηχανισμοί είναι εξίσου αποτελεσματικοί.

5.   Χωρίς να θίγονται οι βασικές αρχές του οικείου δικαίου για την ιδιοκτησία και τις μισθώσεις, τα κράτη μέλη λαμβάνουν μέτρα που είναι απαραίτητα για την άρση των ρυθμιστικών και μη ρυθμιστικών φραγμών στην ενεργειακή απόδοση όσον αφορά τον διχασμό κινήτρων μεταξύ ιδιοκτητών και ενοικιαστών ή μεταξύ ιδιοκτητών κτιρίου ή κτιριακής μονάδας, με σκοπό να διασφαλιστεί ότι τα συγκεκριμένα μέρη δεν αποτρέπονται από την πραγματοποίηση επενδύσεων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης, τις οποίες θα είχαν ειδάλλως πραγματοποιήσει, από το γεγονός ότι ατομικά δεν αποκομίζουν όλα τα οφέλη ή λόγω έλλειψης κανόνων επιμερισμού του κόστους και των οφελών μεταξύ τους.

Τα μέτρα για την άρση των εμποδίων αυτών μπορεί να περιλαμβάνουν την παροχή κινήτρων, μεταξύ άλλων σχετικά με τη χρηματοδότηση και τη δυνατότητα προσφυγής σε χρηματοδοτικές λύσεις τρίτων , την κατάργηση ή τροποποίηση νομικών ή κανονιστικών διατάξεων, ή τη θέσπιση κατευθυντήριων γραμμών και ερμηνευτικών ανακοινώσεων, ή την απλούστευση των διοικητικών διαδικασιών, συμπεριλαμβανομένων των εθνικών κανόνων και μέτρων που ρυθμίζουν τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων σε ιδιοκτησίες πολλαπλών κατόχων. Τα μέτρα αυτά μπορούν να συνδυαστούν με την παροχή εκπαίδευσης, επιμόρφωσης και ειδικών πληροφοριών και τεχνικής βοήθειας για την ενεργειακή απόδοση σε παράγοντες της αγοράς, όπως εκείνοι που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για να στηρίξουν τον πολυμερή διάλογο με τη συμμετοχή των σχετικών τοπικών και περιφερειακών αρχών , δημόσιων και κοινωνικών εταίρων, όπως οι οργανώσεις ιδιοκτητών και ενοικιαστών, οι οργανώσεις καταναλωτών, οι διανομείς ενέργειας ή οι εταιρείες λιανικής πώλησης ενέργειας, οι ΕΕΥ , οι κοινότητες ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, οι τοπικές και περιφερειακές αρχές των κοινοτήτων ενέργειας πολιτών, οι αρμόδιες δημόσιες αρχές και οργανισμοί και ο στόχος να διατυπωθούν προτάσεις για από κοινού αποδεκτά μέτρα, κίνητρα και κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τον καταμερισμό των κινήτρων μεταξύ ιδιοκτητών και ενοικιαστών ή μεταξύ ιδιοκτητών κτιρίου ή κτιριακής μονάδας.

Κάθε κράτος μέλος αναφέρει τους εν λόγω φραγμούς και τα μέτρα που λαμβάνονται στο πλαίσιο της μακροπρόθεσμης στρατηγικής ανακαίνισής του σύμφωνα με το άρθρο 2α της οδηγίας 2010/31/ΕΕ και με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1999.

6.   Η Επιτροπή ενθαρρύνει την παροχή και την ευρεία ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τις καλές πρακτικές ενεργειακής απόδοσης και τις μεθόδους και προσφέρει τεχνική βοήθεια για την άμβλυνση του διχασμού των κινήτρων στα κράτη μέλη.

Άρθρο 21α

Συμπράξεις για την ενεργειακή απόδοση

1.     Έως … [12 μήνες από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας], η Επιτροπή θεσπίζει ευρωπαϊκές τομεακές συμπράξεις για την ενεργειακή απόδοση, φέρνοντας σε επαφή βασικά ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών εταίρων, σε τομείς όπως οι ΤΠΕ, οι μεταφορές, ο χρηματοπιστωτικός τομέας και ο κατασκευαστικός τομέας κατά τρόπο αντιπροσωπευτικό και χωρίς αποκλεισμούς. Η Επιτροπή ορίζει πρόεδρο για κάθε ευρωπαϊκή τομεακή σύμπραξη ενεργειακής απόδοσης.

2.     Οι συμπράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 διευκολύνουν τους διαλόγους για το κλίμα και ενθαρρύνουν τους τομείς να καταρτίσουν χάρτες πορείας για την ενεργειακή απόδοση, προκειμένου να χαρτογραφηθούν τα διαθέσιμα μέτρα και οι τεχνολογικές επιλογές για την επίτευξη εξοικονόμησης ενεργειακής απόδοσης, την προετοιμασία για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και την απαλλαγή των τομέων από τις ανθρακούχες εκπομπές. Οι εν λόγω χάρτες πορείας συμβάλλουν σημαντικά στην παροχή βοήθειας σε τομείς για τον σχεδιασμό των αναγκαίων επενδύσεων που απαιτούνται για την επίτευξη των στόχων της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) 2021/1119, καθώς και στη διευκόλυνση της διασυνοριακής συνεργασίας μεταξύ φορέων για την ενίσχυση της εσωτερικής αγοράς της Ένωσης.

Άρθρο 22

Ενδυνάμωση και προστασία των ευπαθών πελατών και ανακούφιση από την ενεργειακή φτώχεια

1.   Τα κράτη μέλη αναπτύσσουν συνεκτική μακροπρόθεσμη στρατηγική και λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για την ενδυνάμωση και την προστασία των ανθρώπων που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια, των ευπαθών πελατών και των νοικοκυριών χαμηλού εισοδήματος και, κατά περίπτωση, των ανθρώπων που ζουν σε κοινωνικές κατοικίες.

Κατά τον καθορισμό της έννοιας των ευπαθών πελατών σύμφωνα με τα άρθρα 28 παράγραφος 1 και 29 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/944 και με το άρθρο 3 παράγραφος 3 της οδηγίας 2009/73/ΕΚ, τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη τους τελικούς χρήστες.

2.   Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης και συναφή μέτρα προστασίας ή ενημέρωσης των καταναλωτών, ιδίως εκείνα που ορίζονται στο άρθρο 21 και στο άρθρο 8 παράγραφος 3, κατά προτεραιότητα μεταξύ των ανθρώπων που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια, των ευπαθών πελατών, των νοικοκυριών χαμηλού εισοδήματος και, κατά περίπτωση, των ανθρώπων που ζουν σε κοινωνικές κατοικίες για την ανακούφιση από την ενεργειακή φτώχεια. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν κατάλληλα μέσα παρακολούθησης και αξιολόγησης για να διασφαλίσουν ότι οι άνθρωποι που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια υποστηρίζονται με μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης.

3.   Για τη στήριξη ευπαθών πελατών, ανθρώπων που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια , νοικοκυριών χαμηλού εισοδήματος και, κατά περίπτωση, ανθρώπων που ζουν σε κοινωνικές κατοικίες, τα κράτη μέλη:

α)

εφαρμόζουν μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης για τον μετριασμό των διανεμητικών επιπτώσεων άλλων πολιτικών και μέτρων, όπως τα φορολογικά μέτρα που εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 10 της παρούσας οδηγίας, ή η εφαρμογή της εμπορίας εκπομπών στον τομέα των κτιρίων και των μεταφορών σύμφωνα με την οδηγία για το ΣΕΔΕ [COM(2021)0551, 2021/0211(COD)]·

αα)

μεριμνούν ώστε τα μέτρα για την προώθηση ή τη διευκόλυνση της ενεργειακής απόδοσης, ιδίως εκείνα που αφορούν τα κτίρια και την κινητικότητα, να μην οδηγούν σε δυσανάλογη αύξηση του κόστους των υπηρεσιών αυτών ή σε μεγαλύτερο κοινωνικό αποκλεισμό·

β)

αξιοποιούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τη δημόσια χρηματοδότηση που διατίθεται σε εθνικό και ενωσιακό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της χρηματοδοτικής συνεισφοράς που λαμβάνει το κράτος μέλος από το Κοινωνικό Ταμείο για το Κλίμα σύμφωνα με το [άρθρο 9 και άρθρο 14 του κανονισμού για το Κοινωνικό Ταμείο για το Κλίμα, COM(2021)0568], και τα έσοδα από πλειστηριασμούς δικαιωμάτων από την εμπορία δικαιωμάτων εκπομπής δυνάμει του ΣΕΔΕ της ΕΕ [COM(2021)0551, 2021/0211(COD)], για επενδύσεις σε μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης ως δράσεις προτεραιότητας·

γ)

κατά περίπτωση, πραγματοποιούν έγκαιρες, μελλοντοστραφείς επενδύσεις σε μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης όπως η μετασκευή των συστημάτων θέρμανσης, ψύξης και εξαερισμού, πριν επιδράσει ο διανεμητικός αντίκτυπος άλλων πολιτικών και μέτρων·

δ)

προωθούν την τεχνική βοήθεια που διευκολύνει την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών σχετικά με τις μεταρρυθμίσεις των ρυθμιστικών πλαισίων, όπως η νομοθεσία για την ιδιοκτησία και τη μίσθωση σε σχέση με τα μέτρα ενεργειακής απόδοσης και την ανάπτυξη μέσων χρηματοδοτικών και χρηματοπιστωτικών μέσων διευκόλυνσης, όπως τα συστήματα βάσει λογαριασμών, τα τοπικά αποθεματικά δανείων, τα ταμεία εγγυήσεων, τα κεφάλαια που στοχεύουν τις ριζικές ανακαινίσεις και τις ανακαινίσεις που πρέπει να εξασφαλίζουν κάποια ελάχιστα ενεργειακά οφέλη·

ε)

ενισχύουν την τεχνική βοήθεια προς κοινωνικούς φορείς για την προώθηση της ενεργού συμμετοχής των ευπαθών πελατών στην αγορά ενέργειας και των θετικών αλλαγών στη συμπεριφορά τους όσον αφορά την κατανάλωση ενέργειας·

στ)

διασφαλίζουν την πρόσβαση σε δάνεια, επιχορηγήσεις ή επιδοτήσεις που συνδέονται με τα ελάχιστα ενεργειακά κέρδη και διευκολύνουν την πρόσβαση σε οικονομικά προσιτά τραπεζικά δάνεια ή ειδικά πιστωτικά όρια.

3α.     Τα κράτη μέλη λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για την προστασία των ανθρώπων που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια, των νοικοκυριών χαμηλού εισοδήματος, των ευπαθών πελατών και, κατά περίπτωση, των ανθρώπων που ζουν σε κοινωνικές κατοικίες από τον αθέμιτο καθορισμό των τιμών και τις αυξήσεις των τιμών στην παροχή θέρμανσης, ψύξης και ζεστού νερού οικιακής χρήσης.

4.   Τα κράτη μέλη συγκροτούν δίκτυο εμπειρογνωμόνων από διάφορους τομείς, όπως ο τομέας της υγείας, ο ενεργειακός τομέας, ο κατασκευαστικός τομέας, ο τομέας θέρμανσης και ψύξης και οι κοινωνικοί τομείς, συμπεριλαμβανομένων των τοπικών και περιφερειακών οργανισμών ενέργειας, κατά περίπτωση , για την ανάπτυξη στρατηγικών στήριξης των τοπικών και εθνικών φορέων λήψης αποφάσεων στην εφαρμογή μέτρων που βελτιώνουν την ενεργειακή απόδοση προσφέροντας ανακούφιση από την ενεργειακή φτώχεια, μέτρων για τη δημιουργία ισχυρών μακροπρόθεσμων λύσεων για τον μετριασμό της ενεργειακής φτώχειας και την ανάπτυξη κατάλληλων τεχνικών και χρηματοδοτικών εργαλείων. Τα κράτη μέλη προσπαθούν να εξασφαλίσουν ότι η σύνθεση του δικτύου εμπειρογνωμόνων θα διασφαλίζει την ισόρροπη εκπροσώπηση των φύλων και θα αντικατοπτρίζει τις οπτικές γωνίες ανθρώπων σε όλη τους την πολυμορφία.

Το ίδιο δίκτυο εμπειρογνωμόνων υποστηρίζει τα κράτη μέλη:

α)

να καταρτίσουν εθνικούς ορισμούς, δείκτες και κριτήρια για την ενεργειακή φτώχεια, τους ενεργειακά φτωχούς και τις έννοιες των ευπαθών πελατών, συμπεριλαμβανομένων των τελικών χρηστών·

β)

να αναπτύξουν ή να βελτιώσουν σχετικούς δείκτες και σύνολα δεδομένων, σχετικών με το ζήτημα της ενεργειακής φτώχειας, που θα πρέπει να χρησιμοποιούνται και να αναφέρονται στις εκθέσεις·

γ)

να θεσπίσουν μεθόδους και μέτρα για τη διασφάλιση της οικονομικής προσιτότητας, την προώθηση της ουδετερότητας του κόστους στέγασης, ή τρόπους για να διασφαλιστεί ότι η δημόσια χρηματοδότηση που επενδύεται σε μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης είναι προς όφελος τόσο των ιδιοκτητών όσο και των ενοικιαστών, των κτιρίων και των κτιριακών μονάδων, ιδίως όσον αφορά τους ευπαθείς πελάτες, τους ανθρώπους που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια και, κατά περίπτωση, τους ανθρώπους που ζουν σε κοινωνικές κατοικίες·

δ)

να αξιολογεί και, κατά περίπτωση, να προτείνει μέτρα για την πρόληψη ή την αντιμετώπιση καταστάσεων στις οποίες συγκεκριμένες ομάδες πλήττονται περισσότερο ή διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να πληγούν από ενεργειακή φτώχεια ή είναι πιο εκτεθειμένες στις επιπτώσεις της ενεργειακής φτώχειας, όπως οι γυναίκες, οι άνθρωποι με αναπηρία, οι ηλικιωμένοι, τα παιδιά και οι άνθρωποι με μειονοτικό φυλετικό ή εθνοτικό υπόβαθρο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΑΠΟΔΟΣΗ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΟ ΕΦΟΔΙΑΣΜΟ

Άρθρο 23

Αξιολόγηση και σχεδιασμός της θέρμανσης και της ψύξης

1.   Στο πλαίσιο του ενοποιημένου εθνικού σχεδίου για την ενέργεια και το κλίμα, του επακόλουθου ενοποιημένου εθνικού σχεδίου για την ενέργεια και το κλίμα και των αντίστοιχων εκθέσεων προόδου που κοινοποιούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1999, κάθε κράτος μέλος κοινοποιεί στην Επιτροπή περιεκτική αξιολόγηση της θέρμανσης και της ψύξης, συμπεριλαμβανομένης χαρτογράφησης των περιοχών που έχουν προσδιοριστεί για νέα δίκτυα θέρμανσης και ψύξης . Η εν λόγω περιεκτική αξιολόγηση περιέχει τις πληροφορίες που ορίζονται στο παράρτημα IX και συνοδεύεται από την αξιολόγηση που διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 7 της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001.

2.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι παρέχεται σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων και ιδιωτικών ενδιαφερόμενων μερών , η δυνατότητα να συμμετέχουν στην κατάρτιση των σχεδίων θέρμανσης και ψύξης, στη συνολική αξιολόγηση και στις πολιτικές και τα μέτρα.

3.   Για τους σκοπούς της αξιολόγησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, τα κράτη μέλη διενεργούν ανάλυση κόστους-οφέλους η οποία καλύπτει την επικράτειά τους και βασίζεται στις κλιματολογικές συνθήκες, στην οικονομική σκοπιμότητα και στην τεχνική καταλληλότητα. Η ανάλυση κόστους-οφέλους μπορεί να διευκολύνει τον εντοπισμό των πλέον αποδοτικών από πλευράς πόρων και κόστους λύσεων για την κάλυψη των αναγκών θέρμανσης και ψύξης, λαμβάνοντας υπόψη τη συνολική απόδοση του συστήματος, την επάρκεια και ανθεκτικότητα του συστήματος ισχύος, καθώς και την αρχή της προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση. Αυτή η ανάλυση κόστους-οφέλους μπορεί να αποτελεί τμήμα εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων βάσει της οδηγίας 2001/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (68).

Τα κράτη μέλη ορίζουν τις αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για τη διενέργεια των αναλύσεων κόστους-οφέλους, παρέχουν τις λεπτομερείς μεθοδολογίες και παραδοχές σύμφωνα με το παράρτημα X και καθορίζουν και δημοσιοποιούν τις διαδικασίες για την οικονομική ανάλυση.

4.   Εάν η αξιολόγηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και η ανάλυση που αναφέρεται στην παράγραφο 3 εντοπίσουν δυνατότητες υλοποίησης της συμπαραγωγής υψηλής απόδοσης ή/και της αποδοτικής τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης  και/ή αποδοτικής τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης ή/και παραγωγής ισχύος από απορριπτόμενη θερμότητα για αυτοκατανάλωση , τα οφέλη της οποίας υπερβαίνουν το κόστος, τα κράτη μέλη ή οι αρμόδιες τοπικές και περιφερειακές αρχές λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για την ανάπτυξη αποδοτικών υποδομών τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης και/ή ενθαρρύνουν την ανάπτυξη εγκαταστάσεων για τη μετατροπή της απορριπτόμενης πλεονάζουσας ισχύος σε ηλεκτρική ενέργεια για αυτοκατανάλωση και/ή για τη διευκόλυνση της ανάπτυξης συμπαραγωγής υψηλής απόδοσης και τη χρήση θέρμανσης και ψύξης από απορριπτόμενη θερμότητα και ανανεώσιμες πηγές ενέργειας σύμφωνα με την παράγαφο 1 και το άρθρο 24 παράγραφοι 4 και 6.

Εάν η αξιολόγηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και η ανάλυση που αναφέρεται στην παράγραφο 3 δεν εντοπίσουν δυνατότητες τα οφέλη των οποίων υπερβαίνουν το κόστος, περιλαμβανομένου του διοικητικού κόστους για τη διεξαγωγή της ανάλυσης κόστους-οφέλους που αναφέρεται στο άρθρο 24 παράγραφος 4, τα κράτη μέλη μπορούν από κοινού με τις τοπικές και περιφερειακές αρχές να εξαιρούν τις εγκαταστάσεις από τις απαιτήσεις αυτής της παραγράφου.

5.   Τα κράτη μέλη θεσπίζουν πολιτικές και μέτρα που διασφαλίζουν ότι αξιοποιείται το δυναμικό που προσδιορίζεται στις περιεκτικές αξιολογήσεις που διενεργούνται σύμφωνα με την παράγραφο 1. Οι εν λόγω πολιτικές και τα εν λόγω μέτρα περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα στοιχεία που καθορίζονται στο παράρτημα IX. Κάθε κράτος μέλος κοινοποιεί τις εν λόγω πολιτικές και τα εν λόγω μέτρα στο πλαίσιο της επικαιροποίησης του ενοποιημένου εθνικού σχεδίου του για την ενέργεια και το κλίμα, του επακόλουθου ενοποιημένου εθνικού σχεδίου για την ενέργεια και το κλίμα και των αντίστοιχων εκθέσεων προόδου που κοινοποιούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1999.

Κατά την προετοιμασία των πολιτικών και των μέτρων τους, τα κράτη μέλη συλλέγουν πληροφορίες σχετικά με μονάδες συμπαραγωγής και μονάδες σε υφιστάμενα δίκτυα τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης και διενεργούν αξιολόγηση του δυναμικού εξοικονόμησης ενέργειας. Οι πληροφορίες αυτές περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα δεδομένα σχετικά με την απόδοση του συστήματος, τις απώλειες του συστήματος, την πυκνότητα σύνδεσης, τις απώλειες δικτύου και το εύρος της θερμοκρασίας, την κατανάλωση πρωτογενούς ενέργειας και τελικής ενέργειας, τους συντελεστές εκπομπών και τις ανάντη αλυσίδες των πηγών ενέργειας. Τα εν λόγω δεδομένα δημοσιεύονται και τα κράτη μέλη τα καθιστούν δημόσια διαθέσιμα.

6.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι περιφερειακές και τοπικές αρχές να καταρτίζουν τοπικά σχέδια θέρμανσης και ψύξης τουλάχιστον σε δήμους με συνολικό πληθυσμό τουλάχιστον 35 000 κατοίκων και ενθαρρύνουν τους δήμους με μικρότερο πληθυσμό να καταρτίσουν τέτοια σχέδια. Τα σχέδια αυτά ▌:

α)

βασίζονται στις πληροφορίες και τα δεδομένα που παρέχονται στις περιεκτικές αξιολογήσεις οι οποίες διενεργούνται σύμφωνα με την παράγραφο 1 και παρέχουν εκτίμηση και χαρτογράφηση του δυναμικού αύξησης της ενεργειακής απόδοσης, μεταξύ άλλων μέσω της ετοιμότητας για τηλεθέρμανση χαμηλής θερμοκρασίας, της συμπαραγωγής υψηλής απόδοσης , της ανάκτησης απορριπτόμενης θερμότητας, και της αξιοποίησης του δυναμικού χρήσης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στη θέρμανση και ψύξη στη συγκεκριμένη περιοχή· επιπλέον, διενεργείται ανάλυση των συσκευών θέρμανσης και ψύξης στα κτιριακά αποθέματα η οποία λαμβάνει υπόψη τις ειδικές ανά περιοχή δυνατότητες για μέτρα ενεργειακής απόδοσης και αναπτύσσει πρότυπα χάρτη πορείας ανακαίνισης για παρόμοιους τύπους κτιρίων με στόχο την ταχεία, οικονομικά αποδοτική και αμοιβαία συντονισμένη μετατροπή των κτιρίων και των υποδομών εφοδιασμού·

αα)

συμμορφώνονται πλήρως με την αρχή της προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση·

β)

περιλαμβάνουν στρατηγική για τη χρήση του εντοπισθέντος δυναμικού σύμφωνα με την παράγραφο 6 στοιχείο α)·

γ)

προετοιμάζονται με τη συμμετοχή όλων των σχετικών περιφερειακών ή τοπικών ενδιαφερόμενων φορέων και εξασφαλίζουν τη συμμετοχή του ευρέος κοινού, συμπεριλαμβανομένων των φορέων εκμετάλλευσης τοπικών ενεργειακών υποδομών ήδη σε αρχικό στάδιο·

γα)

λαμβάνουν υπόψη τις υφιστάμενες ενεργειακές υποδομές για το φυσικό αέριο, τη θερμότητα και την ηλεκτρική ενέργεια·

δ)

εξετάζουν τις κοινές ανάγκες των τοπικών κοινοτήτων και των πολλαπλών τοπικών ή περιφερειακών διοικητικών μονάδων ή περιφερειών·

δα)

αξιολογούν τον ρόλο των κοινοτήτων ενέργειας και άλλων πρωτοβουλιών που λαμβάνονται από τους καταναλωτές και μπορούν να συμβάλουν ενεργά στην υλοποίηση τοπικών έργων θέρμανσης και ψύξης·

δβ)

περιλαμβάνουν στρατηγική για την ιεράρχηση των ανθρώπων που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια, των νοικοκυριών χαμηλού εισοδήματος, των ευπαθών καταναλωτών και, κατά περίπτωση, των ανθρώπων που ζουν σε κοινωνικές κατοικίες, όπως αναφέρεται στο άρθρο 22, συμπεριλαμβανομένης ανάλυσης της αγοράς για τον εντοπισμό και την κατανόηση των αναγκών των ομάδων-στόχων και την πρόταση εξατομικευμένων προγραμμάτων·

δγ)

αξιολογούν τον τρόπο χρηματοδότησης της εφαρμογής των πολιτικών και των μέτρων που έχουν προσδιοριστεί και να προβλέπουν χρηματοδοτικούς μηχανισμούς που θα επιτρέπουν στους καταναλωτές να στραφούν στη θέρμανση και ψύξη από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας·

δδ)

εξετάζουν την οικονομική προσιτότητα της ενέργειας, την ασφάλεια του εφοδιασμού, την επάρκεια και την ανθεκτικότητα του συστήματος ηλεκτροδότησης·

ε)

περιλαμβάνουν πορεία για την επίτευξη των στόχων των σχεδίων σύμφωνα με την κλιματική ουδετερότητα και την παρακολούθηση της προόδου της εφαρμογής των πολιτικών και των μέτρων που έχουν προσδιοριστεί·

εα)

αναπτύσσουν στρατηγική για τον σχεδιασμό της αντικατάστασης παλαιών και αναποτελεσματικών συσκευών θέρμανσης και ψύξης και της σταδιακής κατάργησης των ορυκτών καυσίμων σε δημόσιους φορείς με υψηλής απόδοσης εναλλακτικές λύσεις, με βάση ανανεώσιμες και απαλλαγμένες από ανθρακούχες εκπομπές πηγές ενέργειας·

εβ)

αξιολογούν πιθανές συνέργειες με τα σχέδια γειτονικών περιφερειακών ή τοπικών αρχών για την ενθάρρυνση κοινών επενδύσεων και την προώθηση της οικονομίας κλίμακας και της οικονομικής αποδοτικότητας·

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι παρέχεται σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων και ιδιωτικών ενδιαφερόμενων μερών , η δυνατότητα να συμμετέχουν στην κατάρτιση των σχεδίων θέρμανσης και ψύξης, στη συνολική αξιολόγηση και στις πολιτικές και τα μέτρα.

Για τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη καταρτίζουν συστάσεις για την υποστήριξη των περιφερειακών και τοπικών αρχών στην εφαρμογή πολιτικών και μέτρων στον τομέα της ενεργειακά αποδοτικής και της βασισμένης σε ανανεώσιμη ενέργεια θέρμανσης και ψύξης σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, αξιοποιώντας το προσδιορισθέν δυναμικό. Τα κράτη μέλη στηρίζουν στον μέγιστο δυνατό βαθμό τις περιφερειακές και τοπικές αρχές με κάθε μέσο, συμπεριλαμβανομένης της χρηματοδοτικής στήριξης και των προγραμμάτων τεχνικής υποστήριξης. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα σχέδια θέρμανσης και ψύξης ευθυγραμμίζονται με άλλες τοπικές απαιτήσεις σχεδιασμού για το κλίμα, την ενέργεια και το περιβάλλον, έτσι ώστε να αποφεύγεται ο διοικητικός φόρτος για τις τοπικές και περιφερειακές αρχές και να ενθαρρύνεται η αποτελεσματική εφαρμογή των σχεδίων.

6α.     Τα τοπικά σχέδια θέρμανσης και ψύξης μπορούν να υλοποιούνται από κοινού από ομάδα περισσότερων γειτονικών τοπικών αρχών, εάν το γεωγραφικό και διοικητικό πλαίσιο καθώς και οι υποδομές θέρμανσης και ψύξης προσφέρονται γι’ αυτό.

6β.     Η εφαρμογή των τοπικών σχεδίων θέρμανσης και ψύξης επαληθεύεται και αξιολογείται από αρμόδια αρχή. Όταν η εφαρμογή κρίνεται ανεπαρκής, με βάση την πορεία και την παρακολούθηση σύμφωνα με την παράγραφο 6 στοιχείο ε), η αρμόδια αρχή προτείνει μέτρα για την κάλυψη του κενού εφαρμογής.

Άρθρο 24

Παροχή θέρμανσης και ψύξης

1.   Για την αύξηση της απόδοσης πρωτογενούς ενέργειας και του μεριδίου της ανανεώσιμης ενέργειας στην παροχή θέρμανσης και ψύξης, ένα αποδοτικό σύστημα τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης είναι ένα σύστημα που πληροί τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

έως τις 31 Δεκεμβρίου 2027 , σύστημα που χρησιμοποιεί τουλάχιστον 50 % ανανεώσιμη ενέργεια, 50 % απορριπτόμενη θερμότητα, 75 % συμπαραγόμενη θερμότητα ή 50 % συνδυασμού αυτής της ενέργειας και της θερμότητας που διοχετεύεται στο δίκτυο ·

β)

από την 1η Ιανουαρίου 2028 , σύστημα που χρησιμοποιεί τουλάχιστον 50 % ανανεώσιμη ενέργεια, 50 % απορριπτόμενη θερμότητα, 80 % συμπαραγόμενη θερμότητα υψηλής απόδοσης ή τουλάχιστον συνδυασμό αυτής της θερμικής ενέργειας που διοχετεύεται στο δίκτυο όπου το μερίδιο της ανανεώσιμης ενέργειας είναι τουλάχιστον 5 % και το συνολικό μερίδιο της ανανεώσιμης ενέργειας, της απορριπτόμενης θερμότητας ή της συμπαραγόμενης θερμότητας υψηλής απόδοσης είναι τουλάχιστον 50 %·

γ)

από την 1η Ιανουαρίου 2035, σύστημα που χρησιμοποιεί τουλάχιστον 50 % ανανεώσιμη ενέργεια και απορριπτόμενη θερμότητα, όπου το μερίδιο της ανανεώσιμης ενέργειας είναι τουλάχιστον 20 %·

δ)

από την 1η Ιανουαρίου 2045, σύστημα που χρησιμοποιεί τουλάχιστον 75 % ανανεώσιμη ενέργεια και απορριπτόμενη θερμότητα, όπου το μερίδιο της ανανεώσιμης ενέργειας είναι τουλάχιστον 40 %·

ε)

από την 1η Ιανουαρίου 2050, ένα σύστημα που χρησιμοποιεί μόνο ανανεώσιμη ενέργεια και απορριπτόμενη θερμότητα, όπου το μερίδιο της ανανεώσιμης ενέργειας είναι τουλάχιστον 60 %·

στ)

σύμφωνα με την αρχή της προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση, όταν το μερίδιο της απορριπτόμενης θερμότητας υπερβαίνει τα κριτήρια των στοιχείων γ), δ) και ε) και αν η απορριπτόμενη θερμότητα πρόκειται να χαθεί διαφορετικά, η απορριπτόμενη θερμότητα μπορεί να αντικαταστήσει οποιαδήποτε από τις άλλες πηγές ενέργειας·

ζ)

πραγματοποιήθηκε αξιολόγηση των μέγιστων απαιτούμενων θερμοκρασιών στο δίκτυο διανομής.

2.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν ένα σύστημα τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης κατασκευάζεται ή ανακαινίζεται ουσιαστικά, πληροί τα κριτήρια της παραγράφου 1 που ισχύουν κατά τον χρόνο έναρξης ή συνέχισης της λειτουργίας του μετά την ανακαίνιση. Επιπλέον, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν κατασκευάζεται ή ανακαινίζεται ουσιαστικά ένα σύστημα τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης, δεν σημειώνεται αύξηση της χρήσης ορυκτών καυσίμων πλην του φυσικού αερίου σε υφιστάμενες πηγές θερμότητας σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ετήσιας κατανάλωσης κατά τα προηγούμενα τρία ημερολογιακά έτη πλήρους λειτουργίας πριν από την ανακαίνιση, και ότι τυχόν νέες πηγές θερμότητας στο εν λόγω σύστημα δεν χρησιμοποιούν άλλα ορυκτά καύσιμα ▌. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν επίσης τη χαρτογράφηση και τη δημοσίευση της γεωγραφικής θέσης των υφιστάμενων συστημάτων τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης.

3.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι από την 1η Ιανουαρίου 2025, και στη συνέχεια ανά πενταετία, οι διαχειριστές όλων των υφιστάμενων συστημάτων τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης με συνολική παραγωγή ενέργειας άνω των 5 MW, οι οποίοι δεν πληρούν τα κριτήρια της παραγράφου 1 στοιχεία β) έως ε), καταρτίζουν σχέδιο για την αύξηση της απόδοσης πρωτογενούς ενέργειας και της ανανεώσιμης ενέργειας και τη μείωση των απωλειών στη διανομή . Το σχέδιο περιλαμβάνει μέτρα για την εκπλήρωση των κριτηρίων που ορίζονται στην παράγραφο 1 στοιχεία β) έως ε) και εγκρίνεται από την αρμόδια αρχή.

3α.     Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ένα κέντρο δεδομένων με συνολική ονομαστική εισερχόμενη ενέργεια άνω των 100 kW χρησιμοποιεί την απορριπτόμενη θερμότητα ή άλλες εφαρμογές ανάκτησης απορριπτόμενης θερμότητας, εκτός εάν μπορεί να αποδείξει ότι αυτό δεν είναι τεχνικά ή οικονομικά εφικτό σύμφωνα με την αξιολόγηση που αναφέρεται στην παράγραφο 4.

4.   Προκειμένου να αξιολογηθεί η οικονομική σκοπιμότητα της αύξησης της ενεργειακής απόδοσης της παροχής θερμότητας και ψύξης, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να διενεργείται ανάλυση κόστους-οφέλους σε επίπεδο εγκατάστασης σύμφωνα με το παράρτημα Χ, όταν οι ακόλουθες εγκαταστάσεις σχεδιάζονται ή ανακαινίζονται σημαντικά και δεν έχει ακόμη προκύψει το υλικό κόστος τους :

α)

θερμική εγκατάσταση ηλεκτροπαραγωγής με συνολική μέση ετήσια εισροή ενέργειας άνω των 5 MW, προκειμένου να αξιολογήσει το κόστος και τα οφέλη από τη λειτουργία της εγκατάστασης ως εγκατάστασης συμπαραγωγής υψηλής απόδοσης·

β)

βιομηχανική εγκατάσταση με μέση ετήσια συνολική εισροή ενέργειας άνω των 5 MW για την αξιολόγηση της χρήσης της απορριπτόμενης θερμότητας εντός και εκτός των εγκαταστάσεων·

γ)

εγκατάσταση εξυπηρέτησης με μέση ετήσια συνολική εισροή ενέργειας άνω των 5 MW, όπως εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυμάτων και εγκαταστάσεις ΥΦΑ για την αξιολόγηση της χρήσης της απορριπτόμενης θερμότητας εντός και εκτός των εγκαταστάσεων·

δ)

κέντρο δεδομένων με συνολική ονομαστική εισερχόμενη ενέργεια που υπερβαίνει το επίπεδο των 100 kW , για την αξιολόγηση της τεχνικής σκοπιμότητας, της οικονομικής απόδοσης και των επιπτώσεων στην ενεργειακή απόδοση και την τοπική ζήτηση θερμότητας, συμπεριλαμβανομένης της εποχιακής διακύμανσης , της χρήσης της απορριπτόμενης θερμότητας για την κάλυψη οικονομικά αιτιολογημένης ζήτησης, και της σύνδεσης της εν λόγω εγκατάστασης με δίκτυο τηλεθέρμανσης ή με αποδοτικό σύστημα τηλεψύξης που βασίζεται σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ή με άλλες εφαρμογές ανάκτησης απορριπτόμενης θερμότητας. Η ανάλυση εξετάζει λύσεις συστημάτων ψύξης που επιτρέπουν την αφαίρεση ή τη δέσμευση της απορριπτόμενης θερμότητας σε χρήσιμο επίπεδο θερμοκρασίας με ελάχιστες βοηθητικές εισροές ενέργειας.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν την άρση των κανονιστικών φραγμών στη χρήση της απορριπτόμενης θερμότητας και την παροχή επαρκούς στήριξης για την αξιοποίηση της απορριπτόμενης θερμότητας όταν οι εγκαταστάσεις που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως δ) σχεδιάζονται ή ανακαινίζονται πρόσφατα. Για τους σκοπούς της επιτόπιας αξιολόγησης της απορριπτόμενης θερμότητας για τους σκοπούς των στοιχείων β) έως δ), μπορούν να διενεργούνται ενεργειακοί έλεγχοι σύμφωνα με το παράρτημα VI αντί της ανάλυσης κόστους-οφέλους που ορίζεται στην παρούσα παράγραφο.

Η τοποθέτηση εξοπλισμού για τη δέσμευση διοξειδίου του άνθρακα που παράγεται σε εγκαταστάσεις καύσης με σκοπό την αποθήκευσή του σε γεωλογικούς σχηματισμούς σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην οδηγία 2009/31/ΕΚ δεν θεωρείται ανακαίνιση για τους σκοπούς των στοιχείων β) και γ) της παρούσας παραγράφου.

Τα κράτη μέλη απαιτούν η ανάλυση κόστους-οφέλους να διεξάγεται σε συνεργασία με τις εταιρείες που είναι υπεύθυνες για τη λειτουργία της εγκατάστασης.

5.   Τα κράτη μέλη δύνανται να εξαιρούν από την παράγραφο 4:

α)

τις εγκαταστάσεις ηλεκτροπαραγωγής για την κάλυψη της ζήτησης σε περιόδους αιχμής ή την παραγωγή εφεδρικής ενέργειας που προορίζονται να λειτουργούν λιγότερο από 1 500 ώρες ετησίως κατά μέσο όρο για περίοδο πέντε ετών, με βάση διαδικασία επαλήθευσης την οποία καθορίζουν τα κράτη μέλη διασφαλίζοντας ότι πληρούται αυτό το κριτήριο εξαίρεσης·

β)

τις εγκαταστάσεις που πρέπει να βρίσκονται κοντά σε χώρο αποθήκευσης σε γεωλογικούς σχηματισμούς που έχουν εγκριθεί δυνάμει της οδηγίας 2009/31/ΕΚ·

γ)

κέντρα δεδομένων των οποίων η απορριπτόμενη θερμότητα χρησιμοποιείται ή πρόκειται να χρησιμοποιηθεί σε δίκτυο τηλεθέρμανσης ή απευθείας για θέρμανση χώρων, παρασκευή ζεστού νερού οικιακής χρήσης ή άλλες χρήσεις στο κτίριο ή στην ομάδα κτιρίων όπου βρίσκεται ή άλλες χρήσεις σε σχετική περιοχή που γειτνιάζει με τα κέντρα δεδομένων .

Τα κράτη μέλη δύνανται επίσης να καθορίζουν κατώτατα όρια, εκπεφρασμένα ως ποσά της διαθέσιμης χρήσιμης απορριπτόμενης θερμότητας, ως ζήτηση για θερμότητα ή ως αποστάσεις μεταξύ των βιομηχανικών εγκαταστάσεων και των δικτύων τηλεθέρμανσης, για την εξαίρεση μεμονωμένων εγκαταστάσεων από τις διατάξεις των στοιχείων γ) και δ) της παραγράφου 4.

Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν τις εξαιρέσεις που εγκρίνονται δυνάμει της παρούσας παραγράφου στην Επιτροπή.

6.   Τα κράτη μέλη θεσπίζουν κριτήρια αδειοδότησης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 8 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/944, ή ισοδύναμα κριτήρια άδειας, προκειμένου:

α)

να λαμβάνονται υπόψη τα αποτελέσματα των περιεκτικών αξιολογήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 23 παράγραφος 1·

β)

να διασφαλίζεται ότι πληρούνται οι απαιτήσεις της παραγράφου 4·

γ)

να λαμβάνεται υπόψη το αποτέλεσμα της ανάλυσης κόστους-οφέλους που αναφέρεται στην παράγραφο 4.

7.   Τα κράτη μέλη μπορούν να εξαιρούν μεμονωμένες εγκαταστάσεις από την απαίτηση, βάσει των κριτηρίων αδειοδότησης που αναφέρονται στην παράγραφο 6, να θέτουν σε εφαρμογή επιλογές των οποίων τα οφέλη υπερβαίνουν το κόστος, εάν συντρέχουν επιτακτικοί νομικοί, ιδιοκτησιακοί ή οικονομικοί λόγοι να το πράττουν Σε αυτές τις περιπτώσεις, το σχετικό κράτος μέλος υποβάλει στην Επιτροπή αιτιολογημένη κοινοποίηση της απόφασής του εντός τριών μηνών από την ημερομηνία της λήψης της. Η Επιτροπή δύναται να εκδώσει γνώμη επί της κοινοποίησης εντός τριών μηνών από την παραλαβή της.

8.   Οι παράγραφοι 4, 5, 6 και 7 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε εγκαταστάσεις οι οποίες καλύπτονται από την οδηγία 2010/75/ΕΕ περί βιομηχανικών εκπομπών, με την επιφύλαξη των απαιτήσεων αυτής της οδηγίας.

9.   Τα κράτη μέλη συλλέγουν πληροφορίες σχετικά με τις αναλύσεις κόστους-οφέλους που διενεργούνται σύμφωνα με την παράγραφο 4 στοιχεία α), β), γ) και δ) του παρόντος άρθρου. Οι πληροφορίες αυτές θα πρέπει να περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα δεδομένα σχετικά με τις διαθέσιμες ποσότητες παροχής θερμότητας και τις παραμέτρους θερμότητας, τον αριθμό των προγραμματισμένων ωρών λειτουργίας ετησίως και τη γεωγραφική θέση των εγκαταστάσεων. Τα εν λόγω δεδομένα δημοσιεύονται με τον δέοντα σεβασμό της δυνητικής ευαισθησίας τους.

10.   Βάσει των εναρμονισμένων τιμών απόδοσης αναφοράς που αναφέρονται στο στοιχείο στ) του παραρτήματος III, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να παρέχεται εγγύηση για την προέλευση της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από συμπαραγωγή υψηλής απόδοσης σύμφωνα με αντικειμενικά, διαφανή και αμερόληπτα κριτήρια που καθορίζονται από κάθε κράτος μέλος. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η εν λόγω εγγύηση προέλευσης είναι σύμφωνη με τις απαιτήσεις και περιλαμβάνει τουλάχιστον τα πληροφοριακά στοιχεία που προσδιορίζονται στο παράρτημα XI. Τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν αμοιβαία τις οικείες εγγυήσεις προέλευσης, αποκλειστικά ως απόδειξη των πληροφοριακών στοιχείων που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο. Τυχόν άρνηση αναγνώρισης της εγγύησης προέλευσης ως τέτοιας απόδειξης, ιδίως για λόγους που σχετίζονται με την πρόληψη της απάτης, πρέπει να βασίζεται σε αντικειμενικά, διαφανή και αμερόληπτα κριτήρια. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή κάθε άρνηση και την αιτιολόγησή της. Σε περίπτωση άρνησης αναγνώρισης μιας εγγύησης προέλευσης, η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει απόφαση με την οποία υποχρεώνει την πλευρά που αρνείται να αναγνωρίσει την εγγύηση, ιδίως με γνώμονα τα αντικειμενικά, διαφανή και αμερόληπτα κριτήρια στα οποία βασίζεται η αναγνώριση.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να επανεξετάζει, με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 31 της παρούσας οδηγίας τις εναρμονισμένες τιμές απόδοσης αναφοράς που καθορίζονται στον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) 2015/2402 της Επιτροπής (69).

11.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι κάθε διαθέσιμη στήριξη της συμπαραγωγής υπόκειται στον όρο ότι η παραγόμενη ηλεκτρική ενέργεια προέρχεται από συμπαραγωγή υψηλής απόδοσης και η απορριπτόμενη θερμότητα χρησιμοποιείται αποτελεσματικά για να επιτευχθεί εξοικονόμηση πρωτογενούς ενέργειας. Η δημόσια στήριξη της συμπαραγωγής, και της παραγωγής και των δικτύων τηλεθέρμανσης υπάγεται στους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων, κατά περίπτωση.

Άρθρο 25

Μετατροπή, μεταφορά και διανομή ενέργειας

1.   Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές ενέργειας, κατά την άσκηση των κανονιστικών καθηκόντων που προβλέπονται στις οδηγίες (EE) 2019/944 και 2009/73/ΕΚ, εφαρμόζουν σύμφωνα με το άρθρο 3 της παρούσας οδηγίας την αρχή της προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση στις αποφάσεις τους για τη λειτουργία των υποδομών φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας, συμπεριλαμβανομένων των αποφάσεών τους για τα τιμολόγια του δικτύου, με την επιφύλαξη των αρχών της μη διακριτικής μεταχείρισης και της οικονομικής αποδοτικότητας. Επιπλέον της αρχής της προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές ενέργειας λαμβάνουν υπόψη την οικονομική αποδοτικότητα, την αποδοτικότητα του συστήματος και την ασφάλεια του εφοδιασμού και προσαρμόζουν μια προσέγγιση κύκλου ζωής που διαφυλάσσει τους στόχους της Ένωσης για το κλίμα και τη βιωσιμότητα.

2.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς και διανομής αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας εφαρμόζουν την αρχή της προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση σύμφωνα με το άρθρο 3 της παρούσας οδηγίας και σύμφωνα με τους στόχους της Ένωσης για το κλίμα και τη βιωσιμότητα στις οικείες αποφάσεις σχεδιασμού δικτύων, ανάπτυξης δικτύων και επενδύσεων. Η ευελιξία από την πλευρά της ζήτησης αποτελεί κεντρικό στοιχείο της αξιολόγησης του σχεδιασμού και της λειτουργίας του δικτύου. Λαμβάνοντας υπόψη την ασφάλεια του εφοδιασμού και την ενοποίηση της αγοράς, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς και οι διαχειριστές συστημάτων διανομής ▌επενδύουν σε μακρόπνοα στοιχεία ενεργητικού για να συμβάλουν στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν να παρέχουν μεθοδολογίες και καθοδήγηση σχετικά με τον τρόπο αξιολόγησης εναλλακτικών επιλογών στην ανάλυση κόστους-οφέλους σε στενή συνεργασία με τους διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς, οι οποίοι μπορούν να μοιράζονται βασική τεχνική πραγματογνωσία , λαμβάνοντας υπόψη τα ευρύτερα οφέλη, και να επαληθεύουν την εφαρμογή της αρχής της προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση εκ μέρους των διαχειριστών των συστημάτων μεταφοράς ή των διαχειριστές των συστημάτων διανομής κατά την έγκριση, την επαλήθευση ή την παρακολούθηση έργων που υποβάλλονται από τους διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς ή τους διαχειριστές συστημάτων διανομής.

3.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς και διανομής να παρακολουθούν και να ποσοτικοποιούν τον συνολικό όγκο των απωλειών δικτύου που σχετίζονται με το δίκτυο που διαχειρίζονται και να λαμβάνουν οικονομικώς αποδοτικά μέτρα για την αύξηση της αποδοτικότητας του δικτύου και την αντιμετώπιση των αναγκών ανάπτυξης των υποδομών και των απωλειών που προκύπτουν από την αυξημένη ηλεκτροδότηση τόσο από την πλευρά της ζήτησης όσο και από την πλευρά της παραγωγής . Οι διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς και διανομής αναφέρουν τα μέτρα αυτά στην εθνική ρυθμιστική αρχή ενέργειας ▌. ▌Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι διαχειριστές δικτύων μεταφοράς και διανομής αξιολογούν τα μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης όσον αφορά τα υφιστάμενα συστήματά τους μεταφοράς ή διανομής φυσικού αερίου ή ηλεκτρικής ενέργειας και βελτιώνουν την ενεργειακή απόδοση κατά τον σχεδιασμό και τη λειτουργία των υποδομών , ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη ευφυών δικτύων . Τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν τους διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς και διανομής να αναπτύσσουν καινοτόμες λύσεις για τη βελτίωση της απόδοσης και της βιωσιμότητας, συμπεριλαμβανομένης της ενεργειακής απόδοσης των υφιστάμενων και των μελλοντικών συστημάτων μέσω κανονισμών που βασίζονται σε κίνητρα.

4.   Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές ενέργειας περιλαμβάνουν ειδικό τμήμα για την πρόοδο που έχει επιτευχθεί στη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης όσον αφορά τη λειτουργία των υποδομών φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας στην ετήσια έκθεση που συντάσσεται σύμφωνα με το άρθρο 59 παράγραφος 1 στοιχείο θ) της οδηγίας (ΕΕ) 2019/944 και σύμφωνα με το άρθρο 41 της οδηγίας 2009/73/ΕΚ. Στις εκθέσεις αυτές, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές ενέργειας παρέχουν εκτίμηση της συνολικής απόδοσης κατά τη λειτουργία των υποδομών φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας, τα μέτρα που εφαρμόζουν οι διαχειριστές των συστημάτων μεταφοράς και διανομής και, κατά περίπτωση, διατυπώνουν συστάσεις για βελτιώσεις της ενεργειακής απόδοσης, συμπεριλαμβανομένων οικονομικά αποδοτικών εναλλακτικών λύσεων που μειώνουν τα φορτία αιχμής και τη συνολική χρήση ηλεκτρικής ενέργειας .

5.   Για τον ηλεκτρισμό, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι κανονιστικές ρυθμίσεις δικτύου και τα τιμολόγια δικτύου, πληρούν τα κριτήρια του παραρτήματος XII, λαμβάνοντας υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές και τους κώδικες που εκπονήθηκαν σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/943.

6.   Τα κράτη μέλη μπορούν να εγκρίνουν στοιχεία συστημάτων και τιμολογιακών δομών που εξυπηρετούν κοινωνικούς σκοπούς για τη μεταφορά και διανομή ενέργειας μέσω δικτύου, με την προϋπόθεση ότι οι ενδεχόμενες διαταραχές στο σύστημα μεταφοράς και διανομής είναι οι ελάχιστες δυνατές και δεν είναι δυσανάλογες προς τους κοινωνικούς σκοπούς.

7.   Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές εξασφαλίζουν την κατάργηση των κινήτρων στα τιμολόγια μεταφοράς και διανομής που είναι επιζήμια για την ενεργειακή απόδοση και την απόκριση ζήτησης της παραγωγής, μεταφοράς, διανομής και προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν την αποτελεσματικότητα του σχεδιασμού των υποδομών και της λειτουργίας των υφιστάμενων υποδομών και, στο πλαίσιο της οδηγίας (ΕΕ) 2019/944, ότι τα τιμολόγια επιτρέπουν στους προμηθευτές να βελτιώσουν τη συμμετοχή των καταναλωτών στην αποδοτικότητα του συστήματος.

8.   Οι φορείς εκμετάλλευσης του συστήματος μεταφοράς και οι φορείς εκμετάλλευσης του συστήματος διανομής συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του παραρτήματος XII.

9.   Όπου κρίνεται σκόπιμο, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν να απαιτούν από τους διαχειριστές συστήματος μεταφοράς και τους διαχειριστές συστήματος διανομής να ενθαρρύνουν να εγκαθίστανται οι μονάδες συμπαραγωγής υψηλής απόδοσης πλησίον σημείων ζήτησης θερμότητας μειώνοντας τα τέλη σύνδεσης και τα τέλη χρήσης συστήματος.

10.   Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν στους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας από συμπαραγωγή υψηλής απόδοσης, οι οποίοι επιθυμούν να συνδεθούν με το δίκτυο, να προκηρύσσουν πρόσκληση υποβολής προσφορών για τις εργασίες σύνδεσης.

11.   Κατά την δυνάμει της οδηγίας 2010/75/ΕΕ υποβολή εκθέσεων και με την επιφύλαξη του άρθρου 9 παράγραφος 2 αυτής της οδηγίας, τα κράτη μέλη περιλαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με τα επίπεδα ενεργειακής απόδοσης των εγκαταστάσεων που πραγματοποιούν καύση καυσίμων με συνολική ονομαστική θερμική ισχύ 50 MW και άνω, με βάση τις σχετικές βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές που έχουν αναπτυχθεί σύμφωνα με την οδηγία 2010/75/ΕΕ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΟΡΙΖΟΝΤΙΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 26

Συστήματα αναγνώρισης προσόντων, διαπίστευσης και πιστοποίησης

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν το κατάλληλο επίπεδο ικανοτήτων για τα επαγγέλματα ενεργειακής απόδοσης, που αντιστοιχεί στις ανάγκες της αγοράς. Τα κράτη μέλη, σε στενή συνεργασία με τους κοινωνικούς εταίρους, διασφαλίζουν ότι τα καθεστώτα πιστοποίησης και/ή ισοδύναμων επαγγελματικών προσόντων, συμπεριλαμβανομένων, όπου απαιτείται, κατάλληλων προγραμμάτων κατάρτισης, είναι διαθέσιμα για τα επαγγέλματα ενεργειακής απόδοσης, συμπεριλαμβανομένων των παρόχων ενεργειακών υπηρεσιών, των παρόχων ενεργειακών ελέγχων, των διαχειριστών ενέργειας, των ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων και των υπεύθυνων εγκατάστασης δομικών στοιχείων σύμφωνα με την οδηγία 2010/31/ΕΕ, και ότι είναι αξιόπιστα και συμβάλλουν στην επίτευξη των εθνικών στόχων ενεργειακής απόδοσης και των συνολικών στόχων της ΕΕ για την απανθρακοποίηση.

Οι πάροχοι καθεστώτων πιστοποίησης και/ή ισοδύναμων επαγγελματικών προσόντων, συμπεριλαμβανομένων, όπου απαιτείται, κατάλληλων προγραμμάτων κατάρτισης, λαμβάνουν διαπίστευση σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 765/2008 (70).

1α.     Τα κράτη μέλη προωθούν προγράμματα πιστοποίησης, κατάρτισης και εκπαίδευσης για τη διασφάλιση του κατάλληλου επιπέδου ικανοτήτων στα επαγγέλματα ενεργειακής απόδοσης ώστε να ανταποκρίνονται στις ανάγκες της αγοράς. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν μέτρα για την προώθηση της συμμετοχής σε τέτοια προγράμματα, ιδίως των ΜΜΕ και των αυτοαπασχολούμενων. Έως … [12 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας], η Επιτροπή διοργανώνει εκστρατεία σε επίπεδο Ένωσης για την προσέλκυση περισσότερων ανθρώπων σε επαγγέλματα ενεργειακής απόδοσης και τη διασφάλιση ίσης πρόσβασης για τις γυναίκες.

1β.     Έως … [12 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας], η Επιτροπή συγκροτεί πλατφόρμα ενιαίου σημείου πρόσβασης που παρέχει υποστήριξη και ανταλλαγή γνώσεων, ώστε να διασφαλίζεται το κατάλληλο επίπεδο ειδικευμένων επαγγελματιών για την επίτευξη των στόχων της Ένωσης για το κλίμα και την ενέργεια. Η πλατφόρμα συγκεντρώνει τα κράτη μέλη, τους κοινωνικούς εταίρους, τα εκπαιδευτικά ιδρύματα, την ακαδημαϊκή κοινότητα και άλλους σχετικούς ενδιαφερόμενους φορείς με σκοπό την προαγωγή και την προώθηση βέλτιστων πρακτικών για τη διασφάλιση περισσότερων επαγγελματιών ενεργειακής απόδοσης και την απόκτηση νέων δεξιοτήτων ή την αναβάθμιση των δεξιοτήτων των υφιστάμενων επαγγελματιών προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες της αγοράς.

2.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα εθνικά καθεστώτα πιστοποίησης ή ισοδύναμων επαγγελματικών προσόντων, συμπεριλαμβανομένων, όπου απαιτείται, των προγραμμάτων κατάρτισης, βασίζονται σε υφιστάμενα ευρωπαϊκά ή διεθνή πρότυπα.

3.   Τα κράτη μέλη δημοσιοποιούν τα καθεστώτα πιστοποίησης ή τα ισοδύναμα καθεστώτα επαγγελματικών προσόντων ή τα κατάλληλα προγράμματα κατάρτισης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και συνεργάζονται μεταξύ τους και με την Επιτροπή για συγκρίσεις μεταξύ των καθεστώτων και την αναγνώρισή τους.

Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να γνωρίζουν οι καταναλωτές την ύπαρξη των καθεστώτων σύμφωνα με το άρθρο 27 παράγραφος 1.

4.   Τα κράτη μέλη αξιολογούν έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024 και στη συνέχεια ανά διετία κατά πόσον τα καθεστώτα διασφαλίζουν το αναγκαίο επίπεδο ικανοτήτων και ισόρροπης εκπροσώπησης των φύλων για τους παρόχους ενεργειακών υπηρεσιών, τους ενεργειακούς ελεγκτές, τους διαχειριστές ενέργειας, τους ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες και τους εγκαταστάτες δομικών στοιχείων σύμφωνα με την οδηγία 2010/31/ΕΕ. Αξιολογούν επίσης το χάσμα μεταξύ των διαθέσιμων και των αναγκαίων επαγγελματιών. Δημοσιοποιούν την αξιολόγηση και τις συστάσεις που βασίζονται σε αυτήν.

Άρθρο 27

Ενεργειακές υπηρεσίες

1.   Τα κράτη μέλη προωθούν την αγορά ενεργειακών υπηρεσιών και την πρόσβαση σε αυτήν των ΜΜΕ διαδίδοντας σαφείς και εύκολα προσβάσιμες πληροφορίες σχετικά με:

α)

τις διαθέσιμες συμβάσεις ενεργειακών υπηρεσιών και τις ρήτρες που πρέπει να περιλαμβάνονται στις εν λόγω συμβάσεις προκειμένου να διασφαλίζονται η εξοικονόμηση ενέργειας και τα δικαιώματα των τελικών καταναλωτών·

β)

τα χρηματοοικονομικά μέσα, τα κίνητρα, τις επιχορηγήσεις, τα κεφάλαια κίνησης, τις εγγυήσεις, τα καθεστώτα ασφάλισης, και τα δάνεια για τη στήριξη έργων υπέρ της ενεργειακής απόδοσης·

γ)

τους διαθέσιμους παρόχους ενεργειακών υπηρεσιών που είναι πιστοποιημένοι και/ή διαπιστευμένοι και τα επαγγελματικά προσόντα και/ή τις πιστοποιήσεις τους σύμφωνα με το άρθρο 26·

δ)

τις διαθέσιμες μεθοδολογίες παρακολούθησης και επαλήθευσης και τα διαθέσιμα συστήματα ποιοτικού ελέγχου.

2.   Τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν την ανάπτυξη σημάτων ποιότητας, μεταξύ άλλων, από εμπορικές ενώσεις, με βάση ευρωπαϊκά ή διεθνή πρότυπα, κατά περίπτωση.

3.   Τα κράτη μέλη δημοσιοποιούν και επικαιροποιούν τακτικά κατάλογο των διαθέσιμων παρόχων ενεργειακών υπηρεσιών οι οποίοι είναι πιστοποιημένοι και/ή διαπιστευμένοι, καθώς και τα προσόντα ή/και τα πιστοποιητικά τους σύμφωνα με το άρθρο 26, ή παρέχουν διεπαφή στην οποία οι πάροχοι ενεργειακών υπηρεσιών μπορούν να παρέχουν πληροφορίες.

4.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι δημόσιοι φορείς χρησιμοποιούν συμβάσεις ενεργειακής απόδοσης για ανακαινίσεις μεγάλων κτιρίων. Για ανακαινίσεις μεγάλων μη οικιστικών και δημόσιων οικιστικών κτιρίων με ωφέλιμη επιφάνεια δαπέδου άνω των 500 m2 , και για κτίρια που χρησιμοποιούνται για κοινωνικούς σκοπούς , τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι δημόσιοι φορείς αξιολογούν τη σκοπιμότητα της χρήσης συμβάσεων ενεργειακής απόδοσης και άλλων ενεργειακών υπηρεσιών βάσει επιδόσεων .

Τα κράτη μέλη μπορούν να ενθαρρύνουν τους δημόσιους φορείς να συνδυάζουν συμβάσεις ενεργειακής απόδοσης με διευρυμένες ενεργειακές υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων της απόκρισης στη ζήτηση και της αποθήκευσης, προκειμένου να διασφαλίζεται η εξοικονόμηση ενέργειας και να διατηρούνται τα αποτελέσματα που επιτυγχάνονται με την πάροδο του χρόνου μέσω συνεχούς παρακολούθησης, αποτελεσματικής λειτουργίας και συντήρησης.

5.   Τα κράτη μέλη στηρίζουν την ανάληψη, από τον δημόσιο τομέα, προσφορών ενεργειακών υπηρεσιών, κυρίως για ανακαινίσεις κτιρίων:

α)

παρέχοντας υποδείγματα συμβάσεων για συνάψεις συμβάσεων ενεργειακής απόδοσης τα οποία περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα στοιχεία που παρατίθενται στο παράρτημα XIII και λαμβάνουν υπόψη τα υφιστάμενα ευρωπαϊκά ή διεθνή πρότυπα, τις διαθέσιμες κατευθυντήριες γραμμές για τις δημόσιες συμβάσεις και τον οδηγό της Eurostat για τη στατιστική καταγραφή των συμβάσεων ενεργειακής απόδοσης στους λογαριασμούς της κυβέρνησης·

β)

παρέχοντας πληροφορίες σχετικά με βέλτιστες πρακτικές για συμβάσεις ενεργειακής απόδοσης, οι οποίες θα περιλαμβάνουν, εφόσον υπάρχει, ανάλυση κόστους-οφέλους χρησιμοποιώντας μια προσέγγιση που θα βασίζεται στον κύκλο ζωής·

γ)

προωθώντας και διαθέτοντας στο κοινό βάση δεδομένων με τα υλοποιηθέντα και τα εν εξελίξει έργα συμβάσεων ενεργειακής απόδοσης, η οποία να περιλαμβάνει την προβλεπόμενη και την επιτευχθείσα εξοικονόμηση ενέργειας.

6.   Τα κράτη μέλη υποστηρίζουν την ορθή λειτουργία της αγοράς ενεργειακών υπηρεσιών λαμβάνοντας τα ακόλουθα μέτρα:

α)

εντοπίζουν και δημοσιοποιούν σημεία επαφής στα οποία οι τελικοί καταναλωτές μπορούν να λαμβάνουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1·

β)

αίρουν τους κανονιστικούς και μη κανονιστικούς φραγμούς που εμποδίζουν τη σύναψη συμβάσεων ενεργειακής απόδοσης και άλλα πρότυπα υπηρεσιών ενεργειακής απόδοσης για τον εντοπισμό ή/και την εφαρμογή μέτρων εξοικονόμησης ενέργειας·

γ)

συστήνουν συμβουλευτικούς φορείς, ΕΕΥ και ανεξάρτητους διαμεσολαβητές της αγοράς και προωθούν τον ρόλο τους, συμπεριλαμβανομένων των μονοαπευθυντικών υπηρεσιών ή παρόμοιων μηχανισμών στήριξης για την τόνωση της ανάπτυξης της αγοράς από την πλευρά της ζήτησης και από την πλευρά της προσφοράς, και διασφαλίζουν τη δημοσιοποίηση και την πρόσβαση των παραγόντων της αγοράς σε πληροφορίες σχετικά με τους εν λόγω μηχανισμούς στήριξης.

7.   Για τη στήριξη της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς ενεργειακών υπηρεσιών, τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίσουν ατομικό μηχανισμό ή να ορίσουν διαμεσολαβητή για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής διεκπεραίωσης των καταγγελιών και της εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών που προκύπτουν από συμβάσεις ενεργειακών υπηρεσιών και από συμβάσεις ενεργειακής απόδοσης.

8.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι διανομείς ενέργειας, οι διαχειριστές συστημάτων διανομής και οι εταιρείες λιανικής πώλησης ενέργειας να απέχουν από οποιεσδήποτε δραστηριότητες που ενδέχεται να παρακωλύσουν τη ζήτηση και την προμήθεια ενεργειακών υπηρεσιών ή μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης, ή να εμποδίσουν την ανάπτυξη αγορών παρόμοιων υπηρεσιών ή μέτρων, μεταξύ άλλων με αποκλεισμό των ανταγωνιστών από την αγορά ή με κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης.

Άρθρο 28

Εθνικό ταμείο ενεργειακής απόδοσης και χρηματοδοτικής και τεχνικής υποστήριξης

1.   Με την επιφύλαξη των άρθρων 107 και 108 ΣΛΕΕ, τα κράτη μέλη διευκολύνουν τη δημιουργία ή τη χρήση υπαρχόντων μηχανισμών χρηματοδότησης για μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης προκειμένου να μεγιστοποιηθούν τα οφέλη από τη συγκέντρωση διαφόρων χρηματοδοτικών ροών και από τον συνδυασμό επιχορηγήσεων, χρηματοδοτικών μέσων και τεχνικής βοήθειας.

2.   Η Επιτροπή, κατά περίπτωση, βοηθά, άμεσα ή μέσω των ευρωπαϊκών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, τα κράτη μέλη στη δημιουργία μηχανισμών χρηματοδότησης και μηχανισμών συνδρομής για την ανάπτυξη έργων σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο με στόχο την αύξηση των επενδύσεων στην ενεργειακή απόδοση σε διάφορους τομείς, και την προστασία και ενδυνάμωση των ευπαθών πελατών, των ανθρώπων που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια και, κατά περίπτωση, ανθρώπων που ζουν σε κοινωνικές κατοικίες, μεταξύ άλλων με την ενσωμάτωση μιας προοπτικής ισότητας, προκειμένου κανείς να μην μείνει στο περιθώριο.

3.   Τα κράτη μέλη θεσπίζουν μέτρα που διασφαλίζουν ότι τα πιστοδοτικά προϊόντα ενεργειακής απόδοσης, όπως τα πράσινα ενυπόθηκα δάνεια και τα πράσινα δάνεια, εξασφαλισμένα και μη, είναι διαθέσιμα ευρέως και χωρίς διακρίσεις από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και είναι ορατά και προσβάσιμα στους καταναλωτές. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν μέτρα για να διευκολύνουν την εφαρμογή των καθεστώτων χρηματοδότησης βάσει λογαριασμών και επί των φόρων. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι τράπεζες και άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα λαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με ευκαιρίες συμμετοχής σε μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης, συμπεριλαμβανομένης της δημιουργίας συμπράξεων ιδιωτικού/δημοσίου τομέα.

3α.     Με την επιφύλαξη των άρθρων 107 και 108 ΣΛΕΕ, τα κράτη μέλη θεσπίζουν καθεστώτα χρηματοδοτικής στήριξης για την αύξηση της υιοθέτησης μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης για τα νεόδμητα κτίρια ή για την ουσιαστική ανακαίνιση εγκαταστάσεων ατομικής θέρμανσης ή συστημάτων τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης και την αντικατάσταση παλαιών και αναποτελεσματικών συσκευών θέρμανσης και ψύξης με εναλλακτικές λύσεις υψηλής απόδοσης.

Τα κράτη μέλη διευκολύνουν τη δημιουργία τοπικής πραγματογνωσίας και τεχνικής βοήθειας για την παροχή συμβουλών σχετικά με βέλτιστες πρακτικές όσον αφορά την επίτευξη της απαλλαγής της τοπικής τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης από τις ανθρακούχες εκπομπές, όπως η πρόσβαση σε τοπικά διαθέσιμα έργα και η ειδική χρηματοδοτική στήριξη.

4.   Η Επιτροπή διευκολύνει την ανταλλαγή της βέλτιστης πρακτικής μεταξύ των αρμόδιων εθνικών ή περιφερειακών αρχών ή οργάνων π.χ. μέσω ετήσιων συνεδριάσεων των ρυθμιστικών φορέων, δημοσίων βάσεων δεδομένων με πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή των μέτρων από το κράτος μέλος και τη σύγκριση της χώρας.

5.   Για την κινητοποίηση ιδιωτικής χρηματοδότησης υπέρ μέτρων ενεργειακής απόδοσης και ενεργειακών ανακαινίσεων που θα συμβάλουν στην επίτευξη των στόχων ενεργειακής απόδοσης της Ένωσης και των εθνικών συνεισφορών σύμφωνα με το άρθρο 4 της παρούσας οδηγίας και τους στόχους που ορίζονται στην οδηγία 2010/31/ΕΕ, η Επιτροπή διεξάγει διάλογο τόσο με τα δημόσια όσο και τα ιδιωτικά χρηματοοικονομικά ιδρύματα καθώς και με ειδικούς τομείς όπως οι μεταφορές, οι ΤΠΕ και τα κτίρια, προκειμένου να εντοπίσει τις ανάγκες και να σχεδιάσει τις πιθανές δράσεις που μπορεί να αναλάβει.

6.   Στις δράσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 5 περιλαμβάνονται τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

η κινητοποίηση κεφαλαιακών επενδύσεων στην ενεργειακή απόδοση με εξέταση των ευρύτερων επιπτώσεων της εξοικονόμησης ενέργειας·

αα)

η διευκόλυνση της εφαρμογής ειδικών χρηματοδοτικών μέσων ενεργειακής απόδοσης και συστημάτων χρηματοδότησης σε κλίμακα που καθορίζεται από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα·

β)

η διασφάλιση καλύτερων δεδομένων για τις ενεργειακές και χρηματοδοτικές επιδόσεις μέσω:

i)

της περαιτέρω εξέτασης του τρόπου με τον οποίο οι επενδύσεις ενεργειακής απόδοσης βελτιώνουν τις υποκείμενες αξίες ενεργητικού·

ii)

της υποστήριξης μελετών για να εκτιμηθεί η αποτίμηση σε νόμισμα των μη ενεργειακών οφελών που αποφέρουν οι επενδύσεις στην ενεργειακή απόδοση.

7.   Για τους σκοπούς της κινητοποίησης ιδιωτικής χρηματοδότησης σε μέτρα ενεργειακής απόδοσης και ενεργειακής ανακαίνισης, τα κράτη μέλη, κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας:

α)

εξετάζουν τρόπους για καλύτερη αξιοποίηση συστημάτων ενεργειακής διαχείρισης και ενεργειακών ελέγχων βάσει του άρθρου 11 προς επηρεασμό της διαδικασίας λήψης αποφάσεων·

β)

αξιοποιούν με τον καλύτερο τρόπο τις δυνατότητες και τα εργαλεία που είναι διαθέσιμα στον προϋπολογισμό της Ένωσης, και προτείνονται στην πρωτοβουλία «Έξυπνη χρηματοδότηση για έξυπνα κτίρια» και στην ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Κύμα ανακαινίσεων».

8.   Έως την 31η Δεκεμβρίου 2024, η Επιτροπή παρέχει καθοδήγηση στα κράτη μέλη και στους παράγοντες της αγοράς σχετικά με τρόπους απελευθέρωσης των ιδιωτικών επενδύσεων.

Η καθοδήγηση έχει ως σκοπό να βοηθήσει τα κράτη μέλη και τους παράγοντες της αγοράς να αναπτύξουν και να υλοποιήσουν τις επενδύσεις τους στην ενεργειακή απόδοση στα διάφορα προγράμματα της Ένωσης, και θα προτείνει κατάλληλους μηχανισμούς και λύσεις χρηματοδότησης, με συνδυασμό επιχορηγήσεων, χρηματοδοτικών μέσων και βοήθειας για την ανάπτυξη έργων, για την κλιμάκωση των υφιστάμενων πρωτοβουλιών και τη χρήση της ενωσιακής χρηματοδότησης ως καταλύτη για τη μόχλευση και την ενεργοποίηση ιδιωτικής χρηματοδότησης.

9.    Έως … [ημερομηνία μεταφοράς], τα κράτη μέλη μπορούν να συστήσουν Εθνικό Ταμείο Ενεργειακής Απόδοσης. Σκοπός του Εθνικού Ταμείου Ενεργειακής Απόδοσης είναι η εφαρμογή μέτρων ενεργειακής απόδοσης για τη στήριξη των εθνικών συνεισφορών των κρατών μελών σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2. Το Εθνικό Ταμείο Ενεργειακής Απόδοσης μπορεί να συσταθεί ως ειδικό ταμείο στο πλαίσιο ενός ήδη υφιστάμενου εθνικού μηχανισμού για την προώθηση επενδύσεων κεφαλαίου.

Τα κράτη μέλη θεσπίζουν χρηματοδοτικά μέσα, συμπεριλαμβανομένων δημόσιων εγγυήσεων, στα εθνικά ταμεία ενεργειακής απόδοσης, με στόχο την αύξηση της απορρόφησης των ιδιωτικών επενδύσεων στην ενεργειακή απόδοση και των δανειοδοτικών προϊόντων ενεργειακής απόδοσης και των καινοτόμων καθεστώτων που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου . Σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 3 και το άρθρο 22, το Εθνικό Ταμείο Ενεργειακής Απόδοσης στηρίζει κατά προτεραιότητα την εφαρμογή μέτρων μεταξύ ευπαθών καταναλωτών, ανθρώπων που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια και, κατά περίπτωση, ανθρώπων που ζουν σε κοινωνικές κατοικίες. Η στήριξη αυτή περιλαμβάνει χρηματοδότηση μέτρων ενεργειακής απόδοσης για ΜΜΕ με σκοπό τη μόχλευση και την ενεργοποίηση ιδιωτικής χρηματοδότησης για τις ΜΜΕ, στηρίζοντας έτσι την εφαρμογή εθνικών μέτρων ενεργειακής απόδοσης για τη στήριξη των κρατών μελών σε ό,τι αφορά την επίτευξη των εθνικών συνεισφορών τους στον τομέα της ενεργειακής απόδοσης και των ενδεικτικών πορειών τους που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 2. [Το Εθνικό Ταμείο Ενεργειακής Απόδοσης μπορεί να χρηματοδοτείται με έσοδα από πλειστηριασμούς δικαιωμάτων σύμφωνα με το σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής της ΕΕ στους τομείς των κτιρίων και των μεταφορών.]

10.   Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν, οι δημόσιοι φορείς να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις που καθορίζονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 με ετήσιες συμβολές στο εθνικό ταμείο ενεργειακής απόδοσης ισοδύναμες προς το ποσό των επενδύσεων που απαιτούνται για την υλοποίηση των υποχρεώσεων αυτών.

11.   Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν ότι τα υπόχρεα μέρη μπορούν να υλοποιούν τις υποχρεώσεις τους που αναφέρονται στο άρθρο 8 παράγραφοι 1 και 4, συμβάλλοντας ετησίως στο εθνικό ταμείο ενεργειακής απόδοσης με ποσό ισοδύναμο προς τις επενδύσεις που απαιτούνται για την υλοποίηση των υποχρεώσεων αυτών.

12.   Τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιούν τα έσοδά τους από τα ετήσια δικαιώματα εκπομπής δυνάμει της απόφασης αριθ. 406/2009/ΕΚ για την ανάπτυξη καινοτόμων χρηματοδοτικών μηχανισμών για βελτιώσεις της ενεργειακής απόδοσης.

12α.     Η Επιτροπή αξιολογεί την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητα των επενδυτικών μέτρων ενεργειακής απόδοσης που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη και την ικανότητά τους να αυξήσουν την απορρόφηση ιδιωτικών επενδύσεων στην ενεργειακή απόδοση, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη τις ανάγκες δημόσιας χρηματοδότησης που εκφράζονται στα εθνικά σχέδια για την ενέργεια και το κλίμα. Η Επιτροπή αξιολογεί κατά πόσον ένας μηχανισμός ενεργειακής απόδοσης σε επίπεδο Ένωσης, με στόχο την παροχή εγγύησης της ΕΕ, τεχνικής βοήθειας, συμπεριλαμβανομένων μονοαπευθυντικών θυρίδων, και συναφών επιχορηγήσεων ώστε να καταστεί δυνατή η εφαρμογή χρηματοδοτικών μέσων, καθώς και καθεστώτων χρηματοδότησης και στήριξης σε εθνικό επίπεδο, θα μπορούσε να στηρίξει με οικονομικά αποδοτικό τρόπο την επίτευξη των στόχων της Ένωσης για την ενεργειακή απόδοση και το κλίμα και, κατά περίπτωση, προτείνει τη σύσταση ενός τέτοιου μηχανισμού.

Η Επιτροπή υποβάλλει στο πλαίσιο αυτό, έως … [30 Μαρτίου 2024], έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, η οποία συνοδεύεται, αν είναι σκόπιμο, από νομοθετική πρόταση:

12β.     Τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή έως … [15 Μαρτίου 2025] και στη συνέχεια ανά διετία, στο πλαίσιο των ενοποιημένων εθνικών εκθέσεων προόδου τους για την ενέργεια και το κλίμα σύμφωνα με τα άρθρα 17 και 21 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999, τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

εκτίμηση του όγκου των δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων στην ενεργειακή απόδοση, συμπεριλαμβανομένων των επενδύσεων μέσω συμβάσεων ενεργειακής απόδοσης και του συντελεστή μόχλευσης που επιτυγχάνεται με δημόσια χρηματοδότηση για τη στήριξη μέτρων ενεργειακής απόδοσης·

β)

τον όγκο των δανειοδοτικών προϊόντων ενεργειακής απόδοσης, με διάκριση μεταξύ εξασφαλισμένων και μη εξασφαλισμένων δανειοδοτικών προϊόντων·

γ)

τη θέσπιση εθνικών χρηματοδοτικών προγραμμάτων για την αύξηση της υιοθέτησης της ενεργειακής απόδοσης και των βέλτιστων πρακτικών, καθώς και καινοτόμων συστημάτων χρηματοδότησης για την ενεργειακή απόδοση.

Για τη διευκόλυνση της εκπόνησης των εκθέσεων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, η Επιτροπή παρέχει κοινό υπόδειγμα στα κράτη μέλη έως … [15 Μαρτίου 2024]. Τα κράτη μέλη περιλαμβάνουν παράρτημα στις ενοποιημένες εθνικές εκθέσεις προόδου τους για την ενέργεια και το κλίμα, οι οποίες καταρτίζονται σύμφωνα με το εν λόγω υπόδειγμα.

Άρθρο 29

Συντελεστές μετατροπής και συντελεστές πρωτογενούς ενέργειας

1.   Για τους σκοπούς της σύγκρισης της εξοικονόμησης ενέργειας και της μετατροπής σε συγκρίσιμη μονάδα ισχύουν οι τιμές της κατώτερης θερμογόνου δύναμης του παραρτήματος VI του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2018/2066 της Επιτροπής (71) και οι συντελεστές πρωτογενούς ενέργειας της παραγράφου 2, εκτός εάν μπορεί να δικαιολογηθεί η χρήση άλλων τιμών ή συντελεστών.

2.   Όταν η εξοικονόμηση ενέργειας υπολογίζεται σε όρους πρωτογενούς ενέργειας με χρήση προσέγγισης από κάτω προς τα πάνω με βάση την τελική κατανάλωση ενέργειας, εφαρμόζεται συντελεστής πρωτογενούς ενέργειας.

3.   Για εξοικονόμηση σε kWh ηλεκτρικής ενέργειας, τα κράτη μέλη εφαρμόζουν συντελεστή προκειμένου να υπολογίζεται επακριβώς η προκύπτουσα εξοικονόμηση κατανάλωσης πρωτογενούς ενέργειας. Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν προκαθορισμένο συντελεστή 2,1, εκτός εάν κάνουν χρήση της διακριτικής τους ευχέρειας για να ορίσουν διαφορετικό συντελεστή βάσει αιτιολογημένων εθνικών περιστάσεων.

4.   Για εξοικονόμηση σε kWh άλλων φορέων ενέργειας, τα κράτη μέλη εφαρμόζουν συντελεστή προκειμένου να υπολογίζεται επακριβώς η προκύπτουσα εξοικονόμηση κατανάλωσης πρωτογενούς ενέργειας.

5.   Όταν τα κράτη μέλη καθορίζουν δικό τους συντελεστή σε προκαθορισμένη τιμή που παρέχεται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, τα κράτη μέλη το καθορίζουν μέσω διαφανούς μεθοδολογίας με βάση τις εθνικές ή τοπικές συνθήκες που επηρεάζουν την κατανάλωση πρωτογενούς ενέργειας. Οι συνθήκες είναι αιτιολογημένες και επαληθεύσιμες και βασίζονται σε αντικειμενικά και αμερόληπτα κριτήρια.

6.   Όταν καθορίζουν δικό τους συντελεστή, τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη το ενεργειακό μείγμα που περιλαμβάνεται στην επικαιροποίηση των ενοποιημένων εθνικών σχεδίων τους για την ενέργεια και το κλίμα και το επόμενο ενοποιημένο εθνικό σχέδιο για την ενέργεια και το κλίμα που πρέπει να κοινοποιηθεί στην Επιτροπή σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1999. Εάν αποκλίνουν από την προκαθορισμένη τιμή, τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τον συντελεστή που χρησιμοποιούν μαζί με τη μεθοδολογία υπολογισμού και τα υποκείμενα δεδομένα στην επικαιροποίηση του ενοποιημένου εθνικού σχεδίου τους για την ενέργεια και το κλίμα και στα επόμενα ενοποιημένα εθνικά σχέδια για την ενέργεια και το κλίμα σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1999.

7.   Έως τις 25 Δεκεμβρίου 2022 και εν συνεχεία ανά τετραετία, η Επιτροπή αναθεωρεί τον προκαθορισμένο συντελεστή με βάση παρατηρούμενα στοιχεία. Η εν λόγω αναθεώρηση πραγματοποιείται λαμβανομένων υπόψη των επιπτώσεών της σε άλλες νομοθετικές πράξεις της Ένωσης, όπως η οδηγία 2009/125/ΕΚ και ο κανονισμός (ΕΕ) 2017/1369. Η μεθοδολογία αξιολογείται τακτικά ώστε να διασφαλίζεται ότι η εξοικονόμηση ενέργειας οδηγεί στο υψηλότερο επίπεδο μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, συμβάλλοντας παράλληλα στη σταδιακή κατάργηση των ορυκτών καυσίμων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 30

Ποινές

Τα κράτη μέλη θεσπίζουν κανόνες για τις ποινές που επιβάλλονται σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης προς τις εθνικές διατάξεις που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, και λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν την εφαρμογή τους. Οι προβλεπόμενες ποινές είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν τις εν λόγω διατάξεις στην Επιτροπή έως τις [ημερομηνία μεταφοράς] και κοινοποιούν αμελλητί κάθε μεταγενέστερη τροποποίηση που τις επηρεάζει.

Άρθρο 31

Κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις

1.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 32, σχετικά με την επανεξέταση των εναρμονισμένων τιμών απόδοσης αναφοράς που αναφέρονται στο άρθρο 24 παράγραφος 10 δεύτερο εδάφιο.

2.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 32, για την τροποποίηση ή τη συμπλήρωση της παρούσας οδηγίας μέσω της προσαρμογής στην τεχνική πρόοδο των τιμών, των μεθόδων υπολογισμού, των προκαθορισμένων συντελεστών πρωτογενούς ενέργειας και των απαιτήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 29 και στα παραρτήματα II, III, V, VII έως XI και XIII.

3.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 32 για να τροποποιεί ή να συμπληρώνει την παρούσα οδηγία θεσπίζοντας, κατόπιν διαβούλευσης με τα ενδιαφερόμενα μέρη, κοινό ενωσιακό σύστημα αξιολόγησης της βιωσιμότητας των κέντρων δεδομένων που βρίσκονται στην επικράτειά της , μέσα σε έναν μήνα από την έναρξη ισχύος της οδηγίας . Το σύστημα καθιερώνει τον ορισμό των δεικτών βιωσιμότητας των κέντρων δεδομένων και, σύμφωνα με το άρθρο  11α της παρούσας οδηγίας, καθορίζει τα ελάχιστα όρια για τη σημαντική κατανάλωση ενέργειας και καθορίζει τους βασικούς δείκτες και τη μεθοδολογία για τη μέτρησή τους.

Άρθρο 32

Άσκηση της εξουσιοδότησης

1.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.

2.   Η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που προβλέπεται στο άρθρο 31 ανατίθεται στην Επιτροπή για περίοδο πέντε ετών από [την ημερομηνία έκδοσης στην ΕΕ]. Η Επιτροπή συντάσσει έκθεση σχετικά με την ανάθεση της εν λόγω αρμοδιότητας το αργότερο εννέα μήνες πριν από το τέλος της πενταετούς περιόδου. Η εξουσιοδότηση ανανεώνεται σιωπηρά για περιόδους ίδιας διάρκειας, εκτός αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο προβάλουν αντιρρήσεις το αργότερο τρεις μήνες πριν από τη λήξη της κάθε περιόδου.

3.   Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 31 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτή. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη.

4.   Πριν από την έκδοση μιας κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή διεξάγει διαβουλεύσεις με εμπειρογνώμονες που ορίζουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις αρχές της διοργανικής συμφωνίας της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου.

5.   Μόλις εκδώσει μια κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

6.   Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 31 τίθεται σε ισχύ μόνο εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός δύο μηνών από την ημέρα που η πράξη κοινοποιείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο ή αν, πριν λήξει αυτή η περίοδος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά δύο μήνες κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

Άρθρο 33

Επισκόπηση και παρακολούθηση της εφαρμογής

1.   Στο πλαίσιο της έκθεσης για την κατάσταση της Ενεργειακής Ένωσης, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση σχετικά με τη λειτουργία της αγοράς άνθρακα, σύμφωνα με το άρθρο 35 παράγραφος 1 και το άρθρο 35 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999, λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας.

2.   Έως τις 31 Οκτωβρίου 2025 και κατόπιν ανά τετραετία, η Επιτροπή αξιολογεί τα υφιστάμενα μέτρα για την επίτευξη αύξησης της ενεργειακής απόδοσης και απανθρακοποίησης στον τομέα της θέρμανσης και της ψύξης. Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη:

α)

τις τάσεις όσον αφορά την ενεργειακή απόδοση και τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου στον τομέα της θέρμανσης και της ψύξης, συμπεριλαμβανομένης της τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης·

β)

τις διασυνδέσεις μεταξύ των ληφθέντων μέτρων·

γ)

τις αλλαγές στην ενεργειακή απόδοση και τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου στη θέρμανση και την ψύξη·

δ)

τις υφιστάμενες και τις προγραμματισμένες πολιτικές και μέτρα ενεργειακής απόδοσης και υφιστάμενες και προγραμματισμένες πολιτικές και μέτρα μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου σε εθνικό και ενωσιακό επίπεδο· και

ε)

τα μέτρα που υπέβαλαν τα κράτη μέλη στις περιεκτικές αξιολογήσεις τους σύμφωνα με το άρθρο 23 παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας και κοινοποιήθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999.

Έως τις ημερομηνίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την εν λόγω αξιολόγηση και προτείνει, κατά περίπτωση, μέτρα για τη διασφάλιση της επίτευξης των στόχων της Ένωσης για το κλίμα και την ενέργεια.

3.   Τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή, πριν από τις 30 Απριλίου κάθε έτους, στατιστικά στοιχεία για την εθνική παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και θερμότητας από συμπαραγωγή υψηλής και χαμηλής απόδοσης, σύμφωνα με τη μεθοδολογία που παρουσιάζεται στο παράρτημα II, σε σχέση με το συνολικό δυναμικό παραγωγής θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας. Υποβάλλουν επίσης ετήσιες στατιστικές για το δυναμικό συμπαραγωγής θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας και για τα καύσιμα που χρησιμοποιούνται στη συμπαραγωγή, καθώς και για την παραγωγή και το δυναμικό τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης σε σχέση με τη συνολική παραγωγή και το δυναμικό θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας. Τα κράτη μέλη υποβάλλουν στατιστικές για την εξοικονόμηση πρωτογενούς ενέργειας που επιτυγχάνεται με την εφαρμογή συμπαραγωγής, σύμφωνα με τη μεθοδολογία που παρουσιάζεται στο παράρτημα III.

4.   Έως την 1η Ιανουαρίου 2021, η Επιτροπή διενεργεί εκτίμηση των δυνατοτήτων ενεργειακής απόδοσης κατά τη μετατροπή, τον μετασχηματισμό, τη μετάδοση, τη μεταφορά και την αποθήκευση ενέργειας και υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο. Η εν λόγω έκθεση συνοδεύεται, ενδεχομένως, από νομοθετικές προτάσεις.

5.   Με την επιφύλαξη τυχόν αλλαγών στις διατάξεις περί λιανικής αγοράς της οδηγίας 2009/73/ΕΚ, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2021, η Επιτροπή διενεργεί αξιολόγηση και υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με τις διατάξεις που αφορούν τη μέτρηση, την τιμολόγηση και την πληροφόρηση του καταναλωτή για το φυσικό αέριο, με στόχο την ενδεχόμενη ευθυγράμμισή τους προς τις σχετικές διατάξεις για την ηλεκτρική ενέργεια στην οδηγία (ΕΕ) 2019/944, προκειμένου να ενισχυθεί η προστασία των καταναλωτών και να δοθεί η δυνατότητα στους τελικούς καταναλωτές να λαμβάνουν συχνότερα σαφείς και επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με την κατανάλωσή τους φυσικού αερίου και να ρυθμίζουν την οικεία χρήση ενέργειας. Το συντομότερο δυνατόν μετά την υποβολή της εν λόγω έκθεσης, η Επιτροπή εγκρίνει, όπου ενδείκνυται, νομοθετικές προτάσεις.

6.   Έως τις 31 Οκτωβρίου 2022, η Επιτροπή αξιολογεί κατά πόσον η Ένωση έχει επιτύχει τους πρωταρχικούς της στόχο ενεργειακής απόδοσης για το 2020.

7.   Έως τις 28 Φεβρουαρίου 2027 και μετέπειτα ανά πενταετία, η Επιτροπή αξιολογεί την παρούσα οδηγία και υποβάλλει σχετική έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Η εν λόγω αξιολόγηση περιλαμβάνει:

α)

εκτίμηση της γενικής αποτελεσματικότητας της παρούσας οδηγίας και της ανάγκης να προσαρμοσθεί περαιτέρω η πολιτική ενεργειακής απόδοσης της Ένωσης σύμφωνα με τους στόχους της συμφωνίας του Παρισιού του 2015 και υπό το πρίσμα των εξελίξεων στην οικονομία και την καινοτομία·

αα)

γενική αξιολόγηση των συνολικών μακροοικονομικών επιπτώσεων της παρούσας οδηγίας, με έμφαση στις επιπτώσεις στην ενεργειακή ασφάλεια της Ένωσης, στις τιμές της ενέργειας, στην ελαχιστοποίηση της ενεργειακής φτώχειας, στην οικονομική ανάπτυξη, στην ανταγωνιστικότητα, στη δημιουργία θέσεων εργασίας, στο κόστος κινητικότητας και στην αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών·

β)

τους πρωταρχικούς στόχους ενεργειακής απόδοσης της Ένωσης για το 2030 που καθορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1, με σκοπό την αναθεώρηση των εν λόγω στόχων προς τα πάνω σε περίπτωση σημαντικής μείωσης του κόστους, οφειλόμενης στις οικονομικές ή τεχνολογικές εξελίξεις ή, όπου απαιτείται, για την τήρηση των στόχων της Ένωσης για το 2040 ή το 2050 ή των διεθνών δεσμεύσεών της σχετικά με την απανθρακοποίηση·

γ)

εάν τα κράτη μέλη εξακολουθούν να επιτυγχάνουν νέα ετήσια εξοικονόμηση σύμφωνα με το άρθρο 8 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) για τις δεκαετείς περιόδους μετά το 2030·

δ)

εάν τα κράτη μέλη εξακολουθούν να διασφαλίζουν ότι τουλάχιστον το 3 % του συνολικού εμβαδού δαπέδου των θερμαινόμενων και/ή ψυχόμενων κτιρίων που ανήκουν σε δημόσιους φορείς ανακαινίζεται κάθε έτος σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1 με σκοπό την αναθεώρηση του ποσοστού ανακαίνισης στο εν λόγω άρθρο·

ε)

εάν τα κράτη μέλη εξακολουθούν να επιτυγχάνουν μερίδιο εξοικονόμησης ενέργειας μεταξύ των ευπαθών πελατών, των ανθρώπων που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια και, κατά περίπτωση, των ανθρώπων που ζουν σε κοινωνικές κατοικίες, σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 3, για τις δεκαετείς περιόδους μετά το 2030·

στ)

εάν τα κράτη μέλη συνεχίσουν να επιτυγχάνουν μείωση της τελικής κατανάλωσης ενέργειας σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 1.

Η εν λόγω έκθεση συνοδεύεται από συνολική αξιολόγηση του κατά πόσον υπάρχει ανάγκη αναθεώρησης της παρούσας οδηγίας για λόγους κανονιστικής απλούστευσης και , κατά περίπτωση, από προτάσεις για περαιτέρω μέτρα. Η Επιτροπή προσαρμόζεται συνεχώς στις βέλτιστες διοικητικές διαδικαστικές πρακτικές και λαμβάνει όλα τα μέτρα για την απλούστευση της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, διατηρώντας στο ελάχιστο τον διοικητικό φόρτο.

Άρθρο 34

Διαδικασία επιτροπής

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από επιτροπή. Η εν λόγω επιτροπή αποτελεί επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

2.   Όταν γίνεται παραπομπή στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

Άρθρο 35

Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

1.   Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με άρθρα […] και τα παραρτήματα […] [άρθρα και παραρτήματα που έχουν τροποποιηθεί ουσιωδώς σε σύγκριση με την καταργούμενη οδηγία] το αργότερο έως […].

Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων.

Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις εν λόγω διατάξεις, αυτές περιέχουν παραπομπή στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από παρόμοια παραπομπή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Οι εν λόγω διατάξεις περιλαμβάνουν επίσης δήλωση που διευκρινίζει ότι οι παραπομπές στην οδηγία που καταργείται από την παρούσα οδηγία, οι οποίες περιέχονται στις ισχύουσες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, θεωρούνται ότι γίνονται στην παρούσα οδηγία. Ο τρόπος πραγματοποίησης αυτής της παραπομπής και η διατύπωση αυτής της δήλωσης καθορίζονται από τα κράτη μέλη.

2.   Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εθνικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 36

Κατάργηση

Η οδηγία 2012/27/ΕΕ, όπως τροποποιήθηκε από τις πράξεις που αναφέρονται στο παράρτημα XV μέρος A, καταργείται από τις […] [την ημέρα μετά την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 35 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο], με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών σχετικά με τις προθεσμίες μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο των οδηγιών που αναφέρονται στο παράρτημα XV μέρος B.

Οι παραπομπές στην καταργηθείσα οδηγία θεωρούνται ως παραπομπές στην παρούσα οδηγία και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος XVI.

Άρθρο 37

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τα άρθρα […] και τα παραρτήματα […] [άρθρα και παραρτήματα τα οποία παραμένουν αμετάβλητα σε σχέση με την καταργούμενη οδηγία] ισχύουν από […] [την επομένη της ημερομηνίας που αναφέρεται στο άρθρο 35 παράγραφος 1].

Άρθρο 38

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

…,

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Η Πρόεδρος

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

ΕΘΝΙΚΕΣ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΕΣ ΣΤΟΥΣ ΣΤΟΧΟΥΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗΣ ΑΠΟΔΟΣΗΣ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟ 2030 ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΤΕΛΙΚΗΣ ΚΑΙ/Ή ΠΡΩΤΟΓΕΝΟΥΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ

1.

Το ύψος των εθνικών συνεισφορών υπολογίζεται με βάση τον ▌τύπο:

Image 1C1252023EL16610120220913EL0016.000116621661P9_TC1-COD(2021)0275Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίστηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 13 Σεπτεμβρίου 2022 εν όψει της έγκρισης οδηγίας (ΕΕ) 2022/… του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την καθιέρωση ενιαίων διαδικασιών στον τομέα του ελέγχου των οδικών μεταφορών επικίνδυνων εμπορευμάτων (κωδικοποίηση)(Καθώς έχει επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η θέση του Κοινοβουλίου αντιστοιχεί στην τελική νομοθετική πράξη, οδηγία (ΕΕ) 2022/1999.)C1252023EL17110120220913EL0020.000117121711P9_TC1-COD(2021)0343Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίστηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 13 Σεπτεμβρίου 2022 εν όψει της έγκρισης κανονισμού (ΕΕ) 2022/… του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2014/59/ΕΕ όσον αφορά την προληπτική αντιμετώπιση παγκόσμιων συστημικώς σημαντικών ιδρυμάτων με στρατηγική εξυγίανσης πολλαπλών σημείων έναρξης και μεθόδους για την έμμεση ανάληψη μέσων που είναι επιλέξιμα για την εκπλήρωση της ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων(Καθώς έχει επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η θέση του Κοινοβουλίου αντιστοιχεί στην τελική νομοθετική πράξη, κανονισμός (ΕΕ) 2022/2036.)C1252023EL29310120220913EL0023.000129322931P9_TC1-COD(2022)0035Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίστηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 13 Σεπτεμβρίου 2022 εν όψει της έγκρισης κανονισμού (ΕΕ) 2022/… του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2019/833, για τον καθορισμό μέτρων διατήρησης και ελέγχου που εφαρμόζονται στη ζώνη διακανονισμού της Οργάνωσης Αλιείας Βορειοδυτικού Ατλαντικού(Καθώς έχει επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η θέση του Κοινοβουλίου αντιστοιχεί στην τελική νομοθετική πράξη, κανονισμός (ΕΕ) 2022/2037.)C1252023EL29410120220913EL0024.000129422941P9_TC1-COD(2021)0103Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίστηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 13 Σεπτεμβρίου 2022 εν όψει της έγκρισης κανονισμού (ΕΕ) 2022/… του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση μέτρων διατήρησης και διαχείρισης που εφαρμόζονται στην περιοχή της σύμβασης αλιείας Δυτικού και Κεντρικού Ειρηνικού και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 520/2007 του Συμβουλίου(Καθώς έχει επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η θέση του Κοινοβουλίου αντιστοιχεί στην τελική νομοθετική πράξη, κανονισμός (ΕΕ) 2022/2056.)C1252023EL39710120220914EL0026.000139723971P9_TC1-COD(2020)0310Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίστηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 14 Σεπτεμβρίου 2022 εν όψει της έγκρισης οδηγίας (ΕΕ) 2022/… του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για επαρκείς κατώτατους μισθούς στην Ευρωπαϊκή Ένωση(Καθώς έχει επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η θέση του Κοινοβουλίου αντιστοιχεί στην τελική νομοθετική πράξη, οδηγία (ΕΕ) 2022/2041)C1252023EL46210120220915EL0028.000146224621P9_TC1-COD(2022)0281Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίστηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 15 Σεπτεμβρίου 2022 εν όψει της έγκρισης απόφασης (ΕΕ) 2022/… του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη χορήγηση έκτακτης μακροοικονομικής χρηματοδοτικής συνδρομής στην Ουκρανία, την ενίσχυση του κοινού ταμείου προβλέψεων με εγγυήσεις από κράτη μέλη και ειδικές προβλέψεις για ορισμένες χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις που σχετίζονται με την Ουκρανία, εγγυημένες βάσει της απόφασης αριθ. 466/2014/ΕΕ, και για την τροποποίηση της απόφασης (ΕΕ) 2022/1201(Καθώς έχει επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η θέση του Κοινοβουλίου αντιστοιχεί στην τελική νομοθετική πράξη, απόφαση (ΕΕ) 2022/1628.)

Όπου CEU είναι ένας συντελεστής διόρθωσης καθοριζόμενος από την Επιτροπή σε συνέχεια της αναφοράς του Target από τα κράτη μέλη , Target είναι το επίπεδο εθνικής φιλοδοξίας και FECB2030 PECB2030 είναι το σενάριο αναφοράς του 2020 που χρησιμοποιείται ως βάση αναφοράς για το 2030.

2.

Ο ακόλουθος ▌τύπος αντιπροσωπεύει τα αντικειμενικά κριτήρια που αντικατοπτρίζουν τους συντελεστές που απαριθμούνται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 στοιχείο δ) σημεία i) έως iv), καθένας από τους οποίους χρησιμοποιείται για τον καθορισμό του επιπέδου εθνικής φιλοδοξίας σε % (Target) και έχει το ίδιο βάρος στον τύπο (0,25):

α)

κατ’ αποκοπή συνεισφορά («Fflat»)·

β)

συνεισφορά που εξαρτάται από το κατά κεφαλή ΑΕΠ(«Fwealth»)·

γ)

συνεισφορά που εξαρτάται από την ενεργειακή ένταση («Fintensity»)·

δ)

συνεισφορά που εξαρτάται από το δυναμικό οικονομικά αποδοτικής εξοικονόμησης ενέργειας («Fpotential»).

3.

Ο Fflat αντιπροσωπεύει τον στόχο της Ένωσης για το 2030, που περιλαμβάνει τις πρόσθετες προσπάθειες που απαιτούνται για την επίτευξη των στόχων ενεργειακής απόδοσης της Ένωσης στο πλαίσιο της FEC και της PEC σε σύγκριση με τις προβολές του σεναρίου αναφοράς του 2007 για το 2030.

4.

Ο Fwealth υπολογίζεται για κάθε κράτος μέλος με βάση τον τριετή μέσο όρο του πραγματικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Eurostat προς τον τριετή μέσο όρο της Ένωσης κατά την περίοδο 2017-2019, εκφρασμένο σε ισοτιμίες αγοραστικής δύναμης (ΙΑΔ).

5.

Ο Fintensity υπολογίζεται για κάθε κράτος μέλος με βάση τον τριετή μέσο όρο του δείκτη της έντασης τελικής ενέργειας (FEC ή PEC ανά πραγματικό ΑΕΠ σε ΙΑΔ) προς τον μέσο όρο της Ένωσης για την περίοδο 2017-2019.

6.

Ο Fpotential υπολογίζεται για κάθε κράτος μέλος με βάση την εξοικονόμηση τελικής ή πρωτογενούς ενέργειας στο πλαίσιο του σεναρίου PRIMES MIX 55 % για το 2030. Η εξοικονόμηση εκφράζεται σε σχέση με τις προβολές του σεναρίου αναφοράς του 2007 για το 2030.

7.

Για κάθε κριτήριο που προβλέπεται στο σημείο 2 στοιχεία α) έως δ), εφαρμόζεται κάτω και άνω όριο. Το επίπεδο φιλοδοξίας για κάθε συντελεστή περιορίζεται στο 50 % και στο 150 % του μέσου επιπέδου φιλοδοξίας της Ένωσης βάσει ενός δεδομένου συντελεστή.

8.

Η πηγή των δεδομένων εισόδου που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των συντελεστών είναι η Eurostat, εκτός αν δηλώνεται διαφορετικά.

9.

Ο Ftotal υπολογίζεται ως το σταθμισμένο άθροισμα και των τεσσάρων συντελεστών (Fflat. Fwealth Fintensity και Fpotential). Ο Target υπολογίζεται στη συνέχεια ως το γινόμενο του συνολικού συντελεστή Ftotal επί τον στόχο της ΕΕ.

10.

Η Επιτροπή καθορίζει συντελεστή διόρθωσης πρωτογενούς και τελικής ενέργειας CEU, ο οποίος εφαρμόζεται στην κατανομή στόχων σε όλα τα κράτη μέλη, ώστε το άθροισμα όλων των εθνικών συνεισφορών να ισούται με τους στόχους κατανάλωσης πρωτογενούς και τελικής ενέργειας της Ένωσης για το 2030. Ο συντελεστής CEU είναι ταυτόσημος για όλα τα κράτη μέλη.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟ ΤΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΑΠΟ ΣΥΜΠΑΡΑΓΩΓΗ

Μέρος I

Γενικές αρχές

Οι τιμές που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της ηλεκτρικής ενέργειας από συμπαραγωγή προσδιορίζονται βάσει της αναμενόμενης ή της πραγματικής λειτουργίας της μονάδας υπό κανονικές συνθήκες χρήσης. Για μονάδες συμπαραγωγής πολύ μικρής κλίμακας ο υπολογισμός μπορεί να βασίζεται σε πιστοποιημένες τιμές.

α)

Η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από συμπαραγωγή θεωρείται ίση με τη συνολική ετήσια παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας της μονάδας που μετράται στο σημείο εξόδου των κύριων γεννητριών εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

σε μονάδες συμπαραγωγής τύπου β), δ), ε), στ), ζ) και η) που αναφέρονται στο μέρος II με ετήσια συνολική απόδοση οριζόμενη από τα κράτη μέλη σε επίπεδο τουλάχιστον 75 %·

ii)

σε μονάδες συμπαραγωγής τύπου α) και γ) που αναφέρονται στο Μέρος II, με ετήσια συνολική απόδοση οριζόμενη από τα κράτη μέλη σε επίπεδο τουλάχιστον 80 %.

β)

Σε μονάδες συμπαραγωγής με ετήσια συνολική απόδοση κάτω από την τιμή που αναφέρεται στο στοιχείο α) σημείο i) [μονάδες συμπαραγωγής τύπου β), δ), ε), στ), ζ), και η) που αναφέρονται στο μέρος II] ή με ετήσια συνολική απόδοση κάτω από την τιμή που αναφέρεται στο στοιχείο α) σημείο ii) [μονάδες συμπαραγωγής τύπου α) και γ) που αναφέρονται στο μέρος ΙΙ], η ηλεκτρική ενέργεια από συμπαραγωγή υπολογίζεται σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:

ECHP=HCHP*C

όπου:

ECHP είναι η ποσότητα της ηλεκτρικής ενέργειας από συμπαραγωγή·

C ο λόγος ηλεκτρικής ενέργειας προς θερμότητα·

HCHP είναι η ποσότητα χρήσιμης θερμότητας από συμπαραγωγή (υπολογιζόμενη για το σκοπό αυτό ως συνολική παραγωγή θερμότητας μείον τη θερμότητα που παράγεται σε χωριστούς λέβητες ή από την απαγωγή ενεργού ατμού από τον ατμολέβητα πριν από το στρόβιλο).

Ο υπολογισμός της ηλεκτρικής ενέργειας από συμπαραγωγή πρέπει να βασίζεται στον πραγματικό λόγο της ηλεκτρικής ενέργειας προς τη θερμότητα. Εάν δεν είναι γνωστός ο πραγματικός λόγος ηλεκτρικής ενέργειας προς θερμότητα μιας μονάδας συμπαραγωγής, μπορούν να χρησιμοποιηθούν οι ακόλουθες προκαθορισμένες τιμές, ιδίως για στατιστικούς σκοπούς, για μονάδες τύπου α), β), γ), δ) και ε) που αναφέρονται στο μέρος ΙΙ, υπό τον όρο ότι η υπολογιζόμενη ηλεκτρική ενέργεια από συμπαραγωγή είναι μικρότερη ή ίση με τη συνολική παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας της μονάδας:

Τύπος μονάδας

Προκαθορισμένος λόγος ηλεκτρικής ενέργειας προς θερμότητα, C

Αεριοστρόβιλος συνδυασμένου κύκλου με ανάκτηση θερμότητας

0,95

Ατμοστρόβιλος με αντίθλιψη

0,45

Ατμοστρόβιλος συμπύκνωσης — εξάτμισης

0,45

Αεριοστρόβιλος με ανάκτηση θερμότητας

0,55

Κινητήρας εσωτερικής καύσης

0,75

Εάν τα κράτη μέλη θεσπίσουν προκαθορισμένες τιμές για τον λόγο ηλεκτρικής ενέργειας προς θερμότητα για μονάδες των τύπων στ), ζ), η), θ), ι) και ια) που αναφέρονται στο μέρος II, οι εν λόγω προκαθορισμένες τιμές δημοσιεύονται και κοινοποιούνται στην Επιτροπή.

γ)

Εάν μέρος του ενεργειακού περιεχομένου των καυσίμων που χρησιμοποιούνται στη διαδικασία συμπαραγωγής ανακτάται σε χημικά προϊόντα και ανακυκλώνεται, το μέρος αυτό μπορεί να αφαιρεθεί από την ποσότητα των χρησιμοποιούμενων καυσίμων πριν από τον υπολογισμό της συνολικής απόδοσης που αναφέρεται στα στοιχεία α) και β).

δ)

Τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίσουν τον λόγο ηλεκτρικής ενέργειας προς θερμότητα ως τον λόγο της ηλεκτρικής ενέργειας προς την ωφέλιμη θερμότητα κατά τη λειτουργία με τον τρόπο της συμπαραγωγής με μικρότερη ισχύ, χρησιμοποιώντας τα επιχειρησιακά δεδομένα της συγκεκριμένης μονάδας.

ε)

Τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιούν και άλλες περιόδους υποβολής εκθέσεων πλην του έτους για τους σκοπούς των υπολογισμών σύμφωνα με τα στοιχεία α) και β).

Μέρος II

Τεχνολογίες συμπαραγωγής που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία

α)

Αεριοστρόβιλος συνδυασμένου κύκλου με ανάκτηση θερμότητας

β)

Ατμοστρόβιλος με αντίθλιψη

γ)

Ατμοστρόβιλος συμπύκνωσης — εξάτμισης

δ)

Αεριοστρόβιλος με ανάκτηση θερμότητας

ε)

Κινητήρας εσωτερικής καύσης

στ)

Μικροστρόβιλοι

ζ)

Μηχανές Stirling

η)

Κυψέλες καυσίμου

θ)

Ατμομηχανές

ι)

Οργανικοί κύκλοι Rankine

ια)

Κάθε άλλος τύπος τεχνολογίας ή συνδυασμός αυτών που εμπίπτουν στον ορισμό που διατυπώνεται στο άρθρο 2 σημείο 32.

Κατά την υλοποίηση και εφαρμογή των γενικών αρχών για τον υπολογισμό της ηλεκτρικής ενέργειας από συμπαραγωγή, τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν τις αναλυτικές κατευθυντήριες γραμμές που θεσπίστηκαν με την απόφαση 2008/952/ΕΚ της Επιτροπής (72).

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΑΠΟΔΟΣΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΥΜΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

Οι τιμές που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της απόδοσης της συμπαραγωγής και της εξοικονόμησης πρωτογενούς ενέργειας προσδιορίζονται βάσει της αναμενόμενης ή της πραγματικής λειτουργίας της μονάδας υπό κανονικές συνθήκες χρήσης.

α)   Συμπαραγωγή υψηλής απόδοσης.

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, η συμπαραγωγή υψηλής απόδοσης πρέπει να πληροί τα ακόλουθα κριτήρια:

η συμπαραγωγή από μονάδες συμπαραγωγής αποδίδει εξοικονόμηση πρωτογενούς ενέργειας υπολογιζόμενη σύμφωνα με το στοιχείο β) σε τουλάχιστον 10 % συγκριτικά με τις τιμές αναφοράς για τη χωριστή παραγωγή θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας,

η παραγωγή από μονάδες συμπαραγωγής μικρής και πολύ μικρής κλίμακας που αποδίδει εξοικονόμηση πρωτογενούς ενέργειας μπορεί να θεωρηθεί συμπαραγωγή υψηλής απόδοσης,

οι άμεσες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα από συμπαραγωγή που τροφοδοτείται με ορυκτά καύσιμα είναι χαμηλότερες από 270 gCO2 ανά 1 kWh παραγόμενης ενέργειας από τη συνδυασμένη παραγωγή (που συμπεριλαμβάνει θέρμανση/ψύξη, ηλεκτρική και μηχανική ενέργεια).

Όταν μια μονάδα συμπαραγωγής κατασκευάζεται ή ανακαινίζεται ριζικά, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι δεν σημειώνεται αύξηση της χρήσης ορυκτών καυσίμων πλην του φυσικού αερίου σε υφιστάμενες πηγές θερμότητας σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ετήσιας κατανάλωσης κατά τα τρία προηγούμενα ημερολογιακά έτη πλήρους λειτουργίας πριν από την ανακαίνιση, και ότι τυχόν νέες πηγές θερμότητας στο εν λόγω σύστημα δεν χρησιμοποιούν ορυκτά καύσιμα πλην του φυσικού αερίου.

β)   Υπολογισμός της εξοικονόμησης πρωτογενούς ενέργειας.

Η ποσότητα της εξοικονομούμενης πρωτογενούς ενέργειας που αποδίδεται από συμπαραγωγή και ορίζεται σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙ υπολογίζεται με βάση τον ακόλουθο τύπο:

Image 2C1252023EL16610120220913EL0016.000116621661P9_TC1-COD(2021)0275Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίστηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 13 Σεπτεμβρίου 2022 εν όψει της έγκρισης οδηγίας (ΕΕ) 2022/… του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την καθιέρωση ενιαίων διαδικασιών στον τομέα του ελέγχου των οδικών μεταφορών επικίνδυνων εμπορευμάτων (κωδικοποίηση)(Καθώς έχει επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η θέση του Κοινοβουλίου αντιστοιχεί στην τελική νομοθετική πράξη, οδηγία (ΕΕ) 2022/1999.)C1252023EL17110120220913EL0020.000117121711P9_TC1-COD(2021)0343Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίστηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 13 Σεπτεμβρίου 2022 εν όψει της έγκρισης κανονισμού (ΕΕ) 2022/… του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2014/59/ΕΕ όσον αφορά την προληπτική αντιμετώπιση παγκόσμιων συστημικώς σημαντικών ιδρυμάτων με στρατηγική εξυγίανσης πολλαπλών σημείων έναρξης και μεθόδους για την έμμεση ανάληψη μέσων που είναι επιλέξιμα για την εκπλήρωση της ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων(Καθώς έχει επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η θέση του Κοινοβουλίου αντιστοιχεί στην τελική νομοθετική πράξη, κανονισμός (ΕΕ) 2022/2036.)C1252023EL29310120220913EL0023.000129322931P9_TC1-COD(2022)0035Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίστηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 13 Σεπτεμβρίου 2022 εν όψει της έγκρισης κανονισμού (ΕΕ) 2022/… του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2019/833, για τον καθορισμό μέτρων διατήρησης και ελέγχου που εφαρμόζονται στη ζώνη διακανονισμού της Οργάνωσης Αλιείας Βορειοδυτικού Ατλαντικού(Καθώς έχει επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η θέση του Κοινοβουλίου αντιστοιχεί στην τελική νομοθετική πράξη, κανονισμός (ΕΕ) 2022/2037.)C1252023EL29410120220913EL0024.000129422941P9_TC1-COD(2021)0103Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίστηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 13 Σεπτεμβρίου 2022 εν όψει της έγκρισης κανονισμού (ΕΕ) 2022/… του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση μέτρων διατήρησης και διαχείρισης που εφαρμόζονται στην περιοχή της σύμβασης αλιείας Δυτικού και Κεντρικού Ειρηνικού και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 520/2007 του Συμβουλίου(Καθώς έχει επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η θέση του Κοινοβουλίου αντιστοιχεί στην τελική νομοθετική πράξη, κανονισμός (ΕΕ) 2022/2056.)C1252023EL39710120220914EL0026.000139723971P9_TC1-COD(2020)0310Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίστηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 14 Σεπτεμβρίου 2022 εν όψει της έγκρισης οδηγίας (ΕΕ) 2022/… του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για επαρκείς κατώτατους μισθούς στην Ευρωπαϊκή Ένωση(Καθώς έχει επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η θέση του Κοινοβουλίου αντιστοιχεί στην τελική νομοθετική πράξη, οδηγία (ΕΕ) 2022/2041)C1252023EL46210120220915EL0028.000146224621P9_TC1-COD(2022)0281Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίστηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 15 Σεπτεμβρίου 2022 εν όψει της έγκρισης απόφασης (ΕΕ) 2022/… του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη χορήγηση έκτακτης μακροοικονομικής χρηματοδοτικής συνδρομής στην Ουκρανία, την ενίσχυση του κοινού ταμείου προβλέψεων με εγγυήσεις από κράτη μέλη και ειδικές προβλέψεις για ορισμένες χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις που σχετίζονται με την Ουκρανία, εγγυημένες βάσει της απόφασης αριθ. 466/2014/ΕΕ, και για την τροποποίηση της απόφασης (ΕΕ) 2022/1201(Καθώς έχει επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η θέση του Κοινοβουλίου αντιστοιχεί στην τελική νομοθετική πράξη, απόφαση (ΕΕ) 2022/1628.)

Όπου:

PES η εξοικονομούμενη πρωτογενής ενέργεια.

CHP Ηη η θερμική απόδοση της συμπαραγωγής η οποία ορίζεται ως η ετησίως παραγόμενη ωφέλιμη θερμότητα διαιρούμενη διά της ποσότητας καυσίμων που χρησιμοποιήθηκαν για την παραγωγή του συνόλου της παραγόμενης ωφέλιμης θερμότητας και της ηλεκτρικής ενέργειας από συμπαραγωγή.

Ref Ηη η τιμή απόδοσης αναφοράς για χωριστή παραγωγή θερμότητας.

CHP Εη η ηλεκτρική απόδοση της συμπαραγωγής η οποία ορίζεται ως η ετησίως παραγόμενη ηλεκτρική ενέργεια από συμπαραγωγή διαιρούμενη διά της ποσότητας καυσίμων που χρησιμοποιήθηκαν για την παραγωγή του συνόλου της παραγόμενης ωφέλιμης θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας από συμπαραγωγή. Εάν μια μονάδα συμπαραγωγής παράγει μηχανική ενέργεια, η ετήσια παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από συμπαραγωγή μπορεί να προσαυξηθεί κατά μια πρόσθετη ποσότητα που αντιπροσωπεύει την ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που ισοδυναμεί με την ποσότητα μηχανικής ενέργειας. Αυτή η πρόσθετη ποσότητα δεν δημιουργεί δικαίωμα έκδοσης εγγυήσεων προέλευσης σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 10.

Ref Εη η τιμή απόδοσης αναφοράς για χωριστή παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.

γ)   Υπολογισμοί εξοικονόμησης ενέργειας με χρήση εναλλακτικών μεθόδων υπολογισμού.

Τα κράτη μέλη μπορούν να υπολογίζουν την εξοικονόμηση πρωτογενούς ενέργειας από παραγωγή θερμότητας, ηλεκτρικής και μηχανικής ενέργειας, όπως αναφέρονται κατωτέρω, χωρίς να εφαρμόζουν το παράρτημα II, προκειμένου να αποκλείσουν τις ποσότητες θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας της ίδιας διαδικασίας που δεν παράγονται από συμπαραγωγή. Η παραγωγή αυτή μπορεί να θεωρηθεί ως συμπαραγωγή υψηλής απόδοσης υπό τον όρο ότι πληροί τα κριτήρια απόδοσης του στοιχείου α) του παρόντος παραρτήματος και, προκειμένου περί μονάδων συμπαραγωγής με ισχύ ηλεκτροπαραγωγής άνω των 25 MW, η συνολική απόδοση υπερβαίνει το 70 %. Ο προσδιορισμός όμως της ποσότητας ηλεκτρικής ενέργειας από συμπαραγωγή που παράγεται στο πλαίσιο αυτής της παραγωγής, για τη χορήγηση εγγυήσεων προέλευσης και για στατιστικούς σκοπούς, πρέπει να καθορίζεται σύμφωνα με το παράρτημα II.

Εάν η εξοικονόμηση πρωτογενούς ενέργειας για μια διαδικασία υπολογίζεται με τις εναλλακτικές μεθόδους που αναφέρονται ανωτέρω, η εξοικονόμηση πρωτογενούς ενέργειας υπολογίζεται με τον τύπο του στοιχείου β) του παρόντος παραρτήματος, αντικαθιστώντας: «CHP Ηη» με «Ηη» και «CHP Εη» με «Εη», όπου:

Ηη η θερμική απόδοση της διαδικασίας, η οποία ορίζεται ως η ετησίως παραγόμενη θερμότητα διαιρούμενη διά της ποσότητας των καυσίμων που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή του συνόλου της παραγόμενης θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας.

Εη η ηλεκτρική απόδοση της διαδικασίας, οριζόμενη ως η ετησίως παραγόμενη ηλεκτρική ενέργεια διαιρούμενη διά της ποσότητας καυσίμων που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή του συνόλου της παραγόμενης θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας. Εάν μια μονάδα συμπαραγωγής παράγει μηχανική ενέργεια, η ετήσια παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από συμπαραγωγή μπορεί να προσαυξηθεί κατά μια πρόσθετη ποσότητα που αντιπροσωπεύει την ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που ισοδυναμεί με την ποσότητα μηχανικής ενέργειας. Αυτή η πρόσθετη ποσότητα δεν δημιουργεί δικαίωμα έκδοσης εγγυήσεων προέλευσης σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 10.

δ)

Τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιούν και άλλες περιόδους υποβολής εκθέσεων πλην του έτους για τους σκοπούς των υπολογισμών σύμφωνα με το στοιχεία β) και γ) του παρόντος παραρτήματος

ε)

Για τις μονάδες συμπαραγωγής πολύ μικρής κλίμακας ο υπολογισμός της εξοικονόμησης πρωτογενούς ενέργειας μπορεί να βασίζεται σε πιστοποιημένα στοιχεία

στ)   Τιμές απόδοσης αναφοράς για χωριστή παραγωγή θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας.

Οι εναρμονισμένες τιμές απόδοσης αναφοράς συνίστανται σε έναν πίνακα τιμών που διαφοροποιούνται με κατάλληλους παράγοντες, όπως το έτος κατασκευής και οι τύποι καυσίμων, και πρέπει να βασίζονται σε μια καλά τεκμηριωμένη ανάλυση η οποία λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, τα δεδομένα λειτουργικής χρήσης σε πραγματικές συνθήκες, το μείγμα καυσίμων και τις κλιματικές συνθήκες, καθώς και τις εφαρμοζόμενες τεχνολογίες συμπαραγωγής.

Οι τιμές απόδοσης αναφοράς για τη χωριστή παραγωγή θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας σύμφωνα με τον τύπο που παρατίθεται στο στοιχείο β) καθορίζουν τη λειτουργική απόδοση της χωριστής παραγωγής θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας, την οποία καλείται να υποκαταστήσει η συμπαραγωγή.

Οι τιμές απόδοσης αναφοράς υπολογίζονται σύμφωνα με τις ακόλουθες αρχές:

i)

για τις μονάδες συμπαραγωγής η σύγκριση με τη χωριστή παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας βασίζεται στην αρχή ότι συγκρίνονται οι ίδιες κατηγορίες καυσίμων·

ii)

κάθε μονάδα συμπαραγωγής συγκρίνεται με τη βέλτιστη διαθέσιμη και οικονομικώς δικαιολογημένη τεχνολογία της αγοράς για τη χωριστή παραγωγή θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας κατά το έτος κατασκευής της μονάδας συμπαραγωγής·

iii)

οι τιμές απόδοσης αναφοράς για μονάδες συμπαραγωγής ηλικίας άνω των 10 ετών καθορίζονται βάσει των τιμών αναφοράς μονάδων ηλικίας 10 ετών·

iv)

οι τιμές απόδοσης αναφοράς για τη χωριστή παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και θερμότητας αντικατοπτρίζουν τις κλιματικές διαφορές μεταξύ κρατών μελών.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV

ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗΣ ΑΠΟΔΟΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΑΨΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ

Σε διαδικασίες ανάθεσης δημόσιων συμβάσεων και συμβάσεων παραχώρησης, οι αναθέτουσες αρχές και οι αναθέτοντες φορείς που αγοράζουν προϊόντα, υπηρεσίες, κτίρια και έργα θα πρέπει:

α)

εάν ένα προϊόν καλύπτεται από κατ’ εξουσιοδότηση πράξη εκδοθείσα δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1369 ή σχετικής εκτελεστικής οδηγίας της Επιτροπής, να αγοράζουν αποκλειστικά προϊόντα που πληρούν το κριτήριο του άρθρου 7 παράγραφος 2 του εν λόγω κανονισμού·

β)

εάν ένα προϊόν που δεν καλύπτεται από το στοιχείο α) καλύπτεται από εκτελεστικό μέτρο δυνάμει της οδηγίας 2009/125/ΕΚ που εγκρίθηκε μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας, να αγοράζουν αποκλειστικά προϊόντα τα οποία συμμορφώνονται προς τα κριτήρια αναφοράς για την ενεργειακή απόδοση που προσδιορίζονται στο εν λόγω εκτελεστικό μέτρο·

γ)

εάν ένα προϊόν ή μια υπηρεσία καλύπτεται από τα κριτήρια της Ένωσης για τις πράσινες δημόσιες συμβάσεις, σε σχέση με την ενεργειακή απόδοση του προϊόντος ή της υπηρεσίας, να καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για την αγορά μόνο προϊόντων και υπηρεσιών που τηρούν τουλάχιστον τις τεχνικές προδιαγραφές που ορίζονται σε «βασικό» επίπεδο στα σχετικά κριτήρια της Ένωσης για τις πράσινες δημόσιες συμβάσεις, μεταξύ άλλων, για κέντρα δεδομένων, αίθουσες εξυπηρετητών και υπηρεσίες υπολογιστικού νέφους, στα ενωσιακά κριτήρια πράσινων δημόσιων συμβάσεων για τον οδικό φωτισμό και τα σήματα κυκλοφορίας, στα ενωσιακά κριτήρια για τις πράσινες δημόσιες συμβάσεις υπολογιστών, ταμπλετών και έξυπνων τηλεφώνων·

δ)

να αγοράζουν αποκλειστικά ελαστικά που συμμορφώνονται προς το κριτήριο σύμφωνα με το οποίο έχουν την υψηλότερη κατηγορία ενεργειακής απόδοσης καυσίμων, όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2020/740 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (73). Η απαίτηση αυτή δεν εμποδίζει τους δημόσιους φορείς να αγοράζουν ελαστικά με την υψηλότερη κατηγορία πρόσφυσης σε υγρό οδόστρωμα ή κατηγορία εξωτερικού θορύβου κύλισης όταν δικαιολογείται για λόγους ασφάλειας ή δημόσιας υγείας·

ε)

να απαιτούν, στις οικείες προσκλήσεις σύναψης συμβάσεων παροχής υπηρεσιών, από τους παρόχους υπηρεσιών να χρησιμοποιούν, για τους σκοπούς της παροχής των εν λόγω υπηρεσιών, αποκλειστικά προϊόντα που συμμορφώνονται προς τις απαιτήσεις που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) και δ), κατά την παροχή των υπόψη υπηρεσιών. Η απαίτηση αυτή ισχύει μόνον για τα νέα προϊόντα που αγοράζουν οι πάροχοι υπηρεσιών εν μέρει ή εξ ολοκλήρου για τον σκοπό της παροχής της συγκεκριμένης υπηρεσίας·

στ)

να αγοράζουν ή συνάπτουν νέες συμφωνίες μίσθωσης αποκλειστικά για κτίρια που πληρούν τουλάχιστον τις ελάχιστες απαιτήσεις ενεργειακής απόδοσης που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 της οδηγίας 2010/31/ΕΕ, εκτός εάν σκοπός της αγοράς είναι:

i)

η ανάληψη ριζικής ανακαίνισης ή η κατεδάφισης·

ii)

σε περίπτωση δημόσιων φορέων, η μεταπώληση του κτιρίου χωρίς να χρησιμοποιηθεί για ίδιους σκοπούς του δημόσιου φορέα· ή

iii)

η διατήρηση του κτιρίου ως επισήμως προστατευόμενο τμήμα συγκεκριμένου περιβάλλοντος, ή λόγω της ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής ή ιστορικής του αξίας.

Η συμμόρφωση προς τις εν λόγω απαιτήσεις επαληθεύεται μέσω των πιστοποιητικών ενεργειακής απόδοσης που αναφέρονται στο άρθρο 11 της οδηγίας 2010/31/ΕΕ.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V

ΚΟΙΝΕΣ ΜΕΘΟΔΟΙ ΚΑΙ ΑΡΧΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟ ΤΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ ΤΩΝ ΚΑΘΕΣΤΩΤΩΝ ΕΠΙΒΟΛΗΣ ΤΗΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗΣ ΑΠΟΔΟΣΗΣ Ή ΑΛΛΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 8, 9 ΚΑΙ 10 ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 28 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 11:

1.

Μέθοδοι για τον υπολογισμό της εξοικονόμησης ενέργειας, εκτός εκείνης που προκύπτει από φορολογικά μέτρα για τους σκοπούς των άρθρων 8, 9 και 10 και του άρθρου 28 παράγραφος 11.

Τα υπόχρεα, συμμετέχοντα ή εξουσιοδοτηθέντα μέρη ή οι δημόσιες αρχές επιβολής μπορούν να χρησιμοποιούν τις ακόλουθες μεθόδους για να υπολογίζουν την εξοικονόμηση ενέργειας:

α)

την προβλεπόμενη εξοικονόμηση, με βάση τα αποτελέσματα ανεξάρτητου ελέγχου προηγούμενων ενεργειακών βελτιώσεων σε παρόμοιες εγκαταστάσεις. Η γενική προσέγγιση ονομάζεται «εκ των προτέρων»·

β)

την καταμετρημένη εξοικονόμηση, στο πλαίσιο της οποίας η εξοικονόμηση από την εφαρμογή μέτρου ή δέσμης μέτρων προσδιορίζεται με την καταγραφή της πραγματικής μείωσης της χρήσης ενέργειας, λαμβανομένων δεόντως υπόψη παραγόντων όπως η προσθετικότητα, ο βαθμός πληρότητας, τα επίπεδα παραγωγής και οι καιρικές συνθήκες που ενδέχεται να επηρεάζουν την κατανάλωση. Η γενική προσέγγιση ονομάζεται «εκ των υστέρων»·

γ)

την κλιμακωτή εξοικονόμηση, όταν χρησιμοποιούνται εκτιμήσεις μηχανικού για την εξοικονόμηση. Αυτή η προσέγγιση μπορεί να χρησιμοποιείται μόνο όταν είναι δύσκολη ή δυσανάλογα δαπανηρή η εξαγωγή έγκυρων δεδομένων από μετρήσεις σε συγκεκριμένη εγκατάσταση, π.χ. αντικατάσταση συμπιεστή ή ηλεκτρικού κινητήρα διαφορετικής κατάταξης σε kWh από εκείνον για τον οποίο υπάρχουν ανεξάρτητες μετρήσεις όσον αφορά την εξοικονόμηση, ή όταν οι εκτιμήσεις αυτές διεξάγονται βάσει εθνικών μεθοδολογιών και κριτηρίων αναφοράς από ειδικευμένους ή πιστοποιημένους εμπειρογνώμονες, οι οποίοι εργάζονται ανεξάρτητα από τα υπόχρεα, τα συμμετέχοντα ή τα εξουσιοδοτηθέντα εμπλεκόμενα μέρη·

δ)

την εξοικονόμηση σύμφωνα με έρευνα, όταν προσδιορίζεται η ανταπόκριση των καταναλωτών σε συμβουλές, ενημερωτικές εκστρατείες, καθεστώτα επισήμανσης ή πιστοποίησης ή «έξυπνες» μετρήσεις. Η προσέγγιση αυτή μπορεί να χρησιμοποιείται μόνο για εξοικονόμηση που προκύπτει από αλλαγές στη συμπεριφορά των καταναλωτών. Δεν χρησιμοποιείται για εξοικονόμηση που προκύπτει από την εγκατάσταση υλικών μέτρων εξοικονόμησης.

2.

Για τον υπολογισμό της εξοικονόμησης ενέργειας από μέτρο ενεργειακής απόδοσης για τους σκοπούς των άρθρων 8, 9 και 10 και του άρθρου 28 παράγραφος 11, εφαρμόζονται οι ακόλουθες αρχές:

α)

Τα κράτη μέλη αποδεικνύουν ότι το μέτρο πολιτικής έχει εφαρμοστεί με σκοπό την εκπλήρωση της υποχρέωσης εξοικονόμησης ενέργειας και την επίτευξη εξοικονόμησης ενέργειας στην τελική χρήση σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 1. Τα κράτη μέλη παρέχουν αποδεικτικά στοιχεία και τα αντίστοιχα τεκμήρια ότι η εξοικονόμηση ενέργειας προκαλείται από μέτρο πολιτικής, συμπεριλαμβανομένων εθελοντικών συμφωνιών·

β)

η εξοικονόμηση αποδεικνύεται ότι είναι συμπληρωματική εκείνης που θα είχε επιτευχθεί ούτως ή άλλως χωρίς τη δραστηριότητα των υπόχρεων, των συμμετεχόντων ή των εξουσιοδοτηθέντων μερών ή των αρμόδιων δημόσιων αρχών επιβολής. Για να υπολογίσουν την εξοικονόμηση που μπορεί να χαρακτηρισθεί ως συμπληρωματική, τα κράτη μέλη εξετάζουν το πώς θα εξελισσόταν η χρήση και η ζήτηση ενέργειας χωρίς τη λήψη του συγκεκριμένου μέτρου πολιτικής λαμβάνοντας υπόψη τουλάχιστον τους εξής παράγοντες: τάσεις κατανάλωσης ενέργειας, αλλαγές στη συμπεριφορά των καταναλωτών, τεχνολογική πρόοδο και αλλαγές που οφείλονται σε άλλα μέτρα που εφαρμόζονται σε ενωσιακό και εθνικό επίπεδο·

γ)

ως εξοικονόμηση που προκύπτει από την εφαρμογή υποχρεωτικού ενωσιακού δικαίου θεωρείται η εξοικονόμηση που θα είχε προκύψει ούτως ή άλλως και, ως εκ τούτου, δεν δηλώνεται ως εξοικονόμηση ενέργειας για τους σκοπούς του άρθρου 8 παράγραφος 1. Κατά παρέκκλιση από την εν λόγω υποχρέωση, η εξοικονόμηση που αφορά την ανακαίνιση υφιστάμενων κτιρίων μπορεί να δηλώνεται ως εξοικονόμηση ενέργειας για τους σκοπούς του άρθρου 8 παράγραφος 1, με την προϋπόθεση ότι διασφαλίζεται το κριτήριο της σημαντικότητας που αναφέρεται στο σημείο 3 στοιχείο η) του παρόντος παραρτήματος. Τα μέτρα που προωθούν βελτιώσεις ενεργειακής απόδοσης στον δημόσιο τομέα σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 6 μπορούν να είναι επιλέξιμα να ληφθούν υπόψη για την εκπλήρωση εξοικονόμησης ενέργειας που απαιτείται βάσει του άρθρου 8 παράγραφος 1, εφόσον συντελούν σε εξοικονόμηση ενέργειας στην τελική χρήση που μπορεί να επαληθευθεί και να μετρηθεί ή να εκτιμηθεί. Ο υπολογισμός της εξοικονόμησης ενέργειας είναι σύμφωνος με τις απαιτήσεις του παρόντος παραρτήματος,

δ)

μέτρα που λαμβάνονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/842 σχετικά με τις δεσμευτικές ετήσιες μειώσεις των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου μπορούν να θεωρηθούν σημαντικά, αλλά τα κράτη μέλη πρέπει να αποδείξουν ότι οδηγούν σε επαληθεύσιμη και μετρήσιμη ή εκτιμώμενη εξοικονόμηση ενέργειας στην τελική χρήση. Ο υπολογισμός της εξοικονόμησης ενέργειας είναι σύμφωνος με τις απαιτήσεις του παρόντος παραρτήματος·

ε)

Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να συνυπολογίζουν τη μειωμένη χρήση ενέργειας σε τομείς, συμπεριλαμβανομένου του τομέα των μεταφορών και των κτιρίων, η οποία θα είχε προκύψει σε κάθε περίπτωση ως αποτέλεσμα της εμπορίας εκπομπών σύμφωνα με την οδηγία για το ΣΕΔΕ της ΕΕ για την εκπλήρωση της υποχρέωσης εξοικονόμησης ενέργειας σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 1. Εάν μια οντότητα είναι υπόχρεο μέρος στο πλαίσιο εθνικού καθεστώτος επιβολής της υποχρέωσης ενεργειακής απόδοσης δυνάμει του άρθρου 9 της παρούσας οδηγίας και στο πλαίσιο του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής της ΕΕ για κτίρια και οδικές μεταφορές [COM(2021)0551, 2021/0211(COD)], το σύστημα παρακολούθησης και επαλήθευσης διασφαλίζει ότι η τιμή ανθρακούχων εκπομπών που μετακυλίεται κατά τη διάθεση καυσίμου για κατανάλωση [σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 21 του [COM(2021)0551, 2021/0211(COD)] λαμβάνεται υπόψη κατά τον υπολογισμό και την υποβολή εκθέσεων για την εξοικονόμηση ενέργειας των μέτρων εξοικονόμησης ενέργειας·

στ)

λαμβάνεται υπόψη μόνο η εξοικονόμηση που υπερβαίνει τα ακόλουθα επίπεδα:

i)

τα πρότυπα επιδόσεων της Ένωσης για τις εκπομπές από τα καινούργια επιβατικά αυτοκίνητα και τα καινούργια ελαφρά επαγγελματικά οχήματα κατ’ εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) 2019/631 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (74), Τα κράτη μέλη πρέπει να παρέχουν αποδεικτικά στοιχεία, τις παραδοχές τους και τη μεθοδολογία υπολογισμού τους για να καταδείξουν την προσθετικότητα στις απαιτήσεις της Ένωσης για τις εκπομπές CO2 από τα νέα οχήματα·

ii)

Τις απαιτήσεις της Ένωσης που αφορούν την απόσυρση από την αγορά ορισμένων συνδεόμενων με την ενέργεια προϊόντων κατ’ εφαρμογή εκτελεστικών μέτρων δυνάμει της οδηγίας 2009/125/ΕΚ· Τα κράτη μέλη παρέχουν τα στοιχεία, τις παραδοχές και τη μεθοδολογία υπολογισμού τους, για να καταδείξουν την προσθετικότητα·

ζ)

επιτρέπονται πολιτικές που αποσκοπούν στην ενθάρρυνση υψηλότερων επιπέδων ενεργειακής απόδοσης προϊόντων, εξοπλισμού, συστημάτων μεταφορών, οχημάτων και καυσίμων, κτιρίων και δομικών στοιχείων, διεργασιών ή αγορών, με εξαίρεση τα μέτρα πολιτικής που αφορούν τη χρήση τεχνολογιών άμεσης καύσης ορυκτών καυσίμων που εφαρμόζονται από την 1η Ιουλίου 2028, και εξαιρουμένων των μέτρων πολιτικής που επιδοτούν τη χρήση τεχνολογιών ορυκτών καυσίμων απευθείας καύσης σε οικιστικά κτίρια από την 1η Ιανουαρίου 2024 . Η εξοικονόμηση ενέργειας ως αποτέλεσμα μέτρων πολιτικής σχετικά με τη χρήση άμεσης καύσης ορυκτών καυσίμων μπορεί να συνυπολογίζεται στην εκπλήρωση της υποχρέωσης εξοικονόμησης ενέργειας για μέγιστη ποσότητα ισοδύναμη με το ένα τέταρτο της εξοικονόμησης ενέργειας από την 1η Ιανουαρίου 2024 έως τις 30 Ιουνίου 2028·

ζα)

μεμονωμένες δράσεις σχετικά με τη χρήση της άμεσης καύσης τεχνολογιών ορυκτών καυσίμων δεν επιτρέπονται αρχής γενομένης την 1η Ιουλίου 2028. Επιτρέπονται μεμονωμένες δράσεις που προωθούν συνδυασμούς τεχνολογιών. Στην περίπτωση μεμονωμένων δράσεων που προωθούν συνδυασμούς τεχνολογιών, το μερίδιο της εξοικονόμησης ενέργειας που σχετίζεται με τις τεχνολογίες καύσης ορυκτών καυσίμων δεν είναι επιλέξιμο για υπολογισμό αρχής γενομένης την 1η Ιουλίου 2028·

[Τροπολογία 20]

θ)

τα μέτρα που προάγουν την εγκατάσταση τεχνολογιών ανανεώσιμων πηγών ενέργειας μικρής κλίμακας επί ή εντός κτιρίων μπορούν να είναι επιλέξιμα να ληφθούν υπόψη για την εκπλήρωση εξοικονόμησης ενέργειας που απαιτείται βάσει του άρθρου 8 παράγραφος 1, εφόσον συντελούν σε εξοικονόμηση ενέργειας στην τελική χρήση που μπορεί να επαληθευθεί και να μετρηθεί ή να εκτιμηθεί. Ο υπολογισμός της εξοικονόμησης ενέργειας είναι σύμφωνος με τις απαιτήσεις του παρόντος παραρτήματος·

ι)

μέτρα που προάγουν την εγκατάσταση ηλιακών θερμικών τεχνολογιών μπορούν να είναι επιλέξιμα να ληφθούν υπόψη για την εκπλήρωση εξοικονόμησης ενέργειας που απαιτείται βάσει του άρθρου 8 παράγραφος 1, εφόσον συντελούν σε εξοικονόμηση ενέργειας στην τελική χρήση που μπορεί να επαληθευθεί και να μετρηθεί ή να εκτιμηθεί. Η θερμότητα περιβάλλοντος που δεσμεύεται με ηλιοθερμική τεχνολογία μπορεί να εξαιρείται από την κατανάλωση ενέργειας στην τελική χρήση·

ια)

όσον αφορά πολιτικές που επιταχύνουν τη χρήση πιο αποδοτικών προϊόντων και οχημάτων, εκτός από εκείνες που αφορούν τη χρήση άμεσης καύσης ορυκτών καυσίμων, η εξοικονόμηση μπορεί να λαμβάνεται πλήρως υπόψη, εφόσον αποδεικνύεται ότι η εν λόγω αντικατάσταση λαμβάνει χώρα πριν λήξει ο μέσος αναμενόμενος κύκλος ζωής των προϊόντων ή των οχημάτων ή πριν από τη συνήθη αντικατάσταση των προϊόντων ή των οχημάτων και η εξοικονόμηση δηλώνεται μόνο για την περίοδο μέχρι τη λήξη του μέσου αναμενόμενου κύκλου ζωής των προϊόντων ή των οχημάτων που πρόκειται να αντικατασταθούν·

ιβ)

όταν προωθούν τη λήψη μέτρων ενεργειακής απόδοσης, τα κράτη μέλη μεριμνούν, όπου συντρέχει περίπτωση, ώστε να διατηρηθούν ή, εφόσον δεν υφίστανται, να καθιερωθούν προδιαγραφές ποιότητας για προϊόντα, υπηρεσίες και την εγκαθίδρυση μέτρων·

ιγ)

για να συνυπολογισθούν οι κλιματικές διακυμάνσεις μεταξύ περιοχών, τα κράτη μέλη μπορούν να επιλέξουν να προσαρμόσουν την εξοικονόμηση σε μια σταθερή τιμή ή να ορίσουν διαφορετικές τιμές εξοικονόμησης ενέργειας συναρτήσει των διακυμάνσεων της θερμοκρασίας μεταξύ περιοχών·

ιδ)

κατά τον υπολογισμό της εξοικονόμησης ενέργειας λαμβάνεται υπόψη ο κύκλος ζωής των μέτρων και ο ρυθμός μείωσης της εξοικονόμησης με την πάροδο του χρόνου. Κατά τον εν λόγω υπολογισμό συνυπολογίζεται η εξοικονόμηση που επιτυγχάνεται με κάθε επιμέρους δράση κατά την περίοδο από την ημερομηνία εφαρμογής της έως τη λήξη της περιόδου επιβολής της υποχρέωσης. Εναλλακτικά, τα κράτη μέλη δύνανται να θεσπίζουν διαφορετική μέθοδο η οποία κρίνεται ότι επιτυγχάνει τουλάχιστον την ίδια συνολική εξοικονόμηση. Κατά τη χρήση άλλης μεθόδου, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η συνολική εξοικονομούμενη ενέργεια η οποία υπολογίζεται βάσει της εν λόγω μεθόδου δεν υπερβαίνει την εξοικονόμηση ενέργειας που θα προέκυπτε από τον υπολογισμό της όταν υπολογίζεται η εξοικονόμηση κάθε επιμέρους δράσης κατά την περίοδο από την ημερομηνία εφαρμογής της έως το 2030. Τα κράτη μέλη περιγράφουν λεπτομερώς στα ολοκληρωμένα εθνικά σχέδια για την ενέργεια και το κλίμα που καταρτίζουν σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1999 την άλλη μέθοδο και τις διατάξεις που εισήγαγαν για να διασφαλίσουν ότι τηρούν τη δεσμευτική υποχρέωση υπολογισμού.

3.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τηρούνται οι ακόλουθες απαιτήσεις για τα μέτρα πολιτικής που λαμβάνονται σύμφωνα με το άρθρο 10 και το άρθρο 28 παράγραφος 11:

α)

τα μέτρα πολιτικής και οι επιμέρους δράσεις έχουν ως αποτέλεσμα επαληθεύσιμη εξοικονόμηση ενέργειας κατά την τελική χρήση·

β)

καθορίζεται με σαφήνεια η ευθύνη κάθε συμμετέχοντος μέρους, εξουσιοδοτηθέντος μέρους ή δημόσιας αρχής επιβολής, ανάλογα με την περίπτωση·

γ)

προσδιορίζεται με διαφάνεια η εξοικονόμηση ενέργειας που επιτυγχάνεται ή πρόκειται να επιτευχθεί·

δ)

η ποσότητα της εξοικονόμησης ενέργειας που απαιτείται ή που πρόκειται να επιτευχθεί από το μέτρο πολιτικής εκφράζεται ως κατανάλωση είτε τελικής είτε πρωτογενούς ενέργειας, χρησιμοποιώντας τις τιμές της κατώτερης θερμογόνου δύναμης ή τους συντελεστές πρωτογενούς ενέργειας που αναφέρονται στο άρθρο 29·

ε)

υποβάλλεται και δημοσιοποιείται ετήσια έκθεση για την εξοικονόμηση ενέργειας που επέτυχαν τα εξουσιοδοτηθέντα μέρη, τα συμμετέχοντα μέρη και οι δημόσιες αρχές επιβολής, μαζί με τα στοιχεία της ετήσιας τάσης εξοικονόμησης ενέργειας, στ) παρακολούθηση των αποτελεσμάτων και λήψη κατάλληλων μέτρων, εάν η πρόοδος δεν είναι ικανοποιητική·

στ)

η εξοικονόμηση ενέργειας από επιμέρους δράση δεν δηλώνεται από περισσότερα του ενός μέρη·

ζ)

η εξοικονόμηση ενέργειας από επιμέρους δράση δεν δηλώνεται από περισσότερα του ενός μέρη·

η)

αποδεικνύεται ότι οι δραστηριότητες του συμμετέχοντος μέρους, του εξουσιοδοτηθέντος μέρους ή της δημόσιας αρχής επιβολής είχαν σημαντική συμβολή στην επίτευξη της δηλούμενης εξοικονόμησης ενέργειας·

θ)

οι δραστηριότητες του συμμετέχοντος μέρους, του εξουσιοδοτημένου μέρους ή της δημόσιας αρχής επιβολής δεν έχουν επιπτώσεις στους ευπαθείς πελάτες, στους ανθρώπους που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια και, κατά περίπτωση, στους ανθρώπους που ζουν σε κοινωνικές κατοικίες.

4.

Για τον προσδιορισμό της εξοικονόμησης ενέργειας από φορολογικά μέτρα και συναφή τέλη που λαμβάνονται δυνάμει του άρθρου 10, εφαρμόζονται οι ακόλουθες αρχές:

α)

λαμβάνεται υπόψη μόνο εξοικονόμηση ενέργειας από φορολογικά μέτρα που υπερβαίνουν τα ελάχιστα επίπεδα φορολογίας των καυσίμων, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της οδηγίας 2003/96/ΕΚ (75) ή 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου (76)·

αα)

πίστωση χορηγείται μόνο για εξοικονόμηση ενέργειας από φορολογικά μέτρα και συναφή τέλη που έχουν σχεδιαστεί με σκοπό την εξοικονόμηση ενέργειας όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 7·

β)

η ▌ελαστικότητα των τιμών για τον υπολογισμό των επιπτώσεων των (ενεργειακών) φορολογικών μέτρων είναι εξειδικευμένη ανά ομάδα τελικών χρηστών, συμπεριλαμβανομένων εισοδηματικών κατηγοριών, τύπων και μεγεθών εταιρειών, και συνεπώς αντιπροσωπεύει την ανταπόκριση της ζήτησης ενέργειας στις μεταβολές των τιμών και υπολογίζεται με βάση τις πρόσφατες και αντιπροσωπευτικές επίσημες πηγές στοιχείων που ισχύουν για το κράτος μέλος και, κατά περίπτωση, βάσει συνοδευτικών μελετών από ανεξάρτητο ινστιτούτο ▌·

γ)

η εξοικονόμηση ενέργειας από συνοδευτικά μέσα φορολογικής πολιτικής, περιλαμβανομένων των φορολογικών κινήτρων ή της πληρωμής σε ταμείο, υπολογίζεται χωριστά·

δ)

θα πρέπει να χρησιμοποιούνται εκτιμήσεις βραχυπρόθεσμης ελαστικότητας για την εκτίμηση της εξοικονόμησης ενέργειας από φορολογικά μέτρα, ώστε να αποφεύγεται η επικάλυψη με το δίκαιο της Ένωσης και άλλα μέτρα πολιτικής·

ε)

τα κράτη μέλη προσδιορίζουν τις διανεμητικές επιπτώσεις της φορολογίας και των ισοδύναμων μέτρων στους ευπαθείς πελάτες, στους ανθρώπους που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια και, κατά περίπτωση, στους ανθρώπους που ζουν σε κοινωνικές κατοικίες, και παρουσιάζουν τα αποτελέσματα των μέτρων μετριασμού που εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφοι 1 έως 3·

στ)

τα κράτη μέλη παρέχουν στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων μεθοδολογιών υπολογισμού, με βάση τα οποία, σε περίπτωση αλληλεπικάλυψης των επιπτώσεων των μέτρων φορολόγησης της ενέργειας ή των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα ή της εμπορίας εκπομπών σύμφωνα με την οδηγία για το ΣΕΔΕ της ΕΕ [COM(2021)0551, 2021/0211(COD)], δεν υπάρχει διπλή μέτρηση της εξοικονόμησης ενέργειας.

5.

Κοινοποίηση της μεθοδολογίας

Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1999, τη λεπτομερή μεθοδολογία που προτείνουν για τη λειτουργία των καθεστώτων επιβολής της υποχρέωσης ενεργειακής απόδοσης και τα εναλλακτικά μέτρα που αναφέρονται στα άρθρα 9 και 10 και στο άρθρο 28 παράγραφος 11. Με εξαίρεση την περίπτωση φορολόγησης, η εν λόγω κοινοποίηση περιλαμβάνει λεπτομερή στοιχεία σχετικά με:

α)

το επίπεδο της εξοικονόμησης ενέργειας που απαιτείται δυνάμει του άρθρου 8 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο ή την εξοικονόμηση που αναμένεται να επιτευχθεί συνολικά κατά την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2021 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2030·

β)

τον τρόπο με τον οποίο θα κυμανθεί κατά τη διάρκεια της περιόδου επιβολής της υποχρέωσης η υπολογιζόμενη ποσότητα νέας εξοικονόμησης ενέργειας που απαιτείται βάσει του άρθρου 8 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο ή εξοικονόμησης ενέργειας που αναμένεται να επιτευχθεί·

γ)

τα υπόχρεα, τα συμμετέχοντα ή τα εξουσιοδοτηθέντα μέρη ή τις δημόσιες αρχές επιβολής·

δ)

τους στοχευόμενους τομείς·

ε)

τα μέτρα πολιτικής και τις επιμέρους δράσεις, περιλαμβανομένης της αναμενόμενης συνολικής ποσότητας σωρευτικής εξοικονόμησης ενέργειας για κάθε μέτρο·

στ)

πληροφορίες σχετικά με μέτρα ή προγράμματα πολιτικής ή μέτρα που χρηματοδοτούνται από εθνικό ταμείο ενεργειακής απόδοσης και εφαρμόζονται κατά προτεραιότητα μεταξύ ανθρώπων που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια, ευπαθών πελατών και, κατά περίπτωση, ανθρώπων που ζουν σε κοινωνικές κατοικίες·

ζ)

το μερίδιο και την ποσότητα εξοικονόμησης ενέργειας που πρέπει να επιτευχθεί μεταξύ ανθρώπων που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια, ευπαθών πελατών και, κατά περίπτωση, ανθρώπων που ζουν σε κοινωνικές κατοικίες·

η)

κατά περίπτωση, πληροφορίες σχετικά με τους εφαρμοζόμενους δείκτες, τον αριθμητικό μέσο όρο του μεριδίου και το αποτέλεσμα των μέτρων πολιτικής που θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 3·

θ)

κατά περίπτωση, πληροφορίες σχετικά με τον αντίκτυπο και τις δυσμενείς επιπτώσεις των μέτρων πολιτικής που εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 3 στους ανθρώπους που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια, στους ευπαθείς πελάτες και, κατά περίπτωση, στους ανθρώπους που ζουν σε κοινωνικές κατοικίες·

ι)

τη διάρκεια της περιόδου υποχρέωσης για το καθεστώς επιβολής της υποχρέωσης ενεργειακής απόδοσης·

ια)

κατά περίπτωση, την ποσότητα των στόχων εξοικονόμησης ενέργειας ή μείωσης του κόστους που πρέπει να επιτευχθούν από τα υπόχρεα μέρη μεταξύ των ανθρώπων που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια, των ευπαθών πελατών και, κατά περίπτωση, των ανθρώπων που ζουν σε κοινωνικές κατοικίες·

ιβ)

τις δράσεις που προβλέπονται με το μέτρο πολιτικής·

ιγ)

τη μεθοδολογία υπολογισμού, καθώς και το πώς προσδιορίστηκε η προσθετικότητα και η σημαντικότητα και ποιες μεθοδολογίες και κριτήρια αναφοράς χρησιμοποιούνται για την προβλεπόμενη και κλιμακωτή εξοικονόμηση και, κατά περίπτωση, τις τιμές της κατώτερης θερμογόνου δύναμης και τους συντελεστές μετατροπής που χρησιμοποιήθηκαν·

ιδ)

τον κύκλο ζωής των μέτρων και τον τρόπο υπολογισμού τους ή σε τι βασίζονται·

ιε)

την προσέγγιση που θα χρησιμοποιηθεί για την αντιμετώπιση των κλιματικών διακυμάνσεων στο κράτος μέλος·

ιστ)

τα συστήματα παρακολούθησης και επαλήθευσης των μέτρων δυνάμει των άρθρων 9 και 10 και με ποιο τρόπο διασφαλίζεται η ανεξαρτησία τους από τα υπόχρεα, τα συμμετέχοντα ή τα εξουσιοδοτηθέντα μέρη·

ιζ)

στην περίπτωση φορολόγησης:

i)

τους στοχευόμενους τομείς και την κατηγορία φορολογουμένων·

ii)

τη δημόσια αρχή επιβολής·

iii)

την εξοικονόμηση που αναμένεται να επιτευχθεί·

iv)

τη διάρκεια ισχύος του φορολογικού μέτρου·

v)

τη μεθοδολογία υπολογισμού, περιλαμβανομένης της χρησιμοποιούμενης ελαστικότητας των τιμών και του τρόπου με τον οποίο έχει προκύψει· και

vi)

με ποιον τρόπο έχουν αποφευχθεί οι αλληλεπικαλύψεις με την εμπορία εκπομπών σύμφωνα με την οδηγία για το ΣΕΔΕ της ΕΕ [COM(2021)0551, 2021/0211(COD)] και ο κίνδυνος διπλής μέτρησης.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VΙ

ΕΛΆΧΙΣΤΑ ΚΡΙΤΉΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥς ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΟΎς ΕΛΈΓΧΟΥς ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΟΜΈΝΩΝ ΚΑΙ ΕΚΕΊΝΩΝ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΌΖΟΝΤΑΙ Ως ΜΈΡΟς ΣΥΣΤΗΜΆΤΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΉς ΔΙΑΧΕΊΡΙΣΗς

Οι ενεργειακοί έλεγχοι που αναφέρονται στο άρθρο 11 βασίζονται στα ακόλουθα κριτήρια:

α)

βασίζονται σε επικαιροποιημένα, μετρήσιμα, ανιχνεύσιμα λειτουργικά δεδομένα ως προς την κατανάλωση ενέργειας και (για την ηλεκτρική ενέργεια) σε χαρακτηριστικά φορτίου·

β)

περιλαμβάνουν λεπτομερή επισκόπηση των χαρακτηριστικών της ενεργειακής κατανάλωσης ενός κτιρίου ή μιας ομάδας κτιρίων, μιας βιομηχανικής δραστηριότητας ή εγκατάστασης, περιλαμβανομένων και των μεταφορών·

γ)

προσδιορίζουν τα μέτρα ενεργειακής απόδοσης για τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας·

δ)

προσδιορίζουν το δυναμικό οικονομικά αποδοτικής χρήσης ή παραγωγής ανανεώσιμης ενέργειας·

ε)

βασίζονται, όπου είναι δυνατόν, σε ανάλυση κόστους κύκλου ζωής (LCCA) και όχι σε απλές περιόδους επιστροφής (SPP), προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι μακροπρόθεσμες εξοικονομήσεις, οι εναπομένουσες αξίες των μακροπρόθεσμων επενδύσεων και τα ποσοστά αναπροσαρμογής·

στ)

είναι αναλογικοί και επαρκώς αντιπροσωπευτικοί ώστε να δίδουν μια αξιόπιστη εικόνα της συνολικής ενεργειακής απόδοσης και να εντοπίζουν με αξιοπιστία τις σημαντικότερες ευκαιρίες για βελτίωση.

Οι ενεργειακοί έλεγχοι επιτρέπουν λεπτομερείς και επικυρωμένους υπολογισμούς των προτεινόμενων μέτρων ώστε να παρέχονται σαφείς πληροφορίες ως προς την πιθανή εξοικονόμηση.

Τα χρησιμοποιούμενα στους ενεργειακούς ελέγχους δεδομένα αποθηκεύονται ώστε να είναι δυνατή η εκ των υστέρων ανάλυση της απόδοσης.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VIΑ

ΕΛΑΧΙΣΤΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ ΤΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΩΝ ΕΠΙΔΟΣΕΩΝ ΤΩΝ ΚΕΝΤΡΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ

Παρακολουθούνται και δημοσιεύονται οι ακόλουθες ελάχιστες πληροφορίες όσον αφορά την ενεργειακή απόδοση των κέντρων δεδομένων που αναφέρονται στο άρθρο 11α:

α)

η ονομασία του κέντρου δεδομένων, το όνομα του ιδιοκτήτη και του φορέα εκμετάλλευσης του κέντρου δεδομένων, ο δήμος στον οποίο εδρεύει το κέντρο δεδομένων, με εξαίρεση τα κέντρα δεδομένων που σχετίζονται με την εθνική ασφάλεια και άμυνα·

β)

η επιφάνεια δαπέδου του κέντρου δεδομένων· η εγκατεστημένη ισχύς· τα σημεία ρύθμισης της θερμοκρασίας· η ετήσια εισερχόμενη και εξερχόμενη κυκλοφορία δεδομένων, εφόσον είναι διαθέσιμη στον φορέα εκμετάλλευσης του κέντρου δεδομένων και λαμβανομένων υπόψη του επιχειρηματικού μοντέλου και του τύπου πελάτη· και η ποσότητα των δεδομένων που είναι αποθηκευμένα και υφίστανται επεξεργασία στο κέντρο δεδομένων, όταν αυτό επηρεάζει την κατανάλωση ενέργειας του κέντρου δεδομένων·

γ)

οι επιδόσεις, κατά τη διάρκεια του τελευταίου πλήρους ημερολογιακού έτους, του κέντρου δεδομένων σύμφωνα με τους ακόλουθους βασικούς δείκτες επιδόσεων από τη CEN/CENELEC EN 50600-4 «Τεχνολογία πληροφοριών — Εγκαταστάσεις και υποδομές κέντρων δεδομένων», λαμβανομένων δεόντως υπόψη της γεωγραφικής θέσης του κέντρου δεδομένων, της ζήτησης για επαναχρησιμοποίηση θερμότητας και των διαθέσιμων υποδομών θερμότητας, έως την έναρξη ισχύος της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης σύμφωνα με το άρθρο 31 της παρούσας οδηγίας:

i)

αποτελεσματικότητα της χρήσης ισχύος (PUE) κατά CEN/CENELEC EN 50600-4-2·

ii)

συντελεστής ανανεώσιμης ενέργειας (REF) κατά CEN/CENELEC EN 50600·

iii)

συντελεστής επαναχρησιμοποίησης ενέργειας (ERF), κατά CEN/CENELEC EN 50600-4-6·

iv)

λόγος αποτελεσματικότητας ψύξης (CER), κατά CEN/CENELEC EN 50600-4-7·

v)

αποτελεσματικότητα της χρήσης άνθρακα (CUE) κατά CEN/CENELEC EN 50600-4-8·

vi)

αποτελεσματικότητα της χρήσης νερού (WUE) κατά CEN/CENELEC EN 50600-4-9.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VΙΙ

ΕΛΑΧΙΣΤΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΤΙΜΟΛΟΓΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ ΤΙΜΟΛΟΓΗΣΗΣ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΦΥΣΙΚΟΥ ΑΕΡΙΟΥ

1.   Ελάχιστες απαιτήσεις τιμολόγησης

1.1.   Τιμολόγηση με βάση την πραγματική κατανάλωση

Προκειμένου οι τελικοί καταναλωτές να μπορούν να ρυθμίζουν την ενεργειακή τους κατανάλωση, η τιμολόγηση θα πρέπει να γίνεται με βάση την πραγματική κατανάλωση τουλάχιστον άπαξ ετησίως, οι δε πληροφορίες για την τιμολόγηση θα πρέπει να διατίθενται τουλάχιστον ανά τρίμηνο εφόσον έχουν ζητηθεί ή οι καταναλωτές έχουν επιλέξει να λαμβάνουν ηλεκτρονική τιμολόγηση, διαφορετικά δύο φορές ανά έτος. Το φυσικό αέριο που χρησιμοποιείται μόνο για μαγειρική δύναται να εξαιρείται από την απαίτηση αυτή.

1.2.   Ελάχιστες πληροφορίες που περιλαμβάνονται στον λογαριασμό

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν είναι σκόπιμο, οι ακόλουθες πληροφορίες διατίθενται στους τελικούς καταναλωτές με σαφή και κατανοητό τρόπο στους λογαριασμούς, συμβάσεις, συναλλαγές και αποδείξεις τους ή συνοδεύουν τα προαναφερθέντα στους σταθμούς διανομής:

α)

οι τρέχουσες πραγματικές τιμές και η πραγματική κατανάλωση ενέργειας·

β)

συγκρίσεις της τρέχουσας κατανάλωσης του τελικού καταναλωτή προς την κατανάλωσή του κατά την ίδια περίοδο του προηγούμενου έτους, κατά προτίμηση υπό μορφή διαγράμματος·

γ)

τα στοιχεία επικοινωνίας των οργανώσεων των τελικών καταναλωτών, των οργανισμών ενέργειας ή συναφών οργανισμών, μαζί με διευθύνσεις ιστότοπων, από τους οποίους μπορούν να αντλούνται πληροφορίες για τα διαθέσιμα μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης, συγκρίσεις των χαρακτηριστικών των τελικών χρηστών και αντικειμενικές τεχνικές προδιαγραφές για τον εξοπλισμό χρήσης ενέργειας.

Επιπλέον, όταν είναι δυνατό και σκόπιμο, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι συγκρίσεις με τον μέσο κανονικό ή υποδειγματικό τελικό καταναλωτή της ίδιας κατηγορίας χρήστη διατίθενται στους τελικούς καταναλωτές με σαφή και κατανοητό τρόπο στους λογαριασμούς, συμβάσεις, συναλλαγές και αποδείξεις τους ή συνοδεύουν τα προαναφερθέντα ή σηματοδοτούνται στους σταθμούς διανομής.

1.3.   Συμβουλές ενεργειακής απόδοσης που επισυνάπτονται στους λογαριασμούς και άλλες μορφές ενημέρωσης των τελικών καταναλωτών

Κατά την αποστολή των συμβάσεων και των τροποποιήσεών τους, καθώς και στους λογαριασμούς που λαμβάνουν οι καταναλωτές ή σε ιστότοπους που απευθύνονται σε μεμονωμένους καταναλωτές, οι διανομείς ενέργειας, οι διαχειριστές συστημάτων διανομής και οι εταιρείες λιανικής πώλησης ενέργειας οφείλουν να ενημερώνουν τους πελάτες τους με σαφή και κατανοητό τρόπο, παρέχοντας τα στοιχεία επικοινωνίας των ανεξάρτητων κέντρων παροχής συμβουλών στους καταναλωτές, οργανισμών ενέργειας ή συναφών οργανισμών, καθώς και τις διευθύνσεις τους στο Διαδίκτυο, όπου μπορούν να λαμβάνουν συμβουλές για τα διαθέσιμα μέτρα ενεργειακής απόδοσης, τα μέτρα σύγκρισης για την ενεργειακή τους κατανάλωση και τις τεχνικές προδιαγραφές των συσκευών κατανάλωσης ενέργειας που μπορούν να χρησιμεύσουν για τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας των εν λόγω συσκευών.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VIII

ΕΛΆΧΙΣΤΕς ΑΠΑΙΤΉΣΕΙς ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΛΗΡΟΦΌΡΗΣΗ ΤΙΜΟΛΌΓΗΣΗς ΚΑΙ ΚΑΤΑΝΆΛΩΣΗς ΓΙΑ ΘΈΡΜΑΝΣΗ, ΨΎΞΗ ΚΑΙ ΖΕΣΤΌ ΝΕΡΌ ΟΙΚΙΑΚΉς ΧΡΉΣΗς

1.   Τιμολόγηση με βάση την πραγματική κατανάλωση ή τις ενδείξεις του κατανεμητή κόστους θέρμανσης

Προκειμένου να είναι σε θέση οι τελικοί καταναλωτές να ρυθμίζουν οι ίδιοι την ενεργειακή τους κατανάλωση, η τιμολόγηση πραγματοποιείται με βάση την πραγματική κατανάλωση ή τις ενδείξεις του κατανεμητή κόστους θέρμανσης τουλάχιστον μία φορά ετησίως.

2.   Ελάχιστη συχνότητα τιμολόγησης ή πληροφόρηση κατανάλωσης

Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2021, εφόσον έχουν εγκατασταθεί εξ αποστάσεως αναγνώσιμοι μετρητές ή κατανεμητές κόστους θέρμανσης, οι πληροφορίες τιμολόγησης ή κατανάλωσης οι οποίες βασίζονται στην πραγματική κατανάλωση ή τις ενδείξεις των κατανεμητών κόστους θέρμανσης παρέχονται στους τελικούς χρήστες τουλάχιστον ανά τρίμηνο κατόπιν αίτησης ή όταν οι τελικοί καταναλωτές έχουν επιλέξει να λαμβάνουν ηλεκτρονική τιμολόγηση, ειδάλλως δύο φορές ετησίως.

Από την 1η Ιανουαρίου 2022, εφόσον έχουν εγκατασταθεί εξ αποστάσεως αναγνώσιμοι μετρητές ή κατανεμητές κόστους θέρμανσης, η πληροφόρηση τιμολόγησης ή κατανάλωσης με βάση την πραγματική κατανάλωση ή τις ενδείξεις κατανεμητή κόστους θέρμανσης παρέχεται στους τελικούς χρήστες τουλάχιστον μηνιαίως. Μπορεί επίσης να διατίθεται μέσω του διαδικτύου και να επικαιροποιείται όσο συχνά επιτρέπεται από τις συσκευές και τα συστήματα μέτρησης που χρησιμοποιούνται. Η θέρμανση και η ψύξη επιτρέπεται να εξαιρούνται από την εν λόγω απαίτηση εκτός των εποχών θέρμανσης/ψύξης.

3.   Ελάχιστες πληροφορίες που περιλαμβάνονται στον λογαριασμό

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι ακόλουθες πληροφορίες διατίθενται στους τελικούς χρήστες με σαφείς και κατανοητούς όρους στους λογαριασμούς ή μαζί με αυτούς στις περιπτώσεις που βασίζονται στην πραγματική κατανάλωση ή τις ενδείξεις του κατανεμητή κόστους θέρμανσης:

α)

οι τρέχουσες πραγματικές τιμές και η πραγματική κατανάλωση ενέργειας ή το συνολικό κόστος θέρμανσης και οι ενδείξεις του κατανεμητή κόστους θέρμανσης·

β)

πληροφορίες για το μείγμα καυσίμων που χρησιμοποιείται και τις αντίστοιχες ετήσιες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου, μεταξύ άλλων και για τους τελικούς χρήστες τηλεθέρμανσης ή τηλεψύξης, καθώς και περιγραφή των διαφορετικών φόρων, εισφορών και τιμολογίων. Τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίζουν το πεδίο της υποχρέωσης παροχής πληροφόρησης για τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, ούτως ώστε να περιλαμβάνονται μόνο παροχές από τα συστήματα τηλεθέρμανσης με συνολική ονομαστική θερμική ισχύ άνω των 20 MW·

γ)

συγκρίσεις της τρέχουσας κατανάλωσης των τελικών χρηστών με την κατανάλωση κατά την ίδια περίοδο του προηγούμενου έτους, υπό μορφή διαγράμματος, με διορθωμένα τα στοιχεία των κλιματικών διακυμάνσεων για τη θέρμανση και την ψύξη·

δ)

τα στοιχεία επικοινωνίας των οργανώσεων των τελικών καταναλωτών, των οργανισμών ενέργειας ή συναφών οργανισμών, μαζί με διευθύνσεις ιστοτόπων, από τους οποίους μπορούν να αντλούνται πληροφορίες για τα διαθέσιμα μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης, συγκρίσεις των χαρακτηριστικών των τελικών χρηστών και αντικειμενικές τεχνικές προδιαγραφές για τον εξοπλισμό χρήσης ενέργειας·

ε)

πληροφορίες για τις σχετικές διαδικασίες υποβολής καταγγελιών, τις υπηρεσίες διαμεσολάβησης ή εναλλακτικούς μηχανισμούς επίλυσης διαφορών, όπως ισχύουν στα κράτη μέλη·

στ)

συγκρίσεις με τον μέσο κανονικό ή υποδειγματικό τελικό καταναλωτή της ίδιας κατηγορίας χρήστη. Στην περίπτωση των ηλεκτρονικών τιμολογίων, οι συγκρίσεις αυτές μπορούν αντ’ αυτού να διατίθεται στο διαδίκτυο και να επισημαίνεται στους λογαριασμούς.

Οι λογαριασμοί που δεν βασίζονται στην πραγματική κατανάλωση ή τις ενδείξεις του κατανεμητή κόστους θέρμανσης περιλαμβάνουν σαφή και κατανοητή εξήγηση του τρόπου με τον οποίο υπολογίστηκε το ποσό που αναφέρεται στον λογαριασμό και τουλάχιστον τις πληροφορίες που αναφέρονται στα στοιχεία δ) και ε).

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IX

ΔΥΝΑΜΙΚΟ ΑΠΟΔΟΣΗΣ ΣΤΗ ΘΕΡΜΑΝΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΨΥΞΗ

Η περιεκτική αξιολόγηση του εθνικού δυναμικού θέρμανσης και ψύξης που αναφέρεται στο άρθρο 23 παράγραφος 1 περιλαμβάνει και βασίζεται στα ακόλουθα:

Μέρος I

ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΡΜΑΝΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΨΎΞΗΣ

1.

Ζήτηση θέρμανσης και ψύξης εκπεφρασμένη ως εκτιμώμενη ωφέλιμη ενέργεια (77) και ποσοτικοποιημένη κατανάλωση τελικής ενέργειας σε GWh ανά έτος (78), ανά τομέα:

α)

οικιστικός·

β)

υπηρεσιών·

γ)

βιομηχανικός·

δ)

κάθε άλλος τομέας που καταναλώνει μεμονωμένα πάνω από το 5 % της συνολικής εθνικής ζήτησης για ωφέλιμη θέρμανση και ψύξη.

2.

Προσδιορισμός ή, στην περίπτωση του σημείου 2 στοιχείο α) σημείο i), προσδιορισμός ή εκτίμηση, της υφιστάμενης παροχής θέρμανσης και ψύξης:

α)

ανά τεχνολογία, σε GWh ανά έτος (79), εντός των τομέων που αναφέρονται στο σημείο 1, όπου είναι δυνατόν, κάνοντας διάκριση μεταξύ της ενέργειας από ορυκτές και της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές:

i)

που παρέχεται επιτόπου στις εγκαταστάσεις, σε οικιστικές ζώνες και τόπους παροχής υπηρεσιών με τους εξής τρόπους:

λέβητες παραγωγής μόνον θερμότητας,

υψηλής απόδοσης συμπαραγωγή θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας,

αντλίες θερμότητας,

άλλες επιτόπιες τεχνολογίες και πηγές·

ii)

που παρέχεται επιτόπου στις εγκαταστάσεις, εκτός τόπων παροχής υπηρεσιών και οικιστικών ζωνών, με τους εξής τρόπους:

λέβητες παραγωγής μόνον θερμότητας,

υψηλής απόδοσης συμπαραγωγή θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας,

αντλίες θερμότητας,

άλλες επιτόπιες τεχνολογίες και πηγές·

iii)

που παρέχεται εκτός εγκαταστάσεων με τους εξής τρόπους:

υψηλής απόδοσης συμπαραγωγή θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας,

απορριπτόμενη θερμότητα,

άλλες επιτόπιες τεχνολογίες και πηγές·

β)

προσδιορισμός των εγκαταστάσεων που παράγουν απορριπτόμενη θερμότητα ή απορριπτόμενο ψύχος και της δυνητικής παροχής θέρμανσης ή ψύξης από τις εγκαταστάσεις αυτές, σε GWh ανά έτος:

i)

εγκαταστάσεις θερμικής ηλεκτροπαραγωγής που μπορούν να παρέχουν ή μπορούν να μετεξοπλιστούν ώστε να παρέχουν απορριπτόμενη θερμότητα συνολικής ονομαστικής θερμικής ισχύος άνω των 50 MW·

ii)

εγκαταστάσεις συμπαραγωγής θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας που χρησιμοποιούν τεχνολογίες οι οποίες αναφέρονται στο παράρτημα II μέρος II, συνολικής ονομαστικής θερμικής ισχύος άνω των 20 MW·

iii)

μονάδες καύσης αποβλήτων·

iv)

εγκαταστάσεις ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές συνολικής ονομαστικής θερμικής ισχύος άνω των 20 MW εκτός των εγκαταστάσεων παραγωγής θερμότητας ή ψύξης με χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που αναφέρονται στο σημείο 2 στοιχεία β) i) και β) ii)·

v)

βιομηχανικές εγκαταστάσεις συνολικής ονομαστικής θερμικής ισχύος άνω των 20 MW που μπορούν να παρέχουν απορριπτόμενη θερμότητα·

γ)

αναφερόμενο μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και από απορριπτόμενη θερμότητα ή απορριπτόμενο ψύχος στην κατανάλωση τελικής ενέργειας του τομέα τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης (80) κατά τα τελευταία 5 έτη, σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2018/2001.

3.

Χάρτης του συνόλου της εθνικής επικράτειας στον οποίο προσδιορίζονται (ενώ παράλληλα προστατεύονται ευαίσθητες εμπορικές πληροφορίες) τα εξής:

α)

οι περιοχές ζήτησης θέρμανσης και ψύξης που προκύπτουν από την ανάλυση του σημείου 1, βάσει συνεπών κριτηρίων για την εστίαση σε περιοχές υψηλής ενεργειακής πυκνότητας εντός δήμων ή αστικών κέντρων·

β)

τα υφιστάμενα σημεία παροχής θέρμανσης και ψύξης που αναφέρονται στο σημείο 2 στοιχείο β) και οι υφιστάμενες εγκαταστάσεις μεταφοράς τηλεθέρμανσης·

γ)

τα σχεδιαζόμενα σημεία παροχής θέρμανσης και ψύξης που αναφέρονται στο σημείο 2 στοιχείο β) και οι σχεδιαζόμενες εγκαταστάσεις μεταφοράς τηλεθέρμανσης.

4.

Πρόβλεψη των τάσεων της ζήτησης για θέρμανση και ψύξη, σε GWh, ώστε να διατηρηθεί μια προοπτική για τα επόμενα 30 έτη, λαμβάνοντας υπόψη ιδίως τις προβολές για τα επόμενα 10 έτη, τη μεταβολή της ζήτησης στα κτίρια και σε διάφορους τομείς της βιομηχανίας, και τις επιπτώσεις των πολιτικών και των στρατηγικών που σχετίζονται με τη διαχείριση της ζήτησης, όπως οι μακροπρόθεσμες στρατηγικές ανακαίνισης κτιρίων σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2018/844.

Μέρος II

ΣΤΟΧΟΙ, ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΡΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

5.

Προγραμματισμένη συνεισφορά του κράτους μέλους στους εθνικούς στόχους, επιδιώξεις και συνεισφορές που αφορούν τις πέντε διαστάσεις της Ενεργειακής Ένωσης, όπως ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999, που υλοποιούνται μέσω της απόδοσης στη θέρμανση και την ψύξη, ιδίως σε σχέση με το άρθρο 4 στοιχείο β) σημεία 1 έως 4 και με το άρθρο 15 παράγραφος 4 στοιχείο β), προσδιορίζοντας ποιο από τα εν λόγω στοιχεία είναι επιπρόσθετο σε σύγκριση με τα ενοποιημένα εθνικά σχέδια των κρατών μελών για την ενέργεια και το κλίμα.

6.

Γενική επισκόπηση των υφιστάμενων πολιτικών και μέτρων, όπως περιγράφονται στην πλέον πρόσφατη έκθεση που υποβλήθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 3, 20, 21 και 27 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999.

Μέρος III

ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ ΑΠΟΔΟΣΗΣ ΣΤΗ ΘΕΡΜΑΝΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΨΥΞΗ

7.

Η ανάλυση του οικονομικού δυναμικού (81) των διαφόρων τεχνολογιών θέρμανσης και ψύξης πραγματοποιείται για το σύνολο της εθνικής επικράτειας χρησιμοποιώντας την ανάλυση κόστους-οφέλους που αναφέρεται στο άρθρο 23 παράγραφος 3, και προσδιορίζει εναλλακτικά σενάρια για πιο αποδοτικές τεχνολογίες θέρμανσης και ψύξης από ανανεώσιμες πηγές, κάνοντας διάκριση μεταξύ ενέργειας από ορυκτές και ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, κατά περίπτωση.

Πρέπει να εξετάζονται οι ακόλουθες τεχνολογίες:

α)

βιομηχανική απορριπτόμενη θερμότητα και βιομηχανικό απορριπτόμενο ψύχος·

β)

καύση αποβλήτων·

γ)

συμπαραγωγή υψηλής απόδοσης·

δ)

ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (όπως η γεωθερμική, η ηλιακή θερμική ενέργεια και η βιομάζα), εκτός από εκείνες που χρησιμοποιούνται για τη συμπαραγωγή υψηλής απόδοσης·

ε)

αντλίες θερμότητας·

στ)

μείωση των απωλειών θερμότητας και ψύχους των υφιστάμενων αστικών δικτύων.

8.

Η εν λόγω ανάλυση του οικονομικού δυναμικού περιλαμβάνει τις ακόλουθες ενέργειες και εκτιμήσεις:

α)

εκτιμήσεις:

i)

η ανάλυση κόστους-οφέλους για τους σκοπούς του άρθρου 23 παράγραφος 3 περιλαμβάνει οικονομική ανάλυση που λαμβάνει υπόψη κοινωνικοοικονομικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες (82), καθώς και χρηματοοικονομική ανάλυση που πραγματοποιείται για την αξιολόγηση των έργων από την πλευρά των επενδυτών. Τόσο οι οικονομικές όσο και οι χρηματοοικονομικές αναλύσεις βασίζονται στην καθαρή παρούσα αξία ως κριτήριο για την αξιολόγηση·

ii)

το βασικό σενάριο θα πρέπει να χρησιμεύει ως σημείο αναφοράς, να λαμβάνει υπόψη τις ισχύουσες πολιτικές κατά τη στιγμή της κατάρτισης της εν λόγω περιεκτικής αξιολόγησης (83) και να συνδέεται με δεδομένα που συλλέγονται σύμφωνα με το μέρος I και το μέρος II σημείο 6 του παρόντος παραρτήματος·

iii)

σενάρια εναλλακτικά του βασικού σεναρίου λαμβάνουν υπόψη τους στόχους για την ενεργειακή απόδοση και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999. Κάθε σενάριο παρουσιάζει τα ακόλουθα στοιχεία σε σύγκριση με το βασικό σενάριο:

το οικονομικό δυναμικό των τεχνολογιών που εξετάζονται με τη χρήση της καθαρής παρούσας αξίας ως κριτηρίου,

τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου,

την εξοικονόμηση πρωτογενούς ενέργειας σε GWh ανά έτος,

τις επιπτώσεις στο μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο εθνικό ενεργειακό μείγμα.

Σενάρια που δεν είναι εφικτά για τεχνικούς ή οικονομικούς λόγους ή για λόγους εθνικής νομοθεσίας μπορούν να αποκλείονται στα πρώτα στάδια της ανάλυσης κόστους-οφέλους, εφόσον αυτό αιτιολογείται βάσει προσεκτικών, σαφών και τεκμηριωμένων εκτιμήσεων.

Η αξιολόγηση και η λήψη αποφάσεων θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το κόστος και την εξοικονόμηση ενέργειας, σε κάθε αναλυθέν σενάριο, από την αυξημένη ευελιξία στον ενεργειακό εφοδιασμό και από τη βελτιστοποίηση της λειτουργίας των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας, συμπεριλαμβανομένου του αποφευχθέντος κόστους και της εξοικονόμησης από τη μείωση των επενδύσεων σε υποδομές·

β)

κόστος και οφέλη

Το κόστος και τα οφέλη που αναφέρονται στο σημείο 8 στοιχείο α) περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα ακόλουθα:

i)

οφέλη:

αξία της παραγωγής προς τον καταναλωτή (θερμότητα, ψύξη και ηλεκτρική ενέργεια),

εξωτερικά οφέλη, όπως περιβαλλοντικά οφέλη, οφέλη σε σχέση με τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, καθώς και οφέλη υγείας και ασφάλειας, κατά το δυνατόν,

επίδραση στην αγορά εργασίας, την ενεργειακή ασφάλεια και την ανταγωνιστικότητα, κατά το δυνατόν·

ii)

κόστος:

κόστος κεφαλαίου εγκαταστάσεων και εξοπλισμού,

κόστος κεφαλαίου των συνδεδεμένων ενεργειακών δικτύων,

μεταβλητό και πάγιο λειτουργικό κόστος,

κόστος ενέργειας,

κόστος για το περιβάλλον, την υγεία και την ασφάλεια, κατά το δυνατόν,

κόστος για την αγορά εργασίας, την ενεργειακή ασφάλεια και την ανταγωνιστικότητα, κατά το δυνατόν·

γ)

σενάρια σχετικά με το βασικό σενάριο:

Εξετάζονται όλα τα εναλλακτικά σενάρια που είναι σχετικά με το βασικό σενάριο, συμπεριλαμβανομένου του ρόλου της αποδοτικής ατομικής θέρμανσης και ψύξης.

i)

η ανάλυση κόστους-οφέλους μπορεί να καλύπτει αξιολόγηση είτε έργου είτε δέσμης έργων για ευρύτερη τοπική, περιφερειακή ή εθνική αξιολόγηση, ώστε, για λόγους προγραμματισμού, να προσδιοριστεί η οικονομικώς αποδοτικότερη και επωφελέστερη επιλογή θέρμανσης ή ψύξης για μια δεδομένη γεωγραφική περιοχή, σε σύγκριση με το βασικό σενάριο·

δ)

όρια και ολοκληρωμένη προσέγγιση:

i)

το γεωγραφικό όριο καλύπτει μια κατάλληλη σαφώς καθορισμένη γεωγραφική περιοχή·

ii)

στις αναλύσεις κόστους-οφέλους λαμβάνονται υπόψη όλοι οι σχετικοί κεντρικοί ή αποκεντρωμένοι πόροι εφοδιασμού που είναι διαθέσιμοι εντός του συστήματος και του γεωγραφικού ορίου, συμπεριλαμβανομένων των τεχνολογιών που εξετάζονται σύμφωνα με το μέρος III σημείο 7 του παρόντος παραρτήματος, καθώς και τις τάσεις και τα χαρακτηριστικά της ζήτησης για θέρμανση και ψύξη·

ε)

παραδοχές:

i)

τα κράτη μέλη παρέχουν παραδοχές, για τον σκοπό των αναλύσεων κόστους-οφέλους, σχετικά με τις τιμές των μειζόνων συντελεστών εισροών και εκροών και το προεξοφλητικό επιτόκιο·

ii)

το προεξοφλητικό επιτόκιο που χρησιμοποιείται στην οικονομική ανάλυση για τον υπολογισμό της καθαρής παρούσας αξίας επιλέγεται σύμφωνα με ευρωπαϊκές ή εθνικές κατευθυντήριες γραμμές·

iii)

τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν εθνικές, ευρωπαϊκές ή διεθνείς προβλέψεις εξέλιξης των τιμών της ενέργειας, εφόσον αυτό είναι εφικτό στο εθνικό ή/και περιφερειακό/τοπικό πλαίσιο·

iv)

οι τιμές που χρησιμοποιούνται για την οικονομική ανάλυση πρέπει να αντικατοπτρίζουν το κοινωνικοοικονομικό κόστος και τα οφέλη. Το εξωτερικό κόστος, όπως οι επιπτώσεις στο περιβάλλον και την υγεία, θα πρέπει να περιλαμβάνεται στο μέτρο του δυνατού, δηλαδή όταν υπάρχει τιμή αγοράς ή όταν ήδη περιλαμβάνεται στην ευρωπαϊκή ή την εθνική νομοθεσία·

στ)

ανάλυση ευαισθησίας:

i)

η ανάλυση ευαισθησίας περιλαμβάνεται για την εκτίμηση του κόστους και του οφέλους ενός έργου ή μιας ομάδας έργων και βασίζεται σε μεταβλητούς παράγοντες που έχουν σημαντική επίπτωση στα αποτελέσματα των υπολογισμών, όπως διαφορετικές τιμές ενέργειας, επίπεδα ζήτησης, προεξοφλητικά επιτόκια και άλλα.

Μέρος IV

ΔΥΝΗΤΙΚΕΣ ΝΕΕΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΡΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

9.

Επισκόπηση νέων νομοθετικών και μη νομοθετικών μέτρων πολιτικής (84) για την υλοποίηση του οικονομικού δυναμικού που προσδιορίζεται σύμφωνα με τα σημεία 7 και 8, καθώς και τις προβλέψεις τους ως προς:

α)

τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου·

β)

την εξοικονόμηση πρωτογενούς ενέργειας σε GWh ανά έτος·

γ)

τις επιπτώσεις στο μερίδιο της συμπαραγωγής υψηλής απόδοσης·

δ)

τις επιπτώσεις στο μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο εθνικό ενεργειακό μείγμα και στον τομέα της θέρμανσης και της ψύξης·

ε)

τη σύνδεση με τον εθνικό οικονομικό προγραμματισμό και την εξοικονόμηση κόστους για τον δημόσιο προϋπολογισμό και τους συμμετέχοντες στην αγορά·

στ)

εκτιμώμενα μέτρα δημόσιας στήριξης, εάν υπάρχουν, με τον ετήσιο προϋπολογισμό τους και προσδιορισμό του δυνητικού στοιχείου ενίσχυσης.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ X

ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΟΣΤΟΥς-ΟΦΕΛΟΥς

Αρχές για τον σκοπό του άρθρου 24 παράγραφοι 4 και 6

Οι αναλύσεις κόστους-οφέλους παρέχουν πληροφορίες για τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 24, παράγραφοι 4 και 6:

Όταν σχεδιάζεται εγκατάσταση αποκλειστικής παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας ή εγκατάσταση χωρίς ανάκτηση θερμότητας, αντιπαραβάλλονται οι σχεδιαζόμενες εγκαταστάσεις ή η σχεδιαζόμενη ανακαίνιση με ισοδύναμη εγκατάσταση η οποία παράγει την ίδια ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας ή βιομηχανικής θερμότητας, αλλά ανακτά την απορριπτόμενη θερμότητα και παρέχει θερμότητα μέσω δικτύων συμπαραγωγής υψηλής απόδοσης ή/και αποδοτικής τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης.

Εντός συγκεκριμένων γεωγραφικών ορίων κατά την αξιολόγηση λαμβάνεται υπόψη η σχεδιαζόμενη εγκατάσταση και τα τυχόν υφιστάμενα ή πιθανά σημεία ζήτησης θέρμανσης ή ψύξης τα οποία θα μπορούσαν να εφοδιάζονται από αυτήν, λαμβάνοντας υπόψη τις ορθολογικές δυνατότητες (π.χ. τεχνική εφικτότητα και απόσταση).

Τα όρια του συστήματος ορίζονται ώστε να περιλαμβάνουν τη σχεδιαζόμενη εγκατάσταση και τα θερμικά και ψυκτικά φορτία, όπως το/α κτήριο/α και τις βιομηχανικές διαδικασίες. Εντός των εν λόγω ορίων του συστήματος, το συνολικό κόστος παροχής θέρμανσης και ηλεκτρικής ενέργειας καθορίζεται και για τις δύο περιπτώσεις και αντιπαραβάλλεται.

Στα θερμικά ή ψυκτικά φορτία περιλαμβάνονται τα υφιστάμενα θερμικά ή ψυκτικά φορτία, όπως οι βιομηχανικές εγκαταστάσεις ή τα υφιστάμενα συστήματα τηλεθέρμανσης ή τηλεψύξης, και επιπλέον, σε αστικές περιοχές, τα θερμικά ή ψυκτικά φορτία και το κόστος που θα υφίσταντο εάν ένα σύνολο κτηρίων ή τμήμα της πόλης διέθεταν τα ανωτέρω ή/και συνδέονταν σε ένα νέο δίκτυο τηλεθέρμανσης ή τηλεψύξης.

Η ανάλυση κόστους-οφέλους βασίζεται σε περιγραφή της σχεδιαζόμενης εγκατάστασης και των εγκαταστάσεων που πρόκειται να αντιπαραβληθούν με αυτήν, η οποία καλύπτει την ηλεκτρική και θερμική ικανότητα, κατά περίπτωση, τον τύπο καυσίμου, τη σχεδιαζόμενη χρήση και το σχεδιαζόμενο αριθμό των ωρών λειτουργίας ετησίως, την τοποθεσία και τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας και θερμότητας.

Η αξιολόγηση της χρήσης απορριπτόμενης θερμότητας λαμβάνει υπόψη τις τρέχουσες τεχνολογίες. Η αξιολόγηση λαμβάνει υπόψη την άμεση χρήση απορριπτόμενης θερμότητας ή την αναβάθμισή της σε υψηλότερα επίπεδα θερμοκρασίας, ή και τα δύο. Σε περίπτωση ανάκτησης απορριπτόμενης θερμότητας εντός των εγκαταστάσεων, αξιολογείται τουλάχιστον η χρήση εναλλακτών θερμότητας, αντλιών θερμότητας και τεχνολογιών ηλεκτροπαραγωγής από θερμότητα. Σε περίπτωση ανάκτησης απορριπτόμενης θερμότητας εκτός των εγκαταστάσεων, ως δυνητικά σημεία ζήτησης αξιολογούνται τουλάχιστον οι βιομηχανικές εγκαταστάσεις, οι γεωργικές εγκαταστάσεις και τα δίκτυα τηλεθέρμανσης.

Για τους σκοπούς της αντιπαραβολής, λαμβάνονται υπόψη η ζήτηση θερμικής ενέργειας και οι τύποι θέρμανσης ή ψύξης που χρησιμοποιούνται από τα κοντινά σημεία ζήτησης θερμότητας. Η αντιπαραβολή καλύπτει το κόστος που αφορά την υποδομή της σχεδιαζόμενης εγκατάστασης και των εγκαταστάσεων που πρόκειται να αντιπαραβληθούν.

Οι αναλύσεις κόστους-οφέλους για τους σκοπούς του άρθρου 24 παράγραφος 4 περιλαμβάνουν οικονομική ανάλυση που καλύπτει ανάλυση ισολογισμού που αντανακλά τις τρέχουσες συναλλαγές ταμειακών ροών από την επένδυση σε μεμονωμένες εγκαταστάσεις και από τη λειτουργία τους.

Σχέδια με θετικό πρόσημο κόστους προς όφελος είναι εκείνα των οποίων το άθροισμα των προεξοφλούμενων οφελών στην οικονομική ανάλυση είναι μεγαλύτερο από το άθροισμα του προεξοφλούμενου κόστους (ωφέλεια στη σχέση κόστους-αποτελέσματος).

Τα κράτη μέλη θεσπίζουν κατευθυντήριες αρχές για την μέθοδο, τις υποθέσεις και τον χρονικό ορίζοντα της οικονομικής ανάλυσης.

Τα κράτη μέλη ενδέχεται να απαιτούν από τις εταιρείες που είναι υπεύθυνες για τη λειτουργία των εγκαταστάσεων παραγωγής θερμοηλεκτρικής ενέργειας, τις βιομηχανικές εταιρείες, τα δίκτυα τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης, ή άλλα μέρη που επηρεάζονται από τα καθορισμένα όρια συστήματος και γεωγραφικά όρια, να παρέχουν δεδομένα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην αξιολόγηση του κόστους και των οφελών μεμονωμένης εγκατάστασης.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ XI

ΕΓΓΥΗΣΗ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗΣ ΤΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΠΟΥ ΠΑΡΑΓΕΤΑΙ ΑΠΟ ΣΥΜΠΑΡΑΓΩΓΗ ΥΨΗΛΗΣ ΑΠΟΔΟΣΗΣ

α)

Τα κράτη μέλη λαμβάνουν μέτρα ώστε να διασφαλίσουν ότι:

i)

η εγγύηση προέλευσης της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από συμπαραγωγή υψηλής απόδοσης:

επιτρέπει στους παραγωγούς να αποδείξουν ότι η ηλεκτρική ενέργεια που πωλούν προέρχεται από συμπαραγωγή υψηλής απόδοσης και εκδίδεται για τον σκοπό αυτό ως ανταπόκριση σε αίτημα του παραγωγού,

είναι ακριβής, αξιόπιστη και δεν επιδέχεται παραποίησης,

εκδίδεται, μεταφέρεται και ακυρώνεται ηλεκτρονικά·

ii)

η ίδια ποσότητα ενέργειας από συμπαραγωγή υψηλής απόδοσης λαμβάνεται υπόψη μία μόνο φορά.

β)

Η εγγύηση προέλευσης που αναφέρεται στο άρθρο 24 παράγραφος 10 περιέχει τουλάχιστον τα εξής πληροφοριακά στοιχεία:

i)

την ταυτότητα, την τοποθεσία, το είδος και την ισχύ (θερμική και ηλεκτρική) της εγκατάστασης στην οποία παράγεται η ενέργεια·

ii)

τις ημερομηνίες και τους τόπους παραγωγής·

iii)

τη χαμηλότερη θερμογόνο δύναμη της καύσιμης ύλης από την οποία παράγεται η ηλεκτρική ενέργεια·

iv)

την ποσότητα και τη χρήση της θερμότητας που παράγεται μαζί με την ηλεκτρική ενέργεια·

v)

την ποσότητα της ηλεκτρικής ενέργειας από συμπαραγωγή υψηλής απόδοσης σύμφωνα με το παράρτημα III την οποία εκφράζει η εγγύηση·

vi)

την εξοικονόμηση πρωτογενούς ενέργειας που υπολογίζεται σύμφωνα με το παράρτημα III με βάση τις εναρμονισμένες τιμές απόδοσης αναφοράς που αναφέρονται στο παράρτημα III στοιχείο στ)·

vii)

την ονομαστική ηλεκτρική και θερμική απόδοση της μονάδας·

viii)

εάν και σε ποιο βαθμό η εγκατάσταση έχει επωφεληθεί από στήριξη επενδύσεων·

ix)

εάν και σε ποιο βαθμό η μονάδα ενέργειας έχει επωφεληθεί με άλλο τρόπο από εθνικό καθεστώς στήριξης, και το είδος του καθεστώτος στήριξης·

x)

την ημερομηνία κατά την οποία η εγκατάσταση άρχισε να λειτουργεί· και

xi)

την ημερομηνία και τη χώρα έκδοσης και τον ενιαίο αριθμό αναγνώρισης.

Η εγγύηση προέλευσης είναι τυποποιημένου μεγέθους 1 MWh. Αναφέρει την καθαρή παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας η οποία μετράται στα όρια του σταθμού και εξάγεται στο δίκτυο.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ XII

ΚΡΙΤΉΡΙΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΉς ΑΠΌΔΟΣΗς ΓΙΑ ΤΗ ΡΎΘΜΙΣΗ ΔΙΚΤΎΟΥ ΕΝΈΡΓΕΙΑς ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΑ ΤΙΜΟΛΌΓΙΑ ΔΙΚΤΎΟΥ ΗΛΕΚΤΡΙΚΉς ΕΝΈΡΓΕΙΑς

1.

Τα τιμολόγια δικτύου αντικατοπτρίζουν ως προς το κόστος την εξοικονόμηση δαπανών στα δίκτυα, που επιτυγχάνεται από την πλευρά της ζήτησης και από μέτρα ανταπόκρισης στη ζήτηση και από την αποκεντρωμένη παραγωγή, συμπεριλαμβανομένης της εξοικονόμησης που οφείλεται στη μείωση του κόστους παράδοσης ή στις επενδύσεις σε δίκτυα και στην πλέον βέλτιστη λειτουργία του δικτύου.

2.

Η ρύθμιση και τα τιμολόγια δικτύου δεν παρεμποδίζουν τους διαχειριστές δικτύων ή τους λιανοπωλητές ενέργειας να παρέχουν υπηρεσίες συστήματος στο πλαίσιο των μέτρων ανταπόκρισης στη ζήτηση, διαχείρισης της ζήτησης και αποκεντρωμένης παραγωγής σε οργανωμένες αγορές ηλεκτρικής ενέργειας, ιδίως:

α)

τη μετατόπιση, από τους τελικούς καταναλωτές, φορτίου από τις ώρες αιχμής στις ώρες εκτός αιχμής, λαμβάνοντας υπόψη τη διαθεσιμότητα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, ενέργειας από συμπαραγωγή και αποκεντρωμένης παραγωγής·

β)

την εξοικονόμηση ενέργειας, χάρη στην ανταπόκριση αποκεντρωμένων καταναλωτών στη ζήτηση, από φορείς συγκέντρωσης ενέργειας·

γ)

τη μείωση της ζήτησης χάρη σε μέτρα ενεργειακής απόδοσης που ελήφθησαν από παρόχους ενεργειακών υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των εταιρειών παροχής ενεργειακών υπηρεσιών·

δ)

τη σύνδεση και κατανομή πηγών ηλεκτροπαραγωγής σε χαμηλότερα επίπεδα τάσης·

ε)

τη σύνδεση πηγών ηλεκτροπαραγωγής που βρίσκονται σε τόπο πλησιέστερο στην κατανάλωση· και

στ)

την αποθήκευση ενέργειας.

Για τους σκοπούς της παρούσας διάταξης, ο όρος «οργανωμένες αγορές ηλεκτρικής ενέργειας» περιλαμβάνει τις εξωχρηματιστηριακές αγορές και τα χρηματιστήρια ηλεκτρικής ενέργειας για τη διαπραγμάτευση της ενέργειας, της ισχύος, υπηρεσιών εξισορρόπησης και παρεπόμενων υπηρεσιών σε όλα τα χρονικά πλαίσια, συμπεριλαμβανομένων των προθεσμιακών αγορών και των ημερήσιων αγορών και ενδοημερήσιων αγορών.

3.

Τα τιμολόγια δικτύου ή λιανικής μπορούν να στηρίζουν τη δυναμική τιμολόγηση στο πλαίσιο μέτρων ανταπόκρισης στη ζήτηση των τελικών καταναλωτών, όπως:

α)

τιμολόγια αναλόγως του χρόνου χρήσης·

β)

κρίσιμη τιμολόγηση των ωρών αιχμής·

γ)

τιμολόγηση σε πραγματικό χρόνο· και

δ)

εκπτώσεις στις ώρες αιχμής.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ XIII

ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗΣ ΑΠΟΔΟΣΗΣ ΓΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΕΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΕΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΔΙΑΝΟΜΗΣ

Οι διαχειριστές συστήματος μεταφοράς και οι διαχειριστές συστήματος διανομής:

α)

θεσπίζουν και δημοσιοποιούν τους τυποποιημένους κανόνες τους για την ανάληψη και τον επιμερισμό του κόστους των τεχνικών προσαρμογών, όπως συνδέσεις με το ηλεκτρικό δίκτυο, ενισχύσεις του δικτύου και εισαγωγή νέων δικτύων, βελτίωση της λειτουργίας του δικτύου και κανόνες σχετικά με την αμερόληπτη εφαρμογή των κωδικών δικτύου, οι οποίοι είναι απαραίτητοι προκειμένου να ενταχθούν νέοι παραγωγοί που τροφοδοτούν το διασυνδεδεμένο δίκτυο με ηλεκτρική ενέργεια που προέρχεται από συμπαραγωγή υψηλής απόδοσης·

β)

παρέχουν σε κάθε νέο παραγωγό ηλεκτρικής ενέργειας που προέρχεται από συμπαραγωγή υψηλής απόδοσης ο οποίος επιθυμεί να συνδεθεί με το ηλεκτρικό δίκτυο τις απαραίτητες περιεκτικές πληροφορίες, στις οποίες περιλαμβάνονται:

i)

πλήρης και αναλυτική εκτίμηση του σχετικού κόστους σύνδεσης·

ii)

λογικό και ακριβές χρονοδιάγραμμα για τη λήψη και επεξεργασία της αίτησης σύνδεσης με το δίκτυο·

iii)

λογικό ενδεικτικό χρονοδιάγραμμα για κάθε προτεινόμενη σύνδεση με το δίκτυο. Η συνολική διαδικασία σύνδεσης με το δίκτυο δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τους 24 μήνες, λαμβάνοντας υπόψη τι είναι ευλόγως εφικτό και δεν δημιουργεί διακρίσεις·

γ)

παρέχουν τυποποιημένες και απλουστευμένες διαδικασίες σύνδεσης των κατανεμημένων παραγωγών ενέργειας από συμπαραγωγή υψηλής απόδοσης με σκοπό τη διευκόλυνση της σύνδεσής τους με το ηλεκτρικό δίκτυο.

Οι τυποποιημένοι κανόνες που αναφέρονται στο στοιχείο α) βασίζονται σε αντικειμενικά, διαφανή και αμερόληπτα κριτήρια, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ολόκληρο το κόστος και όλα τα οφέλη που σχετίζονται με τη σύνδεση των εν λόγω παραγωγών με το ηλεκτρικό δίκτυο. Οι εν λόγω κανόνες μπορούν να προβλέπουν διαφορετικούς τύπους σύνδεσης.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ XIV

ΕΛΆΧΙΣΤΑ ΣΤΟΙΧΕΊΑ ΠΟΥ ΠΡΈΠΕΙ ΝΑ ΠΕΡΙΛΑΜΒΆΝΟΝΤΑΙ ΣΤΙς ΣΥΜΒΆΣΕΙς ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΉς ΑΠΌΔΟΣΗς Ή ΣΕ ΣΧΕΤΙΚΟΎς ΌΡΟΥς ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΎ

Πορίσματα/συστάσεις ανάλυσης/ελέγχου που διενεργήθηκε πριν από τη σύναψη της σύμβασης και καλύπτει την ενεργειακή χρήση του κτιρίου ενόψει της εφαρμογής μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης.

Σαφής και διαφανής κατάλογος των μέτρων απόδοσης που πρέπει να εφαρμοστούν ή των αποτελεσμάτων απόδοσης που πρέπει να επιτευχθούν.

Εγγυημένη εξοικονόμηση που πρέπει να επιτευχθεί με την εφαρμογή των μέτρων της σύμβασης.

Διάρκεια και στάδια της σύμβασης, όροι και προθεσμία καταγγελίας.

Σαφής και διαφανής κατάλογος των υποχρεώσεων κάθε συμβαλλόμενου μέρους.

Ημερομηνία(-ες) αναφοράς για τον προσδιορισμό της επιτευχθείσας εξοικονόμησης.

Σαφής και διαφανής κατάλογος των δράσεων που πρέπει να αναληφθούν για την υλοποίηση ενός μέτρου ή δέσμης μέτρων και, κατά περίπτωση, σχετικό κόστος.

Υποχρέωση πλήρους εφαρμογής των μέτρων της σύμβασης και τεκμηρίωση όλων των τροποποιήσεων που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του έργου.

Κανονισμοί που ρυθμίζουν τη συμπερίληψη ισοδύναμων απαιτήσεων σε κάθε υπεργολαβία με τρίτους.

Σαφής και διαφανής παρουσίαση των οικονομικών επιπτώσεων του έργου και κατανομή του μεριδίου των δύο μερών στην επιτευχθείσα εξοικονόμηση χρημάτων (ήτοι αμοιβή του παρόχου υπηρεσιών).

Σαφείς και διαφανείς διατάξεις σχετικά με τη μέτρηση και επαλήθευση της επιτευχθείσας εγγυημένης εξοικονόμησης, τους ποιοτικούς ελέγχους και τις εγγυήσεις.

Διατάξεις που αποσαφηνίζουν τη διαδικασία αντιμετώπισης του μεταβαλλόμενου πλαισίου συνθηκών οι οποίες επηρεάζουν το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα της σύμβασης (ήτοι μεταβαλλόμενες τιμές ενέργειας, μεταβαλλόμενη ένταση χρήσης της εγκατάστασης).

Λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τις υποχρεώσεις κάθε συμβαλλόμενου μέρους και τις κυρώσεις για την παραβίασή τους.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ XV

Μέρος A

Καταργούμενη οδηγία, με κατάλογο των διαδοχικών τροποποιήσεών της

(αναφέρονται στο άρθρο 36)

Οδηγία 2012/27/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

(ΕΕ L 315 της 14.11.2012, σ. 1)

 

Οδηγία 2013/12/ΕΕ του Συμβουλίου

(ΕΕ L 141 της 28.5.2013, σ. 28)

 

Οδηγία (EE) 2018/844 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

(ΕΕ L 156 της 19.6.2018, σ. 75)

μόνο το άρθρο 2

Οδηγία (EE) 2018/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

(ΕΕ L 328 της 21.12.2018, σ. 210)

 

Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

(ΕΕ L 328 της 21.12.2018, σ. 1)

μόνο το άρθρο 54

Απόφαση (ΕΕ) 2019/504 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

(ΕΕ L 85 I της 27.3.2019, σ. 66)

μόνο το άρθρο 1

Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2019/826 της Επιτροπής

(ΕΕ L 137 της 23.5.2019, σ. 3)

 

Οδηγία (EE) 2019/944 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

(ΕΕ L 158 της 14.6.2019, σ. 125)

μόνο το άρθρο 70

Μέρος Β

Προθεσμίες ενσωμάτωσης στο εσωτερικό δίκαιο

(αναφέρονται στο άρθρο 36)

Οδηγία

Λήξη προθεσμίας μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο

2012/27/ΕΕ

5 Ιουνίου 2014

(ΕΕ) 2018/844

10 Μαρτίου 2020

(ΕΕ) 2018/2002

25 Ιουνίου 2020, με την εξαίρεση το άρθρο 1 σημεία 5 έως 10 και τα σημεία 3 και 4 του παραρτήματος

25 Οκτωβρίου 2020 για το άρθρο 1 σημεία 5 έως 10 και τα σημεία 3 και 4 του παραρτήματος

(ΕΕ) 2019/944

31 Δεκεμβρίου 2019 για το άρθρο 70 σημείο 5) στοιχείο α)

25 Οκτωβρίου 2020 για το άρθρο 70 σημείο 4)

31 Δεκεμβρίου 2020 για το άρθρο 70 σημεία 1) έως 3), 5) β) και 6)

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ XVI

ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΑΣ

Οδηγία 2012/27/ΕE

Η παρούσα οδηγία

Άρθρο 1

Άρθρο 1

Άρθρο 2 εισαγωγή

Άρθρο 2 εισαγωγή

Άρθρο 2 σημείο 1

Άρθρο 2 σημείο 1

Άρθρο 2 σημεία 2 και 3

Άρθρο 2 σημείο 2

Άρθρο 2 σημείο 4

Άρθρο 2 σημείο 3

Άρθρο 2 σημείο 5

Άρθρο 2 σημείο 4

Άρθρο 2 σημείο 6

Άρθρο 2 σημείο 5

Άρθρο 2 σημείο 7

Άρθρο 2 σημείο 6

Άρθρο 2 σημείο 8

Άρθρο 2 σημείο 7

Άρθρο 2 σημείο 9

Άρθρο 2 σημείο 8

Άρθρο 2 σημείο 10

Άρθρο 2 σημείο 9

Άρθρο 2 σημείο 10

Άρθρο 2 σημείο 11

 

Άρθρο 2 σημεία 12 και 13

Άρθρο 2 σημείο 11

Άρθρο 2 σημείο 14

Άρθρο 2 σημείο 12

Άρθρο 2 σημείο 15

Άρθρο 2 σημείο 13

Άρθρο 2 σημείο 16

Άρθρο 2 σημείο 14

Άρθρο 2 σημείο 17

Άρθρο 2 σημείο 15

Άρθρο 2 σημείο 18

Άρθρο 2 σημείο 16

Άρθρο 2 σημείο 19

Άρθρο 2 σημείο 17

Άρθρο 2 σημείο 20

Άρθρο 2 σημείο 18

Άρθρο 2 σημείο 21

Άρθρο 2 σημείο 19

Άρθρο 2 σημείο 22

Άρθρο 2 σημείο 20

Άρθρο 2 σημείο 23

Άρθρο 2 σημείο 21

Άρθρο 2 σημείο 24

Άρθρο 2 σημείο 22

Άρθρο 2 σημείο 25

Άρθρο 2 σημείο 23

Άρθρο 2 σημείο 26

Άρθρο 2 σημείο 24

Άρθρο 2 σημείο 27

Άρθρο 2 σημείο 25

Άρθρο 2 σημείο 28

Άρθρο 2 σημείο 26

Άρθρο 2 σημείο 27

Άρθρο 2 σημείο 29

Άρθρο 2 σημείο 28

Άρθρο 2 σημείο 30

Άρθρο 2 σημείο 29

Άρθρο 2 σημείο 31

Άρθρο 2 σημείο 30

Άρθρο 2 σημείο 32

Άρθρο 2 σημείο 31

Άρθρο 2 σημείο 33

Άρθρο 2 σημείο 32

Άρθρο 2 σημείο 34

Άρθρο 2 σημείο 33

Άρθρο 2 σημείο 35

Άρθρο 2 σημείο 34

Άρθρο 2 σημείο 36

Άρθρο 2 σημείο 35

Άρθρο 2 σημείο 37

Άρθρο 2 σημείο 36

Άρθρο 2 σημείο 38

Άρθρο 2 σημείο 37

Άρθρο 2 σημείο 39

Άρθρο 2 σημείο 38

Άρθρο 2 σημείο 40

Άρθρο 2 σημείο 39

Άρθρο 2 σημείο 41

Άρθρο 2 σημείο 40

Άρθρο 2 σημείο 41

Άρθρο 2 σημείο 42

Άρθρο 2 σημείο 42

Άρθρο 2 σημείο 43

Άρθρο 2 σημείο 43

Άρθρο 2 σημείο 44

Άρθρο 2 σημείο 45

Άρθρο 2 σημεία 44 και 45

Άρθρο 2 σημεία 46 και 47

Άρθρο 2 σημεία 48, 49 και 50

Άρθρο 3

Άρθρο 4 παράγραφος 1

Άρθρο 3 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 4 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 3 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο εισαγωγή

Άρθρο 4 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο εισαγωγή

Άρθρο 3 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο στοιχεία α) και β)

Άρθρο 4 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο στοιχεία α) και β)

Άρθρο 3 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο στοιχείο γ)

Άρθρο 3 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο στοιχείο δ)

Άρθρο 4 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο στοιχείο γ)

Άρθρο 3 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο εισαγωγή

Άρθρο 4 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο στοιχείο δ) εισαγωγή

Άρθρο 4 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο στοιχεία δ) i), ii) και iii)

Άρθρο 3 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο στοιχείο α)

Άρθρο 4 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο στοιχείο δ) iv)

Άρθρο 4 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο στοιχείο ε) εισαγωγή

Άρθρο 3 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο στοιχείο β)

Άρθρο 4 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο στοιχείο ε) i)

Άρθρο 3 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο στοιχείο γ)

Άρθρο 4 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο, στοιχείο ε) ii)

Άρθρο 3 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο, στοιχείο δ)

Άρθρο 4 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο, στοιχείο ε) iii)

Άρθρο 3 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο, στοιχείο ε)

Άρθρο 3 παράγραφοι 2 και 3

Άρθρο 3 παράγραφος 4

Άρθρο 33 παράγραφος 6

Άρθρο 3 παράγραφοι 5 και 6

Άρθρο 4 παράγραφος 3

Άρθρο 4 παράγραφος 4

Άρθρο 5

Άρθρο 5 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 6 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 5 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 5 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο

Άρθρο 6 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 5 παράγραφος 1 τέταρτο και πέμπτο εδάφιο

Άρθρο 5 παράγραφοι 2 και 3

Άρθρο 5 παράγραφος 4

Άρθρο 6 παράγραφος 2

Άρθρο 5 παράγραφος 5

Άρθρο 6 παράγραφος 3

Άρθρο 5 παράγραφοι 6 και 7

Άρθρο 6 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 7 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 6 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 7 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 6 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο

Άρθρο 6 παράγραφοι 2, 3 και 4

Άρθρο 7 παράγραφοι 2, 3 και 4

Άρθρο 7 παράγραφοι 5 και 6

Άρθρο 7 παράγραφος 7 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 7 παράγραφος 1 εισαγωγή και στοιχεία α) και β)

Άρθρο 8 παράγραφος 1 εισαγωγή και στοιχεία α) και β)

Άρθρο 8 παράγραφος 1 στοιχείο γ)

Άρθρο 7 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 8 παράγραφος 5

Άρθρο 7 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο

Άρθρο 8 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 7 παράγραφος 1 τέταρτο εδάφιο

Άρθρο 8 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο

Άρθρο 8 παράγραφοι 2, 3 και 4

Άρθρο 7 παράγραφος 2

Άρθρο 8 παράγραφος 6

Άρθρο 7 παράγραφος 3

Άρθρο 8 παράγραφος 7

Άρθρο 7 παράγραφος 4

Άρθρο 8 παράγραφος 8

Άρθρο 7 παράγραφος 5

Άρθρο 8 παράγραφος 9

Άρθρο 7 παράγραφος 6

Άρθρο 8 παράγραφος 10

Άρθρο 7 παράγραφος 7

Άρθρο 7 παράγραφος 8

Άρθρο 7 παράγραφος 9

Άρθρο 7 παράγραφος 10

Άρθρο 7 παράγραφος 11

 

Άρθρο 8 παράγραφοι 11, 12 και 13

Άρθρο 7 παράγραφος 12

Άρθρο 8 παράγραφος 14

Άρθρο 7α παράγραφοι 1, 2 και 3

Άρθρο 9 παράγραφοι 1, 2 και 3

Άρθρο 9 παράγραφοι 4, 5 και 6

Άρθρο 7α παράγραφοι 4 και 5

Άρθρο 9 παράγραφοι 7 και 8

Άρθρο 9 παράγραφος 9

Άρθρο 7α παράγραφοι 6 και 7

Άρθρο 9 παράγραφοι 10 και 11

Άρθρο 7β παράγραφοι 1 και 2

Άρθρο 10 παράγραφοι 1 και 2

Άρθρο 10 παράγραφοι 3 και 4

Άρθρο 11 παράγραφοι 1 και 2

Άρθρο 8 παράγραφοι 1 και 2

Άρθρο 11 παράγραφοι 3 και 4

Άρθρο 8 παράγραφοι 3 και 4

Άρθρο 11 παράγραφος 5

Άρθρο 8 παράγραφος 5

Άρθρο 11 παράγραφος 6

Άρθρο 11 παράγραφος 7

Άρθρο 8 παράγραφος 6

Άρθρο 11 παράγραφος 8

Άρθρο 8 παράγραφος 7

Άρθρο 11 παράγραφος 9

Άρθρο 11 παράγραφος 10

Άρθρο 9

Άρθρο 12

Άρθρο 9α

Άρθρο 13

Άρθρο 9β

Άρθρο 14

Άρθρο 9γ

Άρθρο 15

Άρθρο 10

Άρθρο 16

Άρθρο 10α

Άρθρο 17

Άρθρο 11

Άρθρο 18

Άρθρο 11α

Άρθρο 19

Άρθρο 20

Άρθρο 21 παράγραφος 1

Άρθρο 12 παράγραφος 1

Άρθρο 21 παράγραφος 2

Άρθρο 12 παράγραφος 2 εισαγωγή και στοιχείο α) σημεία i) έως v)

Άρθρο 21 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο σημεία i) έως v)

Άρθρο 21 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο σημείo vi)

Άρθρο 12 παράγραφος 2 στοιχείο β)

Άρθρο 21 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο

Άρθρο 21 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο σημείο i)

Άρθρο 12 παράγραφος 2 στοιχείο β σημεία i) και ii)

Άρθρο 21 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο σημεία ii) και iii)

Άρθρο 21 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο στοιχείο iv)

Άρθρο 21 παράγραφος 4

Άρθρο 21 παράγραφος 5 τρίτο και τέταρτο εδάφιο

Άρθρο 22

Άρθρο 13

Άρθρο 30

Άρθρο 14 παράγραφοι 1 και 2

Άρθρο 23 παράγραφοι 1 και 2

Άρθρο 14 παράγραφος 3

Άρθρο 23 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 23 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 14 παράγραφος 4

Άρθρο 23 παράγραφος 4

Άρθρο 23 παράγραφοι 5 και 6

Άρθρο 24 παράγραφοι 1, 2 και 3

Άρθρο 14 παράγραφος 5 εισαγωγή και στοιχείο α)

Άρθρο 24 παράγραφος 4 εισαγωγή και στοιχείο α)

Άρθρο 14 παράγραφος 5 στοιχεία β), γ) και δ)

Άρθρο 24 παράγραφος 4 στοιχεία β), γ) και δ) και δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 14 παράγραφος 5 δεύτερο και τρίτο εδάφιο

Άρθρο 24 παράγραφος 4 τρίτο και τέταρτο εδάφιο

Άρθρο 14 παράγραφος 6 στοιχείο α)

Άρθρο 24 παράγραφος 5 στοιχείο α)

Άρθρο 14 παράγραφος 6 στοιχείο β)

Άρθρο 14 παράγραφος 6 στοιχείο γ)

Άρθρο 24 παράγραφος 5 στοιχείο β)

Άρθρο 24 παράγραφος 5 στοιχείο γ)

Άρθρο 14 παράγραφος 6 δεύτερο και τρίτο εδάφιο

Άρθρο 24 παράγραφος 5 δεύτερο και τρίτο εδάφιο

Άρθρο 14 παράγραφοι 7, 8 και 9

Άρθρο 24 παράγραφοι 6, 7 και 8

Άρθρο 24 παράγραφος 9

Άρθρο 14 παράγραφοι 10 και 11

Άρθρο 24 παράγραφοι 10 και 11

Άρθρο 15 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 25 παράγραφος 1

Άρθρο 15 παράγραφος 1 δεύτερο και τρίτο εδάφιο

Άρθρο 25 παράγραφοι 2, 3 και 4

Άρθρο 15 παράγραφος 1 τέταρτο εδάφιο

Άρθρο 25 παράγραφος 5

Άρθρο 15 παράγραφοι 2 και 2α

Άρθρο 15 παράγραφοι 3, 4 και παράγραφος 5 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 25 παράγραφοι 6, 7 και 8

Άρθρο 15 παράγραφος 5 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 15 παράγραφος 6 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 15 παράγραφος 6 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 25 παράγραφος 9

Άρθρο 15 παράγραφος 7

Άρθρο 25 παράγραφος 10

Άρθρο 15 παράγραφος 9 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 25 παράγραφος 11

Άρθρο 15 παράγραφος 9 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 16 παράγραφοι 1 και 2

Άρθρο 26 παράγραφοι 1 και 2

Άρθρο 16 παράγραφος 3

Άρθρο 26 παράγραφος 3

Άρθρο 26 παράγραφος 4

Άρθρο 17 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 17 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 28 παράγραφος 3

Άρθρο 17 παράγραφος 2

Άρθρο 21 παράγραφος 3

Άρθρο 17 παράγραφος 3

Άρθρο 17 παράγραφος 4

Άρθρο 17 παράγραφος 5

Άρθρο 21 παράγραφος 6

Άρθρο 18 παράγραφος 1 εισαγωγή

Άρθρο 27 παράγραφος 1 εισαγωγή

Άρθρο 18 παράγραφος 1 στοιχείο α), σημεία i) και ii)

Άρθρο 27 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β)

Άρθρο 27 παράγραφος 1 στοιχεία γ) και δ)

Άρθρο 18 παράγραφος 1 στοιχείο β)

Άρθρο 27 παράγραφος 2

Άρθρο 18 παράγραφος 1 στοιχείο γ)

Άρθρο 27 παράγραφος 3

Άρθρο 27 παράγραφος 4

Άρθρο 18 παράγραφος 1 στοιχείο δ) σημεία i) και ii)

Άρθρο 27 παράγραφος 5 στοιχεία α) και β)

Άρθρο 27 παράγραφος 5 στοιχείο γ)

Άρθρο 18 παράγραφος 2 στοιχεία α) και β)

Άρθρο 27 παράγραφος 6 στοιχεία α) και β)

Άρθρο 18 παράγραφος 2 στοιχεία γ) και δ)

Άρθρο 27 παράγραφος 6 στοιχείο γ)

Άρθρο 27 παράγραφος 7

Άρθρο 18 παράγραφος 3

Άρθρο 27 παράγραφος 8

Άρθρο 19 παράγραφος 1 στοιχείο α)

Άρθρο 21 παράγραφος 5 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 19 παράγραφος 1 στοιχείο β)

Άρθρο 7 παράγραφος 7 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 19 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 21 παράγραφος 5 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 19 παράγραφος 2

Άρθρο 20 παράγραφοι 1 και 2

Άρθρο 28 παράγραφοι 1 και 2

Άρθρο 28 παράγραφος 3

Άρθρο 20 παράγραφοι 3, 3α, 3β, και 3γ

Άρθρο 28 παράγραφοι 4, 5, 6 και 7

Άρθρο 20 παράγραφος 3δ

Άρθρο 28 παράγραφος 8 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 28 παράγραφος 8 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 20 παράγραφοι 4, 5, 6 και 7

Άρθρο 28 παράγραφοι 9, 10, 11 και 12

Άρθρο 21

Άρθρο 29 παράγραφος 1

Άρθρο 29 παράγραφοι 2, 3, 4, 5, 6 και 7

Άρθρο 22 παράγραφοι 1 και 2

Άρθρο 31 παράγραφοι 1 και 2

Άρθρο 31 παράγραφος 3

Άρθρο 23

Άρθρο 32

Άρθρο 24 παράγραφοι 4α, 5 και 6

Άρθρο 33 παράγραφοι 1, 2 και 3

Άρθρο 24 παράγραφοι 7, 8, 9, 10, 12

Άρθρο 24 παράγραφοι 13 και 14

Άρθρο 33 παράγραφοι 4 και 5

Άρθρο 24 παράγραφος 15 εισαγωγή

Άρθρο 33 παράγραφος 7 εισαγωγή

Άρθρο 24 παράγραφος 15 στοιχείο α)

Άρθρο 24 παράγραφος 15 στοιχείο β)

Άρθρο 33 παράγραφος 7 στοιχείο α)

 

Άρθρο 33 παράγραφος 7 στοιχεία β), γ), δ), ε) και στ)

Άρθρο 24 παράγραφος 15 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 33 παράγραφος 7 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 25

Άρθρο 26

Άρθρο 34

Άρθρο 27 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 36 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 27 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 27 τρίτο εδάφιο

Άρθρο 36 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 27 παράγραφοι 2 και 3

Άρθρο 28 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 35 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 28 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 28 παράγραφος 1 τρίτο και τέταρτο εδάφιο

Άρθρο 35 παράγραφος 1 δεύτερο και τρίτο εδάφιο

Άρθρο 28 παράγραφος 2

Άρθρο 35 παράγραφος 2

Άρθρο 29

Άρθρο 37

Άρθρο 30

Άρθρο 38

Παράρτημα I

Παράρτημα I

Παράρτημα II

Παράρτημα II

Παράρτημα III

Παράρτημα III

Παράρτημα IV

Παράρτημα IV

Παράρτημα V

Παράρτημα V

Παράρτημα VΙ

Παράρτημα VΙ

Παράρτημα VΙΙ

Παράρτημα VΙΙ

Παράρτημα VIIα

Παράρτημα VIII

Παράρτημα VIII

Παράρτημα IX

Παράρτημα IX

Παράρτημα X

Παράρτημα X

Παράρτημα XI

Παράρτημα XI

Παράρτημα XII

Παράρτημα XII

Παράρτημα XIII

Παράρτημα XIII

Παράρτημα XIV

Παράρτημα XV

Παράρτημα XV

Παράρτημα XVI


(1)  Το θέμα αναπέμφθηκε για διοργανικές διαπραγματεύσεις στην αρμόδια επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 59 παράγραφος 4 τέταρτο εδάφιο του Κανονισμού (Α9-0221/2022).

(*1)  Τροπολογίες: το νέο ή το τροποποιημένο κείμενο σημειώνεται με έντονους πλάγιους χαρακτήρες· οι διαγραφές σημειώνονται με το σύμβολο ▌.

(2)  ΕΕ C 152 της 6.4.2022, σ. 134.

(3)  ΕΕ C […] της […], σ. […].

(4)  Οδηγία 2012/27/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, για την ενεργειακή απόδοση, την τροποποίηση των οδηγιών 2009/125/ΕΚ και 2010/30/ΕΕ και την κατάργηση των οδηγιών 2004/8/ΕΚ και 2006/32/ΕΚ (ΕΕ L 315 της 14.11.2012, σ. 1).

(5)  Βλέπε παράρτημα XV, μέρος Α.

(6)  Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών –Ενίσχυση της κλιματικής φιλοδοξίας της Ευρώπης για το 2030 Επενδύουμε σε ένα κλιματικά ουδέτερο μέλλον προς όφελος των πολιτών μας (COM(2020)0562).

(7)  Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών — Η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία (COM(2019)0640).

(8)  https://www.consilium.europa.eu/media/47296/1011-12-20-euco-conclusions-en.pdf.

(9)  Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών –Πρόγραμμα εργασίας της Επιτροπής για το 2021 Μια Ένωση δύναμης σε έναν εύθραυστο κόσμο (COM(2020)0690).

(10)  Καθαρός πλανήτης για όλους — Ένα ευρωπαϊκό, στρατηγικό, μακρόπνοο όραμα για μια ευημερούσα, σύγχρονη, ανταγωνιστική και κλιματικά ουδέτερη οικονομία (COM(2018)0773), όπου αξιολογείται ο ρόλος της ενεργειακής απόδοσης ως προϋπόθεση εκ των ων ουκ άνευ για όλα τα σενάρια απανθρακοποίησης.

(11)  Βλ. Επίσης Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Final study report, Energy-efficient Cloud Computing Technologies and Policies for an Eco-friendly Cloud Market (Ενεργειακά αποδοτικές τεχνολογίες υπολογιστικού νέφους και πολιτικές για μια φιλική προς το περιβάλλον αγορά υπολογιστικού νέφους), https://digital-strategy.ec.europa.eu/en/library/energy-efficient-cloud-computing-technologies-and-policies-eco-friendly-cloud-market.

(12)  Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών — Διαμόρφωση του ψηφιακού μέλλοντος της Ευρώπης (COM(2020)0067).

(13)  ΕΕ L 198 της 22.6.2020, σ. 13.

(14)  Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2018, για τη διακυβέρνηση της Ενεργειακής Ένωσης και της Δράσης για το Κλίμα, για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 663/2009 και (ΕΚ) αριθ. 715/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, των οδηγιών 94/22/ΕΚ, 98/70/ΕΚ, 2009/31/ΕΚ, 2009/73/ΕΚ, 2010/31/ΕΕ, 2012/27/ΕΕ και 2013/30/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, των οδηγιών 2009/119/ΕΚ και (ΕΕ) 2015/652 του Συμβουλίου και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 525/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 328 της 21.12.2018, σ. 1).

(15)  Στρατηγική της ΕΕ για την ενοποίηση του ενεργειακού συστήματος (COM(2020)0299).

(16)   Κανονισμός (ΕΕ) 2022/869 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2022, σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές για τις διευρωπαϊκές ενεργειακές υποδομές, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 715/2009, (ΕΕ) 2019/942 και (ΕΕ) 2019/943 και των οδηγιών 2009/73/ΕΚ και (ΕΕ) 2019/944 και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 347/2013 (ΕΕ L 152 της 3.6.2022, σ. 45).

(17)  Οδηγία (ΕΕ) 2019/944 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 2019, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και την τροποποίηση της οδηγίας 2012/27/ΕΕ (ΕΕ L 158 της 14.6.2019, σ. 125).

(18)  Σύσταση της Επιτροπής σχετικά με την ενεργειακή φτώχεια (C(2020) 9600).

(19)  Οδηγία 2009/73/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου και την κατάργηση της οδηγίας 2003/55/ΕΚ (ΕΕ L 211 της 14.8.2009, σ. 94).

(20)  Οδηγία 2010/31/ΕE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Μαΐου 2010, για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων (ΕΕ L 153 της 18.6.2010, σ. 13).

(21)  Οδηγία 2009/125/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2009, για τη θέσπιση πλαισίου για τον καθορισμό απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού όσον αφορά τα συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα κανονισμός (ΕΕ) 2017/1369 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2017, σχετικά με τον καθορισμό ενός πλαισίου για την ενεργειακή σήμανση και κανονισμός (ΕΕ) 2020/740 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 2020, σχετικά με τη σήμανση των ελαστικών επισώτρων όσον αφορά την εξοικονόμηση καυσίμου και άλλες παραμέτρους αντιστοίχως.

(22)  Επιπλέον, η εφαρμογή των ανασκοπήσεων προϊόντων στο πλαίσιο του προγράμματος εργασίας για τον οικολογικό σχεδιασμό 2020-2024 και του σχεδίου δράσης «Κύμα ανακαινίσεων», μαζί με την επανεξέταση της ΟΕΑΚ, θα συμβάλουν σημαντικά στην επίτευξη του στόχου εξοικονόμησης ενέργειας για το 2030.

(23)  Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, την Επιτροπή των Περιφερειών και της Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων — Καθαρός πλανήτης για όλους Ένα ευρωπαϊκό στρατηγικό μακροπρόθεσμο όραμα για μια ευημερούσα, σύγχρονη, ανταγωνιστική και κλιματικά ουδέτερη οικονομία (COM(2018)0773).

(24)  Οδηγία 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων και την κατάργηση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ (ΕΕ L 94 της 28.3.2014, σ. 65).

(25)  COM(2020)0562.

(26)  Βλ. IRP, Resource Efficiency and Climate Change, 2020, και UN Environment Emissions Gap Report, 2019. Τα αριθμητικά αυτά στοιχεία αφορούν τη χρήση και τη λειτουργία των κτιρίων, συμπεριλαμβανομένων των έμμεσων εκπομπών στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας και της θερμότητας, και όχι τον πλήρη κύκλο ζωής τους. Στις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα που είναι ενσωματωμένες στις κατασκευές εκτιμάται ότι αναλογεί περίπου το 10 % των συνολικών ετήσιων εκπομπών αερίων σε παγκόσμιο επίπεδ.

(27)  COM(2020)0662.

(28)  Οδηγία 2010/31/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Μαΐου 2010, για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων (ΕΕ L 153 της 18.6.2010, σ. 13).

(29)  https://www.unfpa.org/world-population-trends

(30)  https://www.un.org/en/ecosoc/integration/pdf/fact_sheet.pdf

(31)  Οδηγία 2014/23/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με την ανάθεση συμβάσεων παραχώρησης (ΕΕ L 94 της 28.3.2014, σ. 1).

(32)  Οδηγία 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων και την κατάργηση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ (ΕΕ L 94 της 28.3.2014, σ. 65).

(33)  Οδηγία 2010/75/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, περί βιομηχανικών εκπομπών (ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχος της ρύπανσης) (ΕΕ L 334 της 17.12.2010, σ. 17).

(34)  Οδηγία (ΕΕ) 2016/2284 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Δεκεμβρίου 2016, σχετικά με τη μείωση των εθνικών εκπομπών ορισμένων ατμοσφαιρικών ρύπων, την τροποποίηση της οδηγίας 2003/35/ΕΚ και την κατάργηση της οδηγίας 2001/81/ΕΚ (ΕΕ L 344 της 17.12.2016, σ. 1).

(35)  Κανονισμός (ΕΚ) 2020/852 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 2020, σχετικά με τη θέσπιση πλαισίου για τη διευκόλυνση των βιώσιμων επενδύσεων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2088 (ΕΕ L 198 της 22.6.2020, σ. 13).

(36)  IEA (International Energy Agency) (2021), Net Zero by 2050 A Roadmap for the Global Energy Sector, https://www.iea.org/reports/net-zero-by-2050.

(37)  Κανονισμός (ΕΕ) 2018/842 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2018, σχετικά με τις δεσμευτικές ετήσιες μειώσεις των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου από τα κράτη μέλη από το 2021 έως το 2030, στο πλαίσιο της συμβολής στη δράση για το κλίμα για την τήρηση των δεσμεύσεων που απορρέουν από τη συμφωνία του Παρισιού και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 525/2013 (ΕΕ L 156 της 19.6.2018, σ. 26).

(38)  Σύσταση της Επιτροπής της 14ης Οκτωβρίου 2020 για την ενεργειακή φτώχεια (C(2020) 9600).

(39)  https://digital-strategy.ec.europa.eu/en/library/energy-efficient-cloud-computing-technologies-and-policies-eco-friendly-cloud-market

(40)   Κανονισμός (ΕΕ) 2021/1119 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 2021, για τη θέσπιση πλαισίου με στόχο την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 401/2009 και (ΕΕ) 2018/1999 («ευρωπαϊκό νομοθέτημα για το κλίμα») (ΕΕ L 243 της 9.7.2021, σ. 1).

(41)  Οδηγία 2010/75/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, περί βιομηχανικών εκπομπών (ΕΕ L 334 της 17.12.2010, σ. 17).

(42)  Οδηγία 2009/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με την αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα σε γεωλογικούς σχηματισμούς (ΕΕ L 140 της 5.6.2009, σ. 114).

(43)   Οδηγία (ΕΕ) 2018/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2018, για την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές (ΕΕ L 328 της 21.12.2018, σ. 82).

(44)  Κανονισμός (ΕΕ) 2019/943 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 2019, σχετικά με την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας (ΕΕ L 158 της 14.6.2019, σ. 54).

(45)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 715/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, σχετικά με τους όρους πρόσβασης στα δίκτυα μεταφοράς φυσικού αερίου (ΕΕ L 211 της 14.8.2009, σ. 36).

(46)  EPSR, Principle 20 «Access to essential services»: https://ec.europa.eu/commission/priorities/deeper-and-fairer-economic-and-monetary-union/european-pillar-social-rights/european-pillar-social-rights-20-principles_el

(47)  Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη σύσταση Κοινωνικού Ταμείου για το Κλίμα (COM(2021)0568).

(48)  https://ec.europa.eu/eurostat/documents/1015035/8885635/guide_to_statistical_treatment_of_epcs_en.pdf/f74b474b-8778-41a9-9978-8f4fe8548ab1

(49)  Οδηγία 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας και την τροποποίηση της οδηγίας 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 275 της 25.10.2003, σ. 32).

(50)  Απόφαση αριθ. 406/2009/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, περί των προσπαθειών των κρατών μελών να μειώσουν τις οικείες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου, ώστε να τηρηθούν οι δεσμεύσεις της Κοινότητας για μείωση των εκπομπών αυτών μέχρι το 2020 (ΕΕ L 140 της 5.6.2009, σ. 136).

(51)  Απόφαση 2014/746/ΕΕ της Επιτροπής, της 27ης Οκτωβρίου 2014, σχετικά με τον προσδιορισμό, σύμφωνα με την οδηγία 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, καταλόγου τομέων και κλάδων, οι οποίοι θεωρείται ότι εκτίθενται σε σημαντικό κίνδυνο διαρροής άνθρακα, για την περίοδο 2015 έως 2019 (ΕΕ L 308 της 29.10.2014, σ. 114).

(52)  ΕΕ L 123 της 12.5.2016, σ. 1.

(53)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13).

(54)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1099/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2008, για τις στατιστικές ενέργειας (ΕΕ L 304 της 14.11.2008, σ. 1)

(55)  Οδηγία 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων και την κατάργηση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ (ΕΕ L 94 της 28.3.2014, σ. 65).

(56)   Σύσταση της Επιτροπής, της 6ης Μαΐου 2003, σχετικά με τον ορισμό των πολύ μικρών, των μικρών και των μεσαίων επιχειρήσεων (ΕΕ L 124 της 20.5.2003, σ. 36).

(57)   Κανονισμός (ΕΕ) 2022/132 της Επιτροπής, της 28ης Ιανουαρίου 2022, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1099/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τις στατιστικές ενέργειας, όσον αφορά την εφαρμογή των επικαιροποιήσεων των ετήσιων, μηνιαίων και βραχυπρόθεσμων μηνιαίων στατιστικών ενέργειας (ΕΕ L 20 της 31.1.2022, σ. 208).

(58)   Σύσταση της Επιτροπής (ΕΕ) 2021/1749 της 28ης Σεπτεμβρίου 2021 σχετικά με την προτεραιότητα στην ενεργειακή απόδοση: από τις αρχές στην πράξη — Κατευθυντήριες γραμμές και παραδείγματα για την εφαρμογή της αρχής κατά τη λήψη αποφάσεων στον ενεργειακό τομέα και πέραν αυτού.

(59)  Ο στόχος ενεργειακής απόδοσης της Ένωσης καθορίστηκε αρχικά και υπολογίστηκε με βάση αναφοράς τις προβολές του σεναρίου αναφοράς του 2007 για το 2030. Λόγω της αλλαγής στη μεθοδολογία της Eurostat για τον υπολογισμό του ενεργειακού ισοζυγίου και των βελτιώσεων στις μεταγενέστερες προβολές των μοντέλων απαιτείται αλλαγή της βάσης αναφοράς. Επομένως, χρησιμοποιώντας την ίδια προσέγγιση για τον καθορισμό του στόχου, δηλαδή συγκρίνοντάς τον με τις μελλοντικές προβολές του σεναρίου αναφοράς, η φιλοδοξία του στόχου ενεργειακής απόδοσης της Ένωσης για το 2030 καθορίζεται συγκρινόμενη με τις προβολές του σεναρίου αναφοράς του 2020 για το 2030 οι οποίες λαμβάνουν υπόψη τις εθνικές συνεισφορές των ΕΣΕΚ. Με την εν λόγω επικαιροποιημένη βάση αναφοράς, η Ένωση θα πρέπει να αυξήσει περαιτέρω τη φιλοδοξία της όσον αφορά την ενεργειακή απόδοση κατά τουλάχιστον 9 % έως το 2030 σε σύγκριση με το επίπεδο των προσπαθειών στο πλαίσιο του σεναρίου αναφοράς του 2020. Ο νέος τρόπος έκφρασης του επιπέδου της φιλοδοξίας για τους στόχους της Ένωσης δεν επηρεάζει το πραγματικό επίπεδο των απαιτούμενων προσπαθειών.

(60)  Οδηγία 2009/81/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, σχετικά με τον συντονισμό των διαδικασιών σύναψης ορισμένων συμβάσεων έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών που συνάπτονται από αναθέτουσες αρχές ή αναθέτοντες φορείς στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας (ΕΕ L 216 της 20.8.2009, σ. 76).

(61)  Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1369 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2017, σχετικά με τον καθορισμό ενός πλαισίου για την ενεργειακή σήμανση και για την κατάργηση της οδηγίας 2010/30/ΕΕ (ΕΕ L 198 της 28.7.2017, σ. 1).

(62)  Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2018/2066 της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 2018, για την παρακολούθηση και την υποβολή εκθέσεων σχετικά με τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου κατ’ εφαρμογή της οδηγίας 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012 της Επιτροπής (ΕΕ L 334 της 31.12.2018, σ. 1).

(63)  Πρόταση για οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 2003/87/ΕΚ σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Ένωσης, της απόφασης (ΕΕ) 2015/1814 σχετικά με τη θέσπιση και τη λειτουργία αποθεματικού για τη σταθερότητα της αγοράς όσον αφορά το σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου, και του κανονισμού (ΕΕ) 2015/757 (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) (SEC(2021)0551 — SWD(2021)0557 — SWD(2021)0601 -SWD(2021)0602.

(64)  Οδηγία 2011/83/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών, την τροποποίηση της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 1999/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση της οδηγίας 85/577/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 97/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 304 της 22.11.2011, σ. 64).

(65)  Οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 1993 σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (ΕΕ L 95 της 21.4.1993, σ. 29).

(66)  Οδηγία (ΕΕ) 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2015, σχετικά με υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, την τροποποίηση των οδηγιών 2002/65/ΕΚ, 2009/110/ΕΚ, 2013/36/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και την κατάργηση της οδηγίας 2007/64/ΕΚ (ΕΕ L 337 της 23.12.2015, σ. 35).

(67)  Οδηγία 2013/11/EΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 2013, για την εναλλακτική επίλυση καταναλωτικών διαφορών και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2006/2004 και της οδηγίας 2009/22/ΕΚ (οδηγία ΕΕΚΔ) (ΕΕ L 165 της 18.6.2013, σ. 63).

(68)  Οδηγία 2001/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 2001, σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων (EE L 197 της 21.7.2001, σ. 30).

(69)  Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2015/2402 της Επιτροπής, της 12ης Οκτωβρίου 2015, με τον οποίο αναθεωρούνται οι εναρμονισμένες τιμές αναφοράς ως προς την απόδοση για τη χωριστή παραγωγή ηλεκτρισμού και θερμότητας κατ’ εφαρμογή της οδηγίας 2012/27/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και καταργείται η εκτελεστική απόφαση 2011/877/ΕΕ της Επιτροπής (ΕΕ L 333 της 19.12.2015, σ. 54).

(70)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 765/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2008, για τον καθορισμό των απαιτήσεων διαπίστευσης και εποπτείας της αγοράς όσον αφορά την εμπορία των προϊόντων και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 339/93 (ΕΕ L 218 της 13.8.2008, σ. 30).

(71)  Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2018/2066 της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 2018, για την παρακολούθηση και την υποβολή εκθέσεων σχετικά με τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου κατ’ εφαρμογή της οδηγίας 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012 της Επιτροπής (ΕΕ L 334 της 31.12.2018, σ. 1).

(72)  Απόφαση 2008/952/ΕΚ της Επιτροπής, της 19ης Νοεμβρίου 2008, περί καθορισμού αναλυτικών κατευθυντήριων γραμμών για την υλοποίηση και εφαρμογή του παραρτήματος II της οδηγίας 2004/8/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 338 της 17.12.2008, σ. 55).

(73)  Κανονισμός (ΕΕ) 2020/740 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 2020, σχετικά με τη σήμανση των ελαστικών επισώτρων όσον αφορά την εξοικονόμηση καυσίμου και άλλες παραμέτρους, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1369 και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1222/2009 (ΕΕ L 177 της 5.6.2020, σ. 1).

(74)  Κανονισμός (ΕΕ) 2019/631 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Απριλίου 2019, σχετικά με τα πρότυπα επιδόσεων για τις εκπομπές CO2 από τα καινούργια επιβατικά αυτοκίνητα και από τα καινούργια ελαφρά επαγγελματικά οχήματα και με την κατάργηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 443/2009 και (ΕΕ) αριθ. 510/2011 (ΕΕ L 111 της 25.4.2019, σ. 13).

(75)  Οδηγία 2003/96/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με την αναδιάρθρωση του κοινοτικού πλαισίου φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας (ΕΕ L 283 της 31.10.2003, σ. 51).

(76)  Οδηγία 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας (ΕΕ L 347 της 11.12.2006, σ. 1).

(77)  Η ποσότητα θερμικής ενέργειας που απαιτείται για την κάλυψη της ζήτησης των τελικών χρηστών για θέρμανση και ψύξη.

(78)  Πρέπει να χρησιμοποιούνται τα πλέον πρόσφατα διαθέσιμα δεδομένα.

(79)  Πρέπει να χρησιμοποιούνται τα πλέον πρόσφατα διαθέσιμα δεδομένα.

(80)  Μετά τον καθορισμό της μεθοδολογίας για τον υπολογισμό της ποσότητας ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που χρησιμοποιείται για την ψύξη και την τηλεψύξη σύμφωνα με το άρθρο 35 της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001, ο προσδιορισμός της «ψύξης από ανανεώσιμες πηγές» πραγματοποιείται σύμφωνα με την εν λόγω οδηγία. Μέχρι τότε, πραγματοποιείται σύμφωνα με κατάλληλη εθνική μεθοδολογία.

(81)  Η ανάλυση του οικονομικού δυναμικού θα πρέπει να παρουσιάζει τον όγκο ενέργειας (σε GWh) που μπορεί να παραχθεί ανά έτος από κάθε αναλυόμενη τεχνολογία. Θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη οι περιορισμοί και οι διασυνδέσεις στο πλαίσιο του ενεργειακού συστήματος. Στην ανάλυση μπορούν να χρησιμοποιούνται μοντέλα που βασίζονται σε παραδοχές που αντιπροσωπεύουν τη λειτουργία κοινών τύπων τεχνολογιών ή συστημάτων.

(82)  Συμπεριλαμβανομένης της εκτίμησης που αναφέρεται στο άρθρο 15 παράγραφος 7 της οδηγίας (EE) 2018/2001.

(83)  Η καταληκτική ημερομηνία για τη συνεκτίμηση πολιτικών στο σενάριο αναφοράς είναι το τέλος του έτους που προηγείται του έτους στα τέλη του οποίου πρέπει να έχει υποβληθεί η περιεκτική αξιολόγηση. Επομένως, οι πολιτικές που θεσπίζονται εντός ενός έτους πριν από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της περιεκτικής αξιολόγησης δεν χρειάζεται να λαμβάνονται υπόψη.

(84)  Η επισκόπηση αυτή περιλαμβάνει μέτρα και προγράμματα χρηματοδότησης που ενδεχομένως να εγκριθούν κατά την περίοδο της περιεκτικής αξιολόγησης, χωρίς να προδικάζεται ξεχωριστή κοινοποίηση των καθεστώτων δημόσιας στήριξης για την αξιολόγηση των κρατικών ενισχύσεων.