25.5.2022   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 210/5


ΓΝΩΜΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ

της 16ης Φεβρουαρίου 2022

όσον αφορά πρόταση κανονισμού σχετικά με τη σύσταση της Αρχής για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας

(CON/2022/4)

(2022/C 210/05)

Εισαγωγή και νομική βάση

Στις 20 Ιουλίου 2021 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη σύσταση της Αρχής για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 (1) (εφεξής η «AMLAR»).

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) κρίνει ότι ο προτεινόμενος κανονισμός εμπίπτει στο πεδίο των αρμοδιοτήτων της, μολονότι δεν έλαβε χώρα σχετική διαβούλευση με την ίδια. Ως εκ τούτου, ασκεί το δικαίωμά της να υποβάλλει στα κατάλληλα θεσμικά όργανα της Ένωσης γνώμη για ζητήματα που εμπίπτουν στο πεδίο των αρμοδιοτήτων της, όπως προβλέπεται στο άρθρο 127 παράγραφος 4 δεύτερη πρόταση της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η γνωμοδοτική αρμοδιότητα της ΕΚΤ βασίζεται στο άρθρο 127 παράγραφος 4 και στο άρθρο 282 παράγραφος 5 της Συνθήκης, δεδομένου ότι η AMLAR περιέχει διατάξεις που επηρεάζουν τα καθήκοντα της ΕΚΤ σχετικά με την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων κατά το άρθρο 127 παράγραφος 6 της Συνθήκης. Η παρούσα γνώμη εκδόθηκε από το διοικητικό συμβούλιο, σύμφωνα με το άρθρο 17.5 πρώτη πρόταση του εσωτερικού κανονισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Γενικές παρατηρήσεις

1.   Επισκόπηση και εισαγωγικές παρατηρήσεις

1.1.

Η ΕΚΤ χαιρετίζει τη δέσμη των τεσσάρων νομοθετικών προτάσεων που δημοσίευσε η Επιτροπή στις 20 Ιουλίου 2021, συμπεριλαμβανομένης της ΑMLAR, και που σκοπό έχουν την επίρρωση των ενωσιακών κανόνων σχετικά με την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (ΚΞΧ) και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (ΧΤ) (ΚΞΧ/ΧΤ). Η παρούσα γνώμη εστιάζει στην AMLAR. Χωριστές γνώμες της ΕΚΤ εξετάζουν τις υπόλοιπες τρεις συνιστώσες της νομοθετικής δέσμης: α) την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας (2) (εφεξής η «AMLR1»)· β) την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τους μηχανισμούς που πρέπει να συγκροτήσουν τα κράτη μέλη για την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τους σκοπούς της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και για την κατάργηση της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 (3) (εφεξής η «AMLD6»)· και γ) την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί στοιχείων που συνοδεύουν τις μεταφορές χρηματικών ποσών και ορισμένων κρυπτοστοιχείων (αναδιατύπωση) (4).

1.2.

Όπως έχει ήδη επισημανθεί (5), η ΕΚΤ υποστηρίζει σθεναρά ένα ενωσιακό καθεστώς το οποίο διασφαλίζει ότι τα κράτη μέλη, οι αρχές και τα όργανα της Ένωσης και οι υπόχρεες οντότητες εντός της ΕΕ διαθέτουν αποτελεσματικά εργαλεία για την καταπολέμηση της κατάχρησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης για σκοπούς νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (ΞΧ) ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (ΧΤ). Έχοντας εκφράσει την πλήρη υποστήριξή της προς το προηγούμενο στάδιο των προσπαθειών εναρμόνισης (6), κατά το οποίο ενισχύθηκε η εντολή της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (ΕΑΤ) σχετικά με την ΚΞΧ/ΧΤ, η ΕΚΤ χαιρετίζει τη συνέχιση της διαδικασίας με τη μορφή σύστασης της Αρχής για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (AMLA).

1.3.

Δεν έχει ανατεθεί στην ΕΚΤ το καθήκον εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων όσον αφορά την πρόληψη της χρήσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για σκοπούς ΞΧ ή ΧΤ. Ούτε το άρθρο 127 παράγραφος 6 της Συνθήκης επιτρέπει να χορηγούνται στην ΕΚΤ εποπτικές εξουσίες ΚΞΧ/ΧΤ, καθώς περιορίζει σαφώς τα εποπτικά καθήκοντα που μπορούν να ανατίθενται σε αυτή στα καθήκοντα προληπτικής εποπτείας. Ωστόσο, είναι σημαντικό να εξετάζονται τα αποτελέσματα της εποπτείας ΚΞΧ/ΧΤ για την εκπλήρωση των καθηκόντων προληπτικής εποπτείας της ΕΚΤ, όταν αυτή συνυπολογίζει τις πληροφορίες που λαμβάνονται στο πλαίσιο των σχετικών δραστηριοτήτων προληπτικής εποπτείας, συμπεριλαμβανομένων της εποπτικής αξιολόγησης και των διαδικασιών αξιολόγησης, των αξιολογήσεων της επάρκειας των ρυθμίσεων διακυβέρνησης των ιδρυμάτων, των διαδικασιών και μηχανισμών και των αξιολογήσεων της καταλληλότητας των μελών των διοικητικών οργάνων των εποπτευόμενων οντοτήτων. Περαιτέρω, σε συμμόρφωση με την οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7) οι εποπτικές αρχές ΚΞΧ/ΧΤ των πιστωτικών και χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, οι αρχές προληπτικής εποπτείας και οι μονάδες χρηματοοικονομικών πληροφοριών (ΜΧΠ) των κρατών μελών πρέπει να συνεργάζονται στενά μεταξύ τους εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων τους και να διαβιβάζουν μεταξύ τους τις πληροφορίες που είναι σχετικές με τα καθήκοντά τους.

1.4.

Η ΕΚΤ είναι έτοιμη να συνεργαστεί με την AMLA και να συμβάλει στη νομοθετική διαδικασία, μεταξύ άλλων μοιραζόμενη την εμπειρία της ως αρχή προληπτικής εποπτείας σε ενωσιακό επίπεδο, όταν η εμπειρία αυτή ενδέχεται να επηρεάζει την οικοδόμηση της εποπτείας ΚΞΧ/ΧΤ σε ενωσιακό επίπεδο.

1.5.

Η σύσταση Αρχής ΚΞΧ/ΧΤ σε ενωσιακό επίπεδο αποτελεί σημαντικό βήμα προς τη διασφάλιση μιας πιο εναρμονισμένης εφαρμογής των ενωσιακών απαιτήσεων ΚΞΧ/ΧΤ στην ΕΕ. Η ΕΚΤ διαπιστώνει ότι η δυνατότητα μιας αρχής προληπτικής εποπτείας σε ενωσιακό επίπεδο να διευκολύνει τη σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών σε περισσότερα κράτη μέλη απαιτεί την ανάθεση σε εκείνη επαρκών αρμοδιοτήτων, τόσο άμεσης εποπτείας όσο και επίβλεψης. Οι εν λόγω αρμοδιότητες θα πρέπει να συνοδεύονται από κατάλληλες εποπτικές εξουσίες. Η AMLAR προβλέπει ότι πέραν των εξουσιών άμεσης εποπτείας, οι οποίες κατ’ αρχάς θα ασκούνται σε μια σχετικά περιορισμένη ομάδα υπόχρεων οντοτήτων, η AMLA θα διενεργεί περιοδικές αξιολογήσεις και αξιολογήσεις από ομοτίμους των αρχών χρηματοπιστωτικής και μη χρηματοπιστωτικής εποπτείας ΚΞΧ/ΧΤ, αντίστοιχα. Το γεγονός αυτό θα βοηθήσει την AMLA να εντοπίσει βέλτιστες πρακτικές σε εθνικό επίπεδο, προκειμένου να τις εφαρμόζει στη δική της άμεση εποπτεία αλλά και να τις αποτυπώνει σε συστάσεις ή άλλα ρυθμιστικά προϊόντα απευθυνόμενα στις αρχές ΚΞΧ/ΧΤ κάθε κράτους μέλους μεμονωμένα, οι εκπρόσωποι των οποίων θα συμμετέχουν επίσης στο γενικό συμβούλιο της AMLA. Υψηλότερα επίπεδα εναρμόνισης και συνέπειας στην εποπτεία ΚΞΧ/ΧΤ θα ευνοήσουν επίσης την προληπτική εποπτεία.

Ειδικές παρατηρήσεις

2.   Πεδίο εφαρμογής της άμεσης και έμμεσης εποπτείας της AMLA

2.1.

Τα κριτήρια προσδιορισμού των επιλεγμένων υπόχρεων οντοτήτων που θα τελούν υπό την άμεση εποπτεία της AMLA (8) είναι σχετικά αυστηρά, με τα έγγραφα που συνοδεύουν τη νομοθετική πρόταση της Επιτροπής να προβλέπουν ότι κατά προσέγγιση μόνο 12 έως 20 υπόχρεες οντότητες θα πληρούν τα εν λόγω κριτήρια. Δεν έχει υπολογιστεί πόσες από αυτές τις οντότητες αναμένεται να είναι ιδρύματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της άμεσης προληπτικής εποπτείας της ΕΚΤ βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου (9). Για τις σημαντικές εποπτευόμενες οντότητες (10) που υπόκεινται στην άμεση προληπτική εποπτεία της ΕΚΤ και θα πληρούν τα εν λόγω κριτήρια η AMLA θα αποτελέσει τον αντισυμβαλλόμενο της ΕΚΤ για την ανταλλαγή πληροφοριών και τη συνεργασία κατά την καθημερινή εποπτεία, τις αξιολογήσεις καταλληλότητας και τις «κοινές διαδικασίες» (11), στις οποίες περιλαμβάνονται αξιολογήσεις των αιτήσεων για χορήγηση και ανάκληση αδειών λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος και αξιολόγηση περιπτώσεων απόκτησης ή εκχώρησης ειδικών συμμετοχών. Όταν λιγότερο σημαντικά ιδρύματα που αποτελούν εποπτευόμενες οντότητες (12) (ΛΣΙ) πληρούν τα κριτήρια που προβλέπονται στην AMLAR, η συνεργασία μεταξύ ΕΚΤ και AMLA θα περιορίζεται στις σχετικές πτυχές των κοινών διαδικασιών.

2.2.

Η ΕΚΤ λαμβάνει υπόψη το προτεινόμενο περιορισμένο πεδίο εφαρμογής της άμεσης εποπτείας της AMLA υπό το πρίσμα των δημοσιονομικών περιορισμών της πρότασης. Η ΕΚΤ παρατηρεί ότι είναι χρήσιμο να υφίσταται ευρύ πεδίο εφαρμογής άμεσης εποπτείας σε ενωσιακό επίπεδο και να επιλέγονται ιδρύματα που θα υπόκεινται σε άμεση εποπτεία βάσει αντικειμενικών και διαφανών κριτηρίων. Ως εκ τούτου, η ΕΚΤ υποστηρίζει σθεναρά την τροποποίηση των κριτηρίων προσδιορισμού των επιλεγμένων υπόχρεων οντοτήτων, ώστε η διαδικασία να οδηγήσει σε ευρύτερη δεξαμενή υπόχρεων οντοτήτων υπό την άμεση εποπτεία της AMLA, η οποία θα μπορούσε να περιλαμβάνει υπόχρεες οντότητες με έδρα σε οποιοδήποτε κράτος μέλος και να προωθεί μια κοινή εποπτική νοοτροπία και σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών ΚΞΧ/ΧΤ. Αυτό θα μειώσει επίσης τον κίνδυνο αρμπιτράζ. Στην περίπτωση του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (ΕΕΜ), ο εν λόγω στόχος διευκολύνεται από τα κριτήρια επιλογής των σημαντικών εποπτευόμενων οντοτήτων στις περιπτώσεις που ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 απαιτεί από την ΕΚΤ να ασκεί καθήκοντα άμεσης εποπτείας όσον αφορά τα τρία πιο σημαντικά πιστωτικά ιδρύματα σε κάθε συμμετέχον κράτος μέλος, εκτός εάν δικαιολογείται από ιδιαίτερες περιστάσεις (13). Λαμβάνοντας υπόψη τα σχετικά αυστηρά και βάσει κινδύνων κριτήρια επιλογής που καθορίζονται στην AMLAR, η δημοσίευση του καταλόγου των επιλεγμένων υπόχρεων οντοτήτων κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις της θα ισοδυναμεί με έμμεση δημοσιοποίηση της κατάστασης υψηλού κινδύνου ΞΧ/ΧΤ των επιλεγμένων εποπτευόμενων οντοτήτων, οι οποίες επί του παρόντος συνιστούν εμπιστευτικές πληροφορίες γνωστοποιούμενες μεταξύ αρμόδιων αρχών αποκλειστικά με βάση την ανάγκη γνώσης τους. Τα αντικειμενικά βάσει κινδύνου κριτήρια που δεν οδηγούν σε έμμεση δημοσιοποίηση τέτοιων εμπιστευτικών εποπτικών πληροφοριών κρίνονται προτιμότερα, δεδομένου ότι δεν αποστέλλουν ακούσια σήματα στις αγορές ούτε δημιουργούν κίνδυνο φήμης για τις επιλεγμένες υπόχρεες οντότητες που υπόκεινται στην άμεση εποπτεία της AMLA. Επιπλέον, θα πρέπει να προστεθεί διάταξη για τη διασφάλιση της επικοινωνίας μεταξύ της AMLA και των αρμόδιων αρχών προληπτικής εποπτείας στην Ένωση κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αξιολόγησης των υπόχρεων οντοτήτων προς επιλογή πριν από τη δημοσίευση του καταλόγου των επιλεγμένων υπόχρεων οντοτήτων. Το γεγονός αυτό θα επιτρέπει στις αρχές προληπτικής εποπτείας να αναλύουν εκ των προτέρων τις πιθανές επιπτώσεις στην προληπτική εποπτεία που συνεπάγονται οι σχετιζόμενοι με τις οντότητες αυτές κίνδυνοι.

2.3.

Όσον αφορά σχεδόν όλες τις σημαντικές και λιγότερο σημαντικές εποπτευόμενες οντότητες, οι κύριοι αντισυμβαλλόμενοι της ΕΚΤ θα συνεχίσουν να είναι οι εθνικές εποπτικές αρχές ΚΞΧ/ΧΤ των πιστωτικών και χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και οι ΜΧΠ. Η ΕΚΤ διαπιστώνει ότι έως ένα βαθμό είναι ετερογενή τα στοιχεία που της έχουν παράσχει μεμονωμένες εποπτικές αρχές ΚΞΧ/ΧΤ από την έναρξη της συστηματικής συνεργασίας της ίδιας με τις εθνικές εποπτικές αρχές ΚΞΧ/ΧΤ το 2019, κατόπιν των νομοθετικών αλλαγών που επέφερε η οδηγία (ΕΕ) 2018/843 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (14). Το γεγονός αυτό καθιστά δυσχερέστερο τον συνεπή συνυπολογισμό των αποτελεσμάτων της εποπτείας ΚΞΧ/ΧΤ για τα καθήκοντα προληπτικής εποπτείας. Συναφώς η ΕΚΤ χαιρετίζει τον ρόλο που θα διαδραματίσει η AMLA στην ενίσχυση της εναρμόνισης των αξιολογήσεων κινδύνου ΞΧ/ΧΤ και άλλων εποπτικών καθηκόντων ΚΞΧ/ΧΤ που θα ασκούν οι αρχές στα κράτη μέλη. Ειδικότερα, όσον αφορά τη μεθοδολογία που θα αναπτύξει η AMLA για την ταξινόμηση του προφίλ εγγενούς κινδύνου και του προφίλ εναπομένοντος κινδύνου των υπόχρεων οντοτήτων είναι σημαντικό να επιτευχθεί υψηλό επίπεδο εναρμόνισης αμφότερων των μεθοδολογιών, δεδομένου ότι οι μεθοδολογίες αυτές θα επηρεάσουν τη συνέπεια των στοιχείων που θα παραλαμβάνονται και θα συνυπολογίζονται στην προληπτική εποπτεία.

2.4.

Προσανατολιζόμενη στο μέλλον και με την επιφύλαξη της εκάστοτε επανεξέτασης στην οποία θα προβαίνει η Επιτροπή κατά τα προβλεπόμενα στην AMLAR (15), η ΕΚΤ επικροτεί την ενίσχυση του πεδίου εφαρμογής των καθηκόντων άμεσης εποπτείας της AMLA προκειμένου να καλυφθεί ένα ευρύτερο υποσύνολο οντοτήτων που υπόκεινται στην άμεση εποπτεία της ΕΚΤ. Τούτο ενδέχεται να οδηγήσει σε υψηλότερο επίπεδο συνέπειας των εποπτικών αξιολογήσεων ΚΞΧ/ΧΤ των οντοτήτων αυτών και, ως εκ τούτου, να συμβάλει και στην περαιτέρω υποστήριξη της προληπτικής εποπτείας για την οποία ορισμένες από τις αξιολογήσεις αυτές χρησιμεύουν ως στοιχεία τροφοδότησης.

3.   Συνεργασία μεταξύ της AMLA και της ΕΚΤ

3.1.

Η AMLAR ρυθμίζει τη συνεργασία μεταξύ της AMLA και των αρχών χωρίς αρμοδιότητα ΚΞΧ/ΧΤ (16). Η ΕΚΤ χαιρετίζει το γεγονός ότι ο τελευταίος όρος καλύπτει τέσσερα είδη αρχών, συμπεριλαμβανομένης της ΕΚΤ στον ρόλο της ως αρχής προληπτικής εποπτείας (17). Όσον αφορά τη διευκόλυνση της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των εποπτικών αρχών ΚΞΧ/ΧΤ και των αρχών προληπτικής εποπτείας, βασική προστιθέμενη αξία της AMLA θα μπορούσε να είναι όντως η δυνατότητα βελτίωσης της υφιστάμενης συνεργασίας, παρά η λειτουργία της ως ενός επιπλέον σταδίου κατά την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ άλλων αρχών. Υπό αυτήν την έννοια θα πρέπει να προστεθεί μια γενική υποχρέωση για την AMLA να διασφαλίζει την αναλογική και αποτελεσματική χρήση των εργαλείων συνεργασίας με σκοπό την ελαχιστοποίηση της επιβάρυνσης των αρχών που μετέχουν στη συνεργασία με τις εποπτικές αρχές ΚΞΧ/ΧΤ όσον αφορά την υποβολή εκθέσεων μέσω πολλαπλών διαύλων, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά, των σωμάτων ΚΞΧ/ΧΤ, της βάσης δεδομένων ΚΞΧ/ΧΤ και των συμφωνιών συνεργασίας.

3.2.

Η AMLAR προβλέπει ότι, εάν είναι αναγκαίο για την εκπλήρωση των καθηκόντων της, η AMLA οφείλει να συνεργάζεται με τις αρχές που δεν είναι αρμόδιες για την ΚΞΧ/ΧΤ (18). Η διάταξη αυτή θα πρέπει να είναι γενικότερη και η αναφορά στα καθήκοντα της AMLA θα πρέπει να απαλειφθεί. Εξ ορισμού, η συνεργασία πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα καθήκοντα όλων των συμμετεχουσών αρχών. Ως εκ τούτου, για παράδειγμα, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 (19) απαιτεί τη συνεργασία της ΕΚΤ με τις αρχές που συναποτελούν το Ευρωπαϊκό Σύστημα Χρηματοοικονομικής Εποπτείας, ενώ η οδηγία 2013/36/ΕΕ (20) απαιτεί την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρχών ΚΞΧ/ΧΤ και των αρχών προληπτικής εποπτείας, οι οποίες είναι σχετικές με τα καθήκοντα της παραλήπτριας αρχής, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη εάν η ανταλλαγή πληροφοριών είναι αναγκαία και για την εκπλήρωση των καθηκόντων της διαβιβάζουσας αρχής. Μολονότι σε πολλές περιπτώσεις η ανάγκη αυτή μπορεί να προσδιοριστεί, εντούτοις αυτό δεν συμβαίνει πάντα. Συνεπώς, κρίνεται σκοπιμότερη η αντικατάσταση της αναφοράς στα καθήκοντα της AMLA με μια γενικότερη αναφορά που θα απαιτεί τη συνεργασία της AMLA με τις αρχές που δεν είναι αρμόδιες για την ΚΞΧ/ΧΤ εντός των ορίων της εντολής της, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι άλλες οικείες αρχές θα υποβάλλουν αίτημα μόνο για σχετικές μορφές συνεργασίας. Αυτό ισχύει κυρίως και είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τις αρχές προληπτικής εποπτείας, όπως η ΕΚΤ, δεδομένης της υποχρέωσής τους να συνυπολογίζουν τα στοιχεία σχετικά με την εποπτεία ΚΞΧ/ΧΤ στις οικείες αξιολογήσεις προληπτικής εποπτείας.

3.3.

Η AMLAR αναφέρεται στην άντληση πληροφοριών από τη βάση δεδομένων ΚΞΧ/ΧΤ την οποία πρόκειται να δημιουργήσει η AMLA σύμφωνα με την AMLAR (21). Η ΕΚΤ αντιλαμβάνεται ότι αυτή η νέα βάση δεδομένων θα αντικαταστήσει τη βάση δεδομένων που σχετίζεται με αδυναμίες της ΚΞΧ/ΧΤ, την οποία η ΕΑΤ όφειλε να δημιουργήσει βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (22). Οι δύο βάσεις δεδομένων διαφέρουν από πολλές απόψεις. Μολονότι η ΕΑΤ ήταν υποχρεωμένη να παρέχει πληροφορίες της βάσης δεδομένων στις αρχές προληπτικής εποπτείας και με δική της πρωτοβουλία (23), η AMLA απαιτείται να πράττει το ίδιο μόνον κατόπιν αιτήματος των αρχών προληπτικής εποπτείας (24). Η AMLAR θα πρέπει να τροποποιηθεί προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η AMLA παρέχει πληροφορίες και με δική της πρωτοβουλία, τόσο στις εποπτικές αρχές ΚΞΧ/ΧΤ όσο και στις εποπτικές αρχές που δεν είναι αρμόδιες για την ΚΞΧ/ΧΤ. Εάν μια εποπτική αρχή αγνοεί την ύπαρξη των σχετικών πληροφοριών, δεν θα είναι σε θέση να ζητήσει τις εν λόγω πληροφορίες βάσει της AMLAR (25).

3.4.

Όσον αφορά τη βάση δεδομένων ΚΞΧ/ΧΤ η AMLAR ορίζει τα είδη πληροφοριών που οφείλουν να διαβιβάζουν στη βάση αυτή οι εποπτικές αρχές ΚΞΧ/ΧΤ (26), οι περισσότερες εκ των οποίων αλληλοεπικαλύπτονται με πληροφορίες που επίσης οφείλουν να ανταλλάσσουν οι εποπτικές αυτές αρχές με τις αρμόδιες αρχές προληπτικής εποπτείας κατά το άρθρο 117 παράγραφος 5 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ. Σε ευθυγράμμιση με το πνεύμα των υφιστάμενων διατάξεων για την κεντρική βάση δεδομένων ΚΞΧ/ΧΤ βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, ένας ευρύτερα προσβάσιμος κόμβος δεδομένων θα μπορούσε να παράσχει μια αξιόλογη υπηρεσία, ενισχύοντας τη συνεργασία μεταξύ αρχών προληπτικής εποπτείας και εποπτικού μηχανισμού ΚΞΧ/ΧΤ, για παράδειγμα βάσει ψηφιακών λύσεων που είναι ήδη διαθέσιμες στις εποπτικές αρχές της ΕΕ (π.χ. για τη συνεργασία μεταξύ ΕΕΜ και Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης). Η δυνατότητα αυτή θα ελαχιστοποιούσε την άσκοπη επανάληψη και συναφή επιβάρυνση για τις εποπτικές αρχές ΚΞΧ/ΧΤ, οι οποίες υπό άλλες συνθήκες θα έπρεπε να ανταλλάσσουν τις ίδιες πληροφορίες εις διπλούν, τόσο με τη βάση δεδομένων σύμφωνα με την AMLAR όσο και με τις αρμόδιες αρχές προληπτικής εποπτείας σύμφωνα με το άρθρο 117 παράγραφος 5 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

3.5.

Η AMLAR απαιτεί από τις εποπτικές αρχές ΚΞΧ/ΧΤ να διαβιβάζουν στη βάση δεδομένων συμβουλές που παρέχονται σε άλλες «εθνικές» αρχές σε σχέση με τις διαδικασίες χορήγησης και ανάκλησης αδειών και τις αξιολογήσεις καταλληλότητας μετόχων ή μελών του διοικητικού οργάνου μεμονωμένων υπόχρεων οντοτήτων (27). Η λέξη «εθνικές» θα πρέπει να απαλειφθεί, καθώς οι εποπτικές αρχές ΚΞΧ/ΧΤ θα παρέχουν συναφώς πληροφορίες όχι μόνο στις εθνικές αρχές, αλλά και στην ΕΚΤ, σύμφωνα με την οδηγία 2013/36/ΕΕ (28) και την AMLD6 (29).

3.6.

Η AMLAR απαιτεί από την AMLA να συνάπτει μνημόνια συνεννόησης με τις αρχές που δεν είναι αρμόδιες για την ΚΞΧ/ΧΤ, εάν αυτό είναι αναγκαίο (30). Το «εάν είναι αναγκαίο» είναι χρήσιμη προϋπόθεση, δεδομένου ότι υπάρχουν ήδη πολλές πλατφόρμες συνεργασίας μεταξύ των εποπτικών αρχών ΚΞΧ/ΧΤ και των αρχών προληπτικής εποπτείας. Η ΕΚΤ συνεργάζεται με τις εποπτικές αρχές ΚΞΧ/ΧΤ των κρατών μελών του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου και βάσει συμφωνίας που υπογράφηκε με την ίδια στις 10 Ιανουαρίου 2019 (31), σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (32) (εφεξής η «συμφωνία ΚΞΧ»). Η συμφωνία ΚΞΧ έχει πάνω από 50 υπογράφοντες, δεδομένου ότι σε κάθε κράτος μέλος υπάρχουν συνήθως περισσότερες εποπτικές αρχές ΚΞΧ/ΧΤ πιστωτικών και χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, ενώ επιτρέπει τη διμερή συνεργασία μεταξύ της ΕΚΤ και καθεμίας από τις υπογράφουσες εποπτικές αρχές ΚΞΧ/ΧΤ. Λόγω της διμερούς φύσης μιας τέτοιας συνεργασίας και δεδομένου ότι η εποπτεία σε επίπεδο ομίλου σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2015/849 λειτουργεί με την εφαρμογή διαφορετικών αρχών στην ενοποιημένη εποπτεία βάσει της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, η συμφωνία ΚΞΧ δεν έχει αποδειχθεί τόσο έγκαιρη και αποτελεσματική όσο άλλα εργαλεία που επιτρέπουν την πολυμερή συνεργασία, όπως τα σώματα ΚΞΧ/ΧΤ. Μολονότι η συμφωνία ΚΞΧ καθιστά δυνατή την ευχερή συμμετοχή της AMLA στη συμφωνία και η AMLAR παρέχει στην τελευταία τη δυνατότητα να συνάπτει ειδική συμφωνία με την ΕΚΤ, η ΕΚΤ χαιρετίζει την ευελιξία που παρέχει η AMLAR όσον αφορά την εξέταση της αναγκαιότητας μιας τέτοιας ρύθμισης, δεδομένης της διαθεσιμότητας άλλων εργαλείων συνεργασίας που θα επέτρεπαν μια αποτελεσματικότερη πολυμερή συνεργασία, έτσι ώστε η AMLA να αποτελέσει μεταξύ άλλων κάτι περισσότερο από απλώς έναν επιπλέον παράγοντα στη διαδικασία ανταλλαγής πληροφοριών με την ΕΚΤ.

3.7.

Περαιτέρω, η AMLAR απαιτεί από την AMLA να εξασφαλίζει την αποτελεσματική συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ όλων των αρχών χρηματοπιστωτικής εποπτείας ΚΞΧ/ΧΤ του εποπτικού συστήματος ΚΞΧ/ΧΤ και των αρχών που δεν είναι αρμόδιες για την ΚΞΧ/ΧΤ (33). Η ΕΚΤ χαιρετίζει τη διάταξη αυτή, καθώς τα τελευταία χρόνια έχουν δημιουργηθεί πολλές πλατφόρμες ανταλλαγής πληροφοριών για τις εποπτικές αρχές ΚΞΧ/ΧΤ και τις αρχές προληπτικής εποπτείας, η αλληλεπίδραση των οποίων δεν είναι πάντοτε σαφής. Για παράδειγμα, οι ανωτέρω εποπτικές αρχές απαιτείται να ανταλλάσσουν πληροφορίες μεταξύ τους όχι μόνον απευθείας, αλλά και μέσω της βάσης δεδομένων ΚΞΧ/ΧΤ της ΕΑΤ. Η εν λόγω διάταξη σχετικά με την εξασφάλιση της αποτελεσματικής συνεργασίας θα πρέπει να επεκταθεί προκειμένου να συμπεριλάβει επίσης τις ΜΧΠ και τις αρχές μη χρηματοπιστωτικής εποπτείας ΚΞΧ/ΧΤ. Οι ΜΧΠ και οι αρχές προληπτικής εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων ήδη οφείλουν να συνεργάζονται σύμφωνα με την οδηγία 2013/36/ΕΕ. Δεδομένου ότι το γενικό συμβούλιο της AMLA περιλαμβάνει επίσης τις ΜΧΠ όλων των κρατών μελών και δεδομένου ότι η AMLA απαιτείται να διαχειρίζεται τον μηχανισμό υποστήριξης και συντονισμού των ΜΧΠ (34), η προσθήκη των ΜΧΠ στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας διάταξης φαίνεται εύλογη. Όσον αφορά τις αρχές μη χρηματοπιστωτικής εποπτείας ΚΞΧ/ΧΤ, οι αρχές προληπτικής εποπτείας ενδέχεται να χρειαστεί να συνεργαστούν με αυτές εάν οι μη χρηματοπιστωτικές υπόχρεες οντότητες, όπως για παράδειγμα οι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, ανήκουν στον ίδιο όμιλο με τα πιστωτικά ή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Στο γενικότερο πλαίσιο συνεργασίας με τις αρχές μη χρηματοπιστωτικής εποπτείας, και όπως πρότεινε ΕΚΤ σε χωριστή γνώμη η οποία εστιάζει στις AMLR1 και AMLD6, θα μπορούσαν να εισαχθούν γενικές βελτιώσεις στις άδειες ανταλλαγής πληροφοριών για τις εποπτικές αρχές ΚΞΧ/ΧΤ προκειμένου να τους επιτραπεί η ανταλλαγή πληροφοριών με ευρύτερο φάσμα άλλων αρχών. Η εν λόγω βελτίωση θα επέκτεινε αυτόματα τις άδειες, μέσω της AMLAR (35), προκειμένου η AMLA να ανταλλάσσει εμπιστευτικές πληροφορίες με άλλες αρχές.

3.8.

Δεδομένου ότι ενδέχεται να υπάρχουν ρυθμιστικά προϊόντα, όπως κατευθυντήριες γραμμές ή τεχνικά πρότυπα, τα οποία απευθύνονται ή επηρεάζουν τόσο τις εποπτικές αρχές ΚΞΧ/ΧΤ όσο και τις αρχές προληπτικής εποπτείας ή άλλες αρχές, είναι σημαντικό η AMLA να συνεργάζεται με την ΕΑΤ, την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ) και την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (ΕΑΑΕΣ) στην ανάπτυξη των εν λόγω ρυθμιστικών προϊόντων. Η γενική απαίτηση συνεργασίας της AMLA με την ΕΑΤ (36) θα πρέπει να τροποποιηθεί ώστε να συμπεριλάβει ειδική αναφορά στη συνεργασία για την ανάπτυξη τέτοιου είδους ρυθμιστικών προϊόντων, η οποία θα προσιδιάζει στη συνεργασία μεταξύ της AMLA και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Προστασίας Δεδομένων, όπως πρότεινε η Επιτροπή (37).

4.   Διαδικασίες που χρησιμοποιούνται στην άμεση και έμμεση εποπτεία

4.1.

Όπως με την εκπλήρωση των καθηκόντων προληπτικής εποπτείας της ΕΚΤ, προτείνεται η χρησιμοποίηση μεικτών εποπτικών ομάδων (ΜΕΟ) από την AMLA στο πλαίσιο των καθηκόντων άμεσης εποπτείας ΚΞΧ/ΧΤ που ασκεί. Η AMLAR διευκρινίζει ότι οι ΜΕΟ της AMLA θα αποτελούνται τόσο από προσωπικό της ίδιας της AMLA όσο και από προσωπικό των εθνικών αρχών χρηματοπιστωτικής εποπτείας ΚΞΧ/ΧΤ και ότι ο συντονιστής ΜΕΟ θα «εξουσιοδοτείται» από την AMLA ως εθνική αρχή χρηματοπιστωτικής εποπτείας ΚΞΧ/ΧΤ του κράτους μέλους όπου έχει την έδρα της μια επιλεγμένη υπόχρεη οντότητα, κατόπιν συμφωνίας των αρμόδιων εθνικών αρχών χρηματοπιστωτικής εποπτείας ΚΞΧ/ΧΤ (38). Τα συνοδευτικά έγγραφα της νομοθετικής πρότασης αναφέρουν περαιτέρω ότι σχεδόν το σύνολο του προσωπικού της AMLA που θα εντάσσεται στις ΜΕΟ θα είναι εγκατεστημένο στα κράτη μέλη. Εν προκειμένω η ΕΚΤ αντιλαμβάνεται ότι ο όρος «εξουσιοδοτείται» (39) πρέπει να έχει την έννοια ότι οι συντονιστές ΜΕΟ θα ανήκουν μεν στο προσωπικό της AMLA, αλλά ότι συνήθης τόπος εργασίας τους δεν θα είναι η έδρα της AMLA, αλλά το κράτος μέλος όπου εδρεύει η εποπτευόμενη οντότητα. Ως εκ τούτου, ο όρος «εξουσιοδοτείται» σε καμία περίπτωση δεν έχει την έννοια της ανάθεσης των εξουσιών της AMLA στην εθνική αρχή χρηματοπιστωτικής εποπτείας ΚΞΧ/ΧΤ ή σε οποιαδήποτε άλλη αρχή εντός των κρατών μελών. Περαιτέρω, η ΕΚΤ επισημαίνει ότι η AMLAR αναθέτει στις μεικτές εποπτικές ομάδες τη διενέργεια τόσο μη επιτόπιας εποπτείας όσο και επιτόπιων επιθεωρήσεων.

4.2.

Η ΕΚΤ χαιρετίζει την ανάθεση στην εκτελεστική επιτροπή της AMLA εποπτικών εξουσιών λήψης αποφάσεων για τις επιλεγμένες υπόχρεες οντότητες ως ένα σημαντικό βήμα προς την ενίσχυση της εποπτείας ΚΞΧ/ΧΤ στην ΕΕ. Περαιτέρω, μολονότι η ΕΚΤ αναγνωρίζει ότι η εποπτεία ΚΞΧ/ΧΤ ενδέχεται να απαιτεί διαφορετική διάρθρωση συγκριτικά με την προληπτική εποπτεία, εντούτοις η ίδια θα ήθελε να μοιραστεί την εμπειρία της σχετικά με τη διάρθρωση των ΜΕΟ εντός του ΕΕΜ. Οι ΜΕΟ του ΕΕΜ έχουν επίσης επικεφαλής έναν συντονιστή ΜΕΟ που είναι πάντοτε μέλος του προσωπικού της ΕΚΤ. Πάντως, ο συντονιστής ΜΕΟ είναι εγκατεστημένος στην έδρα της ΕΚΤ στη Φρανκφούρτη και όχι σε κράτος μέλος. Όσον αφορά άλλα μέλη της ΜΕΟ, σε αυτά περιλαμβάνονται τόσο μέλη του προσωπικού της ΕΚΤ όσο και μέλη του προσωπικού των εθνικών αρμόδιων αρχών. Τα μέλη της ΜΕΟ που ανήκουν στο προσωπικό της ΕΚΤ έχουν επίσης τη βάση τους στην ΕΚΤ και όχι σε κράτη μέλη. Η ΕΚΤ παρατηρεί ότι αυτό διευκολύνει την επικοινωνία στο πλαίσιο του ιδρύματος και την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών, ενώ συμβάλλει θετικά στην οικοδόμηση κοινής εποπτικής νοοτροπίας. Επιπλέον, για την ενθάρρυνση του διαλόγου εντός της ΜΕΟ σχετικά με τις βέλτιστες εποπτικές διαδικασίες για καθεμία από τις εποπτευόμενες οντότητες, κατά γενικό κανόνα ο συντονιστής ΜΕΟ εντός του ΕΕΜ δεν προέρχεται από τη χώρα στην οποία εδρεύει η εποπτευόμενη τράπεζα. Τέλος, οι συντονιστές ΜΕΟ διορίζονται κατ’ αρχήν για χρονικό διάστημα 3 έως 5 ετών, ενώ αναμένεται να εναλλάσσονται τακτικά (λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν είναι δυνατόν να εναλλάσσονται όλα τα μέλη της ΜΕΟ ταυτόχρονα).

4.3.

Όσον αφορά τη συγκέντρωση μη επιτόπιων και επιτόπιων καθηκόντων στην ίδια ομάδα, η ΕΚΤ παρατηρεί ότι μια ανεξάρτητη λειτουργία επιτόπιας επιθεώρησης, συνδυαζόμενη με έναν τακτικό διάλογο μεταξύ μη επιτόπιων και επιτόπιων ομάδων, εμπλουτίζει την ποιότητα της συνεχούς εποπτείας της ΕΚΤ. Ειδικότερα, διασφαλίζεται ότι οι απόψεις της ΜΕΟ που διαμορφώνονται με βάση ήδη διαθέσιμες πληροφορίες δεν επηρεάζουν τα ευρήματα των επιτόπιων επιθεωρήσεων. Όπως διευκρινίζεται στον Οδηγό της ΕΚΤ σχετικά με τις επιτόπιες επιθεωρήσεις και τις διερευνήσεις εσωτερικών υποδειγμάτων, οι επιτόπιες επιθεωρήσεις συμπληρώνουν τη συνεχή εποπτεία. Η ΕΚΤ επιδιώκει να έχει διαρκώς εις βάθος γνώση του πιστωτικού ιδρύματος με την άσκηση συνεχούς μη επιτόπιας εποπτείας, η οποία στηρίζεται κυρίως στις πληροφορίες που υποβάλλει το πιστωτικό ίδρυμα, και με τη διενέργεια επιτόπιων επιθεωρήσεων κατά τις οποίες ελέγχει, μεταξύ άλλων, την ακρίβεια των πληροφοριών που χρησιμοποιούνται για την άσκηση της συνεχούς εποπτείας. Η ομάδα επιτόπιας επιθεώρησης, συμπεριλαμβανομένου του επικεφαλής της αποστολής, ενεργεί ανεξάρτητα από τη ΜΕΟ, σε συνεργασία όμως με αυτήν. Μετά τη λήψη της εποπτικής απόφασης για διενέργεια επιθεώρησης, την αποκλειστική ευθύνη για την εφαρμογή της έχει ο επικεφαλής της αποστολής, ο οποίος είναι υπεύθυνος για τη σύνταξη έκθεσης που παρουσιάζει τα ευρήματα της ομάδας επιθεώρησης. Το άρθρο 144 του κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ ορίζει ότι η ΕΚΤ είναι επιφορτισμένη με τη σύσταση και τον καθορισμό της σύνθεσης των ομάδων επιθεώρησης με συμμετοχή των εθνικών αρμόδιων αρχών (40) (ΕΑΑ). Η ομάδα επιθεώρησης μπορεί να αποτελείται από επιθεωρητές της ΕΚΤ, επόπτες που απασχολούνται στην Ε[Α]Α του κράτους μέλους της επιθεωρούμενης νομικής οντότητας και επόπτες από άλλες ΕΑΑ, καθώς και μέλη της ΜΕΟ ή άλλα εξουσιοδοτημένα από την ΕΚΤ πρόσωπα. Ανεξάρτητα από την προέλευσή τους, όλα τα μέλη της ομάδας εργάζονται για λογαριασμό της ΕΚΤ και υπό την ευθύνη του επικεφαλής της αποστολής. Ένα μέλος της ΜΕΟ δεν μπορεί να ορίζεται επικεφαλής της επιθεώρησης. Η ΕΚΤ διαπιστώνει ότι η αποτελεσματική στελέχωση ομάδας που ασκεί επιτόπια εποπτικά καθήκοντα και διενεργεί μη επιτόπιες επιθεωρήσεις μπορεί και να είναι δύσκολη· αυτό που θα μπορούσε να νοηθεί ως επαρκής καθημερινή στελέχωση θα μπορούσε να θεωρηθεί υποστελέχωση όταν μέρος της ομάδας συμμετέχει σε επιτόπια επιθεώρηση (41). Επιπλέον, η συμμετοχή εποπτικών αρχών διαφόρων ΕΑΑ σε ομάδες επιτόπιας επιθεώρησης έχει αποδειχθεί βασικό στοιχείο για την ανάπτυξη κοινής προσέγγισης των επιτόπιων δραστηριοτήτων εντός του ΕΕΜ.

4.4.

Η AMLAR καθορίζει τις εποπτικές εξουσίες της AMLA (42) έναντι των επιλεγμένων υπόχρεων οντοτήτων που υπόκεινται στην άμεση εποπτεία της, οι οποίες προστίθενται στις εποπτικές εξουσίες που θα είναι διαθέσιμες σε όλες τις εθνικές εποπτικές αρχές ΚΞΧ/ΧΤ σύμφωνα με την AMLD6 (43). Η AMLA θα έχει επίσης τη δυνατότητα να απαιτεί, μέσω εντολών, από τις εθνικές αρχές χρηματοπιστωτικής εποπτείας ΚΞΧ/ΧΤ να κάνουν χρήση των εξουσιών τους, δυνάμει των όρων του εθνικού δικαίου και σύμφωνα προς αυτούς, εφόσον η AMLAR δεν παρέχει τις εν λόγω εξουσίες στην AMLA. Οι εξουσίες αυτές αλληλοεπικαλύπτονται εν μέρει με τις εξουσίες της ΕΚΤ βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013, και γενικότερα με τις εξουσίες των αρχών προληπτικής εποπτείας βάσει της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, για παράδειγμα με την εξουσία θέσπισης περιορισμών ή ορίων στις επιχειρηματικές δραστηριότητες, τις εργασίες ή το δίκτυο των εποπτευόμενων οντοτήτων (44), ή την εξουσία να απαιτούν μεταβολές στο διαχειριστικό όργανο της εποπτευόμενης οντότητας (45). Ορισμένες αλληλοεπικαλύψεις εποπτικών εξουσιών υφίστανται ήδη όσον αφορά τις εξουσίες των εποπτικών αρχών ΚΞΧ/ΧΤ βάσει της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 και των εθνικών εκτελεστικών διατάξεων. Η εν λόγω αλληλοεπικάλυψη εποπτικών εξουσιών απαιτεί συνεργασία μεταξύ των αρχών προληπτικής εποπτείας και των εποπτικών αρχών ΚΞΧ/ΧΤ προς αποτροπή συγκρούσεων και ακούσιων συνεπειών, συμπεριλαμβανομένης της μη συντονισμένης σώρευσης των εποπτικών μέτρων που απευθύνονται στο ίδιο πιστωτικό ίδρυμα. Στο πλαίσιο αυτό η ΕΚΤ είναι έτοιμη να συνεργαστεί με την AMLA και τις εθνικές εποπτικές αρχές ΚΞΧ/ΧΤ. Επιπλέον, είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι πριν από την επιβολή διοικητικών κυρώσεων και μέτρων στις υπόχρεες οντότητες που υπόκεινται στην εποπτεία και άλλων αρχών η AMLA συντονίζει τις εποπτικές δράσεις της με τις άλλες αρμόδιες αρχές και, ειδικότερα, με τις αρμόδιες αρχές προληπτικής εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων, όταν οι εν λόγω εποπτικές δράσεις επηρεάζουν τα ιδρύματα αυτά. Ως εκ τούτου, σε χωριστή γνώμη που εστιάζει στην AMLD6 η ΕΚΤ προτείνει την τροποποίηση της τελευταίας προκειμένου να περιοριστούν οι ανεπιθύμητες συνέπειες της ενδεχομένως μη συντονισμένης άσκησης εποπτικών εξουσιών όσον αφορά την ίδια υπόχρεη οντότητα. Έχοντας υπόψη τις σχετικές διατάξεις των AMLR1, AMLD6 και AMLAR (46), η ΕΚΤ αντιλαμβάνεται ότι η εν λόγω απαίτηση συντονισμού που προβλέπεται στην AMLD6 έχει εφαρμογή τόσο στις εθνικές εποπτικές αρχές ΚΞΧ/ΧΤ όσο και στην AMLA.

4.5.

Όσον αφορά τον έμμεσο εποπτικό ρόλο της AMLA, η ΕΚΤ χαιρετίζει την πρόταση περί ανάθεσης στην AMLA του καθήκοντος έμμεσης εποπτείας των μη επιλεγμένων υπόχρεων οντοτήτων, καθώς αυτό θα συμβάλει στην εποπτική σύγκλιση, και παροχής επίσης στην AMLA της δυνατότητας να ζητεί από μια εθνική αρχή χρηματοπιστωτικής εποπτείας ΚΞΧ/ΧΤ να αναλάβει εποπτική δράση σε εξαιρετικές περιστάσεις. Σε σαφώς συγκεκριμένες περιπτώσεις η AMLAR παρέχει εξάλλου στην AMLA τη δυνατότητα να ζητεί από την Επιτροπή έγκριση για τη μεταβίβαση εποπτικών εξουσιών επί μη επιλεγμένης υπόχρεης οντότητας από μια εθνική αρχή χρηματοπιστωτικής εποπτείας ΚΞΧ/ΧΤ στην ίδια (47). Η AMLA επιτρέπεται να υποβάλει τέτοιου είδους αίτημα στην Επιτροπή μόνον εάν η εθνική εποπτική αρχή ΚΞΧ/ΧΤ δεν συμμορφώνεται με αίτημα της AMLA για λήψη απόφασης απευθυνόμενης σε υπόχρεη οντότητα. Μολονότι στην πράξη ενδέχεται να υπάρξουν περιπτώσεις όπου τόσο η εθνική εποπτική αρχή ΚΞΧ/ΧΤ όσο και η AMLA συναινούν στη μεταβίβαση εποπτικών εξουσιών, η AMLAR δεν προβλέπει διαδικασία για μια τέτοια μεταβίβαση ελλείψει της ανωτέρω μη συμμόρφωσης της εθνικής εποπτικής αρχής ΚΞΧ/ΧΤ. Εν προκειμένω η ΕΚΤ επισημαίνει ότι τόσο ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 (στην περίπτωση της ΕΚΤ) όσο και ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (48) (στην περίπτωση του Ενιαίου Συμβουλίου Εξυγίανσης) καθιστούν επίσης δυνατή την ανάληψη εποπτικών εξουσιών κατόπιν αιτήματος της αντίστοιχης εθνικής αρχής (49). Η δυνατότητα αυτή θα πρέπει να προβλεφθεί και στο πλαίσιο του εποπτικού συστήματος ΚΞΧ/ΧΤ για χρονικό διάστημα έως τριών ετών. Εάν η επιλογή αυτή ενσωματωθεί στην AMLAR, θα πρέπει να αναλυθεί η ενδεδειγμένη συμμετοχή της Επιτροπής στην εν λόγω διαδικασία, λαμβανομένων υπόψη μεταξύ άλλων των ορίων που θέτει η θεωρία Meroni (50).

4.6.

Η ΕΚΤ επικροτεί το ευρύ φάσμα εξουσιών και εργαλείων που προβλέπονται για την εκπλήρωση της λειτουργίας επίβλεψης της AMLA και για τη διασφάλιση υψηλών εποπτικών προτύπων στην Ένωση. Η ΕΚΤ επισημαίνει ότι η δέσμη εργαλείων επίβλεψης που διαθέτει η AMLA στον τομέα συλλογής πληροφοριών όσον αφορά μη επιλεγμένες υπόχρεες οντότητες δεν περιλαμβάνει ορισμένα από τα εργαλεία που είναι διαθέσιμα στην ΕΚΤ όσον αφορά τη συλλογή πληροφοριών σχετικά με τα ΛΣΙ.

4.7.

Η ΕΚΤ διαπιστώνει ότι η αποτελεσματική επίβλεψη απαιτεί εξισορρόπηση της ενθάρρυνσης της εποπτικής σύγκλισης και της επίβλεψης ειδικά για κάθε ίδρυμα. Η τελευταία αποτελεί ισχυρό εργαλείο για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των εποπτικών προσεγγίσεων που εφαρμόζονται στα διάφορα κράτη μέλη, καθώς και προκειμένου να επιτραπεί η έγκαιρη παρέμβαση της έμμεσης εποπτικής αρχής, όταν απαιτείται. Η ΕΚΤ επισημαίνει ότι βάσει της AMLAR, οι αρχές χρηματοπιστωτικής εποπτείας απαιτείται να παρέχουν πληροφορίες στην AMLA σχετικά με μη επιλεγμένες υπόχρεες οντότητες μόνο σε πολύ περιορισμένο αριθμό περιπτώσεων (51).

4.8.

Η ΕΚΤ θα ήθελε να μοιραστεί την εμπειρία της σχετικά με τη διάρθρωση επίβλεψης των ΛΣΙ εντός του ΕΕΜ. Το πλαίσιο θεσπίζει τη δυνατότητα της ΕΚΤ να δημιουργεί κατηγορίες ΛΣΙ βάσει του βαθμού επικινδυνότητας και του αντικτύπου τους, και να απαιτεί διαφορετικά επίπεδα πληροφόρησης από τις ΕΑΑ (π.χ. εκ των προτέρων κοινοποιήσεις αποκλειστικά για ΛΣΙ υψηλής προτεραιότητας, ενώ όλα τα ΛΣΙ εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της ετήσιας εκ των υστέρων υποβολής εκθέσεων και της κοινοποίησης καταστάσεων οικονομικής επιδείνωσης).Η προσέγγιση αυτή επιτρέπει στη λειτουργία επίβλεψης να είναι αναλογική και να διοχετεύει εστιασμένα πόρους στις πιο σοβαρές περιπτώσεις. Η ετήσια υποβολή ενός ελάχιστου συνόλου πληροφοριών σχετικά με τα ΛΣΙ είναι επίσης χρήσιμη για την εκπλήρωση των αρμοδιοτήτων επίβλεψης (π.χ. οριζόντιους ελέγχους, αξιολόγηση των καταστάσεων ειδικά για το κάθε ίδρυμα ή διεξαγωγή εμπεριστατωμένου διαλόγου με τις ΕΑΑ). Επιπλέον, η ΕΚΤ έχει συμμετάσχει και σε διάφορες επιτόπιες επιθεωρήσεις σχετικά με τα ΛΣΙ προκειμένου να ενισχύσει περαιτέρω την άσκηση της λειτουργίας επίβλεψης από την ίδια.

4.9.

Σύμφωνα με την AMLAR (52), οι αρχές χρηματοπιστωτικής εποπτείας απαιτείται να ενημερώνουν την AMLA σε περίπτωση ταχείας και σημαντικής επιδείνωσης της κατάστασης μη επιλεγμένης υπόχρεης οντότητας. Δεδομένου ότι τα εν λόγω κριτήρια είναι σχετικά περιοριστικά και σωρευτικά, η κατάσταση μη επιλεγμένης υπόχρεης οντότητας που επιδεινώνεται σημαντικά αλλά όχι ταχέως, ή μια επείγουσα κατάσταση που απαιτεί άμεση αντιμετώπιση χωρίς να χαρακτηρίζεται από ταχεία και σημαντική επιδείνωση (για παράδειγμα, όταν εντοπίζονται ουσιώδεις μακροχρόνιες παραβάσεις), δεν θέτουν ζήτημα ενημέρωσης της AMLA.

4.10.

Το διοικητικό συμβούλιο επανεξέτασης της AMLA έχει σχεδιαστεί στην AMLAR (53) όπως και το διοικητικό συμβούλιο επανεξέτασης βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013. Η ΕΚΤ επισημαίνει ότι εκτός από το εν λόγω πρότυπο, υπάρχουν και άλλες πιθανές προσεγγίσεις, όπως το πρότυπο που χρησιμοποιείται στην ΕΑΤ, την ΕΑΚΑΑ, την ΕΑΑΕΣ και το Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης, όπου τα όργανα προσφυγής, μεταξύ άλλων, εκδίδουν αποφάσεις δεσμευτικές για τα αντίστοιχα όργανα, τα οποία ακολούθως εκδίδουν τις οριστικές αναθεωρημένες αποφάσεις. Ο σχεδιασμός της καταλληλότερης λύσης για την AMLA θα μπορούσε, ως εκ τούτου, να ωφεληθεί από τη σύγκριση των εμπειριών που συλλέγονται από τη λειτουργία όλων των προτύπων.

4.11.

Στην περίπτωση που η εποπτική παρέμβαση της AMLA περιλαμβάνει εντολές ή αιτήματα προς τις εθνικές αρχές, οι διαφορές στις αντίστοιχες εξουσίες και υποχρεώσεις τους βάσει των εθνικών νομικών πλαισίων που απορρέουν, μεταξύ άλλων, από εθνικούς διοικητικούς νόμους, ενδέχεται να αποτελούν σημαντικούς παράγοντες που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Σε τέτοιες καταστάσεις, η AMLA θα επωφεληθεί από τη συνδρομή των εθνικών αρχών στην ανάλυση των αποτελεσμάτων και των περιορισμών των εν λόγω εντολών, συμπεριλαμβανομένης της ενδεχόμενης εξωσυμβατικής ευθύνης των αρχών που μετέχουν στην εποπτική δράση. Η ΕΚΤ αντιλαμβάνεται ότι μια τέτοια συνδρομή θα καλύπτεται από τις γενικές διατάξεις συνεργασίας που περιλαμβάνονται στην AMLAR (54).

5.   Δομή διακυβέρνησης της AMLA και ρυθμίσεις συνέχισης των δραστηριοτήτων

5.1.

Το γενικό συμβούλιο της AMLA θα έχει δύο συνθέσεις: την εποπτική σύνθεση και τη σύνθεση ΜΧΠ (55). Το γενικό συμβούλιο με εποπτική σύνθεση υποχρεούται επίσης να δέχεται ως παρατηρητή έναν/μία εκπρόσωπο της ΕΚΤ που ορίζει το εποπτικό συμβούλιο της ΕΚΤ, και έναν/μία εκπρόσωπο από καθεμία από τις Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές όταν συζητούνται θέματα που εμπίπτουν στο πεδίο των αντίστοιχων εντολών τους.

5.2.

Η ΕΚΤ χαιρετίζει την εν λόγω διάταξη, καθώς θα διευκολύνει την αναγκαία αλληλεπίδραση μεταξύ, αφενός, της ρύθμισης και εποπτείας ΚΞΧ/ΧΤ και, αφετέρου, της προληπτικής ρύθμισης και εποπτείας. Επί του παρόντος, η ΕΚΤ συμβάλλει από την πλευρά της προληπτικής εποπτείας στο έργο της μόνιμης επιτροπής ΚΞΧ/ΧΤ εντός της ΕΑΤ (56). Η ΕΚΤ αντιλαμβάνεται ότι ο ρόλος της ως παρατηρητή στην AMLA θα αντικαταστήσει στην πράξη τον υφιστάμενο ρόλο της ως παρατηρητή στη μόνιμη επιτροπή ΚΞΧ/ΧΤ, καθώς η τελευταία επιτροπή θα πάψει να υφίσταται (57). Eν προκειμένω, η AMLAR (58) θα πρέπει να τροποποιηθεί ώστε να αναφέρεται σε «εκπρόσωπο της ΕΚΤ» και όχι σε «εκπρόσωπο που ορίζεται από το εποπτικό συμβούλιο της ΕΚΤ». Η ΕΚΤ αναγνωρίζει ότι η διατύπωση της εν λόγω διάταξης βασίζεται στη διατύπωση που χρησιμοποιείται ήδη στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 (59). Πάντως, η συμμετοχή των ειδικών οργάνων της ΕΚΤ στη διαδικασία ορισμού εκπροσώπων της είναι ζήτημα εξουσιών των εν λόγω οργάνων που καθορίζονται, ειδικότερα, στις Συνθήκες, το καταστατικό του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ, καθώς και στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2013, και, ως εκ τούτου, ζήτημα εσωτερικής οργάνωσης της ΕΚΤ. Δεν κρίνεται σκόπιμη η παρέμβαση της AMLAR στην εσωτερική οργάνωση της ΕΚΤ με τον καθορισμό του οργάνου της ΕΚΤ που είναι αρμόδιο για τον ορισμό του εκπροσώπου της.

5.3.

Περαιτέρω, η ΕΚΤ χαιρετίζει το γεγονός ότι το γενικό συμβούλιο της AMLA με σύνθεση ΜΧΠ θα περιλαμβάνει επίσης την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης, την Ευρωπόλ, τη Eurojust και την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και ότι στην AMLAR περιλαμβάνεται απαίτηση συνεργασίας της AMLA με τα εν λόγω όργανα της Ένωσης (60). Η ενισχυμένη συνεργασία μεταξύ των ΜΧΠ και των οργάνων της Ένωσης με εντολές που σχετίζονται με το ποινικό δίκαιο, την οποία προορίζεται να υλοποιήσει η AMLA, αποτελεί σημαντικό βήμα προς την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος ειδικότερα.

Στις περιπτώσεις που η ΕΚΤ συνιστά την τροποποίηση του προτεινόμενου κανονισμού, συγκεκριμένες προτάσεις διατύπωσης περιλαμβάνονται σε τεχνικό κείμενο εργασίας και συνοδεύονται από τη σχετική αιτιολογία. Το τεχνικό κείμενο εργασίας διατίθεται στην αγγλική γλώσσα στο EUR-Lex.

Φρανκφούρτη, 16 Φεβρουαρίου 2022.

Η Πρόεδρος της ΕΚΤ

Christine LAGARDE


(1)  COM(2021) 421 final.

(2)  COM(2021) 420 final.

(3)  COM(2021) 423 final.

(4)  COM(2021) 422 final.

(5)  Βλέπε γνώμη CON/2005/2 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 4ης Φεβρουαρίου 2005, κατόπιν αιτήματος του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένης της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (ΕΕ C 40 της 17.2.2005, σ. 9), γνώμη CON/2013/32 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 17ης Μαΐου 2013, αναφορικά με πρόταση οδηγίας σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας και πρόταση κανονισμού περί των πληροφοριών που συνοδεύουν τις μεταφορές χρηματικών ποσών (ΕΕ C 166 της 12.6.2013, σ. 2), γνώμη CON/2016/49 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 12ης Οκτωβρίου 2016, σχετικά με πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας και για την τροποποίηση της οδηγίας 2009/101/ΕΚ (ΕΕ C 459 της 9.12.2016, σ. 3), καθώς και γνώμη CON/2018/55 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 7ης Δεκεμβρίου 2018, αναφορικά με τροποποιημένη πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών) και συναφών νομικών πράξεων (ΕΕ C 37 της 30.1.2019, σ. 1). Όλες οι γνώμες της ΕΚΤ είναι διαθέσιμες στο EUR-Lex.

(6)  Βλέπε παράγραφο 1.1 της γνώμης CON/2018/55 της ΕΚΤ.

(7)  Βλέπε άρθρο 117 παράγραφος 5 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 338).

(8)  Βλέπε άρθρα 12 και 13 της AMLAR.

(9)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 2013, για την ανάθεση ειδικών καθηκόντων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΕ L 287 της 29.10.2013, σ. 63).

(10)  Όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 16) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 468/2014 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 16ης Απριλίου 2014, που θεσπίζει το πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, των εθνικών αρμόδιων αρχών και των εθνικών εντεταλμένων αρχών εντός του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού (κανονισμός για το πλαίσιο ΕΕΜ) (ΕΚΤ/2014/17) (ΕΕ L 141 της 14.5.2014, σ. 1).

(11)  Όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 3) του κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ.

(12)  Όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 7) του κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ.

(13)  Βλέπε άρθρο 6 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013.

(14)  Οδηγία (ΕΕ) 2018/843 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2018, για την τροποποίηση της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, και για την τροποποίηση των οδηγιών 2009/138/ΕΚ και 2013/36/ΕΕ (ΕΕ L 156 της 19.6.2018, σ. 43).

(15)  Βλέπε άρθρο 88 της AMLAR.

(16)  Βλέπε άρθρο 78 της AMLAR.

(17)  Βλέπε άρθρο 2 της AMLAR.

(18)  Βλέπε άρθρο 78 παράγραφος 1 της AMLAR.

(19)  Βλέπε άρθρο 3 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013.

(20)  Βλέπε άρθρο 117 παράγραφος 5 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

(21)  Βλέπε άρθρο 11 και άρθρο 78 παράγραφος 3 της AMLAR.

(22)  Βλέπε άρθρο 9α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 12).

(23)  Βλέπε άρθρο 9α παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

(24)  Βλέπε άρθρο 11 παράγραφος 1 το οποίο αναφέρεται μόνο στις αρχές χρηματοπιστωτικής εποπτείας ΚΞΧ/ΧΤ, και άρθρο 11 παράγραφος 4 της AMLAR.

(25)  Βλέπε άρθρο 11 παράγραφος 4 της AMLAR.

(26)  Βλέπε άρθρο 11 παράγραφος 2 της AMLAR.

(27)  Βλέπε άρθρο 11 παράγραφος 2 στοιχείο δ) της AMLAR.

(28)  Βλέπε άρθρο 117 παράγραφος 5 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

(29)  Βλέπε άρθρο 48 παράγραφος 1 της AMLD6.

(30)  Βλέπε άρθρο 78 παράγραφος 2 της AMLAR.

(31)  Βλέπε πολυμερή συμφωνία σχετικά με τους πρακτικούς όρους της ανταλλαγής πληροφοριών δυνάμει του άρθρου 57α παράγραφος 2 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849.

(32)  Οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 141 της 5.6.2015, σ. 73).

(33)  Βλέπε άρθρο 78 παράγραφος 3 της AMLAR.

(34)  Βλέπε άρθρα 33 έως 37 της AMLAR.

(35)  Βλέπε άρθρο 75 της AMLAR.

(36)  Βλέπε άρθρο 77 παράγραφος 1 της AMLAR.

(37)  Βλέπε άρθρο 77 παράγραφος 2 της AMLAR.

(38)  Βλέπε άρθρο 15 της AMLAR.

(39)  Βλέπε άρθρο 15 παράγραφος 2 της AMLAR.

(40)  Ο όρος «εθνική αρμόδια αρχή» ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 2) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013.

(41)  Στο πλαίσιο του ΕΕΜ η επιτόπια εποπτεία (δηλαδή οι επιθεωρήσεις) αποτελεί ειδική λειτουργία που ασκείται μέσω ειδικών δομών στην ΕΚΤ και στις ΕΑΑ, συμπεριλαμβανομένων ad hoc «αποστολών» για κάθε επιθεώρηση, με προσωπικό για το οποίο απαιτούνται συγκεκριμένες δεξιότητες και διαθεσιμότητα (μακρά χρονικά διαστήματα εκτός γραφείου/οικίας). Προκειμένου να παρασχεθεί μια τάξη μεγέθους, για τα σημαντικά ιδρύματα, ο ΕΕΜ στο σύνολό του διαθέτει στην εν λόγω ειδική επιτόπια λειτουργία περίπου το 40 % του ισοδύναμου πλήρους απασχόλησης που αποδίδεται σε μη επιτόπια εποπτεία (μέσω των ΜΕΟ).

(42)  Βλέπε άρθρο 20 της AMLAR.

(43)  Βλέπε άρθρο 41 της AMLD6.

(44)  Βλέπε άρθρο 20 παράγραφος 2 στοιχείο δ) της AMLAR.

(45)  Βλέπε άρθρο 41 παράγραφος 1 στοιχείο στ) της AMLD6.

(46)  Βλέπε, ειδικότερα, άρθρο 20 παράγραφος 3 της AMLAR το οποίο ορίζει ότι η AMLAR διαθέτει επίσης όλες τις εξουσίες και αναλαμβάνει όλες τις υποχρεώσεις που έχουν οι αρχές χρηματοπιστωτικής εποπτείας δυνάμει του σχετικού ενωσιακού δικαίου.

(47)  Βλέπε άρθρο 30 της AMLAR.

(48)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2014, περί θεσπίσεως ενιαίων κανόνων και διαδικασίας για την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων στο πλαίσιο ενός Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης και ενός Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης και τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 (ΕΕ L 225 της 30.7.2014, σ. 1).

(49)  Βλέπε άρθρο 6 παράγραφος 5 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 και άρθρο 7 παράγραφος 4 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014.

(50)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Ιουνίου 1958, Meroni κατά Ανωτάτης Αρχής, C-9/56, ECLI:EU:C:1958:7· απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Μαΐου 1981, Romano, C-98/80, ECLI:EU:C:1981:104· απόφαση του Δικαστηρίου της 12ης Ιουλίου 2005, Alliance for Natural Health κ.λπ., C-154/04 και C-155/04, ECLI:EU:C:2005:449· και απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Ιανουαρίου 2014, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-270/12, ECLI:EU:C:2014:18.

(51)  Βλέπε άρθρα 29 και 30 της AMLAR.

(52)  Βλέπε άρθρο 30 παράγραφος 1 της AMLAR.

(53)  Βλέπε άρθρα 60 έως 63 της AMLAR.

(54)  Βλέπε άρθρο 7 παράγραφος 2 για όλες τις περιπτώσεις και άρθρο 14 παράγραφος 2 για την εποπτεία των επιλεγμένων υπόχρεων οντοτήτων.

(55)  Βλέπε άρθρο 46 της AMLAR.

(56)  Βλέπε άρθρο 9α παράγραφος 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

(57)  Βλέπε άρθρο 86 της AMLAR [για την κατάργηση των άρθρων 9α, 9β και ορισμένων άλλων διατάξεων του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010].

(58)  Βλέπε άρθρο 46 παράγραφος 4 της AMLAR.

(59)  Βλέπε άρθρο 9α παράγραφος 8 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

(60)  Βλέπε άρθρο 80 της AMLAR.